Αναφέρει λοιπόν: «Τὸ μακάριον καὶ ἄφθαρτον οὔτε αὐτὸ πράγματα ἔχει οὔτε ἄλλῳ παρέχει, ὥστε οὔτε ὀργαῖς οὔτε χάρισι συνεχόμενον· ἐν ἀσθενεῖ γὰρ πᾶν τὸ τοιοῦτον.». Ο Επίκουρος διδάσκει ότι οι θεοί είναι όντα αιώνια και ευτυχισμένα (μακάρια), επομένως δεν οργίζονται, δεν τιμωρούν, δεν επηρεάζονται από τις προσευχές των ανθρώπων.
Η κύρια αυτή δόξα συνδέεται άμεσα με το πρώτο σκέλος της επικούρειας ψυχοθεραπευτικής διδασκαλίας που ονομάστηκε «τετραφάρμακος» όπου αναφέρεται με παρρησία: «ΑΦΟΒΟΝ Ο ΘΕΟΣ».
1. Η επικούρεια «θεολογία»
Ο Επίκουρος δεν αρνείται την ύπαρξη των θεών. Αυτό είναι κρίσιμο. Η διδασκαλία του δεν είναι αθεϊσμός αλλά θεολογικός μη παρεμβατισμός. Οι θεοί για τον Επίκουρο είναι μακάριοι, είναι άφθαρτοι, ζουν σε τέλεια αυτάρκεια, δεν έχουν ανάγκες και δεν εμπλέκονται στον κόσμο μας.
Στην επικούρεια φυσική οι θεοί κατοικούν στα λεγόμενα μετακόσμια διαστήματα (intermundia), δηλαδή στα κενά ανάμεσα στους κόσμους (βλέπε εδώ περισσότερα σχετικά). Από αυτή τη θέση προκύπτει ένα θεμελιώδες θεολογικό αξίωμα: οι ιδιότητες της τελειότητας και της μακαριότητας αποκλείουν κάθε παρέμβαση.
Διότι αν ο θεός θυμώνει τότε έχει ανθρώπινα πάθη, αν ανταμείβει τότε έχει προτιμήσεις κι αν τιμωρεί τότε εμπλέκεται στον κόσμο και δείχνει αδυναμία. Άρα παύει να υπάρχει σε κατάσταση μακαριότητας. Επομένως, ο θεός του Επίκουρου είναι απολύτως απαθής, απόμακρος και αμέτοχος.
Ρήξη με την παραδοσιακή θρησκεία
Η θέση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την παραδοσιακή ελληνική θρησκευτικότητα, όπου οι θεοί οργίζονται, βοηθούν, τιμωρούν και απαιτούν λατρεία. Οι θεοί του Όμηρου και του Ησίοδου είναι βαθιά ανθρωπομορφικοί. Ο Επίκουρος τους αφαιρεί τρία βασικά χαρακτηριστικά: 1) την πρόνοια, 2) την εξουσία και την παρεμβατικότητα και 3) την συναισθηματική σχέση με τους ανθρώπους. Με αυτό τον τρόπο δημιουργεί μια μη προνοιακή θεολογία.
Το παράδοξο της θεϊκής τελειότητας
Η επικούρεια σκέψη υπονοεί ένα βαθύτερο επιχείρημα: η θεϊκή τελειότητα είναι ασύμβατη με τη διακυβέρνηση του κόσμου. Διότι η διακυβέρνηση α) απαιτεί κόπο β) συνεπάγεται συγκρούσεις γ) προκαλεί δυσαρέσκεια και δυσφορία. Άρα ένας τέλειος θεός δεν θα αναλάμβανε ποτέ τέτοιο έργο. Αυτό το επιχείρημα θα επηρεάσει βαθιά μεταγενέστερους στοχαστές όπως ο David Hume.
Εδώ ωστόσο πρέπει να κάνουμε κάποιες πολύ σημαντικές επισημάνσεις.
Η θεολογία του Επίκουρου παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον παράδοξο: ενώ φαίνεται ριζικά καινοτόμος, σε ορισμένα σημεία επιστρέφει σε παλαιότερα στοιχεία της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικής σκέψης, πριν από την έντονη «ηθικοποίηση» του θείου που εισήγαγαν μεταγενέστερες φιλοσοφικές και θρησκευτικές παραδόσεις. Η σύγκριση αυτή γίνεται πιο σαφής αν εξετάσουμε τρία επίπεδα: τη φύση των θεών, τη σχέση τους με τον κόσμο και τη σχέση τους με την ανθρώπινη ηθική.
Οι θεοί ως μακάριες και αυτάρκεις υπάρξεις
Στην επικούρεια θεολογία, οι θεοί είναι μακάριοι, άφθαρτοι, αυτάρκεις, απαθείς (δεν έχουν πάθη). Αυτό θυμίζει σε μεγάλο βαθμό την πρώιμη ελληνική αντίληψη των θεών όπως εμφανίζεται στον Όμηρο και στον Ησίοδο. Οι θεοί της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, οι θεοί του Ολύμπου, στους οποίους βασίστηκε η ολυμπιακή θρησκεία των Ελλήνων, ζουν σε μια κατάσταση θεϊκής ευδαιμονίας και μακαριότητας στον Όλυμπο. Συγκεκριμένα, δεν μοχθούν, δεν έχουν ανάγκες, απολαμβάνουν αθανασία και ευδαιμονία. Ο Επίκουρος υιοθετεί ακριβώς αυτή την ιδέα της μακαριότητας των θεών.
Η απουσία ηθικής νομοθεσίας
Στην ελληνική θρησκεία οι θεοί δεν αποτελούν ηθικούς νομοθέτες. Δεν υπάρχει θεϊκός νόμος, πόσο μάλλον γραπτός, που να καθορίζει τι είναι αμαρτία, τι είναι ηθικό καθήκον, ποια είναι η «σωστή» ζωή. Οι θεοί μπορεί να τιμωρήσουν την ύβρη, αλλά δεν λειτουργούν ως καθολικοί ηθικοί κριτές της ανθρωπότητας. Αυτό αλλάζει αργότερα με φιλοσόφους όπως ο Πλάτων, που προσπαθούν να παρουσιάσουν τους θεούς ως ηθικά τέλεια όντα. Η επικούρεια θεολογία επιστρέφει σε μια παλαιότερη λογική όπου οι θεοί δεν ενδιαφέρονται για την ανθρώπινη ηθική.
Η απουσία θεϊκής πρόνοιας
Η έννοια της θείας πρόνοιας δεν είναι κεντρική στην ελληνική θρησκεία. Οι θεοί επεμβαίνουν περιστασιακά, αλλά δεν κυβερνούν τον κόσμο σύμφωνα με ένα καθολικό σχέδιο. Αντίθετα, η ιδέα ενός κόσμου που κυβερνάται από θεϊκή πρόνοια αναπτύσσεται κυρίως από φιλοσοφικά ρεύματα όπως η σχολή του Στωικισμού που ίδρυσε ο φοινικικής καταγωγής Ζήνων ο Κιτιεύς. Η επικούρεια σκέψη απορρίπτει πλήρως αυτή την έννοια. Για τον Επίκουρο ο κόσμος δεν διοικείται από θεούς, λειτουργεί μέσω φυσικών αιτίων, οι θεοί δεν ασχολούνται με την ανθρώπινη μοίρα.
Η επαναφορά της θεϊκής αταραξίας
Στην επικούρεια θεολογία οι θεοί αποτελούν πρότυπο αταραξίας. Η ιδέα αυτή θυμίζει μια παλαιότερη ελληνική αντίληψη: οι θεοί είναι όντα ανώτερα από τις ανθρώπινες αγωνίες. Αυτό σημαίνει ότι δεν ανησυχούν, δεν θυμώνουν πραγματικά, δεν εμπλέκονται στα ανθρώπινα πάθη. Ο Επίκουρος απλώς αφαιρεί από τη μυθολογία τα ανθρωπομορφικά στοιχεία και διατηρεί την έννοια της θεϊκής ευδαιμονίας.
Η μεγάλη διαφορά
Παρότι υπάρχουν ομοιότητες, υπάρχει και μια σημαντική διαφορά. Οι θεοί της παραδοσιακής ελληνικής μυθολογίας επεμβαίνουν σε πολέμους, βοηθούν ή εμποδίζουν ήρωες, συμμετέχουν ενεργά στην ιστορία. Ο Επίκουρος αφαιρεί αυτή την ενεργό παρέμβαση. Οι θεοί υπάρχουν, αλλά ζουν σε πλήρη απομόνωση από τον κόσμο.
Η βαθύτερη σημασία
Η επικούρεια θεολογία μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να διατηρηθεί η έννοια των θεών χωρίς τη δεισιδαιμονία της θρησκείας. Με άλλα λόγια, οι θεοί υπάρχουν αλλά δεν κυβερνούν τον κόσμο, δεν τιμωρούν, δεν απαιτούν λατρεία. Έτσι ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τον φόβο τους. Αυτός είναι και ο σκοπός της επικούρειας φιλοσοφίας, να οδηγήσει τον άνθρωπο στην αταραξία.
Πολλοί σύγχρονοι ιστορικοί της θρησκείας υποστηρίζουν ότι η θεολογία του Επίκουρου βρίσκεται, παραδόξως, πιο κοντά στη λαϊκή θρησκευτικότητα των αρχαίων Ελλήνων από ό,τι οι φιλοσοφικές θεολογίες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Αυτό μπορεί να φανεί αντιφατικό, επειδή ο Επίκουρος συχνά θεωρείται «αντίθετος στη θρησκεία». Στην πραγματικότητα όμως, η θέση του ήταν περισσότερο μια απομυθοποίηση της δεισιδαιμονίας παρά μια πλήρης άρνηση των θεών.
Ας δούμε γιατί.
Η λαϊκή ελληνική θρησκεία δεν ήταν θεολογία
Η αρχαία ελληνική θρησκεία ΔΕΝ ήταν ένα σύστημα δογμάτων όπως οι μονοθεϊστικές θρησκείες. Δεν υπήρχε α) ιερό βιβλίο, β) θεολογικό δόγμα, γ) κεντρική εκκλησιαστική αρχή.
Η θρησκεία εκφραζόταν κυρίως μέσω τελετουργιών, θυσιών, εορτών, τοπικών λατρειών. Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για τη φιλοσοφική φύση των θεών. Ενδιαφέρονταν για τη σωστή τέλεση της λατρείας. Αυτό περιγράφεται συχνά ως ορθοπραξία (ορθή πράξη) και όχι ορθοδοξία (ορθή πίστη).
Οι θεοί ως μακάρια και απόμακρα όντα
Στη λαϊκή αντίληψη οι θεοί θεωρούνταν αθάνατοι, πανίσχυροι και μακάριοι. Ταυτόχρονα ήταν μακριά από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Οι άνθρωποι δεν περίμεναν από τους θεούς να καθοδηγούν τη ζωή τους σε κάθε στιγμή και κυρίως να επιβάλλουν ηθικούς κανόνες. Η σχέση ήταν περισσότερο τελετουργική παρά ηθική. Αυτό μοιάζει αρκετά με την επικούρεια εικόνα των θεών.
Η φιλοσοφική «ηθικοποίηση» των θεών
Η μεγάλη αλλαγή έρχεται με φιλοσόφους όπως ο Πλάτων. Στους διαλόγους του, όπως η «Πολιτεία», ο Πλάτων επιτίθεται στη μυθολογία-ποίηση του Όμηρου και του Ησίοδου. Τους αποβάλλει μάλιστα από την ιδανική του πολιτεία. Υποστηρίζει ότι οι θεοί πρέπει να είναι απόλυτα αγαθοί, ηθικά τέλειοι και δίκαιοι κυβερνήτες του κόσμου. Αυτό είναι μια βαθιά αλλαγή. Οι θεοί μετατρέπονται σε ηθικούς εγγυητές της κοσμικής τάξης. Ο Αριστοτέλης από την άλλη μιλά για το Πρώτο Κινούν, ένα τέλειο νοητικό ον που κινεί τον κόσμο.
Ο Επίκουρος απορρίπτει αυτή την ηθικοποίηση του θείου. Όπως ήδη ειπώθηκε, υποστηρίζει ότι οι θεοί δεν κυβερνούν τον κόσμο, δεν τιμωρούν, δεν ενδιαφέρονται για την ανθρώπινη ηθική. Αυτό τον φέρνει πιο κοντά στην αρχική αντίληψη ότι οι θεοί είναι απλώς μακάριες υπάρξεις. Η διαφορά είναι ότι ο Επίκουρος αφαιρεί τα μυθολογικά στοιχεία και κρατά μόνο την έννοια της θεϊκής μακαριότητας που λειτουργεί στην φιλοσοφία του ως πρότυπο για τους ανθρώπους.
Η κριτική στη δεισιδαιμονία
Ο μεγάλος στόχος της επικούρειας φιλοσοφίας ήταν η καταπολέμηση της δεισιδαιμονίας. Αυτό το βλέπουμε καθαρά στο έργο του Λουκρήτιου, ιδιαίτερα στο ποίημα De Rerum Natura. Εκεί περιγράφεται πώς ο φόβος των θεών οδήγησε τους ανθρώπους σε θυσίες, τρόμο και ψυχική ταραχή. Η επικούρεια θεολογία προσπαθεί να διατηρήσει την ιδέα των θεών αλλά να αφαιρέσει τον φόβο και τη δεισιδαιμονία.
Η πραγματική ριζοσπαστικότητα του Επίκουρου
Το επαναστατικό στοιχείο δεν είναι ότι αρνείται τους θεούς. Είναι ότι αφαιρεί από αυτούς κάθε πολιτική, ηθική και κοσμική εξουσία. Οι θεοί δεν κυβερνούν, δεν οργίζονται, δεν τιμωρούν, δεν ανταμείβουν, δεν εμπλέκονται στα ανθρώπινα ζητήματα και δεν επηρεάζουν την ανθρώπινη ιστορία. Ο κόσμος λειτουργεί μέσω φυσικών νόμων. Αυτή η ιδέα αποτελεί ένα από τα πρώτα βήματα προς μια κοσμική κατανόηση της φύσης.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο. Η λαϊκή θρησκεία είχε θεούς χωρίς συστηματική θεολογία και χωρίς κεντρική ιερατική διοίκηση. Κάθε ναός, κάθε βωμός, κάθε ιερό, κάθε μαντείο, ήταν μια ξεχωριστή και πλήρως ανεξάρτητη λατρευτική μονάδα.
Οι φιλόσοφοι όπως ο Πλάτων έδωσαν στους θεούς ηθική και κοσμική εξουσία. Ο Επίκουρος αφαιρεί αυτή την εξουσία και επιστρέφει στην ιδέα των μακάριων αλλά απόμακρων θεών. Με αυτό τον τρόπο η επικούρεια θεολογία βρίσκεται κάπου ανάμεσα στη μυθολογική θρησκεία και στη φιλοσοφική απομυθοποίηση του κόσμου.
2. Η ανθρωπολογική διάσταση της Επικούρειας θέσης
Η πρώτη δόξα είναι πρωτίστως θεραπεία της ανθρώπινης ψυχής. Ο Επίκουρος θεωρεί ότι οι άνθρωποι βασανίζονται από δύο μεγάλους φόβους: 1) ο φόβος των θεών και 2) ο φόβος του θανάτου. Αυτοί αποτελούν τη βάση του επικούρειου «φάρμακου».
Ο φόβος ως θεμέλιο της θρησκείας
Ο Επίκουρος θεωρεί ότι η θρησκεία γεννιέται από α) άγνοια της φύσης β) φόβο των φυσικών φαινομένων γ) ανάγκη ερμηνείας της μοίρας. Όταν οι άνθρωποι δεν κατανοούν π.χ. τους κεραυνούς, τις ασθένειες, τους σεισμούς, τότε τα αποδίδουν στους θεούς. Η φιλοσοφία λοιπόν γίνεται εργαλείο απομυθοποίησης.
Η αταραξία
Ο κεντρικός σκοπός της επικούρειας ζωής είναι η αταραξία (ψυχική γαλήνη) μαζί με την απονία (σωματική γαλήνη). Αν κάποιος πιστεύει ότι οι θεοί τον παρακολουθούν, τον κρίνουν, θα τον τιμωρήσουν, τότε δεν μπορεί να είναι ήρεμος. Η πρώτη κύρια δόξα αφαιρεί αυτόν τον φόβο.
Η ανθρώπινη αυτονομία
Με την κατάργηση της θεϊκής παρέμβασης, ο άνθρωπος γίνεται υπεύθυνος για τη ζωή του και ελεύθερος από μεταφυσική εξάρτηση. Η ηθική παύει να βασίζεται στον φόβο της θείας τιμωρίας και στην ελπίδα ανταμοιβής, και βασίζεται στην λογική αναζήτηση της ευδαιμονίας και της ηδονικής ζωής.
3. Κοινωνιολογική διάσταση
Η επικούρεια αυτή φιλοσοφία έχει βαθύ κοινωνικό αντίκτυπο.
α) Αποδόμηση της θρησκευτικής εξουσίας
Σε πολλές κοινωνίες η θρησκεία λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου. Οι ιερείς ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν-ερμηνεύουν τη βούληση των θεών, μπορούν να εξευμενίσουν τους θεούς, μπορούν να αποτρέψουν τιμωρίες με διάφορα μέσα (προσφορές – θυσίες – προσευχές κλπ). Αν όμως οι θεοί δεν παρεμβαίνουν στα ανθρώπινα, τότε οι τελετές χάνουν τη δύναμή τους και η ιερατική εξουσία αποδυναμώνεται. Η επικούρεια διδασκαλία είναι επομένως υπονομευτική για το ιερατικό σύστημα.
β) Η κοινωνία χωρίς θεϊκή επιτήρηση
Η επικούρεια ηθική προτείνει μια κοινωνία που δεν βασίζεται στον φόβο των θεών, αλλά στη συμφωνία των ανθρώπων. Η δικαιοσύνη για τον Επίκουρο είναι συμβόλαιο αμοιβαίου συμφέροντος. Δηλαδή οι άνθρωποι συμφωνούν να μην αδικούν για να ζουν ασφαλείς. Αυτή η ιδέα προαναγγέλλει μεταγενέστερες θεωρίες όπως του Thomas Hobbes και του Jean-Jacques Rousseau.
4. Πολιτική διάσταση
Η επικούρεια σκέψη έχει και πολιτικές συνέπειες.
Κριτική της θρησκείας ως πολιτικού εργαλείου
Στην αρχαιότητα η θρησκεία ήταν στενά δεμένη με την πολιτική εξουσία. Οι πόλεις επικαλούνταν θεούς, έδιναν θεϊκή νομιμοποίηση στους νόμους, χρησιμοποιούσαν μαντεία. Αν όμως οι θεοί δεν παρεμβαίνουν στα ανθρώπινα θέματα, τότε η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να στηρίζεται στη θεϊκή βούληση. Αυτό οδηγεί σε εκκοσμίκευση της πολιτικής.
Η επικούρεια αποχή από την πολιτική
Ο Επίκουρος συμβούλευε το «λάθε βιώσας» (ζήσε απαρατήρητος). Η πολιτική θεωρείται πηγή ταραχής, φιλοδοξίας και συγκρούσεων. Η ευδαιμονία επιτυγχάνεται καλύτερα σε μικρές κοινότητες φίλων. Έτσι η επικούρεια σχολή λειτουργούσε ως κοινότητα φιλοσοφικής ζωής, γνωστή ως «Κήπος».
Η πρώτη κύρια δόξα αποτελεί μία από τις πρώτες μορφές φιλοσοφικής απαλλαγής του κόσμου από την μαγεία και την δεισιδαιμονία. Ο κόσμος δεν κυβερνάται από θεϊκές διαθέσεις αλλά λειτουργεί μέσω φυσικών νόμων. Στο έργο του De Rerum Natura, ο Λουκρήτιος παρουσιάζει την επικούρεια διδασκαλία ως απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τον τρόμο της θρησκείας.
Η Πρώτη Κύρια Δόξα του Επίκουρου είναι πολύ περισσότερα από μια θεολογική θέση. Αποτελεί α) θεολογική απομυθοποίηση των θεών β) ανθρωποκεντρική θεραπεία του φόβου γ) κοινωνιολογική κριτική της θρησκευτικής εξουσίας δ) πολιτική εκκοσμίκευση της εξουσίας.
Ο στόχος της δεν είναι να καταστρέψει την ιδέα του θείου, αλλά να την απαλλάξει από την προβολή των ανθρώπινων παθών στους θεούς. Με αυτό τον τρόπο η φιλοσοφία γίνεται αυτό που ήθελε ο Επίκουρος: ιατρική της ψυχής.
Με τον τρόπο αυτό, η Πρώτη Κύρια Δόξα του Επίκουρου παραμένει επίκαιρη και διαχρονική. Συνιστά μια ριζική αναδιατύπωση της έννοιας του θείου. Η σύγκρουσή της με τις σύγχρονες κατεστημένες θρησκείες είναι ιδιαίτερα έντονη σε κοινωνίες όπου η θρησκεία έχει θεσμική και πολιτική παρουσία, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας και της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδας.
Η σύγκρουση αυτή δεν είναι απλώς φιλοσοφική· είναι θεολογική, πολιτική, κοινωνιολογική και ιδεολογική.
α. Θεολογική σύγκρουση
Η πρώτη κύρια δόξα ορίζει ότι οι θεοί είναι μακάριοι και άφθαρτοι και δεν παρεμβαίνουν στον κόσμο. Η θεολογία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στηρίζεται στο ακριβώς αντίθετο σχήμα: ο Θεός κυβερνά τον κόσμο, ακούει προσευχές, επεμβαίνει στην ιστορία, ανταμείβει και τιμωρεί.
Η επικούρεια θέση καταρρίπτει τη βάση αυτής της θεολογίας.
Για τον Επίκουρο όπως είδαμε η οργή και η εύνοια είναι ανθρώπινα πάθη και κάθε τέτοιο πάθος είναι ένδειξη αδυναμίας και όχι ενός πραγματικού θεού. Άρα ένας τέλειος θεός δεν μπορεί να θυμώνει, να ευνοεί ή να τιμωρεί. Αυτό σημαίνει ότι έννοιες όπως θεία πρόνοια, θαύματα και θεϊκή κρίση καθίστανται φιλοσοφικά ασύμβατες με την επικούρεια θεολογία.
β. Πολιτική σύγκρουση
Σε κοινωνίες όπου κράτος και εκκλησία δεν είναι πλήρως διαχωρισμένα, η θρησκεία λειτουργεί ως παράγοντας πολιτικής νομιμοποίησης.
Στην Ελλάδα, για παράδειγμα η Ορθοδοξία αναφέρεται στο Σύνταγμα, η εκκλησία έχει δημόσιο ρόλο, οι θρησκευτικοί όρκοι χρησιμοποιούνται σε κρατικές τελετές. Αν όμως κανένας πραγματικός θεός δεν παρεμβαίνει στον κόσμο, όπως υποστηρίζει ο Επίκουρος, τότε η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να επικαλείται θεϊκή βούληση και οι νόμοι δεν μπορούν να θεμελιώνονται σε θρησκευτική αυθεντία.
Η επικούρεια φιλοσοφία οδηγεί έτσι σε μια εκκοσμικευμένη αντίληψη της πολιτικής εξουσίας.
γ. Κοινωνιολογική σύγκρουση
Οι οργανωμένες θρησκείες διατηρούν κοινωνική επιρροή μέσω τριών βασικών μηχανισμών: 1) φόβος θεϊκής τιμωρίας, 2) ελπίδα μεταθανάτιας ανταμοιβής, 3) συλλογική θρησκευτική ταυτότητα.
Η επικούρεια διδασκαλία υπονομεύει αυτά τα θεμέλια. Στο πλαίσιο της επικούρειας φυσικής:
- η ψυχή είναι υλική
- διαλύεται με τον θάνατο
- δεν υπάρχει μεταθανάτια κρίση
Η κοινωνική τάξη πρέπει να βασίζεται σε λογικές συμφωνίες μεταξύ ανθρώπων, όχι σε θρησκευτικές απειλές.
δ. Ψυχολογική σύγκρουση
Η επικούρεια φιλοσοφία βλέπει τη θρησκευτική πίστη ως πηγή υπαρξιακού φόβου.
Οι άνθρωποι φοβούνται την κρίση του Θεού, την κόλαση, τη θεϊκή τιμωρία. Η πρώτη δόξα λειτουργεί ως ψυχολογική απελευθέρωση. Ο άνθρωπος κατανοεί ότι κανένας θεός δεν τον παρακολουθεί, δεν τον τιμωρεί ούτε τον ανταμείβει για τις πράξεις του. Έτσι κατακτά σε μεγάλο βαθμό την αταραξία, που είναι ο στόχος της επικούρειας ηθικής.
ε. Σύγκρουση δύο διαφορετικών μοντέλων κοινωνίας
Στην πραγματικότητα συγκρούονται δύο διαφορετικές κοσμοθεωρίες
.
1.Θρησκευτικό μοντέλο
1.Θρησκευτικό μοντέλο
- θεϊκή πρόνοια
- θρησκευτική αυθεντία
- ηθική βασισμένη στην θρησκευτική υπακοή
- πολιτική νομιμοποίηση μέσω του θεού
- ζωή βασισμένη στους κανόνες του θεού
- θεοί χωρίς παρέμβαση
- αυτονομία της φιλοσοφίας
- ηθική βασισμένη στην φιλία και την ευδαιμονία
- πολιτική βασισμένη σε κοινωνική συμφωνία
- ζωή βασισμένη στην απονία και την αταραξία

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου