Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

H ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΤΟΝ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Εισαγωγή: η πρώτη διάσταση

Στο παρόν παρουσιάζω το πρώτο μέρος της θεωρίας απόφασης στον Θουκυδίδη. Ξεκινώ καθορίζοντας το περιεχόμενο και τη βάση της θεωρίας και, στη συνέχεια, αναδεικνύω, με βάση το κείμενο, τη φύση των παραγόντων που επηρεάζουν τις αποφάσεις, τις αιτίες που τους προκαλούν, τον τρόπο με τον οποίο αυτοί λειτουργούν και επενεργούν στην ανθρώπινη συμπεριφορά και, τέλος, τους πιθανούς τρόπους διαχείρισής τους.

Η σκέψη του Θουκυδίδη, ως προς τους λόγους που οι άνθρωποι είτε μόνοι είτε εντός κάποιου συνόλου αποφασίζουν, αποκαλύπτεται κυρίως στα εδάφια Α.75.3, Α.76.2 και Γ.45.4- 7. Τα δύο πρώτα είναι σχεδόν ταυτόσημα και συνιστούν την πρώτη διάσταση της θεωρίας του. Αφορούν, διαδοχικά, το γιατί οι άνθρωποι αποφασίζουν να διεκδικήσουν και να αναλάβουν την εξουσία και το γιατί, όταν την αποκτήσουν, θέλουν να τη διατηρήσουν. Στα εδάφια Γ.45.4-7 βρίσκεται η δεύτερη διάσταση της σκέψης του, η οποία μάλιστα συνιστά και συνέχεια της πρώτης, καθώς στηρίζεται και στα στοιχεία που ήδη μας έδωσε με αυτήν. Όπως θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο, στα εδάφια της παραγράφου Γ.45 εξηγεί το πώς οι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ασκούν εξουσία, αποφασίζουν εν γένει και, ακόμη περισσότερο, γιατί και πως καταλήγουν σε αποφάσεις, οι οποίες τους οδηγούν σε κινδύνους.

Το πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τμήμα της απάντησης των Αθηναίων προς τους Σπαρτιάτες, όταν οι δεύτεροι, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων πριν την έκρηξη του πολέμου, κατηγόρησαν τους Αθηναίους για την ανάληψη και την άσκηση της εξουσίας («αρχής»), εν προκειμένω της ηγεμονίας. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, υπενθυμίζουν στους συνομιλητές τους τον περσικό κίνδυνο, την εγκατάλειψη της ηγεσίας από αυτούς, καθώς και το ότι δεν επιβλήθηκαν διά της βίας, αλλά οι σύμμαχοι προσήλθαν και τους πρότειναν να αναλάβουν την ηγεσία των Ελλήνων.[1] Και προσθέτουν:

«από αυτό το γεγονός αναγκασθήκαμε αρχικά να αναπτύξουμε την ηγεμονία μας σε αυτό το σημείο, πρώτα κυρίως από φόβο, έπειτα και για την τιμή, και αργότερα και για το συμφέρον μας» (Α.75.3).

Στη διάρθρωση της εν λόγω πρότασης προηγείται το ρήμα «αναγκασθήκαμε», το οποίο στην αρχαία Ελληνική διατύ­πωσή του, «κατηναγκάσθημεν», είναι πιο εμφατικό· τούτο φυσικά μας παραπέμπει στην έννοια και στη σημασία του παράγοντα «ανάγκη», ο οποίος είναι αντικειμενικός και συνδέεται με το περιβάλλον της απόφασης, όπως έδειξα στο προηγούμενο κεφάλαιο. Ακολουθούν τρεις άλλες μεταβλητές, η περίφημη «τριάδα»,[2] που οδήγησαν στην αρχι­κή απόφαση («τό πρῶτον») της ανάπτυξης της αθηναϊκής ηγεμονίας, και μάλιστα με σειρά τάξης και χρόνου, αλλά και αθροιστικά: τον φόβο, την τιμή και το συμφέρον.

Στην εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, οι Αθηναίοι επανέρχονται πολύ σύντομα στο ίδιο θέμα, αυτό της ηγεμονίας επί των Ελλήνων, με στόχο να εξηγήσουν και πάλι γιατί ανέλαβαν την εξουσία και γιατί πλέον αρνούνται να την αφήσουν. Στο Α.76.2, αρχικά επιχειρηματολογούν ότι οι Σπαρτιάτες θα είχαν «αναγκασθεί» να κάνουν τα ίδια με αυτούς στους υπόλοιπους Έλληνες, αν είχαν αναλάβει την ηγεσία τους. Η διατύπωση αυτής της άποψης μαρτυρά ότι στη λογική του Θουκυδίδη η συμπεριφορά και οι αποφάσεις των ανθρώπων έναντι της ανάληψης της εξουσίας επαναλαμβάνεται, αδιακρίτως του αν πρόκειται για Αθηναίους ή Σπαρτιάτες. Γιατί συμβαίνει αυτό; Απαντούν, συνεχίζοντας, οι Αθηναίοι:

«εμείς δεν κάναμε τίποτε διαφορετικό από την ανθρώπινη φύση, αποδεχόμενοι την ηγεμονία που μας προσφερόταν και που τώρα αρνούμαστε να αφήσουμε, νικημένοι από τα τρία μέγιστα αίτια, την τιμή και τον φόβο και το συμφέρον» (Α.76.2).

Όπως προκύπτει, η βασική αιτία για την απόφαση ανάληψης και άσκησης της εξουσίας, εκτός από την ανάγκη (που την αναφέρει ξανά στο μόλις προηγούμενο εδάφιο, Α.76.1), είναι η ανθρώπινη φύση (ο «ανθρώπειος τρόπος»). Ωστόσο, και πάλι πολύ σημαντικό ρόλο παίζουν, με ελαφρώς διαφοροποιημένη σειρά, η τιμή και ο φόβος και το συμφέρον. Αυτή τη φορά ο Θουκυδίδης αφενός χαρακτηρίζει τα συγκεκριμένα αίτια «μέγιστα», αφετέρου προσδιορίζει την ένταση της επιρροής τους στους ανθρώπους με τη χρήση της μετοχής «νικηθέντες», δηλαδή ότι οι Αθηναίοι δεν μπορούσαν παρά να υποκύψουν στην πίεση των συγκεκριμένων αιτίων.

Από το συνδυασμό των δύο εδαφίων αναδύεται η εξής δομή σκέψης και, κατ’ επέκταση, θεωρία απόφασης στον Θουκυδίδη. Στην αφετηρία εκκίνησης βρίσκονται ως αίτια ή κίνητρα δύο θεμελιώδη μεγέθη: η ανάγκη, παράγων κυρίως αντικειμενικός και συνδεόμενος με το περιβάλλον του υποκειμένου και των αποφάσεών του, και η ανθρώπινη φύση, παράγων υποκειμενικός. Σε αυτά τα δύο επενεργούν ενισχυτικά, εν προκειμένω ταυτοχρόνως ή σε άλλες περιπτώσεις ξεχωριστά, τα τρία αίτια – η τιμή, ο φόβος και το συμφέρον – και συμπληρώνουν το πρώτο μέρος της θεωρίας του. Την πρώτη αυτή διάσταση αποτυπώνει το σχήμα που ακολουθεί:
 

 Συνεπώς, γενικότερα διατυπωμένη, η πρώτη διάσταση θεωρίας στον Θουκυδίδη μπορεί να εκφρασθεί ως εξής: ο άνθρωπος, εξαιτίας της φύσης του και/ή της ανάγκης, αλλά και/ή λόγω συμφέροντος, φόβου και τιμής, αναλαμβάνει, αναπτύσσει και διατηρεί την εξουσία. Πρόκειται ασφαλώς για μία πολυαιτιοκρατική αντίληψη, αφού καθένα από τα αίτια μπορεί να επενεργεί μόνο του, χωρίς τα άλλα, σε διαφορετικούς συνδυασμούς ή και όλα μαζί.[3]

Στον ισχυρισμό, που μόλις διατύπωσα, μπορούν να αντιταχθούν κάποιοι ενδοιασμοί, με τη μορφή ερωτημάτων. Γιατί οι απόψεις των Αθηναίων, που πιθανώς αρθρώθηκαν με σκοπό την υπεράσπιση της πολιτικής και των αποφάσεών τους, να συνιστούν θεωρία, εν προκειμένω, απόφασης; Και γιατί από δύο εδάφια, που εστιάζουν σε συγκεκριμένες απο­φάσεις ως προς την εξουσία, να γενικεύω και να υποστηρίζω ότι αυτή η ερμηνεία των αθηναϊκών αποφάσεων αφορά όλες τις αποφάσεις;

Το γιατί η ερμηνεία αποφάσεων ως προς την εξουσία μπορεί να γενικευθεί και να επεκταθεί σε αποφάσεις άλλης, ευρύτερης θεματικής και αντικειμένου, για τους μελετητές της πολιτικής είναι μάλλον προφανές. Ωστόσο, απαντώντας πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για θεωρία (απόφασης), πρώτον διότι ο Θουκυδίδης, όπως επεσήμανα προηγουμένως, στο κεφάλαιο 2, αποδέχεται και στηρίζεται στην επανάληψη των φαινομένων, προσπαθεί να γενικεύσει τις ερμηνείες του και, επιπλέον, σύμφωνα με το Α.22.4, πιστεύει στην ικανότητά των ερμηνειών του να προβλέψουν. Δεύτερον, στα δύο αυτά εδάφια, που περιλαμβάνονται σε δημηγορία, βρίσκουμε να συνδυάζονται τα δύο βασικά κίνητρα, ανάγκη και ανθρώπινη φύση, με τα υπόλοιπα «μέγιστα» τρία, την τιμή, το φόβο και το συμφέρον. Αυτά, σε διαφορετικούς συνδυασμούς ή το καθένα ξεχωριστά, επαναλαμβάνονται στον Πόλεμο ως αίτια απόφασης δεκάδες ή, στην περίπτωση του φόβου, εκατοντάδες φορές, είτε στο πλαίσιο δημηγοριών είτε στην ανάλυση και ερμηνεία γεγονότων από τον ίδιο τον συγγραφέα. Τρίτο και επακόλουθο, είναι γνωστό ότι ο Θουκυδίδης χρησιμοποιούσε τις δημηγορίες για να εκφράσει και να εξετάσει διαλεκτικά τις υφιστάμενες επί ενός θέματος απόψεις της εποχής του, αλλά και για να διατυπώσει τις δικές του απόψεις, όπως χαρακτηριστικότατα συμβαίνει με τη δημηγορία του Διοδότου, στην οποία ανήκουν τα εδάφια Γ.45.4-7 και θα εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο. Τέταρτο, τα πέντε αίτια μαζί, αν και δεν αναφέρονται ξανά με αυτόν τον τρόπο πουθενά στο κείμενό του, είναι παρόντα και διαποτίζουν το γράμμα και το πνεύμα των πιο γνωστών και κορυφαίων εκφάνσεών του, όπως τα «Λεσβιακά» (Γ.37-48), τα γεγονότα του εμφυλίου στην Κέρκυρα (Γ.80-84) και, φυσικά, τον «Διάλογο των Μηλιών» (Ε.84-113). Τέλος, στο κείμενό του ο Θουκυδίδης δεν τα χρησιμοποιεί μόνο για αποφάσεις σχε­τικές με την εξουσία, αλλά προβαίνει και σε μία γενικότερη χρήση τους ως εργαλείων για την ερμηνεία των ανθρώπινων αποφάσεων.

Όλα τα παραπάνω θα αποδειχθούν στη συνέχεια του παρόντος κεφαλαίου, στο οποίο, με εξαίρεση τη μελέτη της ανάγκης που έγινε στο προηγούμενο, εξετάζονται ξεχωριστά και με τη σειρά βαρύτητας που αναδεικνύεται από την ανάλυση περιεχομένου του συνόλου του κειμένου του Πολέμου, η ανθρώπινη φύση, το συμφέρον, ο φόβος και η τιμή. Πρόκειται για υποκειμενικούς παράγοντες, που είναι γνωστοί στη σύγχρονη θεωρία, αν και σε κανένα σύγχρονο κείμενο δεν συνδέονται κατά τον τρόπο που καθορίζει ο Θουκυδίδης.

Η ανθρώπινη φύση

Η έννοια της ανθρώπινης φύσης εμφανίζεται στον Πόλεμο τριάντα δύο φορές, εκ των οποίων έξι αναφέρονται ειδικά στη φύση των Αθηναίων, μία σε αυτήν των Σπαρτιατών (Α.121.4) και οι υπόλοιπες είκοσι πέντε στους ανθρώπους εν γένει· μεταξύ των τελευταίων, οι δεκατρείς συνιστούν αιτιολόγηση απόφασης. Εκφράζεται με τους όρους «φύσις ἀνθρώπων» και «ἀνθρωπεία φύσις», «ἀνθρώπειος τρόπος» και «ἀνθρώπειος λόγος», καθώς και με το ρήμα «φύω», στο τρίτο ενικό («πέφυκε») και στο τρίτο πληθυντικό («πεφύκασι») πρόσωπο του Παρακειμένου. Η ανθρώπινη φύση, όπως προσδιορίζεται από μία σειρά γενικεύσεων, που εκλαμβάνουν τη χροιά οιονεί νόμων συμπεριφοράς, είναι η μήτρα, η γενεσιουργός αιτία κάθε έκφανσης της συμπεριφοράς κάθε υποκειμένου, φυσικού ή συλλογικού. Στην ανθρωπολογία του Θουκυδίδη από αυτήν απορρέουν τα πάντα.

Ο άνθρωπος από τη φύση του παίρνει την εξουσία ή, στην περίπτωση των κρατών, την ηγεμονία. Όπως μόλις είδαμε οι Αθηναίοι ισχυρίσθηκαν ότι, αναλαμβάνοντας την ηγεμονία των Ελλήνων, δεν έκαναν «τίποτε το διαφορετικό από την ανθρώπινη φύση» (Α.76.2). Δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό ως προς το ότι ακολούθησαν την ανθρώπινη φύση· το θετικό ή το αρνητικό συνδέεται με τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, καθώς «είναι άξιοι επαίνων» εκείνοι που, αφού ακολούθησαν την φύση τους, εξουσίασαν άλλους, κατά τρόπο δικαιότερο από ό, τι τους επέτρεπε η δύναμη που κατείχαν (Α.76.3). Επίσης, ο άνθρωπος, εξ αιτίας της φύσης του, επιθυμεί να εξουσιάζει όσους είναι έτοιμοι να υποκύψουν και, εξ αιτίας της, αναγκάζεται («ὑπό φύσεως ἀναγκαίας») να το πράξει κάθε φορά που υπερέχει σε ισχύ. Για αυτήν την αιτία, ο Συρακούσιος Ερμοκράτης υποστηρίζει ότι «ο άνθρωπος επιθυμεί πάντα να εξουσιάζει τους υποκύπτοντες» (Δ.61.5), ο Κλέων ότι οι άνθρωποι θαυμάζουν τους άκαμπτους και περιφρονούν εκείνους που τους υπηρετούν (Γ.39.5), και οι Αθηναίοι, απευθυνόμενοι στους Μηλίους, επαναλαμβάνουν σχεδόν την ίδια άποψη που διατύπωσαν και στο Α.76.2:

 «γνωρίζουμε καλά ότι, οι άνθρωποι, αναγκάζονται από τη φύση τους να άρχουν σε κάθε περίσταση που η δύναμή τους επικρατεί» (Ε. 105.2)

 Κατά τον Θουκυδίδη, οι άνθρωποι, λόγω φύσεως και ισχύος, εμπίπτουν και μπορεί και να μεταπίπτουν, φυσικά και εναλλάξ, είτε στην κατηγορία αυτών που άρχουν είτε αυτών που άρχονται, σε αυτούς που είτε καταπιέζουν είτε καταπιέζονται, διατυπώνοντας ένα είδος νόμου για τη μεταξύ των ανθρώπων συμπεριφορά:

«από πάντα έχει επικρατήσει ο ασθενέστερος να καταπιέ­ζεται από τον δυνατότερο» (Α.76.2).

Επιπλέον, ρέπουν εκ φύσεως προς τη βία, όμως και αυτοί, με τη σειρά τους, μπορεί να υποφέρουν, καθώς εύστοχα παρατηρεί μετά την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία:

«αφού έπραξαν όσα οι άνθρωποι από τη φύση τους πράττουν, έπαθαν όσα οι άνθρωποι μπορούν να υποφέρουν» (Ζ.77.4).

Δεν φαίνεται να υπάρχει κανόνας δικαίου που να μπορεί να αποτρέψει τη ροπή των ανθρώπων προς τη βίαιη άσκηση της εξουσίας και προς τα λάθη. Οι Αθηναίοι απαντούν στους Σπαρτιάτες πως τα περί δικαιοσύνης επιχειρήματά τους συγκρούονται με την πραγματικότητα, καθώς οι αρχές του δικαίου «δεν εμπόδισαν ποτέ κανένα, όταν του παρουσιάσθηκε η ευκαιρία να αποκτήσει κάτι με την ισχύ, να μην το κάνει» (Α.76.2). Ο Διόδοτος, ξεκινώντας ένα επιχείρημά του στο εδάφιο Γ.45.3, αντιτάσσει στον Κλέωνα ότι όλοι οι άνθρωποι από τη φύση τους, και στα ιδιωτικά και στα δημόσια πράγματα, «ρέπουν στα λάθη και δεν υπάρχει νόμος που να μπο­ρεί να το εμποδίσει» και, κλείνοντας, αφενός εξακοντίζει το επιχείρημά του, αφετέρου αναδεικνύει την ανθρώπινη φύση σε πολύ ισχυρό παράγοντα της απόφασης, ισχυρότερο και από το φόβο, λέγοντας:

«απλά είναι αδύνατο και είναι πολύ ανόητος όποιος πιστεύ­ει ότι η ανθρώπινη φύση, όταν έντονα επιθυμεί να πράξει κάτι, μπορεί να αποτραπεί είτε από τη δύναμη των νόμων είτε από κάποιο άλλο φόβο» (Γ.45.7).

Την άποψη αυτή, περί καθορισμού συμπεριφοράς και αποφάσεων από την ανθρώπινη φύση, ο Θουκυδίδης τη φθάνει στα άκρα, όταν στον κερκυραϊκό εμφύλιο υποστηρίζει πως η ανθρώπινη φύση μπορεί να φθάσει ακόμη πιο πέρα και να τέρπεται στο να παραβιάζει τους νόμους, ιδιαίτερα όταν αίρονται οι όποιοι περιορισμοί, εξ αιτίας της αναρχίας, της προσωπικής, καθώς και της κοινωνικής κατάπτωσης που προκαλεί ο πόλεμος:

«και τιθέμενη υπεράνω των νόμων η ανθρώπινη φύση, που συνηθίζει να αδικεί ακόμη και όταν κρατούν οι νόμοι, με αυταρέσκεια έδειξε ότι δεν συγκρατεί τα πάθη, ότι είναι ισχυρότερη από τους νόμους και εχθρεύεται οτιδήποτε υπερέχει» (Γ.84.2).

Σε αυτόν μάλιστα το ντετερμινισμό, που εκφράζει ως προς το ρόλο της ανθρώπινης φύσης, ο Θουκυδίδης στηρίζει και την άποψή του ότι το έργο του θα προσφέρει γνώση για όσα έγιναν, αλλά και για όσα θα συμβούν όμοια και παραπλήσια, σύμφωνα με την ανθρώπινη φύση. Με την ίδια λογική, αυτήν της επανάληψης και της πρόβλεψης, προσεγγίζει και τα δεινά που επιφέρει η ανθρώπινη φύση στους ανθρώπους και τις πόλεις εξ αιτίας των λανθασμένων αποφάσεων που τους ωθεί να λάβουν. Όσο δεν αλλάζει η ανθρώπινη φύση, τόσο αυτά θα υφίστανται:

«κατά τον εμφύλιο ενέσκηψαν στις πόλεις πολλά και μεγάλα δεινά, τα οποία γίνονται και θα γίνονται πάντα, όσο η ανθρώπινη φύση μένει η ίδια, πιο φοβερά ή πιο ήπια και διαφορετικά στη μορφή, ανάλογα με την εκάστοτε μεταβολή των περιστάσεων» (Γ.82.2).

Ειδικές μνείες, πέντε συνολικά στον αριθμό, κάνει ο Θουκυδίδης στη φύση των Αθηναίων τους οποίους εκλαμβάνει ως σύνολο, ως ενότητα και οντότητα. Είναι, κατά τους Κορίνθιους, από τη φύση τους δραστήριοι, καινοτόμοι, θαρραλέοι, γενικά δεν μένουν ποτέ ήσυχοι και ούτε αφήνουν και τους άλλους να ησυχάσουν (Α.70.9)· η ζωή τους, κατά τον Περικλή, διέπεται από αρχές (Β.36.4), ωστόσο, κατά το Νικία, είναι δύσπιστοι και φιλόδοξοι (ΣΤ.9.3) και είναι δύσκολο να διοικηθούν (Ζ.14.2). Από τα συγκεκριμένα εδάφια, σε συνδυασμό με τα σχετικά για την ανθρώπινη φύση εδάφια Α.76.3, Ε.105.2, Δ.61.5 και ΣΤ.18.7, η Jacqueline de Romilly καταλήγει στο ότι ο Θουκυδίδης θεωρεί πως οι Αθηναίοι από τη φύση τους ήταν ή είχαν εξελιχθεί, ως συλλογική οντότητα, σε ιμπεριαλιστές.[4] Ανεξαρτήτως της ορθότητας της συγκεκριμένης άποψης, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η de Romilly, για μία ακόμη φορά, συνέλαβε εκείνο που αρκετά μετά ονομάσθηκε από το οργανισμικό μοντέλο αποφάσεων (organizational model) modus operandi.[5] Πρόκειται για τον κυρίαρχο και επαναλαμβανόμενο τρόπο λειτουργίας μίας συλλογικής οντότητας, με θετικές και αρνητικές εκφάνσεις, που καθιστά μεν την οντότητα αποτελεσματική, προβλέψιμη δε για τους άλλους.

Η de Romilly αναδεικνύει και μία ακόμη διάσταση της ανθρώπινης φύσης. Κατ’ αυτήν, ο Θουκυδίδης αποδίδει στην ανθρώπινη φύση το χαρακτηριστικό του ευμετάβλητου της γνώμης και ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανθρώπους που συμπεριφέρονται ή αποφασίζουν ως σύνολο. Στηρίζει δε αυτήν την άποψη σε έξι εδάφια. Στα τέσσερα από αυτά ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί μία παρόμοια έκφραση: αυτό («οίον») που «αρέσκεται» («φιλεῖ») να κάνει το πλήθος («ὅμιλος», Β.65.4) ή ο «ὄχλος» (Δ.28.3, ΣΤ.63.2) ή ο «δήμος» (Η. 1.4). Στα άλλα δύο, αναφέρεται στους ανθρώπους εν γένει, οι οποίοι είτε, όπως ισχυρίζεται ο Περικλής, «μεταβάλλουν γνώμες ανάλογα με τις συμφορές» (Α.140.1), είτε, όπως επιχειρηματολογεί ο Ερμοκράτης, «επηρεάζονται από αυτά που διαδίδονται» (ΣΤ.34.7).[6] Εδώ ουσιαστικά πρόκειται για μία περίπτωση περιγραφής φαινομένων και αιτιολόγησης της απόφασης μέσω αυτού που σήμερα ονομάζουμε ψυχολογία της μάζας – φαινόμενα συμπεριφοράς που καταγράφονται στον Θουκυδίδη και τα οποία, στην αρχαία ελληνική σκέψη, είναι γνωστά από την εποχή του Ομήρου.

Η άποψη του Θουκυδίδη για την ανθρώπινη φύση δεν χάθηκε. Πολλούς αιώνες μετά, αντίστοιχη με την αντίληψή του για την ανθρώπινη φύση είναι και εκείνη των υπόλοιπων κλασικών Ρεαλιστών, όπως του Machiavelli, του Hobbes, του Morgenthau, αλλά και ψυχολόγων, όπως του Sigmund Freud.[7] Πρόκειται για μία κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, την οποία οι οπαδοί άλλων ιδεολογικών (και λιγότερο θεωρητικών) ρευμάτων, όπως των ιδεαλιστών Φιλελεύθερων χαρακτηρίζουν ως «απαισιόδοξη» και «κακή».[8] Είναι όμως έτσι και, αν ναι, έχει σημασία;

Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι αφενός ελλιπής, αφετέρου -σημαντικότερο- είναι αδιάφορος και για τον Θουκυδίδη και για τους μελετητές της θεωρίας των αποφάσεων. Είναι ελλιπής διότι η ανθρώπινη φύση δεν είναι μόνο «κακή» ή τουλάχιστον δεν είναι μόνο μία φύση υποταγής. Μπορεί να αντιδρά και οδηγεί και σε αντίθετα αποτελέσματα, καθώς οι άνθρωποι, πρώτον αντιστέκονται σε εκείνους οι οποί­οι τους επιτίθενται και επιχειρούν να τους εξουσιάσουν (Δ.61.5) και, δεύτερον, «συνεχίζουν τον αγώνα μέχρι τέ­λους, ακόμη και αντίθετα στη λογική, εναντίον υπεροπτών αντιπάλων» (Δ.19.4). Μάλιστα, οι συγκεκριμένες συμπερι­φορές αφορούν το σύνολο των ανθρώπων, αφού η διαφο­ροποίηση που είδαμε πιο πάνω, μεταξύ αρχόντων και αρχο- μένων, προκύπτει λόγω της μεταξύ τους διαφοράς ισχύος. Ακόμη, η ανθρώπινη φύση μπορεί να οδηγήσει και σε λογι­κές συμπεριφορές, όπως διάθεση για συμβιβασμό απέναντι σε ανθρώπους που θέλουν να συμβιβασθούν· αυτό σημαίνει πως η λογική απόφαση του ενός θα συναντήσει μία λογική ανταπόκριση από τον άλλο:

«η φύση («πεφύκασι») τους τούς ωθεί πρόθυμα να υποχωρούν απέναντι σε εκείνους οι οποίοι πρώτοι δείχνουν διάθεση συμβιβασμού» (Δ.19.4).

Ο εκ μέρους των επικριτών χαρακτηρισμός τής, κατά τον Θουκυδίδη, ανθρώπινης φύσης ως κακής είναι και μεροληπτικός, διότι ο συγγραφέας αναφέρεται επανειλημμένως σε αρετές των ανθρώπων και των πολιτικών, όπως στον «Επιτάφιο» ή παρουσιάζοντας τις ηγετικές προσωπικότητες του Θεμιστοκλή, του Περικλή (Β.65.4), του Αρχίδαμου ή του Νικία. Αν δεν υπήρχε και καλό στην ανθρώπινη φύση ή αν, τουλάχιστον, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να την ελέγξουν, τότε ποιος ο λόγος αναφοράς στην ποιότητα του χαρακτήρα αυτών των ηγετών;

Είναι εν τέλει και αδιάφορος, διότι τόσο ο Θουκυδίδης, όσο και οι σύγχρονοι επιστημονικοί μελετητές της πολιτικής και της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δεν ενδιαφέρονται να χαρακτηρίσουν τον άνθρωπο αλλά, παρατηρώντας, να καταγράψουν και να ερμηνεύσουν τη συμπεριφορά του, εν προκειμένω αυτήν των αποφάσεών του. Πέραν αυτού, ορισμένα ιδεολογικά ρεύματα δεν επιτρέπουν την περαιτέρω διερεύνηση των αποφάσεων μέσω της ανθρώπινης φύσης. Οι μεν Φιλελεύθεροι θεωρούν τον άνθρωπο ορθολογικό, και συνεπώς δεν τίθεται θέμα αποφάσεων, οι οποίες ως ορθολογικές απαντήσεις στα διλήμματα, που τίθενται, είναι και ορθές. Οι δε «Επαναστατικοί» θεωρούν ότι για αυτούς δεν τίθεται θέμα αποφάσεων αφού σκέπτονται σωστά, ενώ για τους αντιπάλους τους, που σκέπτονται λανθασμένα, το μόνο που απομένει είναι είτε η αναμόρφωσή τους είτε η εξολόθρευσή τους.[9]

Το συμφέρον

Το συμφέρον, το όφελος, το επιθυμητό για κάθε άνθρωπο είναι, κατά την Πολιτική Επιστήμη, και για κάθε κράτος ή ηγέτη, κατά την Επιστήμη των Διεθνών Σχέσεων, το κίνητρο για πολλές αποφάσεις και πράξεις, συμπεριλαμβανομένης και της πολιτικής κινητοποίησης ή δράσης: «ο καθένας επιδιώκει το δικό του συμφέρον» (Α.141.6). Το συμφέρον κυριαρχεί στις μικρές ή μεγάλες αποφάσεις των ανθρώπων και θεωρώ περιττό να υποστηρίξω με ιστορικά παραδείγματα τη σημασία του παράγοντα συμφέρον. Εννοείται, φυσικά, ότι το τι είναι συμφέρον για τον καθένα – αν είναι υλικό ή άϋλο ή σύνθεση των δύο – προσδιορίζεται από κάθε άτομο, ηγέτη ή κυβέρνηση.[10]

Κατά τον Θουκυδίδη, το να αποφασίζει και να δρα ο άν­θρωπος με βάση το συμφέρον, όπως επίσης και με βάση την τιμή και τον φόβο, είναι απόρροια της ανάγκης και της αν­θρώπινης φύσης. Στα δύο ήδη γνωστά εδάφια, το Α.75.3 και το Α.76.2, αναφέρει, πρώτον, ότι οι Αθηναίοι ανέλαβαν την ηγεμονία (την «άρχήν») – όπως, ενδεχομένως, και κάθε με­γάλη δύναμη έκτοτε – εξ αιτίας της ανάγκης και της ανθρώ­πινης φύσης και, δεύτερον, την ανέπτυξαν και προσπάθησαν να την διατηρήσουν εξαιτίας της τιμής, του φόβου και του συμφέροντος.

Η τιμή, ο φόβος και το συμφέρον έρχονται, συνεπώς, να προστεθούν στους δύο βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Μεταξύ των τριών, ο φόβος και το συμφέρον φαίνεται να επικρατούν στη σκέψη του Θουκυδίδη, αφού σε άλλα εδάφια εμφανίζονται μόνο αυτά τα δύο μεγέθη:

«ολόκληρη η υπόλοιπη Ελλάδα θα αγωνισθεί μαζί σας, άλλες πόλεις από φόβο και άλλες από συμφέρον» (Α.123.1)· και «τα εδώ πράγματα ορίζουμε με βάση το συμφέρον μας και… το φόβο μας για τους Συρακούσιους» (ΣΤ.85.1).

Η απλή ανάγνωση ή, ακόμη καλύτερα, η ποσοτική-στατιστική ανάλυση περιεχομένου («content analysis») του Πολέμου θα οδηγούσε κάποιον στο συμπέρασμα ότι ο φόβος είναι ο κυρίαρχος παράγων στη σκέψη του μεγάλου συγγραφέα, ο οποίος, ιδιαίτερα σύμφωνα με τους επικριτές του, περιέγραψε έναν κόσμο γεμάτο από φόβο. Πράγματι, στο σύνολο του κειμένου εντόπισα διακόσιες σαράντα οκτώ αποφάσεις, τις οποίες ο Θουκυδίδης αιτιολογεί με βάση το φόβο, είκοσι δύο που τον υπονοεί και άλλες ογδόντα έξι που τον αναφέρει για διαφορετικούς λόγους. Οι αναφορές στο συμφέρον, με τα ουσιαστικά «ξυμφέρον», «ὠφελία» και «ὠφέλιμον»[11] και τα αντίστοιχα ρήματα ή επίθετα, είναι λιγότερες: μόλις σαρά­ντα εννέα αποφάσεις αιτιολογούνται με βάση το συμφέρον, ενώ κατέγραψα και εξήντα εννέα επικλήσεις ή αναφορές σε αυτό.

Η ποιοτική ανάλυση του κειμένου, ωστόσο, δείχνει ότι ο Θουκυδίδης, σε μία ανάλυση κόστους-οφέλους, θεωρεί πως το συμφέρον είναι ισχυρότερο κίνητρο, ισχυρότερος παράγων για τις αποφάσεις, από το φόβο:

«κανείς … δεν αναγκάζεται από άγνοια των δεινών να κάνει πόλεμο και κανείς δεν αποτρέπεται από φόβο, αν πιστεύει ότι θα κερδίσει περισσότερα. (Ο πόλεμος) συμβαίνει όταν οι μεν κρίνουν ότι τα κέρδη θα είναι μεγαλύτερα από τα δεινά, οι δε είναι αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους, παρά να υποστούν την όποια ζημία των συμφερόντων τους» (Δ.59.2)· και «γνωρίζουμε ότι όσοι από υπερβολικό φόβο υποπτεύονται κάτι, εκείνη τη στιγμή παρασύρονται με ευχαρίστηση από τα λόγια, όταν όμως έρθει η ώρα της δράσης, κάνουν αυτά που τους συμφέρουν» (ΣΤ.83.3).

Επιπλέον, σε μία μοναδική περίπτωση σε ολόκληρο το κείμενο, το συμφέρον εξισώνεται με την ανάγκη:

«και τάχθηκαν με τη μία ή την άλλη πλευρά, όχι τόσο για λόγους δικαιοσύνης ή συγγένειας καταγωγής, αλλά όπως, στη συγκεκριμένη συγκυρία, επέβαλε στον καθένα το συμφέρον ή η ανάγκη» (Ζ.57.1).

Το συμφέρον, φυσικά, διακρίνεται στο γενικό και στο ατομικό, με τους πολίτες και τους ηγέτες να καλούνται να υπηρετήσουν το πρώτο. Ο Θουκυδίδης θέλει τον Περικλή να θεωρεί ότι

«η πόλη, που ακμάζει συνολικά, ωφελεί περισσότερο τους πολίτες, παρά αν ευτυχεί σε αυτήν ο κάθε πολίτης, ενώ η ίδια συνολικά δυστυχεί. Διότι, όσο και αν ευημερεί ένας πολίτης στις προσωπικές του υποθέσεις, αν καταστραφεί, η πατρίδα του χάνεται και αυτός μαζί της ενώ, αν δυστυχεί σε πατρίδα που ευημερεί, είναι πολύ πιθανό να διασωθεί» (Β.60.2-3).[12]

Ωστόσο, ηγέτες και λαός επιλέγουν το ατομικό συμφέρον, με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε αποφάσεις με σημαντικό κόστος ή με καταστροφικές συνέπειες. Αναφερόμενος στους διαδόχους του Περικλή, σημειώνει πως αυτοί σε όλα τα ζητήματα του πολέμου έκαναν τα αντίθετα,

«αλλά και σε ζητήματα φαινομενικά άσχετα με τον πόλεμο, ακολούθησαν, από προσωπική φιλοδοξία και για δικό τους κέρδος, επιζήμια για τους Αθηναίους και τους συμμάχους πολιτική, η οποία σε περίπτωση επιτυχίας θα απέφερε τιμή και ωφέλεια περισσότερο στα άτομα, σε αποτυχία όμως θα έβλαπτε την πόλη στη διεξαγωγή του πολέμου» (Β.65.7).

Σχολιάζοντας, εξάλλου, την καταστροφή στη Σικελία, θεωρεί πως έλαβε χώρα όχι από λανθασμένο υπολογισμό της ισχύος των αντιπάλων, αλλά διότι αυτοί, που αποφάσισαν την εκστρατεία, στις μετέπειτα σχετικές αποφάσεις τους «δεν ελάμβαναν υπόψη τα συμφέροντα εκείνων που είχαν εκστρατεύσει», αλλά τα δικά τους συμφέροντα που οδήγησαν στις διαμάχες για την ηγεσία του δήμου, οι οποίες αποδυνάμωσαν την εκστρατεία (Β.65.7).[13]

Ποιο είναι όμως το περιεχόμενο του συμφέροντος; Πρωταρχική ουσία του συμφέροντος για ανθρώπους και κράτη είναι η ασφάλεια,[14] της οποίας βασική έκφανση είναι η σωτηρία, η επιβίωση. Να πως περιγράφει ο Θουκυδίδης τα συμφέροντα των αντίπαλων πλευρών πριν από μία κρίσιμη μάχη στη Σικελία:

«οι Συρακούσιοι αγωνίζονταν για τη σωτηρία της πατρίδας τους και εκείνη τη στιγμή ο καθένας για τη δική του, καθώς και για την ελευθερία του στο μέλλον. Από τους αντιπάλους, οι Αθηναίοι για να γίνουν κύριοι της ξένης χώρας και να μη βλαφτεί η δική τους σε περίπτωση ήττας- οι Αργείοι και οι άλλοι ανεξάρτητοι σύμμαχοι πολεμούσαν για να κατακτήσουν … εκείνα για τα οποία εκστράτευσαν και να ξαναδούν νικητές την πατρίδα τους· οι υπήκοοι σύμμαχοι μάχονταν κυρίως για τη σωτηρία τους για την οποία, αν δεν νικούσαν, δεν θα είχαν καμία ελπίδα, και είχαν ως πρόσθετο κίνητρο ότι, αν βοηθούσαν τους Αθηναίους στην καταστροφή άλλων, θα ήταν ελαφρύτερη η δική τους υπο- τέλεια» (ΣΤ.69.3)

Περιεχόμενο και κύριο μέσο ή εργαλείο ικανοποίησης του συμφέροντος ανθρώπων και κρατών είναι, κατά τον Θουκυδίδη, η εξουσία – άποψη μέσω της οποίας ο συγγραφέας συνδέει το συμφέρον με την ανθρώπινη φύση. Ο αγώνας για την κατάκτηση της εξουσίας προκαλεί τον ανταγωνισμό και τις συγκρούσεις·[15] η διατήρησή της τα συντηρεί ενώ, σε μεγάλο βαθμό, διαφοροποιεί ακόμη και τα συμφέροντα του κράτους ή της πόλης που ασκεί την «ἀρχήν», την ηγεμονία. Συμφέρον του ηγεμόνα είναι να επεκτείνεται,[16] χωρίς να σκέπτεται πόσο,[17] να φθείρει τους αντιπάλους του μέσω τρίτων,[18] να αποφασίζει ανάλογα με την περίπτωση, με διαφορετικά σταθμά,[19] να εγκαθιστά συμφέροντα προς αυτόν πολιτεύματα (Α.76.1). Σε ένα κράτος, που άρχει, δεν συμφέρει το «ἄπραγμον» (Β.63.3), να είναι δηλαδή ανενεργό. Συνεπείς σε αυτό οι Αθηναίοι δηλώνουν καθαρά ότι εκστράτευσαν εναντίον των Μηλιών για το συμφέρον της ηγεμονίας τους και ότι σκοπός των διαπραγματεύσεων μαζί τους είναι να τους υποτάξουν χωρίς κόπο και χωρίς να τους καταστρέψουν, προς όφελος και των δύο (Ε.91.2). Στο ερώτημα των Μηλιών γιατί δεν συμφέρει στους Αθηναίους να τους αφήσουν να ζήσουν ειρηνικά, φίλοι αντί εχθροί και να μην είναι σύμμαχοι κανενός (Ε.94), οι Αθηναίοι αρνούνται, λέγοντάς τους ότι:

«δεν μας βλάπτει τόσο η έχθρα σας, όσο η φιλία σας, η οποία στους υπηκόους μας είναι απόδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος σας απόδειξη της δύναμής μας» (Ε.95).

Ουσιαστικά, η πραγματικότητα του πολέμου οδηγεί τον Θουκυδίδη να καταγράψει πως δεν υπάρχουν όρια ως προς το περιεχόμενο ή τον προσδιορισμό των συμφερόντων αυ­τού που άρχει (ηγεμόνα):

«για έναν άνθρωπο ή για μία πόλη, που ασκεί εξουσία, τίποτε δεν είναι παράλογο, εφόσον είναι συμφέρον, κανείς δεν είναι συγγενής,[20] αν δεν είναι πιστός· ο καθένας πρέπει να είναι εχθρός ή φίλος ανάλογα με τη συγκυρία» (ΣΤ.85.1).

Το συμφέρον συσπειρώνει πόλεις και πολίτες[21]και είναι ο υπέρτατος οδηγός είτε κατά την αντιμετώπιση κινδύνων[22] είτε κατά τη διαχείριση των υποθέσεων της ηγεμονίας, όπως στο θέμα της υπέρτατης τιμωρίας[23] ή μη των συμμάχων που αποστάτησαν:

«το ζήτημα, που πρέπει να μας απασχολήσει εάν είμαστε σώφρονες, δεν είναι αν αυτοί μας έβλαψαν, αλλά ποια είναι η ορθότερη για εμάς απόφαση. Διότι, όσο ένοχοι και αν απεδείκνυα ότι είναι, δεν θα συνιστούσα να τους θανατώσουμε γι’ αυτό εάν δεν συμφέρει, και αν απεδείκνυα ότι έχουν κάποια ελαφρυντικά, δεν θα συνιστούσα να τους συγχωρήσουμε εάν αυτό δεν είναι καλό για την πόλη» (Γ.44.1-2).[24]

Η σχέση νόμου και συμφέροντος είναι μικρή, αν δεν είναι ανταγωνιστική και αμοιβαίως αποκλειόμενη,[25] καθώς το συμφέρον υπερισχύει του δικαίου. Αυτό το δηλώνουν απερίφραστα οι Αθηναίοι:

«γνωρίζουμε και εμείς και εσείς ότι στην ανθρώπινη λογική το δίκαιο κρίνεται από την ίση ανάγκη και ότι οι ισχυροί πράττουν ό,τι επιτρέπει η δύναμή τους και οι ασθενείς συγχωρούν» (Ε.89).[26]

Φυσικά, η στάση αυτή δεν είναι συνήθης, καθώς τις περισσότερες φορές οι ισχυροί επιχειρούν να περιβάλουν το συμφέρον τους με το μανδύα των επιχειρημάτων του δικαίου. Για αυτό το θέμα οι Αθηναίοι επανειλημμένως καταγγέλλουν τους Σπαρτιάτες (Α.76.1, Ε.105.4). Ωστόσο και οι ίδιοι, τουλάχιστον στην περίοδο του Περικλή, παρουσιάζονται ως υποστηρικτές και αγωνιστές της ελευθερίας, στοιχείο που δεν έχει εκλείψει από τη συμπεριφορά των μεγάλων δυνάμεων μέχρι σήμερα:[27]

«και μόνοι εμείς βοηθούμε άφοβα τους άλλους, όχι τόσο από υπολογισμό του συμφέροντος, όσο από την πίστη μας στην ελευθερία» (Β.40.5).

Το σημαντικότερο, ωστόσο, για τη θεωρία της επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων είναι η καταγραφή ότι, πέραν της ανάγκης και της τυχόν προδιάθεσης της ανθρώπινης φύσης, το συμφέρον είναι ένας από τους κύριους παράγοντες αποφάσεων που οδηγούν σε συγκρούσεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό:

«αρχικά πολεμήσαμε θέλοντας να προάγουμε ο καθένας τα συμφέροντα της πόλης του και τώρα επιχειρούμε να συνδιαλλαγούμε.. .· αν δεν κατορθώσουμε να φύγουμε από εδώ έχοντας ικανοποιήσει ο καθένας εξίσου τα συμφέροντα μας, θα πολεμήσουμε και πάλι» (Δ.59.4).

Ο φόβος

Ο φόβος είναι συναίσθημα, είναι κατάσταση στην οποία μπορεί να περιέλθει ο κάθε άνθρωπος, απλός πολίτης ή ηγέτης, και επηρεάζει τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις του. Ο φόβος είναι ανθρώπινος και πρόκειται, τουλάχιστον βιβλικά, για το αρχαιότερο συναίσθημα, που γνωρίζουμε, μετά το προπατορικό «αμάρτημα».

Διότι το πρώτο, που κάνουν ή γνωρίζουν οι πρωτόπλαστοι μετά την απόφασή τους να γευθούν τον απαγορευμένο καρπό του δένδρου της γνώσης του καλού και του κακού, είναι να φοβηθούν τις συνέπειες, και το δεύτερο να μην αναλάβουν τις ευθύνες τους και να ρίξουν το βάρος ο Αδάμ στην Εύα και αυτή στον όφι.[28] Ο ανθρώπινος φόβος ανάληψης της ευθύνης είναι παρών και στην Καινή Διαθήκη η οποία καταγράφει τον δισταγμό τού «παρελθέτω απ’ εμού τό ποτήριον τούτο»[29] πριν το μαρτύριο της Σταύρωσης, επαινεί το θάρρος των Μυροφόρων που εμφανίζονται μετά την ταφή του Κυρίου ως οπαδοί του, αλλά παρουσιάζει και την τριπλή άρνηση του Πέτρου, από φόβο, να δηλώσει ότι είναι μαθητής του Χριστού.

Ο φόβος ωστόσο δεν είναι απλά ένα φαινόμενο που αναφέρεται σε ιερά κείμενα. Είναι μία κατάσταση πραγματική ανθρώπου και κοινωνιών, της οποίας το περιεχόμενο ποικίλλει στο χρόνο και στο χώρο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι ένα μέγεθος πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό· θυμίζω, εν συντομία, τις περιόδους εκείνες της ιστορίας που έχουν ονομασθεί «τρομοκρατία» ή τη λογική του αμοιβαίου φόβου στην αποτροπή, τις οικονομικές δραστηριότητες γύρω από το φόβο και την επέλευση του κινδύνου, αλλά και τη χρήση του για τη συσπείρωση της όποιας κοινωνικής ομάδας έναντι άλλων. Ο φόβος προκαλείται από την απειλή, την προοπτική του κόστους στο ίδιο το υποκείμενο και τα συμφέροντά του, ως συνέπεια της δικής του συμπεριφοράς ή τρίτων, καθώς και συμβάντων εκτός της σφαίρας που μπορεί να ελέγξει, όπως τα φυσικά φαινόμενα. Το ερώτημα, που απορρέει από την εννοιοδότηση του φόβου, είναι τι συγκεκριμένα μπορεί να φοβίζει τον άνθρωπο – τι, δηλαδή, θεωρεί ότι θα του προκαλέσει μικρότερο ή μεγαλύτερο κόστος,[30] πότε και με ποιον τρόπο – καθώς και πως, ενδεχομένως, τον διαχειρίζεται.

Για να βρω τις κατά τον Θουκυδίδη απαντήσεις, προχώρησα στην ανάλυση περιεχομένου («content analysis») του κειμένου του Πολέμου. Κατέγραψα, όπως ήδη έκανα προηγουμένως στη μελέτη του συμφέροντος, διακόσιες σαράντα οκτώ αποφάσεις που αιτιολογούνται ευθέως και αδιαμφισβήτητα βάσει του φόβου. Και λέω αδιαμφισβήτητα διότι στην καταγραφή των περιπτώσεων καταμετρώ εκείνες όπου ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί τις λέξεις φοβέω, φοβούμαι, φόβος, φοβερός, δείδω, καταδείδω, δέος, ἀδεώς, περιδεής, δει­νός, ὀκνῶ, ορρωδώ, καταπλήττομαι, ἐκπλήσσω, ἔκπληξις.[31] Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να προστεθούν και άλλες είκοσι δύο, κατά τις οποίες εμμέσως, πλην σαφώς, εννοεί­ται ότι οι αποφάσεις λήφθηκαν εξαιτίας του φόβου, είκοσι εννέα που τον καταγράφουν ως κατάσταση ή γεγονός, τριάντα που περιγράφουν τη λειτουργία του, εννέα τη χρήση του και δεκαοκτώ που αφορούν προσπάθειες αντιμετώπισης ή εκλογίκευσής του. Από το εν λόγω σύνολο προκύπτει μία σειρά αιτιών (α), χαρακτηριστικών λειτουργίας (β), και τρό­πων διαχείρισης (γ) του φόβου.

α. Αιτίες του φόβου

Οι αιτίες, που προκαλούν φόβο και προκύπτουν από την ανάλυση περιεχομένου του Πολέμου, είναι δέκα στον αριθμό. Πρώτη και σημαντικότερη αιτία είναι ο κίνδυνος για την επιβίωση της πόλης και, φυσικά, των ίδιων των ανθρώπων και της ελευθερίας τους, λόγω φυσικών μεγεθών, όπως ο σεισμός, τα ακραία καιρικά φαινόμενα (ΣΤ.70.1) ή και μία θανατηφόρα ασθένεια (Β.51.4, Β.57.1), όπως επίσης, πιο συχνά και κυρίως, η προοπτική κατάληψης της πόλης ή και καταστροφής της:[32]

«επειδή φοβήθηκαν για τους εκτός των τειχών, έστειλαν κήρυκα» (Β.5.5)· και «υψώθηκαν τότε πυρσοί ειδοποιώντας την Αθήνα για την εχθρική επιδρομή, όπου προκλήθηκε πανικός καθόλου μικρότερος από οποιονδήποτε άλλο στη διάρκεια του πολέμου. Οι κάτοικοι της πόλης νόμισαν ότι οι εχθροί είχαν ήδη εισπλεύσει στον Πειραιά, και οι του Πειραιά ότι η Σαλαμίνα είχε ήδη καταληφθεί και από στιγμή σε στιγμή θα εισέπλεαν στο λιμάνι» (Β.94.1)· και «ενώ είχαν έρθει να υποδουλώσουν άλλους, κατάντησαν να φεύγουν από φόβο μήπως αυτό συμβεί στους ίδιους» (Ζ.75.7).[33]

Δεύτερη αιτία πρόκλησης φόβου είναι ο κίνδυνος για την απώλεια υλικών αγαθών και φυσικών πηγών πλούτου. Τέτοια είναι η γεωργική παραγωγή (Δ.84.2), η ναυπηγήσιμη ξυλεία (Δ. 108.1) ή οι θησαυροί της πόλης:

«οι Συρακούσιοι … έστειλαν … φρουρά στο Ολυμπιείο, επειδή φοβήθηκαν μην καταλάβουν οι Αθηναίοι τα χρήματα που φυλάσσονταν εκεί» (ΣΤ.70.4).

Τρίτη πηγή φόβου είναι ο κίνδυνος, το κόστος ή οι συνέπειες για τη ζωή ή τα συμφέροντα αυτού που λαμβάνει αποφάσεις, συνήθως κάποιου ηγέτη:

«(ο Κλέων) προσπαθούσε να υπαναχωρήσει… διότι άρχισε να φοβάται επειδή δεν είχε φαντασθεί ποτέ ότι ο Νικίας θα τολμούσε πραγματικά να του παραχωρήσει τη θέση του» (Δ.28.2)· και «δέχτηκαν … να ανανεώσουν τους όρκους, ύστερα από παράκληση του Νικία, ο οποίος φοβόταν ότι, αν επέστρεφε στην Αθήνα χωρίς κανένα αποτέλεσμα, θα τον διέβαλαν οι εχθροί του» (Ε.46.4)· και «(Ο Αλκιβιάδης) επειδή φοβήθηκε, κατέφυγε πρώτα στον Τισσαφέρνη…» (Η.45.1)· και «φοβήθηκε μήπως … εάν επιστρέψει ο Αλκιβιάδης από την εξορία, του κάνει κακό» (Η.50.1).[34]

Ανάλογος φόβος, γνωστός στη σύγχρονη βιβλιογραφία,[35] είναι ο φόβος της ευθύνης ή της αποτυχίας: αυτός, που πρέπει να λάβει ή να εφαρμόσει μία απόφαση, είτε την αναβάλλει είτε μεταβιβάζει την ευθύνη της σε άλλους. Η νοοτροπία της μη ανάληψης ευθυνών καταγράφεται σήμερα σε μία σειρά λαϊκών εκφράσεων, όπως «το άφησε για τους επόμε­νους», «τους πέταξε το μπαλάκι», «έκρυψε τα προβλήματα κάτω από το χαλί», «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα;», «εσύ θα κάνεις τον ήρωα;» κλπ. Καταγράφεται επίσης από τον Θουκυδίδη, που παρουσιάζει δύο ηγέτες, έναν Αθηναίο και ένα Σπαρτιάτη, οπαδούς της ειρήνης, να ακολουθούν την ίδια συμπεριφορά:

«Ο Νικίας, επειδή ήθελε να εξασφαλίσει την υστεροφημία του όσο ακόμη δεν είχε υποστεί κάποια ατυχία και ο κό­σμος τον τιμούσε,… Θεωρούσε πως ο καλύτερος τρόπος, για να πετύχει αυτά, ήταν να αποφεύγει τους κινδύνους και να εμπιστεύεται όσο λιγότερο γίνεται την τύχη… Ο Πλειστοάναξ …, επειδή … οι εχθροί του τον διέβαλαν και έστρεφαν εναντίον του το θυμό των Λακεδαιμονίων κάθε φορά που είχαν κάποιον ατυχία…» (Ε.16.1).

Η ευθυνοφοβία, με την αναβλητικότητα που συνεπάγεται, προκαλεί τη διόγκωση του προβλήματος, τη συσσώρευση νέων προβλημάτων και τη μετέπειτα αδυναμία επίλυσής του(ς), είτε διότι έχει χαθεί η ευκαιρία είτε διότι το πρόβλημα δεν είναι πλέον διαχειρίσιμο. Τις συνέπειες της ευθυνοφοβίας περιγράφει με ενάργεια η φράση του Αμερικανού πολιτικού της δεκαετίας του 1950, Adlai Ε. Stevenson: «στα πεδία των δισταγμών κείνται τα μαυρισμένα οστά αμέτρητων εκατομμυρίων που, στην αυγή της νίκης, έγειραν να ξεκουραστούν και, καθώς ξεκουράζονταν, πέθαναν». Αντίστροφα, τη σημασία της αποφασιστικότητας για την ατομική, οικονομική και πολιτική ζωή υπογραμμίζει ο μύθος για το δίλημμα του Ηρακλή να επιλέξει ανάμεσα στο δρόμο της αρετής και της κακίας. Το ίδιο και οι γνωστές προσκλήσεις που αμέτρητες γενιές απευθύνουν προς τους νεώτερους της επόμενης γενιάς: «πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου», «πρέπει να αποφασίσεις τι θα κάνεις με το μέλλον σου».

Τέταρτη αιτία του φόβου στον άνθρωπο είναι το άγνω­στο:

«τώρα φοβούνταν (τους βαρβάρους) επειδή δεν τους γνώριζαν» (Δ. 114.4)· και «τους φοβάσθε… επειδή δεν τους γνωρίζετε…» (Δ. 126.3).[36]

Το άγνωστο συναρτάται με το μέλλον:

«τα δεινά, που φοβόταν ότι θα πάθουν στο άδηλο μέλλον ήταν τέτοια, για τα οποία δεν αρκούσαν τα δάκρυα» (Ζ.75.4).

Συναρτάται επίσης με το νέο:

«διότι κάθε στρατός στην αρχή προκαλεί μεγάλο φόβο» (ΣΤ.49.2)· και «γνωρίζοντας ότι και αυτός τώρα, κατά την πρώτη ημέρα, ενέπνεε τον μεγαλύτερο φόβο στους εχθρούς, ήθελε να επωφεληθεί το ταχύτερο από την κατάπληξη που προκαλούσε» (Ζ.42.3).

Τέλος, συναρτάται με το απροσδιόριστο:

«και γι’ αυτό οι Τετρακόσιοι δεν ήθελαν ούτε να υπάρχουν πραγματικά οι Πέντε Χιλιάδες, ούτε ήθελαν όμως να είναι γνωστό ότι δεν υπάρχουν. Διότι θεωρούσαν πως το να συμμετέχουν τόσοι πολλοί στην εξουσία θα ήταν καθαρά δημοκρατία ενώ, εξ άλλου, το άγνωστο θα δημιουργούσε φόβο των μεν προς τους δε» (Η.92.11).

Πέμπτος συντελεστής φόβου είναι η απειρία των ανθρώπων. Αυτή τους οδηγεί να μεγεθύνουν την αίσθηση του κινδύνου που αντιλαμβάνονται, με τις αντίστοιχες συνέπειες:

«τα φαινόμενα αυτά επέτειναν το φόβο εκείνων που πολεμούσαν για πρώτη φορά και είχαν ελάχιστη πολεμική εμπειρία…» (ΣΤ.70.1).[37]

Επόμενος, έκτος, συντελεστής φόβου, που αφορά το άτομο και αυτούς που λαμβάνουν αποφάσεις, είναι οι προηγούμενες αρνητικές εμπειρίες, οι οποίες είναι σκόπιμο να αποφευχθούν στο μέλλον:

«επειδή φοβήθηκαν μήπως επαναληφθεί ό, τι είχε γίνει στη Ναύπακτο, έτρεξαν να βοηθήσουν…» (Γ.78.2).

Τέτοιες εμπειρίες είναι λάθη ή παραλήψεις, που οδήγησαν σε ανεπιθύμητα αποτελέσματα (Α.95.7) ή πολιτικές εκτροπές (ΣΤ.53.3) ή ήττες και καταστροφές (Β.86.6, Ζ.71.1, Ζ.72.4).[38]

Έβδομη, σημαντική αιτία του φόβου, είναι ο αντίπαλος, ο εχθρός, ο οποίος μπορεί να βρίσκεται κοντά ή μακριά, να είναι Έλληνας ή βάρβαρος (Δ.125.1, Δ.126.3), να είναι μικρή ή μεγάλη δύναμη, όπως και το μέγεθος του, η ισχύς του, ο τύπος της ισχύος που διαθέτει. Σημαντική θέση μεταξύ των αντιπάλων κατείχαν και κατέχουν οι εκάστοτε μεγάλες δυνάμεις. Στον κόσμο και στο κείμενο του Θουκυδίδη τη σημαντικότερη θέση κατέχουν οι Αθηναίοι, που ασκούν την ηγεμονία, και οι Λακεδαιμόνιοι που επιχειρούν να την περιορίσουν ή και να τη διεκδικήσουν. Οι Αθηναίοι προ- καλούσαν φόβο λόγω της ισχύος τους (Α.67.2), λόγω της προοπτικής ακόμη μεγαλύτερης διεύρυνσης της ηγεμονίας τους (Α.36.1, Α.88.1) και της υποταγής και άλλων πόλεων σε αυτήν (Β.8.5), λόγω της ναυτικής τους ισχύος (Α.90.1) και της δυνατότητάς τους να αναλάβουν μακρινές εκστρατείες (ΣΤ.34.2) ή, σε συνδυασμό με την ισχύ τους, λόγω γειτνίασης (Ε.52.1) ή διαφορών κατά το παρελθόν (Δ.79.2). Για λιγότερους, αλλά αντίστοιχους λόγους, προκαλούσαν φόβο και οι Σπαρτιάτες, κυρίως σε πόλεις (Ε.29.1) ή περιοχές της Πελοποννήσου (Ε.50.3), σε συμμάχους (Ε.38.3) και, προς το τέλος του πολέμου, στους Πέρσες (Η.56.3).

Η όγδοη αιτία φόβου σχετίζεται με τις δυνάμεις του αντιπάλου κατά τη διεξαγωγή των πολεμικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα δε λόγω του αρνητικού συσχετισμού ισχύος. Ο επερχόμενος στρατός (Γ. 101.2) ή η εισβολή του στην πόλη (χώρα) πάντα δημιουργεί φόβο (ΣΤ.51.2). Ο φόβος είναι προφανής όταν οι δυνάμεις τους εχθρού είναι υπέρτερες σε αριθμό ανδρών (Β.76.3, Δ.10.4), πολεμικών πλοίων (Β.88.1, Γ. 11.6, Η.52.1), σε ποιότητα ανδρών (Η.89.2) ή σε πολεμική εμπειρία και διάθεση (Δ.126.1-3). Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων, φόβος δημιουργείται ως αποτέλεσμα των υπολογισμών κόστους-οφέλους των αντιμαχόμενων πλευρών. Η κάθε πλευρά μπορεί να υπολογίζει τον κίνδυνο του τακτικού πλεονεκτήματος που διαθέτει ο αντίπαλος (Δ.29.3), τον κίνδυνο να στερηθεί το πλεονέκτημα της βοήθειας που αναμένει (Γ. 105.4), να βρεθεί σε μειονεκτική θέση στο πεδίο των επιχειρήσεων (Γ.107.3, Ε.71.3, Η.105.3), να χειροτερέψει ο συσχετισμός ισχύος και να αυξηθεί το κόστος (Γ.113.6), να απολέσει το τακτικό πλεονέκτημα (Δ. 105.1) ή να αποκτήσει τακτικό πλεονέκτημα ο αντίπαλος (Δ.1.2, Δ.8.7, Ζ.73.3), να καθυστερήσει τις πολεμικές προετοιμασίες (ΣΤ.100.1), να υποστεί απώλειες (Δ.11.4). Φόβος δημιουργείται συχνά και από τον αιφνιδιασμό που θα προκαλέσει ο αντίπαλος, είτε από τον τρόπο που μάχεται (Δ.34.2, Ε.10.6, 2.42.2) είτε από την ξαφνική αύξηση των δυνάμεων του, καθώς «ενισχύσεις, επερχόμενες κατά τη διάρκεια της μάχης, προξενούν στον εχθρό περισσότερο φόβο, παρά η δύναμη με την οποία ήδη μάχεται» (Ε.9.8)· «μεγαλύτερο φόβο προ- καλούν εκείνοι που χτυπούν πρώτοι και δείχνουν εξαρχής ότι θα αντισταθούν» (ΣΤ.34.7)· και «αν … τους επιτεθούν ξαφνικά, όσο ακόμη αυτοί τους περιμένουν φοβισμένοι, σί­γουρα θα τους νικήσουν (ΣΤ.49.2).[39]

Αιφνιδιασμό και φόβο προκαλούν και τα απροσδόκητα ή απρόβλεπτα γεγονότα:

«οι απροσδόκητες ατυχίες … τους τρόμαξαν πολύ και φοβήθηκαν μήπως περιπέσουν και πάλι σε συμφορά… Γι’ αυτό και απρόθυμα πήγαιναν στις μάχες και πίστευαν πως, ό, τι κιαν επιχειρούσαν, θα αποτύχαιναν» (Δ.55.3-4).[40]

Επόμενη αιτία φόβου, ένατη, είναι οι κίνδυνοι που απορρέουν από τους συσχετισμούς ισχύος λόγω ύπαρξης ή μη συμμαχιών. Τα κράτη (πόλεις) ή, αντιστοίχως, οι άνθρωποι, φοβούνται πρώτα να μην απομονωθούν (Α.31.2, Ε.40.1), φοβούνται να μη νικηθούν οι σύμμαχοί τους και, εξ αυτού, απολέσουν παράγοντες ισχύος[41] ή, χειρότερα, να μην αποστατήσουν οι σύμμαχοί τους και επωφεληθούν οι αντίπαλοί τους (Δ. 108.1, Ε.14.2, ΣΤ.76.1)· ακόμη φοβούνται μήπως δημιουργηθούν αντίπαλες συμμαχίες (Ε.44.3, ΣΤ.21.1).

Τέλος, δέκατη πηγή φόβου είναι οι εσωτερικοί αντίπαλοι και κίνδυνοι. Για τις αντίπαλες παρατάξεις φόβο προκαλεί το ενδεχόμενο επικράτησης της μίας ή της άλλης (Δ.71.1), όπως δηλαδή για τους δημοκρατικούς η ανατροπή της κατάστασης από τους ολιγαρχικούς (Γ.75.5) ή η άσκηση βίας (Γ.93.2) και η προσπάθεια επιβολής τυραννίας (ΣΤ. 15.4). Για τους Λακεδαιμόνιους, ειδικά, πάγιος φόβος ήταν μία πιθανή επανάσταση των Ειλώτων και η ανατροπή της κατάστασης στη Σπάρτη.[42]

β. Η λειτουργία του φόβου

Ο φόβος διεισδύει στους ανθρώπους, λειτουργεί στη σκέψη τους, τους επηρεάζει και παράγει αποτελέσματα, οδηγώντας τους σε μία σειρά από συμπεριφορές. Αυτές, μετά τη μελέτη τους, τις κατατάσσω σε δύο κατηγορίες: τις φοβικές συμπεριφορές, εκείνες δηλαδή που δηλοποιούν υποχώρηση στο φόβο, και τις ενεργητικές, εκείνες που εκφράζουν την αντί δράση του ανθρώπου ή των κρατών σε αυτόν· τις παρουσιάζω δε κατά σειρά βαθμού αντίδρασης, προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση, από την πλέον ήπια στην πλέον έντονη.

i. Υποχώρηση στο φόβο

Μεταξύ των συμπεριφορών, στις οποίες καταγράφεται υποχώρηση έναντι του φόβου, αρμόζει να αναφέρω πρώτη την αδρανοποίηση των ανθρώπων και της πνευματικής τους λειτουργίας, της ίδιας τους της σκέψης: «ο φόβος παραλύει τη σκέψη» (Β.87.4). Τούτο οδηγεί σε αναποφασιστικότητα, σε αναβολή υιοθέτησης αποφάσεων ή μη εκτέλεσής τους:

«οι Λακεδαιμόνιοι, που … πρωτύτερα εξέταζαν την περίπτωση να εκστρατεύσουν εναντίον της Αθήνας, δίσταζαν … και αναλογίζονταν τους κινδύνους» (ΣΤ.93.1)· και «καταρτίζουμε τα σχέδια όταν είμαστε ασφαλείς, υστερούμε όμως στην εκτέλεσή τους εξαιτίας του φόβου» (Α. 120.5).

Οδηγεί ακόμη σε σύγχυση (Ζ.80.3), κλονισμό της αυτοπεποίθησης (Δ.55.4, Δ.56.1), έντονη ανασφάλεια (Η. 1.2) και λανθασμένες εκτιμήσεις:

«νόμιζαν ότι ο εχθρός φθάνει (στην Αθήνα) από στιγμή σε στιγμή» (Η.96.3)

Η δεύτερη και συναφής αρνητική συνέπεια καταγράφεται στην ελευθερία της έκφρασης και δράσης, τις οποίες διασφαλίζουν τα «νηφάλια» πολιτεύματα (Η.64.5) ή το ήρεμο διεθνές περιβάλλον. Ωστόσο, σε περιόδους κακού πολιτικού κλίματος και λαϊκισμού, εσωτερικής ή εξωτερικής αστάθειας και έντασης, η ελευθερία πλήττεται. Μεταξύ των πρώτων, που σιωπούν από το φόβο των προσωπικών συνεπειών, είναι οι πολιτικοί, εκείνοι δηλαδή που θα έπρεπε να μπορούν να συμβουλεύσουν ορθά τους πολίτες (Γ.42.4, ΣΤ.24.4). Η εν λόγω κατάσταση επιτείνεται όταν το κράτος (πόλη) καταλαμβάνεται από εξωτερικό εχθρό ή ελέγχεται από τυράννους (Η.66.2, Η.92.11).

Τρίτη συνέπεια είναι η υποχώρηση της πλευράς που φοβάται και η αποδοχή διαπραγματεύσεων με τους αντιπάλους. Τούτο μπορεί αρχικά να σημαίνει απλώς την έναρξη των συνομιλιών (Γ.80.1, Δ.66.3), μπορεί όμως να σημαίνει και την απευθείας αποδοχή των προτάσεων του αντιπάλου:

«οι Αθηναίοι δέχτηκαν τις προτάσεις τους, επειδή και εκείνοι φοβούνταν ότι δεν ήταν ικανοί να πολεμήσουν εναντίον ολόκληρης της Λέσβου» (Γ.4.3).

Τέταρτη, αρνητικού χαρακτήρα, συμπεριφορά, που προκαλεί ο φόβος, είναι η άτακτη υποχώρηση στο πεδίο της μάχης, η φυγή. Ο φόβος ενσκήπτει στο στράτευμα, οι στρατιώτες πανικοβάλλονται και εγκαταλείπουν ατάκτως τις θέσεις τους, με ό, τι αυτό συνεπάγεται:

«ο φόβος τους παρέσυρε σε φυγή και το μεγαλύτερο μέρος του στρατού τους» (Γ.108.1)· και «από τους φρουρούς, λίγοι αντιστάθηκαν στην αρχή … οι περισσότεροι όμως φοβήθηκαν και ετράπησαν σε φυγή» (Δ.68.2).

Τέλος, ο φόβος είναι ένα γνωστό εργαλείο εκείνου του ανθρώπου ή του κράτους, συνήθως ισχυρού, που φοβίζει και, αντιστοίχως, οδηγεί εκείνον που φοβάται σε παράδοση[43] ή σε υποταγή:

«οι ηγεμόνες τον ακολούθησαν, όχι για χάρη, αλλά από φόβο» (Α.9.3)· «την πίστη, που στους άλλους διασφαλίζει κυρίως η θετική διάθεση, σε εμάς επέβαλε ο φόβος, και από φόβο περισσότερο, παρά από φιλία, ήμασταν σύμμαχοι» (Γ.12.Ι)· και «επειδή οι μεν πολίτες ήταν συνηθισμένοι από πριν να τον φοβούνται… μπόρεσε πολύ εύκολα να επιβληθεί» (ΣΤ.55.3).

Μάλιστα, ο φόβος, που αποπνέει ο ισχυρός, μπορεί να λειτουργεί και να φέρει τα αποτελέσματα του από απόσταση, προστατεύοντας τα συμφέροντα του ισχυρού και των συμμάχων του και, κυρίως, περιορίζοντας τη δράση των αντιπάλων. Πρόκειται για μία λειτουργία ευρύτατα διαδεδομένη ανά τους αιώνες και γνωστή από την αρχαιότητα, όπως αποδεικνύει το κείμενο:

«γιατί καθένας, σε κάθε τόπο, ακόμη και όπου δεν είμαστε παρόντες, και αυτός που θεωρεί ότι θα αδικηθεί και εκείνος που σκέφτεται να αδικήσει, επειδή ο ένας βάσιμα ελπίζει ότι θα βοηθηθεί από εμάς και ο άλλος φοβάται ότι, αν φθάσουμε, το εγχείρημά του θα καταστεί επικίνδυνο, αναγκάζονται αμφότεροι, ο μεν ένας να συγκρατείται άκων, ο δε άλλος να σώζεται χωρίς καν να προσπαθήσει» (ΣΤ.87.4).

Πάντως, είτε από κοντά είτε από απόσταση, η βιβλιογραφία των Διεθνών Σχέσεων καταγράφει ως αποτέλεσμα του φόβου τις στρατηγικές της υποχώρησης, μεταξύ των οποίων και η στρατηγική του κατευνασμού κράτους από κράτος.[44] Πρόκειται για μία στρατηγική η οποία, στην καλύτερη περίπτωση, επιδιώκει συνειδητά να κερδηθεί χρόνος. Συνήθως όμως οφείλεται στο φόβο αντιμετώπισης του αντιπάλου και στηρίζεται στη φρούδα ελπίδα ότι ο εξευμενισμός του θα αποτρέψει μεγαλύτερα κακά. Η ιστορία του 20ού αιώνα κλη­ροδότησε στην ορολογία της πολιτικής τον όρο «Μόναχο», ως το παράδειγμα κατευναστικής πολιτικής των Ευρωπαίων ηγετών έναντι του Χίτλερ, στη συνάντησή τους που έγινε στο Μόναχο το 1938, λόγω του φόβου ανάληψης της ευθύνης σύγκρουσης μαζί του. Ο κατευναστικός αυτός συμβιβασμός είχε ως συνέπεια την ενθάρρυνση των κατακτητικών σχεδίων του Χίτλερ.[45]

ii. Αντίδραση στο φόβο

Στη δεύτερη κατηγορία, αυτήν των συμπεριφορών αντίδρασης στο φόβο, οι πλέον ήπιες μορφές είναι εκείνες που συνδέονται με τη σώφρονα συμπεριφορά και τον προβληματισμό ως προς το πώς θα αντιμετωπισθεί με νηφαλιότητα ο κίνδυνος:

«καθώς, εξ αιτίας της αβεβαιότητας, φοβόμαστε εξίσου, μόνο μετά από πολλή σκέψη ερχόμαστε σε σύγκρουση» (Δ.62.4).

Η αντίδραση αυτή είναι μάλλον σπάνια και αποδεικνύει ψυχραιμία και ικανότητα, την οποία ο Θουκυδίδης αποδίδει στην ποιότητα των πολιτών και του συστήματος της δημοκρατίας:

«ο φόβος της συγκυρίας, όπως συνήθως συμβαίνει στις δημοκρατίες, τους διέθεσε προς διαγωγή σώφρονα» (Η. 1.4).

Συναφής, και άρρηκτα συνδεδεμένη με το σκοπό της επιβίωσης και της επιτυχούς αντίδρασης, είναι επίσης και η μυστικότητα σκέψης και δράσης: «από φόβο … εργαζόταν μυστικά» (Α.57.4).

Δεύτερη μορφή αντίδρασης στον φόβο και στον κίνδυνο, που πιθανώς τον προκαλεί, είναι η συσπείρωση αυτών που φοβούνται ή απειλούνται. Ο Θουκυδίδης, εκτός του συμφέροντος, θεωρεί τον φόβο έναντι του αντιπάλου ως την κύρια αιτία συσπείρωσης και δημιουργίας συμμαχιών εν γένει (Γ. 101.2). Πρόκειται επίσης για την κύρια αιτία συμμαχιών στην Πελοπόννησο κατά των Σπαρτιατών (Ε.29.1) ή τη μία από τις δύο αιτίες συσπείρωσης μέρους των Ελλήνων εναντίον των Αθηναίων (Α. 123.1), όπως και της συσπείρωσης των Σικελιωτών που οδήγησε στην εκεί καταστροφή τους:

«αυτοί, που εκστρατεύουν (μακριά), δεν μπορεί ποτέ να είναι περισσότεροι από τους αντιπάλους τους και τους γείτονες τους, τους οποίους ενώνει όλους ο φόβος» (ΣΤ.33.5)

Επιπλέον, ο φόβος του αντιπάλου συμβάλει και στην ενί­σχυση και διατήρηση των υφιστάμενων συμμαχιών:

«ο φόβος του αντιπάλου διασφαλίζει την πίστη στη συμμαχία» (Γ.11.2)· και «από φόβο προς τους Αθηναίους διατηρούσαν τη συμμαχία με τους Λακεδαιμονίους» (Ε.11.1)· όπως και «από το φόβο έναντι των Συρακουσίων, μας είναι ακόμη πιστοί» (Ζ.77.6).[46]

Επόμενη μορφή αντίδρασης είναι η ανάληψη πρωτοβουλιών, μέτρων και δράσης. Σε αντίθεση με την παράλυση της σκέψης και τη σιωπή μπροστά στο φόβο, μία ενεργητική αντίδραση είναι το να συζητηθούν οι τυχόν αντιδράσεις:

«τη στιγμή που η πόλη κινδυνεύει, δεν θα σιωπήσω από φόβο» (ΣΤ.33.1).

Άλλη, συνήθης ανά τους αιώνες, αντίδραση είναι να γίνουν προετοιμασίες προς αντιμετώπιση του κινδύνου και διασφάλιση της άμυνας του κράτους (πόλης):

«οι προπαρασκευές που κάνετε εξ αιτίας του φόβου για τον κίνδυνο είναι ό, τι πιο χρήσιμο μπορεί να συμβεί» (ΣΤ.34.9).

Σε έκτακτες δε συνθήκες, λαμβάνονται και έκτακτα μέτρα, ξεπερνώντας κάθε τυχόν υφιστάμενο εμπόδιο, όπως στην περίπτωση των Αθηναίων μετά την καταστροφή στη Σικελία:

«υπό το κράτος του φόβου κατάργησαν αμέσως τις ποινές που προέβλεπε ο νόμος εναντίον εκείνου, ο οποίος θα εισηγείτο ή θα έθετε σε ψηφοφορία πρόταση για να χρησιμοποιηθούν τα χίλια τάλαντα, τα οποία με μεγάλη επιμονή διατήρησαν άθικτα σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, και ψήφισαν να χρησιμοποιήσουν για να εξοπλίσουν πολλά πλοία» (Η.15.1).[47]

Σε αυτήν την κατηγορία, της αντιμετώπισης του φόβου μέσω αντίδρασης, πρέπει να ενταχθούν και οι καταγεγραμμένες από τη στρατιωτική ιστορία «θυσίες» των λίγων με στόχο να αποφευχθούν αρνητικές, επαπειλούμενες συνέπειες ή δεινά σε μεγαλύτερο αριθμό ατόμων, όπως η πλέον γνωστή περίπτωση των 300 του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες. Εδώ επίσης πρέπει να ενταχθούν και οι αποφάσεις ανάληψης ευθύνης για λανθασμένες αποφάσεις, οι οποίες ποικίλλουν στο χρόνο και στην κουλτούρα. Η παραίτηση για «λόγους ευθιξίας» και, ενδεχομένως, η απομάκρυνση από τη δημόσια ζωή, είναι γνωστή στους πολιτικούς· η αυτοκτονία λόγω αποτυχίας ήταν διαδεδομένη στους στρατιωτικούς, κυρίως το 19° αιώνα· το «χαρακίρι» ήταν διαδεδομένο στην Ιαπωνία ενώ σήμερα, στην ίδια χώρα, φέρεται πως οι αποτυγχάνοντες διευθυντές επιχειρήσεων εξιλεώνονται με εντός της εταιρείας αυτοδιαπόμπευση.

Τέλος, τέταρτη ομάδα ή τύπος αντιδράσεων είναι η βίαιη συμπεριφορά. Στο επίπεδο των ατόμων, ο φόβος προκαλεί ενστικτώδεις και παράτολμες αντιδράσεις εκ μέρους αυτού που φοβάται (ΣΤ.59.1), προκαλεί ενέργειες εκφοβισμού με κατεύθυνση εκείνους που ορίζονται ως η αιτία του φόβου (ΣΤ.59,2) ή προσπάθειες παραγωγής φόβου με στόχο τη συγκάλυψη κάποιου άλλου:

«όσοι για δικούς τους λόγους φοβούνται, θέλουν να κάνουν και την πόλη να φοβάται για να συγκαλύψουν κάτω από τον γενικό φόβο τον δικό τους» (ΣΤ. 36.2).

Στο επίπεδο των συλλογικών οντοτήτων, κρατών ή πόλεων, ο φόβος προκαλεί πόλεμο. Για τον Θουκυδίδη, ο φόβος εξαιτίας της αύξησης της ισχύος της Αθήνας συνιστά την πρωταρχική και πραγματική αιτία του πολέμου:

«Οι Λακεδαιμόνιοι ψήφισαν ότι … έπρεπε να γίνει πόλεμος, όχι τόσο γιατί πείστηκαν από τους λόγους των συμμάχων τους, όσο επειδή φοβούνταν ότι οι Αθηναίοι θα αυξήσουν ακόμη πιο πολύ τη δύναμη τους…» (Α.88.1).[48]

γ. Η διαχείριση του φόβου

Από τη μελέτη των αιτίων και της λειτουργίας του φόβου, που προηγήθηκε, προκύπτει ότι η γνώση της χρήσης του φόβου ήταν δεδομένη και χρησιμοποιούνταν από τους αντιπάλους ως μία μορφή δράσης κατά του εχθρού, η οποία σήμερα αποκαλείται ψυχολογικές επιχειρήσεις. Είναι λογικό, εφόσον κάποιος γνωρίζει τι προκαλεί φόβο και ποιες είναι οι πιθανές αντιδράσεις σε αυτόν, να γνωρίζει ότι, προκαλώντας συγκεκριμένο φόβο, θα αποκομίσει συγκεκριμένες αντιδράσεις. Οι Κορίνθιοι, για να αποτρέψουν τη συμμαχία των Αθηναίων με τους Κερκυραίους, προειδοποιούν τους πρώτους ότι οι δεύτεροι τους φοβίζουν επικαλούμενοι την προοπτική του πολέμου για να τους παρασύρουν σε «άδικες», κατ’ αυτούς, πράξεις (Α.42.2). Οι Αθηναίοι στρατηγοί, επιδιώκοντας την παράδοση των Μηλίων, τους προειδοποιούν για τα δεινά που θα υποστούν στην αντίθετη περίπτωση (Ε.103). Ο Νικίας, θέλοντας να εμποδίσει την απόφαση για εκστρατεία στη Σικελία και γνωρίζοντας πώς δημιουργείται και λειτουργεί ο φόβος, συμβουλεύει πως οι Έλληνες της Σικελίας θα τους φοβούνταν περισσότερο εάν δεν πήγαιναν εκεί (ΣΤ. 11.4). Τέλος, ο Αλκιβιάδης προτείνει στους Σπαρτιάτες να χτίσουν ένα οχυρό στη Δεκέλεια, εντός της Αττικής, πράγμα που, όπως υποστηρίζει, οι Αθηναίοι ανέκαμψαν φοβούνταν πάρα πολύ και ήταν το μόνο κακό του πολέμου που δεν είχαν δοκιμάσει· και συμπληρώνει:

«ο πιο βέβαιος τρόπος για να βλάψει κανείς τους εχθρούς του είναι να μάθει τι ακριβώς εκείνοι φοβούνται πιο πολύ και… να τους το κάνει» (ΣΤ. 91.6).

Γνώση υπήρχε και για τα όρια του φόβου. Ξεκινώντας από την ποιοτική ιεράρχηση, που κάνει ο Θουκυδίδης, ανάμεσα στο φόβο και το συμφέρον (Δ.59.2), προκύπτει ξεκάθαρα ότι το πρώτο όριο στο φόβο το θέτει το συμφέρον. Ο φόβος αδυνατεί να εμποδίσει ή να συγκρατήσει συμπεριφορές, ακόμη και τον πόλεμο, εφόσον τα προσδοκώμενα οφέλη αναμένονται μεγαλύτερα από το όποιο κόστος μπορεί να προκαλέσει η όποια απόφαση και δράση. Το δεύτερο όριο στο φόβο το θέτουν η κατάπτωση των ηθών, η απελπισία και η βεβαιότητα της ατιμωρησίας, παράγοντες που εμφανίστηκαν στις εμφύλιες συρράξεις και αθροίστηκαν στην περίπτωση του λοιμού της Αθήνας:

«δεν τους συγκροτούσε κανένας φόβος θεών ή νόμος ανθρώπων, αφενός γιατί έκριναν, βλέποντας πως όλοι χάνονταν ανεξαιρέτως, ότι ήταν το ίδιο να δείχνουν σεβασμό ή όχι, αφετέρου γιατί κανείς δεν περίμενε ότι θα ζούσε μέχρι να γίνει δίκη και να τιμωρηθεί για τις ανομίες του…» (Β.53.4).

Όριο στο φόβο συνιστά και η εξοικείωση με τον κίνδυνο που τον προκαλεί, με αποτέλεσμα τον περιορισμό του και την πιθανή δυνατότητα διαχείρισής του. Ό, τι γίνεται γνωστό, συνηθισμένο ή βρίσκεται κοντά προκαλεί λιγότερο ή και καθόλου φόβο από ό, τι είναι άγνωστο και σε απόσταση. Αν δε αυτό συνδυασθεί με την μη επέλευση του κινδύνου, τότε ο φόβος μπορεί να ξεπερασθεί και μάλιστα να οδηγήσει σε καταφρόνηση του αντιπάλου. Τούτο ακριβώς περιγράφεται ότι συνέβη με τους Αθηναίους που επιτέθηκαν στη Σφακτηρία εναντίον των Σπαρτιατών, των οποίων η φήμη, ως ικανών πολεμιστών, ήταν η μέγιστη δυνατή και αρχικά φαινόταν να ανατρέπει την αριθμητική υπεροχή των επιτιθεμένων:

«οι Αθηναίοι είχαν πάρει θάρρος, πιο πολύ από την προφανή αριθμητική υπεροχή τους, και επίσης είχαν συνηθίσει να μη βλέπουν πια τους αντιπάλους τους τόσο φοβερούς όσο πριν, καθώς δεν είχαν υποστεί εξ αρχής ζημίες ανάλογες με εκείνες που περίμεναν … και το ηθικό τους ήταν πεσμένο επειδή θα αντιμετώπιζαν Λακεδαιμονίους, τότε, καταφρονώντας τους … όρμησαν εναντίον τους…» (Δ.34.1).[49]

Μέσα στο πλαίσιο αυτό, που διαμορφώνεται από τα αίτια, τη λειτουργία και τα όρια του φόβου, πρέπει να εξετάσει κανείς και τις προσπάθειες διαχείρισης του φόβου που αναφέρει Θουκυδίδης. Αυτές εμπεριέχονται στους λόγους των ηγετών πριν τις κρίσιμες αποφάσεις για ειρήνη ή πόλεμο και, περισσότερο, πριν την έναρξη της μάχης, ώστε να ενθαρρυνθούν οι στρατιώτες. Κοινό χαρακτηριστικό όλων είναι η προσέγγιση του φόβου με τον λόγο και η πρόσκληση προς τους παρισταμένους για αντιμετώπισή του.

Η διαχείριση ξεκινά με την άρνηση του φόβου, έστω και ρητορική. Τέτοιες είναι οι περιπτώσεις του Κλέωνα, που δήλωσε από βήματος ότι δεν φοβάται τους Λακεδαιμονίους (Δ.28.4), αλλά και του Αλκιβιάδη ο οποίος, αναλαμβανόμενος το φόβο των Αθηναίων στο πρόσωπό του λόγω νεότητας και την εμπιστοσύνη τους στον ηλικιωμένο Νικία, προσπάθησε να αντισταθμίσει ή να εξουδετερώσει το φόβο των Αθηναίων μέσω του συμφέροντος, προτείνοντάς τους να χρησιμοποιήσουν «για το συμφέρον τους» και τους δύο (ΣΤ. 17.1).

Δεύτερο βήμα στις προσπάθειες αντιμετώπισης του φόβου είναι η συζήτηση και η αντίδραση σε μία βάση με διάθεση πραγματισμού. Η λογική της προσέγγισης αυτής αποδέχεται ότι οι εμπλεκόμενοι βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης, ο κίνδυνος είναι αυτός που είναι και δεν υπάρχει άλλη επιλογή, παρά να αντιμετωπισθεί χωρίς λάθη από την πλευρά τους (ΣΤ.79.3), χωρίς πολλή συζήτηση, ενστικτωδώς ίσως, με αποφασιστικότητα και ταχύτητα:

«Κανένας σας στην κρίσιμη αυτή στιγμή να μη θελήσει να φανεί συνετός, λαμβάνοντας υπόψη τον μεγάλο κίνδυνο που μας περιβάλει· αντίθετα, πρέπει να αντιμετωπίσει τον εχθρό με ελπίδα μαζί και με απερισκεψία, πιστεύοντας ότι θα νικήσει σε έναν τέτοιο αγώνα· διότι σε καταστάσεις ανάγκης όπως αυτή, κάθε υπολογισμός είναι μάταιος, και εκείνο, που χρειάζεται, είναι η τάχιστη αντιμετώπιση του κινδύνου» (Δ.10.1)

Επόμενο βήμα στη διαχείριση του φόβου είναι η αμφισβήτηση του κινδύνου που τον προκαλεί και, εμμέσως, η υποτίμησή του (ΣΤ.33.4). Αν αυτό δεν αρκέσει, τότε μπορεί να ακολουθήσει μία έμμεση καταγγελία εκείνων που φοβούνται ή και μία δημόσια επίκληση στο θάρρος αυτών που εμπλέκονται, καθώς είναι δύσκολο για οποιονδήποτε να δηλώσει δημόσια ότι φοβάται:

«αλλά ούτε και το πλήθος των καραβιών τους θα ωφελήσει, εάν κανείς από σας φοβάται, επειδή δεν πρόκειται να ναυμαχήσει με ίση δύναμη» (Ζ.67.3).

Στα παραπάνω, και με στόχο τη μετρίαση έστω του φόβου, μπορεί να προστεθεί και μία αναφορά στο βάσιμο γεγονός ότι και ο αντίπαλος, ο κάθε αντίπαλος, φοβάται, ενδεχομέ­νως και περισσότερο:

«αντίθετα, εσάς φοβούνται περισσότερο και δικαιολογημένα … επειδή τους νικήσατε προηγουμένως και επειδή πίστευαν ότι δεν θα αντιστεκόσασταν…» (Β.89.5).

Η ανάλυση της κατάστασης, η παρουσίαση των συσχετισμών ισχύος ή η εκτενής αναφορά στα αίτια μίας αποτυχίας ή μίας ήττας συνιστά μία ακόμη τακτική διαχείρισης του φόβου, η οποία αποσκοπεί στην εκλογίκευση του φόβου.

Με μία τέτοια ανάλυση στα αίτια της ήττας προσπάθησαν οι ηγέτες των Πελοποννησίων να ενθαρρύνουν τους στρατιώτες τους, θεωρώντας το φόβο τους για την επόμενη ναυμαχία αδικαιολόγητο· ανέφεραν την έλλειψη προετοιμασίας, την απειρία τους στη θάλασσα, τα μαθήματα που πήραν από τα λάθη τους, την ατυχία, εξήγγειλαν την τιμωρία των δειλών και την επιβράβευση των γενναίων, και κατέληξαν:

«δεν νικηθήκαμε, λοιπόν, από δική μας ανανδρία και δεν είναι σωστό το φρόνημα, που δεν νικήθηκε από την ισχύ και που διατηρεί μέσα του δύναμη να ανταποδώσει, να εξα- σθενεί εξαιτίας μίας αποτυχίας· θεωρείστε ότι οι άνθρωποι ενδέχεται να υφίστανται αποτυχίες…» (Β.87.3).

Την τακτική της ενθάρρυνσης είχε υιοθετήσει ο Περικλής και εφήρμοζε όταν χρειαζόταν (Β.65.9). Σε αυτήν τη λογική εντάσσονται και οι πολύ σημαντικές δημηγορίες του πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, είτε όταν εξηγεί τη στρατηγική της Αθήνας και τους συντελεστές ισχύος της (Α.140, Β.13) είτε στον «Επιτάφιο» (Β.35), μετά τη λήξη του πρώτου έτους όταν, επαινώντας την Αθήνα, επιχειρεί να ανυψώσει

Τέλος, στο κείμενο καταγράφεται ο ρόλος που παίζει μία θετική εμπειρία, όπως μία, μικρή έστω, στρατιωτική επιτυχία:

«Η νίκη … ήρθε στην πιο κατάλληλη στιγμή. Διότι, ενώ μέχρι τότε φοβούνταν τον Πελοποννησιακό στόλο, εξ αιτίας των επανειλημμένων μικρών αποτυχιών τους και της μεγάλης καταστροφής τους στη Σικελία, τώρα απηλλάγησαν από το να κατηγορούν τους εαυτούς τους και από το να θεωρούν τους εχθρούς τους άξιους στα ναυτικά (Η. 106.1-2).

Τούτο σημαίνει ότι ο Θουκυδίδης διαπίστωσε το συγκεκριμένο φαινόμενο ή τακτική, την οποία όμως δεν φαίνεται να ακολουθούν οι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της εποχής του, καθώς πουθενά στο κείμενο δεν εντοπίζεται η επιδίωξη μικρών στρατιωτικών ή άλλων επιτυχιών με στόχο τη μείωση του φόβου και την ενίσχυση του ηθικού των στρατιωτών. Πρόκειται για μία τακτική, την οποία συναντάμε στο πρόσφατο παρελθόν· για παράδειγμα, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, επιδίωξε, μεταξύ άλλων, εύκολες και γρήγορες νίκες, όπως στην επιχείρηση της Γρενάδας (1983), με στόχο να περιορισθούν οι αρνητικές συνέπειες των κατά την προηγούμενη δεκαετία αποτυχιών τους στο Βιετνάμ και στο Ιράν και να αναπτερωθεί το ηθικό των ενόπλων δυνάμεών τους.

Η τιμή και η αισχύνη[50]

Η επιδίωξη, δημιουργία, διατήρηση και διαχείριση της «τιμής», με τη σημερινή έννοια της δόξας, της αναγνώρισης, της καταξίωσης, της θετικής φήμης (κύρος), του θαυμασμού ή και, αντίθετα, η προσπάθεια αποφυγής της απαξίωσης, της αρνητικής φήμης και των επιφυλάξεων εκ μέρους των άλλων, είναι, κατά τον Θουκυδίδη, το τρίτο πιο σημαντικό κίνητρο των αποφάσεων ανθρώπων και πόλεων (συνόλων), μετά το συμφέρον και τον φόβο. Η με αυτές τις συναφείς σημασίες ερμηνεία των αρχαιοελληνικών λέξεων «τιμή», «δόξα», «κα­λόν», «φιλοτιμία», «φιλότιμον», «ἀξίωσις», «ἀκοή» απαντά ποσοτικά σε εξήντα δύο περιπτώσεις σε ολόκληρο το κείμενο του Πολέμου και σε είκοσι έξι από αυτές συνιστά την αιτία αποφάσεων και δράσεων.

Συχνά, ωστόσο, κίνητρο ή αντικίνητρο για μία απόφαση δεν είναι το να δοξασθεί ή να τιμηθεί κάποιος, αλλά και το να αποφύγει την «αισχύνη», να μη ντροπιασθεί· ο δε συνδυασμός των δύο, δηλαδή η έλλειψη αισχύνης σε συνδυασμό με την απόκτηση τιμής, λειτουργεί πολλαπλώς θετικά υπέρ της απόφασης, όπως στην περίπτωση του Α.5.1: «διότι τέτοιες πράξεις δεν επέφεραν ντροπή, αλλά αντίθετα και κάποια δόξα». Σε ολόκληρο το κείμενο εντόπισα σαρά­ντα οκτώ περιπτώσεις αναφοράς στη ντροπή, κυρίως με τα ουσιαστικά «αἰσχύνη», «ὄνειδος», «αἰσχρόν», «κακότης», «ὕβρις», «ἀλγεινόν», «δύσκλεια» (ή σχετικά ρήματα)· σε έν­δεκα από αυτές η αποφυγή ή η ύπαρξη ντροπής συνιστά την αιτία της απόφασης.

Είναι προφανές, ότι η τιμή δεν μπορεί να εξετασθεί ξεχωριστά, ανεξάρτητα από το αντίθετό της, την «αισχύνη». IV αυτό στην παρούσα ενότητα θα εξετάσω πρώτα την τιμή, ως αιτία απόφασης, και στη συνέχεια την αισχύνη. Εννοείται ότι, όπως και στους υπόλοιπους υποκειμενικούς παράγοντες, το τι θεωρείται δόξα ή ντροπή ποικίλλει από εποχή σε εποχή, από λαό σε λαό και, φυσικά, από άνθρωπο σε άνθρωπο.

α. Η τιμή[51]

Η επιδίωξη της τιμής, της δόξας, είναι διαχρονικό κίνητρο των αποφάσεων των ανθρώπων και ιδιαίτερα των ανθρώπων που επιδιώκουν την εξουσία ή να ξεπεράσουν τα διαχρονικά οντολογικά ζητήματα και συμπλέγματα. Ηγέτες δι- εξήγαγαν πολέμους μόνο για να δοξασθούν ή να αυξήσουν ή να προστατεύσουν το προσωπικό κύρος ή εκείνο του κράτους τους. Φιλόδοξοι διεκδικητές της εξουσίας προκάλεσαν πραξικοπήματα ή και πολέμους, όπως συστηματικά γινόταν στη Ρώμη, στο Βυζάντιο ή και στις δυναστείες των ευρωπαϊκών κρατών κατά την περίοδο της μοναρχίας, ειδικά σε περιόδους διαδοχής. Ο Οκταβιανός και ο Αντώνιος πολέμησαν κατά του Βρούτου και του Κάσιου και στη συνέχεια μεταξύ τους· ο Μέγας Κωνσταντίνος, για να γίνει αυτοκράτορας, συγκρούσθηκε διαδοχικά με τον Μαξιμιανό, τον Μαξέντιο και με τον Λικίνιο· ενώ η Θεοφανώ, λαϊκής καταγωγής, βρέθηκε σύζυγος αυτοκράτορα, φέρεται πως συνωμότησε στη δολοφονία συζύγου και πεθερού, για να παντρευτεί στη συνέχεια το Νικηφόρο Φωκά, τον οποίο, εν τέλει, μαζί με τον Ιωάννη Τσιμισκή δολοφόνησε. Η φιλοδοξία, ακόμη, είναι εκείνη που ώθησε πολλούς ηγέτες της πολιτικής, της θρησκείας και της οικονομίας να οικοδομήσουν μεγάλα για την εποχή τους έργα, όπως τις πυραμίδες, αλλά και δρόμους, υδραγωγεία, στάδια, εκκλησίες, ανάκτορα, ή να επιδιώξουν να γίνουν προστάτες των γραμμάτων και των τεχνών και να χρηματοδοτήσουν τη δημιουργία μουσείων, θεάτρων, ερευνητικών κέντρων.

Κατά τον Θουκυδίδη, η δόξα, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι το ένα από τα τρία σπουδαιότατα κίνητρα για την απόφαση ανάληψης και διατήρησης της ηγεμονίας (Α.75.3, Α.76.2) από τους Αθηναίους. Η δόξα της πόλης ήταν επίσης ένα από τα σημαντικά αίτια για την απόφαση των Συρακούσιων να αντισταθούν στους ηγεμόνες Αθηναίους:

«πίστευαν … ότι εάν κατόρθωναν να νικήσουν τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους … το κατόρθωμά τους θα θεωρούνταν ένδοξο από τους Έλληνες· διότι αμέσως, άλλοι μεν θα ελευθερώνονταν από τη δουλεία των Αθηναίων, άλλοι δε από το φόβο τους … και επειδή αυτά θα αποδίδονταν στους Συρακούσιους, θα θαυμάζονταν αυτοί πολύ και από τους σύγχρονους και από τους μεταγενέστερους» (Ζ.56.2).

Η αγάπη για τη δόξα, η φιλοδοξία, αφορά κυρίως τα πρόσωπα και δεν γνωρίζει περιορισμούς, ξεπερνώντας σε δύναμη, σε κάποιες περιπτώσεις, ακόμη και το κίνητρο του συμφέροντος:

«διότι μόνον η αγάπη των τιμών δεν γηράσκει ποτέ, και όταν κανείς φθάσει στην άχαρη περίοδο της ζωής, δεν είναι το κέρδος, όπως λένε μερικοί, αλλά οι τιμές που ευχαριστούν περισσότερο» (Β.44.4).

Οι άνθρωποι επηρεάζονται από τη δόξα, της οποίας η επιδίωξη οδηγεί σε ανάλογες συμπεριφορές. Από μόνη της ενισχύει τη μαχητικότητα των στρατιωτών (Ζ.71.1) ή διάφοροι ηγέτες την επικαλούνται είτε για να αυξήσουν την αγωνιστικότητα των ανδρών τους την ώρα της μάχης είτε για να τους κινητοποιήσουν:

«Οι κελευστές του στόλου των Συρακουσίων και των συμμάχων, εξ άλλου, φώναζαν στους άνδρες τους ότι θα επιτελέσουν ωραίο κατόρθωμα αν εμποδίσουν τον εχθρό να διαφύγει, και ο καθένας με τη νίκη τους θα συμβάλει στο μεγαλείο της πατρίδας του» (Ζ.70.7).

Την χρησιμοποιούν για να ωθήσουν άλλους (Η.12.2) ή και να τους πείσουν να πράξουν σύμφωνα με τους δικούς τους στόχους ή επιδιώξεις. Ο Αρχίδαμος την επικαλείται απευθυνόμενος προς τους συμμάχους:

«είναι σωστό να μη φανούμε εμείς χειρότεροι από τους πατέρες μας ούτε κατώτεροί από τη δική μας φήμη. Ολόκληρη η Ελλάδα έχει συνεπαρθεί με το εγχείρημά μας αυτό και έχει στρέψει την προσοχή της πάνω μας» (Β.11.2) και οι Σπαρτιάτες την επικαλούνται στις διαπραγματεύσεις με τους Αθηναίους μετά την ήττα τους στη Σφακτηρία:

«μπορείτε χωρίς κίνδυνο να αφήσετε στο μέλλον τη φήμη της δύναμης και της σύνεσής σας» (Δ.18.5).

Σε πολλές όμως περιπτώσεις η αγάπη για τη δόξα, η φιλοδοξία, οδηγεί σε εσφαλμένες αποφάσεις και πολιτικές, με το αντίστοιχο και φυσικά επακόλουθο κόστος. Η φιλοδοξία είναι μία από τις κυριότερες αιτίες που οδήγησε τις πόλεις στον πόλεμο, καθώς «πίστευαν ότι θα ήταν τιμητικό … να συμμετάσχουν» (Η.2.1). Οδήγησε επίσης σε εμφύλιες συγκρούσεις ή σε αυταρχικές και βίαιες συμπεριφορές που προκαλούν τις αντιδράσεις των πολιτών:

«αιτία για όλα αυτά ήταν η για την εξουσία πλεονεξία και φιλοδοξία· από αυτές τις δύο δημιουργείται και η προθυμία κάθε πλευράς να υπερισχύσει στη διαμάχη» (Γ.82.8)· και «η υπέρμετρη φιλοδοξία εκείνων, που επιβάλλουν ολιγαρχικά καθεστώτα, είναι και ο λόγος που οδηγεί στην κατάρρευσή τους» (Η.89.3).

Η δίψα για την εξουσία και η σχετική φιλοδοξία οδηγεί προφανώς και τους ηγέτες σε αποφάσεις. Ο Θουκυδίδης υπογραμμίζει το γεγονός ότι η φιλοδοξία των διαδόχων του Περικλή, να πάρουν τη θέση του, τους οδήγησε σε πολιτικές που, αν πετύχαιναν, θα απέφεραν τιμή (και κέρδη) για τους ίδιους, σε περίπτωση αποτυχίας όμως, (θα) ήταν επιζήμιες για την πόλη (Β.65.7). Για τον ίδιο λόγο, οι διάδοχοί του υιοθέτησαν αυτό που σήμερα ονομάζουμε λαϊκίστικες πολιτικές, δηλαδή «να υποχωρούν και να ευχαριστούν το λαό, ακόμη και σε ζητήματα της πόλης» (Β.65.10). Αυτή ήταν και η αιτία που έγιναν πολλά λάθη στην εκστρατεία στη Σικελία, που απέτυχε κυρίως:

«γιατί αυτοί, που την έστειλαν, στις μετέπειτα αποφάσεις τους δεν ελάμβαναν υπόψη τα συμφέροντα εκείνων που είχαν εκστρατεύσει, αλλά με τις μεταξύ τους ραδιουργίες για την ηγεσία του δήμου… την αποδυνάμωσαν … και περιέπεσαν σε μεταξύ τους διαμάχες» (Β.65.11).

Εξ αιτίας της δόξας, που αποκόμιζε στο πεδίο της μάχης, ο Βρασίδας ήταν αντίθετος με τη σύναψη ειρήνης (Ή. 16.1), ο Γύλιππος ήταν αντίθετος στη θανάτωση του Νικία και του Δημοσθένη μετά την ήττα τους στη Σικελία, καθώς για την προσωπική του δόξα ήθελε να τους μεταφέρει στη Σπάρτη (Ζ.86.2), και ο Αλκιβιάδης από εγωισμό και φιλοδοξία τασσόταν υπέρ της εκστρατείας στη Σικελία:

«Με μεγάλο ζήλο εξωθούσε στην εκστρατεία ο Αλκιβιάδης του Κλεινία, και επειδή ήθελε να εναντιωθεί στο Νικία, καθώς διαφωνούσε μαζί του πολιτικά, και επειδή (ο Νικίας) στο λόγο του τού είχε επιτεθεί προσωπικά· προπάντων, όμως, επειδή επιθυμούσε να αναλάβει την στρατηγία και έλπιζε πως όντας στρατηγός θα κυρίευε τη Σικελία και την Καρχηδόνα και ταυτόχρονα, αν πετύχαινε, θα ωφελούνταν προσωπικά με χρήματα και δόξα» (ΣΤ.15.2).

Με αφορμή τη συμπεριφορά του Αλκιβιάδη, ο Θουκυδίδης ασκεί κριτική σε εκείνους οι οποίοι αποφασίζουν με μοναδικό κριτήριο τη φιλοδοξία τους. Διά στόματος Νικία κατηγορεί τον Αλκιβιάδη ότι τάσσεται υπέρ της εκστρατείας στη Σικελία επειδή «αποβλέπει μόνο στο δικό του συμφέρον …να τον θαυμάζουν, δηλαδή, για τα άλογά του και να μπορεί … να καλύπτει τις δαπάνες της πολυτελούς ζωής του» και προειδοποιεί πως «τέτοιοι άνθρωποι βλάπτουν την πόλη» (ΣΤ.12.2).[52]

β. Η λειτουργία της τιμής

Πόλεις και άνθρωποι διαθέτουν και αποπνέουν ή εκπέμπουν προς τους άλλους τη δική τους δόξα, φήμη ή κύρος και αυτοί το εισπράττουν. Η θετική φήμη λειτουργεί υπέρ των πόλεων που τη διαθέτουν, όπως το αναγνωρίζει ο Περικλής στον «Επιτάφιο», δημιουργώντας έναν συντελεστή ισχύος υπέρ τους. Λειτουργεί και υπέρ των ανθρώπων, όπως στο παράδειγμα του Θεμιστοκλή, ο οποίος όταν, διωγμένος από την Αθήνα, κατέφυγε στην αυλή του Πέρση βασιλιά, όπου απέκτησε «πολύ μεγάλη θέση … και εξαιτίας της προηγουμένης του φήμης» (Α.138.2).

Η δόξα, η θετική φήμη σε συγκεκριμένο αντικείμενο, επιδιώκεται ή και δημιουργείται. Επιδιώκεται, όπως στην περίπτωση των Λακεδαιμονίων, οι οποίοι πάνω από όλα επιζητούσαν «τη φήμη της ανδρείας» (ΣΤ.11.6). Δημιουργείται όταν κάποιος πετύχει κάτι ή αριστεύει ή υπερέχει σε έναν τομέα:

«φημιζόταν τότε πολύ οι μεν Λακεδαιμόνιοι ως κατ’ εξοχήν χερσαίοι και για το ισχυρότατο πεζικό τους, οι δε Αθηναίοι ως θαλάσσιοι και για την πολύ μεγάλη υπεροχή του στόλου τους» (Δ.12.3)

Οι τρίτοι λειτουργούν με βάση τη φήμη αυτών, με τους οποίους βρίσκονται σε αλληλεπίδραση, και δημιουργούνται απαιτήσεις ή και πιέσεις για ανταπόκριση στη φημολογούμενη συμπεριφορά. Τούτο, κατά τον Περικλή, ίσχυε και λειτουργούσε θετικά για την Αθήνα, η οποία αποδείχθηκε «ανώτερη από τη φήμη της», και έτσι ούτε οι εχθροί θεωρούσαν ότι υποφέρουν από κάποιους ασήμαντους ούτε οι σύμμαχοι ότι οι ηγέτες τους είναι ανάξιοι (Β.41.3). Αντίθετα, η ανακολουθία της πραγματικότητας σε σχέση με την προσδοκία δημιουργεί προβλήματα και οδηγεί σε λάθος αποφάσεις εκείνων που στηρίχθηκαν σε μία φήμη που διαψεύδεται. Αυτό επισημαίνουν οι Κορίνθιοι στους Σπαρτιάτες:

«αν και λεγόταν ότι είστε άνθρωποι στους οποίους μπορεί κανείς να στηριχτεί, η φήμη αυτή ξεπερνούσε την πραγματικότητας» (Α.69.5).

Κάτι αντίστοιχο συνέβη όταν οι Αθηναίοι, αλλά και άλλοι εμπόλεμοι, δεν ανέμεναν και δεν ήλπιζαν ότι οι Σπαρτιάτες, με βάση τη φήμη που υπήρχε, θα παραδίδονταν στη Σφακτηρία:

«Κανένα γεγονός του πολέμου δεν ήταν πιο απρόσμενο από αυτό στους Έλληνες, γιατί όλοι ανέμεναν από τους Λακεδαιμονίους να μη παραδίδονται ούτε από πείνα ούτε από καμία άλλη ανάγκη, αλλά να πεθαίνουν… μαχόμενοι…

Δεν πίστευαν ότι εκείνοι που, παρέδωσαν τα όπλα τους, ήταν άνθρωποι όμοιοι με εκείνους που πέθαναν» (Δ.40.1-2).

Η δόξα έχει όμως και κόστος. Προκαλεί αποφάσεις τρίτων, οι οποίοι αντιδρούν εξ αιτίας του φθόνου τους προς εκείνους που τη διαθέτουν. Ο Θουκυδίδης, διά στόματος Περικλέους, στον «Επιτάφιο», προειδοποιεί ότι το μίσος και η αντιπαλότητα είναι αναμενόμενα απέναντι στη δόξα και, κυρίως, όταν αυτή θεωρείται αναιτιολόγητη ή είναι αποτέλεσμα ματαιοδοξίας:

«Εφόσον όμως είστε πολίτες μίας μεγάλης πόλης και έχετε ανατραφεί με ήθη αντάξια του μεγαλείου της, έχετε χρέος και τις πιο μεγάλες συμφορές πρόθυμα να υπομένετε και την κατα­ξίωσή σας να μην καταστρέφετε (γιατί οι άνθρωποι θεωρούν πως είναι εξ ίσου δίκαιο να κατακρίνουν εκείνον που από δειλία αποδεικνύεται κατώτερος από τη φήμη του και να μισούν εκείνον που από θρασύτητα επιθυμεί να έχει φήμη στην οποία δεν ανταποκρίνεται) και… να αφοσιωθείτε στην προσπάθεια να σωθεί η πόλη» (Β.61.4).

Ωστόσο, και πάλι στον «Επιτάφιο», επισημαίνει στους Αθηναίους ότι αξίζει κανείς να αναλαμβάνει το σχετικό κόστος:

«Το να μας μισούν και να είμαστε απεχθείς, υπό τις παρούσες συνθήκες, υπήρξε η μοίρα όλων όσοι επιδίωξαν να ηγεμονεύσουν επί άλλων· όποιος εισπράττει το φθόνο για τις πιο μεγάλες επιδιώξεις, σκέπτεται ορθά. Γιατί το μίσος δεν διαρκεί πολύ, ενώ η λαμπρότητα του παρόντος καταλείπεται και ως αείμνηστος δόξα στο μέλλον. Εσείς, λοιπόν, προνοείστε και για τη δόξα του μέλλοντος και για να αποφύγετε τη ντροπή στο παρόν, και με το θάρρος σας σήμερα αποκτήστε και τα δύο» (Β.64.5-6).

γ. Η διαχείριση της τιμής

Η φήμη προπορεύεται του κατόχου της και, ανάλογα με το περιεχόμενό της, λειτουργεί θετικά ή αρνητικά. Η θετική φήμη του Γυλίππου στη Σικελία λειτούργησε θετικά υπέρ αυτού και της Σπάρτης:

«τώρα ήταν έτοιμοι με πολύ μεγαλύτερη προθυμία να πάνε με το μέρος τους…. και επειδή φαινόταν ότι ο Γύλιππος είχε έλθει… για να αναλάβει με ζήλο» (Ζ.1.4).

Αντίθετα, η κακή φήμη, που προπορεύεται, δημιουργεί προβλήματα και έχει αρνητικές συνέπειες, όπως στην περίπτωση του Αλκιβιάδη:

«Ο στρατός της Σάμου έκρινε ότι ο Αλκιβιάδης, εν τούτοις, δεν είναι αξιόπιστος, αλλά ότι, γνωρίζοντας εκ των προτέρων τα σχέδια των εχθρών, ήθελε από έχθρα προς τον Φρύνιχο να του αποδώσει συνενοχή σε αυτά και, γι’ αυτό, η επιστολή του όχι μόνον δεν έβλαψε τον Φρύνιχο, αλλά αντίθετα τον ενίσχυσε…» (Η.51.3).

Κράτη και άνθρωποι επιχειρούν να προστατεύσουν την τιμή, τη φήμη, το κύρος τους, που μπορεί να διατηρούνται όσο δεν δοκιμάζονται. Αυτή είναι η λογική του Νικία όταν, επιχειρώντας να αποτρέψει την εκστρατεία στη Σικελία, εισάγει το κριτήριο της διατήρησης του κύρους της Αθήνας:

«Όλοι ξέρουμε πως θαυμάζονται περισσότερο όσα βρίσκονται μακριά και η φήμη τους έχει ελάχιστα δοκιμασθεί» (ΣΤ. 11.4).

Σε άλλη περίπτωση, αντίθετα, η διατήρηση του κύρους της ηγεμονικής δύναμης λειτουργεί ως επιταχυντής της απόφασης και μάλιστα μίας σκληρής απόφασης:

«θεωρούν ότι… όσοι διατηρούν την ελευθερία τους το οφείλουν στη δύναμή τους και ότι εμείς δεν επιτιθέμεθα εναντίον τους από φόβο· ώστε, το να σας καταστρέψουμε, όχι μόνο θα επέκτεινε την ηγεμονία μας, αλλά θα παρείχε και ασφάλεια, καθώς εσείς, οι οποίοι άλλωστε και νησιώτες είσθε και ασθενέστεροι από άλλους, δεν μπορέσατε να αντιμετωπίσετε εμάς που είμαστε κυρίαρχοι στη θάλασσα» (Ε.97.1).

Κράτη και άνθρωποι επιχειρούν να αποφύγουν την αρνητική δόξα ή φήμη. Ο Βρασίδας ανησυχεί μήπως η στάση του δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς τις ικανότητές του και την ισχύ του, και τούτο παρουσιάζει ως κίνητρο για την από­φασή του να πιέσει τους Ακάνθιους να προσχωρήσουν στη συμμαχία των Πελοποννησίων:

«Διότι δεν είναι μόνο ότι αντιστέκεστε εσείς, αλλά ότι και προς οποιουσδήποτε άλλους στραφώ, θα δείξουν ακόμη ολιγότερη διάθεση να ταχθούν με το μέρος μου, διότι θα διστάσουν, αφού εσείς, προς τους οποίους ήλθα πρώτα, … αρνηθήκατε να με δεχθείτε. Και θα θεωρηθεί ότι η αιτία, για την οποία ήλθα, δεν είναι αληθινή, αλλά είτε η ελευθερία που σας προσφέρω είναι απατηλή, είτε ότι ήλθα εδώ ενώ είμαι ανίκανος και ανίσχυρος να σας υπερασπίσω εναντίον των Αθηναίων…» (Δ.85.6-7).

Το ίδιο και οι Αθηναίοι, οι οποίοι, όταν κατάλαβαν ότι οι Σπαρτιάτες ετοιμάζονταν να τους επιτεθούν με ναυτικό «επειδή τους θεωρούσαν αδύναμους», προετοίμασαν επιπλέον στόλο, θέλοντας:

«να τους αποδείξουν ότι δεν έκριναν σωστά και ότι ήταν σε θέση, χωρίς να μετακινήσουν το εναντίον της Λέσβου ναυτικό τους, να αποκρούσουν εύκολα και την απειλούμενη ναυτική επίθεση από την Πελοπόννησο» (Γ.16.1).[53]

Τέλος, το να αποφευχθεί η αρνητική φήμη είναι κρίσιμο για την προβολή της θέλησης αυτού, που αποφασίζει, σε εκείνον ο οποίος θα αποφασίσει ανάλογα με τη συμπεριφορά του πρώτου. Πρόκειται, στην ουσία, για τη λογική της αποτροπής του αντιπάλου, προϋπόθεση για τη λειτουργία της οποίας είναι η αξιόπιστη προβολή της αποφασιστικότητας του αποτρέποντος:

«αν υποχωρήσετε, αμέσως θα διαταχθείτε κάτι άλλο, μεγαλύτερο, γιατί θα θεωρήσουν ότι από φόβο υποκύψατε και στο πρώτο· αν όμως αρνηθείτε, θα τους δώσετε να καταλάβουν ότι μάλλον πρέπει να σας φέρονται σαν ίσοι σε ίσους» (Α. 140.5)· και

«μη στέλνετε πια πρέσβεις … για ειρήνη και μη δείχνετε φανερά ότι οι τωρινές συμφορές σάς βαρύνουν· γιατί όσοι στις συμφορές λυγίζουν ελάχιστα και στη δράση δείχνουν ότι αντέχουν, αυτοί, είτε πρόκειται για πόλεις είτε για άτομα, είναι πιο δυνατοί» (Β.64.6).

δ. Η αισχύνη

Το να αποφύγει κάποιος, άνθρωπος ή πόλη, τη ντροπή ή το να αντιδράσει επειδή την έχει ήδη υποστεί, είναι κίνητρο αποφάσεων που βρίσκεται στον αντίποδα της δόξας. Η λογική αυτή διατηρείται μέχρι σήμερα, φυσικά με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές κοινωνίες, ανάλογα με την εξέλιξή τους. Έτσι, οι κοινωνικές πιέσεις σε εκείνον που ηττήθηκε στη μάχη και δεν αυτοκτόνησε, σε εκείνον που ντροπιάστηκε και δεν έκανε βεντέτα ή δεν ζήτησε αποκατάσταση με μονομαχία, ή σε εκείνη που παραβίασε τους όρους του γάμου, ενώ έχουν σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαλειφθεί στις αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, συνεχίζουν να ισχύουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, για πολλούς ανθρώπους στον πλανήτη. Εξ αιτίας μάλιστα αυτής της κατάστασης και της επικράτησης ακραίων θρησκευτικών νοοτροπιών με συγκεκριμένη ηθική και άποψη για το τι είναι ντροπή στο δικό τους σύστημα αξιών, παρατηρείται μία έξαρση στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα των γυναικών, αλλά και πολλών θρησκευτικών ή άλλων μειονοτήτων.

Στην εποχή, στην οποία αναφέρεται ο Θουκυδίδης, η δειλία στη μάχη ή η υποχώρηση έναντι του αντιπάλου προφανώς επιφέρουν ντροπή. Τούτο είναι γνωστό πως ίσχυε ιδιαιτέρως για τους Σπαρτιάτες, οι οποίοι, σύμφωνα με τα ισχύοντα στην πόλη τους, προτιμούσαν να πεθάνουν, παρά να γίνουν ριψάσπιδες και να σώσουν τη ζωή τους. Εκφραζόταν κυρίως στη γνωστή ρήση των Σπαρτιατισσών μητέρων «ἤ τάν ἤ έπί τᾶς», αλλά και στην επιτύμβια επιγραφή για τους πεσόντες στις Θερμοπύλες: «ὦ ξεῖν’, ἀγγέλειν Λακεδαιμονίοις, ὅτι ταῆδε κείμεθα, τοῖς κείνων ρήμασι πειθόμενοι». Ανάλογη είναι και η διαταγή προς τους εγκλωβισμένους στη Σφακτηρία: «αποφασίστε εσείς οι ίδιοι για τους εαυτούς σας, χωρίς να πράξετε τίποτε το ατιμωτικό» (Δ.38.3).[54] Η λογική της ντροπής λόγω δειλίας ή υποχωρητικότητας ίσχυε, όμως, ίσως όχι με την ίδια ένταση, και για τους πολίτες άλλων πόλεων, όπως μαρτυρεί η άποψη του Περικλέους στον «Επιτάφιο», ότι, για κάποιον άνθρωπο «με φρόνημα, είναι πιο αλγεινή η ταπείνωση που προκαλεί η δειλία, παρά ο θάνατος» (Β.43.6).

Το να αποφευχθεί η ντροπή συνιστά αιτία απόφασης για πόλεις ή ανθρώπινα σύνολα. Οι Αθηναίοι στρατιώτες στις μάχες «επέλεξαν να αγωνισθούν και να πεθάνουν, παρά να σωθούν υποχωρώντας, αποφεύγοντας το όνειδος να τους λένε δειλούς» (Β.42.4). Και οι Μήλιοι αποφασίζουν να μην υποταγούν στους Αθηναίους διότι θα έδειχναν «μεγάλη φαυλότητα και δειλία» εάν δεν επιχειρούσαν τα πάντα για να μη γίνουν δούλοι (Ε.100.1).

Αιτία απόφασης συνιστά και η ντροπή που ήδη προκλήθηκε. Μία τέτοια απόφαση εμπεριέχει ή οδηγεί στην αντίδραση, με τη λογική της εξάλειψης της ντροπής και της αποκατάστασης της τιμής. Οι Αθηναίοι εγκατέλειψαν τη συμμαχία με τους Σπαρτιάτες και συμμάχησαν με τους Αργείους «επειδή έκριναν ότι ήταν βαριά η προσβολή και ότι δεν τους άξιζε να υποστούν τέτοια συμπεριφορά από τους Λακεδαιμονίους (Α. 102.4). Οι Κορίνθιοι στρατιώτες, από την άλλη, μετά από σχετική προετοιμασία, επέστρεψαν στο πεδίο της μάχης για να στήσουν τρόπαιο, «επειδή οι πρεσβύτεροι της πόλης τους κατηγόρησαν» για δειλία. (Α. 105.6).

Ό, τι ισχύει στις πόλεις ισχύει και στους ανθρώπους, τόσο στην ιδιωτική σφαίρα, όσο και στην πολιτική. Στην ιδιωτική σφαίρα, ο Θουκυδίδης αναφέρει ως αιτία δολοφονίας τυράννου το αίσθημα βαριάς προσωπικής προσβολής ενός από τους δράστες (ΣΤ.57.3), γεγονός που καταγράφει τις βαθιές ρίζες τής ακόμη και σήμερα υφιστάμενης στη Μεσόγειο πρακτικής της βεντέτας, με κίνητρο ακριβώς «να ξεπλυθεί» η προσωπική ντροπή. Στην σφαίρα της πολιτικής, το παράδειγμα είναι η αντίδραση του Αλκιβιάδη στην προσπάθεια ειρήνης μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης:

«ήταν αντίθετος στη συνθήκη με τη Σπάρτη και για λόγους προσωπικούς. Οι Λακεδαιμόνιοι είχαν διαπραγματευτεί την ειρήνη με το Νικία και το Λάχη, ενώ εκείνον τον υποτίμησαν … και δεν τον τίμησαν όπως έπρεπε… Θεωρώντας πως από πολλές πλευρές είχε υποστεί μείωση, από την αρχή ήταν αντίθετος στη σύναψη ειρήνης» (Ε.43.2-3).

Την αιτία αυτήν ομολογεί ο ίδιος στους Σπαρτιάτες όταν, μετά την απομάκρυνσή του από την Αθήνα, καταφεύγει σε αυτούς:

«διαπραγματευτήκατε αυτήν μέσω των εχθρών μου και έτσι ενισχύσατε αυτούς και εμένα ατιμάσατε. Γι’ αυτό δίκαια σας έβλαπτα…» (ΣΤ.89.3).

Όπως και στην περίπτωση της τιμής, έτσι και η ντροπή χρησιμοποιείται εν μέσω διαβουλεύσεων ως εργαλείο πίεσης ή παρακίνησης προς την κατεύθυνση μίας απόφασης. Την χρησιμοποιούν οι Κορίνθιοι για να πιέσουν τους Σπαρτιάτες να προχωρήσουν στον πόλεμο κατά των Αθηναίων:

«Αν συνέβαινε αυτό, θα λεγόταν … ότι το ανεχόμαστε από δειλία και … αποδεικνυόμαστε κατώτεροι από τους πατέρες μας, οι οποίοι ελευθέρωσαν την Ελλάδα, ενώ εμείς είμαστε ανίκανοι ακόμη και τη δική μας ελευθερία να διασφαλίσουμε» (Α.122.3).

Την χρησιμοποιούν οι Πλαταιείς ώστε να πετύχουν ένα ευνοϊκό αποτέλεσμα στη δίκη που τους υπέβαλαν οι Πελοποννήσιοι μετά την κατάληψη της πόλης τους:

«Έτσι θα εξασφαλίσετε την ευγνωμοσύνη μας, που θα σας τιμά, αντί των Θηβαίων, που θα σας ντροπιάζει, και δεν θα αποκτήσετε κακή φήμη απλά για να ευχαριστήσετε άλλους. Διότι είναι εύκολο να αφαιρέσετε την ζωή μας, αλλά είναι δύσκολο να εξαλείψετε την ντροπή της» (Γ.58.1-2)

Την επικαλείται ο Αλκιβιάδης, ο οποίος υποστήριξε ότι οι Αθηναίοι, που είχαν ήδη φθάσει στη Σικελία με τόσο μεγάλη δύναμη, δεν θα έπρεπε να επιστρέψουν πίσω «ντροπιασμένοι και άπρακτοι» (ΣΤ.48.1).

Από αυτές τις γενικεύσεις, που διατυπώνονται χάριν επιχειρημάτων, προκύπτει και μία σειρά απόψεων περί του τι είναι ντροπή στην εποχή του Θουκυδίδη ή και κατά τον ίδιο. Σταχυολογώ ορισμένες από αυτές ως παραδείγματα: δεν είναι ντροπή να παραδέχεται κάποιος ότι είναι φτωχός, αλλά να μην προσπαθεί με έργα να το ξεπεράσει (Β.40.1)· είναι μεγαλύτερη ντροπή να χάσει κάποιος κάτι, που διαθέτει, από το να αποτύχει να το αποκτήσει (Β.62.3) ή να μη δώσει κάτι, όταν του ζητηθεί, από το να μην λάβει όταν αυτός αιτείται (Β.97.4)· είναι ντροπή να προδίδει κάποιος τους ευεργέτες του (Γ.63.3) ή να μην ανταποδώσει τις χάρες που του έχουν γίνει (Γ.63.4).

Ωστόσο, στον περίφημο «διάλογο των Μηλίων», η ντροπή αμφισβητείται ως αιτία ή κίνητρο απόφασης, τόσο στην ουσία της, όσο και στο περιεχόμενό της. Οι Μήλιοι προβάλλουν δύο επιχειρήματα, αρνούμενοι να συνθηκολογήσουν με τους Αθηναίους. Το πρώτο είναι ότι οι Λακεδαιμόνιοι θα προστρέξουν σε βοήθειά τους «από συγγένεια, αλλά και από ντροπή» (Ε.104.1). Το δεύτερο είναι ότι θα ήταν μεγάλη ντροπή αν δεν έκαναν τα πάντα για να μη γίνουν δούλοι (Ε. 100.1). Από την πλευρά τους οι Αθηναίοι απορρίπτουν κάθετα το πρώτο τους επιχείρημα, ότι δηλαδή η ντροπή θα λειτουργήσει ως κριτήριο για να αποφασίσουν οι Σπαρτιάτες να στείλουν βοήθεια, και μάλιστα χαρακτηρίζουν τους Μηλίους αγαθούς και άφρονες (Ε. 105.3). Ως προς το δεύτερο επιχείρημα, θεωρούν ότι η ντροπή μπορεί να έχει σημασία – ακριβώς όπως και στην περίπτωση του επιχειρήματος του δικαίου – μεταξύ ίσων σε δύναμη και τους καλούν να αποφασίσουν με σωφροσύνη, τη στιγμή μάλιστα που θα πρέπει να αποφασίσουν για τη σωτηρία τους (Ε.101.1). Τα δύο επιχειρήματα των Αθηναίων, αλλά και η αμφισβήτηση της σημασίας του κριτηρίου της ντροπής ως κριτηρίου απόφασης, συμπυκνώνονται στο παρακάτω εδάφιο:

«Να μην σκεφτείτε την ντροπή που τόσο συχνά καταστρέφει τους ανθρώπους, όταν αντιμετωπίζουν κινδύνους ταπεινωτικούς και φανερούς. Γιατί πολλοί, ενώ μπορούσαν ακόμη να δουν καθαρά πού οδηγούνταν, παρασύρθηκαν από τη λεγόμενη ντροπή, από την επαγωγό δύναμη του ονόματος της και, νικημένοι από τη λέξη, περιέπεσαν με τη θέλησή τους σε ανείπωτες συμφορές και σε ταπείνωση πιο ντροπιαστική, περισσότερο από ανοησία, παρά από τύχη. Αυτό εσείς θα το αποφύγετε αν αποφασίσετε σωστά και αν θεωρήσετε πως δεν είναι ντροπή να υποκύψετε στην πιο ισχυρή πόλη, η οποία σας προτείνει μετριοπαθείς όρους …» (Ε.111.3-4).

Αντίστοιχο συλλογισμό αμφισβήτησης της ντροπής ως ορθού κινήτρου της απόφασης διατυπώνει και ο Φρύνιχος, ο οποίος πιεζόταν από τους υπόλοιπους στρατηγούς να ναυμαχήσει σε στιγμή που αυτός δεν έκρινε κατάλληλη. Δηλώνει, καταρχάς, ότι δεν θα ριψοκινδυνέψει απερίσκεπτα μία σύγκρουση, από φόβο μην τον πουν δειλό (Η.27.2) και, στη συνέχεια, ότι δεν είναι ντροπή να υποχωρήσουν οι Αθηναίοι όταν αυτό επιβάλλεται από τις συνθήκες· διότι μεγαλύτερη ντροπή θα ήταν να ηττηθεί και τότε, όχι μόνο θα ντροπιαζόταν η Αθήνα, αλλά, χειρότερο, θα ετίθετο σε κίνδυνο (Η.27.3).

Στο παρόν κεφάλαιο παρουσίασα την πρώτη διάσταση μίας πολυαιτιοκρατικής θεωρίας απόφασης στον Θουκυδίδη. Η θεωρία του δομείται πάνω σε δύο θεμελιώδη αίτια αποφάσεων: την ανάγκη, με αντικειμενική διάσταση (που εξέτασα στο προηγούμενο κεφάλαιο), και την ανθρώπινη φύση, έναν καθαρά υποκειμενικό παράγοντα, τα οποία είτε επενεργούν από κοινού, ενδεχομένως με διαφορετική ένταση, είτε μόνα τους. Μαζί με αυτά τα δύο αίτια μπορεί να επενεργούν στις ανθρώπινες συμπεριφορές ή αποφάσεις, και πάλι ταυτοχρόνως ή ξεχωριστά, άλλα τρία «μέγιστα» αίτια, το συμφέρον, ο φόβος και η τιμή.

Παρουσίασα διεξοδικά και ανέλυσα τους συγκεκριμένους παράγοντες οι οποίοι, σύμφωνα με μία πρώτη ανάγνωση των εδαφίων Α.75.3 και Α.76.2, επηρεάζουν τις αποφάσεις ως προς την εξουσία. Τούτο έπραξα στηριζόμενος κυρίως στο κείμενο του συγγραφέα και, κατ’ εξαίρεση, σε δευτερογενείς πηγές, όπου και όταν αυτές υπήρχαν. Προσπάθησα επίσης, όπου ήταν δυνατό, όπως κυρίως στην περίπτωση του φόβου και της τιμής, να αναζητήσω και να αναδείξω, με βάση πάντα το κείμενο, πρώτον τη φύση των συγκεκριμένων παραγόντων, δεύτερον τις αιτίες που προκαλούν στο μυαλό και στην ψυχή των ανθρώπων αυτές τις δυνάμεις, τρίτον τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι παράγοντες λειτουργούν και επηρεάζουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και αποφάσεις και, τέλος, κάτι ιδιαιτέρως χρήσιμο για τη διαχείριση προσωπικών καταστάσεων ή κρίσεων εν γένει, τους πιθανούς τρόπους διαχείρισης και αντιμετώπισής τους.

Εξήγησα ακόμη γιατί αυτή η ερμηνεία των αποφάσεων, που σε μία πρώτη προσέγγιση του κειμένου του φαίνεται να περιορίζεται στη συμπεριφορά των ανθρώπων έναντι της εξουσίας, μπορεί να γενικευθεί. Θεωρώ, όμως, ότι ακόμη και αν κάποιος διατυπώσει επιφυλάξεις ή απορρίψει τη συγκεκριμένη διεύρυνση της ερμηνείας, το ελάχιστο το οποίο μπορούμε να αποκομίσουμε από τον Θουκυδίδη είναι το γιατί οι άνθρωποι διεκδικούν, ασκούν και επιθυμούν να διατηρήσουν την εξουσία.

Τέλος, πέρα από την πλήρη παρουσίαση των συγκεκριμένων παραγόντων της απόφασης, εκείνο το οποίο επίσης παράλληλα αναδεικνύεται από τον Θουκυδίδη είναι το πότε η ανθρώπινη φύση, η ικανοποίηση του συμφέροντος, ο φόβος και η επιδίωξη της τιμής οδηγούν σε εσφαλμένες αποφάσεις. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, πέρα από τις εγγενείς αδυναμίες και ατέλειες της ανθρώπινης φύσης, ο κοινός παρονομαστής της πρόκλησης λανθασμένων αποφάσεων είναι η υπερβολή, δηλαδή, με απλά λόγια, η ακόρεστη επιθυμία ικανοποίησης του συμφέροντος, ο ανεξέλεγκτος φόβος, η υπέρμετρη φιλοδοξία. Πρόκειται για κατάσταση που στην αρχαιοελληνική λογική συνιστά ύβρι και η οποία, κατά την άποψη της Jacqueline de Romilly, αφενός διαχέεται σε όλο το έργο, αφετέρου εξηγεί γενικότερα τη συμπεριφορά της Αθήνας κατά τη διάρκεια του πολέμου· αναμφισβήτητα, όμως, πρόκειται για μία ερμηνεία που ακόμη και σήμερα θα μπορούσε δύσκολα να απορριφθεί από τον οποιονδήποτε.

Η συγκεκριμένη αντίληψη του Θουκυδίδη ως προς τη σχέση των ανθρώπινων αποφάσεων και της εξουσίας, όπως προέκυψε από την ανάλυση ενός εκάστου παράγοντα, ναι μεν μπορεί να παρουσιάζει εκείνες τις πτυχές τους που οδηγούν σε εσφαλμένες αποφάσεις, ωστόσο δεν εστιάζει και δεν εκφράζει την κύρια άποψη του συγγραφέα: γιατί οι άνθρωποι κάνουν λάθη και οδηγούνται, αυτοί και τα οργανωμένα σύνολα, σε περιπέτειες. Το συγκεκριμένο θέμα συνιστά το αντικείμενο του επόμενου κεφαλαίου και βασίζεται στο εδάφιο Γ.45.4-7, από το οποίο θα εκκινήσει και η σχετική ανάλυση.

Διάσταση 2η: υποκείμενο και λανθασμένες αποφάσεις

Εισαγωγή: η δεύτερη διάσταση

Η θεωρία απόφασης, που εντοπίζω στο έργο του Θουκυδίδη, χαρακτηρίζεται και από μία δεύτερη διάσταση, καθαρά υποκειμενική, η οποία στηρίζεται στην προηγούμενη, είναι δυναμική συνέχειά της και οδηγεί στην κατανόηση της ολοκληρωμένης σκέψης του συγγραφέα επί του θέματος. Θυμίζω ότι στο προηγούμενο κεφάλαιο ανασύστησα το πρώτο μέρος της θεωρίας στηριζόμενος στα εδάφια Α.75.3 και Α.76.2. Προσδιόρισα ότι οι δύο βασικές μεταβλητές του συνόλου της θεωρίας του είναι η ανάγκη, με σχετικά αντικειμενικό χαρακτήρα, και η ανθρώπινη φύση. Σε αυτές τις δύο προστίθενται τα τρία «μέγιστα αίτια», οι τρεις πολύ σημαντικές μεταβλητές, που επενεργούν σε συνδυασμό με τις προηγούμενες· με σειρά σημασίας: το συμφέρον, ο φόβος και η τιμή.

Η θεωρητική σκέψη του Θουκυδίδη σχετικά με τις ανθρώπινες αποφάσεις δεν εξαντλείται όμως σε αυτά. Εμπεριέχει και κάτι ακόμη, την ερμηνεία του γιατί, πώς και πότε οι άνθρωποι οδηγούνται σε «κινδύνους», σε λάθη. Έτσι, σε αυτό που ονομάζω δεύτερη διάσταση της σκέψης του, ο μελετητής βρίσκει τον μεγάλο συγγραφέα να προσθέτει πέντε νέες υποκειμενικές μεταβλητές, την τόλμη, την αλαζονεία, την οργή, την ελπίδα και την τύχη, τις οποίες διασυνδέει με όλες τις προηγούμενες και, κυρίως, με την ανάγκη, την ανθρώπινη φύση, αλλά και την εξουσία, η οποία, από εξαρτημένη μεταβλητή (ερμηνευτέο φαινόμενο) που ήταν στα εδάφια Α.75.3 και Α.76.2, εδώ μετατρέπεται πλέον σε ανεξάρτητη.

Στο παρόν λοιπόν παρουσιάζω το δεύτερο μέρος της θεωρίας απόφασης που καταγράφω στον Θουκυδίδη. Όπως και προηγουμένως, ξεκινώ καθορίζοντας το περιεχόμενο και τη βάση αυτής της δεύτερης διάστασης της θεωρίας και, στη συνέχεια, προσδιορίζω τη φύση των παραγόντων που επηρεάζουν τις αποφάσεις, τις γενεσιουργές αιτίες τους, τον τρόπο με τον οποίο επενεργούν οδηγώντας την ανθρώπινη συμπεριφορά σε λάθη και, τέλος, όπου αυτό αναδύεται από το κείμενο, τους πιθανούς τρόπους διαχείρισής τους.

Το δεύτερο μέρος θεωρίας απόφασης βρίσκεται στο εδάφιο Γ.45.4-7 και αποτελεί τμήμα της δημηγορίας του Διοδότου. Η δημηγορία αφορά την υπόθεση των «Λεσβιακών» και, καθώς ο συγκεκριμένος Αθηναίος ούτε αναφέρθηκε ξανά στον Πόλεμο, πριν ή μετά τη συγκεκριμένη δημηγορία, ούτε υπάρχουν ιστορικά στοιχεία για τον ίδιο, ο οποίος αντιπαρατέθηκε με τον Κλέωνα, εκτιμάται πως πρόκειται για τις απόψεις του ίδιου του Θουκυδίδη. Με δεδομένο ότι το όνομα Διόδοτος προέρχεται από το επίθετο «διόδοτος -ον», που απαντά πριν τον Θουκυδίδη στον Αισχύλο και στον Πίνδαρο ως «διόσδοτος», δηλαδή ο δοσμένος από τον Δία, με συνώνυμα το «διόπεμπτος» και το «διοπέτης» και, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο λόγος του Διοδότου σε σύγκριση με αυτόν του Κλέωνα είναι λόγος σώφρονος πολιτικού ρεαλισμού και μετριοπάθειας, θεωρώ ότι θα μπορούσε σκοπίμως ο Θουκυδίδης να έχει διαλέξει το συγκεκριμένο όνομα, με στόχο να σηματοδοτήσει εκ των προτέρων το περιεχόμενό του. Με δεδομένα επίσης ότι ο ίδιος ο Θουκυδίδης συμμετείχε στα κοινά, ότι η αντιπάθειά του για τον Κλέωνα είναι φανερή στο κείμενο και ότι η συζήτηση γίνεται το 427, δηλαδή τρία χρόνια πριν εξορισθεί, θα μπορούσαμε να φθάσουμε ακόμη και να σκεφτούμε – γιατί όχι; – ότι ο Διόδοτος κρύβει τον ίδιο τον μεγάλο συγγραφέα.

Στο εδάφιο Γ.45.4-7 έρχεται ο Θουκυδίδης, αφού προηγουμένως δηλώσει ότι όλοι, από τη φύση τους, και στα ιδιωτικά και στα δημόσια κάνουν λάθη («ἰδίᾳ και δημοσίᾳ[55] ἁμαρτάνειν», Γ.45.3), να εξηγήσει, κατά τρόπο συμπυκνωμένο, γιατί και πώς οι άνθρωποι προβαίνουν σε βιαιότητες και, πέραν αυτού, πιο γενικά, γιατί και πώς εμπλέκονται σε κινδύνους, δηλαδή γιατί και πώς οδηγούνται σε λανθασμένες αποφάσεις. Ας προσέξουμε στο κείμενο τον τρόπο που συνδέει τις νεοεμφανιζόμενες μεταβλητές – τόλμη, αλαζονεία, πάθη, ελπίδα και τύχη – με αυτές που ενέταξα στην πρώτη διάσταση της θεωρίας του, δηλαδή ανάγκη, ανθρώπινη φύση και εξουσία, αλλά και τις κατά τον συγγραφέα διεργασίες της απόφασης· το παραθέτω έχοντας καταβάλει, λόγω της σημασίας του για τη θεωρία της απόφασης, τεράστια και με σεβασμό προσπάθεια ώστε να το αποδώσω όσο πιο πιστά γίνεται προς το αρχαίο κείμενο:

«[4] από τόλμη, που δημιουργεί η ανάγκη εξαιτίας της φτώχειας, από πλεονεξία, που προκαλούν η ύβρις[56] ή και η αυτοπεποίθηση[57] της εξουσίας, είτε από τα πάθη,[58] που κάθε φορά πιο ακατανίκητα τους διακατέχουν στις διάφορες συγκυρίες,[59] οι άνθρωποι αναλαμβάνουν κινδύνους. [5] Σε κάθε περίσταση, ο πόθος[60] και η ελπίδα – ο μεν προηγείται, η δε ακολουθεί, ο πρώτος σχεδιάζει την επιβουλή, η δεύτερη υποβάλλει την ιδέα ότι θα βοηθήσει η τύχη – βλάπτουν τα μέγιστα και, ενώ είναι αόρατα, είναι πιο ισχυρά από τα ορατά δεινά. [6] Μαζί με αυτά και η τύχη δεν συμβάλλει λιγότερο στο να οδηγεί τους ανθρώπους στην έπαρση·[61] γιατί, ενίοτε, παρουσιάζεται αναπάντεχα και ωθεί κάποιους να διακινδυνεύσουν με μέσα υποδεέστερα, αλλά και τις πόλεις να διακινδυνεύσουν τα μέγιστα αγαθά, όπως την ελευθερία τους ή την εξουσία τους επί άλλων, αφού, μαζί με άλλους, ο καθένας, υπερτιμά αλόγιστα τις δυνάμεις του.

[7] Απλά, είναι αδύνατο και αποτελεί ανοησία να πιστεύει κάποιος ότι η ανθρώπινη φύση, όταν έντονα επιθυμεί να πράξει κάτι, μπορεί να αποτραπεί είτε από τη δύναμη των νόμων είτε από κάποιον άλλο φόβο» (Γ.45.4-7).

Πρέπει καταρχάς να σημειωθεί ότι ο Θουκυδίδης ξεκινά το δαιδαλώδες αυτό απόσπασμα της παραγράφου Γ.45 με αναφορά στην αιτία της ανάγκης και το τελειώνει με τη διατυπωμένη εν είδει νόμου εντυπωσιακή γενίκευση για τον ρόλο και την ακαταμάχητη δύναμη της ανθρώπινης φύσης. Το επόμενο, που αξίζει να παρατηρηθεί, είναι ότι ανακύπτουν ταυτοχρόνως νέες υποκειμενικές μεταβλητές για τη διαδικασία και την ίδια την απόφαση, με κοινό χαρακτηριστικό ότι ο συγγραφέας τις νοηματοδοτεί και τις χρησιμοποιεί με τη μέγιστη τιμή τους. Πρώτη η τόλμη, που απορρέει από την ανάγκη, συγκεκριμένα εξαιτίας της φτώχειας, η οποία, εν προκειμένω, θα μπορούσε να κατανοηθεί και ως «θράσος».[62] Δεύτερη μεταβλητή η πλεονεξία, δηλαδή η διάθεση για ικανοποίηση του συμφέροντος καθ’ υπερβολή, προκαλείται από την εξουσία διά μέσου της αλαζονείας (ύβρεως) και της αυτοπεποίθησης. Τρίτη τα πάθη, συναισθήματα σε υπερβολική ένταση, τα οποία επηρεάζονται και μεταβάλλονται από και σύμφωνα με τις ανάγκες της εκάστοτε συγκυρίας· τα διακρίνω σε οργή (θυμό) και μίσος, λόγω του ότι στο κείμενο του Πολέμου οι συναφείς αναφορές γίνονται σε αυτές τις δύο έννοιες, όπως περίπου τις αντιλαμβανόμαστε και σήμερα. Τέταρτη η ελπίδα, η οποία αλληλοτροφοδοτείται με τον πόθο, δηλαδή την έντονη βούληση ή επιθυμία για ικανοποίηση των συμφερόντων, αποτελούν μαζί δεινά «πιο ισχυρά από τα ορατά» και «βλάπτουν τα μέγιστα». Τέλος, πέμπτη, η τύχη, έννοια απαλλαγμένη στον Θουκυδίδη από οποιαδήποτε θρησκοληψία- πρόκειται για μεταβλητή του περιβάλλοντος, αλλά και υποκειμενική, αφού οι άνθρωποι αποδέχονται το ρόλο της, η οποία επιτείνει με τη σειρά της, όπως και η εξουσία, την έπαρση (αλαζονεία).

Έτσι, η δεύτερη διάσταση της θεωρίας του Θουκυδίδη για την απόφαση στηρίζεται στην ανάγκη, στην ανθρώπινη φύση και στην εξουσία. Στα τρία αυτά μεγέθη προστίθενται έξι νέες μεταβλητές, η τόλμη, η αλαζονεία, η οργή και το μίσος (πάθη), η ελπίδα και η τύχη. Υπενθυμίζω ότι την εξουσία αναλαμβάνει, θεραπεύει και αυξάνει ο άνθρωπος για λόγους που ο Θουκυδίδης εξηγεί στην πρώτη διάσταση της θεωρίας του (ανάγκη, φύση, συμφέρον, φόβος, τιμή) και εξετάσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο.

Το κείμενο προκαλεί δύο ερωτήσεις. Γιατί να πρόκειται για θεωρία απόφασης και γιατί αυτή είναι συνδεδεμένη με εκείνη την ερμηνεία που στο προηγούμενο κεφάλαιο απο- κάλεσα «πρώτη διάσταση» της θεωρίας απόφασης του Θουκυδίδη; Και πώς συνδέονται μεταξύ τους και τι προκαλούν οι παραπάνω μεταβλητές;

Πρόκειται για θεωρία ακριβώς για τους ίδιους λόγους που αναπτύχθηκαν και στο προηγούμενο κεφάλαιο: υπάρχει η αφαίρεση και η γενίκευση, καθώς και η διατύπωση που ξεκάθαρα δηλώνει επανάληψη στο μέλλον- είναι δε χαρακτηριστικό στο κείμενο πως, ενώ ξεκινάει η παράγραφος Γ.45 συζητώντας στα τρία πρώτα εδάφια τα αίτια της αποστασίας των Μυτιληναίων και το αν η επιβολή σε αυτούς της θανατικής ποινής είναι η απόφαση που πρέπει να λάβουν οι Αθηναίοι, ο Θουκυδίδης εγκαταλείπει απότομα τα πολύ συγκεκριμένα αυτά ζητήματα και με διαφορετικό ύφος γενικεύει ως προς τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Επιπλέον, όσον αφορά τη σχέση του ρήτορα με τον συγγραφέα, όπως ανέφερα, λόγω της απουσίας άλλων πληροφοριών για τον Διόδοτο, οι πιθανότητες να εκφράζονται κυριολεκτικά οι απόψεις του Θουκυδίδη επί του θέματος είναι πολύ σοβαρές. Πέραν της δικής μου, παρόμοια ως προς το ζήτημα της ύπαρξης θεωρίας είναι και η άποψη της Jacqueline de Romilly, η οποία χαρακτηριστικά γράφει ότι «στο βιβλίο Γ, με την ευκαιρία της υπόθεσης της Μυτιλήνης, ο Διόδοτος φτιάχνει μια ολόκληρη θεωρία για την παράλογη φιλοδοξία».[63] Και λέω «περίπου», διότι η συγγραφέας συνδέει τη «θεωρία» αυτή μόνο με την ύβρη, χωρίς να την συσχετίζει, όπως ανέφερα στην Εισαγωγή του παρόντος, με το ευρύτερο ζήτημα της απόφασης.

Πρόκειται για θεωρία γιατί αυτό προκύπτει από τα ίδια τα εδάφια, στα οποία, εκτός της γενίκευσης, προτείνονται διαδρομές της διαδικασίας απόφασης που ξεκινούν από την ανάγκη, την ανθρώπινη φύση και την εξουσία. Σύμφωνα με το κείμενο, οι διαδρομές αυτές ή αλυσίδες της διαδικασίας απόφασης που ανακύπτουν είναι:

(α) ανάγκη τόλμη ® απόφαση-

(β) εξουσία ® αλαζονεία (ύβρις) ή και αυτοπεποίθηση ® πλεονεξία ® απόφαση·

(γ) ανάγκη ® πάθη (οργή, μίσος) ® απόφαση·

(δ) ανθρώπινη φύση πόθος και ελπίδα ® απόφαση.

Στα παραπάνω («ἐπ’ αὐτοῖς») προστίθεται και επενεργεί και η τύχη, προκαλώντας την έπαρση (αλαζονεία) και, μέσω αυτής, αφού «μαζί με άλλους, ο καθένας υπερτιμά αλόγιστα τις δυνάμεις του», οδηγεί ανθρώπους και πόλεις να διακινδυνεύουν μέγιστα αγαθά, όπως την ελευθερία τους ή την ηγεμονία τους.

Συνεπώς, το σχήμα 2 στο προηγούμενο, που αποτύπωνε την πρώτη διάσταση της θεωρίας του Θουκυδίδη, διαμορφώνεται, πλέον, σύμφωνα με τις διαδρομές της απόφασης που αντλούνται από το παραταθέν τμήμα της παραγράφου Γ.45, στο εξής, το οποίο και περιγράφει τη θεωρία και στις δύο διαστάσεις της:



Έτσι, ξεκινώντας από την πρώτη διάσταση, η γενικότερη διατύπωση της θεωρίας έχει ως εξής: ο άνθρωπος, εξαιτίας της φύσης του και/ή της ανάγκης, αλλά και/ή λόγω συμφέροντος, φόβου και τιμής, αναλαμβάνει, αναπτύσσει και διατηρεί (ασκεί) την εξουσία. Επιπλέον, ο άνθρωπος, εξ αιτίας της φύσης του και/ή της ανάγκης, καθώς και/ή της εξουσίας, σε πιθανό συνδυασμό με την τύχη, τις συγκυρίες και την αλαζονεία, αποτολμά ή παθιάζεται ή γίνεται πλεονέκτης ή ελπίζει αβάσιμα, με αποτέλεσμα να οδηγείται σε λανθασμένες αποφάσεις και σε μεγάλους κινδύνους.

Υπάρχει ωστόσο και μία τρίτη ερώτηση. Πώς λειτουργούν οι εν λόγω νέες μεταβλητές; Αυτό είναι το αντικείμενο του κεφαλαίου στη συνέχεια. Από την εξέτασή τους θα γί­νει αντιληπτή η έννοιά τους σε όλες τους τις διακυμάνσεις, η φύση τους και ο ρόλος τους στις αποφάσεις, ενώ θεωρώ πως θα ενισχυθεί και ο ισχυρισμός μου ότι το εδάφιο Γ.45.4- 7 συνιστά τη δεύτερη διάσταση της θεωρίας απόφασης του Θουκυδίδη.

Η τόλμη

Η τόλμη είναι ο πρώτος από τους παράγοντες που κατά το Γ.45.4 του Θουκυδίδη επηρεάζει τις αποφάσεις. Πρόκειται για μία μεταβλητή η οποία έχει κερδίσει τη δική της, μάλλον περίοπτη, θέση στην ανθρώπινη Ιστορία. Βρίσκεται πίσω από τη νίκη των Αθηναίων στο Μαραθώνα, την αντίσταση του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, των υπερασπιστών της Κωνσταντινούπολης, το 1453, ή των Ελλήνων στρατιωτών στον πόλεμο του 1940. Θεωρείται ότι είναι μία αρετή που διέθεταν ηγέτες παγκόσμιας εμβέλειας, όπως πρώτος ο Αλέξανδρος, ο Αννίβας, ο Ιούλιος Καίσαρας, αλλά και οι ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης, όπως ο Διάκος, ο Καραϊσκάκης ή ο Κανάρης. Ασφαλώς όμως η τόλμη, η ανδρεία και η αυτοθυσία χαρακτηρίζουν τις συμπεριφορές πάρα πολλών ανθρώπων, των οποίων τα ονόματα δεν έχει συγκρατήσει η Ιστορία, αλλά που συμμετείχαν σε επαναστατικούς και απελευθερωτικούς αγώνες ή αντιστάθηκαν απέναντι σε κατακτητές ή αντιδημοκρατικές πολιτικές καταστάσεις. Η συγκεκριμένη μεταβλητή, φυσικά, επηρεάζει ή επηρέασε αποφάσεις πολλών ανθρώπους στον κόσμο των επιχειρήσεων, που τόλμησαν είτε να κάνουν «ανοίγματα» σε διαφορετικές δραστηριότητες, αγορές ή χώρες είτε να αναζητήσουν νέους εμπορικούς δρόμους ή να εφαρμόσουν καινοτομίες, χωρίς βέβαια όλοι να έχουν πετύχει ή να γνώριζαν εκ των προτέρων το αποτέλεσμα της προσπάθειας τους.

Στον Πόλεμο η έννοια αιτιολογεί ευθέως τριάντα οκτώ αποφάσεις, ενώ σε πενήντα δύο περιπτώσεις περιγράφεται η λειτουργία της, και απλώς αναφέρεται ή καταγράφεται σε άλλες πενήντα οκτώ. Η έννοια ποικίλλει, σε ένταση, από το θάρρος στην ανδρεία και φθάνει μέχρι το θράσος, ενώ εκφράζεται με τις λέξεις «τόλμα», «τολμάω», «τολμηρώς», «ἀντιτολμῶ», «θάρσος», «θαρσέω», «ἀναθαρσέω», «παραθαρσύνω», «ἀνδρεία», «ἀνδρεῖος», «ἀνδραγαθία», «θρά­σος», αλλά και «ἀγαθόν», «βέλτιστον», «ἀρετή», «ψυχή», «εὐψυχία», «ἀλκή», «γνώμη», «ἐπιρρώννυμι» «(ἐπιρρωννύω)», «ἀναρρώννυμι». Στον αντίποδα βρίσκεται η δειλία, η οποία αιτιολογεί εννέα αποφάσεις και απαντά σε άλλες είκοσι επτά με τις λέξεις, «ἀθυμέω», «ἀθυμία», «μαλακίζομαι», «μαλακία», «κακία», «δειλία», «ἄνανδρον», «ἀτολμία».

Οι αιτίες δημιουργίας της τόλμης στον άνθρωπο έχουν, κατά τον Θουκυδίδη, τόσο ποιοτικά, όσο και ποσοτικά, κυρίως υλικό υπόβαθρο. Η γενικότερα εκπεφρασμένη άποψή του είναι ότι την τόλμη «γεννά η ανάγκη» (Γ.45.4). Την γεννά επίσης η ισχύς, όπως προκύπτει από την αναφορά του στους Αθηναίους, οι οποίοι έπαιρναν θάρρος «από το μέγεθος της δύναμής τους και από το πλήθος αυτών που έβλεπαν με τα μάτια τους» (ΣΤ.31.1), χωρίς ωστόσο να προτάσσεται το θάρρος της ισχύος, καθώς «οι περισσότεροι αντίπαλοι … επιτίθενται στηριζόμενοι περισσότερο στη δύναμη, παρά στο θάρρος τους» (Β.89.6).

Η αύξηση της ισχύος και, κατά συνέπεια, η τόλμη, μπορεί να προκύψει από την ενίσχυση των δυνάμεων των εμπολέμων χάρη στη βοήθεια που λαμβάνουν, όπως οι Συρακούσιοι, ο Νικίας ή οι Λακεδαιμόνιοι, αντίστοιχα από τη Σπάρτη (Ζ.2.1-2), την Αθήνα (Ζ.49.1) ή τις Συρακούσες (Η.2.3). Μπορεί να προέλθει από τη μείωση της ισχύος του αντιπάλου, όπως έβλεπαν οι Αθηναίοι να συμβαίνει με τους Σπαρτιάτες στη Σφακτηρία (Δ.34.1, Δ.35.2) ή οι Συρακούσιοι με τους Αθηναίους στη Σικελία (ΣΤ.102.1, Ζ.51.1), από την αύξηση της πολιτικής συσπείρωσης (Γ.82.7) ή την αλλαγή των συσχετισμών στην πολιτική διαπάλη (Γ.12.1, Η.89.2), αλλά και από την μεγαλύτερη εμπειρία σε ένα τομέα δράσης· όπως δηλώνει ο Αθηναίος στρατηγός Φορμίων, ενθαρρύνοντας τους άνδρες του, οι Σπαρτιάτες δεν υπερέχουν των Αθηναίων σε γενναιότητα ούτε η ανδρεία είναι προνόμιο κανενός, αλλά οι δύο αντίπαλοι είναι πιο θαρραλέοι σε εκείνο που είναι πιο έμπειροι, δηλαδή οι πρώτοι στην ξηρά και οι δεύτεροι στη θάλασσα (Β.89.2). Ακόμη, ενίσχυση και θάρρος μπορεί να προκαλέσει η καλή γνώση του αντιπάλου και ιδιαίτερα των αδυναμιών του, όπως όταν ο Αλκιβιάδης ενημέρωσε τους Σπαρτιάτες για τους συμπατριώτες του (ΣΤ.93.1), οι προηγούμενες επιτυχίες στις επιχειρήσεις, όπως των Συρακουσίων (2.37.1, Ζ.46.1), οι αποτυχίες των Αθηναίων (Ε.14.2) ή η αδράνεια του αντιπάλου (Γ.6.1, ΣΤ.63.2).

Η τόλμη, ως παράγων της απόφασης, οδηγεί σε μία ποικιλία δράσεων και καταστάσεων. Είναι η αιτία που ωθεί τους ανθρώπους να αναλάβουν κινδύνους, όπως τους Μυτιληναίους να αποστατήσουν (Γ.12.1, Γ.45.4) ή να μην έχουν διάθεση για συμβιβασμό (Γ.25.2), τους Αθηναίους να εκστρατεύσουν στη Σικελία (ΣΤ.31.1), τους Συρακούσιους ή τους Κορίνθιους να θέλουν να συνεχίσουν τον πόλεμο (Ζ.2.1, Ζ.17.3) ή, ακόμη, να επιδιώκουν την εκδίκηση κατά των αντιπάλων (Γ.82.7). Η τόλμη ευθύνεται επίσης για την αύξηση της μαχητικότητας (Δ.34.1, Δ.35.2, ΣΤ.63.2, Ζ.37.1) και της αποφασιστικότητας (Γ.83.3, Ζ.46.1) των εμπολέμων. Σε κάθε περίπτωση, η τόλμη προκαλεί φόβο στον ανταγωνιστή, όπως στους Σπαρτιάτες που φοβούνταν τους Αθηναίους για την τόλμη που είχαν επιδείξει κατά τον Περσικό πόλεμο (Α.90.1), αλλά και οδηγεί σε επιτυχίες, όπως υπερηφανεύεται ο Περικλής για λογαριασμό των Αθηναίων:

«εξαναγκάσαμε κάθε θάλασσα και κάθε γη να ανοίξει δρόμο στην τόλμη μας και ανεγείραμε παντού αιώνια μνημεία και για τις επιτυχίες και για τις αποτυχίες μας» (Β.41.4).

Η χρησιμότητα της τόλμης, ως εργαλείου στην επίτευξη και ιδεατών στόχων, φαίνεται και σε άλλο λόγο του Περικλή, ο οποίος λέει στους Αθηναίους:

«φανείτε προνοητικοί και για τη μελλοντική σας δόξα και για την αποφυγή της ντροπής τώρα, και με το θάρρος σας σήμερα αποκτείστε και τα δύο» (Β.64.6).

Η τόλμη, επιπλέον, λειτουργεί συμπληρωματικά ή και ενισχύει άλλους συντελεστές ισχύος, όπως την εμπειρία. Σε μία διαδικασία ενθάρρυνσης των ανδρών τους – διαδικασία γνωστή από την εποχή του Ομήρου,[64] οι στρατηγοί των Σπαρτιατών, πέρα από την πρόσκληση και την προτροπή να φανούν γενναίοι, σημειώνουν:

«η εμπειρία των εχθρών … εάν συνδυασθεί με ανδρεία, θα τους επιτρέψει στην ώρα του κινδύνου να θυμηθούν και να εφαρμόσουν τα διδάγματά της, χωρίς όμως ευψυχία, καμία εμπειρία δεν αρκεί μπροστά στους κινδύνους» (Β.87.4)·

και προσθέτουν:

«ο φόβος παραλύει τη μνήμη και η τέχνη δίχως το θάρρος δεν ωφελεί σε τίποτα. Αντιτάξτε λοιπόν στη μεγαλύτερη εμπειρία τους την μεγαλύτερη τόλμη σας…» (Β.87.4).

Επιπλέον, η ανδρεία, δηλαδή το θάρρος, η ικανότητα και η αυτοθυσία στην ώρα της μάχης, είναι κάτι που δεν μεταβάλλεται και που η έλλειψη εμπειρίας δεν μπορεί να επηρεάσει:

«όσοι έχουν μέσα τους την ανδρεία, ορθά, σε κάθε περί­σταση δείχνονται ανδρείοι και δεν μπορούν, επικαλούμενοι την απειρία τους, να δικαιολογήσουν τη δειλία τους σε κά- ποια περίσταση (Β.87.3).

Η γενική άποψη του Θουκυδίδη για την τόλμη, ως παράγοντα που επηρεάζει τις αποφάσεις, δεν είναι αρνητική. Ποσοτικά, ανάμεσα στις είκοσι τρεις αποφάσεις που αιτιολογεί βάσει της τόλμης, η πλειοψηφία, δώδεκα περιπτώσεις, είχαν, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, θετική έκβαση για αυτούς που τις έλαβαν, επτά είχαν αρνητική, δηλαδή ήταν λανθασμένες, και σε τέσσερις περιπτώσεις είναι αδιευκρίνιστο. Ωστόσο, ως γνωστόν ήδη, θεωρεί πως η τόλμη, σε συνδυασμό με την ανάγκη, την πλεονεξία, την αλαζονεία και τα πάθη (Γ.45.4) ή την απερισκεψία (ΣΤ.65.1), οδηγεί σε περιπέτειες. Σε λάθη οδηγεί και το «θράσος για το μέλλον» (Γ.39.3), δηλαδή το παράλογο θάρρος ή η απερίσκεπτη τόλμη, που «γεννά η αμάθεια» (Β.40.3), ή η ύβρις (Β.65.9) ή η ισχύς (Δ.92.5) και το οποίο, διευκρινίζει εμμέσως, δεν είναι ανδρεία (Γ.82.4), οδηγεί στην έπαρση (Α. 120.4) και σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλεί αντιδράσεις μίσους (Β.61.4). IV αυτό και ο Περικλής, διαχειριζόμενος την κατάσταση ώστε να αποφύγει τις αρνητικές συνέπειες, όταν αισθανόταν ότι οι συμπολίτες του αποθρασύνονταν, τους φόβιζε για να συγκρατούνται και, αντίστροφα, όταν φοβούνταν, τους ενθάρρυνε (Β.65.9).

Εκείνο, που ο Θουκυδίδης θεωρεί θετικό, είναι τον συνδυασμό της τόλμης με τη μελέτη και την καλή γνώση της κατάστασης. Υπερηφανεύεται, διά του Περικλέους, ότι ως Αθηναίοι διαφέρουν από τους άλλους «ώστε και τολμηροί να είμαστε οι ίδιοι και να μελετάμε σε βάθος όσα θα επιχειρήσουμε…»· για να γενικεύσει, στη συνέχεια, διατυπώνοντας για πρώτη φορά την ιδέα που θα αναπτύξει ο Καβάφης στις Θερμοπύλες:

«εκείνοι, άλλωστε, θα θεωρούνταν δίκαια ότι έχουν μεγίστη ευψυχία, όσοι, παρά το ότι γνωρίζουν σαφέστατα και τα δεινά και τα ευχάριστα, δεν υποχωρούν, παρ’ όλα αυτά, μπροστά στους κινδύνους» (Β.40.3)·

και αλλού, παρόμοια,

«όσοι αντιμετωπίζουν (αντιπάλους) με μικρότερες δυνάμεις και χωρίς να είναι αναγκασμένοι, σημαίνει ότι έχουν μέσα τους μεγάλη αποφασιστικότητα» (Β.89.6).

Η συνάρτηση της τόλμης με τη σύνεση, την υπεροχή και τη γνώση της κατάστασης, την καθιστά πιο σταθερή:

«κάτω από τις ίδιες συνθήκες, η συνετή εκτίμηση του κινδύνου από συναίσθηση υπεροχής κάνει την τόλμη σταθερότερη και στηρίζεται όχι τόσο στην ελπίδα … αλλά περισσότερο στη γνώση της πραγματικής κατάστασης, της οποίας η πρόνοια είναι πιο βέβαιη» (Β.62.5).

Η ανδρεία ή και ανδραγαθία, το θάρρος δηλαδή που συνδυάζεται με την ικανότητα, αλλά και η διάθεση αυτοθυσίας στην ώρα της μάχης, έχουν ιδιαίτερα υψηλή θέση στο αξιακό σύστημα του Θουκυδίδη και γενικότερα σε αυτό των αρχαίων Ελλήνων. Τούτο είναι ιδιαίτερα εμφανές στον «Επιτάφιο», όπου φαίνεται να διατυπώνεται η άποψη πως η ανδραγαθία, με τη θυσία της ζωής, είναι μία κορυφαία ανθρώπινη πράξη:

«Θεωρώ δε ότι ο τωρινός θάνατος αυτών εδώ αποδεικνύει την ανδρεία τους, είτε αποκαλύπτοντας την για πρώτη φορά είτε επισφραγίζοντάς την για τελευταία. Διότι και για εκείνους, οι οποίοι στα άλλα είναι τυχόν κατώτεροι, δίκαιο είναι να προτάσσεται η στους πολέμους επιδειχθείσα ανδραγαθία» (Β.42.2-3).

Είναι επίσης εμφανές στο λόγο των Πλαταιέων, οι οποίοι για την υπεράσπισή τους επικαλούνται, ενώπιον του δικαστηρίου στο οποίο προσήχθησαν από τους Σπαρτιάτες, τη γενναι­ότητά τους κατά τους Περσικούς πολέμους και τη διαφορά της στάσης τους από εκείνη των Θηβαίων και υπενθυμίζουν πως:

«τότε περισσότερο επαινούνταν όσοι μπροστά στην επίθεση, αντί να πράξουν τα συμφέροντα για την ασφάλεια τους, θέλησαν διακινδυνεύοντας να τολμήσουν τα πιο γενναία» (Γ.56.5).

Τέλος, στον αντίποδα της τόλμης υπάρχει η απώλειά της, η ατολμία και, λίγο πιο πέρα, στην άκρη του φάσματος, η δειλία, ένα από τα τρία σημαντικότερα σφάλματα (Α.122.4). Αντίστροφα από την τόλμη, η ατολμία προκαλείται από τις αποτυχίες ή αρνητικές μεταβολές στο συσχετισμό ισχύος, όπως συνέβη με τους Συρακούσιους όταν έφθασαν ενισχύσεις των Αθηναίων (2.55.1). Η ατολμία από μόνη της μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές καταστάσεις, σε ήττα:

«πολλοί στρατοί μέχρι τώρα νικήθηκαν από ασθενέστερους λόγω της απειρίας τους, μερικοί δε και εξαιτίας της ατολμίας» (Β.89.7).

Μπορεί, εξάλλου, να οδηγήσει και σε ταπείνωση, γεγονός που είναι ό, τι χειρότερο στο αξιακό σύστημα του Θουκυδίδη και των υπόλοιπων Ελλήνων της εποχής:[65]

«σε άνδρα με φρόνημα είναι πιο αλγεινή η ταπείνωση που προκαλεί η δειλία, παρά ο θάνατος που επέρχεται χωρίς να τον καταλάβει σε στιγμή δύναμης και κοινής ελπίδας για τη νίκη» (Β.43.6).

Η αλαζονεία

Η αλαζονεία είναι μία από τις αιτίες των αποφάσεων των ανθρώπων κατά τον Θουκυδίδη. Στον Πόλεμο απαντά σε όλες τις εκφάνσεις του εννοιολογικού της φάσματος. Ξεκινά από το χαμηλότερο επίπεδο έντασης, που είναι η υποτίμηση του αντιπάλου και εκφράζεται από τις λέξεις «καταφρονώ», «καταφρόνησις», «ὑπερορῶ»· περνά από την έπαρση, που εκφράζεται κυρίως με το ρήμα «ἐπαίρω (-ομαι)», και φθάνει στον υπέρτατο βαθμό με τις λέξεις «ὕβρις», «ὑβρίζω» και «ἐξυβρίζω».

α. Ύβρις

Η ύβρις, η υπέρτατη αλαζονεία, για πολλούς ίσως είναι απλά μία έννοια που προέρχεται από την αρχαιότητα και μάλλον ανήκει σε αυτήν. Ωστόσο, ο καθένας, με μία γρήγορη αναδρομή στον προηγούμενο αιώνα, μπορεί να συνειδητοποιήσει τις υπερβολές που διεπράχθησαν. Γιά δεύτερη φορά μέσα σε τριάντα χρόνια αιματοκυλήθηκε η ανθρωπότητα εξ αιτίας των υβριστικών ολοκληρωτικών καθεστώτων, του ναζισμού και του φασισμού, και τουλάχιστον δέκα γενοκτονίες, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο γνωστές, έλαβαν χώρα. Κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, ο ανταγωνισμός των εξοπλισμών οδήγησε τις υπερδυνάμεις σε μεγάλο αριθμό θερμοπυρηνικών δοκιμών, με εκρηκτική ισχύ δεκάδων μεγατόνων, που προκάλεσαν καταστροφές στον άνθρωπο και στο περιβάλλον, σε έκταση και σε βάθος χρόνου που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Τέλος, φαίνεται να αγγίζουν την ύβρη οι χωρίς όρια και εκτός κανόνων πειραματισμοί με τη βιοτεχνολογία και τη γενετική. Όλα αυτά καθιστούν τη μελέτη της ύβρεως πολύ σύγχρονη και μάλλον αναγκαία.

Η Jacqueline de Romilly ορίζει την ύβρη ως τον πειρασμό «που ωθεί τον άνθρωπο να επιθυμεί» και να κάνει, θα πρόσθετα, «ολοένα και περισσότερα, πέρα από κάθε λογική»· πρόκειται για την «απώλεια του μέτρου».[66] Κατά τους προ του Θουκυδίδη αρχαίους Έλληνες, η ύβρις ήταν όχι απλώς η αιτία λανθασμένων αποφάσεων, αλλά προκαλούσε την αντίδραση των θεών και ιδιαιτέρως του Δία, οι οποίοι έστελναν την «νέμεσιν», την τιμωρία ή εκδίκησή τους. Αμφότερες είχαν ηθική και θρησκευτική διάσταση και, κατά την de Romilly, «χρειαζόταν ο φθόνος κάποιου θεού για να δώσει στη μία το νόημα και στην άλλη την πραγματικότητά της».[67] Ωστόσο, κατά την ίδια, στο έργο του Θουκυδίδη χάνεται αυτή η θρησκευτική διάσταση, χωρίς να εξαλείφεται πλήρως η σχετική ηθική, κατά περίπτωση ή πρόσωπο, όπως στο Νικία (Ζ.77.3-4)· στον Πόλεμο η ύβρις «είναι ένας μηχανισμός τέλεια λογικός και μπορεί να οριστεί ως μία απερισκεψία που γεννιέται από την επιτυχία»,[68] ενώ «η νέμεσις δεν είναι πλέον η τιμωρία που στέλνουν οι θεοί αλλά η λογική έκβαση της ανθρώπινης πλάνης».[69] Η μεγάλη ελληνίστρια προτείνει ότι η ύβρις, ως έννοια, στον Θουκυδίδη, μπορεί να διατυπωθεί ως ακολούθως: «η ανθρώπινη φύση είναι φτιαγμένη έτσι ώστε ο άνθρωπος να αφήνεται να παρασυρθεί από την επιτυχία και να επινοεί επιθυμίες αμέτρητες».[70] Το ενδιαφέρον δε, που τονίζει και μετέρχεται ως ερμηνευτικό εργαλείο στο έργο της, είναι η αντίληψή της ότι ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί την ύβρη «για να εξηγήσει όλα τα πολιτικά σφάλματα και ιδιαίτερα εκείνα της Αθήνας»,[71] δηλαδή για να ερμηνεύσει τις λανθασμένες αποφάσεις.

Η de Romilly ομαδοποιεί, όπως προκύπτει από τα παρα­δείγματά της, τις διαφορετικές εκφάνσεις της αλαζονείας[72] και, ομαδοποιώντας τες, καταλήγει να μιλάει για μία θεωρία της «παράλογης φιλοδοξίας».[73] Η ομαδοποίηση δεν είναι λανθασμένη, καθώς πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο σε διαφορετική ένταση. Εντούτοις θεωρώ πως ο Θουκυδίδης, που κατά τους φιλολόγους και κατά την ίδια επέλεγε με ακρίβεια τις λέξεις, χρησιμοποίησε με οικονομία τον όρο «ὕβρις» ή «ἐξυβρίζω»[74] και, εφόσον έχουμε τη δυνατότητα, είναι χρήσιμο να διακρίνουμε τη διαφορετική ένταση των εννοιών, ιδιαίτερα όταν προσπαθούμε να αντιληφθούμε την επιρροή μίας μεταβλητής πάνω σε ένα φαινόμενο. Συγκεκριμένα, στο κείμενο, σε επτά περιπτώσεις αιτιολογούνται αποφάσεις μέσω αυτής καθαυτής της λέξης «ὕβρις», σε άλλες εννέα καταγράφεται η έννοια ή και η άποψή του για την ίδια, και σε άλλες δέκα εννέα (σε δέκα ευθέως και σε εννέα εμμέσως) περιπτώσεις αιτιολογούνται αποφάσεις μέσω της έπαρσης, ενώ σε ένδεκα μέσω της υποτίμησης του αντιπάλου· επιπλέον, καταγράφονται άλλα είκοσι τέσσερα σημεία του κειμένου, στα οποία αναφέρεται ή περιγράφεται η λειτουργία της αλαζονείας και της υποτίμησης.

Η αλαζονεία, ακόμη και στην υπέρτατη έκφανσή της, την ύβρη, είναι συνυφασμένη με τη φύση του ανθρώπου και προκαλείται σε αυτόν ή σε πόλεις όταν επιτυγχάνονται στόχοι ή προκύπτουν καταστάσεις είτε με μικρή προσπάθεια είτε απροσδόκητα. Το εδάφιο που ακολουθεί αναδεικνύει τη σκέψη του Θουκυδίδη επί του θέματος:

«Συνήθως οι πόλεις, και μάλιστα εκείνες οι οποίες με ελάχιστη προσπάθεια και απροσδόκητα θα ευτυχήσουν, εκτρέπονται σε ύβρη. Τα πολλά ευτυχή, που προκύπτουν στους ανθρώπους σύμφωνα με τη λογική, είναι ασφαλέστερα από τα απροσδόκητα, και μπορεί να ειπωθεί πως οι άνθρωποι ευκολότερα αντιμετωπίζουν την κακοτυχία, παρά διατηρούν την ευδαιμονία. Έπρεπε από παλιά να μην είχαμε τιμήσει τους Μυτιληναίους τόσο περισσότερο από τους άλλους συμμάχους, και τότε δεν θα έφθαναν σε τέτοιο σημείο ύβρεως. Διότι από τη φύση τους οι άνθρωποι καταφρονούν αυτούς που τους θεραπεύουν και θαυμάζουν όσους είναι άκαμπτοι» (Γ.39.4-5).

Το σκεπτικό αυτό, ότι η «αναπάντεχη» τύχη, αλλά και η ελπίδα, προκαλούν την αλαζονεία εν γένει, παρουσιάζεται και αλλού. Ο Αρχίδαμος, αφού επαινεί το γεγονός ότι ως Σπαρτιάτες στις ευτυχίες δεν είναι αλαζόνες («οὐκ ἐξυβρίζομεν») και δεν έχουν την υπεροψία να περιφρονούν τους νόμους (Α.84.2), καλεί τους συμπατριώτες του να μην οδηγηθούν στην έπαρση από εκείνη την ελπίδα ότι θα τελειώσει γρήγορα ο πόλεμος (Α.81.6). Και ο Διόδοτος το ίδιο, προειδοποιεί ότι η τύχη, μαζί με την επιθυμία και την ελπίδα, «οδηγεί τους ανθρώπους στην έπαρση» (Γ.45.6) και σε μεγάλους κινδύνους.

Τη συγκεκριμένη άποψη, ότι η ύβρις στον Θουκυδίδη προκύπτει από ευτυχία ή επιτυχίες, υποστηρίζει η de Romilly. Το επιχείρημά της στηρίζεται σε διαφορετικά εδάφια στα οποία ο συγγραφέας αναφέρεται στην «ἀπροσδόκητο» και με ελάχιστη προσπάθεια «εὐπραγία» (Γ.39.4), σε εκείνους που δοκιμάζουν μία «ασυνήθιστη επιτυχία» και «απροσδόκητα ευτυχούν» (Δ.17.4), στην «κατά τον πόλεμο ευτυχία» (Α. 120.4), στην «παρούσα ευτυχία» και την «παρά λόγον τῶν πλειόνων εὐπραγία» (Δ.65.4, Ε.14.1), καθώς και σε αντίστοιχες της επιτυχίας καταστάσεις, όπως η εξουσία (Γ.45.4) ή η αύξηση της ισχύος (Δ. 18.2).[75] Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί πως η de Romilly υποστηρίζει – μάλλον αντιφατικά, κατά την κρίση μου – ότι, πέρα από την ευτυχία, η ύβρις προκύπτει και από την «υπέρμετρη θλίψη», κάτι σαν «ύβρις αντεστραμμένη», όπως χαρακτηριστικά γράφει. Κατ’ αυτήν, ο Θουκυδίδης το εκφράζει όταν, αναφερόμενος στον λοιμό, γράφει ότι «καταβάλλει (υποδουλώνει) το ηθικό καθετί το αιφνίδιο και απροσδόκητο και ό, τι συμβαίνει κατά τον πλέον απρόοπτο τρόπο» (Β.61.3), όταν οι Αθηναίοι, παρά την ισχύ τους, απογοητεύονται ακριβώς διότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως τα περίμεναν (Ζ.66.3) και όταν ο Νικίας, όπως συμβαίνει σε δύσκολες καταστάσεις, θεωρούσε ότι υπολείπονταν πολλά άλλα πράγματα να γίνουν πριν την έναρξη της κρίσιμης μάχης (Ζ.69.2).[76]

Η ύβρις, δηλαδή η αλαζονεία στην υπέρτατη έκφανσή της, συγκαταλέγεται μεταξύ των παραγόντων που οδηγούν τους ανθρώπους σε λανθασμένες αποφάσεις και θέτουν τους εαυτούς τους σε μεγάλο κίνδυνο. Το είδαμε στην αρχή του κεφαλαίου, στο Γ.45.4, όταν ο Διόδοτος επισημαίνει ότι η εξουσία προκαλεί πλεονεξία, την οποία «ενισχύουν η αλαζονεία και η αυτοπεποίθηση». Την ίδια ακριβώς λογική διεργασία αιτίου-αποτελέσματος υιοθετούν και επιστρατεύουν οι Κορίνθιοι όταν, ενώπιον των Αθηναίων, επιχειρηματολογούν κατά των Κερκυραίων για να αποτρέψουν την μεταξύ τους συμμαχία, λέγοντας ότι οι τελευταίοι τους «έχουν αδικήσει σε πολλές περιστάσεις», «εξαιτίας της μεγάλης τους αλαζονείας και της δύναμης του πλούτου τους» (Α.38.5). Ωστόσο, η πιο σημαντική εν τοις πράγμασι συνέπεια της ύβρεως ήταν τα μεγάλα εγκλήματα που έλαβαν χώρα, μάλιστα για πρώτη φορά, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου στην Κέρκυρα· και τούτο ήταν αποτέλεσμα αντεκδίκησης ανθρώπων οι οποίοι είχαν εξουσιασθεί «περισσότερο με ύβρη, παρά με σωφροσύνη» (Γ.84.1).

β. Έπαρση και υποτίμηση

Η έπαρση ή/και η υποτίμηση είναι αιτίες που συναντώνται πιο συχνά από την ύβρη, τόσο στην ιστορία, όσο και στην καθημερινότητα των αποφάσεων, σε πολλούς και διαφορετικούς τομείς δραστηριοτήτων, που ξεκινούν από την πολιτική και τη διοίκηση και φθάνουν μέχρι τις επιχειρήσεις, τον αθλητισμό και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ο Ηρόδοτος περιγράφει την αλαζονεία του Ξέρξη, που ζήτησε «γην και ύδωρ» από τους Έλληνες, έπειτα μαστίγωσε τον Ελλήσποντο, διότι η τρικυμία κατέστρεψε τις γέφυρες, και τέλος υποτίμησε την ικανότητα αντίστασης των Ελλήνων, αποφασίζοντας να σπεύσει να ναυμαχήσει στα στενά της Σαλαμίνας. Η παγκόσμια ιστορία έχει καταγράψει την αλαζονεία των Σταυροφόρων, των Κονκισταδόρες της Αμερικής και, γενικότερα, των αποικιοκρατών έναντι των αυτοχθόνων· έχει επίσης καταγράψει την αλαζονική στάση της γαλλικής βασιλικής οικογένειας, μέσω της φράσης «αφού δεν έχουν ψωμί, ας φάνε παντεσπάνι», αλλά και την υποτίμηση της δύναμης των επαναστατών, τόσο εκ μέρους της (1789), όσο και εκ μέρους της τσαρικής οικογένειας (1917). Στον 20ό αιώνα, παράδειγμα αλαζονικής συμπεριφοράς είναι η εκστρατεία των Ναζί στη Σοβιετική Ένωση (1941), ο πόλεμος των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και, αντίστοιχα, των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν, όπως επίσης και η στάση των Ισραηλινών που, εξ αιτίας της νίκης τους το 1967, αδιαφόρησαν για τις προειδοποιήσεις ότι θα δεχθούν επίθεση, όπως και τελικά συνέβη με τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ (1973). Ασφαλώς η αλαζονεία και η υποτίμηση, εν προκειμένω του ανταγωνιστή ή του πελάτη, είναι παρούσα και στον κόσμο των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα όταν κάποιοι θεωρούν ότι μπορούν να πουλήσουν, μέσω του επιθετικού μάρκετινγκ, ό, τι θέλουν σε όποιους θέλουν ή να μην τηρούν τις δεσμεύσεις τους επειδή τη συγκεκριμένη στιγμή διαθέτουν ισχυρή θέση στην αγορά.

Στον Πόλεμο η «έπαρση» οδηγεί και ηγέτες και λαούς σε λανθασμένες συμπεριφορές και αποφάσεις. Παράδειγμα μεταξύ των πρώτων είναι ο Σπαρτιάτης Παυσανίας, ο νικητής της μάχης των Πλαταιών. Αυτός, λόγω των τιμών που του απεδόθησαν από τους Έλληνες, «είχε επαρθεί» τόσο, που δεν μπορούσε να περιορισθεί στον σπαρτιατικό τρόπο ζωής και, κάθε φορά που βρισκόταν μακριά από την πατρίδα του, ιδιαίτερα στην Ασία, συμπεριφέρονταν ως Πέρσης (Α. 130.1) – συμπεριφορά που τον οδήγησε σε ένα φρικτό και άδοξο τέλος. Σε ό, τι αφορά την έπαρση λαών, οι περιπτώσεις είναι πολλές και ο Θουκυδίδης αναφέρει τέτοιες αποφάσεις των διαφόρων εμπολέμων (Β.81.4) και ιδιαίτερα των συμπολιτών του. Οι Αθηναίοι, λοιπόν, λόγω της μεγάλης ναυτικής τους υπεροχής, είχαν αφήσει στην αρχή του πολέμου εντελώς απροστάτευτο το λιμάνι του Πειραιά και παραλίγο να υποστούν μεγάλη ήττα (Β.93.1)· ήθελαν να κερδίσουν περισσότερα και τελικά δεν δέχτηκαν τις πολύ ευνοϊκές για αυτούς προτάσεις ειρήνης των Σπαρτιατών, όταν είχαν νικήσει και αιχμαλωτίσει τους Σπαρτιάτες στη Σφακτηρία (Δ.21.2)· ή, σε κρίσιμη μάχη στη Σικελία, επειδή μάχονταν σαν να είχαν ήδη επικρατήσει, τελικώς ηττήθηκαν (Ζ.43.7).[77] Εν γένει, σε συγκεκριμένη στιγμή, οι Αθηναίοι είχαν λανθασμένα εξορίσει τους στρατηγούς τους, που επέστρεψαν από την πρώτη τους εκστρατεία στη Σικελία, θεωρώντας ότι απέτυχαν διότι:

«παρασυρόμενοι από την ευτυχία της στιγμής, είχαν την απαίτηση να μην προκύπτει τίποτε αντίθετο με τις επιθυμίες τους, αλλά και σε όλα τα εγχειρήματα τους, και τα εφικτά και τα πολύ δύσκολα, να επιτυγχάνουν το ίδιο, ανεξάρτητα αν τα επιχειρούσαν με τις απαραίτητες ή με λιγότερες προετοιμασίες. Αιτία αυτού ήταν ότι οι πολλές και απροσδόκητες επιτυχίες τούς είχαν δημιουργήσει πολύ ισχυρές ελπίδες» (Δ.65.4).

Σε λανθασμένες αποφάσεις οδηγεί και η υποτίμηση του αντιπάλου, η οποία, όπως και στην περίπτωση της ύβρεως και της έπαρσης, προκύπτει κυρίως από απροσδόκητες επιτυχίες:

«επειδή, αντίθετα με τους αρχικούς φόβους σας, τους νικήσατε απροσδόκητα, τους καταφρονείτε και επιδιώκετε να κατακτήσετε ακόμη και τη Σικελία» (ΣΤ. 11.5).

Προκύπτει επίσης από τη στρατιωτική (ΣΤ. 104.3) ή την πνευματική υπεροχή (Γ.83.4) ή ακόμη και από την ανοησία (ΣΤ.35.1). Ωστόσο, στην υποτίμηση του αντιπάλου μπορεί να συμβάλει και αυτός ο ίδιος ο αντίπαλος, είτε επειδή δεν έδειξε το αναμενόμενο σθένος (ΣΤ.34.8) είτε διότι, σύμφωνα με τη φήμη του, δεν είναι αξιόμαχος (Η.8.4, Η.25.3).

Η έπαρση κάποιου ή η εκ μέρους του υποτίμηση του αντιπάλου συνιστά ουσιαστικά αδυναμία, την οποία μπορεί να εκμεταλλευθεί ο αντίπαλος. Όπως κατά γενικό τρόπο διατυπώνεται:

«πολλές φορές μία μικρότερη δύναμη, εξ αιτίας του φόβου, απέκρουσε αποτελεσματικότερα μεγαλύτερη δύναμη, η οποία βρέθηκε απαράσκευη διότι υποτίμησε τον αντίπαλό της» (Β. 11.4).

Τέτοια είναι η περίπτωση του Βρασίδα, ο οποίος ανέμενε πως ο Κλέων θα καταφρονούσε τις μικρές του δυνάμεις, προετοιμάσθηκε ανάλογα και, καθώς ο δεύτερος λειτούρ­γησε όπως αναμενόταν, τον νίκησε (Ε.6.3).

Η συγκεκριμένη επισήμανση δίνει αφορμή στον Θουκυδίδη να προειδοποιήσει κατά της έπαρσης ή της υποτίμησης του αντιπάλου:

«να μην πάθετε ό, τι παθαίνουν όσοι δοκιμάζουν μίαν ασυ­νήθη επιτυχία· διότι, λόγω και της απροσδόκητης παρούσης ευτυχίας, ορέγονται και ελπίζουν πάντα πιο πολλά» (Δ.17.4)· και «προσέξτε … να μην βρεθείτε απαράσκευοι, επειδή τους υποτιμήσατε…» (ΣΤ.33.3).

Σημειώνει επίσης ότι η αλαζονεία προκαλεί μεγαλύτερη αντίδραση εκ μέρους των άλλων, οι οποίοι «συνεχίζουν τον αγώνα μέχρι τέλους, έστω και αντίθετα στη λογική, εναντίον υπεροπτών αντιπάλων» (Δ.19.4). Θεωρεί δε ότι είναι πλεονέκτημα και δείγμα σωφροσύνης κάποιος να αποφεύγει την αλαζονεία· άνθρωποι, που «διαπράττουν ελάχιστα λάθη», είναι εκείνοι που «δεν επαίρονται για τις επιτυχίες τους» (Δ.18.4). Αντίθετα, διατυπώνει τη γενική άποψη ότι η καταφρόνηση του αντιπάλου είναι το πιο ολέθριο από τρία σημαντικά σφάλματα (ασυνεσία, δειλία και αμέλεια) και, μάλιστα, επειδή έχει βλάψει τόσους πολλούς, κατέληξε «να αποκαλείται με το αντίθετο όνομα, αφροσύνη» (Α. 122.4).

Ωστόσο, η έπαρση και η υποτίμηση του αντιπάλου μπορούν να έχουν και κάποια θετικά αποτελέσματα, σε συγκεκριμένες συνθήκες και προϋποθέσεις. Θετικά μπορεί να λειτουργήσουν όταν η υποδεέστερη ομάδα, αντιλαμβανόμενη ότι ο αντίπαλος δεν είναι τόσο φοβερός ή ικανός, παίρνει θάρρος υποτιμώντας τον και τον αντιμετωπίζει με επιτυχία. Αυτή είναι η περίπτωση των Αθηναίων οι οποίοι, βλέποντας ότι ήταν περισσότεροι από τους Σπαρτιάτες της Σφακτηρίας, έχοντάς τους συνηθίσει και μη έχοντας υποστεί τις ζημίες που φοβόντουσαν, τους «καταφρόνησαν» και τους επιτέθηκαν (Δ.34.1). Αντίστοιχη είναι η περίπτωση των Σικελών στρατιωτών οι οποίοι καταφρόνησαν τους Αθηναίους επειδή αυτοί δεν επιτίθονταν εναντίον τους (ΣΤ.63.2). Θετικά λειτουργούν επίσης όταν η έπαρση μετατρέπεται σε άμιλλα, όπως συνέβη με τους Αθηναίους πολίτες κατά την προετοιμασία της εκστρατείας στη Σικελία:

«έφτασαν έτσι να ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε ό, τι ο καθένας είχε δεσμευθεί, ώστε η όλη προετοιμασία θεωρήθηκε περισσότερο ως επίδειξη δύναμης και πλούτου προς τους άλλους Έλληνες, παρά ως ετοιμασία εναντίον εχθρού» (ΣΤ.31.4).

Θετικά, τέλος, ή, σε κάθε περίπτωση, χωρίς κίνδυνο, μπορεί να λειτουργήσει η υποτίμηση του αντιπάλου (ακόμη και η έπαρση), όταν αυτή, κατά τον Θουκυδίδη, στηρίζεται

– όπως ακριβώς και στην περίπτωση της ελπίδας (Ε. 103.1)

– στην ανάλογη ισχύ. Οι Κερκυραίοι «επαίρονταν» για την παράδοσή τους και την υπεροχή τους στο ναυτικό και, γνωρίζοντας το πλεονέκτημά τους, συνέχιζαν να το αναπτύσσουν (Α.25.4). Ο δε Αρχίδαμος, απευθυνόμενος στους συμπατριώτες του πριν την έναρξη του πολέμου, θεωρεί προφανές ότι οι Αθηναίοι από περηφάνια και εμπειρία δεν θα φεισθούν θυσιών και δεν θα φοβηθούν τον πόλεμο (Α.81.6).

Αυτήν τη θετική λειτουργία της υποτίμησης χρησιμοποιούν οι ηγέτες ώστε να αντιμετωπίσουν το φόβο που μπορεί να διακατέχει τους συμπολίτες τους. Ο Περικλής καλεί τους Αθηναίους να αντιμετωπίσουν τους εχθρούς όχι μόνο με αυτοπεποίθηση, αλλά και με καταφρόνηση (Β.62.3). Και ο Νικίας ζητά από τους στρατιώτες του να καταφρονήσουν τους Κορινθίους και τους Σικελιώτες επειδή τους έχουν νικήσει πολλές φορές, επειδή, όταν το ναυτικό τους ήκμαζε, αυτοί δεν τολμούσαν να αντισταθούν, αλλά και για να αποδείξουν ότι η ναυτική τους ικανότητα είναι ανώτερη από τη δύναμη και την καλή τύχη των εχθρών τους (Ζ.63.4).

Στις τελευταίες περιπτώσεις φαίνεται πως ο Θουκυδίδης, ενώ στην πλειοψηφία των αναφορών του αναδεικνύει τα προβλήματα και προειδοποιεί κατά της αλαζονείας, διακρίνει την αλαζονεία από την υποτίμηση του αντιπάλου και δικαιολογεί την ύπαρξη και το ρόλο της τελευταίας. Η διάκριση στηρίζεται στο ότι διασυνδέει την αλαζονεία με την τύχη του αμαθούς ή του δειλού, ενώ την υποτίμηση με τη γνώση και την πίστη του ισχυρού:

«διότι αλαζονεία μπορεί να έχει και ένας τυχερός αμαθής ή ένας δειλός, καταφρόνηση όμως εκείνος μόνος που, επειδή γνωρίζει, πιστεύει στην υπεροχή του έναντι των αντιπάλων, όπως συμβαίνει με εμάς» (Β.62.4).

Εάν υφίσταται μία κατάσταση υπεροχής, τότε:

«κάτω από τις ίδιες συνθήκες, η συνετή εκτίμηση του κινδύνου από συναίσθηση υπεροχής κάνει την τόλμη σταθερότερη και στηρίζεται όχι τόσο στην ελπίδα…, αλλά περισσότερο στη γνώση της πραγματικής κατάστασης, της οποίας η πρόνοια είναι πιο βέβαιη» (Β.62.5).

Τα πάθη

Πάθη θεωρούνται τα συναισθήματα ή οι διαθέσεις που απορρέουν από έντονη ψυχική κατάσταση, θετική, όπως ο έρωτας ή η μεγάλη επιθυμία για κάποιον ή για κάτι, ή αρνητική, όπως ο θυμός, το μίσος και η συναφής διάθεση εκδίκησης. Τα πάθη ηγετών και ανθρώπων, όπως και οι άλλες μεταβλητές που εξετάζονται, είχαν και συνεχίζουν να έχουν το δικό τους μερίδιο επιρροής στις εξελίξεις. Ο Πέρσης βασιλιάς θύμωσε για την ανάμειξη των Αθηναίων στην επανάσταση των πόλεων της Ιωνίας και θέλησε να τους τιμωρήσει. Αντίστοιχα, ο Φίλιππος και, στη συνέχεια, ο Αλέξανδρος τέθηκαν επικεφαλής των Ελλήνων σε εκστρατεία κατά των Περσών με διακηρυγμένο στόχο να εκδικηθούν τους Πέρσες· άλλωστε ο δεύτερος πυρπόλησε την Περσέπολη ως εκδίκηση για την καταστροφή της Αθήνας και της Ακρόπολης. Η έκφραση «οργή λαού, φωνή Θεού» περιγράφει τη δύναμη της λαϊκής οργής είτε σε αυθόρμητες είτε σε οργανωμένες αντιδράσεις και κινητοποιήσεις. Αρκεί να σκεφθεί κανείς το θυμό του Δήμου σε Αθήνα και Σπάρτη, το θυμό των πολιτών της Ρώμης ή και τη επανάσταση των σκλάβων υπό τον Σπάρτακο, το θυμό του δήμου στην Κωνσταντινούπολη κατά τη στάση του Νίκα ή τις σύγχρονες αντιδράσεις σε μεγαλουπόλεις, όταν ο λαός, μεταμορφωμένος πλέον σε όχλο, λεηλατεί, πυρπολεί, φονεύει· ή να σκεφθεί τις σημαντικές και ταχείες μετατοπίσεις του εκλογικού σώματος προς τα άκρα του πολιτικού φάσματος, όπως πρόσφατα διαπιστώνεται στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, οι οποίες, σύμφωνα με τους εκλογικούς αναλυτές, είναι έκφραση του θυμού των πολιτών.

Πολλοί άνθρωποι έχουν επίσης μείνει στην Ιστορία για ένα συγκεκριμένο πάθος τους. Στην περίπτωση των αρνητικών παθών (ακραίες διασκεδάσεις, ιππόδρομος, τυχερά παιχνίδια), «κορυφαία» θέση κατέχουν ο Καλιγούλας, για τα συμπόσιά του, και ο Νέρων, που έκαψε τη Ρώμη για να εμπνευσθεί… Στην αντίθετη κατηγορία, περίοπτη θέση για το πάθος τους στη δημιουργία έχουν ο Ιουστινιανός (ο επονομασθείς «ακοίμητος»), καθώς και όλοι οι μεγάλοι επιστήμονες και ερευνητές, για την αφοσίωση στο έργο και τη σεμνότητα η Ελισάβετ, για την αγάπη και την αλληλεγγύη προς τους συνανθρώπους πολλοί από εκείνους που, στη συνέχεια, διαφορετικοί άνθρωποι θεώρησαν αυτούς ως «ευεργέτες» ή «άγιους».

Από τον κατάλογο των παραδειγμάτων για τα πάθη ασφαλώς δεν μπορεί να απουσιάσει το μίσος μεταξύ δυναστευομένων και δυναστών, μεταξύ κατακτημένων και κατακτητών, μεταξύ εθνών ή κρατών που έχουν επανειλημμένα πολεμήσει μεταξύ τους και που το εθνικιστικό μίσος έχει οδηγήσει σε καταστροφές, σφαγές ή και γενοκτονίες. Η εκδίκηση, η ρεβάνς, ώθησε τον Χίτλερ να φέρει τους Γάλλους να υπογράψουν την παράδοσή τους στο ίδιο βαγόνι όπου η Γερμανία είχε πράξει ομοίως στον προηγούμενο πόλεμο· από θυμό και μίσος για τις τεράστιες καταστροφές, που υπέστησαν, οι Σοβιετικοί ήταν ιδιαίτερα βίαιοι κατά την προέλασή τους στη Γερμανία και, από θυμό και διάθεση τιμωρίας ίσως, οι Αμερικανοί δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν την ατομική βόμβα στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι.

Αυτά τα πάθη, κατά τον Θουκυδίδη, δημιουργούνται και επηρεάζονται από τις συγκυρίες και εξουσιάζουν το υποκείμενο. Ποια είναι όμως τα πάθη στα οποία αυτός αναφέρεται; Το πρώτο είναι σίγουρα η οργή, σε όλες τις εννοιολογικές εκφάνσεις της λέξης. Το δεύτερο, κατά τη δική μου ερμηνεία, είναι το μίσος, επίσης σε όλες του τις εκφάνσεις. Και τούτο διότι, αφενός βρίσκεται πολύ κοντά στην έννοια του θυμού, αφετέρου πρόκειται για μία έννοια η οποία χρησιμοποιείται πολλές φορές στο κείμενο, και θα ήταν παράξενο, αν ο Θουκυδίδης δεν την θεωρούσε πάθος, να την έχει παντελώς αγνοήσει και να μην την έχει αναφέρει στη γενίκευση που κάνει στο Γ.45.4. Άλλωστε, η χαρακτηριστικότερη περίπτωση εκδήλωσης και καταγραφής παθών στον Πόλεμο, ο εμφύλιος της Κέρκυρας (Γ.81-84), όπως και κάθε εμφύλιος πριν και μετά, διαποτίζεται από το μίσος και, περαιτέρω, από τις διαθέσεις εκδίκησης και αντεκδίκησης.

α. Η οργή

Η οργή χρησιμοποιείται από τον Θουκυδίδη με τρεις έννοιες ταυτοχρόνως. Η πρώτη, κυρίαρχη και ίδια ακριβώς με αυτήν που χρησιμοποιούμε σήμερα, είναι η έννοια του θυμού. Συναντάται στο κείμενο πενήντα τέσσερις φορές, κυρίως με τις λέξεις «ὀργή» και «οργίζομαι», αλλά και τις λέξεις «θυμός» και «χαλεπαίνω». Μεταξύ αυτών, μέσω της έννοιας αιτιολογούνται είκοσι εννέα αποφάσεις, ενώ στις υπόλοιπες είκοσι πέντε είτε περιγράφεται η λειτουργία της είτε απλώς καταγράφεται. Η δεύτερη έννοια, με την οποία χρησιμοποιείται η λέξη «ὀργή» είναι εκείνη του πάθους, που στη σκέψη του Θουκυδίδη δυναστεύει και αλλοιώνει την ανθρώπινη φύση. Αυτή είναι και η έννοια, άλλωστε, με την οποία χρησιμοποιείται και στο εδάφιο Γ.45.4. Καταμετρήθηκε με τις λέξεις «οργή» και «οργίζομαι» συνολικά δεκατρείς φορές και αιτιολογεί στο κείμενο έξι αποφάσεις· σε μία δε, από τις υπόλοιπες επτά που περιγράφουν τη λειτουργία του πάθους, η λέξη «ὀργή» («τάς ὀργάς») προσεγγίζει ουσιαστικά την έννοια της ανθρώπινης φύσης (Γ.82.2).

Η οργή ως θυμός οφείλεται ή προκύπτει στον Πόλεμο από διάφορες αιτίες. Η πιο γενικά διατυπωμένη αιτία είναι η έλλειψη παιδείας· σε ένα εδάφιο γίνεται λόγος για την οργή που συνοδεύεται «από απαιδευσία και στενότητα πνεύματος (γνώμη)» (Γ.42.1), και σε άλλο για την «οργή του απαίδευτου» (Γ.84.1). Η άλλη, γενικά διατυπωμένη, αιτία είναι το αρνητικό απροσδόκητο:

«όλοι οι άνθρωποι καταλαμβάνονται από οργή όταν με τα ίδια τους τα μάτια βλέπουν να τους χτυπά ευθέως κάποιο ασυνήθιστο κακό…» (Β.11.7).

Πέραν αυτών, οι υπόλοιπες αιτίες είναι διάφορες και ποικίλλουν κατά περίπτωση. Οργή προκαλείται από την αποστασία αποίκων, όπως των Επιδάμνιων από τους Κορινθίους (Α.26.3), ή συμμάχων, όπως των Μυτιληναίων από τους Αθηναίους (Γ.36.2, Γ.43.5, Γ.44.4), και από οτιδήποτε οι οργιζόμενοι θεωρούν ως αδικία εκ μέρους των αντιπάλων (Ε.44.3, Ε.46.5)· επίσης, από την αρνητική εξέλιξη του πολέμου, όπως των Κορινθίων με τους Κερκυραίους (Α.31.1), ή την ήττα των Αθηναίων στη Σικελία (Η.1.1)· από αντίδραση στη συμπεριφορά ή παράπονα κατά ενός εκάστου των ηγεμόνων, Αθηναίων (Β.8.5) ή Σπαρτιατών (Ε.29.2), ή, τέλος, και από μη αρεστές αποφάσεις ηγετών, όπως του Περικλή (Β.21.3), του Αρχιδάμου (Β.18.5), του Άγη (Ε.63.2) ή του Λίχα (Η.84.5).

Ο θυμός, ως αιτία απόφασης, οδηγεί σε αποφάσεις συγκρουσιακού χαρακτήρα, σχεδόν όλες λανθασμένες. Οι επιχειρήσεις, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Θουκυδίδης, «γίνονται πάνω στο θυμό» (Β.11.4), ενώ «όσοι εξαιτίας του θυμού σκέπτονται λιγότερο, περισσότερο στη δράση (του πολέμου) εμπλέκονται» (Β.11.7).

Έτσι, οι Κερκυραίοι έπλευσαν κατά της Επιδάμνου (Α.26.4) και οι Κορίνθιοι ναυπήγησαν πλοία (Α.31.1). Το ίδιο συμβαίνει με την αλλαγή συμμάχων ή την πρόληψη απόκτησης νέων· κάποιοι Πελοποννήσιοι μετακινήθηκαν προς τους Αργείους (Ε.29.2), όπως και οι Αθηναίοι (Ε.46.5), εγκαταλείποντας αμφότεροι τους Σπαρτιάτες, ενώ οι τελευταίοι προσπάθησαν, φοβούμενοι την οργή των Αθηναίων, να αποτρέψουν τη συμμαχία Αθήνας-Άργους (Ε.44.3). Ομοίως, ο θυμός μπορεί να είναι και αιτία αντισυσπείρωσης, όπως στην αρχή του πολέμου, όταν διάφορες πόλεις τάσσονταν στο πλευρό των Σπαρτιατών επειδή «οι περισσότεροι ήταν οργισμένοι με τους Αθηναίους» (Β.8.5).

Ο θυμός των πολιτών οδηγεί στο να κατηγορούν τους ηγέτες τους, όπως συνέβη μετά την καταστροφή της Σικελίας με τους ρήτορες, οι οποίοι τους είχαν παροτρύνει να κάνουν την εκστρατεία, ξεχνώντας ότι αυτοί οι ίδιοι την είχαν ψηφίσει (Η.1.1).[78] Όμως το ίδιο είχε συμβεί και με ηγέτες, όπως ο Άγης και ο Περικλής. Για τον πρώτο, οι Σπαρτιάτες, «υπό το κράτος της οργής τους πήραν αμέσως απόφαση, αντίθετα με τις συνήθειές τους, πως έπρεπε να του γκρεμίσουν το σπίτι…» (Ε.63.2). Στον δεύτερο, παρά τις αποφάσεις που είχαν πάρει στην Εκκλησία, επέρριπταν ευθύνες «και τον θεωρούσαν αίτιο όλων όσων υπέφεραν» (Β.21.3). Ο δε Περικλής, από την πλευρά του, δεν συγκαλούσε κανένα όργανο αποφάσεων «από φόβο μήπως, εάν συνέρχονταν, επικρατήσει πολύ περισσότερο η οργή, παρά η λογική, και λάβουν εσφαλμένες αποφάσεις» (Β.22.1). Τέλος, ακραία ίσως αντίδραση κατά ηγέτη είναι αυτή των Μιλησίων, οι οποίοι, επειδή ήταν οργισμένοι με τον Σπαρτιάτη Λίχα για μία σειρά από λόγους, όταν αυτός πέθανε, «δεν επέτρεψαν να ταφεί στο μέρος όπου ήθελαν να τον θάψουν οι Λακεδαιμόνιοι που βρίσκονταν στη Μίλητο» (Η.84.5).

Οδηγεί επίσης στο να μεταβάλλονται επί το δυσμενέστερο οι περί δικαίου απόψεις, όπως εύστοχα παρατηρείται στη δημηγορία του Διοδότου (Γ.44.4) ή όπως ο Γύλιππος το αποδέχεται για να ενθαρρύνει το στράτευμά του:

«απέναντι στους εχθρούς νομιμοποιείται κανείς απόλυτα να αποφασίσει να ικανοποιήσει το θυμό του πνεύματός του για να τιμωρήσει τον επιδρομέα» (Ζ.68.1).

Υπό το κράτος της οργής, λοιπόν, μπορεί να ληφθούν πολύ σκληρές αποφάσεις, όπως στην περίπτωση των Μυτιληναίων που είχαν αποστατήσει και τους οποίους οι Αθηναίοι,

«υπό το κράτος της οργής αποφάσισαν να θανατώσουν όχι μόνο αυτούς που βρίσκονταν στην Αθήνα, αλλά και όλους τους άλλους ενήλικους, και να πουλήσουν τα παιδιά και τις γυναίκες ως δούλους» (Γ.36.2).

Τέλος, το πάθος, η οργισμένη και ρέπουσα προς τη βία φύση του ανθρώπου, εντάσσεται σε εκείνους τους παράγοντες που με «ολέθρια δύναμη» οδηγούν τους ανθρώπους σε κινδύνους (Γ.45.4), είτε ατομικά, όπως η περίπτωση της δολοφονίας του Ίππαρχου από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα (ΣΤ.57.3), είτε συλλογικά, όπως ο πόλεμος (Γ.84.1). Σε περίοδο δε πολέμου, εμφυλίου ή διεθνούς, τα πάθη οξύνονται και η ανθρώπινη φύση αλλοιώνεται. Με μία εξαιρετικής σημασίας γενίκευση, ο Θουκυδίδης, ταυτίζοντας ουσιαστικά οργή και φύση, προειδοποιεί για την έξαρση των παθών και την μέσω αυτών επιρροή του πολέμου στον άνθρωπο:

«ο πόλεμος, αφαιρώντας από τους ανθρώπους την καθημερινή ευημερία, γίνεται δάσκαλος της βίας και εξομοιώνει τις διαθέσεις (ὀργάς) των πολλών με την κατάστασή τους» (Γ.82.2).

Το μόνο παράθυρο ελπίδας, που αφήνει, για μία διαφοροποίηση αυτής τής εξ αιτίας του πάθους κατάστασης, είναι μέσα από την τοποθέτηση του Περικλή ότι οι άνθρωποι δεν διεξάγουν τον πόλεμο με το ίδιο πάθος, με το οποίο αποφασίζουν να τον ξεκινήσουν, «αλλά μεταβάλλουν γνώμες ανάλογα με τις συμφορές» (Α. 140.1).

Ωστόσο δεν είναι μόνο η οργή, τα πάθη, που μπορεί να οδηγήσουν στον κορυφαίο κίνδυνο, τον πόλεμο. Η οργή μπορεί να οδηγήσει σε συμπεριφορές των εμπολέμων, οι οποίες βλάπτουν τα ίδια τους τα συμφέροντα. Μία τέτοια συμπεριφορά, λόγω του πάθους, είναι η αδιαφορία για οτιδήποτε άλλο εκτός από τη νίκη και η χωρίς περιορισμούς αλλαγή συμμαχιών:

«σε τέτοιες συνθήκες οι άνθρωποι πολεμώντας τους εχθρούς αδιαφορούν για τα πάντα εκτός από τη νίκη· θεωρούν φίλο εκείνον που τους βοηθάει, αν και προηγουμένως ήταν εχθρός, και εχθρό εκείνον που τους αντιτίθεται, αν και τύχαινε να είναι φίλος, αφού εκείνη τη στιγμή και τα συμφέροντά τους επιδεινώνουν από το πάθος για τη νίκη» (Α.41.2-3).

Γι’ αυτό και ο Θουκυδίδης γενικεύει άλλη μία φορά και προειδοποιεί:

«εκείνος, που διαχειρίζεται τον πόλεμο με νηφαλιότητα, εί­ναι πιο βέβαιος για το αποτέλεσμα, ενώ εκείνος, που στη διάρκειά του παρασύρεται από το πάθος του, διαπράττει μεγάλα λάθη» (Α.122.1).

β. Το μίσος

Η έννοια του μίσους, ακριβώς με την ίδια έννοια που έχει και σήμερα, συναντάται στο κείμενο συνολικά εκατόν δέκα επτά φορές, κυρίαρχα με τις λέξεις «μίσος» και «μισώ, έχθος» και «έχθρα», «φθόνος» και «φθονώ», «κακοτροπία», αλλά και, με την εννοιολογική διάσταση της εκδίκησης, με τις λέξεις «τιμωρία», «τιμωρούμαι», «ἀντιτιμωροῦμαι», «ἀμύνομαι» και «ἀνταμύνομαι». Μεταξύ αυτών, το μίσος εξηγεί τριάντα εννέα αποφάσεις και καταγράφεται ή περιγράφεται η λειτουρ­γία του σε άλλες τριάντα δύο, ενώ η εκδίκηση καταμετρήθηκε σε σαράντα επτά περιπτώσεις και σε δέκα από αυτές αιτιολογεί αποφάσεις.

Το μίσος μπορεί να οφείλεται καταρχάς στη διαφορετική φυλετική καταγωγή, όπως πιστευόταν ότι υπήρχε μεταξύ Ιώνων και Δωριέων.[79] Μπορεί να οφείλεται σε κακές εμπειρίες, όπως της μη απόδοσης των προβλεπομένων τιμών από την αποικία, τους Κερκυραίους, στη μητρόπολη, την Κόρινθο (Α.25.3), της ήττας και του επακόλουθου εξανδραποδισμού, όπως στην περίπτωση των Αμπρακιωτών που οι Αργείοι τους είχαν πουλήσει ως δούλους (Β.68.2) ή της κακής συμπεριφοράς εκ μέρους συμμάχων, όπως στην περίπτωση που οι Σπαρτιάτες στρατιώτες, ευρισκόμενοι σε συμμαχικό έδαφος, κατέστρεφαν την περιοχή τους, επειδή οι Μακεδόνες είχαν υποχωρήσει στη μάχη (Δ. 128.5). Φυσικά, μίσος προκαλεί η ανάμειξη στις υποθέσεις μίας άλλης πόλης και η στήριξη των αντιπάλων της, που έχει ως συνέπεια τη μείωση της σχετικής της ισχύος. Τέτοια ήταν η περίπτωση των Κορινθίων, στους οποίους αναπτύχθηκε «σφοδρό μίσος» κατά των Αθηναίων, επειδή αυτοί ενίσχυσαν, προστάτευσαν και συμμάχησαν με τους αντιπάλους τους, Μεγαρείς, που ήταν μέλη της συμμαχίας των Πελοποννησίων (Α.103.4).

Μίσος και φθόνο προκαλεί η υπεροχή είτε πόλεων είτε ανθρώπων. Σπαρτιάτες, Αθηναίοι ή και Συρακούσιοι, λόγω της ηγεμονίας τους, περιοχικής ή ευρύτερης, είχαν προκαλέσει το μίσος πολλών άλλων πόλεων. Ο Θουκυδίδης διατυπώνει τη βεβαιότητα, που εκφράζουν οι Αθηναίοι προς τους Σπαρτιάτες, ότι αν οι τελευταίοι είχαν συνεχίσει να ασκούν την ηγεμονία, θα ήταν εξίσου μισητοί με τους ίδιους (Α.76.1), και συνεχίζει καταλήγοντας σε ορισμένες ακόμη πιο ενδιαφέρουσες γενικεύσεις επί του θέματος. Σύμφωνα με μία πρώτη, που βάζει στο στόμα του Περικλή, οι άνθρωποι «φθονούν τους αντιπάλους ενώ εκείνους, που δεν τους εμποδίζουν, τους τιμούν με πολύ μεγάλη εύνοια» (Β.45.1). Με μία δεύτερη σημειώνει ότι:

«το να μισούνται και να είναι απεχθείς υπήρξε μέχρι τώρα η μοίρα όλων όσοι επιδίωξαν να ηγεμονεύσουν επί άλλων» (Β.64.5)·

μάλιστα, συνεχίζοντας στην τρίτη, θεωρεί πως ο φθόνος των άλλων μπορεί να είναι κριτήριο ορθής απόφασης:

«όποιος εισπράττει το φθόνο, για τις πιο μεγάλες επιδιώξεις, σκέπτεται ορθά» (Β.64.5).

Και με μία τέταρτη το αιτιολογεί, συγκρίνοντας το μίσος με τη λαμπρότητα και τη δόξα:

«γιατί το μίσος δεν διαρκεί πολύ, ενώ η λαμπρότητα του παρόντος καταλείπεται και ως αείμνηστος δόξα στο μέλλον» (Β.64.5).

Αργότερα δε, κατά την περίοδο που οι Αθηναίοι βρίσκονται στη μέση του πολέμου και έχουν αποδεχθεί ως κανονική κατάσταση τις εχθρικές αντιδράσεις των διαφόρων πόλεων, καταλήγουν, απευθυνόμενοι στους Μηλίους, σε μία ακόμη, πέμπτη, γενίκευση, ότι δεν τους βλάπτει τόσο η έχθρα τους, όσο η φιλία τους,

«καθόσον αυτή στους υποτελείς είναι απόδειξη αδυναμίας, ενώ το μίσος είναι απόδειξη δύναμης» (Ε.95.1).

Μάλιστα, τον Περικλή και τους Αθηναίους ακολουθεί λίγο μετά και ο Ερμοκράτης ο οποίος, μιλώντας για την πόλη του, τις Συρακούσες, αναγνωρίζει και αυτός με τη σειρά του ότι «οι δυνατοί προκαλούν και τα δυο συναισθήματα», το μίσος και το φόβο (ΣΤ.78.2).

Δύο άλλες γενικεύσεις αφορούν την πρόκληση του μίσους για οτιδήποτε φαίνεται να υπερέχει, σύμφωνα με την υποκειμενική άποψη του καθενός. Στον επιτάφιο λόγο, ο Περικλής προσδιορίζει τα όρια των επαίνων του για τους πεσόντες με βάση την άποψη ότι και οι έπαινοι, που αφορούν άλλους, «είναι ανεκτοί μέχρι εκεί που κάποιος θεωρεί ότι είναι ικανός και ο ίδιος να κάνει κάτι από όσα άκουσε»· από εκείνο το σημείο και πέρα ο άνθρωπος, που ακούει επαίνους, «δυσπιστεί» για οτιδήποτε τον υπερβαίνει, εξ αιτίας του φθόνου (Β.35.2). Ωστόσο, σύντομα, έρχεται να αποκαταστήσει τα πράγματα υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι απεχθάνονται εκείνους που προσποιούνται κάτι που δεν είναι:

«γιατί οι άνθρωποι θεωρούν πως είναι εξ ίσου δίκαιο να κατακρίνουν εκείνον που από δειλία αποδεικνύεται κατώτερος από τη φήμη του και να μισούν εκείνον που από θρασύτητα επιθυμεί να έχει φήμη στην οποία δεν ανταποκρίνεται» (Β.61.4).

Ασφαλώς, όμως, σημαντική αιτία του μίσους και της έξα­ψής του είναι εν γένει ο πόλεμος, ο οποίος «γίνεται δάσκαλος της βίας» (Γ.82.2), και ιδιαιτέρως ο εμφύλιος πόλεμος. Ο Θουκυδίδης μας μεταφέρει αυτήν την κατάσταση με τον εμφύλιο στην Κέρκυρα και παρατηρεί, μεταξύ πολλών άλλων, πως «εξαιτίας των εμφυλίων πολέμων, εμφανίσθηκε στον Ελληνισμό κάθε μορφή μοχθηρίας» (Γ.83.1) και ότι στην Κέρκυρα αποτόλμησαν τόσες αντεκδικήσεις, όσες άνθρωποι «θα μπορούσαν να πράξουν» (Γ.84.1).

Τα αποτελέσματα της ύπαρξης και της εκ μέρους των αντιπάλων καταγραφής του μίσους έχουν πολλαπλές συνέπειες και δράσεις. Οι περισσότερες από αυτές απορρέουν από τη λογική «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος» ή σύμμαχος και συνιστούν μία βάση περιπτώσεων για τις θεωρίες σχετικά με τη δημιουργία, διατήρηση ή αλλαγή συμμαχιών.

Πρώτη συνέπεια είναι η ευκαιριακή ενίσχυση του εχθρού του μισητού αντιπάλου· οι Κορίνθιοι ενισχύουν την Επίδαμνο από μίσος για τους Κερκυραίους (Α.25.3) και οι κάτοικοι της Άμφισσας υποστηρίζουν τους Σπαρτιάτες εξαιτίας του μίσους τους κατά των Φωκέων (Γ.101.2). Δεύτερη, η δημιουργία πάγιων συμμαχιών- οι Πλαταιείς, αν και Βοιωτοί, ήταν σχεδόν πάντα σύμμαχοι των Αθηναίων και πολεμούσαν μαζί τους στις Συρακούσες εναντίον άλλων Βοιωτών, από μίσος προς αυτούς (Ζ.57.5)· οι Κερκυραίοι, καθόλη τη διάρκεια του πολέμου, υποστήριζαν τους Αθηναίους, από μίσος κατά των Κορινθίων (Ζ.57.7)· το ίδιο και οι Αργείοι, ακλούθησαν τους Αθηναίους στις Συρακούσες, εξ αιτίας της έχθρας τους για τους Λακεδαιμονίους (Ζ.57.9). Τρίτη συνέπεια είναι η δημιουργία ευρύτερων αντισυσπειρώσεων. Οι Αθηναίοι ανέλαβαν την ηγεμονία με τη θέληση των συμμάχων εξ αιτίας του μίσους αυτών κατά των Σπαρτιατών και ιδιαιτέρως κατά του Παυσανία (Α.96.1) και, αντιστρόφως, η πελοποννησιακή συμμαχία διευρύνθηκε γεωγραφικά, αλλά και σε συντελεστές ισχύος, λόγω του μίσους άλλων Ελλήνων προς τους Αθηναίους (Β.11.2). Τέταρτη συνέπεια είναι η αποστασία, όπως της Αμφίπολης (Ε. 11.1), αλλά και η αντιστροφή συμμαχιών, ακόμη και ενάντια στα συμφέροντα, όπως υπογραμμίζει ο Θουκυδίδης στην περίπτωση του βασιλιά της Μακεδονίας, Περδίκκα, που από μίσος εγκατέλειψε τους Σπαρτιάτες και συμμάχησε με τους Αθηναίους (Δ. 128.5).

Η λόγω του μίσους αντισυσπείρωση θεωρείται σχεδόν βέβαιη και, λόγω αυτού, μπαίνει τόσο στους υπολογισμούς ισχύος των διαφόρων πλευρών, όσο και στην επιχειρηματολογία τους. Έτσι, οι Κορίνθιοι αρχικά ισχυρίζονται ενώπιον όλων των Πελοποννησίων ότι «ολόκληρη» η Ελλάδα ευνοεί τη συμμαχία τους «εξαιτίας του μίσους για τους Αθηναίους» (Β. 11.2), μερικά χρόνια δε μετά διατείνονται στους Αργείους ότι στην κοινή τους συμμαχία θα προσχωρούσαν πολλοί «από μίσος για τους Λακεδαιμονίους» (Ε.27.2), ενώ ο Αλκιβιάδης πείθει τους συμπατριώτες του ότι, μεταξύ άλλων, «πολλοί βάρβαροι, από μίσος για τους Συρακούσιους» θα προσχωρήσουν σε αυτούς και μαζί θα επιτεθούν εναντίον των δεύτερων (ΣΤ. 17.6). Ακόμη, επειδή οι Αθηναίοι υποψιάστηκαν την εχθρότητα των Ποτειδαιατών και την προοπτική αποστασίας τους, κινήθηκαν προληπτικά και διέταξαν αυτούς να γκρεμίσουν μέρος των τειχών, καθώς και να δώσουν ομήρους (Α.56.2).

Για τον ίδιο λόγο το μίσος χρησιμοποιείται και ως βάση απόφασης και εργαλείο επιδίωξης στρατηγικών «διαιρεί και βασίλευε». Οι Κερκυραίοι αντιλαμβάνονται ότι οι Κορίνθιοι επιθυμούν να αποτρέψουν τη συμμαχία τους με τους Αθηναίους, στην οποία αμφότεροι ωθούνται εξ αιτίας του μίσους για τους Κορινθίους, και το συζητούν μεταξύ τους (Α.33.3)· οι δε Λοκροί, στη Σικελία, λόγω της έχθρας τους προς τους κατοίκους του Ρηγίου, επιχειρούν να στρέψουν εναντίον τους τούς ισχυρότερους Συρακούσιους (Δ.24.2).[80]

Εκτός από αιτία, προφανής συνέπεια του μίσους είναι και η (περαιτέρω) έκλυση βίας, δηλαδή πολέμου μεταξύ πόλεων και εμφυλίου στο εσωτερικό· πρόκειται ουσιαστικά για δύο αλληλοτροφοδοτούμενα μεγέθη. Πράγματι, οι Αμπρακιώτες θα επιτεθούν λόγω μίσους εναντίον των Αργείων (Β.68.2), οι Θηβαίοι θα υποστηρίξουν ότι οι Πλαταιείς στράφηκαν εναντίον τους από μίσος (Γ.67.5) και οι Λοκροί θα επιτεθούν για τον ίδιο λόγο κατά των κατοίκων του Ρηγίου (Δ.1.2). Στο εσωτερικό, η βία ξεκινάει με τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης άποψης εκ μέρους των ρητόρων, που καταγράφει ο Διόδοτος (Γ.43.1), και καταλήγει στην εκδήλωση «κάθε μορφής μοχθηρίας» (Γ.83.1). Αυτό σήμαινε δολοφονίες για πολιτικούς, αλλά και προσωπικούς λόγους,[81] «άδικες καταδίκες» αντιπάλων για «να ικανοποιήσουν το μίσος της στιγμής» (Γ.82.8), δολοφονίες πολιτών «που δεν ανήκαν σε καμία από τις δύο πλευρές», «είτε γιατί δεν αγωνίζονταν μαζί τους, είτε από φθόνο διότι θα επιβίωναν» (Γ.82.8) και, βεβαίως, πλήθος αντεκδικήσεων (Γ.84.1).

Ανάλογες συνέπειες μπορεί να προκύπτουν και για λόγους προσωπικής εχθρότητας και μίσους προς ηγέτες ή μεταξύ ηγετών. Οι Λακεδαιμόνιοι δεν έστειλαν ενισχύσεις στον Βρασίδα, μεταξύ άλλων και «επειδή οι επιφανέστεροι πολίτες τον φθονούσαν» (Δ. 108.7)· ο Περδίκκας συνήψε ειρήνη με τους Αθηναίους «εξαιτίας του μίσους του για τον Βρασίδα» (Δ.132.1)· οι Σπαρτιάτες διέταξαν να θανατωθεί ο Αλκιβιάδης «επειδή θεωρούνταν άπιστος», αλλά και «διότι ήταν εχθρός του Άγη (Η.45.1)· ο Αλκιβιάδης, «από έχθρα στον Φρύνιχο», ήθελε να τον ενοχοποιήσει στα μάτια των Αθηναίων (Η.51.3)· και ο Ερμοκράτης, όταν βρέθηκε να πολεμήσει στο πλευρό των Σπαρτιατών στην Ιωνία, «εχθρευόταν τον Τισσαφέρνη» και δρούσε αναλόγως (Η.85.3).

Εκείνοι, που μισούν, επιδιώκουν είτε να πάθουν κακό οι αντίπαλοί τους, είτε να τιμωρηθούν και εξ αυτών «να συνετισθούν» (ΣΤ.78.2), είτε και να τους εκδικηθούν.[82] Η δύναμη του μίσους είναι πολύ μεγάλη και ο Θουκυδίδης, σε μία ακόμη γενίκευσή του για τη συμπεριφορά των ανθρώπων, την χαρακτηρίζει «ολέθρια»:

«αν ο φθόνος δεν είχε ολέθρια ισχύ, κανείς δεν θα προτιμούσε την εκδίκηση από την ευσέβεια, και το κέρδος από τη δικαιοσύνη» (Γ.84.2).

Και έχει καταλήξει σε αυτήν τη γενίκευση λόγω των συμβάντων και των ακροτήτων στην Κέρκυρα. Έχει ήδη παρατηρήσει ότι «το να αντεκδικηθεί κάποιος ήταν σημαντικότερο από το να προλάβει το κακό» και μάλιστα, παρά τις τυχόν συμφωνίες, αν κάποιος «έβλεπε τον αντίπαλο απροφύλακτο, τον εκδικούνταν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση, επειδή αυτός έδινε πίστη στους όρκους, παρά αν τον εκδικούνταν φανερά» (Γ.82.7)· και ακόμη ότι οι άνθρωποι, για να εκδικηθούν άλλους χωρίς να έχουν συνέπειες, «αξιώνουν να καταργούνται προηγουμένως και να μην ισχύουν σε τέτοιες περιστάσεις οι νόμοι» (Γ.84.3).

Τέλος, η δύναμη του μίσους κινητοποιεί ή και χρησιμοποιείται, επιδέξια και αναλόγως, για την επίτευξη στόχων. Οι Κορίνθιοι δούλευαν εντατικά και μυστικά για να εκδικηθούν Κερκυραίους και Αθηναίους (Α.56.2). Οι Θηβαίοι την μεταχειρίζονται και ταυτοχρόνως επιχειρούν επιδέξια να την συνδέσουν και να τη συγκαλύψουν με την έννοια της δικαιοσύνης, ώστε να οδηγήσουν τους Σπαρτιάτες να καταδικάσουν τους Πλαταιείς (Γ.67.1). Και οι επικεφαλής των Αργείων είπαν στους στρατιώτες τους, πριν τη μάχη εναντί­ον των Σπαρτιατών στη Μαντινεία, «ότι θα εκδικηθούν μισητούς γείτονες για πολλές σε βάρος τους αδικίες» (Ε.69.1).

Η ελπίδα

Η ελπίδα, η επιθυμία να προκύψει ή να επιτευχθεί κάτι ή και το αντίθετό τους, είναι, κατά την άποψή μου, το ισχυρότερο κίνητρο όλων, ξεπερνώντας σε ισχύ επιρροής ακόμη και το φόβο. Είναι η ελπίδα που οδηγεί την Πηνελόπη να υπομένει και να περιμένει τον Οδυσσέα, όπως και πολλούς άνδρες και γυναίκες που αναμένουν κάποιον που έχει χαθεί. Είναι η ελπίδα που κάνει τους σκλαβωμένους Έλληνες να πιστεύουν στο «πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θάναι»· είναι η ελπίδα, όπως μαρτυρά ο στίχος «ακόμα τούτ’ η άνοιξη, ραγιάδες», που τους κάνει να περιμένουν την απελευθέρωση από τον «Μόσκοβο», δηλαδή τη Ρωσία της Αικατερίνης της Μεγάλης· και είναι, μαζί με την τεράστια δουλειά της προετοιμασίας, και πάλι η ελπίδα για υποστήριξη στο εσωτερικό και το εξωτερικό που διακατέχει τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Είναι η ελπίδα για βοήθεια που διακατέχει όλους τους πολιορκημένους, όλων των εποχών, από τις Πλαταιές στη Ρώμη, στην Ιερουσαλήμ, στην Κωνσταντινούπολη, στο Μεσολόγγι, στο Στάλινγκραντ. Η ελπίδα κινεί ανθρώπους που μεταναστεύουν ή αγωνίζονται «για ένα καλύτερο αύριο»· η ελπίδα κέρδους ή μεγαλύτερου κέρδους κινεί επιχειρηματίες να επενδύσουν ή ανθρώπους να στηριχθούν σε τυχερά παιχνίδια. Η ελπίδα εξεύρεσης κάποιας θεραπείας είναι εκείνη που κινητοποιεί ανθρώπους – τους ερευνητές να επιμένουν και τους ασθενείς να υπομένουν. Τέλος, είναι η ελπίδα βελτίωσης της κατάστασης που προσδιορίζει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, την εκλογική συμπεριφορά ενός πολίτη ή η ελπίδα εκλογής που οδηγεί πολλούς άλλους να είναι υποψήφιοι.

Η ελπίδα, ως παράγων της απόφασης, συνδέεται, κατά τον Θουκυδίδη, απολύτως και άμεσα με την ανθρώπινη φύση. Στον Πόλεμο η έννοια καταγράφεται εκατόν σαράντα φορές, κυρίως με τις λέξεις «ἐλπίς», «ἐλπίζω», «εὔελπις». Η έννοια, ως κριτήριο, αιτιολογεί ευθέως αποφάσεις σε εξήντα έξι περιπτώσεις και εμμέσως σε άλλες οκτώ· ακόμη, σε δεκαπέντε περιπτώσεις περιγράφεται η λειτουργία της και σε άλλες πενήντα μία καταγράφεται.

Κίνητρο ωστόσο για απόφαση είναι και το αντίθετο της ελπίδας, δηλαδή η έλλειψή της ή και η απελπισία. Η έννοια αυτή εκφράζεται στο κείμενο από τις λέξεις «ἀνέλπιστος» και «ἀπόνοια» και απαντά σε δεκαοκτώ περιπτώσεις· δώδεκα αιτιολογούν αποφάσεις, δύο περιγράφουν τη λειτουργία της και τέσσερις την καταγράφουν.

α. Η ελπίδα ως κίνητρο

Ο στόχος και το περιεχόμενο της ελπίδας ή το αντικείμενο της επιθυμίας ποικίλλει για πόλεις, ηγέτες και ανθρώπους, όπως προκύπτει από τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο Θουκυδίδης την καθορίζει ως αίτιο απόφασης. Στο επίπεδο των πόλεων και των ηγεσιών τους συνήθως αφορά την βελτίωση ή την εδραίωση της θέσης τους στον συσχετισμό της ισχύος των παραγόντων της διεθνούς πολιτικής και την επιτυχία των ανειλημμένων επιχειρήσεων. Ο Πέρσης βασιλιάς υποδέχεται τον Θεμιστοκλή στην αυλή του με την ελπίδα ότι θα τον βοηθήσει να ηγεμονεύσει στην Ελλάδα (Α. 138.2) και οι Αργείοι αλλάζουν συμμαχία ελπίζοντας ότι θα ηγεμονεύσουν στην Πελοπόννησο (Ε.28.2). Όταν ξεκίνησαν τον πόλεμο οι Αθηναίοι, έλπιζαν ότι θα νικήσουν τους Πελοποννησίους (Β.42.4) ή, αργότερα, ότι θα πετύχει η εκστρατεία (ΣΤ.24.3) και θα νικήσουν τους αντιπάλους τους στη Σικελία (ΣΤ.30.2)· οι ίδιοι έλπιζαν ότι διασπώντας τις σχέσεις μεταξύ των πόλεων της Σικελίας θα αποκτούσαν νέους συμμάχους (ΣΤ.77.2) και οι Λακεδαιμόνιοι ότι θα αύξαναν την ισχύ τους προσεταιριζόμενοι τη Ρόδο (Η.44.1). Από τη σκοπιά των υποτελών συμμάχων, στην απόφαση και κατά τη διάρκεια της αποστασίας τους, οι Μυτιληναίοι έλπιζαν ότι θα επιβληθούν στους Αθηναίους (Γ.39.3), όπως, αντίστοιχα, και οι σύμμαχοι των Αθηναίων στη Χαλκιδική (Δ. 108.4).

Η ελπίδα είναι παρούσα στους υπολογισμούς και στις αποφάσεις στρατιωτικών ηγετών κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Οι Αθηναίοι έλπιζαν ότι θα αιφνιδιάσουν τους Μυτιληναίους (Γ.3.3), οι Σπαρτιάτες ότι θα καταλάβουν εύκολα ένα οχύρωμα (Δ.8.4), οι Συρακούσιοι ότι θα πολιορκήσουν με επιτυχία το Ρήγιο (Δ.24.4) και ο Άγις έλπιζε ότι θα δημιουργούσε αναστάτωση στους Αθηναίους και θα τους ανάγκαζε να αποδεχθούν τους όρους του (Η.71.1). Αντίστοιχα, σε μία άλλη κατεύθυνση, οι σύμμαχοι των Σπαρτιατών προσδοκούν την ηγεσία και τη βοήθειά τους (Α.69.5), οι Αμφιπολίτες, κατά την πολιορκία από τον Βρασίδα, την βοήθεια των Αθηναίων (Δ. 105.1), οι Μήλιοι τη βοήθεια των Σπαρτιατών (Ε. 102-4), οι ανίσχυροι την παρέμβαση των ηγεμόνων Αθηναίων (ΣΤ. 87.).

Η ελπίδα είναι ασφαλώς παρούσα και στους υπολογισμούς των πολιτών, είτε καθενός ξεχωριστά είτε σε ομάδες. Οι Αθηναίοι στρατιώτες ελπίζουν ότι θα κερδίσουν χρήματα από την εκστρατεία και, εν συνεχεία, σταθερές προσόδους (ΣΤ.24.3), οι οικονομικά ισχυροί στην Αθήνα ότι θα καταλάβουν την εξουσία (Η.48.6), οι πολίτες ότι θα αλλάξουν σύντομα οι πολιτικές συνθήκες (Η.54.1), ότι θα σωθούν από την τυραννία και θα εκδικηθούν (Η.82.1) ή ότι, εν γένει, θα ευοδωθούν οι επιθυμίες τους (Γ.45.5, Δ. 108.4).

Η έλλειψη ελπίδας, όπως αναφέρθηκε, συνιστά επίσης ισχυρό κίνητρο απόφασης. Οι Πλαταιείς, πολιορκούμενοι από τους Πελοποννησίους, επειδή «δεν έλπιζαν σε καμία βοήθεια, ούτε καμία άλλη σωτηρία φαινόταν, αποφάσισαν αρχικά, μαζί με τους συμπολιορκούμενους Αθηναίους, να κάνουν όλοι έξοδο» (Γ.20.1).[83] Οι Μήλιοι, θεωρώντας ότι «η άμεση υποχώρηση σημαίνει απώλεια κάθε ελπίδας», αποφασίζουν να αντισταθούν στους Αθηναίους (Ε.102). Οι σύμμαχοι των Αθηναίων στη Σικελία «μάχονταν κυρίως για τη σωτηρία τους για την οποία, αν δεν νικούσαν, δεν θα είχαν καμία ελπίδα» (ΣΤ. 69.3)· και ο Νικίας βλέποντας ότι «μετά την άφιξη του Γυλίππου, ο πόλεμος στην ξηρά είχε πολύ λιγότερες ελπίδες επιτυχίας», έστρεψε την προσοχή του περισσότερο στον πόλεμο στη θάλασσα (Ζ.4.4).

Ακόμη πιο ισχυρό κίνητρο απόφασης και δράσης είναι προφανώς η απελπισία – όχι απαραιτήτως και το ορθότερο. Όσοι βρέθηκαν στη Σικελία μαζί με τους Αθηναίους, παρασυρμένοι από την προσδοκία του κέρδους χρημάτων, «βλέποντας την απροσδόκητη αντίσταση του εχθρού στη στεριά και μάλιστα και στη θάλασσα», απογοητεύτηκαν και άρχισαν, με την όποια ευκαιρία, να αυτομολούν ή να επιστρέφουν στην πατρίδα τους (Ζ. 13.2). Κατά δε την ανάλυση του Σπαρτιάτη στρατηγού Γύλιππου, οι Αθηναίοι αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της ήττας όπως μπορούσαν, εμπιστευόμενοι την τύχη και όχι τη στρατιωτική τους προετοιμασία, λόγω της απόγνωσης στην οποία είχαν περιέλθει από τα πολλά κακά που είχαν πάθει και από την πίεση που πρόσθετε αυτή η δυσχερής θέση (Ζ.67.4). Τέλος, η απελπισία ήταν ακόμη μεγαλύτερη στην Αθήνα μετά την Σικελική καταστροφή. Οι Αθηναίοι:

«μη βλέποντας αρκετά πλοία στους ναυστάθμους, με το δημόσιο ταμείο κενό και με έλλειψη πληρωμάτων στο στόλο, απελπίζονταν ότι μπορούσαν εκείνη τη στιγμή να σωθούν. .. Όμως, παρά τα περιορισμένα μέσα, αποφάσισαν ότι δεν έπρεπε να υποχωρήσουν» (Η. 1.2).

β. Η λειτουργία της ελπίδας

Η ελπίδα, όπως προκύπτει από το κείμενο του Πολέμου, εί­ναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση:

«οι άνθρωποι συνηθίζουν να εμπιστεύονται στην απερίσκεπτη ελπίδα εκείνο που επιθυμούν και να απορρίπτουν εκείνο που δεν επιθυμούν, υποβάλλοντάς το σε αυστηρή λογική ανάλυση» (Δ. 108.4).

Αυτή η αδιάσπαστη σχέση ελπίδας και ανθρώπινης φύσης καταγράφεται από τη σύγχρονη και τρέχουσα έκφραση «η ελπίδα πεθαίνει τελευταία». Με τα λόγια του Θουκυδίδη, οι Μήλιοι δεν παραδίδονται διότι, όπως λένε:

«η μεν άμεση υποχώρηση σημαίνει απώλεια κάθε ελπίδας, ενώ αν πολεμήσουμε, υπάρχει ακόμη ελπίδα να σταθούμε όρθιοι» (Ε.102).

Η ελπίδα συνδέεται με την επιθυμία. Οι δύο είναι ουσιαστικά ταυτισμένες, σαν τις όψεις του ιδίου νομίσματος και, «σε κάθε περίσταση», η μία λειτουργεί ενισχυτικά για την άλλη, όπως είδαμε στο Γ.45.5:

«η επιθυμία και η ελπίδα – η μεν προηγείται, η δε ακολουθεί, η πρώτη σχεδιάζει την επιβουλή, η δεύτερη υποβάλλει την ιδέα ότι θα βοηθήσει η τύχη…».

Η ελπίδα ωστόσο εμφανίζεται πιο εύκολα στο προσκήνιο όταν ενισχύεται και από λόγους ή πραγματικές καταστάσεις, τις οποίες, προφανώς ή πιθανώς, λαμβάνουν υπόψη τους οι αποφασίζοντες. Οι λόγοι αυτοί ποικίλλουν, άλλοι είναι μάλλον έωλοι ή περιστασιακοί και άλλοι πιο ουσιαστικοί και ασφαλείς. Ο Νικίας, επειδή διήγε έναν ενάρετο βίο τιμώντας τους θεούς και όντας δίκαιος και ανεπίληπτος προς τους ανθρώπους, ανακοινώνει στο στράτευμα ότι η ελπίδα του «για το μέλλον μένει ακλόνητη» (Ζ.77.3). Ο ίδιος, επειδή οι αντίπαλοι είχαν κατά τη γνώμη του ευνοηθεί, ενώ οι Αθηναίοι είχαν ήδη αρκετά τιμωρηθεί, δηλώνει στους στρατιώτες, με το σκεπτικό του «χειρότερα δεν γίνεται», ότι «είναι λογικό να ελπίζουμε και εμείς τώρα, ότι οι θεοί θα φανούν πιο επιεικείς απέναντι μας, καθώς φθάσαμε να αξίζουμε περισσότερο τον οίκτο τους, παρά το φθόνο τους» (Ζ.77.4).

Η ελπίδα ενισχύεται, κατά τρόπο πιο αποδεκτό, από τυχόν προηγούμενες επιτυχίες των εμπλεκομένων παραγόντων. Ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης προχωρά στην υλοποίηση των σχεδίων του «ελπίζοντας στην καλή του τύχη, καθώς τίποτε δεν πήγαινε άσχημα» (Γ.97.2) και οι συμπολίτες του είχαν αποκτήσει «πολύ ισχυρές ελπίδες» εξ αιτίας των απροσδόκητων επιτυχιών τους (Δ.65.4). Από την άλλη, ο Γύλιππος ενθαρρύνει το στράτευμά του υποστηρίζοντας ότι το ηθικό τους είναι ακμαιότερο και «η ελπίδα του καθενός διπλασιάσθηκε», «επειδή προστέθηκε σε αυτό η πεποίθηση ότι είμαστε ισχυρότατοι, αφού νικήσαμε τους ισχυρότατους» (Ζ.67.1) και οι Σπαρτιάτες, μετά την επιτυχία τους στη Σικελία, «παίρνοντας ελπίδα από παντού, σκέπτονταν να συνεχίσουν αποφασιστικά τον πόλεμο» (Η.2.4).

Ασφαλής αιτία ενίσχυσης της ελπίδας είναι η κακή προετοιμασία και η σχετική αδυναμία των αντιπάλων. Οι Σπαρτιάτες «έλπιζαν να κυριεύσουν εύκολα ένα οχύρωμα που είχε κατασκευασθεί εσπευσμένα και το φρουρούσαν λίγοι» (Δ.8.4) και ο Νικίας στήριζε τις όποιες ελπίδες του στο ότι γνώριζε για τον εχθρό «περισσότερα από τους άλλους» (Ζ.48.2). Ωστόσο, η ασφαλέστερη βάση για να μπορεί να ελπίζει κανείς είναι, κατά τον Θουκυδίδη, η ισχύς, χωρίς και τούτο να είναι απόλυτο:

«ούτε η ισχύς παρέχει βεβαιότητα, μόνο και μόνο επειδή δημιουργεί ελπίδες» (Δ.62.4).

Την ύπαρξη οποιουδήποτε τέτοιου παράγοντα, ενισχυτικού της ελπίδας, χρησιμοποιούν οι ηγέτες, πολιτικοί και στρατιωτικοί, για να εμψυχώσουν τους συμπολίτες τους, καθώς αφενός η ελπίδα «είναι παραμυθία την ώρα του κινδύνου» (Ε.103), αφετέρου, «τις περισσότερες φορές, στις επιχειρήσεις, η μέγιστη ελπίδα εμπνέει και τον μέγιστο ζήλο» (Ζ.67.1). Κάποιοι το κάνουν χωρίς μέτρο, όπως ο Νικίας, που προσπαθούσε να αναπτερώσει τις ελπίδες του καταπονημένου, σχεδόν ηττημένου, αθηναϊκού στρατεύματος. Και άλλοι, θέλοντας να ελέγξουν τον αντίκτυπο της ελπίδας, το κάνουν με μέτρο, όπως ο Περικλής στον «Επιτάφιο» (Β.42.4) ή ο Ερμοκράτης απευθυνόμενος στους Συρακούσιους (Δ.62.4).

Τέλος, ο Θουκυδίδης γνωρίζει πως η ελπίδα λειτουργεί ως ισχυρό κίνητρο, πάντα σε σχέση με το μέλλον. Αυτό επισημαίνεται από τους Αθηναίους στους Μηλίους: «οι πιο ισχυρές σας ελπίδες ανήκουν στο μέλλον» (Ε. 111). Γι’ αυτό και σε άλλο σημείο του Πολέμου, εκεί όπου συζητείται η πολιτική έναντι των αποστατών, ο Θουκυδίδης, διά στόματος Διοδότου, υποστηρίζει πως δεν πρέπει να αφαιρείται ακόμη και από τους αποστάτες η ελπίδα να επανορθώσουν στο μέλλον, επιστρέφοντας στην αθηναϊκή συμμαχία (Γ.46.1).

γ. Κριτική στην ελπίδα

Η ελπίδα είναι ο παράγων στον οποίο ο Θουκυδίδης ασκεί μάλλον την πιο σφοδρή κριτική. Κατ’ αυτόν, η ελπίδα παρασύρει σε άγνωστους κινδύνους διότι κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν στην επιτυχία του εγχειρήματος τους:

«οι άνθρωποι, όμως, επηρμένοι από την ελπίδα διακινδυνεύουν, και κανείς μέχρι τώρα δεν προχώρησε σε κάποιο επικίνδυνο εγχείρημα θεωρώντας ότι δεν θα το πετύχει» (Γ.45.1).

Μάλιστα οι άνθρωποι παρασύρονται ενώ οι δυνατότητές τους είναι σαφώς μικρότερες των απαιτουμένων ή υποδεέστερες των αντιπάλων:

«με θράσος για το μέλλον και με ελπίδες που έφθαναν μακρύτερα από τη δύναμη τους, αλλά ήταν μικρότερες από τις επιθυμίες τους, άρχισαν τον πόλεμο» (Γ.39.3).

Ο Θουκυδίδης θεωρεί την ελπίδα κακό σύμβουλο και εσφαλμένο κίνητρο ή κριτήριο απόφασης και, ασκώντας έντονη κριτική, προειδοποιεί κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται με βάση την ελπίδα.. Στο Δ.17.4 προειδοποιεί τους ανθρώπους να μην παρασύρονται, όπως συνηθίζουν, από την ευτυχία της στιγμής σε ελπίδες και πόθους χωρίς όριο. Στο Δ. 108.4 χαρακτηρίζει την ελπίδα «απερίσκεπτη» και, στο Γ.45.5, όπως είδαμε, «δεινό» που βλάπτει «τα μέγιστα»:

«η επιθυμία και η ελπίδα… βλάπτουν τα μέγιστα και, ενώ είναι αόρατα, είναι πιο ισχυρά από τα ορατά δεινά».

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που αναφέρει ως εσφαλμένες αποφάσεις εξαιτίας της ελπίδας (και της επιθυμίας). Ως κρισιμότερη εσφαλμένη απόφαση παρουσιάζει την εκστρατεία στη Σικελία:

«όλοι ανεξαιρέτως κατελήφθησαν από έντονη επιθυμία να μετάσχουν στην εκστρατεία, οι μεν πρεσβύτεροι διότι θεωρούσαν ότι ή θα υποτάξουν τα μέρη εναντίον των οποίων εκστράτευαν ή μία τέτοια στρατιωτική δύναμη ήταν αδύνατο να ηττηθεί, οι δε νεώτεροι από την επιθυμία να δουν και να θαυμάσουν αυτή τη μακρινή χώρα, μαζί με την ελπίδα ότι θα επιστρέψουν, ενώ το μεγάλο πλήθος, που ήταν οι στρατιώτες, προσδοκούσαν ότι επί του παρόντος θα αποφέρει μισθούς, αλλά και από την επέκταση της ηγεμονίας θα εξασφάλιζαν σταθερά μισθούς στο μέλλον» (ΣΤ.24.3).

Η κριτική του κορυφώνεται ωστόσο στο «Διάλογο των Μηλιών». Θεωρεί ότι αποφάσεις με βάση μόνο την ελπίδα, και χωρίς αυτή να στηρίζεται στη γνώση της κατάστασης, στην ισχύ ή σε άλλους παράγοντες, είναι κατανοητές «όταν υπάρχει αδιέξοδο». Ωστόσο, αν αυτά δεν συντρέχουν, είναι καταστροφική, όπως εντυπωσιακά περιγράφει σε μία ακόμη γενίκευσή του στον «Διάλογο των Μηλιών»:

«η ελπίδα … και αν βλάψει όσους στηρίζονται πάνω της έχοντας περίσσευμα ισχύος, δεν τους καταστρέφει. Αλλά όσοι διακινδυνεύουν τα πάντα (γιατί από τη φύση της είναι σπάταλη), την γνωρίζουν μόνο όταν καταστραφούν και δεν έχει πλέον απομείνει τίποτε για να διαφυλαχθεί από αυτήν που γνώρισαν. Μη θελήσετε να πάθετε τούτο εσείς, οι οποίοι είσθε ασθενείς και των οποίων η ύπαρξη εξαρτάται από μία κλίση της πλάστιγγας, ούτε να κάνετε όπως οι πολλοί, οι οποίοι, ενώ μπορούν ακόμη να σωθούν με ανθρώπινα μέσα, μόλις βρεθούν σε δύσκολη θέση και εγκαταλειφθούν από τις υποστατές ελπίδες, καταφεύγουν σε αβέβαιες, στη μαντική και στους χρησμούς, και σε άλλα παρόμοια, τα οποία, προκαλώντας ελπίδες, οδηγούν στην καταστροφή» (Ε.103).

Η τύχη

Η τύχη είναι ο αστάθμητος παράγων που δεν ελέγχει ο άνθρωπος και συνδέεται με τον ίδιο και με το περιβάλλον του. Τυχαία γεγονότα έχουν αλλάξει όχι μόνο την πορεία πολέμων, αλλά και την όλη εξέλιξη της Ιστορίας της ανθρωπότητας. Από τον Ξενοφώντα μαθαίνουμε ότι μία θαλασσοταραχή εμπόδισε τους Αθηναίους, νικητές στη ναυμαχία των Αργινουσών (406 π.Χ.), να περισυλλέξουν τους ναυαγούς και τους νεκρούς τους[84] με αποτέλεσμα, για να αποφευχθεί το άγος, να καταδικασθούν και να εκτελεσθούν όλοι οι στρατηγοί σε θάνατο, εκτός από τον Κόνωνα, που πρόλαβε και κατέφυγε στον Πέρση βασιλιά· το γεγονός είχε ως συνέπεια να στερηθεί η Αθήνα μίας ομάδας ικανών στρατιωτικών ηγετών, κρίσιμης για τη συνέχιση του πολέμου. Από τον Liddel Hart πληροφορούμαστε για το πώς περιήλθαν τυχαία στα χέρια των συμμάχων τα αρχικά σχέδια επίθεσης της Ναζιστικής Γερμανίας κατά της Γαλλίας· το γεγονός όχι μόνο οδήγησε στη χρονική αναβολή της επιχείρησης, αλλά και σε αλλαγή των επιτελικών σχεδίων, με την υιοθέτηση της τακτικής του πολέμου «αστραπή» και τη χρήση τεθωρακισμένων, η οποία απεδείχθη και νικηφόρα.[85] Πέραν των πολέμων, είναι βέβαιο ότι τυχαία, στην πορεία του προς την Ινδία, ανακάλυψε ο Κολόμβος την Αμερική, ενώ το αφήγημα θέλει τυχαία να έχει ανακαλύψει ο Αρχιμήδης την άνωση και ο Νεύτων τη βαρύτητα· πολλές άλλες εφευρέσεις, ανακαλύψεις και τεχνολογικές καινοτομίες προέκυψαν τυχαία, όπως η δυναμίτιδα, το πλαστικό, το ελαστικό, η ραδιενέργεια, ο φούρνος μικροκυμάτων, αλλά και η πενικιλίνη, ο βηματοδότης, οι ακτίνες X και η αναισθησία στην Ιατρική.

Στην εποχή του Θουκυδίδη, η τύχη μπορεί για τους άλλους ανθρώπους να λαμβάνει διαστάσεις δεισιδαιμονίας. Στη σκέψη του συγγραφέα τούτο δεν ισχύει και αποδεικνύεται κυρίως από τις εντυπωσιακά ακριβείς και αντικειμενικές περιγραφές φυσικών φαινομένων, στα οποία πολλοί σύγχρονοί του θα έδιναν, πιθανότατα, άλλου τύπου ερμηνείες. Είναι, παρεμπιπτόντως, εξαιρετική και δείχνει το επιστημονικό της προσέγγισής του η περιγραφή και η εξήγηση ενός παλιρροιακού κύματος, φαινόμενο που σήμερα έχει γίνει κοινώς γνωστό ως «τσουνάμι» (Γ.89).

Η έννοια της τύχης αποτυπώνεται στο κείμενο ενενήντα εννέα φορές, σε είκοσι μία από τις οποίες αιτιολογούνται αποφάσεις και οι χρησιμοποιούμενες λέξεις είναι «τύχη» και «εὐτυχέω», αλλά και «ἀπροσδόκητον», «αἰφνίδιον», «παρά­λογον», «παρά δόξαν», «ἀδοκήτως»· μεταξύ των υπολοίπων, είκοσι μία αναφέρονται στη λειτουργία της και πενήντα επτά την καταγράφουν. Ωστόσο, πέραν αυτών, στο κείμενο καταγράφεται και μία σειρά φυσικών φαινομένων και άλλων γεγονότων που κατά τον Θουκυδίδη εξηγούν αποφάσεις, τα οποία, με τη σημερινή μας αντίληψη και σε συνδυασμό με την έλλειψη μεθόδων πρόβλεψης εκείνη την εποχή ή με τις κρατούσες αντιλήψεις, μπορούν να ενταχθούν στον παράγοντα τύχη. Στην πρώτη κατηγορία είναι ο σεισμός, σε έξι περιπτώσεις·[86] η κατάσταση της θάλασσας, ταραχή ή άπνοια, σε πέντε περιπτώσεις·[87] και η καταιγίδα, πάλι σε πέντε περιπτώσεις.[88] Στη δεύτερη κατηγορία είναι οι οιωνοί και η έκβαση των θυσιών. Η καταστροφή των Ερμών πριν την εκστρατεία στη Σικελία (ΣΤ.27) και η έκλειψη της σελήνης πριν την έναρξη της αποχώρησης από τις Συρακούσες (Ζ.50.4) θεωρήθηκαν κακοί οιωνοί και οδήγησαν στην προσπάθεια ανάκλησης του Αλκιβιάδη και, αντίστοιχα, σε αναστολή της επιχείρησης· ακόμη, υπάρχουν στο κείμενο και τρεις περιπτώσεις ατελέσφορων θυσιών (Ε.54.2, Ε.55.3, Ε. 116.1) που οδήγησαν στην αναστολή στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Στον κόσμο του Θουκυδίδη, όπως και στον σημερινό κόσμο, η τύχη θεωρείται αιτία, αλλά και δικαιολογία για επιτυχίες ή αποτυχίες. Οι Σπαρτιάτες στρατηγοί, προσπαθώντας να εμψυχώσουν τους στρατιώτες τους, εξηγούν ότι η ήττα τους εν μέρει οφείλεται στην αντίθεση της τύχης, εξ αιτίας των μεταστροφών της οποίας οι άνθρωποι «μπορεί να υφίστανται κάποιες αποτυχίες» (Β.87.3). Το ίδιο κάνουν και οι αντίστοι­χοί τους Αθηναίοι, οι οποίοι υπενθυμίζουν τα «απροσδόκητα των πολέμων» και καλούν τους άνδρες τους να πολεμήσουν «ελπίζοντας ότι η τύχη αυτή τη φορά θα είναι με το μέρος μας» (Ζ.61.3).

Αυτές οι μεταστροφές της τύχης, η εύνοιά της ή η αντί­θεσή της, συνδέονται με τους θεούς. Οι Μήλιοι ελπίζουν σε ίση τύχη με αυτή των αντιπάλων τους λόγω του ότι είναι θεοσεβείς (Ε.104) και, ακόμη, θεωρούν πως η πόλη τους προστατεύθηκε και θα προστατευθεί έναντι των Αθηναίων από την τύχη εκ μέρους των θεών (Ε.112). Αντίθετα, ο Νικίας και οι Αθηναίοι θεωρούν πως οι επιτυχίες των αντιπάλων τους οφείλονται στην εύνοια της τύχης και η οι δικές τους αποτυχίες σε τιμωρία τους λόγω της πρόκλησης του φθόνου κάποιου θεού (2.77.3). Το ίδιο ισχύει προφανώς και για τις θυσίες, αλλά και για τα φυσικά φαινόμενα. Ήδη αναφέρθηκε το πώς ο Νικίας και οι μάντεις ανέβαλαν για είκοσι επτά κρίσιμες ημέρες την επιχείρηση αποχώρησης των Αθηναίων από τις Συρακούσες λόγω έκλειψης της σελήνης (Ζ.50.4)· λίγο αργότερα, τα έντονα καιρικά φαινόμενα θεωρήθηκαν ότι ήταν θεϊκό θέλημα που είχε στόχο την καταστροφή τους (Ζ.79.3).

Πέρα όμως από τη διασύνδεση της τύχης με το θείο ή αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε δεισιδαιμονία, υπάρχουν εδάφια στα οποία καταγράφεται το πραγματικά τυχαίο, το συγκυριακό και το απροσδιόριστο. Οι Συρακούσιοι κατέλαβαν ένα προκεχωρημένο οχύρωμα των Αθηναίων, ωστόσο δεν μπόρεσαν να καταλάβουν το επόμενο λόγω της παρουσίας σε αυτό του Νικία, ο οποίος αρχικά δεν είχε πάει στη μάχη και «έτυχε … να μείνει σε αυτό επειδή ήταν άρρωστος» (ΣΤ. 102.2). Το συγκυριακό συνδέεται από τον Θουκυδίδη και με τα γεγονότα της Σφακτηρίας (Ε.75.3), όπου απροσδόκητα αντιστράφηκαν πολλά πράγματα:

«έτσι έφερε τα πράγματα η τύχη, ώστε οι μεν Αθηναίοι, στην ξηρά, και μάλιστα σε έδαφος Λακωνικό, να αποκρούσουν τις επιθέσεις των Λακεδαιμονίων από τη θάλασσα, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι επιχειρούσαν από πλοία να αποβιβασθούν εναντίον των Αθηναίων στο δικό τους έδαφος, το οποίο είχε καταληφθεί» (Δ.12.3).

Ο Θουκυδίδης είναι επιφυλακτικός ακόμη και απέναντι στην με την έννοια του απροσδόκητου (και πιο ορθολογική) αντίληψη της τύχης, ιδιαίτερα σε σχέση με τον πόλεμο. Και τούτο διότι «καθετί το αιφνίδιο και απροσδόκητο και ό, τι συμβαίνει κατά τον πλέον απρόοπτο τρόπο υποδουλώνει (καταβάλλει) το ηθικό» (Β.61.3). Η επιφυλακτικότητά του έναντι του τυχαίου στον πόλεμο, αλλά και αυτού του πολέμου, αναδεικνύεται στις διαπραγματεύσεις Αθηναίων και Σπαρτιατών για το αν πρέπει ή όχι να εμπλακούν σε πόλεμο. Λένε οι Αθηναίοι:

«σκεφτείτε τα απροσδόκητα του πολέμου πριν εμπλακείτε σε αυτόν. Γιατί όσο επιμηκύνεται, τόσο περισσότερο καταλήγει να εξαρτάται από τα τυχαία, έναντι των οποίων βρισκόμαστε στην ίδια θέση και, ό, τι και αν προκύψει, δεν γνωρίζουμε τους κινδύνους» (Α.78.1-2).

Κάτι ανάλογο διατυπώνεται και σε άλλη περίπτωση, αυτή τη φορά από τους Μηλίους, στις διαπραγματεύσεις τους με τους Αθηναίους:

«γνωρίζουμε όμως ότι κάποιες φορές η εξέλιξη των πολέμων προσδιορίζεται από την τύχη που είναι κοινή (για όλους), παρά από το διαφορετικό μέγεθος των αντιπάλων» (Ε.102).

Είναι αυτή η συγκεκριμένη, επιφυλακτική άποψη για την τύχη η οποία, εκτός της αντιπαράθεσής του με τον Αλκιβιάδη, κάνει τον συντηρητικό και μάλλον δεισιδαίμονα Νικία να προσπαθεί, κατά τις συζητήσεις για το αν έπρεπε να εκστρατεύσουν στη Σικελία, να περιορίσει κατά το μέγιστο δυνατό τον παράγοντα τύχη, στον οποίο προσδίδει ίσο ρόλο με εκείνον της σωστής απόφασης. Το μέσο, που προτείνει προς αντιμετώπισή της, είναι η αύξηση της στρατιωτικής ισχύος:

«γνωρίζοντας ότι σε πολλά πρέπει να λάβουμε σωστές αποφάσεις και ακόμη περισσότερο να έχουμε καλή τύχη (πράγμα δύσκολο προκειμένου για ανθρώπους), θέλω να εκστρατεύσω στηριζόμενος όσον το δυνατόν λιγότερο στην τύχη, αλλά με προετοιμασία που φαίνεται να διασφαλίζει την εκστρατεία» (ΣΤ.23.3).

Η επιφύλαξη ωστόσο μετατρέπεται σε κριτική και προειδοποίηση όταν η επιρροή της τύχης ξεπερνά τα όρια και οδηγεί στην έπαρση και στην ύβρη. Όπως έχει αναφερθεί στο Γ.45.6, θεωρεί ότι η τύχη ευθύνεται εξ ίσου με την επιθυμία και την ελπίδα στο «ἐπαίρειν», δηλαδή στο να παρακινούνται οι άνθρωποι σε πράγματα ή αποφάσεις που είναι λανθασμένα, επειδή προκαλούνται από ένα συναίσθημα επιτυχίας ή ανωτερότητας. Περιγράφοντας τον μηχανισμό επιρροής της τύχης στους ανθρώπους, υποστηρίζει ότι η τύχη «ενίοτε παρουσιάζεται αναπάντεχα και ωθεί κάποιους να διακινδυνεύσουν πράγματα υποδεέστερα»· ωστόσο ωθεί και τις πόλεις να διακινδυνεύσουν «τα μέγιστα αγαθά, όπως την ελευθερία τους ή την εξουσία τους επί άλλων» και τούτο διότι «μαζί με άλλους, ο καθένας», σε μία κατάσταση που θα λέγαμε σήμερα ότι καταγράφει την ψυχολογία της μάζας, «υπερτιμά αλόγιστα τις δυνάμεις του» (Γ.45.6). Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, θεωρεί πως οι πόλεις οι οποίες «με ελάχιστη προσπάθεια και απροσδόκητα θα ευτυχήσουν», δηλαδή θα έχουν την εύνοια της τύχης, τείνουν να εκτρέπονται σε ύβρη και δεν μπορούν να διαχειριστούν εύκολα εκείνα τα καλά που προκύπτουν απροσδόκητα· αντίθετα, εκείνα τα ευτυχή γεγονότα, «που προκύπτουν στους ανθρώπους σύμφωνα με τη λογική, είναι ασφαλέστερα», καθώς «οι άνθρωποι ευκολότερα αντιμετωπίζουν την κακοτυχία, παρά διατηρούν την ευδαιμονία» (Γ.39.4).[89] Προειδοποιεί, τέλος, ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να καθορίσουν την πορεία των πραγμάτων, ειδικά του πολέμου, όπως αυτοί θέλουν, καθώς την εξέλιξή του την καθορίζει η «τύχη»· και τους συμβουλεύει να επιδιώκουν και να συνάπτουν ειρήνη όσο τα πράγματα είναι θετικά για αυτούς (Δ. 18.3-5).

Στο παρόν παρουσίασα την δεύτερη διάσταση της θεωρίας του Θουκυδίδη για την απόφαση. Η δεύτερη διάσταση δομείται πάνω στην πρώτη, δηλαδή στην ανάγκη και στην ανθρώπινη φύση, αίτια που, σε συνδυασμό με το συμφέρον, το φόβο και την τιμή, οδηγούν στη διεκδίκηση και άσκηση της εξουσίας. Η τελευταία, ωστόσο, μετατρέπεται, σε αυτήν τη δεύτερη διάσταση, σε ανεξάρτητη μεταβλητή. Έτσι οι τρεις αυτές μεταβλητές, μαζί με πέντε ακόμη υποκειμενικές μεταβλητές, την τόλμη, την αλαζονεία, την οργή, την ελπίδα και την τύχη, εκφράζουν τη συνολική άποψη του συγγραφέα για την απόφαση – άποψη η οποία στην πρώτη διάσταση ξεκινάει από μία απλή βάση και εξελίσσεται δυναμικά σε κάτι πιο σύνθετο, ενώ στη δεύτερή της διάσταση καθίσταται, με την προσθήκη τόσων μεταβλητών, πολυπλοκότερη. Πρόκειται και πάλι για μία ερμηνεία που αυτονόητα χαρακτηρίζεται ως πολυαιτιοκρατική.

Όπως και στο προηγούμενο κεφάλαιο, παρουσίασα εδώ διεξοδικά και ανέλυσα τις συγκεκριμένες, επιπρόσθετες μεταβλητές οι οποίες, σύμφωνα με μία πάρα πολύ προσεκτική ανάγνωση του εδαφίου Γ.45.4-7, επηρεάζουν τις αποφάσεις. Τούτο έπραξα στηριζόμενος σχεδόν αποκλειστικά στο κείμενο του συγγραφέα. Όπου ήταν δυνατό, αναζήτησα και ανέδειξα, με βάση πάντα το κείμενο, πρώτον την έννοια και τη φύση των συγκεκριμένων μεταβλητών, δεύτερον τις αιτίες που προκαλούν στον άνθρωπο αυτές τις διαθέσεις ή συμπεριφορές, τρίτον τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι μεταβλητές λειτουργούν και επηρεάζουν τη συμπεριφορά και τις αποφάσεις των ανθρώπων και, τέλος, όπου υπήρχε, την κριτική του Θουκυδίδη ή τις όποιες προτάσεις του για τυχόν διαχείριση ή και αντιμετώπισή τους.

Προσπάθησα ξανά να εξηγήσω την άποψή μου γιατί αυτή η ερμηνεία των αποφάσεων, που αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο θέμα, δηλαδή το τι οδήγησε τους Μυτιληναίους να αποφασίσουν την αποστασία και το αν η προτεινόμενη για αυτούς από τον Κλέωνα θανατική ποινή ως απόφαση, τιμωρία, αλλά και ηγεμονική πράξη αποτροπής παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον, μπορεί να γενικευθεί. Και πάλι, κλείνοντας το παρόν κεφάλαιο, θα απαντήσω με τον ίδιο τρόπο σε τυχόν αμφισβήτηση του εγχειρήματος μου για τη διεύρυνση της εφαρμογής αυτής της συγκεκριμένης ερμηνείας από το ένα θέμα σε πολλά: ότι το ελάχιστο, το οποίο μπορούμε να αποκομίσουμε από τον Θουκυδίδη, είναι το γιατί, το πώς, αλλά και το πότε οι άνθρωποι, λαμβάνοντας λανθασμένες αποφάσεις, εμπλέκονται σε περιπέτειες και, συνεπώς υφίστανται τις ανάλογες συνέπειες.

Η παρούσα, δεύτερη διάσταση θεωρίας του Θουκυδίδη για την απόφαση, σε αντίθεση με την πρώτη, εστιάζει και εκφράζει την κύρια άποψη του συγγραφέα γιατί οι άνθρωποι αποφασίζουν λανθασμένα. Ασφαλώς οι άνθρωποι πιέζονται από αντικειμενικές καταστάσεις· ωστόσο, τον κύριο ρόλο εδώ παίζουν οι καθαρά υποκειμενικές μεταβλητές που είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν. Μπορεί, όμως, μέσω της ποιοτικής ανάλυσης και με τη διάκριση της έντασης σε κάθε μία από τις έννοιες -όπως, για παράδειγμα, στην αλαζονεία, η οποία κυμαίνεται από την υποτίμηση του άλλου έως την έπαρση και, πιο πέρα, έως την ύβρη, ή στην τόλμη, η οποία κυμαίνεται από τη δειλία έως το θάρρος, την ανδρεία και μέχρι το θράσος- να προκύψει μία καλύτερη κατανόησή τους και μία πιθανή χρησιμότητα της ποιοτικής ανάλυσης στην πρόληψη των λαθών. Μπορεί, επίσης, μέσω της συγκέντρωσης και ομαδοποίησης των πολλών και διαφορετικών περιπτώσεων που αναφέρονται εντός του κειμένου, στις οποίες αυτές εμφανίζονται και επενεργούν, να καταστεί σαφέστερο τόσο το πώς διακυμαίνονται ως μεγέθη, όσο και το πώς εν γένει λειτουργούν. Τέλος, είναι ακριβώς η διακύμανση της έντασης μίας εκάστης έννοιας που επιτρέπει στον συγγραφέα να διαχωρίσει εκείνες τις περιπτώσεις που οι συγκεκριμένες μεταβλητές – στις υψηλές συνήθως τιμές τους (θράσος, ύβρις, πάθος ή «απερίσκεπτη» ελπίδα) – οδηγούν σε λανθασμένες αποφάσεις, από εκείνες που, σε συνδυασμό ενδεχομένως με κάποιους άλλους παράγοντες, μπορεί και να οδηγήσουν σε σωστές ή, τουλάχιστον, σε κατανοητές αποφάσεις· να προσδιορίσει, δηλαδή, κατά τον τρόπο αυτόν, έστω και εμμέσως, και το πότε πιθανολογείται η λανθασμένη απόφαση.
--------------------
[1] Η δυσαρέσκεια των συμμάχων κατά των Σπαρτιατών και ιδιαίτερα κατά του Παυσανία, καθώς και η προσέλευση των συμμάχων στους Αθηναίους, αναφέρεται ως γεγονός στο Α.95.
[2] Ο Zagorin σημειώνει χαρακτηριστικά: «σε ολόκληρη την ιστορία, η τριάδα του φόβου, της τιμής (φιλοδοξίας) και του συμφέροντος βρίσκεται επί το έργον»· τούτο στηρίζει την άποψή μου ότι ο Θουκυδίδης, άπαξ και καταλήξει σε κάποια θεωρητική διατύπωση, την χρησιμοποιεί σε ολόκληρο το κείμενό του- βλ. στο κεφάλαιο 2.ΙΙ.α. του παρόντος. Για τους τρεις παράγοντες, βλ. επίσης William Ο. Chittick and A. Freyberg-Inan, ‘“Chiefly for fear, next for honour, and lastly for profit’: an analysis of for­eign policy motivation in the Peloponnesian War”, Review of International Studies (2001), 27,69-90.
[3] Για τη λογική της πολυαιτιοκρατίας, καθώς και το «συναμφότερον» στον Θουκυδίδη, βλ. Κώστας Ζουράρις, «Νῦν… αἰωροῦμαι». Θουκυδίδης Αρχέτυπος, Αρμός, Αθήνα, 2003, μέρος A κεφάλαιο Β’, σελ. 189 επ.
[4] Βλ. Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, Παπαδήμας, Αθήνα, 1990, σελ. 419-420. Το ίδιο θέμα, παραπέμποντας μάλιστα στην συγγραφέα, διερευνά ο Mark V. Kauppi, “Thucydides: Character and Capabilities”, Security Studies 5:2, 1995 (pp. 142- 168), p. 151.
[5] Βλ. Ηλίας Κουσκουβέλης, Λήψη αποφάσεων, κρίση, διαπραγμάτευση, Παπαζήσης, Αθήνα, 1997, σελ. 74.
[6] Βλ. Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, Παπαδήμας, Αθήνα, 1990, σελ. 433.
[7] Βλ. Sigmund Freud, Civilisation, War, and Death, London, Hogarth Press, 1939, pp. 55, 77· παρατίθεται από τον Martin Wight, Διεθνής Θεωρία, Ποιότητα, Αθήνα, 1997, σελ. 31.
[8] Βλ. Freyberg-Inan Annette, What Moves Man. The Realist Theory of International Relations and its Judgment of Human Nature, SUNY Press, 2004. To κεφάλαιο 2, σελ. 19-36, είναι αφιερωμένο στον Θουκυδίδη, τον οποίο, κατά την άποψή μου, η συγγραφέας, προσεγγίζοντας το θέμα από δευτερεύουσες πηγές, φαίνεται να έχει μελετήσει επιφανειακά. Για παράδειγμα, αναφέρει ως κυρίαρχη έννοια στον Θουκυδίδη την “heleia” (ρ. 24) στα εδάφια A.75 και Α.76. Τέτοια λέξη δεν υπάρχει στο κείμενο· υπάρχει όμως η λέξη «ὠφελία».
[9] Για την ανθρώπινη φύση στη σχετική με τις διεθνείς σχέσεις θεω­ρία, βλ. το ομότιτλο 2° κεφάλαιο στο βιβλίο του Mark V. Kauppi, “Thucydides: Character and Capabilities”, Security Studies 5:2, 1995 (pp. 142-168).
[10] Σε αυτούς, που ασχολούνται με τη διεθνή πολιτική, είναι μάλ­λον γνωστή η έκφραση αξιωματούχων των ΗΠΑ «in the (best) interest of the United States, as defined by the United States gov­ernment”.
[11] Οι εν λόγω λέξεις στο κείμενο δεν σημαίνουν πάντα συμφέρον. Για παράδειγμα, το ρήμα «ξυμφέρω» στον Παρακείμενο και τον Υπερσυντέλικο συχνά σημαίνει «συνεισέφερα», ενώ η «ὠφελία» συχνά σημαίνει «βοήθεια».
[12] Βλ. και Η.41.1.
[13] Βλ. και Ε.17.1.
[14] «Το συμφέρον βρίσκεται στην ασφάλεια» (Ε.107)· «τώρα βρισκόμαστε εδώ για την ασφάλεια μας και βλέπουμε ότι τα συμφέροντα μας με τα δικά σας είναι ίδια» (ΣΤ.83.2).
[15] «Επειδή ανταγωνίζονταν με κάθε τρόπο να επικρατήσουν αλλήλων, τόλμησαν τα πιο αποτρόπαια πράγματα» (Γ.82.8)· βλ. και Β.2, ΣΤ.28.
[16] Βλ. Γ.86.4: «ήθελαν να μην εισάγεται από εκεί σιτάρι στην Πελοπόννησο και συγχρόνως να δοκιμάσουν εάν ήταν δυνατό να επικρατήσουν στη Σικελία».
[17] Βλ. ΣΤ.18.3: «δεν μπορούμε να υπολογίζουμε μέχρι πού θέλουμε να άρχουμε…».
[18] Βλ. ΣΤ.84.2-3: «να επαναφέρουμε τους Λεοντίνους στις εστίες τους … για να είναι όσο γίνεται πιο δυνατοί και να μπορούν από τη χώρα τους … να βλάπτουν (τους Συρακούσιους) για το συμφέρον μας»· και ΣΤ.85: «να εξασθενίσουν οι εχθροί από την ισχύ των φίλων».
[19] Βλ. ΣΤ.84.3: «οι Χαλκιδείς … συμφέρει (στην Αθήνα) να είναι άοπλοι και να εισφέρουν μόνο χρήματα, ενώ εδώ (συμφέρει) και οι Λεοντίνοι και οι άλλοι φίλοι να έχουν τη μεγίστη αυτονομία».
[20] Παράβαλε ΣΤ. 18.2: «την ηγεμονία μας έτσι την αποκτήσαμε και εμείς και όσοι άλλοι ηγεμόνευσαν, υποστηρίζοντας πρόθυμα κάθε Έλληνα ή βάρβαρο που το ζητούσε…».
[21] Βλ. Α. 124.1: «τίποτε δεν συσπειρώνει με μεγαλύτερη βεβαιότητα πόλεις και πολίτες από το κοινό συμφέρον».
[22] «Από κανένα δεν μπορεί να κατηγορηθεί εκείνος που, στους μέγιστους κινδύνους, προσπαθεί να διασφαλίσει τα συμφέροντα του» (Α.75.5).
[23] Βλ. Γ.40.4: «για το συμφέρον σας πρέπει να τους τιμωρήσετε ακόμη και αν είναι άδικο, άλλως παραιτηθείτε από την ηγεμονία σας…».
[24] Παράβαλε Γ.47.5: «θεωρώ τούτο πολύ πιο συμφέρον για τη διατήρηση της ηγεμονίας, το να ανεχθούμε εκουσίως μία αδικία, παρά το να εξοντώσουμε δίκαια εκείνους που δεν πρέπει»· βλ. επίσης Γ.56.6 και Γ.68.4: «η αυστηρότητα των Λακεδαιμονίων στους Πλαταιείς επηρεάσθηκε εξ αιτίας των Θηβαίων, διότι τους θεωρούσαν χρήσιμους για τον πόλεμο…».
[25] Βλ. Γ.82.6: «αυτές οι οργανώσεις δεν συνιστούνταν για να ωφεληθούν τα μέλη τους με βάση τους κείμενους νόμους, αλλά για την ικανοποίηση της πλεονεξίας τους, αντίθετα με τους κρατούντες νόμους»· βλ. και Ε.107: «το συμφέρον βρίσκεται στην ασφάλεια, ενώ το δίκαιο και το έντιμο συνεπάγονται κινδύνους».
[26] Βλ. στο Α.77.2 την καταγραφή της αρχής της αυτοβοήθειας: «όποιοι μπορούν να χρησιμοποιούν βία, δεν χρειάζονται να προσφεύγουν σε δίκες».
[27] Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η Σοβιετική Ένωση ήταν υποστηρικτής σχεδόν κάθε αυτονομιστικού ή απελευθερωτικού κινήματος που στρεφόταν κατά της Δύσης, και οι ΗΠΑ ήταν ο ηγέτης του «ελεύθερου κόσμου» και αντίστοιχα ο υποστηρικτής κάθε κινήματος εναντίον φιλοσοβιετικών καθεστώτων. Χαρακτηριστική είναι, στη δεκαετία του 1980, η υιοθέτηση και χρήση από την επικοινωνιακή ρητορική των ΗΠΑ της επονομασίας «freedom fighters», τόσο για τους φονταμελιστές στο Αφγανιστάν, που μάχονταν κατά των Σοβιετικών, όσο και για τους «contras» στη Νικαράγουα, που μάχονταν κατά της αριστερής κυβέρνησης των Σαντινίστας.
[28] Βλ. Γένεσις, Γ. 10-13.
[29] Βλ. το κατά Ματθαίον, 26:39, όπως και το 26:38: «περίλυπος έστιν ή ψυχή μου έως θανάτου».
[30] Βλ. την ανάλυση κόστους στο Δ.106.1: «εύρισκαν τις προτάσεις δίκαιες, συγκρίνοντάς τες με ό, τι είχαν φοβηθεί».
[31] Αντίστοιχη μεθοδολογικά προσέγγιση υιοθετείται από τον William Desmond στο “Lessons of Fear: A Reading of Thucydides”, Classical Philology. Vol. 101, No. 4, 2006, pp. 359- 379, ο οποίος θεωρεί πως ο φόβος είναι «κρίσιμο συστατικό της εγγενούς πολιτικής θεωρίας του Θουκυδίδη» (βλ. ρ. 359). Για τον φόβο και το δέος στη διεθνή πολιτική, βλ. την προσέγγιση του Σπυρίδωνα Λίτσα, Ιλιάδα και διεθνής πολιτική. Μία θεωρη­τική προσέγγιση, Ποιότητα, Αθήνα, 2014, σελ. 229 επ. Βλ. επίσης του ιδίου, Πόλεμος και ορθολογισμός: Θεωρητικές προεκτάσεις και στρατηγικές εφαρμογές, Ποιότητα, Αθήνα, 2010, σελ. 112 επ.
[32] Η επιβίωση των κρατών εκφράζεται και μελετάται στη θεωρία των Διεθνών Σχέσεων, και ιδιαίτερα στη θεώρηση του Ρεαλισμού, ως «δίλημμα ασφαλείας». Ο Kenneth Waltz αναφέρει: “mutual vul­nerability of forces leads to mutual fear of surprise attack by giv­ing each power a strong incentive to strike first”· βλ. “The Spread of Nuclear Weapons: More May Better,” Adelphi Papers, Number 171, London, International Institute for Strategic Studies, 1981, p. 5. Επίσης, ο φόβος για την επιβίωση είναι κυρίαρχο στοιχείο στη θεωρία της αποτροπής· βλ. Ηλίας Κουσκουβέλης, Αποτροπή και πυρηνική στρατηγική στον Ψυχρό Πόλεμο, Ποιότητα, Αθήνα, 2000,256 σελ.
[33] Βλ. και Α.74.3, Β.72.2, Ε.3.1, Ε.61.5, ΣΤ.83.4, Η.93.3.
[34] Βλ. και Η.54.1-2, Η.68.3, Η. 109.1.
[35] Βλ. Kousoulas, D.G., Power and influence. An introduction to in­ternational relations, Brooks/Cole, Monterey, 1985, p. 85.
[36] Βλ. και ΣΤ. 11.4, ΣΤ.91.6.
[37] Βλ. και Δ. 125.1· για το αντίθετο, την έλλειψη φόβου λόγω εμπειρίας, βλ. Α.81.6.
[38] Για τις εμπειρίες του παρελθόντος, βλ. στη σύγχρονη βιβλιογραφία­φία Reiter D., “Learning Realism and Alliances: The Weight of the Shadow of the Past”, World Politics 46(4), 1994, pp. 490-526.
[39] Βλ. και Β.3.1, Β.4.2, Δ.56.1, Δ.96.5-6, Δ.130.5, ΣΤ.34.7, ΣΤ.49.2, Ζ.43.6
[40] Βλ. επίσης Β.91.4, Δ.63.1, Ε.11.2, ΣΤ.34.8, Η.14.2.
[41] Βλ. Α.50.4, Α.60.1, Β.90.3, Δ.70.1, Δ.75.1.
[42] Βλ. Α.102.3, Δ.41.3, Δ.55.1, Δ.80.2.
[43] Βλ. Δ.69.3, Ε.61.5.
[44] Βλ. Ηλίας Κουσκουβέλης, Εισαγωγή στις Διεθνείς Σχέσεις, Αθήνα, Ποιότητα, 2003, σελ. 204-208.
[45] Βλ. Kousoulas, D.G., Power and influence, Brooks/Cole, Monterey, 1985, p. 85.
[46] Για να υπάρξει αποχώρηση από τη συμμαχία ή αποστασία θα πρέπει το συμφέρον να είναι μείζον τον φόβου (ΣΤ.83.4) ή να συντρέχουν και άλλοι παράγοντες, όπως στο Δ.88.1 και στο Η.14.2.
[47] Βλ. και Η.97.Ι.
[48] 48 Βλ. επίσης Α.33.3, Γ.93.1, Δ.79.2, ΣΤ.78.2, ΣΤ.85.3.
[49] Βλ. ανάλογη περίπτωση στο ΣΤ.63.2.
[50] Σχετική με την τιμή, την εκδίκηση και την ελευθερία στον Θουκυδίδη είναι η διδακτορική διατριβή του Aleksander Haydn Chance, Motives Beyond Fear: Thucydides on Honor, Vengeance, and Liberty, Boston College, 2012, http://dlib.bc.edu/islandora/object/bc-ir: 101441/datastream/PDF/view
[51] Παράβαλε, για τη σημασία της τιμής στον Σαίξπηρ: «Mine hon­our is my life. Both grow in one. Take honour from me, and my life is done»; βλ. William Shakespeare, Richard II, R21.i.182-183.
[52] Η φιλοδοξία των ανθρώπων είναι αγαπημένο θέμα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Επειδή θεωρώ πως πρόκειται για μία εξαιρετικά πετυχημένη συμπύκνωση των αναφερθέντων για τη φιλοδοξία, υπενθυμίζω εδώ το ποίημα Αθανασία του Νίκου Γκάτσου, το οποίο έγινε πιο γνωστό λόγω της μελοποίησής του από το Μάνο Χατζιδάκι:

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά,
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά.
Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τους χάρισες ποτές…
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς,
Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς…
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ’ του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές.

[53] Βλ. και Ε.111.1: «Γνωρίζετε καλά ότι από καμιά πολιορκία δεν αποσύρθηκαν ποτέ οι Αθηναίοι, από το φόβο άλλων».
[54] Το πόσο τιμητικό ήταν να πεθάνει στη μάχη ένας Σπαρτιάτης, ακόμη και κατά τον 4° αιώνα π.Χ., αναδεικνύεται από τον Ξενοφώντα, ο οποίος περιγράφει την ατμόσφαιρα στη Σπάρτη μετά την ήττα στα Λεύκτρα (371 π.Χ.): «την επομένη μπορούσε κανείς να δει τους συγγενείς όσων σκοτώθηκαν να κυκλοφορούν φανερά με πρόσωπο λαμπερό και χαρούμενο, μπορούσες όμως να δεις και λίγους συγγενείς, όσων αγγέλθηκαν ζωντανοί, αλλά τούτοι περιφέρονταν σκυθρωποί και ταπεινωμένοι»· βλ. Ελληνικά, ΣΤ.ΙΥ.16, όπως και αντίστοιχα στο Δ.Υ.10.
[55] Το «Ιδία και δημοσία» αποδίδεται από τον Γεωργοπαπαδάκο ως «άτομα και πολιτείες» και σχεδόν όμοια από τον Βλάχο ως «άνθρωποι και πολιτείες». Εδώ επέλεξα μία απόδοση πιο κοντά σε αυτήν του Βενιζέλου.
[56] Στο αρχαίο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη «ὕβρις», η οποία αποδίδεται από τον Βενιζέλο και τον Γεωργοπαπαδάκο ως «αλαζονεία» και από τον Βλάχο ως «υπεροψία»· είναι ωστόσο γνωστό ότι η ύβρις είναι κάτι ισχυρότερο από την αλαζονεία, όπως εμείς σήμερα την αντιλαμβανόμασθε, και επισύρει συνέπειες.
[57] Στο αρχαίο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη «φρόνημα», η οποία αποδίδεται από τον Βενιζέλο και τον Γεωργοπαπαδάκο ως «αυτοπεποίθηση». Ο Βλάχος παραλείπει τον συγκεκριμένο όρο.
[58] Στο αρχαίο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη «οργή», η οποία αποδίδεται από όλους ως «πάθη». Χρησιμοποιώ την ίδια απόδοση επειδή η χρήση της λέξης «οργή» θα απέκλειε το δεύτερο εξεταζόμενο στο παρόν κεφάλαιο πάθος, το μίσος, στο οποίο αναφέρεται κατ’ επανάληψη ο συγγραφέας σε άλλα εδάφια. Ο Γεωργοπαπαδάκος υποσημειώνει πως πρόκειται για «σφοδρή επιθυμία», άποψη με την οποία διαφωνώ, καθώς θα συνιστούσε πλεονασμό σε σχέση με τη χρήση λέξεων όπως «πλεονεξία», πριν, και «έρως», αμέσως μετά.
[59] Ο Βλάχος αποδίδει τη λέξη «ξυντυχίαι» πιο ελεύθερα, ως «άλλες δυστυχίες της ζωής».
[60] Στο αρχαίο κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη «έρως», η οποία απο­δίδεται από όλους ως «πόθος». Εκλαμβάνω τη συγκεκριμένη μεταβλητή, όπως και την πλεονεξία, ως παραλλαγή αυτής του συμφέροντος. Με την ίδια έννοια χρησιμοποιείται η λέξη «ἔρως» και στο ΣΤ. 13.1.
[61] «Ἐς τό ἐπαίρειν»: ο Γεωργοπαπαδάκος το αποδίδει ως «αστόχαστες», ο Βλάχος ως «αλόγιστες πράξεις» και ο Βενιζέλος ως «εξαπάτηση των ανθρώπων».
[62] Ο Βλάχος χρησιμοποιεί την πιο κατανοητή στα νεοελληνικά δεδομένα έκφραση «τόλμη της απελπισίας του φτωχού». Επέλεξα τη λέξη «ανάγκη» για να φαίνεται η διασύνδεση με το πρώτο μέρος της θεωρίας του.
[63] Jacqueline de Romilly, Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, Παπαδήμας, Αθήνα, 1990, σελ. 441.
[64] Βλ. Ιλιάδα, Β.48-397.
[65] Οι άλλοι Έλληνες κατηγορούσαν τους Σπαρτιάτες, μετά την ήττα τους στη Σφακτηρία, για δειλία, αβουλία και βραδύτητα· βλ. Ε .75.3.
[66] Jacqueline de Romilly, Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός, Παπαδήμας, Αθήνα, 1990, σελ. 432.
[67] Στο ίδιο, σελ. 439.
[68] Στο ίδιο.
[69] Στο ίδιο.
[70] Στο ίδιο, σελ. 432.
[71] Στο ίδιο.
[72] Όπως, για παράδειγμα, στις δύο περιπτώσεις του Α.120.3 και 4, όπου ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί το «ἐπαίρομαι» ή στην περίπτωση του ΣΤ. 11.5 όπου χρησιμοποιεί το «καταφρονώ».
[73] Jacqueline de Romilly, Ο Θουκυδίδης, σελ. 441 επ.
[74]Η ίδια αποδέχεται ότι η λέξη «ὕβρις» «δεν χρησιμοποιείται πολύ συχνά από τον Θουκυδίδη»· βλ. στο ίδιο, υποσημείωση 15, σελ. 432.
[75] Στο ίδιο, σελ. 434.
[76] Στο ίδιο, υποσημείωση 19. Δεν καταμετρώ τις τρεις αυτές περιπτώσεις στα σχετικά με την αλαζονεία εδάφια.
[77] Βλ. το αντίστοιχο για τους Συρακούσιους στο Ζ.41.3.
[78] Βλ. τη σχετική σκέψη στο Γ.43.5: «τώρα δε, αν από την οργή, που σας διακατέχει, υποπέσετε σε σφάλμα, τιμωρείτε τη μία γνώμη, εκείνου ο οποίος σας έπεισε, και όχι τις πολλές δικές σας, οι οποίες, αν και πολλές, διέπραξαν το ίδιο με εκείνον λάθος».
[79] Η σημασία του αιτίου αυτού υποτιμάται από τον Θουκυδίδη, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις είτε απορρίπτεται από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές, όπως ο Ερμοκράτης (Δ.61.3), είτε δεν εμπόδισε να δημιουργηθούν συμμαχίες για άλλους λόγους, όπως η εχθρότητα ή το συμφέρον· βλ. χαρακτηριστικά το Ζ.57, στο οποίο περιγράφεται η συγκρότηση των δύο αντίπαλων στρατοπέδων πέρα και πάνω από φυλετική καταγωγή.
[80] Για τις στρατηγικές «αποτροπής συμμαχίας» και «bait and bleed», βλ. Ηλίας Κουσκουβέλης, Εισαγωγή στις Διεθνείς Σχέσεις, Ποιότητα, Αθήνα, 2004, σελ. 222 και 219 αντίστοιχα.
[81] «Φόνευαν όσους από τους συμπολίτες τους θεωρούσαν εχθρούς τους» (Γ.8Ι.4)· και «στην πραγματικότητα όμως μερικοί φονεύθηκαν από προσωπική έχθρα» (Γ.81.4).
[82] Σχετικό με την εκδίκηση είναι το κείμενο του David Cohen, “War, Moderation, and Revenge in Thucydides”, Journal of Military Ethics Vol.5, No. 4, 2006, pp. 270-289.
[83] Αντίστοιχη είναι η περίπτωση της εξόδου του Μεσολογγίου (10-11.04.1826) κατά την Ελληνική Επανάσταση.
[84] Βλ. Ξενοφών, Ελληνικά, A’.VI.35.
[85] Βλ. Liddell Hart Basil. Η., Η άλλη πλευρά του λόφου, μετάφραση Ν. Παπαρρόδου, Εκδόσεις Τζηρίτα, Αθήνα, σελ. 187.
[86] Βλ. Α.101.2, Β.8.3, Γ.89, Ε.45.4, Ε.50.5, ΣΤ.95.1.
[87] Βλ. Β.25.2, Γ.49.4, Δ.3.1, Δ. 4.1, ΣΤ. 104.2.
[88] Βλ. Β.77.6, Γ.22.1, ΣΤ.70.1, Ζ.79.3, Η.42.1.
[89] Εδώ υπάρχει η λογική της έκφρασης «ανεμομαζώματα, ανεμοσκορπίσματα» ή και της αμερικανικής «easy come, easy go».

Σκέψεις για την αμαρτία, τα βάσανα, την ελπίδα και την αληθινή οδό

Μπορείς να κρατηθείς μακριά από τα βάσανα ετούτου του κόσμου -αυτό είναι δικαίωμά σου να το κάνεις κι ανταποκρίνεται στη φύση σου-, ίσως όμως αυτή η άμυνα είναι το μόνο βάσανο που θα μπορούσες να αποφύγεις.

Ο αληθινός δρόμος οδηγεί κατά μήκος ενός ακροβατικού σκοινιού, που δεν είναι τεντωμένο ψηλά αλλά μόλις πάνω από το έδαφος. Ο σκοπός του μοιάζει να είναι περισσότερο να σκοντάψει κανείς επάνω του, παρά να βαδίσει παράπλευρος του.

Όλα τα ανθρώπινα λάθη πηγάζουν απ' την ανυπομονησία, την πρόωρη διακοπή της μεθοδικής διαδικασίας, τη φανερή αποφυγή αυτού που φαίνεται να είναι υπό εξέταση.

Υπάρχουν δύο θεμελιώδη ανθρώπινα αμαρτήματα, από τα οποία προκύπτουν όλα τα υπόλοιπα; η ανυπομονησία και η νωθρότητα. Λόγω ανυπομονησίας οι Πρωτόπλαστοι εκδιώχθηκαν από τον Παράδεισο, λόγω νωθρότητας δεν επιστρέφουν. Ίσως, όμως, υπάρχει μόνο ένα θεμελιώδες αμάρτημα: η ανυπομονησία. Λόγω ανυπομονησίας εκδιώχθηκαν, λόγω ανυπομονησίας δεν επιστρέφουν.

Πολλές σκιές των πεθαμένων ασχολούνται αποκλειστικά με το να γλείφουν τα κύματα του ποταμού του θανάτου, επειδή έρχεται από την πλευρά μας και έχει ακόμα την αλμυρή γεύση των θαλασσών μας. Τότε το ποτάμι οπισθοχωρεί με αηδία, ρέει προς την αντίθετη κατεύθυνση και ξεβράζει τους πεθαμένους πίσω στη ζωή. Εκείνοι ωστόσο είναι χαρούμενοι, τραγουδούν ευχαριστήρια τραγούδια και χαϊδεύουν τον αγανακτισμένο χείμαρρο.

Πέρα από ένα ορισμένο σημείο, δεν υπάρχει επιστροφή. Αυτό το σημείο οφείλουμε να το φτάσουμε.

Η αποφασιστική στιγμή στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους διαρκεί για πάντα. Να γιατί τα επαναστατικά πνευματικά κινήματα που δηλώνουν ότι όλα τα προηγούμενα πράγματα είναι άνευ σημασίας έχουν δίκιο, γιατί ακόμα δεν έχει συμβεί τίποτα.

Ένα από τα πιο αποτελεσματικά μέσα ξελογιάσματος που διαθέτει το Κακό είναι η πρόκληση σε μάχη. Είναι σαν τη μάχη με τις γυναίκες, που τελειώνει στο κρεβάτι.

Οι διαφορετικές οπτικές γωνίες από τις οποίες μπορεί κάποιος να δει, π.χ., ένα μήλο: η οπτική γωνία του μικρού αγοριού, που πρέπει να τεντώσει το λαιμό του για να πάρει μια φευγαλέα ματιά του μήλου πάνω στο τραπέζι, και η οπτική γωνία του αφέντη του σπιτιού, που παίρνει το μήλο και το δίνει με άνεση στον σύντροφό του στο τραπέζι.

Αν διέσχιζες με τα πόδια μια πεδιάδα, έχοντας κάθε διάθεση να προχωρήσεις μπροστά και παρ' όλα αυτά πήγαινες προς τα πίσω, τότε η κατάσταση θα ήταν απελπιστική' αφού όμως σκαρφαλώνεις πάνω σε μια απότομη πλαγιά, τόσο απότομη όσο περίπου φαίνεσαι κι εσύ ο ίδιος από χαμηλά, η κίνησή σου προς τα πίσω δεν μπορεί παρά να προκαλείται από τη φύση τou εδάφους, οπότε δεν χρειάζεται να απελπίζεσαι.

Σαν ένα μονοπάτι το φθινόπωρο: πριν καλά-καλά προλάβει να καθαριστεί από τον άνεμο, καλύπτεται πάλι από ξερά φύλλα.

Δεν έχω ξαναβρεθεί σ' αυτό το μέρος: η ανάσα του άλλου έρχεται διαφορετική, απ' τον ήλιο πιο εκτυφλωτική είναι η ακτινοβολία ενός αστεριού δίπλα του.

Αν ήταν δυνατόν να χτιστεί ο Πύργος της Βαβέλ χωρίς να σκαρφαλώσει κανείς επάνω του, θα είχε επιτραπεί.

Μην αφήσεις το Κακό να σε κάνει να πιστέψεις ότι μπορείς να του κρατήσεις μυστικά.

Είσαι το μάθημα. Μαθητές, πουθενά.

Απεριόριστο θάρρος διοχετεύεται μέσα σου από τον πραγματικό ανταγωνιστή.

Τι σημαίνει να αντιληφθείς την καλή τύχη ότι το έδαφος πάνω στο οποίο στέκεσαι δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο απ όσο καλύπτουν τα δυο σου πόδια.

Υπάρχουν αμέτρητες κρυψώνες, μα μόνο μία απολύτρωση- οι πιθανότητες, όμως, για την απολύτρωση είναι τόσο πολλές όσες και οι κρυψώνες.

Υπάρχει προορισμός, αλλά όχι δρόμος' αυτό που αποκαλούμε δρόμο είναι ο δισταγμός.

Αυτό που απαιτείται ακόμη από εμάς είναι η εκτέλεση του αρνητικού, το θετικό είναι δικό μας ήδη.

Όταν δώσει κάποιος κατάλυμα στο Κακό, εκείνο δεν του ζητάει πια να το πιστέψει.

Τα απώτερα κίνητρα που σε κάνουν να δίνεις κατάλυμα στο Κακό δεν είναι δικά σου, αλλά του Κακού.

Το κτήνος αρπάζει το μαστίγιο από τον αφέντη του και αυτομαστιγώνεται για να γίνει αφέντης, μη γνωρίζοντας ότι αυτό είναι μόνο μια φαντασίωση που παράγεται από έναν καινούριο κόμπο στο βούρδουλα του αφέντη.

Το Καλό είναι, υπό μία έννοια, άβολο.

Τα κοράκια υποστηρίζουν ότι ένα και μόνο κοράκι θα μπορούσε να καταστρέψει τους ουρανούς. Δεν υπάρχει αμφιβολία γι’ αυτό, αλλά δεν αποδεικνύει τίποτα ενάντια στους ουρανούς, γιατί ουρανός, απλούστατα, σημαίνει: αποκλεισμός των κορακιών.

Οι μάρτυρες δεν υποτιμούν το σώμα, το αφήνουν να ανυψωθεί στο σταυρό σ’ αυτή τη θεωρία συμφωνούν με τους ανταγωνιστές τους.

Η εξάντλησή του είναι αυτή ενός μονομάχου μετά τη μάχη, η δουλειά του ήταν το άσπρισμα μιας γωνιάς στο γραφείο ενός υπαλλήλου.

Δεν υπάρχει έχειν, μόνο είναι, μόνο μια κατάσταση ύπαρξης που λαχταράει την ύστατη ανάσα, λαχταράει την ασφυξία.

Παλιότερα δεν καταλάβαινα γιατί δεν έπαιρνα απάντηση στην ερώτησή μου, σήμερα δεν καταλαβαίνω πώς μπορούσα να πιστεύω ότι ήμουν ικανός να ρωτήσω. Όμως, στην ουσία δεν πίστευα, απλώς ερώτησα.

Η απάντησή του στον ισχυρισμό ότι, αν και ίσως είχε υπάρχοντα, δεν είχε ύπαρξη, ήταν μόνο ένα ρίγος κι ένα καρδιοχτύπι.

Ήταν κάποιος που του έκανε κατάπληξη πόσο εύκολα προχωρούσε στο δρόμο της αιωνιότητας· η αλήθεια είναι ότι έτρεχε στην κατηφόρα του.

Το Κακό δεν μπορεί να πληρώνεται με δόσεις - και αυτό προσπαθούμε να κάνουμε συνεχώς.

Μπορεί κάποιος να σκεφτεί ότι ο Μέγας Αλέξανδρος, παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες της νεότητάς του, παρά τον εξαιρετικό στρατό που είχε εκπαιδεύσει, παρά τις δυνάμεις που ένιωθε πως είχε, τις ικανές να μεταμορφώσουν τον κόσμο, ίσως να είχε σταματήσει στον Ελλήσποντο και να μην τον είχε διασχίσει ποτέ, και αυτό όχι από φόβο, όχι από αναποφασιστικότητα, όχι από διστακτικότητα αλλά από τη δύναμη της βαρύτητας. .

Ο τρόπος που έχεις ανασκουμπωθεί για αυτό τον κόσμο είναι γελοίος.

Όσο περισσότερα άλογα βάζεις στη δουλειά, τόσο πιο γρήγορα προχωράει - μ' άλλα λόγια, δεν αποσπάται το πάτωμα απ' το κρηπίδωμά του, πράγμα αδύνατον, αλλά σχίζονται τα λουριά κι έχουμε σαν αποτέλεσμα ένα χαρούμενο, ανεμπόδιστο ταξίδι.

Τους δόθηκε η επιλογή να γίνουν βασιλιάδες ή οι αγγελιοφόροι του βασιλιά. Όπως συμβαίνει με τα παιδιά, ήθελαν όλα να γίνουν αγγελιοφόροι. Αυτός είναι ο λόγος που υπάρχουν μόνο αγγελιοφόροι, εφορμούν στον κόσμο και, μια που δεν υπάρχουν βασιλιάδες, φωνάζουν τα χωρίς νόημα πια μηνύματά τους ο ένας στον άλλο. Ευχαρίστως θα τερμάτιζαν την οικτρή ζωή τους, αλλά δεν τολμούν να το κάνουν λόγω του όρκου πίστεως που έχουν δώσει.

Δυο καθήκοντα στην αφετηρία της ζωής σου: Να περιορίζεις όλο και περισσότερο την τροχιά σου. και να ελέγχεις διαρκώς κατά πόσον κρύβεσαι κάπου έξω από αυτήν.

Φραντς Κάφκα - Αφορισμοί

Το Εγώ, η Κατασκευή Δικαιολογιών και το Φευγαλέο Τώρα

Το συμπέρασμά μου είναι πως η παρούσα στιγμή είναι ένα αντίδοτο για τον πόνο και τις δυσκολίες που ζούμε και τα οποία συνήθως προσπαθούμε να καταπραϋνουμε με εκλογικεύσεις και εξηγήσεις.

 Όταν βυθιζόμαστε 100 τοις εκατό στο παρόν, βιώνοντας αυτό και τίποτε άλλο, οδεύουμε στον δρόμο του Δικαιολογίες Τέλος!, χωρίς να έχουμε καμία απολύτως ανάγκη εκείνα τα παλιά, συνήθη πρότυπα σκέψης.

Ουσιαστικά, οι δικαιολογίες είναι ο τρόπος που έχετε αναπτύξει προκειμένου να εξηγείτε τις στιγμές του τώρα που εμπλέκονται με το παρελθόν ή το μέλλον. Αν όντως βρίσκεστε στη μακάρια παρουσία του τώρα, δεν υπάρχει καμία επιθυμία να αλλάξετε αυτό που υπάρχει.

Όταν τα λόγια σας εκφράζουν ότι «θα είναι δύσκολο… θα πάρει πολύ χρόνο… δεν είμαι αρκετά έξυπνος… είμαι πολύ μεγάλος», σπαταλάτε μια παρούσα στιγμή σε δικαιολογίες μιας όχι παρούσας στιγμής!

Όλες οι δικαιολογίες αποτελούν τεχνικές αποφυγής που σας εμποδίζουν να αναλάβετε τα ηνία και να αλλάξετε τις συνήθειες της σκέψης σας. Αντίθετα, αν δεν αναμασούσατε τις δικαιολογίες σας και βυθιζόσασταν στο τώρα, θα βιώνατε τη δική σας εκδοχή μακαριότητας και θεραπείας.

Το εγώ είναι ένας κίβδηλος εαυτός, ο οποίος πιστεύει στον διαχωρισμό του. Αγωνίζεται για να αποκτήσει και να επιτύχει και διαρκώς αναζητά κάτι περισσότερο. Η ουσία του να ζείτε στο παρόν είναι η απόλυτη αποδοχή αυτού ακριβώς που υπάρχει εδώ.

Παραμένοντας στο τώρα και σε κατάσταση ευγνωμοσύνης για όλα όσα υπάρχουν και για όλα όσα είστε, δαμάζετε το εγώ και εισέρχεστε σε μια κατάσταση όπου δεν μπορείτε καν να διανοηθείτε την ύπαρξη δικαιολογιών. Μην αναλώνετε το τώρα με σκέψεις τύψεων ή ανησυχίας. Η ανταμοιβή σας θα είναι η βίωση μιας υπέρτερης επίγνωσης.

Όταν συμφιλιωθείτε με την παρούσα στιγμή, θα αποχαιρετήσετε αυτό το εγώ που προξενεί τόσα προβλήματα. Αυτή είναι η μεγάλη αξία του να μάθετε να είστε ολοκληρωτικά παρόντες.

Παράλληλα σύμπαντα επηρεάζουν το δικό μας

Ερευνητική ομάδα της οποίας ηγείται ο καθηγητής Howard Wiseman παρουσιάζει νέα θεωρία η οποία καταπιάνεται με τα παράλληλα σύμπαντα και τον τρόπο αλληλεπίδρασης τους με το δικό μας κόσμο.

Όπως λέει ο καθηγητής «όλες οι πιθανές εξελίξεις, όλα τα πιθανά σενάρια έχουν πραγματοποιηθεί. Σε μερικά σύμπαντα ο κομήτης που εξαφάνισε τους δεινοσαύρους δε προσέκρουσε ποτέ στη γη. Σε άλλα η Αυστραλία αποικήθηκε απ’ τους Πορτογάλους». Η θεωρία που δημοσιεύτηκε διχάζει τον επιστημονικό κόσμο καθώς πολλοί είναι εκείνοι που έχουν μιλήσει εγκωμιαστικά για τη διάσταση που δίνει η θεωρία του Wiseman στο θέμα, όμως άλλοι τόσοι την έχουν απορρίψει.

Τα παράλληλα σύμπαντα για καιρό υπήρξαν μύθευμα της επιστημονικής φαντασίας. Όμως σύμφωνα με μια νέα ριζοσπαστική έρευνα της κβαντικής μηχανικής, τα άλλα σύμπαντα είναι αληθινά και υπάρχουν σε μεγάλους αριθμούς. Οι επιστήμονες πίσω απ’ την έρευνα λένε πως τα άλλα σύμπαντα ασκούν μια αδιόρατη απωθητική δύναμη στο δικό μας σύμπαν. Χάρη σε αυτή τη δύναμη γεννιούνται όλα τα παράξενα της κβαντικής διάστασης, σύμφωνα με τους επιστήμονες.

«Η οποιαδήποτε εξήγηση ενός κβαντικού φαινομένου θα είναι εκ των πραγμάτων περίεργη, καθώς τα πρότυπα της κβαντικής μηχανικής δεν προσφέρουν καμία εξήγηση. Εμείς απλά κάνουμε προβλέψεις για εργαστηριακά πειράματα» δήλωσε ο καθηγητής Howard Wiseman, φυσικός του πανεπιστημίου Griffith της Αυστραλίας και επικεφαλής της έρευνας. «Η εξήγηση που δίνουμε, όσο πιο απλά είναι δυνατόν, είναι ότι υπάρχουν παράλληλοι κόσμοι οι οποίοι αλληλεπιδρούν με το δικό μας».

Η θεωρία του Howard Wiseman και της ομάδας του ρίχνει φως σε νέες πτυχές της έρευνας κβαντικής μηχανικής που ξεκίνησε το 1950, με το όνομα «Η ερμηνεία πολλών κόσμων».

«Στη γνωστή στους κύκλους μας έρευνα «Η ερμηνεία πολλών κόσμων», κάθε σύμπαν διακλαδίζεται σε μια δέσμη νέων συμπάντων κάθε φορά που συντελείται μια κβαντική μέτρηση. Ως εκ τούτου όλες οι πιθανές εξελίξεις, όλα τα πιθανά σενάρια έχουν πραγματοποιηθεί. Σε μερικά σύμπαντα ο κομήτης που εξαφάνισε τους δεινοσαύρους δε προσέκρουσε ποτέ στη γη. Σε άλλα η Αυστραλία αποικήθηκε απ’ τους Πορτογάλους. Οι επικριτές αυτής της θεωρίας λένε αμφισβητούν το κατά πόσο είναι αληθινά αυτά τα σύμπαντα καθώς δεν επηρεάζουν το δικό μας καθόλου. Σκεπτόμενοι αυτές τις απόψεις κάναμε τη δική μας τοποθέτηση η οποία διαφοροποιείται αισθητά από τις εκτιμήσεις του παρελθόντος» δήλωσε ο καθηγητής Wiseman.

Στην ερώτηση αν ο άνθρωπος θα μπορέσει συνειδητά να επηρεάσει άλλα σύμπαντα, ο Wiseman απαντά: «Δεν είναι μέρος της θεωρίας μας… Όμως η ιδέα της αλληλεπίδρασης με άλλα σύμπαντα δεν είναι πλέον αποκύημα επιστημονικής φαντασίας»

Πώς υποδέχτηκε ο επιστημονικός κόσμος τη θεωρία;
Ο Lawrence Krauss, θεωρητικός φυσικός του πανεπιστημίου της Αριζόνα δήλωσε επιφυλακτικός απέναντι στη θεωρία, ενώ διάσημος Τσέχος φυσικός ήταν επικριτικός και έγραψε στο blog του: «Ήταν ακόμα ένα παράδειγμα που επιβεβαιώνει ότι τέτοιες προσπάθειες αποτελούν επιχειρήσεις χωρίς ελπίδα και μια τεράστια σπατάλη χρόνου». Αντίθετα ο Charles Sebens, φυσικός του πανεπιστημίου του Μίσιγκαν καλωσόρισε την έρευνα δηλώνοντας, «ενθουσιασμένος από τη διάσταση που έδωσαν στο θέμα ο Wiseman και οι συνεργάτες του».



Όποιος σκέφτεται διαφορετικά από τη μάζα θεωρείται τρελός!

Δοκίμασε να σκεφτείς ελαφρώς διαφορετικά από τον κόσμο και όλοι θα αρχίσουν να σε υποπτεύονται: κάτι δεν πάει καλά, είσαι τρελός. Εάν ανήκεις στην μάζα, θεωρείσαι λογικός.

Μπορεί η μάζα να είναι στα πρόθυρα της…τρέλας, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Εσύ πρέπει απλά να ανήκεις στην μάζα και να συμπεριφέρεσαι όπως όλοι οι άλλοι. Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Δεν υπάρχουν περιθώρια για την ατομικότητα. Τα άτομα κλείνονται σε ψυχιατρείο.

Τρελό θεώρησαν τον Βούδα, τρελό θεώρησαν τον Σωκράτη. Οι μάζες θεωρούν τρελό οιποιονδήποτε δεν ανήκει στην συλλογική τρέλλα, οποιονδήποτε ξεφεύγει από αυτήν την τρέλλα.Αλλά αυτή η τρέλλα είναι ο μοναδικός τρόπος για να…εξαγνιστείς!

Ο άνθρωπος δεν είναι ένα ον αλλά μια διαδικασία, δεν είναι ένα ον αλλά ένα γίγνεσθαι.Ο σκύλος γεννιέται και πεθαίνει σκύλος. Η κατάσταση δεν είναι η ίδια όσον αφορά τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μπορεί να γεννηθεί άνθρωπος και να πεθάνει σαν Βούδας! Καμμιά άλλη ύπαρξη, εκτός του ανθρώπου, δεν εξελίσεται ανάμεσα στην γέννηση και στον θάνατο. Αλλά για να φτάσεις σε αυτό θα πρέπει να είσαι ο κεραυνός που θα κάψει ό,τι σάπιο υπάρχει μέσα σου. Πρέπει να είσαι αρκετά τρελός για να πας πέρα από όλες τις υποκρισίες, όλες τις ιδιομορφίες, όλες τις μάσκες που ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει για να μείνει εκεί που είναι, για να μην εξελιχθεί.

Η μάζα, ο κόσμος, θα καταδικάσει όλους τους «επαναστάτες», όλα τα επαναστατικά πνεύματα…θα πει πως είναι οι καταστροφείς. Αλλά για να δημιουργήσεις πρέπει πρώτα να καταστρέψεις. Εάν δεν καταστρέψεις ό,τι είναι άσχημο και κατακριτέο, δεν μπορείς να δημιουργήσεις την ομορφιά και το ωραίο. Εάν δεν καταστρέψεις την ψευτιά, δεν μπορείς να ανοίξεις δρόμο στην αλήθεια. Αλλά είναι πολύ δύσκολο να μην μισήσεις αυτόν τον τύπο ανθρώπων, που διαταράσσουν τον ύπνο σας, τα ψέματα σας που σας κάνουν να αισθάνεστε ασφαλείς και σας παρηγορούν. Είναι φυσικό ο κόσμος να μισεί τον άνθρωπο της αλήθειας: είναι ένας ταραξίας…με τα ψέματα σου αισθάνεσαι σίγουρος και ξαφνικά έρχεται εκείνος να υποκινήσει την αμφιβολία μέσα σου και να ταράξει την πίστη σου.

Η αλήθεια βρίσκεται πάντα σε αντίθεση με τα δόγματα των μαζών.Η αλήθεια είναι ατομική και οι μάζες δεν ενδιαφέρονται για την αλήθεια. Στις μάζες ενδιαφέρουν οι παρηγοριές και οι ανέσεις.

Οι μάζες δεν αποτελούνται από εξερευνητές,από ανθρώπους που αγαπούν τις περιπέτειες, από άτομα που προχωρούν στο άγνωστο, χωρίς φόβο, και ριψοκινδυνεύουν την ζωή τους για να ανακαλύψουν ποια είναι η σημασία της ζωής τους και ολόκληρης της ύπαρξης.

Οι μάζες θέλουν απλά να τους διηγηθείς γλυκές ψεύτικες ιστορίες, άνετες και επωφελείς. Άνευ κόπων και βασάνων επαναπαύονται και χαλαρώνουν μέσα στην ψευδαίσθηση τους που τους χρησιμεύει για παρηγοριά.

Η μάζα μισεί όποιον θέλει να είναι Άτομο, όποιον θέλει να ακολουθήσει ένα δικό του ιδιαίτερο μονοπάτι, ένα στυλ ζωής.

Οι μάζες θέλουν να είσαι απλά «ένας σαν και αυτούς».
Ο διαχωρισμός σου τους κάνει να…φοβούνται!
Θέλουν να είσαι πράος, υπάκουος και υπόδουλος.

Εάν,με κάποιο τρόπο καταφέρεις και τους ξεπεράσεις δεν θα σε συγχωρέσουν ποτέ.»

Ο Κωστής Παλαμάς γράφει για την ταπεινωμένη Ελλάδα...

 
Με ποιητική ακρίβεια, μιλά ευθέως για «την πόρνη Ρωμιοσύνη, τον περίγελο των Ευρωπαίων, τους στέρφους μανταρίνους και το ρωμιό που ξανάσκυψε να γίνει σκλάβος». 108 χρόνια μετά ο ποιητής είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Κρίμα που δε διαβάσαμε τους στίχους του όταν έπρεπε. 
 
“Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,
η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.

Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.

Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.
Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.

Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι,
κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.

Και δημοκόποι Κλέωνες και λογοκόποι Ζωίλοι,
Και Μαμμωνάδες βάρβαροι, και χαύνοι λεβαντίνοι·
Λύκοι, κοπάδια, οι πιστικοί και ψωριασμένοι οι σκύλοι
Κι οι χαροκόποι αδιάντροποι, και πόρνη η Ρωμιοσύνη!”

Μέσα σε καθέναν από εμάς υπάρχει ένας απατεώνας

Η πρόοδος του ανθρώπου ξεκινά τη στιγμή που μία πλευρά του εαυτού σας αρχίζει να μην αρέσει στο άλλο μέρος του εαυτού σας. Δημιουργήσατε ένα σχίσμα. Μπορείτε είτε να συμφωνήσετε με το άλλο μέρος ή να διαφωνήσετε.

Για παράδειγμα, ξαφνικά αρχίζετε να μισείτε πράγματα που κάνετε. Νιώθετε μια δυαδικότητα μέσα σας. Μια πλευρά σας κρατά σε ανώτερες αρχές. Η άλλη πλευρά κρατά προς την πλευρά των αρνητικών συναισθημάτων, σκέψεων και πράξεων. Αυτή η στιγμή, ή το χρονικό διάστημα της εσωτερικής αντίθεσης, είναι η πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής σας. Είναι η στιγμή που θα αποφασίσει για το μέλλον σας - τη νίκη σας στη ζωή ή την αποτυχία σας. Είναι σε αυτό το χρονικό διάστημα που θα κάνετε ό, τι είναι δυνατόν για να σταθείτε και να ενεργήσετε υπό το φως του Εσωτερικού Οδηγού σας.

Μέσα σε καθέναν από εμάς υπάρχει ένας απατεώνας, αλλά κάνει τη δουλειά του με τέτοιο τρόπο που δεν αισθανόμαστε καμία διαφορά μέσα μας. Αν δεν υπάρχει κανείς να αγωνίζεται μέσα σας για τα υψηλότερα και τα εσωτερικά συμφέροντά σας, είστε χαμένος. Αυτό συμβόλιζε και ο πόλεμος στην Μπαγκαβάτ Γκιτά. Ολόκληρη η πρόθεση του Κρίσνα ήταν να πείσει τον Άρτζουνα να σταθεί στο Φως και να αγωνιστεί για τις αιώνιες αξίες της ζωής.

Μόλις ανακάλυψα ότι υπήρχε ένας απατεώνας μέσα μου, σοκαρίστηκα. Και μόλις έπιασα την ουρά του, ποτέ δεν τον άφησα ελεύθερο να καταστρέψει τη ζωή μου.

Γιατί "κολλάμε" σε διάφορες καταστάσεις

Το Αμερικανικό «Εθνικό ινστιτούτο για την κλινική εφαρμογή της συμπεριφορικής ιατρικής» (nicabm) πρόσφατα, έθεσε σε διάφορους επιστήμονες του χώρου, το ερώτημα «τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να «κολλάνε» σε διάφορες καταστάσεις και να μην μπορούν εύκολα να βγουν από αυτές, παρά τις διάφορες θεραπευτικές μεθόδους που έχουν δοκιμάσει».

Οι απαντήσεις ποικίλες, ανάλογα με την ειδικότητα του κάθε επιστήμονα, απλές διαπιστώσεις ή εξηγήσεις, ωστόσο καμία δεν έδωσε την λύση στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Το NICABM θα κάνει στη συνέχεια ένα σεμινάριο, με το θέμα αυτό, με ομιλητές πολλούς από τους καταξιωμένους στο χώρο αυτό Αμερικανούς επιστήμονες, όπως ανακοινώνει.

Το θέμα είναι σημαντικό, γιατί εξαρτάται από αυτό η υγεία, αλλά και ζωή ολόκληρη κάθε ατόμου. Προσωπική μου άποψη, μέσα από την δεκαετή μου ενασχόληση με το θέμα της αντιμετώπισης του στρες, που με έχει φέρει σε επαφή με πάρα πολλούς ανθρώπους, ασθενείς και μη, είναι πως μόνον η αύξηση της αυτοπεποίθησης μέσα από την κατανόηση του μεγαλείου της ανθρώπινης, και όχι μόνον, ζωής μπορεί να κινήσει κάποιον έξω από τα «κολλήματα» στα οποία από νωρίς η κοινωνία φροντίζει να μας βάζει.

Το διαπιστώνω αυτό, όσο βλέπω την αλλαγή στη σκέψη και τη συμπεριφορά ατόμων, που έχουν παρακολουθήσει πολλά από τα σεμινάρια και τις διαλέξεις μου, καθώς και όσων ασκούνται συστηματικά μαζί μου σε ομάδες ή ατομικά.

Ωστόσο, πρέπει να παραδεχτώ, πως δεν είναι καθόλου εύκολη αυτή η αλλαγή. Οι δρόμοι, που έχει δημιουργήσει στον εγκέφαλό μας η γαλούχηση από γονείς, συγγενείς και όλη την κοινωνία, είναι πολύ δύσκολο να σβηστούν για να μπορέσουν να ξαναγραφτούν στον εγκέφαλο καινούργιοι.

Το υποσυνείδητο γεμάτο μνήμες και συναισθήματα, κρατάει καλά τη ζωή μας στα χέρια του, όπως σας έχω πολλές φορές εξηγήσει. Περίπου 10.000 ώρες επανάληψης μιας συνήθειας χρειάζονται για να γίνει κάποιος πολύ καλός σε κάτι, λένε οι νευροβιολόγοι. Τα «κολλήματα» που οφείλονται σε τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος, όπως όλοι γνωρίζουμε έχουν απασχολήσει πολύ περισσότερες ώρες τον νου μας, δυστυχώς. Έχουμε, δηλαδή, γίνει πολύ καλοί στο να ασχολούμαστε συνεχώς με αυτά…

Γι αυτό πιστεύω τόσο πολύ στο ότι η εκπαίδευση πρέπει να ξεκινήσει από τα σχολεία. Όσο πιο μικρός ακούσει και μάθει κάποιος να αντιμετωπίζει σωστά τις απειλές (στρες) της ζωής, τόσο λιγότερα «κολλήματα» θα έχει στη ζωή του. Τόσο πιο έτοιμος θα είναι να αντιμετωπίσει κάθε πρόκληση και να διαφυλάξει την υγεία του.

Το ελπίζω…  

Χαμογέλα μου…

Χαμογέλα μου μωρό μου, κάνε τον κόσμο μου χαρούμενο και εμένα ευτυχισμένο, αφού μπορείς… Αφού σου έχω δώσει άπλετο χρόνο και χώρο κάνε το… Κάνε με να σε γουστάρω και να σε αγαπάω, κάνε με να σε ερωτεύομαι κάθε μέρα πιο πολύ. Δεν θέλω να βαρεθώ να αισθάνομαι για σένα, κάνε όμως κι εσύ ότι μπορείς γι’ αυτό. Το χαμόγελο σου κι η αγάπη σου μου αρκούν για να είμαι ευτυχισμένος…

Άλλωστε στο έχω πει, έχεις ένα από τα ομορφότερα χαμόγελα που έχω συναντήσει… Λαμπερό πρόσωπο με καθαρή ψυχή… Αχ και να ήξερες πόσα πολλά είσαι για μένα μωρό μου… Τόσα όσα, ίσως να μην μάθεις ποτέ… Όσα σου έχω πει, όσα σου έχω γράψει και γράφω κατά καιρούς και όλα εκείνα που θέλω να σου πω… Όμως δεν πρόκειται να το κάνω αν δεν μου δοθεί χώρος…

Εσύ με ξέρεις καλά, δεν δίνομαι και δεν εξωτερικεύω εύκολα αυτά που νιώθω, εκτός κι αν νιώθω πως πνίγομαι πια, τότε και μόνο… Μέχρι τότε, όλοι στο σκοτάδι… Με σένα ήταν αλλιώς από την αρχή και μέχρι σήμερα… Δεν θα μάθαινες αν δεν μιλούσα και δεν θα ηρεμούσα αν δεν το έκανα. Το «time limit» που λέμε… Έως εκεί άντεξα και μετά τα πήρα σβάρνα όλα, εμένα, την καρδιά μου, τα αισθήματα μου, εσένα… Τίποτα δεν έμεινε όρθιο…

Και τώρα; Τώρα το κενό, η σιωπή, που καμιά φορά την σπάω εγώ γιατί με φρικάρει… Αλλά σε γενικές γραμμές απόλυτη σιωπή… Αναρωτιέμαι καμιά φορά να ήξερα τι νιώθεις… Τι κρύβεις μέσα στο μυαλό σου, όχι απαραίτητα για μένα αλλά γενικά… Δεν μπορώ ακόμα να το διαβάσω. Ίσως δεν έχω προσπαθήσει, ίσως φοβάμαι… Δεν ξέρω τι στα κομμάτια φταίει… Κρύβεις τα πάντα στη σιωπή… Όμως η σιωπή δεν είναι πάντα ‘χρυσός’… Κάποιες φορές μπορεί να είναι καταστροφική για όλους…

Μια εξήγηση όλοι την οφείλουν και όλοι την αξίζουν, έτσι ώστε να γίνει το επόμενο βήμα, για να προχωρήσει η ζωή, είτε μαζί είτε χωριστά. Άλλωστε για να αλλάξουμε σελίδα στη ζωή μας, λογικό είναι να έχουμε διαβάσει την προηγούμενη ώστε να μην χρειαστεί να γυρίσουμε ξανά πίσω… Τα πίσω γυρίσματα δεν ωφέλησαν ποτέ κανέναν.

Μέχρι τότε και για όσο με κρατούν οι δυνάμεις μου, εγώ θα χαμογελάω και θα σ’ αγαπάω, τόσο όσο δε φαντάζεσαι… Όχι για σένα τόσο, αλλά για μένα μωρό μου, γιατί γουστάρω να σε νιώθω κοντά μου, στην ψυχή και την καρδιά μου…

Άλλωστε, οι μεγάλες οι αγάπες δεν λένε ποτέ αντίο, παρά μόνο τα ξαναλέμε..

Τα ΒΑΘΗ του Πραγματικού

Ζεν είναι το Πραγματικό, να Βιώνεις το Πραγματικό. Επειδή, εκ των πραγμάτων, είναι διαπιστωμένο ότι η Ύπαρξη Εκδηλώνεται σε πολλά Πεδία και σε διάφορα Επίπεδα, σε κάθε Πεδίο, το Πραγματικό έχει «διαβαθμίσεις», Βάθη που επεκτείνονται μέχρι το Χωρίς Όρια.

Ας το εξηγήσουμε λίγο, αν και θα πρέπει κάποιος να το βιώσει για να το κατανοήσει σωστά. Μπορούμε, ενόσω είμαστε, σαν Πνευματικές Οντότητες, ενσαρκωμένοι στο σώμα να λειτουργούμε σε διάφορα Επίπεδα, μέσα από τις αισθήσεις στον εξωτερικό κόσμο, στο επίπεδο της ψυχικής ενέργειας-διάθεσης, στο επίπεδο της σκέψης, στο επίπεδο της βαθύτερης άμεσης αντίληψης, και πέρα από αυτό. Άρα, το Πραγματικό, η Βίωση του Πραγματικού, λαβαίνει εκάστοτε διαφορετικό περιεχόμενο, ανάλογα με το αν λειτουργούμε στο εξωτερικό επίπεδο ή στα εσωτερικά επίπεδα.

Τώρα, το σε ποιο Πεδίο βρίσκεται κάποιος, σε ποιο επίπεδο λειτουργεί ένα ενσαρκωμένο ον, φαίνεται από το σε ποια λειτουργία εκδηλώνεται η συνειδητότητα και φυσικά από την χρήση αυτής της λειτουργίας. Η απλή αίσθηση του κόσμου δεν αποκαλύπτει την ουσία των φαινομένων (παρά μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους). Η ψυχική επιλογή του καλού και του κακού δεν φανερώνει επίσης όλα αυτά που συμβαίνουν. Η σκέψη είναι μια αυθαίρετη ερμηνεία που επίσης μας αφήνει στο σκοτάδι. Πρέπει να Δούμε άμεσα το Πραγματικό με Πλατύτερη Κατανόηση. Κι αυτό όπως είπαμε δεν είναι παρά η Αρχή της Οδού, του Εσωτερικού Μονοπατιού.

Όταν λειτουργούμε μέσω των αισθήσεων στον εξωτερικό κόσμο Πραγματικό είναι να δούμε την πραγματική ουσία των φαινομένων, την ροή των φαινομένων (να «νοιώσουμε» την βαθύτερη ενέργεια που τα δημιουργεί), κι όχι με την σκέψη να πλάθουμε πλασματικές σταθερές ουσίες. Όλα αυτά που φαίνονται έξω δεν είναι ανύπαρκτα, συμβαίνουν. Είναι διαφορετικό όμως να βλέπουμε ότι αναδύονται και διαλύονται, σε μια Πλατύτερη Βάση, σαν φαινόμενα, από το να θεωρούμε, με την σκέψη, ότι υπάρχει μια σταθερή πραγματικότητα που αλλάζει εσωτερικά στους συσχετισμούς της, ότι όλα αυτά είναι πραγματικές ουσίες που εξελίσσονται.

Προχωρώντας στα Βαθύτερα Επίπεδα το Πραγματικό αποκαλύπτεται σαν Ψυχική Δύναμη που αγκαλιάζει τον κόσμο (κι από δω πηγάζει η «επιθυμία» του κόσμου). Κι ακόμα Βαθύτερα το Πραγματικό αποκαλύπτεται σαν Νόηση, Νους, που κατασκευάζει σύμφωνα με αιώνια πρότυπα (τις ιδέες του Πλάτωνα) τους κατώτερους κόσμους (κι εδώ βρίσκονται οι υπαρξιακοί πυρήνες όλων των κατώτερων κόσμων). Ακόμα βαθύτερα Βιώνουμε ότι Όλα Είναι Αντίληψη. Αυτή είναι η Πραγματική Ουσία της Ύπαρξης, κι η Δύναμη που Στηρίζει τον Νου, Ζωοποιεί την Ψυχή κι Αντανακλάται στα εξωτερικά φαινόμενα. Η Αντίληψη είναι σαν την Κίνηση του Ωκεανού, τους μετασχηματισμούς και τα κύματα.

Υπάρχει Εδώ Ένα Μυστικό που αποκαλύπτεται σε Όσους Φτάνουν σε Αυτό το Επίπεδο. Ένα Μυστικό που όταν Κατανοείται μας Οδηγεί Πέραν Όλων των Ορίων. Είναι το Μεγάλο Μυστικό Όλων των Μυστών, των Φωτισμένων Ψυχών που Έφτασαν ως Εδώ, μέσα από διάφορα εσωτερικά μονοπάτια. Το Μυστικό Αφορά το τι «Είναι» η Αντίληψη. Όταν Αποκαλύπτεται όλα γίνονται κατανοητά.

Όταν η Ψυχή (η Ανώτερη Πνευματική Οντότητα), το Πνεύμα, η Αληθινή Οντότητα, αποσύρεται από το σώμα το Πραγματικό Αποκαλύπτεται σαν ένας Άλλος Ανώτερος Φωτεινός Κόσμος. Διασχίζοντας τους Εσωτερικούς Κόσμους Φτάνουμε στο Ανώτατο Βασίλειο της Πλήρους Φώτισης, σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις, η στο Αρχικό Χάος, στο Ακατάληπτο που Γεννά τα Πάντα, σύμφωνα με την ελληνική Παράδοση.

Αυτό που θέλουμε να πούμε τελικά, καταγράφοντας πραγματικές βιωματικές εμπειρίες, κι όχι διατυπώνοντας αυθαίρετες διανοητικές θεωρήσεις, είναι ότι η Εμπειρία του Πραγματικού έχει Βάθη, Άπειρο βάθος, Χωρίς Όρια. Η Βίωση του Πραγματικού στην επαφή μας με τον εξωτερικό κόσμο δεν είναι η Τελική Φώτιση. Αντίθετα είναι η Αρχή της Διαφώτισης. Όσο Βαθαίνει η Κατανόηση το Φως Απλώνεται σε Πλατύτερους Κύκλους μέχρι που δεν υπάρχει Κύκλος Φωτός, δηλαδή περιορισμένη περιοχή αντίληψης (ύπαρξης) αλλά Μια Απεραντοσύνη Φωτός.

Στην Παράδοση του Ζεν υπάρχουν δύο όροι για να φανερώσουν το Βίωμα του Πραγματικού, το «Κένσο» και το «Σατόρι». Οι αμαθείς δεν καταλαβαίνουν την διαφορά και συχνά τα χρησιμοποιούν σαν συνώνυμα. Στην πραγματικότητα το «Κένσο» (σαν Άμεση Επαφή με το Πραγματικό) έχει την φύση του «Σατόρι» αλλά δεν είναι «Σατόρι». Αν προσπαθούσαμε να διευκρινίσουμε την ουσία του «Σατόρι» θα λέγαμε είναι ότι η Διαρκής Επεκτεινόμενη Διαφώτιση μέχρι το Χωρίς Όρια, ή το «Επεκτεινόμενο Κένσο».

Ο προσεκτικός αναγνώστης θα πρέπει να διέκρινε ήδη (αλλιώς ας ξαναδιαβάσει όσα είπαμε) ότι μιλάμε:

1) Για μια Εξωτερική Ανύψωση ως την Αληθινή Όραση του Πραγματικού στον εξωτερικό κόσμο.

2) Για μια όλο Βαθύτερη Πλατύτερη Κατανόηση των Ψυχικών Λειτουργιών.

3) Για μια Πραγματική Απόσπαση της Ψυχής από το σώμα που Οδηγεί στους Εσωτερικούς Κόσμους.

4) για το «Πραγματικό» Πραγματικό που είναι πέρα από όλα τα όρια κι όχι για μια «αντίληψη» του Πραγματικού.

Όλη αυτή η Κίνηση, η «Εξέλιξη» είναι Μονάχα Βάθεμα της Κατανόησης Αυτού που Είμαστε κι όχι πραγματική εξέλιξη ή αλλαγή της Πραγματικής Ουσίας μας. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό.

Ο Ορθός Λόγος

Ο Ορθός Λόγος είναι ένα απόλυτα "προσωπικό" άθλημα. Δεν μαζοποιείται και δεν πρόκειται ποτέ να μαζοποιηθεί. Δεν είναι κτήμα καμιάς ιδεολογίας και κανενός πολιτικού συστήματος που βασίζεται στην συλλογικότητα και στην μαζοποίηση.

Δεν ανήκει σε καμία θρησκεία και σε κανένα θρησκευτικό σύστημα. Ο ορθός λόγος, εξισώνεται με την ίδια την έννοια της Ελευθερίας , αλλά φυσικά, ως αυτονόητος παρανομαστής, με την ίδια την πολυσυζητημένη έννοια της Λογικής.

Ο Ορθός Λόγος δεν είναι "εφεύρεση" και ανακάλυψη του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ούτε ανήκει σε κάποια δαρβινικής βάσεως υλιστική θεώρηση της ζωής. Ο Ορθός Λόγος ανήκει στον αιώνιο Ελληνισμό και στους πολλούς η λίγους εκείνους μεγάλους στοχαστές , που πριν πολλές χιλιετίες, έθεσαν τα θεμέλια της Ορθής Σκέψης και της ελευθερίας .

Ο Ορθός Λόγος είναι εκείνος που σχεδόν αυτόματα σε οδηγεί σε ασφαλή συμπεράσματα για το σύμπαν, το περιβάλλον το οποίο ζούμε καθώς και την κοινωνική πραγματικότητα. Ο ορθός λόγος αυτόματα, σου "δείχνει" δίχως δεύτερες και τρίτες σκέψεις , πως το αχανές οικοδόμημα του σύμπαντος, δεν μπορεί να δημιουργήθηκε απο μόνο του, δίχως κάποια θεία πρόνοια και κάποια θεία βούληση να ορίσει κανόνες και σταθερές. Ο Ορθός Λόγος, δείχνει ξεκάθαρα τα μεγέθη και τις ισορροπίες.

Με μια απλή αναγωγή, σου μεταφράζει την ίδια την "ουσία" του ανθρώπου, ως ον μικρογραφία του σύμπαντος. Εκείνος σε κάνει να ατενίζεις το Άπειρο και είτε να μένεις έκθαμβος ενώπιων των χιλιάδων αποριών και της αδυναμίας σου προς εξήγηση, αλλά και να ερμηνεύσεις, να αναλύσεις και να κατηγοριοποιήσεις αντίστοιχα, τι ισχύει και τι οχι.

Κι όμως, αυτό το πολύτιμο δώρο στον άνθρωπο, δίχως το οποίο δεν θα ξεχωρίζαμε σε τίποτα απο τα άγρια θηρία της φύσης, ελάχιστοι άνθρωποι το κατέχουν κι ακόμα λιγότεροι το διατηρούν ως ατόφια φλόγα προσωπικής πυξίδας.

Ο Ορθός Λόγος αναιρείται εαν χρησιμοποιηθεί ως μέσον η ως όχημα μαζικών ιδεών. Ο Ορθός Λόγος αναιρείται ακόμα και σε ενα τραπέζι με πολλούς συνδαιτημόνες, απο ενα σημείο και μετά, ως φυσική εξέλιξη κυριαρχίας της ζωώδους φύσης του ανθρώπου. Είναι το κατεξοχήν και απόλυτο δώρο της Μονάδας (φύση), προς κάθε μονάδα ξεχωριστά (Άνθρωπος).

Είναι το δώρο εκείνο που κατέστησε ικανό τον άνθρωπο να εξερευνήσει την βιολογία και την φύση. Είναι το δώρο που μπόρεσε και έκανε τον άνθρωπο ικανό να φιλοσοφεί, να κρίνει αλλά και να εξελίξει το μόνο "όχημα" που έχει για να κάνει την ζωή του καλύτερη. Την Επιστήμη.

Ο Ορθός Λόγος είναι αυτός που μας απαλλάσει έστω και προσωρινά, απο την αιώνια μάστιγα της ηλιθιότητας και της αγριότητας, που μας δέρνει ως είδος.

Είναι εκείνος που σε απαλλάσσει απο την υστερία και τον πανικό και που σου δίνει την ικανότητα να πάρεις ώριμες αλλά και ουσιαστικές αποφάσεις για κάθε μικρό η μεγάλο ζήτημα της ζωής. Η ίδια η στρατηγική, είναι κόρη του Ορθού Λόγου.

Είναι αυτός που σε ωθεί σε αυτοπειθαρχία και αυτοσυγκράτηση οταν απαιτείται. Αλλά κι εκείνος που σε ενεργοποιεί να ερευνάς σε βάθος και με ψυχραιμία κάθε πρόβλημα που προκύπτει. Όλα γίνονται απλά, άπαξ και έχεις τον Ορθό Λόγο οδηγό.

Ο Ορθός Λόγος αναιρείται σε εμμονές, σε συνθήκες έντονων παθών και αδυναμίας συγκροτήσεως του Λογικού τμήματος. Ο Ορθός Λόγος, ως ο μόνος γνήσιος επαναστάτης, είναι εκείνος που μας έκανε να συλλάβουμε την υπερπολύτιμη έννοια της Ειρήνης και της αρμονικής συνύπαρξης, σε εναν κόσμο σύγκρουσης και αιωνίου πολέμου. Είναι εκείνος που μας κάνει να υποπτευόμαστε πως δεν είμαστε μόνοι μας στο σύμπαν. Που μας κάνει ικανούς να αξιολογούμε και να οριοθετούμε.

Ο Ορθός Λόγος καταργείται σε εναν ερωτευμένο άνθρωπο. Καταργείται σε έναν οργισμένο και φανατικό άνθρωπο. Εκμηδενίζεται, σε καταστάσεις που υπερβαίνουν και σκοτίζουν το διανοητικό κέντρο της ψυχής.

Κι όμως, είναι εκείνος που μας διαχωρίζει απόλυτα απο τα ζώα της φύσεως και απο ολόκληρο το οικοσύστημα.

Δίχως τον Ορθό Λόγο δεν θα υπήρχε η παραμικρή ελπίδα εξελίξεως στο ανθρώπινο γένος. Ένα ζώο, μπορεί να είναι πονηρό, μπορεί να συλλάβει η και να σκεφτεί , αλλά δεν μπορεί να καταλάβει. Δεν μπορεί με λίγα λόγια, να αποκτήσει την πολυτιμότερη κόρη του Ορθού Λόγου, που δεν είναι άλλη απο την Γνώση.

Ο Ορθός Λόγος απο μόνος του, είναι ικανός να αναιρεί φόβους, να σπάει το φράγμα του χώρου και του χρόνου και να βλέπει εκεί που δεν μπορεί κανείς να δει.

Ο Ορθός Λόγος αναιρείται σε συνθήκες απολυτότητας, οπως συμβαίνει σε Νόμους και διατάγματα κρατών, γιατί ο Ορθός Λόγος, είναι εκείνος που κατανοεί, πως κάθε περίπτωση και κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός και χρήζει ξεχωριστής αντιμετώπισης.

Ο Ορθός Λόγος αναιρείται σε συνθήκες δόγματος και φαινομενικής "συνέπειας". Η συνέπεια, δίνει την ψευδαίσθηση της σταθερότητας και της σιγουριάς, αλλά είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση και πλάνη που μπορεί να υποκύψει κανείς. Κι αυτό γιατί ο κόσμος στον οποίο ζούμε, κρύβει και αναιρεί διαρκώς τον εαυτό του και μόνο κατά τα φαινόμενα είναι συνεπής. Δηλαδή, ενώ η φύση , είναι σε μια κατάσταση διαρκούς μεταβολής και ρευστότητας, φαινομενικά μοιάζει "ίδια και απαράλλακτη". Αυτό μπορούμε να το δούμε σε κάθε επίπεδο και σε κάθε πλαίσιο. Ως άνθρωποι, είμαστε μόνο κατά το όνομα και το επώνυμο που μας δίνουν "ίδιοι". Σε οτιδήποτε άλλο, κάθε χρόνο βιώνουμε μεταβολές και εξελισσόμαστε. Κι όμως, οι άνθρωποι κρίνουμε και βλέπουμε τα πράγματα και τις καταστάσεις αλλά και τους ανθρώπους με γραμμικότητα, δίχως να αντιλαμβανόμαστε την ουσία των πραγμάτων. Συνέπεια, υπάρχει μόνο στους Νόμους που διέπουν τον κόσμο μας, αλλά κι αυτοί ακόμα οι Νόμοι, δείχνουν να προσαρμόζονται η να λειτουργούν διαφορετικά, κι ας είναι οι μόνες απόλυτες σταθερές. Κάποιος πεθαίνει νέος, άλλος στα βαθιά γεράμματα, άλλος στην μέση ηλικία της ζωής του. Ο ίδιος απόλυτος νόμος του θανάτου, "εφαρμόζεται" ξεχωριστά στον καθένα, αλλά για όλους παραμένει καθολικός. Το ίδιο ισχύει σε κάθε πλαίσιο της ζωής. Αλλά δίχως τον Ορθό Λόγο δεν θα είμασταν ποτέ ικανοί να το δούμε και να το αντιληφθούμε.

Σε συνθήκες μάζας, αλλά ακόμα και αγέλης, ο Ορθός Λόγος μεταβιβάζεται στην μονάδα εκείνη που οδηγεί και καθοδηγεί . Είναι σπάνιο, στην κοινωνία των ανθρώπων, όμοιοι άνθρωποι με όμοια αντίληψη να συννενοηθούν και να συμπορευτούν σε συνθήκες συνεργασίας και ισότητας.

Αντίστοιχα, πάντοτε η μάζα και η αγέλη, εξαναγκάζουν τον μέτοχο του Ορθού Λόγου να μειώσει την ικανότητα του αυτή, για το καλό της συνεννόησης, αλλά και επειδή δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός απο το "κοινό" στο οποίο απευθύνεται.

Το να μιλάς, να εκφράζεσαι σωστά, η και να γράφεις , δεν συνεπάγεται πως κατέχεις η πως εχεις εξασκήσει τον Ορθό Λόγο μέσα σου. Ο Ορθός Λόγος για παράδειγμα δεν μπορεί ποτέ να ευδοκιμήσει σε ναρκισσιστικές ψυχές, η σε συνθήκες έντονων παθών. Όταν είσαι ψυχικά τραυματισμένος η και βιολογικά ακόμα, δύσκολα σκέφτεσαι λογικά. Όταν είσαι οργισμένος, δύσκολα σκέφτεσαι λογικά. Όταν παίρνεις αποφάσεις εν βρασμώ, δύσκολα σκέφτεσαι λογικά. Κι όμως, η πλειοψηφία των ανθρώπων, τους ανθρώπους που πράγματι συλλογίζονται με τον ατόφιο ορισμό της λογικής, τους θεωρεί τρελούς, δαιμονισμένους, διαβολικούς η απείθαρχους και ασυνεπείς με τον εαυτό τους.

Όλα οσα είναι οι ίδιοι δηλαδή, τα βλέπουν σε όσους δεν λειτουργούν όπως εκείνοι.

Ο Ορθός Λόγος είναι εκείνος που σχεδόν με παθιασμένη τάση διαταγής, μας ωθεί στο να αγαπήσουμε τους συνανθρώπους μας, η στο να εμπιστευτούμε. Δίχως τον Ορθό Λόγο με λίγα λόγια, ουδέποτε θα καταφέρναμε να κατακτήσουμε και να κατανοήσουμε την έννοια και την αίσθηση της Αγάπης, την αξία της συγχώρεσης και το μεγαλείο της μετάνοιας και της αναθεώρησης .

Εαν κάποιος με γνήσια σπίθα ορθού λόγου κυβερνούσε αυτόν τον τόπο για παράδειγμα, δεν θα σκεφτόταν ποτέ να θαλασσοπνίξει τους πρόσφυγες . Ο Ορθός Λόγος είναι εκείνος που μας ωθεί στο να "μπούμε στην θέση του άλλου" και να σκεφτούμε το ενδεχόμενο, πως κάποια μέρα, μπορεί κι εμείς να βρεθούμε στην θέση του αδυνάτου. Ο Ορθός Λόγος ομως παράλληλα, θα φρόντιζε να μην εξισώνει τον έχοντα ανάγκη και πραγματική βοήθεια, δηλαδή τον πρόσφυγα, απο τον οικονομικό μετανάστη, που είτε εκμεταλλεύεται, είτε τον εκμεταλλεύονται διάφορα συμφέροντα. Ο Ορθός Λόγος θα φρόντιζε , να μην επιτρέψει σε κανέναν να υποβαθμίσει και να απειλήσει την αξία της Ελευθερίας και του Πολιτισμού. Με απλά λόγια, ενας γνήσια ορθολογιστής άνθρωπος, ναι μεν θα έκανε τα πάντα για να βοηθήσει τους πρόσφυγες, αλλά δεν θα έδινε κανέναν "χώρο" στα πιστεύω ορισμένων απο αυτούς τους ανθρώπους να απειλήσουν τα θεωρητικά κεκτημένα της κοινωνίας του. Ο πρόσφυγας θα πρέπει να γνωρίζει, πως ο μισογυνισμός και η ανόητη κυριολεκτική πίστη του στο Κοράνι, δεν μπορεί για κανένα λόγο να γίνει αποδεκτή στον τόπο που απευθύνεται για βοήθεια, περίθαλψη η και αφομοίωση ακόμα.

Ο ίδιος ο Ορθός Λόγος απο μόνος του, εκτοπίζει, εκμηδενίζει και θεωρεί τις θρησκείες και τα οργανωμένα θρησκευτικά συμφέροντα, ως εκφράσεις ανορθολογικές και εστίες απειλής για το Ιδανικό της Ελευθερίας και της Αγάπης. Δεν εκμηδενίζει την ύπαρξη του Πνεύματος. Αυτό το κάνει η ιδεοληψία και μια θρησκευτικής έκφρασης και εκ του πονηρού τάση οριοθέτησης του Ορθού Λόγου, που σε τίποτα δεν διαφέρει απο τις χιλιάδες θρησκευτικές σέχτες. Ο Ορθός Λόγος απλά αναγνωρίζει το δικαίωμα στον κάθε άνθρωπο να πιστεύει, αλλά αναγνωρίζει αντίστοιχα, πως η φύση δεν παρεμβαίνει και δεν ασχολείται φανερά τουλάχιστον με τα των ανθρώπων προβλήματα και έγνοιες, οπότε, έχοντας την λογική σαν οδηγό μας, φροντίζουμε να κάνουμε τις κοινωνίες μας καλύτερες σε κάθε επίπεδο προκειμένου να προσπαθήσουμε έστω να εκμηδενίσουμε τα προβλήματα και τις απειλές που προκύπτουν εξαιτίας των ανθρωπίνων πράξεων και της ανθρώπινης μοχθηρίας , σε μια εγκόσμια αιώνια έκφραση πάλης και διαμάχης μεταξύ καλού και κακού.

Ο Ορθός Λόγος ουδέποτε θα επέτρεπε το χρήμα να κυβερνάει τις ζωές των ανθρώπων, ούτε θα επέτρεπε τις κοινωνίες των ανθρώπων να καταντήσουν τόσο ρηχές, άνευ νοήματος και υλιστικές.

Ο ίδιος ο Ορθός Λόγος, απλοποιεί, ταξινομεί και δίνει λύσεις, σε σύνθετα και δυσεπίλυτα πολλές φορές προβλήματα. Κι όμως, ο Ορθός Λόγος είναι που λείπει παντού.

Εκείνος είναι που "γελάει" στην θέα της ιδεοληψίας και της αφαίρεσης της ελεύθερης βούλησης απο οργανωμένα συμφέροντα πάσης φύσεως κι είναι εκείνος που μας δίνει την δυνατότητα της εξήγησης για οτιδήποτε συμβαίνει στις ζωές μας.

Σε οτιδήποτε κι αν δώσω την πίστη μου κι αν αφαιθώ σε αυτό, αυτόματα η πίστη μου , συνυπολογίζοντας τα πιστεύω και των υπολοίπων ανθρώπων που τροφοδοτούν αυτή μου την πίστη, δομούν ενα οργανωμένο ανατροφοδοτούμενο σύστημα πεποιθήσεων, κι αυτό το ενεργειακό πλέγμα της κοινής πεποίθησης, εκτός του οτι αναιρεί το Λογικό μου και με εκμηδενίζει ως αυτόνομη μονάδα στον χώρο και στον χρόνο με ξεχωριστή αξία και υπόσταση, μου δίνει έτοιμες λύσεις και απαντήσεις για κάθε ζήτημα, ορατό και αόρατο, επι του βίου μου αλλά και επι του σύμπαντος. Για παράδειγμα η αστρολογία .

Έστω πως 1000 άνθρωποι πιστεύουν στην αστρολογία και στις αυθαιρεσίες της, αυτή η πίστη ελέγχεται και καθοδηγείται απόλυτα απο τους ερμηνευτές της και τους "εμπνευστές" της. Σε συνδυασμό με την μαζικότητα της πίστης στο αντικείμενο αυτό, αυτή η πίστη αποκτάει την υπόσταση θρησκείας και οργανωμένης σέχτας, με αποτέλεσμα, το αληθές των λόγων της αστρολογίας, να επιβεβαιώνεται η να αναιρείται μόνο αν πιστέψεις σε αυτήν, η μόνο αν βρίσκεσαι σε περίοδο αδυναμίας ψυχικά κι έχεις ανάγκη "απο κάπου να πιαστείς" για να ερμηνεύσεις και να δώσεις εξηγήσεις στο παρελθόν σου, στο παρόν σου η στο μέλλον σου. Κάθε οργανωμένο σύστημα πίστεως, είτε είναι ιδεολογικής κοσμικής φύσεως, είτε πνευματικής και θρησκευτικής φύσεως, εξυπηρετεί τα συμφέροντα των "ηγετών" του και δίνει ερμηνείες - λύσεις και εξηγήσεις που ουδεμία σχέση έχουν με τον Ορθό Λόγο και την πραγματικότητα, αλλά είναι εξηγήσεις σε πλαίσια μαζικής πίστεως και πεποιθήσεων, που τείνουν να επιβεβαιώνουν τον εαυτό τους λόγο μαζικής υποβολής (ανατροφοδοτούμενες προφητείες -προβλέψεις κ.α) .

Ο Ορθός Λόγος είναι ένα απόλυτα "προσωπικό" άθλημα. Κι είναι προσωπικό, γιατί μόνο σαν μονάδες μπορούμε να διακρίνουμε την Θέα της Αλήθειας απο την κυρίαρχη Θέα του Ψεύδους, κι αυτό γιατί η φυσική κατάσταση του ειδους μας, είναι η ζωϊκή.

Ας μην περιμένουμε καμία θεϊκή παρέμβαση η επέμβαση στο σύντομο η στο μακροπρόθεσμο μέλλον. Κι αυτό, γιατί, μας έδωσε αυτό το υπέροχο και τόσο πολύτιμο εργαλείο και με αυτό μπορούμε, εαν το θελήσουμε πραγματικά, τόσο να ελευθερωθούμε απο τα δεσμά της διανοητικής και πνευματικής σκλαβιάς και τύφλωσης στην οποία βρισκόμαστε, οσο και να γιατρέψουμε τις τόσο ταλαίπωρες και άγριες κοινωνίες μας, γιατρεύοντας πρώτα και πάνω απο όλα, εμάς τους ίδιους .

Αυτοεκπληρούμενη προφητεία

Αυτοεκπληρούμενη προφητεία είναι μια πρόβλεψη που άμεσα ή έμμεσα προκαλεί η ίδια την πραγμάτωσή της, λόγω θετικής ανάδρασης μεταξύ πεποίθησης και συμπεριφοράς. Παρότι παραδείγματα τέτοιων προφητειών μπορούμε να βρούμε στην αρχαία ελληνική και την αρχαία ινδική λογοτεχνία, η φράση “αυτοεκπληρούμενη προφητεία” αποδίδεται στον κοινωνιολόγο Ρόμπερτ Μέρτον (Robert K. Merton) που πρώτος την επινόησε ως όρο και μελέτησε συστηματικά τη δομή και τις συνέπειές της. Στο ομώνυμο άρθρο του γραμμένο το 1948, ο Μέρτον την ορίζει ως εξής:
Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία είναι, αρχικά, ένας εσφαλμένος ορισμός μιας κατάστασης που προκαλεί μια νέα συμπεριφορά, η οποία οδηγεί στο να γίνει πραγματικότητα η αρχικά εσφαλμένη σύλληψη της κατάστασης. Αυτή η απατηλή ισχύς της αυτοεκπληρούμενης προφητείας διαιωνίζει την κυριαρχία του λάθους. Γιατί έτσι ο προφήτης παραθέτει την πραγματική πορεία των γεγονότων ως απόδειξη για το ότι είχε εξαρχής δίκιο.

Με άλλα λόγια, μια θετική ή αρνητική προφητεία, ισχυρή πεποίθηση ή αυταπάτη —που θεωρείται αληθινή ενώ είναι ουσιαστικά εσφαλμένη— μπορεί να επηρεάσει τα τεκταινόμενα σε τέτοιο βαθμό ώστε οι αντιδράσεις των ανθρώπων να εκπληρώσουν την μέχρι τούδε λανθασμένη προφητεία.

Η ιδέα της αυτοεκπληρούμενης προφητείας του Μέρτον προϋπάρχει ως ένα βαθμό στο Θεώρημα του Τόμας, που λέει ότι “Αν οι άνθρωποι ορίζουν κάποιες καταστάσεις ως πραγματικές, αυτές είναι πραγματικές ως προς τις συνέπειές τους.” Κατά τον Τόμας, οι άνθρωποι δεν αντιδρούν μόνο στις αντικειμενικές καταστάσεις που βιώνουν, αλλά κυρίως μάλλον στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται αυτές τις καταστάσεις καθώς και στο νόημα που αποδίδουν στις αντιλήψεις τους αυτές. Συνεπώς, η συμπεριφορά τους καθορίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις αντιλήψεις τους και από το νόημα που αποδίδουν στις καταστάσεις παρά από τις ίδιες τις καταστάσεις. Από τη στιγμή που κάποιος πειστεί ότι μια κατάσταση έχει ένα συγκεκριμένο νόημα, ανεξαρτήτως του αν αυτό ισχύει στην πραγματικότητα ή όχι, θα δράσει ανάλογα και θα προκαλέσει ανάλογες συνέπειες.

Ο Μέρτον ανέπτυξε περαιτέρω αυτή την ιδέα και την εφάρμοσε σε πρόσφατα κοινωνικά φαινόμενα. Στο βιβλίο του “Κοινωνική Θεωρία και Κοινωνική Δομή” (“Social Theory and Social Structure”), φαντάζεται έναν τραπεζικό πανικό σε μια φανταστική Τελευταία Εθνική Τράπεζα, στην οποία προεδρεύει ο Καρτράιτ Μίλλινβιλ. Είναι μια τυπική τράπεζα, και ο Μίλλινβιλ την έχει διαχειριστεί με σωστό και τίμιο τρόπο. Ως εκ τούτου, όπως όλες οι τράπεζες, έχει ορισμένα ρευστά διαθέσιμα, αλλά τα περισσότερα περιουσιακά στοιχεία της είναι επενδυμένα αλλού. Μια μέρα όμως έρχεται ένας μεγάλος αριθμός πελατών στην τράπεζα ταυτόχρονα —ο ακριβής λόγος που συμβαίνει αυτό δεν ξεκαθαρίζεται ποτέ. Οι υπόλοιποι πελάτες, βλέποντας τόσους άλλους να έχουν πάει στην τράπεζα, αρχίζουν να ανησυχούν. Διαδίδονται ψεύτικες φήμες ότι κάτι δεν πάει καλά με την τράπεζα, και έτσι περισσότεροι πελάτες τρέχουν στην τράπεζα προσπαθώντας να διασώσουν ένα μέρος των χρημάτων τους όσο ακόμα μπορούν. Ο αριθμός των πελατών στην τράπεζα συνεχώς αυξάνεται, μαζί με τον εκνευρισμό και την ανησυχία τους, που με τη σειρά τους πυροδοτούν ψεύτικες φήμες περί αδυναμίας πληρωμών εκ μέρους της τράπεζας και επερχόμενης πτώχευσής της, οδηγώντας ακόμα περισσότερους πελάτες στην απόσυρση των καταθέσεών τους. Στην αρχή της ημέρας —της τελευταίας για την τράπεζα του Μίλλινγκβιλ— η τράπεζα δεν ήταν αναξιόχρεη. Αλλά η φήμη αδυναμίας πληρωμών προκάλεσε μια ξαφνική αύξηση στις αποσύρσεις καταθέσεων από πάρα πολλούς πελάτες, στην οποία η τράπεζα δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, καθιστώντας την αναξιόχρεη και οδηγώντας την στην κήρυξη πτώχευσης. Ο Μέρτον ολοκληρώνει το παράδειγμά του με την ακόλουθη ανάλυση:
Η παραβολή αυτή μας λέει ότι ο τρόπος που ορίζεται μια κατάσταση δημοσίως (οι προφητείες ή προβλέψεις) γίνεται αναπόσπαστο μέρος της κατάστασης επηρεάζοντας έτσι τις επερχόμενες εξελίξεις. Αυτό είναι κάτι που προσιδιάζει στην ανθρώπινη κατάσταση. Δεν το συναντάμε στον φυσικό κόσμο, που δεν τον ακουμπά το ανθρώπινο χέρι. Οι προβλέψεις της επιστροφής του Κομήτη Χάλεϊ δεν επηρεάζουν την τροχιά του. Αλλά η φημολογούμενη αδυναμία πληρωμών της τράπεζας του Μίλλινγκβιλ επηρέασε το τελικό αποτέλεσμα. Η προφητεία της κατάρρευσης οδήγησε στην αυτοεκπλήρωσή της.
Ο Μέρτον συμπέρανε ότι ο μόνος τρόπος για να σπάσει ο κύκλος της αυτοεκπληρούμενης προφητείας είναι ο επαναπροσδιορισμός των προτάσεων πάνω στις οποίες βασίζονται οι αρχικές εσφαλμένες υποθέσεις.
Ο φιλόσοφος Καρλ Πόππερ (Karl Popper) αποκάλεσε την αυτοεκπληρούμενη προφητεία “Σύνδρομο του Οιδίποδα”:
Μία από τις ιδέες που είχα συζητήσει στην Ένδεια του Ιστορικισμού ήταν η επίδραση μιας πρόβλεψης στο γεγονός που προβλέπει. Την είχα αποκαλέσει “Σύνδρομο του Οιδίποδα”, γιατί το μαντείο έπαιξε έναν πολύ σημαντικό ρόλο στη ροή των γεγονότων που οδήγησαν στην εκπλήρωση του χρησμού. …Για ένα διάστημα θεωρούσα ότι η ύπαρξη του συνδρόμου του Οιδίποδα ήταν αυτό που διέκρινε τις κοινωνικές από τις φυσικές επιστήμες. Αλλά στη βιολογία, επίσης —ακόμα και στη μοριακή βιολογία— οι προσδοκίες συχνά παίζουν ρόλο στην πραγμάτωση αυτού που προσδοκάται.

Αρχαία Ελλάδα
Το πιο γνωστό παράδειγμα από την ελληνική μυθολογία είναι εκείνο του Οιδίποδα. Το μαντείο των Δελφών χρησμοδοτεί στον βασιλιά της Θήβας Λάιο ότι θα τον σκοτώσει ο γιός του. Όταν γεννιέται ο Οιδίποδας, οι γονείς του τον εγκαταλείπουν σε μια βουνοπλαγιά για να πεθάνει, αλλά τον σώζει ένας βοσκός και τον υιοθετεί ο βασιλιάς της Κορίνθου. Έτσι ο Οιδίποδας μεγαλώνει χωρίς να γνωρίζει την πραγματική καταγωγή του. Όταν ενηλικιώνεται, το μαντείο των Δελφών προφητεύει στον Οιδίποδα ότι θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα παντρευτεί τη μητέρα του. Πιστεύοντας ότι οι θετοί γονείς του είναι οι πραγματικοί, εγκαταλείπει το σπίτι του και φτάνει τελικά στην πόλη όπου ζουν οι βιολογικοί γονείς του. Εκεί, σε μια μάχη με έναν άγνωστο που είναι ο πραγματικός του πατέρας, τον σκοτώνει, και παντρεύεται τη χήρα του βασιλιά, που είναι η μητέρα του.
Ο μύθος του Περσέα ξεκινά με την προφητεία ότι ο Περσέας θα σκοτώσει τον παππού του Ακρίσιο, ο οποίος τον εγκαταλείπει για να πεθάνει μαζί με τη μητέρα του Δανάη στη θάλασσα. Υπάρχουν δύο εκδοχές του μύθου, όπου η προφητεία είναι αυτοεκπληρούμενη. Στη μία εκδοχή, ο Ακρίσιος έχει προσκληθεί στον αναγκαστικό γάμο της Δανάης με τον Πολυδέκτη, και ο Περσέας μετατρέπει τους δύο άντρες σε πέτρες με το κεφάλι της Μέδουσα. Καθώς ο Πολυδέκτης ερωτεύεται τη Δανάη όταν ο πατέρας της την εγκαταλείπει στη θάλασσα, και ο Περσέας σκοτώνει τη Γοργόνα επειδή ο Πολυδέκτης του το ζητάει για να τον εξολοθρεύσει ώστε να μπορέσει να παντρευτεί τη μητέρα του, η προφητεία είναι αυτοεκπληρούμενη. Στην άλλη εκδοχή, ο Περσέας όταν παντρεύεται την Ανδρομέδα, θέλει να γυρίσει στο Άργος για να γνωρίσει τον παππού του, αλλά όταν ο τελευταίος το μαθαίνει, φεύγει για τη Λάρισα, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη μοίρα του. Εκεί, γίνονται κάποιοι αγώνες στους οποίους συμμετέχει ο Περσέας ως δισκοβόλος, και σκοτώνει κατά λάθος τον Ακρίσιο με τον δίσκο του που πέφτει προς τη μεριά του κοινού.
Η ελληνική ιστοριογραφία περιλαμβάνει επίσης μια πασίγνωστη παραλλαγή: όταν ο βασιλιάς της Λυδίας Κροίσος ρώτησε το μαντείο των Δελφών αν θα έπρεπε να επιτεθεί στην Περσία, πήρε την απάντηση ότι αν το έκανε θα κατέστρεφε ένα μεγάλο βασίλειο. Υποθέτοντας ότι αυτό σήμαινε ότι θα κατέστρεφε το Περσικό κράτος, ο Κροίσος ξεκινά πόλεμο κατά του Κύρου, αλλά το βασίλειο που τελικά καταστρέφει είναι το δικό του. Στο παράδειγμα αυτό, η προφητεία δίνει έναυσμα για πράξεις από τις οποίες αναμένεται κάποιο θετικό αποτέλεσμα, όμως αυτό που τελικά συμβαίνει είναι καταστροφικό, αλλά εκπληρώνει επίσης την προφητεία.
Μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία δεν είναι πάντα μια ανεπιτυχής προσπάθεια να αποφύγει κανείς τη μοίρα που του προδικάζεται. Για παράδειγμα, ο Δίας γνωρίζοντας για τον χρησμό που προέβλεπε ότι εκείνος θα σκότωνε τον πατέρα του Κρόνο και θα καταλάμβανε τελικά τον θρόνο των Θεών, ξεκινά πόλεμο εναντίον του σε μια ενεργή προσπάθεια να εκπληρώσει την προφητεία. Η προφητεία είναι αυτοεκπληρούμενη γιατί χωρίς αυτήν, ο Δίας δεν θα είχε έναυσμα για να ξεκινήσει πόλεμο κατά του Κρόνου.

Αρχαία Ρώμη
Η ιστορία του Ρωμύλου και του Ρέμου είναι ένα ακόμη παράδειγμα. Σύμφωνα με τον μύθο, ο αδελφός του βασιλιά τον σκοτώνει και διατάζει να πνίξουν τους δυο ανιψιούς του, τον Ρωμύλο και τον Ρέμο, φοβούμενος ότι μια μέρα θα τον σκοτώσουν, όπως αυτός σκότωσε τον πατέρα τους. Τα δύο αγόρια ρίχνονται στον Τίβερη μέσα σε ένα καλάθι και τα βρίσκει μια λύκαινα, η οποία τα αναθρέφει. Αργότερα, ένας βοσκός βρίσκει τα παιδιά και τα ονομάζει Ρώμυλο και Ρέμο. Όταν γίνονται έφηβοι, μαθαίνουν ποιοι είναι και σκοτώνουν τον θείο τους, εκπληρώνοντας την προφητεία.

Τεχνολογία που ενισχύει τη μνήμη, δοκιμάζει σε στρατιώτες του ο αμερικανικός στρατός

 Ένα σύστημα που χρησιμοποιεί ηλεκτρόδια για να διεγείρει τον εγκέφαλο και να βελτιώσει την απόδοση της μνήμης δοκιμάζεται για πρώτη φορά σε ανθρώπους, σύμφωνα με τις δηλώσεις κάποιων ερευνητών τους οποίους έχει χρηματοδοτήσει το αμερικανικό Πεντάγωνο για τη συγκεκριμένη έρευνα-τεχνολογία.

Η τεχνολογία αυτή ξεκίνησε με αρχικό σκοπό να βοηθήσει εκείνους τους στρατιώτες που είχαν μειωμένη ικανότητα σχηματισμού αναμνήσεων λόγω τραυματισμού στο κεφάλι, βοηθώντας γενικότερα τους στρατιώτες να ανταπεξέλθουν στις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Ωστόσο, αν σκεφτούμε λίγο καλύτερα, η τεχνολογία αυτή θα μπορούσε να εφαρμοστεί ευρύτερα και σε άλλους ανθρώπους, όπως για παράδειγμα στους ηλικιωμένους, προκειμένου να τονώσει τη μνήμη τους.

Όπως αναφέρει ο απεσταλμένος του Nature σε συνέδριο της αμερικανικής Εταιρείας Νευροεπιστημών στο Σικάγο, προκαταρκτικά αποτελέσματα των δοκιμών σε εθελοντές παρουσιάστηκαν από δύο ερευνητικές ομάδες που χρηματοδοτούνται από την DARPA, την ερευνητική υπηρεσία του υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ.

Το συγκεκριμένο σύστημα, προς το παρόν, δοκιμάζεται σε ασθενείς στους οποίους είχαν ήδη εμφυτευθεί ηλεκτρόδια στον εγκέφαλο για την αντιμετώπιση της επιληψίας. Τα ηλεκτρόδια συνδέονται σε δύο διαφορετικές περιοχές του ιππόκαμπου. Ο ιππόκαμπος αποτελεί εκείνη την περιοχή του εγκεφάλου που πιστεύεται πως παίζει κεντρικό ρόλο στη λειτουργία της μνήμης.

Αν ο εγκέφαλος ζητήσει πρόσβαση σε αυτή τη βραχυχρόνια ανάμνηση όσο αυτή διαρκεί, η ανάμνηση περνά τελικά στη μακροπρόθεσμη μνήμη όπου αποθηκεύεται επ’ αόριστον. Η τεχνολογία της DARPA ουσιαστικά αποκαθιστά την επικοινωνία ανάμεσα σε δύο επιμέρους τμήματα του ιππόκαμπου, η οποία και θεωρείται απαραίτητη για την αποθήκευση μακροπρόθεσμων αναμνήσεων.

Oι ερευνητές προσπαθούν να μιμηθούν το σήμα που ξεκινά στην πρώτη περιοχή, την C3, και καταλήγει στη δεύτερη περιοχή του ιππόκαμπου με την ονομασία C1. Σε πρώτη φάση, η ερευνητική ομάδα κατέγραψε την επικοινωνία ανάμεσα στο C3 και στο C1 σε 12 ασθενείς με επιληψία, που κλήθηκαν να ανακαλέσουν στη μνήμη τους εικόνες ενάμισι λεπτό αφότου τις είδαν για πρώτη φορά.
Οι καταγραφές επέτρεψαν την ανάπτυξη ενός αλγόριθμου που αναλύει τη δραστηριότητα του C3 και προβλέπει την αντίδραση που θα είχε το C1 αν δεχόταν το σήμα αυτό.

Θεωρητικά, ο αλγόριθμος αυτός μπορεί να αποκαταστήσει την επικοινωνία των δύο περιοχών του ιππόκαμπου ακόμα κι αν τα κύτταρα της περιοχής C3 έχουν καταστραφεί. Αυτό δεν έχει δοκιμαστεί ακόμα σε ανθρώπους, ωστόσο προηγούμενες δοκιμές σε πιθήκους είχαν δώσει ενθαρρυντικά αποτελέσματα.

Ωστόσο, όπως κάθε νέα τεχνολογία, έτσι κι αυτή παραμένει άγνωστο για το πόσο αποτελεσματική και ακριβής θα μπορεί να είναι, καθώς η συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου δέχεται διαφόρων ειδών ερεθίσματα από τις υπόλοιπες περιοχές του εγκεφάλου, ταυτόχρονα.

Τέλος, αξίζει ν’ αναφερθεί πως το συγκεκριμένο project με ονομασία RAM (Restoring Active Memory) Project είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά από τον πρωθυπουργό των ΗΠΑ, Barak Obama, το 2014, όπου κατά τη διάρκεια της ομιλίας του ανέφερε πως πρόκειται για ένα νέο project που μπορεί να βοηθήσει αρκετό κόσμο και να φτάσει την επιστήμη στο επόμενο επίπεδο. Παράλληλα, είχε ανακοινώσει πως μαζί με τη συγκεκριμένη τεχνολογία, η DARPA εργάζεται πάνω σε μια έρευνα για τη δημιουργία τεχνητών/ρομποτικών πνευμόνων, τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούν να ελέγξουν με τον εγκέφαλό τους.

Tο βαθύτερο νόημα της ζωής

Tο βαθύτερο νόημα της ζωής με ...νόημα:

Το να αγαπάς κάποιον από συμπόνια δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς πραγματικά. Δεν υπάρχει τίποτα πιο βαρύ από τη συμπόνια. Ούτε ο ίδιος μας ο πόνος δεν είναι τόσο βαρύς όσο ο πόνος που μοιραζόμαστε μ’ έναν άλλο, για έναν άλλο, στη θέση ενός άλλου, πολλαπλασιασμένος απ’ τη φαντασία σε εκατοντάδες αντίλαλους.
Αλλά όταν οι δυνατοί ήταν πολύ αδύναμοι για να κτυπήσουν τους αδύναμους, οι αδύναμοι έπρεπε να είναι αρκετά δυνατοί για να φύγουν.
Ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη.
Κάθε ερωτική σχέση βασίζεται σε άγραφες συμβάσεις που οι εραστές τις κλείνουν απρόσεκτα τις πρώτες βδομάδες της αγάπης τους. Βρίσκονται ακόμη σε ονειρική κατάσταση αλλά συνάμα, χωρίς να το ξέρουν, συντάσσουν σαν αδιάλλακτοι δικηγόροι τις λεπτομέρειες του συμβολαίου. Ώ εραστές, τα μάτια σας δεκατέσσερα σ’ αυτές τις επικίνδυνες πρώτες μέρες! Αν σερβίρετε στο σύντροφό σας το πρόγευμα του στο κρεβάτι, θα πρέπει να το συνεχίσετε αυτό για πάντα, αν δεν θέλετε να κατηγορηθείτε αργότερα για έλλειψη αγάπης και για προδοσία.
Είναι μια τεράστια ανακούφιση να διαπιστώνει κανείς πως είναι ελεύθερος, πως δεν έχει αποστολή.
Οι έρωτες είναι σαν τις αυτοκρατορίες: μόλις εξαφανίζεται η ιδέα πάνω στην οποία χτίστηκαν, εξαφανίζονται και αυτοί μαζί της.
Όταν η καρδιά μιλάει, το μυαλό το θεωρεί μεγάλη απρέπεια να φέρει αντίρρηση.
Πολλοί άνθρωποι όταν ενώνονται σαρκικά έχουν την εντύπωση πως ενώθηκαν και ψυχικά κι εκφράζουν μετά αυτήν την εσφαλμένη πίστη με το να αισθάνονται αυτόματα την ανάγκη να μιλούν στον ενικό. Έτσι εγώ που δεν ανέχομαι μια τέτοια εσφαλμένη αρμονία σώματος και ψυχής δέχτηκα τον ενικό της Έλενας με αντιπάθεια.
Η πηγή του άγχους βρίσκεται στο μέλλον. Αν μπορείς να κρατήσεις το μέλλον έξω από το μυαλό σου, μπορείς να ξεχάσεις τις στεναχώριες σου.

Η ιστορία του "τυχαίου": Πώς τα μαθηματικά μετέτρεψαν τη μοίρα σε πιθανότητες...

Η ύπαρξη του «τυχαίου» έχει γίνει αντιληπτή εδώ και αρκετές χιλιετίες Η εξήγηση του όμως δεν έχει υπάρξει ακόμα. Στην πρώτη προσπάθεια τους να βάλουν τάξη στην ανεξήγητη ροή των γεγονότων, οι άνθρωποι δημιούργησαν την έννοια της «μοίρας». Αρκετά αργότερα, με λίγο ψυχραιμότερη κρίση, επινόησαν τις πιθανότητες.

Τα μαθηματικά της αβεβαιότητας της τύχης – Ενα εργαλείο που δημιουργήθηκε για χάρη του... τζόγου

Πρόκειται μάλλον για το μοναδικό κλάδο των μαθηματικών που δουλεύει πάνω στην απόλυτη αβεβαιότητα. Για ακριβώς αυτόν τον λόγο, σε αντίθεση με κάθε άλλο επιστημονικό τομέα, τα αποτελέσματα που δίνει είναι απλά... προβλέψεις. Οι πιθανότητες δεν είναι ένα εργαλείο που μπορεί να εξουδετερώσει την έννοια του τυχαίου. Το μόνο που κατάφεραν οι μαθηματικοί με την δημιουργία αυτής της θεωρίας , ήταν να περιορίσουν την ισχύ του. Να φτιάξουν διαβαθμίσεις ανάλογα με τις... πιθανότητες του.

Μάλιστα, είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι πιθανότητες δεν ανακαλύφθηκαν για να καταπολεμήσουν την έννοια της «μοίρας». Ακόμα και οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται πως κάποια πράγματα θα παραμείνουν για πάντα ανεξήγητα και τυχαία. Η θεωρία των πιθανοτήτων δημιουργήθηκε για χάρη των τυχερών παιχνιδιών, ενώ πέρασαν αρκετά χρόνια ώστε οι μαθηματικοί να αντιληφθούν την πραγματική δύναμη αυτού του κλάδου και να τον χρησιμοποιήσουν για πιο... επιστημονικά ζητήματα.

Οι απρόβλεπτες πιθανότητες – Οσα οι μαθηματικοί δεν επιχειρούν να υπολογίσουν

Η έννοια του τυχαίου είναι πολύ βαθειά ριζωμένη στη ζωή μας. Αρκεί κάποιος να σκεφτεί πως ακόμα και η ίδια του η ύπαρξη οφείλεται σε τυχαία γεγονότα. Ενας ανάμεσα σε πολλά εκατομμύρια άλλους υποψήφιους, μπόρεσε να βρει πρώτος το σωστό μέρος για να... εγκατασταθεί κατά τη διάρκεια της σύλληψης. Οι πιθανότητες σε αυτήν την περίπτωση σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Μπορεί κάποιος να πει πως κάθε σπερματοζωάριο έχει τις ίδιες πιθανότητες, αλλά ποιος μπορεί να εγγυηθεί ότι τα δύο που προπορεύονταν στον αγώνα δρόμου δεν τράκαραν μεταξύ τους, αφήνοντας «μοιραία» την θέση τους στο τρίτο της σειράς;

Μπορούμε να βρούμε αμέτρητα αντίστοιχα παραδείγματα που αποδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο του «τυχαίου» στην ζωή. Οι μαθηματικοί όμως προτιμούν να αποφεύγουν αυτές τις περιπτώσεις, γιατί ως γνωστόν, δεν μπορούν να αποδεχτούν πως είναι ανίκανοι να τις αντιμετωπίσουν. Παρόλα αυτά ο κλάδος των πιθανοτήτων, που έχει εμφανιστεί εδώ και μόλις λίγους αιώνες, έχει κάνει τεράστιες προόδους. Πλέον οι έννοια της πιθανότητας είναι ικανή να εξηγήσει πάρα πολλά φαινόμενα που διαχρονικά θεωρούνταν τυχαία.

Πόσο πιθανό είναι να φέρει κάποιος «εξάρι»; - Πως κάθε παράγοντας επηρεάζει και την τελική πρόβλεψη

Το πιο απλό παράδειγμα των πιθανοτήτων είναι η ρίψη ενός ζαριού. Κανένας δεν μπορεί να προβλέψει σε ποια από τις έξι πλευρές θα ακινητοποιηθεί. Οι νόμοι των πιθανοτήτων λένε όμως, πως αν συνεχίσουμε να ρίχνουμε το ζάρι για αρκετές φορές τότε θα εμφανιστούν όλες οι πλευρές και μάλιστα με την ίδια συχνότητα. Καταλήγουμε λοιπόν ότι κάθε πλευρά έχει περίπου 16.66% πιθανότητες να εμφανιστεί, που αντιστοιχεί στο ένα έκτο.

Δεν είναι όμως όλοι οι υπολογισμοί αντίστοιχης ευκολίας. Στην προηγούμενη περίπτωση τα πιθανά σενάρια ήταν... ισοπίθανα. Δεν υπήρχε κάποιος παράγοντας που να επηρεάζει τον υπολογισμό. Κάθε πλευρά είχε ίσες πιθανότητες με τις υπόλοιπες. Τα σενάρια που θέλουν να προβλέψουν οι επιστήμονες όμως, έχουν αρκετούς παράγοντες και πολλές τυχαίες μεταβλητές που πρέπει να ληφθούν υπόψιν. Κάθε ξεχωριστός παράγοντας έχει ένα μοναδικό τρόπο που επηρεάζει τα ποσοστά των πιθανοτήτων και επειδή κάθε αποτέλεσμα είναι ουσιαστικά μια... πρόβλεψη, αν δεν υπολογιστεί έστω και ένας τότε όλη η διαδικασία δεν έχει κανένα νόημα.

Η εξέλιξη των πιθανοτήτων και η τεράστια συμβολή τους στην επιστήμη

Ο αυστηρή θεμελίωση του κλάδου των πιθανοτήτων χάρισε στους επιστήμονες κάθε κλάδου μια νέα μέθοδο να διαχειρίζονται τα προβλήματα τους. Οσο οι πιθανότητες εξελίσσονταν, εισάγονταν όλο και βαθύτερα στην επιστημονική διαδικασία. Ο πρώτος τομέας που επωφελήθηκε από την δημιουργία των πιθανοτήτων ήταν η στατιστική, η οποία βρήκε το καταλληλότερο εργαλείο για να προβλέψει ποσοστά. Αυτό όμως δεν είναι ούτε ένα μικρό δείγμα της συνεισφοράς των πιθανοτήτων στις υπόλοιπες επιστήμες.

Ολη η σύγχρονη φυσική βασίζεται πάνω σε... πιθανότητες. Η κβαντομηχανική αλλά και οι νόμοι γύρω από την κίνηση των υποατομικών σωματιδίων στηρίζονται στα ποσοστά των πιθανοτήτων. Οι τυχαίες κινήσεις των μικρών σωμάτων, δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν ξεχωριστά. Οι μαθηματικοί όμως είναι ικανοί να υπολογίσουν την συνολική κίνηση τους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που βρίσκουν τα ποσοστά που μπορεί κάποιος να φέρει «εξάρες». Οι σύγχρονη φυσική ουσιαστικά βασίζεται στην τύχη, έχοντας περιθώρια μικρών σφαλμάτων, όμως πλέον οι επιστήμονες έχουν βρει τον τρόπο να την «κοντρολάρουν».

Πιθανότατα η εξήγηση των τυχαίων γεγονότων δεν θα μπορέσει να επιτευχθεί ποτέ, αφού όσο εμβαθύνει κάποιος στον χώρο των πιθανοτήτων τόσο πιο πολύ χάνεται. Ο κλάδος των πιθανοτήτων δεν είναι ικανός να λύσει τα μυστήρια που ανέκαθεν απασχολούσαν τους ανθρώπους. Για αυτόν τον λόγο άλλωστε έχει επινοηθεί η έννοια του «τυχαίου» και η λέξη «μοίρα». Με αυτό το μαθηματικό εργαλείο όμως, η χαοτική φύση του «τυχαίου» μπορεί να μπει σε μια... τάξη.

Ακούτε μουσική με ακουστικά; Ίσως πρέπει να το ξανασκεφτείτε

Εάν συνηθίζετε να ακούτε την αγαπημένη σας μουσική με ακουστικά, ίσως θα πρέπει να το ξανασκεφτείτε.
 
Όπως αναφέρει η καθηγήτρια του Τμήματος Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Αρετή Οκαλίδου, μιλώντας με αφορμή την παγκόσμια ημέρα Ακοής, ένας στους οκτώ νέους παγκοσμίως χάνει από μέτριο έως σημαντικό βαθμό την ακοή του επειδή ακούει συνέχεια μουσική με ακουστικά.
 
Όσον αφορά τους ενήλικες που έχουν πρόβλημα ακοής ο ένας στους τρεις σε όλο τον κόσμο το έχει αποκτήσει λόγω έκθεσης σε θόρυβο.
 
Σύμφωνα με τον Οκαλίδου, στις δυτικές χώρες, ενώ έχουν μειωθεί τα προβλήματα ακοής που προκαλούνται από έκθεση σε επαγγελματικούς θορύβους διότι λαμβάνονται μέτρα προστασίας, έχουν αυξηθεί τα προβλήματα ακοής λόγω έκθεσης σε κοινωνικούς θορύβους όπως πχ δυνατή μουσική κατά τη διασκέδαση. 
 
Η Παγκόσμια Ημέρα Ακοής (3 Μαρτίου) θεσπίστηκε φέτος για πρώτη φορά από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, με σκοπό να πραγματοποιούνται κάθε χρόνο δράσεις για την ενημέρωση του κοινού στα  θέματα της ακοής, σε συνεργασία με την Επιτροπή Ακοολογίας του IALP (International  Association of Logopedics and Phoniatrics).

Όσο πιο δύστροπος ο ασθενής τόσο πιθανότερη η λανθασμένη διάγνωση!

Οι δύστροποι ασθενείς συχνά κάνουν δύσκολη τη ζωή του γιατρού, με συνέπεια να αυξάνεται η πιθανότητα λάθους στη διάγνωση, υποστηρίζουν Ολλανδοί ερευνητές. Μάλιστα, ο κίνδυνος λανθασμένης διάγνωσης είναι αυξημένος άσχετα με το πόσο χρόνο ο γιατρός αφιερώνει στον δύστροπο ασθενή ή πόσο περίπλοκη ιατρικά είναι η περίπτωση του τελευταίου. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο BMJ Quality and Safety, ερευνητές του Ινστιτούτου Ερευνών Ιατρικής Εκπαίδευσης του Ιατρικού Κέντρου «Erasmus» του Ρότερνταμ, με επικεφαλής τη Δρ Σίλβια Μαμέντε, έθεσαν υπό παρακολούθηση 63 γιατρούς (στο τελευταίο έτος της ειδικότητάς τους), που κλήθηκαν να εξετάσουν διαφόρους ασθενείς, μεταξύ των οποίων άτομα επιθετικά, ανταγωνιστικά, αδιάφορα κ.ά.

Από την επεξεργασία των δεδομένων προέκυψε ότι, όταν επρόκειτο για περίπλοκα ιατρικά περιστατικά, οι γιατροί ήταν 42% πιθανότερο να κάνουν λάθος διάγνωση σε ένα δύσκολο ασθενή από ό,τι σε έναν ουδέτερο ή φυσιολογικό. Στα ελαφρά και απλά περιστατικά, η διαφορά ήταν μικρότερη μεν, αλλά δεν εξαφανιζόταν καθώς ο γιατρός είχε 6% μεγαλύτερη πιθανότητα να διαγνώσει λάθος την ασθένεια του δύστροπου ασθενή από ό,τι του φυσιολογικού. Οι επιστήμονες αποδίδουν το φαινόμενο στο γεγονός ότι, ο γιατρός πρέπει να καταβάλει διανοητική προσπάθεια για να χειριστεί την προβληματική συμπεριφορά του ασθενή, πράγμα που τον αποσπά από το κυρίως ιατρικό-διαγνωστικό έργο του.

Όταν ένας ασθενής έχει συνεχώς απαιτήσεις, γκρινιάζει, μιλά άσχημα στον γιατρό, τον απειλεί ή αδιαφορεί για τις συμβουλές του και γενικά δεν τον παίρνει στα σοβαρά, τότε ο γιατρός μπορεί να μην είναι ακριβής στη σκέψη και στη διάγνωσή του. Εξάλλου, μια άλλη μελέτη σε 74 εκπαιδευόμενους νοσοκομειακούς γιατρούς επιβεβαίωσε τα παραπάνω αποτελέσματα. Η διαγνωστική ακρίβεια των γιατρών ήταν 20% μικρότερη στις περιπτώσεις των δύσκολων ασθενών, παρόλο που ο χρόνος εξέτασης ήταν ίδιος για εύκολους και δύσκολους ασθενείς.

Πύλος: νέες αποκαλύψεις για τη μυκηναϊκή ζωγραφική

Μαβιές θάλασσες και μάχες σε μενεξεδί φόντο έχουν αποκαλυφθεί στους τοίχους του περίφημου ανακτόρου του Νέστορα στην Πύλο.

Η καταγραφή και η επανεξέταση του υλικού από τις παλιές ανασκαφές και μελέτες που γίνονται τα τελευταία χρόνια με τη χρήση των σύγχρονων τεχνικών έχουν αρχίσει να ανατρέπουν πολλά από τα θεωρούμενα ως τώρα δεδομένα όχι μόνο στη μυκηναϊκή ζωγραφική αλλά και σε αυτήν της Κρήτης και της Σαντορίνης.

Μήπως τελικά όλες αυτές οι τοιχογραφίες που πιστεύουμε ακράδαντα ότι είναι νωπογραφίες δεν είναι τελικά τέτοιες; Και γιατί οι ζωγράφοι της Πύλου έβαφαν τη θάλασσα και τις πολεμικές σκηνές πορφυρές;
Ήθελαν άραγε να συμβολίσουν τον οίνοπα πόντο του δειλινού ή τον πορφύρεο, ένδοξο, θάνατο που αναφέρει και ο Ομηρος;
Απαντήσεις στις σελίδες που ακολουθούν.
ΠΥΛΟΣ_ΧΡΩΜΑΤΑ_ΠΑΛΑΤΙ
Ένας θησαυρός που βρισκόταν κρυμμένος στην αποθήκη του Μουσείου της Χώρας στην Πύλο έχει έρθει στο φως εδώ και μερικά χρόνια. Χιλιάδες κομματάκια από τοιχογραφίες που κάποτε κοσμούσαν το ανάκτορο του Νέστορα έχουν βγει από τα κιβώτια όπου ήταν φυλαγμένα – και ξεχασμένα – επί δεκαετίες και μελετώνται εξονυχιστικά από τους επιστήμονες οι οποίοι σιγά-σιγά συνθέτουν ένα παζλ αρκετά διαφορετικό από την εικόνα που είχαμε ως τώρα για τη ζωγραφική των Μυκηναίων. «Καινούργια» χρώματα και συνδυασμοί που ξεφεύγουν από τα θεωρούμενα καλλιτεχνικά ειωθότα της συγκεκριμένης περιόδου, όπως και η διαπίστωση ότι δεν πρόκειται για νωπογραφίες (fresco) όπως υπαγόρευε η κρατούσα άποψη, είναι μερικές από τις ανακαλύψεις που έχουν έρθει να ανατρέψουν τα δεδομένα. Αυτές μαζί με άλλα νέα ευρήματα που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια από τις Μυκήνες, το Αργος, τη Βοιωτία και άλλες θέσεις του μυκηναϊκού πολιτισμού συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Υπό τον τίτλο «Mycenaean Wall Painting in Context» ο εξαιρετικής αισθητικής τόμος είναι ο πρώτος που μελετά τη μυκηναϊκή ζωγραφική στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής της και αναμένεται να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τους μελετητές και όχι μόνο.
Η ιστορία των ανατροπών της Πύλου ξεκίνησε λίγο πριν από το γύρισμα του 21ου αιώνα, στο πλαίσιο του Pylos Regional Archaeological Project (PRAP), ενός διεπιστημονικού προγράμματος για την αρχαιολογική διερεύνηση του λόφου του Εγκλιανού και του Ανακτόρου του Νέστορα, με διευθυντή τον Τζακ Ντέιβις, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι των Ηνωμένων Πολιτειών. Στην «ομπρέλα» αυτού του μεγάλου προγράμματος το Hora Apotheke Reorganisation Project (HARP), με επικεφαλής τη Σάρον Στόκερ, από το Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι, ανέλαβε να «βάλει τάξη» στην αποθήκη του Μουσείου της Χώρας και στα ευρήματα από τις ανασκαφές του Καρλ Μπλέγκεν που είχαν ξεκινήσει το 1939 και συνεχίστηκαν στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Προς έκπληξή τους οι επιστήμονες ανακάλυψαν χιλιάδες σπαράγματα τοιχογραφιών, τα οποία στη συντριπτική πλειονότητά τους δεν είχαν μελετηθεί από τον διάσημο αμερικανό αρχαιολόγο και τους συνεργάτες του. Ετσι κάλεσαν τη Χαρίκλεια Μπρεκουλάκη, ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών που ειδικεύεται στη μελέτη της αρχαίας ζωγραφικής, προκειμένου να καταγράψουν και να αναλύσουν όλο αυτό το υλικό. Τις αναλύσεις με φασματομετρία ακτίνων Χ (XRF) ανέλαβε ο Ανδρέας Καρύδας από το ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος.

Οι νέες τεχνολογίες έφεραν ανατροπές
Το 1969 η αρχαιολόγος Μέιμπελ Λανγκ, συνεργάτις του Μπλέγκεν, είχε δημοσιεύσει σε συνεργασία με τον καλλιτέχνη Πιτ ντε Γιονγκ ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των τοιχογραφιών του ανακτόρου το οποίο ως σήμερα αποτελεί έργο αναφοράς. Οπως όμως διαπιστώθηκε, αυτό το δείγμα ήταν εξαιρετικά μικρό. «Είδαμε ότι συνολικά έχουν ανασκαφεί περίπου 20.000 σπαράγματα τοιχογραφιών» λέει στο «Βήμα» η Χαρίκλεια Μπρεκουλάκη. «Από αυτά είχαν μελετηθεί μόνο γύρω στα 300». Χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες τεχνικές που δεν είχαν στη διάθεσή τους ο Μπλέγκεν και οι συνεργάτες του (ισχυρά μικροσκόπια και στερεοσκόπια, φωτογραφία υψηλής ανάλυσης XRF, ανάλυση PIXE, ανάλυση μικροσκοπικών δειγμάτων κ.ά.), οι επιστήμονες είδαν τα ευρήματα κυριολεκτικά με άλλα μάτια. Εκτός του ότι έφεραν στο φως άγνωστες ως τώρα τοιχογραφίες, επανεξέτασαν και το υλικό που είχε ήδη μελετηθεί και κατέληξαν σε ορισμένες σημαντικές αναθεωρήσεις. Αυτό γιατί, αν και οι αναλύσεις τους σε γενικές γραμμές επιβεβαίωσαν τις προγενέστερες έρευνες, παράλληλα αποκάλυψαν και κάποια αναπάντεχα μυστικά. «Για τα μέσα που διέθεταν τη δεκαετία του 1960 η Μέιμπελ Λανγκ και ο Πιτ ντε Γιονγκ έκαναν εκπληκτική δουλειά» λέει η κυρία Μπρεκουλάκη. «Το έργο τους είναι ένα εξαιρετικό πόνημα για την εποχή του και εξακολουθεί να είναι σε γενικές γραμμές έγκυρο. Εμείς απλώς διορθώσαμε, εντός εισαγωγικών, ορισμένα σημεία».

Αβγοτέμπερες αντί για φρέσκο
Ποιες ήταν οι «διορθώσεις» που προέκυψαν από τη σύγχρονη έρευνα; Η πιο ανατρεπτική διαπίστωση, η οποία ενδέχεται να αλλάξει την κρατούσα αντίληψη γενικότερα για την αιγαιακή ζωγραφική – όχι μόνο, δηλαδή, του μυκηναϊκού αλλά και του κυκλαδικού και του μινωικού πολιτισμού -, αφορά την τεχνική που εφήρμοζαν οι αρχαίοι καλλιτέχνες.«Αναλύσαμε πολλά δείγματα και διαπιστώσαμε ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχουν οργανικά συνδετικά, όπως αβγό, ζωική κόλλα, φυτικά κόμμεα. Ετσι λοιπόν είδαμε ότι ζωγράφιζαν κυρίως με αβγοτέμπερα και χρησιμοποιούσαν επίσης αυτά τα κόμμεα. Δεν είμαστε ακόμη βέβαιοι για τον ρόλο που είχαν τα τελευταία, ίσως τα χρησιμοποιούσαν για να δώσουν περισσότερη πλαστικότητα ή σαν προστατευτικό στρώμα από πάνω, πάντως σίγουρα δεν πρόκειται για νωπογραφία» εξηγεί η ερευνήτρια. «Παρά το γεγονός ότι όλοι πιστεύαμε πως η τεχνική της αιγαιακής ζωγραφικής είναι το φρέσκο, όπως φάνηκε, δεν μπορούμε να μιλάμε για φρέσκο σε όλες τις περιπτώσεις. Προσωπικά πιστεύω ότι μάλλον σπανίως εφαρμοζόταν η τεχνική της νωπογραφίας και ίσως όχι συνειδητά». Μετά τη διαπίστωση αυτή οι ερευνητές έχουν αρχίσει να αναλύουν δείγματα από τις Μυκήνες και από άλλες θέσεις στα οποία και πάλι εντοπίζουν αβγό (τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης μελέτης δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη). Μια άλλη διεθνής ομάδα επιστημόνων εξετάζει επίσης τις τοιχογραφίες του Ακρωτηρίου στη Σαντορίνη και φαίνεται να έχει ανάλογα αποτελέσματα. Σημαίνει αυτό ότι ίσως και οι  περίφημες μινωικές νωπογραφίες δεν είναι τελικά τέτοιες; «Αυτές θεωρείται ότι είναι φρέσκο» απαντά η κυρία Μπρεκουλάκη «αλλά εγώ βάζω και εκεί ένα ερωτηματικό. Νομίζω ότι θα πρέπει να μελετηθούν για να διαπιστωθεί τι ακριβώς είναι».

Μοβ και ροζ στην παλέτα των αρχαίων
Οι άλλες ανατροπές που προέκυψαν είχαν να κάνουν με τα χρώματα. Οπως μας λέει η ερευνήτρια, επηρεασμένοι από τη μινωική και την κυκλαδική ζωγραφική που χρησιμοποιούσε έντονες αντιθέσεις σε κόκκινο – κίτρινο – μπλε, οι παλαιοί μελετητές είχαν ερμηνεύσει έτσι και τα χρώματα των μυκηναϊκών τοιχογραφιών της Πύλου. «Εβλεπαν ένα ιώδες και δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι είναι πορφύρα, νόμιζαν ότι ήταν αλλοιωμένο μπλε» αναφέρει. «Ή έβλεπαν ένα καφέ και νόμιζαν ότι ήταν αλλοιωμένο κόκκινο». Οι σύγχρονες αναλύσεις όμως έδειξαν ότι η παλέτα των καλλιτεχνών της Πύλου ήταν πολύ πιο εξεζητημένη και ειδικά στις μεταγενέστερες φάσεις του ανακτόρου η αισθητική φαίνεται να αλλάζει. Οι ζωγράφοι της Πύλου χρησιμοποιούσαν κυρίως συμπληρωματικά χρώματα, χωρίς έντονες αντιθέσεις, και είχαν αδυναμία  στις γήινες, καφετιές αλλά και στις ροζ και μοβ αποχρώσεις. Ετσι, για παράδειγμα, μια σκηνή μάχης που ανήκει στις «εμβληματικές» τοιχογραφίες του ανακτόρου του Νέστορα και ήταν ως τώρα γνωστή με το μπλε φόντο που της είχε αποδώσει ο Πιτ ντε Γιονγκ έγινε πλέον… μενεξεδί!

Πορφύρα, η επίσημη
«Κάτι που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σχετικά με τα υλικά και τις τεχνικές των Μυκηναίων είναι ότι διαπιστώσαμε ευρεία χρήση πορφύρας» λέει η κυρία Μπρεκουλάκη. «Η πορφύρα έχει ταυτιστεί σε τοιχογραφίες στο Ακρωτήρι, αλλά εκεί την είχαν χρησιμοποιήσει πολύ φειδωλά, για να δηλώσουν κάποιες λεπτομέρειες. Στην Πύλο όμως βρήκαμε πάρα πολλά κομμάτια που κυμαίνονται από παλ ροζ ως σκούρο πορφυρό και μοβ, όλη την γκάμα δηλαδή των ιωδών. Είδαμε ότι είναι χρώματα οργανικής προέλευσης και ταυτίστηκε και η κοχυλιακή πορφύρα». Οπως προσθέτει, αυτή η εκτεταμένη χρήση πορφύρας, που αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανακτόρου της Πύλου, δεν παρατηρείται σε όλα τα δωμάτια. Φαίνεται – και αυτό υποδηλώνει ότι της έδιναν ιδιαίτερη αξία – να προτιμάται στους «επίσημους» χώρους όπου υποδέχονταν το κοινό, όπως η Αίθουσα του Θρόνου ή η έδρα του λαFαγέτα (ra-wa-ke-ta), του αρχηγού του στρατού. Στα δωμάτια αυτά όμως έχει χρησιμοποιηθεί σε αφθονία, στο βάθος της σύνθεσης, στα ρούχα ή για να δηλώσει λεπτομέρειες.

Μαβιά η θάλασσα την ώρα του απόπλου;
Η πιο ιδιαίτερη χρήση της πορφύρας που ανακαλύφθηκε στην Πύλο είναι στο χρώμα της θάλασσας. «Βρήκαμε την πορφύρα και για να δηλωθεί η θάλασσα» λέει η κυρία Μπρεκουλάκη. «Οπου αλλού έχουμε θάλασσα, στη μινωική ζωγραφική και στη ζωγραφική της Θήρας, είναι πάντοτε με αιγυπτιακό μπλε, ενώ στην Πύλο βάζουν αυτό το ιώδες και κάνουν τα πλοία καστανά, χρησιμοποιούν δηλαδή συμπληρωματικά χρώματα. Αυτό είναι ενδιαφέρον και παράλληλα εγείρει κάποια ερωτηματικά» υπογραμμίζει, κάνοντας έναν συσχετισμό με τις περιγραφές του Ομήρου για τον πορφύρεο και τον οίνοπα πόντο. Πολλοί θεωρούν ότι τα ομηρικά αυτά επίθετα δεν παραπέμπουν στο χρώμα της θάλασσας αλλά, καθώς πορφύρεος σημαίνει και ταραχώδης, στην «αγριάδα» της. Το ανάκτορο του Νέστορα όμως έρχεται να μας βάλει σε σκέψεις σχετικά με αυτή την ερμηνεία.
«Μετά το εύρημα της Πύλου ίσως μπορούμε να ισχυριστούμε ότι χρησιμοποιούσαν αυτό το ιώδες χρώμα για τη θάλασσα γιατί συνήθως η αναχώρηση των πλοίων στην αρχαιότητα γινόταν με τη δύση του ηλίου, καθώς η πλοήγηση γινόταν με τα άστρα, οπότε ίσως ήθελαν να δηλώσουν αυτή την ώρα» λέει η ερευνήτρια. «Μπορούμε όμως επίσης να πούμε ότι ήταν ένα συμβολικό χρώμα που απέδιδε ή τόνιζε τη σπουδαιότητα, ας πούμε, του στόλου της Πύλου. Απάντηση σε αυτό δεν έχουμε προς το παρόν, εκτός και αν βρούμε κάτι ακόμη για να το συνδυάσουμε». Παρά το γεγονός ότι οι επιστήμονες δεν είναι ακόμη σε θέση να γνωρίζουν τι ακριβώς ήθελε να δηλώσει η πορφύρα, θεωρούν βέβαιον ότι είχε κάποιον ιδιαίτερο συμβολισμό. «Στο ίδιο δωμάτιο σε μια πολύ γνωστή σκηνή μάχης έχει χρησιμοποιηθεί το ίδιο πορφυρό σαν βάθος» επισημαίνει η αρχαιολόγος. «Αυτό μας παραπέμπει ίσως στον πορφύρεο θάνατο που αναφέρει ο Ομηρος, δηλαδή τον ηρωικό θάνατο. Στη σκηνή αυτή φαίνεται καθαρά ότι πρόκειται για μια στιγμή όπου στρατιώτες, οι Μυκηναίοι και οι εχθροί τους, θανατώνονται. Ενώ σε άλλες σκηνές όπου δεν είναι ξεκάθαρο αν είναι σκηνές μάχης ή προετοιμασίας για μάχη το βάθος είναι μπλε. Θα πρέπει λοιπόν η πορφύρα συνολικά να έπαιζε κάποιον ρόλο».

Πράσινο της φύσης, ούμπρα και ώχρα
Ενα άλλο χρώμα που ξάφνιασε τους ειδικούς ήταν το πράσινο. «Το πράσινο είναι ένα χρώμα που εθεωρείτο ότι δεν χρησιμοποιούσαν ιδιαίτερα στη μυκηναϊκή ζωγραφική, όπως επίσης εθεωρείτο ότι όταν ήθελαν να αναπαραγάγουν πράσινες αποχρώσεις αναμείγνυαν κίτρινο με μπλε. Στην Πύλο όμως βρήκαμε πράσινες χρωστικές που τις αναλύσαμε και είδαμε ότι ήταν από ορυκτά του χαλκού – μαλαχίτης, χρυσόκολλα, ατακαμίτης» αναφέρει η κυρία Μπρεκουλάκη προσθέτοντας ότι, αν και παρόντα, τα πράσινα χρώματα φαίνεται να χρησιμοποιούνται με φειδώ και πάντοτε για να δηλώσουν φυτικά στοιχεία. Αντιθέτως, οι καστανές αποχρώσεις χρησιμοποιούνταν πολύ, ιδιαίτερα για τα σώματα των ανθρώπινων μορφών. Στην γκάμα των καστανών αποχρώσεων η χρωστική έκπληξη που εντοπίστηκε στην Πύλο είναι η ούμπρα – «γήινη» χρωστική με σκούρα καφε-κόκκινη απόχρωση η οποία διαφοροποιείται από την απλή ώχρα στο ότι εκτός από σίδηρο περιέχει και μαγγάνιο. Οπως επισημαίνει η ερευνήτρια, η ούμπρα δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη, έχει βρεθεί σε ελάχιστες άλλες θέσεις, όπως π.χ. στην Κέα και στην Κρήτη. «Γενικότερα προτιμούσαν την ώχρα, στην περιοχή της Μεσσηνίας όμως υπάρχουν κάποια κοιτάσματα μαγγανίου» λέει. «Στην αρχαιότητα γενικώς οι ζωγράφοι χρησιμοποιούσαν ό,τι έβρισκαν πιο κοντά τους. Βλέπουμε, δηλαδή, ότι ανάλογα με την περιοχή έχουμε και κάποια υλικά που τα έβρισκαν από μεταλλοφορίες των ορυκτών της περιοχής».

Οι σχέσεις με τους Μινωίτες
Οι μινωικές επιρροές είναι όπως αποκαλύπτεται έκδηλες, όχι μόνο στη ζωγραφική αλλά και γενικότερα στις τέχνες των Μυκηναίων. Τι μπορεί να μας πει αυτό για τις σχέσεις μεταξύ των δύο πολιτισμών; «Γνωρίζουμε πλέον ότι υπήρξε έντονη μινωική επιρροή στην εικονογραφία και στην ανάπτυξη της τεχνολογίας της τοιχογραφίας στην ενδοχώρα» λέει στο «Βήμα» η Σάρον Στόκερ από το Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι, επικεφαλής του προγράμματος HARP. «Πιστεύω ότι βάσει των ευρημάτων που έχουμε οι σχέσεις των δύο πολιτισμών ήταν αρκετά στενές, ιδιαίτερα στην Πύλο. Ειδικά στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, όταν οι Μυκηναίοι είχαν επαφές με την Κρήτη, έπαιρναν πολλές ιδέες από τους Μινωίτες και τις μετέφεραν στην ενδοχώρα. Το βλέπουμε αυτό στα αντικείμενα που έχουν βρεθεί από την Υστερη Ελλαδική Περίοδο ΙΙ, τα οποία εμφανίζουν τεράστια μινωική επιρροή, αλλά και στην εικονογραφία. Νομίζω ότι η επαφή ήταν αρκετά στενή, υπήρχε αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Ενδεχομένως μάλιστα υπήρχαν και κάποιοι περιπλανώμενοι τεχνίτες της τοιχογραφίας οι οποίοι έρχονταν από την Κρήτη και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε διάφορα μέρη της ενδοχώρας».
Η ιδέα των στενών σχέσεων και των πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ Κρήτης και Πύλου ενισχύθηκε πρόσφατα ακόμη περισσότερο με την αποκάλυψη, τον περασμένο Οκτώβριο, του ασύλητου τάφου ενός πολεμιστή που ανέσκαψαν ο Τζακ Ντέιβις και η Σάρον Στόκερ στον λόφο του Εγκλιανού, κοντά στο ανάκτορο του Νέστορα. Ο τάφος χρονολογείται γύρω στο 1500 π.Χ. (είναι δηλαδή αρκετούς αιώνες προγενέστερος του ανακτόρου) και τα πλούσια κτερίσματά του έχουν σαφείς μινωικές επιρροές. «Για τον λόγο αυτόν θεωρούμε ότι ειδικά στην πρώιμη αυτή περίοδο, γύρω στο 1500 π.Χ., υπάρχουν πολλές ενδείξεις για επαφές με τους Μινωίτες και υιοθέτηση της μινωικής εικονογραφίας, με συγκεκριμένα μοτίβα. Πιστεύω ωστόσο ότι οι Μυκηναίοι έδωσαν τη δική τους ερμηνεία στη μινωική εικονογραφία. Τα πράγματα δεν αλλάζουν μονομιάς και καθώς προχωράμε στον χρόνο βλέπουμε ότι η ζωγραφική γίνεται πιο στυλιζαρισμένη. Πήραν δηλαδή αυτά τα μοτίβα αλλά πρόσθεσαν τη δική τους άποψη σχετικά με το νόημα και τη λειτουργία τους» επισημαίνει η αρχαιολόγος, προσθέτοντας ότι κάτι ανάλογο φαίνεται και στα κτερίσματα του τάφου. «Στον τάφο βλέπουμε αντικείμενα τα οποία φαίνονται μινωικά αλλά μάλλον στην πραγματικότητα θα πρέπει να έχουν παραχθεί στην ενδοχώρα. Εχουμε αυτή την εντύπωση, όμως η ανάλυσή τους δεν έχει ολοκληρωθεί, γίνεται αυτή τη στιγμή, οπότε δεν μπορούμε ακόμη να πούμε ότι αυτό είναι το τελικό συμπέρασμά μας».

Δωμάτια και διακόσμηση
Η διακόσμηση των τοίχων φαίνεται ότι ήταν σημαντική για τους Μυκηναίους αφού κάποιας μορφής ζωγραφική έχει βρεθεί σε όλα σχεδόν τα δωμάτια του τεράστιου συγκροτήματος που αποτελεί το ανάκτορο του Νέστορα. Σε κάποιους χώρους αυτή ήταν πολύ περιορισμένη, σε άλλους όμως, όπως τα υπνοδωμάτια, ήταν εκτεταμένη, για να πάρει επικές διαστάσεις στις πιο επίσημες αίθουσες. Οσον αφορά τη θεματολογία, οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει μια προτίμηση προς τις σκηνές που σχετίζονται με τη μάχη και το κυνήγι, εκείνο όμως που είναι απολύτως σαφές είναι ότι τα θέματα επιλέγονταν ανάλογα με τον χώρο που καλούνταν να διακοσμήσουν. «Επέλεγαν συγκεκριμένα θέματα για συγκεκριμένα δωμάτια και μερικά από τα καλύτερα παραδείγματα γι’ αυτό τα έχουμε στην Πύλο» λέει στο «Βήμα» ο Τζακ Ντέιβις, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σινσινάτι και διευθυντής του προγράμματος PRAP. «Οι σκηνές του πολέμου, για παράδειγμα, είναι συγκεντρωμένες σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του συγκροτήματος του ανακτόρου, εκεί όπου ήταν η έδρα ενός μυκηναίου αξιωματούχου που λεγόταν λαFαγέτας. Η λέξη προέρχεται από τα «λαός» και «άγω», δηλαδή ηγέτης του λαού. Ο αξιωματούχος αυτός θα πρέπει να ήταν ο στρατιωτικός ηγέτης του ανακτόρου και πιστεύουμε ότι μεγάλες ομάδες ανθρώπων θα πρέπει να συγκεντρώνονταν για να συμμετάσχουν σε γιορτές μπροστά από την αίθουσα που οδηγούσε στην έδρα του. Από εκεί όπου βρίσκονταν θα πρέπει να έβλεπαν τις σκηνές της μάχης οι οποίες είχαν ως στόχο να δώσουν έμφαση στην πολεμική δράση η οποία συνέβαλλε στην ενότητα του βασιλείου που κυβερνούσε το ανάκτορο. Ή ίσως και να τόνιζαν την απειλή του πολέμου σε περίπτωση που κάποιος προσπαθούσε να διαταράξει την ενότητα του βασιλείου».
Αντιθέτως, στην Αίθουσα του Θρόνου και στους χώρους που οδηγούν σε αυτήν κυριαρχούν θέματα που σχετίζονται με τις τελετουργίες των θυσιών. Αυτό γιατί ο άναξ, ο βασιλιάς, ήταν επίσης θρησκευτικός ηγέτης. «Οι θυσίες αποτελούν τμήμα της θρησκείας των αρχαίων Ελλήνων ήδη από εκείνη την εποχή» εξηγεί ο κ. Ντέιβις. «Πριν από μερικά χρόνια μαζί με τη Σάρον Στόκερ και μια ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ στη Βρετανία ανακαλύψαμε οστά από πολλές θυσίες ζώων. Επρόκειτο για μεγάλα ζώα, αγελάδες και βόδια, τα οποία είχαν καεί σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες, όπως όλα δείχνουν, σύμφωνα με το τελετουργικό των θυσιών που περιγράφει ο Ομηρος. Γνωρίζουμε επίσης από τις επιγραφές με γραμμική Β’ που έχουν βρεθεί στην Πύλο ότι ο βασιλιάς και τα άλλα μέλη του ανακτόρου έκαναν θυσίες σε διαφόρους θεούς και θεές και ότι σε αυτές περιλαμβάνονταν και θυσίες ζώων». Οπως τονίζει ο αρχαιολόγος, η τέλεση των θυσιών ήταν ένα από τα καθήκοντα που είχε ο βασιλιάς ως ένας εκ των θρησκευτικών ηγετών του βασιλείου: «Συνδεόταν με την προσπάθειά του να νομιμοποιήσει την εξουσία του ή ενδεχομένως και να αυξήσει την εξουσία του επιδεικνύοντας ότι είχε την εύνοια των θεών, ότι οι θεοί προσέφεραν την εύνοιά τους στον ηγεμόνα του ανακτόρου».