Η αντίληψη ότι ο Όμηρος συνέγραψε είτε ακριβή ιστορική αφήγηση είτε κάποιο είδος «ιερού βιβλίου» αποτελεί μάλλον αναδρομική προβολή μεταγενέστερων αντιλήψεων πάνω στα ομηρικά έπη. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν ούτε ως ιστοριογραφικά έργα με τη νεότερη έννοια του όρου ούτε ως αποκαλυπτικά θρησκευτικά κείμενα αντίστοιχα με εκείνα των μονοθεϊστικών παραδόσεων.
Για αυτό και ήταν πάντοτε εσφαλμένη η κριτική κατά των ομηρικών θεών που ασκήθηκε τόσο από ορισμένους αρχαίους φιλοσόφους (Πλάτων, Ξενοφάνης, κλπ) όσο και συνολικά από τον χριστιανισμό αργότερα που βασίσθηκε σε μία ανάγνωση των επών ως κειμένων δογματικού ή κυριολεκτικά θεολογικού χαρακτήρα. Και είναι επίσης εσφαλμένη η αυστηρή δογματική θεώρησή τους ως βιβλίων αμιγώς ιστορικού περιεχομένου.
Πρόκειται πρωτίστως για έργα επικής ποίησης, τα οποία συγκροτήθηκαν μέσα από μακρά διαδικασία προφορικής μετάδοσης και ποιητικής επεξεργασίας. Τα ομηρικά έπη λειτουργούσαν περισσότερο ως θεμελιώδη πολιτισμικά και παιδευτικά κείμενα στον ευρύτερο ελληνικό χώρο.
Η σύγχρονη φιλολογική έρευνα, ιδίως μετά τη διατύπωση του λεγόμενου «Ομηρικού ζητήματος», τείνει να θεωρεί ότι τα ομηρικά έπη δεν αποτελούν προϊόν αποκλειστικά ενός και μοναδικού δημιουργού με τη νεότερη έννοια της ατομικής συγγραφικής ιδιοκτησίας. Αντιθέτως, αντανακλούν τη συσσώρευση και τη σύνθεση παραδόσεων που διαμορφώθηκαν από πολλές γενιές επί αιώνες στο πλαίσιο της προφορικής ιωνικής επικής παράδοσης από αοιδούς και ραψωδούς στον ιωνικό χώρο της Μικράς Ασίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι δεν υπήρξε ποτέ ο Όμηρος ή ένας ποιητής-πυρήνας πίσω από τη μορφή που τελικά έλαβαν τα έργα. Η σύγχρονη έρευνα δεν έχει καταλήξει οριστικά. Ακόμη και αν υποτεθεί η ύπαρξη ενός εξαιρετικού ποιητικού πυρήνα πίσω από την τελική μορφή των επών, είναι σαφές ότι αυτά ενσωματώνουν υλικό διαφορετικών εποχών και πολιτισμικών στρωμάτων.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αναχρονισμοί που εντοπίζονται στα έπη. Στην ομηρική αφήγηση συνυπάρχουν στοιχεία που παραπέμπουν τόσο στον μυκηναϊκό κόσμο της ύστερης εποχής του χαλκού όσο και σε μεταγενέστερες κοινωνικές και πολεμικές πρακτικές της γεωμετρικής περιόδου. Η συνύπαρξη αυτή καταδεικνύει ότι τα έπη δεν συνιστούν άμεση καταγραφή των γεγονότων ενός ιστορικού Τρωικού Πολέμου, αλλά ποιητική ανασύνθεση συλλογικών μνημών, θρύλων και πολιτισμικών εμπειριών και παραδόσεων αιώνων του ελληνικού λαού. Ο πιθανός ιστορικός πυρήνας των συγκρούσεων που συνδέθηκαν με την Τροία προηγείται χρονικά κατά πολλούς αιώνες της καταγραφής ή της τελικής διαμόρφωσης των ομηρικών επών.
Παράλληλα, τα έπη περιέχουν εκτεταμένα υπερφυσικά στοιχεία, όπως θεϊκές παρεμβάσεις, εξωπραγματικά επεισόδια και μυθικά όντα, τα οποία εντάσσονται οργανικά στην ποιητική και κοσμοαντιληπτική δομή της αρχαϊκής ελληνικής σκέψης. Τα στοιχεία αυτά ανήκαν στον τρόπο με τον οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αντιλαμβάνονταν τον κόσμο, τη μοίρα και τη σχέση ανθρώπων και θεών. Η παρουσία αυτών των στοιχείων δεν μειώνει τη λογοτεχνική αξία των επών· αντιθέτως, αναδεικνύει τον χαρακτήρα τους ως συνθέσεων όπου η μυθολογία, η ηρωική παράδοση και η ποιητική έκφραση λειτουργούν αδιαχώριστα.
Ο Όμηρος και ο Ησίοδος συνέβαλαν αποφασιστικά στη συστηματοποίηση και ενοποίηση της εικόνας των θεών. Ήδη ο Ηρόδοτος γράφει ότι αυτοί «έδωσαν στους θεούς τα ονόματα, τις τιμές και τις μορφές τους». Δηλαδή δεν «εφηύραν» τους θεούς, αλλά διαμόρφωσαν το κοινό παραστατικό πλαίσιο γύρω από αυτούς.
Η επίδραση των ομηρικών επών και της επικής ποίησης συνολικά στη διαμόρφωση της ελληνικής θρησκευτικής συνείδησης υπήρξε καθοριστική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Όμηρος «δημιούργησε» την ελληνική θρησκεία. Οι χθόνιες λατρείες και οι θεότητες του ελληνικού κόσμου προϋπήρχαν σε ποικίλες τοπικές μορφές. Ωστόσο, μέσω της ομηρικής και της επικής ποίησης εν γένει αποκρυσταλλώθηκε σε μεγάλο βαθμό μια κοινή πανελλήνια εικόνα των Ολυμπίων θεών, των ιδιοτήτων τους και των μεταξύ τους σχέσεων. Αυτό δηλαδή που ονομάζεται «ολυμπιακή θρησκεία». Η ολυμπιακή θρησκεία που σήμερα αποκαλείται μυθολογία ήταν κάποτε ένα σημαντικό συστατικό της λατρευτικής παράδοσης και της θρησκευτικής τέχνης των Ελλήνων.
Υπό αυτήν την έννοια, τα ομηρικά έπη δεν λειτούργησαν ως ιερά κείμενα δογματικού χαρακτήρα, αλλά ως θεμελιώδη πολιτισμικά έργα που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της κοινής ελληνικής παιδείας, θρησκευτικής φαντασίας και συλλογικής ταυτότητας μέχρι το τέλος του αρχαίου Ελληνικού κόσμου.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου