Κυριακή 10 Μαΐου 2020

Αυτός που διαπράττει μια αδικία είναι πάντα πιο δυστυχισμένος από εκείνον που την υφίσταται

Η συνείδηση είναι το κομμάτι του εαυτού μας που, όπως το πνεύμα και η ψυχή, δεν έχει κάποιο συγκεκριμένο φυσικό σχήμα αλλά επηρεάζει τρομερά τον τρόπο που κινούμαστε στη ζωή.

Αυτό το συναίσθημα που πραγματεύεται ο Πλάτωνας αντιστοιχεί σε εκείνη τη φωνή που, όπως ο γρύλος στον Πινόκιο, μας λέει τι κάναμε καλά και τι κάναμε άσχημα και που μας τιμωρεί με την ενοχή και την ανησυχία, ώσπου να δώσουμε λύση σ’ αυτή την ανισορροπία που οι ίδιοι συμβάλαμε στο να δημιουργηθεί.

Το να έχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη παρουσιάζει, επιπλέον, και τα εξής οφέλη για την υγεία του σώματος και του νου:

Μας βοηθάει να κοιμόμαστε καλύτερα.
Ενισχύει την αυτοεκτίμησή μας.
Συμβάλλει στο να έχουμε καλύτερη σχέση με τους άλλους.
Μας ωθεί στο να επιβραβεύουμε τον εαυτό μας, αντί να τον τιμωρούμε με το να αισθανόμαστε άσχημα.
Δημιουργεί καλές μνήμες και αναμνήσεις.
Επιτρέπει να είμαστε διαυγείς.
Μας προστατεύει από ενοχές ή ξένες υποθέσεις.
Βελτιώνει τη φυσική μας υγεία, περιορίζοντας το άγχος που ενέχει η ενοχή.

Έτσι, λοιπόν, ολοφάνερα το καλύτερο είναι να έχουμε τη συνείδησή μας ήσυχη και ικανοποιημένη.
Και πώς θα το καταφέρουμε;

Βασικά, ενεργώντας σύμφωνα με τις αξίες μας και με εντιμότητα.

Δηλαδή, τη στιγμή που παίρνουμε μια απόφαση, πρέπει να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που οι αρχές μας μάς ωθούν να κάνουμε και να πράξουμε ανάλογα.

Όπως έλεγε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στη Διαθήκη της ελπίδας:

“Πάντα έρχεται η στιγμή που κάποιος πρέπει να υιοθετήσει μια θέση που δεν είναι ούτε ασφαλής ούτε πολιτική ούτε λαϊκή, αλλά που πρέπει να την υιοθετήσει γιατί η συνείδησή του του λέει πως είναι η σωστή”.

Τζορντάνο Μπρούνο: Η φύση είναι ο θεός στα πράγματα

Ο Τζορντάνο Μπρούνο, (Giordano Bruno1548-1600), Ιταλός φιλόσοφος, μαθηματικός, ποιητής, αστρονόμος, κοσμολόγος, αλχημιστής και ιερέας που θεωρείται μεγάλος μάρτυρας του πνεύματος και της επιστήμης. Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1548 στη Νόλλα της Καμπανίας ένα χωριό στους πρόποδες του Βεζούβιου κοντά στη Νάπολι, ως Filippo Bruno, ενώ το πλήρες Λατινικό του όνομα ήταν Iordanus Brunus Nolanus. Συνελήφθη στη Βενετία στις 22 Μάιου 1592, μεταφέρθηκε στη Ρώμη όπου παρέμεινε φυλακισμένος για 7 χρόνια, όσο διήρκεσε και η δίκη του από την Ιερά Εξέταση. Στις 20 Ιανουαρίου 1600 ο Πάπας Clement κηρύσσει τον Μπρούνο αιρετικό.

Ο Μπρούνο υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι ο χρόνος και το διάστημα είναι άπειρα, ότι υπάρχουν πολλαπλοί κόσμοι και ότι υπάρχει ζωή και σε άλλους πλανήτες, αντίθετα από την εκκλησιαστική άποψη που επιθυμούσε την συνέχεια του γεωκεντρικού κοσμολογικού μοντέλου, καθώς αρνείται τον ηλιοκεντρισμό και αντιλαμβάνεται τον Ήλιο ως ένα μόνο από τα άπειρα κινούμενα ουράνια σώματα. Η Ιερά Εξέταση της Καθολικής Εκκλησίας αποφάσισε ότι οι φιλοσοφικές του αντιλήψεις αποτελούσαν αιρετικές κακοδοξίες, έχοντας ψευδείς πεποιθήσεις σχετικά με την Αγία Τριάδα και την υπόσταση του Χριστού, ότι πίστευε στην μετενσάρκωση των ψυχών και ότι διέδιδε κακοδοξίες.

Ο φιλοσοφικός στοχασμός που αναπτύσσει ο Μπρούνο επηρεάζεται καταλυτικά από το νεοπλατωνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε στη Φλωρεντία κατά την Αναγέννηση. Μία εποχή που γίνεται η δημοσίευση των συγγραμμάτων του Ερμή του Τρισμέγιστου, του Πλάτωνα, του Ιάμβλιχου σχετικά με τα μυστήρια της Αιγύπτου, οι εργασίες του Πίκο ντέλα Μιράντολα για την εβραϊκή Καμπάλα, οι αναφορές του Palingenius για επαφές με ευλογημένα πνεύματα, η απόκρυφη φιλοσοφία του Αγρίππα.

Για τον Μπρούνο (όπως και για τους μεγάλους φιλόσοφους και μυστικιστές του παρελθόντος), η θεολογία και η φιλοσοφία ήταν ένα και το αυτό, αξεχώριστες. Το δήλωσε αυτό μεστά στην προλογική του επιστολή με το οποίο αφιερώνει το πόνημά του Η Καβάλα του Πήγασου (1585) στον φανταστικό Επίσκοπο του Καζαμαρτσιάνο:

"Δεν γνωρίζω εάν είστε θεολόγος, φιλόσοφος, η καβαλιστής – αλλά στα σίγουρα ξέρω ότι είστε όλα αυτά συνάμα … Και συνεπώς, ιδού για σας – καβάλα, θεολογία και φιλοσοφία, μια καβάλα της θεολογικής φιλοσοφίας, μια φιλοσοφία της καβαλιστικής θεολογίας, μια θεολογία της φιλοσοφικής καβάλα".

Ο Μπρούνο πίστευε ότι το έργο του ήταν σύνολο των τριών και ήταν ατελές εάν ερμηνευόταν ως ένα από τα τρία ξεχωριστά˙ έγραφε ως φιλόσοφος αλλά θεωρούσε τον εαυτό του Καθηγητή της Ιεράς Θεολογίας. Στο έργο του "Spaccio de la Bestia Trionfante", εξηγεί ότι σε κάθε άνθρωπο αντανακλάται ο κόσμος, το σύμπαν. Κάθε μετασχηματισμός που συντελείται στον ουρανό έχει συνέπειες στην προσωπικότητα του ανθρώπου.

Η μαγική αντίληψη, η μνήμη και η φαντασία είναι οι γέφυρες που συνδέουν τον άνθρωπο με τον κόσμο και τη θεότητα. Η μελέτη του φυσικού κόσμου κατά τον Μπρούνο αποτελεί την αληθινή μορφή φιλοσοφίας που είναι ικανή να μας αποκαλύψει τα μυστικά του σύμπαντος και να μας εξασφαλίσει έγκυρη γνώση. Όπως και ο Φιτσίνο, έτσι και ο Μπρούνο πιστεύει ότι ο άνθρωπος δεν ερμηνεύει απλώς τον κόσμο, αλλά έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στη φύση και να επηρεάζει τη συμπεριφορά της για το καλό του ανθρώπινου γένους. Η ύλη είναι εκείνη που εμπεριέχει τις μορφές και τις περιπλέκει.

Ο καλύτερος αυτός γονέας, γεννήτορας και μητέρα των φυσικών πραγμάτων, είναι επομένως θείο πράγμα. Η ύλη δεν επιθυμεί τη μορφή για τη διατήρησή της, εφόσον το φθαρτό δε διατηρεί το αιώνιο. Επιπλέον, η ύλη έχει όλα όσα είχε πριν βρεθεί η μορφή και μπορεί ακόμη να έχει και άλλες μορφές. Συμπερασματικά, ολόκληρη η φιλοσοφία του Μπρούνο αναπτύσσεται γύρω από την ιδέα ενός νου που απελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε μορφή υποδούλωσης. Ο Μπρούνο θεωρεί ότι όλα τα πράγματα, είτε βρίσκονται κοντά, είτε μακριά, αλληλεπιδρούν με τη βοήθεια της ψυχής, που ζωογονεί το σύμπαν και τα διάφορα μέρη του.

Σταδιακά ο Μπρούνο, αρχίζει να διατυπώνει μια πανθεϊστική θέση στην οποία παραδεχόταν μεν την ύπαρξη Θεού, αλλά ως ενοποιό ουσία των πάντων, αμφισβητώντας ταυτόχρονα το επίσημο δόγμα και διατυπώνοντας αντιρρήσεις για τον Ιησού, την Παναγία και την Αγία Τριάδα. Για τον Πανθεϊσμό, το αιώνιο σύμπαν και δη την ενέργεια ή την δύναμη που όλα τα έχει δημιουργήσει φυσικά εξελικτικά και στην διάρκεια δισεκατομμυρίων ετών ως μοναδική πραγματικότητα και τον κόσμο ως αυτογέννητο. Το “θείον” είναι διάχυτο παντού : στην φύση, στον άνθρωπο και στο σύμπαν, στο γνωστό και στο άγνωστο. Μπορεί να προσδοθεί χωρίς πολλά προβλήματα στην αιώνια ενέργεια το επίθετο θεϊκή ή και να την ονομάσει κανείς Θεότητα. Ο πανθεϊστής δεν χρειάζεται έναν διαμεσολαβητή (ιερατείο) μεταξύ της έτσι εννοούμενης Θεότητας και του εαυτού του, ούτε ιερούς ναούς.

Η φιλοσοφία του Τζορντάνο Μπρούνο περιστρέφεται γύρω από τρία βασικά κέντρα: το Εν, τον κόσμο και τον άνθρωπο, και οι απόψεις του είναι συγγενικές με αυτές των Νέο Πλατωνικών και ιδιαιτέρως του Πλωτίνου.

Το Εν για τον Μπρούνο είναι ακίνητο, άπειρο, χωρίς τέλος και όρια. Δεν μετακινείται, δεν πολλαπλασιάζεται, δεν φθείρεται και δεν μεταβάλλεται – δεν είναι ούτε ύλη ούτε μορφή• δεν μπορεί να μετρηθεί ή να συγκριθεί. Όλα όσα έχουν υπόσταση στο άπειρο έχουν ασήμαντες διαφορές μεταξύ τους.

Το Εν είναι αιώνιο, ενώ οτιδήποτε άλλο είναι προσωρινό. Ως απλό και αδιαίρετο, γεμίζει όλα τα πράγματα και κατοικεί σε όλα τα μέρη του Σύμπαντος. Ως προς τις κοσμολογικές αντιλήψεις του, ο Μπρούνο επηρεάστηκε από τον Κοπέρνικο και τον Νικόλαο Κουσανό. Ο πρώτος, στο έργο του "De revolutionibus orbium celestium", ανέπτυξε ένα σύστημα βάσει του οποίου η Γη και ο Ήλιος άλλαξαν τις παλιές τους θέσεις, έτσι ώστε η Γη πλέον να κινείται γύρω από έναν ακίνητο Ήλιο.

Ο δεύτερος αναφέρθηκε σε ένα άπειρο Σύμπαν το οποίο δεν έχει κέντρο. Ως εκ τούτου, ανατράπηκε η άποψη που είχαν διατυπώσει πρώτα ο Αριστοτέλης και στη συνέχεια ο Πτολεμαίος, ότι δηλαδή η Γη είναι το κέντρο του κόσμου γύρω από το οποίο περιστρέφονταν ο Ήλιος και τα άλλα ουράνια σώματα. Η εικόνα που είχαν ο Αριστοτέλης και ο Πτολεμαίος για το Σύμπαν ήταν η μορφή ενός κλειστού συστήματος που είχε περατά όρια ή σύνορα.

Αντίθετα, για τον Μπρούνο η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Το Σύμπαν είναι ανοικτό, απέραντο, χωρίς κανένα κεντρικό σύστημα αναφοράς. Στα έργα του «La Cena de le Ceneri» και «De L’infinito», θεωρεί τον κόσμο άπειρο, συνεπώς, δεν υπάρχει κανένα σώμα στο κέντρο ή στο άκρο ή ανάμεσά τους. Μπορούμε απλώς να κάνουμε λόγο για σχέσεις ορισμένων σωμάτων με άλλα σώματα. Μέσα στο άπειρο Σύμπαν υπάρχουν άπειροι ήλιοι και πλανήτες. Δίκαια λοιπόν θεωρείται ο εκπρόσωπος της θεωρίας ενός αποκεντρωμένου και άπειρα κατοικημένου Σύμπαντος. Επηρεασμένος από τον Πλάτωνα, υποστήριξε ότι ο κόσμος που βλέπουμε δεν είναι ο πραγματικός. Αυτό που αντικρίζουμε είναι οι σκιές της πραγματικότητας, οι σκιές των ιδεών.

Ο μαγικοθρησκευτικός δρόμος που προτείνει ο Μπρούνο, ο οποίος θα οδηγήσει τον άνθρωπο από το σκοτάδι στο ηλιακό φως, θυμίζει πολύ το δρόμο που προτείνει ο Πλάτων στην Πολιτεία (514α & 517α) για να βγει ο δεσμώτης από τη σπηλιά. Ο Μπρούνο δέχεται ότι ο κόσμος είναι έμψυχος και ότι υπάρχει μια μορφική αρχή, η παγκόσμια ψυχή, η οποία δίνει ψυχή και ζωή σε όλα τα μέρη του Σύμπαντος. Η ψυχή του Σύμπαντος είναι ταυτόχρονα αρχή και αιτία των φυσικών πραγμάτων. Όταν εμψυχώνει, απλώνεται στα μορφικά μέρη του Σύμπαντος, όταν όμως διευθύνει και κυβερνά, δεν είναι αρχή αλλά αιτία. Έχει τον έλεγχο των σύνθετων πραγμάτων και καθορίζει τη σταθερότητα των μερών. Είναι μία, αλλά μπορεί να διαμορφώσει διάφορα σχήματα – γεμίζει όλα τα πράγματα, όχι όμως κατά τον ίδιο τρόπο. Για να εξηγήσει τη δυνατότητα της παγκόσμιας ψυχής να είναι πανταχού παρούσα μέσα στο όλον και μέσα σε κάθε μέρος του, την παρομοιάζει με μια φωνή η οποία ακούγεται σε ολόκληρο το δωμάτιο αλλά και σε κάθε μέρος του ξεχωριστά.

Η παγκόσμια ψυχή δεν είναι αδιαίρετη όπως ένα σημείο, αλλά κατά κάποιον τρόπο απλώνεται, όπως η φωνή, σε όλα τα μέρη του Σύμπαντος και τα περιβάλλει. Στη διαμόρφωση της άποψής του για την παγκόσμια ψυχή επηρεάστηκε και από τον Φιτσίνο. Η παγκόσμια ψυχή συνδέει το σώμα με το πνεύμα. Όπως στον κόσμο υπάρχουν δύο ριζικά διαφορετικές οντότητες, η κοσμική ψυχή και το κοσμικό σώμα, που συνδέονται με το κοσμικό πνεύμα, έτσι και στον άνθρωπο το σώμα του και η ψυχή του επικοινωνούν χάρη σε μια τρίτη οντότητα, το πνεύμα του.

Ο άνθρωπος είναι για τον Μπρούνο η μικρογραφία της φύσης, ο μικρόκοσμος που αναπαριστά το μακρόκοσμο του Σύμπαντος. Έτσι, ο άνθρωπος είναι σε θέση να γνωρίσει τη φύση με άμεσο, ενορατικό, εσωτερικό τρόπο και όχι μέσα από την εξωτερική θεώρηση των πραγμάτων. Στο έργο του "Spaccio de la bestia trionfante", εξηγεί ότι σε κάθε άνθρωπο αντανακλάται ο κόσμος, το Σύμπαν. Κάθε μετασχηματισμός που συντελείται στον ουρανό έχει συνέπειες στην προσωπικότητα του ανθρώπου.

Η μαγική αντίληψη, η μνήμη και η φαντασία είναι οι γέφυρες που συνδέουν τον άνθρωπο με τον κόσμο και τη θεότητα. Η συνέχεια μεταξύ του ενός, του απόλυτου και του ανθρώπου εξασφαλίζεται με τη μεσολάβηση της ψυχής. Με βάση την αρχή της συνέχειας, ανάμεσα σε δύο ακραίους όρους παρεμβάλλεται πάντα ένας τρίτος, ενδιάμεσος όρος που λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος βάσει του οποίου εξασφαλίζεται η συνέχεια στο Σύμπαν.

Η μελέτη του φυσικού κόσμου κατά τον Μπρούνο αποτελεί την αληθινή μορφή φιλοσοφίας που είναι ικανή να μας αποκαλύψει τα μυστικά του Σύμπαντος και να μας εξασφαλίσει έγκυρη γνώση. Όπως και ο Φιτσίνο, έτσι και ο Μπρούνο πιστεύει ότι ο άνθρωπος δεν ερμηνεύει απλώς τον κόσμο, αλλά έχει τη δυνατότητα να παρεμβαίνει στη φύση και να επηρεάζει τη συμπεριφορά της για το καλό του ανθρώπινου γένους.

Η ύλη είναι εκείνη που εμπεριέχει τις μορφές και τις περιπλέκει. Ο καλύτερος αυτός γονέας, γεννήτορας και μητέρα των φυσικών πραγμάτων είναι, επομένως, θείο πράγμα. Η ύλη δεν επιθυμεί τη μορφή για τη διατήρησή της, εφόσον το φθαρτό δεν διατηρεί το αιώνιο. Επιπλέον, η ύλη έχει όλα όσα είχε πριν βρεθεί η μορφή και μπορεί ακόμη να έχει και άλλες μορφές. Ολόκληρη η φιλοσοφία του Μπρούνο αναπτύσσεται άρα γύρω από την ιδέα ενός νου που απελευθερώνει τον άνθρωπο από κάθε μορφή υποδούλωσης.

Ως επίλογο παραθέτω μία σύνθεση επιλεγμένων αποσπασμάτων από το έργο του Μπρούνο ώστε όποιος ενδιαφέρεται να γνωρίσει άμεσα τον φιλοσοφικό του λόγο:

"H θεότητα ενυπάρχει στον καθένα μας και στον πλανήτη μας, όπως ακριβώς ενυπάρχει στα ουράνια σώματα. Για το λόγο αυτό, ο άνθρωπος μπορεί να αντιληφθεί τους νόμους που διέπουν τη φύση και να απελευθερωθεί από το φόβο των άγριων θεοτήτων, που κυβερνούν το σύμπαν.

Oι θεοί δρουν στα ουράνια και αστρικά σώματα, τα οποία είναι θεϊκά σώματα. Αυτά με τη σειρά τους ενεργούν στα πνεύματα που κατοικούν και ελέγχουν τα αστέρια, ένα από τα οποία είναι και η γη. Τέλος, τα πνεύματα επιδρούν στα στοιχεία, τα στοιχεία στις ενώσεις, οι ενώσεις στις αισθήσεις, οι αισθήσεις στην ψυχή και η ψυχή σε όλο τον οργανισμό. Αυτή είναι η λεγόμενη κατιούσα πορεία. Απεναντίας, όταν από τον οργανισμό προχωρούμε μέσω της ψυχής στις αισθήσεις, μέσω των αισθήσεων στις ενώσεις, μέσω των ενώσεων στα στοιχεία, μέσω των στοιχείων στα πνεύματα, μέσω των πνευμάτων στα αστέρια και από εκεί στους ασώματους θεούς, που διέπονται από μια αιθέρια ουσία ή ένα αιθέριο σώμα, και από αυτούς στην ψυχή του κόσμου ή του πνεύματος του σύμπαντος, τότε καταλήγουμε στη θεώρηση του ενός, του απλούστατου, του άριστου, του σπουδαιότερου, του απόλυτου και του αυτάρκους όντος.

Η πορεία αυτή ονομάζεται ανιούσα. Συμπερασματικά, διακρίνουμε κάθοδο από τον θεό μέσω του κόσμου στους οργανισμούς και άνοδο από τους οργανισμούς μέσω του κόσμου στον θεό. Αυτός αποτελεί το υψηλότερο σημείο της κλίμακας, την αγνή και καθαρή ενέργεια και δύναμη, ενώ στο κατώτατο σημείο της κλίμακας βρίσκεται η ύλη, το σκότος, η παθητική δύναμη. Ανάμεσα σε αυτά τα δυο σημεία, υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα, το ανώτερο από τα οποία συμμετέχει περισσότερο στο φως, τη δράση, ενώ το κατώτερο συμμετέχει κυρίως στο σκότος.

Όποιος γνωρίζει την αδιάσπαστη συνέχεια της ψυχής και την αναγκαία σύνδεσή της με ένα σώμα, κατέχει μία σημαντική αρχή, για να κατανοεί τα φυσικά πράγματα.

 Η ύπαρξη της παγκόσμιας ψυχής που ευθύνεται για τις μορφές των πραγμάτων, καθιστά περιττή την ύπαρξη του θεού για τη δημιουργία του κόσμου.

Ο άνθρωπος είναι η μικρογραφία της φύσης, ο μικρόκοσμος που αναπαριστά το μακρόκοσμο του σύμπαντος. Έτσι, ο άνθρωπος είναι σε θέση να γνωρίσει τη φύση με άμεσο, ενορατικό, εσωτερικό τρόπο και όχι μέσα από την εξωτερική θεώρηση των πραγμάτων. Η μελέτη του φυσικού κόσμου αποτελεί την αληθινή μορφή φιλοσοφίας που είναι ικανή να μας αποκαλύψει τα μυστικά του σύμπαντος και να μας εξασφαλίσει έγκυρη γνώση.

 Όλα τα πράγματα είναι γεμάτα από πνεύματα, ψυχές, θεϊκή δύναμη, θεό ή θεότητα. Ο νους και η ψυχή είναι παντού, μολονότι δεν ευθύνονται για ό, τι παρατηρούμε γύρω μας.

Kάθε ψυχή και κάθε πνεύμα έχει κάποιο βαθμό συγγένειας με το παγκόσμιο πνεύμα, το οποίο υπάρχει όχι μόνο όπου ζει και αντιλαμβάνεται η ψυχή του ατόμου, αλλά επίσης είναι εξαπλωμένο παντού, αποτελούμενο από την ίδια ακριβώς ουσία και σύσταση."

Περί της πολυσυζητημένης μαρτυρίας του Τατιανού επί των τεσσάρων «κανονικών» Ευαγγελίων

Γράφομε το παρόν άρθρο λαμβάνοντας αφορμή από το κείμενο του βιβλιαρι­δίου «Ο Θρίαμβος των Γραφών», του James Orr που εμφανίζεται στις σελίδες 22-23:
Η μαρτυρία του Τατιανού για τα τέσσερα Ευαγγέλια
Ας έρθουμε και σε μια άλλη μαρτυρία. Οι παλιοί Χριστιανοί συγγραφείς μάς πληροφορούν ότι ο Τατιανός, μαθητής του Ιουστίνου του Μάρτυρα, είχε κάνει ένα «τετράστηλο» και πως το έργο αυτό, το οποίο υπήρχε στην εποχή τους, ήταν αρμονία των τεσσάρων Ευαγγελίων. (Το έργο πρέπει να έγινε κατά το έτος 170 μ.Χ.). Για ν’ ασχοληθεί όμως κάποιος συγγραφέας στη σύνταξη Αρμονίας των Τεσσάρων Ευαγγελίων, εξυπακούεται ότι τα Ευαγγέλια αυτά είχαν ήδη από καιρό ισχυρή και δεσπόζουσα θέση και ειδικό κύρος στην Εκκλησία. Η αναγνώριση αυτή επέφερε καίριο πλήγμα κατά της θεωρίας ότι τα Ευαγγέλια ήταν έργο μεταγενέστερης εποχής, γι’ αυτό και καταβλήθηκαν προσπάθειες να προσβληθεί η δύναμη της μαρτυρίας αυτής, την οποία μας δίνει ο Τατιανός.

Δάσκαλος του Τατιανού ήταν ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, ένας από του πιο σπουδαίους μάρτυρες, που άκμασε στα μέσα της 2ης εκατονταετηρίδας. Τα έργα του αρχαιότατου αυτού συγγραφέα περιέχουν κατά μεγάλο μέρος την ιστορία των τριών πρώτων Ευαγγελίων και δείχνουν επίσης μια ισχυρή γνωριμία με το Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Ούτε μας αφήνει ο Ιουστίνος σε αμφιβολία ως προς την πηγή απ’ όπου παρέλαβε τα όσα αναφέρει. Μας λέει ότι τα απέκτησε από τα «Απομνημονεύματα των Αποστόλων» τα καλούμενα Ευαγγέλια και ότι σ’ αυτά βρήκε γραμμένα «άπαντα περί Ιησού Χριστού». Τα «Απομνημονεύματα» αυτά διαβάζονταν μαζί με τις προφητείες κατά τις εβδομαδιαίες συναθροίσεις των Χριστιανών.
Το βιβλιαράκι αυτό μού το έδωσε μία χριστιανή ορθόδοξη, συγγενής μου, πο­λύ φανατική και θρησκόληπτη. Αν και αυτή έχει τελειώσει μόνο δημοτικό σχολείο, ήθελε με αυτό να μου αποδείξει τον θρίαμβο των ιερών χριστιανικών γραφών και δη των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων, την αυθεντικότητα, την αρμονία, την ιστορι­κότητα και την αξιοπιστία των.

Εδώ δεν θα επεκταθούμε στο να απαντήσομε σε κάθε παράγραφο, νύξη, ή χω­ρίο των γραφών που περιέχεται μέσα σ’ αυτό το βιβλιαράκι. Το έχομε κάνει άλλωστε στα διάφορα άλλα άρθρα μας! Αλλ’ όπως μας ανακοινώνει στο εσώφυλλό του, περιέ­χει πέντε άρθρα του κ. καθηγητή James Orr, του πανεπιστημίου της Γλασκώβης, «ενάν­τια στις επιθέσεις της απιστίας». Μα ποιάς απιστίας;

Χρειάζεται να είσαι άπισ­τος ή αθεϊ­στής για να επιτεθείς κατά της Εβραιογνωστικοχριστιανικής θρησκείας; Οι Θεϊσ­τές, οι Βουδισ­τές, οι Ινδουιστές, οι Ταοϊστές και πάρα πολλοί άλλοι είναι πιστοί. Όταν όμως ακούνε για Χριστιανισμό αηδιάζουν και εξανίστανται εναντίον του. Γνω­ρίζω προσωπικά πολλούς πιστούς αυτών των ομάδων οι οποίοι κατατροπώνουν κάθε θε­ολόγο ή απολογητή της χριστιανικής δεισιδαιμονίας, βλακείας και παραλογισμού οσάκις εμπλακούν μαζί τους σε αντιπαράθεση. Τί θέλουν δηλαδή να μας πούνε οι χριστιανοί και ο James Orr; Ότι μόνο οι άπιστοι και οι αθεϊστές αηδιάζουν και επιτί­θενται κατά του Εβραιογνωστικοχριστιανισμού! Αν νομίζουν κάτι τέτοιο, τότε ή δεν ξέ­ρουν ή δεν θέλουν να μάθουν τι τους γίνεται! Εθελοτυφλούν και στρουθοκαμηλί­ζουν!

Εδώ λοιπόν επιθυμούμε να αναπτύξομε περιληπτικώς τα τεκμηριωμένα στοι­χεία επί της μαρτυ­ρίας του Τατιανού και να καταδείξομε, άλλη μια φορά, ότι τί­ποτα δεν ισχύει απ’ όσα ισχυρίζονται οι χριστιανοί διά τη σχέση της με τα τέσ­σερα κανονι­κά Ευαγγέλια. Δυστυχώς όμως το αδαές πλήθος πιστεύει εν λευκώ ό,τι κι’ αν του πα­σάρουν οι χριστιανοί θεολόγοι και απολο­γητές, ακόμα και ότι 41 = 42, ή 2 + 3 = 23, χωρίς καμία προθυμία ή περιέργεια για περαιτέρω έρευνα και διαπίστωση!

Από την άλλη μεριά πάλι διαπιστώνομε διά πολλοστή φορά το ψεύδος και το αντιεπιστημονικό σκόπιμο γράψιμο των διαφόρων θεολόγων και απολογητών του Χριστιανισ­μού, αρχής γενομένης με τον Απόστολο Παύλο. Δεν τους ενδιαφέρει η αλήθεια παρά μόνο η σκοπιμότητα για την προώθηση της θρησκείας των, προς δόξαν του Θεού των (Πρός Ρωμαίους 3: 7). Αυτούς τους συναντάμε παντού· σε κάθε χώρα και εθνικότητα που πάτησε και εξαπάτησε ο Χριστιανισμός, σε κάθε χριστιανική αί­ρεση, σε κάθε χριστιανική εκκλησία, κλπ.

Εδώ ο κ. James Orr, αν και καθηγητής του γνωστού μεγάλου πανεπιστημίου της Γλασκώβης, γράφει μέσα στο ίδιο πλαίσιο και πνεύμα. Ένα γεγονός που συμβαί­νει με όλους τους χριστιανούς θεολόγους και απολογητές κάθε αιρέσεως και κάθε εκ­κλησίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη που απαντώνται! Γενικολογίες, μασημένα λό­για, μισές αλήθειες, στρεψοδικίες, κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, κλπ.

Γράφει π. χ. ο κ. καθηγητής: «Οι παλιοί Χριστιανοί συγγραφείς …». Ποιοί εί­ναι αυτοί; Δεν ονομάζει ούτε έναν ο κ. καθηγη­τής. Που να τολμήσει να γράψει ότι ψεύτης Ευσέ­βιος άρχισε αυτή την σκόπιμη ιστο­ρία ενάμιση αιώνα μετά τον Τατιανό και όπως έχουν αποδείξει οι ερευνητές και εκθέ­τομε και εμείς ευθύς αμέσως είναι ψευδής πέρα για πέρα. Ο κ. καθηγητής δεν παρα­θέτει έστω και ένα αυτούσιο συγκεκ­ριμένο σύντομο χωρίο, δύο ή τριών γραμμών, από αυ­τά που εδήλωσαν αυτοί οι συγγ­ραφείς. Γιατί άραγε; Όπως θα δούμε δεν υπάρχουν πολλά! Που να τολμήσει να ανα­φέρει ότι ο Τατιανός μετά τον προσηλυτισμό του στον Χρισ­τιανισμό από τον Ιουστί­νο, έγινε αιρετικός γνωστικός και καταδικάστηκε από την ορ­θόδοξη εκκλησία του τε­τάρτου αιώνος ως τέτοιος. Που να τολμήσει να αναγράψει την σύν­τομη αλλά πληρέσ­τερη δήλωση του Θεοδωρήτου! Κλπ., κλπ. Ούτε λέγει το κυ­ρι­ότερο πράγμα που κάθε αμερόληπτος επιστήμονας οφείλει να τονίσει! Αυτό είναι το ότι οι μαρτυρί­ες αυ­τές, πά­νω στον Τατιανό, είναι πολύ υστερόχρονες, ολίγες και χωρίς διασ­ταυρώσεις για να εί­­ναι ιστορικώς βάσιμες. Μόνο αυτή που έγραψε ο Θεοδώρητος έχει ιστορική αξία! Όλες αρχίζουν 150 χρόνια μετά τον Τατι­ανό, με πρώτο τον Ευσέ­βιο περί το +320 και τε­λειώνουν με τον Λατίνο επίσκοπο Victor της Capua περί το +545. Δεν είναι σύγχ­ρονες ούτε υπάρ­χουν διασταυρώσεις συγχρόνων του Τατιανού συγγραφέων όπως απαιτεί η επιστήμη της Ιστορίας. Δεν τολμά ο κ. James Orr να μας εξη­γήσει γιατί ο Ευσέβι­ος δεν διέ­σωσε τα έργα του Τατιανού, εκτός ένα μόνο, όπως και τόσων άλλων χριστιανών συγγραφέων των τριών πρώτων αιώνων.

Αλλ’ ούτε και οι μεταφραστές ή οι εκδότες του μικρού αυτού βιβλίου έβαλαν μια υποσημείωση ή ανα­φορά ή βιβλιογραφία για να κινήσουν το ενδιαφέρον όσων επιθυμούν να κάνουν πε­ραιτέρω έρευνα και έλεγχο. Γράφουν με το αξιωματικό ύφος ότι αυτή είναι η τελική αλήθεια «και τα σκυλιά δεμένα»!.

Έτσι λοιπόν, μέσα στην αγανάκτησή μας, αποφασίσαμε να εκθέσομε το θέμα αυτό για να διαφωτίσομε, κατά δύναμη, το αδαές, θρησκόληπτο και ανεξέταστο χρισ­τιανικό ποίμνιο και να του παρακινήσομε την ερευνητική του περιέργεια και διαπίσ­τωση της αλήθειας. Αρχίζομε λοιπόν:

ΤΑΤΙΑΝΟΣ (π. 120 – π. 175 Κ. Ε.)

Ο Τατιανός ήταν Σύρος με Λατινικό όνομα (Tatianus). Προσηλυτίσθηκε στον τότε Χρισ­τιανισμό από τον χριστιανό Εβραιο-Σαμαρείτη Ιουστίνο Μάρτυρα (+150-160), αλλά μετ’ ολίγον έγινε Γνωστικός, οπαδός της αιρέσεως του Μαρκίωνος, ή οποία είχε αρχίσει κατά τα έτη +140-145. Τελι­κά έγινε μέλος της αιρέσεως των Εγκ­ρα­τιτών. Μάλιστα δε, από μερικούς ερευνητές θεωρείται ο ιδρυτής της σέκτας αυτής.

Εκτός από το έργο «Λόγος Πρός Έλ­ληνας» που σώζεται ολόκληρο, όλα τα άλλα έργα του Τατιανού εχάθησαν. Καθόλου παράξενο βεβαίως που διασώθηκε μόνο αυτό, εφ’ όσον εκεί μέσα ο Τατιανός, ως χριστιανός, στρέφεται κατά των Ελ­λήνων και του Ελλη­νι­κού πολιτισμού, ενώ όλα τα άλλα έργα του χαρακτη­ρίστηκαν ως αιρετικά από την με­τέ­πειτα χριστιανική ορθόδοξη καθολική εκκλη­σία. Αυτό το γερό έργο όμως δεν αναφέρει τίποτα απολύτως για κανέ­να από τα τέσ­σερα κανονικά Ευ­αγγέλια. Μερικοί χριστιανοί συγγραφείς ισχυρίζονται ότι σ’ αυτό υπάρχουν χωρία παράλληλα με αν­τίσ­τοιχα των Ευ­αγ­γε­λίων και όπως λένε αποτελούνται από λόγια του Χριστού. Εκτός του ότι είναι ολίγα, κατά την έρευνα των αμερολήπτων επιστημόνων, αυτά έχουν ληφθεί από το απόκρυφο και μη κανονικό Ευαγ­γέλιον των Εβραίων, το οποίο, όπως θα τεκμηριώσομε αμέσως, το χρη­σιμοποιούσε ο Ιου­στίνος και ο Τατιανός για ένα μεγάλο διάστημα της χρι­στιανικής ζω­ής του.

Το γεγονός αυτό μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί με μια σύγκριση των εν λόγω χω­ρίων με τα αντίστοιχα χωρία του Ευαγγελίου των Εβραίων που έχομε σήμερα στα χέρια μας. Μερικά απ’ αυτά ομοιά­ζουν και με χωρία των κανονικών Ευαγγελίων. Αυτό δεν πρέ­πει να μας ξενί­ζει διότι όλο τον δεύτερο αιώνα σε όλα τα εβραιο-γνωστικο-χριστιανικά κείμενα, παρά τις δια­φορές τους, κυκλοφο­ρού­σαν διάφορες κοινές χριστιανικές φράσεις, ιδί­ως μεταξύ των Κυ­ριακών Λογίων.

Το Ευαγγέλιον ή η Αρμονία του Τατιανού

Όπως λένε ο Τατιανός έγραψε το έργο Αρμονία περί το +170. Μερικοί χρι­σ­τι­ανοί εννοούν πως πρόκειται για μια αρ­μονία των τεσ­σάρων κανονι­κών Ευαγγελίων.

Από δια­σωθείσες αναφορές φαίνεται ότι σε πολλές περιπτώσεις, αλλ’ όχι και επί μονίμου βάσεως, ο Τατιανός χρησιμοποιούσε το απόκρυφο μη κα­νονικό Ευαγ­γέλιο των Εβραί­ων, και ακόμα ότι το έργο του με τίτλο «Αρ­μονία» είχε γίνει γνωσ­τό σε μερικούς άλλους. Μεγάλη προσπάθεια έχει καταβ­ληθεί για να συν­δεθεί η Αρμονία με τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέ­λια, βασισμέ­νη στην μόνη και ουσιαστικά αστήρικτη και ύποπτη μαρτυρία του Ευσεβίου (+260-340). Όπως ο Ευσέβιος λέγει, είχε τον υποδηλωτικό τίτλο Διά Τεσσά­ρων. Αν είχαμε τα γραπτά του ίδιου του Τατιανού ή μόνο την Αρμο­νία του, η ερώτηση της σύνδεσης που τίθεται εδώ θα ελάμβανε ταχεία απάντηση. Δυσ­τυχώς όμως, αυτό το έργο μαζί με την συντριπτική πλειοψηφία των χρισ­τιανι­κών έργων των τρι­ών πρώ­των αιώνων χάθηκε. Ας όψεται ο Ευσέβιος!

Το έργο λοιπόν Αρμονία ακούστηκε για πρώτη φορά από τον Εβραιοχρι­στια­νό Ευσέβιο Καισαρείας της Παλαιστίνης, ο οποί­ος λέγει:

«Εν τούτοις, ο Τατιανός, ο πρότερος αρχηγός τους, έχοντας συνθέσει ένα συγ­κεκριμένο κράμα και μια συλλογή, δεν γνωρίζω πως, των Ευαγγελίων, ονόμασε αυτό Διά Τεσσάρων, το οποίο ακόμα και τώρα είναι γνωστό σε μερικούς» – Εκκλησιαστική Ισ­τορία 4. 29.

Εδώ ο Ευσέβιος δεν εξηγεί τι ακριβώς εννοεί με τη φράση: «ακόμα και τώρα είναι γνωστό σε μερικούς», που αφορά το «Δια Τεσσά­ρων» κράμα. Αυτό το «τώρα» και οι «μερι­κοί» αναφέρεται στους τότε οπαδούς του Τατιανού των οποίων ήταν αρ­χηγός τους όπως ομολογεί στην προηγούμενη γραμμή, ή ομιλεί για μερικούς που ζού­σαν κατά τα έτη που Ευσέβιος έγραφε αυτά, δηλαδή 150 περίπου χρόνια μετά τον Τατια­νό. Μάλλον το δεύτερο!

Η επόμενη αναφορά στο Ευαγγέλιο του Τατιανού γίνεται από τον Εβραιοχρι­στια­νό Επιφάνειο (+ 315 – 403). Αυτός λέγει:

«Λέγεται ότι αυτός [ο Τατιανός] συνέθεσε το Ευαγγέλιο Διά Τεσσάρων, το οποίο από μερικούς καλείται ως Ευαγγέλιον των Εβραίων.» – Αιρέσεις 46. 1.

Από τον τρόπο που γράφουν, φαίνεται ότι οι δύο αυτοί συγγραφείς δεν είχαν δει κανένα τέτοιο Ευαγγέλιο. Έγραψαν τις αναφορές τους από ό,τι είχαν ακουστά. Η αναφορά του Επιφανείου (Δια Τεσσάρων) που αφορά την ονομασία του Ευαγγελίου, χωρίς αμφιβολία, βασίζεται επάνω στο χωρίο του Ευσεβίου.

Τρίτος συγγραφέας είναι ο Θεοδώρητος (+ 393 – 458). Αυτός λέγει:

«Αυτός [ο Τατιανός] επίσης συνέθεσε το Ευαγγέλιο το οποίο καλείται Διά Τεσσάρων αφού αφαίρεσε τις γενεαλογίες και όλα τα μέρη που εδήλωναν ότι ο Κύρι­ος γεννήθηκε από το σπέρμα του Δαυίδ, κατά σάρκαν. Αυτό χρησιμοποιούνταν όχι μόνο από τη σέκτα του, αλλά ακόμη και από ‘κείνους που διατηρούσαν τα αποσ­το­λι­κά δόγματα, και οι οποίοι δεν αντελήφθησαν τα κακά αυτής της σύνθεσης, αλλά αυ­τοί χρησιμοποιούσαν το βιβλίο αυτό με απλοϊκότητα, ένεκα της συντόμου περιεκτι­κότη­τός του. Εγώ, ο ίδιος, έχω βρει πάνω από διακόσια τέτοια αντίγραφα που έχαι­ραν μεγά­λης τιμής ανά­μεσα στις εκκλησίες σας, και αφού τα μάζεψα όλα μαζί, διέ­ταξα να τα βάλουν στην άκρη και αντ’ αυτών εισήγαγα τα Ευαγγέλια των τεσσάρων Ευαγγε­λιστών.» – Αιρετικοί Μύθοι 1. 20.

Τον επόμενο αιώνα ο Victor επίσκοπος της Capua (+541-554), αναφερόμενος στο Ευαγγέλιο του Τατια­νού το αποκαλεί «Διά Πέντε». – Fabricius, Codex N. T. Ι, σελί­δα 378. Τί να είναι άραγε το εδώ αναφερόμενο πέμπτο, μέσα στη χαώδη και αντιφατική χριστιανική γραμματεία;

Αυτές είναι όλες κι’ όλες οι σημαντικές ενδείξεις περί του Ευαγγελίου ή της Αρ­μονίας του Τατια­νού. Για να τις αναλύσομε εκτενέστερα:

Ο Επιφάνειος αναφέρει μόνον, ότι κατά τον καιρό του λεγόταν πως ο Τατι­α­νός συνέθεσε το Ευαγγέλιο Διά Τεσσάρων και αμέσως μετά προσθέτει και ότι με­ρικοί το αποκαλούσαν και Ευαγγέλιο των Εβραίων. Αυτό το έγραψε γύρω στο + 385. Μισό αιώνα αργότερα, ο Θεοδώρητος βεβαιώνει ότι τότε ονομάσθηκε Διά Τεσσάρων, και δηλώνει μερικά πράγματα για την σύνθεσή του.

Τότε, ανεξάρτητα από τον Ευσέβιο, το μόνο που φαίνεται αληθές είναι το ότι κατά τον τέταρτο και πέμπτο αιώνα έδωσαν στο Ευαγγέλιο του Τατιανού τον τίτλο «Διά Τεσσά­ρων» και τον έκτο «Διά Πέντε».

Αλλά ο Ευσέβιος λέγει ότι ο ίδιος ο Τατιανός το ονόμασε «Διά Τεσσάρων». Αυτή δεν είναι η πρώτη δήλωση του Ευσεβίου με την οποία προσπαθεί να δώσει μια πρώιμη αναφορά περί Κανονικών Ευαγγελίων, μέσα στην οποία ο ίδιος να υποστηρίζε­ται από προ­ηγούμενες πηγές.

Η σπουδαιότητα της ερωτήσεως καθιστά αναγκαίο το να εξετάσομε την αξιοπιστία αυτής της μαρτυρίας, και να προσπαθήσομε να επιβεβαιώσομε ή όχι, αν κανείς μπορεί να στηρίζεται στην αστήρικτη δήλωση του Ευσεβίου. Ως γνωστόν ο Ευσέβιος είναι υπόλογος πολλών πλαστογραφήσεων, ψεμάτων, παραχαράξεων και εξαφανίσεως σχεδόν όλων των πηγών. Ο τίτλος «Διά Τεσσάρων» είναι επινόηση τού Ευσεβίου γι’ αυτούς τους λό­γους. Ο πραγματικός του τίτλος ήταν Αρμονία.

Φαίνεται ακόμα ότι ο τίτλος Αρμονία του έργου του Τατιανού έδωσε το έναυσ­μα στον Ευσέβιο να μας μεταφέρει στραβά ότι εννοούσε την αρμονία των τεσσάρων κανο­νικών Ευαγγελίων. Δεν είναι όμως ανάγκη να πιστέψομε τον Ευσέβιο. Το απλού­στερο που μπορούμε να κάνομε είναι να μελετήσομε μόνοι μας τα τέσσερα κανονικά Ευαγγέ­λια και να διαπιστώσομε αν πράγματι έχουν αρμονία μεταξύ τους. Τα λάθη οι αντιφάσεις και οι ασυμφωνίες τους ανέρχονται σε χιλιάδες και έχουν καταγραφεί σε καταλόγους της διεθνούς βιβλιογραφίας. Π. χ. βλέπε: C. Dennis McKinsey:

1. Biblical Errancy, Prometheus Books, 1995.
2. The Encyclopedia of Biblical Errancy, A Reference Guide, Prometheus Books, 2000.
μαζί με πολλά άλλα διάφορα συγγράμματα και άρθρα πάνω στο θέμα της αρμο­νίας.

Το +170 ο Τατιανός ήταν ήδη Μαρκιωνίτης Γνωστικιστής και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να παραδέχεται και να χρησιμοποιεί τα τέσσερα κανο­νικά Ευαγγέλια, πόσο μάλλον να τα καταγράψει το ένα δίπλα στο άλλο! Κατ’ αυτή την εποχή τα ίδια ισχύουν και για το Ευαγγέλιον των Εβραίων. Τα τέσσερα κανο­νικά Ευαγγέλια αναφέρονται για πρώτη φορά από τον Ειρηναίο Λυώνος κατά τα έτη +181-185.

Αλλά ας μην πάμε μακριά! Υπάρχει μια γνωστή περίσταση, η οποία μόνη της δύναται να διαψεύσει ισχυ­ρώς την ανεξέταστη υπόθεση, ότι ο Τατιανός χρησιμοποιού­σε τα τέσσερα Κανονικά Ευ­αγγέλια.

Αυτή εμφανίζεται στην μαρτυρία του ιδίου του Θεοδωρήτου που ομολογεί ότι βρέθηκε στη δύσκολη θέση να αναγκαστεί να περιθωριοποιήσει το Ευαγγέλιο αυτό, αν και ήταν πολύ σεβαστό στις εκκλησίες που αυτός επισκέφτηκε και βρήκε εν χρήσει άνω των διακοσίων αντιγράφων.

Το γεγονός ότι ο Θεοδώρητος όχι μόνον αισθάνθηκε υποχρεωμένος να το βγάλει από τη μέση και να το βάλει στην άκρη, αλλά και το αντικατέστησε με τα τέσσερα κανονι­κά Ευαγγέλια, είναι αντίθετο προς την θεωρία ότι το Ευαγγέ­λιο αυτό αποτελούσε την αρμονία των τεσσάρων κανονικών Ευαγγελίων και θέ­τει σε από­λυτη αμ­φιβο­λία κάθε δήλω­ση που γίνεται για να καταδείξει ή να υπο­στηρίξει ένα τέτοιο συμπέ­ρασμα.

Παρατηρούμε ότι και ο Επιφάνειος και ο Θεοδώρητος έγραψαν τις μικρές μαρτυρίες των μέσα σε έργα των που αφορούσαν αιρέσεις του καιρού των, πράγμα που είναι προφανές και από τους τίτλους των έργων αυτών. Δηλαδή και οι δύο Πα­τέρες εθεωρούσαν τον Τατιανό ως αιρετικό. Άρα, πώς μπορεί ο Τατιανός να έχει την σχέση που επιθυμεί ο Ευσέβιος με τα τέσσερα κανονικά Ευ­αγγέλια. Σε καμία περίπτωση!

Ο καθηγητής James Orr αναφέρει και την παραστατική λέξη «τετράστηλο». Τέτοια λέξη στις αναφορές των παλαιών χριστιανών συγγραφέων δεν υπάρχει. Είναι και αυτή μέσα στο υποκινητικό, αλλά αντιεπιστημονικό, πνεύμα της απολογητικής του προσπαθώντας να δημιουργήσει πειστικότητα δι’ εντυπώσεων!

Σημείωση: Για το Διά Τεσσάρων, υπάρχουν ακόμα ολίγα υστερόχρονα σχό­λια του Αγίου Εφραίμ Σύρου (+306-373) και μικρά κομμάτια υστεροχρόνων και με­σαιω­νικών χειρογράφων που το αναφέρουν. Αυτό δεν είναι παράξενο αν λάβομε υπ’ όψη ότι ήταν σεβαστό και χρησιμοποιούταν ευρέως ακόμα και κατά την εποχή του Θεοδωρήτου (πέμπτος αιών) και του Victor της Capua (έκτος αιών) και υπήρ­χαν ήδη πολλά αντί­γρα­φα στην κυκλοφορία.

Δύο από τα Αιρετικά Στοιχεία του Τατιανού

1. Περί Αθανασίας της Ψυχής

Μερικοί, όπως ο Τατιανός και ο Βαρδεσάνης (+180), διατηρούσαν την πίστη στην ανάσταση των σωμάτων. Άλλοι πάλι, όπως ο Σατουρνίνος (+125) και ο Κέρδων (+140) προώθησαν την αντι-υλική αρχή και απ­έρριψαν την «εν σαρκί ανάστα­σιν». Επ’ αυτού του ζητήματος φυσικά, ήταν εύκολο να κάνει κανείς τον συμβιβασμό ώστε ένα «πνευματικό σώμα» να φαίνεται στην όραση ίδιο με ένα πραγματικό φυσι­κό σώ­μα. Αυτό όμως, με λίγα λόγια, θα ήταν τελεί­ως αόριστο για να αγγίξει το «πνεύμα» όλων των εποχών.

Το δόγμα της αθανασίας της ψυχής δεν το ασπαζόταν όλοι τον καιρό του Τα­τιανού. Ο Τατια­νός φωνάζει εναντίον των Ελλήνων, οι οποίοι επίστευαν το αντίθετο, τα εξής:

«“Η ψυχή δεν είναι αφ’ εαυτού της αθάνατη, ώ Έλληνες, αλλά θνητή. Πράγ­ματι, εάν δεν γνωρίζει [η ψυχή] την αλήθεια, τότε πεθαίνει, και διαλύεται με το σώμα, αλλά στο τέ­λος ανασταίνεται, κατά το τέλος του κόσμου, μαζί με το σώμα, λαμβάνον­τας την τι­μωρία του θανάτου αιωνίως.”» – Λόγος Πρός Έλληνας 1. 13.

Ίδιες απόψεις είχε και ο Θεόφιλος Αντιοχείας (+180), ο οποίος λέγει: «Ού­τε αθάνατη, αλλά και ούτε θνητή την έκανε [ο Θεός], αλλά δυνατόν να είναι και για τα δύο.» – Πρός Αυτό­λυκον 2. 27.

Η φύση της ψυχής, όπως εξηγεί ο Τερτυλλιανός (+200-210), είναι εντελώς ασύμβατη με την αθανασία, καθ’ ότι επίστευε ότι το σώμα και η ψυχή διαιωνίζονται μα­ζί ή πεθαίνουν μαζί.

2. Γνωστικιστικές Απόψεις περί Χριστιανικού Θεού και το Ευαγγέλιο των Εβραίων

Ο Τατιανός, μαθητής του Ιουστίνου Μάρτυρος και σύγχρονος του Σατουρνί­νου, θεωρεί τον δημιουργό του κόσμου, τον Εβραίο Θεό Γιαχβέχ, ως έναν υποδεέστε­ρο Θεό, και ομοίως φαί­νεται να έχει συμπεράνει ότι ο Ιουδαϊσμός και το Ευαγγέλιο είναι δημι­ουργήματα κα­τωτέρων θεοτήτων, τύπου Γιαχβέχ. Ο καλός Θεός ήταν ο Θεός Πατήρ του Χριστού, ο οποίος επιπολάζει του κόσμου, κλπ.

Βλέπομε λοιπόν ότι ο Τατιανός είχε ταυτόσημες γνωστικιστικές απόψεις με τον Μαρκίωνα. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του Θεοδωρήτου που εξε­τάσαμε παραπάνω. Συνεπώς, ως Μαρκιωνιστής Γνωστικός και συνεπώς αντι-Εβραί­ος, δεν ήταν δυνατόν να χρη­σιμοποιούσε το Ευαγγέ­λιον των Εβραίων επί μονίμου βά­σε­ως. Είτε πή­ρε απ’ αυτό μερικά χωρία που του άρμο­ζαν, είτε χρησιμοποίησε χω­ρία που ήταν κοινά στο Ευαγγέλιο αυτό και σε διάφορα γνωστικοχριστιανικά έγγραφα της εποχής του.

Γνωρίζομε βεβαίως ότι, το Ευαγγέλιο των Εβραίων ήταν ένα Εβραιο-Εβιωνιτι­κό κείμενο και το χρη­σιμοποιούσαν: ο Εβραίος Σαμαρείτης Ιουστίνος Μάρτυς, ο Εβ­ραιοχριστια­νός Ηγήσιππος, ο συγγραφέας των Κλεμεντί­ων Εβιονι­τικών κειμένων (Αναγ­νωρίσεις, Ομιλίες, Επιτομή, κλπ.), κ. ά.

Ο Credner (+1836) θε­ωρεί ότι, αυτό ήταν ένα από τα αρ­χαιότερα κείμενα της εκκλησίας και η πηγή για τον Ιουστίνο Μάρ­τυρα από το οποίο και απέσπασε πολλά εδάφια. Ο Toland (1700) λέγει ότι το Ευαγγέλιον των Εβ­ραίων αναγιγνώσκετο δημοσί­ως στις εκ­κλησίες των Εβραιοχριστιανικών αιρέσεων των Να­ζαρηνών και Εβιονιτών ως αυ­θεντικό «για πάνω από 300 χρόνια» και «εθεωρείτο ως το αληθές Ευαγγέλιον» από τους: Παπία, Ιγνάτιο, Κλήμεντα Αλεξανδρείας, Ιουστίνο Μάρ­τυρα, Ηγήσιππο, κ. ά. Αυτή η άποψη, περί αυτού του Ευαγγελίου βεβαίως, εξοστρακίσ­τηκε πλήρως από την χριστιανική ορθόδοξη καθο­λική εκκ­λησία και τους πατέρες του τετάρτου αιώνος και εφ’ εξής. Αυτοί το κατέταξαν στα αιρετικά, απόκρυφα και μη κα­νονικά, αφού η νέα θρησκεία και εκκλησία που εδημιούργησαν σκοπόν είχε την μετάλ­λαξη και τον προση­λυτισμό της πατρικής θρησκείας των, του Εβραϊσμού δηλαδή.

Μερικοί ερευνητές, μεταξύ των οποίων και ο Tischendorf (+1850), νομίζουν ότι ο Τατια­νός χρησιμοποιούσε το Ευαγγέλιον των Εβραίων. Ο Credner έφτασε να πι­σ­τεύ­ει ότι αυτό ήταν ουσιαστικά η Αρμονία του Τατιανού.

Είναι θεωρητικώς αδύνατο για έναν Μαρκιω­νίτη να ασπαζόταν το Ευαγγέλιον των Εβραίων σε όλη του τη ζωή. Εάν όμως υποθέσομε ότι, ο Επιφάνειος, ο Credner, ο Toland, ο Tischendorf, κ. ά. έχουν δίκιο και η Αρμονία ήταν πράγματι το Ευαγγέλιον των Εβραίων, τό­τε αυτό αποτελεί περίτρανη και σίγουρη απόδειξη του ότι η Αρμονία δεν ήταν το «Διά Τεσσάρων» του ψευτο-Ευσεβίου, εντός του οποίου υποτίθεται ότι είχε βάλει τα τέσσερα κανονικά Ευαγ­γέλια σε παράλληλη γραφή. Διότι: «Άλλο το Ευαγγέλι­ον των Εβραίων και άλλα τα τέσσερα κα­νονικά Ευαγ­γέλια». Αν λοιπόν το ζήτημα έχει ούτως, τότε αυτό το γεγονός αποδεικνύει πλήρως και ευκολότατα το ψέμα και την δι­αστροφή τού Ευ­σεβίου.

Αυτό που όπως φαίνε­ται συνέβη είναι το ότι, όσο ο μαθητής Τατιανός ήταν κον­τά στον διδάσ­καλό του Ιουστίνο, χρησιμο­ποιούσε το Ευαγγέλιο των Εβραίων κανονι­κώς. Μετά όμως, όταν προ­σχώρησε στον Μαρκιωνιτικό Γνωστικισμό, το απέρριψε κα­τά το πλείστον. Όπως όμως ο διδάσκαλός του Ιουστί­νος έτσι και αυτός εκράτησε εν χρήσει τα ολίγα χω­ρία του που έχουν να κάνουν μόνο με Κυριακά Λόγια και τίποτα πε­ρισσότερο. Αφού θεωρούσε τον Χριστό ως υιόν του καλού Θεού που τον έσ­τειλε για να μας σώσει (από τί άραγε;), τότε είναι εύλογο να απέσπασε μόνο τα Κυριακά Λό­για!

Συμπεραίνομε λοιπόν ότι σε κάθε περίπτωση, η χαμένη Αρμονία του Τα­τιανού δεν μπορεί να είναι το «Διά Τεσσά­ρων» του ψευτο-ιστορικού Ευσεβίου, ο οποίος με το ύφος της γραφής του προδίδει το ότι δεν εφρόντισε να την δει και να την εξετάσει ποτέ! Όπως πάντα, γράφει βιαστικά, με σκοπιμότητα και από τη φαντασία του ή από ακουσ­τές διαδώ­σεις. Ο δε τίτλος «Διά Τεσσάρων» που του απέδωσε, είναι δική του σκόπιμη και ψευδής επινόηση, μόνο και μόνο για να βρει μια, ανύπαρκτη βεβαίως, σύνδεσή της Αρμονίας με τα τέσ­σερα κα­νονικά Ευαγ­γέλια και έτσι να στηρίξει ιστορικώς και θεωρη­τικώς την μόλις τεχ­νητά και βιαστικά κακοφτιαγμένη χριστιανική εκκλησία των τεσσά­ρων κα­νονικών και ψευδεπιγράφων Ευαγγελίων. Ο τίτλος αυτός δεν υπάρχει πουθενά σε ό,τι γραπτό υπάρχει πριν από τον Ευσέβιο και είχε την τύχη να διασωθεί.

Επίλογος

Ελπίζομε μέσα στην εδώ περιληπτική ανάπτυξη του θέματός μας να έχομε δώσει αρκετά στοιχεία για την κατάδειξη τού συμπεράσματος τής προηγουμένης παραγράφου και ενός ακόμη ψέματος του Ευσεβίου, επί του οποίου πολλοί θεολόγοι και απολογητές, όπως ο James Orr με αφορμή του δημοσιεύματος του οποίου γράψαμε το παρόν άρθρο, πατά­νε για να στηρί­ξουν όχι μόνο την αυθεντικότητα των τεσσάρων κανο­νικών Ευαγγε­λίων (ψευδεπιγράφων) αλλά και την αρ­μονία τους, αν είναι δυνατόν.

Για ποιά αρμονία να μιλήσομε, όταν ο Πατήρ Θεοδώρητος μας λέγει ότι το Ευαγ­γέλιο τού Τατιανού περιείχε πολλά κακά και ότι τα άνω των διακοσίων σεβαστά αντίγρα­φα που βρήκε στις διάφορες εκκλησίες τα πέταξε στην άκρη και τα αντικατέστησε με τα τέσσερα κανο­νικά Ευαγγέλια! Ο ίδιος ο Τατιανός, κατά την μαρτυρία του Θεοδωρήτου, αφαίρεσε τις δύο αντιφατικότατες γενεαλο­γί­ες των Ευαγγελί­ων, όποιες και αν ήταν αυτές κατά τις μέ­ρες του, και έτσι γλί­τωσε από μια εξόφθαλμη αντίφαση. Ακόμα πέταξε έξω όλα που εί­χαν σχέση με την Εβραϊκή καταγωγή του Ιησού «εκ σπέρματος Δαυίδ κατά σάρκαν». Ίσως έχον­τας ένα μόνο Ευαγ­γέ­λιο να γλίτωσε από πολλές αντι­φάσεις, αν όχι απ’ όλες, και την ασύστολη ασυμφωνία του με άλλα Ευαγγέ­λια.

Αν όμως κάποιος δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως από την παρούσα ανάπτυξή μας, τον παραπέμπομε στις 22 σελίδες, 366-381 και 500-505, του καταπληκτικού πονήματος του ακαμάτου ερευνητή Walter Richard Cassels Supernatural Religion, Two volumes in one, Watts, 1874 – 1902, και σε μερικά σημεία του συμπληρώματός του A Reply to Dr Lightfoot’s Essays, Longmans, Green and Co., 1889.

Στις 22 αυτές περιεκτικές και πυκνογραμμένες σελίδες ο κάθε ενδιαφερόμενος θα βρει όλες τις λεπτομέρειες και θα ικανοποιήσει πλήρως το επιστημονικό και ερευνη­τικό του ενδιαφέρον. Στις σελίδες 500-505 μάλιστα, ο συγγραφέας έχει συμπεριλάβει και την σύγκριση των ολίγων χωρί­ων των Κυριακών Λογίων που αναγράφονται στον Λόγον Πρός Έλληνας με τα όμοια αντί­στοιχα εντός του Ευαγγελίου των Εβραίων ή των κανονικών Ευαγγελίων.

Ο καθηγητής James Orr του πανεπιστημίου της Γλασκώβης παρά την χριστιανι­κή θρησκοληψία του και τον απολογητικό του ζηλωτισμό, σίγουρα εγνώριζε το θαυμά­σιο αυτό και λεπτομερές αγγλικό σύγγραμμα. Έκανε όμως το κορόιδο προκειμένου να πει θαμπά τα καθι­ερωμένα χριστιανικά επιχειρήματα, ακόμα και αν δεν έχουν ίχνος επι­βε­βαιώσεως ή αλη­θείας, στο αδα­ές χριστιανικό «ποίμνιον» που, όπως πολύ καλά γνωρί­ζει και εκεί ακριβώς πατά ο κ. καθηγητής, δεν πρόκειται να ερευνήσει και να εξετάσει το θέμα.

ΔΕΣ:
 
Χριστιανοί απολογητές και χριστιανική απολογητική
 
Ιερές παραχαράξεις
 
Αποστολικά ευαγγέλια – Μυθεύματα και ασυμφωνίες ευαγγελιστών

Δείγματα βιβλικής «θεοπνευστίας» – «Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες

Γιατί είναι παραπλανητική η εναρμόνιση των ευαγγελικών διηγήσεων

Στοιχεία για την χρονολόγηση των Ευαγγελίων

Κατάλογος κειμένων της πρωτοχριστιανικής γραμματείας (και το ελληνικό κείμενο, όπου έχει βρεθεί)

Η ιλαροτραγωδία στην «θεόπνευστη» Αγία Γραφή

«Αγία Γραφή»: Το μεγαλύτερο παραμύθι τού κόσμου

Πράξεις των Αποστόλων: Γεγονότα ή ψευδοϊστορία;

Η ζωή δεν… έρχεται με νόημα. Πρέπει να εφεύρουμε εμείς το νόημα και μετά να… ξεχάσουμε ότι το έχουμε εφεύρει

Μετά από τόση υπαρξιακή αναζήτηση έχετε καταλάβει ποιο είναι το νόημα της ζωής;
Η ζωή δεν… έρχεται με νόημα. Πρέπει να εφεύρουμε εμείς το νόημα και μετά να… ξεχάσουμε ότι το έχουμε εφεύρει.

Ποιο νόημα έχετε δώσει στη δική σας ζωή;
Είμαι γονέας. Προσπαθώ να είμαι δημιουργικός ώστε να βοηθάω και άλλους, περισσότερους ανθρώπους.

Τι λέτε σε κάποιον που δεν μπορεί να «εφεύρει» κανένα νόημα για την ύπαρξή του;
Όταν κάποιος μου λέει ότι δεν έχει κανένα νόημα να ζει, προσπαθώ να εξερευνήσω τις σχέσεις του: Ποιους συναντά στην καθημερινότητά του; Τι τον εμποδίζει στην επικοινωνία; Για μένα, ένας από τους πιο σημαντικούς λόγους ύπαρξης είναι η ουσιαστική διασύνδεση με άλλους ανθρώπους και η αγάπη.

Η αγάπη ή ο έρωτας;
Η αγάπη για άλλους ανθρώπους, για τα παιδιά μας, για τους φίλους μας. Αναφέρομαι σε μια πιο σταθερή αγάπη και όχι στην κατάσταση της ερωτικής τρέλας.

Ο έρωτας είναι υπερεκτιμημένος στις μέρες μας;
Σίγουρα η ιδέα τού να ερωτεύεσαι παρουσιάζεται ως ένα υπέροχο συναίσθημα στη λογοτεχνία και στις ταινίες. Μόνο που συνήθως δεν διαρκεί. Εκείνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μετατρέψουμε τον έρωτα σε μια πιο «αξιοπρεπή» αγάπη: να αγαπάμε τον άλλο όπως είναι και όχι όπως τον ονειρευόμαστε.

Οπότε προτιμήσατε τη «βαρεμάρα» μιας καλής σχέσης από το πάθος;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει μεταξύ μας το τυφλό πάθος, αλλά να υπάρχει πολύ πάθος!

Το σεξ είναι σημαντικό σε ένα γάμο, σύμφωνα με την επιστημονική άποψη;
Η κακή σεξουαλική ζωή προξενεί μεγάλη θλίψη στους ανθρώπους. Περνάμε πολλές ώρες  προσπαθώντας να καταλάβουμε γιατί το σεξ δεν λειτουργεί και θα μπορούσα να αναφέρω μια ολόκληρη λίστα από λόγους. Η σεξουαλικότητα είναι σημαντικό μέρος του δεσμού ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα.


Καλύτερα να παιδεύεσαι με τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα ή να ζεις ευτυχισμένος μέσα στην άγνοιά σου;
Σίγουρα συμφωνώ με τον Σωκράτη στο ότι, για να ζήσει κανείς μια ολοκληρωμένη ζωή, πρέπει πρώτα να καταλάβει τον εαυτό του. Όμως δεν χρειάζεται να μελετάς υπαρξιακή φιλοσοφία για να είσαι χαρούμενος!

Νιώθετε καλύτερα τώρα ή όταν ήσαστε νέος;
Μου λείπει που δεν μπορώ πια να παίζω τένις… αλλά νιώθω πολύ πιο άνετα και ευχαριστημένος από τον εαυτό μου. Όταν ο ήλιος δύει, αρχίζεις να βλέπεις άλλα πράγματα στον ουρανό. Σήμερα απολαμβάνω τα αστέρια.

Έχετε κατορθώσει να βοηθήσετε τον εαυτό σας να μη φοβάται το θάνατο;
Φυσικά λυπάμαι που θα αφήσω αυτή την καλή ζωή σύντομα, αλλά δεν διακατέχομαι από τρόμο. 'Εχω ζήσει μια γεμάτη ζωή και αισθάνομαι πολύ τυχερός.

Η οικονομική κρίση επηρεάζει υπαρξιακά τους ανθρώπους;
Δημιουργεί περισσότερη δυστυχία. Είναι σημαντικό να μην ξεπέφτουμε οικονομικά, να μας αρέσει η δουλειά μας, να έχουμε υγεία… Μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω ότι η κατάθλιψη και το άγχος δεν έχουν οικονομικό υπόβαθρο.

ΟΙ ΔΥΟ ΕΑΥΤΟΙ ΜΑΣ

Θέλω να σας παρουσιάσω δύο ανθρώπους τους οποίους γνωρίζετε, αν και όχι με αυτά τα ονόματα: ο εαυτός σας που βιώνει εμπειρία και ο εαυτός σας που θυμάται την εμπειρία.

Ο εαυτός που βιώνει είναι το κομμάτι της συνείδησής σας που βιώνει την τρέχουσα στιγμή. Για παράδειγμα, εσείς διαβάζετε τώρα αυτή την πρόταση. Σε λίγο θα βιώσετε το κλείσιμο του βιβλίου και ίσως σηκωθείτε και πάτε να φτιάξετε καφέ. Ο εαυτός σας βιώνει όχι μόνο ό,τι κάνετε, αλλά και ό,τι σκέφτεστε και αισθάνεστε: αντιλαμβάνεται τη σωματική σας κατάσταση όπως κούραση, πονόδοντο ή ένταση. Όλα αυτά μαζί τα βιώνετε σε μια στιγμή.

Πόσο διαρκεί μια στιγμή; Οι ψυχολόγοι την υπολογίζουν σε 3 δευτερόλεπτα πάνω κάτω. Αυτό είναι το χρονικό διάστημα που αντιλαμβανόμαστε ως παρόν- με λίγα λόγια, όλα όσα βιώνουμε συμπυκνωμένα σε ένα «τώρα». Μακρύτερες χρονικές περίοδοι αντιμετωπίζονται ως ακολουθία στιγμών. Αφαιρώντας τον χρόνο του ύπνου, ζούμε περίπου 20.000 στιγμές την ημέρα – δηλαδή με μέσο προσδόκιμο ζωής κάπου μισό δισεκατομμύριο στιγμές σε ολόκληρη τη ζωή μας.

Τι συμβαίνει σε όλες τις εντυπώσεις που συνωστίζονται στο μυαλό σας κάθε στιγμή; Σχεδόν όλες χάνονται για πάντα. Κάντε αυτό το τεστ: ποια ακριβώς ήταν η εμπειρία σας πριν από 24 ώρες, 10 λεπτά και 3 δευτερόλεπτα; Ίσως ήταν μόνο ένα φτέρνισμα. Ή κοιτάξατε έξω από το παράθυρο. Ή σκουπίσατε ένα ψίχουλο από το παντελόνι σας. Όποια κι αν ήταν η εμπειρία, δεν υπάρχει πια. Δεν διασώζεται ούτε το ένα εκατομμυριοστό των εμπειριών μας. Είμαστε μια σπάταλη μηχανή εμπειριών που εξαφανίζονται.

Αυτό είναι λοιπόν ο εαυτός μας που βιώνει. Το δεύτερο άτομο που θέλω να σας παρουσιάσω είναι το εγώ σας που θυμάται- το κομμάτι της συνείδησής σας που συλλέγει, αξιολογεί και ταξινομεί τα λιγοστά πράγματα τα οποία δεν έχει πετάξει το εγώ σας που βιώνει. Αν φάγατε την καλύτερη σοκολάτα της ζωής σας πριν από 24 ώρες, 10 λεπτά και 3 δευτερόλεπτα, ίσως ο εαυτός σας που θυμάται να το έχει καταγράψει.

Μπορούμε να εικονογραφήσουμε τη διαφορά μεταξύ των δύο εαυτών με μια απλή ερώτηση: Είστε ευτυχισμένος; Σκεφτείτε λίγο προτού απαντήσετε.

Εντάξει. Τι απαντάτε; Αν συμβουλευτείτε το εγώ σας που βιώνει θα σας απαντήσει σχετικά με την παρούσα κατάσταση, την κατάσταση του νου σας στο χρονικό διάστημα των τριών δευτερολέπτων. Ως συντάκτης αυτών των προτάσεων που διαβάζετε, ελπίζω φυσικά η απάντηση να ήταν θετική. Αν, αντιθέτως, ρωτήσατε τον εαυτό σας που θυμάται, αναφέρεστε στη συνολική σας διάθεση, στο πώς αισθανθήκατε πρόσφατα σε γενικές γραμμές, στο πόσο ικανοποιημένοι είστε από τη ζωή σας.

Δυστυχώς, σπανίως οι δύο εαυτοί δίνουν την ίδια απάντηση. Σε μια μελέτη σχετικά με την ευτυχία των σπουδαστών στις διακοπές, οι ερευνητές έστελναν με γραπτά μηνύματα την ερώτηση «Πώς νιώθετε αυτή τη στιγμή;» και επαναλάμβαναν την ερώτηση στο τέλος των διακοπών. Αποτέλεσμα; Ο εαυτός που βιώνει ήταν λιγότερο ευχαριστημένος από τον εαυτό που θυμάται. Καμία έκπληξη. Έχετε σίγουρα ακούσει για τα ροζ γυαλιά της μνήμης· εκ των υστέρων, το παρελθόν φαίνεται πολύ καλύτερο. Αλλά αυτό σημαίνει επίσης ότι δεν πρέπει να εμπιστευόμαστε τη μνήμη μας- είναι επιρρεπής σε συστηματικά σφάλματα.

Tι συμβαίνει; Ο Ντάνιελ Κάνεμαν το ονομάζει κανόνα αποκορυφώματος και τέλους. Ο Κάνεμαν διαπίστωσε ότι θυμόμαστε κυρίως το αποκορύφωμα ενός επεισοδίου, την πιο έντονη στιγμή του και το τέλος του. Όλα τα υπόλοιπα δεν παραμένουν στη μνήμη.

Σε γενικές γραμμές, αν το ταξίδι των διακοπών σας διαρκεί μια εβδομάδα ή τρεις εβδομάδες η ανάμνηση δεν θα διαφέρει. Το αν περάσετε έναν μήνα ή έναν χρόνο στη φυλακή δεν έχει σημασία για τη μνήμη. Θα θυμάστε τον καιρό πίσω από τα κάγκελα. Το σφάλμα αυτό ονομάζεται «διάλειψη διάρκειας», μια σοβαρή πλάνη της μνήμης μαζί με τον κανόνα αποκορυφώματος και τέλους.

Ενώ το εγώ που βιώνει είναι σπάταλο (τα πετάει σχεδόν όλα), το εγώ που θυμάται είναι εξαιρετικά επιρρεπές στο σφάλμα – και μας οδηγεί σε λανθασμένες αποφάσεις. Λόγω των λανθασμένων υπολογισμών του εγώ που θυμάται, τείνουμε να εκτιμάμε υπερβολικά τις μικρές, έντονες απολαύσεις και λιγότερο τις ήσυχες και μακροχρόνιες: το μπάντζι τζάμπινγκ αντί για τις πεζοπορίες, το σεξ της μιας βραδιάς αντί για το σεξ με τον σύντροφό σας, εντυπωσιακά βίντεο από το YouTube αντί για ένα καλό βιβλίο.

Υπάρχει ολόκληρο είδος βιβλίων που περιγράφουν τη ζωή «στα άκρα». Οι συγγραφείς τους είναι συνήθως πολεμικοί ανταποκριτές, ορειβάτες, ιδρυτές νεοφυών επιχειρήσεων ή καλλιτέχνες της περφόρμανς. Το κήρυγμά τους: η ζωή είναι πολύ μικρή για μέτριες απολαύσεις. Μόνο σε ακραίες υψηλές και ακραίες χαμηλές τιμές αισθάνεται ο άνθρωπος ότι είναι κάποιος. Μια ήρεμη ζωή χωρίς συνταρακτικά γεγονότα είναι αποτυχημένη. Αυτοί οι συγγραφείς -και οι αναγνώστες τους- έχουν πέσει θύμα των παγίδων του εγώ που θυμάται. Το να διασχίσετε ξυπόλητος την χώρα  ή να ανεβείτε στο Έβερεστ σπάζοντας το ρεκόρ είναι μεγάλη εμπειρία μόνο αναδρομικά. Τη στιγμή της εμπειρίας είναι βασανιστήριο. Τα ακραία αθλήματα τροφοδοτούν τη μνήμη εις βάρος της στιγμιαίας ευτυχίας.

Τι μετράει τελικά, ο εαυτός που βιώνει ή ο εαυτός που θυμάται; Και οι δύο φυσικά. Κανείς δεν θέλει να χάσει ωραίες αναμνήσεις. Αλλά έχουμε την τάση να υπερεκτιμάμε το εγώ που θυμάται και να ζούμε με το ένα μάτι στη συλλογή μελλοντικών αναμνήσεων, αντί να εστιάζουμε στο παρόν.

NICCOLO MACHIAVELLI: Ενάρετοι και μη Ρωμαίοι αυτοκράτορες, το μίσος δημιουργείται τόσο με τις καλές όσο και με τις κακές πράξεις

Αν εξετάσουμε τη ζωή και τον θάνατο μερικών Ρωμαίων αυτοκρατόρων, θα φαινόταν ίσως σε πολλούς ότι υπάρχουν παραδείγματα αντίθετα με αυτή την άποψή μου, καθώς μπορεί να βρεθούν μερικοί που έζησαν πάντα παραδειγματικά και επέδειξαν μεγάλη αρετή ψυχής και παρ’όλα αυτά έχασαν την εξουσία ή δολοφονήθηκαν από τους δικούς τους που συνωμότησαν εναντίον τους. Θέλω λοιπόν να απαντήσω σ’ αυτές τις αντιρρήσεις. Θα μιλήσω για τις αρετές μερικών αυτοκρατόρων και θα αποδείξω πως οι αιτίες της καταστροφής τους δεν ήταν διαφορετικές από αυτές τις οποίες περιγράφω εδώ. Θα εξετάσω ιδιαίτερα εκείνα τα έργα τους που είναι αξιόλογα σε όποιον μελετά την ιστορία της εποχής. Μου αρκεί να επιλέξω όλους εκείνους τους αυτοκράτορες που διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλο στην εξουσία, από το φιλόσοφο Μάρκο Αυρήλιο έως τον Μαξιμίνο. Ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος, ο γιος του ο Κόμμοδος, ο Περτίναξ, ο Ιουλιανός , ο Σεβήρος, ο Αντωνίνος Καρακάλλας, ο γιος του Μακρίνος, ο Ηλιογάβαλος, ο Αλέξανδρος και ο Μαξιμίνος. Το πρώτο που οφείλουμε να σημειώσουμε είναι πως ενώ στις άλλες ηγεμονίες πρέπει να αγωνιστείς μόνο εναντίον της φιλοδοξίας των ισχυρών και της αναίδειας του λαού, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν και ένα τρίτο πρόβλημα: έπρεπε να ανεχτούν την αγριότητα και την απληστία των στρατιωτών. Ήταν τόσο δύσκολο, ώστε αποτέλεσε την αιτία καταστροφής πολλών, επειδή δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν και τους στρατιώτες και τον λαό: ο λαό επιθυμούσε την ησυχία και γι’ αυτό αγαπούσε τους μετριοπαθείς ηγεμόνες – οι στρατιώτες αγαπούσαν τον ηγεμόνα με στρατιωτική ψυχή, που ήταν αλαζόνας, άγριος και άρπαγας. Ήθελαν να φορολογεί πολύ τον λαό, για να έχουν διπλάσιο μισθό και να ικανοποιούν την απληστία και την σκληρότητά τους. Αυτά τα πράγματα οδήγησαν στην καταστροφή εκείνους τους ηγεμόνες που, είτε από τη φύση τους είτε λόγω της συμπεριφοράς τους, δεν έχαιραν μεγάλης εκτίμησης ώστε να μπορούν να ελέγχουν τον πληθυσμό και τους στρατιώτες. Οι περισσότεροι από αυτούς, κυρίως εκείνοι που είχαν γίνει πρόσφατα ηγεμόνες, αφού αναγνώριζαν τη δυσκολία αυτών των δυο διαφορετικών διαθέσεων, στρέφονταν στην ικανοποίηση του στρατού, εκτιμώντας άνευ σημασίας το γεγονός ότι αδικούσαν τον λαό. Αυτή η απόφαση ήταν αναπόφευκτη : οι ηγεμόνες δεν μπορούν να αποφύγουν το μίσος κάποιας κοινωνικής ομάδας, οπότε οφείλουν κυρίως να μην είναι μισητοί απ’όλες κι αν δεν μπορούν να το επιτύχουν, οφείλουν δευτερευόντως να φροντίσουν με κάθε τρόπο να αποφύγουν το μίσος εκείνων των ομάδων που είναι πιο ισχυρές. Οπότε, αυτοί οι αυτοκράτορες, που ως νέοι ηγεμόνες είχαν ανάγκη από ιδιαίτερη δημοτικότητα, στηρίζονταν περισσότερο στον στρατό παρά στον λαό. Κι αυτό μπορεί να είχε καλά ή κακά αποτελέσματα, ανάλογα με το πόσο ο ηγεμόνας ήξερε να διατηρεί το κύρος του απέναντί τους. Από τους παραπάνω λόγους προκύπτει ότι ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Περίναξ και ο Αλέξανδρος, όλοι μετριοπαθείς και φίλοι της δικαιοσύνης, εχθροί της σκληρότητας, ανθρωπιστές και ήπιοι, είχαν όλοι, εκτός από τον Μάρκο Αυρήλιο, κακό τέλος. Μόνο ο Μάρκος έζησε και πέθανε με πολυάριθμες τιμές, γιατί ανέβηκε στην εξουσία κληρονομικώ δικαίω και επομένως δεν ήταν αναγκασμένος να κερδίσει τη συναίνεση ούτε του στρατού ούτε του λαού. Έτσι, όσο ζούσε είχε πάντα τον λαό και στον στρατό υπό τον έλεγχο και ποτέ δεν τον μίσησαν ούτε τον περιφρόνησαν. Ο Περτίναξ όμως έγινε αυτοκράτορας ενάντια στη θέληση των στρατιωτών. Είχαν συνηθίσει να ζουν ασύδοτα επί Κόμμοδου και δεν μπορούσαν να ανεχτούν την τίμια ζωή στην οποία ήθελε να τους επαναφέρει εκείνος. Έτσι, τον μίσησαν και στο μίσος προστέθηκε η περιφρόνηση, επειδή ήταν γέρος. Κατά συνέπεια, οδηγήθηκε στην καταστροφή ήδη από την αρχή της εξουσίας του.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως το μίσος δημιουργείται τόσο με τις καλές όσο και με τις κακές πράξεις. Οπότε, όπως είπα πιο πάνω, ένας ηγεμόνας που θέλει να διατηρήσει την εξουσία συχνά αναγκάζεται να είναι καλός. Όταν αυτό το σύνολο ( ο λαός, ο στρατός ή οι ισχυροί) που κρίνεις ότι το έχεις ανάγκη προκειμένου να διατηρηθείς στην εξουσία είναι διεφθαρμένο, σε συμφέρει να ακολουθείς τις επιθυμίες του και να το ικανοποιείς. Στην προκειμένη περίπτωση, οι καλές πράξεις δε σε ωφελούν. Ας έρθουμε όμως στον Αλέξανδρο. Ήταν πολύ καλός και στα δεκατέσσερα χρόνια που κράτησε την αυτοκρατορία. Παρ’όλα αυτά, τον θεωρούσαν μαλθακό και άνδρα που άφηνε να τον επηρεάζει η μητέρα του. Και για τον λόγο αυτό έγινε αντικείμενο περιφρόνησης, ο στρατός συνωμότησε εναντίον του και τον σκότωσε.

Αν μιλήσουμε τώρα για τις ιδιότητες του Κόμμοδου, του Σεπτίμιου Σεβήρου, του Αντωνίνου Καρακάλλα και του Μαξιμίνου, θα δείτε πως ήταν σκληρότατοι και υπερβολικά άρπαγες. Για να ικανοποιήσουν τους στρατιώτες, εφάρμοσαν κάθε δυνατή αδικία στον λαό. Και όλοι, εκτός από τον Σεβήρο, είχαν θλιβερό τέλος. Ο Σεβήρος ήταν τόσο ικανός, ώστε κατάφερε να κρατήσει τους στρατιώτες με το μέρος του, ακόμα κι όταν ο λαός καταπιεζόταν πολύ από αυτόν. Έτσι μπόρεσε να κυβερνήσει πάντα με ασφάλεια, επειδή αυτές του οι ικανότητες τον έκαναν τόσο θαυμαστό στα μάτια του στρατού και του λαού, ώστε παρέμεναν κατά κάποιον τρόπο οι μεν σαστισμένοι και οι δε ικανοποιημένοι και γεμάτοι σεβασμό απέναντί του.

Και επειδή τα έργα του ήταν μεγάλα και αξιοθαύμαστα για έναν νέο ηγεμόνα, θέλω να αποδείξω εν συντομία πόσο καλά ήξερε να χρησιμοποιεί το προσωπείο της αλεπούς και του λιονταριού, τις φύσεις των οποίων όπως είπα πιο πάνω είναι αναγκασμένος ένας ηγεμόνας να μιμείται. Ο Σεβήρος, γνωρίζοντας τη νωθρότητα του αυτοκράτορα Ιουλιανού, έπεισε τον στρατό του, του οποίου ήταν στρατηγός στη Σλαβονία, πως όφειλε να πάει στη Ρώμη για να εκδικηθεί τον θάνατο του Περτίνακα, ο οποίος είχε δολοφονηθεί από πραιτοριανούς. Με αυτό το πρόσχημα, χωρίς να δείξει πως αποσκοπούσε να καταλάβει την εξουσία, ξεκίνησε με τον στρατό προς τη Ρώμη και βρέθηκε στην Ιταλία προτού μαθευτεί η αναχώρησή του. Μόλις έφτασε στη Ρώμη, η Σύγκλητος, έντρομη, τον ανακήρυξε αυτοκράτορα και σκότωσε τον Ιουλιανό. Έπειτα από αυτή την αρχή, ο Σεβήρος αν ήθελε να γίνει κύριος όλου του κράτους, έπρεπε να ξεπεράσει δύο εμπόδια: ένα στην Ασία, όπου ο Πεσκέννιος Νίγρος, αρχηγός των ασιατικών στρατευμάτων, είχε ανακηρυχτεί αυτοκράτορας και το άλλο στη Δύση, όπου βρισκόταν ο Σεπτίμιος Αλβίνος, ο οποίος απέβλεπε στο να γίνει αυτοκράτορας. Και επειδή έκρινε επικίνδυνο να δείξει πως είναι εχθρός και των δύο, αποφάσισε να επιτεθεί στον Νίγρο και να εξαπατήσει τον Αλβίνο. Στον τελευταίο έγραψε πως είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτορας από τη Σύγκλητο και ότι ήθελε να μοιραστεί την εξουσία μαζί του. Του έστειλε τον τίτλο του Καίσαρα και με απόφαση της Συγκλήτου τον έκανε συναυτοκράτορα. Ο Αλβίνος τα θεώρησε όλα αυτά αληθινά. Όταν όμως νίκησε και σκότωσε τον Νίγρο και ηρέμησε την κατάσταση στην Ασία, ο Σεβήρος γύρισε στη Ρώμη και διαμαρτυρήθηκε στη Σύγκλητο πως ο Αλβίνος, μην αναγνωρίζοντας τα ευεργετήματα που είχε δεχτεί από τον ίδιο, προσπάθησε να τον δολοφονήσει με δόλο. Οπότε, ήταν αναγκασμένος να πάει και να τιμωρήσει την αχαριστία του.

Έτσι, πήγε και τον βρήκε στη Γαλλία και του αφαίρεσε την εξουσία και τη ζωή.

ΝΙΚΟΛΟ ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ, Ο ΗΓΕΜΟΝΑΣ

GUSTAVE FLAUBERT: ΕΡΙΧΝΑ ΛΑΣΠΗ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΝΩΤΕΡΑ που τα φθονούσα

ΑΝ ΕΝΙΩΣΑ ΣΤΙΓΜΕΣ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΥ, αυτό το οφείλω στην τέχνη. Κι όμως, τι ματαιοδοξία κι αυτή η τέχνη! Να θέλεις να δώσεις ανθρώπινη μορφή σε έναν πέτρινο όγκο, ή να απεικονίσεις την ψυχή με λέξεις, τα αισθήματα με ήχους και τη φύση πάνω σ’ ένα μουσαμά!

ΑΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΕΝΩ ΗΜΟΥΝ ΑΠΟΡΡΟΦΗΜΕΝΟΣ, από έργα μεγαλοφυή, δεμένος μ’ εκείνες τις αλυσίδες, που σε κρατούν μαζί τους, στο ξαφνικό μουρμούρισμα κάποιων φωνών, στο κολακευτικό ουρλιαχτό, σ’ αυτό το βουητό το χαριτωμένο, αναζητούσα με ζήλο τη μοίρα αυτών των ισχυρών αντρών που έχουν τη δύναμη να χειρίζονται το πλήθος σαν θήραμα και που το κάνουν να κλαίει, να στενάζει, να ποδοκροτά μ’ ενθουσιασμό. Πόσο ανοιχτή πρέπει να είναι η καρδιά σ’ εκείνους που γοητεύουν τους ανθρώπους και πόσο τούτη η ικανότητα έχει νεκρωθεί στη δική μου φύση! Πεπεισμένος για την αδυναμία και τη στειρότητά μου, κυριευόμουν από ένα ζηλόφθονο μίσος, έλεγα στον εαυτό μου πως όλα τούτα δεν ήταν τίποτα, πως η μοίρα είχε επιβάλει αυτή την κατάσταση.

ΕΡΙΧΝΑ ΛΑΣΠΗ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΝΩΤΕΡΑ που τα φθονούσα. Αψηφούσα τον Θεό, μπορούσα να χλευάζω τους ανθρώπους το ίδιο καλά. Εντούτοις αυτή η ζοφερή διάθεση ήταν περαστική και ξανάνιωθα αληθινή ευχαρίστηση καθώς παρατηρούσα το πνεύμα να λάμπει μέσα στις αίθουσες τέχνης σαν ένα μεγάλο λουλούδι που ανοίγει τον ευωδιαστό του ρόδακα στον καλοκαιρινό ήλιο.

Η ΤΕΧΝΗ -Η ΤΕΧΝΗ… ΟΜΟΡΦΟ ΠΡΑΓΜΑ αυτή η ματαιοδοξία! Αν υπάρχει κάτι πάνω στη γη, κι ανάμεσα στα άυλα, μια πίστη που όλοι προσκυνούν, αν υπάρχει κάποια άγια δύναμη, κάτι αγνό και μεγαλειώδες, κάτι συναφές με την απεριόριστη επιθυμία για το άπειρο και το ασαφές που ονομάζεται ψυχή, αυτό είναι η τέχνη.

ΚΑΙ ΟΠΟΙΑ ΜΕΤΡΙΟΤΗΣ! ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ-μια λέξη-ένας ήχος, να ο συνδυασμός όλων αυτών που αποκαλούμε μεγαλείο. Θα επιθυμούσα κάτι που να μην είχε χρεία έκφρασης ή μορφής. Καθαρό σαν ένα άρωμα, δυνατό όπως η πέτρα, ασύλληπτο σαν μια ωδή· κάτι που να τα συνδυάζει όλα αυτά και να μην είναι τίποτα από αυτά συνάμα.

GUSTAVE FLAUBERT, ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΤΡΕΛΟΥ

Κάθε σύμπαν έχει τον δικό του χρόνο του οποίου το τέλος ουσιαστικά αντιπροσωπεύει μια νέα αρχή

Από την πρώτη στιγμή, βρεθήκαμε στο «στρατόπεδο» της θεωρίας των υπερχορδών, καθώς διαβλέπαμε, ήδη από τότε, ότι αυτή η νέα επαναστατική θεωρία περιείχε πρώτα το μποζόνιο Higgs και μετά τα υπερσυμμετρικά σωματίδια.

Η βασική παραδοχή της θεωρίας των υπερχορδών (Super-strings) είναι ότι όλα τα σωματίδια δεν είναι σημειακά αλλά έχουν μονοδιάστατη υπόσταση. Είναι μικροσκοπικές χορδές, μεγέθους 1 string = Θ (10 ^ 30 cm), μεγέθους δηλαδή περίπου είκοσι τάξεις μικρότερες από τη διάσταση του ατομικού πυρήνα (10 ^13 cm). Το λιλιπούτειο μέγεθος των υπερχορδών οφείλεται στη στενή σχέση που υπάρχει μεταξύ των υπερχορδών και της παγκόσμιας (βαρυτικής) σταθεράς του Νεύτωνα G8: 1string = θ (vGN) = θ (10^-30 cm). Το πρόθεμα υπερ (Super) αναφέρεται στην υπερσυμμετρία (Supersymmetry), που είναι sine qua non για την αυτοσυνέπεια των υπερχορδών.

Η πρώτη επανάσταση. λοιπόν, με τη θεωρία των υπερχορδών έγινε το 1984 (και χρησιμοποιήσαμε γι’ αυτό τη λεγόμενη θεωρία των διαταραχών), όμως, όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε είδους επανάσταση, μετά τα πρώτα βήματα χρειάστηκε αναπροσαρμογή. Καταλάβαμε πως η θεωρία των υπερχορδών περιείχε αναγκαστικά μέσα της κάτι το μη διαταρακτικό. ‘Ετσι το 1994 έγινε η δεύτερη επανάσταση, με τις μη διαταρακτικές μεθόδους, όταν ανακαλύψαμε ότι οι «λύσεις» της αρχικής εξίσωσης του Πολυσύμπαντος είχαν έντεκα διαστάσεις και συνδέονταν μεταξύ τους με ορισμένες «συμμετρίες», που ονομάζονται dualities (δυϊκότητες).

Σύμφωνα με τη θεωρία των υπερχορδών, υπάρχουν έντεκα διαστάσεις. Πρέπει να πούμε ωστόσο ότι η ενδέκατη διάσταση ενώνεται με τη δέκατη με προκαθορισμένο τρόπο, ο οποίος μας είναι γνωστός και προκύπτει από τα μαθηματικά της θεωρίας. Απομένουν έτσι δέκα τελικές διαστάσεις. Στο δικό μας Σύμπαν αντιλαμβανόμαστε μόνο τις τέσσερις —τρεις διαστάσεις χώρου και μία χρονική—, επειδή οι υπόλοιπες έξι χωρικές έχουν «διπλωθεί», όπως λέμε, σε εξαιρετικά μικροσκοπικούς χώρους. Τους χώρους αυτούς τους ονομάζουμε Calabi-Yau, από τον Ιταλό Εugenίο Calabi Και τον Κινέζο Shίng Τυηg Yaυ, τους δυο μαθηματικούς που τους ανακάλυψαν μεταξύ των δεκαετιών ’50-’70, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουν τη μελλοντική αξία τους.

Ο λόγος που στο δικό μας σύμπαν υπάρχουν έξι “διπλωμένες” διαστάσεις, και όχι επτά ή μία, ή κάποιος άλλος αριθμός, είναι καθαρά τυχαίος. Ωστόσο, ο τρόπος που έγινε το «δίπλωμά» τους δεν είναι τυχαίος. Με βάση αυτές τις δέκα τελικές διαστάσεις, ο συνολικός αριθμός των συνδυασμών «ανοιχτών-διπλωμένων» που μπορεί να προκύψουν είναι 10^506. Με άλλα λόγια, υπάρχουν 10^506 πιθανά διαφορετικά είδη συμπάντων. Ο λόγος που χρησιμοποιούμε τη λέξη «πιθανά» είναι γιατί πάντα υπάρχει η έστω και απειροελάχιστη πιθανότητα κάποιος από αυτούς τους συνδυασμούς να μην έχει «προκύψει», άρα να μην έχει δημιουργηθεί το αντίστοιχο σύμπαν. Τα σύμπαντα που θα μπορούσαν να υπάρξουν αλλά δεν δημιουργήθηκαν ποτέ, η Θεωρητική φυσική τα θεωρεί «αποτυχημένα». Από την άλλη, όσα υπάρχουν είναι «επιτυχημένα», και ο όποιος συνδυασμός ανοιχτών-διπλωμένων διαστάσεων υφίσταται, είναι αυτός ο οποίος δίνει τους φυσικούς νόμους που ισχύουν σε αυτό. Είναι πολύ εύκολο να συνειδητοποιήσουμε ξεκάθαρα ότι οι μικροσκοπικοί, διπλωμένοι, εξαδιάστατοι «χωρίσκοι», που προβλέπουν οι υπερχορδές, καθορίζουν τους φυσικούς νόμους του τετρα-διάστατου σύμπαντός μας. Αυτό συμβαίνει ως εξής: Τα διάφορα σωματίδια/πεδία που εμφανίζονται στο Σύμπαν μας δεν κινούνται μόνο στις τρεις μεγάλες διαστάσεις, αλλά και στις έξι μικροσκοπικές/φραγμένες διαστάσεις. Επειδή οι μικροσκοπικές/διπλωμένες διαστάσεις έχουν καθορισμένο σχήμα, μόνο σωματίδια/πεδία με συγκεκριμένες ιδιότητες και αλληλεπιδράσεις μπορούν να «κυκλοφορούν», άρα οι φυσικοί νόμοι και οι φυσικές σταθερές αυτού του σύμπαντος εξαρτώνται άμεσα και ευθέως από τον τρόπο διπλώματος των έξτρα διαστάσεων. Διαφορετικό «δίπλωμα» των έξτρα διαστάσεων συνεπάγεται διαφορετικούς φυσικούς νόμους· αυτός είναι ο τρόπος που η φύση εφοδιάζει το καθένα από τα 10^506 είδη συμπάντων με τους δικούς του φυσικούς νόμους. Εδώ νομίζω ότι ταιριάζει σε παράφραση η σκέψη με την οποία ο Δαρβίνος κλείνει την Καταγωγή των ειδών: «There is grandeur in this view οf the universe[s]» (Υπάρχει ένα μεγαλείο σ’ αυτή τη θεώρηση του σύμπαντος)…

Στο Πολυσύμπαν, η «αποτυχία» και η «επιτυχία» δεν έχουν σχέση με την ανθρώπινη τάση να χαρακτηρίζουμε κάτι «καλό» ή «κακό». Στο Πολυσύμπαν δεν υφίσταται τέτοιου είδους ηθικός διαχωρισμός.

Δεν γνωρίζουμε ακόμα πόσα σύμπαντα υπάρχουν φαίνεται πάντως εύλογο να υποθέσουμε ότι υπάρχουν όσα προβλέπει η θεωρητική φυσική.

Η στιγμή της δικαίωσης, η στιγμή που ήξερα πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ήμασταν στον σωστό δρόμο, ήρθε έναν χρόνο μετά τη δημοσίευση του paper «Νο-scale Supergravity», στις αρχές Νοεμβρίου του 1984. Κατά σύμπτωση. ήταν και πάλι την ώρα του μεσημεριανού φαγητού στο εστιατόριο του CΕRΝ. Εκεί που καθόμουν, με πλησίασε ένας άλλος Ιταλός φυσικός, με τον οποίο δεν είχαμε ιδιαίτερη επαφή, και μου είπε: «Ο Witten απέδειξε ότι πράγματι από τις υπερχορδές παίρνεις τη Νο-scαle Supergravity. Το απέδειξε όπως το κάνατε εσείς».

Ένιωσα τόση ευτυχία, ώστε ξαφνικά χόρτασα, παράτησα το φαγητό και τρέξαμε στο γραφείο του για να δω το paper με τα ίδια μου τα μάτια. Ήταν φανερό ότι η κοινότητα της φυσικής είχε μπει στον δρόμο για την Τελική Γνώση.

Είναι νομοτελειακό: στο τέλος θα κατανοήσουμε τα πάντα γύρω από τη Δημιουργία. Για την επιστήμη δεν έχει σημασία με ποιον τρόπο προοδεύουν τα πράγματα, ούτε ποια άτομα συμμετέχουν. Η μοναδική απαίτηση είναι να υπάρχει πρόοδος προς την Τελική Γνώση. Στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο η δουλειά προχώρησε με αυτό τον τρόπο. Απώτατος στόχος και βαθιά λαχτάρα κάθε θεωρητικού Φυσικού είναι να βρει τη Βασική Εξίσωση της Δημιουργίας του Πολυσύμπαντος. Πρόκειται για μια μαθηματική διατύπωση της οποίας κάθε διαφορετική λύση αντιστοιχεί σε ξεχωριστό σύμπαν, όπως αυτό στο οποίο κατοικούμε εμείς. Αυτή η Βασική Εξίσωση είναι η πηγή των Πάντων η αιτία που υπάρχουμε όλοι μας και όλα τα 10^506 «παράλληλα» σύμπαντα.

Μερικά από τα παράλληλα σύμπαντα Θα είναι ποικιλότροπα, όπως το δικό μας. Άλλα ενδέχεται να μην εμπεριέχουν τίποτα. Όσον αφορά τον χρόνο δημιουργίας τους, μερικά Θα «προέκυψαν» νωρίτερα. ενώ άλλα αργότερα από το δικό μας. Μερικά ίσως βρίσκονται εδώ, δίπλα μας, αλλά δεν μπορούμε να τα αντιληφθούμε, και πιθανότατα ούτε αυτά εμάς. Ορισμένες οντότητες σε μερικά από αυτά τα «παράλληλα σύμπαντα» θα έχουν την ίδια γνώση με μας, ότι δηλαδή υπάρχουν 10^506 σύμπαντα, και ίσως κάνουν τις ίδιες συζητήσεις με τις δικές μας. Κάθε επιμέρους σύμπαν του γενικού Πολυσύμπαντος θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τη βελόνα από το κλαδί ενός χριστουγεννιάτικου δέντρου, του οποίου όλες μαζί οι βελόνες είναι στραμμένες προς τη μία και μοναδική κορυφή του. Να μια πολύ ακριβής παρομοίωση για τη unified (ενοποιημένη) θεωρία.

Έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση της εύρεσης της Βασικής Εξίσωσης. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε τον δρόμο που θα χρειαστεί να ακολουθήσουμε προκειμένου να φτάσουμε σε αυτήν. Το καθοριστικό χαρακτηριστικό της είναι ότι πρέπει να διαθέτει «αυτοσυνέπεια».

Αυτή η απαραίτητη «αυτοσυνέπεια» μας ώθησε να διατυπώσουμε ως τελική θεωρία της Δημιουργίας των Πάντων τη θεωρία των υπερχορδών. Καθώς αναζητούσαμε έναν τρόπο ενοποίησης, της θεωρίας της σχετικότητας με τη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων, μοιραία οδηγηθήκαμε στη θεωρία των υπερχορδών και σε όσα τη συνοδεύουν.

Αυτό που περιμένουμε τώρα πλέον είναι η πειραματική επιβεβαίωση. ‘Όλα όσα ήταν οι κεντρικές μας επιστημονικές αναζητήσεις τις προηγούμενες δεκαετίες είναι πλέον δεδομένα στο επίπεδο της θεωρίας, και το μόνο που απομένει είναι η πειραματική επαλήθευση. Τελευταία, με τους John Ellis, Μarcos Garcia και Keith Olίνe, ετοιμάζουμε μία εργασία (paper) με τον τίτλο: «From String το the LHC, via Νο-scale Inflation» (Από τις υπερχορδές στο LHC, μέσω no-scale πληθωρισμού). Δείχνουμε πως είναι δυνατό μέσα στο πλαίσιο της Νο-scale Supergravity, για την οποία μίλησα παραπάνω, να χρησιμοποιήσουμε κοσμολογικές παρατηρήσεις από το διαστημικό τηλεσκόπιο PLANCK, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα από το LHC, για να ελέγξουμε ευθέως μερικές όψεις της Θεωρίας υπερχορδών. Όταν συμβεί αυτό, θα έχουμε φτάσει στην ανακάλυψη της κορυφαίας των ανθρώπινων αναζητήσεων επί αιώνες.

Αμέσως μετά, θα αρχίσει η συζήτηση για το «τι θα γινόταν αν η Βασική Εξίσωση της Δημιουργίας ήταν άλλη από εκείνη που βρήκαμε». Επίσης, πολλοί περιμένουν μια οριστική εκτίμηση για το χρονικό σημείο εξέλιξης στο οποίο βρίσκεται σήμερα το Σύμπαν μας.

Το τελευταίο ερώτημα μάλλον δεν έχει και πολύ νόημα, αφού η έννοια του απόλυτου χρόνου δεν υφίσταται. Κάθε σύμπαν έχει τον δικό του χρόνο, ενώ το τέλος του δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι ουσιαστικά αντιπροσωπεύει μια νέα αρχή…

Τα σύγχρονα ζευγάρια δεν πεθαίνουν από εγωισμό ή από υπερβολική έγνοια για τα υλικά αγαθά·, πεθαίνουν από μοιραίο ηρωισμό, από υπερβολικές προσδοκίες

Να ποιο είναι το σημερινό όνειρο: όλα σε ένα· όλα ή τίποτα. Ένα και μοναδικό πλάσμα πρέπει να συμπυκνώσει το σύνολο των προσδοκιών μας: αν δεν τα καταφέρνει σ’ αυτή την αποστολή, το παραμερίζουμε και προχωρούμε παρακάτω. Η τρέλα είναι το να θέλουμε να τα συμφιλιώσουμε όλα – την καρδιά και τον ερωτισμό, την ανατροφή των παιδιών και την κοινωνική επιτυχία, το πάθος και τη διάρκεια. Τα σύγχρονα ζευγάρια δεν πεθαίνουν από εγωισμό ή από υπερβολική έγνοια για το χρήμα και τα υλικά αγαθά· πεθαίνουν από μοιραίο ηρωισμό, από υπερβολικές προσδοκίες.

Η μεγαλειώδης ιδέα του ζευγαριού και της ευτυχίας τούς γδέρνει όπως γδέρνει το συρματόπλεγμα τους φυλακισμένους. Οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να παίζουν τέλεια τον ρόλο της μαμάς, της πόρνης, της φίλης, της φλογερής ερωμένης· οι άνδρες είναι υποχρεωμένοι να παίζουν τέλεια το ρόλο του μπαμπά, του εραστή, του συζύγου και του κουβαλητή: αλίμονο σε όποιον δεν πληροί αυτές τις προϋποθέσεις!

Στις παραδοσιακές αιτίες της συζυγικής δυστυχίας – τη φθορά του χρόνου, την κούραση των σωμάτων – προσθέτουμε ένα σύγχρονο τοξικό συστατικό: την υπέρμετρη φιλοδοξία.

Το ζευγάρι ναυαγεί όπως το υπερφορτωμένο καράβι: πασχίζει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να διατηρήσει τη σφοδρότητα των αισθημάτων και να αντιμετωπίσει την καθημερινότητα.

Έλεος!

Τρελός πλατωνισμός: αγαπάμε τον έρωτα περισσότερο από τα ίδια τα άτομα· τον αναζητούμε μέσω διαφορετικών προσώπων που διαδέχονται το ένα το άλλο, αντί να συγκεντρωθούμε σε ένα και μοναδικό πρόσωπο και να το αγαπάμε περισσότερο από όλα. Κακολογούμε τις σημερινές μας σχέσεις στο όνομα μιας φανταστικής ένωσης, λες και κανένα πλάσμα δεν είναι άξιο να του μεταβιβάσουμε την ελευθερία μας. Ποτέ δεν νιώθουμε πληρότητα, ποτέ οι ελπίδες μας δεν ικανοποιούνται ολοκληρωτικά, πάντα πιστεύουμε ότι αξίζουμε κάτι καλύτερο. Υπάρχει μια τρομερή γαλλική παροιμία: “Ακόμα και η ωραιότερη γυναίκα στον κόσμο δίνει αυτό που έχει, δεν μπορεί να δώσει τίποτα περισσότερο”. Άσχετο αν αυτό που έχει είναι ήδη τόσο υπέροχο που θα έπρεπε να την ευχαριστούμε γονατιστοί που μας το προσφέρει.

Ο παραλογισμός έχει άσχημα αποτελέσματα: τα ζευγάρια έγιναν πιο εύθραυστα από τότε που η ζωή ανά δύο έγινε το πρότυπο της προσωπικής εξέλιξης και ευδαιμονίας. Θέλοντας να επιτύχουν σώνει και καλά, αγχώνονται, φοβούνται τον νόμο της εντροπίας, την ανία του “νεκρού χρόνου”.

Η παραμικρή μείωση της έντασης βιώνεται σαν φιάσκο, σαν απόρριψη.

Δίνοντας τόση σημασία στην ερωτική φρενίτιδα, βάζουμε τους συζύγους σε κίνδυνο: ο δεσμός τους λιώνει κυριολεκτικά μέσα στον πυρετό και τα όρια μεταξύ τους εξασθενούν. Η οικιακή σφαίρα γίνεται το διακύβευμα μιας τιτάνιας μάχης ανάμεσα στην έκσταση που αναζητείται και στην τετριμμένη καθημερινότητα που βιώνεται.

Ο έρωτας – πάθος είναι η αγάπη για το πάθος, δηλαδή για τα βάσανα, για τον πόλεμο, για την “κόψη του ξυραφιού”, για τον υπερθεματισμό, για τη διαρκή αντιπαράθεση. Μόλις ακούγεται η λέξη “πάθος” αναδύονται εικόνες θύελλας, δακρύων, κραυγών και βογκητών. Ωστόσο, αν θέλουμε να διαρκέσουμε ως ζευγάρι έχουμε ανάγκη από χαρά, κανονικότητα και ενθουσιασμό.

Δεν υπάρχει καμιά ανάγκη “λατρείας” για να ζούμε πλάι πλάι: αρκεί να εκτιμάμε ο ένας τον άλλον, να μας αρέσουν παρόμοια πράγματα, να επιδιώκουμε το μέγιστο της δυνατής ευτυχίας και αρμονίας στη συμβίωσή μας. Πρέπει να πάψουμε να υποτάσσουμε την κοινή μας ζωή – αν θέλουμε να διαρκέσει – στην επιβεβλημένη “νόρμα” της αδιάλειπτης έξαψης.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αγαπάμε κι είναι όλοι τους αποδεκτοί, παρότι έχουμε πάντα την τάση να κρίνουμε εκείνους που διαφέρουν από τον δικό μας.

Αυτή η κρίση δεν έχει πάντα ηθικό περιεχόμενο· γεννιέται από μια ανησυχία: κι αν έχω κάνει λάθος; Αν έχω πάρει το πράγμα στραβά;

Το κάθε ζευγάρι είναι ένα αίνιγμα για τα άλλα ζευγάρια, τόσο στις αποτυχίες όσο και στις επιτυχίες του.

Μερικά ζευγάρια είναι διαχυτικά και εξαντλούνται από την υπερβολικά στενή συμβιωτικότητα· άλλα είναι αταίριαστα και αντέχουν κουτσά στραβά για χρόνια και χρόνια· υπάρχουν κι εκείνα που οφείλουν τη διάρκειά τους στην αχαλίνωτη κοινωνική φιλοδοξία.

Υπάρχουν ζευγάρια ανοιχτά στον κόσμο και στους θαυμαστές τους, άλλα όπου οι σύζυγοι χοντραίνουν μαζί και τυλίγονται στη χαρά της αμοιβαίας πάχυνσης.

Nietzsche: ο Ηράκλειτος και το γίγνεσθαι του κόσμου

Ο Νίτσε για τον Ηράκλειτο: Γίγνεσθαι και Είναι

§1. Ο Νίτσε διέκρινε έγκαιρα και με μοναδική ακρίβεια νοημάτων τη βαθύτερη σημασία των θεμελιωδών ιδεών και σκέψεων του Ηράκλειτου. Πρώτα και κύρια δεν φείστηκε ενθουσιωδών λόγων για την ηρακλείτεια αντίληψη του γίγνεσθαι, έτσι όπως το εννοούσε ο μεγάλος σοφός της Εφέσου ως το βασικό στοιχείο, ως τον ανυπέρθετο χαρακτήρα του πραγματικού. Την ανέσκαψε ως μέσα. Γράφει μεταξύ άλλων:

«Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος βάδισε μέσα σε τούτη τη μυστικιστική νύχτα, στην οποία καλυπτόταν το πρόβλημα του γίγνεσθαι στον Αναξίμανδρο, και τη φώτισε με έναν θείο κεραυνό».

Το γίγνεσθαι είναι η αιώνια ροή και ο αιώνιος ρυθμός των πραγμάτων. Πιο συγκεκριμένα, αυτό το γίγνεσθαι παραπέμπει στα ακόλουθα: κυριαρχεί παντού η κοσμική τάξη, οι αλάνθαστες και αδιαμφισβήτητες βεβαιότητες, οι σταθεροί δηλ. κανόνες, και οι ίδιες πάντα, αδιάσειστες και μόνιμες, συντεταγμένες, κατευθυντήριες γραμμές και αρχές του Δικαίου. Εάν καθ’ όλη τούτη την πορεία του κόσμου παραβιάζονται οι νόμοι κάπου ή κάποτε, οι Ερινύες φροντίζουν για την αποκατάσταση του μέτρου. Όπου κι αν ρίξει κανείς τη ματιά του, βλέπει να επικρατεί κατά κράτος η Δικαιοσύνη. Ο Νίτσε αποδίδει με τον εξής τρόπο όλες αυτές τις πτυχές του γίγνεσθαι:

«Και τι είδα; Νομοτέλειες, κανονικότητες του νόμου, αλάνθαστες βεβαιότητες, τα ίδια πάντα μονοπάτια του Δικαίου, τους αμείλικτους κριτές, τις Ερινύες, πίσω από όλες τις παραβιάσεις των νόμων, ολόκληρο τον κόσμο ως το θέαμα μιας κυρίαρχης Δικαιοσύνης και δαιμονικών φυσικών δυνάμεων, που είναι πανταχού παρούσες και υποταγμένες στην υπηρεσία της. Δεν είδα τιμωρία των γενομένων παρά μόνο δικαίωση του γίγνεσθαι».

§2. Η δικαίωση του γίγνεσθαι, σύμφωνα με τον Νίτσε, είναι ουσιωδώς η δικαίωση της απόλυτης κυριαρχίας της Δικαιοσύνης στον παρόντα κόσμο μας και όχι σε κάποιο επέκεινα. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η εν λόγω δικαίωση υποδηλώνει τη δικαίωση του υπαρκτού κόσμου, τουτέστι την κατάφαση της ζωής, του κόσμου ως του τόπου, όπου βασιλεύει η τάξη, η αρμονία, η ισορροπία και καμιά αρρυθμία, αντίφαση ή αυθαιρεσία· καμιά εκδικητική μανία και ροπή για να βασανίζονται οι ζωντανοί. Τι σημαίνει τούτη η νιτσεϊκή θεώρηση του ηρακλείτειου γίγνεσθαι; α) μια πρώτη άρνηση: δεν υπάρχουν δυο ξεχωριστοί κόσμοι: ο φυσικός και ο μεταφυσικός, η σφαίρα των πεπερασμένων όντων και ένα ακαθόριστο άπειρο, παρά μόνο ένας και ενιαίος κόσμος. β) μια δεύτερη άρνηση, συνδεδεμένη εσωτερικά με την πρώτη: απορρίπτει το Είναι. Πώς το εννοεί το Είναι; Ως κάτι το άφθαρτο και απρόσιτο, το στατικό, παραμόνιμο και ακίνητο κι όχι λιγότερο αμετακίνητο. Με άλλα λόγια, ως έναν έξωθεν τοποθετημένο φραγμό, κάτι σαν επέκεινα, που υπαγορεύει, κατά τη δική του βούληση δίκην βούλησης του θεού, την τάξη και την αταξία, τον ρυθμό και την αρρυθμία του κόσμου τούτου. Απεναντίας, ο Ηράκλειτος, κατά την ερμηνεία πάντα του Νίτσε, προσδιορίζει την αδιάκοπη κίνηση του κόσμου, με την ποικιλομορφία της τάξης και της αταξίας, της αρμονίας και της αρρυθμίας κ.λπ., ως σύμφυτη με τον ίδιο τον κόσμο, ως την εσωτερική του ζωτικότητα ‒ας θυμηθούμε τον κοινό-καθολικό Λόγο που διέπει τα πάντα‒ ως ένα γίγνεσθαι, που συνδυάζει τη ως άνω ζωτικότητα με την αιωνιότητα των άγραφων νόμων, δηλ. των καθολικών νόμων, που υπερβαίνουν τη μερικότητα, την ιδιωτική γνώμη των ανθρώπων.

§3. Παρακολουθώντας ο Νίτσε από πολύ κοντά τη σκέψη του Σοπενχάουερ, κατ’ αυτή την πρώτη περίοδο της σκέψης του, ερμηνεύει το γίγνεσθαι ως το γίγνεσθαι μιας ενεργού πραγματικότητας, που δεν έχει άλλο τρόπο να έρχεται στο Είναι παρά με το να κινείται στη γραμμή της ενορατικής παράστασης· δηλ. σε μια νοητική γραμμή, που καθιστά δυνατή τη διαλεκτική αρχή της αντίφασης και η οποία, ως τέτοια, είναι πλήρως αντίθετη στους εννοιολογικούς και λογικούς συνδυασμούς ή συλλογισμούς. Εδώ ο Νίτσε αντι-τίθεται στον Αριστοτέλη και στη δια-Λογική του συλλογιστική, που καταφάσκει την αρχή της μη-αντίφασης και η οποία αντιστρατεύεται ολοσχερώς την ως άνω ηρακλείτεια αρχή της αντίφασης ή της αυτο-εναντίωσης. Με την ενορατική παράσταση λοιπόν εκφράζεται από τη μια μεριά ο μεταβλητός και πολύχρωμος χαρακτήρας του δικού μας παροντικού κόσμου, προσιτού στην καθημερινή μας εμπειρία, και από την άλλη οι δυο προϋποθέσεις κάθε εμπειρίας: ο χώρος και ο χρόνος. Ό,τι δεν μπορεί ή δυσκολεύεται να αποδείξει η εννοιολογική συλλογιστική, το αποσαφηνίζει η εν λόγω ενορατική παράσταση: καθιστά αντικείμενο της άμεσης εποπτείας ό,τι ενεργεί και δρα (Wirken) με βάση τη φύση της ενεργού πραγματικότητας (Wirklichkeit). Αυτό το Wirken είναι το μόνο Είναι που υπάρχει. Ας προσεχτεί εδώ η ιδιοφυής νιτσεϊκή ετυμολογική παραγωγή του Είναι του πραγματικού κόσμου. Η δρώσα πραγματικότητα, η Wirklichkeit, είναι [=υπάρχει]· αλλά όχι με στατικό τρόπο παρά ως γίγνεσθαι, ήτοι ως τέτοια που δεν παύει να ενεργεί με προβλέψιμους και μη-προβλέψιμους ρυθμούς. Αυτό το ενεργείν ενσαρκώνει τον αγώνα της ζωής, τον κατά Ηράκλειτο πόλεμο και έριδα. Γι’ αυτό, όσο δεν παύει να ενεργεί, να αγωνίζεται, τόσο παύει να Είναι, να αποθνήσκει: παύει να χάνει τη φύση του, το Είναι του ως φύση.

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: Χαρακτῆρες (20.1-20.10) - ΑΗΔΙΑΣ

Κ'. ΑΗΔΙΑΣ


[20.1] [Ἔστιν ἡ ἀηδία, ὡς ὅρῳ περιλαβεῖν, ἔντευξις λύπης ποιητικὴ ἄνευ βλάβης,]
[20.2] ὁ δὲ ἀηδὴς τοιοῦτός τις, οἷος ἐγείρειν ἄρτι καθεύδοντα εἰσελθών, ἵνα αὐτῷ λαλῇ.
[20.3] καὶ ἀνάγεσθαι δὴ μέλλοντας κωλύειν.
[20.4] καὶ προσελθόντων δεῖσθαι ἐπισχεῖν, ἕως ἂν περιπατήσῃ.
[20.5] καὶ τὸ παιδίον τῆς τίτθης ἀφελόμενος, μασώμενος σιτίζειν αὐτὸς καὶ ὑποκορίζεσθαι ποππύζων καὶ πανουργημάτιον τοῦ πάππου καλῶν.
[20.6] καὶ ἐσθίων δὲ ἅμα διηγεῖσθαι ὡς ἐλλέβορον πιὼν ἄνω καὶ κάτω ἐκαθάρθη καὶ ζωμοῦ τοῦ παρακειμένου ἐν τοῖς ὑποχωρήμασιν αὑτῷ μελαντέρα ἡ χολή.
[20.7] καὶ ἐρωτῆσαι δὲ δεινὸς ἐναντίον τῶν οἰκετῶν «Εἴπ᾽, ὦ μάμμη, ὅτ᾽ ὤδινες καὶ ἔτικτές με, τίς ἡμέρα;»
[20.8] καὶ ὑπὲρ αὑτοῦ δὲ λέγειν ὡς ἡδύς ἐστι καὶ ‹ἀηδής›, ἀμφότερα δὲ οὐκ ἔχοντα οὐ ῥᾴδιον ἄνθρωπον λαβεῖν,
[20.9] καὶ ὅτι ψυχρὸν ὕδωρ ἐστὶ παρ᾽ αὐτῷ λακκαῖον καὶ [ὡς] κῆπος λάχανα πολλὰ ἔχων καὶ ἁπαλὰ [ὥστε εἶναι ψυχρὸν] καὶ μάγειρος εὖ τὸ ὄψον σκευάζων, καὶ ὅτι ἡ οἰκία αὐτοῦ πανδοκεῖόν ἐστι —μεστὴ γὰρ ἀεί— καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ εἶναι τὸν τετρημένον πίθον· εὖ ποιῶν γὰρ αὐτοὺς οὐ δύνασθαι ἐμπλῆσαι.
[20.10] καὶ ξενίζων δὲ δεῖξαι τὸν παράσιτον αὐτοῦ ποῖός τίς ἐστι τῷ συνδειπνοῦντι· καὶ παρακαλῶν δὲ ἐπὶ τοῦ ποτηρίου εἰπεῖν ὅτι τὸ τέρψον τοὺς παρόντας παρεσκεύασται καὶ ὅτι ταύτην, ἐὰν κελεύσωσιν, ὁ παῖς μέτεισι παρὰ τοῦ πορνοβοσκοῦ ἤδη, «ὅπως πάντες ὑπ᾽ αὐτῆς αὐλώμεθα καὶ εὐφραινώμεθα».

***

20. Ο ΧΟΝΤΡΑΝΘΡΩΠΟΣ


[20.1] [Η χοντροκοπιά, για να δώσουμε έναν περιληπτικό ορισμό, είναι συμπεριφορά που προξενεί λύπη, δίχως όμως βλάβη,]
[20.2] ενώ ο χοντράνθρωπος το είδος του ανθρώπου που εισβάλλει στο σπίτι και σηκώνει κάποιον, ο οποίος μόλις έπεσε για ύπνο, για να του μιλήσει.
[20.3] Καθυστερεί ανθρώπους που ετοιμάζονται να ταξιδέψουν στη θάλασσα.
[20.4] Ζητά από τους επισκέπτες του να τον περιμένουν, μέχρι να κάνει τον περίπατό του.
[20.5] Παίρνει το παιδί του από την νταντά και το ταΐζει φαγητό που μάσησε ο ίδιος, του μιλά χαϊδευτικά κάνοντας θορύβους με τα χείλη του και αποκαλώντας το «κατεργαράκο του μπαμπάκα σου».
[20.6] Την ώρα που τρώει διηγείται ότι ήπιε ελλέβορο που τον καθάρισε κι από πάνω κι από κάτω, και ότι η χολή στα περιττώματά του ήταν πιο μαύρη από τη σούπα που βρίσκεται μπροστά του.
[20.7] Είναι ικανός να ρωτήσει μπροστά στους δούλους του: «Πες μου, μαμά, ποιά μέρα ήταν που κοιλοπονούσες και με γέννησες;»
[20.8] Λέει για τον εαυτό του ότι είναι γλυκός και αηδιαστικός άνθρωπος ταυτόχρονα και ότι είναι δύσκολο να βρεις κάποιον άνθρωπο που να μην έχει και τις δύο αυτές ιδιότητες μαζί.
[20.9] Λέει ακόμη ότι το σπίτι του διαθέτει μια δεξαμενή με κρύο νερό και κήπο με πολλά και τρυφερά λαχανικά και μάγειρα που ετοιμάζει καλό φαγητό, ότι η οικία του είναι πανδοχείο, γιατί είναι πάντα γεμάτη, ότι οι φίλοι του είναι σαν το τρύπιο πιθάρι, γιατί όσο και να τους ευεργετεί δεν μπορεί να τους χορτάσει.
[20.10] Όταν έχει φιλοξενούμενους, δείχνει στον ομοτράπεζό του πόσο εντυπωσιακός είναι ο παράσιτός του. Την ώρα του πιοτού λέει ενθαρρυντικά ότι η «διασκέδαση» των καλεσμένων έχει κανονιστεί και ότι αν διατάξουν, ο δούλος θα πάει αμέσως να την φέρει από τον πορνοβοσκό, «ώστε όλοι μας να την ακούσουμε να παίζει τον αυλό και να ευφρανθούμε».

Σάββατο 9 Μαΐου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡλέκτρα (167-212)

ΧΟΡΟΣ
Ἀγαμέμνονος ὦ κόρα, ἤλυθον, Ἠλέκτρα, [στρ.]
ποτὶ σὰν ἀγρότειραν αὐλάν.
ἔμολέ τις ἔμολεν γαλακτοπότας ἀνὴρ
170 Μυκηναῖος οὐριβάτας·
ἀγγέλλει δ᾽ ὅτι νῦν τριταί-
αν καρύσσουσιν θυσίαν
Ἀργεῖοι, πᾶσαι δὲ παρ᾽ Ἥ-
ραν μέλλουσιν παρθενικαὶ στείχειν.
175 ΗΛ. οὐκ ἐπ᾽ ἀγλαΐαις, φίλαι,
θυμὸν οὐδ᾽ ἐπὶ χρυσέοις
ὅρμοις ἐκπεπόταμαι
τάλαιν᾽, οὐδ᾽ ἱστᾶσα χοροὺς
Ἀργείαις ἅμα νύμφαις
180 εἱλικτὸν κρούσω πόδ᾽ ἐμόν.
δάκρυσι νυχεύω, δακρύων δέ μοι μέλει
δειλαίαι τὸ κατ᾽ ἦμαρ.
σκέψαι μου πιναρὰν κόμαν
185 καὶ τρύχη τάδ᾽ ἐμῶν πέπλων,
εἰ πρέποντ᾽ Ἀγαμέμνονος
κούραι τᾶι βασιλείαι
τᾶι Τροίαι θ᾽, ἃ ᾽μοῦ πατέρος
μέμναταί ποθ᾽ ἁλοῦσα.

190 ΧΟ. μεγάλα θεός· ἀλλ᾽ ἴθι καὶ παρ᾽ ἐμοῦ χρῆσαι [ἀντ.]
πολύπηνα φάρεα δῦναι
χρύσεά τε χάρισιν προσθήματ᾽ ἀγλαΐας.
δοκεῖς τοῖσι σοῖς δακρύοις
μὴ τιμῶσα θεοὺς κρατή-
195 σειν ἐχθρῶν; οὔτοι στοναχαῖς
ἀλλ᾽ εὐχαῖσι θεοὺς σεβί-
ζουσ᾽ ἕξεις εὐαμερίαν, ὦ παῖ.
ΗΛ. οὐδεὶς θεῶν ἐνοπᾶς κλύει
τᾶς δυσδαίμονος, οὐ παλαι-
200 ῶν πατρὸς σφαγιασμῶν.
οἴμοι τοῦ καταφθιμένου
τοῦ τε ζῶντος ἀλάτα,
ὅς που γᾶν ἄλλαν κατέχει
205 μέλεος ἀλαίνων ποτὶ θῆσσαν ἑστίαν,
τοῦ κλεινοῦ πατρὸς ἐκφύς.
αὐτὰ δ᾽ ἐν χερνῆσι δόμοις
ναίω ψυχὰν τακομένα
δωμάτων φυγὰς πατρίων
210 οὐρείας ἀν᾽ ἐρίπνας.
μάτηρ δ᾽ ἐν λέκτροις φονίοις
ἄλλωι σύγγαμος οἰκεῖ.

***
ΧΟΡΟΣ
Κόρη του Αγαμέμνονα, Ηλέκτρα,
ήρθα εδώ στ᾽ αγροτικό σου σπίτι.
Έφτασεν, έφτασε κάποιος βουνίσιος
170 απ᾽ τις Μυκήνες βοσκός, και μας λέει
πως οι Αργίτες γιορτή διαλαλούνε
που θα βαστάξει τρεις μέρες·
κι όλες τώρα οι κοπέλες θα πάνε
στο μεγάλο της Ήρας ναό.
ΗΛΕ. Δεν λαχταράει, καλές μου, πανηγύρια
μήτε χρυσά στολίσματα η ψυχή μου
εμένα της δυστυχισμένης· μήτε
στήνοντας τον χορό, με πόδι
180 κυκλόσυρτο τη γης θα κρούσω
μαζί με τις Αργίτισσες γυναίκες.
Τις νύχτες μου περνάω με θρήνους
και μόνη μου φροντίδα είναι το δάκρυ
την κάθε μέρα εμένα της βαριόμοιρης.
Γιά δες τα βρόμικα μαλλιά μου, κοίτα
και τα κουρέλια που φορώ, αν ταιριάζουν
στου βασιλιά την κόρη, του Αγαμέμνονα,
και στην Τροία, που ακόμα τον γονιό μου
θυμάται κουρσεμένη έναν καιρό.

190 ΧΟΡ. Είναι μεγάλη η θεά· λοιπόν έλα
και πάρε από με πολυκέντητα ρούχα
και στολίδια χρυσά, για να λάμψουν
οι χάρες σου. Μόνο με θρήνους, χωρίς
να τιμάς τους θεούς, θα νικήσεις θαρρείς
τους εχθρούς σου; Με δίχως στενάγματα, μόνο
με προσευχές τους θεούς άμα σέβεσαι,
θα ᾽χεις καλύτερες μέρες παιδί μου.
ΗΛΕ. Απ᾽ τους θεούς κανένας δεν ακούει
της δύστυχης εμέ τον άγριο θρήνο,
200 μήτε θυμάται τα σφαχτάρια
που έναν καιρό τούς πρόσφερ᾽ ο γονιός μου.
Αλίμονο και για τον σκοτωμένο,
και για τον ζωντανό που εξορισμένος
σε ξένη χώρα ζει γυρνώντας,
ο δόλιος σε τραπέζια φτωχικά,
αυτός, παιδί πατέρα κοσμοξάκουστου.
Κι εγώ διωγμένη απ᾽ του γονιού τα σπίτια
210 μένω στα απόγκρεμνα βουνά σ᾽ ένα καλύβι
με την ψυχή να λιώνει από τη θλίψη.
Κι η μάνα μου πλαγιάζει τώρα μ᾽ άλλον
πάνω στου φόνου το κρεβάτι.

Μελέτες για την Αρχαία Μακεδονία, Στοιχεία της εποχής του σιδήρου από την τράπεζα και το νεκροταφείο της Τούμπας Θεσσαλονίκης - Στοιχεία από τις ανασκαφές στα πλατώματα (τράπεζα) και στο νεκροταφείο

Στις σωστικές ανασκαφές σαράντα περίπου οικοπέδων στην άνω και κάτω τράπεζα της Τούμπας Θεσσαλονίκης, από το 1985 μέχρι σήμερα, και στη γύρω περιοχή τα αρχαιολογικά στοιχεία παρουσιάζουν στρωματογραφία, ευρήματα κινητά και αρχιτεκτονικά που σκιαγραφούν διάφορες καταστάσεις από τη ζωή του οικισμού στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης, κατά την πρώιμη εποχή του σιδήρου.
 
Α) Στην ύστερη εποχή του χαλκού χρονολογούνται, με βάση την κεραμική και τα συγκριτικά στοιχεία από τα ανασκαφικά δεδομένα στην κορυφή της τούμπας, οικοδομικά λείψανα, πιθανότατα ορθογώνιων κτισμάτων, στα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως κατασκευαστικά υλικά πάσσαλοι, μικρές πέτρες, άψητες πλίνθοι (Σουέρεφ 1993). Τα κατάλοιπα από τις καλύβες αυτές βρίσκονται σε στρώματα με πολλές καμένες οργανικές ουσίες, δηλωτικό τόσο των φθαρτών υλικών που χρησιμοποιούνταν στην ανωδομή, όσο και της αποθηκευτικής χρήσης τμήματος του εσωτερικού τους.
 
Β) Παρόμοια εικόνα με τα στρωματογραφικά και αρχιτεκτονικά ευρήματα της ύστερης εποχής του χαλκού εμφανίζεται και στις φάσεις της πρώιμης εποχής του σιδήρου από τον 11ο ως και τον 9ο αι. π.Χ.. Η μια διαφορά έγκειται στο ότι έχουν εντοπιστεί οικοδομικά λείψανα σε όλη την έκταση των πλατωμάτων γύρω από τον λοφίσκο, όπου αναπτύχθηκε η «τράπεζα των ιστορικών χρόνων» (Σουέρεφ 1990, 1992, 1995). Και η άλλη διαφορά αφορά στο ότι στα σχετικά νεότερα στοιχεία η διατήρηση των οικοδομικών καταλοίπων είναι καλύτερη, πράγμα που υποδηλώνει μεγαλύτερη προσοχή στην ποιότητα των σπιτιών απ' ότι στο παρελθόν. Εξάλλου, η απαρχή της 1ης χιλιετίας θεωρείται, λαμβάνοντας υπόψη και την ανασκαφική έρευνα στην κορυφή της τούμπας, ως η στιγμή της διεύρυνσης πέριξ του λοφίσκου του οικισμού. O πολλαπλασιασμός των σπιτιών συνδέεται προφανώς με δημογραφική αύξηση στον οικισμό, η οποία θα μπορούσε να εξηγηθεί με οικονομικές μεταβολές και από την ανάγκη προστασίας περισσότερων οικογενειών στα στενά όρια της τράπεζας. Η αμυντική από τη φύση της γεωμορφολογίας θέση στην Τούμπα Θεσσαλονίκης, με το μεγάλο ρέμα από βόρεια περικλείει τον υπερυψωμένο οικισμό μέχρι δυτικά. Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι τα κτίσματα είχαν ορθογώνια κάτοψη, λίθινη θεμελίωση και το κύριο υλικό της ανωδομής ήταν άψητες πλίνθοι.
 
Γ) Πλινθόκτιστες ορθογώνιες κατασκευές με λίθινη θεμελίωση, χρήση πασσάλων, ξύλινες πιθανότατα σκεπές και δάπεδα από πατημένο πηλόχωμα χαρακτηρίζουν τις φάσεις του 8ου αι. π.Χ. στην τράπεζα (Σουέρεφ 1990, 1992, 1993, 1994, 1995). Στις ίδιες φάσεις εκτός από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική εμφανίζονται κατασκευαστικές καινοτομίες, όπως πιο στέρεα λίθινα θεμέλια και τοιχία. Επίσης, στα ίδια χρόνια (800-700 π.Χ.) χρονολογούνται υπόσκαφες κατασκευές, σιροί ή κυψελωτά λίθινα κτίσματα, πηγάδια/δεξαμενές νερού. Η μεταβολή στην οργάνωση του οικισμού κατά τον 8ο αιώνα ίσως συνδέεται με την κινητικότητα στο βόρειο Αιγαίο κατά την έναρξη του β' λεγόμενου αποικισμού, αν κρίνουμε από την ποικιλία της επείσακτης κεραμικής και τις νέες τοπικές κατηγορίες στις φάσεις αυτές.
 
Δ) Περίπου 60 μ. ανατολικά των ορίων της τράπεζας, σε ανωφέρεια, νότια του ίδιου ρέματος που περιβάλλει από βόρεια και δυτικά την Τούμπα, στην είσοδο της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στην ομώνυμη οδό, δύο λίθινες θεμελιώσεις τοιχαρίων 6 μ. ερευνήθηκαν ανασκαφικά (Σουέρεφ 1997). Αποτελούσαν τμήμα ορθογώνιου κτίσματος με δύο χώρους εκ των οποίων ο ένας ήταν στεγασμένος και περιλάμβανε αποθηκευτικό αγγείο στη θέση του και κυκλικό λιθόστρωτο που συγκρίνεται με ανάλογη κατασκευή γνωστή από το Λευκαντί της Εύβοιας, το Ποσείδι Χαλκιδικής και την τράπεζα Πολίχνης της Θεσσαλονίκης. Η κεραμική που συνόδευε τα ευρήματα αυτά ανήκε στην πρώιμη εποχή του σιδήρου πριν από τον 8ο αι. π.Χ.
 
Δεν αποκλείεται το μικρό τμήμα που αποκαλύφτηκε επί της οδού Αγίας Μαρίνας να ανήκε σε ένα ανάλογο με της κορυφής του λοφίσκου στην Τούμπα Θεσσαλονίκης κεντρικού μεγάλου κτίσματος. Στην περίπτωση αυτή κατά την ύστερη εποχή του χαλκού και την πρώιμη εποχή του σιδήρου, (1200-700 π.Χ.) υπάρχει το ενδεχόμενο να λειτουργούσε, πλην του κεντρικού αψιδωτού μακρόστενου κτηρίου Α (άνω των 230 τ.μ.) με τις δυο πτέρυγες και τα εσωτερικά δωμάτια διαφόρων διαστάσεων με ακάλυπτο διάδρομο πρόσβασης στην κορυφή της τούμπας (Ανδρέου - Κωτσάκης, 1996), και δευτερεύον συγκρότημα στο γειτονικό χαμηλό ύψωμα. Αν δεχτούμε αυτή την υπόθεση εργασίας, τότε η χρήση των χώρων για αποθήκευση τροφών και παρασκευαστικές διαδικασίες (π.χ. άλεση καρπών, οινοποίηση, ελαιοπαραγωγή) παραπέμπουν σε δραστηριότητες που υπόκεινται στον έλεγχο ενός συστήματος υπό την αιγίδα τοπικού άρχοντα, μάλλον εκείνου της κορυφής της τούμπας. Η αποσπασματικότητα του ευρήματος επί της οδού Αγίας Μαρίνας δεν επιτρέπει προς το παρόν εμβάθυνση του προβλήματος.
 
Η απουσία, μέχρι σήμερα, ευρημάτων μετά τον 8ο αιώνα, αρχιτεκτονικών και κεραμικής, στην αγροτική χώρα που συσχετίζεται με τον οικισμό στην Τούμπα και η συγκέντρωση των πλούσιων αρχαιολογικών στοιχείων, επείσακτων και επιχώριων, εντός του οικισμού υποστηρίζει την άποψη ότι ίσως η περιοχή διένυε μια περίοδο κινδύνων και απειλών, συγκρούσεων και αναζήτησης ισορροπιών ή και αλλαγών στην οικονομική και κοινωνική δομή. Ο 8ος αιώνας, συνεπώς, ο οποίος συνδέεται με τα φαινόμενα των αποικισμών τόσο στον Θερμαϊκό κόλπο (Μεθώνη και Δικαία Ερετριέων) όσο και στη Χαλκιδική (π.χ. Μένδη Ερετριέων και Τορώνη Χαλκιδέων) εμφανίζει ένα σημείο αναφοράς για τη συγκρότηση των πόλεων. Πράγματι, τότε φαίνεται ότι περικλείεται συστηματικά ο οικισμός στα πλατώματα περί τον λοφίσκο διαμορφώνοντας καταλυτικά την τράπεζα ως κύριο οργανωμένο χώρο κατοίκησης της περιοχής. Αντίστοιχες διαδικασίες πρέπει να συνέβαιναν και στους οικισμούς που ήταν διάσπαρτοι στην ευρύτερη περιοχή σε αποστάσεις 2-5 χλμ. ο ένας από τον άλλο, αν όχι και εγγύτερα.
 
Κατά τον 8ο αι. π.Χ. επίσης, έχει ήδη επέλθει ο σαφής διαχωρισμός οικισμού-νεκροταφείου (βλ. § ΣΤ).
 
Ε) Τα ανασκαφικά δεδομένα από την τράπεζα ίσως υποκρύπτουν επεισόδια αλλαγών μεταξύ 700 και 600 π.Χ. Οι μετασχηματισμοί στο κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο κατά τα χρόνια της εποχής του σιδήρου και κατά τη μετάβαση στα αρχαϊκά χρόνια, φαίνεται ότι οδήγησαν πρώτα σε μια δυσδιάκριτη αναδιαμόρφωση των δομών του οικισμού, αλλά επακολούθησε μια ριζική αναδιαμόρφωση του οικισμού γύρω στο 600 (Σουέρεφ 1987, 1988, 1991, 1992, 1994, 1999). Τα στοιχεία που υποστηρίζουν το συμπέρασμα αυτό είναι πρωτίστως σχετικά με τη διευθέτηση ενός νέου πολεοδομικού ιστού. Τα όστρακα κεραμικής από κέντρα της Μικράς Ασίας, των νησιών του κεντρικού και βόρειου Αιγαίου και της Εύβοιας χρονολογούν τις ύστατες στιγμές πριν από την πολεοδομική αλλαγή στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης. Παρατηρείται συχνά στην τράπεζα το φαινόμενο στρωμάτων καταστροφής και προετοιμασίας με φερτό πηλόχωμα της περιοχής εδάφους για θεμελίωση, κάποτε 1 και 1,50 μ. και κατάργηση πολλών αποθηκευτικών χώρων, όπως σιροί και υπόσκαφα λίθινα κυψελωτά κτίσματα (Σουέρεφ 1996). Σε μια περίπτωση διαμορφώθηκε δρόμος του 6ου αιώνα πάνω από τις αρχαιότερες αποθήκες και σε μιαν άλλη, πάνω από τα υπόσκαφα κτίσματα κτίστηκε ένα σπίτι, του οποίου ανασκάφθηκε ο ανδρώνας, και σώθηκαν αγγεία συμποσίου του 550-540 π.Χ. (Σουέρεφ 1990, 1992, 1993).
 
ΣΤ) Το νεκροταφείο του οικισμού της Τούμπας εκτεινόταν Α, Ν, και Δ της τράπεζας και σε ακτίνα περίπου 500 μ. Στην περίπτωση των οικοπέδων των οδών Νεαπόλεως 15 και Κυζίκου 38-40, νοτιοανατολικά του οικισμού βρέθηκαν τάφοι της εποχής του σιδήρου και των αρχαϊκών χρόνων (Σουέρεφ 1999). Συγκεκριμένα επί της οδού Νεαπόλεως 15 διερευνήθηκαν τέσσερις τάφοι του ορθογώνιου λακκοειδούς τύπου, με σχιστολιθική επικάλυψη. Ένα τεφρόχρωμο τροχήλατο μόνωτο κύπελλο της εποχής του σιδήρου σώθηκε στους δύο από τους τρεις τάφους. Στο οικόπεδο επί της οδού Κυζίκου 38-40 ανασκάφτηκαν οκτώ τάφοι, εκ των οποίων οι πέντε ήταν λακκοειδείς με σχιστολιθική επικάλυψη και οι τρεις αβαθείς λάκκοι, ενώ δεν εντοπίστηκαν ίχνη λίθινης επικάλυψης. Στην περίπτωση του λακκοειδούς τάφου 4 πάνω από τη σχιστολιθική κάλυψη βρέθηκαν τα ίχνη εκτεταμένου λιθόστρωτου. Οι νεκροί είχαν τοποθετηθεί ύπτια με το κεφάλι δυτικά ανεξαρτήτως φύλου, και τα χέρια κατά μήκος του σώματος ή το αριστερό κεκλιμένο στη λεκάνη. Τα κτερίσματα που συνόδευαν τους νεκρούς ήταν κυρίως αγγεία: φιάλες με οριζόντιες, διάτρητες ή συμπαγείς λαβές που φύονται στο χείλος, φιάλη με λοξή - διχαλωτή λαβή επίσης στο χείλος, μόνωτα τεφρόχρωμα τροχήλατα κύπελλα (γνωστά από νεκροταφεία της εποχής σιδήρου στην Κεντρική Μακεδονία), δίωτο κανθαρόσχημο αγγείο, δίωτο φιαλόσχημο, ωοκέλυφο αγγείο με επιφάνεια από αραιό πορτοκαλέρυθρο γάνωμα. Επίσης, ανάμεσα στα κτερίσματα απαριθμούνται σκουλαρίκια, περόνες και δαχτυλίδια από χαλκό και μεγάλα δαχτυλίδια από σίδηρο.
 
Δεν έχουν παρατηρηθεί ομαδικές ταφές στις ανασκαφές στην Τούμπα Θεσσαλονίκης. Κυρίαρχο έθιμο ταφής από τον 9ο αιώνα, αλλά και μέχρι τον 3ο αι. π.Χ. ήταν ο ατομικός ενταφιασμός σε ορθογώνιο λάκκο, εντός του φυσικού εδάφους -στο όξινο πηλόχωμα. Στις ταφές της εποχής του σιδήρου στην Τούμπα συναντώνται συνήθως ένα, δύο ή τρία αγγεία παραδοσιακής τοπικής κεραμικής. Δεν εντοπίζονται ακόμη οι έντονες κοινωνικές ανισότητες που παρατηρούνται σε επίπεδο ενταφιασμών στα αρχαϊκά χρόνια.