Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Η Αρχή της Αντιστοιχίας

Η δεύτερη θεμελιώδης αρχή του Ερμητισμού, Η Αρχή της Αντιστοιχίας, μας λέει: «Αυτό που είναι πάνω είναι όπως αυτό που είναι κάτω, και αυτό που είναι κάτω είναι όπως αυτό που είναι πάνω, για να επιτευχθούν τα θαύματα του Ενός Πράγματος.»

Η ανθρώπινη ύπαρξη δεν εκδηλώνεται σε ένα μόνο επίπεδο. Εκδηλώνεται στο Φυσικό (ο κόσμος της ύλης), στο Ψυχικό ή Νοητικό (σκέψεις, συναισθήματα, ασυνείδητο) και στο Πνευματικό (το Όλον, η Πηγή). Τα επίπεδα αυτά επικοινωνούν μεταξύ τους. Δεν υπάρχει ιεραρχία, είναι διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας πραγματικότητας.

Αυτή η πραγματικότητα λοιπόν, δεν εκδηλώνεται σε ένα μόνο επίπεδο. Υπάρχει ΚΑΙ ΣΤΑ ΤΡΙΑ, και αυτό που συμβαίνει στο ένα, βρίσκει τρόπο να εκφραστεί και στα υπόλοιπα. Το “επάνω” και το “κάτω”, το “μέσα” και το “έξω”, δεν είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, είναι δύο εκφράσεις του ίδιου νόμου, που λειτουργούν ταυτόχρονα και σε σύνδεση. Και ακριβώς μέσα από αυτή τη σύνδεση… κάτι γεννιέται.

Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται έξω από αυτή τη διαδικασία. Είναι μέρος της. Αυτό που συμβαίνει μέσα του, δεν μένει «μέσα», βρίσκει πάντα τρόπο να εκφραστεί, να κινηθεί, να πάρει μορφή, μιας και συμμετέχει στο ίδιο μοτίβο που την δημιουργεί. Πχ. Ένα συναίσθημα μπορεί να αλλάξει μια πράξη. Μια πράξη μπορεί να αλλάξει μια πορεία. Και μια πορεία μπορεί να αλλάξει μια ολόκληρη ζωή.

Η Αντιστοιχία λοιπόν, δεν είναι απλά μια ιδέα, είναι ο τρόπος με τον οποίο το Σύμπαν περνά από το αόρατο στο ορατό, ο τρόπος με τον οποίο το Ένα εκφράζεται μέσα από τα πολλά. Σε αυτό το σημείο γίνεται συχνά και η μεγαλύτερη παρερμηνεία.

Πολλοί συνδέουν αυτή την αρχή με τη «μαγεία», με την ιδέα ότι μπορείς να ελέγξεις την πραγματικότητα ή να επηρεάσεις το μέλλον αν «κατακτήσεις» την Δεύτερη Ερμητική Αρχή.

Στην ουσία όμως, δεν πρόκειται για έλεγχο. Πρόκειται για κατανόηση. Δεν “δημιουργείς” μαγικά τα γεγονότα. Αρχίζεις να βλέπεις τα μοτίβα που τα γεννούν. Αυτή η αρχή λοιπόν, δεν λέει ότι “ελέγχεις” την πραγματικότητα. Λέει ότι συμμετέχεις σε ένα σύστημα όπου όλα συνδέονται και αντιστοιχούν.

Αν μάθεις να παρατηρείς και να διακρίνεις πού βρίσκεσαι μέσα σε αυτό το σύστημα, αν μάθεις να βλέπεις αυτές τις αντιστοιχίες, τότε θα αρχίσεις να καταλαβαίνεις πώς γεννιέται ο κόσμος γύρω σου και να αναπτύξεις μια βαθύτερη διανοητική αντιληψιμότητα: την ικανότητα να «βλέπεις» προς τα πού οδηγεί μια σκέψη, μια πράξη, ένα συναίσθημα, ΠΡΙΝ ΚΑΝ ΑΥΤΟ ΣΥΜΒΕΙ.

Αγαπημένες εκφράσεις: Από πού κρατάει η σκούφια τους;

Τις χρησιμοποιούμε στο καθημερινό μας λεξιλόγιο αλλά αν το σκεφτεί κανείς, δεν έχουν και τόσο νόημα για κάποιον που δεν μιλά ελληνικά

Εκφράσεις χιλιοειπωμένες, που διατηρούνται εκατοντάδες χρόνια στην καθομιλουμένη, παρά το γεγονός ότι οι συνήθειες, τα έθιμα στα οποία αναφέρονται έχουν εκλείψει. Κρύβουν όμως ωραίες ιστορίες.

Ας τις δούμε:

Σε γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια: 
Έκφραση που προέρχεται από τη συνήθεια βασιλιάδων της αρχαιότητας να αντικαθιστούν άρχοντες και ευγενείς, στέλνοντάς τους «ραβασάκι» ένα ζευγάρι παπούτσια με το όνομά τους γραμμένο από κάτω. Πρωτοσυναντάται στη Βαβυλωνία και κράτησε μέχρι το Βυζάντιο.

Σιγά τον πολυέλαιο: 
Η έκφραση φέρεται να προέρχεται από τα χρόνια του Όθωνα, και από τις γιορτές στα βασιλικά ανάκτορα. Οι καλεσμένοι, προύχοντες της εποχής και απόγονοι των αγωνιστών του 1821, δεν γνώριζαν την δυτική εθιμοτυπία και σε στιγμές κεφιού, άδειαζαν τα κουμπούρια τους στον αέρα και πετούσαν ψηλά τα τσαρούχια τους, αδιαφορώντας για τους πολυελαίους και τα κηροστάσια στα ανάκτορα, με τους αυλικούς να προσπαθούν να τους «ευπρεπίσουν» και τους καλεσμένους να απαντούν με την εν λόγω φράση, που... έγραψε ιστορία.

Από πού κρατά η σκούφια σου: 
Ερώτηση για την καταγωγή, που... κρατά από την αρχαιότητα, όταν το χρώμα και το σχήμα του σκούφου υποδήλωνε από πού προερχόταν αυτός (και κατά συνέπεια ο ιδιοκτήτης του). Σήμερα ακούγεται και η έκφραση «πετάει τη σκούφια του για καβγά».

Του μπήκαν ψύλλοι στα αυτιά: 
Προέρχεται από την ιδιότυπη τιμωρία που επεφύλασσε ο βυζαντινός βασιλιάς Ιουλιανός σε όσους κρυφάκουγαν τα όσα συνέβαιναν στο παλάτι. Σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα, τοποθετούσαν ψύλλους βαθιά μέσα στα αυτιά των «ωτακουστών», οι οποίοι χοροπηδούσαν συνεχώς αναζητώντας την έξοδο, οδηγώντας πολλούς εξ αυτών στην τρέλα.

Χρωστάει της Μιχαλούς: 
Η έκφραση συνδέεται με την ταβέρνα που διατηρούσε το 19ο αιώνα στο Ναύπλιο, τότε πρωτεύουσα της Ελλάδας, η Μιχαλού. Η γυναίκα αυτή έδινε κατά συρροή «βερεσέ» αλλά κρατούσε ημερολόγιο και όταν κάποιος υπερέβαινε τις προθεσμίες, τον «έλουζε» με διάφορα... κοσμητικά επίθετα. Όσοι την άκουγαν, καταλάβαιναν ότι αυτός «χρωστά της Μιχαλούς».

Χτύπα ξύλο: 
Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι στα δέντρα κατοικούσαν νύμφες (οι περίφημες δρυάδες) και ως εκ τούτου χτυπούσαν ξύλο (άπτεσθαι ξύλου, έλεγαν) για να επικαλεστούν την προστασία τους.

Κοράκιασα από τη δίψα: 
Η έκφραση προέρχεται επίσης από αρχαιοελληνικό μύθο, στον οποίο ο Απόλλωνας τιμώρησε έναν κόρακα σε μια ορεινή πόλη κοντά στην Αθήνα επειδή είχε σκοτώσει ένα προστατευόμενο από τον θεό φίδι. Όποτε ο κόρακας προσπαθούσε να πιει νερό από την κοντινή πηγή, αυτή στέρευε.

Με τρώει η μύτη μου, ξύλο θα φάω: 
Όπως πίστευαν στην αρχαία Ελλάδα, η φαγούρα ήταν προειδοποίηση από τους θεούς με το μήνυμα να «αλλάζει» αναλόγως του μέρους του σώματος. Έτσι, φαγούρα στο κεφάλι σήμαινε κακό (εξ ου και η λαϊκή ρήση) ενώ αντιθέτως, φαγούρα στις πατούσες σήμαινε ταξίδι και φαγούρα στην παλάμη σήμαινε δώρα (η σημερινή έκφραση λέει, με τρώει το χέρι μου, λεφτά θα πάρω).

Ένα χελιδόνι δεν φέρνει την άνοιξη: 
Ή αλλιώς, μία χελιδών έαρ ου ποιεί. Προέρχεται από το μύθο του Αισώπου για τον άσωτο νέο που, βλέποντας ένα χελιδόνι, πίστεψε ότι είχε περάσει ο βαρύς χειμώνας και πούλησε και το πανωφόρι του. Όμως το χειμωνιάτικο κρύο επέστρεψε την επόμενη μέρα.

Δεν ιδρώνει το αυτί του: 
Φράση που αποδίδεται στον Ασκληπιό. Κατά το μύθο, όταν μια νεαρή τον ρώτησε πώς θα μπορούσε να κάνει τον άντρα που ήθελε, να την αγαπήσει, της είπε ότι θα πρέπει να τον κλείσει σε ένα πολύ ζεστό δωμάτιο. «Αν ιδρώσουν τα αυτιά του, θα σε αγαπήσει, αν δεν ιδρώσουν δεν έχεις ελπίδα», φέρεται να της είπε και μας έμεινε...

Κάλλιο αργά παρά ποτέ: 
Από ρητό του Σωκράτη προέρχεται η γνωστή έκφραση. Όταν, σε μεγάλη ηλικία, αποφάσισε να μάθει να παίζει μουσική, οι μαθητές του τον πείραξαν, λέγοντάς του «Γέρων ων, κιθάριν μανθάνεις;» για να απαντήσει ο φιλόσοφος: «Κάλλιον οωιμαθής παρά αμαθής παραμένειν».

Του πήρε τον αέρα: 
Όρος που προέρχεται από τις ναυμαχίες στην αρχαία Ελλάδα καθώς όποιος από τους αντιπάλους μπορούσε να αξιοποιήσει καλύτερα τον αέρα, κινούταν πιο γρήγορα στο πεδίο της μάχης και νικούσε.

Για ψύλλου πήδημα: 
Πρόκειται για έκφραση που «κατάγεται» από τον καιρό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και τις δεισιδαιμονίες για το «μάτιασμα». Οι μάγισσες της εποχής συνήθιζαν να χρησιμοποιούν ψύλλους, τους οποίους έβαζαν να πηδούν πάνω από ένα γεμάτο ποτήρι. Εάν ο ψύλλος έπεφτε μέσα, το «μάτιασμα» είχε γίνει από εχθρό. Σε μία τέτοια περίπτωση, ο «ματιασμένος» κατέληξε να σκοτώσει τον «εχθρό» δημιουργώντας μια απίστευτη βεντέτα... για ψύλλου πήδημα.

Έγινε τρικούβερτο γλέντι: 
Προέρχεται από τη ναυτική ορολογία, και αναφέρεται σε μεγάλα καράβια που έχουν τρία καταστρώματα (κουβέρτες), θέλοντας να δώσει έμφαση σε ένα πολυπληθές γλέντι.

Ες αύριον τα σπουδαία: 
Αποδίδεται στο θηβαίο στρατηγό Αρχία, ο οποίος ευρισκόμενος σε συμπόσιο, αποφάσισε, λέγοντας τη φράση αυτή, να μην ανοίξει επιστολή που προερχόταν από τους κατασκόπους του και τον προειδοποιούσε για την επιστροφή του Πελοπίδα στην πόλη και τον θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε. Μετά από λίγη ώρα, δολοφονήθηκε από τους δημοκρατικούς του Πελοπίδα.

Φτου κι απ' την αρχή: 
Η έκφραση προέρχεται από την Ελλάδα του 19ου αιώνα, όταν λόγω έλλειψης χαρτιού, οι μαθητές έγραφαν σε πλάκες. Όταν τελείωναν, τις έφτυναν και τις σκούπιζαν με τα μανίκια τους για να ξεκινήσουν εκ νέου.

Πήγαν για μαλλί και βγήκαν κουρεμένοι: 
Προέρχεται από την εποχή που κουρσάροι και πειρατές τρομοκρατούσαν και λεηλατούσαν τα ελληνικά νησιά. Σε μία τέτοια επιχείρηση στα διαβόητα εργαστήρια χαλιών στη Μήλο, οι νησιώτες τους έστησαν παγίδα, τους κούρεψαν τα μαλλιά και τα μούσια και τους έστειλαν στον Βυζαντινό αυτοκράτορα!

Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα: 
Παροιμιώδης έκφραση που αποδίδεται στον ίδιο τον... Αίσωπο και το μύθο «Ανήρ κομπαστής». Σύμφωνα με αυτόν, αθηναίος αθλητής κόμπαζε στην αγορά για ένα τεράστιο άλμα που είχε πραγματοποιήσει σε αγώνες στη Ρόδο. Τότε Αθηναίος έγραψε στο σκάμμα τη λέξη Ρόδος «Αυτού γαρ και Ρόδος και πήδημα».

Οι ρίζες του μίσους

Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία«διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.

Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς – την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές»αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της«διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων – δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους,

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματική στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να «εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Μία τελευταία παρατήρηση που αφορά τον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η «απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα» του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων ο «λογικά» εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους «αφομοιώνονται». Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ· αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.

Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι «μη μετατρέψιμο».

Γι” αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.

Το φάρμακο της λύπης

”Παρατηρώ, φίλε μου Βρούτε, πως, μολονότι εμείς οι άνθρωποι, εκτός από σώμα, διαθέτουμε και ψυχή, για τη φροντίδα και τη διατήρηση του σώματος επινοήσαμε μια τέχνη, η οποία μάλιστα, λόγω της χρησιμότητάς της, τιμάται ως εύρημα των αθανάτων θεών, ενώ αντιθέτως, μέχρι να ανακαλύψουμε την τέχνη που θεραπεύει την ψυχή δεν νιώθαμε και τόσα έντονα την έλλειψή της. Κι όταν επιτέλους μάθαμε ότι η τέχνη αυτή υπάρχει, όχι μόνο δεν τη μελετήσαμε σε βάθος, αλλά λίγοι από εμάς την υποδέχτηκαν καλοπροαίρετα- για να μην πω ότι οι περισσότεροι την αντιμετώπισαν με καχυποψία και φθόνο”

Τον Φεβρουάριο του 45 π.Χ ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων, χάνει την κόρη του Τυλλία και πέφτει σε βαριά κατάθλιψη. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, απομονωμένος στην έπαυλή του στο Τούσκουλο αρχίζει να συγγράφει τις “Τουσκουλανές Διατριβές”, μια φιλοσοφική πραγματεία για τις προυποθέσεις της ευτυχίας. Η πρώτη διατριβή είναι αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στο θάνατο ενώ η τρίτη είναι αφιερωμένη στο θέμα της θλίψης. Το κεντρικό ερώτημα της τρίτης τουσκουλανής διατριβής είναι το αν ο σοφός μπορεί να υποφέρει από “aegritudo” δηλαδή από λύπη. Η απόδοση στα ελληνικά της λέξης αυτής σπαζοκεφαλιάζει εδώ και χρόνια τους φιλολόγους. Μιας και δεν είμαι ένας απο αυτούς, παραχωρώ στον εαυτό μου την πολυτέλεια να ταχθεί με το μέρος των ειδικών που αν και δειλά μεταφράζουν τη λέξη aegritudo ως ” κατάθλιψη”. Τα χωρία του Κικέρωνος στα οποία περιγράφει τα συμπτώματα της κατάθλιψης είναι συγκλονιστικά καθώς δεν διαφέρουν στο ελάχιστο από τα κείμενα εκλαικευμένης ιατρικής που διαβάζουμε σήμερα στον Τύπο για το θέμα.

Φαίνεται πως πρώτοι οι Έλληνες και στη συνέχεια οι Λατίνοι, αντιμετώπισαν το θέμα της κατάθλιψης ως μια κατάσταση του πνεύματος από την οποία ξεφεύγει κανείς δύσκολα αλλά μπορούσε να γίνει εφικτό μόλις κινητοποιούσε τις πνευματικές δυνάμεις του, στις οποίες τόσο οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι, ως γνωστόν, είχαν τεράστια πίστη.

Χίλια χρόνια αργότερα, γύρω στο 980 μ.Χ , στη μακρινή Περσία, στην επαρχία Μπουχάρα, γεννιέται ο άνθρωπος ο οποίος έμελλε να ονομαστεί “Ο Πρίγκηπας των Ιατρών”. O Ibn Sina γνωστότερος σε όλους μας ως Avicenna αφού μελέτησε πρώτα τα συγγράμματα των προκατόχων του Ελλήνων και Λατίνων αλλά και των συγχρόνων του Αράβων ιατρών, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ”φάρμακο τη λύπης” μπορούσε να βρεθεί και στην τροφή. Ο Αβικέννα ήταν μια bigger than life μορφή. Ένας homo universalis πριν η Δύση να συλλάβει καν την έννοια του “καθολικού ανθρώπου”, ένας ανθρωπιστής πριν να διατυπωθεί η έννοια του ανθρωπισμού, ένας ορθολογιστής και σκεπτικιστής πριν το ρεύμα του σκεπτικισμού να πάρει σάρκα και οστά στη Δύση. Η βαθιά του αγάπη για τον άνθρωπο και η φιλοπερίεργη φύση του, τον παρακίνησαν να ταξιδέψει για να γνωρίσει από κοντά τα ανθρώπινα η μελέτη των οποίων του απέδοσε μια μοναδική υστεροφημία και βέβαια τον τίτλο του “Πρίγκηπα των Ιατρών.

Μία από τις πιο γνωστές του πραγματείες είναι το De viribus cordis, “Περί των Δυνάμεων της Καρδιάς” στο οποίο περιγράφει μια μέθοδο θεραπείας της μελαγχολίας μέσω της φροντίδος του “πνεύματος”. Για το λόγο αυτό προτείνει την ενίσχυση του πνεύματος με μια σειρά από καρδιοτονωτικές τροφές.

Αυτές οι τροφές της καρδιάς που τονώνουν το πνεύμα κ διώχνουν μακριά τη μελαγχολία αποτελούν και τα βασικά στοιχεία της κουζίνας της Μέσης Ανατολής: μπαχαρικά, ροδόνερο, ρόδια, φλούδα από λεμόνι, κρόκοι αυγού, σαφράν, σανδαλόξυλο και κρασί. Αυτά είναι τα βασικά συστατικά για το φάρμακο της λύπης.

Δεν χρειάζεται ίσως να πω, πως η επίδραση της διδασκαλίας του Αβικέννα είναι καταλυτική και πως σύντομα όλα τα μαγειρικά βιβλία της Δύσης εναρμονίζονται με τη διδασκαλία του. Όλοι αναζητούν στην κουζίνα της Μέσης Ανατολής το μυστικό της ευτυχίας και τη μακροζωίας. Η κουζίνα της Περσίας, γίνεται συνώνυμη της ευεξίας, της χαράς της ζωής, του ανέμελου έρωτα που νικάει κατά κράτος τα γηρατειά!

Με την πάροδο των αιώνων και το μετασχηματισμό της Αλχημείας σε Επιστήμη αλλά και την ίδια την πρόοδο των Επιστημών, οι διδασκαλίες του Αβικέννα, όπως είναι φυσικό ξεχνιούνται. Η κουζίνα της Ευρώπης με την εγκατάσταση των Ιταλών μαγείρων στα υπόγεια των Βερσαλλιών, κάτω από τη μπαγκέτα του Λα Βαρέν παίρνει άλλο δρόμο κ η εικόνα του μάγειρα-αλχημιστή ξεχνιέται οριστικώς.

Στα 1858 όμως, o Άγγλος, ο Edward Fitzgerald εκδίδει για πρώτη φορα μεταφρασμένα στα Αγγλικά τα τετράστιχα του Πέρση ποιητή Ομάρ Καγιάμ. Η πρώτη έκδοση των “Ρουμπαγιάτ” ήταν μια εκδοτική αποτυχία που σύντομα όμως μετετράπη σε τεράστια επιτυχία τόσο εκδοτική όσο και καλλιτεχνική. Έτσι, η Ευρώπη αρχικά και η Αμερική στη συνέχεια, γνώρισαν το μαγικό και αισθησιακό πολιτιστικό terroir της Περσίας.

Πώς μπορεί να περιγράψει κανείς την ποίηση του Πέρση, σκεπτικιστή αστρονόμου, μαθηματικού κ ποιητή Ομάρ Καγιάμ;

Στέκει η καρδιά μου κ απορεί. Δεν ξέρει πού να γύρει
Προς τη Ταβέρνα ή στο Τζαμί; Κοράνι ή ποτήρι;
Μα είναι θαρρώ καλύτερα να κάθεται κανένας
Γέρος στο καπηλειό παρά τρελλός στο μοναστήρι.


Είναι νομίζω φανερό ότι ο Ομάρ Καγιάμ δεν ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος της εποχής του. Αμφισβήτησε τις θρησκείες και το Ιερατείο και αν και Αστρονόμος ο ίδιος κατέληξε όπως και ο Αβικέννα, νωρίτερα από αυτόν ότι η Αστρολογία ήταν μία απάτη και επιδόθηκε με πάθος στο να μελετήσει την Επιστήμη του και να απομυζήσει και την τελευταία σταγόνα ζωής και την τελευταία σταγόνα κρασιού, εντοπίζοντας με μια χαρακτηριστική μελαγχολία κι αυτός, το σύντομο πέρασμά μας από τη ζωή.

Είν’ η Ζωή παράξενο που φεύγει καραβάνι
Που της θερίζει τη χαρά της Μοίρας το δρεπάνι.
Πες μου, γιατί να θλίβεστε κ συλλογιέστε τ’αύριο;
Κέρνα μας, κέρνα κεραστή, κι η Νύχτα μας προκάνει

Χάρις στον Ομάρ Καγιάμ και τις αστρονομικές του μετρήσεις, το περσικό Νέο Έτος, το Nowruz εορτάζεται σήμερα, την πρώτη μέρα της Άνοιξης. Τη μέρα κατά την οποία οι Πέρσες ανάβουν φωτιές γύρω από τις οποίες χορεύουν τραγουδώντας το πέρασμα του μελαγχολικού χειμώνα: “Sorkhee-eh tow az man, zardee-eh man az tow! “

“Φωτιά! Δώσε μου το κόκκινό σου χρώμα, παίρνοντας από το δέρμα μου την ασπράδα του χειμώνα!”

Και βέβαια το νέο έτος εορτάζεται με φαγητά που φυσικά περιέχουν και τα “καρδιοτονωτικά υλικά” του Avicenna.

Η μετάφραση των Ρουμπαγιάτ έκανε την Περσία μόδα κι έτσι η κουζίνα της κατέκτησε για δεύτερη φορά τη Δυτική Ευρώπη, μάλιστα δύο απο τα περσικά εστιατόρια που υπάρχουν στο Παρίσι ως τις μέρες μας, χρονολογούνται από εκείνη την εποχή.

Το αν οι καρδιοτονωτικές τροφές του Αβικέννα νικούν τη μελαγχολία είναι μια ερώτηση που σήμερα μπορούμε να απαντήσουμε με σιγουριά. Ο σκεπτικιστής μέσα μου νικάει το μύθο του μάγειρα-αλχημιστή, ιατρού των σωμάτων και των “ψυχών” χωρίς να καταφέρνει όμως να διώξει την επίγευση της μαγείας που αφήνει η γλυκειά αυτή σκέψη.

Άλλως τε και ο Καγιάμ αν και ο ίδιος σκεπτικιστής, λέγεται πως πέθανε στην πολυθρόνα του διαβάζοντας μέχρι την τελευταία στιγμή τα συγγράμματα του Αβικέννα…

Τα χαρακτηριστικά της Νέας Εποχής

Οι μύθοι του σύγχρονου Δυτικού πολιτισμού καταρρέουν ο ένας μετά τον άλλον. «Εδώ και αρκετό καιρό η γενική αντίληψη που έχουμε για τον κόσμο, βασισμένη στην ιδέα της εξέλιξης και της διηνεκούς προόδου της επιστήμης, έχει εξαντληθεί. Ζούμε στην κατάρρευση των πολιτικών σχημάτων που αποτελούν απόρροια της αισιόδοξης αυτής φιλοσοφίας». (Εdgan Morin “Terre-Patrie”.)

Είναι γεγονός ότι ο περισσότερος κόσμος πιστεύει ότι έχει περάσει πια η εποχή της ευημερίας των λαών και αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια. Ο Norman Stone περιγράφει με σκληρά λόγια τη νέα κατάσταση που διαμορφώνεται: Αν δεν το έχετε ήδη αντιληφθεί, μπαίνουμε ταχύτατα σ΄ ένα καινούργιο μεσαίωνα…επιστρέφουμε πίσω σ΄ ένα μεσαιωνικό κόσμο γεμάτο ζητιάνους, μεταδοτικές ασθένειες, μισαλλοδοξία και προκαταλήψεις».

Η εποχή μας είναι μια μεταβατική εποχή, οι σημερινές δημοκρατίες συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο τη μεταβατικότητά τους. Συνειδητοποιούν την προσωρινότητα του ρόλου τους, καθώς αντιλαμβάνονται την έλευση νέων κοινωνικοπολιτικών μορφών. Γιατί η αλήθεια είναι ότι δεν μπορεί να υφίσταται το μέλλον που όλοι ονειρεύονται και να οδηγείται με τις υπάρχουσες πολιτικές μορφές.

Η Πολιτική σήμερα είναι παρεξηγημένη και αυτό είναι απολύτως δικαιολογημένο, επειδή ο περισσότερος κόσμος κρίνει και κατακρίνει την πολιτική σύμφωνα με τα υπάρχοντα πρόσωπα και τα συστήματα διακυβέρνησης. Είναι λάθος όμως να συγχέουμε την Πολιτική ως έννοια με την πολιτική του σήμερα. Η έννοια της Πολιτικής στην Εσωτερική Φιλοσοφία είναι πολύ διαφορετική απ΄ ότι σήμερα.

Η Πολιτική, με την ευρύτερη έννοια, «Τα της Πόλης», είναι η ορθή διακυβέρνηση της Πόλης και αποτελεί ταυτόχρονα Επιστήμη και Τέχνη. Εκείνα δηλαδή που επιτρέπουν τη σωστή λειτουργία της κοινωνίας, της Παιδείας, των διαφόρων τμημάτων της και του ανθρώπου ως υπεύθυνου Πολίτη.

Επομένως, για την επίτευξη και την απόκτηση της Ευδαιμονίας, η Πολιτική, πάντα φιλοσοφικά θεωρούμενη, είναι το κύριο μέσο. Κι αυτό γιατί, αντίθετα με τη σημερινή εποχή όπου η Πολιτική έχει καταλήξει μια δημαγωγική τέχνη αποπροσανατολισμού και πλάνης, στην οποία εξυπηρετείται το συμφέρον του ισχυρότερου σε βάρος των υπολοίπων πολιτών, στην αρχαιότητα η Πολιτική ήταν Μυητική Γνώση. Διδασκόταν στα Μυστήρια, στα οποία διαμορφώνονταν οι Άρχοντες.

Η Πολιτική ήταν η Τέχνη για τη διαμόρφωση των Αρίστων. Ήταν μια αληθινά Αλχημική Τέχνη για τη μετάλλαξη του ανθρώπου από δέσμιο των κατωτέρων παθών του σε αληθινά ελεύθερο πολίτη και κύριο του Εαυτού του.

Από όλα αυτά συμπεραίνουμε ότι ο ρόλος τους Πολιτικού είναι πολύ σημαντικός. Είναι αυτός που οδηγεί και καθοδηγεί τους Πολίτες και δεν είναι τυχαίο που ο Πλάτωνας συνδέει το ρόλο του πολιτικού με του Γιατρού, καθώς και την Πολιτική με την Ιατρική. Η μεν πρώτη δίνει Ζωή, Δικαιοσύνη και Αρμονία στην πόλη, η δε δεύτερη στον άνθρωπο, στα διάφορα οργανικά συστήματά του. Ο Πολιτικός, ο φωτισμένος δηλαδή Άρχοντας, είναι ο Γιατρός των ψυχών.

Από αυτήν και μόνο τη θεώρηση μπορούμε, για άλλη μια φορά, να συνειδητοποιήσουμε πόσο μακριά από την πολιτική βρίσκονται οι σημερινοί πολιτικοί. Δικαίως λοιπόν η αντίληψή μας για τους πολιτικούς είναι η χειρότερη, σε τέτοιο σημείο που πολλοί νέοι σήμερα δεν θέλουν καν να ακούνε για πολιτική, κόμματα ή συστήματα διακυβέρνησης, γιατί όλα είναι σάπια, μουχλιασμένα, και απαρχαιωμένα.

Και όμως! Κάποιοι σήμερα επιμένουν και επιχειρηματολογούν ότι, αντίθετα, ο κόσμος βαδίζει προς την ειρήνη και τη σύμπνοια, καθώς οι Μεγάλες Δυνάμεις που κυβερνούν θα οδηγήσουν βαθμιαία σε δημοκρατικές μορφές.

Όμως αυτό, δυστυχώς, είναι ένα πολιτικό σόφισμα. «Δημοκρατική» ήταν η Κομμουνιστική Γερμανία. Ο Στάλιν πολέμησε για τη «δημοκρατία». Ο Μουσολίνι διαβεβαίωσε ότι η καλύτερη δημοκρατία ήταν η «συντεχνιακή του Φασιστικού κράτους». Ο Φράνκο έλεγε ότι αυτό που έκανε ήταν «Οργανική Δημοκρατία», οι ΗΠΑ ήταν «δημοκρατικές» παρόλο που δεν είχαν καταργήσει τη δουλεία μετά τον εμφύλιο πόλεμο και μπορούμε να συνεχίσουμε με πολλά άλλα παραδείγματα εφαρμογής της Δημοκρατίας!

Επομένως τι είδους εγγύηση μπορούν να μας δώσουν οι σύγχρονες πολιτικές μορφές εξουσίας, τα λεγόμενα σύγχρονα πολιτικά συστήματα, για την αληθινή Δημοκρατία; Μήπως αυτό το πρωτόγονο σύστημα στο οποίο οι πολλοί κυβερνούν τους λίγους, εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα; Η απάντηση που θα έδινε κανείς σε αυτό το ερώτημα είναι σήμερα ξεκάθαρη και απογοητευτική.

Αν ανοίξουμε ένα λεξικό στη λέξη «πολίτευμα» θα δούμε ότι αυτό περιγράφεται σαν ένα σύστημα κανόνων δικαίου, στο οποίο ορίζεται ο ανώτατος φορέας της κρατικής εξουσίας, καθώς σε αυτό βρίσκονται τα βασικά στοιχεία σχηματισμού, οργανικής συγκρότησης και λειτουργίας των εξουσιών του κράτους, όπως αντιπροσωπευτική δημοκρατία, μοναρχία, ολιγαρχία κ.λ.π.

Επίσης στον όρο «μορφή πολιτεύματος» συναντάμε άλλους όρους όπως κοινοβουλευτική δημοκρατία, προεδρευόμενη δημοκρατία, βασιλευόμενη δημοκρατία, συνταγματική μοναρχία κ.λ.π. Όμως στην πραγματικότητα πού διαφέρουν όλες αυτές οι μορφές; Κανείς δεν ξέρει να απαντήσει!

Επίσης ενδιαφέρον έχει να δούμε τι λέει ένα σύγχρονο λεξικό στην λέξη Πολιτική. Σύμφωνα με αυτό, «Πολιτική είναι το σύνολο των θεμάτων που έχουν σχέση με τα κοινά, τη ζωή ενός κοινωνικού συνόλου, το σύνολο των πρακτικών διακυβέρνησης ενός κράτους με τους πολίτες του και των σχέσεων μεταξύ άλλων κρατών». Κάτω από αυτόν τον ορισμό θα συμπέραινε κανείς ότι η Πολιτική, μεταξύ άλλων, είναι το μέσο για να μπορέσει ο Πολίτης να επικοινωνήσει με τους Συμπολίτες του μέσα σε μια Κοινωνία.

Η αλήθεια είναι ότι η επικοινωνία που είναι κάτι παραπάνω από την έννοια της κοινωνίας, είναι αυτό που σφραγίζει, δίνει κύρος σε κάποια κοινωνία όντων.

Από τη στιγμή που συναντάμε λοιπόν μια κοινωνία στην οποία η επικοινωνία έχει εκμηδενιστεί τότε μπορούμε να πούμε ότι αυτή η κοινωνία είναι ψυχρή, ναρκωμένη, χωρίς σθένος, χωρίς ζωή και αυτή η έλλειψη σχέσεων επικοινωνίας θα την αποσυνθέσει, προκαλώντας το θάνατό της.

Μια κοινωνία στην οποία οι άνθρωποι δεν μπορούν να έχουν σχέσεις επικοινωνίας μεταξύ τους, όπου οι άνθρωποι είναι στοιβαγμένοι και συνωστισμένοι, δεν θα μπορούσαμε πραγματικά να τη θεωρήσουμε αληθινή. Και αυτό είναι το πρόβλημα που βασανίζει το σημερινό πολιτισμό.

Γιατί λοιπόν δεν υπάρχει σήμερα επικοινωνία ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί αυτό το χιλιόχρονο άγαλμα της Πολιτικής έχει σκεπαστεί με λάσπη που το κάνει να χάνει κάθε αληθινή όψη, λάμψη και ομορφιά; Γιατί δεν νοιάζεται κανείς για τον διπλανό του, είτε στην πολυκατοικία του, είτε στην δουλειά του, είτε στο δρόμο; Επειδή ο άνθρωπος έχει γίνει ένα ρομπότ, έχει πάψει να είναι Άτομο και έχει διασπαστεί, χάνοντας την πραγματική ελευθερία προκειμένου να γίνει σκλάβος των ψεύτικων καταναλωτικών στόχων.

Η κρίση των σύγχρονων πολιτικών μορφών είναι ολοκληρωτική και καμία ομάδα δεν έχει την αναγκαία ασφάλεια. Τα στοιχεία τους αναμιγνύονται επικίνδυνα, όπως αποδείχθηκε μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Η Ανατολική κομμουνιστική ή πρώην κομμουνιστική ομάδα δημοκρατικοποιείται όλο περισσότερο, ενώ η Δυτική κομμουνιστικοποιείται σιγά σιγά. Για χάρη αυτού του άρθρου άνοιξα το «Χρονικό του 20ου αιώνα» κι εκεί με έκπληξη διαπίστωσα ότι πρωτοσέλιδα εφημερίδων έκαναν λόγο για την κρίση στον κόσμο. Οι πολιτικοί του 1914 «πάσχιζαν για την ειρήνη στην Ευρώπη» το ίδιο έκαναν οι πολιτικοί του 1942, οι πολιτικοί του 1972, για το ίδιο «κόπτονται» οι πολιτικοί του σήμερα, στο έτος 2006. Από την αρχή του 20ου αιώνα όλοι «πασχίζουν» για μια καλύτερη κοινωνία, για την ειρήνη και την δημοκρατία.

Και αν πάμε ακόμα πιο πίσω ή δούμε τα πράγματα πιο αναλυτικά θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μια «περίεργη» και σχεδόν ακριβής ομοιότητα μεταξύ του φεουδάρχη (τσιφλικά) και ενός σημερινού πολιτικού κόμματος. Αμφότεροι έχουν στη διάθεσή τους μια σειρά από γραμματείες και κάποιον κόσμο, στον οποίο έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν τη γνώμη τους. Το ίδιο κάθε Φεουδάρχης – Αρχηγός Κόμματος πολεμά εναντίον των άλλων Φεουδαρχών-Αρχηγών Κομμάτων μέσω των «κανονιών» της Προπαγάνδας, των συνεντεύξεων ή των ομιλιών σε συγκεντρωμένα πλήθη. Ο εκλογικός αγώνας κρίνεται απτά με την κατάκτηση των ψήφων. Σήμερα οι Αρχηγοί κρατούν τα ηνία των χωρών, όπως οι Πρίγκιπες ή οι Μονάρχες.

Συγκρίνοντας τις σύγχρονες πολιτικές μορφές διακυβέρνησης με αυτές που επικρατούσαν στο Μεσαίωνα εύλογα θα δούμε ότι επικρατεί, όπως και τότε, η θεωρία του Μακιαβελισμού. Σύμφωνα με αυτήν, αυτό που επικρατεί στις σύγχρονες πολιτικές μορφές είναι η μηχανορραφία, η δολοπλοκία, η κυνικότητα και η άρση κάθε ηθικού φραγμού για την επίτευξη των άνομων στόχων. Επομένως, κάλλιστα θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι οι σύγχρονοι πολιτικοί είναι μακιαβελιστές. (Αν και η θεωρία του ίδιου του Μακιαβέλι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτήν την ευρύτερη έννοια που δόθηκε πολύ αργότερα).

Απόδειξη ασθένειας των σύγχρονων κρατών και των μορφών διακυβέρνησης είναι το γεγονός ότι ένα Κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί το ίδιο κατά τη διάρκεια των δύο ή τριών μηνών της απουσίας μιας Κυβέρνησης, η οποία οφείλεται σε κρίση ή εκλογές.

Είναι πια δεδομένο ότι τα παλιά πρότυπα έχουν αποδειχθεί άχρηστα για να λύσουν και να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου. Χρειάζεται ένα νέο μοντέλο, ένα νέο πρότυπο εκπαίδευσης και αντιμετώπισης του κόσμου που να έχει προοπτική μέλλοντος και ελπιδοφόρα οράματα. Και αυτό δεν είναι μια ουτοπία κάποιων ονειροπόλων. Γιατί όπως σήμερα τα ιστορικά γεγονότα φανερώνουν τα μελανά τους στοιχεία, έτσι και αύριο τα ιστορικά γεγονότα θα δείξουν την αναγέννηση, την Αλήθεια, την Δικαιοσύνη, την Ομορφιά, που θα πηγάζει από μια Νέα Κοινωνία, από μια Νέα Πολιτική, από μια Νέα Τέχνη και Επιστήμη, προερχόμενη από ένα Νέο και Καλύτερο Άνθρωπο.

Αυτό το όνειρο μπορεί να επιτευχθεί αρκεί όλοι μας σιγά-σιγά να συνειδητοποιήσουμε ότι «Κάθε βελτίωση της Κοινωνίας αρχίζει με αυτήν του ανθρώπου». Αυτή η φράση δείχνει προς ποια κατεύθυνση μπορούμε να βρούμε απαντήσεις σε όλα αυτά. Η βελτίωση του ανθρώπου ριζώνει βασικά στην ανακάλυψη και ανασύνταξη του Ατόμου, του Αληθινού δηλαδή Εαυτού μας.

Ένας σύγχρονος Ανατολικός Φιλόσοφος, ο Ινδός Ν. Σρι Ραμ έλεγε: «Η Ανθρωπότητα χωρίζεται σε τρία τμήματα: στο πρώτο ανήκουν οι άνθρωποι που φτιάχνουν Παρθενώνες, στο δεύτερο εκείνοι που γκρεμίζουν και στο τρίτο αυτοί που παρατηρούν αδρανείς»…. Δεν μένει τίποτα άλλο από το να διαλέξουμε συνειδητά με ποιο μέρος της Ανθρωπότητας θέλουμε να είμαστε.

Στη γαλήνη της αγκαλιάς

«Χρειαζόμαστε τέσσερις αγκαλιές τη μέρα για να επιβιώσουμε, οκτώ αγκαλιές την ημέρα για να συντηρηθούμε και δώδεκα αγκαλιές την ημέρα για να αναπτυχθούμε», έχει πει η αμερικανίδα ψυχοθεραπεύτρια Virginia Satir. Και οι επιστήμονες, όσο και η αίσθηση που αποκομίζουμε μετά από μια ζεστή αγκαλιά με ένα αγαπημένο μας πρόσωπο, φροντίζουν να το αποδείξουν με χειροπιαστά στοιχεία, τα οποία συγκεντρώνουμε παρακάτω. Με μια προτροπή: Αγκαλιάστε περισσότερο, κάνει καλό.

*Η αγκαλιά νικά την κατάθλιψη
Και όχι μόνο: Η μοναξιά, ο θυμός και κάθε αρνητικό συναίσθημα καταπολεμάται από την οξυτοκίνη, την ορμόνη που παράγει ο οργανισμός μας όταν αγκαλιαζόμαστε. Παράλληλα, αυξάνονται τα επίπεδα σεροτονίνης, της «ουσίας της ευτυχίας».

*Η αγκαλιά τονώνει το ανοσοποιητικό μας σύστημα
Η ήπια πίεση που επιτυγχάνεται με την επαφή του στέρνου μας με αυτό κάποιου άλλου και το συναισθηματικό φορτίο που αυτή δημιουργεί ενεργοποιεί τον θυμοειδή αδένα του εγκεφάλου, ο οποίος ρυθμίζει και εξισορροπεί την παραγωγή λευκών αιμοσφαιρίων. Τα οποία με την σειρά τους φροντίζουν να μας κρατούν υγιείς. Η αύξηση της αιμοσφαιρίνης, άλλωστε, που επιτυγχάνεται με την αγκαλιά ενός αγαπημένου προσώπου βοηθά στην μεταφορά του οξυγόνου στον οργανισμό και την επούλωσή του μετά από μία ασθένεια.

*Η αγκαλιά κρατά την καρδιά υγιή
Η υψηλή αρτηριακή πίεση είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες εμφάνισης καρδιαγγειακών παθήσεων. Επιστημονικές έρευνες έχουν δείξει πως ο εναγκαλισμός μπορεί να μειώσει την πίεση και επομένως να μειώσει τον κίνδυνο αυτό.

*Η αγκαλιά βοηθά τις σχέσεις μας
Μπορεί η αγκαλιά να αποτελεί έκφραση και απότοκο της καλής μας σχέσης με τον/την σύντροφό μας, αλλά το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: Οι συχνές αγκαλιές, που παράγουν τις ορμόνες της σεροτονίνης και της ντοπαμίνης, βοηθούν στην διατήρηση της αρμονίας μεταξύ δύο συντρόφων και το χτίσιμο μιας καλής σχέσης.

*Η αγκαλιά τονώνει την αυτοπεποίθησή μας
Διότι δεν αποτελεί μόνο δείγμα της αγάπης κάποιου άλλου προς το πρόσωπό μας, αλλά μας βοηθά και εμάς τους ίδιους να αγαπήσουμε τον εαυτό μας. Από την στιγμή που γεννιόμαστε, άλλωστε, λαμβάνουμε την αγάπη των γονιών μας κυρίως μέσα από το άγγιγμά τους, κάτι που μας επιβεβαιώνει ότι την αξίζουμε. Αυτό, λένε οι επιστήμονες, «εγγράφεται» στα κύτταρά μας και οι αγκαλιές καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής μας, μας θυμίζουν αυτή τη σύνδεση του σωματικού επιπέδου με την ικανότητα να αγαπάμε τον εαυτό μας και να τον εκτιμάμε.

*Η αγκαλιά βοηθά το νευρικό σύστημα
Συγκεκριμένα, η γαλβανική απόκριση της επιδερμίδας μας σε μια αγκαλιά αποδεικνύει την αγωγιμότητα του δέρματός μας, του οποίου η υγρασία και το ηλεκτρικό φορτίο μπορεί να μεταβληθεί και να εξισορροπηθεί χάρη σε ένα άγγιγμα.

*Η αγκαλιά μας μαθαίνει να δίνουμε και να παίρνουμε
Πάντα χρειάζονται δύο (τουλάχιστον) για μια αγκαλιά, κάτι που μας μαθαίνει με τον πιο άμεσο τρόπο πως όταν δίνουμε, αυτόματα παίρνουμε. Ουσιαστικά, η αγκαλιά μας διδάσκει πως η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που… ρέει σε διπλή κατεύθυνση.

*Η αγκαλιά μας απελευθερώνει
Όταν αγκαλιάζουμε κάποιον, σταματάμε αυτόματα να σκεφτόμαστε οτιδήποτε άλλο: Η ενέργεια της αγκαλιάς μας κατακλύζει, μας αποσυνδέει από τις σκέψεις μας και μας επιτρέπει να επικεντρωθούμε στα συναισθήματά μας. Έχετε παρατηρήσει πως κατά την διάρκεια της αγκαλιάς μπορείτε να ακούσετε τον χτύπο της καρδιάς σας και να εστιάσετε στην αναπνοή σας; Αυτό συμβαίνει για παράδειγμα και όταν διαλογιζόμαστε ή όταν γελάμε – όλα τα παραπάνω αποτελούν διαδικασίες που μας βοηθούν να αφεθούμε στη στιγμή και να νιώσουμε καλύτερα.

"Μπαρμπούτι" το τυχερό παιχνίδι με ζάρια έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα

Αρχαία ζάρια που βρέθηκαν στο Σούνιο (580-570 π.Χ)
"Μπαρμπούτι" το κλασικό τυχερό παιχνίδι με ζάρια που παίζεται επί αιώνες στον ελληνικό χώρο και το οποίο, από το όνομά του, φαίνεται να έχει οθωμανικές ρίζες.Βέβαια, τα παιχνίδια με ζάρια δεν ανακαλύφθηκαν τότε, καθώς παίζονταν ήδη στην αρχαία Ελλάδα.

Ο Όμηρος αναφέρει ότι ο Αχαιός ήρωας Παλαμήδης επινόησε τα ζάρια, ώστε οι πολιορκητές της Τροίας να απασχολούνται στον ελεύθερο χρόνο τους. Ο περιηγητής του 2ου αι. μ.Χ. Παυσανίας, μάλιστα, αναφέρει ότι ο μεγάλος ζωγράφος του 5ου αι. π.Χ. Πολύγνωτος είχε απεικονίσει στην Νέκυια, την περίφημη τοιχογραφία του στην Λέσχη των Κνιδίων στους Δελφούς, τον Παλαμήδη με τον συμμαχητή του Θερσίτη και τους δύο Αίαντες (τον Τελαμώνιο και τον Λοκρό) να συνεχίζουν και στον Κάτω Κόσμο το ατέρμονο παιχνίδι τους.

Τα ζάρια (κύβοι) ήταν εξάπλευροι βόλοι με σημειωμένους σε κάθε έδρα αριθμούς από το ένα έως το έξι. Ο κάθε παίκτης τοποθετούσε τα ζάρια σε ένα σκεύος που ονομαζόταν φιμός και, αφού το έσειε, τα έριχνε σε έναν άβακα. Από τον συνδυασμό του αποτελέσματος προέκυπτε η νίκη ή η ήττα στο παιχνίδι. Όπως και σήμερα η καλύτερη ρίψη ήταν οι εξάρες.

Οι κύβοι ήταν αγαπημένο παιχνίδι μικρών και μεγάλων όχι μόνο στην αρχαία Ελλάδα αλλά σε όλους τους πολιτισμούς της Μεσογείου. Κατασκευασμένοι από διάφορα υλικά, όπως πηλό, ελεφαντοστό, οστό και μέταλλο, τους βρίσκουμε συχνά σε τάφους ως κτέρισμα, μαζί με αστραγάλους και πεσσούς, να συντροφεύουν τους νεκρούς στον μεταθανάτιο βίο τους.

Όπως συμβαίνει και σήμερα, η επιτυχία στα τυχερά παιχνίδια είναι άρρηκτα δεμένη με την έκφραση της ενδόμυχης ανάγκης του ανθρώπου για καλή τύχη, πρόγνωση του μέλλοντος και ευόδωση των επιθυμιών του.

Ως προστάτες των κυβευτών, δηλ. των παικτών ζαριών, εθεωρούντο οι θεοί Ερμής και Πάν. Οι Σικελοί και αρχαίοι Έλληνες, ιδίως οι Αθηναίοι, επιδίδονταν με ιδιαίτερη ζέση στην κυβεία, δηλ. στο παίξιμο των ζαριών. Ο Αριστοφάνης, μάλιστα, διακωμώδησε το πάθος των Αθηναίων συμπολιτών του, οι οποίοι ασκούνταν στην κυβεία σε ειδικούς, συνήθως κακόφημους, χώρους, ακόμη και στο ιερό της Αθηνάς Σκιράδος, δίπλα στην Ιερά Οδό, όπου φαίνεται πως χάθηκαν πολλές περιουσίες.

Εξαιρετικά διαδεδομένο ήταν το παιχνίδι αυτό και στην αρχαία Ρώμη και το Βυζάντιο, όπου είχε εξελιχθεί σε κοινωνική μάστιγα και είχε γίνει απόπειρα να καταργηθεί διά νόμου.

Η συνήθεια της πρόγνωσης του μέλλοντος και της αποφασιστικής κρίσης μέσω κύβων, αποτυπώνεται ανάγλυφα σε μία παροιμιώδη ρήση του Ιούλιου Καίσαρα. Ο Ρωμαίος συγγραφέας Σουητώνιος αναφέρει ότι ο στρατηλάτης κατά την κρίσιμη στιγμή της διάβασης του ποταμού Ρουβίκωνα (10 Ιανουαρίου 49 π.Χ.) και της έναρξης της νικηφόρου πορείας και τελικής επίθεσης κατά της δημοκρατικής Ρώμης, αναφώνησε: «alea jacta est» ή «jacta alea est», δηλαδή, «ο κύβος ερρίφθη» (λατ. Alea=κύβος). Συνέπεια της ενέργειας αυτής υπήρξε η ουσιαστική κατάλυση της ρωμαϊκής δημοκρατίας, με τελική κατάληξη την ίδρυση λίγο αργότερα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Το μπαρμπούτι και τα ζάρια ήταν δημοφιλή καθώς ήταν πολύ εύκολο για κάποιον να στήσει μια αυτοσχέδια μπαρμπουτιέρα πάνω σε μια κουβέρτα όπως και πολύ εύκολο ήταν για κάποιον να κουβαλάει δύο ζάρια χωρίς να γίνεται αντιληπτός. Επειδή κατά καιρούς υπήρξαν διάφορες απαγορεύσεις για τέτοιου είδους τυχερά παιχνίδια όπως το μπαρμπούτι, ήταν πολύ εύκολο αυτά τα παιχνίδια να διεξάγονται παράνομα και όσο εύκολα στήνονταν τόσο εύκολα διαλύοντανι αν υπήρχε ανάγκη.

«Πάντα ο Δίας φέρνει την καλύτερη ζαριά», λέει μία περίφημη φράση του αρχαίου δραματουργού Σοφοκλή, δείχνοντας τις θεϊκές καταβολές του παρεξηγημένου παιχνιδιού, το οποίο ευθύνεται στις μέρες μας για την απώλεια ολόκληρων περιουσιών και την καταστροφή οικογενειών.

Σύμφωνα με πολύτιμες πληροφορίες:

Οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν στο μπαρμπούτι -ζάρια θεϊκή καταγωγή, θεωρώντας το ισάξιο της λογοτεχνίας, των μαθηματικών και της αστρονομίας. Ενδεικτική είναι η ιστοριούλα που σκαρώνει ο Πλάτωνας στον χαρούμενο πλατωνικό διάλογο "Φαίδρος", όπου βάζει τον Σωκράτη να αφηγείται μια ιστοριούλα περί του θεού Θεύθ, η οποία πάνω-κάτω είναι η εξής:

Αυτός ο Θευθ, λέει ο Σωκράτης, γεννήθηκε στη Ναύκρατι της Αιγύπτου.

Για σύμβολό του, είχε ένα πουλί.

Ο Θευθ λοιπόν, μεγάλωσε, πήγε σχολείο, όπου την πέρασε ζωή και κότα, επειδή ακόμα δεν υπήρχαν γράμματα και όταν ενηληκιώθηκε, δεν είχε τι να κάνει και άρχισε να φτιάχνει εφευρέσεις και πατέντες.

Μια μέρα, πήρε παραμάσχαλα τις εφευρέσεις - πατέντες του, που ήταν πολλές, αριθμοί, αστρονομία, τάβλι, μπαρμπούτι -ζάρια, και μέσα σε όλα και τη γραφή και τα γράμματα, και πήγε να τις παρουσιάσει στον Θαμούν-Άμμωνα.

Τις παρουσίασε μία-μία τις πατέντες του στον Θαμούν, και ο Θαμούν τον ρώταγε για κάθε μια τι χρησιμότητα έχει.

Το εντυπωσιακό είναι το εξής:

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Σωκράτους, ο Θαμούν σκάλωσε όταν είδε τα γράμματα, μη μπορώντας να εννοήσει ποιά χρησιμότητα θα μπορούσαν να έχουν (παρακάτω βλέπουμε πως ουσιαστικά τα γράμματα θα τα θεωρήσει μια σχεδόν άχρηστη εφεύρεση). Δεν συνέβη όμως το ίδιο με "τας κυβείας", δηλαδή με το μπαρμπούτι. Κρίνοντας από τα συμφραζόμενα των λόγων του Σωκράτους, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε πως ο Θαμούν όχι μόνο κατάλαβε αμέσως τα περί μπαρμπουτιού, αλλά επιπλέον θα πρέπει να το θεώρησε μια εξαιρετικά χρήσιμη εφεύρεση. Το σίγουρο είναι ότι όλες οι αντιρρήσεις του Θαμούν περιορίστηκαν στη χρησιμότητα των γραμμάτων και μόνο. Για το μπαρμπούτι -ζάρια δεν αναφέρεται να έγινε η παραμικρή αρνητική κριτική...

Φαίνεται πως το μπαρμπούτι, ως παίγνιον, ήταν αρκετά διαδεδομένο μεταξύ των αρχαίων ημών προγόνων. Βέβαια, ήταν λίγο διαφορετικό από το δικό μας.

Αυτούς που έπαιζαν ζάρια, οι αρχαίοι ημών πρόγονοι δεν τους έλεγαν τζογαδόρους ή ζαράκηδες, αλλά τους έλεγαν "τρηματίκτες". (πιθανόν από την παραλλαγή κάποιας φράσεως που εμπεριείχε τη λέξη "τρία").

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι έπαιζαν μπαρμπούτι χρησιμοποιώντας τρία ζάρια, και όχι δύο ζάρια όπως εμείς σήμερα. Όπως γίνεται προφανές, εφόσον το παιχνίδι παιζόταν με τρία ζάρια, σαφώς και προφανώς η καλύτερη ζαριά ήταν το 666.

Τη συγκεκριμένη ζαριά, την 666, την αναφέρει και ο Πλάτων στους "Νόμους" του (Νόμοι 12:968)
και βέβαια ήταν ιδανική ζαριά για τον νικητή, αλλά καταστροφική για τον χαμένο.

"Ας κινδυνέψουμε για την πολιτεία! Ας τα παίξουμε όλα για όλα!
Είτε να φέρουμε 666 (και κατά συνέπεια να έχουμε απόλυτη επιτυχία)
είτε να φέρουμε 111 (επομένως να μας φάει το μαύρο σκοτάδι)"
λέει ο φιλόσοφος Πλάτων στους "Νόμους".

Όταν λοιπόν ο Σοφοκλής λέει πως "αεί γαρ εύ πίπτουσιν οι Διός κύβοι", δηλαδή "ο Δίας πάντοτε φέρνει την καλύτερη ζαριά", καλό θα ήταν να ξέρουμε πως η καλύτερη ζαριά εκείνη την εποχή ήταν το "666", οι εξάρες με τρία ζάρια, δηλαδή.

Και εφόσον αυτή ήταν η συνήθης ζαριά του Δία (αλλά και η ιδεώδης παικτική στόχευση κάθε ευδαίμονος τζογαδόρου της αρχαιότητας), ε, επόμενο ήταν να αρχίσει από τους κακορίζικους της μετά Χριστόν εποχής το γνωστό "κυνήγι του 666".

Η Κοινωνία της Παρόρμησης

Η κοινωνία της παρόρμησης, στην εποχή της στιγμιαίας επιβράβευσης

Στην σύγχρονη τεχνολογική εποχή, παρά το γεγονός ότι οι αληθινές αλυσίδες έχουν εκλείψει, παρατηρούμε να δημιουργείται ένας νέος τύπος σκλάβου: είναι ο άνθρωπος που υποβάλλει τον εαυτό του σε εθελοντική δουλεία, αυτός που μετατρέπει τον εαυτό του σε πράγμα, όπως ακριβώς είναι οι δούλοι. Δεν καταργήθηκε η δουλεία, -αν είναι δυνατόν- απλώς γίνανε όλοι δούλοι. Στην «Κοινωνία της Παρόρμησης» αναλύονται οι αιτίες αυτής της αφύσικης συμπεριφοράς και με ποιον τρόπο οι ανθρωπόμαζες έχουν πέσει θύματα της κατάχρησης λέξεων άνευ ουσίας όπως η «θετικότητα» «αγάπη για όλους» «ανοχή» θεάματα και κατανάλωση και φυσικά υποταγή στον Αφέντη και δουλικότητα. Οι έννοιες αυτές, υποβοηθούμενες από την ψευδαίσθηση της «ελευθερίας επιλογής», παράγει κουρασμένους, αποτυχημένους και καταθλιπτικούς, δουλικούς ανθρώπους, παράγει βιολογικά πράγματα.

Οι ηθικές απαγορεύσεις και οι κανόνες έχουν δώσει την θέση τους στα πρότζεκτ, στις πρωτοβουλίες και στα κίνητρα. Ενώ η κοινωνία της παρόρμησης με την αρνητικότητα της παράγει τρελούς και εγκληματίες, η κοινωνία της επίδοσης, αντιθέτως, γεννά καταθλιπτικούς και αποτυχημένους. Η θετικότητα του «μπορώ» είναι πιο αποτελεσματική από την αρνητικότητα του «πρέπει». Το επιδοσιακό υποκείμενο είναι ταχύτερο και παραγωγικότερο από το υπάκουο υποκείμενο αλλά η υπερδραστηριότητα τον καταστρέφει. Ο κύριος γίνεται δούλος. Η vita active έχει αρθεί σε απόλυτη αρχή. Ο σύγχρονος δούλος έχει επιλέξει ο ίδιος την υποδούλωσή του, προκειμένου να εξασφαλίσει την ελάχιστα ενδιαφέρουσα και απολύτως κενή επιβίωσή του.

Ενώ η υστερία είναι μια ψυχική ασθένεια της κοινωνίας της πειθαρχίας, η παράνοια και κατάθλιψη είναι η σημερινή ασθένεια. Συνυπεύθυνη της κατάθλιψης είναι η υπερελεγκτική σχέση που αναπτύσσεται με τον Εαυτό. Το υποκείμενο φθείρεται σαν να ήταν μέσα σε ένα τροχό χάμστερ που γυρίζει όλο και πιο γρήγορα γύρω από τον εαυτό του. Είναι πλάνη, να πιστεύετε ότι όσο πιο δραστήριοι γινόσαστε, τόσο πιο ελεύθεροι είσαστε. Η κόπωση επιτρέπει μια ήρεμη απραξία, μια ιδιαίτερη ορατότητα. Η εξαντλητική κόπωση είναι κόπωση της θετικής δύναμης ενώ η κόπωση που εμπνέει είναι η κόπωση της αρνητικής δύναμης, δηλαδή του να μη κάνω τίποτα.

Ας σας χάριζαν αυτήν ακριβώς τη στιγμή 1 ευρώ και σας έλεγαν ότι περιμένοντας μία εβδομάδα θα παίρνατε 5 ευρώ, τι θα κάνατε; Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν το 1 ευρώ τώρα αντί για τα 5 ευρώ σε μία εβδομάδα; Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Πολ Ρόμπερτς στο δοκίμιό του με τίτλο «Η κοινωνία της παρόρμησης, η Αμερική στην εποχή της στιγμιαίας επιβράβευσης» (Εκδόσεις Bloomsbury) έχει τις απαντήσεις. Μελετώντας εκ του σύνεγγυς την αμερικανική κοινωνία, ο Ρόμπερτς καταλήγει σε μερικά ανησυχητικά συμπεράσματα, με πλέον σοβαρό τηn μυωπική θεώρηση των πραγμάτων, την αδιαφορία δηλαδή για το απώτερο μέλλον.

«Η κοινωνία της παρόρμησης, είναι μια κοινωνία που εστιάζει στον εαυτό, στο άτομο και ειδικότερα στις βραχυπρόθεσμες εγωκεντρικές επιθυμίες του. Είναι μια κοινωνία που καθοδηγείται περισσότερο απ’ την επιθυμία, παρά απ’ την ανάγκη. Το μοτίβο αυτής της εστίασης στους βραχυπρόθεσμους εγωκεντρικούς σκοπούς αντιγράφεται απ’ την κοινωνία σε όλους τους θεσμούς, με αποτέλεσμα να το διακρίνουμε ολοκάθαρα στις επιχειρήσεις, στα πανεπιστήμια, στους οικονομικούς και κυβερνητικούς οργανισμούς, σε όλους τους θεσμούς δηλαδή που ιστορικά έτειναν να αντιμάχονται τηn βραχυπρόθεσμη οπτική του ατόμου υπέρ μιας πιο ευρείας χρονικά εστίασης. Το πρόβλημα που ανακύπτει είναι ότι, αν οι πάντες εστιάζουν στον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, ποιος θα ασχοληθεί με τον μακροπρόθεσμο ορίζοντα;»

Ο Ρόμπερτς θεωρεί ότι η εστίασή μας στο «εδώ, εγώ και τώρα» οφείλεται στην ταύτιση του εαυτού με την αγορά. «Πριν από 150 χρόνια η κοινωνία σού παρείχε φαγητό, καταφύγιο και κάποια ψυχαγωγία. Οσο οι τεχνολογίες γίνονταν καλύτερες και πιο αποδοτικές, καταφέρναμε να δημιουργούμε όλο και πιο γρήγορα εργαλεία ικανοποίησης, κομμένα και ραμμένα για τις εξατομικευμένες μας επιθυμίες. Δείτε πόσο γρήγορα ανταποκρίνεται η αγορά όταν χρησιμοποιείτε διαδικτυακά προϊόντα. Το προϊόντα αυτά χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη προκειμένου να σας εποπτεύουν διαρκώς και να προσαρμόζουν τις αποκρίσεις τους στις δικές σας αποκρίσεις, μέχρι να ταιριάξουν απόλυτα μαζί σας, να γίνετε δηλαδή ένα πράγμα, μηδενίζοντας εντελώς το κενό μεταξύ της αγοράς και του εαυτού σας».

Ενα από τα αποτελέσματα αυτής της μυωπικής μας σχέσης με την πραγματικότητα είναι το γεγονός ότι χάνουμε την επαφή με την κοινότητα, με το «εμείς», ασχολούμενοι διαρκώς με τον εαυτό μας. Το κινητό τηλέφωνο αναδεικνύεται το σύμβολο αυτής της εγωπαθούς κοινωνίας. «Το i phone, είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα της κοινωνίας του εγώ, της κοινωνίας που θέτει το άτομο στο κέντρο των πάντων. Σαφώς τα άτομα πρέπει να είναι το κέντρο της κοινωνίας, αλλά το γεγονός ότι δίνουμε έμφαση στο εγώ αντί στο εμείς, ότι δεν είναι we phone αλλά i phone, είναι ενδεικτικό. Εχουμε επιτρέψει στον κόσμο να νιώθει ότι ο εαυτός του είναι το κέντρο του σύμπαντος, ξεχνώντας το γεγονός ότι δεν υπάρχει σύμπαν χωρίς τηn σύνδεση με τους άλλους».

Εγκέφαλος και εξέλιξη

Πού οφείλεται, λοιπόν, αυτός ο εθισμός μας στις στιγμιαίες ανταμοιβές; Ο Ρόμπερτς αναφέρει ότι,

«Eάν η κοινωνία της παρόρμησης είχε σημαία, αυτή θα απεικόνιζε έναν άνθρωπο να κοιτάζει απ’ τηn λάθος πλευρά ενός τηλεσκοπίου. Τα ανθρώπινα όντα έχουμε μερικά ελαττώματα στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Ο εγκέφαλος είναι ένα εκπληκτικό όργανο, αλλά έχει κάποια θέματα “καλωδίωσης”, ένα εκ των οποίων είναι ότι τείνουμε να αποδίδουμε μεγαλύτερη αξία σε βραχυπρόθεσμα γεγονότα.

Εάν κάνεις ένα πείραμα με ανθρώπους και τους προσφέρεις να διαλέξουν μεταξύ μιας μικρής ανταμοιβής τώρα, 1 ευρώ σήμερα αντί για 5 ευρώ την επόμενη εβδομάδα, οι περισσότεροι θα πάρουν το 1 ευρώ σήμερα, ακόμα κι αν από επενδυτική σκοπιά θα ήταν καλύτερα να περιμένουν μία εβδομάδα και να πάρουν τα 5. Αυτό είναι πολύ λογικό, γιατί σε εξελικτικές εποχές έπρεπε να έχεις τον νου σου για απειλές που βρίσκονταν ακριβώς μπροστά σου, σ’ ένα ζώο που θα πηδήξει πάνω σου, ή για την πηγή φαγητού που μπορεί να βρίσκεται παραδίπλα. Το καλό νέο είναι ότι επιζήσαμε, αλλά το κάναμε σε βάρος του μέλλοντος, οπότε είναι σαν να κοιτάζουμε συνέχεια απ’ τη λάθος πλευρά του τηλεσκοπίου, όπου το μέλλον μοιάζει μικρότερο απ’ αυτό που πραγματικά είναι.

Καθώς ενηλικιωνόμαστε ως άτομα και κοινωνίες, μαθαίνουμε να πειθαρχούμε, μαθαίνουμε τη σπουδαιότητα της υπομονής απ’ την κοινωνία, τις οικογένειες και τα σχολεία μας. Με άλλα λόγια, όλοι αυτοί οι θεσμοί μάς έχουν διδάξει να εστιάζουμε στο μέλλον, μας έχουν διδάξει να κοιτάζουμε στο τηλεσκόπιο και να αναγνωρίζουμε ότι αυτές οι μικρές εικόνες που βλέπουμε είναι αυθεντικές. Την ίδια στιγμή όμως έχουμε όλη αυτή την τεχνολογία, τα καταναλωτικά προϊόντα και την καταναλωτική κουλτούρα, που μας ενθαρρύνει να εστιάζουμε στον κοντινό ορίζοντα, στο τι είναι διαθέσιμο αυτήν τη στιγμή. Ετσι υπάρχει μια διαρκής πίεση στο άτομο να εστιάσει στο εδώ και τώρα. Η πρόκληση των κοινωνιών μας είναι να σκεφτούμε με μακροπρόθεσμους όρους».

Οι νέες τεχνολογίες προσφέρουν εξαιρετικές δυνατότητες, προσθέτει ο Ρόμπερτς, αλλά κομίζουν και σοβαρές προκλήσεις. «Εάν είμαι γιατρός κι έχω μπροστά μου έναν βαριά ασθενή, το να μπορώ εκείνη τη στιγμή να πάρω την ταμπλέτα μου και να επικοινωνήσω μ’ έναν συνάδελφο σε μια άλλη χώρα, και μαζί να κάνουμε τη διάγνωση εντός λεπτών, σώζοντας μια ζωή ή εξοικονομώντας χρήματα, είναι φανταστικό. Εάν όμως χρησιμοποιώ το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ικανότητας για να ικανοποιώ απλώς ατομικές επιθυμίες και την ίδια στιγμή να μη χρησιμοποιώ αυτή την τεχνολογία για να ικανοποιώ μακροπρόθεσμες ανάγκες, τότε με το χρόνο αυτοϋπονομεύομαι.

Φανταστείτε έναν κόσμο που κάθεται μονίμως μπροστά από ένα βιντεοπαιχνίδι, λαμβάνοντας διαρκείς στιγμιαίες ικανοποιήσεις μ’ αυτόν και μόνο τον τρόπο, αυτό ξεκάθαρα είναι ένα σοβαρό πρόβλημα. Προφανώς, δεν βρισκόμαστε ακόμα εκεί, είμαστε κάπου στηn μέση, αλλά μια κοινωνία θα έπρεπε να έχει διαρκώς μια αίσθηση της θέσης της μέσα σ’ αυτό το ιστορικό συνεχές».

Αυτοδιαφήμιση στα social media,

Μια περιδιάβαση στον εικονικό κόσμο της δικτύωσης μπορεί να μας προσφέρει ένα ζωντανό παράδειγμα όλων των στοιχείων της κοινωνίας της παρόρμησης. Ο ναρκισσισμός συνδυάζεται με τις στιγμιαίες επιβραβεύσεις και δημιουργεί μια ακαταμάχητη όσο και πρωτόγνωρη συνθήκη.

«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μας επιτρέπουν να γίνουμε διάσημοι στο δικό μας δίκτυο και μας ενθαρρύνουν να επιδεικνύουμε τη ζωής μας, τις διακοπές μας, τα παιδιά μας, τι φάγαμε για πρωινό, τα κατοικίδιά μας, τις σκέψεις μας, μας ενθαρρύνουν να τα επιδεικνύουμε αυτά και να τα μεταδίδουμε μ’ έναν τρόπο που θα ήταν αδιανόητος πριν από 20 χρόνια. Ουσιαστικά, αυτoδιαφημιζόμαστε. Προωθούμε τους εαυτούς μας σαν να είμαστε brands, σαν να είμαστε προϊόντα, και είναι ενδιαφέρον αυτό, γιατί οι άνθρωποι -και ιδιαίτερα οι έφηβοι- καταλαβαίνουν απ’ την αρχή ότι πρέπει να εμπορεύονται τους εαυτούς τους μέσω των δράσεων και των εικόνων τους.

Είμαι 54 ετών και μερικές φορές φαντάζομαι πώς θα ήταν αν όταν ήμουν στο λύκειο συμπεριφερόμουν όπως συμπεριφέρονται οι άνθρωποι σήμερα. Τι θα έκανα λοιπόν τη δεκαετία του ’70; Θα σηκωνόμουν νωρίς το πρωί και θα έπρεπε να βρω μια πολαρόιντ, πιθανώς, και να αρχίσω να φωτογραφίζω το πρωινό μου, το κατοικίδιό μου, τη μητέρα μου, τον πατέρα μου και τον εαυτό μου φυσικά, κι αφού έπαιρνα όλες αυτές τις φωτογραφίες, θα είχα στα χέρια μου ένα πακέτο φωτογραφιών με το οποίο θα πήγαινα στο σχολείο, όπου θα έδειχνα μία μία αυτές τις φωτογραφίες ζητώντας απ’ τους συμμαθητές μου να πουν ότι τους αρέσουν. Αν το έκανα αυτό στο σχολείο μου, θα έτρωγα ξύλο γιατί κανένας δεν επιτρεπόταν να αυτοδιαφημίζεται έτσι. Αυτή η πράξη μου θα εκλαμβανόταν ως κάτι χυδαίο και απαράδεκτο. Τώρα, όμως, το κάνουμε αυτό σε καθημερινή βάση. Είναι υπέροχο να κρατάς επαφή με ανθρώπους μέσω του Facebook, να βλέπεις τι κάνουν και να μαθαίνεις τα νέα τους, υπάρχει σίγουρα κάτι ελκυστικό σε όλο αυτό, αλλά, αν η διαδικασία της αυτοδιαφήμισης δυσκολεύει το άτομο να δει τον υπόλοιπο κόσμο, με άλλα λόγια αν ο εαυτός γίνει τόσο μεγάλος σαν ένας τεράστιος πλανήτης που καλύπτει την όρασή μας και μας εμποδίζει να δούμε τον υπόλοιπο κόσμο, τότε υπάρχει πρόβλημα».

Μπορούμε να διαχωρίσουμε τηn θέση μας απ’ την κοινωνία της παρόρμησης; «Ναι, σπάζοντας τους δεσμούς ανάμεσα στον εαυτό και σε κάποια στοιχεία της κοινωνίας της παρόρμησης. Μπορείς, για παράδειγμα, να αποσυνδεθείς απ’ το διαδίκτυο ή να γίνεις πολύ πιο προσεκτικός με το πόσο χρόνο ξοδεύουν τα παιδιά σου καλωδιωμένα. Εχω φίλους που ξυπνούν στις 3 το πρωί για να τσεκάρουν το τηλέφωνό τους, καταστρέφοντας τον ύπνο τους. Υπάρχουν τρόποι να κάνεις πίσω και να χρησιμοποιήσεις αυτές τις εκπληκτικές τεχνολογίες ως εργαλεία. Φανταστείτε έναν ξυλουργό, μ’ ένα εκπληκτικό σετ εργαλείων και δεξιοτήτων, να ξυπνά στις 3 το πρωί για να βγει έξω να ψωνίσει υλικά σε μαγαζί. Γιατί του είναι αδιανόητο; Γιατί εργάζεται κατά την διάρκεια της ημέρας και ξέρει πότε να σταματήσει την δουλειά για να εστιάσει στην οικογένεια και την υπόλοιπη ζωή του».

Μάρκετινγκ, πολιτική, οργή και συμβιβασμός

Στο πεδίο της πολιτικής, η ραγδαία άνοδος του εξτρεμισμού μπορεί τώρα να αποδοθεί στη διαρκή υπόσχεση γρήγορων ανταμοιβών χωρίς μέριμνα για τις μελλοντικές συνέπειες.

«Το αμερικανικό πολιτικό σύστημα, έχει γίνει το κυριότερο παράδειγμα της κοινωνίας της παρόρμησης. Μεγάλο μέρος της τεχνολογίας του μάρκετινγκ και των στρατηγικών που δημιούργησαν την κοινωνία της παρόρμησης στην καταναλωτική αγορά χρησιμοποιούνται τώρα κανονικότατα και στην πολιτική σφαίρα. Για παράδειγμα, η υπολογιστική ισχύς που μας επιτρέπει να αναλύουμε μεγάλο όγκο δεδομένων αξιοποιείται προκειμένου να προσαρμόσουμε τα πολιτικά μηνύματα σε μεμονωμένους ψηφοφόρους, αντιμετωπίζοντάς τους δηλαδή σαν καταναλωτές. Κατά κάποιον τρόπο πείσαμε τους ψηφοφόρους ότι θα μπορούσαν να έχουν όλα όσα θέλουν χωρίς να χρειάζεται να ανέχονται οτιδήποτε δεν θέλουν.

Την ίδια στιγμή, τους ενθαρρύναμε να είναι θυμωμένοι για τα πράγματα που δεν θέλουν και τους αποθαρρύναμε ως προς την ιδέα του συμβιβασμού. Ομως όλη η ουσία της πολιτικής είναι ο συμβιβασμός, είναι το να πείσεις τον κόσμο να παραιτηθεί από κάτι, για να πάρει κάτι ευρύτερα χρήσιμο και καλύτερο μακροπρόθεσμα. Αντ’ αυτού η αμερικανική πολιτική έχει μεταφερθεί σ’ ένα σημείο όπου προσπαθεί να πείσει τους ψηφοφόρους ότι μπορούν να έχουν ό,τι θέλουν ατομικά, όλη την ώρα. Κι έτσι, όταν τους ζητείται να παραιτηθούν από κάτι, έχουν κάθε λόγο να είναι θυμωμένοι».

Η διαδικασία εστίασης στον βραχυπρόθεσμο ορίζοντα εξελίχθηκε, αλλά βρήκε την αποτύπωσή της στους Τραμπ – Σάντερς.

«Ο Τραμπ, έχει εξουσιοδοτήσει τους υποστηρικτές του να ζητούν τα πράγματα που θέλουν και να αρνούνται οτιδήποτε δεν θέλουν, και μάλιστα να τα αρνούνται οργισμένα, μερικές φορές ακόμη και με βία. Ωστόσο, υπάρχει και η δημοκρατική πλευρά της εξίσωσης. Εως ένα βαθμό, και ο Μπέρνι Σάντερς έχει ενδώσει σε μια παρόμοια παρορμητικότητα. Εχει πείσει τους υποστηρικτές του ότι μπορούν να ζητούν μια αλλαγή που βασίζεται απλώς στην ατομική τους παρόρμηση, σαν να είναι αρκετό το να θέλεις και μόνο κάτι για να γίνει, χωρίς να χρειαστεί να περάσεις μέσα από τις περίπλοκες διαδικασίες της πολιτικής.

Θέλει να κυνηγήσει το 1%. Αυτός είναι ένας πολύ ενδιαφέρων σκοπός, γιατί γινόμαστε ξεκάθαρα μια πολύ άνιση κοινωνία, αλλά δεν είναι απλό, είναι μια πολύ περίπλοκη διαδικασία. Χρειάζεται να αρχίσεις μεταρρυθμίζοντας το πολιτικό σύστημα που έχει ενθαρρύνει την ανισότητα στη βάση. Χρειάζεται να βγάλεις τα χρήματα έξω από το σύστημα. Θέλω να πω ότι υπάρχουν τόσο πολλά βήματα κι εκείνος μερικές φορές παρουσιάζει την αλλαγή σαν να μπορούσε να συμβεί σχεδόν στιγμιαία. Και το κίνημα occupy είχε παρόμοια στοιχεία. Σύμφωνοι, οι πολιτικοί χρειάζεται να πείσουν και μέρος της πειθούς είναι να προτείνεις ότι “ναι, μπορείς να έχεις αυτό που θέλεις”, αλλά νομίζω ότι είναι πολύ επικίνδυνο να υποσχόμαστε γρήγορες και στιγμιαίες λύσεις».

Αν λειτουργούσαν πιο αποτελεσματικά τα Μέσα, ίσως το πρόβλημα να ήταν μικρότερο. Αλλά κι εκεί η παρόρμηση έχει πάρει τα ηνία.

«Εχω αρχίσει να πιστεύω τελευταία ότι ένα μεγάλο πρόβλημα με την δημοσιογραφία, με τους δημοσιογράφους και τα Μέσα είναι ότι οι δημοσιογράφοι, αντί να βγαίνουν έξω στον κόσμο να συνομιλούν και να βλέπουν τα πράγματα όπως είναι, βασίζονται στο διαδίκτυο και σ’ ένα-δύο τηλεφωνήματα που θα κάνουν, ξεχνώντας ότι, μόλις βγεις έξω, μιλήσεις με τους ανθρώπους και δοκιμάσεις τις θεωρίες σου, συνειδητοποιείς συχνά ότι οι ιδέες που πήρες απ’ το διαδίκτυο είναι εντελώς λάθος.

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ένα εύγλωττο παράδειγμα αυτού του γεγονότος, καθώς η πολιτική τάξη στις ΗΠΑ χρειάστηκε ένα χρόνο για να πιστέψει ότι ο Τραμπ ήταν αληθινός. Τα Μέσα δεν μπορούσαν να το αποδεχτούν, γιατί δεν ταίριαζε σε καμία από τις θεωρίες που είχαν δημιουργήσει μέσα σ’ αυτές τις φούσκες τους που είχαν φτιάξει με το διαδίκτυο, με τους κοντινούς τους φίλους, τις ελίτ που διακινούσαν τις ίδιες πληροφορίες, τα ίδια δεδομένα, τις ίδιες έρευνες. Ετσι λοιπόν ήρθε ο Ντόναλντ Τραμπ και τους ήταν αδύνατο να δουν ότι ήταν ένα αληθινό φαινόμενο. Και μόνο όταν οι δημοσιογράφοι βγήκαν έξω, έσβησαν τα τηλέφωνά τους και μίλησαν με τους υποστηρικτές του Τραμπ, κατάλαβαν το γιατί».

Ο Ρόμπερτς χρησιμοποιεί τον όρο «ρωγμές στον καθρέφτη» για να εικονογραφήσει την εσωτερική αστάθεια της κοινωνίας της παρόρμησης και να την δει σαν μια αφορμή να επανεξετάσουμε τον τρόπο που ζούμε στη Δύση.

«Μας υπενθυμίζεται διαρκώς ότι δεν μπορούμε να έχουμε ό,τι θέλουμε αμέσως τώρα. Υπάρχουν μεγάλες ρωγμές, όπως η οικονομική κρίση ή, ακόμα καλύτερα, η στεγαστική φούσκα: η αγορά δίνει βραχυπρόθεσμη ικανοποίηση, αδιαφορώντας για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες, και μετά καταρρέει. Υπάρχει καλύτερη ένδειξη για το γεγονός ότι δεν είναι βιώσιμη η κοινωνία της παρόρμησης; Το θέμα είναι ότι επισκευάζει τον εαυτό της πολύ γρήγορα και μπορεί πολύ τάχιστα να προσφέρει εκ νέου βραχυπρόθεσμη ικανοποίηση, έτσι ώστε να μας δίνει την εντύπωση ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα. Ετσι στις ΗΠΑ η στεγαστική αγορά ξαναζεσταίνεται και αρχίζουμε να βλέπουμε τις ίδιες πρακτικές αναφορικά με το δανεισμό, που βλέπαμε πριν από την κατάρρευση. Δεν είναι τόσο άσχημα όσο τότε, αλλά για μία ακόμη φορά ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους να πουν “παίρνω δάνειο πολλών ετών για να αγοράσω αυτοκίνητο”.

Ομως τα δάνεια για τα αυτοκίνητα υποτίθεται ότι πρέπει να είναι διετή ή τριετή. Τώρα τα επεκτείνουμε όλο και περισσότερο στο χρόνο για να επιτρέπουμε στους ανθρώπους να αγοράζουν όλο και μεγαλύτερα αυτοκίνητα, εκμεταλλευόμενοι τις χαμηλές τιμές των καυσίμων. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι το αέριο δεν θα είναι φθηνό αενάως. Οι χιλιάδες καταναλωτές που είναι κλειδωμένοι μέσα σ’ αυτά τα τεράστια αυτοκίνητα είναι ένα σπουδαίο παράδειγμα παρορμητικής συμπεριφοράς που ανταποκρίνεται στις παρούσες συνθήκες, αλλά εθελοτυφλεί για τις πιθανότητες των μελλοντικών προβλημάτων».

Και το τελικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν, μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι.

«Σε κάποιο βαθμό η οικονομική κρίση μας ξύπνησε απ’ το λήθαργο και μας υποχρέωσε να αναγνωρίσουμε τον κίνδυνο και το ρίσκο της βραχυπρόθεσμης σκέψης. Οι εκλογές επίσης μας υποχρεώνουν να ξυπνήσουμε απότομα. Στην Ευρώπη η άνοδος των ακροδεξιών κομμάτων έχει ταρακουνήσει το θεσμό του Τύπου και πολλούς ρεπόρτερ, που είχαν κλειδωθεί στις φούσκες τους και δεν πρόσεχαν τι γινόταν στον ευρύτερο κόσμο. Δυστυχώς, αυτό είναι το μοτίβο της ανθρώπινης ιστορίας και νομίζω ότι υπάρχει συνεχώς μια πίεση απ’ την κοινωνία της παρόρμησης να μας κοιμίσει ξανά. Η αληθινή κοινωνία, όμως, προσπαθεί συνεχώς να μας ξυπνήσει.

Θα θέλαμε να λύναμε ένα πρόβλημα μια για πάντα, αλλά η αλήθεια είναι ότι αδυνατούμε – κάποιες απ’ τις χειρότερες πρακτικές θα επανέρχονται ξανά και ξανά. Μπορούμε λοιπόν να λύσουμε τα προβλήματα μόνο προσωρινά, αλλά πιστεύω ότι σε διαφορετικές ιστορικές στιγμές κάναμε καλύτερο ή χειρότερο έργο αφύπνισης. Νομίζω ότι είναι μία απ’ αυτές τις στιγμές που ο κόσμος αναγνωρίζει ότι κοιμόταν, ότι ήμασταν εστιασμένοι στον βραχύ ορίζοντα και στον εγωισμό. Τώρα είμαστε λίγο πιο πρόθυμοι να γίνουμε υπομονετικοί, να εστιάσουμε στον μακρύτερο ορίζοντα και στην πραγματικότητα και να δούμε τις διακινδυνεύσεις της κοινωνίας της παρόρμησης. Ναι, τώρα είμαι λίγο πιο αισιόδοξος, νιώθω πιο εμψυχωμένος».

Μαζί του, ελπίζω κι εμείς.

Ο Σωκράτης και η Διδασκαλία της Αφυπνίσεως

Ίσως το πρώτο πρόσωπο της Ελληνικής φιλοσοφίας που ασχολήθηκε συστηματικά με την πνευματική άσκηση, δηλαδή την πνευματική εκγύμναση είναι ο Σωκράτης. Οι πηγές παρουσιάζουν τον Σωκράτη σαν κάποιον που δεν απέρριπτε εν γένει την ευτυχία και τις απολαύσεις της ζωής, αρκεί όλα αυτά να μην ήταν εμπόδιο για κάποιον να ακολουθήσει μία ενάρετη ζωή και να γνωρίσει τον αληθινό εαυτό του.

Σε αυτό το σημείο διαφέρει αρκετά από τους μεταγενέστερους φιλοσόφους των Ελληνιστικών χρόνων, οι οποίοι πίστευαν ότι για να αποδείξει την αξία του ένας φιλόσοφος έπρεπε ακόμα και να επιδιώκει τα βάσανα και τα μαρτύρια τόσο στο σώμα όσο και στη ψυχή του.

Στον Φαίδωνα, ο Σωκράτης αναλύει σε μεγάλο βαθμό τι ακριβώς εμπεριέχει ένας ασκητικός τρόπος ζωής ο οποίος αποφεύγει να εκδηλώνεται με ακραίο και σφοδρό τρόπο, μία αντίληψη που είναι αρκετά διαδεδομένη στο σύγχρονο κόσμο. Δεν αναφέρει ότι ο φιλόσοφος θα πρέπει να απορρίπτει τις ανέσεις της ζωής, αλλά ούτε και να είναι δέσμιός τους. Ένας φιλόσοφος δεν θα πρέπει να έχει το μυαλό του στην τροφή και το ποτό, αλλά φυσικά χρειάζεται να φάει όσο πρέπει.

Ο Σωκράτης δεν είχε κάτι εναντίον της φυσικής ανάγκης του ανθρώπου να τραφεί ή να πιει, ή στην εγγενή τάση του ανθρώπου προς την ηδονή. Καυτηρίαζε όμως την ευχαρίστηση που επιδιώκει κάποιος να εισπράξει ικανοποιώντας κάθε μορφής ανάγκη ανάγοντας την ίδια την ηδονή σαν εκείνο τον ρυθμιστικό παράγοντα όλων των ανθρώπινων επιλογών και πράξεων φθάνοντας να την εξορθολογήσει για να εξυπηρετήσει προσωπικούς σκοπούς .

Στον ίδιο δρόμο σκέψης, ο φιλόσοφος θα πρέπει να είναι αποσπασμένος από τις απολαύσεις, είτε αυτές μεταφράζονται σε ένα ζευγάρι καινούρια σανδάλια είτε στην ίδια την επιθυμία της κάθε είδους απόλαυσης, καθώς η κατάχρηση της ίδιας της επιθυμίας εγκυμονούσε σύμφωνα με τον Σωκράτη πολλούς κινδύνους για την υποδούλωση της ψυχής στο σώμα.

Όμως ακόμα και σήμερα είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι ο φιλοσοφημένος τρόπος ζωής ή διαφορετικά ο τρόπος ζωής ενός πολεμιστή, ενός ασκητή είναι ασύμβατος και ξένος προς την ανθρώπινη φύση. Φαινομενικά μία τέτοια στάση ζωής ερμηνεύεται από το σύγχρονο άνθρωπο σαν αρρωστημένη ή και ακόμα εχθρική προς τη ζωή—θα αναλύσουμε αργότερα γιατί—αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο φιλόσοφος δεν είναι αποσπασμένος από τις απολαύσεις της ζωής ακολουθώντας επιταγές ηθικής που τις επιβάλλει ο ίδιος στον εαυτό του ή τις επιβάλλουν σε αυτόν. Απλά είναι εστιασμένος σε διαφορετικά πράγματα χωρίς όμως να προσκολλάται σε αυτά.

Στην ίδια διαστρεβλωμένη οπτική κατέταξε ο Δυτικός πολιτισμός τον Βουδισμό και τη διδασκαλία του προβάλλοντάς τον σαν μία εκκεντρική συμπεριφορά απέναντι στον σύγχρονο κόσμο που φθάνει να γίνεται παθητική και αδρανής. Ο Julius Evola, ιδιαίτερα στο έργο του “Η Διδασκαλία της Αφυπνίσεως” [La Dottrina del Risveglio] αποδεικνύει με επιτυχία ότι όχι μόνο ότι αυτές οι προσεγγίσεις δεν είναι ορθές, αλλά και καταφέρνει με άμεσο τρόπο να αποδώσει το πραγματικό νόημα του ασκητισμού/άσκησης, μία τόσο ευάλωτη και παρεξηγημένη λέξη από εκείνους που παρατηρούν το Βουδισμό μόνο εξωτερικά.

Είναι κυρίαρχη η εικόνα εκείνη του Σωκράτη, όσο και του Βουδιστή μοναχού που παρουσιάζονται ο πρώτος ξυπόλυτος, ρακένδυτος και εκκεντρικός να φιλοσοφεί όλη μέρα στην Αγορά και ο δεύτερος ενδεδυμένος με τον πορτοκαλί μανδύα του να παρακαλεί για το φαγητό του.

Μέσα όμως σε αυτές τις συμπεριφορές κρύβεται κάτι πολύ περισσότερο από μία φαινομενική και κακώς νοούμενη αδιαφορία. Τηρουμένων των αναλογιών και χωρίς καμία διάθεση ταύτισης μεταξύ της συμπεριφοράς του Σωκράτη και των εννοιών του Βουδισμού θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε μερικές από τις πτυχές που αφορούν το πρωταρχικό και αυθεντικό περιεχόμενο της λέξης άσκησης/ασκητισμού που φαίνονται ότι μοιράζονται εξίσου (Σωκράτης και Βουδισμός).

Σε καμία περίπτωση δεν υπονοούμε ότι τα θεμελιώδη στοιχεία ενός ολοκληρωμένου συστήματος άσκησης είτε θα εξαντληθούν εδώ είτε ότι αυτά αποτελούν μονοπώλιο της σωκρατικής άσκησης και της Ανατολής καθώς εμφανίζονται και μπορούν να αναγνωριστούν και σε άλλες παραδόσεις, όπως στον σαμανισμό.

Η αξία του ασκητισμού, επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε είναι δυνατόν να ειδωθεί μέσα από ένα ευρύτερο πρίσμα θεώρησης του σύμπαντος, απελευθερωμένος τόσο από εκείνες τις σύγχρονες προσεγγίσεις που τον παρουσιάζουν σαν εκκεντρικό και παθητικό, όσο και από κάθε μορφή θρησκευτικής διάκρισης. Στη “Διδασκαλία της Αφυπνίσεως” ο Evola επιχειρεί να παρουσιάσει αυτό που θεωρεί το αυθεντικό μήνυμα της διδασκαλίας του Βουδισμού σαν το Άρειο ασκητικό μονοπάτι που είναι ο προορισμός του πνευματικού “πολεμιστή” ο οποίος αναζητά την απελευθέρωσή του από αυτόν τον δεσμευτικό κόσμο.

Πέραν όμως αυτού σκοπός μας είναι να δείξουμε πώς μία ανάλογη στάση ζωής, μία δηλαδή ασκητική στάση ζωής—με την πρωταρχική σημασία του όρου είναι πολύ επίκαιρη και μπορεί να εφοδιάσει τον σύγχρονο άνθρωπο με όλα τα κατάλληλα εργαλεία και όργανα για την ανάπτυξη της προσωπικής του εσωτερικής δύναμης που θα τον βοηθήσει να ζει με πλήρη επίγνωση την κάθε στιγμή.

Μπορεί άραγε ένας άνθρωπος να απελευθερωθεί από την ανθρώπινη φύση του μέσω ενός ασκητικού τρόπου ζωής (με την αρχική σημασία της λέξης) και να παραμείνει άνθρωπος; Κάποιος θα απαντούσε ότι αυτό γίνεται αν ο άνθρωπος μεταμορφωθεί σε κάτι απόκοσμο, όπου το πιο απόκοσμο στοιχείο της ύπαρξής του θα είναι το να φαίνεται σαν άνθρωπος, αλλά δεν θα έχει καμία σχέση με αυτόν.

Ο δρόμος της πνευματικής άσκησης και της φιλοσοφίας δεν πρέπει να σταματάει μπροστά στο αδιέξοδο της θεωρητικολογίας που πολλές φορές την παρουσιάζει σαν κάτι το ακραίο και το άπιαστο. Ο άνθρωπος δεν θα πρέπει να καταφεύγει στην πνευματική άσκηση για να ξεφύγει από την καθημερινότητα της ζωής του, αλλά να την ακολουθήσει σαν εκείνον τον αληθινό και αποτελεσματικό δρόμο που οδηγεί στην προσωπική του αφύπνιση και στην επιμέλεια του ίδιου του του εαυτού.

Με τον ίδιο τρόπο που για να αποκτήσει κάποιος ένα φιλοσοφικό υπόβαθρο θα πρέπει να εκτελεί πράξεις-έργα μέσω της άσκησης, έτσι και για να απελευθερωθεί η πνευματικότητά του από τα δεσμά της θεωρητικολογίας χρειάζεται να εξασκείται και να εκγυμνάζεται με μία σειρά από δραστηριότητες.

Στο βιβλίο του “Η Διδασκαλία της Αφυπνίσεως,” ο Evola περιγράφει με έναν πολύ εύστοχο τρόπο το πώς ο Δυτικός πολιτισμός έχει προσδώσει στη λέξη άσκηση ένα ιδιαίτερο περιεχόμενο που όχι μόνο αποκλίνει της αρχικής της σημασίας (δηλ. “εκγύμναση”), αλλά πολλές φορές γίνεται συνώνυμο απέχθειας και αποστροφής, μία συμπεριφορά που είναι ξένη προς τον σύγχρονο πολιτισμό. Συγκεκριμένα αναφέρει:

«Με την ανάπτυξη του Δυτικού πολιτισμού, ωστόσο, ο όρος άσκηση (ή τα παράγωγά του) έχει πάρει, καθώς γνωρίζουμε, μία ιδιαίτερη σημασία που διαφέρει από την αρχική. Όχι μόνο υποθέτει μία αποκλειστικά θρησκευτική σημασία, αλλά από το γενικό ύφος της πίστης και του θρησκευτικού δόγματος που έχει έρθει να κυριαρχήσει ανάμεσα στο Δυτικό κόσμο, ο ασκητισμός είναι άρρηκτα δεμένος με ιδέες που έχουν να κάνουν με νέκρωση και ταπείνωση της σάρκας καθώς και με επίπονη, οδυνηρή απάρνηση του κόσμου: έχει έτσι φθάσει να αντιπροσωπεύει τη μέθοδο με την οποία αυτή η πίστη συνήθως συνηγορεί και υποστηρίζεται σαν την πλέον κατάλληλη για την απόκτηση “σωτηρίας” και την συμφιλίωση του ανθρώπου με τον δημιουργό του, παραφορτωμένος πάντα με πρωταρχικές αμαρτίες.»

Ακόμα και όταν χρησιμοποιείται σήμερα η λέξη άσκηση και τα παράγωγά της για να δηλώσει το σύγχρονο περιεχόμενό της, αναφέρει ο Evola στη “Διδασκαλία της Αφυπνίσεως,” υπονοεί την απλή ιδέα της εκγυμνάσεως, της έντονης και σφοδρής εφαρμογής ενέργειας με την απουσία όμως της έλλειψης προσωπικότητας και αδρανοποίησης του καθαρά ατομικού και ηδονιστικού στοιχείου. Ο ίδιος υπενθυμίζει στον αναγνώστη του ότι η αυθεντική και πρωταρχική σημασία του όρου του ασκητισμού είναι η “πρακτική εξάσκηση” ή η “πειθαρχία”—κάποιος ακόμα μπορούσε να αναφέρει τη “μάθηση.”

Το παράδειγμα του Σωκράτη όπως θα δούμε στη συνέχεια αφορά—κυρίως μέσα από την οπτική του Πλάτωνα—την παρουσίαση της φιλοσοφίας σαν μία μορφή άσκησης, μία πειθαρχημένη χειραφέτηση του πεπερασμένου της ανθρώπινης ύπαρξης, ένα είδος εικονικού θανάτου. Πρόκειται για την ανάδειξη και ανάπτυξη ενός “φιλοσοφημένου εαυτού”, όχι όμως με την έννοια της ανθρώπινης ύπαρξης, του ανθρωπίνου σώματος ή ακόμα και της ψυχής, αλλά σαν ένα αντικείμενο μετά-φυσικής, έξω από τα όρια του αντιληπτού κόσμου και όχι μέρος αυτού. Ο Σωκράτης λοιπόν αποτελεί θα λέγαμε το πρώτο γνωστό παράδειγμα ενός “φιλοσοφημένου εαυτού,” που μέσα από τη φιλοσοφία-άσκηση έθεσε τον άνθρωπο σαν το σύνορο της υπέρβασης.

Δεν πρόκειται αποκλειστικά για μία κατάλυση της βιολογικής υπόστασης, για μία αποστροφή προς το ανθρώπινο σώμα, για μία επιθυμία ακόμα και επιδίωξη ενός σιωπηλού μαρτυρίου που θα λειτουργήσει σαν εκείνο το μέσο εξιλέωσης για τον ίδιο τον άνθρωπο ή για τους γύρω του, όπως λανθασμένα διαδίδονται τέτοιες αντιλήψεις σήμερα.

Αντίθετα, πρόκειται για μία κατάλυση αυτού που εδώ και αιώνες διαιωνίζεται σαν Κανονικός Άνθρωπος,—που δεν είναι ούτε άνθρωπος, αλλά ούτε και μη-άνθρωπος—δηλαδή ένα απροσδιόριστο όν που κινείται και πολύ περισσότερο σκέφτεται βάσει ενός συστηματοποιημένου ορθολογισμού.

Η υπέρβαση του Κανονικού Ανθρώπου δεν βασίζεται στην εμπειρία της προσωπικής ύπαρξης ή του “γνώθι σαυτόν” μέσα από τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις τρίτων. Ζούμε σε έναν κόσμο που περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας υιοθετώντας την εικόνα για τον εαυτό μας μέσα από την αναπαράσταση και την αντίληψη ενός άλλου ατόμου για εμάς, ταυτιζόμαστε με ένα μέρος της συνείδησης ενός άλλου ανθρώπου ή θεού, και γινόμαστε ένα απλό αντικείμενο μέσα σε μία ή πολλές κατηγορίες.

Ο Evola σημειώνει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος είναι εξοικειωμένος πολύ περισσότερο στη συστηματική περιφρόνηση της “υπαρξιακής” άποψης των πραγμάτων, ενώ αντίθετα κέντρο της προσοχής του αποτελεί η προσωπική διάσταση ως “γίγνεσθαι»,” “ζωή,” “κίνηση,” “ανάπτυξη” και ιστορία.” Η χειρότερη πλευρά ίσως αυτής της κατάστασης είναι ότι ο σύγχρονος πολιτισμός έχει δώσει σε αυτή την πραγματικότητα όχι μόνο τη ζωή του, αλλά την έχει ανάγει σε αξία, σε κάτι που υπάρχει αξιωματικά απορρίπτοντας οτιδήποτε διαφορετικό.

Με λίγα λόγια πρόκειται για μία δημιουργία από έξω προς τα μέσα. Στην περίπτωση που δεν ενεργοποιήσουμε την ύπαρξή μας από μέσα προς τα έξω, να αποκτήσουμε βαθιά τον έλεγχο του εαυτού μας, να επιμεληθούμε του εαυτού μας—όπως το παράδειγμα του Σωκράτη ή ενός οποιοδήποτε άλλου ασκητή—τότε δεν καταφέρνουμε τίποτα άλλο παρά να στοιχειώνουμε σε αυτή τη δημιουργία σαν ένα φάντασμα.

Οι δύο ιδέες-κλειδιά στον Βουδισμό για μία ολοκληρωμένη άσκηση είναι η ιδέα της απάρνησης και της αποκήρυξης, οι οποίες όμως έχουν ερμηνευθεί από το Δυτικό πολιτισμό με έναν αρκετά επιφανειακό και εξωτερικό τρόπο. Θεωρούνται σχεδόν συνώνυμα μίας παθητικής συμπεριφοράς προς την πραγματικότητα, ενός αποχωρισμού και διάστασης από πράγματα, καταστάσεις και απολαύσεις που είναι επιθυμητές, σχεδόν ένα είδος μαζοχισμού όπως αναφέρει ο Evola.

Είναι συνήθως εκείνη η οδός που σαν ένα καταφύγιο θα οδηγήσει σε ένα ασφαλές περιβάλλον τους απόκληρους, τους ανέντακτους, τους αταίριαστους τόσο με το περιβάλλον τους όσο και με το σώμα τους, εκείνους που επιλέγουν μία ολοκληρωτικά αρρωστημένη απάρνηση.

Αν το μοντέλο αυτό της απάρνησης ειδωθεί κάτω από το πέπλο ενός θρησκευτικού οράματος που βαφτίζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση σαν “η αγάπη του θεού” τότε μιλάμε για μία βίαιη απόσπαση από την πραγματικότητα και όλα εκείνα που φυσιολογικά ένας άνθρωπος επιθυμεί. Οι παραπάνω δύο αντιλήψεις για τον Evola δεν είναι τίποτα άλλο παρά μερικές από τις συνέπειες του χαμηλού επιπέδου που διέπει την “Μαύρη Εποχή” που ζούμε, δηλαδή την εποχή της Kali-Yuga.

Ο Evola θεωρούσε πως η ιστορία έχει έναν επαναλαμβανόμενο, κυκλικό χαρακτήρα. Επηρεασμένος από την Ινδουιστική παράδοση σύμφωνα με την οποία υπάρχουν τέσσερεις εποχές (τέσσερα τεταρτημόρια ενός κύκλου) σε ένα συνεχώς επαναλαμβανόμενο κύκλο καταστροφής και δημιουργίας, υποστήριζε ότι η εποχή που ζούμε είναι το τελευταίο κομμάτι αυτού του κύκλου, δηλαδή η εποχή της Kali-Yuga την οποία διέπει παρακμή και διάσπαση. Σύμφωνα με τον Evola, η τελευταία εποχή (yuga) της ιστορίας του κόσμου, δηλαδή η σύγχρονη ιστορία δεν ξεκινάει το 1600, αλλά τον 4ο αι. π.Κ.Ε., όπου εμφανίζεται και η προ-σωκρατική φιλοσοφία κάτι που ο ίδιος θεωρεί πως είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός σε αυτόν τον τελευταίο κύκλο.

Οι πηγές που αναφέρονται στο βίο του Σωκράτη αποκαλύπτουν στοιχεία του ασκητισμού σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της Ελληνικής φιλοσοφίας. Συγκεκριμένα περιγράφουν ασκήσεις πειθαρχίας που χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα υψηλή διανοητική και πνευματική συγκέντρωση και από συνεχή έλεγχο τόσο των σωματικών όσο και των πνευματικών λειτουργιών.

Τα κείμενα του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα μέσω των οποίων έχουμε κυρίως πρόσβαση για την κατανόηση του Σωκρατικού ασκητικού δρόμου αποκαλύπτουν την έννοια της απόσχισης, της απόστασης και του αποχωρισμού, μία συνειδητή επιλογή με την απουσία συναισθηματισμών, εξαναγκασμών, θρησκευτικών οραμάτων και προσδοκιών. Ας δούμε περιληπτικά μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Μία απαγκιστρωμένη ζωή χαρίζει μία εσωτερική ελευθερία που εξωτερικά φαίνεται ότι είναι παθητική και αδρανής, αλλά όλα αυτά όπως είπαμε είναι μέρος μίας πολεμικής του σύγχρονου κόσμου στην παραδοσιακή έννοια του ασκητισμού.

Σωκράτης βαδίζοντας στο δικό του πνευματικό δρόμο υπήρξε ένας ενεργός πολίτης όσο και οπλίτης, παρακινούσε και μάλιστα συμβούλευε όσους τον περιτριγύριζαν να μην αμελούν την ψυχή τους με έναν αντίστοιχο τρόπο που και ο Βούδας προέτρεπε τους μαθητές του να “εργάζονται προς τη νίκη.” Παρόλο αυτά, ο ίδιος ήταν προσωπικά όχι μόνο αποστασιοποιημένος από την ενεργή δράση στα κοινά της πόλης, αλλά προέτρεπε και τους συμπολίτες του να απέχουν από την επιδίωξη μίας πολιτικής καριέρας και πολιτικής δραστηριοποίησης που ερχόταν σε αντίθεση με το μονοπάτι της πνευματικής αφύπνισης.

Δεν αδιαφορούσε για τα κοινά της πόλης του, αλλά ήταν απαγκιστρωμένος από αυτά, χωρίς προσκολλήσεις και παροδικές εμμονές. Ο φαινομενικά αποστασιοποιημένος τρόπος ζωής του που δεν συμφωνούσε με το πρότυπο του ενεργού πολίτη στην εποχή του δεν ήρθε σε αντιπαράθεση με όσες φορές κλήθηκε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στα κοινά της πόλης. Μετά την ήττα των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο και την επιβολή μίας ολιγαρχικής κυβέρνησης στην Αθήνα από τους Σπαρτιάτες, ο Σωκράτης εκλέγεται στη Βουλή των πεντακοσίων.

Από αυτή τη θέση εμφάνισε ακλόνητη αποφασιστικότητα ενάντια στη θέληση των τριάντα τυράννων αλλά και του λαού, γιατί παρέμεινε σταθερός σε ό, τι εκείνος θεωρούσε δίκαιο. Επίσης συμμετείχε στη δίκη των δέκα Αθηναίων στρατηγών της ναυμαχίας των Αργινουσών, όντας ο μόνος που εναντιώθηκε στην καταδικαστική απόφαση.

Ο Σωκράτης σύμφωνα με τις πηγές περνούσε αρκετή ώρα διαλογιζόμενος ακόμα και στην Αγορά και σε ορισμένες περιπτώσεις έπεφτε σε τόσο βαθύ εκστατικό διαλογισμό που δεν κινούσε το σώμα του για αρκετή ώρα. Με αυτή την εικόνα φαίνεται να ήταν αρκετά εξοικειωμένοι και οι συμπολίτες του καθώς όπως αναφέρεται στο Συμπόσιο δεν τους φαίνεται καθόλου παράξενο όταν εκείνος έφθασε αργοπορημένος στο σπίτι του Αγάθωνα αφού στο δρόμο του για εκεί είχε σταθεί σε ένα κοντινό σπίτι και διαλογιζόταν.

Η στάση αυτή της εσωτερικής απόσπασης και ουδετερότητας από τον κόσμο ακολουθούσε τον Σωκράτη ακόμα και σε καταστάσεις που ήταν αρκετά δύσκολες και συναισθηματικά επιβαρυμένες. Ο Αλκιβιάδης στο Συμπόσιο διηγείται ότι στην πολιορκία της Ποτίδαιας το 432π.Κ.Ε ο Σωκράτης ήταν ικανός να υπομένει με καρτερικότητα όλες τις αντίξοες συνθήκες και τις κακουχίες μίας εκστρατείας. Κατά τη διάρκεια αυτής της εκστρατείας λέγεται ότι είχε πέσει σε βαθύ διαλογισμό σε ένα σημείο για μία ολόκληρη μέρα και νύχτα μέχρι που το πρωί o ήλιος τον “ξύπνησε.” Σε όλο αυτό το χρόνο η συνείδησή του ήταν απούσα ή καλύτερα ήταν στραμμένη προς τα μέσα.

Σε ό,τι αφορά τη φυσική απόσπαση ο Σωκράτης φαίνεται ότι είχε τον πλήρη έλεγχο: κατά τη διάρκεια των πολεμικών εκστρατειών περπατούσε χωρίς παπούτσια πάνω στο χιόνι, άντεχε το δριμύ ψύχος φορώντας μόνο ένα απλό ρούχο και ξεπερνούσε όλους τους συμπολεμιστές του στην αντοχή ακόμα και όταν η λήψη τροφής ήταν ανύπαρκτη. Είχε τον ολοκληρωτικό έλεγχο ακόμα και όταν έπινε αφού ποτέ δεν μεθούσε.

Και όταν ακόμα πολύ όμορφοι νεαροί Αθηναίοι όπως ο Αλκιβιάδης αποζητούσαν τον έρωτά του, εκείνος δεν ανταποκρινόταν στις προτάσεις τους ακόμα και αν μοιραζόταν το ίδιο κρεβάτι μαζί τους. Δεν τον ενδιέφεραν ούτε τα χρήματα, ούτε η δύναμη και η προσωπική προβολή. Μάλιστα, στην πολιορκία που αναφέραμε παραπάνω ήταν εκείνος που έσωσε τον τραυματισμένο Αλκιβιάδη μεταφέροντάς τον εκτός πεδίου μάχης μαζί με όλα του τα όπλα. Για αυτό του το ανδραγάθημα οι στρατηγοί ήθελαν να το δώσουν βραβείο γενναιότητας, αλλά εκείνος ευγενικά το Παραχώρησε στον Αλκιβιάδη.

Όντας Αθηναίος πολίτης, ο Σωκράτης συμμετείχε σε τρεις εκστρατείες της πόλης του κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου στις οποίες αναφέραμε ότι επέδειξε έναν βαθύ και ουσιαστικό ηρωισμό που αναγνωρίστηκε όχι από τους συμπολεμιστές του, αλλά και από τον ίδιο τον εχθρό.

Κατ’ αντιστοιχία με τα βουδιστικά κείμενα, οι πηγές παρουσιάζουν για τον Σωκράτη αναλογίες ανάμεσα στην πνευματική άσκηση και τις αρετές ενός πολεμιστή, οι οποίες καταρρίπτουν γενικότερα το μύθο της αποσπασμένης συμπεριφοράς στην πρώτη περίπτωση, αλλά και το μύθο της υποτιθέμενης “ευνουχισμένης Ανατολικής ακινησίας” στην περίπτωση για παράδειγμα των Ιαπώνων πολεμιστών.

Σε μία προσπάθεια της Αθήνας να ελέγξει τη Βοιωτία, το 424π.Κ.Ε. οι Αθηναίοι συγκρούστηκαν με τους Βοιωτούς στο Δήλιο, αλλά αναγκάστηκαν σε άτακτη οπισθοχώρηση. Ο Σωκράτης εφαρμόζοντας τις ιδιότητες ενός ασκητή, ενώ φαινομενικά παρουσιάζεται να μεταφέρεται και να εμπλέκεται στη δράση—μάλιστα στην οπισθοχώρηση αυτή έσωσε και το γνωστό ιστορικό Ξενοφώντα—στην πραγματικότητα επιδεικνύοντας μία καθολική ψυχραιμία και ανωτερότητα γίνεται ίδιος ο μαέστρος της δράσης και για αυτό το λόγο υποχώρησε με ασφάλεια μέσα από τον ίδιο τον εχθρό που δεν τον ακούμπησε καν.

Ο Αλκιβιάδης που αναφέρει χαρακτηριστικά το περιστατικό στο Συμπόσιο επιβεβαιώνει το τεράστιο πνευματικό δυναμικό του δασκάλου του που είναι στενά και άρρηκτα δεμένο με το γεγονός ότι η δράση του δεν προσδιορίζεται από τον εαυτό του σε σχέση με το σώμα του, τα συναισθήματά του, τις αντιλήψεις του.

Είναι απαγκιστρωμένος, φαίνεται ότι στέκεται ακίνητος, ενώ προχωράει ελεύθερος. Σε ένα σύγχρονο παράδειγμα για το ιδανικό της αταραξίας και της απόσχισης στο Βουδισμό, αναφέρει ο Evola, ότι “ο ηρωισμός των Ιαπώνων, ο οποίος ανετράφει και εκπαιδεύτηκε για μιάμιση χιλιετία από τη Βουδιστική διδασκαλία, έδειξε αλάνθαστα πως ο Βουδισμός δεν είναι το όπιο το οποίο όλοι αρχικά φανταζόντουσαν.”

Από αυτά τα ενδεικτικά παραδείγματα μπορούμε να δούμε μία αντιστοιχία στην έκταση που γίνεται αντιληπτός και εφαρμόσιμος ο δρόμος της αναχώρησης στον Βουδισμό. Ο Evola τον αντιλαμβάνεται σαν μία τριπλή απόσπαση, μία φυσική, νοητική και μία αμφότερα φυσική και νοητική.

Το παράδειγμα του Σωκράτη ίσως να αντιπροσωπεύει για την αρχαιότητα την πιο τέλεια και γνωστή πραγμάτωση της διπλής απόσπασης, της φυσικής και νοητικής. Η αντιστοιχία της φυσικής και νοητικής απόσπαση τους Σωκράτη με τη Βουδιστική παράδοση αφορά τον διαλογισμό του σώματος, τον έλεγχο της αναπνοής, το σταμάτημα της σκέψης περνώντας από την απλή φυσική κυριαρχία στην ψυχική και πνευματική κυριαρχία.

Είτε πρόκειται για μία κυριολεκτική αναχώρηση σαν μία πραγματική εγκατάλειψη εστίας ή σαν μία συμβολική, η “μοναχική ζωή ορθά επιτυγχάνεται από κάθε άποψη, όταν ό,τι είναι στο παρελθόν παραμερίζεται, ό,τι είναι μελλοντικό εγκαταλείπεται και όταν η θέληση και το πάθος στο παρόν βρίσκονται ολοκληρωτικά υπό έλεγχο,” συμπληρώνει ο Evola. Ο ασκητισμός βιώνεται σαν ηρωισμός που δεν χρειάζεται να πραγματωθεί μέσα από σπουδαίες και βαρυσήμαντες πράξεις.

Ακόμα και η αναρρίχηση ενός βουνού—κάτι αρκετά προσφιλές στον Evola—είναι από μόνη της μίας μορφής πρόκλησης όπου ο άνθρωπος έχει την ευκαιρία να δοκιμάσει το κουράγιο του, την επιμονή του και τον ηρωισμό του σαν το μοναδικό σκοπό αυτής της πράξης. Είτε πρόκειται για την επιμέλεια της ψυχής όπως στην περίπτωση του Σωκράτη είτε πρόκειται για την άνοδο ενός βουνού η θεμελιώδης προσέγγιση της Βουδιστικής άσκησης είναι εκείνη όπου ο “ορειβάτης απορρίπτει όλες τις “μυθολογίες” και προχωρά με μέσα καθαρής δύναμης, αγνοεί όλες τις ψευδαισθήσεις και απαλλάσσει τον εαυτό του από κάθε υπολειμματική ανθρώπινη αδυναμία, λειτουργώντας μονάχα με καθαρή γνώση.”

Η θεώρηση της πραγματικότητας πρέπει να είναι αδιάφορη, δηλαδή να μην φέρει διακριτικά σημεία ή σημάδια που την χαρακτηρίζουν ουσιαστικά. Στο ίδιο σκεπτικό τα πράγματα δεν είναι απαραίτητα σωστά ή λάθος γεγονός που οδηγεί στην ψυχραιμία και την αταραξία του νου. Ο Evola κάνει λόγο για μία κατάσταση “εσωτερικής ουδετερότητας”: “μην αφήσετε τον δικό σας ατάραχο νου να ενοχληθεί από τον πόνο, ούτε να απορρίψετε μία απλή ευχαρίστηση, αλλά να εμμείνετε σε αυτή δίχως προσκόλληση.

Ο πόθος είναι επιβλαβής και η αποστροφή είναι επιβλαβής: Υπάρχει ένας μέσος δρόμος με τον οποίο αποφεύγεται ο πόθος και με τον οποίο αποφεύγεται η αποστροφή, ένας δρόμος που δίνει θέα και όραμα, που οδηγεί στην ηρεμία, που συμβάλλει στην καθαρή όραση. Με τον ίδιο τρόπο τις ενέργειες κάποιου που βρίσκεται στο μονοπάτι της αφύπνισης χρειάζεται να τις χαρακτηρίζει η ισορροπία, τα σχοινιά δεν θα πρέπει να είναι ούτε πολύ τεντωμένα, αλλά ούτε και πολύ χαλαρά. Το στοιχείο αυτό φαίνεται να το διατηρεί σε υψηλό βαθμό και ο Σωκράτης ακόμα και όταν βρίσκεται μπροστά στο θάνατό του τον οποίο όπως περιγράφεται στον “Φαίδωνα” δεν φοβάται καθόλου.

Το πιο γνωστό χαρακτηριστικό της πνευματικότητας του Σωκράτη δεν είναι κάτι άλλο από αυτό που εκείνος ονόμαζε δαιμόνιο. Στην Απολογία αναφέρει ότι πρόκειται για μία “θεία-πνευματική φωνή” που άκουγε πάντα μέσα του από μικρή ακόμα ηλικία. Ο Σωκράτης ακολουθούσε αυτή την εσωτερική φωνή με την οποία βρισκόταν σε συνεχή διάλογο υποστηρίζοντας μάλιστα στη δίκη του ότι και η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν κάτι καλό εφόσον το δαιμόνιό του δεν είχε κάποια αντίρρηση σε αυτό.

Πολλοί μελετητές ωστόσο δεν μπορούν εύκολα να δεχθούν το γεγονός ότι ο Σωκράτης έδινε έμφαση στη λογική και στη κριτική σκέψη και την ίδια στιγμή ακολουθούσε αυτό που όπως υποστήριζε ο ίδιος του έλεγε το δαιμόνιό του. Είναι δύσκολο για αυτούς να δεχθούν ότι η έμφαση στη λογική και κριτική σκέψη είναι βαθύτατα συνδεδεμένη με την πνευματικότητα και όχι με την άκριτη και στείρα αμφισβήτηση. Πρόκειται για μία άλλη διαστρεβλωμένη εικόνα του Σωκράτη σαν φιλοσόφου που πολλοί σύγχρονοι δάσκαλοι προάγουν και προτρέπουν τους νέους να υιοθετήσουν· την ελευθερία να αμφισβητούν ελεύθερα, αλλά παθητικά.

Στην Απολογία αναφέρει ότι κάποτε ένας φίλος του πήγε στο μαντείο των Δελφών για να ρωτήσει αν υπήρχε κάποιος περισσότερο σοφός από το Σωκράτη. Η απάντηση ήταν αρνητική. Ο Σωκράτης δεν μπορούσε να το καταλάβει αυτό καθώς γνώριζε ότι δεν ήξερε τίποτα. Αντί να αποδεχθεί τα λόγια του μαντείου και να προσπαθήσει να ερμηνεύσει το περιεχόμενό τους, ο Σωκράτης αντίθετα διαλέγει την οδό της προσωπικής αναζήτησης και άσκησης για να αναζητήσει την αλήθεια.

Η άποψη του μαντείου πρέπει να δοκιμαστεί και να επιβεβαιωθεί μετά από προσωπική έρευνα που ξεκινά από το δικό του εσωτερικό μονοπάτι. Μετά από αρκετή σκέψη και ρωτώντας τους συμπολίτες του κατέληξε ότι όντως δεν υπήρχε κανείς πιο σοφός από τον ίδιο γιατί ενώ εκείνος αναγνώριζε το γεγονός ότι δεν ξέρει τίποτα, οι συμπολίτες του δεν ήξεραν τίποτα, αλλά εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι ήξεραν.

Έτσι λοιπόν ήταν ο πιο σοφός γιατί ήταν και ο πιο ταπεινός. Η ανθρώπινη σοφία είχε ελάχιστη έως καθόλου αξία. Θεωρούσε ότι υπήρχε μεγάλη απόσταση μεταξύ θεών και ανθρώπων και υποστήριζε ότι “ο πιο σοφός άνθρωπος είναι για το θείο ό,τι είναι και ένας πίθηκος για τον άνθρωπο.”

Ο Σωκράτης δεν υιοθέτησε την σύγχρονη και μη-παραδοσιακή πνευματικότητα και άσκηση που δίνει έμφαση στην υποτιθέμενη ένωση του ανθρώπου με το θείο. Η συγκεκριμένη λανθασμένη συμπεριφορά ενισχύθηκε από την μονοδιάστατη προσέγγιση του κάθε μορφής ασκητισμού όχι μόνο από τον Χριστιανισμό, αλλά και από διαφορετικά συστήματα πίστης ή ομάδες που προωθούν την ιδέα μίας ή περισσοτέρων δυνάμεων (θεών!!) που ενσκήπτουν με συμπόνια πάνω από την ανθρωπότητα ώστε να την οδηγήσουν στην πνευματική της λύτρωση τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Στην πραγματικότητα, ο στόχος της διδασκαλίας του Σωκράτη ήταν ακριβώς το αντίθετο.

Αυτό λοιπόν που εφαρμόζει ο Σωκράτης δεν είναι τίποτα άλλο από μία στοχαστική διαδικασία μία άσκηση στην προσπάθειά του να βρει την αλήθεια απελευθερωμένος από κάθε μορφής σύστημα. Η αλήθεια είναι αυτή που είναι και για αυτό χρησιμοποιούσε τα μέσα που είχε διαθέσιμα για να την ανακαλύψει, τόσο στον εαυτό του, όσο και στους συμπολίτες του.

Μία από τις περίφημες τεχνικές ή ασκήσεις που χρησιμοποιούσε στη διδασκαλία του ήταν η λεγόμενη μαιευτική μέθοδος όπου με συνεχείς ερωτο-απαντήσεις προσπαθούσε να εκμαιεύσει την αλήθεια από τους συνομιλητές του. Αυτό που έκανε δεν ήταν τίποτα άλλο από το υποδύεται τον ρόλο της προσωπικής συνείδησης του συνομιλητή του κάνοντας διάλογο με αυτόν κάτι που είναι αρκετά ουσιαστικό για το μονοπάτι της αφύπνισης.

Ο Evola αναπτύσσει αυτό το σημείο λέγοντας ότι “ουσιαστικό, μάλλον, είναι να φέρεις έναν άνθρωπο σε αντιπαράθεση με μία αμείλικτη ανάλυση του ίδιου του του εαυτού, της εξαρτημένης φύσης της συνήθους ύπαρξης σε αυτό τον κόσμο ή κάθε άλλο κόσμο και να τον ρωτήσεις: “Μπορείς να πεις: Είμαι αυτός; Μπορείς πραγματικά να αναγνωρίσεις τον εαυτό σου με αυτό που επιθυμείς;”

Αυτή είναι η στιγμή της θεμελιώδους δοκιμασίας, αυτή είναι η λυδία λίθος για να διακρίνει κανείς τα “ευγενή όντα” από τα μεσαία όντα. Ο Evola συμπεραίνει ότι τα ευγενή όντα δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε αυτή την εξαρτημένη φύση της συνήθους ύπαρξης και αυτό δείχνει καθαρά μία άλλη σημασία της Άρειας όπως ονομάζει απαρνήσεως, που βασίζεται σε “γνώση” και συνοδεύεται από μία χειρονομία περιφρόνησης και μία αίσθηση υπερβατικής αξιοπρέπειας.

“Ένας τέτοιος, άνθρωπος, λοιπόν,”συνεχίζει ο συγγραφέας της “Διδασκαλίας της Αφυπνίσεως,” δεν απορρίπτει τη ζωή-τη ζωή η οποία είναι συνυφασμένη με τον θάνατο—για “αυτοτιμωρία”, “ταπείνωση” και νέκρωση,” βιάζονται και μαστιγώνοντας με τον τρόπο αυτό την ίδια του την ύπαρξη, αλλά αντίθετα επειδή είναι πολύ μικρή για αυτόν, όταν θυμάται τον εαυτό του, την αισθάνεται ως ανεπαρκή προς την πραγματική του φύση. Σε μια τέτοια στιγμή είναι φυσικό κάποιος να απαρνηθεί, να αποκοπεί, να σταματήσει να παίρνει μέρος στο παιχνίδι αυτό.

Το μοναδικό συναίσθημα που δύναται να υπάρξει τότε είναι αυτό της περιφρόνησης, τότε που ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι έχει εξαπατηθεί και τελικά ανακαλύπτει τον δημιουργό και πρωτεργάτη της απάτης: είναι σαν τον τυφλό άνθρωπο, που ενώ ψάχνει έναν άσπρο καθαρό μανδύα, αποδέχεται έναν ελεεινό ξεβαμμένο ο οποίος του δίνεται και όπου όταν τα μάτια του είναι ανοικτά, γεμάτος φρίκη στρέφεται ενάντια σ’ αυτόν που τον έκανε να τον φορέσει και αισχροκέρδησε εις βάρος του.

Στο μονοπάτι της αφυπνίσεως, το σημείο της αναχώρησης είναι θετικό: δεν είναι το βίαιο λύγισμα του ανθρωπίνου όντος που μονάχα συνειδητοποίησε ότι είναι άνθρωπος βοηθούμενος και υποκινούμενος από θρησκευτικά είδωλα κι αποκαλυπτικά, μεσσιανικά ή υπεργήινα ουράνια οράματα.”

Ο Σωκράτης μέσα από το έργο του Πλάτωνα παρουσιάζει σαν γενεσιουργό αιτία της κρίσης της εποχής του την απουσία επιμέλειας-φροντίδας του ατόμου σαν μία πολιτική και ηθική οντότητα. Αυτή η αδιαφορία ενισχύθηκε αρκετά από τους πολιτικούς χειρισμούς και τον αποπροσανατολισμό που βίωσε η Αθήνα την εποχή της δημοκρατίας.

Το μονοπάτι της άσκησης του Σωκράτη και η προβολή των ασκητικών αξιών όπως περιγράφθηκαν παραπάνω ήταν απάντηση στο πρόβλημα αυτό ενσωματώνοντας αυτές σε μία φιλοσοφική πρακτική που σκοπό είχε το συνεχή εσωτερικό διάλογο του πολίτη με τον εαυτό του.

Ήταν ένα είδος θα λέγαμε ασκητικής παρρησίας με σκοπό την αναζήτηση της αλήθειας με ένα αρκετά πραγματιστικό περιεχόμενο εφόσον επιδίωκε την αριστεία όχι μόνο κατά τη δράση αλλά και πέρα από αυτή.

Στα πλαίσια της Βουδιστικής διδασκαλίας και ο Evola αναγνωρίζει ότι υπάρχει μία κοινή παράδοση στις αξίες του ασκητισμού που αποτελούν έως κάποιο βαθμό μία σχολή θελήσεως είτε αυτή εμφανίζεται σαν απόσπαση πέρα από τη δράση είτε ως απόσπαση κατά τη δράση και για τη δράση. Ο Evola καλεί κατά κάποιο τρόπο τον σύγχρονο άνθρωπο να ξαναθυμηθεί και να παράγει εκείνη την ύψιστη κληρονομιά του όπου “ο Ολύμπιος τρόπος θέασης της ζωής στον οποίο κάθε αληθινή ασκητική αξία είναι στενά και άρρηκτα δεμένη, είναι από τη μεριά του ο ανώτερος, ο ύψιστος, ο πλέον αρχέγονος και ο πλέον Αριος τρόπος θέασης της ζωής σε ολόκληρη τη Δύση.”

Συνοψίζοντας τις σκέψεις μας εδώ θα ήταν προσωπική παράβλεψη να μην αναφέρω κάποιες ενδιαφέρουσες αντιστοιχίες στον φιλόσοφο-ασκητή Σωκράτη και στο φιλόσοφο-ασκητή Evola. Η στάση του Evola απέναντι στην πολιτική ζωή θυμίζει αρκετά εκείνη του Σωκράτη καθώς και ο ίδιος πρέσβευε την απόσπαση από αυτήν περιγράφοντάς την με τη λέξη “απολιτεία” έναν όρο που δανείστηκε από τους Στωικούς.

Τόσο στο έργο του “Άνθρωποι Ανάμεσα στα Ερείπια [Gli Uomini e le Rovine] όσο και στο “Ιππεύοντας Τη Τίγρη” [Cavalcare la Tigre], ο Evola περιγράφει την έννοια της απολιτείας ή της απολιτικής στάσης σαν την απαραίτητη προϋπόθεση για όσους θελήσουν να “συμβαδίσουν” στην εποχή της Kali-Yuga, χωρίς όμως απολιτεία να συγχέεται με απάθεια ή απουσία οποιασδήποτε δραστηριότητας.

Απηχώντας τη στάση του Σωκράτη, η σύγχρονη απολιτεία δεν αφορά τόσο συγκεκριμένους πολιτικούς σκοπούς, όσο τις επιπτώσεις που έχει μία τέτοια ανάμειξη για τον καθένα όταν επιλέγει το μονοπάτι της Αφύπνισης. Αν και είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα από μόνο του θα ήταν παράληψη να μην παραθέσουμε λίγες από τις σκέψεις του Evola στο πώς εκλαμβάνεται την έννοια της απολιτείας στο σύγχρονο κόσμο.

Από το “Ιππεύοντας τη Τίγρη”:

«Ο πραγματικά αποστασιοποιημένος άνθρωπος δεν είναι ούτε ένας επαγγελματίας και πολεμοχαρής παρείσακτος, ούτε αντιρρησίας συνείδησης, ούτε αναρχικός. Από τη στιγμή που υπάρχει το δεδομένο ότι η ζωή και οι δραστηριότητες μέσα σε αυτήν δεν περιορίζουν την ύπαρξή του, θα μπορούσε να παρουσιάσει τις αρετές ενός πολεμιστή ο οποίος, για να δράσει και να επιτύχει ένα σκοπό δεν επιζητά εκ των προτέρων μία υπερβατική αιτιολόγηση και μία οιονεί θεολογική διαβεβαίωση για χάρη του σκοπού του. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα μιλούσαμε για μία εθελοντική υποχρέωση που αφορά “το άτομο,” και όχι το είναι το οποίο—αν και έχει συμμετοχή—παρόλο αυτά παραμένει απομονωμένο.»

“Απολιτεία” είναι η εσωτερική απόσταση, απρόσβλητη από την κοινωνία και τις “αξίες” της, δεν δέχεται να δεσμεύεται από τίποτα πνευματικό ή ηθικό. Από τη στιγμή που αυτό έχει σταθεροποιηθεί, οι δραστηριότητες εκείνες που για άλλους θα προϋπέθεταν τέτοια όρια, θα μπορούσαν να ασκηθούν μέσα σε ένα διαφορετικό πνεύμα.» Απολιτεία, η αποστασιοποίηση δεν συνεπάγεται αναγκαστικά συγκεκριμένες επιτπώσεις στον τομέα την αληθινής και απλής δραστηριότητας.” [μτφρ. δική μου από την αγγλική μετάφραση του βιβλίου].

Οι ασκητικές αξίες τόσο στο βίο του Σωκράτη και στο Βουδισμό παρουσιάζουν τον άνθρωπο σαν έναν πολεμιστή που συγκεντρώνεται και εξασκείται συνεχώς με τα μέσα που έχει διαθέσιμα και όχι αυτά που θα μπορούσε να έχει. Έτσι και η αλήθεια είναι αυτή που είναι και όχι αυτή που θα έπρεπε να είναι ή θα μπορούσε να είναι. Ο πολεμιστής-ασκητής χρησιμοποιεί τα όπλα που έχει διαθέσιμα. Τόσο απλά.

Και αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από την αληθινή δράση, η οποία τον κάνει να φαίνεται στον έξω κόσμο, όχι σαν κάποιο που δρα παθητικά, αλλά αντίθετα σαν εκείνο που δρα ενεργητικά. Νομίζω ότι τη Βουδιστική ρήση “εκείνος που προχωράει στέκεται ακίνητος—εκείνος, ο οποίος στέκεται ακίνητος προχωράει” περιγράφει με αρκετή ακρίβεια το παρακάτω απόσπασμα από Συμπόσιο, την ώρα που ο Σωκράτης παρόλο που οπισθοχωρεί στο πεδίο της μάχης στο Δήλιο δραστηριοποιείται, δεν δρα, αλλά αντίθετα εμπνέει την κίνηση και διευθύνει τη δράση.

«Περπατούσε ρίχνοντας λοξές ματιές, παρατηρώντας ακτινωτά με ηρεμία και τους συμμάχους και τους εχθρούς, παρέχοντας πειστικά εχέγγυα στον καθένα, ακόμη και από πολύ μεγάλη απόσταση, πως, όποιος επιτεθεί στον άντρα αυτό, θα αντιμετωπιστεί με ισχυρή και σθεναρή άμυνα. Γι’ αυτό και αποχώρησε με ασφάλεια, τόσο ο ίδιος, όσο κι ο φίλος του. Γιατί, κατά κανόνα, δεν επιτίθενται καθόλου εναντίον εκείνων που τέτοια στάση κρατούν στον πόλεμο, παρά καταδιώκουν εκείνους που το βάζουν στα πόδια έχοντας στρέψει ολοσχερώς τα νώτα τους και δεν κοιτάζουν πίσω.» (Συμπόσιο, 221b).