Παρασκευή 4 Μαρτίου 2016

Το Βαρύ Προνόμιο της Δύσης

Οι Νόμοι Δεν Είναι Θεόσταλτοι
Τον 5ο με 4ο αιώνα π.κ.ε. εμφανίζεται στην αρχαία Ελλάδα για πρώτη φορά ένα είδος κοινωνίας το οποίο θεσπίζει τους νόμους της και νομιμοποιεί τη λειτουργία της γενικά, αποκλειστικά μέσα από αποφάσεις που έπαιρναν τα ίδια τα μέλη της (υπό όρους) κοινωνίας. Άρα οι νόμοι δεν είναι θεόσταλτοι, ούτε οφείλονται σε μια μακραίωνη παράδοση. Αυτό έχει σαν άμεση συνέπεια ότι μπορούν οι νόμοι να αμφισβητηθούν, μπορούμε να συζητήσουμε για αυτούς και να διαφωνήσουμε γι’ αυτούς. Αλλά όχι μόνο.

Διότι όπως συνηθίζουμε να συζητάμε για το τι θα κάνουμε για το ένα ή το άλλο θέμα, αρχίζουμε να ρωτάμε και να ψάχνουμε για απαντήσεις αντίστοιχα για το καλό ή το κακό, τη φύση του κόσμου κ.λ.π. Σε κοινωνίες όπου οι «σημασίες είναι κλειστές», ο νόμος των Προγόνων έχει την απάντηση για όλα, η Τορά έχει απάντηση για όλα, το Κοράνι και η Βίβλος επίσης. Σε κοινωνίες όπου μπορούμε να μιλάμε και να στοχαζόμαστε χωρίς περιορισμούς, οι σημασίες «ανοίγουν» και υπόκεινται σε διαρκής κρίση και διερεύνηση. Μιλάμε πια για τις απαρχές της Δημοκρατίας και της Φιλοσοφίας.
Την επόμενη φορά που θα εμφανιστούν τέτοιου είδους κοινωνίες ξανά, θα είναι τον 11ο και 12ο αιώνα στις αστικές δημοκρατίες των πόλεων στην Ιταλία. Η αυτοσυγκρότηση της πρωτοαστικής τάξης, η κατασκευή και η ανάπτυξη των νέων πόλεων (ή η αλλαγή του χαρακτήρα αυτού που προυπήρχαν), η διεκδίκηση ενός είδους πολιτικής αυτονομίας (ξεκινώντας από τα κοινοτικά δικαιώματα και πηγαίνοντας ως την πλήρη αυτοκυβέρνηση, κατά τις περιπτώσεις και τις περιστάσεις) συνοδεύονται από νέες ψυχικές, διανοητικές, πνευματικές, καλλιτεχνικές στάσεις που προετοιμάζουν το έδαφος για τα εκρηκτικά αποτελέσματα της εκ’ νέου ανακάλυψης και της αποδοχής του ρωμαϊκού δικαίου, του Αριστοτέλη και αργότερα του συνόλου της εναπομένουσας ελληνικής κληρονομιάς. Η παράδοση και η αυθεντία χάνουν βαθμηδόν τον ιερό τους χαρακτήρα. Ο νεοτερισμός, η καινοτομία παύουν να αποτελούν όρους μειωτικούς. Έστω και υπό εμβρυώδη μορφή, έστω και αν πρέπει να κάνει διαρκείς συμβιβασμούς με τις εγκατεστημένες εξουσίες (εκκλησία και μοναρχία), το πρόταγμα της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας επανεμφανίζεται μετά από μια έκλειψη δεκαπέντε αιώνων.

Η κρίση συνίσταται ακριβώς, στο ότι ο δυτικός κόσμος παύει να θέτει πραγματικά τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση
Τον 18ο αιώνα η ευρωπαϊκή δημιουργία απελευθερώνεται από κάθε «εκ των προτέρων δεδομένο» νόημα. Ο μαθηματικός Laplace φέρεται να έχει πει στον Ναπολέοντα, όταν τον ρώτησε αν ο Θεός είχε θέση στην ουράνια μηχανική του: ‘Μεγαλειότατε, δεν έχω ανάγκη από μια τέτοια υπόθεση’ (Χομπσμπάουμ – Η Εποχή των Επαναστάσεων). Απο τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό και μετά, δηλαδή απο το 1800 περίπου και για 150 χρόνια η Ευρώπη θα μπει σε μια περίοδο εκπληκτικής δημιουργίας σε όλα τα πεδία. Η περίοδος ολοκληρώνεται γύρω στα 1950 (ημερομηνία προφανώς αυθαίρετη, για να δώσουμε μια ιδέα), κι αυτό δεν οφείλεται στο ότι μπαίνουμε σε μια ‘δημοκρατικότερη’ φάση από την προυγούμενη, θα μπορούσε κανείς, χωρίς να παραδοξολογήσει, να υποστηρίξει το αντίθετο: δηλαδή ότι ο Δυτικός κόσμος μπαίνει σε κρίση. Η δε κρίση συνίσταται ακριβώς, στο ότι παύει να θέτει πραγματικά τον εαυτό του υπό αμφισβήτηση.
Ο θρίαμβος του ορθού λόγου και η μελλοντική αναπόφευκτη πρόοδος, έννοιες απότοκες του διαφωτισμού που τις είχαν εκστερνιστεί τόσο ο κλασικός φιλελευθερισμός όσο και η επαναστατική αριστερά, στην πορεία θα καταστούν προβληματικές. Η «ορθολογικότητα» ως όρος, είτε στην οικονομία όπου πλέον ταυτίζεται μόνο με την βελτιστοποίηση του κέρδους και την αριστοποίηση της παραγωγής και του παραγόμενου προϊόντος, είτε στην πολιτική οργάνωση όπου έχουμε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς ολοένα και πιο αποκομμένους από την κοινωνία όπου προίστανται, δημιουργεί αντιφάσεις. Στην οικονομία, προβλήματα όπως η συνεχώς αυξανόμενη ανεργία, οι περιοδικές οικονομικές κρίσεις (συνήθως μετά από ένα διάστημα κερδοσκοπικής υστερίας), η διαρκώς αυξανόμενη ανισότητα δεν αντιμετωπίζονται παρά την τεράστια πρόοδο του τεχνοκρατικού εργαλειακού λόγου (management, πληροφορική, κ.λ.π.)

Σε κοινωνίες όπου οι «σημασίες είναι κλειστές», ο νόμος των Προγόνων έχει την απάντηση για όλα, η Τορά έχει απάντηση για όλα, το Κοράνι και η Βίβλος επίσης. Σε κοινωνίες όπου μπορούμε να μιλάμε και να στοχαζόμαστε χωρίς περιορισμούς, οι σημασίες «ανοίγουν» και υπόκεινται σε διαρκή κρίση και διερεύνηση. Για όλα τα κόμματα ισχύει λίγο πολύ ο απόλυτος κανόνας του σύγχρονου γραφειοκρατικού κόμματος: η ικανότητα αναρρίχησης μέσα στον Μηχανισμό δεν έχει κατ΄αρχήν καμία σχέση με την ικανότητα διεύθυνσης των υποθέσεων με τις οποίες ο μηχανισμός είναι επιφορτισμένος. Η επιλογή των καταλληλοτέρων είναι η επιλογή των καταλληλοτέρων προς επιλογήν.

Τυχαίοι κι αναπόφευκτοι ηγέτες τοποθετούνται επικεφαλής του τεράστιου γραφειοκρατικού μηχανισμού που λέγεται σύγχρονο κράτος και που είναι οργανικός φορέας και παραγωγός μιας καλπάζουσας ανορθολογικότητας. Στους κύκλους των στελεχών του το παλιό γραφειοκρατικό ήθος (του ανώτερου κρατικού λειτουργού ή του ταπεινού ευσυνείδητου υπαλλήλου) σπανίζει ολοένα περισσότερο. Τέτοιου είδους άνθρωποι λοιπόν πρέπει να αντιμετωπίσουν μια κοινωνία που γίνεται όλο και πιο αδιάφορη για την ‘πολιτική’ δηλαδή για την ‘τύχη της ως κοινωνία’
Κάθε κοινωνία δημιουργεί τον δικό της κόσμο, δημιουργώντας παράλληλα τις δικές της ιδιαίτερες σημασίες. Σημασίες που έχουν να κάνουν με τις παραστάσεις γύρω μας, με το τι είναι καλό να γίνει ή τι όχι, με τον σκοπό δηλαδή και με τα συναισθήματα. Επίσης από τις σπουδαιότερες σημασίες που η κοινωνία θεσπίζει είναι εκείνη που αφορά την ίδια. Μια κοινωνία μπορεί να φαντάζεται τον εαυτό της ως περιούσιος λαός, ως Ελληνες σε αντίθεση με τους Βαρβάρους ή τέλος σαν τους υπήκοους του Βασιλιά της Αγγλίας. Οι τυχαίοι και αναπόφευκτοι ηγέτες τοποθετούνται επικεφαλής του τεράστιου γραφειοκρατικού μηχανισμού που λέγεται σύγχρονο κράτος και που είναι οργανικός φορέας και παραγωγός μιας καλπάζουσας ανορθολογικότητας.

Η συλλογική οντότητα όμως είναι ιδεατά ακατάλυτη μόνο εάν τα μέλη της κοινωνίας ενστερνίζονται τον ακατάλυτο χαρακτήρα του νοήματος και της σημασίας που αυτό θεσμίζει και φρονώ ότι όλο το πρόβλημα μας σχετικό με τη διαδικασία ταύτισης σήμερα μπορεί και πρέπει να προσεγγίζεται και κάτω από αυτό το πρίσμα: που βρίσκεται το νόημα που οι σημερινοί άντρες και γυναίκες βιώνουν ως ακατάλυτο; Η απάντηση μου, όπως καταλαβαίνετε, είναι πως το νόημα αυτό δεν βρίσκεται, από την κοινωνική άποψη, πουθενά. Νόημα που αφορά την αυτοπαράσταση της κοινωνίας, νόημα μεθέξιμο απο τα άτομα, νόημα που τους επιτρέπει να δημιουργούν για δικό τους λογαριασμό ένα νόημα του κόσμου, ένα νόημα της ζωής και, τελικά, ένα νόημα του θανάτου τους.
Η εξαντλητική ιδέα που η σημερινή κοινωνία επιβάλει στα μέλη της είναι απλή και κοινότοπη. Πρέπει το άτομο να κερδίζει όσο γίνεται περισσότερο και να απολαμβάνει όσο γίνεται περισσότερο. Ξεκινώντας από μια τέτοια βάση, εξηγείται η ολοένα εντονότερη μετατροπή του οικονομικού συστήματος απο τη μια, σε χρηματιστηριακό καζίνο και από την άλλη στην ανάδυση ενός επιφανειακού ‘ατομικισμού’ σαν πνεύμα της εποχής.
Στην πραγματικότητα ο χαρακτήρας της εποχής τόσο στο επίπεδο της καθημερινής ζωής όσο και στο επίπεδο της κουλτούρας, δεν είναι ο «ατομικισμός» αλλά το αντίθετο του, ο γενικευμένος κομφορμισμός και το κολλάζ. Κομφορμισμός που είναι δυνατός μόνο εφόσον δεν υπάρχει σημαντικός και στέρεος πυρήνας ταυτότητας. Με τη σειρά του ο κονφορμισμός αυτός, ως καλά ριζωμένη κοινωνική διαδικασία, καθιστά αδύνατη τη συγκρότηση ενός τέτοιου πυρήνα ταυτότητας. Όπως έλεγε ένας από τους εξέχοντες εκπροσώπους της σύγχρονης αρχιτέκτονικής σ’ ένα συνέδριο στη Νέα Υόρκη το 1986: «Χάρη στον μεταμοντερνισμό, εμείς οι αρχιτέκτονες απαλλαχτήκαμε επιτέλους από την τυραννία του στυλ» Απαλλάχτηκαν, με άλλα λόγια, από την τυραννία του να πρέπει να είναι ο εαυτός τους. Τώρα μπορούν να κάνουν ότι να ‘ναι, να κολλάνε έναν γοτθικό πύργο πλάι σ’ έναν ιωνικό κίονα, κι όλα αυτά μέσα σε μια ταυλανδέζικη παγόδα, διότι δεν τυραννιούνται πια από το στυλ, αλλά είναι γνήσιες ατομικιστικές ατομικότητες: η ατομικότητα έγκειται πια στο να τσιμπολογάμε δεξιά κι αριστερά διάφορα στοιχεία ώστε να παράγουμε κάτι. Το ίδιο όμως ισχύει πιο συγκεκριμένα για τον καθημερινό άνθρωπο: ζει φτιάχνοντας κολάζ, η ατομικότητά του είναι μια κουρελού.
Η εξαντλητική ιδέα που η σημερινή κοινωνία επιβάλει στα μέλη της είναι απλή και κοινότοπη.
Πρέπει το άτομο να κερδίζει όσο γίνεται περισσότερο και να απολαμβάνει όσο γίνεται περισσότερο.
 
Το Βαρύ Προνόμιο της Δύσης
Υπάρχει κάτι το οποίο αποτελεί την ιδιομορφία, τη μοναδικότητα και το βαρύ προνόμιο της Δύσης: πρόκειται γι’ αυτή την κοινωνικο-ιστορική αλληλουχία που ξεκινά στην αρχαία Ελλάδα και αρχίζει ξανά, από το 11ο αιώνα και μετά, στη δυτική Ευρώπη. Αυτή είναι η μόνη στην οποία βλέπουμε να προβάλει ένα πρόταγμα ελευθερίας, ατομικής και συλλογικής αυτονομίας, κριτικής και αυτοκριτικής. H πιο εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού είναι ακριβώς ο λόγος ο οποίος καταγγέλλει τη Δύση. Διότι στη Δύση έχουμε τη δυνατότητα (τουλάχιστον ορισμένοι από εμάς) να καταγγέλλουμε τον ολοκληρωτισμό, την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο των Μαύρων, την εξόντωση των Ινδιάνων στην Αμερική. Όμως, δεν έχω δει τους απογόνους των Αζτέκων, των Ινδών ή των Κινέζων να κάνουν μια ανάλογη αυτοκριτική. Απεναντίας, βλέπω ότι ακόμη και σήμερα οι Ιάπωνες αρνούνται τις θηριωδίες που διέπραξαν κατά το B’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τις πταίει; Οι Άραβες καταγγέλλουν συνεχώς ότι για όλα τα κακά που τους ταλαιπωρούν εξαθλίωση, έλλειψη δημοκρατίας, διακοπή της εξέλιξης του πολιτισμού τους κ.λπ. ευθύνεται η αποικιοκρατία την οποία υπέστησαν από τους Ευρωπαίους. Ωστόσο, η αποικιοκρατία σε αρκετές αραβικές χώρες διήρκεσε στη χειρότερη περίπτωση 130 χρόνια (αυτό συνέβη στην Αλγερία, 1830-1962). Όμως οι ίδιοι αυτοί Άραβες, πριν από την αποικιοκρατία των Ευρωπαίων, είχαν υποστεί για 5 αιώνες το ζυγό των Τούρκων. H τουρκική κυριαρχία στην εγγύς και τη Μέση Ανατολή αρχίζει τον 15ο αιώνα και τελειώνει το 1918. Αλλά οι Άραβες και οι Τούρκοι κατακτητές τους, που ήταν ομόθρησκοί μουσουλμάνοι, δεν μιλούν ποτέ για την κυριαρχία αυτή. Πάντως, η εξέλιξη της αραβικής κουλτούρας σταμάτησε το 11ο με 12ο αιώνα, δηλαδή οκτώ αιώνες πριν καν να μπορεί να γίνει λόγος για την κατακτητική επέκταση της Δύσης.

Εξ άλλου και αυτή η ίδια η αραβική κουλτούρα βασίστηκε στις κατακτήσεις, την εξόντωση και την πολύ βίαια επιβολή της ισλαμικής θρησκείας στους κατακτημένους πληθυσμούς. Στην Αίγυπτο το 550 μ.κ.ε. δεν υπήρχαν Άραβες, όπως δεν υπήρχαν Άραβες, τότε, στη Λιβύη, στην Αλγερία, στο Μαρόκο, στο Ιράκ. Οι Άραβες που βρίσκονται τώρα εκεί είναι απόγονοι των κατακτητών που κυρίευσαν αυτές τις χώρες και που επέβαλαν, με ή χωρίς βία, στους τοπικούς πληθυσμούς τη δική τους θρησκεία. Δεν βλέπω όμως να γίνεται καμία κριτική αυτών των γεγονότων μέσα στο χώρο του αραβικού κόσμου. Κατά τον ίδιο τρόπο μιλάμε, βεβαίως, για το δουλεμπόριο των Μαύρων από τους Ευρωπαίους (16ος αιώνας και εντεύθεν), αλλά δεν μιλάμε ποτέ για το γεγονός ότι το δουλεμπόριο και η *συστηματική υποδούλωση των Μαύρων στην Αφρική τα εγκαινίασαν Άραβες έμποροι (11ος-12ος αιώνας και εντεύθεν), με τη συνενοχή-συμμετοχή, όπως πάντα, βασιλιάδων και φυλάρχων. Επίσης, δεν μιλάμε για το γεγονός ότι η δουλεία δεν καταργήθηκε αυθόρμητα σε καμία ισλαμική χώρα και ότι σε πολλές απ’ αυτές η δουλεία ισχύει ακόμη και σήμερα.
Δεν θέλω να πω με κανέναν τρόπο ότι όλα αυτά απαλείφουν τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Δυτικοί. Λέω μόνον ότι η ιδιαιτερότητα του δυτικού πολιτισμού έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του για αυτο-αμφισβήτηση και αυτοκριτική. Στην ιστορία της Δύσης, όπως και σε όλες τις άλλες ιστορίες, υπάρχουν θηριωδίες και φρικαλεότητες. Αλλά, όμως, μόνον η Δύση δημιούργησε την ικανότητα για εσωτερική αμφισβήτηση των ίδιων των θεσμών και των ιδεών της εν ονόματι της λογικής συζήτησης μεταξύ των ανθρώπων, η οποία παραμένει ανοιχτή στο διηνεκές και δεν αναγνωρίζει έσχατο δόγμα.

Ψυχική και Ηθική Εξαθλίωση των Σύγχρονων Ανθρώπων
 Από εκεί και πέρα, αν εξετάσουμε τη σημερινή κατάσταση, κατάσταση αποσύνθεσης και όχι κρίσης, κατάσταση αποσάθρωσης των δυτικών κοινωνιών, διαπιστώνουμε μια αντινομία πρώτου μεγέθους: Το απαιτούμενο είναι κολοσσιαίο, πάει πολύ μακριά –και οι άνθρωποι, τέτοιοι που είναι και τέτοιοι που αναπαράγονται συνεχώς από τις δυτικές κοινωνίες μα και από τις άλλες, βρίσκονται σε κολοσσιαία απόσταση από αυτό. Τι είναι το απαιτούμενο;
Με δεδομένη την οικολογική κρίση, την ακραία ανισότητα της κατανομής των πόρων μεταξύ πλουσίων και φτωχών χωρών, την απόλυτη σχεδόν αδυναμία να συνεχίσει το σύστημα τη σημερινή του πορεία, το απαιτούμενο είναι μια νέα φαντασιακή δημιουργία που η σημασία της δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτα ανάλογο στο παρελθόν, μια δημιουργία που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, που θα έθετε στόχους ζωής διαφορετικούς, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο. Αυτό θα απαιτούσε φυσικά μια αποδιοργάνωση των κοινωνικών θεσμών, των σχέσεων εργασίας, των οικονομικών, πολιτικών, πολιτιστικών σχέσεων.

Αυτός όμως ο προσανατολισμός απέχει απίστευτα από τα όσα σκέφτονται, και ίσως από τα όσα ποθούν οι άνθρωποι σήμερα. Αυτή είναι η κολοσσιαία δυσκολία που πρέπει ν’ αντιμετωπίσουμε. Θα έπρεπε να θέλουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες θα έχουν πάψει να κατέχουν κεντρική (ή μοναδική) θέση, όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου και όχι ύστατος σκοπός, στην οποία επομένως θα έχουμε παραιτηθεί από την τρελή κούρσα προς μια συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση. Αυτό δεν είναι απλώς αναγκαίο για να αποφύγουμε την τελεσίδικη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος. Είναι αναγκαίο κυρίως για να βγούμε από τη ψυχική και ηθική εξαθλίωση των σύγχρονων ανθρώπων.
Θα έπρεπε λοιπόν από εδώ και πέρα οι άνθρωποι (μιλάω τώρα για τις πλούσιες χώρες) να δεχτούν ένα αξιοπρεπές αλλά λιτό βιοτικό επίπεδο και να παραιτηθούν από την ιδέα ότι ο κεντρικός σκοπός της ζωής τους είναι να αυξάνεται η κατανάλωση τους κατά 2 με 3% το χρόνο. Για να το δεχθούν αυτό, θα έπρεπε κάτι άλλο να δίνει νόημα στη ζωή τους. Ξέρουμε, ξέρω ποιο είναι αυτό το κάτι άλλο -τι ωφελεί όμως, από τη στιγμή που η μεγάλη πλειονότητα του κόσμου δεν το δέχεται και δεν κάνει αυτό που πρέπει ώστε να γίνει πραγματικότητα; Αυτό το άλλο είναι η ανάπτυξη των ανθρώπων, αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροιόντων. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε μιαν άλλη οργάνωση της εργασίας, η οποία θα έπρεπε να πάψει να είναι αγγαρεία και να γίνει πεδίο προβολής των ικανοτήτων του ανθρώπου. Άλλο πολιτικό σύστημα, μιαν αληθινή δημοκρατία που θα συνεπαγόταν τη συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων. Μιαν άλλη οργάνωση της παιδείας, ώστε να διαπλάθονται πολίτες ικανοί να ασκούν και να άρχονται, σύμφωνα με τη θαυμάσια έκφραση του Αριστοτέλη- και ούτω καθ’ εξής.
Εννοείται ότι όλα αυτά θέτουν θεμελιώδη προβλήματα: για παράδειγμα, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να λειτουργήσει μια αληθινή, μια άμεση δημοκρατία, όχι πια με 30.000 πολίτες, όπως στην Αθήνα της κλασσικής εποχής, μα με 40 εκατομμύρια πολίτες, όπως στη Γαλλία, ή ακόμα και με πολλά δισεκατομμύρια άτομα στην κλίμακα του πλανήτη; Προβλήματα κολοσσιαίας δυσκολίας, που όμως κατά τη γνώμη μου μπορούν να λυθούν –με την προϋπόθεση ότι η πλειονότητα των ανθρώπων και των ικανοτήτων τους θα κινητοποιηθεί για τη δημιουργία λύσεων, αντί να προβληματίζεται για το πότε θα μπορέσει να αποκτήσει τρισδιάστατη τηλεόραση.
Αυτά είναι τα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας – και η τραγωδία της εποχής μας είναι ότι η δυική ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά νοιάζεται για αυτά. Πόσον καιρό ακόμα η ανθρωπότητα θα κατατρύχεται από τις ματαιότητες και τις ψευδαισθήσεις που ονομάζουμε εμπορεύματα; Μια καταστροφή οποιουδήποτε είδους – οικολογική, για παράδειγμα – θα προκαλέσει άραγε μια βίαιη αφύπνιση, ή μήπως την εμφάνιση αυταρχικών ή ολοκληρωτικών καθεστώτων; Κανείς δε μπορεί να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Εκείνο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι όλοι όσοι έχουν συνείδηση του φοβερά σοβαρού χαρακτήρα των ζητημάτων πρέπει να προσπαθήσουν να μιλήσουν, να ασκήσουν κριτική σε αυτή την ξέφρενη πορεία προς την άβυσσο, να ξυπνήσουν την συνείδηση των συμπολιτών τους.

Η αποσύνθεση γίνεται φανερή κυρίως μέσα από την εξαφάνιση των σημασιών και το σχεδόν απόλυτο ξεθώριασμα των αξιών. Και αυτό απειλεί μακροπρόθεσμα την επιβίωση του ίδιου του συστήματος. Όταν δηλώνεται ανοιχτά, όπως γίνεται τώρα στις δυτικές κοινωνίες, ότι η μοναδική αξία είναι το χρήμα, το κέρδος, ότι το υπέρτατο ιδεώδες του κοινωνικού βίου είναι το «πλουτίστε» και η δόξα της δήλωσης αυτής ανήκει, σ’ ότι αφορά τη Γαλλία, στους σοσιαλιστές, οι οποίοι την έκαναν με έναν τρόπο που η Δεξιά δεν είχε τολμήσει να την κάνει, μπορεί να διερωτηθεί κανείς αν είναι ποτέ δυνατόν μια κοινωνία να συνεχίσει να λειτουργεί και να αναπαράγεται μονάχα σ’ αυτή τη βάση.
Αν τα πράγματα είχαν έτσι, τότε οι δημόσιοι υπάλληλοι θα πρέπει να ζητούν και να δέχονται μπαξίσια για να κάνουν τη δουλειά τους, οι δικαστές να βγάζουν τις δικαστικές αποφάσεις στη δημοπρασία, οι εκπαιδευτικοί να βάζουν καλούς βαθμούς στα παιδιά των οποίων οι γονείς του έδωσαν μια επιταγή κλπ. Πριν από δεκαπέντε σχεδόν χρόνια έγραφα πως ο μόνος φραγμός για τους ανθρώπους σήμερα είναι ο φόβος των ποινικών κυρώσεων. Κατά ποια λογική όμως αυτοί που εισβάλλουν τις κυρώσεις θα είναι οι ίδιοι αδιάφθοροι; Ποιος θα φυλάει τους φύλακες; Η γενικευμένη διαφθορά που παρατηρούμε στο σύγχρονο πολιτικοοικονικό σύστημα δεν είναι περιφερειακό ή ανεκδοτολογικό φαινόμενο αλλά έχει γίνει δομικό χαρακτηριστικό, ενδογενές στο σύστημα της κοινωνίας στην οποία ζούμε.
Αγγίζουμε έτσι εδώ έναν θεμελιώδη παράγοντα, γνωστό στους μεγάλους πολιτικούς στοχαστές του παρελθόντος και παντελώς άγνωστο στους σημερινούς δήθεν πολιτικούς φιλοσόφους, κακούς κοινωνιολόγους και άθλιους θεωρητικούς: τη στενή συνάφεια ανάμεσα σ’ ένα κοινωνικό καθεστώς και στον ανθρωπολογικό τύπο (ή το φάσμα τέτοιων τύπων) που είναι αναγκαίος για να λειτουργήσει αυτό το καθεστώς. Τους περισσότερους απ’ αυτούς τους ανθρωπολογικούς τύπους ο καπιταλισμός τους κληρονόμησε από τις προγενέστερους ιστορικές περιόδους: τον αδιάφθορο δικαστή, τον βεμπεριανό δημόσιο υπάλληλο, τον αφοσιωμένο στο καθήκον του εκπαιδευτικό, τον εργάτη για τον οποίον η δουλειά του ήταν, παρ’ όλες τις συνθήκες, πηγή περηφάνιας.
Τέτοιου είδους πρόσωπα γίνονται αδιανόητα στη σύγχρονη εποχή: αναρωτιέται κανείς για ποιο λόγο θα αναπαράγονταν, ποιος θα τα αναπαρήγε, στο όνομα τίνος πράγματος θα λειτουργούσαν. Ακόμη και ο ανθρωπολογικός τύπος που αποτελεί δημιούργημα του ίδιου του καπιταλισμού, ο σουμπετερικός επιχειρηματίας, που συνδυάζει την τεχνική επινοητικότητα, την ικανότητα να συγκεντρώνει κεφάλαια, να οργανώνει μια επιχείρηση, να διερευνά, να διεισδύει, να δημιουργεί αγορές, είναι υπό εξαφάνιση. Αντικαθίσταται από διευθυντικές γραφειοκρατίες και από κερδοσκόπους.

Κι εδώ πάλι, όλοι οι παράγοντες συγκλίνουν σε αυτό το αποτέλεσμα. Γιατί να πασχίζει κανείς να παραγάγει και να πουλήσει, τη στιγμή που μια σωστή κίνηση με τα επιτόκια στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης ή αλλού μπορεί να αποφέρει μέσα σε μερικά λεπτά 500 εκατομμύρια δολάρια; Τα ποσά που διακυβεύονται στην κερδοσκοπία κάθε εβδομάδα είναι της τάξης του ετήσιου ΑΕΠ των ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα είναι η διοχέτευση των πιο «επιχειρηματικών» στοιχείων προς αυτού του τύπου τις δραστηριότητες, οι οποίες είναι εντελώς παρασιτικές, από τη σκοπιά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος.  Αν αθροίσουμε όλους αυτούς τους παράγοντες και λάβουμε επιπλέον υπόψη την ανεπανόρθωτη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος που επιφέρει αναγκαστικά η καπιταλιστική «μεγέθυνση» (αναγκαίος όρος, η ίδια, της «κοινωνικής ειρήνης») μπορούμε και οφείλουμε να αναρωτηθούμε για πόσον καιρό ακόμα θα μπορεί να λειτουργεί το σύστημα.

Οι καθόλου αναπάντεχες οικονομικές κρίσεις, (προσχεδιασμένες πριν από 100+ χρόνια) η παράλυση του πολιτικού συστήματος όπου σκοπίμως και προπαγανδιστικά δίνει την διάχυτη εντύπωση ότι δεν έχει τίποτα να προσφέρει, φανερώνουν, ότι η αποσάθρωση της Δύσης είναι ένα φαινόμενο που εντείνεται ποιοτικά κι εκθετικά. Ακόμα και οι τεχνολογικές κι επιστημονικές εξελίξεις, η επανάσταση του διαδικτύου, οι σαρωτικές αλλαγές που επέφερε στις επικοινωνίες, στη ψυχαγωγία (μουσική, τηλεόραση, κινηματογράφος), τα κοινωνικά δίκτυα κ.λπ. δεν είναι ικανές για να οραματιστεί το ανθρώπινο ζώο ένα καλύτερο μέλλον.
Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη για τα γραφόμενα σχετικά με την ανυπαρξία ταυτότητας του σύγχρονου ανθρώπινου ζώου από το facebook. Η όποια ταυτότητά του εξαντλείται σε δημόσια προβολή κι ευτελισμό των  προσωπικών του δεδομένων, χάσιμο χρόνου και ικανότητας σκέψης σε χαζά παιχνίδια ως χόμπι, μερικές προτιμήσεις σε ταινίες και τηλεοπτικές σειρές και μερικές κακόγουστες φωτογραφίες και φυσικά αναπαραγωγή και κουτσομπολιό επί παντός θέματος, ειδικά των θεμάτων που έχει απόλυτη άγνοια. Ενώ ύψιστη χειρονομία αποδοχής ή όχι -κάτι σαν διαδικασία κοινωνικής ταύτισης- του δίδεται η επιλογή του Like. Έχουμε πει επανειλημμένως από αυτό το βήμα, το ανθρώπινο ζώο αντεξελίσσεται σε μαϊμού με ταχύτατους ρυθμούς.

Το Δουλεμπορικό (J. M. W. Turner)
Ο όρος σφαγή του Ζονγκ (αγγλικά: Zong Massacre, ενώ στο παρελθον χρησιμοποιούταν επίσης ο όρος υπόθεση Ζονγκ, Zong Affair) αφορά την μαζική δολοφονία Αφρικανών δούλων που συνέβει το 1781 στο πλοίο Ζονγκ (Zong) ιδιοκτησίας Τζέιμς Γκρέγκσον. Η υπόθεση αυτή προκάλεσε σάλο στην Βρετανία, ανοίγοντας τον δρόμο για δράσεις σχετικά με την κατάργηση του δουλεμπορίου στη χώρα. Το περιστατικό συνέβει στον Ατλαντικό Ωκεανό. Το βρετανικό δουλεμπορικό πλοίο Ζονγκ, καταχωρημένο στο Λίβερπουλ, απόπλευσε γεμάτο σκλάβους στις 6 Σεπτεμβρίου 1781 από την Αφρική [που οι ίδιοι οι αφρικανοί συνέλεγαν τους σκλάβους] με κατεύθυνση προς τη Τζαμάικα. Λόγω του μεγάλου αριθμού σκλάβων που κουβαλούσε προκλήθηκε υποσιτισμός και ξέσπασαν αρρώστιες, με αποτέλεσμα μέχρι τις 29 Νοεμβρίου, 7 μέλη του πληρώματος και 60 σκλάβοι να έχουν χάσει τη ζωή τους.
Επίσης το πλοίο, λόγω ισχυρών ανέμων, είχε καθυστερήσει να φτάσει στον προορισμό του και ο πλοίαρχος Λουκ Κόλινγουντ υπολόγιζε πως οι νεκροί μεταξύ των σκλάβων και του πληρώματος θα αυξάνονταν, μέχρι το τέλος. Η ασφάλεια του πλοίου κάλυπτε οικονομικά την οικονομική ζημιά που θα προκαλούνταν από τον θάνατο μέρους των σκλάβων, μόνο σε περίπτωση που αυτοί έβρισκαν τον θάνατο από πνιγμό στη θάλασσα, αλλά όχι από οποιαδήποτε άλλα αίτια.
Ο πλοίαρχος κάλεσε τους αξιωματικούς του πλοίου και τους πρότεινε να πετάξουν τους άρρωστους σκλάβους στην θάλασσα. Αν και ο πρώτος αξιωματικός Τζέιμς Κέλσαλ διαφώνησε, η απόφαση συμφωνήθηκε. Στις επόμενες τρεις ημέρες, 122 σκλάβοι ρίχτηκαν αλυσοδεμένοι στον Ατλαντικό Ωκεανό – 54 στις 29 Νοεμβρίου, 42 στις 30 Νοεμβρίου και 26 την 1η Δεκεμβρίου, ενώ άλλοι 10 αποφάσισαν να πέσουν μέσα στη θάλασσα από μόνοι τους, σε συμπαράσταση στο μαρτύριο των θυμάτων.
Αργότερα, δικαιολογήθηκαν πως η επιλογή να ρίξουν τους σκλάβους στον ωκεανό είχε να κάνει με τον κίνδυνο να τελειώσουν τα αποθέματα νερού στο πλοίο. Όμως, όταν το δουλεμπορικό έφτασε στη Τζαμάικα, στις 22 Δεκεμβρίου, είχε απόθεμα 420 γαλόνια νερού. Οι ιδιοκτήτες επιδίωξαν να εισπράξουν την ασφάλεια, αλλά η ασφαλιστική βασίστηκε στην μαρτυρία του Κέλσαλ που είχε διαφωνήσει με την απόφαση. Αρχικά το δικαστήριο που εξέτασε την υπόθεση αποφάνθηκε υπέρ των ιδιοκτητών. Η ασφαλιστική άσκησε έφεση. Ο Γκάρνιβαλ Σαρπ, ένας από τους πρώτους ακτιβιστές κατά του δουλεμπορίου, αφού πρώτα έλαβε γνώση των γεγονότων από έναν σκλάβο που είχε στο μεταξύ απελευθερωθεί, τον Ολονταχ Εκουιάνο , αποφάσισε να εμπλακεί στην υπόθεση.
Οι όποιες απόπειρες του Σαρπ για δίωξη των υπευθύνων για δολοφονία, όμως, δεν επιτεύχθηκαν. Ο τότε Γενικός Εισαγγελέας Αγγλίας και Ουαλίας Τζον Λι, υποστήριξε πως η υπόθεση θα ήταν ίδια με το «αν είχαν ριχτεί στη θάλασσα άλογα». Υποστήριξε επίσης πως η δίκη αφορούσε απλά μια υπόθεση όπου ρίχτηκε στη θάλασσα το εμπόρευμα ενός πλοίου και πως δεν θα μπορούσαν για τον λόγο αυτό να υπάρχουν κατηγορίες για ανθρωποκτονία, ενώ πως το όλο περιστατικό ήταν υπέρ των συμφερόντων του πλοίου, καθώς κινδύνευε η ασφάλεια του πληρώματος. Ο Λόρδος του Μάνσφιλντ υποστήριξε πως οι πλοιοκτήτες δεν θα μπορούσαν να ζητήσουν αποζημίωση λόγω έλλειψης στοιχείων για λάθος στους υπολογισμούς της διαχείρισης του φορτίου.

Το Βαρύ Προνόμιο της Δύσης

Δύο αξιοσημείωτοι ακτιβιστές οι οποίοι εμπνεύστηκαν από το περιστατικό ήταν ο Τόμας Κλάρκσον (Thomas Clarkson) ο οποίος έγραψε το «Δοκίμιο για τη δουλεία και το εμπόριο του ανθρώπινου είδους» και ο Τζέιμς Ράμσεϊ (James Ramsay) ο οποίος έγραψε το «Δοκίμιο για τη θεραπεία και τη μετατροπή των αφρικανικών σκλάβων στις Αποικίες της Ζάχαρης».
Το 1807 η Βρετανική Αυτοκρατορία θα καταργήσει φαινομενικά το δουλεμπόριο, ενώ το 1833 θα καταργήσει και την πρακτική της δουλείας. Το 1840 ο Joseph Mallord William Turner εμπνευσμένος από την Σφαγή του Ζονγκ, (καθώς και από τις «Εποχές» του Τζέιμς Τόμσον) θα ζωγραφίσει τον πίνακα «Δουλεμπορικό» με σκοπό την παραπέρα συνέχιση των προσπαθειών για την παγκόσμια κατάργηση του δουλεμπορίου.
Ο Joseph Mallord William Turner (1775 -1851) θεωρείται αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος άγγλος ρομαντικός ζωγράφος της πρώιμης Βικτωριανής εποχής και όσο ήταν στην ζωή αποτελούσε επίσης θρύλο για τους σύγχρονούς του. Ο Turner μας πνιγεί σ’αυτή την ιστορική στιγμή, μας τραβά μέσα σ’ αυτό το τρομακτικό χάσμα στον ωκεανό, μας κρατά βουτηγμένους μέσα στο αιματοβαμμένο φως του, ακριβώς στην ίδια απόχρωση που παίρνει νόημα όταν αιματώνεται το οπτικό σας νεύρο καθώς κλείνετε τα μάτια σας απέναντι στο εκτυφλωτικό φως του ήλιου. Αν και σχεδόν όλοι τους, οι σύγχρονοι με αυτόν επικριτές του, [*Συγκινησιακή Πανούκλα] πιστεύουν ότι αυτός ο πίνακάς του αντιπροσωπεύει το πιο χαμηλό επίπεδο μέσα στην καλλιτεχνική του δράση, εξαιτίας της απερίσκεπτης αδιαφορίας του Turner προς τους κανόνες της τέχνης, στην πραγματικότητα ήταν ο μεγαλύτερος του θρίαμβος στο γλυπτό σκάλισμα του χωροχρόνου. Ο Τέρνερ ήταν ο πρώτος που πάντρεψε τον νατουραλισμό και τον αισθητισμό προετοιμάζοντας το έδαφος για τους μεταγενέστερους ιμπρεσιονιστές.



William Turner “Sand Lancaster” Ακόμη ένας προφητικός πίνακας του William Turner ο «Sand Lancaster» -Η Άμμος του Λάνκαστερ (1826) Σε αυτόν τον πίνακα ο ζωγράφος επαναλαμβάνει μια αρχετυπική και ταυτόχρονα αναπόφευκτη εικόνα της ανθρώπινης μοίρας. Καραβάνια διασχίζουν μια απρόβλεπτη κι επικίνδυνη έρημο, που καλύπτει την απόσταση από το Lancaster στο Ulverston σχηματίζοντας παράλληλα τον βαλτώδη κόλπο του Morecambe. Ήταν μια πολύ επικίνδυνη διαδρομή εξαιτίας της παλίρροιας, των ξαφνικών αλλαγών του καιρού και της συνεχούς μετατόπισης της άμμου. Το επικίνδυνο αυτό πέρασμα απαιτούσε την βοήθεια έμπειρων και ικανών οδηγών για να οδηγήσουν τα καραβάνια με στοιχειώδη ασφάλεια στον προορισμό τους. Οι στοίβες με τα ξερόκλαδα που διακρίνονται στην άμμο είναι σημάδια που έχουν αφήσει οι προηγούμενοι οδηγοί οριοθετώντας ασφαλείς διαδρόμους. Παρ’ όλες όμως τις προφυλάξεις εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν την ζωή τους σε αυτή την μαζική μετακίνηση των πληθυσμών του νέου Βιομηχανικού κόσμου.
Κάντε παραλληλισμούς με το σήμερα.

Το Μυστήριο των Συμπτώσεων και το φαινόμενο της Συγχρονικότητας

Οι ιστορίες της ζωής μας είναι γεμάτες από τα μυστηριώδη αποτελέσματα τυχαίων γεγονότων: συναντήσεις, τρένα που χάνουμε, βιβλία που ανοίγουν σε κάποια σελίδα με σημασία, πόρτες που βρίσκουμε μισάνοιχτες, συζητήσεις που ακούμε τυχαία, βλέμματα που διασταυρώνονται μέσα σε ένα δωμάτιο γεμάτο κόσμο.

Η Πρώτη Επίγνωση μάς κάνει να αρχίσουμε από την αρχή, από εκείνο το σημείο σύγκλισης όπου το μυστήριο της ζωής μάς κοιτάζει κατάματα, ξεφεύγοντας από τις λογικές προσδοκίες και εμπειρίες μας. Το να συνειδητοποιήσουμε την πραγματικότητα των συμπτώσεων και να αντιληφθούμε το μήνυμα και το νόημά τους είναι το πρώτο βήμα για να εξελιχτούμε συνειδητά και πιο γρήγορα.

Σας έχει συμβεί κάποια φορά να συναντάται συνέχεια μπροστά σας για ένα διάστημα το ίδιο αριθμό; Ή να σιγοτραγουδάτε ένα τραγούδι και ανοίγοντας το ραδιόφωνο να το ακούτε;
Θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι κάποια υπερφυσική αιτία, κρύβεται πίσω απ’ αυτές τις συμπτώσεις.
Αλλά η πλειοψηφία των σύγχρονων επιστημόνων μιλάει απλά για άγνοια των φυσικών νόμων που τις προκαλούν, μια δημιουργία γεγονότων απ’ αυτά που είναι δυνατόν να συμβούν. Τίποτα το περίεργο ή μυστικιστικό! Αντίθετα οι συμπτώσεις θεωρούνται αναπόφευκτες απ’ τους στατιστικολόγους.
Για παράδειγμα, η πιθανότητα από μια τράπουλα 52 χαρτιών, να μοιραστεί μια συγκεκριμένη 13άδα χαρτιών, είναι ίση για κάθε πιθανή 13άδα. Και όλες είναι το ίδιο πιθανές … όσο απίθανες και να μας φαίνονται εκ πρώτης όψεως. Η πιθανότητα να μοιραστεί η 13άδα των 13 «καρό» είναι ακριβώς ίδια με την πιθανότητα να μοιραστεί μια οποιαδήποτε άλλη 13άδα.
Μια εκπληκτική ιστορία μας φέρνει όμως ξανά το ερώτημα για το αν υπάρχει τύχη ή όχι. Την αναφέρει ο μαθηματικός Warren Weaver, στο βιβλίο του, «Lady Luck: The Theory of Probability» («Η κυρία Τύχη: η θεωρία των πιθανοτήτων») απ’ όπου δημοσιεύτηκε και στο περιοδικό «Life»:
Στις 1-3-1950, και τα 15 μέλη της χορωδίας της εκκλησίας της Beatrice στη Nebraska, καθυστέρησαν στο ραντεβού που είχαν στις 7:20 για πρόβα. Όλοι είχαν κάποιο σοβαρό αλλά και συνηθισμένο λόγο να αργήσουν. Στις 7:25 η εκκλησία καταστράφηκε από έκρηξη ! Τα μέλη της χορωδίας θεώρησαν το γεγονός σαν «θεϊκή παρέμβαση». Ο Weaver υπολόγισε τις πιθανότητες να συμβεί ένα τέτοιο γεγονός μαζικής καθυστέρησης, σε μία στο εκατομμύριο. (σ.τ.μ. στην Ελλάδα θα ήταν κάτι παραπάνω από φυσιολογικό να συμβεί !!!)
Πώς λοιπόν να εξηγήσουμε τέτοιες «σκόπιμες» συμπτώσεις;
Όμως αξίζει εδώ να αναφερθεί η θεωρία του ψυχολόγου Carl Jung, ο οποίος διατύπωσε την Αρχή της «Συγχρονικότητας» που συνδέει γεγονότα, τα οποία δεν συνδέονται με κάποια φανερή σχέση αιτίας. Στο έργο του «Δομή και Δυναμική της Ψυχής», αναφέρει πώς άρχισε να παρατηρεί συμπτώσεις που προκαλούσαν ανοικτά τους υπολογισμούς των πιθανοτήτων, στη διάρκεια των ερευνών του για το Συλλογικό Ασυνείδητο.
Για παράδειγμα, καθώς μια νεαρή ασθενής του περιέγραφε ένα όνειρό της, στο οποίο της δίνονταν ένας χρυσός σκαραβαίος, ένα έντομο μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο. Όταν το έπιασε ο Jung διαπίστωσε ότι ήταν ένα σκαραβοειδές σκαθάρι, ότι πιο κοντινό σε χρυσό σκαραβαίο, θα μπορούσε να υπάρξει στην περιοχή, το οποίο μάλιστα δεν συνηθίζει να μπαίνει σε σκοτεινούς χώρους.
Αντίθετα κινείται στο φως της ημέρας… Και μπήκε την κατάλληλη στιγμή. Ποιος άραγε προκάλεσε τη σύμπτωση: ο Jung ή η ασθενής του; Ο ψυχαναλυτής Nandor Fodor παρατήρησε πάντως ότι, η ασθενής είχε μια ήταν υπερβολικά ορθολογική συμπεριφορά που την έκανε ψυχολογικά απρόσιτη. Μετά την εμφάνιση του σκαραβαίου η συμπεριφορά της βελτιώθηκε και οι συνεδρίες έγιναν πιο αποδοτικές.

Ο Jung πίστευε ότι, το φαινόμενο της Συγχρονικότητας συνδέονταν με ψυχικές καταστάσεις που αναπτύσσονται μέσω της επιρροής των Αρχετύπων, τα οποία όριζε σαν πρότυπα (μοντέλα) έμφυτα στην ανθρώπινη ψυχή και κοινά για όλη την ανθρωπότητα.
Ο Jung αναφέρει συχνά τα Αρχέτυπα, σαν «αρχέγονες εικόνες», που παρέχουν την αναπαράσταση όλων των ανθρώπινων στάσεων απέναντι στον θάνατο, τη σύγκρουση, το σεξ, τη μετενσάρκωση και τη μυστικιστική εμπειρία. Κάποιες φορές ένα αρχέτυπο ενεργοποιείται από ένα συναισθηματικά φορτισμένο γεγονός και τότε τείνει να έλκει γεγονότα παρόμοιας φύσης, ανοίγοντας δρόμο στα γεγονότα που ονομάζουμε «συμπτώσεις».
Ο Jung δέχονταν επίσης την ύπαρξη μιας «περίεργης αλληλεξάρτησης των αντικειμενικών στοιχείων μεταξύ τους, καθώς και με τις υποκειμενικές (ψυχικές) καταστάσεις του παρατηρητή». Μάλιστα εντόπισε δείγματα αυτής της αλληλεξάρτησης – που θεωρούσε άρρηκτα δεμένη με την έννοια της Συγχρονικότητας – τόσο στις ψυχιατρικές του σπουδές, όσο και στην έρευνά του πάνω στις εσωτεριστικές πρακτικές.
Έτσι, θεωρούσε την κινέζικη μαντική μέθοδο του Ι Τσινγκ σαν έκφραση της Αρχής της Συγχρονικότητας. Θεωρούσε ότι αυτό που θεωρούμε εμείς – στη Δύση – σαν είναι το κύριο ενδιαφέρον της κινέζικης σκέψης ενώ αυτό που εμείς λατρεύουμε σαν αιτιότητα περνάει σχεδόν απαρατήρητο. Ενώ η Δυτική σκέψη προσεκτικά ζυγιάζει, επιλέγει, ταξινομεί και απομονώνει, η Κινέζικη μια πιο ολιστική εικόνα του κόσμου, δίνοντας σημασία και στην παραμικρή λεπτομέρεια που συνθέτει μια στιγμή. Κάθε στιγμή απαρτίζεται από όλα αυτά τα «ασήμαντα» συστατικά.
Αργότερα, ο Jung προέκτεινε την έννοια της Συγχρονικότητας και στην Αστρολογία. Όταν μάλιστα ανέφερε το ενδιαφέρον του για την Αστρολογία και την πεποίθησή του για τη μελλοντική της χρησιμότητα, με ένα γράμμα του στον Freud, ο τελευταίος αντέδρασε, κατηγορώντας τον Jung ότι είχε πέσει θύμα της «μαύρης παλίρροιας του βούρκου του αποκρυφισμού».
Μη εγκαταλείποντας τις θέσεις του ο Jung κατέγραψε στα απομνημονεύματά του, άλλο ένα συνταρακτικό συμβάν εμφάνισης Συγχρονικότητας, που μάλιστα συνέβη ενώ ήταν μαζί με το Freud: Στέκονταν μαζί δίπλα σε μια βιβλιοθήκη όταν ο Jung ένιωσε το διάφραγμά του να γίνεται σαν από σίδερο και να καίει, να πυρακτώνεται. Ταυτόχρονα ακούστηκε ένας δυνατός κρότος σαν να επρόκειτο να πέσει πάνω τους η βιβλιοθήκη.
Ο Jung βρήκε την ευκαιρία να παρουσιάσει το συμβάν σαν ένα παράδειγμα φαινομένου καταλυτικής εξωτερίκευσης. Ο Freud αντέδρασε αποκαλώντας τα αυτά, «ανοησίες». Τότε, ο Jung τον προκάλεσε, υποστηρίζοντας ότι μπορούσε να προβλέψει ότι το πολύ σε ένα λεπτό ο κρότος θα ξανακούγονταν. Πριν καν τελειώσει τα λόγια του ο κρότος ξανακούστηκε, αφήνοντας τον Freud εμβρόντητο.
Σύμμαχό του στην προσπάθεια να διατυπώσει τη θεωρία του για τη Συγχρονικότητα, ο Jung βρήκε τη κβαντική Φυσική, στα πλαίσια της οποίας είχε διατυπωθεί η θεωρία ότι έναπεδίο του χώρου μπορεί να γίνει αντικειμενικά γνωστό, μόνο με την ύπαρξη ενός παρατηρητή, ο οποίος όμως επεμβαίνει (αναγκαστικά, με την παρουσία του) στην κατάσταση του χώρου. Οι ανακαλύψεις αυτές βοήθησαν τον Jung να καταλάβει διαισθητικά ότι ύλη και συνείδηση συνδέονται με ουσιώδη τρόπο, σαν δυο συμπληρωματικές όψεις μιας ενοποιημένης πραγματικότητας.
Αλλά και πολύ πριν τον Jung, άλλοι διανοούμενοι και επιστήμονες είχαν διατυπώσει θέσεις που συνέδεαν αλληλεπιδραστικά την ύλη και τη συνείδηση. Ο ιστορικός Arthur Koestler μιλούσε για τη χωρητικότητα της ανθρώπινης ψυχής σαν «ένα κοσμικό αντηχείο». Παρόμοιες απόψεις είχαν ο Kepler και ο Pico della Mirandola. Ο Koestler γράφει επίσης στο έργο του «The Roots of Coincidence» («Ρίζες της Σύμπτωσης») για μία «θεμελιώδη ενότητα των πραγμάτων», που υπερβαίνει τη μηχανική αιτιότητα.
Η έννοια ενός πνευματικού μικρόκοσμου που αντανακλούσε συμπαντικά πρότυπα και που ο Leibnitz αποκαλούσε «μονάδα», βασίζονταν στην ιδέα ότι το άτομο και το σύμπαν αλληλεπιδρούν εξαιτίας μιας προ-εγκαθιδρυμένης αρμονίας. Αλλά και για τον Schopenhauer, τα πάντα ήταν «αλληλοεξαρτώμενα και συγχρονισμένα με όμοιο τρόπο.»
Ο Koestler έδωσε παραδείγματα ενοποίησης και αλληλεπίδρασης μέσα απ’ την ίδια την εξέλιξη της επιστήμης, καθώς οι διάφοροι τομείς της φυσικής συνδυάστηκαν ή συγχωνεύτηκαν, στη διάρκεια του τελευταίου αιώνα: π.χ. ο ηλεκτρισμός και μαγνητισμός συγχωνεύτηκαν στην ηλεκτρομαγνητική θεωρία, ενώ τα Η/Μ κύματα συνδέθηκαν με μια σειρά φαινομένων, όπως το φως, το χρώμα, τη θερμική ακτινοβολία και τα ερτζιανά κύματα.
Η Χημεία αγκαλιάστηκε απ’ την Ατομική Φυσική. Ο έλεγχος του σώματος απ’ τα νεύρα και τους αδένες, συνδέθηκε με ηλεκτροχημικές διεργασίες, ενώ τα άτομα διαιρέθηκαν στα «δομικά στοιχεία» των πρωτονίων, των ηλεκτρονίων και των νετρονίων. Αργότερα, όλα αυτά τα θεμελιώδη σωματίδια, συγκεντρώθηκαν στην έννοια απλών «πακέτων συμπυκνωμένης ενέργειας».
Σήμερα, όλο και πολλοί οικολόγοι και επιστήμονες κλίνουν προς την άποψη ότι, υπάρχει μια αλληλεξάρτηση, που συνδέει τα πάντα στον κόσμο, με όμοιο τρόπο που οι αρχαίοι μιλούσαν για τη «συμπάθεια» της ζωής.
Παράλληλα στο Πανεπιστήμιο του Ώστιν στο Τέξας, ο νομπελίστας φυσικός Ilya Prigogine μελετάει τον τρόπο που χημικές και άλλου τύπου δομές αναπτύσσουν πρότυπα βγαλμένα απ’ το χάος.
Ο Karl Pribram, νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο του Stanford, πρότεινε τη θεωρία ότι, ο εγκέφαλος είναι ένα είδος «ολογράμματος», ένας αναλυτής μοντέλων και συχνοτήτων, που δημιουργεί την «σκληρή» πραγματικότητα, ερμηνεύοντας συχνότητες από μια διάσταση πέρα απ’ το χώρο και το χρόνο. Με άλλα λόγια, ο φυσικός κόσμος που ξέρουμε είναι «ισομορφικός» – δηλαδή όμοιος – με τις διαδικασίες του εγκεφάλου.
Ίσως λοιπόν, μια συμμαχία κβαντικών φυσικών, νευρολόγων, παραψυχολόγων και μυστικιστών να μας δώσει μια νέα και διαφορετική εικόνα του σύμπαντος, μη-αιτιοκρατικού αλλά «συμπαθητικού», που λειτουργεί πιο πολύ σαν μια μεγάλη σκέψη παρά σαν μια μεγάλη μηχανή, ενοποιώντας ύλη, ενέργεια και συνείδηση.
Μόνο τότε ίσως να ελευθερωθούν τα παραφυσικά φαινόμενα απ’ το στίγμα του «αποκρυφισμού» και να μην αντιμετωπίζονται σαν ενοχλητικά. Στα πλαίσια αυτά, οι αντιλήψεις μας και ο κόσμος μας θα αλλάξουν για πάντα.

Ως άλλος… Ιωνάς σχεδιάζει διάπλου μέσα σε ατσαλένια φάλαινα

Ο Τομ Μακλίν κατασκευάζει αυτό το σκάφος είκοσι ολόκληρα χρόνια.

Του έχει δώσει μορφή φάλαινας, το έχει ονομάσει Μόμπι και σκοπεύει να ταξιδέψει με το περίεργο αυτό σκαρί από την Σκωτία μέχρι τη Νέα Υόρκη.

Ο 73χρονος είναι πρώην μέλος των βρετανικών ειδικών δυνάμεων και έχει την περιπέτεια στο αίμα του.

Από μικρός είχε πάθος με τη θάλασσα και ήδη έχει κατακτήσει ρεκόρ για ατομική κωπηλασία και για μοναχικά ταξίδια με γιοτ σε όλον τον Ατλαντικό.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια ξοδεύει όλες τις οικονομίες του, 100.000 λίρες για να τελειοποιήσει τον Μόμπι και αν νομίζετε ότι το σκάφος δεν είναι αξιόπλοο κάνετε λάθος.

Το έχει ρίξει στην περίφημη λίμνη του μυθικού τέρατος Νέσι, στο Λοχ Νες, ενώ έχει ανοιχτεί μαζί του και σε κοντινές αποστάσεις στον ωκεανό.

Στην κοιλιά του κήτους μπορούν να ταξιδέψουν έως και 12 άτομα.

Τώρα εάν όλα πάνε καλά, το μήκους 19 μέτρων και βάρους 62 τόνων ατσάλινο δημιούργημα θα βάλει πλώρη για την Νέα Υόρκη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ένα ταξίδι διάρκειας τουλάχιστον 5 εβδομάδων.

Σκάφος - Μόμπυ - φάλαινα - διάπλος Ατλαντικού
Σκάφος - Μόμπυ - φάλαινα - διάπλος Ατλαντικού
Σκάφος - Μόμπυ - φάλαινα - διάπλος Ατλαντικού
Σκάφος - Μόμπυ - φάλαινα - διάπλος Ατλαντικού
Σκάφος - Μόμπυ - φάλαινα - διάπλος Ατλαντικού

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΡΗΤΟΡΙΚΗ, ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατ᾽ Ἀριστοκράτους § 65-70

Το δικαστήριο των δικαστηρίων

Ο λόγος Κατ᾽ Ἀριστοκράτους εκφωνήθηκε το352 ή το 351 π.Χ. από τον φίλα προσκείμενο προς τον Δημοσθένη Ευθυκλή τον Θριάσιο, που παλαιότερα είχε υπηρετήσει μαζί με τον Δημοσθένη στην περιοχή της Θράκης ως τριήραρχος. Τυπικά ο λόγος γράφεται για μια δικαστική διαμάχη, στην ουσία όμως η διαμάχη αυτή συνδέεται ευθέως με την αθηναϊκή πολιτική στην ιδιαίτερα σημαντική για το εισαγωγικό εμπόριο των Αθηναίων περιοχή της Θράκης.

Η υπόθεση σε γενικές γραμμές έχει ως εξής: Ο αρχηγός μισθοφορικού σώματος Χαρίδημος από τον Ωρεό της Εύβοιας είχε τεθεί διαδοχικά στην υπηρεσία των Αθηναίων και του βασιλιά των Θρακών Κότυ, του οποίου την κόρη παντρεύτηκε. Μετά τον θάνατο του Κότυ, τάχθηκε στο πλευρό του γιου του και διαδόχου του Κερσοβλέπτη. Με ενέργειές του κατάφερε να πείσει τον Κερσοβλέπτη και τους δύο άλλους ηγεμόνες της Θράκης να παραχωρήσουν από κοινού την περιοχή της θρακικής Χερσονήσου στους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι τον τίμησαν με χρυσό στεφάνι και του παραχώρησαν το δικαίωμα του Αθηναίου πολίτη. Ο Χαρίδημος άφησε να γίνει γνωστό στην Αθήνα ότι, αν εγγυηθούν την ασφάλειά του, θα αποσπούσε από τον εχθρό των Αθηναίων Φίλιππο την Αμφίπολη και θα την παραχωρούσε στους Αθηναίους. Ενεργώντας προς αυτή την κατεύθυνση, ο Αριστοκράτης πρότεινεψήφισμα που προέβλεπε ότι, αν κάποιος σκότωνε τον Χαρίδημο, θα μπορούσε να συλληφθεί σε όλη την επικράτεια των Αθηναίων και των συμμάχων -κάτιπου δεν προβλεπόταν από την κείμενη νομοθεσία- και ότι όποιος τον ελευθέρωνε θα εξέπιπτε από τη συμμαχία. Το ψήφισμα αυτό, που εξασφάλιζε προνομιακή μεταχείριση στον Χαρίδημο, το προσέβαλε ο Ευθυκλής με τη διαδικασία της γραφῆς παρανόμων, υποστηρίζοντας δηλ. ότι το ψήφισμα αντίκειται σε υπάρχοντα νόμο. Διεύρυνε μάλιστα την επίθεσή του, προσθέτοντας ότι επιπλέον είναι και ασύμφορο και ότι ο Χαρίδημος δεν είναι άξιος αυτής της ειδικής μεταχείρισης. Αναπτύσσοντας το πρώτο σημείο, ότι δηλ. το ψήφισμα προσκρούει σε υπάρχοντα νόμο, ο Ευθυκλής αναφέρεται, μεταξύ άλλων, και στα δικαστήρια που είχαν την αρμοδιότητα να εκδικάζουν υποθέσεις φόνου. Στο απόσπασμα που παρατίθεται ο λόγος είναι για τον Άρειο πάγο. Από το χωρίο αυτό μαθαίνουμε ενδιαφέροντα πράγματα για την "ιστορία" του δικαστηρίου, για το κύρος του θεσμού και για τη διαδικασία.

Κατ᾽ Ἀριστοκράτους § 65-70

[65] πολλὰ μὲν δὴ παρ᾽ ἡμῖν ἐστι τοιαῦθ᾽ οἷ᾽ οὐχ ἑτέρωθι, ἓν δ᾽ οὖν ἰδιώτατον πάντων καὶ σεμνότατον, τὸ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ δικαστήριον, ὑπὲρ οὗ τοσαῦτ᾽ ἔστιν εἰπεῖν καλὰ παραδεδομένα καὶ μυθώδη καὶ ὧν αὐτοὶ μάρτυρές ἐσμεν, ὅσα περὶ οὐδενὸς ἄλλου δικαστηρίου· ὧν ὡσπερεὶ δείγματος εἵνεκ᾽ ἄξιόν ἐστιν, ἓν ἢ δύ᾽ ἀκοῦσαι. [66] τοῦτο μὲν τοίνυν τὰ παλαιά, ὡς ἡμῖν ἀκούειν παραδέδοται, ἐν μόνῳ τούτῳ τῷ δικαστηρίῳ δίκας φόνου θεοὶ καὶ δοῦναι καὶ λαβεῖν ἠξίωσαν καὶ δικασταὶ γενέσθαι διενεχθεῖσιν ἀλλήλοις, ὡς λόγος· λαβεῖν μὲν Ποσειδῶν ὑπὲρ Ἁλιρροθίου τοῦ υἱοῦ παρ᾽ Ἄρεως, δικάσαι δ᾽ Εὐμενίσιν καὶ Ὀρέστῃ οἱ δώδεκα θεοί. καὶ τὰ μὲν δὴ παλαιὰ ταῦτα· τὰ δ᾽ ὕστερον, τοῦτο μόνον τὸ δικαστήριον οὐχὶ τύραννος, οὐκ ὀλιγαρχία, οὐ δημοκρατία τὰς φονικὰς δίκας ἀφελέσθαι τετόλμηκεν, ἀλλὰ πάντες ἀσθενέστερον ἂν τὸ δίκαιον εὑρεῖν ἡγοῦνται περὶ τούτων αὐτοὶ τοῦ παρὰ τούτοις εὑρημένου δικαίου. πρὸς δὲ τούτοις τοιούτοις οὖσιν, ἐνταυθοῖ μόνον οὐδεὶς πώποτ᾽ οὔτε φεύγων ἁλοὺς οὔτε διώκων ἡττηθεὶς ἐξήλεγξεν ὡς ἀδίκως ἐδικάσθη τὰ κριθέντα.
[67] ἴστε δήπου τοῦθ᾽ ἅπαντες, ὅτι ἐν Ἀρείῳ πάγῳ, οὗ δίδωσ᾽ ὁ νόμος καὶ κελεύει τοῦ φόνου δικάζεσθαι, πρῶτον μὲν διομεῖται κατ᾽ ἐξωλείας αὑτοῦ καὶ γένους καὶ οἰκίας ὅ τιν᾽ αἰτιώμενος εἰργάσθαι τι τοιοῦτον, [68] εἶτ᾽ οὐδὲ τὸν τυχόντα τιν᾽ ὅρκον {τοῦτο ποιήσει} ἀλλ᾽ ὃν οὐδεὶς ὄμνυσ᾽ ὑπὲρ οὐδενὸς ἄλλου, στὰς ἐπὶ τῶν τομίων κάπρου καὶ κριοῦ καὶ ταύρου, καὶ τούτων ἐσφαγμένων ὑφ᾽ ὧν δεῖ καὶ ἐν αἷς ἡμέραις καθήκει, ὥστε καὶ ἐκ τοῦ χρόνου καὶ ἐκ τῶν μεταχειριζομένων ἅπαν, ὅσον ἔσθ᾽ ὅσιον, πεπρᾶχθαι. καὶ μετὰ ταῦθ᾽ ὁ τὸν τοιοῦτον ὅρκον ὀμωμοκὼς οὔπω πεπίστευται, ἀλλ᾽ ἐὰν ἐξελεγχθῇ μὴ λέγων ἀληθῆ, τὴν ἐπιορκίαν ἀπενεγκάμενος τοῖς αὑτοῦ παισὶν καὶ τῷ γένει πλέον οὐδ᾽ ὁτιοῦν ἕξει. [69] ἂν δὲ δόξῃ τὰ δίκαι᾽ ἐγκαλεῖν καὶ ἕλῃ τὸν δεδρακότα τοῦ φόνου, οὐδ᾽ οὕτω κύριος γίγνεται τοῦ ἁλόντος, ἀλλ᾽ ἐκείνου μὲν οἱ νόμοι κύριοι κολάσαι καὶ οἷς προστέτακται, τῷ δ᾽ ἐπιδεῖν διδόντα δίκην ἔξεστιν, ἣν ἔταξ᾽ ὁ νόμος, τὸν ἁλόντα, πέρα δ᾽ οὐδὲν τούτου. καὶ τῷ μὲν διώκοντι ὑπάρχει ταῦτα, τῷ δὲ φεύγοντι τὰ μὲν τῆς διωμοσίας ταὐτά, τὸν πρότερον δ᾽ ἔξεστιν εἰπόντα λόγον μεταστῆναι, καὶ οὔθ᾽ ὁ διώκων οὔθ᾽ οἱ δικάζοντες οὔτ᾽ ἄλλος ἀνθρώπων οὐδεὶς κύριος κωλῦσαι. [70] τί δήποτ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦθ᾽ οὕτως ἔχει; ὅτι οἱ ταῦτ᾽ ἐξ ἀρχῆς τὰ νόμιμα διαθέντες, οἵτινές ποτ᾽ ἦσαν, εἴθ᾽ ἥρωες εἴτε θεοί, οὐκ ἐπέθεντο τοῖς ἀτυχήμασιν, ἀλλ᾽ ἀνθρωπίνως ἐπεκούφισαν, εἰς ὅσον εἶχε καλῶς, τὰς συμφοράς.

***
(65) Υπάρχουν πολλά εδώ, ανάλογα των οποίων δεν υπάρχουν αλλού, υπάρχει όμως και ένα που είναι το πιο χαρακτηριστικό και το πιο αξιοσέβαστο, το δικαστήριο του Αρείου πάγου, για το οποίο είναι δυνατόν να λεχθούν τόσα εγκωμιαστικά, που είτε τα έχουμε ακουστά και ανήκουν στη σφαίρα του μύθου είτε τα γνωρίζουμε εμείς οι ίδιοι, όσα για κανένα άλλο δικαστήριο· από αυτά αξίζει, δείγματος χάριν κατά κάποιον τρόπο, να ακούσετε ένα ή δύο. [66] Κατ᾽ αρχήν, την παλαιά εποχή, όπως παραδίδεται από στόμα σε στόμα, σ᾽ αυτό το δικαστήριο και μόνο συγκατατέθηκαν να δώσουν και να λάβουν ικανοποίηση για φόνο θεοί και να εμφανιστούν ως δικαστές διαδίκων που διαφώνησαν μεταξύ τους, να λάβει, όπως λέγεται, ικανοποίηση ο Ποσειδώνας από τον Άρη για τον γιο του τον Αλιρρόθιο1 και να εμφανιστούν ως δικαστές ανάμεσα στις Ευμενίδες και τον Ορέστη οι δώδεκα θεοί. Αυτά λοιπόν είναι τα παλαιά· όσον αφορά τώρα σε εκείνα που ακολούθησαν αργότερα, τούτο είναι το μόνο δικαστήριο από το οποίο ούτε τύραννος ούτε ολιγαρχία ούτε δημοκρατία δεν τόλμησε να αφαιρέσει την αρμοδιότητα να εκδικάζει τις υποθέσεις φόνου, αλλά όλοι θεωρούν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η δικαιοσύνη που θα απέδιδαν οι ίδιοι δεν θα είχε το κύρος που έχει η δικαιοσύνη που αποδίδεται από το συγκεκριμένο δικαστήριο. Επιπλέον, εκτός από αυτά, που είναι όπως τα περιγράφω, μόνο εδώ κανείς έως σήμερα, ούτε κατηγορούμενος που καταδικάστηκε ούτε κατήγορος που έχασε τη δίκη, δεν απέδειξε ότι η απόφαση που εκδόθηκε υπήρξε άδικη.
...
(67) Γνωρίζετε ασφαλώς όλοι ότι στον Άρειο πάγο, όπου ο νόμος επιτρέπει και επιτάσσει να εκδικάζονται οι υποθέσεις ανθρωποκτονίας, εκείνος που κατηγορεί κάποιον ότι έχει διαπράξει ένα τέτοιο έγκλημα, κατ᾽ αρχάς ορκίζεται επικαλούμενος τον αφανισμό τον δικό του και του γένους του και του σπιτιού του· [68] έπειτα, ο όρκος που δίνει δεν είναι ο τυχών, αλλά ένας όρκος που δεν τον δίνει κανείς σε καμία άλλη περίπτωση· στέκεται όρθιος πάνω στα κομμένα μέλη κάπρου, κριού και ταύρου, που έχουν μάλιστα σφαγεί από τα πρόσωπα που πρέπει και τις ημέρες που πρέπει, ώστε τα πάντα, και ως προς το χρόνο και ως προς τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, να έχουν πραχθεί, στο μέτρο του δυνατού, σύμφωνα με τις ιερές επιταγές. Μετά και από αυτά, εκείνος που έδωσε τέτοιον όρκο δεν γίνεται ακόμα πιστευτός, αλλά αν αποδειχθεί ότι δεν λέει την αλήθεια, χρεώνεται την επιορκία για τα παιδιά του και το γένος του και δεν κερδίζει τίποτα. [69] Αν πάλι κριθεί ότι η κατηγορία ευσταθεί και καταδικαστεί ο δράστης για φόνο, ούτε και τότε δεν έχει εξουσία επί του καταδικασθέντος· εξουσία να τον τιμωρήσουν εκείνον έχουν οι νόμοι και τα εντεταλμένα πρόσωπα, ενώ ο κατήγορος έχει απλώς το δικαίωμα να δει να επιβάλλεται στον καταδικασμένο η τιμωρία που όρισε ο νόμος, πέραν τούτου τίποτε άλλο. Και για μεν τον κατήγορο ισχύουν αυτά· για τον κατηγορούμενο τώρα τα σχετικά με την ορκοδοσία είναι τα ίδια, έχει όμως το δικαίωμα να εγκαταλείψει την πόλη μετά την πρώτη απολογία, και ούτε ο κατήγορος ούτε οι δικαστές ούτε άλλος κανείς έχει εξουσία να τον εμποδίσει. [70] Για ποιο λόγο άραγε, άνδρες Αθηναίοι, υπάρχουν αυτές οι ρυθμίσεις; Επειδή εκείνοι που εξ αρχής εθέσπισαν αυτούς τους κανόνες, όποιοι τέλος πάντων ήσαν, είτε ήρωες είτε θεοί, δεν φάνηκαν σκληροί με τις ατυχίες, αλλά, στο βαθμό που ήταν πρέπον, ανακούφισαν ανθρώπινα τις συμφορές.
----------------
1 Ο Άρης σκότωσε τον Αλιρρόθιο, επειδή εκείνος αποπειράθηκε να βιάσει την κόρη του Αλκίππη. Μετά την πράξη του, ο Άρης δικάστηκε από δικαστήριο που συγκροτήθηκε από θεούς και συνήλθε σε ένα βράχο, ο οποίος έκτοτε ονομάζεται βράχος του Άρη (Ἄρειος πάγος).

Ο Αριστοτέλης και τα μικρά μυστικά της ολιγαρχίας

Mε δεδομένο ότι η ολιγαρχία είναι το πολίτευμα που ευνοεί τους οικονομικά ισχυρούς δεν υπάρχει τίποτε πιο λογικό απ’ το να τίθεται η περιουσία ως πρωταρχικό κριτήριο για τη διεκδίκηση των αξιωμάτων.

Ξεκινώντας από την καλύτερη εκδοχή της ολιγαρχίας (πρόκειται για την ολιγαρχία που βασίζεται στη μετριοπάθεια και που μοιάζει περισσότερο με την πολιτεία) τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: «Στην ολιγαρχία αυτή πρέπει να διαιρέσουμε τα εισοδήματα σε δύο κατηγορίες, στα μικρά και τα μεγάλα. Τα μικρά εισοδήματα επιτρέπουν τη συμμετοχή στα κατώτερα αξιώματα και τα μεγαλύτερα στα ανώτερα αξιώματα». (1320b 22 – 25).

Όμως, αυτό που πρωτίστως πρέπει να διασφαλιστεί είναι η υπεροχή της ισχύος των λίγων που διαχειρίζονται την εξουσία: «Επιπλέον πρέπει να δίνεται το δικαίωμα να μετέχει στην άσκηση εξουσίας ο καθένας που αποκτά το αναγκαίο εισόδημα και να αναλαμβάνουν αξιώματα με βάση το εισόδημα τόσοι πολίτες από το λαό, ώστε μαζί τους οι ολιγαρχικοί να επιβάλλονται σε εκείνους που αποκλείονται από τα αξιώματα». (1320b 25 – 28).

Η τελευταία διευκρίνιση, που θέλει τους ολιγαρχικούς να παραδίδουν θέσεις εξουσίας, έστω δευτερευούσης σημασίας, και σε «πολίτες από το λαό» – πάντα με βάση το εισόδημα – ώστε να μπορούν «να επιβάλλονται σε εκείνους που αποκλείονται από τα αξιώματα» είναι η επισφράγιση του πολιτικού παιχνιδιού, που δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να μετουσιώνεται σε παιχνίδι της ισχύος. Από τη στιγμή που η οργάνωση των πολιτευμάτων τίθεται ως αποτέλεσμα της ταξικής πάλης το μόνο που μένει είναι η εξασφάλιση της υπεροχής.

Αν οι φτωχοί καταφέρουν να έχουν το πάνω χέρι, θα εγκαθιδρυθεί δημοκρατία, αν οι πλούσιοι, ολιγαρχία. Κι όσο πιο στρεβλή είναι η ολιγαρχία, όσο δηλαδή πιο αδιάλλακτη και καταπιεστική, τόσο πρέπει και να αυξάνει τα μέτρα προστασίας για να μην ανατραπεί: «Έπειτα η ολιγαρχία που αντιστοιχεί στο τελευταίο είδος της δημοκρατίας, η πιο καταδυναστευτική και τυραννική απ’ όλες τις ολιγαρχίες, όσο χειρότερη είναι, τόσο περισσότερα μέσα προστασίας απαιτεί». (1320b 30 – 33).

Κι όταν γίνεται λόγος για «μέσα προστασίας», είναι σαφές ότι εννοούνται η αστυνόμευση κι ο εκφοβισμός: «Γιατί, όπως τα εύρωστα και υγιή σώματα και τα γερά πλοία με καλούς καπετάνιους, ικανά για ταξίδια, αντέχουν περισσότερες βλάβες χωρίς να καταστρέφονται εξαιτίας τους, αντίθετα με τα αρρωστιάρικα σώματα και τα σαπιοκάραβα με ανάξιους καπετάνιους που δεν αντέχουν την παραμικρή βλάβη, έτσι και τα χειρότερα πολιτεύματα χρειάζονται πολύ μεγάλη προστασία». (1320b 33 – 1321a 1).

Με δεδομένο ότι η προστασία αυτού του είδους ταυτίζεται με την επίδειξη της ισχύος από την πλευρά της εξουσίας, είναι απολύτως σαφές ότι όσο περισσότερα κατασταλτικά μέτρα προβάλλει ένα πολίτευμα, τόσο περισσότερο φοβάται τις λαϊκές αντιδράσεις. Η φράση «τα χειρότερα πολιτεύματα χρειάζονται πολύ μεγάλη προστασία» καταδεικνύει ότι τα καλύτερα πολιτεύματα είναι αυτά που στηρίζονται στην αποδοχή και τη σύμπραξη του λαού, αφού μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί η κοινωνική γαλήνη. Οι ασφυκτικές προστασίες είναι η παθολογία της μη αποδοχής ή, αν θέλουμε να το θέσουμε διαφορετικά, είναι η βαρβαρότητα της ισχύος ως έσχατο μέσο επιβολής. Γι’ αυτό και αυτές οι καταστάσεις είναι βραχύβιες. Γιατί και ο φόβος πρέπει να ασκείται εντός ορίων. Αν αυτά ξεπεραστούν, δεν μπορεί παρά να απομυθοποιηθεί.

Για τον Αριστοτέλη το ζήτημα της πολιτειακής οργάνωσης τίθεται τόσο ξεκάθαρα ως ταξική αναμέτρηση, που εν τέλει αποκτά στρατιωτικές διαστάσεις: «… αφού ο πληθυσμός διαιρείται σε τέσσερα κυρίως στρώματα, στο γεωργικό, χειρωνακτικό, εμπορικό κι εργατικό, τέσσερα είναι και τα στρατιωτικά σώματα που χρησιμοποιούνται στον πόλεμο, οι ιππείς, οι βαριά οπλισμένοι πεζοί, οι ελαφρά οπλισμένοι πεζοί / ψιλοί και οι ναύτες». (1321a 5 – 7).

Τα σώματα του στρατού (ως μια άλλη εκδοχή της κοινωνικοοικονομικής διαστρωμάτωσης) αναπόφευκτα κρύβουν και πολιτειακές προτιμήσεις, αφού επανδρώνονται σύμφωνα με τις οικονομικές δυνατότητες των πολιτών: «Όπου όμως συμβαίνει να είναι η χώρα πεδινή και ιδανική για άλογα, στον τόπο αυτόν οι φυσικές συνθήκες ευνοούν την εγκαθίδρυση ισχυρής ολιγαρχίας (καθώς η ασφάλεια των κατοίκων εξαρτάται από τη δύναμη του ιππικού, ενώ η εκτροφή των αλόγων είναι υποχρέωση αυτών που έχουν εκτεταμένες ιδιοκτησίες)». (1321a 8 – 11).

Τελικά, αυτός που ελέγχει το στρατό είναι αυτός που θα κυριαρχήσει. Αν ο στρατός απαιτεί ιππικό θα επικρατήσει η ολιγαρχία, επειδή οι πλούσιοι είναι οι στρατιωτικά κυρίαρχοι: «Όπου πάλι το έδαφος απαιτεί οπλίτες για την προστασία του, οι συνθήκες ευνοούν τον επόμενο τύπο ολιγαρχίας (γιατί το σώμα των βαριά οπλισμένων πεζών προϋποθέτει εύπορους πολίτες μάλλον παρά άπορους). Αντίθετα το σώμα των ελαφρώς οπλισμένων πεζών και το ναυτικό είναι εντελώς δημοκρατικές δυνάμεις». (1321a 12 – 14).

Κι εδώ βρίσκεται το μεγάλο μυστικό της ολιγαρχίας (κι όχι μόνο αυτής), που οφείλει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη, αν θέλει να κυριαρχήσει. Τα σώματα στρατού των ελαφρά οπλισμένων και των ναυτών πρέπει να προσεχτούν ιδιαίτερα κι όσο το δυνατό να μην επιτρέπεται να γίνονται πολυπληθή: «… όπου τέτοια σώματα είναι πολυπληθή, όταν ξεσπάει εμφύλια διαμάχη, οι ολιγαρχικοί αγωνίζονται πολλές φορές σε δύσκολες συνθήκες». (1321a 15 – 16).

Αυτό που μένει είναι ο έλεγχος της στρατιωτικής ηγεσίας, ώστε να τηρηθούν οι επιθυμητές ισορροπίες που θα εξασφαλίσουν την ολιγαρχική υπεροχή. Με δεδομένο ότι ο στρατός χρειάζεται και βαριά και ελαφρά οπλισμένους πρέπει να υπάρχει διαρκής μέριμνα για να μη χαθεί ποτέ ο έλεγχος από αυτούς που έχουν το βαρύ οπλισμό, αφού, αν τα πράγματα ξεφύγουν και οι ελαφρά οπλισμένοι βρεθούν σε θέση ισχύος, όλα γίνονται επίφοβα.

Μια διορατική ολιγαρχία οφείλει να μεριμνήσει για τη διαίρεση των πολιτών σε ακόμη περισσότερες υποκατηγορίες και τη σωστή – συμφέρουσα διαπαιδαγώγηση από την πιο μικρή ηλικία: «Επομένως, αφού οι ολιγαρχικοί, όταν χρησιμοποιούν αυτούς (τους ελαφρά οπλισμένους) για τη συγκρότηση στρατιωτικής δύναμης, είναι σαν να τη συγκροτούν εναντίον του εαυτού τους, το σωστό είναι να διαιρούν τους στρατεύσιμους σύμφωνα με την ηλικία, σε μεγαλύτερους και νεότερους και οι πατέρες να γυμνάζουν τους γιους τους από την παιδική ακόμη ηλικία με ασκήσεις ελαφρές και με ελαφρό οπλισμό και, αφού γίνει η επιλογή από μικρή ήδη ηλικία, να αποκτήσουν οι νέοι την ευκινησία και την ικανότητα που απαιτούν αυτές οι ασχολίες». (1321a 21 – 26).

Και βέβαια, όταν ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε παιδιά που πρέπει να μάθουν να πολεμούν με ελαφρό οπλισμό μετά από μαθήματα των πατεράδων τους, είναι προφανές ότι απευθύνεται στα παιδιά των πλουσίων, που οφείλουν να ξέρουν καλά και τον πολεμικό ρόλο των ελαφρά οπλισμένων, ώστε να μπορούν να αντεπεξέλθουν σε κάθε ενδεχόμενη πρόκληση.

Η Πηνελόπη Τζιώκα – Ευαγγέλου σημειώνει: «Γι’ αυτό προτείνει ο Αριστοτέλης να εκπαιδεύονται και ως ελαφρώς οπλισμένοι πολίτες οι νέοι των ανώτερων τάξεων, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν το πλήθος των ελαφρώς οπλισμένων σε περίπτωση εμφύλιου πολέμου, αλλά και να επέλθει μια τέτοια μείξη του στρατεύματος ως προς την κοινωνική προέλευση των οπλιτών που να αποδυναμώνει τη δύναμη των οπλιτών από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Με δεδομένο μάλιστα ότι το ιππικό και το σώμα των βαρέως οπλισμένων οπλιτών αποτελούνται μόνο από νέους των ανώτερων κοινωνικά στρωμάτων, διαμορφώνεται ένας τρόπος προφύλαξης από τον “ταξικό” εχθρό σε επίπεδο στρατιωτικό». (σελ. 447).

Όμως, η έξυπνη ολιγαρχία πριν απ’ όλα οφείλει να προσέξει να μη φτάσουν τα πράγματα στα άκρα. Οφείλει δηλαδή να παρουσιάζει το πρόσωπο της μετριοπάθειας δίνοντας την εντύπωση στο λαό ότι – με κάποιες προϋποθέσεις – θα μπορούσε να συμμετέχει στα αξιώματα: «Παράλληλα η παροχή των πολιτικών δικαιωμάτων στο πλήθος να γίνεται ή με τον τρόπο που επισημάνθηκε προηγουμένως, δηλαδή να παρέχονται σε όσους αποκτούν το ορισμένο εισόδημα ή με τον τρόπο των Θηβαίων, καθώς παρέχονται εκεί σε όσους για ένα χρονικό διάστημα απέχουν από χειρωνακτικά επαγγέλματα ή όπως στη Μασσαλία όπου περνούν από δοκιμασία οι άξιοι που έχουν ήδη αξιώματα αλλά κι εκείνοι που δεν έχουν». (1321a 26 – 31).

Αυτό που προτείνεται δηλαδή είναι η ψευδαίσθηση της συμμετοχής, αφού όλοι έχουν το δικαίωμα της πρόσβασης στα αξιώματα αρκεί να πληρούν τις ανάλογες προϋποθέσεις. Το ζήτημα είναι οι προϋποθέσεις αυτές να αποκλείουν τα λαϊκά στρώματα. Ο καθένας, αν είναι άξιος, μπορεί να ανεβάσει το εισόδημά του και να διεκδικήσει αξιώματα, όπως ο καθένας μπορεί, αν θέλει, να απέχει από τις χειρωνακτικές εργασίες. Στην πράξη όμως, είναι προφανές, ότι ο φτωχός είναι πολύ δύσκολο να μη δουλεύει ή να αποκτήσει την πρέπουσα περιουσία ή να περάσει τη δοκιμασία. Τα κριτήρια αυτού του είδους λειτουργούν καθησυχαστικά, αφού και εξασφαλίζουν ότι τα αξιώματα θα πάνε στα σωστά χέρια και μεταθέτουν την ευθύνη στο φτωχό που μονίμως αδυνατεί να φανεί αντάξιος των κριτηρίων.

Κι εδώ ακριβώς είναι η ουσία της έξυπνης ολιγαρχίας. Να δίνει την εντύπωση της ισότητας, αφού τα κριτήρια είναι τα ίδια για όλους, και ταυτόχρονα να υποθάλπει την ανισότητα με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο. Η λογική είναι απλή. Όποιος δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για τα αξιώματα δεν είναι άξιος γι’ αυτά. Και η αξιοκρατία είναι η ύψιστη δικαιοσύνη. Αυτό που μένει είναι ο έλεγχος των κριτηρίων που μετρούν την αξία.

Δεν υπάρχει πιο υποταγμένος λαός από εκείνον που έχει πειστεί για την κατωτερότητά του: «Εξάλλου συμφέρει στους άρχοντες, όταν αναλαμβάνουν κάποιο δημόσιο αξίωμα, να τελούν μεγαλοπρεπείς θυσίες και να ανεγείρουν κάποιο δημόσιο κτίριο, προκειμένου ο λαός, μετέχοντας στις εορταστικές εκδηλώσεις και βλέποντας την πόλη στολισμένη με αναθήματα και οικοδομήματα να καλοβλέπει τη διατήρηση του πολιτεύματος». (1321a 35 – 39).

Τα μεγάλα μνημεία δεν είναι παρά επιτεύγματα του πολιτεύματος. Κάθε πολίτευμα που θέλει να παραμείνει, οφείλει να δείχνει τα σύμβολα της υπεροχής του. Όσο πιο λαμπρά, τόσο πιο λαμπρή και η αίγλη του πολιτεύματος. Και για την ολιγαρχία υπάρχει κι ένας λόγος παραπάνω. Τα πανίσχυρα σύμβολα της ισχύος καθιστούν τον πολίτη απολύτως μηδαμινό. Ποιος θα τολμήσει να αμφισβητήσει μια τόσο μεγαλειώδη εξουσία; Όμως αυτό σε καθαρά ατομικό επίπεδο. Γιατί σε συλλογικό, αυτού του είδους τα έργα τονώνουν την πατριωτική αυτοπεποίθηση. Κι εδώ κρύβεται ο ιδανικός συνδυασμός της πολιτικής ισχύος· πανίσχυρο κράτος κι εκμηδενισμένος πολίτης.

Όσο για το μέτρο των πανάκριβων λειτουργιών, που οφείλουν να εκτελούν οι κάτοχοι των αξιωμάτων, είναι αδύνατο να μην εκληφθεί ως μέτρο προς αποκλεισμό των φτωχών: «Και ακόμη περισσότερο οι ανώτατοι φορείς εξουσίας, με βάση τα πολιτικά τους δικαιώματα, οφείλουν να αναλαμβάνουν δαπανηρές λειτουργίες με σκοπό να αποφεύγει ο λαός με τη θέλησή του να αναλαμβάνει πολιτικά αξιώματα και να είναι διαλλακτικός με τους άρχοντες, με τη σκέψη ότι πληρώνουν πολύ ακριβά την τιμή του αξιώματός τους». (1321a 31 – 35). Οι λειτουργίες αυτού του τύπου, που καθιστούν τα αξιώματα απαγορευτικά δαπανηρά για τα λαϊκά στρώματα, ισοδυναμούν εμμέσως (πλην σαφώς) με την εξαγορά τους, αφού επιφέρουν ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα.

Ωστόσο, σημασία δεν έχει η ουσία, αλλά το περιτύλιγμα. Αν τα αξιώματα ήταν ευθέως εξαγοράσιμα προϊόντα, είναι προφανές ότι θα προέκυπτε δυσφορία από το απροκάλυπτο της ανισότητας. Μ’ αυτό τον τρόπο όμως, η ανισότητα περνά σε δεύτερη μοίρα, αφού ο αξιωματούχος γίνεται ευεργέτης. Κι ο ανιδιοτελής χορηγός της πόλης οπωσδήποτε χρήζει σεβασμού. Είναι τιμή για την πόλη να έχει τέτοιους άρχοντες. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το νόημα της αναζήτησης των τιμών, που πρέπει να είναι βασικό μέλημα για κάθε ολιγαρχικό. Γιατί οι τιμές καταδεικνύουν την ανωτερότητα και η αποδοχή της ανωτερότητας των λίγων είναι το θεμέλιο της ολιγαρχικής λογικής. Είναι αδύνατο να ανεχτεί ο λαός την εξουσία κάποιου που δε σέβεται. Κι η ολιγαρχία οφείλει πρωτίστως να κερδίσει το σεβασμό: «Εξάλλου τέτοια έργα» (επιβλητικά κτίρια εννοείται) «θα μείνουν μνημεία της γενναιοδωρίας των επιφανών πολιτών». (1321a 39 – 40).

Οι ολιγαρχικοί που δε γνωρίζουν αυτό το μικρό μυστικό είναι καταδικασμένοι στην αποτυχία. Ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «Σήμερα όμως οι ολιγαρχικοί δεν πράττουν έτσι αλλά αντίθετα, με δεδομένο ότι επιδιώκουν κυρίως τα κέρδη της εξουσίας παρά τις τιμές». (1321a 40 – 42). Αν δεχτούμε ότι απώτερος στόχος κάθε ολιγαρχίας είναι τα κέρδη και μόνο (μην ξεχνάμε ότι η ολιγαρχία συγκαταλέγεται στα στρεβλά πολιτεύματα), οι ανάξιοι ολιγαρχικοί είναι αυτοί που δεν καταφέρνουν να κρύψουν τις προθέσεις τους. Γι’ αυτό και η πολιτική τους παρουσία είναι επίφοβη και συνήθως βραχύβια. Γιατί χάνουν εντελώς την αξιοπιστία τους. Σαν τα αρπακτικά που είναι αδύνατο να κρύψουν τα νύχια τους.
 
Αριστοτέλης: «Πολιτικά»

Μη συζητάς καθόλου για το πώς είναι ο καλός άνθρωπος’ γίνε τέτοιος

ΓΙΑ ΝΑ ΞΕΠΕΡΑΣΕΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ απόγνωσης, ο Μάρκος Αυρήλιος τονώνει το ηθικό του με διαφόρους τρόπους: εστιάζει την προσοχή του στα άμεσα καθήκοντά του, αυτοσυγκεντρώνεται, συλλογίζεται την καλοσύνη που υπάρχει στον κόσμο, υπενθυμίζει στον εαυτό του ότι το κα­κό δημιουργεί τις ευκαιρίες για να λάμψει η αρετή.

Μη συζητάς καθόλου για το πώς είναι ο καλός άνθρωπος' γίνε τέτοιος...


Κάθε σου στιγμή, ρωμαλέος, ως άνδρας και ως Ρωμαίος, φρό­ντιζε αυτό που περνά από το χέρι σου, με ανεπιτήδευτη σεμνό­τητα, με φιλοστοργία, ελευθεροφροσύνη και αίσθημα δικαίου, εξ-ασφαλίζοντας για τον εαυτό σου την αποδέσμευση από κάθε άλ­λη εξωτερική εικόνα. Και θα την εξασφαλίσεις αν κάθε σου πρά­ξη την κάνεις σα να ήταν η τελευταία της ζωής σου' απαλλαγ­μένη από κάθε απερισκεψία και εμπάθεια ενάντια στις λογικές κρίσεις, από κάθε υποκρισία, φιλαυτία και δυσφορία γι’ αυτά που σου ’λαχαν από τη μοίρα.

Μη σε μπερδεύει η όλη εικόνα της ζωής. Ας μην αγκαλιάσει η σκέψη σου μεμιάς το χαρακτήρα και τον αριθμό όλων των δυσ­κολιών που σε βρήκαν ή πρόκειται να σε βρουν. Αλλά για κάθε παρούσα δυσκολία ρώτα τον εαυτό σου: τι το αφόρητο και ανυ­πόφορο έχει αυτή η δουλειά; Θα ντραπείς να το ομολογήσεις. Έ­πειτα, θύμιζε στον εαυτό σου ότι δεν σε συνθλίβει το μέλλον ού­τε το παρελθόν, αλλά μόνο το παρόν. Όμως το παρόν σμικρύνεται στο ελάχιστο, αν το απομονώσεις και θεωρήσεις τη διάνοιά σου υπεύθυνη που δεν μπορεί να το αντέξει έτσι μεμονωμένο.

Μη σε ταράζουν τα μελλούμενα. Θα φτάσεις και σ’ αυτά, αν χρειαστεί, κουβαλώντας μαζί σου την ίδια λογική που τώρα χρησιμοποιείς για τα παρόντα

Φυσική αγωγή

Τρία είναι τα σημεία στα οποία μπορεί να συνοψιστεί το πνευματικό περίγραμμα και η μοναδικότητα του ύφους των Ελλήνων της προσωκρατικής εποχής.

Το πρώτο είναι η έλξη και η προσήλωσή τους στη μελέτη της φύσης. Η σύλληψη των γενικών ιδεών που διατυπώθηκαν σε γνώμες, και μας περισώθηκαν σαν αποσπάσματα από τη μία, και ο τρόπος με τον οποίο έζησαν από την άλλη, ορμήθηκαν και μορφώθηκαν από ένα μονάχα υπόδειγμα: από τη φύση. Η φύση υπήρξε ο πνευματικός αυτουργός και ο σύμβουλος για τους Προσωκρατικούς. Έξω από τη φύση οι στοχαστές αυτοί δεν γνωρίζουν άλλο καθηγητή

Ουδείς δε αυτού καθηγήσατο,
αναφέρει για το Θαλή ο Διογένης ο Λαέρτιος.

Το δεύτερο είναι η συμπροσπέλαση στο αυτό της μικροκοσμικής και της μακροκοσμικής σύστασης του κόσμου. Αιτία για την επισήμανση και την κατανόηση, σε όλο το τεράστιο φάσμα των συνεπειών του, αυτού του στίγματος της ισορροπίας, αυτού του σημείου της ευκρασίας και της μεσότητας των κοσμικών εναντιοτήτων, υπήρξε η παρθενική – κόρες και κούροι είναι τα απεργάσματα της γλυπτικής της εποχής εκείνης – η αβίαστη, η καθαρή και ξένη στην όποια σκοπιμότητα όραση με την οποία αντίκρυσαν τη φύση.

Ο κόσμος για τους Προσωκρατικούς δεν αποτελείται από την ατελεύτητη ομοιομορφία των φυσικών μονισμών. Ούτε δηλαδή από τους αστέρες-γίγαντες μόνο, ούτε από τα στοιχεία της ύλης αποκλειστικά. Αντίθετα, ο σφυγμός του μυστηρίου του, το θαύμα που τον ζωοποιεί, είναι η συγκατάβαση της οργής των ακροτήτων του σ’ ένα σημείο αρμονίας τόσο βαθειάς, ώστε ο άνθρωπος ζει μέσα της χωρίς να χρειάζεται να τη νοιώθει.

Ο εσμός των πραγμάτων και των δράσεων, που συμπλέκεται με το ρεύμα της ζωής του καθενός και συμπροπέμπει την υπαρκτική μας πορεία, δεν είναι ούτε οι αστέρες ούτε τα στοιχεία, ούτε τα δεκαοχτώ εκατομμύρια βαθμοί Κελσίου στον ήλιο, ούτε η ταχύτητα της κίνησης του δέντρου που μεγαλώνει, ούτε οι κοσμικές ταχύτητες των υψηλών τάξεων.

Αντίθετα, είναι οι συνάνθρωποί μας, τα ζώα, τα δέντρα, το νερό στην ακτή ή στο ποτήρι, και η θαλπωρή του τζακιού. Το πολύ πολύ να μιλήσουμε για μια απόσταση ημεροδρόμων από το Μαραθώνα ως την Αθήνα. Ακόμη και τα μεγάλα μεγέθη του κόσμου οφείλουν να συμπροσπέφτουν στα μέτρα μας. Εάν ο Νείλος ήταν Ηριδανός, δεν θα κυλούσε στην Αφρική αλλά στον ουρανό του Νότου.

Επισημαίνοντας έτσι οι Προσωκρατικοί ότι ο σφυγμός του κόσμου βρίσκεται στο σημείο μεσότητας των συστατικών του όρων, οδηγήθηκαν μ’ ένα τρόπο εκπληκτικά φυσικό στη σύλληψη και στην περιγραφή των βασικών οντολογικών όρων, που αποτελούν έκτοτε τα αιώνια προβλήματα της φιλοσοφίας και των επιστημών. Έτσι ξεπήδησαν οι έννοιες μηδέν και είναι, νοείν και μη-νοείν, γίγνεσθαι και είναι, στάση και φιλία, αδικία και τίση, εξέλιξη και σταθερότητα, δημοκρατία και ολιγαρχία, κλπ.

Εφόσον η φύση μπορεί να συγχωρεί στο αυτό το μέγεθος του μύκητα και το μέγεθος του ελέφαντα, υπάρχει τρόπος για τον άνθρωπο να την ακολουθήσει με πιστότητα, και εκεί που φαίνεται πως θα χρειαστεί να θερίσει τα σπαρτά του Ληλάντιου πεδίου με το ψαλίδι, και εκεί που φαίνεται πως θα υποχρεωθεί να περάσει το νερό του Σπερχειού από την τρύπα της βελόνας.

Το δρεπάνι που θερίζει τις σταχοφόρες απανωσιές του Βαν Γκογκ ή το μασούρι της φτερωτής που κίνησε αιώνες το νερόμυλο, είναι έργα πιστοποιητικά της δυνατότητας του ανθρώπου να συντονίζει την πράξη του με τον ειρμό, πάνω στον οποίο ισορροπούν οι ακραίες ετερότητες του κόσμου.

Το τρίτο είναι η σοφή τους επίνοια να αναγνωρίσουν στους νόμους της φύσης το ρόλο των συμβόλων σήμανσης για τις ανθρώπινες πράξεις. Να υψώσουν δηλαδή τη σύνταξη του κόσμου, με την όλη ιεραρχία του κανονιστικού της καταμερισμού, στη μήτρα των προτύπων που όφειλε να δώσει το πλαίσιο της συμπεριφοράς των ανθρώπων.

Οι Προσωκρατικοί κατανόησαν ότι αυτός ήταν ο αφεύγατος δρόμος, αν ήταν για να είναι το πλαίσιο αυτό να είναι αυθεντικό. Αν ήταν δηλαδή, για να το κοσμήσει η διάρκεια και η στερεότητα του μονίμου. Του μονίμου όχι με την έννοια του αιώνιου – αιώνιο στη φύση, εκτός από την ίδια τη φύση, δεν υπάρχει, αφού και οι ήλιοι της γεννιούνται και πεθαίνουν – αλλά του πολυχρόνιου.

Γιατί πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, εφόσον οι ηθικές αλήθειες θα είχαν ξεπηδήσει από τις υποδείξεις της αλήθειας εκείνης που στηρίζει την οικονομία και την αϊδιότητα του κόσμου!

Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η διαφορά του προσωκρατικού στοχασμού από τις ανάλογες απόπειρες που έγιναν ύστερα, στο χώρο της φιλοσοφίας, της επιστήμης και των θρησκειών, να προχωρήσει ο άνθρωπος σε ενιαίες κοσμοθεωρητικές συλλήψεις, για να στηρίξει επάνω τους καθολικά ηθικά συστήματα.

Ο στοχασμός των Προσωκρατικών δε γινόταν να γίνει σύστημα, ούτε θρησκεία. Στο σημείο μάλιστα αυτό πρέπει να έκαμε ο Πλάτων το λάθος. Γιατί, ενώ ο Πλάτων ήταν ο πρώτος – και ο μόνος και ο έσχατος – που διάβασε βαθύτερα απ’ όλους τη φυσική όραση των Προσωκρατικών, ήταν και ο πρώτος – και ο μόνος όπως δεν θα όφειλε – που προχώρησε στο μη περαιτέρω: στο μοιραίο βήμα του τέλους.

Από τα αδαμαντωρυχεία των Προσωκρατικών δηλαδή, κατασκεύασε το βασιλικό στέμμα της φιλοσοφίας του: το ενσυνείδητο και σκόπιμο σύστημά του.

Φαίνεται σα να ξέφυγε του Πλάτωνα πως ο στοχασμός των Προσωκρατικών είναι ελεύθερος σαν τους ανέμους, και άπιστος σαν τη θάλασσα, και άπειρος σαν το άπειρο, και άπιαστος σαν το κενό, και αδάμαστος σαν τον κεραυνό και τα ηφαίστεια. Τα ονόματα Αναξιμένης, Θαλής, Αναξίμανδρος, Λεύκιππος, Εμπεδοκλής, Ηράκλειτος συνιστούν παραπομπές και νεύματα στα φυσικά στοιχεία: στον αέρα, στο νερό, στο άπειρο, στο κενό, στην Αίτνα, στη φωτιά.

Όλες οι μετά τους Προσωκρατικούς επιγονικές εξάρσεις του ανθρώπινου νου μπορεί να προέβλεψαν και να συνέλαβαν τα πάντα στην εντέλεια. Τους έλειψε όμως το αναγκαίο ένα. Το πρώτον κινούν θα έλεγα ελληνικά. Η κατανόηση δηλαδή, της ανάγκης για την απορροή των ηθικών τύπων από τα φυσικά πρότυπα, για την κατασκευή της ανθρώπινης πανοπλίας στα χυτήρια του φυσικού μετάλλου, για την ομολογία της γνώσης του ανθρώπου στην αλήθεια της φύσης, για την εξίσωση intellectus et rei στα πεδία των πράξεων.

Είναι σίγουρο πως η διάκριση του στοχασμού των Προσωκρατικών από τις ανάλογες υστερινές απόπειρες δεν θα λάβαινε την απόσταση της υπεροχής που έλαβε, αν περιοριζόταν στο θεωρητικό επίπεδο. Το κλειδί του μυστικού δεν είναι έργο της γνώσης, αλλά της βούλησης.

Επιβάλλεται δηλαδή να τονιστεί η εξαιρετική ανδρεία που χρειάστηκε, ώστε το άψυχο μίμημα: φυσικός αρχέτυπος-ηθικός τύπος, να σαρκωθεί από την ανθρώπινη πράξη και να ζωντανέψει.

Η φύση είναι οριακά τέλεια, γιατί είναι οριακά σκληρή. Ποτέ σκορπιός ή ασπίδα δεν χτύπησαν άνθρωπο με τη σκληρότητα που τον χτυπά η φύση. Ακόμη και η θηριωδία του κατ’ εξοχήν αιμοβόρου ζώου της φύσης, του πελματοβάμονος ανθρώπου – όφεις και γεννήματα εχιδνών αποκάλεσε ο Χριστός τους ανθρώπους, όταν κύτταξε αυτήν την πλευρά τους – ωχριά μπροστά στην αναλγησία της φύσης.

Η απλοϊκή πρόταση, που έφτασε ως τη δική μας ηθική σαν παροιμία, ότι δηλαδή η αλήθεια είναι πικρή, απηχώντας κάποια πανάρχαιη ανθρώπινη βίωση, θυμίζει εκείνα τα πέτρινα τσεκούρια που ξέπεσαν στα μουσεία μας από τις εποχές του ανθρώπου των σπηλαίων. Του pithecanthrophus erectus, του homo pekinensis και του homo neanderthalis.

Οι Προσωκρατικοί αποδέχτηκαν τη σκληρότητα που κρύβει η φύση με τόση καρτερία, με όση οξύνοια κατανόησαν την αλήθεια που συνέχει αυτή τη σκληρότητα. Την ομορφιά και την αίγλη του στοχασμού τους την έδωκε η νίκη της ανθρώπινης βούλησης επάνω στον ανθρώπινο φόβο.

Γι’ αυτό και τους βλέπουμε να πεθαίνουν οι περισσότεροι μ’έναν ηρωισμό θεληματικό: ο ένας, σαν Αγρίμης στα βουνά, να καταξεσκίζεται από τα σκυλιά, ο άλλος να δαγκώνει τη γλώσσα του, να την κόβει, και να τη φτύνει καταπρόσωπα στον τύραννο της πόλης του, ο άλλος φορώντας τα χάλκινα πέδιλα να πηδάει στη λάβα της Αίτνας.

Αντίθετα, εκείνο που έδωκε τον κίβδηλο χαρακτήρα σε όλα τα μετά τους Προσωκρατικούς συστήματα, ήταν η νίκη του ανθρώπινου φόβου επάνω στην ανθρώπινη βούληση.

Ο προσωκρατικός αιώνας είναι η αψηλότερη στιγμή της ανθρώπινης συνείδησης.

Τα διανοήματα και τα έργα του ανθρώπου πριν και μετά τον προσωκρατικό αιώνα έχουν λάβει διάταξη στην ανωφέρεια και στην κατωφέρεια των οροσειρών που επιστεγάζουνται από αυτήν την κορυφή.

Αν σήμερα πιστεύεται ότι ο άνθρωπος στις μετά τον προσωκρατικό αιώνα εποχές ξεπέρασε εκείνο το ύψος, αυτή η απατηλή πίστη οφείλεται σε δύο αιτίες.

Πρώτα, γιατί έρχεται στον άνθρωπο εύκολο να γλιστρά, και δύσκολο ν’ αναρριχιέται στον ίλιγγο αυτής της πέτρας. Και ύστερα, γιατί χαμένη η κορυφή αυτή στην συναστεριά των αστραπών και των καταιγίδων, φαίνεται σα να μην υπάρχει, και σα να μην την πάτησαν άνθρωποι ποτέ.

Εάν είναι, υπερβαίνοντας ο άνθρωπος στο μέλλον τη σύγχρονη κρίση του, να ξαναφτάσει ψηλά, αναγκαία θα ανεβεί και θα σταθεί – με μια πείρα διαφορετική μόνο – στην ίδια κορυφή.

Λέγοντας ο Νίτσε τον περασμένο αιώνα ότι το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από το να μην πεθάνει το τραγικό αίσθημα, εννοούσε αυτό ακριβώς.

Γιατί όλα όσα έδωκε ο προσωκρατικός αιώνας ημπορούν να συμφορηθούν στην εκβολή ενός πράγματος: του τραγικού αισθήματος.

Από την εποχή του προσωκρατικού έλληνα η φιλοσοφία, με όλη τη χορεία των πνευματικών επιστημών, δεν έχει προχωρήσει στη διατύπωση νέων λόγων. Στην πραγματικότητα αρκέστηκε να αναμασά τις αλήθειες εκείνες, που μοιάζουν με κομμάτια φλόγες αποσπασμένα από τα έμπυρα μετέωρα του θεού:

Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών
Κομμάτια πέτρες τ’ αποσπάσματα του Ηράκλειτου.

Και το χειρότερο είναι που επικάλυψε και παραποίησε μέσα στη λήθη της ανίας και της στείρας επανάληψης εκείνους τους αρχαϊκούς λόγους.

Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσο και πώς, σ’ένα ύφος περίτεχνης και απολεσμένης μέσα στην ομίχλη των λεπτομερειών δημοσιογραφίας, ο πολύς στις ημέρες μας Καρλ Πόππερ παραποιεί, διαστρέφει, και σκυλεύει τον Ηράκλειτο.

Η άποψη που πριν από δυόμισι περίπου αιώνες διατύπωσε ο Λάιμπνιτς ότι η φιλοσοφία πρέπει να προσανατολιστεί στην κατεύθυνση τού να εκφράζεται στη λιτή και αναγκαία γλώσσα των φυσικών επιστημών, σε μια lingua adamica όπως την ονομάζει, νομίζω ότι υλοποιείται σωστά, εάν ερμηνευτεί σαν προτροπή επιστροφής στη μελέτη των γεωμετρικών προτάσεων των Προσωκρατικών, που δεν ήταν τίποτα άλλο από τα πνευματικά αντικρύσματα των φυσικών νόμων.
HOMOEDU
 
Δημήτρης Λιαντίνης - Homo Educandus

Είναι Μεταδοτική η Κακή Διάθεση;

mpant_moyntΌταν βλέπετε κάποιον να βήχει, λειτουργείτε αυθόρμητα με τέτοιο τρόπο, ώστε να προστατευτείτε από τα μικρόβια. Όταν συναναστρέφεστε με κάποιον που είναι γκρινιάρης ή που συνεχώς διαμαρτύρεται, είναι λιγότερο προφανές το τι πρέπει να κάνετε. Υπάρχουν ωστόσο μελέτες, που δείχνουν, ότι οι διαθέσεις των άλλων μπορεί να είναι το ίδιο κολλητικές με τα μικρόβια.

Οι ψυχολόγοι αποκαλούν αυτό το φαινόμενο «συναισθηματική μετάδοση», μια διαδικασία τριών σταδίων, μέσω της οποίας, τα συναισθήματα ενός ατόμου μεταφέρονται σε κάποιο άλλο.

1. Ασυνείδητος Μιμητισμός: Το πρώτο στάδιο αφορά στον «ασυνείδητο μιμητισμό», κατά το οποίο τα άτομα αντιγράφουν διακριτικά μη λεκτικά σήματα ενός άλλου ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένης της στάσης του σώματός του, τις εκφράσεις του προσώπου του και τις κινήσεις του. Για παράδειγμα, είναι πιθανό να αντιγράψετε μία έκφραση συνοφρυώματος, όταν τη δείτε σε κάποιον άλλον.

2. Στάδιο Ανατροφοδότησης: Στη συνέχεια, οι άνθρωποι μπορεί να εμφανίσουν, ένα «στάδιο ανατροφοδότησης»: επειδή συνοφρυώσατε, τώρα αισθάνεστε λυπημένοι.

3. Στάδιο Μετάδοσης: Κατά τη διάρκεια του τελικού «σταδίου μετάδοσης», τα άτομα έχουν την τάση να μοιράζονται τις εμπειρίες τους, μέχρι τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές τους να αρχίζουν να συγχρονίζονται.

Έτσι, όταν συναντάτε έναν συνάδελφο που αντιμετωπίζει μία άσχημη ημέρα, μπορεί εν αγνοία σας, να «κολλήσετε» μη λεκτικές συμπεριφορές του συναδέλφου σας και να αρχίσετε να βιώνετε μια δυστυχισμένη συναισθηματική κατάσταση. Ο μιμητισμός βέβαια, δεν είναι πάντα αρνητικός, αφού ένα άτομο μπορεί επίσης να υιοθετήσει την καλή διάθεση ενός φίλου ή ενός συναδέλφου, η οποία μπορεί επίσης να συμβάλει στην ενίσχυση του δεσμού τους.

Παρά το γεγονός, ότι ο μιμητισμός δεν γίνεται συχνά αντιληπτός, υπάρχουν φορές που μπορούμε να τον διαπιστώσουμε. Αν υποθέσουμε ότι βλέπετε κάποιον στο μετρό, απέναντι σας, να χασμουριέται, κατά πάσα πιθανότητα, θα αρχίσετε και εσείς να χασμουριέστε, χωρίς να το θέλετε. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν, ότι αυτό το είδος του μιμητισμού είναι πιο συνηθισμένο, στις περιπτώσεις που το άτομο που χασμουριέται, είναι ένα κοντινό μας πρόσωπο, όπως ένα μέλος της οικογένειας μας, ένας καλός μας φίλος ή ο σύντροφός μας. Μια άλλη μελέτη έδειξε, ότι ο «ασυνείδητος μιμητισμός», που ονομάστηκε επίσης ως «το φαινόμενο του χαμαιλέοντα», εμφανίζεται συχνότερα στους περισσότερο συμπονετικούς ανθρώπους.

Η μεταδοτική φύση των συναισθημάτων, μπορεί να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο, όταν τα άτομα βρίσκονται σε συχνή επαφή με το ένα το άλλο.

Σε μια μελέτη, ερευνητές που ασχολούνται με τον γάμο, εξέτασαν πάνω από 150 ζευγάρια για τρία ολόκληρα χρόνια, προκειμένου να διαπιστώσουν, πώς το άγχος ενός συζύγου επηρεάζει τον άλλο σύζυγο, καθώς και γενικότερα την ποιότητα του γάμου. Ανακάλυψαν, ότι, παρ’ όλο που οι γυναίκες δεν επηρεάζονταν σημαντικά, οι άντρες εμφάνιζαν χαμηλότερη συζυγική ικανοποίηση όταν οι σύζυγοί τους, ανέφεραν υψηλά επίπεδα άγχους. Ιδιαίτερα σημαντικό, υπήρξε το γεγονός, ότι η συναισθηματική διασταύρωση, ήταν πιο έντονη, όταν κάποιο ζευγάρι εμπλεκόταν σε αρνητικές πρακτικές επίλυσης των προβλημάτων του, όπως είναι η απόρριψη ή η αρνητική κριτική του άλλου συντρόφου.

Αυτές οι μελέτες τονίζουν και τη σπουδαιότητα των ανθρώπων που επιλέγετε να κάνετε παρέα, ώστε να μπορείτε να υιοθετείτε τις καλές παρά τις κακές διαθέσεις τους.

Η βαρύτερη δυστυχία, είναι ο συμβιβασμός

Υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες ανθρώπων. Κατά κάποια έννοια το λέμε αυτό, δεν υπάγεται βέβαια όλη η ανθρωπότητα σε αυτές μόνο τις τέσσερις κατηγορίες… Εκείνοι που δεν αντέχουν τη μοναξιά. Εκείνοι που νιώθουν ότι αντέχουν τη μοναξιά άμα χρειαστεί να το υποστούν. Εκείνοι που αισθάνονται ότι αγαπούν τη μοναξιά. Και κάποιοι που πιστεύουν πως, εντέλει, μοναξιά δεν υπάρχει.

Η πρώτη κατηγορία φαίνεται να είναι η πιο αδύνατη. Οι άνθρωποι που φοβούνται τη μοναξιά κάνουν τις πιο απερίσκεπτες, τις πιο σπασμωδικές και, ως εκ τούτου, τις πιο επικίνδυνες επιλογές. Διότι αν δεν μπορείς να μένεις, στην ανάγκη έστω, μόνος, αν φοβάσαι τον κενό από άλλα πρόσωπα χώρο και χρόνο σου, τότε εξαναγκάζεσαι να υποχωρείς όλο και σε μεγαλύτερους συμβιβασμούς, να χάνεις το έδαφος κάτω από τον ασταθή βηματισμό σου.

Συμβιβασμούς στις φιλίες, στον έρωτα, στο επάγγελμα, στον γάμο, με τα παιδιά σου, με τους γονείς σου (λάθος μου που το αναφέρω τόσο πίσω, αφού η γονεϊκή σχέση δεν είναι μόνο συνέπεια αλλά κατά κανόνα αιτία της αδυναμίας σου), με τους γείτονες, με τους άλλους οδηγούς στον δρόμο, με κάθε πλάσμα που διασταυρώνεσαι. Θίγεται τότε και αλλοιώνεται η αληθινή σου οντότητα που δεν αντέχει να συναισθανθεί ποια όντως είναι. Δεν έχει καιρό, αφού η μόνη της έγνοια παραμένει – όλο και πιο επιτακτική – μία: να κυνηγώ κάποιους και να είμαι κοντά τους, μήπως ξεμείνω φοβισμένος μέσα στην ανυπόφορη μοναξιά.

Όμως, η βαρύτερη αιτία ανθρώπινης δυστυχίας δεν είναι ο πόνος, η ματαίωση, η ερήμωση, η αρρώστια, η φτώχεια και όσα δεινά φέρνει σε όλους η ζωή. Η μεγαλύτερη αιτία δυστυχίας μας είναι ο συμβιβασμός, οι συμβιβασμοί που κάνουμε. Διότι τα πιο μεγάλα χαρίσματα που δόθηκαν στην ύπαρξη για να ζήσει με πληρότητα είναι δύο: η αγάπη και η ελευθερία. Πρώτα η ελευθερία και ύστερα η αγάπη, αφού μόνο στον βαθμό που είσαι ελεύθερος μπορείς να αγαπάς. Είναι μεγάλος μετρητής ευτυχίας το ερώτημα: Πόσο ελεύθερος είμαι; Πόσο αγαπώ; Υπάρχουν άραγε πολλοί που αντέχουν να απαντήσουν έντιμα; Με μια σχετική ακρίβεια έστω;

Όλο το λέμε και το ξαναλέμε ότι φόβος μοναξιάς είναι φόβος του εαυτού. Κατά βάθος τρομάζουμε να συνομιλήσουμε με την ψυχή μας, όσο μάλιστα περνούν τα χρόνια και πληθαίνουν οι συμβιβασμοί, οι απωθήσεις, οι δειλίες, οι λαθεμένες και αναίτιες στην ουσία υποχωρήσεις, μαζεύεται εντός μας μία υπόγεια αποθήκη που δύσκολα πια καθαρίζεται. Δύσκολα μπαίνεις εκεί, στο μισοσκόταδο, να ψάξεις και να βάλεις κάποια τάξη. Εκεί είναι σκεπασμένοι οι καθρέφτες με τα λευκά σεντόνια του πένθους, που ρίχνουν πάνω στο ασήμι οι τεθλιμμένοι στο σπίτι ενός νεκρού, μια και πένθος θυμίζει ένας χαμένος εαυτός.

Όσο κι αν θέλει να αγαπήσει ένας χαρακτήρας που τρομάζει υπερβολικά με τη μοναξιά, η εξάρτηση και η ανάγκη είναι τόσο μεγάλες που η γνήσια αγάπη περνάει σε δεύτερο πλάνο. Η αγάπη όμως είναι μονάχα του πρώτου πλάνου – πίσω από κάτι άλλο, πληγωμένη εξαφανίζεται. Η αγάπη, και η πιο ταπεινή, είναι το πιο περήφανο από τα αισθήματά μας. Από την άλλη, ένας χαρακτήρας αναγκασμένος, ένας χαρακτήρας εξαρτημένος, πνίγει και ενοχλεί εκείνον με τον οποίο θέλει να σχετίζεται. Ένας τέτοιος τύπος μπορεί να βολεύει τον άλλο με τις εξυπηρετήσεις ή τις κολακείες που πρόθυμα χαρίζει, όμως δεν του εμπνέει εκτίμηση.

Είναι μεγάλης αξίας να μπορείς να λες – και να το εννοείς -: «Είμαι μαζί σου εφόσον συμπλέουμε όμορφα, αλλιώς φεύγω! Δεν είναι ότι παύω να σε αγαπώ, να σε βοηθάω, αλλά μπορώ να σε αγαπώ και από μακριά! Μπορώ να σε νοιάζομαι και από μακριά, αλλά δεν θέλω να σε συναναστρέφομαι! Το κοντά-κοντά μού χαλάει τον χαρακτήρα μου, το κοντά μάς λερώνει την αθωότητά μας». Υπάρχουν μάλιστα κάποια πρόσωπα δικά μας που μόνο από απόσταση μπορεί να τους αγαπά και να τους κατανοεί κανείς. Κοντά τους και για διάφορους λόγους είναι λες και η φύση ταράσσεται, ξεπερνάει τις ανθρώπινες συνήθεις αντοχές το να παλεύεις με στοιχεία του χαρακτήρα τους.

Δίχως όρια στις ανταλλαγές μας δεν είμαστε αξιαγάπητοι, είμαστε μπελάς και ρεζιλίκι. Το πολύ πολύ, και το έσχατο, προσφερόμαστε ως ένα αντικείμενο χρήσης. Κάθε είδους χρήσης και ανάλογα με την περίσταση. Καταντούμε «άνθρωπος-πουρές» που έλεγε ο μπαμπάς μου, παίρνουμε το σχήμα τού όπου μας βάζουνε. Άσχημος δεν είναι ο δίχως δικό του προσωπικό σχήμα;

Ακόμη και οι γονείς, που όλο υποχωρούν και κάνουν στα παιδιά τους ό,τι ζητήσουν και ό,τι είναι γνήσιο και αληθινά καλό, με τα χρόνια καταντούν αντικείμενα των παιδιών τους. Τα παιδιά μπορεί να τους χρησιμοποιούν – έτσι τα έμαθαν -, όμως παράλληλα τους θυμώνουν, τα απογοητεύουν, τα εκνευρίζουν διότι από νωρίς καταλαβαίνουν ότι έχουν γονείς χωρίς χαρακτήρα, χωρίς προσωπικότητα. Πού να στηριχθούν κι αυτά, τι να τα οδηγήσει όσο μεγαλώνουν; Τέτοιοι «τρυφεροί» γονείς τα μπουκώνουν με δωρεές και ευκολίες, όμως δεν τα εμπνέουν να τους σέβονται, να τους υπολογίζουν, να θέλουν να τους μιμηθούν. Δεν υπάρχει μέτρο, σταθμά και αλφάδι σε τέτοιες ανακατωμένες οικογένειες, τα παιδιά θα εξελιχθούν ασύμμετρα, δυσαρμονικά, δυσλειτουργικά, και σίγουρα εξαρτημένα από πρόσωπα και πράγματα, έξω από το ταραγμένο οικογενειακό σπίτι.

Χρειάζονται αγώνες για να χτίζεις αυθεντικές σχέσεις. Γιατί είναι μεγάλος αγώνας το να ρισκάρεις, αν χρειαστεί, απώλειες. Όμως το ρίσκο είναι προϋπόθεση της ειλικρίνειας, βασική προϋπόθεση ελευθερίας. Προϋπόθεση γνήσιας σχέσης τελικά. Ο Χριστός λέει αιωνίως εκείνο το δυσνόητο για τον μαλθακό τρόπο που θέλουμε να ζούμε: «Για να κερδίσεις την ψυχή σου πρέπει να την χάσεις».

Όποιος δεν αντέχει τον χαμό είναι μονίμως χαμένος.

Πρέπει η γυναίκα να έχει το πάνω χέρι το σεξ ή όχι;

 Όταν η σεξουαλική σας ζωή γίνεται κάπως πληκτική, βγάζετε τον κατάλογο με τα μειονεκτήματα του συντρόφου σας. Οι άνδρες συνήθως δυσκολεύονται να καταλάβουν το γυναικείο σώμα και τι το διεγείρει, κάνοντάς τους εύκολο στόχο όταν πρέπει να κατηγορηθεί κάποιος επειδή η ικανοποίηση λιγοστεύει. Και σίγουρα, κάνουν και οι ίδιοι αρκετά λάθη στην κρεβατοκάμαρα. Όμως, όπως αποδεικνύεται , σύμφωνα με τους ειδικούς και οι γυναίκες όμως κάνουν τα δικά τους λάθη…

Ιδού λοιπόν ποια είναι αυτά και τι μπορούμε να κάνουμε για να παίρνουμε την ικανοποίηση που μας αξίζει.

Οι γυναίκες δεν παίρνουν πρωτοβουλία

Πολλές γυναίκες είναι δέσμιες του καθωσπρεπισμού. Δεν θέλουν να γίνονται φορτικές ή να παίρνουν φόρα από το φόβο να θεωρηθούν επιθετικές. Η έλλειψη πρωτοβουλίας στο σεξ είναι ένα από τα μεγαλύτερα λάθη των γυναικών σύμφωνα με τους ειδικούς.

«Οι πιο πολλοί άνδρες νιώθουν πως αυτοί είναι που παίρνουν πρωτοβουλία συνέχεια, κι αυτό φέρνει μια ανισορροπία στο πάθος της σχέσης». Γενικά και οι άνδρες θέλουν να τους διεκδικούν όσο το θέλουν κι οι γυναίκες.

«Η προσκόλληση σε ξεπερασμένες ιδέες για το ρόλο των φύλων επίσης περιορίζει την ικανοποίηση στη σεξουαλική μας σχέση» λένε οι ειδικοί. «Παλιότερα υπήρχε η πεποίθηση πως οι γυναίκες δεν ενδιαφέρονται για το σεξ όσο οι άνδρες. Πιστεύουμε πως υπάρχουν γυναίκες που ενδιαφέρονται για το σεξ όσο οι άνδρες».

Καλό είναι να δείχνετε το ενδιαφέρον σας πού και πού. Ο σύντροφός σας θα το εκτιμήσει, κι εσείς μπορεί να πάρετε κι άλλο ένα είδος ικανοποίησης παίρνοντας την ευθύνη για τη σεξουαλική σας εμπειρία, κάτι που οι ειδικοί θεωρούν πως πρέπει οι γυναίκες να κάνουν. Ας μην ξεχνάμε πως η επιθετικότητα και η ορμητική συμπεριφορά μπορεί να «τρομοκρατήσει», όχι η διεκδίκηση…

Η ευθύτητα στο σεξ, αυτά που μας αρέσουν κι αυτά που δε μας αρέσουν μπορεί να μας κάνουν να αισθανθούμε άβολα, ακόμα και με ένα σύντροφο που είμαστε μαζί πολύ καιρό και κατά τ’ άλλα νιώθουμε αρκετά κοντά του. Όμως μόνο έτσι θα καταφέρουμε να έχουμε μια ικανοποιητική σεξουαλική σχέση.

«Μια γυναίκα πρέπει να πάρει την ευθύνη της σεξουαλικής της επαφής. Κανένας άνδρας δεν μπορεί να φέρει σε οργασμό μια γυναίκα αν η ίδια δεν έχει την ευθύνη της σεξουαλικής στης εμπειρίας. Ακόμα κι ο καλύτερος εραστής δε μπορεί να ξέρει τι χρειάζεται χωρίς η ίδια να του το πει».

Τα καλά νέα είναι πως οι άνδρες θέλουν πολύ να ευχαριστήσουν τις γυναίκες.

«Αν τους το πείτε με τρόπο που δε μειώνει το εγώ τους, θα το εκτιμήσουν. Μπορείτε για παράδειγμα να αναφέρετε ένα που δε σας αρέσει μαζί με άλλα πέντε πράγματα που σας αρέσουν, γιατί εκείνος ακούει και θα το αντιλήφθητε την επόμενη φορά που θα είστε στο κρεβάτι μαζί του. Οι άνδρες ακούν, ειδικά αν είστε ξεκάθαρες».

Ενοχλούνται όταν εκείνος προτείνει κάτι καινούριο

Όταν ένα ζευγάρι είναι καιρό μαζί, είναι φυσικό να θέλει να προσθέσει πράγματα για ποικιλία. Αν ο άνδρας σας θέλει να δοκιμάσει κάτι νέο δε σημαίνει πως είναι δυσαρεστημένος με τη σεξουαλική σας ζωή. Εν συντομία: Μη το παίρνετε προσωπικά.

Όμως είναι σημαντικό να μην ξεφεύγετε από τα όριά σας. «Κανείς δεν πρέπει να αισθάνεται υποχρεωμένος να κάνει κάτι που δε θέλει στο προσωπικό και ιδιωτικό χώρο της σεξουαλικότητας. Αν ο άνδρας σας σάς ζητήσει κάτι που ξεφεύγει από τα όρια της ηθικής σας, καταστήστε σαφές πως ξεπερνά τα όριά σας κι εξηγήστε του γιατί. Φυσικά κάντε το με όσο ωραιότερο τρόπο μπορείτε. Αν πρόκειται για κάτι που δεν είναι θέμα ηθικής αλλά και πάλι δε θέλετε να κάνετε, ξανά εξηγήστε το γιατί. Αν είναι απλώς κάτι που σας τρομάζει κι αρχικά αισθάνεστε άβολα με αυτό, προσπαθήστε να μην υπερβάλετε σε αντίδραση. Αντίθετα, πείτε του πως χρειάζεστε χρόνο να το σκεφτείτε».

Σαφώς το «όχι» είναι δικαίωμα κάθε γυναίκας όταν δεν βρίσκει ενδιαφέρουσες, δεν συναινεί ή νιώθει ότι προσβάλλεται η γενετήσια αξιοπρέπεια της, ειδικά σε περιπτώσεις που φοβάται ότι απειλείται η σωματική της ακεραιότητα.

Συντροφικότητα: Τα μυστικά για να περνάς όμορφα με τη σχέση σου

Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας, συντελείται μια τρυφερή επανάσταση, όπου άνδρες και γυναίκες, σύντροφοι στη ζωή, επιδιώκουν και επενδύουν στην κοντινότητά τους, γιατί ελπίζουν να κερδίσουν από αυτήν.

Σήμερα οι νέοι που αποφασίζουν να είναι μαζί, θέτουν ένα σημαντικό στοιχείο στην κοινή ζωή τους. Την σχέση τους. Κύριο στοιχείο σ’ αυτό που ονο­μάζεται σχέση, είναι η επιθυμία των συντρόφων να είναι μαζί και να μοιράζονται όλες τις πλευρές τους.

Σήμερα τα ζευγάρια θέλουν να είναι μαζί. Αποζητά ο ένας την παρέα του άλλου. Θέλουν να έχουν κοινούς φίλους. Να έχουν κοινές δραστηριότητες. Να μοιράζονται τα μυστικά τους. Να εκφράζουν τα συναισθήματά τους. Να εκτιμούν την άποψη του άλλου για τις προσωπικές τους δυσκολίες. Να απο­λαμβάνουν την τρυφερότητά τους. Να θέτουν σε προτεραιότητα τη σχέση τους.

Στο παρελθόν, αλλά και σήμερα ακόμη, η οικει­ότητα ταυτιζόταν με την άνεση να συμπεριφέρεσαι και να εκφράζεσαι, δίχως να ασχολείσαι με το πώς αισθάνεται ο άλλος. Εν ονόματι της οικειότητας επικρατούσε η ασέβεια προς το πρόσωπο και τα συ­ναισθήματα του άλλου. Μια ψευδεπίγραφη ειλικρί­νεια που δεν γνώριζε να σέβεται. Μια προχειρότη­τα, εν ονόματι της απλότητας. Μια χαλάρωση που οδηγούσε στην αυτοεγκατάλειψη στον προσωπικό χώρο και στην παρορμητική, μη επεξεργασμένη συ­μπεριφορά προς τον σύντροφο.

Η κακοποιημένη έννοια της οικειότητας ήταν η πηγή της αίσθησης του «Παραγνωριστήκαμε!», ή του «Καλύτερα μακριά και αγαπημένοι!», που οδηγούσε στην απομάκρυνση και τέλος στη διακοπή των σχέσεων.

Η αυθεντική οικειότητα μεταξύ των συντρόφων είναι να ξέρει να σέβεται, να γνωρίζει τα όρια που δεν εμποδίζουν την σχέση, αλλά την διασώζουν. Η οικειότη­τα δεν θεωρεί δοσμένο τον άλλο, αλλά διαρκώς δημιουργεί νέους όρους για να τον συναντά στις διαρ κώς μεταβαλλόμενες συνθήκες της ζωής.

Η συντροφικότητα σήμερα αντιπροσωπεύει τη φυσική κατάσταση των νέων που αποφασίζουν τη συμπόρευση ζωής. Παράλληλα, όμως, δεν είναι λίγοι οι μεγαλύτεροι άνδρες και οι γυναίκες, που ανησυχώντας από την ανάπτυξη αυτής της κοντινότητας προσπαθούν να κρατήσουν την παραδοσιακη καχυποψία μεταξύ ανδρών και γυναικών, ρίχνοντας δηλητηριασμένα βέλη ενάντια στα ζευγάρια που κρατούν τα χέρια τους σφικτά και τρυφερά.

Φίλοι και φίλες από νεανικές παρέες προσπαθούν αντίστοιχα να επαναφέρουν τους δικούς στην καθεστηκυία τάξη, όπου την προτεραιότητα έχει η παρέα: «Και εμείς αγαπήσαμε, αλλά δεν χαθήκαμε «Εντάξει, είπαμε, αλλά εσύ το παράκανες! Τι θέλεις να αποδείξεις;».

Αναρωτιέμαι γι’ αυτή την περίεργη απαίτηση πληροφορηθούν οι φίλες και οι φίλοι τις λεπτομέρειες των συναντήσεων του νέου ζευγαριού. Αυτές αηδιαστικές απαιτήσεις μού θυμίζουν γηραιές, υπάρξεις που έχοντας στερηθεί κάθε ίχνος προσωπικής ζωής προσπαθούν μέσα από το κου­τσομπολιό να αρπάξουν κάποια ψίχουλα που θα καλύψουν την υπαρξιακή πείνα τους.

Όμως η ερωτική σχέση απαιτεί την προτεραιό­τητα. Η οικειότητα για να αναπτυχθεί απαιτεί τον προσωπικό χώρο και χρόνο. Απαιτεί την διαρκή τρο­φοδοσία.

Προσωπικός χώρος για την σχέση δεν μπορεί να είναι το παιδικό δωμάτιο που παραχωρείται από «γονείς με κατανόηση», όπου το ζευγάρι θα δει ένα βίντεο και θα αγκαλιαστεί, ενώ μέσα θα είναι οι γο­νείς ή τα αδέλφια ή οι συγκάτοικοι.

Ο προσωπικός χώρος στο ξεκίνημα της σχέσης δεν αφορά μιαν ατελή βίωση των δυνατοτήτων που θα έχουν στο μέλλον, αλλά τον εξωτερικευμένο χώ­ρο του ζευγαριού που διαμορφώνεται από την διαρ­κή επικοινωνία τους. Ο προσωπικός χώρος ανάπτυ­ξης της οικειότητας στο ζευγάρι είναι οι γωνιές που ανακαλύπτουν, οι φωλιές που δημιουργούν.

Ο δημόσιος χώρος επιτρέπει ουσιαστικότερο μοίρασμα εμπειριών και παραδόξως και μεγαλύτερη ιδιωτικότητα στο ζευγάρι που θέλει να μοιραστεί τη ζωή του και να αναπτύξει την οικειότητα στην σχέ­ση του. Η ανακάλυψη και η δημιουργία δυνατοτή­των συνάντησης και μοιράσματος του ζευγαριού στον δημόσιο χώρο επιτρέπει την βίωση κοινών ερε­θισμάτων, που η επεξεργασία τους από τους συντρό­φους οδηγεί στη διαμόρφωση κοινής ταυτότητας.

Ο χρόνος πάντα είναι πολύ λίγος για ένα ζευγάρι που αγαπιέται. Ο χρόνος που αφιερώνεται στις συζητήσεις τους, που αφορούν πληρο­φορίες για τον χρόνο που έζησαν ξεχωριστά και για τα όσα κατάφεραν. Για τα όσα συνειδητοποίησα μόνοι τους και θα ήθελαν να τα μοιραστούν. Για τα όσα όμορφα και σημαντικά έχουν ζήσει τώρα ή στο παρελθόν και θα ήθελαν να τα επεξεργαστούν από κοινού, ώστε να διασωθούν στην κοινή μνήμη. Για τα όσα πικρά, επώδυνα ή αηδιαστικά έχουν ζήσει τώρα ή στο παρελθόν και για τα οποία θέλουν να ορκιστούν ότι θα απουσιάζουν από την κοινή ζωή τους.

Σημαντικός είναι ο χρόνος στο ζευγάρι όταν γε­λούν και αστειεύονται. Όταν εξαφανίζονται όλες οι υπαρκτές δυσκολίες από την θέρμη του έρωτά τους. 'Οταν το παιγνίδισμα γίνεται τρόπος ζωής για όσους σέβονται την σοβαρότητά της. 'Οταν η τρυφερότη­τα δεν αφορά μόνο το προκαταρκτικό στάδιο της σε­ξουαλικής σχέσης, αλλά είναι η ίδια η σχέση. Όταν η καλή διάθεση δεν είναι κουκούλωμα των προβλη­μάτων, αλλά η βεβαιότητα για την δυνατότητα επί­λυσής τους.

Σημαντικός είναι ο χρόνος στο ζευγάρι, όταν μπορούν να χαλαρώσουν δίχως να πρέπει να απο­λογούνται. Όταν μπορούν να αυτοσαρκαστούν, δί­χως να φοβούνται ότι θα ξεπέσουν στα μάτια του συντρόφου. Όταν αντί για γκρίνιες και παράπονα για εκείνα που ήθελαν και δεν έγιναν, μοιράζονται τις επιθυμίες τους και τα όνειρά τους.

0 σύντροφος τότε δεν ακούει απλώς αυτά που του λες, αλλά γνωρίζει να αφουγκράζεται και αυτά που σε δυσκολεύουν να τα ονομάσεις, αυτά που ζητούν τον χρόνο τους για να αναδυθούν, αυτά που δεν έχεις λόγια για να τα εκφράσεις.

Ο σύντροφος που είναι ο καλός σου φίλος. Που δεν κολλάς πάνω του γιατί δυσκολεύεσαι στις σχέ­σεις με τους άλλους, αλλά γιατί μ’ αυτόν έχεις απε­ριόριστες δυνατότητες επικοινωνίας και κατανόη­σης.

Συντροφικότητα. Η δυνατότητα να έχεις τον δι­κό σου άνθρωπο. Τον άνθρωπο που σε γνωρίζει και γι’ αυτό σε εμπιστεύεται. Να έχεις δίπλα σου κά­ποιον που θέλει να σε ακούει, όχι για να σου κάνει χάρη, αλλά γιατί εμπλουτίζεται από την σχέση του με σένα. Να έχεις τον δικό σου άνθρωπο που δεν σε παρεξηγεί, γιατί γνωρίζει να εξηγεί τις προθέσεις σου. Να θέλεις να είσαι μαζί του όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί μαζί του είσαι ολόκληρος ο εαυτός σου.

Συντροφικότητα. Η αίσθηση ότι είναι ο δικός μου άνθρωπος. Ο αγαπημένος. Ο σημαντικός. Αυτός που με δυσκολεύει με το να είναι διαφορετικός, ακό­μη και όταν συμφωνούμε. Αυτός που με δυσκολεύ­ει με το να είναι παρών, ακόμη και στη μοναξιά μου. Αυτός που με δυσκολεύει με το να μη δέχεται συμβιβασμούς μου. Αυτός που με δυσκολεύει με την ομορφιά της αγάπης του. Αυτός που με δυσκολεύει με το να μην του φτάνει ποτέ ο κοινός μας χρόνος. Αυτός που με δυσκολεύει με το να με εμπιστεύεται απροϋπόθετα. Αυτός που με δυσκολεύει με το να μη μου επιτρέπει να εγκλωβίζομαι στα άσχημα. Αυ­τός που με δυσκολεύει με το να μην μου επιτρέπει να παραιτούμαι. Αυτός που με δυσκολεύει με το να με βλέπει ερωτικά, ακόμη και όταν εγώ δεν αντέ­χω τον εαυτό μου. Αυτός που με δυσκολεύει με το να μου ζητά να είμαι ο εαυτός μου και μόνο αυτό.

Ψυχοτρόπες Ουσίες: Μύθοι και Πραγματικότητα

Το φαινόμενο της εξάρτησης από ψυχότροπες ουσίες αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα από τα σοβαρότερα και συχνότερα ψυχοκοινωνικά προβλήματα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Γύρω από το φαινόμενο της εξάρτησης έχουν αναπτυχθεί διάφορες στερεοτυπικές αντιλήψεις και μύθοι, οι οποίοι δημιουργούνται και αναπαράγονται με ποικίλους τρόπους και συμβάλλουν συχνά στη δημιουργία σύγχυσης και παρανόησης αναφορικά με διάφορες πλευρές του φαινομένου, όπως τη δράση των ουσιών, τους αιτιολογικούς παράγοντες που οδηγούν στην χρήση, τη θεραπεία της εξάρτησης και την πρόληψη.

Ας παραθέσουμε λοιπόν κάποιους από τους πιο κοινούς μύθους, σε σχέση με την εξάρτηση:

Μύθος πρώτος: «Κάθε χρήστης ουσιών είναι και εξαρτημένος».

Στην πραγματικότητα, η παραπάνω άποψη είναι ενδεικτική της σύγχυσης που επικρατεί αναφορικά με το τι είναι χρήση μιας ψυχοτρόπου ουσίας και τι συνιστά εξάρτηση από αυτήν. Η ασάφεια στα όρια χρήσης-εξάρτησης μπορεί να οδηγήσει στην υπεραπλούστευση του προβλήματος˙ η εξάρτηση από μια ουσία (ή ουσίες) δεν αφορά μόνο τη λήψη της, αποτελεί τρόπο ζωής.Ο εξαρτημένος δεν είναι απλά ένας άνθρωπος που κάνει χρήση, βρίσκεται υπό την επήρρεια της φαρμακολογικής δράσης της ουσίας ενίοτε και όταν αυτή επέλθει, εκείνος επανέρχεται σε έναν λειτουργικό τρόπο ζωής που τον γεμίζει και τον ευχαριστεί. Όταν αρχίζει η εξάρτηση, το επίκεντρο της ζωής του ατόμου γίνεται η ουσία, σε βάρος οποιασδήποτε άλλης ανάγκης, σχέσης ή δραστηριότητας. Ουσιαστικά δεν ελέγχει την ουσία, αλλά η ουσία τον ίδιο. Το ενδιαφέρον του εξαντλείται στην αναζήτηση, εξασφάλιση και λήψη της ουσίας, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα τις σχέσεις του ατόμου με το οικογενειακό, φιλικό και ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον, τις σπουδές, την εργασία, τα χόμπυ του.

Μύθος δεύτερος: «Η ύπαρξη των ψυχοτρόπων ουσιών ευθύνεται για την εμφάνιση του φαινομένου τις εξάρτησης από αυτές».

Η παραπάνω άποψη αφορά την αιτιολογία της εμφάνισης του φαινομένου της εξάρτησης και αντανακλά μια μονοδιάστατη προσέγγιση αυτής. Στην πραγματικότητα, δεν αρκεί η ύπαρξη των ψυχοτρόπων ουσιών και μόνο, για να αιτιολογήσει την ύπαρξη του φαινομένου της εξάρτησης από αυτές. Αν δεχτούμε την άποψη ότι οι άνθρωποι εξαρτώνται από τις ψυχότροπες ουσίες επειδή απλά εκείνες υπάρχουν, εστιάζουμε αποκλειστικά στις φαρμακολογικές ιδιότητες των ουσιών και στους κινδύνους που συναρτώνται μ’ αυτές , αφήνοντας απέξω παραμέτρους, όπως το ίδιο το άτομο- η προσωπικότητα και οι προδιαθετικοί παράγοντες που υπάρχουν σ’αυτό- το οικογενειακό, καθώς και το κοινωνικο-οικονομικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Άλλωστε από τα αρχαία χρόνια ο άνθρωπος συνυπάρχει με τις ουσίες, χωρίς να υπάρχει το πρόβλημα της εξάρτησης στο βαθμό που υπάρχει σήμερα. Συνεπώς υπάρχουν κι άλλες παράμετροι παίζουν ρόλο στην διατάραξη αυτής της σχέσης ανθρώπου-ουσίας και οι οποίες σχετίζονται κυρίως με το μοντέλο ανάπτυξης της σύγχρονης βιομηχανικής-καταναλωτικής κοινωνίας, δλδ το σύγχρονο αναπτυξιακό μοντέλο.

Μύθος τρίτος: «Η κοινωνία και οι δομές της είναι η αιτία που οι άνθρωποι εξαρτώνται από ναρκωτικές ουσίες».

Στον αντίποδα του προηγούμενου μύθου, υπάρχει μια άλλη αιτιολογική προσέγγιση του φαινομένου της εξάρτησης, σύμφωνα με την οποία οι λόγοι της εξάρτησης ανάγονται σε κοινωνικούς παράγοντες.

Αν δεχτούμε ότι ισχύει ο μύθος της «κακής και αλλοτριωμένης κοινωνίας» που σπρώχνει τους ανθρώπους στα ναρκωτικά, τότε μοιάζει να βάζουμε σε «παρένθεση» τον εξαρτημένο, να τον θεωρούμε «άρρωστο» και ανίκανο να διαχειριστεί την ύπαρξη και τη ζωή του μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο. Επίσης, με την παραπάνω παραδοχή, υπάρχει ο κίνδυνος της γενίκευσης, ο κινδυνος δλδ να θεωρήσουμε ότι όλοι οι εξαρτημένοι είναι το ίδιο, ενώ στην πραγματικότητα, κάθε εξαρτημένος αποτελεί μοναδική περίπτωση.

Το φαινόμενο της εξάρτησης είναι ένα ψυχοκοινωνικό φαινόμενο˙αυτό σημαίνει ότι στην εμφάνιση και εγκατάσταση του παίζουν ρόλο παράμετροι ψυχολογικές, πολιτισμικές, οικονομικές, ιδεολογικές, πολιτικές που διαπλέκονται και αλληλεπιδρούν. Οι ψυχοπιεστικές συνθήκες του σύγχρονου τρόπου ζωής, η αναγωγή των υλικών αγαθών ως υπέρτατη αξία, η περιφρόνηση των πνευματικών αναγκών του ανθρώπου, η παθητικότητα ως στάση ζωής, η έλλειψη αλληλεγγύης, γνήσιου ενδιαφέροντος και ειλικρίνειας στις ανθρώπινες σχέσεις, η κρίση θεσμών όπως η οικογένεια, τα προσωπικά αδιέξοδα και ελλείμματα, οι εσωτερικές συγκρούσεις του ατόμου, αποτελούν ενδεικτικά κάποιους από τους παράγοντες που αλληλεπιδρούν και παίζουν ρόλο στην εμφάνιση εξαρτητικών συμπεριφορών.

Δεν μπορούμε λοιπόν να ανάγουμε την αιτία της εξάρτησης μόνο σε ένα παράγοντα (π.χ. άτομο, οικογένεια, κοινωνικές δομές). Αυτό που φαίνεται είναι ότι είναι ένα φαινόμενο πολυπαραγοντικό, με γενεσιουργές αιτίες που κατά κάποιο τρόπο μας επηρρεάζουν όλους, απλά κάποιοι είναι πιο ευάλωτοι και είναι αυτοί στους οποίους εμφανίζεται και εγκαθίσταται ως σύμπτωμα μιας γενικευμένης παθολογίας.

Μύθος τέταρτος: «Η εξάρτηση από ουσίες είναι αρρώστια».

Η άποψη αυτή, σύμφωνα με την οποία η εξάρτηση θεωρείται «αρρώστια», αποτελεί μια κοινή παρανόηση, η οποία φαίνεται να υιοθετείται και να αναπαράγεται τόσο από τα ΜΜΕ, όσο και από άτομα που εμπλέκονται στον χώρο της υγείας.

Στην πρωτοπαθή εξάρτηση-όταν δλδ η εξάρτηση δε συνυπάρχει ή είναι σύμπτωμα ψυχικής ασθένειας-, ο εξαρτημένος δεν είναι άρρωστος με την ιατρική έννοια του όρου. Οι προδιαθετικοί παράγοντες στο άτομο παίζουν ένα ρόλο, αλλά δεν αποτελούν τη μοναδική αιτία της εξάρτησης. Συνεπώς, η «ιατρικοποίηση» του φαινομένου και η αντιμετώπιση του εξαρτημένου σαν ψυχιατρικό περιστατικό, οδηγούν σε λάθος πρακτικές αντιμετώπισης του προβλήματος (όπως για παράδειγμα σε αυστηρά μέτρα καταστολής), παραβλέποντας άλλους γενεσιουργούς παράγοντες , όπως είναι το οικογενειακό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον του ατόμου.

Μύθος πέμπτος: «Η λύση στο πρόβλημα της ουσιοεξάρτησης είναι η επιβολή αυστηρών νομοθετικών μέτρων καθώς και μέτρων καταστολής».

Η διεθνής εμπειρία μέχρι τώρα έχει δείξει ότι ακόμη και σε χώρες που εφαρμόστηκε η θανατική ποινή σε εμπόρους ναρκωτικών, αυτό που συνέβει ήταν να ανέβει η τιμή τους στα ύψη, χωρίς να επέλθει ουσιαστική λύση στο πρόβλημα. Συνεπώς, η λύση του προβλήματος της εξάρτησης δεν αρχίζει και τελειώνει στην επιβολή και μόνο κατασταλτικών μέτρων, παραβλέποντας τις γενεσιουργές αιτίες του προβλήματος.

Μύθος έκτος: «Η αποποινικοποίηση της χρήσης, θα οδηγήσει στη λύση του προβλήματος της εξάρτησης».

Αν δεχτούμε ότι η εξάρτηση είναι ψυχοκοινωνικό πρόβλημα, καταλαβαίνουμε εύκολα, ότι η προσπάθεια επίλυσης του πρέπει να είναι προσανατολισμένη στους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που το δημιουργούν και όχι επιλεκτικά εστιασμένη στο νομοθετικό κομμάτι που σχετίζεται με το φαινόμενο. Υιοθετώντας την φιλελευθεροποίηση της σχετικής νομοθεσίας, μοιάζει να στηρίζουμε την άποψη ότι τα προβλήματα ψυχοκοινωνικής φύσεως λύνονται μόνο με την επιβολή νόμων. Με αυτό τον τρόπο δε δίνεται βαρύτητα στην ενδυνάμωση και κινητοποίηση των μελών της κοινωνίας, όσον αφορά την ανάληψη προσωπικής και κοινωνικής ευθύνης για τη λύση του προβλήματος , αντίθετα ωθούνται στον εφησυχασμό και την παθητικότητα, ενστερνιζόμενα την άποψη ότι κάποιος άλλος θα πάρει την ευθύνη να λύσει το πρόβλημα, μέρος του οποίου είναι και οι ίδιοι. Συνεπώς, με αυτόν τον τρόπο διαιωνίζεται το ίδιο μοντέλο που συντελεί στην εμφάνιση του φαινομένου της εξάρτησης.

Μύθος έβδομος: «Οι εξαρτημένοι δε θεραπεύονται ποτέ».

Η διαδικασία της εξάρτησης είναι σαφώς μια δύσκολη και μακρόχρονη διαδικασία. Η δυσκολία της έγκειται στην ψυχική εξάρτηση του ατόμου από την ουσία, και όχι τόσο στη σωματική, δεδομένου ότι οι χρήστες αποτοξινώνονται σωματικά και μόνοι τους, δλδ απέχουν από την ουσία για κάποιο διάστημα, όσο είναι στην χρήση, χωρίς να είναι σε διαδικασία θεραπείας σε κάποιο θεραπευτικό πρόγραμμα.

Μιλώντας για θεραπεία, δεν εννοούμε απλά τη διακοπή της χρήσης˙ εννοούμε μια διαδικασία αλλαγής τρόπου ζωής, νοοτροπίας, την προσωπική ανάπτυξη του ατόμου, την εκμάθηση νέων δεξιοτήτων,την ενεργοποίηση του καθώς και την εκμάθηση λειτουργικών τρόπων να δημιουργεί ουσιαστικές σχέσεις με τους γύρω του.

Ένας σημαντικός αριθμός χρηστών θεραπεύεται και προχωρά στη διαδικασία επανένταξης και κοινωνικής ενσωμάτωσης, κυρίως χρήστες που συμμετείχαν σε «στεγνά» θεραπευτικά προγράμματα. Θα πρέπει πάντως εδώ να αναφερθεί ότι ίσως η πιο αξιόπιστη λύση διαχρονικά όσον αφορά την εξάρτηση από ουσίες, αποτελούν οι ομάδες αυτοβοήθειας (Ανώνυμοι Αλκοολικοί, Ανώνυμοι Ναρκομανείς κτλ). Χαρακτηριστικό της αυτοβοήθειας αποτελεί η αυτενέργεια και η ανάληψη προσωπικής ευθύνης από τους άμεσα ενδιαφερόμενους για τη λύση του προβλήματος τους-χωρίς να εμπλέκεται στη διαδικασία κάποιος «ειδικός». Καθώς μοιράζονται το ίδιο πρόβλημα-την εξάρτηση εν προκειμένω-αλληλουποστηρίζονται και ενεργοποιούνται οι ίδιοι, δίνοντας και λάμβάνοντας βοήθεια. Έτσι, στο πλαίσιο της συνάντησης του ατόμου με άλλους ανθρώπους που τους συνδέει ένα κοινό πρόβλημα και της δημιουργίας μιας κοινότητας ανθρώπων που αναλαμβάνουν οι ίδιοι την ευθύνη για την ανάρρωση τους, καλλιεργούνται ανθρωπιστικές αξίες και καλύπτονται βασικές ψυχικές ανάγκες του ανθρώπου που συμβάλλουν στην ψυχική και σωματική υγεία.

Μύθος όγδοος: «Η πρόληψη της εξάρτησης θα πρέπει να εστιάζεται στην ενημέρωση, ιδίως σε αυτή που εντυπωσιάζει ή/και προκαλεί φόβο».

Μιλώντας για την πρόληψη λοιπόν, όταν αυτή περιορίζεται σε μια στεγνή παράθεση πληροφοριών ή εστιάζει στο να προκαλέσει φόβο, είναι καταδικασμένη να αποτύχει, καθώς αποπροσανατολίζει σε σχέση με το πρόβλημα, καθιστά τον εξαρτημένο «αποδιοπομπαίο τράγο» και απενοχοποιεί το κοινωνικό σύνολο.

Η πρόληψη πρέπει να απευθύνεται σε όλα τα μέλη της κοινωνίας –ιδίως τους νέους- με στόχο να ενδυναμώσει, να κινητοποιήσει το άτομο, να συμβάλλει στην καλλιέργεια και ενίσχυση δεξιοτήτων και τρόπων διαχείρισης όσον αφορά την επικοινωνία, την αλληλεπίδραση με υγιή τρόπο στην οικογένεια και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και βέβαια την ανάπτυξη δεσμών αλληλεγγύης , έτσι ώστε τα μέλη της κοινότητας να αποκτήσουν την αίσθηση του «ανήκειν» σε αυτήν.

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι η πρόληψη έχει να κάνει με έναν τρόπο ζωής που ξεπερνά τα όρια της παθητικής ενημέρωσης και έχει στόχο την ανάπτυξη και την καλλιέργεια μιας στάσης ζωής χωρίς εξαρτήσεις.

Ρομποτ με προσωπικοτητες Νεκρων απο την Google;

Με όλες τις ταινίες Επιστημονικής φαντασίας που έχουμε δει ίσως τίποτα να μην μας εντυπωσιάζει πια. Η Αποκάλυψη των Ζομπι, Εισβολή των Εξωγήινων, η επικράτηση της Τεχνητής νοημοσύνης μέσα απο Ρομποτ, όλα έχουν εμφανιστεί στην μεγάλη οθόνη.

Τι θα λέγαμε όμως για την πιθανότητα να έχουμε στην κατοχή μας ένα ρομπότ που κατέχει την προσωπικότητα ενός αγαπημένου ανθρώπου που έχει αποβιώσει;

Ρομποτ με προσωπικοτητες Νεκρων
Δεν πρόκειται για σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας, μα για μία νέα πραγματική τεχνολογία που ίσως κάποια στιγμή γίνει μέρος της καθημερινότητας του ανθρώπου. Η Google εξασφάλισε μία πατέντα με την οποία θα δώσει την δυνατότητα σε ρομπότ να διαθέτουν προσωπικότητες μέσω download. Ακόμη περισσότερο, αυτή η τεχνολογία θα επιτρέπει το κατέβασμα της προσωπικότητας ενός Νεκρού ανθρώπου μέσα στο ρομπότ!!

Όταν η Google ανακοίνωσε την εξασφάλιση της πατέντας για την ανάπτυξη Ρομποτικής Προσωπικότητας τον περασμένο Απρίλη μερικοί θεώρησαν πως το νέο ήταν πρωταπριλιάτικο αστείο, αμφισβητώντας την ουσιαστική πρόθεση της εταιρίας να αναπτύξει αυτή την τεχνολογία. Φαίνεται όμως πως η Google δεν αστειευόταν και προτίθεται να παρέχει στα ρομπότ Προσωπικότητες έπειτα από την αναβάθμιση της πατέντας στις 2 του Φεβρουαρίου.

Ας ρίξουμε μία πιο κοντινή ματιά στον τρόπο με τον οποίο τα ρομπότ θα έχουν την δυνατότητα να αποκτούν προσωπικότητα. Εν συντομία, η διαδικασία θα είναι αρκετά απλή και θα μπορούσε να συγκριθεί με το Download μίας εφαρμογής για ένα Smartphone από το διαδίκτυο. Θα είναι δυνατό να «κατεβάσεις» την δική σου προσωπικότητα, ενός φίλου ή μίας διασημότητας, και θα υπάρχει επίσης η δυνατότητα να «κατέβει» η προσωπικότητα ενός συγγενικού προσώπου που έχει φύγει από τη ζωή. Οι προσωπικότητες θα μπορούν να εναλλάσονται ανάμεσα στα Ρομπότ μέσα από ένα σύστημα Cloud. Το γεγονός πως οι προσωπικότητες θα αποθηκεύονται σε ένα τέτοιο σύστημα σημαίνει πως το προσδόκιμο ζωής τους θα είναι απεριόριστο.

Για να λάβει τις απαραίτητες πληροφορίες για την προσωπικότητα του χρήστη, το Ρομπότ θα χρειάζεται να έχει πρόσβαση στις συσκευές και να ενημερώνει βάση των δεδομένων που περιλαμβάνουν την φωνή και το σύστημα αναγνώρισης προσώπων. Βασικά κάτι τέτοιο σημαίνει πως το Ρομπότ θα μπορεί να μιμείται τις εκφράσεις του προσώπου της προσωπικότητας που κατέχει, και τα συγκεκριμένα στοιχεία του τρόπου ομιλίας..Επίσης θα μπορεί να εναλλάσει την διάθεσή του και να αλληλεπιδρά με διάφορα συναισθήματα.

Αν και όλο το concept φαίνεται τρομακτικό, σύμφωνα με το Computer World η Google αναφέρει πως έχει τις καλύτερες προθέσεις και σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει την τεχνολογία στο πεδίο των Ρομποτ Βοηθων. Δίνοντας στις μηχανές συναισθηματικά χαρακτηριστικά τους επιτρέπει να παρέχουν χρήσιμη βοήθεια σε τομείς όπως η Υγεία και η φύλαξη των γηραιότερων.

Γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα μέχρι στιγμής για την πατέντα της Goggle για την ανάπτυξη Ρομποτικής Προσωπικότητας, όμως ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: Η Επιστήμη και η τεχνολογία αναπτύσσονται τόσο ραγδαία που ο κόσμος μας ίσως σε μερικά χρόνια είναι αγνώριστος. Αν αυτό γίνει για το καλό ή το κακό μένει να αποδειχθεί..

Πως ο τρόπος που σκεφτόμαστε μπορεί να μας οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα

Οι σκέψεις που μας περνάνε από το μυαλό σε διάφορες καθημερινές καταστάσεις, αλλά και οι ερμηνείες που κάνουμε για τα πράγματα, βασίζονται στις προσωπικές μας πεποιθήσεις.

Πολλές φορές το μυαλό μας προσπαθεί να μας πείσει για κάτι το οποίο δεν είναι αληθινό. Αυτό ονομάζεται γνωσιακή παραποίηση. Ο λανθασμένος τρόπος μετάφρασης μιας κατάστασης επηρεάζει σημαντικά την διάθεση μας και τον τρόπο που αντιδρούμε στο συμπέρασμα που έχουμε βγάλει. Όταν είμαστε αγχωμένοι ή στενοχωρημένοι, οι γνωσιακές παραποιήσεις τείνουν να έχουν έναν περισσότερο πρωταγωνιστικό ρόλο στον τρόπο που ερμηνεύουμε και αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα.

Για παράδειγμα κάποιος προσπαθώντας να δοκιμάσει κάτι μπορεί να σκεφτεί: ‘Πάντα αποτυγχάνω στην αρχή, οπότε θα αποτυγχάνω σε οτιδήποτε και αν προσπαθώ’. Αυτό είναι ένα παράδειγμα του γνωσιακού σφάλματος ‘όλα ή τίποτα’. Το άτομο ερμηνεύει με απόλυτο τρόπο την κατάσταση θεωρώντας ότι εάν αποτυγχάνει σε ένα πράγμα, θα αποτυγχάνει σε όλα. Οι γνωσιακές παραποιήσεις είναι πυρηνικό στοιχείο στην Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση το άτομο εκπαιδεύεται στην αναγνώριση των λανθασμένων σκέψεων που κάνει (γνωσιακών παραποιήσεων) και στην αντικατάσταση τους με ποιο ρεαλιστικά σενάρια.

Με ποιους τρόπους βγάζουμε λανθασμένα συμπεράσματα;
(Τα λανθασμένα συμπεράσματα μεταφράζονται ως Γνωσιακές παραποιήσεις στη Γνωσιακή- Συμπεριφορική προσέγγιση).

Το ψυχικό φίλτρο
Διαλέγουμε να μεγεθύνουμε την αρνητική πλευρά μιας κατάστασης, φιλτράροντας όλες τις θετικές πλευρές με το να τις υποτιμάμε ή να τις αγνοούμε. Έτσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως όλη η κατάσταση είναι αρνητική.
Για παράδειγμα, μετά από μια παρουσίαση ενός πρότζεκτ στην δουλειά, 8/10 ανέφεραν ότι ήταν μια εξαιρετική παρουσίαση ενώ οι υπόλοιποι δύο ανέφεραν ότι ήταν μέτρια και ότι χρειαζόταν περισσότερη προετοιμασία. Το άτομο επικεντρώνεται στα δύο άτομα με τα αρνητικά σχόλια και θεωρεί ότι η παρουσίαση του ήταν χάλια. Έτσι, κύριο επακόλουθο είναι η πεσμένη διάθεση και άγχος για την επόμενη παρουσίαση.

‘Άσπρο- μαύρο’
Η σκέψη του όλα ή τίποτα όπως αλλιώς λέγεται, συμβαίνει όταν σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας με έναν απόλυτο και άκαμπτο τρόπο. Η σκέψη του όλα ή τίποτα συνήθως συνυπάρχει με την τελειοθηρία και αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες για τον φόβο του να κάνουμε λάθη ή του να μην είμαστε τέλειοι. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας τα χειρότερα θεωρώντας τον ανάξιο και αποτυχημένο.
Για παράδειγμα, μία κοπέλα που μόλις ξεκίνησε δίαιτα, έκανε ένα λάθος και παρέκκλινε από το πρόγραμμα της διαιτολόγου λέγοντας στον εαυτό της: ‘Δεν έπρεπε να φάω αυτή την σοκολάτα. Από την στιγμή που παρέκκλινα, δεν μπορώ να κάνω την δίαιτα και δεν θα μπορέσω ποτέ να χάσω τα κιλά που θέλω. Είμαι μια αποτυχημένη’. Ο συγκεκριμένος τρόπος σκέψης είναι παράλογος καθώς τίποτα στην ζωή δεν είναι άσπρο ή μαύρο. Τα άτομα με αυτό τον τρόπο σκέψης γίνονται απόλυτα στις απόψεις τους με αποτέλεσμα να γεμίζουν τον εαυτό τους με υψηλές προσδοκίες, μη μπορώντας όμως εν τέλει να ανταποκριθούν και έτσι πέφτουν σε κατάθλιψη.

Αυθαίρετα συμπεράσματα
Το να καταλήγει κάποιος σε αυθαίρετα συμπεράσματα συμβαίνει με δύο τρόπους: να διαβάζει την σκέψη των άλλων και να προβλέπει το μέλλον.
-Διάβασμα σκέψης: Φανταστείτε για παράδειγμα ότι κάνετε μια παρουσίαση η οποία πηγαίνει πολύ καλά αλλά ξαφνικά παρατηρείτε κάποιον από το κοινό που χασμουριέται και σκέφτεστε: ‘ Είμαι τόσο βαρετός και κάνω τους άλλους να κοιμούνται. Η παρουσίαση μου είναι χάλια’. Παρ’ όλ’ αυτά, ο άνθρωπος που χασμουρήθηκε μπορεί να μην κοιμήθηκε καλά την προηγούμενη νύχτα ή όντως να βαριέται την παρουσίαση. Αναρωτηθείτε όμως αν αυτό σημαίνει ότι είστε βαρετός ή ότι η παρουσίαση είναι χάλια. Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν κάποιος φίλος περάσει από δίπλα σας και δεν σας χαιρετήσει. Εκεί αυτομάτως μπορείτε να σκεφτείτε: ‘Με αγνοεί, άρα δε με συμπαθεί πια’. Ακόμα και αν ισχύει αυτή η σκέψη, δεν παύει να είναι παράλογη όταν επαναλαμβάνεται καθώς δε λαμβάνει υπόψη κανένα στοιχείο από την πραγματικότητα. Είναι απλά μια υπόθεση που κάνουμε χωρίς να βασιζόμαστε κάπου. Έτσι, παρατηρείται αρκετές φορές, να έχουμε καταλήξει σε ένα συμπέρασμα αρκετά γρήγορα, έως ότου συνειδητοποιήσουμε τί πραγματικά συνέβη και μετανιώσουμε για τα αυθαίρετα συμπεράσματα στα οποία καταλήξαμε.
-Πρόβλεψη του μέλλοντος: Φαντάζεστε ότι θα συμβεί κάτι κακό και θεωρείτε αυτή την πρόβλεψη γεγονός ακόμα και αν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, κάποιος αισθάνεται αγχωμένος στην δουλειά και θεωρεί ότι θα πάθει κάτι λέγοντας: ‘Θα λιποθυμήσω, θα πάθω έμφραγμα!’, παρόλο που δεν έχει λιποθυμήσει ποτέ στην ζωή του από το άγχος αλλά ούτε και έχει τόσο σοβαρά και εμφανή συμπτώματα ώστε να δικαιολογούν τους φόβους του. Το άγχος που προκαλείται από αυτές τις σκέψεις, ενεργοποιεί το αυτόνομο νευρικό σύστημα με αποτέλεσμα να αισθάνεται ακόμα περισσότερο άγχος και έτσι ο φαύλος κύκλος επαναλαμβάνεται.

Υπεργενίκευση
Τα άτομα με αυτό τον τρόπο σκέψης βλέπουν ως κανόνα ένα μεμονωμένο γεγονός και εξάγουν συμπεράσματα από αυτό. Θεωρούν δηλαδή ότι αυτό το γεγονός θα συμβαίνει για πάντα χωρίς να μπαίνουν στην διαδικασία να αξιολογήσουν κατά πόσο αυτό ισχύει.
Για παράδειγμα ένας άντρας προσεγγίζει μία γυναίκα για να την ζητήσει σε ραντεβού. Μετά την αρνητική απάντηση της γυναίκας ο άντρας σκέφτεται: ‘Ποτέ δεν πρόκειται να μου συμβεί κάτι καλό με τις γυναίκες. Πάντα αποτυγχάνω και καμία γυναίκα δεν θέλει να βγει μαζί μου. Θα είμαι μόνος και δυστυχισμένος για όλη μου την ζωή’. Έτσι το άτομο καταλήγει πάντα σε ένα γενικευμένο συμπέρασμα χωρίς να έχει εξετάσει όλα τα ενδεχόμενα. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα ο άντρας θα αισθάνεται πάντα απόρριψη από το γυναικείο φύλο και είναι πολύ πιθανόν να αποφεύγει στο μέλλον να ξαναπροσεγγίσει γυναίκα.

Καταστροφοποίηση
Η καταστροφοποίηση συμβαίνει όταν παρατηρούμε τα λάθη μας, τους φόβους ή τις αδυναμίες και μεγεθύνουμε την σημασία τους. Με αυτό τον τρόπο, κάποια αρνητικά καθημερινά γεγονότα, εξελίσσονται σε εφιάλτες σε συνδυασμό με μία πεσιμιστική διάθεση για το μέλλον. Το άτομο αισθάνεται απειλή και το μόνο που σκέφτεται σαν πιθανή κατάληξη είναι το χειρότερο σενάριο. Αντιθέτως, όταν παρατηρούμε τα δυνατά μας σημεία, τείνουμε να τα υποτιμάμε και να τα θεωρούμε ασήμαντα. Για αυτό και η καταστροφοποίηση ονομάζεται και μεγέθυνση και σμίκρυνση.
Για παράδειγμα, ένας φοιτητής ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις και σκέφτεται ότι θα αποτύχει και ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο θα είναι καταστροφή, καθώς μετά δεν θα μπορέσει να τελειώσει το πανεπιστήμιο, να βρει δουλειά και να είναι ευτυχισμένος.

Προσωποποίηση
Το συγκεκριμένο γνωσιακό σφάλμα είναι η μητέρα της ενοχής! Παίρνετε προσωπική ευθύνη για κάποιο αρνητικό γεγονός, χωρίς να υπάρχει καμία αντικειμενική απόδειξη για κάτι τέτοιο. Εσφαλμένα καταλήγετε στο συμπέρασμα ότι το γεγονός ήταν αποτέλεσμα δικούς σας λάθους.
Για παράδειγμα, μία μητέρα λαμβάνει αρνητικά σχόλια από τους δασκάλους για το παιδί της σχετικά με τις επιδόσεις του στην τάξη. Η μητέρα αμέσως σκέφτεται: ‘Θα πρέπει να είμαι πολύ κακή μητέρα. Αυτό ξεκάθαρα δείχνει ότι έχω αποτύχει σαν μητέρα’. Η προσωποποίηση λοιπόν οδηγεί στην ενοχή και προκαλεί πολύ δυσάρεστα συναισθήματα τα οποία τείνουν να υπάρχουν για αρκετό καιρό. Στην ζωή μας θα πάρουμε διάφορους ρόλους και σε όλους αυτούς θα έχουμε έναν βαθμό ευθύνης. Ο δάσκαλος, ο ψυχολόγος, ο γιατρός, ο γονέας και άλλοι, έχουν ένα βαθμό ευθύνης μέσα στον οποίο επηρεάζουν τους ανθρώπους με τους οποίους αλληλεπιδρούν. Αλλά κανείς δεν μπορεί να περιμένει ότι μπορούμε να ελέγξουμε τους άλλους ανθρώπους. Το τί τελικά κάνει ένας άνθρωπος και το πώς επιλέγει να συμπεριφερθεί είναι καθαρά δική του ευθύνη, όχι δική μας.

“Πρέπει”
Προσπαθούμε να κινητοποιήσουμε τον εαυτό μας με φράσεις του τύπου: ‘Θα έπρεπε να κάνω αυτό…, Οφείλω να πετύχω αυτό…’, αλλά τέτοιες δηλώσεις μπορεί να μας πιέζουν και να αισθανόμαστε απογοήτευση και πικρία. Ουσιαστικά δηλώνετε στον εαυτό σας ότι τα πράγματα θα έπρεπε να ήταν όπως τα φαντάζεστε ή όπως προσδοκούσατε να είναι.
Για παράδειγμα, μετά από μία επιτυχημένη μουσική παράσταση, ένας ταλαντούχος πιανίστας λέει: “Δεν θα έπρεπε να είχα κάνει τόσα λάθη”. Αυτό τον έκανε να αισθανθεί τόσο άσχημα με τον εαυτό του ώστε να σταματήσει να εξασκείται για αρκετές ημέρες. Επίσης, τα “πρέπει” που κατευθύνονται προς τον εαυτό προκαλούν αισθήματα ενοχής και δυσφορίας. Τα “πρέπει” που κατευθύνονται προς τους άλλους οδηγούν σε θυμό. Για παράδειγμα, σκέφτεται η γυναίκα για τον σύζυγο της: “Δεν θα έπρεπε να είναι τόσο πεισματάρης!”.

Συναισθηματική λογική
Θεωρείτε ότι τα αρνητικά συναισθήματα αντικατοπτρίζουν απαραίτητα και την πραγματικότητα. Παράδειγμα: ‘Νιώθω τρομακτικά και μόνο στην σκέψη να ταξιδέψω με αεροπλάνο. Θα πρέπει να είναι πολύ επικίνδυνο να ταξιδεύεις με αεροπλάνο’, ή ‘Νιώθω τόσο άσχημα και μειονεκτικά που μου μίλησε έτσι. Άρα, είμαι τελείως άχρηστος και μειονεκτικός’. Είναι ένας παραπλανητικός τρόπος σκέψης καθώς τα συναισθήματα βρίσκονται στην ίδια λογική με τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις που έχουμε. Αν λοιπόν, οι σκέψεις μας είναι διαστρεβλωμένες, τότε δεν μπορούμε να δεχτούμε την αξιοπιστία των συναισθημάτων. Δεν είναι έγκυρα δηλαδή. Αν δηλαδή κάποιος αισθάνεται ένοχα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει κάνει κάτι άσχημο. Τέλος, η συναισθηματική λογική είναι κάτι που ενισχύει και την αναβλητικότητα.
Για παράδειγμα: “Νιώθω τόσο άσχημα που δεν έχω καθόλου όρεξη να βγω έξω. Ακόμα και να βγω δεν θα περάσω καλά. Αλλά και μέσα να κάτσω, δεν έχω καθόλου όρεξη να κάνω καμία δουλειά, όσο και αν επείγει. Οπότε απλά θα χαζέψω στην τηλεόραση”.

Ετικετοποίηση
Η ετικετοποίηση θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι η ακραία μορφή της σκέψης του όλα ή τίποτα ή της υπεργενίκευσης. Είναι σα να δημιουργείτε μια ολόκληρη εικόνα του εαυτού σας και να την περιγράφετε, αλλά πάντα βασισμένοι στα λάθη. Αντί να πείτε ‘Έκανα ένα λάθος’, προσθέτετε δίπλα ‘Είμαι άχρηστος και αποτυχημένος’. Οι ετικέτες που βάζουμε στους εαυτούς μας είναι εντελώς παράλογες και περιττές υπεραπλουστεύσεις οι οποίες οδηγούν σε συναισθήματα θυμού, άγχους, δυσφορίας και χαμηλής αυτοεκτίμησης. Ετικέτα βέβαια μπορεί να βάζουμε και στους άλλους από μεμονωμένα γεγονότα ‘Αυτός μίλησε απότομα. Θα πρέπει να είναι πολύ αγενής και άξεστος’. Τέτοιες γενικές αποδόσεις για την συμπεριφορά των άλλων οδηγούν σε συναισθήματα εχθρότητας, απελπισίας και απόγνωσης με αποτέλεσμα να μην γίνεται καμία βελτίωση για συμφιλίωση ή εποικοδομητική επικοινωνία.