Τρίτη 26 Ιουλίου 2016

Η θεωρία της μεταβολής των πολιτευμάτων και το ιδεώδες της άριστης πολιτείας στα Πολιτικά του Αριστοτέλη

Η πολιτική φιλοσοφία, ως θεωρητικός και πρακτικός λόγος, διαμορφώνεται σε συνάρτηση πάντο­τε με το ευρύτερο διανοητικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, τους αντικειμενικούς δηλαδή όρους που καθορί­ζουν τη συγκεκριμένη κάθε φορά έκφρασή της, και απο­σκοπεί τόσο στην εξήγηση του πολιτικού φαινομένου όσο και στη δικαιολόγησή του· είναι ταυτόχρονα μια έρευνα εξηγητική και κανονιστική. Ειδικότερα, η πολιτική φιλοσο­φία ενδιαφέρεται να εξηγήσει τη συγκρότηση και λειτουρ­γία της πολιτικής κοινωνίας ή κράτους, καθώς και να δι­καιολογήσει τις σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής. Εξετάζει τις θεωρητικές προτάσεις που θεμελιώνουν τη θεσμική δό­μηση της πολιτικής κοινωνίας, τις μορφές διακυβέρνησης και τις πρακτικές μέσω των οποίων ασκείται η εξουσία. Ε­ξετάζει επίσης την κοινωνική διαστρωμάτωση και τους οι­κονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς που κάθε πολιτικό σύστημα προϋποθέτει για να υπάρξει. Παράλληλα, η πολι­τική φιλοσοφία επιχειρεί να εκλογικεύσει την οικονομική και κοινωνική ανισότητα και το σύστημα δικαίου που τις νομιμοποιεί. Στην πραγματικότητα, η πολιτική φιλοσοφία λειτουργεί τόσο ως επιστήμη όσο και ως ιδεολογία.[1]

Στην κατεύθυνση αυτή, η πολιτική φιλοσοφία οφείλει να ερμηνεύσει το πολιτικό φαινόμενο με αναφορά τόσο στους υλικούς παράγοντες που καθορίζουν τις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις όσο και στα ιδεολογικά μέσα που το δι­καιολογούν και το νομιμοποιούν. Οφείλει να ερμηνεύσει το σύστημα εξουσίας σε συνάρτηση με την ταξική συγκρότη­ση της κοινωνίας και τις μορφές ταξικής πάλης, ως ένα σύ­στημα δηλαδή ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, αλ­λά και ως ένα σύστημα ηγεμονίας. Κι' αυτό γιατί το πολι­τικό συνυφαίνεται με το κοινωνικό και οι πολιτικές ιδέες σχετίζονται αμοιβαία με τις υλικές συνθήκες της ζωής στη διαλεκτική κίνηση της ιστορίας.[2] Στη βάση της αντίληψης αυτής, θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη με αναφορά σε δύο κυρίως κρίσιμα ζητήματα της προβληματικής του: τη θεωρία του για τη μεταβολή των πολιτευμάτων και τις απόψεις του για το ιδεώ­δες της 'άριστης πολιτείας'.

Όπως είναι γνωστό, ο Αριστοτέλης, στα Πολιτικά του, προβαίνει σε μια ταξινόμηση ή τυπολογία των πολιτευμά­των στην οποία διακρίνει τρία ορθά πολιτεύματα: βασιλεί­α, αριστοκρατία και πολιτεία, και τις αντίστοιχες παρεκ­βάσεις τους: τυραννία, ολιγαρχία και δημοκρατία. Ακολού­θως, θέτει το ζήτημα για τη διατήρηση και τη μεταβολή των πολιτευμάτων. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το πιο ενδιαφέρον μέρος των αναλύσεων του Αριστοτέλη στα Πολιτικά του είναι αυτό για τη διατήρηση και τη φθορά ή μεταβολή των πολιτευμάτων. Ιδιαίτερα, η θεωρία του για τη μεταβολή και τη διαδικασία μετάβασης από ένα πολί­τευμα σ' ένα άλλο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την πλέ­ον σημαντική συμβολή του στην ανάλυση του πολιτικού φαινομένου. Ο Αριστοτέλης θέτει το όλο ζήτημα σε συνάρ­τηση με τους κοινωνικούς όρους που το προσδιορίζουν. Ε­ξετάζει την παθολογία των πολιτευμάτων και διερευνά τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια που εξηγούν τη μεταβολή τους.

Σε ό,τι αφορά τη μεταβολή των πολιτευμάτων, ο Αρι­στοτέλης εξετάζει τόσο τα γενικά αίτια όσο και τα επιμέ­ρους αίτια των μεταβολών. Καταρχάς, σύμφωνα με την άποψή του, η μεταβολή ενός πολιτεύματος μπορεί να συ­ντελεστεί είτε με στάση είτε χωρίς στάση. Με τον όρο στάσις ο Αριστοτέλης δεν εννοεί γενικά τη μεταβολή ενός πο­λιτεύματος, αφού η μεταβολή μπορεί να συντελεστεί και με ειρηνικά μέσα και η στάση δεν συνεπάγεται αναγκα­στικά πολιτική μεταβολή. Θα μπορούσαμε, ωστόσο, να ι­σχυριστούμε πως ο όρος στάσις, γενικά μιλώντας, σημαίνει γενική αστάθεια, μια έκρυθμη, επαναστατική κατάσταση, η οποία προκαλείται από ορισμένα αίτια και αποσκοπεί σε πολιτική μεταβολή. Διαφορετικά, με τον όρο στάσις εννοεί­ται μια συνειδητή προσπάθεια για κατάληψη της εξουσίας και ανατροπή του πολιτεύματος, εν ανάγκη με προσφυγή στη βία και σ' άλλα μη νόμιμα μέσα.[3] Στη διαπλοκή τους, οι έννοιες της στάσης και της πολιτικής μεταβολής παραπέ­μπουν άμεσα στην έννοια της επανάστασης, όπως τουλά­χιστον αυτή νοείται στη σύγχρονη προβληματική. Η έννοια της επανάστασης συνεπάγεται οπωσδήποτε τη βίαιη ανα­τροπή ενός πολιτικού συστήματος και τη ριζική αναδόμηση του κοινωνικού είναι, κατά κανόνα, προς το καλύτερο.[4]

Το ότι βεβαίως ο Αριστοτέλης πραγματεύεται στα Πο­λιτικά του τις επαναστατικές ανατροπές, καθόλου δεν ση­μαίνει ότι τις επιδοκιμάζει κιόλας. Αντιθέτως, και επειδή κυρίως τον ενδιαφέρει η διασφάλιση της πολιτικής σταθε­ρότητας, στην πραγματικότητα αποδοκιμάζει τα φαινόμε­να πολιτικής αστάθειας, που δυνάμει μπορούν να οδηγή­σουν σε επαναστατικές ανατροπές. Ωστόσο, η ηθική τους αποδοκιμασία δεν επηρεάζει και τις αναλύσεις του. Ο Αρι­στοτέλης παίρνει σοβαρά υπόψη του τις παθογένειες του πολιτικού φαινομένου και οι αναλύσεις του έχουν σαφώς επιστημονικό χαρακτήρα. Εξάλλου, τα συμπεράσματα μιας τέτοιας ανάλυσης μπορούν, κατά τη γνώμη του, να φανούν εξαιρετικά χρήσιμα για την επίτευξη του ηθικά και πολιτικά επιδιωκόμενου σκοπού, της πολιτικής σταθερότητας.[5]

Ο Αριστοτέλης υποβάλλει το φαινόμενο των επανα­στατικών ανατροπών σε λεπτομερή ανάλυση με σκοπό να διερευνήσει τις κύριες και δευτερεύουσες αιτίες που το προκαλούν. Αναζητά τα αίτια των στάσεων, που οδηγούν στην μεταβολή ενός πολιτεύματος και στην αντικατάστα­σή του από κάποιο άλλο, αλλά και τα αίτια που οδηγούν στις εσωτερικές αλλοιώσεις ενός πολιτεύματος. Στην ανάλυσή του ο Αριστοτέλης ταξινομεί τα γενικά αίτια σε τρεις κύριες κατηγορίες: στα ψυχολογικά κίνητρα των στάσεων, που κυρίως αφορούν την κοινωνική ψυχολογία· στους σκο­πούς των στάσεων, που κυρίως αφορούν κοινωνικά καθο­ρισμένους στόχους, οικονομικούς ή πολιτικούς· και στις 'αρχές' των στάσεων, που κυρίως αφορούν τις κοινωνικές προϋποθέσεις των στάσεων: δημογραφικές και κοινωνικές μεταβολές ή αλλαγές στην οικονομία.[6]

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το πρώτο γενικό αίτιο των στάσεων και της ανατροπής ενός πολιτεύματος είναι οι αντιλήψεις που έχουν οι διαφορετικές κατηγορίες πολι­τών για τη δικαιοσύνη και την ισότητα. Καθώς παρατηρεί, αν και όλοι οι πολίτες γενικά συμφωνούν για το δίκαιο και την ισότητα κατ' αξίαν, ότι δηλαδή τα αγαθά και τα πολι­τικά αξιώματα θα πρέπει να διανέμονται ανάλογα με την προσφορά του καθενός στην πόλη, συμβαίνει να μη συμ­φωνούν ως προ το μέτρο της αξίας· δεν εννοούν όλοι το ίδιο πράγμα όταν χρησιμοποιούν τη λέξη 'αξία'. Για τους δημο­κρατικούς αξία είναι η ελευθερία, ενώ για τους ολιγαρχι­κούς ο πλούτος και για τους αριστοκρατικούς η αρετή.[7] Έ­τσι, εκείνοι που επιθυμούν την ισότητα συμβαίνει να επα­ναστατούν γιατί νομίζουν πως αδικούνται έναντι όσων πλεονεκτούν ή εκείνοι που επιθυμούν την ανισότητα και την υπεροχή συμβαίνει να επαναστατούν γιατί, αν και υ­περέχουν έναντι των άλλων, δεν πλεονεκτούν αλλά βρίσκονται σε ίση ή κατώτερη μοίρα σε σχέση με τους άλλους.[8] Διαφορετικά, οι στάσεις ξεσπούν γιατί οι μεν αντι­λαμβάνονται την ισότητα ως αριθμητική ισότητα ενώ οι δε ως γεωμετρική ισότητα. Για παράδειγμα, οι δημοκρατικοί στασιάζουν γιατί καθώς θεωρούν τους εαυτούς τους ίσους ως προς μιαν άποψη (ως προς την ελευθερία) νομίζουν πως πρέπει να είναι ίσοι από κάθε άποψη· ενώ οι ολιγαρχικοί θεωρώντας τους εαυτούς τους ως άνισους (ως προς τον πλούτο) νομίζουν πως πρέπει να είναι άνισοι από κάθε άποψη.[9]

Το δεύτερο γενικό αίτιο, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, αφορά το αντικείμενο ή το σκοπό των επαναστατικών α­νατροπών. Κατά τη γνώμη του, το αντικείμενο ή ο σκοπός των στάσεων ορίζεται ως επιδίωξη κέρδους ή τιμής. Οι πο­λίτες στασιάζουν είτε για να αποκτήσουν πλούτη είτε για να αποκτήσουν τιμή, δηλαδή πολιτική εξουσία. «Όσοι επα­ναστατούν», παρατηρεί, «το κάνουν είτε για το κέρδος είτε για τα αξιώματα και τα αντίθετά τους».[10] Βεβαίως, ο πλού­τος και η πολιτική εξουσία, σε σχέση με αυτούς που τα κα­τέχουν και ο τρόπος που τα χρησιμοποιούν, μπορούν να αποτελέσουν αιτίες στάσεων και επαναστατικών ανατρο­πών. Εξάλλου, η ύβρις των κυβερνώντων και ο φόβος ή η περιφρόνηση των πολιτών προς τους κυβερνώντες σε ότι αφορά τον τρόπο άσκησης της εξουσίας ή η υπεροχή που σχετίζεται με την υπερβολική συγκέντρωση δύναμης από ένα ή περισσότερα άτομα μπορούν να αποτελέσουν αιτίες επαναστατικών ανατροπών.[11] Είναι προφανές ότι, για το φιλόσοφο, οι αντιλήψεις των πολιτών για την ισότητα και τη δικαιοσύνη όσο και οι σκοποί των στάσεων καθορίζο­νται κοινωνικά. Διαφορετικά, το κοινωνικό και το πολιτικό είναι αλληλένδετα στις αναλύσεις του Αριστοτέλη.[12]

Το τρίτο γενικό αίτιο αφορά τις προϋποθέσεις των στάσεων. Πρόκειται ουσιαστικά για τους όρους εκείνους που είναι αναγκαίοι για να πραγματοποιηθούν οι στάσεις. Θα μπορούσαμε γι αυτό να κάνουμε λόγο για 'αρχές' των στάσεων. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται στις αρχές των στά­σεων κυρίως σε ό,τι αφορά την κοινωνική διαστρωμάτωση και τις οικονομικές σχέσεις. Κατά την άποψή του, οι δημο­γραφικές αλλαγές στη σύνθεση του πληθυσμού, διατα­ράσσοντας την κοινωνική ισορροπία ανάμεσα στις διαφο­ρετικές κατηγορίες πολιτών, μπορούν δυνάμει να δημιουρ­γήσουν επαναστατικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της πολιτείας, όταν αυξηθεί δυσανάλογα το πλήθος των απόρων, το πολίτευμα μετατρέπεται ως προς την κοινωνική του σύνθεση σε δημοκρατία ή στην περί­πτωση της δημοκρατίας, όταν αυξάνονται οι εύποροι είτε σε αριθμό είτε σε περιουσίες, το πολίτευμα μετατρέπεται ως προς την κοινωνική του σύνθεση σε ολιγαρχία ή δυναστεία.[13] Σε ότι αφορά τις οικονομικές σχέσεις, η άποψη του Αριστοτέλη είναι ότι οι διακυμάνσεις στην οικονομία μπο­ρεί να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές ως προς το δικαίωμα εκλογής στα δικαστικά και βουλευτικά αξιώματα και μ' αυτόν τον τρόπο να οδηγήσουν σε μεταβολή του πολιτεύ­ματος. Για παράδειγμα, στις ολιγαρχίες ή στην πολιτεία, ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες είναι δυνατόν να επιτρέ­ψουν σε όλους τους πολίτες να καταβάλλουν το τίμημα για να εκλεγούν σε ανώτερα πολιτικά αξιώματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, το πολίτευμα μετατρέπεται ως προς την ουσία του σε δημοκρατικό.[14]

Σε ό,τι αφορά τη μεταβολή των πολιτευμάτων, ο Αρι­στοτέλης, καθώς ήδη αναφέραμε, τονίζει ιδιαίτερα τη σχέ­ση στάσης και μεταβολής και σ' αυτή την κατεύθυνση είναι που συζητά τις επιμέρους αιτίες της μεταβολής. Σε ό,τι αφορά το δημοκρατικό πολίτευμα, αναφέρεται στη δραστηριότητα του δημαγωγού. Ενώ για το ολιγαρχικό και το αριστοκρατικό πολίτευμα αναφέρεται στις διαφωνίες που εμφανίζονται ανάμεσα στα μέλη της κυρίαρχης τάξης αλ­λά και στον τρόπο που ασκείται η εξουσία σ' αυτά, με απο­τέλεσμα είτε να οξύνεται η κοινωνική ανισότητα είτε να αδικούνται οι πολίτες. Ιδιαίτερα στην περίπτωση της αρι­στοκρατίας και της 'πολιτείας', επειδή πρόκειται για μεικτά πολιτεύματα, επιμέρους αίτιο της μεταβολής τους μπορεί να θεωρηθεί η αλλοίωση της σύνθεσης του πολιτεύματος και γι' αυτό η παραβίαση του ισχύοντος σ' αυτά δικαίου.[15]

Σε κάθε περίπτωση, ο Αριστοτέλης είναι σε θέση να αντιληφθεί πλήρως τη συνάρτηση του κοινωνικού με το πολιτικό και να καθορίσει τα βασικά αίτια των κοινωνικών συγκρούσεων και των επαναστατικών ανατροπών. Οι πο­λίτες επαναστατούν εξαιτίας της κοινωνικής ανισότητας και της προσβολής του αισθήματος δικαίου και γιατί επι­διώκουν την απόκτηση οικονομικής δύναμης και πολιτικής εξουσίας. Στη βάση της αντίληψης αυτής βρίσκεται ουσια­στικά μια ταξική θεώρηση του κοινωνικού είναι και από την άποψη αυτή οι αναλύσεις του Αριστοτέλη παραπέ­μπουν σε μια κοινωνιολογικού τύπου προσέγγιση των ε­παναστατικών ανατροπών.[16]

Βεβαίως, ο επιστήμονας Αριστοτέλης, που ανατέμνει το πολιτικό φαινόμενο και ως σύγχρονος κοινωνιολόγος αναλύει τις επαναστατικές μεταβολές, φαίνεται να συνυ­πάρχει με τον ιδεολόγο Αριστοτέλη, τον φιλόσοφο που ε­πιχειρεί να στηρίξει και να εκλογικεύσει μια συντηρητική ιδεολογία. Ό,τι υποστηρίζω εδώ είναι πως οι αναλύσεις του Αριστοτέλη για το πολιτικό φαινόμενο αποσκοπούν τόσο στην εξήγησή του όσο και στη δικαιολόγησή του. Διαφορε­τικά, η μεθοδολογική προσέγγιση του πολιτικού φαινομέ­νου, η αναζήτηση των αιτίων που το καθιστούν νοητό και εξηγούν τόσο τη συγκρότησή του όσο και τη μεταβολή του, υποτάσσεται σε μια συντηρητική ιδεολογία, η οποία απο­τυπώνεται πληρέστερα σ' ένα αυστηρά ιεραρχημένο, εξου­σιαστικό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης, στο ιδεώδες της 'άριστης πολιτείας'.

Σ' ένα πρώτο επίπεδο, η συντηρητική ιδεολογία του Αριστοτέλη εκφράζεται στο ζήτημα της δουλείας. Όπως εί­ναι γνωστό, ο Αριστοτέλης, στις αναλύσεις του για τη σχέ­ση κυρίου και δούλου και σε αντίθεση με ορισμένες από­ψεις των Σοφιστών, υπερασπίζεται τη φύσει δουλεία και δικαιολογεί τη διάκριση των ανθρώπων σε ελεύθερους και δούλους. Κατά κάποιον τρόπο, η διάκριση αυτή αποτελεί την πρώτη ορίζουσα στο ιεραρχικό και εξουσιαστικό πρό­τυπο κοινωνικής οργάνωσης που υιοθετεί. Στο πρότυπο αυτό δεν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης της υπάρχουσας κοινωνικής δομής και ο θεσμός της δουλείας δικαιολογεί­ται.[17]

Σ' ένα δεύτερο επίπεδο, η συντηρητική ιδεολογία του Αριστοτέλη εκφράζεται στις αναλύσεις του για την τυπο­λογία των πολιτευμάτων, στον τρόπο δηλαδή που τα ταξι­νομεί και τα αξιολογεί. Για παράδειγμα, ταξινομεί την ολι­γαρχία και τη δημοκρατία, που έχουν αντίστοιχα ως κυρί­αρχες αρχές τους τον πλούτο και την ελευθερία, στα ημαρ-τημένα πολιτεύματα και τα αποδοκιμάζει. Ενώ, την 'πολι-τεία', το πολίτευμα που ο φιλόσοφος προτιμά στην πράξη, ένα μείγμα ολιγαρχικών και δημοκρατικών στοιχείων, το ταξινομεί στα ορθά πολιτεύματα, το αντιπαραθέτει στη δημοκρατία και το επιδοκιμάζει.[18] Το δημοκρατικό πολίτευ­μα στην ακραία του μορφή όπου, κατά τη γνώμη του, κυ­ριαρχεί ο δήμος και όχι ο νόμος, είναι ένα κατεξοχήν άνομο πολίτευμα, συνώνυμο της τυραννίας, «Η ακραία ολιγαρχία [η δυναστεία] και η ακραία δημοκρατία [η εξουσία του δή­μου]», παρατηρεί, «είναι στην πραγματικότητα τυραννικά καθεστώτα που έχουν διασπαστεί σε πολλούς τυράννους». Ενώ η 'πολιτεία', το πολίτευμα της μεσαίας τάξης, λόγω της σύνθεσής της, και επειδή τείνει, κατά τη γνώμη του, να εξασφαλίζει πιο αποτελεσματικά τη διατήρησή της, είναι ένα 'αστασίαστο , και γι' αυτό ένα άριστο στην πράξη πο­λίτευμα.[19]

Η συντηρητική ιδεολογία του Αριστοτέλη εκφράζεται επίσης και στον τρόπο που αντιμετωπίζει τις επαναστατι­κές μεταβολές. Εδώ, ο φιλόσοφος ενδιαφέρεται για τη γνώ­ση των αιτίων που προκαλούν τη φθορά και τη μεταβολή των πολιτευμάτων, γιατί η γνώση αυτή αποτελεί, κατά τη γνώμη του, βασική προϋπόθεση για τη διατήρησή τους. «Όταν γνωρίζουμε τους λόγους για τους οποίους φθείρο­νται τα πολιτεύματα», παρατηρεί, «γνωρίζουμε και τους λόγους για τους οποίους διατηρούνται».[20] Ο Αριστοτέλης αντιμετωπίζει γενικά τις επαναστατικές μεταβολές ως πα­θολογικά φαινόμενα. Αν γνωρίζουμε τις αιτίες που τις προκαλούν και τις διαδικασίες με τις οποίες πραγματο­ποιούνται, τότε μπορούμε, ενδεχομένως, να υποδείξουμε τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή τους.[21] Από μιαν ο­ρισμένη άποψη, καθώς επισημαίνεται, «η θεωρία του Αρι­στοτέλη για τις επαναστατικές μεταβολές υποτάσσεται σε μια στατική αντίληψη για την πράξη». Για τον Αριστοτέλη, «η πράξη υπάρχει για χάρη της 'σχολής' και της θεωρίας, ο πόλεμος για χάρη της ειρήνης». Συνεπώς, θα μπορούσε να δεχθεί κανείς ότι ο στατικός τρόπος σκέψης που υιοθετεί ο φιλόσοφος «θεμελιώνει ή εκλογικεύει μια συντηρητική πο­λιτική ιδεολογία».[22]

Αλλά εκεί όπου η συντηρητική ιδεολογία του Αριστο­τέλη εκδηλώνεται απερίφραστα είναι στο αριστοκρατικό ιδεώδες όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικά στα βιβλία Η και Θ των Πολιτικών του. Σ' αυτά τα βιβλία η πολιτική θέ­ση του φιλοσόφου, ως ιδεολογικού εκφραστή των αριστο­κρατικών αξιών, αποτυπώνεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια. Από τις αναλύσεις του καθίσταται φανερό ότι αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει δεν είναι τίποτε άλλο πα­ρά η επίτευξη του αγαθού. Η πόλη δεν υπάρχει απλώς για την εξασφάλιση της ζωής αλλά για την επίτευξη του αγα­θού, της ευδαιμονίας, του 'ευ ζην'. Διαφορετικά, ο σκοπός της πολιτείας δεν μπορεί να είναι απλώς η εξασφάλιση της υλικής ευημερίας και της ασφάλειας. Ο πραγματικός σκο­πός της πολιτείας είναι η επίτευξη της ευδαιμονίας που συμπεριλαμβάνει και την εκπλήρωση ενός ορισμένου τρό­που ζωής ο οποίος συνεπάγεται τιμές και αξιώματα στη βάση της πολιτικής αρετής. Γι αυτό, το πολίτευμα στο ο­ποίο, κατά τη γνώμη του φιλοσόφου, επιτυγχάνεται το υ­πέρτατο αγαθό της πόλης δεν είναι άλλο από την αριστο­κρατία ή την άριστη πολιτεία.[23]

Ό,τι καταδεικνύει πληρέστερα τη συντηρητική ιδεο­λογία του Αριστοτέλη δεν είναι παρά ο τρόπος με τον οποίο συγκροτεί την άριστη πολιτεία του. Ως προς την κοινωνική της σύνθεση, η άριστη πολιτεία συγκροτείται στη βάση μιας κρίσιμης διαφοροποίησης: στο ό,τι δηλαδή αποτελεί­ται από εκείνους που συνιστούν τα οργανικά μέρη της πο­λιτικής ολότητας και από εκείνους που δεν είναι παρά η απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξη της πολιτείας. Στην πραγματικότητα, αν και η πολιτεία αυτή συγκροτεί­ται από ίσους πολίτες, η συγκρότησή της προϋποθέτει μια αυστηρή ταξική διάρθρωση. Προϋποθέτει τον αποκλεισμό από τη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας όσων ασχο­λούνται με τις παραγωγικές διαδικασίες, για το λόγο ότι δεν μπορούν να επιτελούν λειτουργίες που αφορούν το σκοπό της πολιτείας. Η θέση αυτή του Αριστοτέλη διατυ­πώνεται στην βάση της ακόλουθης προκείμενης: Στην πό­λη, όπως και στα άλλα σύνθετα φυσικά σώματα, υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στις αναγκαίες συνθήκες και τα ορ­γανικά μέρη. «Επειδή όμως οι συνθήκες που είναι ανα­γκαίες για την ύπαρξη ενός όλου δεν αποτελούν οργανικά μέρη του όλου που υπηρετούν, είναι προφανές ότι δεν μπο­ρούμε να θεωρήσουμε ως μέρη της πόλης τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ύπαρξη των πόλεων ή οποιασδή­ποτε άλλης ένωσης που συγκροτεί μιαν ολότητα».[24]

Με βάση την προκείμενη αυτή, ο Αριστοτέλης ορίζει ότι οργανικά μέρη της άριστης πολιτείας δεν μπορεί παρά να είναι μόνον οι πραγματικά ενάρετοι πολίτες, οι όντως δίκαιοι πολίτες, γιατί είναι αυτοί που μπορούν να πραγμα­τοποιήσουν το σκοπό της πολιτείας. Οι εργάτες, οι γεωργοί και οι έμποροι, και φυσικά οι δούλοι και οι γυναίκες, δεν διάγουν βίο κατάλληλο για τις ανώτερες λειτουργίες της πολιτείας και τα επαγγέλματά τους ευνοούν αξίες αντίθε­τες προς αυτές της πραγματικής αρετής.[25] Τις ανώτερες λειτουργίες της πολιτείας - την ίδια τη διακυβέρνηση, τη λήψη των σημαντικών αποφάσεων, τη διαχείριση της οικο­νομίας, τα ζητήματα του πολέμου και τα θρησκευτικά κα­θήκοντα - πρέπει να τις ασκούν οι πραγματικοί πολίτες. Είναι αυτοί που διαθέτουν έγγεια ιδιοκτησία ανώτερη μόρ­φωση και καταγωγή, αφού οι βάναυσοι δεν μπορούν εξ ο­ρισμού να αποτελούν μέρος της πολιτείας.[26]

Από την ανάλυση που προηγήθηκε, καθίσταται προ­φανές ότι η άριστη πολιτεία που οραματίζεται ο Αριστοτέ­λης είναι μια ταξικά διαρθρωμένη πολιτεία, μια πολιτεία στην οποία μια μικρή μειοψηφία πολιτών διαχειρίζεται την εξουσία για λογαριασμό της κοινωνίας ως ολότητας. Το μοντέλο συγκρότησης της άριστης πολιτείας που προτείνει δεν είναι απλώς ένα συντηρητικό μοντέλο, είναι ένα ιεραρ­χικό και εξουσιαστικό μοντέλο που αντανακλά γενικότερα την ιεραρχική δομή του πραγματικού. Όπως γίνεται γενι­κότερα δεκτό, ο Αριστοτέλης, τόσο στα Ηθικά Νικομάχεια όσο και στα Πολιτικά του, υποτάσσει τις αναλύσεις του σε δύο βασικές αρχές οι οποίες αντλούνται από τη γενική θε­ωρία του για τη φύση. Οι αρχές αυτές αφορούν την ιδέα του σκοπού ή του τέλους προς τον οποίο τείνει κάθε διαδικασία και την ιδέα της εσωτερικής ιεραρχικής δομής της φυσικής τάξης. Ειδικότερα, η αρχή της ιεραρχικής δομής του πραγ­ματικού φαίνεται να καθορίζει τη δομή του κοινωνικού εί­ναι και συνεπώς την ταξική διάρθρωση της πόλης, στην οποία η κοινωνική ελίτ ταυτίζεται με το πολιτικό σώμα, κατέχει την εξουσία και διευθύνει τις σημαντικές υποθέ­σεις της πόλης. Εξάλλου, από την ανάλυση που προηγή­θηκε, αλλά και από τις αρετές που στα Ηθικά Νικομάχεια αποδίδει στον ενάρετο άνθρωπο -ελευθεριότητα, μεγαλο­πρέπεια, μεγαλοψυχία- καθίσταται προφανές ότι ο Αριστο­τέλης συμμερίζεται πλήρως το αριστοκρατικό ιδεώδες.[27]

Η έμφαση, ωστόσο, στη συντηρητική πολιτική του ι­δεολογία θα αδικούσε τον επιστήμονα, κοινωνιολόγο, Αρι­στοτέλη, ιδιαίτερα σ' ό,τι αφορά τη σύγχρονη πρόσληψη της πολιτικής του φιλοσοφίας. Η συντηρητική του ιδεολο­γία ως συνέχεια της πλατωνικής προβληματικής, ιδιαίτερα όπως αυτή εκφράζεται στους Νόμους,[28] είναι ανάγκη να παραμεριστεί ως ιστορικά αναχρονιστική. Αλλωστε, παρα­μερίζεται εν μέρει και από τις ίδιες τις αναλύσεις του φιλο­σόφου που εξηγούν το πολιτικό φαινόμενο. Παραμερίζεται από την προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου στη βάση της αντίληψής του για την ενότητα φύσης και κοινωνίας, πολιτικού και κοινωνικού είναι, αλλά και στη βάση της ρε­αλιστικής και συνακόλουθα ιστορικής θεώρησής του της πολιτικής. Ο Αριστοτέλης αναλύει γενικότερα το πολιτικό φαινόμενο στη σχέση του με την οικονομία, την κοινωνική διαστρωμάτωση, το γεωγραφικό περιβάλλον, την παιδεία και τις αξίες στη βάση των οποίων οργανώνεται η κοινωνι­κή ζωή. Η παιδεία, το σύστημα δικαίου, η επιστήμη και ο πολιτισμός εν γένει συναρθρώνονται σε μια ολιστική θεώ­ρηση και ανατομία του πολιτικού που παραπέμπει, με τους αναγκαίους περιορισμούς, στις αναλύσεις του Marx. Στην κατεύθυνση αυτή, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο, ακο­λουθώντας τον de Ste. Croix, για το 'μαρξιστικό' χαρακτή­ρα των αναλύσεων του Αριστοτέλη για το πολιτικό φαινόμενο.[29]

Κατά τη γνώμη του σπουδαίου Αγγλου ιστορικού, ο Αριστοτέλης ουσιαστικά προτείνει μια κοινωνιολογική θε­ώρηση του πολιτικού φαινομένου: αναλύει τις οικονομικές και κοινωνικές προκείμενες του πολιτικού φαινομένου, τη λειτουργία της οικονομίας και την ταξική συγκρότηση της πόλης-κράτους και εξηγεί τους λόγους των κοινωνικών α­νταγωνισμών και συγκρούσεων. Επιπλέον, ο Αριστοτέλης, παρόλο που δεν μπορούσε να φανταστεί την προοπτική μιας ριζικής αλλαγής που θα καθιστούσε εφικτή μια γενι­κή ευημερία, μια καλύτερη ζωή για το σύνολο των πολιτών, ωστόσο μπόρεσε να καταδείξει την παθολογία της ταξικής κοινωνίας στην οποία ζούσε και να προτείνει μέ­τρα που, κατά τη γνώμη του, θα ήταν δυνατόν να αμβλύ­νουν τις αρνητικές συνέπειες της παθολογίας αυτής. Σ' αυ­τό ακριβώς συνίσταται το μεγαλείο του Αριστοτέλη ως πο­λιτικού και κοινωνικού στοχαστή.[30]

Η αριστοτελική πολιτική σκέψη, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που θα μπορούσαμε να της αποδώσουμε, εξακολουθεί, κατά τη γνώμη μου, να είναι μια ζωντανή σκέψη, μια σκέψη που εξακολουθεί να γονιμοποιεί τη σύγ­χρονη προβληματική για το κοινωνικό είναι. Με αφετηρία τις αναλύσεις του Αριστοτέλη, μπορούμε, κατά τη γνώμη μου, να επαναθέσουμε το κοινωνικό ζήτημα στην κορυφή της ατζέντας για τα προβλήματα του παρόντος· να θέσου­με δηλαδή εκ νέου το αίτημα για αναδόμηση του κοινωνι­κού είναι, για τη συγκρότηση μιας κοινωνίας στην οποία το ιδεώδες της ευδαιμονίας δεν θα αφορά τις κυρίαρχες κοι­νωνικά ελίτ, αλλά την κοινωνία ως ολότητα. Με αφετηρία τις αναλύσεις του Αριστοτέλη, μπορούμε να θέσουμε εκ νέου το αίτημα της ανατροπής ενός σαθρού και άδικου κοι­νωνικού συστήματος στην κατεύθυνση συγκρότησης μιας κοινωνίας της ελευθερίας και της ισότητας, μιας δίκαιης κοινωνίας· μιας κοινωνίας στην οποία η ανθρώπινη αλλη­λεγγύη και δημιουργικότητα θα μπορούσαν να εκφρα­στούν με πληρότητα και στην οποία το ιδεώδες της 'άριστης πολιτείας' δεν θα ήταν πλέον ένα ουτοπικό ιδεολόγη­μα, αλλά πρακτική επιδίωξη των ζωντανών κοινωνικών δυνάμεων.

Σε κάθε περίπτωση, η μελέτη της πολιτικής φιλοσο­φίας του Αριστοτέλη μπορεί ως αφετηρία να επαναφέρει το ζήτημα της πολιτικής, που στην χώρα μας αλλά και διε­θνώς τείνει να απαξιωθεί πλήρως στη λαϊκή συνείδηση, στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντός μας για την αν­θρώπινη κατάσταση· στην προοπτική συγκρότησης μιας δημοκρατικής κοινωνίας, στην οποία οι έννοιες της ελευ­θερίας, της ισότητας και της δικαιοσύνης δεν θα είναι στοιχεία μιας φενακισμένης ρητορικής αλλά συστατικά στοιχεία του κοινωνικού είναι. Στην κατεύθυνση αυτή, εί­ναι επιτακτική ανάγκη η συγκρότηση του συλλογικού υπο­κειμένου, του φορέα της κοινωνικής αλλαγής καθώς και του φορέα που θα διευθύνει τη συλλογική βούληση για την επιβολή της λαϊκής κυριαρχίας και τη δημιουργία των συνθηκών για την ανθρώπινη χειραφέτηση.
 --------------------
Πηγές.
 
Αριστοτέλης, Πολιτικά, τόμοι 1-4, επιμ. Δ. Ι. Παπαδής [τόμος 1] και Π. Τζιώκα-Ευαγγέλου [τόμοι 2-4], Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2006-2009.
— Πολιτικά, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Παναγής Λεκατσάς, Ζα­χαρόπουλος, Αθήνα, [Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων 5-58].
— The Politics, μτφρ. Sinclair, T. A., revised and re-presented by Saunders T. J., Penguin Books, London 1992.
— The Politics of Aristotle, μτφρ. και επιμ. E. Barker, Oxford University Press, Oxford 1958.
— Ηθικά Νικομάχεια, τόμοι 1-2, εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Δ. Λυπουρλής, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2006.
— Physica [Φυσική Ακρόασις], επιμ W. D. Ross, Oxford University Press,
Oxford 1950.
 ------------------------
Βιβλιογραφικές ενδείξεις.
 
Austin, M. M. and P. Vidal-Naquet, Economic and Social History of Ancient
Greece: An Introduction, Batsford, London 1977. Finley, M. I., The Ancient Economy, Chatto and Windus, London 1975. Κοντογιώργης, Γ., Η θεωρία των επαναστάσεων στον Αριστοτέλη, Νέα
Σύνορα / Λιβάνης, Αθήνα 1982. Miller, Jr., F. D., Nature, Justice, and Rights in Aristotle's Politics, Clarendon
Press, Oxford 1995.
 ----------------------------
[1] Για την πολιτική φιλοσοφία ως επιστήμη και ιδεολογία, βλ. το κεί­μενο του Macpherson, C. B., «The Deceptive Task of Political Theory», Democratic Theory, Oxford University Press, Oxford 1973, ιδιαίτερα σ. 198. Βλ. επίσης, Parekh, B., Contemporary Political Thinkers, Martin Robertson, Oxford 1982, σσ. 48 κ. ε. και Πλάγγεσης, Γ., Αρχαία ελλη­νική, πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία: Σοφιστές, Πλάτων, Αριστο­τέλης, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 29.
[2] Wood, N., Reflections on Political Theory: A Voice of Reason from the Past, Palgrave, Basingstoke 2002, σσ. 141 κ. ε. και Πλάγγεσης, όπ. παρ., σσ. 72 κ. ε. Για τη σημασία της έννοιας της ηγεμονίας, βλ. τη μελέτη του Simon, R., Gramci's Political Thought, Lawrence and Wishart, London 1982, ιδιαίτερα σσ. 21-23.
[3] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1301a 38-1301b 26, 1303a 13-25. Mulgan, R. G., Aristotle's Political Theory, Clarendon Press, Oxford 1977, σσ. 118-119· και Polansky, R., «Aristotle on Political Change», στο D. Keyt και F. D.
Miller, Jr. (επιμ.), A Companion to Aristotle's Politics, Blackwell, Oxford 1991, σσ. 324-325.
[4] Βλ. σχετικά, Mulgan, όπ. παρ., σ. 119 και Polanski, όπ. παρ. Επίσης, Μπαγιόνας, Α., Ελευθερία και δουλεία στον Αριστοτέλη, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2003, σ. 165. Για την έννοια της επανάστασης βλ. εν­δεικτικά, P. Calvert, P., Revolution and Counter-Revolution, Oxford Uni­versity Press, Milton Keynes 1990, ιδιαίτερα σ. 3.
[5] Mulgan, όπ. παρ., σ. 117.
[6] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1302a 16-22: «Έπεί δέ σκοπούμεν έκ τίνων αϊ τε στάσεις γίνονται καί αί μεταβολαί περί τας πολιτείας, ληπτέ-ον καθόλου πρώτον τας άρχας καί τας αιτίας αυτών. είσι δή σχεδόν ώς ειπείν τρεις τόν άριθμόν, ας διοριστέον καθ' αύτας τύπω πρώτον. δεί γαρ λαβείν πώς τε έχοντες στασιάζουσι καί τίνων ένεκεν, καί τρίτον τίνες άρχαί γίνονται τών πολιτικών ταραχών καί τών πρός άλλήλους στάσεων». Μπαγιόνας, όπ. παρ., σσ. 165 κ. ε., Mulgan, όπ. παρ., σσ. 119 κ. ε. και Simpson, P. L. P., A Philosophical Commentary on the Politics ofAristotle, The University of North Carolina Press, Chapel Hill and London 1998, σσ. 369 κ. ε., 385.
[7] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1301b 35-40: «όμολογούντες δέ τό απλώς εΐναι δίκαιον τό κατ' άξίαν, διαφέρονται, καθάπερ έλέχθη πρότερον, οί μέν ότι, έαν κατα τί ίσοι ώσιν, όλως ίσοι νομίζουσιν εΐναι, οί δ' ότι,
έαν κατα τί άνισοι, πάντων άνίσων άξιούσιν εαυτούς. διό καί μάλι­στα δύο γίνονται πολιτεΐαι, δήμος καί ολιγαρχία». - Ηθικά Νικομά-χεια, 1131a 24-28: «τήν μέντοι άξίαν ου τήν αυτήν λέγουσι πάντες, άλλ' οί μέν δημοκρατικοί έλευθερίαν, οί δε ολιγαρχικοί πλούτον, οί δ' ευγένειαν, οί δ' άριστοκρατικοί άρετήν. έστιν άρα τό δίκαιον άνάλογόν τι». Βλ. επίσης Mulgan, όπ. παρ., σ. 120 και Μπαγιόνας, όπ. παρ., σ. 166.
[8] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1302a 24-31: «οί μέν γαρ ίσότητος έφιέμενοι στασιάζουσιν άν νομίζωσιν έλαττον έχειν όντες ίσοι τοις πλεονεκτούσιν, οί δέ τής άνισότητος καί τής ύπεροχής άν ύπολαμβάνωσιν όντες άνισοι μή πλέον έχειν άλλ' ίσον ή έλαττον·... έλάττους τε γαρ όντες όπως ίσοι ώσι στασιάζουσι, καί ίσοι όντες όπως μείζους». Μπαγιόνας, όπ. παρ., σ. 166.
[9] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1301 b 26-30, 35-40: «πανταχού γαρ δια τό άνισον ή στάσις, ου μήν εί τοις άνίσοις ύπάρχει άνάλογον· ... όλως γαρ τό ίσον ζητούντες στασιάζουσιν. έστι δέ διττόν τό ίσον· τό μέν γαρ άριθμώ τό δέ κατ' άξίαν έστίν». Mulgan, όπ. παρ., σ. 120. Βλ. ε­πίσης, Wood, E. M., and Wood, N., Class Ideology and Ancient Political Theory: Socrates, Plato, Aristotle in social Context, Blackwell, Oxford 1978, σσ. 237 κ. ε. Οι Woods, σ' αυτή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη τους, τονίζουν ιδιαίτερα τη σχέση ανάμεσα στη διανεμητική δικαιο-
σύνη και την αναλογική ισότητα και θεωρούν πως για τον Αριστο­τέλη η κύρια αιτία των επαναστατικών ανατροπών, των στάσεων, θα πρέπει να αναζητηθεί στην ανισότητα. «Ο Αριστοτέλης», παρα­τηρούν, «είναι πεπεισμένος ότι η 'αιτία' των στάσεων βρίσκεται στην ανισότητα, ότι το πάθος για ισότητα - είτε πρόκειται για αριθμητική ή αναλογική ισότητα - βρίσκεται στη βάση των στάσεων» (όπ. παρ., σ. 240).
[10] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1302a 31-3: «περί ών δέ στασιάζουσιν έστί κέρδος καί τιμή καί τάναντία τούτοις». Mulgan, όπ. παρ., σ. 122 και Μπαγιόνας, όπ. παρ., σσ. 167-68.
[11] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1302a 36 κ. ε.
[12] Βλ. σχετικά, Μπαγιόνας, όπ. παρ., σσ. 167-168, Mulgan, όπ. παρ., σσ. 121 κ. ε. και Polansky, όπ. παρ., σσ. 330-31.
[13] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1302b 33 κ. ε. Μπαγιόνας, όπ. παρ., σσ. 168­69 και Mulgan, όπ. παρ., σ. 123.
[14] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1306 κ. ε. Μπαγιόνας, όπ. παρ., σ. 168 και Mulgan, όπ. παρ., σ. 123.
[15] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1304 b 19 κ. ε.
[16] Ο επιστήμονας, κοινωνιολόγος, Αριστοτέλης, υιοθετώντας τον τρόπο του φυσικού επιστήμονα και προσεγγίζοντας το πολιτικό φαινόμενο ως φυσικός φιλόσοφος, παρατηρεί και αναλύει τις διαδι­κασίες συγκρότησης και φθοράς των οργανωμένων ανθρώπινων κοινωνιών. Στην πραγματικότητα, για να εξηγήσει το πολιτικό φαι­νόμενο, υποβάλλει σε ταξική ανάλυση την κοινωνική δομή και τις μορφές διακυβέρνησης που την εκφράζουν, καθώς και τις διαδικασί­ες των κοινωνικοπολιτικών ανατροπών. Βλ. ενδεικτικά τις αναλύ­σεις του Αριστοτέλη στο τέταρτο βιβλίο των Πολιτικών, κεφ. 3, 1290b
38 - 1291b 14, καθώς και τις αναλύσεις του για την κοινωνική συ­γκρότηση της 'άριστης πολιτείας', για την οποία θα κάνουμε λόγο στη συνέχεια της παρούσας μελέτης. Βλ. επίσης και τις εύστοχες παρατηρήσεις της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας μελέτης του Randall, J. H., Jr., Aristotle, Columbia University Press, New York 1960, σσ. 256 κ. ε.
[17] Για τις απόψεις του Αριστοτέλη περί δουλείας, βλ. ενδεικτικά, Μπαγιόνας, όπ. παρ., σσ. 79-124, Πλάγγεσης, όπ. παρ., σσ. 245-250 και Mulgan, όπ. παρ., σσ. 40-44. Βλ. επίσης, Kraut, R., Aristotle: Political Philosophy, Oxford University Press, Oxford 2002, σσ. 277-305, Roberts, J., [Routledge Philosophy Guidebook to] Aristotle and the Politics, Routledge, London 2009), σσ. 41-51, Smith, N. D., «Aristotle's Theory of Natural Slavery», στο A Companion to Aristotle's Politics, σσ. 142-55, de Ste. Croix, G. E. M., The Class Struggle in the Ancient Greek World: from the Archaic Age to the Arab Conquests, Duckworth, London 1981, σσ. 416-418 και Wolff, F., Ο Αριστοτέλης και η Πολιτική, Καρδαμίτσας, Αθήνα 1995, σσ. 100-106.
[18] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1293 b 22 κ. ε.
[19] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1292 a 4-6, 1312 b 34-38, 1293 b 33-34, 1296 a 7-10. Για τις απόψεις του Αριστοτέλη περί 'πολιτείας', βλ. την εξαι­ρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση των Woods, Class Ideology ..., σσ. 243 κ. ε. Οι Woods υποστηρίζουν πως ο Αριστοτέλης επινόησε το πολί­τευμα της 'πολιτείας' το οποίο αν εφαρμοζόταν στην Αθήνα, στο πλαίσιο της επικυριαρχίας της μακεδονικής δυναστείας, θα μπο­ρούσε να έχει σημαντικά αποτελέσματα. Θα μπορούσε δηλαδή να δημιουργήσει «τον καλύτερο δυνατό κόσμο εξαλείφοντας τη μόνιμη απειλή των επαναστατικών ανατροπών, των στάσεων, μέσω της ει­ρήνευσης του λαού και της εξασφάλισης και ενδυνάμωσης των 'σπουδαίων' και των αξιών τους, και δημιουργώντας μια γενική κα­τάσταση εσωτερικής ειρήνης όπου η Μακεδονική ηγεμονία θα μπο­ρούσε να διατηρηθεί πιο εύκολα και αποτελεσματικά» (όπ. παρ., σ.
249).
[20] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1307 b 27-29: «πρώτον μεν ούν δήλον ότι, είπερ έχομεν δι' ών φθείρονται αί πολιτεΐαι, έχομεν καί δι' ών σώζονται».
[21] Μπαγιόνας, όπ. παρ., σ. 170 και Mulgan, όπ. παρ., σ. 117.
[22] Μπαγιόνας, όπ. παρ. και Mulgan, όπ. παρ., 100. Βλ. και Αριστοτέ­λης, Ηθικά Νικομάχεια, 1177 a 25 -1177 b 7.
[23] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1252 b 30-31, 1328 b 33-37. Mulgan, όπ. παρ., σ. 81, Πλάγγεσης, όπ. παρ., σ. 280. Επίσης, Wood, E. M., Citizens to Lords: A Social History of Western Political Thought, from Antiquity to the Middle Ages, Verso, London 2008, σ. 90 και Roberts, όπ. παρ., σσ. 112,
116.
[24] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1328 a 21-25: «Έπεί δ' ώσπερ τών άλλων τών κατά φύσιν συνεστώτων ού ταϋτά έστι μόρια τής όλης συστά­σεως ών άνευ τό όλον ούκ άν είη, δήλον ώς ούδε πόλεως μέρη θετέ-ον όσα ταΐς πόλεσιν άναγκαΐον ύπάρχειν, ούδ' άλλης κοινωνίας ούδεμιάς έξ ής έν τι τό γένος». Βλ. και Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμεια, 1214 b 6 κ. ε. Wood, Citizens to Lords σ. 91 και Roberts, όπ. παρ., σ. 116.
[25] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1328 b 33-1329 a 2: «έπεί δε τυγχάνομεν σκοπούντες περί τής άρίστης πολιτείας, αύτη δ' έστί καθ' ήν ή πόλις άν είη μάλιστ' εύδαίμων, τήν δ' εύδαιμονίαν ότι χωρίς άρετής άδύνατον ύπάρχειν είρηται πρότερον, φανερόν έκ τούτων ώς έν τή κάλλιστα πολιτευομένη πόλει καί τή κεκτημένη δικαίους άνδρας απλώς, άλλά μή πρός τήν ύπόθεσιν, ούτε βάναυσον βίον ούτ' άγοραΐον δεί ζήν τους πολίτας (άγεννής γάρ ό τοιούτος βίος καί πρός άρετήν ύπεναντίος), ούδε δή γεωργούς εΐναι τους μέλλοντας έσεσθαι (δεί γάρ σχολής καί πρός τήν γένεσιν τής άρετής καί πρός τάς πράξεις τάς πολιτικάς)». Για τον αποκλεισμό των παραπάνω κοινωνικών κατηγοριών (εργατών, εμπόρων, γεωργών) από την ά­ριστη πολιτεία του Αριστοτέλη, βλ. και το ενδιαφέρον σχόλιο του Kulmann, W., Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σσ. 119-120. Βλ. επίσης, Mulgan, όπ. παρ., σ. 94, Depew, D. J., «Politics, Music, and Contemplation in Aristotle's Ideal State», στο A Companion to Aristotle's Politics, σσ. 362-63, Simpson, όπ. παρ., σσ. 221-22 και Woods, Class Ideology ., σσ. 221-22, 242, 247. Σχετικά με τους παρα­πάνω αποκλεισμούς βλ. και τα σχόλια του Kraut, όπ. παρ., σσ. 214­220 (για τον αποκλεισμό των γυναικών σσ. 214-15).
[26] Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1329 a 3-39. Wood, Citizens to Lords, σσ. 91­92, Mulgan, όπ. παρ., σσ. 94-95, Roberts, όπ. παρ., σ. 117, και Simpson, όπ. παρ., σσ. 222-23. Για τον Αριστοτέλη, η πολιτική εξουσία στην ά­ριστη πολιτεία του ανατίθεται ουσιαστικά στους γαιοκτήμονες οι οποίοι και μόνοι μπορούν εναλλακτικά να ασκούν τα στρατιωτικά
και τα πολιτικά αξιώματα. Το παρακάτω απόσπασμα των Πολιτι­κών είναι εξαιρετικά δηλωτικό: «άλλά μήν καί τάς κτήσεις δεί εΐναι περί τούτους [τό πολεμικόν καί τό βουλευόμενον]. άναγκαίον γάρ εύπορίαν ύπάρχειν τοίς πολίταις, πολίται δε ούτοι. τό γάρ βάναυσον ού μετέχει τής πόλεως, ούδ' άλλο ούθεν γένος δ μή τής άρετής δη-μιουργόν έστιν. τούτο δε δήλον έκ τής ύποθέσεως· τό μεν γάρ εύδαιμονείν άναγκαίον ύπάρχειν μετά τής άρετής, εύδαίμονα δε πόλιν ούκ εις μέρος τι βλέψαντας δεί λέγειν αύτής, άλλ' εις πάντας τούς πολίτας. φανερόν δε καί ότι δεί τάς κτήσεις εΐναι τούτων, είπερ άναγκαίον εΐναι τούς γεωργούς δούλους ή βαρβάρους ή περιοίκους».
Πολιτικά, 1329 a 17-26. Βλ. και Ηθικά Νικομάχεια, 1099 a 30-1099 b 5. Woods, Class Ideology σσ. 220, 247-48 και Depew, όπ. παρ., σ. 364.
[27] Wood, Citizens to Lords, σσ. 97, 86 και Roberts, όπ. παρ., σσ. 62 κ. ε. Βλ. και Ηθικά Νικομάχεια, 1124 b 6 -1125 a. Η τελεολογική θεώρηση της φύσης από τον Αριστοτέλη αποτυπώνεται δραματικά και στα Πολιτικά του. Επειδή η φύση τίποτε δεν κάνει χωρίς σκοπό, παρατη­ρεί, θα πρέπει να δεχθούμε αναγκαστικά ότι η φύση δημιούργησε τα πάντα για χάριν των ανθρώπων. Καθώς το θέτει: «τά τε φυτά τών ζώων ένεκεν εΐναι καί τά άλλα ζώα τών άνθρώπων χάριν ... εί ούν ή φύσις μηθεν μήτε άτελες ποιεί μήτε μάτην, άναγκαίον τών άνθρώπων ένεκεν αύτά πάντα πεποιηκέναι τήν φύσιν. διό καί ή πολεμική φύσει κτητική πως έσται ..., ή δεί χρήσθαι πρός τε τά θη­ρία καί τών άνθρώπων όσοι πεφυκότες άρχεσθαι μή θέλουσιν, ώς φύσει δίκαιον τούτον όντα τόν πόλεμον». Πολιτικά 1256 b 15 -26. Βλ. επίσης, Αριστοτέλης, Φυσικά, 198 b 4 -199 b 33. Για την τελεολογική θεώρηση του πραγματικού από τον Αριστοτέλη, βλ. και Randall, όπ. παρ., σσ. 124-29,186-88, 225-34.
Εξάλλου, η ιεραρχική δομή του κοινωνικού είναι εκφράζεται στη σχέση άρχειν και άρχεσθαι η οποία καθορίζεται από τη φύση· άλλοι είναι εκ φύσεως προορισμένοι να άρχουν και άλλοι να άρχονται. Η σχέση αυτή εκφράζεται καταρχάς στη διάκριση ψυχής και σώματος και οπωσδήποτε στη σχέση αρσενικού-θηλυκού, κυρίου και δούλου, Ελλήνων και βαρβάρων. Πρόκειται για μια σχέση ιεραρχική και ε­ξουσιαστική, μια σχέση ανωτερότητας και κατωτερότητας, κυριαρ­χίας και υποταγής. Πολιτικά, 1252 a κ. ε. και 1254 a κ. ε. και Ηθικά Νικομάχεια, 1160 b 32-1161 a 5. Roberts, όπ. παρ., σσ. 56 κ. ε. και 116 κ. ε., Woods, Class Ideology, σσ. 218 κ. ε., Πλάγγεσης, όπ. παρ., σσ. 247 κ. ε. Σε ό,τι αφορά τη διάκριση Ελλήνων και βαρβάρων, είναι προφα­νές ότι ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του υιοθετεί την επικρατούσα στους αρχαίους Έλληνες άποψη έναντι των 'βαρβάρων'. Για τον φι­λόσοφο, οι βάρβαροι είναι εκ φύσεως δούλοι: «'βαρβάρων δ' Έλληνας άρχειν είκός', ώς ταύτό φύσει βάρβαρον καί δούλον όν». Πολιτικά, 1252 b 7-9. Βλ. ενδεικτικά, Μπαγιόνας, όπ. παρ., σσ. 114 κ. ε. και Ste. Croix, όπ. παρ., σσ. 416.
Σε ό,τι αφορά τη συντηρητική ιδεολογία του Αριστοτέλη, βλ. και το ενδιαφέρον σχόλιο του Wolff, όπ. παρ., σσ. 103-4. Ο Wolff, αναφερό­μενος στη μαρξιστική ερμηνεία της άποψης του Αριστοτέλη για τη δουλεία, παρατηρεί πως, σύμφωνα με την ερμηνεία αυτή, ο Αριστο-
τέλης, στην πραγματικότητα, επιχειρεί να δικαιολογήσει ιδεολογικά ένα θεσμό ο οποίος βασίζεται στην εκμετάλλευση της εργασίας και εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων.
[28] Στην πραγματικότητα, ο Αριστοτέλης συγκροτεί τη δική του ιδεα­τή πολιτεία, τη δική του 'ουτοπία', με βάση το πρότυπο των Νόμων του Πλάτωνα. Βλ. Woods, Class Ideology, σσ. 246 κ. ε. και Mulgan, όπ. παρ., σσ. 88 κ. ε.
[29] Ste. Croix, όπ. παρ., σ. 79.
[30] Ste. Croix, όπ. παρ., σσ. 69 κ.ε. Για μια περιεκτική έκθεση του τρό­που με τον οποίο ο Αριστοτέλης προσεγγίζει το πολιτικό φαινόμενο, βλ. τις αναλύσεις του Μπαγιόνα, όπ. παρ., σσ. 47 κ. ε. και 149 κ. ε.

Ο Ιμμάνουελ Καντ, η φύση του ανθρώπου και η αγωγή

O Ιμμάνουελ Καντ (Immanuel Kant), γεννήθηκε στις 22 Απριλίου του 1724 στο Καίνιξμπεργκ της Πρωσίας (σήμερα ονομάζεται Καλίνινγκραντ και ανήκει στη Ρωσία) και πέθανε στην ίδια πόλη στις 12 Φεβρουαρίου του 1804. Ήταν το τέταρτο παιδί ενός σαμαρά («σαγματοποιού»), ο οποίος είχε καταγωγή από την Σκωτία· ο Καντ έμεινε ορφανός από πατέρα σε ηλικία εννέα ετών και ανατράφηκε από τη μητέρα του, με αυστηρές προτεσταντικές αρχές. Αρχικά σπούδασε Θεολογία και στη συνέχεια Μαθηματικά και Φιλοσοφία. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το έργο του Νεύτωνα, του Jean-Jacques Rousseau και τον σκεπτικισμό του David Hume. Μετά το πέρας των σπουδών του, για βιοποριστικούς λόγους, εργάστηκε ως παιδαγωγός σε πολλές οικογένειες, ενώ από το 1775 δούλεψε ως δημόσιος εκπαιδευτικός λειτουργός· το 1770, σε ηλικία 46 ετών, διορίστηκε καθηγητής Λογικής και Μεταφυσικής στο Πανεπιστήμιο, και κράτησε την πανεπιστημιακή έδρα μέχρι το 1797.

Το βιβλίο του «Περί Παιδαγωγικής» συγκροτήθηκε από χειρόγραφες σημειώσεις που βρέθηκαν μετά τον θάνατό του. Ο άνθρωπος, γράφει ο Καντ, είναι το μόνο πλάσμα που έχει ανάγκη «ανατροφής»· με τη λέξη ανατροφή εννοείται κυρίως η «περίθαλψη», δηλαδή η συντήρηση και η περιποίηση, η «πειθαρχία» και η διαπαιδαγώγηση μέσω της μόρφωσης. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, ο Καντ, παροιμιώδες υπόδειγμα οργανωτικού τακτικού νου ο ίδιος, ορίζει επακριβώς και με σαφήνεια το περιεχόμενο των εννοιών που χρησιμοποιεί, κατορθώνοντας ωστόσο να είναι κατανοητός και σ’ ένα ευρύτερο κοινό. Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, τα ζώα μεταχειρίζονται τις δυνάμεις τους αμέσως μόλις τις αποκτήσουν, με τρόπο που να μην γίνουν επιζήμιες για τα ίδια· λόγου χάρη, είναι αξιοθαύμαστο, πώς τα νεαρά χελιδόνια, νεογέννητα και σχεδόν τυφλά, γνωρίζουν να τοποθετούν το σώμα τους κατάλληλα, ώστε τα απορρίμματά τους να πέφτουν έξω απ’ τη φωλιά. Επομένως, τα ζώα δεν έχουν ανάγκη περίθαλψης, χρειάζονται όμως κι αυτά τροφή, θέρμανση και καθοδήγηση ή προστασία από κάποιον· ας πούμε, αν ένα ζώο, μετά τη γέννησή του, έκλαιγε ή φώναζε όπως τα νεογέννητα βρέφη, θα γινόταν βορά των λύκων ή άλλων άγριων θηρίων· το ζώο χρειάζεται λοιπόν τροφή, αλλά όχι «περίθαλψη», αφού γνωρίζει ενστικτωδώς και με τη γέννησή του βασικές δεξιότητες της επιβίωσης.

Η πειθαρχία λοιπόν και η ανατροφή μεταφέρουν τον άνθρωπο από την κατάσταση του «ζώου» σ’ εκείνη του «ανθρώπου»· το ζώο, δια του ενστίκτου, είναι ήδη ό,τι μπορεί να είναι, αφού «ξένος νους» φρόντισε για κάθε του ανάγκη. Ο άνθρωπος όμως χρειάζεται το ίδιο το μυαλό του («του ιδίου αυτού νου»)· δεν διαθέτει αντίστοιχα ένστικτα και οφείλει μόνος του «να χαράξει το σχέδιο της συμπεριφοράς του»· έρχεται όμως στον κόσμο «βάρβαρος», επομένως άλλοι οφείλουν να το πράξουν αντί γι’ αυτόν.

Το «ανθρώπινο γένος» συνολικά, με τις δικές του δυνάμεις, οφείλει λίγο λίγο ν’ ανασύρει, να φέρει στην επιφάνεια τις «φυσικές ιδιότητές» του ανθρώπου· έτσι, η μια γενιά διαπαιδαγωγεί την άλλη, και την «πρώτη αρχή» θα πρέπει να την αναζητήσουμε σε μια κατάσταση «βαρβαρότητας» ή και «τέλειου πολιτισμού· αν παραδεχθούμε ότι συνέβη το δεύτερο, τότε ο άνθρωπος ξανάπεσε έκτοτε στην αγριότητα και την κατάσταση του «βαρβάρου.»

«Επίσης, σε τίποτα δεν ωφελεί τον νέο η έλλειψη αυστηρότητας, επειδή η μητέρα του ήταν υπερβολικά τρυφερή· διότι αργότερα, και ακριβώς εξαιτίας αυτής της τρυφερότητας, θα συναντήσει παντού περισσότερα εμπόδια και θ’ αντιμετωπίσει πολλά χτυπήματα, αμέσως μόλις ριχτεί στην θορυβώδη περιπέτεια («τύρβη») του βίου.»

Η πειθαρχία εμποδίζει τον άνθρωπο ν’ αποκλίνει από τον «ανθρώπινο» προορισμό του, παρασυρόμενος από τις «ζωώδεις ορμές» του· για παράδειγμα, με την πειθαρχία, ο άνθρωπος δεν περιφέρεται σαν «άγριος» και δεν εκτίθεται σε παράλογους κινδύνους· σ’ αυτή την περίπτωση η πειθαρχία είναι «αρνητική» περιορίζεται δηλαδή στο ν’ αφαιρέσει από τον άνθρωπο την «αγριότητά» του ή τουλάχιστον ένα μέρος της· απεναντίας, η «διαπαιδαγώγηση» είναι το θετικό μέρος της αγωγής.

Κατά τον Καντ, «πειθαρχία είναι η μη υπαγωγή στους νόμους»· η πειθαρχία υποτάσσει τον άνθρωπο στους «νόμους του ανθρωπισμού» και τον κάνει ν’ αρχίζει να αισθάνεται την δύναμη, «το κράτος», του νόμου. Αυτό πρέπει όμως να γίνει αρκετά νωρίς· π.χ. τα παιδιά στέλνονται αρχικά στο σχολείο όχι για να μάθουν οπωσδήποτε κάτι, αλλά με σκοπό να συνηθίσουν να «κάθονται ήσυχα» και να τηρούν κάποιους κανόνες, ώστε στο μέλλον να μην κάνουν άμεσα οτιδήποτε τους έρθει στο μυαλό. (παρ. 4)

Ο άνθρωπος έχει «εκ φύσεως» τόσο μεγάλη «κλίση» προς την ελευθερία, ώστε, αν από την αρχή και για κάποιο χρονικό διάστημα συνηθίσει σ’ αυτήν, θυσιάζει «το παν» για να την αποκτήσει ξανά. Εξαιτίας αυτής της φυσικής τάσης πρέπει να προσφύγουμε πολύ νωρίς στο μέσο της πειθαρχίας· αν αυτό δε συμβεί, θα είναι δύσκολο κατόπιν ν’ αλλάξουμε τον άνθρωπο· μαθημένος στην ελευθερία και χωρίς πειθαρχία, θ’ ακολουθήσει «πάσαν φαντασιοπληξίαν του.» Αυτό παρατηρούμε άλλωστε και στα «άγρια έθνη», τα οποία, κι όταν ακόμη μένουν για πολύ καιρό στην υπηρεσία των Ευρωπαίων, «ουδέποτε συνηθίζουν» τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής· αυτό, λέει ο Καντ, δεν είναι «ευγενής κλίση προς την ελευθερία», όπως πίστευε ο Rousseau και άλλοι, αλλά «είδος τι βαρβαρότητας»· κατά κάποιον τρόπο, «ο άνθρωπος δεν αναπτύχθηκε ακόμα μέσα στο ζώο.» Ως εκ τούτου, ο άνθρωπος οφείλει να συνηθίσει νωρίς την υποταγή «στα παραγγέλματα του λογικού»: «Αν κατά την νεότητά του αφήσουμε τον άνθρωπο ελεύθερο ν’ ακολουθήσει τις επιθυμίες του, χωρίς να του προβάλλουμε ουδεμία αντίσταση, θα διατηρήσει κάποιου είδους αγριότητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Επίσης, σε τίποτα δεν ωφελεί τον νέο η έλλειψη αυστηρότητας, επειδή η μητέρα του ήταν υπερβολικά τρυφερή· διότι αργότερα, και ακριβώς εξαιτίας αυτής της τρυφερότητας, θα συναντήσει παντού περισσότερα εμπόδια και θ’ αντιμετωπίσει πολλά χτυπήματα, αμέσως μόλις ριχτεί στην θορυβώδη περιπέτεια («τύρβη») του βίου.» Το σφάλμα αυτό είναι σύνηθες σε παιδιά ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων («των μεγάλων»), επειδή είναι προορισμένα ν΄ ασκήσουν εξουσία, κι επομένως ουδείς πραγματικά στέκεται αντίθετος κατά τη νεότητά τους.» Είναι απαραίτητη λοιπόν στους ανθρώπους «η λείανση της βαρβαρότητας», ενώ στα ζώα κάτι τέτοιο καθίσταται περιττό, λόγω των ενστίκτων τους. (παρ. 5)

Ο άνθρωπος χρειάζεται περίθαλψη (προστασία, φροντίδα) και μόρφωση. Η μόρφωση (Βildung) περιλαμβάνει την πειθαρχία και την εκπαίδευση. Κανένα ζώο, λέει ο Καντ, δεν έχει ανάγκη μόρφωσης· διότι κανένα δεν μαθαίνει από τα μεγαλύτερα σε ηλικία ζώα, εκτός ίσως από τα πτηνά, τα οποία διδάσκονται το κελάϊδισμά τους. Ας πούμε, αν αντικαταστήσουμε τ’ αυγά ενός καναρινιού με αυγά σπουργίτη, οι νεοσσοί θα μάθουν το τραγούδι των καναρινιών, κι έτσι θα έχουμε σπουργίτια να κελαηδούν σαν καναρίνια. Δεν έχει φυσικά σημασία ν΄ αναφέρουμε κι άλλα είδη του ζωικού βασιλείου που ακολουθούν ανάλογες πρακτικές από ένστικτο· το σημαντικό είναι ότι ο Καντ εξαρτά την ίδια την ανθρώπινη ιδιότητα από τη μόρφωση και την αγωγή. Το καναρίνι δεν έχει καμιά δυνατότητα εξέλιξης: ακόμα κι αν μάθει κι άλλους πολλούς περίτεχνους σκοπούς, ή εξέλιξη του είναι προγραμματισμένη από τη «Φύση» ή την «Πρόνοια»· ο άνθρωπος, όπως θα δούμε και παρακάτω, έχει έναν άλλο, ανώτερο, οικουμενικό προορισμό. (παρ. 6)

Ο άνθρωπος μόνον «δια της αγωγής» μπορεί να γίνει «άνθρωπος»· και γίνεται τέτοιος ή διαφορετικός, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της αγωγής του. Το σοβαρό έργο της διαπαιδαγώγησης μόνον άλλοι άνθρωποι μπορούν να το αναλάβουν· η έλλειψη πειθαρχίας και παιδείας διαμορφώνει «κακούς» γονείς και «παιδαγωγούς». Εάν, σημειώνει ο Καντ, «κάποιο άτομο υψηλότερης φύσης αναλάμβανε ποτέ την ανατροφή μας, θα βλέπαμε τότε τι δύναται ο άνθρωπος να γίνει. Επειδή όμως η ανατροφή εν μέρει μεν διδάσκει κάτι στον άνθρωπο, εν μέρει δε απλώς κάτι εξελίσσει σ’ αυτόν, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε μέχρι ποιο σημείο μπορούν ν’ αναπτυχθούν οι φυσικές του ιδιότητες. Επιπλέον, αν μπορούσε να γίνει ένα πείραμα, με τη βοήθεια των «μεγάλων» κι εφόσον ενώσουν τις δυνάμεις τους πολλά άτομα, θα είχαμε ήδη αντιληφθεί μέχρι ποιο σημείο μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος.» Ωστόσο, είναι καθαρή για «τον διανοούμενο» και θλιβερή για τον «φίλο του ανθρώπου» η παρατήρηση ότι «κατά το πλείστον οι μεγάλοι φροντίζουν μόνον για τον εαυτό τους και ουδέποτε συμμετέχουν στα σοβαρά πειράματα επί της αγωγής, ώστε να κάνει η φύση άλλο ένα βήμα προς την τελειότητα.» (παρ. 7)

Στην ηλικία πλέον της ωριμότητας, οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται την ενδεχόμενη παραμέληση της αγωγής τους, είτε ως προς την πειθαρχία, είτε ως προς τη «μόρφωση» ή αλλιώς την «εκπαίδευση.» Οποιοσδήποτε αμόρφωτος είναι «βάρβαρος», και κάθε απειθάρχητος είναι «άγριος»· η έλλειψη πειθαρχίας είναι κακό μεγαλύτερο από την παράλειψη της μόρφωσης, εφόσον η τελευταία μπορεί ν’ αποκτηθεί και βραδύτερα· η αγριότητα όμως «ουδόλως αποβάλλεται» και κάθε παραμέληση της πειθαρχίας δεν μπορεί αργότερα να επανορθωθεί. Το «μέγα μυστικό» για την τελειοποίηση της ανθρώπινης φύσης βρίσκεται στην ανατροφή: όσο αυτή γίνεται όλο και καλύτερη, καθώς συσσωρεύεται πολύτιμη πείρα, κάθε φορά η επερχόμενη γενιά θα πλησιάζει ένα βήμα προς την «τελειότητα της ανθρωπότητας.» Αυτά μπορούν πραγματικά να τα πετύχουν οι άνθρωποι, πίστευε ο Καντ, αφού «τώρα μόλις αρχίζουμε να κρίνουμε επακριβώς και ν’ αντιλαμβανόμαστε με σαφήνεια σε τι ακριβώς συνίσταται η καλή αγωγή. Είναι πολύ ευχάριστο να συλλογίζεται κάποιος ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί πάντοτε να εξελιχθεί προς το καλύτερο δια της αγωγής, και ότι μπορούμε να δώσουμε σ’ αυτήν μορφή ανάλογη με τον ανθρωπισμό. Αυτό ανοίγει τους ορίζοντές μας προς ένα μέλλον ευτυχέστερο για το ανθρώπινο είδος.» (παρ. 7)

Το σχέδιο για μια «Θεωρία της Αγωγής», αν και η ανθρωπότητα δεν είναι σε θέση να το πραγματοποιήσει αμέσως, είναι «ιδανικό ευγενές.» Θα ήταν λάθος, συνεχίζει ο Καντ, να θεωρήσουμε χιμαιρικό το σχέδιο για μια Θεωρία της αγωγής και να το παρουσιάσουμε ως «ωραίο όνειρο», μόνο και μόνο επειδή πολλά και διάφορα εμπόδια θα βρεθούν στο δρόμο για την πραγματοποίησή της. Άλλωστε, τι πράγμα είναι η ιδέα; Τίποτα άλλο, λέει ο Καντ, παρά «η αντίληψη της τελειότητας», όπως δεν την έχουμε γνωρίσει εμπειρικά μέχρι τώρα· λόγου χάρη, η ιδέα μιας «τέλειας πολιτείας», η οποία θα κυβερνάται κατά τους νόμους του δικαίου, μπορεί να θεωρηθεί «αδύνατη»; Κατά πρώτον, γράφει ο Γερμανός παιδαγωγός, «η ιδέα μας πρέπει να είναι ακριβής»· όποια εμπόδια κι αν σταθούν στο δρόμο της δεν μπορεί να θεωρηθεί «αδύνατη»: αν όλοι έλεγαν ψέματα θα ήταν η αλήθεια μια απλή «παραδοξολογία»; Επομένως, καταλήγει ο Καντ, η ιδέα μιας αγωγής που αναπτύσσει όλες τις φυσικές ιδιότητες του ανθρώπου είναι «εξ άπαντος αληθής.» (παρ. 9)

Με την σημερινή αγωγή, ο Καντ αναφέρεται στον 18ο αιώνα, «ο άνθρωπος δεν επιτυγχάνει εξ ολοκλήρου τον σκοπό της ύπαρξής του»· οι άνθρωποι ζουν πολύ διαφορετικά ο καθένας και η ομοιομορφία μπορεί να υπάρξει μόνον όταν ενεργούν σύμφωνα με τις ίδιες αρχές, οι οποίες καθίστανται τελικά «δεύτερη φύση.» Μπορούμε λοιπόν να επεξεργαστούμε ένα «σχέδιο αγωγής» ανάλογο με τον σκοπό της και ν’ αφήσουμε κάποιες σχετικές οδηγίες στους επερχόμενους, ώστε σιγά σιγά να το πραγματοποιήσουν. Αν ένα νυχτολούλουδο πολλαπλασιαστεί από τις ρίζες του, βγάζει άνθη με το ίδιο χρώμα, εφόσον όμως πολλαπλασιαστεί με σπορά, βλέπουμε άνθη με άλλα και διαφορετικά χρώματα· κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον άνθρωπο.

Εναπόκειται σ’ εμάς ν’ αναπτύξουμε τα «πολλά σπέρματα που υπάρχουν στην ανθρωπότητα» και να εξελίξουμε αναλόγως αυτές τις φυσικές ιδιότητες, ώστε να κάνουμε τον άνθρωπο ικανό να εκπληρώσει τον «ανώτερο προορισμό του.» Τα ζώα εκπληρώνουν «αφ’ εαυτών» τον προορισμό τους, κάτι τέτοιο όμως είναι αδύνατο για τον άνθρωπο, εάν πρωτύτερα δεν έχει κάποια ιδέα γι’ αυτόν τον προορισμό. Οι γονείς δίνουν το παράδειγμα στα παιδιά τους, τα παιδιά το μιμούνται, κι έτσι εξελίσσονται κάποιες φυσικές ιδιότητες· ωστόσο, δεν είναι δυνατόν ν’ αναπτυχθούν όλες με τον τρόπο της μίμησης, αφού τα «παραδείγματα» ή τα πρότυπα προσφέρονται στα παιδιά περιστασιακά και σχεδόν τυχαία. Άλλοτε, γράφει παρακάτω ο Καντ, «ουδεμίαν ιδέα είχαν οι άνθρωποι σχετικά με την τελειότητα που επιδέχεται η ανθρώπινη φύση. Ακόμη δε κι εμείς δεν έχουμε καθαρή την ιδέα αυτή.» (παρ. 10). Για ένα πράγμα όμως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: «Οι ατομικές προσπάθειες για την μόρφωση των παιδιών δεν μπορούν να τα καταστήσουν ικανά, ώστε να εκπληρώσουν μόνα τους («αφ’ εαυτών») τον προορισμό του ανθρώπου. Όχι τα άτομα αλλά το ανθρώπινο γένος δύναται να το πετύχει αυτό.»

Η μεταμόρφωση του Τίθωνος σε τζίτζικα…

O Τιθωνός κατά την ελληνική μυθολογία ήταν γιος του βασιλιά της Τροίας Λαομέδοντα και της Στρυμούς· τον αγάπησε η Ηώς και οι θεοί του χάρισαν την αθανασία αλλά όχι και την αιώνια νεότητα.

Η Ηώς απήγαγε τον Τιθωνό μαζί με τον Γανυμήδη, κατά μία εκδοχή, για να τους καταστήσει εραστές της. Ο Τιθωνός και η Ηώς απέκτησαν μαζί δύο τέκνα, τον Μέμνονα και τον Ημαθίωνα. Ωστόσο, όταν ο Δίας κράτησε τον Γανυμήδη για τον εαυτό του, η Ηώς τον παρεκάλεσε να κάνει τον Τιθωνό αθάνατο, αλλά ξέχασε να του ζητήσει να τον διατηρήσει και νέο.

Ο Τιθωνός λοιπόν έφθασε σε έσχατο γήρας, κι έτσι η Ηώς, που ως θεά ήταν και αθάνατη και αιώνια στην ίδια ηλικία, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο που απλώς μιλά ακατάπαυστα, ανίκανο για νεανική δράση: το έντομο αυτό είναι ο τζίτζικας (τέττιξ στα αρχαία ελληνικά), σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή σε ακρίδα .

Οι ήχοι προέρχονται από τα αρσενικά τζιτζίκια και ο σκοπός τους είναι να πληροφορήσουν τα θηλυκά ότι υπάρχει ένα ελκυστικό αρσενικό εκεί κοντά. Μετρήσεις δείχνουν πως ο ήχος που παράγουν τα τζιτζίκια μπορεί να ξεπεράσει τα 90 ντεσιμπέλ, γεγονός που τα κατατάσσει στην κορυφή της λίστας με τα πιο θορυβώδη έντομα.

Το τραγούδι ενός τζίτζικα της νότιας Ευρώπης μπορεί να ακουστεί από απόσταση 800 μέτρων. Τα αρσενικά ορισμένων ειδών της Αυστραλίας μπορούν να παράγουν ήχο έντασης έως και 120 ντεσιμπέλ. Η αλήθεια είναι πως ακόμη και το ίδιο το τζιτζίκι δυσκολεύεται να ανεχθεί το εκκωφαντικό του βουητό, αλλά ευτυχώς μπορεί να απομονώνει το ακουστικό του νεύρο, ώστε να μην ξεκουφαίνεται από τον ήχο.

Το τζιτζίκι παράγει τον οξύ, δονητικό ήχο του χάρη σε κάποιους ειδικούς μυς στο πίσω μέρους του σώματός του. Εκεί υπάρχουν δύο όργανα που μοιάζουν με τύμπανα, και όταν οι τεντωμένοι μύες χτυπούν πάνω τους παράγουν έναν ισχυρό ηχητικό παλμό. Μια μεμβράνη που βρίσκεται στα πτερύγια ενισχύει τον ήχο και μετατρέπει σχεδόν ολόκληρο το έντομο σε ενισχυτή. Κάθε είδος έχει το δικό του ήχο, αλλά η συχνότητα και η ένταση εξαρτώνται από τη θερμοκρασία και την ώρα της ημέρας.

Η Μάχη στα Δερβενάκια και η στρατηγική ιδιοφυΐα του Κολοκοτρώνη απέναντι στον Δράμαλη

Η Μάχη στα Δερβενάκια είναι μία από τις σημαντικότερες μάχες του αγώνα της Ανεξαρτησίας, στην οποία διαφάνηκε η στρατηγική ιδιοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Στις αρχές Ιουλίου του 1822, ένας νέος κίνδυνος ανεφάνη για την Επανάσταση, με την κάθοδο στην Πελοπόννησο ισχυρής τουρκικής δύναμης υπό τον ικανότατο Μαχμούτ Πασά, γνωστότερο ως Δράμαλη.

Ο Σουλτάνος, σε πλεονεκτική θέση μετά την εξολόθρευση του Αλή Πασά, είχε στρέψει την προσοχή του στους επαναστατημένους Έλληνες. Χωρίς να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, ο Δράμαλης με 25.000 άνδρες προέλασε ταχύτατα και στις 6 Ιουλίου στρατοπέδευσε στην Κόρινθο.

Βασικός του στόχος ήταν η ανακατάληψη της Τριπολιτσάς και η κατάπνιξη της Επανάστασης στον Μοριά με τη βοήθεια του στόλου, που θα κατέπλεε στον Αργολικό Κόλπο.

Παρακούοντας τους τοπικούς Τούρκους ηγέτες, οι οποίοι τον συμβούλευσαν να κάνει ορμητήριό του την Κόρινθο κι έχοντας μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ο Δράμαλης διέταξε τον στρατό του να προελάσει προς το Ναύπλιο για να λύσει την πολιορκία του.

Αφού κατέλαβε τον Ακροκόρινθο, έφθασε ανενόχλητος στο Άργος και στρατοπέδευσε έξω από την πόλη στις 12 Ιουλίου.

Οι Έλληνες επαναστάτες πιάστηκαν στον ύπνο και δεν μπόρεσαν να υπερασπίσουν τα μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενά, από τα οποία διήλθε η τουρκική στρατιά.

Μόλις μαθεύτηκε ότι ο Δράμαλης με τον στρατό του πλησιάζει στο Άργος, επικράτησε μεγάλη σύγχυση στους Έλληνες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πληροφορήθηκαν τη λύση της πολιορκίας του Ναυπλίου. Κυβέρνηση και βουλευτές αναχώρησαν πανικόβλητοι από το Άργος για τους Μύλους και από εκεί στα πλοία.

Τη δύσκολη αυτή στιγμή όρθωσε το ανάστημά του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο κήρυξε πανστρατιά, ενώ με δραστήρια μέτρα και συντονισμένες ενέργειες κατόρθωσε να περιορίσει τον στρατό του Δράμαλη στην Αργολίδα και να ματαιώσει την πορεία του προς την Τριπολιτσά.

Τα μέτρα του Κολοκοτρώνη εστιάστηκαν στην κατάληψη στρατηγικών θέσεων στην Αργολίδα (κυριότερη απ' όλες ήταν η Λάρισα, η αρχαία Ακρόπολη του Άργους) και στην τακτική της «καμμένης γης» που εφάρμοσε, δημιουργώντας οξύ επισιτιστικό πρόβλημα στους εισβολείς.

Ο Δράμαλης δεν μπορούσε να προχωρήσει προς την Τριπολιτσά χωρίς να έχει εξασφαλισμένα τα νώτα του. Έχασε πολύτιμο χρόνο με την πολυήμερη πολιορκία του φρουρίου του Άργους και οι άνδρες του εγκλωβίστηκαν εκεί, έχοντας εξαντλήσει τα αποθέματα τροφών τους και χωρίς να έχουν δυνατότητα ανεφοδιασμού.

Συνειδητοποιώντας τη δύσκολη κατάσταση, ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο, ελπίζοντας σε βοήθεια από τον Χουρσίτ Πασά της Λάρισας, τον Γιουσούφ Πασά της Πάτρας ή από τον στόλο.

Το σχέδιο υποχώρησης του Δράμαλη έγινε αντιληπτό από τον Κολοκοτρώνη και παρά τις διαφωνίες των προκρίτων, έσπευσε να καταλάβει τις στενές διαβάσεις που οδηγούσαν από το Άργος στην Κόρινθο, με 2.500 άνδρες. Δεν θα άφηνε για δεύτερη φορά τις στενωπούς αφύλακτες, όπως είχε γίνει κατά την προέλαση του Δράμαλη.

Στις 26 Ιουλίου 1822 στα στενά των Δερβενακίων, κοντά στη Νεμέα, οι Τούρκοι υπέστησαν δεινή ήττα, χάνοντας πάνω από 3.000 άνδρες. Στη μάχη εκτός του Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Παπαφλέσσας και ιδιαιτέρως ο Νικήτας Σταματελόπουλος, γνωστότερος ως Νικηταράς, που έλαβε το προσωνύμιο Τουρκοφάγος.

Ο Δράμαλης και οι εναπομείναντες άνδρες του προσπάθησαν να διαφύγουν την επομένη από την κλεισούρα του Αγιονορίου. Όμως, ο Νικηταράς, ο Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας ήταν κι εκεί για να προκαλέσουν νέες βαριές απώλειες στον Δράμαλη στις 28 Ιουλίου.

Ο υπερήφανος στρατηλάτης, που είχε αρκετές συμπάθειες μεταξύ των Ελλήνων οπλαρχηγών για το ήπιο του χαρακτήρος του και τις ικανότητές του, ήταν ένα ανθρώπινο ράκος, αναλογιζόμενος τις συνέπειες από την οργή του Σουλτάνου. Με τα υπολείμματα του στρατού του έφθασε στην Κόρινθο, όπου στα τέλη Οκτωβρίου πέθανε από την απογοήτευσή του.

Ο θριαμβευτής Κολοκοτρώνης ανακηρύχθηκε από την Κυβέρνηση Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου, κατ' απαίτηση των οπλαρχηγών. Η Επανάσταση όχι μόνο είχε διασωθεί, αλλά είχε αποκτήσει ισχυρά θεμέλια, χάρη στο σχέδιο και την τακτική του Γέρου του Μοριά.

Είμαστε όλοι γραμμένοι του θανάτου

Είμαστε όλοι γραμμένοι του θανάτου.

Το ραβέντι και το φύλλο της μηλιάς.

Το αηδόνι με το παράπονο του, που το άκουσε να μινύρεται ο
Σολωμός στη Μπόχαλη και στα ρέματα του αρχαίου Κολωνού ο Σοφοκλής
γέροντας.

Το λιοντάρι που εβγήκε ξαφνικά του Δάντη στο σκοτεινό
ρουμάνι του δρόμου του.

Η ήπειρος Ατλαντίδα στις σελίδες του Τίμαιου.

Ο Αλδεβαράν το άστρο.

Χύνεται κρουνηδόν ο θάνατος, και αστραπή χτυπάει τα όντα αέναα.

Τα βρίσκει στο φτερό, και τα αφήνει με στερνή την κατάπληξη της απορίας
στο στέρνο.

Τσίμπημα κουνουπιού, κέντρωμα σφήκας, χτύπημα του σκορπιού,
δάγκωμα της οχιάς.

Μία μία ανεβαίνει τις βαθμίδες ο θάνατος από το μπόι
του χαλικιού στη σκιά που ρίχνει ο λόφος.

Από το βάρος του όρους στην εσθήτα της απέραντης νύχτας.

Πεθαίνουν στον άνεμο τα δέντρα και τα αιφνίδια μετέωρα.

Πέθανε ο Ηράκλειτος στη λινή παραμεριά της Ιωνίας, και ο Βοναπάρτης στη μέση
του ωκεανού.

Πριν εκατομμύρια εκατοντάδες χρόνια πέθανε το Ιουρασικό
και το Λιθανθακοφόρο.

Πεθαίνουμε εμείς και η φαντασία μας.

Και μαζί μας όλοι οι χάρτες της
ποίησης και της μουσικής.

Χρόνους τώρα μας αφήσανε κάπου, χορευτικές
και φιλήδονες, η Ίσις στην Αίγυπτο και στη Βαβυλώνα η Μύλιττα.

Πέθανε ο θεός Μαρδούκ σταυρωμένος στο λόφο ανάμεσα σε δύο ληστές.

Και ο Φοίβος Απόλλων είναι καιρός που έπεσε η δαιδάλεη καλύβη του.

Του ορίστηκε τότε να πάψει να παίζει με τις λέξεις της γλώσσας, και με τα βάσανα των ανθρώπων.

Μέσα στους γαλαξίες και στις απέραντες ξαστεριές πολλά σημαίνουν οι
κατηγορίες του τόπου, του χρόνου, των δράσεων.

Όμως τι θα μας δείξουν οι ιδιότητες του δηλωτικού δηλαδή; Τι θα δείξει τη διάρκεια που χρειάζεται το φως να διατρέξει απόσταση ίση με το ένα τρισεκατομμυριοστό του εκατοστού;

Έτσι ζούμε.

Για να τραγουδούμε το τραγούδι του θανάτου.

Ακκουμπώντας στο λυχνοστάτη του Τίποτα.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ - ΓΚΕΜΜΑ

Οι βασικές διαφορές ανάμεσα στην αληθινή και την τοξική αγάπη

Όλοι σε κάποιο βαθμό είμαστε διατεθειμένοι και πρέπει να κάνουμε υποχωρήσεις, να ανεχόμαστε και να συγχωρούμε.

Σε μερικές περιπτώσεις όμως η ανεκτικότητα και οι υποχωρήσεις που κάνουμε μας εξουθενώνουν, θίγουν την αξιοπρέπειά μας, ανατρέπουν την ισορροπία μας και μας κάνουν να νιώθουμε αποτυχημένοι και δυστυχείς.

Παρακάπτω μπορούμε να διαπιστώσουμε αν και σε ποιο βαθμό τα συναισθήματα που βιώνουμε απέναντι στον σύντροφό μας είναι αληθινή αγάπη ή η έκφραση νευρωσικών αδυναμιών που μας δεσμεύουν και εμείς τις καλύπτουμε κάτω από το πρόσχημα της αγάπης.

Αληθινή αγάπη: κύρια προτεραιότητα είναι η εξέλιξη του εαυτού σας.
Τοξική αγάπη: υπάρχει εμμονή με τη σχέση.

Αληθινή Αγάπη: υπάρχει χώρος για ανάπτυξη και επέκταση αλλά και επιθυμία για τους άλλους να αναπτυχθούν εξίσου.
Τοξική αγάπη: αίσθημα ασφάλειας και άνεσης μόνο στην ομοιότητα. Η ανάγκη θεωρείται απόδειξη αγάπης – στην πραγματικότητα ίσως είναι φόβος, ανασφάλεια, μοναξιά.

Αληθινή Αγάπη: υπάρχουν ξεχωριστά ενδιαφέροντα και φίλοι ενώ ταυτόχρονα διατηρείτε τις υπόλοιπες σημαντικές σχέσεις στη ζωή σας.
Τοξική αγάπη: απόλυτη εμπλοκή στα πάντα, περιορισμένη κοινωνική ζωή, παραμέληση παλιών φίλων κι ενδιαφερόντων.

Αληθινή αγάπη: ενθάρρυνση της εξέλιξης του άλλου κι αίσθημα ασφάλειας που οφείλεται στη δική σας αξία.
Τοξική αγάπη: ενασχόληση με τη συμπεριφορά του άλλου και φόβος πιθανών αλλαγών του.

Αληθινή αγάπη: ύπαρξη αρμόζουσας εμπιστοσύνης (εμπιστοσύνη στον/στην σύντροφο όσον αφορά τη συμπεριφορά του/της).
Τοξική αγάπη: αισθήματα ζήλειας, κτητικότητας, ανταγωνισμού, ανάγκη προστασίας των «κεκτημένων».

Αληθινή αγάπη: συμβιβασμός, διαπραγμάτευση ή ηγετική συμπεριφορά εκ περιτροπής κι επίλυση των προβλημάτων από κοινού.
Τοξική αγάπη: προσπάθειες για απόκτηση του ελέγχου, κατηγορίες, παθητική ή επιθετική χειραγώγηση.

Αληθινή αγάπη: αποδοχή της ατομικότητας του άλλου.
Τοξική αγάπη: προσπάθεια αλλαγής του άλλου σύμφωνα με τα δικά σας πρότυπα.

Αληθινή αγάπη: μέσα στη σχέση ασχολείστε με όλες τις πτυχές της πραγματικότητας.
Τοξική αγάπη: η σχέση βασίζεται στην ψευδαίσθηση και την αποφυγή των δυσάρεστων καταστάσεων.

Αληθινή αγάπη: οι δύο σύντροφοι φροντίζουν τον εαυτό τους και η συναισθηματική τους κατάσταση δεν εξαρτάται από τη διάθεση του άλλου.
Τοξική αγάπη: υπάρχουν προσδοκίες ότι ο ένας σύντροφος θα φροντίσει και θα «σώσει» τον άλλο.

Αληθινή Αγάπη: αποστασιοποιημένη αγάπη (υγιές ενδιαφέρον για τον/την σύντροφο διατηρώντας τα όρια της ελευθερίας του/της.)
Τοξική αγάπη: εμμονή με τα προβλήματα και τα συναισθήματα του άλλου.

Αληθινή Αγάπη: το σεξ είναι ελεύθερη επιλογή που αναπτύσσεται μέσω της φροντίδας και της φιλίας.
Τοξική αγάπη: υπάρχει πίεση γύρω από το σεξ που οφείλεται στον φόβο, την ανασφάλεια και την ανάγκη για άμεση ικανοποίηση.

Αληθινή αγάπη: υπάρχει η δυνατότητα οι σύντροφοι να απολαμβάνουν μοναχικές στιγμές.
Τοξική αγάπη: υπάρχει προσκόλληση, οι δύο σύντροφοι δεν μπορούν να αντέξουν μακριά ο ένας από τον άλλο.

Αληθινή αγάπη: μια κατάσταση άνεσης κι ευχαρίστησης.
Τοξική αγάπη: μια κατάσταση πόνου και απελπισίας.

Αληθινή αγάπη: οι συζητήσεις γίνονται με βάση την κατανόηση, τη βοήθεια ή τη φροντίδα.
Τοξική αγάπη: οι συζητήσεις γίνονται με βάση τις κατηγορίες, την υπεράσπιση του εαυτού μας ή τον χειρισμό του άλλου.

Η Αγάπη δεν περιέχει πόνο. Ο πόνος προέρχεται από τα προβληματικά στοιχεία του χαρακτήρα και το Εγώ μας. Οι ευτυχισμένες σχέσεις βασίζονται στην αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό και όχι στο φόβο ή στη χειραγώγηση.

Ανθρωποι στα πρόθυρα κατάρρευσης

Παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω σου διαπιστώνεις ότι ο καθένας μοιάζει να «βουλιάζει» στο μικρόκοσμό του, γεμάτος άγχη, έγνοιες και έντονη δυσφορία για ό,τι συμβαίνει γύρω του. Πρόσωπα σκεπτικά, προβληματισμένα, μελαγχολικά, απαισιόδοξα. Με το παραμικρό σαν αφορμή, βλέπεις να ξεπροβάλλει ένας θυμός προς κάθε κατεύθυνση. Φωνές, καβγάδες, συγκρούσεις, παρατηρήσεις, επικρίσεις, αποδοκιμασίες γίνονται μέρος της καθημερινότητας. Ο άνθρωπος μοιάζει να «πνίγεται» μέσα σε μια πραγματικότητα που δεν τον εκφράζει πια. Αισθάνεται αποξενωμένος τόσο από τον εαυτό του όσο και από τον συνάνθρωπό του. Δεν ξέρει πια τι μπορεί να αλλάξει γύρω του και αν μπορεί πράγματι να το αλλάξει. Παρακολουθεί μουδιασμένος τις εξελίξεις των καιρών και νιώθει ανήμπορος, αλλά και ψυχικά εξαντλημένος.          

Το κενό μέσα του όλο και μεγαλώνει, γιατί μεγαλώνει μαζί η αβεβαιότητα και η αμφιβολία σχετικά με το τι τον περιμένει εκεί έξω στη ζωή. Ψάχνει απεγνωσμένα να κρατηθεί από κάπου, αλλά αισθάνεται να καταρρέουν όλα όσα παλαιότερα πίστευε ότι ήταν σταθερές αναφοράς. Σαν να έχει αποδομηθεί ο κόσμος γύρω του έτσι όπως τον γνώριζε και τώρα προσπαθεί να τον μάθει από την αρχή. Όλα αυτά του προκαλούν σύγχυση, θλίψη, αγωνία και ένα αίσθημα παραίτησης πολλές φορές.

Είναι πραγματικά δύσκολο να χάνεις το οικείο, το γνώριμο και να προσπαθείς να τα καταλάβεις όλα από την αρχή. Πόσο μάλλον όταν συνειδητοποιείς ότι το καινούριο είναι ανεπαρκές, ότι δεν σε ικανοποιεί, ότι δεν είναι δίκαιο. Παλεύεις να αποδεχτείς κάτι με το οποίο δεν συμφωνείς. Ωστόσο, οφείλεις να βρεις τη θέση σου μέσα σε αυτό τον κόσμο. Αλλιώς, νιώθεις σαν να μην υπάρχεις, σαν να μην μπορείς να χτίσεις την ταυτότητά σου. Πείθεις, λοιπόν, τον εαυτό σου να σταθεί όρθιος και να παλέψει με υποχρεώσεις, με εκκρεμότητες, με λογαριασμούς, με μια ποιότητα ζωής που όλο και συρρικνώνεται.

Η κατάρρευση του ανθρώπου που καταβάλλεται από όσα τον περιστοιχίζουν δεν είναι μια συνειδητή απόφαση ή επιλογή. Έχει να κάνει με τα όριά του, τις αντοχές του και την ψυχική του ανθεκτικότητα απέναντι σε όλα αυτά που τον πιέζουν και τον καταπιέζουν.

Είναι αποτέλεσμα της συνεχούς απογοήτευσης, των αδιέξοδων που βιώνει, του θυμού που τον κατασπαράζει, της κόπωσης που νιώθει απέναντι σε έναν άνισο αγώνα, των ευθυνών που τον βαραίνουν και των υποχρεώσεων που μοιάζουν να μην τελειώνουν ποτέ. Αυτό που πονάει περισσότερο το σύγχρονο άνθρωπο είναι το γεγονός ότι του στέρησαν το δικαίωμα του να ονειρεύεται, του να έχει προσδοκίες και μια προοπτική εξέλιξης στη ζωή. Χωρίς όραμα, χωρίς στόχους νιώθει αποπροσανατολισμένος, νιώθει μάταιο τον καθημερινό αγώνα του.

Ποιος αλήθεια νοιάζεται για αυτούς τους ανθρώπους; Ποιος τους στηρίζει; Ποιος τους φροντίζει; Ο καθένας μας τους έχει συναντήσει. Ο καθένας μας μπορεί να βρεθεί στη θέση τους. Η χρόνια ματαίωση μας καθιστά ευάλωτους στις αρνητικές σκέψεις και στον πεσιμισμό. Είναι εύκολο τότε να κλειστούμε στον εαυτό μας και να λιμνάσουμε στα αδιέξοδά μας.

Η κατάρρευση έρχεται μη συνειδητά, αργά και σταδιακά, χωρίς πολλές φορές να το καταλάβουμε. Απλά μια μέρα δεν έχουμε διάθεση για τίποτα. Δεν βρίσκουμε νόημα σε τίποτα. Θέλουμε να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε με οποιονδήποτε τρόπο. Νιώθουμε αδύναμοι να αντιμετωπίσουμε όλα όσα βρίσκονται εκεί έξω. Ξυπνάνε ανασφάλειες, φοβίες και άγχη που πριν δεν είχαμε τόσο έντονα. Όλα μας φαίνονται ξαφνικά περίπλοκα, «βουνό» και προτιμούμε να απέχουμε από όλους και όλα. Είναι δυστυχώς η φάση που η παραίτηση μας οδηγεί στην κατάθλιψη, εκεί που όλα μας φαίνονται μάταια.

Για να μην φτάσουμε σε αυτό το σημείο, ο άνθρωπος οφείλει να αναζητεί συνεχώς κίνητρα που θα του υπενθυμίζουν ότι παρά τις περιστάσεις, παρά τα προβλήματα υπάρχουν και καλά στοιχεία στη ζωή του. Η πίστη στον εαυτό του, η πεποίθησή του ότι επιδρά στο μέλλον του με τις ενέργειες και τις επιλογές του, η ευελιξία του, η προσαρμοστικότητά του, η επιμονή και η αισιοδοξία του είναι τα μόνα όπλα που διαθέτει για να αντισταθεί στη δίνη της αβεβαιότητας, της αστάθειας και των ποικίλων πιέσεων. Στο τέλος, η μάχη της ανθρωπότητας –έτσι όπως την αντιλαμβανόμαστε τώρα- θα δοθεί ανάμεσα στην ψυχή του ατόμου και στον κυνικό, απαλλοτριωμένο σύγχρονο κόσμο που τον περιβάλλει…

Ζωή στο εδώ και το τώρα

Όσο νομίζουμε πως τα ξέρουμε όλα, παύουμε να βλέπουμε, να ακούμε και γενικά να αισθανόμαστε τις περισσότερες από τις ομορφιές της φύσης.

Τα αισθητήρια όργανά μας παίρνουν τα σήματα και τα στέλνουν στον εγκέφαλο. Εάν στην μνήμη μας , όμως, έχουν ήδη καταγραφεί, παλαιότερα, αυτά τα σήματα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο εγκέφαλός μας τα απορρίπτει ως μη σημαντικά.

Ακούμε, πχ. στην εξοχή, τα τζιτζίκια να τραγουδούν, όλο το καλοκαίρι. Ελάχιστοι όμως, προσέχουν αυτό το τραγούδι. Μοιάζει να μην το ακούν… Ο ήχος απορρίπτεται από τον εγκέφαλο, σαν γνωστός, και δεν του δίνουμε καμία σημασία.

Αν προσπαθήσουμε, όμως, να ακούσουμε με προσοχή, τους διαφορετικούς ήχους που υπάρχουν μέσα σε αυτή τη χορωδία των τζιτζικιών, θα εκπλαγούμε… Θα παρατηρήσουμε, πως άλλα τραγουδούν σε άλλον τόνο και άλλα σε άλλον. Άλλα δυναμώνουν και άλλα μειώνουν την ένταση του τραγουδιού τους και πολλές ακόμη λεπτομέρειες, που περνούν απαρατήρητες, εάν δεν στρέψουμε όλη την προσοχή μας στο τραγούδι αυτό. Αν δεν είμαστε παρούσες και παρόντες στη στιγμή αυτή, που κρύβει μέσα της την αιωνιότητα…

Κοιτάζουμε τα δέντρα και τα φυτά που υπάρχουν γύρω μας και δεν τα προσέχουμε, γιατί έχουν πάψει να έχουν για τον εγκέφαλό μας κάποια ξεχωριστή σημασία.

Αν όμως αποφασίσουμε να δούμε πόσες αποχρώσεις του πράσινου υπάρχουν στα φυλλώματά τους, ή πόσα χρώματα διακρίνονται στους κορμούς τους, ή το ξεχωριστό σχήμα των φύλλων του καθενός, ο εγκέφαλός μας θα αρχίσει να παρατηρεί τα φυτά τριγύρω και όλα θα αποκτήσουν και πάλι την μαγεία της παιδικής μας ηλικίας. Τότε, που όλα φάνταζαν παραμυθένια και ενδιαφέροντα και βιώναμε το θαύμα της ζωής.

Αυτό σημαίνει ζωή στο εδώ και τώρα.

Να είμαστε παρούσες και παρόντες στο θαύμα της ζωής που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, και να μην μένουμε αδιάφοροι μπροστά του, παρατηρώντας μόνον τις σκέψεις που κατακλύζουν τον νου μας και μας παρασύρουν σε συναισθήματα αρνητικά. Γιατί είναι μετρημένο πως κάνουμε περίπου 60.000 σκέψεις την ημέρα. Από αυτές, το 95% είναι ίδιες με την προηγούμενη ημέρα και το 80% είναι αρνητικές!

Προσπαθήστε το

Αρχίστε να παρατηρείτε καλύτερα γύρω σας τη ζωή. Τα χρώματα, τα σχήματα, τους ήχους, τις φυσιογνωμίες των ανθρώπων… Μη μένετε αποκλεισμένοι σε ένα κόσμο αρνητικών σκέψεων που καταστρέφει την υγεία και τη ζωή σας, αποδιοργανώνοντας το συνολικό σας ενεργειακό πεδίο.

Ζώντας στο παρόν, αντιλαμβάνεται καθένας ευκολότερα την σύνδεσή του με όλους και όλα στη φύση. Αισθάνεται το θαύμα της ενότητας που χαρίζει ασφάλεια, δύναμη και μειώνει τα αρνητικά συναισθήματα.

Βλαβερές κατηγορίες σκέψεων

Υπάρχουν δύο κατηγορίες σκέψης που χαλάνε τον κόσμο γύρω μας :

Α) Δεν αξίζω, δεν μπορώ, δεν είμαι ικανός γι αυτό….

Β) Θέλω να βοηθάω τους ταλαιπωρημένους, να θεραπεύω τους πάσχοντες…

Βλαβερές σκέψεις ;

Ίσως να φαίνεται σε πολλούς παράξενο το να χαλάει τον κόσμο γύρω μας μια σκέψη όπως αυτή η δεύτερη πιο πάνω, πιστεύω όμως πως μετά την ολοκληρωμένη ανάγνωση του άρθρου μάλλον θα συμφωνήσουν μαζί μου…

Επανέρχομαι, για άλλη μια φορά, με αυτή μου την ανάρτηση, στο θέμα της εικονικής πραγματικότητας στην οποία ζούμε, γιατί το θεωρώ πολύ σημαντικό, ιδιαίτερα στην εποχή μας, με τα τόσα αρνητικά που συμβαίνουν στον τόπο μας.

Πρέπει να καταλάβουμε όλοι τον σημαντικό ρόλο που παίζουμε εμείς οι ίδιοι στην
πραγματικότητα που δημιουργείται γύρω μας, γιατί μόνον τότε υπάρχει ελπίδα να αλλάξει και να βελτιωθεί η ζωή μας. Και επειδή το θέμα είναι αρκετά μεγάλο, θα το χωρίσω σε συνέχειες για να μη σας κουράσω.

Αρχίζω λοιπόν με την πρώτη συνέχεια :

1ο Η «υλική» πραγματικότητα στην οποία ζούμε, δεν είναι παρά μια εικονική πραγματικότητα φτιαγμένη από τις πέντε αισθήσεις μας και τον εγκέφαλό μας. Οι αισθήσεις μας προσλαμβάνουν κάποια (όχι όλα!) από τα σήματα, ηλεκτρομαγνητικά και άλλα, που φτάνουν σε αυτές, από τα περιβάλλον και τα στέλνουν στον εγκέφαλο. Αυτός με τη σειρά του επειδή είναι περιορισμένων δυνατοτήτων κομπιούτερ και μπορεί να διαχειριστεί μόνον 2.000 σήματα το δευτερόλεπτο (όπως λένε οι σχετικές έρευνες) πετάει τα περισσότερα από τα δισεκατομμύρια σήματα που φτάνουν σε αυτόν και κρατάει μόνον τις 2.000 που μπορεί να διαχειριστεί, κάθε δευτερόλεπτο. Με αυτά τα 2.000 σήματα/δευτερόλεπτο φτιάχνει τον κόσμο μέσα στον οποίο εμείς πιστεύουμε πως ζούμε.

Είναι, λοιπόν, δικό μας, κατάδικό μας, κατασκεύασμα αυτός ο κόσμος και όσο δεν το καταλαβαίνουμε αυτό, τόσο δυσκολότερη γίνεται η αλλαγή του, παρά τις όποιες καλές προθέσεις μας.

2ο Η επιλογή των 2.000 σημάτων με τα οποία ο εγκέφαλός μας φτιάχνει την «πραγματικότητα» στην οποία ζούμε, γίνεται με βάση το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το βαθμό σημαντικότητας που έχουν τα διάφορα ερεθίσματα για τον καθένα μας.

Ότι σήμα έχει σχέση με την εξασφάλιση της ζωής μας, δηλαδή, περνάει στον εγκέφαλο, καθώς και ότι εμείς θεωρούμε πολύ σημαντικό.

Αυτό το τελευταίο οι περισσότεροι το έχουν διαπιστώσει, όπως παρατηρώ στις κουβέντες που κάνουμε στις ομάδες χαλάρωσης του Ινστιτούτου, αλλά δεν του έχουν δώσει την πρέπουσα σημασία. Π.χ. κάποια μάρκα αυτοκινήτου που μας αρέσει πολύ και επιλέξαμε να αγοράσουμε κάποια στιγμή, την βλέπουμε πολύ πιο συχνά στον δρόμο μας, απ΄ ότι άλλες μάρκες που μας είναι αδιάφορες…




 
Στην ουσία αυτό σημαίνει πως τα σημαντικά για εμάς πράγματα φτιάχνουν την πραγματικότητα στην οποία ζούμε. Χρειάζεται προσοχή λοιπόν, ως προς το τι θεωρούμε σημαντικό ! Αν σημαντικές θεωρούμε τις «ατυχίες» μας, ή τις άσχημες καταστάσεις της ζωής μας, σήματα σχετικά με αυτές θα προσλαμβάνει και θα αναλύει συνεχώς ο εγκέφαλός μας, ταλαιπωρώντας μας όλο και περισσότερο. Ενώ εάν η προσοχή μας είναι στραμμένη στα ωραία που επιθυμούμε και περιμένουμε να ζήσουμε και σε όσα καλά ζούμε ήδη, όλο και περισσότερα σήματα σχετικά με αυτά θα προσλαμβάνει και θα επεξεργάζεται ο εγκέφαλός μας οδηγώντας μας όλο και πιο κοντά σε αυτή την ιδανική μας κατάσταση!

Δεν είναι παραμύθια αυτά, ούτε ανόητες κουβέντες. Είναι επιστημονική πραγματικότητα και πρέπει να αρχίσουμε να την κατανοούμε και να την πιστεύουμε, εάν θέλουμε να αλλάξει προς το καλύτερο η ζωή μας.

Βλαβερές σκέψεις

3ο Αν εγώ έχω την ανάγκη να βοηθάω αρρώστους και ταλαιπωρημένους, γενικά, ανθρώπους, θεωρώντας το αυτό έργο ζωής, όσο και αν φαίνεται παράξενο, σύμφωνα με όσα ανέλυσα στη προηγούμενη πρώτη συνέχεια αυτής της ανάρτησης, οι δικές μου αισθήσεις, από τα ηλεκτρομαγνητικά σήματα που υπάρχουν τριγύρω δημιουργούν στον εγκέφαλό μου αυτή την εικονική πραγματικότητα και μέσα σε αυτή νιώθω πως ζω…

Με τη μεγάλη μου επιθυμία να βοηθάω, δηλαδή, συμβάλλω, όσο και αν δεν το
αντιλαμβάνομαι, στην υλοποίηση της πραγματικότητας που δεν μου αρέσει κατά βάθος και που επιθυμώ να αλλάξω ! Αυτό κάποιες φορές οφείλεται σε εγωισμό και προσωπικές ψυχικές ανάγκες και κάποιες άλλες, απλά σε άγνοια .

Φαίνεται φυσικό, κάποιος που συμπονά, να θέλει να βοηθήσει τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, που η συλλογική ανθρώπινη νοημοσύνη έχει δημιουργήσει γύρω του, ωστόσο η σοφή αντίδραση θα ήταν, ο καθένας να θεωρεί σημαντική την ανθρώπινη ευτυχία και ευημερία και να μην θεωρεί όνειρο ζωής το να βοηθάει εκείνος ταλαίπωρους ανθρώπους, αλλά αντίθετα να επιθυμεί να ζει αυτός χαρούμενος και ευτυχισμένος, ανάμεσα σε χαρούμενους και ευτυχισμένους ανθρώπους.

Ελπίζω να γίνεται σαφές πως αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να συμπονάει κάποιος και να βοηθάει όποιους το χρειάζονται. Απλά, το σημαντικό θα πρέπει να είναι να υπάρχουν γύρω του ευτυχισμένοι άνθρωποι και όχι ταλαίπωροι ή ασθενείς, που εκείνος θα βοηθάει.

4ο Το να μην αντιλαμβάνεται κάποιος όλα τα πιο πάνω, όσα ανέφερα σήμερα και όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη ανάρτηση (1ο μέρος), οδηγεί εύκολα σε σκέψεις όπως «δεν μπορώ…», «δεν είμαι ικανός γι αυτό…» ή «δεν αξίζω…».

Όταν ο άνθρωπος έχει μεγαλώσει, όχι τυχαία, διδασκόμενος πως είναι ένα μικρό ανθρωπάκι που πρέπει να φοβάται τον Θεό (οποιασδήποτε θρησκείας) και τους μεγαλύτερους και σοφότερους ανθρώπους, σκέψεις όπως οι πιο πάνω, είναι πολύ φυσικό να γίνονται συνεχώς.
 
Αυτές οι σκέψεις με τη σειρά τους, δημιουργούν ακόμη περισσότερους ταλαίπωρους και ανήμπορους ανθρώπους, γιατί δεν μπορεί να περιμένει να μεγαλουργήσει κάποιος, όταν δεν γνωρίζει την δύναμη και τις ικανότητές του.

Την τεράστια δύναμη που κρύβει κάθε άνθρωπος μέσα του, χάρη στην ικανότητα που έχει να μπορεί να σκέφτεται και επομένως να μπορεί να κατανοήσει την ΑΛΗΘΕΙΑ και την ικανότητα που έχει να δημιουργεί γύρω του την επιθυμητή υλική πραγματικότητα, δεν είναι πρόθυμος κανείς να του την εξηγήσει, όπως θα έπρεπε, από την παιδική ακόμη ηλικία.
Βολεύει τους δυνατούς η άγνοια που οδηγεί στην αδυναμία των υπολοίπων…

Εκεί επάνω είναι στηριγμένη όλη η παιδεία μας και δυστυχώς και οι περισσότερες θρησκείες.

Έτσι καταλήγουμε τελικά, αγνοώντας την τεράστια δύναμή μας να παραμένουμε ανήμπορα ανθρωπάκια που, δίχως να το καταλαβαίνουμε, δημιουργούμε γύρω μας όλο και περισσότερους ταλαίπωρους ανθρώπους και μέσα σε αυτούς ταλαιπωρούμαστε και εμείς. Αυτή είναι η κόλαση που ο άνθρωπος έχει φτιάξει στον παράδεισο της γης που του χαρίστηκε.

Ο άνθρωπος τότε μόνον μπορεί να βοηθήσει την βελτίωση της ζωής στη γη, όταν αντιληφθεί και κατανοήσει την τεράστια δύναμη που κρύβει μέσα του και μάθει να την αφήνει ελεύθερη να οδηγεί τα βήματά του, χωρίς να την μειώνει με φόβους, σκέψεις και προγραμματισμούς. Ο προγραμματισμός που οδηγεί στον σωστό για τον καθένα δρόμο στη ζωή, μοιάζει να είναι η βελτίωση του εαυτού, ώστε να νιώθει μόνον θετικά συναισθήματα, συναισθήματα δηλαδή απαλλαγμένα από τον φόβο, που έχουν σαν βάση τους την αγάπη.

Γιατί η κατάσταση της αγάπης είναι εκείνη που οδηγεί την λειτουργία της καρδιάς μας σε συνοχή (εναρμόνιση), σύμφωνα με τις επιστημονικές έρευνες και αυτή η συνοχή είναι εκείνη που αυξάνει την δύναμή μας, εναρμονίζοντας όλες τις ενέργειες που παράγονται στο σώμα μας και κάνοντάς μας ένα δυνατό λέιζερ με δυνατές δονήσεις. Δονήσεις που, επειδή επηρεάζουν την γήινη ενέργεια, όπως ακόμη και την συμπαντική, μπορούν να οδηγήσουν την ζωή επάνω στη γη σε ένα καλύτερο επίπεδο.

ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ

Ο κόσμος είναι γεμάτος από ανθρώπους που ότι και να κάνεις, θα σε πυροβολούν εξ επαφής όχι σαν εσένα.

Αλλά είναι επίσης γεμάτος από αυτούς που σε αγαπούν παθιασμένα. Αυτοί είναι οι άνθρωποι σου.

Δεν είσαι για τον καθένα και αυτό είναι ΕΝΤΑΞΕΙ.

Μίλησε στους ανθρώπους που μπορούν να σε ακούσουν.

Μην χαραμίζεις τον χρόνο σου και τα ταλέντα σου προσπαθώντας να τους πείσεις από την αξία σου, δεν θα θελήσουν ποτέ ότι προσφέρεις.

Μην τους πείσεις να βαδίσουν δίπλα σου. Χαραμίζεις και τον δικό σου χρόνο και τον δικό τους και θα δημιουργήσουν αχρείαστη πληγή που θα χρειαστεί πολύτιμο χρόνο για να γιατρευτεί.

Δεν είσαι γι αυτούς και δεν είναι για εσένα. Ευγενικά χαιρέτησε τους και συνέχισε τον δρόμο σου.

Το να μοιράζεσαι το μονοπάτι σου με κάποιον είναι ευλογημένο δώρο. Μην το φτηναίνεις αυτό το δώρο με το να ρίχνεις το δικό σου μονοπάτι σε λάθος κατεύθυνση.

ΚΟΙΤΑ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΣΟΥ ΒΟΡΡΑ.