Και όταν μια πεποίθηση δεν χτίζεται πάνω σε αποδείξεις αλλά πάνω σε συναισθηματική ανάγκη, τότε η αμφισβήτηση δεν αντιμετωπίζεται σαν συζήτηση. Δεν ακούγεται σαν μια άλλη οπτική. Βιώνεται σαν επίθεση. Σαν να αγγίζει κάποιος κάτι πολύ προσωπικό, κάτι που έχει δεθεί με τον φόβο, την ελπίδα και την ανάγκη για ασφάλεια.
Εκεί ακριβώς φαίνεται η διαφορά ανάμεσα στην πίστη και στον ορθολογισμό. Ο ορθολογισμός δεν ζητά να πιστέψεις κάτι επειδή σε παρηγορεί. Δεν ζητά να αποδεχτείς μια ιδέα επειδή είναι όμορφη ή επειδή σε κάνει να νιώθεις καλύτερα. Ζητά αποδείξεις. Ζητά ερωτήσεις. Ζητά να εξετάσεις μια θέση και να είσαι έτοιμος να την αλλάξεις αν τα δεδομένα δείξουν ότι έκανες λάθος.
Αυτό είναι και το δύσκολο. Γιατί η αλήθεια δεν είναι πάντα βολική. Δεν είναι πάντα παρηγορητική. Δεν έρχεται πάντα με απαντήσεις που μας ηρεμούν. Καμιά φορά αφήνει κενά. Καμιά φορά σε φέρνει μπροστά σε πράγματα που δεν ξέρεις και δεν μπορείς να εξηγήσεις.
Αλλά εκεί ξεκινά η πραγματική αναζήτηση. Στη στιγμή που αφήνεις στην άκρη την ανάγκη να έχεις μια βέβαιη απάντηση για όλα και επιλέγεις να κοιτάξεις την πραγματικότητα όπως είναι, όχι όπως θα ήθελες να είναι.
Ίσως αυτή να είναι και η πιο δύσκολη μορφή ειλικρίνειας. Να μπορείς να αμφισβητείς ακόμα και όσα σε βολεύουν. Να μη φοβάσαι το «δεν ξέρω». Να μη νιώθεις την ανάγκη να γεμίσεις κάθε κενό με μια βεβαιότητα μόνο και μόνο για να νιώσεις ασφαλής.
Γιατί η αλήθεια δεν χρειάζεται να την πιστέψεις για να υπάρχει.
Υπάρχει έτσι κι αλλιώς.
Και το αν έχουμε τη δύναμη να τη δούμε κατάματα, χωρίς ανάγκη, χωρίς φόβο και χωρίς αυταπάτες, είναι ίσως η πιο τίμια δοκιμασία του ανθρώπινου νου.
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου