Από πότε αρχίζει για την μητέρα της Δήμητρα η αναζήτηση της κόρης της Περσεφόνης, που θα την κάμει να διασχίσει όλο το γνωστό κόσμο; Τη στιγμή που χανόταν στην άβυσσο, η Περσεφόνη έβαλε μια φωνή. Η Δήμητρα την άκουσε και η αγωνία έσφιξε την καρδιά της. Τρέχει, αλλά δε βρίσκει την Περσεφόνη!..
Λένε πως εννιά μέρες και εννιά νύχτες, χωρίς να φάει, χωρίς να πιει, χωρίς να πλυθεί και να στολιστεί, η θεά πλανιέται στον κόσμο, κρατώντας δάδες στα χέρια της! Και τη δέκατη μέρα; Διαβάστε το κείμενο!...
Η Περσεφόνη, σύμφωνα με όλα τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας είναι η θεά του Κάτω Κόσμου και η σύντροφος του Άδη. Είναι κόρη του Δία και της Δήμητρας, τουλάχιστο σύμφωνα με την εκδοχή την πιο διαδομένη. Μια παράδοση όμως τη θέλει κόρη του Δία και της Στύγας, της Νύμφης του ποταμού του Κάτω Κόσμου.
Ο σπουδαιότερος μύθος της Περσεφόνης είναι η ιστορία της απαγωγής της από τον Άδη, το θείο της (αφού ο Άδης ήταν αδελφός του Δία).
Ο Άδης ερωτεύτηκε τη νέα και την απήγαγε, την ώρα που αυτή μάζευε λουλούδια μαζί με τις Νύμφες στην πεδιάδα της Έννας στη Σικελία (αυτή είναι η τοποθεσία η γενικά πιο αποδεκτή). Η απαγωγή αυτή έγινε με τη συνενοχή του Δία και όσο απουσίαζε η Δήμητρα.
Σ' αυτή την εποχή τοποθετούνται τα ταξίδια της Δήμητρας σε ολόκληρη την Ελλάδα, για να βρει την κόρη της, την οποίαν θρηνούσε όπου κι αν στεκόταν!
Στο τέλος ο Δίας διέταξε τον Άδη να δώσει πίσω την Περσεφόνη στη μητέρα της. Αυτό όμως δέν ήταν πια δυνατό. Πραγματικά η νέα είχε διακόψει την ασιτία, όταν ήταν στον Κάτω Κόσμο. Από απερισκεψία (ή ακόμη υποκινούμενη από τον Άδη) είχε φάει ένα σπόρο από ρόδι. Αυτό ήταν αρκετό, για να συνδεθεί μια για πάντα με τον Κάτω Κόσμο
Για να μετριαστούν τα πράγματα, ο Δίας αποφάσισε η Περσεφόνη να μοιράζει το χρόνο της ανάμεσα στον Επάνω και τον Κάτω Κόσμο. Οι αναλογίες ποικίλλουν ανάλογα με τους συγγραφείς· άλλοτε μένει μόνο το ένα τρίτο του χρόνου στη γη και άλλοτε το μισό.
Η Περσεφόνη ως σύζυγος του Άδη παίζει κάποιο ρόλο στους μύθους του Ηρακλή, του Ορφέα, του Θησέα και του Πειρίθοου.
Έλεγαν επίσης πως είχε ερωτευτεί τον ωραίο Άδωνη, ο οποίος με τη σειρά του χρειάστηκε να μοιράσει το χρόνο του ανάμεσα στη Γη και τον Κάτω Κόσμο
Η Περσεφόνη εμφανίζεται κοντά στη Δήμητρα στα Ελευσίνια Μυστήρια. Στη Ρώμη την ταύτιζαν με την Προσερπίνα.
ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ Η ΑΠΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ;
Η Περσεφόνη, όπως είπαμε, ήταν κόρη του Δία και της Δήμητρας και, τουλάχιστο στην παραδοσιακή μορφή του μύθου, ήταν η μοναχοκόρη της θεάς Μεγάλωνε ευτυχισμένη ανάμεσα στις Νύμφες, συντροφιά με τις αδελφές της, τις άλλες κόρες του Δία, την Αθηνά και την Άρτεμη, και λίγο ενδιαφερόταν για το γάμο, όταν ο θείος της, ο Άδης, την ερωτεύτηκε και με τη βοήθεια του Δία την απήγαγε.
Ως τόπος της απαγωγής θεωρείται συνήθως το λιβάδι της Έννας στη Σικελία, αλλά ο ομηρικός Ύμνος στη Δήμητρα κάμνει λόγο, πολύ ακαθόριστα, για την πεδιάδα της Μύσας, που είναι όνομα μυθικό, αναμφίβολα χωρίς γεωγραφική υπόσταση.
Άλλες παραδόσεις τοποθετούν την απαγωγή της Περσεφόνης πότε στην Ελευσίνα, στις όχθες του Κηφισού, πότε στην Αρκαδία, στους πρόποδες της Κυλλήνης, όπου και έδειχναν κάποια σπηλιά, που τη θεωρούσαν ως μία από τις εισόδους του Κάτω Κόσμου, πότε στην Κρήτη, κοντά στην Κνωσσό κτλ.
Λένε πως τη στιγμή που η νέα έκοβε ένα νάρκισσο (ή έναν κρίνο), άνοιξε η γη, πετάχτηκε ο Άδης και παρέσυρε τη μνηστή του στον Κάτω Κόσμο!..
Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ!..
Από τότε αρχίζει για την μητέρα της Δήμητρα η αναζήτηση της κόρης της, που θα την κάμει να διασχίσει όλο το γνωστό κόσμο. Τη στιγμή που χανόταν στην άβυσσο, η Περσεφόνη έβαλε μια φωνή. Η Δήμητρα την άκουσε και η αγωνία έσφιξε την καρδιά της. Τρέχει, αλλά δε βρίσκει την Περσεφόνη!
Λένε πως εννιά μέρες και εννιά νύχτες, χωρίς να φάει, χωρίς να πιει, χωρίς να πλυθεί και να στολιστεί, η θεά πλανιέται στον κόσμο, κρατώντας δάδες στα χέρια της!
Τη δέκατη μέρα η Δήμητρα συναντά την Εκάτη, που και εκείνη είχε ακούσει τη φωνή, αλλά δεν είχε αναγνωρίσει τον απαγωγέα, γιατί το κεφάλι του περιβαλλόταν από σκιές της νύχτας. Μόνο ο Ήλιος, που τα βλέπει όλα, μπορεί να της αποκαλύψει αυτό που έγινε.
Σύμφωνα όμως με μια τοπική παράδοση, οι κάτοικοι της Ερμιόνης, στην Αργολίδα, αποκάλυψαν στη θεά Δήμητρα τον ένοχο.
Οργισμένη τότε η θεά αποφάσισε να μην ξανανέβει στον ουρανό και να μείνει στη γη, παραιτούμενη από τα θεϊκά της καθήκοντα, ωσότου να της ξαναδώσουν την κόρη της!...
Και τι έκανε;
Πήρε την μορφή γερόντισσας και πήγε στην Ελευσίνα! Πρώτα κάθισε σε μια πέτρα, που από τότε πήρε το όνομα «Αγέλαστος πέτρα»· έπειτα πήγε στο βασιλιά Κελεό, που βασίλευε τότε στη χώρα. Εκεί κάθονταν γερόντισσες, που την κάλεσαν να καθίσει ανάμεσα τους και μία, η Ιάμβη, την έκαμε με τα αστεία της να χαμογελάσει.
Κατόπιν η θεά Δήμητρα μπήκε στην υπηρεσία της Μετάνειρας, της γυναίκας του Κελεού, ως τροφός. Το παιδί που της εμπιστεύτηκαν ήταν ο μικρός Δημοφώντας ή, σε άλλες παραλλαγές, ο μικρός Τριπτόλεμος. Η θεά προσπάθησε να τον κάμει αθάνατο, αλλά δεν το κατόρθωσε εξαιτίας της άκαιρης επέμβασης της Μετάνειρας και, αποκαλύπτοντας την αληθινή της ταυτότητα, ανέθεσε στον Τριπτόλεμο να διαδώσει στον κόσμο την καλλιέργεια του σιταριού.
Άλλες παραδόσεις θέλουν τη θεά να εκτελεί χρέη τροφού κοντά στο βασιλιά της Σικυώνας Πλημναίο
Στο μεταξύ η εκούσια εξορία της Δήμητρας έκαμε τη γη άγονη και η τάξη του κόσμου διαταράχτηκε!
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ!
Κατόπιν όλων αυτών, ο Δίας διέταξε τον Άδη να δώσει πίσω την Περσεφόνη, αλλά αυτό όμως ήταν αδύνατο διότι η Περσεφόνη είχε σπάσει τη νηστεία της και είχε φάει ένα σπυρί ροδιού στη διάρκεια της παραμονής της στον Κάτω Κόσμο, πράγμα που τη δέσμευε για πάντα!
Χρειάστηκε λοιπόν να καταλήξουν σε ένα συμβιβασμό: η Δήμητρα θα ξανάπαιρνε τη θέση της στον Όλυμπο και η Περσεφόνη θα μοίραζε τη χρονιά ανάμεσα στον Κάτω Κόσμο και τη μητέρα της!
Κάθε άνοιξη λοιπόν η Περσεφόνη φεύγει από την υπόγεια διαμονή της και ανεβαίνει στον ουρανό με τα πρώτα φυτά που φυτρώνουν στα αυλάκια των χωραφιών, για να χαθεί πάλι κοντά στις σκιές την εποχή της συγκομιδής. Αλλά όσο καιρό είναι μακριά από τη Δήμητρα, το χώμα μένει άγονο και είναι η μελαγχολική εποχή του χειμώνα!
Με την αναζήτηση της Δήμητρας συνδέθηκαν διάφορα επεισόδια, ανάλογα με τις τοπικές παραδόσεις. Στη Σικυώνα απέδιδαν στη θεά την εφεύρεση του μύλου, που η ίδια δίδαξε στους κατοίκους· αλλού της απέδιδαν την καλλιέργεια των λαχανικών, ιδιαίτερα της φάβας, ή των οπωρικών, όπως τα σύκα.
Σε όλα σχεδόν τα μέρη της Ελλάδας έδειχναν ιερά της θεάς και βεβαίωναν πως είχαν χτιστεί από αυτούς που παλιότερα την είχαν φιλοξενήσει· στο Άργος κάποιος Μύσιος και η γυναίκα του Χρυσανθία· στον Φενεό, στην Αρκαδία, ο Τρισαύλης και ο Δαμιθάλης κτλ.
ΚΙ ΑΛΛΟΙ ΜΥΘΟΙ;
Με την αναζήτηση της Περσεφόνης συνέδεαν ακόμη τους έρωτες της Δήμητρας και του Ποσειδώνα. Για να του ξεφύγει η θεά μεταμορφώθηκε σε φοράδα, αλλά μάταια και έτσι έφερε στον κόσμο, εκτός από ένα άλογο, τον Αρείονα, και μια κόρη, που τη γνώριζαν με το όνομα «η Κυρία».
Μια άλλη παράδοση, γνωστή ήδη από την ομηρική Οδύσσεια, είναι αυτή που αναφέρεται στον έρωτα της Δήμητρας και του Ιασίονα, που έδωσε στη θεά ένα γιο, τον Πλούτο.
Λένε πως η Δήμητρα αγωνίστηκε εναντίον του 'Ηφαίστου για την κυριαρχία στη Σικελία, εναντίον του Διόνυσου για την κυριαρχία στην Καμπανιά.
Αυτός ο μύθος, πιθανόν μεταγενέστερος, συμβολίζει αναμφίβολα τον πλούτο της Καμπανιάς σε αμπέλια και σιτάρι!.
Tα σύμβολα της Δήμητρας είναι ο στάχυς, ο νάρκισσος, η παπαρούνα· πουλί της ο γερανός· αγαπητό θύμα της η γουρούνα, ενώ συχνά παρασταίνουν τη θεά καθιστή με πυρσούς ή με ένα φίδι.
Κυριακή 7 Ιουλίου 2024
Ο άνεμος και η θάλασσα στην αρχαία Ελλάδα
- Με άνεμο 0 μποφόρ, λεγόταν "Γαλήνη"...
- Με άνεμο 1 μποφόρ, λεγόταν "Αλσάλος"...
- Με άνεμο 2 μποφόρ, λεγόταν "Θάλαττα ή Θάλασσα"...
- Με άνεμο 3 μποφόρ, λεγόταν "Μύρα" έτσι γεννιούνται οι λέξεις Λατ. Ιταλ: Mare, Γαλ: Mer, Ισπ. Πορτ.: Mar, Γερ: Meer, Ρωσ.: Mope, Φινλ.: Meri, Σλοβάκ.: Mora, Σλοβέν.: Morje, αλλά και Marin, Marina, Miror... αλλά και Μαίρα (Νηρηίδα), από αυτή και το εβραϊκό Μυριάμ = κυρα τής θάλασσας...
- Με άνεμο 4 μποφόρ, λεγόταν "Πέλαγος" έτσι έχουμε τις ονομασίες "Πελασγός" = πελαγίσιος, ταξιδευτής, Πελαγονία, Πελαγονική Χερσόνησος...
- Με άνεμο 5 μποφόρ, λεγόταν "Πόρος", από το αρχ. Ελλ. ρήμα "Πείρω" = διαπερνώ, μεταβαίνω απέναντι, περνώ θάλασσα... Αλλά με τι περνώ την θάλασσα; Με πλωτό "Μέσον” Ναῦς... Από το αρχ. Ελλ. ρήμα "Πείρω" έχουμε και τις "Πειρατής" "Πειρατεία"... Πόροι Αλός" λέγονται οι θαλάσσιοι δρόμοι... Όποιος ήταν μέσα στον "Πόρο" (στο πέρασμα, στον θαλασσινό δρόμο) και η πρόθεση που το δηλώνει αυτό είναι το "εν" (εντός) ήταν "έν-πορος" "έμπορος"... Από εκεί ξεκινά το εμπόριο... Γινόταν "Εύ-Πορος" πλούσιος δηλαδή ή αν δεν μπορούσε να ασχοληθεί με την θάλασσα ήταν "Ά-πορος" δηλ. χωρίς τα πλούτη που προσφέρει η θάλασσα...
- Με άνεμο 6 μποφόρ, λεγόταν "Πόντος" έτσι έχουμε το "Ποντο-Πόρο" πλοίο, Πόντιους...
- Με άνεμο 7 μποφόρ, λεγόταν "Κλύδων" έτσι έχουμε τον κλυδωνισμό...
- Με άνεμο 8 μποφόρ, λεγόταν "Άχα". Το Χάος (>χάfος), κατά τους Στωικούς εκ του Χέω = χύνω, άχα... Έτσι λοιπόν ταξιδεύει η λέξη και γίνεται Σουηδ. Δαν.: hav, Λατιν.: Aqua...
- Με άνεμο 9 μποφόρ, λεγόταν "Ρόθιον"...
- Με άνεμο 10 μποφόρ, λεγόταν "Δόν - Δάν". Δόν -Δάν = Δόνησις... Ταξιδεύει και αυτή η λέξη και έχουμε την Τούρκ.: deniz , αλλά και εκ της "Σείσεως" συνώνυμο της "Δονήσεως" έχουμε Αγγλ.: "Sea", Ολλανδ.: "Zee", Νορβ.: Sjø...
- Με άνεμο 11 μποφόρ, λεγόταν "Βρύξ"...
- Με άνεμο 12 μποφόρ, λεγόταν "Βρύχα" αυτός που ήταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, ήταν "Υπό Βρύχα" έτσι έχουμε το υποβρύχιο κλπ....
ΚΑΤΑΔΕΙΞΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΩΣΗ ΤΩΝ ΤΕΡΑΤΩΝ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕ Η ΓΑΙΑ
ΖΕΥΣ ΝΕΜΕΤΩΡ Ο ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ ΚΡΙΤΗΣ ΤΙΜΩΡΟΣ ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΦΟΝΕΥΣ ΤΩΝ ΤΕΡΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟΚΥΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΤΕΡΑΤΟΓΟΝΙΑΣ
ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ «ΚΩΡΥΚΟΥ» ΣΤΟ "ΚΩΡΥΚΕΙΟΝ ΑΝΔΡΟΝ" = "ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΣ ΣΑΚΟΣ" ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΟΤΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ ΥΠΗΡΧΕ ΕΝΑΣ ΘΗΛΥΚΟΣ ΔΡΑΚΩΝ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΤΑΝ ΔΕΛΦΥΝΗ ΚΑΙ ΣΥΝΔΕΟΤΑΝ ΜΕ ΕΝΑΝ ΑΡΣΕΝΙΚΟ ΔΡΑΚΟ ΤΟΝ ΤΥΦΩΝΑ Ή ΤΥΦΩΕΑ - ΤΟΝ ΘΗΛΥΚΟ ΔΡΑΚΟ ΝΙΚΗΣΕ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΝΩ ΤΟΝ ΑΡΣΕΝΙΚΟ ΔΡΑΚΟ ΝΙΚΗΣΕ Ο ΖΕΥΣ - Ο ΔΡΑΚΩΝ ΤΥΦΩΕΥΣ Ή ΤΥΦΑΩΝ Ή ΤΥΦΩΝ Ή ΤΥΦΩΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΤΙ ΗΤΑΝ Ο ΤΑΡΤΑΡΟΣ
Ο ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΣ ΔΡΑΚΩΝ ΤΥΦΩΕΥΣ ΗΡΘΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ - ΣΕ ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΣΕ ΔΥΝΑΜΗ ΞΕΠΕΡΝΟΥΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΑΙΑΣ - ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΜΕΣΗ ΕΙΧΕ ΜΟΡΦΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΨΗΛΟΣ ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΝΟΥΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΑΓΓΙΖΕ ΤΑ ΑΣΤΡΑ - ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥ ΧΕΡΙ ΕΦΤΑΝΕ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΔΥΣΗ - ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥ ΦΥΤΡΩΝΑΝ ΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΙΑ ΦΙΔΙΩΝ - ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΕΜΟΙΑΖΕ ΜΕ ΔΥΟ ΚΟΥΛΟΥΡΙΑΣΜΕΝΑ ΦΙΔΙΑ ΠΟΥ ΕΦΤΑΝΑΝ ΜΕΧΡΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΕΚΑΝΑΝ ΕΝΑ ΗΧΟ ΣΑΝ ΣΥΡΙΓΜΟ - ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΙΩΝ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑΝ ΤΙ ΕΛΕΓΕ ΚΑΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΒΡΥΧΑΤΑΙ ΣΑΝ ΤΑΥΡΟΣ ΣΑΝ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΝΑ ΓΑΒΓΙΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΡΙΖΕΙ ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΝΤΗΧΟΥΝ ΤΑ ΒΟΥΝΑ - ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΣΩΜΑ ΗΤΑΝ ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΟ ΜΕ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΦΤΕΡΑ - ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΟΥ ΚΕΦΑΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΝΙ ΤΟΥ ΑΝΕΜΙΖΑΝ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ - ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΕΚΑΙΓΕ ΦΩΤΙΑ - ΜΕ ΣΥΡΙΓΜΟΥΣ ΚΑΙ ΜΟΥΓΚΡΗΤΑ ΠΕΤΑΓΕ ΑΝΑΜΜΕΝΕΣ ΠΕΤΡΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙ ΣΑΛΙΟ ΞΕΠΗΔΟΥΣΑΝ ΦΛΟΓΕΣ
ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΗ ΒΕΒΑΙΟ ΑΝ Ο ΤΥΦΩΕΥΣ ΘΑ ΚΥΡΙΑΡΧΟUΣΕ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ - Ο ΖΕΥΣ ΤΟΝ ΚΤΥΠΗΣΕ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΕ ΑΣΤΡΑΠΕΣ ΚΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΜΕ ΕΝΑ ΑΤΣΑΛΙΝΟ ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΤΑΔΙΩΞΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΚΑΣΙΟΝ - ΟΤΑΝ ΕΙΔΕ ΠΩΣ Ο ΔΡΑΚΩΝ ΠΛΗΓΩΘΗΚΕ Ο ΖΕΥΣ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΠΙΑΣΤΟΥΝΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΛΛΑ Ο ΔΡΑΚΩΝ ΤΟΝ ΤΥΛΙΞΕ ΜΕ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΕΡΑΣΤΙΩΝ ΦΙΔΙΩΝ - Ο ΔΡΑΚΩΝ ΠΗΡΕ ΤΟ ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΙ ΕΚΟΨΕ ΤΟΥΣ ΤΕΝΟΝΤΕΣ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΔΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - ΕΠΕΙΤΑ ΣΗΚΩΣΕ ΤΟΝ ΔΙΑ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΦΕΡΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΞΕΦΟΡΤΩΣΕ ΣΕ ΕΝΑ ΣΠΗΛΑΙΟ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΕΓΑΝ ΚΩΡΥΚΕΙΟ
ΕΚΕΙ ΕΚΡΥΨΕ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ ΔΙΟΣ Σ' ΕΝΑ ΤΟΜΑΡΙ ΑΡΚΟΥΔΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΔΩΣΕ ΓΙΑ ΦΥΛΑΞΗ ΣΤΗΝ ΔΕΛΦΥΝΗ ΜΙΑ ΔΡΑΚΑΙΝΑ ΜΙΣΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ ΜΙΣΟ ΦΙΔΙ
Ο ΕΡΜΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΙΓΙΠΑΝ ΚΛΕΨΑΝΕ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΞΑΝΑΔΩΣΑΝΕ ΣΤΟΝ ΘΕΟ - Ο ΖΕΥΣ ΞΑΝΑΒΡΗΚΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΜΕ ΕΝΑ ΑΡΜΑ ΜΕ ΦΤΕΡΩΤΑ ΑΛΟΓΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΩΞΕ ΤΟΝ ΓΙΓΑΝΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΝΥΣΑ - ΕΚΕΙ Ο ΦΥΓΑΣ ΕΞΑΠΑΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΟΙΡΕΣ ΚΑΙ ΕΦΑΓΕ ΑΠΟ ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΘΑ ΑΠΟΚΤΟΥΣΕ ΜΕ ΑΥΤΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ - ΑΥΤΑ ΟΜΩΣ ΗΤΑΝ ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΝΤΑΣ «ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ» ΠΕΤΑΞΕ ΠΙΟ ΠΕΡΑ ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΣΤΗΝ ΘΡΑΚΗ ΣΤΗΝ ΟΡΟΣΕΙΡΑ ΑΙΜΟΣ ΕΞΕΣΦΕΔΟΝΙΖΟΝΤΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΒΟΥΝΑ ΓΥΡΩ ΤΟΥ ΠΟΥ ΤΑ ΕΒΑΦΕ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΑΙΜΟΣ - ΤΕΛΙΚΑ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗΝ ΣΙΚΕΛΙΑ ΟΠΟΥ Ο ΖΕΥΣ ΠΕΤΑΞΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΔΡΑΚΟΝΤΑ ΤΗΝ ΑΙΤΝΑ - ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΞΕΡΝΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΚΟΜΑ ΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΠΕΣΑΝΕ ΤΟΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΔΡΑΚΟΝΤΑ
ΣΤΗΝ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ «ΚΩΡΥΚΟΥ» ΣΤΟ "ΚΩΡΥΚΕΙΟΝ ΑΝΔΡΟΝ" = "ΔΕΡΜΑΤΙΝΟΣ ΣΑΚΟΣ" ΕΙΝΑΙ ΓΝΩΣΤΟ ΟΤΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ ΥΠΗΡΧΕ ΕΝΑΣ ΘΗΛΥΚΟΣ ΔΡΑΚΩΝ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΤΑΝ ΔΕΛΦΥΝΗ ΚΑΙ ΣΥΝΔΕΟΤΑΝ ΜΕ ΕΝΑΝ ΑΡΣΕΝΙΚΟ ΔΡΑΚΟ ΤΟΝ ΤΥΦΩΝΑ Ή ΤΥΦΩΕΑ - ΤΟΝ ΘΗΛΥΚΟ ΔΡΑΚΟ ΝΙΚΗΣΕ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝ ΕΝΩ ΤΟΝ ΑΡΣΕΝΙΚΟ ΔΡΑΚΟ ΝΙΚΗΣΕ Ο ΖΕΥΣ - Ο ΔΡΑΚΩΝ ΤΥΦΩΕΥΣ Ή ΤΥΦΑΩΝ Ή ΤΥΦΩΝ Ή ΤΥΦΩΣ ΗΤΑΝ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΥΙΟΣ ΤΗΣ ΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΤΙ ΗΤΑΝ Ο ΤΑΡΤΑΡΟΣ
Ο ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΣ ΔΡΑΚΩΝ ΤΥΦΩΕΥΣ ΗΡΘΕ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ - ΣΕ ΜΕΓΕΘΟΣ ΚΑΙ ΣΕ ΔΥΝΑΜΗ ΞΕΠΕΡΝΟΥΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΑΙΑΣ - ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΜΕΣΗ ΕΙΧΕ ΜΟΡΦΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΤΟΣΟ ΨΗΛΟΣ ΠΟΥ ΞΕΠΕΡΝΟΥΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΑΓΓΙΖΕ ΤΑ ΑΣΤΡΑ - ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥ ΧΕΡΙ ΕΦΤΑΝΕ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΛΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΔΥΣΗ - ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥ ΦΥΤΡΩΝΑΝ ΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΙΑ ΦΙΔΙΩΝ - ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΩ ΕΜΟΙΑΖΕ ΜΕ ΔΥΟ ΚΟΥΛΟΥΡΙΑΣΜΕΝΑ ΦΙΔΙΑ ΠΟΥ ΕΦΤΑΝΑΝ ΜΕΧΡΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΕΚΑΝΑΝ ΕΝΑ ΗΧΟ ΣΑΝ ΣΥΡΙΓΜΟ - ΓΙΑ ΤΗΝ ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΙΩΝ ΛΕΝΕ ΟΤΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑΝ ΤΙ ΕΛΕΓΕ ΚΑΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΒΡΥΧΑΤΑΙ ΣΑΝ ΤΑΥΡΟΣ ΣΑΝ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΝΑ ΓΑΒΓΙΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΡΙΖΕΙ ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΑΝΤΗΧΟΥΝ ΤΑ ΒΟΥΝΑ - ΟΛΟ ΤΟΥ ΤΟ ΣΩΜΑ ΗΤΑΝ ΣΚΕΠΑΣΜΕΝΟ ΜΕ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΦΤΕΡΑ - ΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΟΥ ΚΕΦΑΛΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΝΙ ΤΟΥ ΑΝΕΜΙΖΑΝ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ - ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΕΚΑΙΓΕ ΦΩΤΙΑ - ΜΕ ΣΥΡΙΓΜΟΥΣ ΚΑΙ ΜΟΥΓΚΡΗΤΑ ΠΕΤΑΓΕ ΑΝΑΜΜΕΝΕΣ ΠΕΤΡΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙ ΣΑΛΙΟ ΞΕΠΗΔΟΥΣΑΝ ΦΛΟΓΕΣ
ΤΟΤΕ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΑΚΟΜΗ ΒΕΒΑΙΟ ΑΝ Ο ΤΥΦΩΕΥΣ ΘΑ ΚΥΡΙΑΡΧΟUΣΕ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ - Ο ΖΕΥΣ ΤΟΝ ΚΤΥΠΗΣΕ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΜΕ ΑΣΤΡΑΠΕΣ ΚΙ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΜΕ ΕΝΑ ΑΤΣΑΛΙΝΟ ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΤΑΔΙΩΞΕ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΚΑΣΙΟΝ - ΟΤΑΝ ΕΙΔΕ ΠΩΣ Ο ΔΡΑΚΩΝ ΠΛΗΓΩΘΗΚΕ Ο ΖΕΥΣ ΘΕΛΗΣΕ ΝΑ ΠΙΑΣΤΟΥΝΕ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΑΛΛΑ Ο ΔΡΑΚΩΝ ΤΟΝ ΤΥΛΙΞΕ ΜΕ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΕΡΑΣΤΙΩΝ ΦΙΔΙΩΝ - Ο ΔΡΑΚΩΝ ΠΗΡΕ ΤΟ ΔΡΕΠΑΝΙ ΚΙ ΕΚΟΨΕ ΤΟΥΣ ΤΕΝΟΝΤΕΣ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΔΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ - ΕΠΕΙΤΑ ΣΗΚΩΣΕ ΤΟΝ ΔΙΑ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΦΕΡΕ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΞΕΦΟΡΤΩΣΕ ΣΕ ΕΝΑ ΣΠΗΛΑΙΟ ΠΟΥ ΤΟ ΕΛΕΓΑΝ ΚΩΡΥΚΕΙΟ
ΕΚΕΙ ΕΚΡΥΨΕ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΤΟΥ ΔΙΟΣ Σ' ΕΝΑ ΤΟΜΑΡΙ ΑΡΚΟΥΔΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΔΩΣΕ ΓΙΑ ΦΥΛΑΞΗ ΣΤΗΝ ΔΕΛΦΥΝΗ ΜΙΑ ΔΡΑΚΑΙΝΑ ΜΙΣΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ ΜΙΣΟ ΦΙΔΙ
Ο ΕΡΜΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΙΓΙΠΑΝ ΚΛΕΨΑΝΕ ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΞΑΝΑΔΩΣΑΝΕ ΣΤΟΝ ΘΕΟ - Ο ΖΕΥΣ ΞΑΝΑΒΡΗΚΕ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΜΕ ΕΝΑ ΑΡΜΑ ΜΕ ΦΤΕΡΩΤΑ ΑΛΟΓΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΩΞΕ ΤΟΝ ΓΙΓΑΝΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΝΥΣΑ - ΕΚΕΙ Ο ΦΥΓΑΣ ΕΞΑΠΑΤΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΟΙΡΕΣ ΚΑΙ ΕΦΑΓΕ ΑΠΟ ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΠΟΥ ΤΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΘΑ ΑΠΟΚΤΟΥΣΕ ΜΕ ΑΥΤΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ - ΑΥΤΑ ΟΜΩΣ ΗΤΑΝ ΤΑ ΦΡΟΥΤΑ ΠΟΥ ΟΝΟΜΑΖΟΝΤΑΣ «ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΗΜΕΡΑΣ» ΠΕΤΑΞΕ ΠΙΟ ΠΕΡΑ ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΣΤΗΝ ΘΡΑΚΗ ΣΤΗΝ ΟΡΟΣΕΙΡΑ ΑΙΜΟΣ ΕΞΕΣΦΕΔΟΝΙΖΟΝΤΑΣ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΒΟΥΝΑ ΓΥΡΩ ΤΟΥ ΠΟΥ ΤΑ ΕΒΑΦΕ ΜΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΟΝΟΜΑΖΕΤΑΙ ΑΙΜΟΣ - ΤΕΛΙΚΑ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗΝ ΣΙΚΕΛΙΑ ΟΠΟΥ Ο ΖΕΥΣ ΠΕΤΑΞΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΔΡΑΚΟΝΤΑ ΤΗΝ ΑΙΤΝΑ - ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΞΕΡΝΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΚΟΜΑ ΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ ΠΟΥ ΠΕΣΑΝΕ ΤΟΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΔΡΑΚΟΝΤΑ
Η ποίηση στον Πλάτωνα: Ίων και Πολιτεία
Ι
Στην παρούσα σύνοψη των απόψεων του Πλάτωνα για τους ποιητές και την ποίηση εν γένει, συμποσούνται οι σχετικές αναφορές του στον Ίωνα και στο II, III και Χ βιβλίο της Πολιτείας. Απώτερος στόχος είναι να επιχειρηθεί ένας αδρός σχολιασμός των θέσεών τού Αθηναίου φιλοσόφου, σε κάθε ένα από τα εν λόγω βιβλία και να ιχνηλατηθεί μία ελλειπτική, αλλά ως το δυνατόν αντιπροσωπευτική, διαδρομή των απόψεών του.
Τα κυριότερα σημεία στα οποία εστιάζεται ο κριτικός στοχασμός του Πλάτωνα είναι: α) οι γνώσεις και οι ικανότητες των ποιητών, β) η παιδαγωγική αξία της ποίησης και η αποτίμησή της με γνώμονα την συνεισφορά της στην εκπαίδευση των νέων και ιδιαίτερα των “φυλάκων” της ιδανικής πόλης, γ) η διφορούμενη στάση των ποιητών έναντι των θεών, δ) η σχέση της ποιητικής αναπαράστασης με τον κόσμο των Ιδεών –τον μόνο αληθινό ε) η συγκριτική εξέταση της ποίησης με την φιλοσοφία -της ύψιστης τέχνης- μέσα στο πλατωνικό κοσμοείδωλο.
Στο τέλος της παρούσας εργασίας δοκιμάζεται ένα συμπέρασμα, εν είδη ελάχιστου κοινού στοχασμού, που διαπερνά τα επιλεγμένα αποσπάσματα: ο Πλάτωνας εξορίζει τους ποιητές από την νομοκρατούμενη ιδανική του πολιτεία. Δεν θεωρεί την ποίηση κατάλληλο μορφωτικό εργαλείο, για τον άξιο πολίτη, που λατρεύει τους θεούς και αναζητά την αλήθεια στον κόσμο των Ιδεών. Όμως, την ίδια στιγμή, αποδέχεται την τεράστια ισχύ του ποιητικού λόγου και επισημαίνει το πώς θα μπορούσε να δράσει επικουρικά στην συγκρότηση της ιδανικής, κατ’ αυτόν, κοινωνίας.
Κλείνοντας την παρούσα αναφορά, ανοίγεται υπό μορφή ερώτησης για παραπέρα μελέτη -δεδομένης της ευρείας χρήσης ποιητικών μέσων και τεχνικών στο πλατωνικό έργο- η πλέον οξύμωρη υπόθεση: πόση ποίηση χρειάστηκε να υιοθετήσει ο Πλάτωνας, για να αναδείξει την φιλοσοφική του θέση και την κριτική του στάση έναντι της ποίησης;
ΙΙ
Στον Ίωνα συγκεκριμένα, συνδιαλέγεται ο Σωκράτης με τον ομώνυμο ραψωδό, το όνομα του οποίου αποτελεί και τον τίτλο του έργου. Κύριο θέμα είναι η κατάρτιση των ποιητών (καθώς και των ραψωδών). Συγκεκριμένα, η αξιοπιστία όσων διατείνονται. Με άλλα λόγια, αν γνωρίζουν ενδελεχώς τα θέματα πάνω στα οποία στήνουν τα ποιήματά τους ή απλώς κατέχουν την τέχνη της ποιητικής αναπαράστασης. Δηλαδή, αν εν τέλει, τα ποιήματα, και η περαιτέρω διερμηνεία τους από τους ραψωδούς, είναι ο καρπός μίας σώφρονος τέχνης ή το αποτέλεσμα του ένθεου αγγίγματος των Μουσών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Σωκράτης εκμαιεύει από τον Ίωνα την διαβεβαίωση, ότι ο καλός ραψωδός πρέπει όχι απλώς να γνωρίζει αλλά να κατανοεί σε βάθος τι λέει το ποίημα (530c-d). Έπειτα, με δεδομένη μια τέτοια επάρκεια γνώσεων, να μπορεί να ξεχωρίσει ποιος ποιητής μιλάει ορθά και ποιος εσφαλμένα, (532b) και όχι απλώς να μπορεί να αποδώσει τα λεγόμενα του Ομήρου λόγου χάρη (531a). Αν, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, τότε δεν μπορεί να μιλήσει, κατά τρόπο τεχνικό και επιστημονικό για τον ομηρικό έργο (532c). Σε απολογητικό τόνο, ο Ίωνας λέει στο Σωκράτη, ότι από τον Όμηρο έμαθε για τον πόλεμο και τη στρατηγική (540d/541b). ‘Ετσι όμως οδηγείται έμμεσα σε ανακολουθία, αφού δεν κατείχε από πριν αυτά τα οποία θα απήγγειλε, αλλά όπως υπονοεί η παραδοχή του, τα γνώρισε μέσω των ομηρικών κειμένων και της ιδιότητας του ως ραψωδού. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Σωκράτη, περί του αντικειμένου των τεχνών υπάρχει άγνοια, τόσο των ποιητών όσο και των ραψωδών αθέατη υπό τη σκέπη της θεϊκής έμπνευσης (534c/541e). Στο τέλος του έργου δε, ο φιλόσοφος δεν διστάζει να κατακεραυνώσει τον συνομιλητή του, αποδεικνύοντάς του ότι δεν είναι πραγματικά σοφός ερμηνευτής του Ομήρου (542a).
Παρά το δριμύ κατηγορητήριο περί γνωστικών ικανοτήτων, ο Πλάτωνας αναγνωρίζει τη δύναμη της έμπνευσης, που κατακλύζει τους ποιητές, ως επουράνια σαγήνη (536b). Παρατηρεί ότι το ποϊόν τους έχει κάτι το θείο, το αιθέριο, το μαγικό, το ένθεο και αλλόφρον (534b). Τους παρομοιάζει με τους πιστούς λάτρεις του Βάκχου που κατακυριεύονται από άλογες δυνάμεις (534a) και τους καλλιτέχνες που εμπνέονται από τις Μούσες, όπως οι χορευτές και οι τραγουδιστές (534a).
Έν κατακλείδι, ο Πλάτωνας στον Ίωνα παρόλο που αναδεικνύει με εύληπτο τρόπο την άγνοια των ποιητών, σχετικά με τις δεξιότητες ή τις τέχνες που αναπαριστούν (π.χ ιατρική ή στρατηγική στην Ιλιάδα), και την ακόμη μεγαλύτερη άγνοια των ραψωδών, εν τούτοις, αναγνωρίζει την γοητεία που εκλύουν τα έργα τους και την ισχυρή επίδραση που μπορούν να επιφέρουν στους ακροατές. Σε κάθε περίπτωση, θεωρεί ότι μία ένθεη δύναμη ενσταλάζεται στους ποιητές και τους ραψωδούς, που προτρέπει τους μεν να συνθέσουν, και τους δε να διερμηνεύσουν.
ΙΙΙ
H κριτική της ποίησης στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται για την εγκυρότητα των μύθων που πραγματεύεται και την χρησιμότητα της εν γένει (377e), σχετίζονται με την εκπαίδευση των “φυλάκων” (376c). Από κει πηγάζει το ερώτημα: κατά πόσο η ποίηση μπορεί να εκπαιδεύσει άξιους “φύλακες” που τους χαρακτηρίζει το θάρρος και η ρώμη;
Ο Πλάτωνας, μέσω του Σωκράτη, που τον θέτει αντιμέτωπο του Γλαύκωνα και του Αδείμαντα, κάνει λόγο για «κατασκευαστές μύθων» (377b), για ψεύδη που λέει ο Ησίοδος και ο Όμηρος (377d) παρόλο που ο τελευταίος είναι καλός ποιητής (μάλιστα «ο τραγικότερος των τραγικών»), για τον κίνδυνο των νέων να τους ακούν (378c) για το τί πρέπει να ξέρουν οι νέοι για τους μύθους αυτούς (378d ) και για επιβεβλημένη επίβλεψη των μυθοποιών (377b).
Συνεχίζει, μιλώντας για τους θεούς (379a), για το πώς πρέπει να διδάσκονται οι νέοι τα περί θεών (379a/380c), για το τι πρέπει να ξέρουν οι νέοι για το ποϊόν των θεών (382e), καταγράφοντας την αφοριστική πρόταση, ως σύμπτυξη της θεώρησης του, «δεν υπάρχει τίποτα από τον ψευδολόγο ποιητή μέσα στους θεούς» (382d).
Ο Πλάτωνας δίνει στην λατρεία των θεών ιδιαίτερη σημασία, θεωρώντας ότι συμβάλλει στην συνοχή και στην ευημερία της ιδανικής πολιτείας. Ως εκ τούτου, αντιδιαστέλλει τον σεβασμό, που πρέπει να διακρίνει τους πολίτες έναντι των θεών, προς τις ανίερες αμφισημίες που καταθέτουν οι ποιητές. Οι θεοί επέχουν μία σεπτή, ανώτερη θέση και οι προθέσεις τους μόνο ως αγνές και αγαθές μπορούν να νοούνται. Οι ποιητές όμως, όταν τους παρουσιάζουν με αδυναμίες και ελαττώματα παραπλανούν τους πολίτες και κλονίζουν την πίστη τους, ιδιαίτερα των νεοτέρων μεταξύ αυτών. Γι’αυτό οι συνθέσεις των ποιητών πρέπει να υπόκεινται σε διαρκή έλεγχο.
ΙV
Στο τρίτο βιβλίο της Πολιτείας, ο Σωκράτης αναφέρει πως η ποίηση πρέπει να ενθαρρύνει τους νέους να αποκτήσουν δύο αρετές: θάρρος και μετριοπάθεια. Επίσης, τα ποιήματα πρέπει να αποφεύγουν να μιμούνται τις ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις που ζουν οι θεοί (388 c/390c) και οι ταραγμένοι ψυχικά ήρωες (391c).
Επεκτείνει την κριτική του σε όποιον γενικά εκφέρει δημόσιο λόγο, θεωρώντας πως πρέπει, στην ομιλία του ή στο κείμενό του, να εξισώνει τον ευτυχή με κείνον που διαπράττει το καλό, και τον δυστυχή με εκείνον που διαπράττει το κακό. Ισχυρίζεται, πως όχι μόνο οι ρήτορες, πρέπει να τονίζουν διαρκώς την παραπάνω ακολουθία στους συλλογισμούς τους αλλά και οι ποιητές, αφού η ποίηση αποτελεί μία υποκατηγορία της ρητορικής.
H σκέψη του Πλάτωνα περί “φόρμας” και “τεχνικής”, όπως θα λέγαμε σήμερα, ξεκινάει με τον ισχυρισμό του Σωκράτη, ότι οι ποιητές ταυτίζονται με τους κατασκευαστές μύθων (392c) και αναπτύσσεται, με μία λεπτομερή διάκριση των ειδών της ποιητικής τέχνης και των μέσων που μετέρχονται αυτοί, για να επιτελέσουν τους σκοπούς τους. Συγκεκριμένα αναφέρει, ότι οι ποιητές οδηγούν την αφήγηση τους μέσω της «διήγησης», που είναι άλλοτε απλή και άλλοτε μιμητική, «μίμησις» (392d). Όταν ο ποιητής μιλάει σε πρώτο πρόσωπο είναι απλή και όταν μιλάει σε τρίτο είναι μιμητική. Συνεχίζοντας, διαχωρίζει τα ποιητικά είδη βάσει αυτής της διάκρισης. Κατ’αυτόν η κωμωδία και η τραγωδία αναπαριστώνται μόνο μέσω μίμησης, ενώ οι διθύραμβοι αποδίδονται με απλή αφήγηση∙ τα δε έπη, και με τις δύο τεχνικές (394c).
Ο Σωκράτης καταφέρεται εναντίον των μιμητικών ειδών (394e/395b), και προειδοποιεί πως οι “φύλακες” δεν πρέπει να ασκούνται σε μιμητικά είδη λόγου, διότι εθίζονται στους θεατρινισμούς και την μαλθακότητα. Τέτοια χαρακτηριστικά, δεν προσιδιάζουν στη σκληραγώγηση και την εκπαίδευση που πρέπει να λάβουν οι νέοι, για να ανταποκριθούν, στον καίριο κοινωνικό ρόλο που θα κληθούν να ενσαρκώσουν (395e-396b).
Σε μία απόπειρα να συνδεθεί άμεσα η λειτουργικότητα και η χρησιμότητα των ποιητικών κειμένων με την ιδανική πολιτεία, ο Σωκράτης διαχωρίζει την κακή ποίηση από την καλή. Επισημαίνει, ότι η πρώτη είναι επικίνδυνη, σε αντίθεση με την δεύτερη, που εμπεριέχοντας πράξεις αξιόλογων ανθρώπων και υμνητικές αφηγήσεις προς τους θεούς, είναι ευπρόσδεκτη (390a-b).
Η διάκριση περί μιμητικής και απλής αφήγησης λείπει τελείως από τον ‘Ιωνα, ενώ στο παρόν βιβλίο καταλαμβάνει κεντρική θέση. O Πλάτωνας φαίνεται, σε σχέση με το πρώιμο έργο του, να αναστοχάζεται την λειτουργία και τις επιδρώσες παρενέργειες της ποίησης, κάτι που δικαιολογεί την εμβάθυνση της κριτικής του, τόσο στην θεματολογία των ποιητών, όσο και στις τεχνικές που αυτοί ακολουθούν.
Σε κάθε περίπτωση όμως, ο Πλάτωνας, δεν παρεκκλίνει από την αυστηρά ηθικοπλαστική του οπτική, μέσω της οποίας βλέπει την παρουσία των ποιητών στη ιδανική, κατ΄αυτόν, πολιτεία, και την ωφελιμιστική, με την σύγχρονη φιλοσοφική έννοια, συλλογιστική του.
Χ
Ο Πλάτωνας, στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας του επεξηγεί αναλυτικότερα τους λόγους για τους οποίους οι ποιητές δεν θα πρέπει, κατά κανόνα, να είναι ευπρόσδεκτοι στην πολιτεία που οραματίζεται, παρόλο που τους θεωρεί ικανότατους να συνεπαίρνουν τους πολίτες και να τους εγχαράσσουν δυνατές εντυπώσεις.
Επανέρχεται στις σκέψεις του για την μιμητική τέχνη υπογραμμίζοντας πως δεν είναι αποδεκτή (595a). Οι κουβέντες του μάλιστα σκληραίνουν περισσότερο λέγοντας πως τα ψέμματα των ποιητικών συνθέσεων μπορεί να μολύνουν τους ακροατές αν δεν έχουν την πρωθύστερη γνώση ως φάρμακο να τα αντιμετωπίσουν (595b). Μολαταύτα, αργότερα αναδιπλώνεται μερικώς, αναγνωρίζοντας τον Όμηρο ως καλό ποιητή (595b-c), και τους ποιητές ως κατόχους της ικανότητας να θέλγουν (598b-e). Διασαφηνίζει, εν τέλει, περισσότερο τον στοχασμό του διαχωρίζοντας μ ό ν ο ένα μέρος της μιμητικής τέχνης ως επικίνδυνης, (398a-b) ενώ σε κάποιο άλλο σημείο του εν λόγω έργου του κάνει ένα νεύμα αποδοχής προς του ποιητές που υμνούν τους θεούς και εγκωμιάζουν τις αρετές των καλών πολιτών.
Αναλύει την σχέση των ποιητών με την αλήθεια, ξεδιπλώνοντας την επιχειρηματολογία του για τα στάδια που τους χωρίζει από την τελευταία αυτή (597a-e). Συγκεκριμένα, αφού η αλήθεια ταυτίζεται με τον κόσμο των Ιδεών, και αφού οι τεχνίτες (π.χ μαραγκοί) είναι αυτοί που κατασκευάζουν τα ομοιώματα αυτών των ιδεών (π.χ τραπέζια) δημιουργώντας τον αισθητό κόσμο που μας περιβάλλει, οι ποιητές που αναπαριστούν με λέξεις τον αισθητό κόσμο (π.χ. με τη λέξη τραπέζια), ως τρίτοι αυτής της αλληλουχίας, βρίσκονται τρία στάδια μακριά από την αλήθεια, (598e).
Απευθύνεται στους ποιητές με τραχύτητα λέγοντας πως έχουν έλλειψη επίγνωσης αυτών επί των οποίων μιλούν (598d-602b). Παρεμβάλλει, εν είδη παραίνεσης, μία παρατήρηση λέγοντας, πως πρέπει να γράφουν ποιήματα για πράγματα που γνωρίζουν καλά (599e 3-5). Επιτίθεται στον Όμηρο, λέγοντας ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις για επαρκή μόρφωση των “φυλάκων” (599c/600e)· συμπληρώνει δε, ότι οι ποιητές, στο σύνολο τους, ζωγραφίζουν με τον λόγο τους φαντάσματα αρετών και άλλων αντικειμένων (600e).
Επανέρχεται στον Όμηρο λέγοντας, πως είναι ο μέγιστος των ποιητών και πρώτος ανάμεσα στους τραγικούς (607a). Επισημαίνει όμως ότι, πέρα από τους ύμνους προς τους θεούς και τα εγκώμια προς τους καλούς ανθρώπους, οι ποιητές ξυπνούν και τρέφουν ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις (605b). Φοβάται ότι αυτή η ψυχική εκτράχυνση θα πάρει τα πρωτεία στις αξίες τις πολιτείας και θεωρεί ότι θα υποσκελίσει την προσήλωση των πολιτών στους νόμους (606e-607a). Τέλος συμπυκνώνει σε μία φράση όλο το πλαίσιο της προβληματικής του, αναφέροντας ότι υπάρχει μία «παλαιά έριδα μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης» (607b), αντιδιαστέλλοντας ευθέως τα δύο μεγέθη.
Στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας ο Πλάτωνας, παραδόξως, την ίδια στιγμή που αποσαφηνίζει και επιτομεί την κριτική του έναντι της ποίησης, πλαγιοκοπεί και ονοματίζει τις διαχρονικές αρετές της. Πρωταρχικά και πρόδηλα, τονίζει ακόμη περισσότερο την ισχνή κατάρτιση των ποιητών, τον βαθμό απομάκρυνσής τους από την αλήθεια και τον κίνδυνο που αποτελούν για την ιδανική πολιτεία. Δευτερευόντως όμως, και υποδόρια, στρώνει το έδαφος να ευδοκιμήσουν ποιητικά κείμενα με παιδευτικό χαρακτήρα, η θεματική και η μορφή των οποίων απαντούν στα κριτήρια που θέτει. Την μία στιγμή καταδεικνύει ότι η ποίηση υπολείπεται μορφωτικής αξίας έναντι της φιλοσοφίας και την άλλη, –ηθελημένα ή αθέλητα– εξισώνει τις δύο τέχνες ως δύο ισχυρές αντίθετες πρακτικές που διαχρονικά μάχονται για την πρωτοκαθεδρία.
ΧΙ
Ο Πλάτωνας στον Ίωνα και στα τρία βιβλία της Πολιτείας που προαναφέρθηκαν, αντιμάχεται τους ποιητές, θεωρεί ότι δεν είναι επαρκείς γνώστες, ότι παραπλανούν, ψεύδονται και ενίοτε δεν σέβονται τους θεούς. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο θεωρεί ο φιλόσοφος ότι δεν πρέπει, κατά κανόνα, τα κείμενα τους να αποτελούν εκπαιδευτική ύλη των νέων και ιδιαίτερα των “φιλοσόφων-φυλάκων”. Διότι, είτε διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα είτε εξαίρουν παράφορες ψυχικές εκφράσεις και υποδαυλίζουν επικίνδυνες έξεις.
Παράλληλα όμως, κατά την εκδίπλωση του πλατωνικού έργου συντελείται το εξής παράδοξο: ολοένα περισσότερο ο φιλόσοφος προκρίνει μία νουθεσία και μία κατευθυντήρια γραμμή για την ποίηση, ως να μην είναι δυνατός, ακόμη και επιθυμητός, ο απόλυτος εξοστρακισμός της. Αναγνωρίζεται η γοητεία που εκπέμπει ο ποιητικός λόγος, και εν τέλει μέσα από την συνεχή ανάλυση αλλά και την καταγεγραμμένη παραδοχή τής δύναμής της, η ποίηση δικαιώνεται. Δικαιώνεται αφού -ίσως έμμεσα και χωρίς πρόθεση- φωτίζεται η αξία της από την ίδια την εμμονή, του φιλοσόφου, να την υπερκεράσει και να την τοποθετήσει απέναντι από την φιλοσοφία συστήνοντας ένα αντιθετικό ζεύγος. Δικαιώνεται, κατ’ουσίαν, ως δραστικού εργαλείου νοηματοδότησης, εκλέπτυνσης και μεταφοράς των συλλογισμών ενός στοχαστή, αφού, ο ίδιος ο φιλόσοφος, στην προσπάθεια του να αναδείξει την ισχύ των θέσεων του, μεταχειρίζεται πλειάδα ποιητικών μέσων (παρομοίωση, μέτρο, ρίμα, ρυθμό) και τεχνικών (ειρωνεία, δραματοποίηση, μύθο, σκηνοθεσία).
Η αποδοχή αυτής της οπτικής διαμορφώνει κατά συνέπεια, για περαιτέρω αξιολόγηση της βαθύτερης συγγένειας και αποδοχής της ποίησης από τον Πλάτωνα, το πλέον οξύμωρο ερώτημα: πόση ποίηση χρειάστηκε ο Πλάτωνας για να εδραιώσει την κριτικό στοχασμό του έναντι της ποίησης;
----------------------
ΒΙΒΙΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Albert Cook, The Stance of Plato, Littlefield Adams Books, Maryland, 1996.
Thomas Could, The Quarrel Between Philosophy and Poetry, Princeton University Press, Princeton,1991.
Παύλος Δανδράκης, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Φοίνιξ, Αθήνα, 1953.
Gotfried Martin, Πλάτων, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1991.
Penelope Murray, Plato on Poetry: Ion; Republic 376e-398b9; Republic 595-608b10, Cambridge, Unicersity Press, Cambridge, 1996.
Πλάτων Ίων, μτφρ., σχόλια: Α. Λαούρδας, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα.
Πλάτων Ίων, μτφρ., σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1994.
Πλάτων, Πολιτεία, μτφρ., σχόλια: Κ. Γεωργούλης, εκδ. Δημ. Εμ. Αλεξίου, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 1939.
Στην παρούσα σύνοψη των απόψεων του Πλάτωνα για τους ποιητές και την ποίηση εν γένει, συμποσούνται οι σχετικές αναφορές του στον Ίωνα και στο II, III και Χ βιβλίο της Πολιτείας. Απώτερος στόχος είναι να επιχειρηθεί ένας αδρός σχολιασμός των θέσεών τού Αθηναίου φιλοσόφου, σε κάθε ένα από τα εν λόγω βιβλία και να ιχνηλατηθεί μία ελλειπτική, αλλά ως το δυνατόν αντιπροσωπευτική, διαδρομή των απόψεών του.
Τα κυριότερα σημεία στα οποία εστιάζεται ο κριτικός στοχασμός του Πλάτωνα είναι: α) οι γνώσεις και οι ικανότητες των ποιητών, β) η παιδαγωγική αξία της ποίησης και η αποτίμησή της με γνώμονα την συνεισφορά της στην εκπαίδευση των νέων και ιδιαίτερα των “φυλάκων” της ιδανικής πόλης, γ) η διφορούμενη στάση των ποιητών έναντι των θεών, δ) η σχέση της ποιητικής αναπαράστασης με τον κόσμο των Ιδεών –τον μόνο αληθινό ε) η συγκριτική εξέταση της ποίησης με την φιλοσοφία -της ύψιστης τέχνης- μέσα στο πλατωνικό κοσμοείδωλο.
Στο τέλος της παρούσας εργασίας δοκιμάζεται ένα συμπέρασμα, εν είδη ελάχιστου κοινού στοχασμού, που διαπερνά τα επιλεγμένα αποσπάσματα: ο Πλάτωνας εξορίζει τους ποιητές από την νομοκρατούμενη ιδανική του πολιτεία. Δεν θεωρεί την ποίηση κατάλληλο μορφωτικό εργαλείο, για τον άξιο πολίτη, που λατρεύει τους θεούς και αναζητά την αλήθεια στον κόσμο των Ιδεών. Όμως, την ίδια στιγμή, αποδέχεται την τεράστια ισχύ του ποιητικού λόγου και επισημαίνει το πώς θα μπορούσε να δράσει επικουρικά στην συγκρότηση της ιδανικής, κατ’ αυτόν, κοινωνίας.
Κλείνοντας την παρούσα αναφορά, ανοίγεται υπό μορφή ερώτησης για παραπέρα μελέτη -δεδομένης της ευρείας χρήσης ποιητικών μέσων και τεχνικών στο πλατωνικό έργο- η πλέον οξύμωρη υπόθεση: πόση ποίηση χρειάστηκε να υιοθετήσει ο Πλάτωνας, για να αναδείξει την φιλοσοφική του θέση και την κριτική του στάση έναντι της ποίησης;
ΙΙ
Στον Ίωνα συγκεκριμένα, συνδιαλέγεται ο Σωκράτης με τον ομώνυμο ραψωδό, το όνομα του οποίου αποτελεί και τον τίτλο του έργου. Κύριο θέμα είναι η κατάρτιση των ποιητών (καθώς και των ραψωδών). Συγκεκριμένα, η αξιοπιστία όσων διατείνονται. Με άλλα λόγια, αν γνωρίζουν ενδελεχώς τα θέματα πάνω στα οποία στήνουν τα ποιήματά τους ή απλώς κατέχουν την τέχνη της ποιητικής αναπαράστασης. Δηλαδή, αν εν τέλει, τα ποιήματα, και η περαιτέρω διερμηνεία τους από τους ραψωδούς, είναι ο καρπός μίας σώφρονος τέχνης ή το αποτέλεσμα του ένθεου αγγίγματος των Μουσών.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Σωκράτης εκμαιεύει από τον Ίωνα την διαβεβαίωση, ότι ο καλός ραψωδός πρέπει όχι απλώς να γνωρίζει αλλά να κατανοεί σε βάθος τι λέει το ποίημα (530c-d). Έπειτα, με δεδομένη μια τέτοια επάρκεια γνώσεων, να μπορεί να ξεχωρίσει ποιος ποιητής μιλάει ορθά και ποιος εσφαλμένα, (532b) και όχι απλώς να μπορεί να αποδώσει τα λεγόμενα του Ομήρου λόγου χάρη (531a). Αν, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, τότε δεν μπορεί να μιλήσει, κατά τρόπο τεχνικό και επιστημονικό για τον ομηρικό έργο (532c). Σε απολογητικό τόνο, ο Ίωνας λέει στο Σωκράτη, ότι από τον Όμηρο έμαθε για τον πόλεμο και τη στρατηγική (540d/541b). ‘Ετσι όμως οδηγείται έμμεσα σε ανακολουθία, αφού δεν κατείχε από πριν αυτά τα οποία θα απήγγειλε, αλλά όπως υπονοεί η παραδοχή του, τα γνώρισε μέσω των ομηρικών κειμένων και της ιδιότητας του ως ραψωδού. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Σωκράτη, περί του αντικειμένου των τεχνών υπάρχει άγνοια, τόσο των ποιητών όσο και των ραψωδών αθέατη υπό τη σκέπη της θεϊκής έμπνευσης (534c/541e). Στο τέλος του έργου δε, ο φιλόσοφος δεν διστάζει να κατακεραυνώσει τον συνομιλητή του, αποδεικνύοντάς του ότι δεν είναι πραγματικά σοφός ερμηνευτής του Ομήρου (542a).
Παρά το δριμύ κατηγορητήριο περί γνωστικών ικανοτήτων, ο Πλάτωνας αναγνωρίζει τη δύναμη της έμπνευσης, που κατακλύζει τους ποιητές, ως επουράνια σαγήνη (536b). Παρατηρεί ότι το ποϊόν τους έχει κάτι το θείο, το αιθέριο, το μαγικό, το ένθεο και αλλόφρον (534b). Τους παρομοιάζει με τους πιστούς λάτρεις του Βάκχου που κατακυριεύονται από άλογες δυνάμεις (534a) και τους καλλιτέχνες που εμπνέονται από τις Μούσες, όπως οι χορευτές και οι τραγουδιστές (534a).
Έν κατακλείδι, ο Πλάτωνας στον Ίωνα παρόλο που αναδεικνύει με εύληπτο τρόπο την άγνοια των ποιητών, σχετικά με τις δεξιότητες ή τις τέχνες που αναπαριστούν (π.χ ιατρική ή στρατηγική στην Ιλιάδα), και την ακόμη μεγαλύτερη άγνοια των ραψωδών, εν τούτοις, αναγνωρίζει την γοητεία που εκλύουν τα έργα τους και την ισχυρή επίδραση που μπορούν να επιφέρουν στους ακροατές. Σε κάθε περίπτωση, θεωρεί ότι μία ένθεη δύναμη ενσταλάζεται στους ποιητές και τους ραψωδούς, που προτρέπει τους μεν να συνθέσουν, και τους δε να διερμηνεύσουν.
ΙΙΙ
H κριτική της ποίησης στο δεύτερο βιβλίο της Πολιτείας και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται για την εγκυρότητα των μύθων που πραγματεύεται και την χρησιμότητα της εν γένει (377e), σχετίζονται με την εκπαίδευση των “φυλάκων” (376c). Από κει πηγάζει το ερώτημα: κατά πόσο η ποίηση μπορεί να εκπαιδεύσει άξιους “φύλακες” που τους χαρακτηρίζει το θάρρος και η ρώμη;
Ο Πλάτωνας, μέσω του Σωκράτη, που τον θέτει αντιμέτωπο του Γλαύκωνα και του Αδείμαντα, κάνει λόγο για «κατασκευαστές μύθων» (377b), για ψεύδη που λέει ο Ησίοδος και ο Όμηρος (377d) παρόλο που ο τελευταίος είναι καλός ποιητής (μάλιστα «ο τραγικότερος των τραγικών»), για τον κίνδυνο των νέων να τους ακούν (378c) για το τί πρέπει να ξέρουν οι νέοι για τους μύθους αυτούς (378d ) και για επιβεβλημένη επίβλεψη των μυθοποιών (377b).
Συνεχίζει, μιλώντας για τους θεούς (379a), για το πώς πρέπει να διδάσκονται οι νέοι τα περί θεών (379a/380c), για το τι πρέπει να ξέρουν οι νέοι για το ποϊόν των θεών (382e), καταγράφοντας την αφοριστική πρόταση, ως σύμπτυξη της θεώρησης του, «δεν υπάρχει τίποτα από τον ψευδολόγο ποιητή μέσα στους θεούς» (382d).
Ο Πλάτωνας δίνει στην λατρεία των θεών ιδιαίτερη σημασία, θεωρώντας ότι συμβάλλει στην συνοχή και στην ευημερία της ιδανικής πολιτείας. Ως εκ τούτου, αντιδιαστέλλει τον σεβασμό, που πρέπει να διακρίνει τους πολίτες έναντι των θεών, προς τις ανίερες αμφισημίες που καταθέτουν οι ποιητές. Οι θεοί επέχουν μία σεπτή, ανώτερη θέση και οι προθέσεις τους μόνο ως αγνές και αγαθές μπορούν να νοούνται. Οι ποιητές όμως, όταν τους παρουσιάζουν με αδυναμίες και ελαττώματα παραπλανούν τους πολίτες και κλονίζουν την πίστη τους, ιδιαίτερα των νεοτέρων μεταξύ αυτών. Γι’αυτό οι συνθέσεις των ποιητών πρέπει να υπόκεινται σε διαρκή έλεγχο.
ΙV
Στο τρίτο βιβλίο της Πολιτείας, ο Σωκράτης αναφέρει πως η ποίηση πρέπει να ενθαρρύνει τους νέους να αποκτήσουν δύο αρετές: θάρρος και μετριοπάθεια. Επίσης, τα ποιήματα πρέπει να αποφεύγουν να μιμούνται τις ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις που ζουν οι θεοί (388 c/390c) και οι ταραγμένοι ψυχικά ήρωες (391c).
Επεκτείνει την κριτική του σε όποιον γενικά εκφέρει δημόσιο λόγο, θεωρώντας πως πρέπει, στην ομιλία του ή στο κείμενό του, να εξισώνει τον ευτυχή με κείνον που διαπράττει το καλό, και τον δυστυχή με εκείνον που διαπράττει το κακό. Ισχυρίζεται, πως όχι μόνο οι ρήτορες, πρέπει να τονίζουν διαρκώς την παραπάνω ακολουθία στους συλλογισμούς τους αλλά και οι ποιητές, αφού η ποίηση αποτελεί μία υποκατηγορία της ρητορικής.
H σκέψη του Πλάτωνα περί “φόρμας” και “τεχνικής”, όπως θα λέγαμε σήμερα, ξεκινάει με τον ισχυρισμό του Σωκράτη, ότι οι ποιητές ταυτίζονται με τους κατασκευαστές μύθων (392c) και αναπτύσσεται, με μία λεπτομερή διάκριση των ειδών της ποιητικής τέχνης και των μέσων που μετέρχονται αυτοί, για να επιτελέσουν τους σκοπούς τους. Συγκεκριμένα αναφέρει, ότι οι ποιητές οδηγούν την αφήγηση τους μέσω της «διήγησης», που είναι άλλοτε απλή και άλλοτε μιμητική, «μίμησις» (392d). Όταν ο ποιητής μιλάει σε πρώτο πρόσωπο είναι απλή και όταν μιλάει σε τρίτο είναι μιμητική. Συνεχίζοντας, διαχωρίζει τα ποιητικά είδη βάσει αυτής της διάκρισης. Κατ’αυτόν η κωμωδία και η τραγωδία αναπαριστώνται μόνο μέσω μίμησης, ενώ οι διθύραμβοι αποδίδονται με απλή αφήγηση∙ τα δε έπη, και με τις δύο τεχνικές (394c).
Ο Σωκράτης καταφέρεται εναντίον των μιμητικών ειδών (394e/395b), και προειδοποιεί πως οι “φύλακες” δεν πρέπει να ασκούνται σε μιμητικά είδη λόγου, διότι εθίζονται στους θεατρινισμούς και την μαλθακότητα. Τέτοια χαρακτηριστικά, δεν προσιδιάζουν στη σκληραγώγηση και την εκπαίδευση που πρέπει να λάβουν οι νέοι, για να ανταποκριθούν, στον καίριο κοινωνικό ρόλο που θα κληθούν να ενσαρκώσουν (395e-396b).
Σε μία απόπειρα να συνδεθεί άμεσα η λειτουργικότητα και η χρησιμότητα των ποιητικών κειμένων με την ιδανική πολιτεία, ο Σωκράτης διαχωρίζει την κακή ποίηση από την καλή. Επισημαίνει, ότι η πρώτη είναι επικίνδυνη, σε αντίθεση με την δεύτερη, που εμπεριέχοντας πράξεις αξιόλογων ανθρώπων και υμνητικές αφηγήσεις προς τους θεούς, είναι ευπρόσδεκτη (390a-b).
Η διάκριση περί μιμητικής και απλής αφήγησης λείπει τελείως από τον ‘Ιωνα, ενώ στο παρόν βιβλίο καταλαμβάνει κεντρική θέση. O Πλάτωνας φαίνεται, σε σχέση με το πρώιμο έργο του, να αναστοχάζεται την λειτουργία και τις επιδρώσες παρενέργειες της ποίησης, κάτι που δικαιολογεί την εμβάθυνση της κριτικής του, τόσο στην θεματολογία των ποιητών, όσο και στις τεχνικές που αυτοί ακολουθούν.
Σε κάθε περίπτωση όμως, ο Πλάτωνας, δεν παρεκκλίνει από την αυστηρά ηθικοπλαστική του οπτική, μέσω της οποίας βλέπει την παρουσία των ποιητών στη ιδανική, κατ΄αυτόν, πολιτεία, και την ωφελιμιστική, με την σύγχρονη φιλοσοφική έννοια, συλλογιστική του.
Χ
Ο Πλάτωνας, στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας του επεξηγεί αναλυτικότερα τους λόγους για τους οποίους οι ποιητές δεν θα πρέπει, κατά κανόνα, να είναι ευπρόσδεκτοι στην πολιτεία που οραματίζεται, παρόλο που τους θεωρεί ικανότατους να συνεπαίρνουν τους πολίτες και να τους εγχαράσσουν δυνατές εντυπώσεις.
Επανέρχεται στις σκέψεις του για την μιμητική τέχνη υπογραμμίζοντας πως δεν είναι αποδεκτή (595a). Οι κουβέντες του μάλιστα σκληραίνουν περισσότερο λέγοντας πως τα ψέμματα των ποιητικών συνθέσεων μπορεί να μολύνουν τους ακροατές αν δεν έχουν την πρωθύστερη γνώση ως φάρμακο να τα αντιμετωπίσουν (595b). Μολαταύτα, αργότερα αναδιπλώνεται μερικώς, αναγνωρίζοντας τον Όμηρο ως καλό ποιητή (595b-c), και τους ποιητές ως κατόχους της ικανότητας να θέλγουν (598b-e). Διασαφηνίζει, εν τέλει, περισσότερο τον στοχασμό του διαχωρίζοντας μ ό ν ο ένα μέρος της μιμητικής τέχνης ως επικίνδυνης, (398a-b) ενώ σε κάποιο άλλο σημείο του εν λόγω έργου του κάνει ένα νεύμα αποδοχής προς του ποιητές που υμνούν τους θεούς και εγκωμιάζουν τις αρετές των καλών πολιτών.
Αναλύει την σχέση των ποιητών με την αλήθεια, ξεδιπλώνοντας την επιχειρηματολογία του για τα στάδια που τους χωρίζει από την τελευταία αυτή (597a-e). Συγκεκριμένα, αφού η αλήθεια ταυτίζεται με τον κόσμο των Ιδεών, και αφού οι τεχνίτες (π.χ μαραγκοί) είναι αυτοί που κατασκευάζουν τα ομοιώματα αυτών των ιδεών (π.χ τραπέζια) δημιουργώντας τον αισθητό κόσμο που μας περιβάλλει, οι ποιητές που αναπαριστούν με λέξεις τον αισθητό κόσμο (π.χ. με τη λέξη τραπέζια), ως τρίτοι αυτής της αλληλουχίας, βρίσκονται τρία στάδια μακριά από την αλήθεια, (598e).
Απευθύνεται στους ποιητές με τραχύτητα λέγοντας πως έχουν έλλειψη επίγνωσης αυτών επί των οποίων μιλούν (598d-602b). Παρεμβάλλει, εν είδη παραίνεσης, μία παρατήρηση λέγοντας, πως πρέπει να γράφουν ποιήματα για πράγματα που γνωρίζουν καλά (599e 3-5). Επιτίθεται στον Όμηρο, λέγοντας ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις για επαρκή μόρφωση των “φυλάκων” (599c/600e)· συμπληρώνει δε, ότι οι ποιητές, στο σύνολο τους, ζωγραφίζουν με τον λόγο τους φαντάσματα αρετών και άλλων αντικειμένων (600e).
Επανέρχεται στον Όμηρο λέγοντας, πως είναι ο μέγιστος των ποιητών και πρώτος ανάμεσα στους τραγικούς (607a). Επισημαίνει όμως ότι, πέρα από τους ύμνους προς τους θεούς και τα εγκώμια προς τους καλούς ανθρώπους, οι ποιητές ξυπνούν και τρέφουν ακραίες συναισθηματικές καταστάσεις (605b). Φοβάται ότι αυτή η ψυχική εκτράχυνση θα πάρει τα πρωτεία στις αξίες τις πολιτείας και θεωρεί ότι θα υποσκελίσει την προσήλωση των πολιτών στους νόμους (606e-607a). Τέλος συμπυκνώνει σε μία φράση όλο το πλαίσιο της προβληματικής του, αναφέροντας ότι υπάρχει μία «παλαιά έριδα μεταξύ φιλοσοφίας και ποίησης» (607b), αντιδιαστέλλοντας ευθέως τα δύο μεγέθη.
Στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας ο Πλάτωνας, παραδόξως, την ίδια στιγμή που αποσαφηνίζει και επιτομεί την κριτική του έναντι της ποίησης, πλαγιοκοπεί και ονοματίζει τις διαχρονικές αρετές της. Πρωταρχικά και πρόδηλα, τονίζει ακόμη περισσότερο την ισχνή κατάρτιση των ποιητών, τον βαθμό απομάκρυνσής τους από την αλήθεια και τον κίνδυνο που αποτελούν για την ιδανική πολιτεία. Δευτερευόντως όμως, και υποδόρια, στρώνει το έδαφος να ευδοκιμήσουν ποιητικά κείμενα με παιδευτικό χαρακτήρα, η θεματική και η μορφή των οποίων απαντούν στα κριτήρια που θέτει. Την μία στιγμή καταδεικνύει ότι η ποίηση υπολείπεται μορφωτικής αξίας έναντι της φιλοσοφίας και την άλλη, –ηθελημένα ή αθέλητα– εξισώνει τις δύο τέχνες ως δύο ισχυρές αντίθετες πρακτικές που διαχρονικά μάχονται για την πρωτοκαθεδρία.
ΧΙ
Ο Πλάτωνας στον Ίωνα και στα τρία βιβλία της Πολιτείας που προαναφέρθηκαν, αντιμάχεται τους ποιητές, θεωρεί ότι δεν είναι επαρκείς γνώστες, ότι παραπλανούν, ψεύδονται και ενίοτε δεν σέβονται τους θεούς. Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο θεωρεί ο φιλόσοφος ότι δεν πρέπει, κατά κανόνα, τα κείμενα τους να αποτελούν εκπαιδευτική ύλη των νέων και ιδιαίτερα των “φιλοσόφων-φυλάκων”. Διότι, είτε διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα είτε εξαίρουν παράφορες ψυχικές εκφράσεις και υποδαυλίζουν επικίνδυνες έξεις.
Παράλληλα όμως, κατά την εκδίπλωση του πλατωνικού έργου συντελείται το εξής παράδοξο: ολοένα περισσότερο ο φιλόσοφος προκρίνει μία νουθεσία και μία κατευθυντήρια γραμμή για την ποίηση, ως να μην είναι δυνατός, ακόμη και επιθυμητός, ο απόλυτος εξοστρακισμός της. Αναγνωρίζεται η γοητεία που εκπέμπει ο ποιητικός λόγος, και εν τέλει μέσα από την συνεχή ανάλυση αλλά και την καταγεγραμμένη παραδοχή τής δύναμής της, η ποίηση δικαιώνεται. Δικαιώνεται αφού -ίσως έμμεσα και χωρίς πρόθεση- φωτίζεται η αξία της από την ίδια την εμμονή, του φιλοσόφου, να την υπερκεράσει και να την τοποθετήσει απέναντι από την φιλοσοφία συστήνοντας ένα αντιθετικό ζεύγος. Δικαιώνεται, κατ’ουσίαν, ως δραστικού εργαλείου νοηματοδότησης, εκλέπτυνσης και μεταφοράς των συλλογισμών ενός στοχαστή, αφού, ο ίδιος ο φιλόσοφος, στην προσπάθεια του να αναδείξει την ισχύ των θέσεων του, μεταχειρίζεται πλειάδα ποιητικών μέσων (παρομοίωση, μέτρο, ρίμα, ρυθμό) και τεχνικών (ειρωνεία, δραματοποίηση, μύθο, σκηνοθεσία).
Η αποδοχή αυτής της οπτικής διαμορφώνει κατά συνέπεια, για περαιτέρω αξιολόγηση της βαθύτερης συγγένειας και αποδοχής της ποίησης από τον Πλάτωνα, το πλέον οξύμωρο ερώτημα: πόση ποίηση χρειάστηκε ο Πλάτωνας για να εδραιώσει την κριτικό στοχασμό του έναντι της ποίησης;
----------------------
ΒΙΒΙΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Albert Cook, The Stance of Plato, Littlefield Adams Books, Maryland, 1996.
Thomas Could, The Quarrel Between Philosophy and Poetry, Princeton University Press, Princeton,1991.
Παύλος Δανδράκης, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Φοίνιξ, Αθήνα, 1953.
Gotfried Martin, Πλάτων, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1991.
Penelope Murray, Plato on Poetry: Ion; Republic 376e-398b9; Republic 595-608b10, Cambridge, Unicersity Press, Cambridge, 1996.
Πλάτων Ίων, μτφρ., σχόλια: Α. Λαούρδας, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα.
Πλάτων Ίων, μτφρ., σχόλια: Φιλολογική Ομάδα Κάκτου, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1994.
Πλάτων, Πολιτεία, μτφρ., σχόλια: Κ. Γεωργούλης, εκδ. Δημ. Εμ. Αλεξίου, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 1939.
Άγαρ η κακοποιημένη δούλα
Κακοποίηση εγκύου, στην Παλαιά Διαθήκη!
Γίνεται ολοένα σαφέστερο, ότι ο θεός του Αβραάμ, δεν είναι ο μεγαλειώδης κοσμικός δημιουργός, που οι φιλευσεβοι άνθρωποι τον θέλουν να εξουσιάζει την συμπαντική απεραντοσύνη. Θα λέγαμε μάλιστα, πως ούτε ο τίτλος του πανανθρώπινου του ταίριαζε, αφού ολοφάνερα είναι ένας πολύ οικογενειακός, πολύ προσωπικός θεός. Ο θεός του Αβραάμ είχε στραμμένη την προσοχή του, μόνο σε ότι απασχολούσε τον υπερευνοημένο προφήτη του! Ήταν δίπλα του, μόνο για να του συμπαραστέκεται, να "ευλογεί" τα σχέδια του και να εκπληρώνει κάθε του επιθυμία. Καμία απ’ τις οικογενειακές έγνοιες του προφήτη, δεν άφησαν τον θεό αυτό αδιάφορο.
Βέβαια, θα μπορούσε ίσως, να δώσει λίγη απ’ την πολύτιμη προσοχή του και στον γειτονικό Αιγιακό πολιτισμό, που με τις Κυκλάδες, τις Μυκήνες και την Μινωική Κρήτη, περίπου την ιδια αυτή περίοδο, βρισκόταν σε πλήρη πολιτισμική άνθηση. Αλλά όχι! Ο μοναδικός θεός όλου του κόσμου, (κατά την Βίβλο πάντοτε) προτιμά για εντελώς ακατανόητους σε μας λόγους, να κάνει "συντροφιά" στις ερημιές, μόνο στον σκηνίτη, προφήτη του κατασχετικού δόλου και να του συμπαραστέκεται ακούραστα σε κάθε μικρό ή μεγάλο του πρόβλημα.
Για να σκιαγραφήσουμε λοιπόν λίγο καλύτερα την σημαντικότατη αυτή προσωπικότητα, θα επιμείνουμε λίγο περισσότερο στις λεπτομέρειες που αφορούν την ζωή και την συμπεριφορά του.
Παρακολουθώντας την οικογενειακή ζωή του προφήτη, λίγο πριν από την γέννηση του Ισαάκ, θα δούμε πως ο "θεός" και το ανεπανάληπτο ζεύγος, μπλέκονται σε καινούργιες περιπέτειες και μας δίνουν κι άλλα ποιοτικά δείγματα της ανεπανάληπτης συνεργασίας τους.
Μετά τις κερδοφόρες εξορμήσεις του, ο πλούσιος πια προφήτης, ήρθε αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα... αυτή της στείρας γυναικός του. Πώς θα έχουν λοιπόν μέλλον οι μεγαλοϊδεατισμοί του, χωρίς απόγονο; Πώς θα σκορπίσει τις τόσο πετυχημένες "ευλογίες" του, στον τωρινό και τον μελλοντικό κόσμο, αφού δεν έχει παιδί; Έτσι, με μια πρόχειρη θα λέγαμε σκέψη και με την σύμφωνη γνώμη της Σάρρας, διαλέγει την νεαρή Άγαρ, για να ξεπεράσει το εμπόδιο της στειρότητας και να αποκτήσει το θρυλικό διάδοχο, που θα διαφυλάξει τις πολύτιμες πατριαρχικές ιδέες και θα επιτύχει την πολυπόθητη φυλετική εξάπλωση.
Η Άγαρ, ήταν μια μικρή κοπελίτσα απ’ την Αίγυπτο, (Ο΄«παιδίσκη Αιγυπτία» Ο΄ Gen. 16.1), δούλα της Σάρρας, που με την εντολή της κυρίας της, την αντικατέστησε στα συζυγικά της καθήκοντα. Η δε Άγαρ πρέπει να ήταν μια απ’ τις «παιδίσκες» εκείνες, που ο Αβραάμ και η Σάρρα εισέπραξαν ως γαμήλια δώρα, στα διάφορα μέρη (προφανώς στην Αίγυπτο) όπου το κόλπο της "αδελφής - νύφης" απέδωσε τους καρπούς του. Gen. 12.16 & Gen. 20.14.
ΔΕΣ: Ο Αβρααμισμός και... Το κόλπο της "αδελφής"
Έτσι, η παιδούλα Άγαρ, βρίσκεται χωρίς τη θέλησή της στο πολύ στενό οικογενειακό περιβάλλον του Αβραάμ και αναλαμβάνει να αξιοποιήσει τις "νυχτερινές επιδόσεις" του ογδονταπεντάχρονου Αβραάμ. Η Άγαρ είναι γεμάτη υγεία και ο προφήτης που τόσα σχέδια έκανε για το μέλλον, έχει επιτέλους την Άγαρ έγκυο, στον πρώτο του γιο. Η Σάρρα όμως αντιδρά ζηλόφθονα στην εγκυμοσύνη της: «και είπεν η Σάρρα προς τον Αβραάμ, Εσύ είσαι η αιτία που εγώ αδικούμαι, εγώ σου έδωσα την δούλη μου στην αγκαλιά σου και όταν εκείνη είδε ότι συνέλαβε, ατιμάσθηκα εγώ μπροστά της, ο Κύριος θα κρίνει ανάμεσά μας». Ο΄ Gen. 16.5.
Έγκυος λοιπόν ακόμα η Άγαρ, είχε τα πρώτα προβλήματα απ’ την ζήλια της κυρίας της. Η Σάρρα, που δε δέχεται να περιβάλλεται η δούλη της με την προσοχή και τις περιποιήσεις, που αρμόζουν σε οποιοδήποτε έγκυο θηλυκό του κόσμου, αισθάνεται καταφρονημένη όχι απ' την συμπεριφορά της Άγαρ, που εξακολουθούσε να είναι δούλη, με όλα όσα αυτό τότε εσήμαινε, αλλά προφανώς απ' την αυξημένη εύνοια του Αβραάμ απέναντι της. Η Σάρρα λοιπόν εξοργισμένη, λέει απειλητικά στον Αβραάμ, κάτι που μόνο αυτός καλύτερα απ’ τον καθένα μπορούσε να καταλάβει: «ο Κύριος (θα) κρίνει ανάμεσά μας»! Ο΄ Gen. 16.5.
Βαριά κουβέντα είπε η Σάρρα!
Αλλά και ο Αβραάμ καταλαβαίνει το πλήρες νόημα της! Ξέρει πια ότι ο "Κύριος" μεσ’ από το "θεϊκό χέρι" της Σάρρας δε θα διστάσει καθόλου να "κρίνει"! Έτσι, νιώθει τον άμεσο κίνδυνο που εμφανίζεται ανάμεσά τους. Ξέρει ότι η "αδελφή" του Σάρρα, δεν αστειεύεται. Η προειδοποίηση της εξοργισμένης Σάρρας, ηχεί στ’ αυτιά του ξεκάθαρα... και φυσικά ανταποκρίνεται με σεβασμό στη γυναίκα που με επιτυχία μπορεί να επικαλεσθεί τον πληγοποιό "Κύριο", όπως τόσες φορές συνέβη στα σπίτια των πληγωμένων γάμων της: «τότε ο Αβραάμ είπε στην Σάρρα, ορίστε η δούλη σου, στη διάθεση σου, κάμε της ότι σου αρέσει». Ο΄ Gen. 16.6. Έτσι της απάντησε ο "δίκαιος" Αβραάμ! Βέβαια δεν ξεχνάμε, ότι επρόκειτο πράγματι για μια νεαρή δούλα, με τα ανύπαρκτα δικαιώματα εκείνης της εποχής, αλλά ταυτόχρονα για μια αξιοσέβαστη σε δύση και ανατολή... έγκυο γυναίκα!!!
«Και κακομεταχειρίσθηκε (Ο΄ εκάκωσε - afflicted her) η Σάρρα την (έγκυο!) Άγαρ και εκείνη (η Άγαρ) έφυγε από κοντά της στην έρημο» Ο΄ Gen. 16.6. Ολοφάνερα ο Αβραάμ έτρεμε την οργή της Σάρρας! Ούτε ένα λόγο συμβιβασμού, ούτε μια κουβέντα σωφρονισμού δεν προσπάθησε να ψελλίσει ο Αβραάμ. Απλά έσπευσε να επιστρέψει την Άγαρ στην εξοργισμένη Σάρρα, λες και επρόκειτο για κάτι άψυχο που της χάλασε προσωρινά την διάθεση και όχι για την πρώτη απ' αυτόν έγκυο γυναίκα!
Η Βίβλος έχει συντμήσει σε μία μόνο φράση τη βάρβαρη κακομεταχείριση της εγκύου Άγαρ, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι ολοφάνερο ότι η Σάρρα, δε δίστασε στιγμή να κακοποιήσει τη δούλα που είχε την κακή τύχη να είναι έγκυος στον πρώτο γιο του παράξενου της αφέντη Αβραάμ. Η κοπελίτσα απελπισμένη και στο έσχατο όριο της αντοχής, της απέδρασε (Ο΄ απέδρα) στην πυρωμένη έρημο!
Αν βέβαια κάποιος, νομίζει ότι βλέπουμε παντού υπερβολές, θα τον παρακαλούσαμε να μας εξηγήσει αυτός, πόση κακοποίηση μπορεί να αντέξει μια έγκυος παιδούλα, πριν ζητήσει καταφύγιο στην... πυρωμένη έρημο!
Ενδιαφέρον έχει εδώ η παραδοχή της κακής συμπεριφοράς της Σάρρας από τον ίδιο τον Εβραίο Ραφαέλ Πατάϊ: «Η Σάρρα βασάνισε την (έγκυο στον Ισμαήλ δούλη της) Άγαρ με τόση σκληρότητα, που εκείνη το ‘σκασε (στην έρημο)»[1]
Αυτή βέβαια είναι η πρώτη φορά που η δύστυχη Άγαρ χάνεται στην έρημο για να γλυτώσει απ’ την οργισμένη κακοποίηση της κυρίας της! Την φορά αυτή την σώζει η γεμάτη νόημα "θεϊκή" συμβουλή ενός "αγγέλου" (προφανώς απεσταλμένου του Αβραάμ) που αφού τη βρίσκει: «στη έρημο... την ρώτησε, παιδίσκη Άγαρ που υπάγεις;! Κι αυτή απάντησε απέδρασα από την κυρά μου την Σάρρα» Ο΄ Gen. 16.7.
Εδώ ο καλός αυτός "άγγελος", με αφέλεια παιδικού παραμυθιού, ρωτάει την μικρούλα έγκυο που χάθηκε μέσα στην ερήμου... «Άγαρ που υπάγεις», (!!!) Μετά την ευφυέστατη αυτή ερώτηση,[2] αμέσως της θέτει απίστευτα ταπεινωτικούς για την κατάσταση της, όρους επιστροφής και σωτηρίας: «επέστρεψον προς την κυρία σου και ταπεινώθητι υπό τας χείρας αυτής». Gen. 16. 9.
Έτσι, η έγκυος Άγαρ, με την πολύ "θεϊκή" αυτή υπόδειξη, επέστρεψε και ένας θεός ξέρει πόσο ξύλο έφαγε ταπεινωμένη «υπό τας χείρας» της ζηλόφθονης Σάρρας. Διότι αν κοντά στο «μεταχειρίζετο αυτήν κακώς» Gen. 16.6. και μάλιστα «όπως της ήταν αρεστό» Gen. 16.6. προσθέσουμε και το «ταπείνωση υπό τάς χείρας αυτής», Gen. 16. 9. θα ήταν θαύμα αν και ο τελευταίος από μας, δεν έβλεπε μια άγρια κακοποίηση εγκύου και μάλιστα με την συγκατάθεση θεού, προφήτου και αγγέλων!
Ο ίδιος ο Ραφαέλ Πατάϊ, συνεχίζοντας να στολίζει το πορτρέτο της Σάρρας, μας δίνει πρόσθετες ενδιαφέρουσες πληροφορίες που μόνο αυτός φαίνεται να κατέχει: «Επίσης (ή Σάρρα) ανάγκαζε (την έγκυο) Άγαρ, να περπατάει κουβαλώντας κουβάδες με νερό. Μερικοί λένε ότι η Σάρρα έριξε πάνω της (και) το κακό μάτι, έτσι που το πρώτο παιδί της Άγαρ (από τον Αβραάμ) ένα κοριτσάκι, (!) πέθανε πάνω στη γέννα. Ύστερα η Σάρρα έριξε το κακό μάτι πάνω στον Ισμαήλ, που έγινε τόσο αδύνατος και μαραμένος, ώστε δεν μπορούσε πια να περπατήσει».[3] Πολύ κακό "μάτι" είχε η Σάρρα!
Έπ’ αυτού βέβαια εμείς θα λέγαμε... ότι η Σάρρα πρέπει να της έριξε κάτι περισσότερο από "κακό μάτι"! Το «κακό μάτι» που μαραίνει ή σκοτώνει τα θύματα του, είναι η γνωστότερη "μαγική" ικανότητα, που ασφαλώς για να λειτουργήσει δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην οφθαλμοκακία.[4]
Η Σάρρα ήταν τόσο διεκδικητική και τόσο κακιά μαζί της, που τελικά η Άγαρ, όσο και ο γιος της Ισμαήλ, ο εντελώς πρώτος απόγονος του Αβραάμ, διώχθηκαν κακήν κακώς να πεθάνουν στην έρημο!
Πράγματι η επιλογή της Άγαρ, ήταν πράξη πολύ επιπόλαιη. Ο Αβραάμ πρέπει να παρασύρθηκε περισσότερο απ' τα φυσικά της προσόντα, παρά από την ψύχραιμη σκέψη για απόκτηση ικανού απογόνου. Έτσι τώρα διαπιστώνει ότι ο γιος του, ο πρωτότοκός του, αυτός που θα κληρονομήσει την πατρική περιουσία, δεν μπορεί να είναι ο γιος της Αιγύπτιας Άγαρ. Απλούστατα, ο Αβραάμ δε σκοπεύει να εμπιστευθεί τις χαλδαιικές του ιδέες, σε αιγυπτίους απογόνους! Ούτε σκοπεύει τα πλούτη που απέσπασε απ’ την Αίγυπτο, με τις "χάρες" της "αδελφής" Σάρρας, να τα δει να επιστρέφουν ξανά σ’ αυτήν, μέσω της Αιγύπτιας δούλας και μητέρας του πρωτότοκου γιου του!
Αλλά ο σπουδαιότερο λόγος απ' όλους πρέπει να ήταν, ότι δεν θα μπορούσε στα σοβαρά να εμπιστευτεί την σπάνια χαλδαϊκή του τέχνη και τις μοναδικές του ιδέες, περί "θεού" και κατασχετικών "πληγών", παρά μόνο στις ανεπανάληπτες υψηλές φυλετικές προδιαγραφές των αυθεντικών Χαλδαίων. Έτσι μετά από δεύτερη, ωριμότερη σκέψη, η Άγαρ και ο μελαψός γιος της, απορρίπτονται οριστικά και εμφανίζεται επιτακτικότερο και πάλι το πρόβλημα των απογόνων.
Ο Αβραάμ όμως, ο άνθρωπος που χαιρόταν να λύνει δύσκολα προβλήματα, δεν δυσκολεύτηκε να βάλει πάλι τον θεό του, να δώσει κι εδώ μια ενδιαφέρουσα λύση. Η Σάρρα! Παρ’ όλο που ήταν στείρα, αυτή θα κάνει το πολυπόθητο παιδί τους.
Βέβαια η ιδέα του ήρθε κάπως καθυστερημένα, γιατί η Σάρρα εκτός από στείρα ήταν πια και γρια... αλλά δεν πειράζει, γι’ αυτό υπάρχουν και οι οικογενειακοί θεοί, για να λύνουν τέτοια δύσκολα και περίεργα προβλήματα. Εδώ ο ελληνο-μεσογειακός μύθος, είχε δώσει ένα πλήθος από παρόμοιες λύσεις, χωρίς μάλιστα να διαθέτει έστω και έναν αληθινό θεό, όχι ο Αβραάμ που έχει τον έναν και μοναδικό αληθινό θεό, "φίλο" του και συνεργό του, σ’ ό,τι κι αν αποφασίσει! Έτσι γεννιέται η ιδέα της εγκυμοσύνης της γριάς και στείρας Σάρρας.
Ο Αβραάμ, ο άνθρωπος που έχει το μοναδικό χάρισμα, να μετατρέπει τα πιο φοβερά μειονεκτήματα, σε θριαμβικές νίκες, και τις θλίψεις του σε μοναδικές αιτίες ευτυχίας. Ο άνθρωπος αυτός, παίζει με τη ζωή το "θεό" και τους ανθρώπους, με την άνεση και την ελευθερία ενός αυθεντικού μεγαλοφυούς μάγου!.. Αλήθεια, πώς όμως πείθει ο προφήτης μας τους πάντες, ότι εδώ πρόκειται πια για το θέλημα ενός θεού;
Ενδιαφέρον έχει να δούμε τον τρόπο με τον οποίον εκδηλώνεται η ασίγαστη συνεργασία θεού και προφήτη. Ο ξακουστός αυτός θεουργός,[5] έχει ένα μοναδικής θεατρικότητας τρόπο, για να αποσπά και να δημοσιοποιεί τις θεϊκές δηλώσεις της αρεσκείας του... τον χαλδαιικό προφητικό εκστασιασμό!
Τον αρχαιότερο τρόπο επικοινωνίας των Χαλδαίων μάγων, με άγνωστες δυνάμεις! Πέφτοντας σε πραγματική ή εικονική έκσταση, με όλα όσα αυτό χρειάζεται ή περιλαμβάνει, ο Αβραάμ λέει με τον ιδιαίτερο τρόπο του εκστασιαζομένου, όλα όσα θέλει να ακουστούν. Έτσι με έντρομο ύφος, αλλοιωμένη φωνή και άλλες ίσως εντυπωσιακές αλλοιώσεις στη συμπεριφορά του, πείθει τους πάντες, μεσ’ στο ημίφως, πως κάτι το θεϊκό κατέβηκε απ’ τον ουρανό και τον κατέλαβε!
Αυτά τουλάχιστον μας αφήνει να δούμε η αντίστοιχη βιβλική περιγραφή των εντυπωσιακών αυτών προφητικών παραστάσεων μεσ’ στο ημίφως του δειλινού, που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την προχωρημένη αυτή τέχνη των προφητικών εκστασιασμών: «Περί δε την δύσιν του ηλίου, επέπεσεν έκστασις[6] επί τον Αβραάμ. και ιδού, φόβος σκοτεινός μέγας έπιπτε έπ' αυτόν. Και είπεν ο Κύριος...» Gen. 15.12. Την συγκεκριμένη εκστασιακή κατάσταση ακολουθούν θεϊκές εντολές. Το τέλος μιας τέτοια προφητικής έκστασης μας δίδεται λίγο αργότερα: «Αφού δε (ο θεός) ετελείωσε λαλών μετ΄ αυτού, ανέβη ο θεός από του Αβραάμ». Ο΄ Gen. Ι7.22.
Το περίεργο αυτό «ανέβη ο θεός...», είναι σίγουρο απομεινάρι αρχαίας χαλδαιικής θεοκατάληψης. Η εικόνα σαφώς προϋποθέτει έναν "θεό" που "κατέβαινε" πάνω στον μεσάζοντα προφήτη και μετά "ανεβαίνει" απ’ αυτόν... αφού πρώτα μέσα απ' το στόμα του προφήτη κάνει γνωστό το θέλημα και τις απαίτησης του!
Η μαγική αυτή θεοκατάληψη τελείωνε με τον θεουργό - προφήτη να προσποιείται μεγάλη ταραχή αποχωρισμού του θείου από το αδύναμο σώμα του. Έτσι μόνο μπορούμε να ερμηνεύσουμε ικανοποιητικά το: έκσταση και μέγας σκοτεινός φόβος έπεφτε πάνω του, (Gen. 15.2), ή το: αφού τελείωσε μιλώντας μαζί του, ανέβη ο θεός από του Αβραάμ. Gen. Ι7.22. Η ιδια εκφράσει χρησιμοποιείται και για τον κατ' εξοχήν ενορατικό προφήτη Ιερεμία: «Ταύτα ειπών ο Κύριος ανέβη από Ιερεμίου εις τον ουρανόν». (Ο΄ Παραλειπόμενα Ιερεμίου) 3.17.
Δύο γενιές αργότερα αυτός ακριβώς ο τρόπος επικοινωνίας θεού και προφήτη εφαρμόζεται ακόμα και ο θεός "κατεβαίνει" και "ανεβαίνει" πάνω στον προφήτη του Ιακώβ, (Gen. 35.13) όπως θα δούμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Μπορεί πράγματι ο προφήτης μας να έβγαινε απ’ τους εκστασιασμούς του, φοβισμένος, κατάκοπος και καταϊδρωμένος! Κανείς όμως δε μπορεί να μας πείσει, ότι αυτός ο προφητικός οίστρος, ο «μέγας σκοτεινός φόβος», δεν ήταν παρά ένας πολύ βολικός τρόπος θεατρικής υποβολής της δικής του ανθρώπινης θέλησης! Αν ο θεός του σύμπαντος ήθελε πράγματι κάτι, δεν θα είχε καμία ανάγκη να συνθλίβει με "φόβους μεγάλους και σκοτεινούς" κανέναν ανθρωπάκο προφήτη! Όμως ο ίδιος αυτός κι απαράλλακτος, πληθωρικός θεατρικός εκστασιασμός... όπως θα δούμε, υπήρξε ανέκαθεν το αποδοτικότερο εργαλείο των εντυπωσιαστών μάγων!
Έτσι ο Αβραάμ, ο ακούραστος Χαλδαίος, μετά από τόσα θαυμαστά και παράξενα, ήταν αδύνατον να μη βρει έναν ακόμα εντυπωσιακό τρόπο, να βάλει τον προσωπικό του θεό, να "θεραπεύσει" τη Σάρρα που παρά το ισόβιο πρόβλημα στειρότητας και το προχωρημένο της ηλικίας της, εξακολουθούσε να είναι το ιδανικό πρόσωπο για το "θαύμα" του διάσημου θεραπευτή.
Η σκηνοθετημένη ενδεχομένως εγκυμοσύνη και η προσποιητή μητρότητα, απαιτεί ένα άτομο συνεργάσιμο με αποδεδειγμένη διάθεση και υποκριτική ευχέρεια και η Σάρρα μετά από μακροχρόνια συνεργασία σε "σκληρότερα" θέματα ήταν τέτοιο.
Οι «τρεις άγγελοι» λοιπόν, χαλάλι τους το ψητό μοσχάρι με το σιμιγδαλένιο ψωμί το γάλα και το βούτυρο που έφαγαν, πριν φύγουν για τα τρισκατάρατα Σόδομα, δεν ξέχασαν να αναγγείλουν τη θεϊκή σύλληψη του Ισαάκ. Όμως, όπως σχεδόν σε κάθε βιβλικό "θαύμα", έτσι και εδώ, κάτι παράδοξο και δυσεξήγητο παρέμεινε στην αφήγηση για να κρούει τον κώδωνα της αμφιβολίας και της ερευνητικής διάθεσης. Εδώ, το αξιοπερίεργο είναι ότι, αν και πέρα για πέρα θεϊκή η επαγγελία της θαυμαστής γέννησης του Ισαάκ, αυτή τελικά αναγγέλλεται με μεγαλύτερη απ’ τη γνωστή σε όλους κανονική διάρκεια! Αντί των 9 φυσιολογικών μηνών, το παιδί αυτό θα έρθει σε 12 ακριβώς μήνες! Δηλαδή, είναι μεν μια εντελώς "θεϊκή" σύλληψη, αλλά θα έχει μια αφύσικη και ανεξήγητη επιπλέον τρίμηνη διάρκεια ή καθυστέρηση!
Ας δούμε όμως την ιδια την αφήγηση: «αφού (οι τρεις άγγελοι) έφαγαν, ρώτησαν... που είναι Σάρρα η γυναίκα σου;[7] Αυτός απάντησε εδώ στην σκηνή και είπεν (ο άγγελος), εξάπαντος θέλω επιστρέψει προς σε κατά τον αυτόν τούτον τον καιρόν του έτους (Ο΄ κατά τον καιρόν τούτον εις ώρας) και ιδού Σάρρα η γυνή σου θέλει έχει υιόν». Gen. 18.10.
Οι τρεις αυτοί «άνδρες», έρχονται όντως από μακριά. Έτσι εξηγείται και το άφθονο και εκλεκτό φαΐ που προσφέρει ο Αβραάμ στους φιλοξενούμενους του. Έχουν λοιπόν τους δικούς τους λόγους (προφανώς ετήσιες ασχολίες) που δεν τους επιτρέπουν να "επιστρέψουν" σε εννέα (9) μήνες, απ’ την αναγγελία της σύλληψης, αλλά, «κατά τούτον τον καιρόν εις ώρας» δηλαδή, την ίδια ακριβώς εποχή του επόμενου χρόνου, με ακρίβεια όμως ώρας!
Έτσι η σύλληψη και η εγκυμοσύνη της Σάρρας πρέπει παραδόξως να αρχίζει να μετριέται με τρίμηνη καθυστέρηση, αν δεν θέλουμε να υποθέσουμε, ότι η εγκυμοσύνη της Σάρρας λόγο θεϊκής επέμβασης, προηγουμένης στειρότητας και μεγάλης ηλικίας κράτησε, 12 μήνες!
Αλλά όπως και να το δούμε είναι ένα θαύμα, με ανεξήγητη τρίμηνη αναστολή! Μάλιστα προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης, αλλά και καλού συντονισμού, ο άνδρας-άγγελος τέσσερα μόλις εδάφια παρακάτω επαναλαμβάνει ότι η παράδοση του παιδιού θα γίνει ακριβώς σε 12 μήνες με ακρίβεια "ώρας":[8] «Είναι κάτι αδύνατον εις τον Κύριο; κατά τον ίδιο αυτόν καιρό και ώρα θα επιστρέψω και η Σάρρα θα έχει υιόν».Ο΄ Gen. 18.14.
Δικαιολογημένα τώρα μπορεί να ρωτήσει κανείς: Μα επιτέλους από που έρχονται αυτοί οι περίεργοι "άγγελοι", που περιδρομιάζουν σαν κουρασμένοι ταξιδιώτες; Πριν απαντήσουμε πρέπει να υπενθυμίσουμε και πάλι ότι ο Αβραάμ δεν είναι Χαναναίος, αλλά Χαλδαίος, από την ΟΥΡ, απ’ όπου οικογενειακώς μετοίκησε στην βόρια Μεσοποταμία στη γη Χαρράν.
Στην αρχή της αβρααμικής ιστορίας, διευκρινίζεται ότι την μετοικεσία αυτή την ξεκίνησε αρχικώς ο πατέρας του Αβραάμ, ο Θάρρα: «Και έλαβε ο Θάρρα, Αβραάμ τον υιόν αυτού και Λώτ τον... εγγονό αυτού... και εξήλθον ομού απ’ της Ουρ των Χαλδαίων δια να υπάγωσιν εις την γην Χαναάν και ήλθον έως Χαρράν και κατώκησαν εκεί». Gen. 11.31.
ΔΕΣ: Το δίλλημα του Αβραάμ: Τι μας μας αποκαλύπτει η αποτυχημένη μετανάστευσή του; (χάρτης)
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω εδάφια, αρχικός προορισμός ολόκληρης της οικογένειας του Θάρρα, ήταν η Χαναάν για κάποιους όμως αδιευκρίνιστους λόγους, κατέληξαν βορειότερα στην Χαρράν, απ' όπου μόνος, ο Αβραάμ με τον ανεψιό του Λωτ, κατηφόρισε νότια προς τον αρχικό τους μεταναστευτικό στόχο την γη Χαναάν. Η Χαρράν λοιπόν, σε μια απόσταση περίπου 600 χλμ. δηλαδή ολίγων ημερών δρόμο με άλογα ή καμήλες, φιλοξενεί ακόμα τους καθαρόαιμους συγγενείς του Αβραάμ.
Σ’ αυτούς, τους πολυπληθείς εν τω μεταξύ συγγενείς, αναφέρονται τα ευχάριστα γεννητούρια που μαθαίνει ο Αβραάμ στο Gen. 22.20-24 όπου αναφέρεται και η γέννηση της γυναίκας του Ισαάκ Ρεβέκκας.
Σ’ αυτούς αργότερα, θα στείλει το δούλο του ο Αβραάμ, φορτωμένο με δώρα για να βρει νύφη για τον Ισαάκ και θα γυρίσει χαρούμενος με τη Ρεβέκκα. Σαφέστερα δε για τις σχέσεις των δυο τόπων είναι τα λόγια της Ρεβέκκας, καθώς αργότερα φυγαδεύοντας το γιο της Ιακώβ για να τον σώσει απ’ την οργή του εξαπατημένου Ησαύ, του λέει: «Φύγε προς Λάβαν τον αδελφό μου εις Χαρράν». Τέλος, εκεί πρέπει να πήγαν (ως συγγενικά δώρα) τα λάφυρα, ή τουλάχιστον μέρος αυτών, όταν ο Αβραάμ τα παρέδωσε σε κάποιον ιερέα που εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή απ’ το πουθενά, τον Μελχισεδέκ, γυρίζοντας ελευθερωτής του Λωτ (νικώντας μόνο με 118 δούλους;!) τα στρατεύματα του Χοδολλογομόρ! Βλέπουμε λοιπόν, ότι η πατρική παροικία της Χαρράν δεν έπαψε ποτέ να συμπαραστέκεται στους παρεπιδημούντες τη γη Χαναάν.
Οι αγγελιοφόροι λοιπόν, (οι αλλιώς άγγελοι) είτε αναγγέλλουν τη θεραπεία της Σάρρας, είτε έρχονται για να κάψουν τον παράδεισο των Σοδόμων, επιβάλλεται να είναι άτομα εντελώς άγνωστα και συνεπώς, από κάπου μακριά. Θα ήταν εντελώς ανόητο λάθος, αν κάποιος μπορούσε να ψιθυρίσει: "Αυτόν τον άγγελο κάπου τον έχω ξαναδεί"!
Έτσι, οι τρεις άνδρες που είδαμε να έρχονται μεσ’ στο καταμεσήμερο στην σκηνή του Αβραάμ, είναι φυσικό να πλένουν τα πόδια τους και να γευματίζουν κουρασμένοι κάτω απ’ τη σκιά του δένδρου, αφού είναι πραγματικοί "άγγελοι" (με την καθεαυτό έννοια του αγγελιοφόρου), απ’ την μακρινή πατρική παροικία της Χαρράν. Έρχονται να απαλλάξουν τον Αβραάμ απ’ την δυσάρεστη εμπλοκή του στις στρατιωτικές αναταραχές της περιοχής του, καίγοντας την πεντάπολη των Σοδόμων, που αποτελεί το μήλον της έριδος και έπ' ευκαιρία, προσφέρουν την μοναδική λύση στην απελπιστική ατεκνία του Αβραάμ.
Απ’ τη μεγάλη λοιπόν και πολυπληθή αυτή παροικία, θα έρθει πάνω στο χρόνο με ακρίβεια ώρας και το μωρό που θα αναλάβει το βάρος της αβρααμικής κληρονομιάς! Θα είναι ένα πραγματικό Χαλδαιόπουλο, από κοντινούς ίσως συγγενείς, ικανούς να διαφυλάξουν το ιερό μυστικό της θεάρεστης αυτής υιοθεσίας.
Όμως... η δεύτερη αυτή επίσκεψη των ανδρών της Χαρράν ή "επιστροφή" όπως αναφέρεται στην Βίβλο, δε μας περιγράφεται, για εντελώς άλλωστε κατανοητούς λόγους. Αλλά η Βίβλος επιγραμματικά μόνο τονίζει, ότι σ’ ένα χρόνο ακριβώς η υπόσχεση των τριών ανδρών περί επιστροφής των ετηρήθη, προς μεγάλη χαρά του ζεύγους που περίμεναν πως και πως τους χαρούμενους "πόνους" της γέννας: «και έκαμαν ο Κύριος εις την Σάρραν ως ελάλησεν», επέστρεψε δηλαδή αυτόν τούτον τον καιρόν του έτους: «και έκανε ο Κύριος ότι υποσχέθη στην Σάρρα... και εγέννησε εις τον Αβραάμ υιόν στα γερατειά του, κατά τον καιρό τον οποίον του είπε ο Κύριος. Και εκκάλεσε ο Αβραάμ το όνομα του υιού αυτού (και για να παραμεριστούν οι αμφιβολίες ξανατονίζεται) τον οποίον η Σάρρα εγέννησε εις αυτόν, Ισαάκ... ητο δε ο Αβραάμ εκατό ετών... είπε δε η Σάρρα περίγελο με έκανε ο Κύριος, διότι όποιος ακούσει ότι έκανα γιο θα γελάει, ποιος να το 'λεγε στον Αβραάμ ότι θα θήλαζα παιδί, ότι θα γεννούσα παιδί στα γερατειά μου;». Gen. 21.1-7.
Η αφήγηση δίνοντας άφθονη θεατρικότητα στην σκηνή, θέλει λοιπόν την Σάρρα όχι μόνο να γεννά, αλλά να θηλάζει κιόλας το θαυματουργικά γεννημένο παιδί της, ακριβώς επειδή, αυτή είναι και η ορατή διαφορά ανάμεσα στην πραγματική λοχεία και την κρυφή ή φανερή υιοθεσία.
Κάποιοι πάντως αν και Εβραίοι, δεν πείσθηκαν ακόμα: «η εγκυμοσύνη της Σάρρας, σε ηλικία ενενήντα ετών, αποτελεί ένα παράδειγμα του πως οι συντάκτες της Βίβλου μετέτρεπαν τα ασυνήθιστα πράγματα σε θαύματα... έτσι οι γυναίκες θεωρούσαν τον Ισαάκ πλαστό (υιοθετημένο) και δοκίμαζαν την Σάρρα προσκαλώντας την να θηλάσει τα μωρά τους».[9]
Βέβαια οφείλουμε να πούμε ότι οι συντάκτες αυτής της ιστορίας είχαν μάλλον υπερβολικούς φόβους, γιατί, πολλούς αιώνες μετά, μπορούμε να διαβεβαιώσουμε τους συντελεστές της μετατροπής μια απλής υιοθεσίας σε θαύμα, ότι όχι μόνο κανείς δεν γέλασε, αλλά ούτε που αμφέβαλε στο παραμικρό, για την βιολογική ανάσταση της μητρότητας στην Σάρρα! Λες και οι συντάκτες της παραμυθικής αυτής ωραιοποίησης, πρόβλεψαν με θαυμαστή ακρίβεια, ότι οι λαοί πάντα, χωρίς πολλή σκέψη, θα αρέσκονται στις θεϊκές διαβεβαιώσεις, που βρίσκονται στην κατεύθυνση των καυτών τους πόθων!
Το πολυπόθητο παιδί ήρθε λοιπόν επιτέλους, μετά από 12μηνη περίπου αναμονή, και κατάλληλη σκηνοθετημένη προετοιμασία. Η Σάρρα απέκτησε στα ενενήντα ένα (91) της χρόνια, το πολυπόθητο παιδί! "Μητέρα" πια, είχε κάθε λόγο να ανησυχεί. Ο Ισμαήλ (κατά την μασσοριτική εκδοχή) ήταν τώρα 13 περίπου χρόνων. Πιο μελαψός παρά ποτέ, αποτελούσε μια διαρκή απειλή για την πατρική περιουσία, μια και ως πρωτότοκος είχε τα ανάλογα δικαιώματα.
Τώρα... ένα δύσκολο πρόβλημα έπρεπε να βρει λύση. Τώρα, η Σάρρα δε διστάζει πια ούτε στιγμή. Ο Ισαάκ, ο γιος της, που με τόση θεϊκή καύχηση κρατά στην αγκαλιά της, είναι ολίγων μόνο μηνών, όταν η Σάρρα διατάζει: «Δίωξον την δούλην ταύτην και τον υιόν αυτής, διότι δεν θέλει (δεν πρέπει να) κληρονομήσει ο υιός της δούλης ταύτης μετά του υιού μου, του Ισαάκ». Gen. 21.10.
Οι δισταγμοί του Αβραάμ παραμερίζονται με θεϊκή εντολή, διότι όπως είπαμε, όλου του κόσμου οι απρέπειες, μεταβάλλονται σε θεάρεστο έργο, αρκεί να τις ζητήσει προσωπικά ο πανάγαθος, έτσι λέει στον Αβραάμ, αφού μάλλον "εγενήθη" ξανά ο κατάλληλος λόγος Κυρίου στο κεφάλι τον Αβραάμ. «Ας μη φανεί σκληρό εις τους οφθαλμούς σου περί του παιδιού και περί της δούλης σου, κατά πάντα όσα είπε προς σε η Σάρρα άκουε τους λόγους αυτής». Gen. 21.12.
Η Σάρρα, ο Αβραάμ, αλλά κι ο θεός τους, έχουν βάλει στο σημάδι την δύστυχη δούλα, που άλλο κακό δεν είχε κάνει, απ’ το να ταπεινώσει την κυρία της με την καρπερή υγεία της, και τον κύριό της με την ακατάλληλη αιγυπτιακή ράτσα της. Οι ιδιότητες των "αγίων" όπως αγάπη, συμπόνια, υπομονή και τα παρόμοια, μπορεί να είναι εντυπωσιακά πράγματα, αλλά απ' τον θεό του Αβραάμ, θα ανακαλυφθούν πολύ αργότερα. Έτσι, για την ώρα η σκληρή εξόντωσή της δούλας είναι αποφασισμένη και μάλιστα μαρτυρική, τόσο η δική της, όσο και του παιδιού της, του μελαψού πρωτότοκου γιου του Αβραάμ που πρέπει να πεθάνει.
Για το μοιραίο πρωινό, η Βίβλος μας περιγράφει τα ηθικά περιθώρια ενός ανθρώπου που ο βιβλικός θεός αποκάλεσε "φίλο" του: «Σηκώθηκε δε ο Αβραάμ ενωρίς το πρωί και πήρε ψωμιά και (ένα) ασκί νερό και τα έδωσε στην Άγαρ, Έβαλε δε και το παιδί στον ώμο της και την έδιωξε». Ο΄ Gen. 21.14. Η πάντα αυθεντικότερη μετάφραση τον Ο΄, συγκράτησε μια άλλη χρονική στιγμή, πολύ τραγικότερης εκδίωξης, που θέλει τον Ισμαήλ μωρό ακόμα και τον Αβραάμ να της το φορτώνει στον ώμο, όπως έκαναν οι μωρομάνες της ερήμου για να έχουν ελεύθερα τα χέρια τους!
Φαντάζεστε την εικόνα;
Ούτε ένα γαϊδούρι φορτωμένο με προμήθειες, δεν άξιζε η παιδίσκη Άγαρ και ο πρώτος του απ’ αυτήν γιος. Διότι, ακόμα κι αν δεχθούμε την Μασσοριτική εκδοχή, που θέλει 13χρονο (Gen. 16.3 & 21.5) τον νεαρό Ισμαήλ, παραμένει ολοφάνερο, πως αυτός ο νεαρός, μπορούσε σίγουρα να κουβαλήσει κι ένα δεύτερο σωτήριο «ασκόν ύδατος»!
Βέβαια, το ζεύγος των Χαλδαίων είχαν τη θεϊκή συγκατάθεση, συνεπώς η εκδίωξη στα μάτια του ευκολόπιστου αναγνώστη, φαντάζει απόλυτα νόμιμη. Αλλά πάλι, ακόμα και ο θεός της Βίβλου, πουθενά στο θειο του κείμενο, δεν φαίνεται να περιορίζει σε έναν τον «ασκό ύδατος» των δύο καταδικασμένων. Ούτε αυτός ο θεός, ούτε και κανένας άλλος μπορούσε να πει, ότι θα έβλαπταν δύο καμήλες με "δικούς μας" καμηλιέρηδες, να πάνε τον αποδιοπομπαίο γιο του Αβραάμ, Ισμαήλ και την δούλα Άγαρ, (που δεν μας κάνει πια), πέρα απ’ την έρημο, ή ακόμα, ίσως και στην ποθητή πατρίδα της, την Αίγυπτο και να επιστρέψουν, ώστε να μη χάσουμε και τις πολύτιμες καμήλες μας!
Θα μπορούσα να σταθώ ατελείωτα, στο δροσερό αυτό πρωινό, όπου τόσα πρόσωπα διεκδικούν λάθος θέση στην ιστορία, και να περιγράψω με ανάγλυφες λεπτομέρειες την απίστευτη απανθρωπιά των βιβλικών αυτών εικόνων! Θα ξεφεύγαμε όμως αισθητά απ' το τελικό ζητούμενο αυτής της έρευνας. Έτσι περιορίζομαι να πω ότι χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, πρόκειται για μια στυγερή και καθ’ όλα προμελετημένη φονική απόφαση, που ο Αβραάμ (με ηθικό αυτουργό τη Σάρρα) επιβάλλει στο ίδιο του το αθώο μωρό (ή έστω στον 13χρονο) Ισμαήλ και στην κατ' επανάληψη διωγμένη και κακοποιημένη δούλα μάνα του!
Οποιοδήποτε νομικό καθεστώς, ακόμα και το πλέον πρωτόγονο, θα καταδίκαζε παμψηφεί την άσπλαχνη αυτή ενέργεια του Αβραάμ, αυτό το πρωινό. Διότι όπως και να το κάνουμε και τώρα, αλλά και πριν από χιλιάδες χρόνια, διώξιμο στον καύσωνα της ερήμου, με ένα ασκί νερό για δυο άτομα, μόνο σίγουρο θάνατο μπορούσε να σημαίνει: «Η δε (Άγαρ) έφυγε και περιεπλανάτο στην έρημο... και αφού τελείωσε το ύδωρ από του (ενός και μοναδικού) ασκού, έρριψε το παιδίον υποκάτω ενός θάμνου (που σημαίνει ότι το παιδί ήταν πράγματι μωρό) και ελθούσα εκάθησε μακράν... διότι είπε: Να μη δω τον θάνατον του παιδιού... και ύψωσε την φωνή της και έκλαυσε». Ο΄ Gen. 21. 15-16.
Τάδε έφη αβρααμική πατρότης!
Αυτός είναι: «ο Αβραάμ ο μέγας πατήρ που δεν ευρέθη όμοιος του στην δόξα»!!! Σοφία Σειράχ 44.21.
-------------------------
[1] Robert Graves & Raphael Patai «Hebrew Myths: 29.α. Ισμαήλ
[2] Ο "άγγελος", ενώ γνωρίζει το όνομα της, δεν μπορεί να υποθέσει... μέσα στην έρημο... που πηγαίνει! Αυτές οι σπαρταριστές αφέλειες των αγγέλων, προδίδουν περισσότερα από κάθε άλλο επιχείρημα, την στημένη θεατρικότητα των βιβλικών αφηγήσεων! Η ερώτηση του αγγέλου: «Άγαρ, που πηγαίνεις» σε μια ολομόναχη, ταλαιπωρημένη, έγκυο κοπελίτσα, περικυκλωμένη από την καυτή έρημο, μόνο σαν κακόγουστο βιβλικό αστείο ακούγεται!
[3] Robert Graves & Raphael Patai «Hebrew Myths: 29.δ.& Gen. Rab. 453-454.570
[4] Για το «κακό μάτι» την αρχαία αυτή Χαλδαϊκή δεισιδαιμονία, που τόσο σημασία δίνουν ειδικά οι γυναίκες, θα αντειπούμε μόνο, πως αν αυτό ήταν διαπιστωμένη ανθρώπινη ικανότητα, τότε οι παθιασμένοι οπαδοί μιας ομάδος, θα έριχναν τις επιδόσεις της αντίπαλης επιστρατεύοντας όλα τα κακά μάτια της περιοχής! Πουθενά στον κόσμο όμως δεν παρουσιάσθηκε ανάλογο φαινόμενο! Η μαγγανεία όμως, είναι χιλιοδιαπιστωμένη ασθενοποιός μάστιγα της ιστορίας.
[5] Θεουργός: Ο δια μαγικών τρόπων τα θεία επικαλούμενος.
[6] «Έκστασις: Θαυμασμός ή αλλοίωσις» Suda.
[7] Η ερωτήσεις των αγγέλων, που κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν, είναι πάντοτε περίεργες, αλλά εδώ ξεπερνούν κάθε ανοχή. Η Σάρρα βρίσκεται μόλις λίγα βήματα πίσω του, πίσω απ΄ το πανί τις σκηνής: «ούσα όπισθεν αυτού προς τη θύρα της σκηνής» (Gen. 18.11) Οι άγγελοι όμως... δεν μπορούσαν να την δουν!!!
[8] Η λέξη «ώρα», ασφαλώς δεν είχε την ιδια με την σημερινή σημασία, ο τρόπος όμως που εδώ χρησιμοποιείται, σαφώς δηλώνει με έμφαση μεγάλη χρονική ακρίβεια!
[9] Robert Graves & Raphael Patai «Hebrew Myths: 31.7 & Pesigda Rabbati 177 a-b
Γίνεται ολοένα σαφέστερο, ότι ο θεός του Αβραάμ, δεν είναι ο μεγαλειώδης κοσμικός δημιουργός, που οι φιλευσεβοι άνθρωποι τον θέλουν να εξουσιάζει την συμπαντική απεραντοσύνη. Θα λέγαμε μάλιστα, πως ούτε ο τίτλος του πανανθρώπινου του ταίριαζε, αφού ολοφάνερα είναι ένας πολύ οικογενειακός, πολύ προσωπικός θεός. Ο θεός του Αβραάμ είχε στραμμένη την προσοχή του, μόνο σε ότι απασχολούσε τον υπερευνοημένο προφήτη του! Ήταν δίπλα του, μόνο για να του συμπαραστέκεται, να "ευλογεί" τα σχέδια του και να εκπληρώνει κάθε του επιθυμία. Καμία απ’ τις οικογενειακές έγνοιες του προφήτη, δεν άφησαν τον θεό αυτό αδιάφορο.
Βέβαια, θα μπορούσε ίσως, να δώσει λίγη απ’ την πολύτιμη προσοχή του και στον γειτονικό Αιγιακό πολιτισμό, που με τις Κυκλάδες, τις Μυκήνες και την Μινωική Κρήτη, περίπου την ιδια αυτή περίοδο, βρισκόταν σε πλήρη πολιτισμική άνθηση. Αλλά όχι! Ο μοναδικός θεός όλου του κόσμου, (κατά την Βίβλο πάντοτε) προτιμά για εντελώς ακατανόητους σε μας λόγους, να κάνει "συντροφιά" στις ερημιές, μόνο στον σκηνίτη, προφήτη του κατασχετικού δόλου και να του συμπαραστέκεται ακούραστα σε κάθε μικρό ή μεγάλο του πρόβλημα.
Για να σκιαγραφήσουμε λοιπόν λίγο καλύτερα την σημαντικότατη αυτή προσωπικότητα, θα επιμείνουμε λίγο περισσότερο στις λεπτομέρειες που αφορούν την ζωή και την συμπεριφορά του.
Παρακολουθώντας την οικογενειακή ζωή του προφήτη, λίγο πριν από την γέννηση του Ισαάκ, θα δούμε πως ο "θεός" και το ανεπανάληπτο ζεύγος, μπλέκονται σε καινούργιες περιπέτειες και μας δίνουν κι άλλα ποιοτικά δείγματα της ανεπανάληπτης συνεργασίας τους.
Μετά τις κερδοφόρες εξορμήσεις του, ο πλούσιος πια προφήτης, ήρθε αντιμέτωπος με την σκληρή πραγματικότητα... αυτή της στείρας γυναικός του. Πώς θα έχουν λοιπόν μέλλον οι μεγαλοϊδεατισμοί του, χωρίς απόγονο; Πώς θα σκορπίσει τις τόσο πετυχημένες "ευλογίες" του, στον τωρινό και τον μελλοντικό κόσμο, αφού δεν έχει παιδί; Έτσι, με μια πρόχειρη θα λέγαμε σκέψη και με την σύμφωνη γνώμη της Σάρρας, διαλέγει την νεαρή Άγαρ, για να ξεπεράσει το εμπόδιο της στειρότητας και να αποκτήσει το θρυλικό διάδοχο, που θα διαφυλάξει τις πολύτιμες πατριαρχικές ιδέες και θα επιτύχει την πολυπόθητη φυλετική εξάπλωση.
Η Άγαρ, ήταν μια μικρή κοπελίτσα απ’ την Αίγυπτο, (Ο΄«παιδίσκη Αιγυπτία» Ο΄ Gen. 16.1), δούλα της Σάρρας, που με την εντολή της κυρίας της, την αντικατέστησε στα συζυγικά της καθήκοντα. Η δε Άγαρ πρέπει να ήταν μια απ’ τις «παιδίσκες» εκείνες, που ο Αβραάμ και η Σάρρα εισέπραξαν ως γαμήλια δώρα, στα διάφορα μέρη (προφανώς στην Αίγυπτο) όπου το κόλπο της "αδελφής - νύφης" απέδωσε τους καρπούς του. Gen. 12.16 & Gen. 20.14.
ΔΕΣ: Ο Αβρααμισμός και... Το κόλπο της "αδελφής"
Έτσι, η παιδούλα Άγαρ, βρίσκεται χωρίς τη θέλησή της στο πολύ στενό οικογενειακό περιβάλλον του Αβραάμ και αναλαμβάνει να αξιοποιήσει τις "νυχτερινές επιδόσεις" του ογδονταπεντάχρονου Αβραάμ. Η Άγαρ είναι γεμάτη υγεία και ο προφήτης που τόσα σχέδια έκανε για το μέλλον, έχει επιτέλους την Άγαρ έγκυο, στον πρώτο του γιο. Η Σάρρα όμως αντιδρά ζηλόφθονα στην εγκυμοσύνη της: «και είπεν η Σάρρα προς τον Αβραάμ, Εσύ είσαι η αιτία που εγώ αδικούμαι, εγώ σου έδωσα την δούλη μου στην αγκαλιά σου και όταν εκείνη είδε ότι συνέλαβε, ατιμάσθηκα εγώ μπροστά της, ο Κύριος θα κρίνει ανάμεσά μας». Ο΄ Gen. 16.5.
Έγκυος λοιπόν ακόμα η Άγαρ, είχε τα πρώτα προβλήματα απ’ την ζήλια της κυρίας της. Η Σάρρα, που δε δέχεται να περιβάλλεται η δούλη της με την προσοχή και τις περιποιήσεις, που αρμόζουν σε οποιοδήποτε έγκυο θηλυκό του κόσμου, αισθάνεται καταφρονημένη όχι απ' την συμπεριφορά της Άγαρ, που εξακολουθούσε να είναι δούλη, με όλα όσα αυτό τότε εσήμαινε, αλλά προφανώς απ' την αυξημένη εύνοια του Αβραάμ απέναντι της. Η Σάρρα λοιπόν εξοργισμένη, λέει απειλητικά στον Αβραάμ, κάτι που μόνο αυτός καλύτερα απ’ τον καθένα μπορούσε να καταλάβει: «ο Κύριος (θα) κρίνει ανάμεσά μας»! Ο΄ Gen. 16.5.
Βαριά κουβέντα είπε η Σάρρα!
Αλλά και ο Αβραάμ καταλαβαίνει το πλήρες νόημα της! Ξέρει πια ότι ο "Κύριος" μεσ’ από το "θεϊκό χέρι" της Σάρρας δε θα διστάσει καθόλου να "κρίνει"! Έτσι, νιώθει τον άμεσο κίνδυνο που εμφανίζεται ανάμεσά τους. Ξέρει ότι η "αδελφή" του Σάρρα, δεν αστειεύεται. Η προειδοποίηση της εξοργισμένης Σάρρας, ηχεί στ’ αυτιά του ξεκάθαρα... και φυσικά ανταποκρίνεται με σεβασμό στη γυναίκα που με επιτυχία μπορεί να επικαλεσθεί τον πληγοποιό "Κύριο", όπως τόσες φορές συνέβη στα σπίτια των πληγωμένων γάμων της: «τότε ο Αβραάμ είπε στην Σάρρα, ορίστε η δούλη σου, στη διάθεση σου, κάμε της ότι σου αρέσει». Ο΄ Gen. 16.6. Έτσι της απάντησε ο "δίκαιος" Αβραάμ! Βέβαια δεν ξεχνάμε, ότι επρόκειτο πράγματι για μια νεαρή δούλα, με τα ανύπαρκτα δικαιώματα εκείνης της εποχής, αλλά ταυτόχρονα για μια αξιοσέβαστη σε δύση και ανατολή... έγκυο γυναίκα!!!
«Και κακομεταχειρίσθηκε (Ο΄ εκάκωσε - afflicted her) η Σάρρα την (έγκυο!) Άγαρ και εκείνη (η Άγαρ) έφυγε από κοντά της στην έρημο» Ο΄ Gen. 16.6. Ολοφάνερα ο Αβραάμ έτρεμε την οργή της Σάρρας! Ούτε ένα λόγο συμβιβασμού, ούτε μια κουβέντα σωφρονισμού δεν προσπάθησε να ψελλίσει ο Αβραάμ. Απλά έσπευσε να επιστρέψει την Άγαρ στην εξοργισμένη Σάρρα, λες και επρόκειτο για κάτι άψυχο που της χάλασε προσωρινά την διάθεση και όχι για την πρώτη απ' αυτόν έγκυο γυναίκα!
Η Βίβλος έχει συντμήσει σε μία μόνο φράση τη βάρβαρη κακομεταχείριση της εγκύου Άγαρ, αλλά παρ’ όλα αυτά είναι ολοφάνερο ότι η Σάρρα, δε δίστασε στιγμή να κακοποιήσει τη δούλα που είχε την κακή τύχη να είναι έγκυος στον πρώτο γιο του παράξενου της αφέντη Αβραάμ. Η κοπελίτσα απελπισμένη και στο έσχατο όριο της αντοχής, της απέδρασε (Ο΄ απέδρα) στην πυρωμένη έρημο!
Αν βέβαια κάποιος, νομίζει ότι βλέπουμε παντού υπερβολές, θα τον παρακαλούσαμε να μας εξηγήσει αυτός, πόση κακοποίηση μπορεί να αντέξει μια έγκυος παιδούλα, πριν ζητήσει καταφύγιο στην... πυρωμένη έρημο!
Ενδιαφέρον έχει εδώ η παραδοχή της κακής συμπεριφοράς της Σάρρας από τον ίδιο τον Εβραίο Ραφαέλ Πατάϊ: «Η Σάρρα βασάνισε την (έγκυο στον Ισμαήλ δούλη της) Άγαρ με τόση σκληρότητα, που εκείνη το ‘σκασε (στην έρημο)»[1]
Αυτή βέβαια είναι η πρώτη φορά που η δύστυχη Άγαρ χάνεται στην έρημο για να γλυτώσει απ’ την οργισμένη κακοποίηση της κυρίας της! Την φορά αυτή την σώζει η γεμάτη νόημα "θεϊκή" συμβουλή ενός "αγγέλου" (προφανώς απεσταλμένου του Αβραάμ) που αφού τη βρίσκει: «στη έρημο... την ρώτησε, παιδίσκη Άγαρ που υπάγεις;! Κι αυτή απάντησε απέδρασα από την κυρά μου την Σάρρα» Ο΄ Gen. 16.7.
Εδώ ο καλός αυτός "άγγελος", με αφέλεια παιδικού παραμυθιού, ρωτάει την μικρούλα έγκυο που χάθηκε μέσα στην ερήμου... «Άγαρ που υπάγεις», (!!!) Μετά την ευφυέστατη αυτή ερώτηση,[2] αμέσως της θέτει απίστευτα ταπεινωτικούς για την κατάσταση της, όρους επιστροφής και σωτηρίας: «επέστρεψον προς την κυρία σου και ταπεινώθητι υπό τας χείρας αυτής». Gen. 16. 9.
Έτσι, η έγκυος Άγαρ, με την πολύ "θεϊκή" αυτή υπόδειξη, επέστρεψε και ένας θεός ξέρει πόσο ξύλο έφαγε ταπεινωμένη «υπό τας χείρας» της ζηλόφθονης Σάρρας. Διότι αν κοντά στο «μεταχειρίζετο αυτήν κακώς» Gen. 16.6. και μάλιστα «όπως της ήταν αρεστό» Gen. 16.6. προσθέσουμε και το «ταπείνωση υπό τάς χείρας αυτής», Gen. 16. 9. θα ήταν θαύμα αν και ο τελευταίος από μας, δεν έβλεπε μια άγρια κακοποίηση εγκύου και μάλιστα με την συγκατάθεση θεού, προφήτου και αγγέλων!
Ο ίδιος ο Ραφαέλ Πατάϊ, συνεχίζοντας να στολίζει το πορτρέτο της Σάρρας, μας δίνει πρόσθετες ενδιαφέρουσες πληροφορίες που μόνο αυτός φαίνεται να κατέχει: «Επίσης (ή Σάρρα) ανάγκαζε (την έγκυο) Άγαρ, να περπατάει κουβαλώντας κουβάδες με νερό. Μερικοί λένε ότι η Σάρρα έριξε πάνω της (και) το κακό μάτι, έτσι που το πρώτο παιδί της Άγαρ (από τον Αβραάμ) ένα κοριτσάκι, (!) πέθανε πάνω στη γέννα. Ύστερα η Σάρρα έριξε το κακό μάτι πάνω στον Ισμαήλ, που έγινε τόσο αδύνατος και μαραμένος, ώστε δεν μπορούσε πια να περπατήσει».[3] Πολύ κακό "μάτι" είχε η Σάρρα!
Έπ’ αυτού βέβαια εμείς θα λέγαμε... ότι η Σάρρα πρέπει να της έριξε κάτι περισσότερο από "κακό μάτι"! Το «κακό μάτι» που μαραίνει ή σκοτώνει τα θύματα του, είναι η γνωστότερη "μαγική" ικανότητα, που ασφαλώς για να λειτουργήσει δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην οφθαλμοκακία.[4]
Η Σάρρα ήταν τόσο διεκδικητική και τόσο κακιά μαζί της, που τελικά η Άγαρ, όσο και ο γιος της Ισμαήλ, ο εντελώς πρώτος απόγονος του Αβραάμ, διώχθηκαν κακήν κακώς να πεθάνουν στην έρημο!
Πράγματι η επιλογή της Άγαρ, ήταν πράξη πολύ επιπόλαιη. Ο Αβραάμ πρέπει να παρασύρθηκε περισσότερο απ' τα φυσικά της προσόντα, παρά από την ψύχραιμη σκέψη για απόκτηση ικανού απογόνου. Έτσι τώρα διαπιστώνει ότι ο γιος του, ο πρωτότοκός του, αυτός που θα κληρονομήσει την πατρική περιουσία, δεν μπορεί να είναι ο γιος της Αιγύπτιας Άγαρ. Απλούστατα, ο Αβραάμ δε σκοπεύει να εμπιστευθεί τις χαλδαιικές του ιδέες, σε αιγυπτίους απογόνους! Ούτε σκοπεύει τα πλούτη που απέσπασε απ’ την Αίγυπτο, με τις "χάρες" της "αδελφής" Σάρρας, να τα δει να επιστρέφουν ξανά σ’ αυτήν, μέσω της Αιγύπτιας δούλας και μητέρας του πρωτότοκου γιου του!
Αλλά ο σπουδαιότερο λόγος απ' όλους πρέπει να ήταν, ότι δεν θα μπορούσε στα σοβαρά να εμπιστευτεί την σπάνια χαλδαϊκή του τέχνη και τις μοναδικές του ιδέες, περί "θεού" και κατασχετικών "πληγών", παρά μόνο στις ανεπανάληπτες υψηλές φυλετικές προδιαγραφές των αυθεντικών Χαλδαίων. Έτσι μετά από δεύτερη, ωριμότερη σκέψη, η Άγαρ και ο μελαψός γιος της, απορρίπτονται οριστικά και εμφανίζεται επιτακτικότερο και πάλι το πρόβλημα των απογόνων.
Ο Αβραάμ όμως, ο άνθρωπος που χαιρόταν να λύνει δύσκολα προβλήματα, δεν δυσκολεύτηκε να βάλει πάλι τον θεό του, να δώσει κι εδώ μια ενδιαφέρουσα λύση. Η Σάρρα! Παρ’ όλο που ήταν στείρα, αυτή θα κάνει το πολυπόθητο παιδί τους.
Βέβαια η ιδέα του ήρθε κάπως καθυστερημένα, γιατί η Σάρρα εκτός από στείρα ήταν πια και γρια... αλλά δεν πειράζει, γι’ αυτό υπάρχουν και οι οικογενειακοί θεοί, για να λύνουν τέτοια δύσκολα και περίεργα προβλήματα. Εδώ ο ελληνο-μεσογειακός μύθος, είχε δώσει ένα πλήθος από παρόμοιες λύσεις, χωρίς μάλιστα να διαθέτει έστω και έναν αληθινό θεό, όχι ο Αβραάμ που έχει τον έναν και μοναδικό αληθινό θεό, "φίλο" του και συνεργό του, σ’ ό,τι κι αν αποφασίσει! Έτσι γεννιέται η ιδέα της εγκυμοσύνης της γριάς και στείρας Σάρρας.
Ο Αβραάμ, ο άνθρωπος που έχει το μοναδικό χάρισμα, να μετατρέπει τα πιο φοβερά μειονεκτήματα, σε θριαμβικές νίκες, και τις θλίψεις του σε μοναδικές αιτίες ευτυχίας. Ο άνθρωπος αυτός, παίζει με τη ζωή το "θεό" και τους ανθρώπους, με την άνεση και την ελευθερία ενός αυθεντικού μεγαλοφυούς μάγου!.. Αλήθεια, πώς όμως πείθει ο προφήτης μας τους πάντες, ότι εδώ πρόκειται πια για το θέλημα ενός θεού;
Ενδιαφέρον έχει να δούμε τον τρόπο με τον οποίον εκδηλώνεται η ασίγαστη συνεργασία θεού και προφήτη. Ο ξακουστός αυτός θεουργός,[5] έχει ένα μοναδικής θεατρικότητας τρόπο, για να αποσπά και να δημοσιοποιεί τις θεϊκές δηλώσεις της αρεσκείας του... τον χαλδαιικό προφητικό εκστασιασμό!
Τον αρχαιότερο τρόπο επικοινωνίας των Χαλδαίων μάγων, με άγνωστες δυνάμεις! Πέφτοντας σε πραγματική ή εικονική έκσταση, με όλα όσα αυτό χρειάζεται ή περιλαμβάνει, ο Αβραάμ λέει με τον ιδιαίτερο τρόπο του εκστασιαζομένου, όλα όσα θέλει να ακουστούν. Έτσι με έντρομο ύφος, αλλοιωμένη φωνή και άλλες ίσως εντυπωσιακές αλλοιώσεις στη συμπεριφορά του, πείθει τους πάντες, μεσ’ στο ημίφως, πως κάτι το θεϊκό κατέβηκε απ’ τον ουρανό και τον κατέλαβε!
Αυτά τουλάχιστον μας αφήνει να δούμε η αντίστοιχη βιβλική περιγραφή των εντυπωσιακών αυτών προφητικών παραστάσεων μεσ’ στο ημίφως του δειλινού, που δεν αφήνει καμία αμφιβολία για την προχωρημένη αυτή τέχνη των προφητικών εκστασιασμών: «Περί δε την δύσιν του ηλίου, επέπεσεν έκστασις[6] επί τον Αβραάμ. και ιδού, φόβος σκοτεινός μέγας έπιπτε έπ' αυτόν. Και είπεν ο Κύριος...» Gen. 15.12. Την συγκεκριμένη εκστασιακή κατάσταση ακολουθούν θεϊκές εντολές. Το τέλος μιας τέτοια προφητικής έκστασης μας δίδεται λίγο αργότερα: «Αφού δε (ο θεός) ετελείωσε λαλών μετ΄ αυτού, ανέβη ο θεός από του Αβραάμ». Ο΄ Gen. Ι7.22.
Το περίεργο αυτό «ανέβη ο θεός...», είναι σίγουρο απομεινάρι αρχαίας χαλδαιικής θεοκατάληψης. Η εικόνα σαφώς προϋποθέτει έναν "θεό" που "κατέβαινε" πάνω στον μεσάζοντα προφήτη και μετά "ανεβαίνει" απ’ αυτόν... αφού πρώτα μέσα απ' το στόμα του προφήτη κάνει γνωστό το θέλημα και τις απαίτησης του!
Η μαγική αυτή θεοκατάληψη τελείωνε με τον θεουργό - προφήτη να προσποιείται μεγάλη ταραχή αποχωρισμού του θείου από το αδύναμο σώμα του. Έτσι μόνο μπορούμε να ερμηνεύσουμε ικανοποιητικά το: έκσταση και μέγας σκοτεινός φόβος έπεφτε πάνω του, (Gen. 15.2), ή το: αφού τελείωσε μιλώντας μαζί του, ανέβη ο θεός από του Αβραάμ. Gen. Ι7.22. Η ιδια εκφράσει χρησιμοποιείται και για τον κατ' εξοχήν ενορατικό προφήτη Ιερεμία: «Ταύτα ειπών ο Κύριος ανέβη από Ιερεμίου εις τον ουρανόν». (Ο΄ Παραλειπόμενα Ιερεμίου) 3.17.
Δύο γενιές αργότερα αυτός ακριβώς ο τρόπος επικοινωνίας θεού και προφήτη εφαρμόζεται ακόμα και ο θεός "κατεβαίνει" και "ανεβαίνει" πάνω στον προφήτη του Ιακώβ, (Gen. 35.13) όπως θα δούμε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Μπορεί πράγματι ο προφήτης μας να έβγαινε απ’ τους εκστασιασμούς του, φοβισμένος, κατάκοπος και καταϊδρωμένος! Κανείς όμως δε μπορεί να μας πείσει, ότι αυτός ο προφητικός οίστρος, ο «μέγας σκοτεινός φόβος», δεν ήταν παρά ένας πολύ βολικός τρόπος θεατρικής υποβολής της δικής του ανθρώπινης θέλησης! Αν ο θεός του σύμπαντος ήθελε πράγματι κάτι, δεν θα είχε καμία ανάγκη να συνθλίβει με "φόβους μεγάλους και σκοτεινούς" κανέναν ανθρωπάκο προφήτη! Όμως ο ίδιος αυτός κι απαράλλακτος, πληθωρικός θεατρικός εκστασιασμός... όπως θα δούμε, υπήρξε ανέκαθεν το αποδοτικότερο εργαλείο των εντυπωσιαστών μάγων!
Έτσι ο Αβραάμ, ο ακούραστος Χαλδαίος, μετά από τόσα θαυμαστά και παράξενα, ήταν αδύνατον να μη βρει έναν ακόμα εντυπωσιακό τρόπο, να βάλει τον προσωπικό του θεό, να "θεραπεύσει" τη Σάρρα που παρά το ισόβιο πρόβλημα στειρότητας και το προχωρημένο της ηλικίας της, εξακολουθούσε να είναι το ιδανικό πρόσωπο για το "θαύμα" του διάσημου θεραπευτή.
Η σκηνοθετημένη ενδεχομένως εγκυμοσύνη και η προσποιητή μητρότητα, απαιτεί ένα άτομο συνεργάσιμο με αποδεδειγμένη διάθεση και υποκριτική ευχέρεια και η Σάρρα μετά από μακροχρόνια συνεργασία σε "σκληρότερα" θέματα ήταν τέτοιο.
Οι «τρεις άγγελοι» λοιπόν, χαλάλι τους το ψητό μοσχάρι με το σιμιγδαλένιο ψωμί το γάλα και το βούτυρο που έφαγαν, πριν φύγουν για τα τρισκατάρατα Σόδομα, δεν ξέχασαν να αναγγείλουν τη θεϊκή σύλληψη του Ισαάκ. Όμως, όπως σχεδόν σε κάθε βιβλικό "θαύμα", έτσι και εδώ, κάτι παράδοξο και δυσεξήγητο παρέμεινε στην αφήγηση για να κρούει τον κώδωνα της αμφιβολίας και της ερευνητικής διάθεσης. Εδώ, το αξιοπερίεργο είναι ότι, αν και πέρα για πέρα θεϊκή η επαγγελία της θαυμαστής γέννησης του Ισαάκ, αυτή τελικά αναγγέλλεται με μεγαλύτερη απ’ τη γνωστή σε όλους κανονική διάρκεια! Αντί των 9 φυσιολογικών μηνών, το παιδί αυτό θα έρθει σε 12 ακριβώς μήνες! Δηλαδή, είναι μεν μια εντελώς "θεϊκή" σύλληψη, αλλά θα έχει μια αφύσικη και ανεξήγητη επιπλέον τρίμηνη διάρκεια ή καθυστέρηση!
Ας δούμε όμως την ιδια την αφήγηση: «αφού (οι τρεις άγγελοι) έφαγαν, ρώτησαν... που είναι Σάρρα η γυναίκα σου;[7] Αυτός απάντησε εδώ στην σκηνή και είπεν (ο άγγελος), εξάπαντος θέλω επιστρέψει προς σε κατά τον αυτόν τούτον τον καιρόν του έτους (Ο΄ κατά τον καιρόν τούτον εις ώρας) και ιδού Σάρρα η γυνή σου θέλει έχει υιόν». Gen. 18.10.
Οι τρεις αυτοί «άνδρες», έρχονται όντως από μακριά. Έτσι εξηγείται και το άφθονο και εκλεκτό φαΐ που προσφέρει ο Αβραάμ στους φιλοξενούμενους του. Έχουν λοιπόν τους δικούς τους λόγους (προφανώς ετήσιες ασχολίες) που δεν τους επιτρέπουν να "επιστρέψουν" σε εννέα (9) μήνες, απ’ την αναγγελία της σύλληψης, αλλά, «κατά τούτον τον καιρόν εις ώρας» δηλαδή, την ίδια ακριβώς εποχή του επόμενου χρόνου, με ακρίβεια όμως ώρας!
Έτσι η σύλληψη και η εγκυμοσύνη της Σάρρας πρέπει παραδόξως να αρχίζει να μετριέται με τρίμηνη καθυστέρηση, αν δεν θέλουμε να υποθέσουμε, ότι η εγκυμοσύνη της Σάρρας λόγο θεϊκής επέμβασης, προηγουμένης στειρότητας και μεγάλης ηλικίας κράτησε, 12 μήνες!
Αλλά όπως και να το δούμε είναι ένα θαύμα, με ανεξήγητη τρίμηνη αναστολή! Μάλιστα προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης, αλλά και καλού συντονισμού, ο άνδρας-άγγελος τέσσερα μόλις εδάφια παρακάτω επαναλαμβάνει ότι η παράδοση του παιδιού θα γίνει ακριβώς σε 12 μήνες με ακρίβεια "ώρας":[8] «Είναι κάτι αδύνατον εις τον Κύριο; κατά τον ίδιο αυτόν καιρό και ώρα θα επιστρέψω και η Σάρρα θα έχει υιόν».Ο΄ Gen. 18.14.
Δικαιολογημένα τώρα μπορεί να ρωτήσει κανείς: Μα επιτέλους από που έρχονται αυτοί οι περίεργοι "άγγελοι", που περιδρομιάζουν σαν κουρασμένοι ταξιδιώτες; Πριν απαντήσουμε πρέπει να υπενθυμίσουμε και πάλι ότι ο Αβραάμ δεν είναι Χαναναίος, αλλά Χαλδαίος, από την ΟΥΡ, απ’ όπου οικογενειακώς μετοίκησε στην βόρια Μεσοποταμία στη γη Χαρράν.
Στην αρχή της αβρααμικής ιστορίας, διευκρινίζεται ότι την μετοικεσία αυτή την ξεκίνησε αρχικώς ο πατέρας του Αβραάμ, ο Θάρρα: «Και έλαβε ο Θάρρα, Αβραάμ τον υιόν αυτού και Λώτ τον... εγγονό αυτού... και εξήλθον ομού απ’ της Ουρ των Χαλδαίων δια να υπάγωσιν εις την γην Χαναάν και ήλθον έως Χαρράν και κατώκησαν εκεί». Gen. 11.31.
ΔΕΣ: Το δίλλημα του Αβραάμ: Τι μας μας αποκαλύπτει η αποτυχημένη μετανάστευσή του; (χάρτης)
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω εδάφια, αρχικός προορισμός ολόκληρης της οικογένειας του Θάρρα, ήταν η Χαναάν για κάποιους όμως αδιευκρίνιστους λόγους, κατέληξαν βορειότερα στην Χαρράν, απ' όπου μόνος, ο Αβραάμ με τον ανεψιό του Λωτ, κατηφόρισε νότια προς τον αρχικό τους μεταναστευτικό στόχο την γη Χαναάν. Η Χαρράν λοιπόν, σε μια απόσταση περίπου 600 χλμ. δηλαδή ολίγων ημερών δρόμο με άλογα ή καμήλες, φιλοξενεί ακόμα τους καθαρόαιμους συγγενείς του Αβραάμ.
Σ’ αυτούς, τους πολυπληθείς εν τω μεταξύ συγγενείς, αναφέρονται τα ευχάριστα γεννητούρια που μαθαίνει ο Αβραάμ στο Gen. 22.20-24 όπου αναφέρεται και η γέννηση της γυναίκας του Ισαάκ Ρεβέκκας.
Σ’ αυτούς αργότερα, θα στείλει το δούλο του ο Αβραάμ, φορτωμένο με δώρα για να βρει νύφη για τον Ισαάκ και θα γυρίσει χαρούμενος με τη Ρεβέκκα. Σαφέστερα δε για τις σχέσεις των δυο τόπων είναι τα λόγια της Ρεβέκκας, καθώς αργότερα φυγαδεύοντας το γιο της Ιακώβ για να τον σώσει απ’ την οργή του εξαπατημένου Ησαύ, του λέει: «Φύγε προς Λάβαν τον αδελφό μου εις Χαρράν». Τέλος, εκεί πρέπει να πήγαν (ως συγγενικά δώρα) τα λάφυρα, ή τουλάχιστον μέρος αυτών, όταν ο Αβραάμ τα παρέδωσε σε κάποιον ιερέα που εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή απ’ το πουθενά, τον Μελχισεδέκ, γυρίζοντας ελευθερωτής του Λωτ (νικώντας μόνο με 118 δούλους;!) τα στρατεύματα του Χοδολλογομόρ! Βλέπουμε λοιπόν, ότι η πατρική παροικία της Χαρράν δεν έπαψε ποτέ να συμπαραστέκεται στους παρεπιδημούντες τη γη Χαναάν.
Οι αγγελιοφόροι λοιπόν, (οι αλλιώς άγγελοι) είτε αναγγέλλουν τη θεραπεία της Σάρρας, είτε έρχονται για να κάψουν τον παράδεισο των Σοδόμων, επιβάλλεται να είναι άτομα εντελώς άγνωστα και συνεπώς, από κάπου μακριά. Θα ήταν εντελώς ανόητο λάθος, αν κάποιος μπορούσε να ψιθυρίσει: "Αυτόν τον άγγελο κάπου τον έχω ξαναδεί"!
Έτσι, οι τρεις άνδρες που είδαμε να έρχονται μεσ’ στο καταμεσήμερο στην σκηνή του Αβραάμ, είναι φυσικό να πλένουν τα πόδια τους και να γευματίζουν κουρασμένοι κάτω απ’ τη σκιά του δένδρου, αφού είναι πραγματικοί "άγγελοι" (με την καθεαυτό έννοια του αγγελιοφόρου), απ’ την μακρινή πατρική παροικία της Χαρράν. Έρχονται να απαλλάξουν τον Αβραάμ απ’ την δυσάρεστη εμπλοκή του στις στρατιωτικές αναταραχές της περιοχής του, καίγοντας την πεντάπολη των Σοδόμων, που αποτελεί το μήλον της έριδος και έπ' ευκαιρία, προσφέρουν την μοναδική λύση στην απελπιστική ατεκνία του Αβραάμ.
Απ’ τη μεγάλη λοιπόν και πολυπληθή αυτή παροικία, θα έρθει πάνω στο χρόνο με ακρίβεια ώρας και το μωρό που θα αναλάβει το βάρος της αβρααμικής κληρονομιάς! Θα είναι ένα πραγματικό Χαλδαιόπουλο, από κοντινούς ίσως συγγενείς, ικανούς να διαφυλάξουν το ιερό μυστικό της θεάρεστης αυτής υιοθεσίας.
Όμως... η δεύτερη αυτή επίσκεψη των ανδρών της Χαρράν ή "επιστροφή" όπως αναφέρεται στην Βίβλο, δε μας περιγράφεται, για εντελώς άλλωστε κατανοητούς λόγους. Αλλά η Βίβλος επιγραμματικά μόνο τονίζει, ότι σ’ ένα χρόνο ακριβώς η υπόσχεση των τριών ανδρών περί επιστροφής των ετηρήθη, προς μεγάλη χαρά του ζεύγους που περίμεναν πως και πως τους χαρούμενους "πόνους" της γέννας: «και έκαμαν ο Κύριος εις την Σάρραν ως ελάλησεν», επέστρεψε δηλαδή αυτόν τούτον τον καιρόν του έτους: «και έκανε ο Κύριος ότι υποσχέθη στην Σάρρα... και εγέννησε εις τον Αβραάμ υιόν στα γερατειά του, κατά τον καιρό τον οποίον του είπε ο Κύριος. Και εκκάλεσε ο Αβραάμ το όνομα του υιού αυτού (και για να παραμεριστούν οι αμφιβολίες ξανατονίζεται) τον οποίον η Σάρρα εγέννησε εις αυτόν, Ισαάκ... ητο δε ο Αβραάμ εκατό ετών... είπε δε η Σάρρα περίγελο με έκανε ο Κύριος, διότι όποιος ακούσει ότι έκανα γιο θα γελάει, ποιος να το 'λεγε στον Αβραάμ ότι θα θήλαζα παιδί, ότι θα γεννούσα παιδί στα γερατειά μου;». Gen. 21.1-7.
Η αφήγηση δίνοντας άφθονη θεατρικότητα στην σκηνή, θέλει λοιπόν την Σάρρα όχι μόνο να γεννά, αλλά να θηλάζει κιόλας το θαυματουργικά γεννημένο παιδί της, ακριβώς επειδή, αυτή είναι και η ορατή διαφορά ανάμεσα στην πραγματική λοχεία και την κρυφή ή φανερή υιοθεσία.
Κάποιοι πάντως αν και Εβραίοι, δεν πείσθηκαν ακόμα: «η εγκυμοσύνη της Σάρρας, σε ηλικία ενενήντα ετών, αποτελεί ένα παράδειγμα του πως οι συντάκτες της Βίβλου μετέτρεπαν τα ασυνήθιστα πράγματα σε θαύματα... έτσι οι γυναίκες θεωρούσαν τον Ισαάκ πλαστό (υιοθετημένο) και δοκίμαζαν την Σάρρα προσκαλώντας την να θηλάσει τα μωρά τους».[9]
Βέβαια οφείλουμε να πούμε ότι οι συντάκτες αυτής της ιστορίας είχαν μάλλον υπερβολικούς φόβους, γιατί, πολλούς αιώνες μετά, μπορούμε να διαβεβαιώσουμε τους συντελεστές της μετατροπής μια απλής υιοθεσίας σε θαύμα, ότι όχι μόνο κανείς δεν γέλασε, αλλά ούτε που αμφέβαλε στο παραμικρό, για την βιολογική ανάσταση της μητρότητας στην Σάρρα! Λες και οι συντάκτες της παραμυθικής αυτής ωραιοποίησης, πρόβλεψαν με θαυμαστή ακρίβεια, ότι οι λαοί πάντα, χωρίς πολλή σκέψη, θα αρέσκονται στις θεϊκές διαβεβαιώσεις, που βρίσκονται στην κατεύθυνση των καυτών τους πόθων!
Το πολυπόθητο παιδί ήρθε λοιπόν επιτέλους, μετά από 12μηνη περίπου αναμονή, και κατάλληλη σκηνοθετημένη προετοιμασία. Η Σάρρα απέκτησε στα ενενήντα ένα (91) της χρόνια, το πολυπόθητο παιδί! "Μητέρα" πια, είχε κάθε λόγο να ανησυχεί. Ο Ισμαήλ (κατά την μασσοριτική εκδοχή) ήταν τώρα 13 περίπου χρόνων. Πιο μελαψός παρά ποτέ, αποτελούσε μια διαρκή απειλή για την πατρική περιουσία, μια και ως πρωτότοκος είχε τα ανάλογα δικαιώματα.
Τώρα... ένα δύσκολο πρόβλημα έπρεπε να βρει λύση. Τώρα, η Σάρρα δε διστάζει πια ούτε στιγμή. Ο Ισαάκ, ο γιος της, που με τόση θεϊκή καύχηση κρατά στην αγκαλιά της, είναι ολίγων μόνο μηνών, όταν η Σάρρα διατάζει: «Δίωξον την δούλην ταύτην και τον υιόν αυτής, διότι δεν θέλει (δεν πρέπει να) κληρονομήσει ο υιός της δούλης ταύτης μετά του υιού μου, του Ισαάκ». Gen. 21.10.
Οι δισταγμοί του Αβραάμ παραμερίζονται με θεϊκή εντολή, διότι όπως είπαμε, όλου του κόσμου οι απρέπειες, μεταβάλλονται σε θεάρεστο έργο, αρκεί να τις ζητήσει προσωπικά ο πανάγαθος, έτσι λέει στον Αβραάμ, αφού μάλλον "εγενήθη" ξανά ο κατάλληλος λόγος Κυρίου στο κεφάλι τον Αβραάμ. «Ας μη φανεί σκληρό εις τους οφθαλμούς σου περί του παιδιού και περί της δούλης σου, κατά πάντα όσα είπε προς σε η Σάρρα άκουε τους λόγους αυτής». Gen. 21.12.
Η Σάρρα, ο Αβραάμ, αλλά κι ο θεός τους, έχουν βάλει στο σημάδι την δύστυχη δούλα, που άλλο κακό δεν είχε κάνει, απ’ το να ταπεινώσει την κυρία της με την καρπερή υγεία της, και τον κύριό της με την ακατάλληλη αιγυπτιακή ράτσα της. Οι ιδιότητες των "αγίων" όπως αγάπη, συμπόνια, υπομονή και τα παρόμοια, μπορεί να είναι εντυπωσιακά πράγματα, αλλά απ' τον θεό του Αβραάμ, θα ανακαλυφθούν πολύ αργότερα. Έτσι, για την ώρα η σκληρή εξόντωσή της δούλας είναι αποφασισμένη και μάλιστα μαρτυρική, τόσο η δική της, όσο και του παιδιού της, του μελαψού πρωτότοκου γιου του Αβραάμ που πρέπει να πεθάνει.
Για το μοιραίο πρωινό, η Βίβλος μας περιγράφει τα ηθικά περιθώρια ενός ανθρώπου που ο βιβλικός θεός αποκάλεσε "φίλο" του: «Σηκώθηκε δε ο Αβραάμ ενωρίς το πρωί και πήρε ψωμιά και (ένα) ασκί νερό και τα έδωσε στην Άγαρ, Έβαλε δε και το παιδί στον ώμο της και την έδιωξε». Ο΄ Gen. 21.14. Η πάντα αυθεντικότερη μετάφραση τον Ο΄, συγκράτησε μια άλλη χρονική στιγμή, πολύ τραγικότερης εκδίωξης, που θέλει τον Ισμαήλ μωρό ακόμα και τον Αβραάμ να της το φορτώνει στον ώμο, όπως έκαναν οι μωρομάνες της ερήμου για να έχουν ελεύθερα τα χέρια τους!
Φαντάζεστε την εικόνα;
Είναι απίστευτα σκληρό! Μέσα στο χάραμα, η νεαρή μητέρα που κυριολεκτικά βρήκε τον διάβολο της απ' το απερίγραπτο αυτό ζευγάρι των Χαλδαίων, παρακολουθεί αποσβολωμένη την αναπάντεχη μοίρα της. Ο Αβραάμ κρεμά στον ώμο της, τον μικρούλι Ισμαήλ, της δίνει ένα ταγάρι με ψωμιά και ένα μοναδικό ασκί νερό και τους διώχνει... να πεθάνουν στην έρημο. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία, της απίστευτης αυτής σκληρότητας, απαιτεί πράγματι πάρα πολύ θεολογικό βίτσιο!
Ούτε ένα γαϊδούρι φορτωμένο με προμήθειες, δεν άξιζε η παιδίσκη Άγαρ και ο πρώτος του απ’ αυτήν γιος. Διότι, ακόμα κι αν δεχθούμε την Μασσοριτική εκδοχή, που θέλει 13χρονο (Gen. 16.3 & 21.5) τον νεαρό Ισμαήλ, παραμένει ολοφάνερο, πως αυτός ο νεαρός, μπορούσε σίγουρα να κουβαλήσει κι ένα δεύτερο σωτήριο «ασκόν ύδατος»!
Βέβαια, το ζεύγος των Χαλδαίων είχαν τη θεϊκή συγκατάθεση, συνεπώς η εκδίωξη στα μάτια του ευκολόπιστου αναγνώστη, φαντάζει απόλυτα νόμιμη. Αλλά πάλι, ακόμα και ο θεός της Βίβλου, πουθενά στο θειο του κείμενο, δεν φαίνεται να περιορίζει σε έναν τον «ασκό ύδατος» των δύο καταδικασμένων. Ούτε αυτός ο θεός, ούτε και κανένας άλλος μπορούσε να πει, ότι θα έβλαπταν δύο καμήλες με "δικούς μας" καμηλιέρηδες, να πάνε τον αποδιοπομπαίο γιο του Αβραάμ, Ισμαήλ και την δούλα Άγαρ, (που δεν μας κάνει πια), πέρα απ’ την έρημο, ή ακόμα, ίσως και στην ποθητή πατρίδα της, την Αίγυπτο και να επιστρέψουν, ώστε να μη χάσουμε και τις πολύτιμες καμήλες μας!
Θα μπορούσα να σταθώ ατελείωτα, στο δροσερό αυτό πρωινό, όπου τόσα πρόσωπα διεκδικούν λάθος θέση στην ιστορία, και να περιγράψω με ανάγλυφες λεπτομέρειες την απίστευτη απανθρωπιά των βιβλικών αυτών εικόνων! Θα ξεφεύγαμε όμως αισθητά απ' το τελικό ζητούμενο αυτής της έρευνας. Έτσι περιορίζομαι να πω ότι χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, πρόκειται για μια στυγερή και καθ’ όλα προμελετημένη φονική απόφαση, που ο Αβραάμ (με ηθικό αυτουργό τη Σάρρα) επιβάλλει στο ίδιο του το αθώο μωρό (ή έστω στον 13χρονο) Ισμαήλ και στην κατ' επανάληψη διωγμένη και κακοποιημένη δούλα μάνα του!
Οποιοδήποτε νομικό καθεστώς, ακόμα και το πλέον πρωτόγονο, θα καταδίκαζε παμψηφεί την άσπλαχνη αυτή ενέργεια του Αβραάμ, αυτό το πρωινό. Διότι όπως και να το κάνουμε και τώρα, αλλά και πριν από χιλιάδες χρόνια, διώξιμο στον καύσωνα της ερήμου, με ένα ασκί νερό για δυο άτομα, μόνο σίγουρο θάνατο μπορούσε να σημαίνει: «Η δε (Άγαρ) έφυγε και περιεπλανάτο στην έρημο... και αφού τελείωσε το ύδωρ από του (ενός και μοναδικού) ασκού, έρριψε το παιδίον υποκάτω ενός θάμνου (που σημαίνει ότι το παιδί ήταν πράγματι μωρό) και ελθούσα εκάθησε μακράν... διότι είπε: Να μη δω τον θάνατον του παιδιού... και ύψωσε την φωνή της και έκλαυσε». Ο΄ Gen. 21. 15-16.
Τάδε έφη αβρααμική πατρότης!
Αυτός είναι: «ο Αβραάμ ο μέγας πατήρ που δεν ευρέθη όμοιος του στην δόξα»!!! Σοφία Σειράχ 44.21.
-------------------------
[1] Robert Graves & Raphael Patai «Hebrew Myths: 29.α. Ισμαήλ
[2] Ο "άγγελος", ενώ γνωρίζει το όνομα της, δεν μπορεί να υποθέσει... μέσα στην έρημο... που πηγαίνει! Αυτές οι σπαρταριστές αφέλειες των αγγέλων, προδίδουν περισσότερα από κάθε άλλο επιχείρημα, την στημένη θεατρικότητα των βιβλικών αφηγήσεων! Η ερώτηση του αγγέλου: «Άγαρ, που πηγαίνεις» σε μια ολομόναχη, ταλαιπωρημένη, έγκυο κοπελίτσα, περικυκλωμένη από την καυτή έρημο, μόνο σαν κακόγουστο βιβλικό αστείο ακούγεται!
[3] Robert Graves & Raphael Patai «Hebrew Myths: 29.δ.& Gen. Rab. 453-454.570
[4] Για το «κακό μάτι» την αρχαία αυτή Χαλδαϊκή δεισιδαιμονία, που τόσο σημασία δίνουν ειδικά οι γυναίκες, θα αντειπούμε μόνο, πως αν αυτό ήταν διαπιστωμένη ανθρώπινη ικανότητα, τότε οι παθιασμένοι οπαδοί μιας ομάδος, θα έριχναν τις επιδόσεις της αντίπαλης επιστρατεύοντας όλα τα κακά μάτια της περιοχής! Πουθενά στον κόσμο όμως δεν παρουσιάσθηκε ανάλογο φαινόμενο! Η μαγγανεία όμως, είναι χιλιοδιαπιστωμένη ασθενοποιός μάστιγα της ιστορίας.
[5] Θεουργός: Ο δια μαγικών τρόπων τα θεία επικαλούμενος.
[6] «Έκστασις: Θαυμασμός ή αλλοίωσις» Suda.
[7] Η ερωτήσεις των αγγέλων, που κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν, είναι πάντοτε περίεργες, αλλά εδώ ξεπερνούν κάθε ανοχή. Η Σάρρα βρίσκεται μόλις λίγα βήματα πίσω του, πίσω απ΄ το πανί τις σκηνής: «ούσα όπισθεν αυτού προς τη θύρα της σκηνής» (Gen. 18.11) Οι άγγελοι όμως... δεν μπορούσαν να την δουν!!!
[8] Η λέξη «ώρα», ασφαλώς δεν είχε την ιδια με την σημερινή σημασία, ο τρόπος όμως που εδώ χρησιμοποιείται, σαφώς δηλώνει με έμφαση μεγάλη χρονική ακρίβεια!
[9] Robert Graves & Raphael Patai «Hebrew Myths: 31.7 & Pesigda Rabbati 177 a-b
ΑΙΣΩΠΟΣ: Η γιαγιά και ο γιατρός
Ο παμπόνηρος ο γιατρός, που λέτε, κάθε φορά που ερχόταν, άλειφε τα μάτια της γιαγιάς με διάφορα κολλύρια, και όσο η κυρά κρατούσε κλειστά τα βλέφαρά της, εκείνος έκλεβε στα κρυφά τα συμπράγκαλά της, ένα κάθε φορά. Μέχρι να ολοκληρωθεί η θεραπεία, ο γιατρός είχε σηκώσει πια όλο το νοικοκυριό. Στο τέλος πήγε κιόλας και ζητούσε από τη γιαγιά την αμοιβή που είχαν συμφωνήσει.
Εκείνη δεν εννοούσε με τίποτε να τον πληρώσει. Τότε ο γιατρός την κατήγγειλε και την έσυρε ενώπιον των αρχών. Εκεί η γριούλα ομολόγησε ότι όντως του είχε υποσχεθεί ορισμένη αμοιβή, αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι θα της γιάτρευε τα μάτια. «Αυτό όμως δεν συνέβη, κύριοί μου», δήλωσε, «διότι τώρα ο περί ου ο λόγος με τις θεραπείες του με έφερε σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι ήμουν πρωτύτερα. Για να καταλάβετε, πριν μπορούσα και έβλεπα όλα τα σκεύη του νοικοκυριού μου, ενώ τώρα δεν καταφέρνω να δω ούτε ένα».
Επιμύθιο
Κάποιοι άνθρωποι, όπως ο γιατρός, ενώ έχουν διαπράξει απάτη έναντι άλλων, όχι μόνο δεν αναγνωρίζουν τα λάθη τους, αλλά ζητούν και δικαίωση ή ανταμοιβή.
Ο Επίκουρος για την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας
Ο Επίκουρος, στην Επιστολή προς τον Ηρόδοτο, αναφέρει τις τρεις κύριες αιτίες όπου βασίστηκε η ανθρωπότητα για να προοδεύσει δημιουργώντας τον ανθρώπινο πολιτισμό.
Οι κοινωνίες δεν προέκυψαν εκ του μηδενός, ούτε είναι δημιουργήματα κάποιων θεών, αλλά προήλθαν μέσα από μια φυσική εξελεγκτική διαδικασία. Αφού προσπάθησε αρχικά να αφαιρέσει τους μύθους που επικρατούσαν μέχρι τότε σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την επαναφέρει σε μια φυσική διάσταση, λέγοντας ότι τα διάφορα όντα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν την προέλευσή τους από τον κόσμο όπου κατοικούν και όχι έξω από αυτόν.
«Πρέπει να δεχθούμε» λέει ο Επίκουρος,
«ότι στους ανθρώπους η εμπειρία και η αναγκαιότητα ήρθαν συχνά σε βοήθεια στη φύση. Ο λογισμός τελειοποίησε τα δεδομένα της Φύσης και πρόσθεσε νέες ανακαλύψεις, εδώ πιο γρήγορα, εκεί πιο αργά. Πότε διασχίζοντας τις περιόδους του χρόνου από την εποχή του απείρου, πότε σε περιόδους πιο σύντομες».
Η κύρια μαρτυρία μας για τις απόψεις του Επίκουρου σχετικά με την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας είναι το ποίημα του Λουκρήτιου «De Rerum Natura», που, χωρίς καμία αμφιβολία, ακολουθούσε τις απόψεις του ίδιου του Επίκουρου, όπως εκείνος τις καταγράφει στο περίφημο έργο του «Περί Φύσεως» και σε άλλες πραγματείες. Ο Λουκρήτιος, στο ποίημά του, αναλύει και μιλάει για την ανάγκη που μας ωθεί στην αναζήτηση μέσω των αισθήσεων, για την εμπειρία που συσσωρεύει στο πέρασμα του χρόνου τα αποτελέσματα αυτών των διαδοχικών αναζητήσεων, και για τη λογική που επεξεργάζεται ακατάπαυστα τα δεδομένα των αισθήσεων καταλήγοντας σε συμπεράσματα. Ο χρόνος, λέει ο Λουκρήτιος «φέρνει αργά στο φως όλες τις ανακαλύψεις», και η λογική είναι εκείνη που με τη βοήθεια του χρόνου «διδάσκει λίγο-λίγο και βήμα-βήμα τους ανθρώπους».
Οι άνθρωποι της πρώτης περιόδου, σύμφωνα με τον Λουκρήτιο, δεν διαθέτουν ούτε τα στοιχειώδη εργαλεία, δεν γνωρίζουν να καλυφτούν το σώμα τους ούτε με δέρματα ζώων, βγάζουν άναρθρες κραυγές τριγυρνώντας σε αγέλες, όπως τα ζώα, πίνουν νερό απ τα ποτάμια και τρώνε κυρίως φρούτα και λαχανικά. Είναι όμως πιο συγκροτημένοι και σκληραγωγημένοι σε σχέση με τον σημερινό άνθρωπο, με δυνατό σκελετό και με μυς για να αντέχουν στις καιρικές συνθήκες, κάτι που τους βοήθησε σημαντικά στον αγώνα για την επιβίωσή τους
Παρ' ότι ήσαν γυμνοί και χωρίς όπλα, με τα δυνατά τους χέρια και με τα επιδέξια πόδια υποστήριζαν και κάλυπταν τα μειονεκτήματά τους στη μάχη που έδιναν καθημερινά για την ίδια τους τη ζωή. Όταν έβλεπαν μεγάλα και δυνατά ζώα, λέει ο Λουκρήτιος, έφευγαν μακριά και τα πετούσαν πέτρες ή ανέβαιναν στα δένδρα να σωθούν, ενώ τα λιγότερα επικίνδυνα τα χτυπούσαν από κοντά με ρόπαλα και άλλα θανατηφόρα αντικείμενα. Το βράδυ ξεκουράζονταν και κοιμόντουσαν στο χώμα, μέσα σε σπηλιές και σε λαγκάδια όπου ένιωθαν προστατευμένοι απ' τους κινδύνους. Συνεχίζοντας την απολαυστική του αφήγηση, ο Λουκρήτιος λέει ότι,
«οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν γνώριζαν την έννοια του κοινού σκοπού ούτε το καλό, δεν ήξεραν από νόμους ούτε από ηθικούς κανόνες στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο καθένας άρπαζε από το αυθόρμητο της φύσης του, τη πρώτη λεία που έβρισκε μπροστά του, και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η επιβίωσή του, να φροντίζει μονάχα για τον εαυτό του».
Σε αυτό το άγριο περιβάλλον όπου επικρατούσε η δύναμη του πιο ισχυρού, σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου και καθημερινής μάχης για την επιβίωση, για τον πρωτόγονο άνθρωπο τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά μόνο η ίδια του η ζωή, ώσπου κάποια στιγμή, με την συνδρομή του χρόνου, και βασιζόμενος αρχικά στις δυο από τις τρεις κύριες αιτίες που αναφέρει ο Επίκουρος, στην ανάγκη και στην εμπειρία, προχώρησε στις πρώτες του σημαντικές ανακαλύψεις. Έμαθε να ντύνεται γδέρνοντας τα ζώα που σκότωνε, να κατασκευάζει καλύβες για να προφυλάσσεται από τη βροχή και το κρύο, αλλά το σημαντικότερο απ' όλα ήταν πως ανακάλυψε να ανάβει φωτιά.
Η φωτιά τον έβγαλε από την κτηνώδη κατάσταση στην οποία ζούσε και αποτέλεσε «μέσο, χρησιμοποιώντας και τη λογική πλέον για νέες εφευρέσεις, όπου οι άνθρωποι με το πιο έξυπνο μυαλό και την πιο δυνατή νόηση, εισήγαγαν από μέρα σε μέρα αλλαγές στην τροφή και παλιό τρόπο ζωής». Έτσι, με την ανακάλυψη της φωτιάς, άρχισαν να μαζεύονται γύρω από αυτήν κάτω από κοινή στέγη, και ο άνδρας με τη γυναίκα που μέχρι τότε ενώνονταν κατά τύχη, δημιουργούν οικογένεια και συγκροτούν μια ομάδα, ξεκινώντας μια νέα περίοδο στην Ιστορία της Ανθρωπότητας.
Είναι η περίοδος που γεννιέται η κοινωνία με την αμοιβαία αποδοχή ισότητας, ανάμεσα στην γυναίκα και στον άνδρα και η εμφάνιση των πιο ευγενών συναισθημάτων για τα τέκνα. Σε αυτό το στάδιο, προκύπτει και η σύνδεση μεταξύ των οικογενειών που διέπεται από την αρχή της ωφέλειας, μιας και οι άνθρωποι ήταν σε θέση να ενωθούν για να αποτρέψουν φυσικούς κινδύνους, και να μεριμνήσουν συμμετέχοντας από κοινού στις διάφορες ασχολίες, ώστε να εξασφαλίσουν τα βασικά και αναγκαία αγαθά για την ασφαλή επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ευθυμία των μελών τους.
Παράλληλα, καθώς τα ανθρώπινα όντα βιώνουν διαφορετικές επιδράσεις και λαμβάνουν διαφορετικές παραστάσεις και εικόνες, που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο, ομοίως και οι ήχοι που παράγονται ως απάντηση σε οποιοδήποτε δεδομένο ερέθισμα είναι διαφορετικοί, και οι αρχικές κραυγές τους μετατρέπονται σε λέξεις, που είναι λίγο ή πολύ σύμφωνες με τα αρχικά ή τα πρωτόγονα αντικείμενά τους. Οι πρωτόγονες λέξεις δεν αποτελούσαν ακόμη πηγή διανοητικής σύγχυσης, αλλά αυτό άλλαξε μετέπειτα με την πλήρη ανάπτυξη της γλώσσας, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός της ύπαρξης πολλών γλωσσών.
Η επιστήμη της Ανθρωπολογίας σήμερα υιοθετεί σε αρκετά πράγματα τις υποθέσεις του Λουκρήτιου για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.
Οι κοινωνίες δεν προέκυψαν εκ του μηδενός, ούτε είναι δημιουργήματα κάποιων θεών, αλλά προήλθαν μέσα από μια φυσική εξελεγκτική διαδικασία. Αφού προσπάθησε αρχικά να αφαιρέσει τους μύθους που επικρατούσαν μέχρι τότε σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την επαναφέρει σε μια φυσική διάσταση, λέγοντας ότι τα διάφορα όντα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν την προέλευσή τους από τον κόσμο όπου κατοικούν και όχι έξω από αυτόν.
«Πρέπει να δεχθούμε» λέει ο Επίκουρος,
«ότι στους ανθρώπους η εμπειρία και η αναγκαιότητα ήρθαν συχνά σε βοήθεια στη φύση. Ο λογισμός τελειοποίησε τα δεδομένα της Φύσης και πρόσθεσε νέες ανακαλύψεις, εδώ πιο γρήγορα, εκεί πιο αργά. Πότε διασχίζοντας τις περιόδους του χρόνου από την εποχή του απείρου, πότε σε περιόδους πιο σύντομες».
Η κύρια μαρτυρία μας για τις απόψεις του Επίκουρου σχετικά με την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας είναι το ποίημα του Λουκρήτιου «De Rerum Natura», που, χωρίς καμία αμφιβολία, ακολουθούσε τις απόψεις του ίδιου του Επίκουρου, όπως εκείνος τις καταγράφει στο περίφημο έργο του «Περί Φύσεως» και σε άλλες πραγματείες. Ο Λουκρήτιος, στο ποίημά του, αναλύει και μιλάει για την ανάγκη που μας ωθεί στην αναζήτηση μέσω των αισθήσεων, για την εμπειρία που συσσωρεύει στο πέρασμα του χρόνου τα αποτελέσματα αυτών των διαδοχικών αναζητήσεων, και για τη λογική που επεξεργάζεται ακατάπαυστα τα δεδομένα των αισθήσεων καταλήγοντας σε συμπεράσματα. Ο χρόνος, λέει ο Λουκρήτιος «φέρνει αργά στο φως όλες τις ανακαλύψεις», και η λογική είναι εκείνη που με τη βοήθεια του χρόνου «διδάσκει λίγο-λίγο και βήμα-βήμα τους ανθρώπους».
Οι άνθρωποι της πρώτης περιόδου, σύμφωνα με τον Λουκρήτιο, δεν διαθέτουν ούτε τα στοιχειώδη εργαλεία, δεν γνωρίζουν να καλυφτούν το σώμα τους ούτε με δέρματα ζώων, βγάζουν άναρθρες κραυγές τριγυρνώντας σε αγέλες, όπως τα ζώα, πίνουν νερό απ τα ποτάμια και τρώνε κυρίως φρούτα και λαχανικά. Είναι όμως πιο συγκροτημένοι και σκληραγωγημένοι σε σχέση με τον σημερινό άνθρωπο, με δυνατό σκελετό και με μυς για να αντέχουν στις καιρικές συνθήκες, κάτι που τους βοήθησε σημαντικά στον αγώνα για την επιβίωσή τους
Παρ' ότι ήσαν γυμνοί και χωρίς όπλα, με τα δυνατά τους χέρια και με τα επιδέξια πόδια υποστήριζαν και κάλυπταν τα μειονεκτήματά τους στη μάχη που έδιναν καθημερινά για την ίδια τους τη ζωή. Όταν έβλεπαν μεγάλα και δυνατά ζώα, λέει ο Λουκρήτιος, έφευγαν μακριά και τα πετούσαν πέτρες ή ανέβαιναν στα δένδρα να σωθούν, ενώ τα λιγότερα επικίνδυνα τα χτυπούσαν από κοντά με ρόπαλα και άλλα θανατηφόρα αντικείμενα. Το βράδυ ξεκουράζονταν και κοιμόντουσαν στο χώμα, μέσα σε σπηλιές και σε λαγκάδια όπου ένιωθαν προστατευμένοι απ' τους κινδύνους. Συνεχίζοντας την απολαυστική του αφήγηση, ο Λουκρήτιος λέει ότι,
«οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν γνώριζαν την έννοια του κοινού σκοπού ούτε το καλό, δεν ήξεραν από νόμους ούτε από ηθικούς κανόνες στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο καθένας άρπαζε από το αυθόρμητο της φύσης του, τη πρώτη λεία που έβρισκε μπροστά του, και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η επιβίωσή του, να φροντίζει μονάχα για τον εαυτό του».
Σε αυτό το άγριο περιβάλλον όπου επικρατούσε η δύναμη του πιο ισχυρού, σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου και καθημερινής μάχης για την επιβίωση, για τον πρωτόγονο άνθρωπο τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά μόνο η ίδια του η ζωή, ώσπου κάποια στιγμή, με την συνδρομή του χρόνου, και βασιζόμενος αρχικά στις δυο από τις τρεις κύριες αιτίες που αναφέρει ο Επίκουρος, στην ανάγκη και στην εμπειρία, προχώρησε στις πρώτες του σημαντικές ανακαλύψεις. Έμαθε να ντύνεται γδέρνοντας τα ζώα που σκότωνε, να κατασκευάζει καλύβες για να προφυλάσσεται από τη βροχή και το κρύο, αλλά το σημαντικότερο απ' όλα ήταν πως ανακάλυψε να ανάβει φωτιά.
Η φωτιά τον έβγαλε από την κτηνώδη κατάσταση στην οποία ζούσε και αποτέλεσε «μέσο, χρησιμοποιώντας και τη λογική πλέον για νέες εφευρέσεις, όπου οι άνθρωποι με το πιο έξυπνο μυαλό και την πιο δυνατή νόηση, εισήγαγαν από μέρα σε μέρα αλλαγές στην τροφή και παλιό τρόπο ζωής». Έτσι, με την ανακάλυψη της φωτιάς, άρχισαν να μαζεύονται γύρω από αυτήν κάτω από κοινή στέγη, και ο άνδρας με τη γυναίκα που μέχρι τότε ενώνονταν κατά τύχη, δημιουργούν οικογένεια και συγκροτούν μια ομάδα, ξεκινώντας μια νέα περίοδο στην Ιστορία της Ανθρωπότητας.
Είναι η περίοδος που γεννιέται η κοινωνία με την αμοιβαία αποδοχή ισότητας, ανάμεσα στην γυναίκα και στον άνδρα και η εμφάνιση των πιο ευγενών συναισθημάτων για τα τέκνα. Σε αυτό το στάδιο, προκύπτει και η σύνδεση μεταξύ των οικογενειών που διέπεται από την αρχή της ωφέλειας, μιας και οι άνθρωποι ήταν σε θέση να ενωθούν για να αποτρέψουν φυσικούς κινδύνους, και να μεριμνήσουν συμμετέχοντας από κοινού στις διάφορες ασχολίες, ώστε να εξασφαλίσουν τα βασικά και αναγκαία αγαθά για την ασφαλή επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ευθυμία των μελών τους.
Παράλληλα, καθώς τα ανθρώπινα όντα βιώνουν διαφορετικές επιδράσεις και λαμβάνουν διαφορετικές παραστάσεις και εικόνες, που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο, ομοίως και οι ήχοι που παράγονται ως απάντηση σε οποιοδήποτε δεδομένο ερέθισμα είναι διαφορετικοί, και οι αρχικές κραυγές τους μετατρέπονται σε λέξεις, που είναι λίγο ή πολύ σύμφωνες με τα αρχικά ή τα πρωτόγονα αντικείμενά τους. Οι πρωτόγονες λέξεις δεν αποτελούσαν ακόμη πηγή διανοητικής σύγχυσης, αλλά αυτό άλλαξε μετέπειτα με την πλήρη ανάπτυξη της γλώσσας, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός της ύπαρξης πολλών γλωσσών.
Η επιστήμη της Ανθρωπολογίας σήμερα υιοθετεί σε αρκετά πράγματα τις υποθέσεις του Λουκρήτιου για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.
Τελικά τι είναι πιο επικίνδυνο; Να κουράζεται η ψυχή ή το σώμα;
Όταν σου μένει λίγος χρόνος, ίσα-ίσα για να προλάβεις να νιώσεις ερείπιο συναισθηματικά. Όταν έχεις παλέψει τόσο πολύ με το χρόνο για να προλάβεις κάθε τι που πρέπει να γίνει, κάθε τι που αναμένεται από σένα να κάνεις, που όταν τελικά καταφέρνεις να βρεις λίγο χρόνο για τον εαυτό σου, λίγο χρόνο ξέγνοιαστο, νιώθεις ψυχολογικά κουρέλι.
Και το πιο δύσκολο κομμάτι σε όλο αυτό ξέρεις ποιο είναι; Ότι δεν ξέρεις από πού σου ήρθε. Ξέρεις μόνο τι σου συμβαίνει. Κι αυτό είναι ότι δεν έχεις ιδέα για το πώς νιώθεις. Ένα συναισθηματικό χάος. Μια ανυπολόγιστη ποσότητα λύπης, άγχους, πανικού, στρες. Αυτά σε χτυπάνε αλύπητα και άξαφνα.
Μα δεν θα έπρεπε να νιώθεις ήρεμος που επιτέλους ξεκουράζεσαι; Δεν θα έπρεπε να χαίρεσαι; Έλα μου όμως που δεν μπορείς. Είναι πέρα από τις δυνάμεις σου. Δεν έχεις πρόσβαση στα θετικά συναισθήματα, πρέπει πρώτα να βγουν τα αρνητικά. Όλα αυτά που καταπίεζες τόσο καιρό με κύριο στόχο και σκοπό την αποδοτικότητα και την “επιτυχία”.
Σε τι κόσμο μπορεί να ζούμε άραγε, αν το κύριο μέλημα των ανθρώπων είναι να ξεκλειδώνουν όλο και περισσότερες “πίστες”, μα ποτέ να μην ζουν και να μην ευχαριστιούνται τη στιγμή, το τώρα; Μπορεί κάποιοι να θεωρούν το burn out μόδα των τελευταίων χρόνων, μα η πραγματικότητα είναι πως μαστίζει στις μέρες μας.
Όπου και να κοιτάξεις τριγύρω βλέπεις ανθρώπους βουτηγμένους στη ρουτίνα, τα άγχη, τα “πρέπει”. Καμία απόλαυση, καμία προσμονή. Μια στο τόσο, θα επιτρέψουν στον εαυτό τους μία στιγμή χαλάρωσης και αυτοπαρατήρησης, και τότε το μόνο που βρίσκουν να τους περιμένει πάνω-πάνω στη λίστα των στιβαγμένων συναισθημάτων είναι απόγνωση, δυσαρέσκεια, στρες και νεύρα.
Μα πώς αλλιώς θα μπορούσε να κυλήσει μια τέτοια ζωή; Μια ζωή που τα θυσιάζεις όλα σου τα θέλω στο βωμό των χρημάτων, των “πρέπει” και της εικόνας; Γεμίσαμε καταπιεσμένους ανθρώπους που φοβούνται να μοιραστούν ότι χρειάζονται μια μέρα ρεπό, ή και μια βδομάδα άδεια. Οι περισσότεροι χρειάζονται παραπάνω από έναν μήνα, ίσα-ίσα για να επουλωθεί το σώμα και ο οργανισμός τους από τη βάναυση καθημερινότητα.
Αντιθέτως, υποκύπτουν στα κόμπλεξ και τους ψυχολογικούς εκβιασμούς του εκάστοτε εργοδότη: «Είμαι καλά, αντέχω το φόρτο εργασίας, όχι δεν έχω ανάγκη παραπάνω ημέρες ξεκούρασης – είμαι αποδοτικός». Γιατί αυτό προσπαθούν να μας περάσουν σε αυτή τη κοινωνία, άλλοι έμμεσα και άλλοι άμεσα. Όποιος χρειάζεται τη ξεκούραση, μια ανάπαυλα από την καθημερινότητα, μια μέρα αναρρωτική τόσο για την σωματική του όσο και για την ψυχική του υγεία, είναι βάρος για τον εργασιακό του χώρο. Πέφτει η αποδοτικότητά του, δεν είναι δα και τόσο χρήσιμος για το μαγαζάκι.
Σε αυτά τα χρόνια ζούμε, σε αυτόν τον κόσμο, που δεν σου επιτρέπει να ξαποστάσεις και να αφουγκραστείς τι ζωή ζεις και τι θα ήθελες να αλλάξεις σε αυτήν. Ίσως αυτός να είναι και ο στόχος.
Και πώς, αν επικρατεί τέτοιο χάος τριγύρω μας, να μπορέσουμε να προφυλάξουμε το μέσα μας από τη βαβούρα για να μην εισχωρήσει στο σώμα, τη ψυχή και το μυαλό μας;
Και το πιο δύσκολο κομμάτι σε όλο αυτό ξέρεις ποιο είναι; Ότι δεν ξέρεις από πού σου ήρθε. Ξέρεις μόνο τι σου συμβαίνει. Κι αυτό είναι ότι δεν έχεις ιδέα για το πώς νιώθεις. Ένα συναισθηματικό χάος. Μια ανυπολόγιστη ποσότητα λύπης, άγχους, πανικού, στρες. Αυτά σε χτυπάνε αλύπητα και άξαφνα.
Μα δεν θα έπρεπε να νιώθεις ήρεμος που επιτέλους ξεκουράζεσαι; Δεν θα έπρεπε να χαίρεσαι; Έλα μου όμως που δεν μπορείς. Είναι πέρα από τις δυνάμεις σου. Δεν έχεις πρόσβαση στα θετικά συναισθήματα, πρέπει πρώτα να βγουν τα αρνητικά. Όλα αυτά που καταπίεζες τόσο καιρό με κύριο στόχο και σκοπό την αποδοτικότητα και την “επιτυχία”.
Σε τι κόσμο μπορεί να ζούμε άραγε, αν το κύριο μέλημα των ανθρώπων είναι να ξεκλειδώνουν όλο και περισσότερες “πίστες”, μα ποτέ να μην ζουν και να μην ευχαριστιούνται τη στιγμή, το τώρα; Μπορεί κάποιοι να θεωρούν το burn out μόδα των τελευταίων χρόνων, μα η πραγματικότητα είναι πως μαστίζει στις μέρες μας.
Όπου και να κοιτάξεις τριγύρω βλέπεις ανθρώπους βουτηγμένους στη ρουτίνα, τα άγχη, τα “πρέπει”. Καμία απόλαυση, καμία προσμονή. Μια στο τόσο, θα επιτρέψουν στον εαυτό τους μία στιγμή χαλάρωσης και αυτοπαρατήρησης, και τότε το μόνο που βρίσκουν να τους περιμένει πάνω-πάνω στη λίστα των στιβαγμένων συναισθημάτων είναι απόγνωση, δυσαρέσκεια, στρες και νεύρα.
Μα πώς αλλιώς θα μπορούσε να κυλήσει μια τέτοια ζωή; Μια ζωή που τα θυσιάζεις όλα σου τα θέλω στο βωμό των χρημάτων, των “πρέπει” και της εικόνας; Γεμίσαμε καταπιεσμένους ανθρώπους που φοβούνται να μοιραστούν ότι χρειάζονται μια μέρα ρεπό, ή και μια βδομάδα άδεια. Οι περισσότεροι χρειάζονται παραπάνω από έναν μήνα, ίσα-ίσα για να επουλωθεί το σώμα και ο οργανισμός τους από τη βάναυση καθημερινότητα.
Αντιθέτως, υποκύπτουν στα κόμπλεξ και τους ψυχολογικούς εκβιασμούς του εκάστοτε εργοδότη: «Είμαι καλά, αντέχω το φόρτο εργασίας, όχι δεν έχω ανάγκη παραπάνω ημέρες ξεκούρασης – είμαι αποδοτικός». Γιατί αυτό προσπαθούν να μας περάσουν σε αυτή τη κοινωνία, άλλοι έμμεσα και άλλοι άμεσα. Όποιος χρειάζεται τη ξεκούραση, μια ανάπαυλα από την καθημερινότητα, μια μέρα αναρρωτική τόσο για την σωματική του όσο και για την ψυχική του υγεία, είναι βάρος για τον εργασιακό του χώρο. Πέφτει η αποδοτικότητά του, δεν είναι δα και τόσο χρήσιμος για το μαγαζάκι.
Σε αυτά τα χρόνια ζούμε, σε αυτόν τον κόσμο, που δεν σου επιτρέπει να ξαποστάσεις και να αφουγκραστείς τι ζωή ζεις και τι θα ήθελες να αλλάξεις σε αυτήν. Ίσως αυτός να είναι και ο στόχος.
Και πώς, αν επικρατεί τέτοιο χάος τριγύρω μας, να μπορέσουμε να προφυλάξουμε το μέσα μας από τη βαβούρα για να μην εισχωρήσει στο σώμα, τη ψυχή και το μυαλό μας;
Το κουράγιο να είναι κανείς αυτός που είναι
Κρύβουμε την αληθινή μας δυναμική.
Κρύβουμε όλα εκείνα για τα οποία είμαστε ικανοί.
Και ζούμε επιδεικνύοντας την πιο υποβαθμισμένη μας πλευρά... εκείνη που είναι κοινωνικά αποδεκτή... εκείνη που μας έμαθαν να καλλιεργούμε... εκείνη που υιοθετήσαμε για να μην έχουμε προβλήματα...
Και όλα αυτά, μόνο με την επίδραση που άσκησαν πάνω μας οι ιστοριούλες με τους ήρωες;
Όχι μόνο. Θυμόμαστε και μέρος του μηνύματος που μας μετέδωσαν οι γονείς μας: «Μην μπλέκεις σε μπελάδες...»
Ή, ακόμη χειρότερα: «Αν συνεχίσεις έτσι, δε θα σε θέλει κανείς...»
Τι σημαίνει συνεχίζω έτσι; Προφανώς, «συνεχίζω έτσι», σημαίνει ότι είμαι αυτός που είμαι.
Και, τότε; Τι πρέπει να κάνω για να γίνω άλλος;
Η απάντηση είναι προβλέψιμη: ν’ αφήσεις να βγει ο ήρωας.
Δεν λέω ότι πρέπει κανείς να γίνει σούπερ-ήρωας με την έννοια να είναι καταπληκτικός και να εντυπωσιάζει, να σκαρφαλώνει κτίρια, να πηδάει στις στέγες των σπιτιών και να πετάει στον αέρα. Όχι. Δεν χρειάζεται.
Μιλάω για τον μοναδικό ηρωισμό που υπερασπίζομαι: «Το κουράγιο να είναι κανείς αυτός που είναι».
Το θάρρος να μη δημιουργεί μια μυστική ταυτότητα μικρόψυχου, αν δεν είναι μικρόψυχος.
Να μη ζει σαν ηλίθιος, αν δεν είναι ηλίθιος.
Κι αν δεν είναι πολύ γρήγορος, δεν πειράζει. Πρέπει να δέχεται τη βραδύτητα με περηφάνια. Να λέει: «Είμαι λίγο αργός. Ε, και;» Αυτό είναι υπέροχο.
Δεν τρέχει τίποτα αν είναι κανείς «λίγο χαζούλης...» όπως λένε στην Αργεντινή.
Αν όμως δεν είναι... τότε δεν πρέπει να κάνει τον χαζό!
Αν εγώ είμαι λίγο κουτός... αν δεν μου κόβει και πολύ... αν μπορώ ν’ ανακαλύπτω μέσα μου άλλα χαρίσματα εκτός από την εξυπνάδα... πολύ ωραία! Γιατί να σπαταλάω ενέργεια προσπαθώντας να το κρύψω;
Γιατί να μη βρω το θάρρος να πω ποιος είμαι, με τα όποια χαρίσματά μου, κι ας μην είναι τα πλέον ευπρόσδεκτα κοινωνικά κι αυτά που αναγνωρίζονται και εκτιμώνται περισσότερο, κι ας μην είναι αυτά που μου κάνουν « την καλύτερη διαφήμιση».
Αυτό που λιγότερο χρειάζεσαι είναι να σε κάνουν τα προσόντα σου υπερόπτη.
Προσόν, μπορεί να είναι και το να μην ξεχωρίζεις.
Το μεγαλύτερο προσόν ενός ήρωα είναι να μπορεί να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις χωρίς να εξαναγκάζεται να δείχνει στους άλλους ότι είναι ... όπως εκείνοι λένε ότι πρέπει να είναι.
Κρύβουμε όλα εκείνα για τα οποία είμαστε ικανοί.
Και ζούμε επιδεικνύοντας την πιο υποβαθμισμένη μας πλευρά... εκείνη που είναι κοινωνικά αποδεκτή... εκείνη που μας έμαθαν να καλλιεργούμε... εκείνη που υιοθετήσαμε για να μην έχουμε προβλήματα...
Και όλα αυτά, μόνο με την επίδραση που άσκησαν πάνω μας οι ιστοριούλες με τους ήρωες;
Όχι μόνο. Θυμόμαστε και μέρος του μηνύματος που μας μετέδωσαν οι γονείς μας: «Μην μπλέκεις σε μπελάδες...»
Ή, ακόμη χειρότερα: «Αν συνεχίσεις έτσι, δε θα σε θέλει κανείς...»
Τι σημαίνει συνεχίζω έτσι; Προφανώς, «συνεχίζω έτσι», σημαίνει ότι είμαι αυτός που είμαι.
Και, τότε; Τι πρέπει να κάνω για να γίνω άλλος;
Η απάντηση είναι προβλέψιμη: ν’ αφήσεις να βγει ο ήρωας.
Δεν λέω ότι πρέπει κανείς να γίνει σούπερ-ήρωας με την έννοια να είναι καταπληκτικός και να εντυπωσιάζει, να σκαρφαλώνει κτίρια, να πηδάει στις στέγες των σπιτιών και να πετάει στον αέρα. Όχι. Δεν χρειάζεται.
Μιλάω για τον μοναδικό ηρωισμό που υπερασπίζομαι: «Το κουράγιο να είναι κανείς αυτός που είναι».
Το θάρρος να μη δημιουργεί μια μυστική ταυτότητα μικρόψυχου, αν δεν είναι μικρόψυχος.
Να μη ζει σαν ηλίθιος, αν δεν είναι ηλίθιος.
Κι αν δεν είναι πολύ γρήγορος, δεν πειράζει. Πρέπει να δέχεται τη βραδύτητα με περηφάνια. Να λέει: «Είμαι λίγο αργός. Ε, και;» Αυτό είναι υπέροχο.
Δεν τρέχει τίποτα αν είναι κανείς «λίγο χαζούλης...» όπως λένε στην Αργεντινή.
Αν όμως δεν είναι... τότε δεν πρέπει να κάνει τον χαζό!
Αν εγώ είμαι λίγο κουτός... αν δεν μου κόβει και πολύ... αν μπορώ ν’ ανακαλύπτω μέσα μου άλλα χαρίσματα εκτός από την εξυπνάδα... πολύ ωραία! Γιατί να σπαταλάω ενέργεια προσπαθώντας να το κρύψω;
Γιατί να μη βρω το θάρρος να πω ποιος είμαι, με τα όποια χαρίσματά μου, κι ας μην είναι τα πλέον ευπρόσδεκτα κοινωνικά κι αυτά που αναγνωρίζονται και εκτιμώνται περισσότερο, κι ας μην είναι αυτά που μου κάνουν « την καλύτερη διαφήμιση».
Αυτό που λιγότερο χρειάζεσαι είναι να σε κάνουν τα προσόντα σου υπερόπτη.
Προσόν, μπορεί να είναι και το να μην ξεχωρίζεις.
Το μεγαλύτερο προσόν ενός ήρωα είναι να μπορεί να αντιμετωπίζει τις καταστάσεις χωρίς να εξαναγκάζεται να δείχνει στους άλλους ότι είναι ... όπως εκείνοι λένε ότι πρέπει να είναι.
Seneca: Στην πραγματικότητα, η ζωή κάθε άλλο παρά μικρή είναι
Κλαίμε και οδυρόμαστε επειδή, τάχα, η ζωή είναι πάρα πολύ μικρή κι επειδή, σα να μην έφτανε μόνον αυτό, τα χρόνια που μας είναι γραμμένο να ζήσουμε περνούν με μεγάλη ταχύτητα – χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Ξοδεύουμε τα χρόνια μας όχι απολαμβάνοντας τη ζωή, αλλά σπαταλώντας την σε προετοιμασίες οι οποίες υποτίθεται πως θα μας επιτρέψουν να τη χαρούμε στο απώτερο μέλλον.
Στην πραγματικότητα, η ζωή κάθε άλλο παρά μικρή είναι˙ σ’ εμάς φαίνεται μικρή, επειδή ένα μεγάλο μέρος της το ξοδεύουμε άσκοπα.
Τη στιγμή που τη σπαταλάμε μεταξύ χλιδής και απερισκεψίας, χωρίς να μας ενδιαφέρει να δημιουργήσουμε κάτι που θα έχει αξία, είναι επόμενο να διαπιστώνουμε κάποια στιγμή πως έφυγε χωρίς καν να έχουμε προλάβει να το συνειδητοποιήσουμε. Το βάσανό μας δεν είναι η μικρή διάρκεια της ζωής μας˙ εμείς την κάνουμε να φαίνεται σύντομη, με την απληστία μας.
Οι ακολασίες μας, τόσο πολύ μας πνίγουν ώστε δε μας επιτρέπουν να σηκώσουμε κεφάλι και να αντικρίσουμε κατάματα την αλήθεια. Είμαστε θύματά τους, βυθισμένοι στο πάθος, ανίκανοι να αναδυθούμε και να ξαναχαρούμε τον καλό εαυτό μας. Και όταν καταφέρουμε να γαληνέψουμε, συνήθως λόγω τυχαίων συγκυριών, υπαναχωρούμε μην μπορώντας να ηρεμήσουμε εντελώς από τα πάθη μας – όπως η ανοιχτή θάλασσα εξακολουθεί να είναι ταραγμένη και αφού έχει κοπάσει ο άνεμος.
Όταν βρίσκομαι σε παρέες όπου υπάρχουν και ηλικιωμένοι, μου αρέσει να απευθύνομαι σε κάποιον από αυτούς και να του λέω:
«Να που έφτασες στα απώτατα όρια της ανθρώπινης ζωής και σε βαραίνουν σχεδόν εκατό χρόνια. Πες μας, λοιπόν, τι συμπέρασμα έβγαλες από τη ζωή σου; Κάνε τον εξής υπολογισμό: αφαίρεσε από την ηλικία σου τον χρόνο που αφιέρωσες σε άλλους – στις ερωμένες σου, σε ένα σημαντικό πρόσωπο, σε έναν πελάτη, σε μια οικογενειακή υποχρέωση με τη σύζυγό σου, για να επιπλήξεις κάποιον υπηρέτη σου, για κάθε είδους κοινωνική υποχρέωση και για τη συμμετοχή σου στα κοινά. Βγάλε, επίσης, τον χρόνο κατά τον οποίον ήσουν άρρωστος, καθώς και όσον χρόνο άφησες να περάσει ανεκμετάλλευτος. Θα δεις ότι έχεις ζήσει πολύ λιγότερα χρόνια από εκείνα που νομίζεις θυμήσου, τώρα, τις ελάχιστες φορές που κατάφερες να μην επιθυμήσεις τίποτα περισσότερο από εκείνο που είχες αποφασίσει αρχικά να επιδιώξεις, τις σπάνιες εκείνες ημέρες που εξελίχθηκαν όπως ακριβώς είχες ευχηθεί, τις στιγμές κατά τις οποίες κατάφερες πραγματικά να αξιοποιήσεις τον εαυτό σου, όταν το πρόσωπό σου ήταν γαλήνιο και το πνεύμα σου ήρεμο. Ανακάλεσε στη μνήμη σου τα έργα που κατάφερες να πραγματοποιήσεις στη διάρκεια αυτής της μακρόχρονης ζωής, τους ανθρώπους που λεηλάτησαν τη ζωή σου, πόσο μικρό φαντάζει το λίγο καλό που απέμεινε από όσα έπραξες, και θα καταλάβεις ότι πεθαίνεις πρόωρα.».
Ζείτε σα να επρόκειτο να ζήσετε για πάντα. Ποτέ δεν αναλογίζεστε πόσο αδύναμοι είσαστε, δεν παρατηρείτε πόσο γρήγορα περνά ο καιρός˙ τον χάνετε σα να είχατε άλλον τόσον και ακόμα περισσότερο.
Δυστυχώς, είναι αναπόφευκτο να περνούν τα καλύτερα χρόνια μας πολύ γρήγορα˙ διότι, ακόμη κι αν η λογική επιδιώκει να επιβραδύνει την πορεία τους, είναι η ίδια η φύση που τα κάνει να προχωρούν ταχύτατα. Εσείς, όμως, δεν το αντιλαμβάνεστε αυτό και δεν προσπαθείτε να διασώσετε κάτι από αυτά τα χρόνια ή να ζήσετε όσο πιο καλά μπορείτε ό,τι από αυτά είναι φευγαλέο˙ αντιθέτως, τα αφήνετε να περάσουν και να φύγουν σα να ήταν κάτι άχρηστο – σα να μπορούσατε να τα ανακτήσετε ανά πάσα στιγμή.
Δεν υπάρχει τίποτα που ν’ απασχολεί λιγότερο τον άνθρωπο από το να μάθει την τέχνη του ζην, όπως επίσης και δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο να μάθει. Για τις άλλες τέχνες υπάρχουν παντού αναρίθμητοι δάσκαλοι.
Χρειάζεται να περάσει ολόκληρη η ζωή μας για να μάθουμε πώς να τη ζούμε και, το πιο αξιοπερίεργο από όλα, χρειάζεται να περάσει ολόκληρη η ζωή μας για να μάθουμε πώς να πεθαίνουμε.
Το να ξέρει κάποιος πώς να αξιοποιεί τον χρόνο του, πιστέψτε με, είναι γνώρισμα ανώτερου ανθρώπου˙ δηλαδή, το να μην αφήσει ούτε μια στιγμή να πάει χαμένη. Όσο κι αν διαρκέσει η ζωή του, η ουσιαστική της διάρκεια είναι ο χρόνος που διέθεσε σωστά˙ δηλαδή, ό,τι δεν άφησε ακαλλιέργητο και αναξιοποίητο, ό,τι δεν εκχωρήθηκε στους άλλους, ο χρόνος για τον οποίον θεώρησε πως δεν ανταλλάσσεται με τίποτα στον κόσμο.
Όλοι τους επισπεύδουν τον ρυθμό της ζωής τους, άρρωστοι από προσδοκία για το μέλλον και αηδιασμένοι από το παρόν. Όμως, όποιος διαθέτει όλον του τον καιρό για τον εαυτό του κι έχει υιοθετήσει ένα πρότυπο ανθρώπινης ζωής, δεν εύχεται για το αύριο ούτε και το φοβάται. Διότι, τι θα μπορούσε να τον ευχαριστήσει από όσα μπορεί να του φέρει η επόμενη στιγμή; Όλα όσα τον ενδιαφέρουν, τα γνωρίζει και τα έχει χορτάσει. Ας κανονίσει, λοιπόν, η τύχη πώς θα είναι οι στιγμές που του απομένουν να ζήσει. Στη ζωή του είναι, πλέον, αυτάρκης˙ τι είναι αυτό που θα μπορούσε να του προσθέσει κάτι; Είναι σα να προσπαθείς να ταΐσεις κάποιον ήδη χορτάτο: μπορεί να δεχθεί το φαγητό σου, αλλά δεν μπορείς να ικανοποιήσεις κάποια ανεκπλήρωτη επιθυμία του. Δεν είναι, λοιπόν, τα άσπρα μαλλιά και οι ρυτίδες που θα μας δείξουν ότι κάποιος έχει ζήσει πολύ˙ αυτά, δείχνουν αν κάποιος έχει υπάρξει πολύ.
Περιφρονούμε το πιο πολύτιμο πράγμα, επειδή ξεγελιόμαστε από το ότι ο χρόνος δεν είναι χειροπιαστό υλικό αγαθό˙ δεδομένου ότι δεν μπορούμε να τον δούμε, θεωρούμε πως έχει ευτελή αξία και διατίθεται δωρεάν.
Ενώ όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε με σύνεση ό,τι υπάρχει περίπτωση να μας λείψει, δε μας νοιάζει να σπαταλάμε απλόχερα ό,τι είμαστε σίγουροι πως θα το έχουμε άφθονο και στο μέλλον.
Κανείς δεν μπορεί να επαναφέρει τα χρόνια που έχασες και κανένας δεν μπορεί να σου δώσει πίσω τη ζωή σου. Η ηλικία σου θ’ ακολουθήσει τη ροή της όπως ακριβώς ξεκίνησε – χωρίς επιστροφή, χωρίς στάση, αθόρυβα και χωρίς τίποτα να μπορεί να επιβραδύνει την ταχύτητά της. Τίποτα δε θα μπορέσει να επιμηκύνει την πορεία της, είτε έχεις όλη την εξουσία στα χέρια σου είτε είσαι ο τελευταίος υπήκοος˙ μόλις ξεκινήσει, καμία δύναμη δε θα μπορέσει να την κάνει να προχωρεί πιο αργά ή να παρεκκλίνει της πορείας της. Θα συμβεί το εξής: εσύ θα είσαι ο πολυάσχολος, η ζωή θα τρέχει και, κάποια στιγμή, είτε το θέλεις είτε όχι, ο θάνατος θα εμφανιστεί και θα πρέπει να τα αφήσεις όλα και να τον ακολουθήσεις. Δεν υπάρχει πιο ανόητος συλλογισμός από αυτόν που κάνουν ορισμένοι, οι οποίοι υπερηφανεύονται πως έχουν προγραμματίσει κάθε τι στη ζωή τους. Διαθέτουν κάθε στιγμή της ζωής τους για να καταστρώσουν πώς θα ζήσουν καλύτερα στο μέλλον! Καταρτίζουν μακροπρόθεσμα σχέδια διαπράττοντας το μεγαλύτερο σφάλμα: αναβάλλουν τη ζωή τους!
Μία μία οι στιγμές, μία μία οι μέρες, δημιουργούν το παρόν. Όλες οι στιγμές και οι μέρες που παρήλθαν, θα αναδυθούν μόλις το προστάξεις και θα αφεθούν να τις εξετάσεις και να τις επεξεργαστείς. Όμως, αυτό είναι κάτι που δεν μπορούν να κάνουν οι πολυάσχολοι, διότι η περιπλάνηση σε οποιαδήποτε περίοδο της ζωής προϋποθέτει μια ήσυχη και σίγουρη συνείδηση. Αντιθέτως, τα πολυάσχολα πνεύματα, δεν μπορούν να στραφούν και να κοιτάξουν προς τα πίσω. Συνεπώς, η ζωή τους θα χαθεί σε μιαν άβυσσο. Και, όπως είναι μάταιη σπατάλη ν’ αδειάζεις ένα υγρό όταν δεν έχεις βάλει ένα δοχείο από κάτω για να το μαζέψει, κατά τον ίδιο τρόπο, ελάχιστη αξία έχει ο χρόνος που έχουμε υπάρξει – όταν δεν μπορεί να απομνημονευθεί και χύνεται στο κενό από τις ρημαγμένες και διάτρητες ψυχές. Τόσο σύντομη είναι η διάρκεια του παρόντος, ώστε για ορισμένους δεν υπάρχει παρόν˙ η πορεία του είναι ατέρμονη, κυλάει βιαστικά και, μόλις φτάσει στο τέλος, σταματάει να υπάρχει.
Μόνο αυτοί που αφιερώνονται στο πνεύμα είναι ευτυχείς, μόνο αυτοί ζουν πραγματικά. Δεν περιορίζονται μονάχα στο να αντλούν χρήσιμη εμπειρία από τον χρόνο που έχει διαρκέσει η δική τους ζωή, αλλά προσθέτουν σ’ αυτόν την εμπειρία του χρόνου που έχει προϋπάρξει.
Αυτοί που ξεχνούν το παρελθόν τους, παραμελούν το παρόν τους, φοβούνται το μέλλον και διάγουν βίο πολύ βραχύ και βασανισμένο. Και όταν φτάσει η στερνή στιγμή, αυτοί οι δυστυχείς καταλαβαίνουν, αν και είναι πλέον πολύ αργά, ότι όσον καιρό πίστευαν πως ήσαν απασχολημένοι, στην πραγματικότητα δεν έκαναν τίποτα. Και, όταν επικαλούνται τον χάρο να έλθει να τους πάρει, διακηρύσσοντας πως βαρέθηκαν να ζουν, μην πλανευτείς και πιστέψεις ότι θεωρούν πως έζησαν πολύ. Απλώς, η ανοησία τους βασανίζει με αβάσταχτες ανασφάλειες οι οποίες τους ωθούν σε ό,τι φοβούνται˙ εύχονται συχνά τον θάνατο, ακριβώς επειδή τους τρομάζει. Επίσης, όταν λένε πως η μέρα τους φαίνεται ατελείωτη και παραπονιούνται πως δεν περνά η ώρα μέχρι να βραδιάσει και να πάνε να δειπνήσουν, μη φανταστείς ότι έζησαν τόσο που βαρέθηκαν τη ζωή τους˙ πράγματι, μόλις οι ασχολίες τους εκλείψουν και αφεθούν στην απραξία, αισθάνονται αμήχανα μη ξέροντας πώς να περάσουν τον ελεύθερο χρόνο τους. Κάτι βρίσκουν να κάνουν, αλλά όλον τον υπόλοιπο χρόνο πλήττουν. Έτσι, εύχονται τη γρήγορη πάροδο αυτών των μεταβατικών ημερών, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν έχει ανακοινωθεί η ημερομηνία για κάποια μονομαχία ή όταν περιμένουν τη μέρα για κάποιο άλλο θέαμα ή διασκέδαση.
Ιδού, λοιπόν, η ζωή εκείνων που με μεγάλο κόπο κατακτούν πράγματα και ακόμη πιο κοπιαστικά τα διατηρούν. Φτάνουν στον στόχο τους μοχθώντας και προσκολλώνται με αγωνία στο απόκτημά τους. Το μεσοδιάστημα, το οποίο δε θα σταματήσει ποτέ να μεγαλώνει, δεν το υπολογίζουν. Νέες ασχολίες αντικαθιστούν τις παλιές, η ελπίδα διεγείρει την ελπίδα, η φιλοδοξία συντηρεί τη φιλοδοξία. Δεν αποζητούμε το τέλος της δυστυχίας μας, παρά μόνο αλλάζουμε την πηγή της.
Ποτέ δε θα εκλείψουν οι λόγοι για ευτυχία ή δυστυχία˙ η ζωή θα διακλαδίζεται μέσα από τις ασχολίες και δε θα υπάρξει ποτέ ανάπαυλα, παρά μονάχα στα όνειρά μας.
Όσοι ενδιαφέρονται να γοητεύουν και να γοητεύονται, όσο ο ένας ενοχλεί τον άλλον, αμοιβαία δυστυχούν και η ζωή τους παραμένει χωρίς άρωμα, χωρίς ικανοποίηση και χωρίς καμία ηθική πρόοδο. Παραβλέπουν τον θάνατο, συντηρούν μακρινές ελπίδες, μερικοί προετοιμάζονται για πράγματα που βρίσκονται πέρα από τη ζωή: τάφοι επιβλητικών διαστάσεων και αφιερώσεις σε δημόσια μνημεία, παιχνίδια γύρω από την επικήδεια πυρά κι εξεζητημένες εκφορές. Έχουν ζήσει, πράγματι, τόσο λίγο
Δε σε προτρέπω σε μια στείρα και απαθή ανάπαυλα, ούτε να βυθίσεις στον ύπνο και στις διασκεδάσεις ό,τι ζωτικό υπάρχει μέσα σου. Αυτό δεν είναι ανάπαυλα˙ θα ανακαλύψεις στόχους πιο ευρείς από όλους εκείνους στους οποίους αφιέρωσες την ενεργητικότητά σου, στόχους που θα μπορέσεις να εκπληρώσεις στην απομόνωση και στην ηρεμία.
Τώρα, όσο το αίμα σου είναι ακόμα ζεστό, το σφρίγος πρέπει να σε κατευθύνει προς ό,τι καλύτερο υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σε αυτό το είδος ζωής σε περιμένει η αγάπη, μπορείς να κάνεις πράξη την αρετή και να ξεχνάς τα πάθη, έχεις τη δυνατότητα να αποκτήσεις συναίσθηση της ζωής και του θανάτου – με απώτερο σκοπό την απόλυτη γαλήνη της ψυχής.
Lucius Annaeus Seneca, «Ad Paulinum, de brevitate vitae» («Προς Παυλίνο, περί βραχύτητας του βίου»)
Ξοδεύουμε τα χρόνια μας όχι απολαμβάνοντας τη ζωή, αλλά σπαταλώντας την σε προετοιμασίες οι οποίες υποτίθεται πως θα μας επιτρέψουν να τη χαρούμε στο απώτερο μέλλον.
Στην πραγματικότητα, η ζωή κάθε άλλο παρά μικρή είναι˙ σ’ εμάς φαίνεται μικρή, επειδή ένα μεγάλο μέρος της το ξοδεύουμε άσκοπα.
Τη στιγμή που τη σπαταλάμε μεταξύ χλιδής και απερισκεψίας, χωρίς να μας ενδιαφέρει να δημιουργήσουμε κάτι που θα έχει αξία, είναι επόμενο να διαπιστώνουμε κάποια στιγμή πως έφυγε χωρίς καν να έχουμε προλάβει να το συνειδητοποιήσουμε. Το βάσανό μας δεν είναι η μικρή διάρκεια της ζωής μας˙ εμείς την κάνουμε να φαίνεται σύντομη, με την απληστία μας.
Οι ακολασίες μας, τόσο πολύ μας πνίγουν ώστε δε μας επιτρέπουν να σηκώσουμε κεφάλι και να αντικρίσουμε κατάματα την αλήθεια. Είμαστε θύματά τους, βυθισμένοι στο πάθος, ανίκανοι να αναδυθούμε και να ξαναχαρούμε τον καλό εαυτό μας. Και όταν καταφέρουμε να γαληνέψουμε, συνήθως λόγω τυχαίων συγκυριών, υπαναχωρούμε μην μπορώντας να ηρεμήσουμε εντελώς από τα πάθη μας – όπως η ανοιχτή θάλασσα εξακολουθεί να είναι ταραγμένη και αφού έχει κοπάσει ο άνεμος.
Όταν βρίσκομαι σε παρέες όπου υπάρχουν και ηλικιωμένοι, μου αρέσει να απευθύνομαι σε κάποιον από αυτούς και να του λέω:
«Να που έφτασες στα απώτατα όρια της ανθρώπινης ζωής και σε βαραίνουν σχεδόν εκατό χρόνια. Πες μας, λοιπόν, τι συμπέρασμα έβγαλες από τη ζωή σου; Κάνε τον εξής υπολογισμό: αφαίρεσε από την ηλικία σου τον χρόνο που αφιέρωσες σε άλλους – στις ερωμένες σου, σε ένα σημαντικό πρόσωπο, σε έναν πελάτη, σε μια οικογενειακή υποχρέωση με τη σύζυγό σου, για να επιπλήξεις κάποιον υπηρέτη σου, για κάθε είδους κοινωνική υποχρέωση και για τη συμμετοχή σου στα κοινά. Βγάλε, επίσης, τον χρόνο κατά τον οποίον ήσουν άρρωστος, καθώς και όσον χρόνο άφησες να περάσει ανεκμετάλλευτος. Θα δεις ότι έχεις ζήσει πολύ λιγότερα χρόνια από εκείνα που νομίζεις θυμήσου, τώρα, τις ελάχιστες φορές που κατάφερες να μην επιθυμήσεις τίποτα περισσότερο από εκείνο που είχες αποφασίσει αρχικά να επιδιώξεις, τις σπάνιες εκείνες ημέρες που εξελίχθηκαν όπως ακριβώς είχες ευχηθεί, τις στιγμές κατά τις οποίες κατάφερες πραγματικά να αξιοποιήσεις τον εαυτό σου, όταν το πρόσωπό σου ήταν γαλήνιο και το πνεύμα σου ήρεμο. Ανακάλεσε στη μνήμη σου τα έργα που κατάφερες να πραγματοποιήσεις στη διάρκεια αυτής της μακρόχρονης ζωής, τους ανθρώπους που λεηλάτησαν τη ζωή σου, πόσο μικρό φαντάζει το λίγο καλό που απέμεινε από όσα έπραξες, και θα καταλάβεις ότι πεθαίνεις πρόωρα.».
Ζείτε σα να επρόκειτο να ζήσετε για πάντα. Ποτέ δεν αναλογίζεστε πόσο αδύναμοι είσαστε, δεν παρατηρείτε πόσο γρήγορα περνά ο καιρός˙ τον χάνετε σα να είχατε άλλον τόσον και ακόμα περισσότερο.
Δυστυχώς, είναι αναπόφευκτο να περνούν τα καλύτερα χρόνια μας πολύ γρήγορα˙ διότι, ακόμη κι αν η λογική επιδιώκει να επιβραδύνει την πορεία τους, είναι η ίδια η φύση που τα κάνει να προχωρούν ταχύτατα. Εσείς, όμως, δεν το αντιλαμβάνεστε αυτό και δεν προσπαθείτε να διασώσετε κάτι από αυτά τα χρόνια ή να ζήσετε όσο πιο καλά μπορείτε ό,τι από αυτά είναι φευγαλέο˙ αντιθέτως, τα αφήνετε να περάσουν και να φύγουν σα να ήταν κάτι άχρηστο – σα να μπορούσατε να τα ανακτήσετε ανά πάσα στιγμή.
Δεν υπάρχει τίποτα που ν’ απασχολεί λιγότερο τον άνθρωπο από το να μάθει την τέχνη του ζην, όπως επίσης και δεν υπάρχει τίποτα πιο δύσκολο να μάθει. Για τις άλλες τέχνες υπάρχουν παντού αναρίθμητοι δάσκαλοι.
Χρειάζεται να περάσει ολόκληρη η ζωή μας για να μάθουμε πώς να τη ζούμε και, το πιο αξιοπερίεργο από όλα, χρειάζεται να περάσει ολόκληρη η ζωή μας για να μάθουμε πώς να πεθαίνουμε.
Το να ξέρει κάποιος πώς να αξιοποιεί τον χρόνο του, πιστέψτε με, είναι γνώρισμα ανώτερου ανθρώπου˙ δηλαδή, το να μην αφήσει ούτε μια στιγμή να πάει χαμένη. Όσο κι αν διαρκέσει η ζωή του, η ουσιαστική της διάρκεια είναι ο χρόνος που διέθεσε σωστά˙ δηλαδή, ό,τι δεν άφησε ακαλλιέργητο και αναξιοποίητο, ό,τι δεν εκχωρήθηκε στους άλλους, ο χρόνος για τον οποίον θεώρησε πως δεν ανταλλάσσεται με τίποτα στον κόσμο.
Όλοι τους επισπεύδουν τον ρυθμό της ζωής τους, άρρωστοι από προσδοκία για το μέλλον και αηδιασμένοι από το παρόν. Όμως, όποιος διαθέτει όλον του τον καιρό για τον εαυτό του κι έχει υιοθετήσει ένα πρότυπο ανθρώπινης ζωής, δεν εύχεται για το αύριο ούτε και το φοβάται. Διότι, τι θα μπορούσε να τον ευχαριστήσει από όσα μπορεί να του φέρει η επόμενη στιγμή; Όλα όσα τον ενδιαφέρουν, τα γνωρίζει και τα έχει χορτάσει. Ας κανονίσει, λοιπόν, η τύχη πώς θα είναι οι στιγμές που του απομένουν να ζήσει. Στη ζωή του είναι, πλέον, αυτάρκης˙ τι είναι αυτό που θα μπορούσε να του προσθέσει κάτι; Είναι σα να προσπαθείς να ταΐσεις κάποιον ήδη χορτάτο: μπορεί να δεχθεί το φαγητό σου, αλλά δεν μπορείς να ικανοποιήσεις κάποια ανεκπλήρωτη επιθυμία του. Δεν είναι, λοιπόν, τα άσπρα μαλλιά και οι ρυτίδες που θα μας δείξουν ότι κάποιος έχει ζήσει πολύ˙ αυτά, δείχνουν αν κάποιος έχει υπάρξει πολύ.
Περιφρονούμε το πιο πολύτιμο πράγμα, επειδή ξεγελιόμαστε από το ότι ο χρόνος δεν είναι χειροπιαστό υλικό αγαθό˙ δεδομένου ότι δεν μπορούμε να τον δούμε, θεωρούμε πως έχει ευτελή αξία και διατίθεται δωρεάν.
Ενώ όλοι συμφωνούμε ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε με σύνεση ό,τι υπάρχει περίπτωση να μας λείψει, δε μας νοιάζει να σπαταλάμε απλόχερα ό,τι είμαστε σίγουροι πως θα το έχουμε άφθονο και στο μέλλον.
Κανείς δεν μπορεί να επαναφέρει τα χρόνια που έχασες και κανένας δεν μπορεί να σου δώσει πίσω τη ζωή σου. Η ηλικία σου θ’ ακολουθήσει τη ροή της όπως ακριβώς ξεκίνησε – χωρίς επιστροφή, χωρίς στάση, αθόρυβα και χωρίς τίποτα να μπορεί να επιβραδύνει την ταχύτητά της. Τίποτα δε θα μπορέσει να επιμηκύνει την πορεία της, είτε έχεις όλη την εξουσία στα χέρια σου είτε είσαι ο τελευταίος υπήκοος˙ μόλις ξεκινήσει, καμία δύναμη δε θα μπορέσει να την κάνει να προχωρεί πιο αργά ή να παρεκκλίνει της πορείας της. Θα συμβεί το εξής: εσύ θα είσαι ο πολυάσχολος, η ζωή θα τρέχει και, κάποια στιγμή, είτε το θέλεις είτε όχι, ο θάνατος θα εμφανιστεί και θα πρέπει να τα αφήσεις όλα και να τον ακολουθήσεις. Δεν υπάρχει πιο ανόητος συλλογισμός από αυτόν που κάνουν ορισμένοι, οι οποίοι υπερηφανεύονται πως έχουν προγραμματίσει κάθε τι στη ζωή τους. Διαθέτουν κάθε στιγμή της ζωής τους για να καταστρώσουν πώς θα ζήσουν καλύτερα στο μέλλον! Καταρτίζουν μακροπρόθεσμα σχέδια διαπράττοντας το μεγαλύτερο σφάλμα: αναβάλλουν τη ζωή τους!
Μία μία οι στιγμές, μία μία οι μέρες, δημιουργούν το παρόν. Όλες οι στιγμές και οι μέρες που παρήλθαν, θα αναδυθούν μόλις το προστάξεις και θα αφεθούν να τις εξετάσεις και να τις επεξεργαστείς. Όμως, αυτό είναι κάτι που δεν μπορούν να κάνουν οι πολυάσχολοι, διότι η περιπλάνηση σε οποιαδήποτε περίοδο της ζωής προϋποθέτει μια ήσυχη και σίγουρη συνείδηση. Αντιθέτως, τα πολυάσχολα πνεύματα, δεν μπορούν να στραφούν και να κοιτάξουν προς τα πίσω. Συνεπώς, η ζωή τους θα χαθεί σε μιαν άβυσσο. Και, όπως είναι μάταιη σπατάλη ν’ αδειάζεις ένα υγρό όταν δεν έχεις βάλει ένα δοχείο από κάτω για να το μαζέψει, κατά τον ίδιο τρόπο, ελάχιστη αξία έχει ο χρόνος που έχουμε υπάρξει – όταν δεν μπορεί να απομνημονευθεί και χύνεται στο κενό από τις ρημαγμένες και διάτρητες ψυχές. Τόσο σύντομη είναι η διάρκεια του παρόντος, ώστε για ορισμένους δεν υπάρχει παρόν˙ η πορεία του είναι ατέρμονη, κυλάει βιαστικά και, μόλις φτάσει στο τέλος, σταματάει να υπάρχει.
Μόνο αυτοί που αφιερώνονται στο πνεύμα είναι ευτυχείς, μόνο αυτοί ζουν πραγματικά. Δεν περιορίζονται μονάχα στο να αντλούν χρήσιμη εμπειρία από τον χρόνο που έχει διαρκέσει η δική τους ζωή, αλλά προσθέτουν σ’ αυτόν την εμπειρία του χρόνου που έχει προϋπάρξει.
Αυτοί που ξεχνούν το παρελθόν τους, παραμελούν το παρόν τους, φοβούνται το μέλλον και διάγουν βίο πολύ βραχύ και βασανισμένο. Και όταν φτάσει η στερνή στιγμή, αυτοί οι δυστυχείς καταλαβαίνουν, αν και είναι πλέον πολύ αργά, ότι όσον καιρό πίστευαν πως ήσαν απασχολημένοι, στην πραγματικότητα δεν έκαναν τίποτα. Και, όταν επικαλούνται τον χάρο να έλθει να τους πάρει, διακηρύσσοντας πως βαρέθηκαν να ζουν, μην πλανευτείς και πιστέψεις ότι θεωρούν πως έζησαν πολύ. Απλώς, η ανοησία τους βασανίζει με αβάσταχτες ανασφάλειες οι οποίες τους ωθούν σε ό,τι φοβούνται˙ εύχονται συχνά τον θάνατο, ακριβώς επειδή τους τρομάζει. Επίσης, όταν λένε πως η μέρα τους φαίνεται ατελείωτη και παραπονιούνται πως δεν περνά η ώρα μέχρι να βραδιάσει και να πάνε να δειπνήσουν, μη φανταστείς ότι έζησαν τόσο που βαρέθηκαν τη ζωή τους˙ πράγματι, μόλις οι ασχολίες τους εκλείψουν και αφεθούν στην απραξία, αισθάνονται αμήχανα μη ξέροντας πώς να περάσουν τον ελεύθερο χρόνο τους. Κάτι βρίσκουν να κάνουν, αλλά όλον τον υπόλοιπο χρόνο πλήττουν. Έτσι, εύχονται τη γρήγορη πάροδο αυτών των μεταβατικών ημερών, όπως ακριβώς συμβαίνει όταν έχει ανακοινωθεί η ημερομηνία για κάποια μονομαχία ή όταν περιμένουν τη μέρα για κάποιο άλλο θέαμα ή διασκέδαση.
Ιδού, λοιπόν, η ζωή εκείνων που με μεγάλο κόπο κατακτούν πράγματα και ακόμη πιο κοπιαστικά τα διατηρούν. Φτάνουν στον στόχο τους μοχθώντας και προσκολλώνται με αγωνία στο απόκτημά τους. Το μεσοδιάστημα, το οποίο δε θα σταματήσει ποτέ να μεγαλώνει, δεν το υπολογίζουν. Νέες ασχολίες αντικαθιστούν τις παλιές, η ελπίδα διεγείρει την ελπίδα, η φιλοδοξία συντηρεί τη φιλοδοξία. Δεν αποζητούμε το τέλος της δυστυχίας μας, παρά μόνο αλλάζουμε την πηγή της.
Ποτέ δε θα εκλείψουν οι λόγοι για ευτυχία ή δυστυχία˙ η ζωή θα διακλαδίζεται μέσα από τις ασχολίες και δε θα υπάρξει ποτέ ανάπαυλα, παρά μονάχα στα όνειρά μας.
Όσοι ενδιαφέρονται να γοητεύουν και να γοητεύονται, όσο ο ένας ενοχλεί τον άλλον, αμοιβαία δυστυχούν και η ζωή τους παραμένει χωρίς άρωμα, χωρίς ικανοποίηση και χωρίς καμία ηθική πρόοδο. Παραβλέπουν τον θάνατο, συντηρούν μακρινές ελπίδες, μερικοί προετοιμάζονται για πράγματα που βρίσκονται πέρα από τη ζωή: τάφοι επιβλητικών διαστάσεων και αφιερώσεις σε δημόσια μνημεία, παιχνίδια γύρω από την επικήδεια πυρά κι εξεζητημένες εκφορές. Έχουν ζήσει, πράγματι, τόσο λίγο
Δε σε προτρέπω σε μια στείρα και απαθή ανάπαυλα, ούτε να βυθίσεις στον ύπνο και στις διασκεδάσεις ό,τι ζωτικό υπάρχει μέσα σου. Αυτό δεν είναι ανάπαυλα˙ θα ανακαλύψεις στόχους πιο ευρείς από όλους εκείνους στους οποίους αφιέρωσες την ενεργητικότητά σου, στόχους που θα μπορέσεις να εκπληρώσεις στην απομόνωση και στην ηρεμία.
Τώρα, όσο το αίμα σου είναι ακόμα ζεστό, το σφρίγος πρέπει να σε κατευθύνει προς ό,τι καλύτερο υπάρχει σ’ αυτόν τον κόσμο. Σε αυτό το είδος ζωής σε περιμένει η αγάπη, μπορείς να κάνεις πράξη την αρετή και να ξεχνάς τα πάθη, έχεις τη δυνατότητα να αποκτήσεις συναίσθηση της ζωής και του θανάτου – με απώτερο σκοπό την απόλυτη γαλήνη της ψυχής.
Lucius Annaeus Seneca, «Ad Paulinum, de brevitate vitae» («Προς Παυλίνο, περί βραχύτητας του βίου»)
Η ιερή ανατομία του σύμπαντος μέσα στον άνθρωπο κατά τον Πλάτωνα
Ο Πλάτωνας στο βιβλίο του Τίμαιος ή Περί Φύσεως, εξηγεί διεξοδικά την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος.
Ο εγκέφαλος έλεγε, είναι το όργανο στο ανθρώπινο σώμα που μέσα σε αυτόν βρίσκεται αναμεμιγμένη η ψυχή. Μέσα στον εγκέφαλο βρίσκεται η θεία συνείδηση. Ο εγκέφαλος βρίσκεται στο κεφάλι, το υψηλότερο μέρος του ανθρώπινου σώματος. Ο νωτιαίος μυελός που είναι η συνέχεια του εγκεφάλου, διατρέχει όλη την σπονδυλική στήλη. (Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν ιερά σήραγγα ή ιερό καλάμι ή σωλήνα). Ο νωτιαίος μυελός καταλήγει στο χαμηλότερο σημείο του σώματος που είναι και το πλησιέστερο στη γη. Το σπέρμα είναι στην ουσία ένα είδος εγκεφαλονωτιαίου μυελού. Αυτός ο μυελός ή η πνευματική ουσία είναι τόσο ισχυρή που μπορεί με την είσοδο της στη μήτρα να παράγει καινούρια ζωή. Η θεία συνείδηση αναμεμιγμένη με τις ουσίες του σώματος, κατεβαίνει από ψηλά στο κεφάλι και καταλήγει στο χαμηλότερο ενεργειακό κέντρο.
Αυτό το κέντρο ονομάζεται Μουλαντάρ στα σανσκριτικά και σημαίνει υποστηρικτική ρίζα. Όλες οι ουσίες του σώματος καταλήγουν σε αυτή την υποστηρικτική ρίζα. Σε αυτή την υποστηρικτική ρίζα υπάρχει υψηλή συγκέντρωση χυμού ή μυελού. Μέσα στον μυελό κρύβεται η πνευματική ενέργεια και αυτή καταλήγει μέσω των υγρών του σώματος στο κατώτερο κέντρο. Όταν γίνεται άσκοπη κατασπατάληση των υγρών του σώματος γίνεται κατασπατάληση της ενέργειας της ψυχής. Ή γίνεται κατασπατάληση της πνευματικής καθαρότητας. Αυτό συμβαίνει γιατί η φυσική ουσία που στο σώμα συγκεντρώνει τον αιθέρα και το άρωμα της ψυχής, είναι το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Δεν υπάρχει όμως καμία «αμαρτία» πίσω από την κατασπατάληση της ενέργειας της ψυχής. Απλά πίσω από την άσκοπη κατασπατάληση, υπάρχει η άγνοια για την φύση των πραγμάτων και ταυτόχρονα η λεγόμενη προσκόλληση στα κατώτερα στρώματα.
Ας σταθούμε για λίγο στα λόγια του Πλάτωνα για την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος.
Μέσα σε αυτή την κατασκευή και μέσα στο υλικό σώμα βρίσκεται το θείο. Το θείο είναι αναμεμιγμένο με μαεστρία μέσα στο υλικό σώμα. Η συγκεκριμένη θεολογική γνώση του Πλάτωνα, έρχεται και κουμπώνει με την ανατολική γνώση περί θεότητας. Η ανατολική θεολογία στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην γνώση της ύπαρξης του θείου μέσα στο σώμα. Μέσα σε κάθε σώμα και αναμεμιγμένο μέσα στα υγρά, τις σάρκες και τον σκελετό, έχει γίνει πρόβλεψη να βρίσκεται ο δημιουργός. Αυτό σαν γνώση είναι πολύ-πολύ σημαντική. Έτσι, το γεγονός ότι οι άνθρωποι κάνουν διαλογισμό γυρνώντας μέσα σε αυτούς για να βρουν το θείο, ακούγεται όμορφο και φυσιολογικό. Αναπαύει την καρδιά του ανθρώπου μια αληθινή γνώση σαν και αυτή.
Είναι χρειαζούμενο να ξέρεις ότι το θείο βρίσκεται, όντως, μέσα στον άνθρωπο. Υπάρχει σαν δυνατότητα μέσα σε αυτόν, εάν ο ίδιος κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Μέσα στο σώμα το ίδιο και σε υλική μορφή, υπάρχει η ανάμιξη της θεϊκής ενέργειας. Εάν δεν κινηθεί όμως κάποιος προς τα επάνω, δεν πρόκειται ποτά να το διαπιστώσει. Το ανθρώπινο σώμα, μικρογραφία ολάκερης της ύπαρξης, εμπεριέχει μέσα σε αυτό, ακόμα και την υψηλότερη μορφή δημιουργίας. Ο άνθρωπος είναι ένα ακριβές αντίγραφο της δημιουργίας. Είναι υλοποιημένος καθ’εικόνα και ομοίωση. Είναι καιρός να ακούσεις αυτά τα λόγια, γνωρίζοντας ότι αυτά, αντιπροσωπεύουν ολάκερη την αλήθεια. Ακριβώς, επειδή ο Θεός ήδη βρίσκεται μέσα σε αυτόν, υπάρχει η δυνατότητα να τον βρει. Οι άνθρωποι κοιτώντας προς τα επάνω, (μιλώντας για το θείο), αναγνωρίζουν το μέρος της δημιουργίας που βρίσκεται έξω από αυτούς. Το σωστότερο όμως, θα ήταν να εστιάζονταν μέσα σε αυτούς.
Ο εγκέφαλος έλεγε, είναι το όργανο στο ανθρώπινο σώμα που μέσα σε αυτόν βρίσκεται αναμεμιγμένη η ψυχή. Μέσα στον εγκέφαλο βρίσκεται η θεία συνείδηση. Ο εγκέφαλος βρίσκεται στο κεφάλι, το υψηλότερο μέρος του ανθρώπινου σώματος. Ο νωτιαίος μυελός που είναι η συνέχεια του εγκεφάλου, διατρέχει όλη την σπονδυλική στήλη. (Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν ιερά σήραγγα ή ιερό καλάμι ή σωλήνα). Ο νωτιαίος μυελός καταλήγει στο χαμηλότερο σημείο του σώματος που είναι και το πλησιέστερο στη γη. Το σπέρμα είναι στην ουσία ένα είδος εγκεφαλονωτιαίου μυελού. Αυτός ο μυελός ή η πνευματική ουσία είναι τόσο ισχυρή που μπορεί με την είσοδο της στη μήτρα να παράγει καινούρια ζωή. Η θεία συνείδηση αναμεμιγμένη με τις ουσίες του σώματος, κατεβαίνει από ψηλά στο κεφάλι και καταλήγει στο χαμηλότερο ενεργειακό κέντρο.
Αυτό το κέντρο ονομάζεται Μουλαντάρ στα σανσκριτικά και σημαίνει υποστηρικτική ρίζα. Όλες οι ουσίες του σώματος καταλήγουν σε αυτή την υποστηρικτική ρίζα. Σε αυτή την υποστηρικτική ρίζα υπάρχει υψηλή συγκέντρωση χυμού ή μυελού. Μέσα στον μυελό κρύβεται η πνευματική ενέργεια και αυτή καταλήγει μέσω των υγρών του σώματος στο κατώτερο κέντρο. Όταν γίνεται άσκοπη κατασπατάληση των υγρών του σώματος γίνεται κατασπατάληση της ενέργειας της ψυχής. Ή γίνεται κατασπατάληση της πνευματικής καθαρότητας. Αυτό συμβαίνει γιατί η φυσική ουσία που στο σώμα συγκεντρώνει τον αιθέρα και το άρωμα της ψυχής, είναι το εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Δεν υπάρχει όμως καμία «αμαρτία» πίσω από την κατασπατάληση της ενέργειας της ψυχής. Απλά πίσω από την άσκοπη κατασπατάληση, υπάρχει η άγνοια για την φύση των πραγμάτων και ταυτόχρονα η λεγόμενη προσκόλληση στα κατώτερα στρώματα.
Ας σταθούμε για λίγο στα λόγια του Πλάτωνα για την κατασκευή του ανθρώπινου σώματος.
Μέσα σε αυτή την κατασκευή και μέσα στο υλικό σώμα βρίσκεται το θείο. Το θείο είναι αναμεμιγμένο με μαεστρία μέσα στο υλικό σώμα. Η συγκεκριμένη θεολογική γνώση του Πλάτωνα, έρχεται και κουμπώνει με την ανατολική γνώση περί θεότητας. Η ανατολική θεολογία στηρίζεται εξ ολοκλήρου στην γνώση της ύπαρξης του θείου μέσα στο σώμα. Μέσα σε κάθε σώμα και αναμεμιγμένο μέσα στα υγρά, τις σάρκες και τον σκελετό, έχει γίνει πρόβλεψη να βρίσκεται ο δημιουργός. Αυτό σαν γνώση είναι πολύ-πολύ σημαντική. Έτσι, το γεγονός ότι οι άνθρωποι κάνουν διαλογισμό γυρνώντας μέσα σε αυτούς για να βρουν το θείο, ακούγεται όμορφο και φυσιολογικό. Αναπαύει την καρδιά του ανθρώπου μια αληθινή γνώση σαν και αυτή.
Είναι χρειαζούμενο να ξέρεις ότι το θείο βρίσκεται, όντως, μέσα στον άνθρωπο. Υπάρχει σαν δυνατότητα μέσα σε αυτόν, εάν ο ίδιος κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Μέσα στο σώμα το ίδιο και σε υλική μορφή, υπάρχει η ανάμιξη της θεϊκής ενέργειας. Εάν δεν κινηθεί όμως κάποιος προς τα επάνω, δεν πρόκειται ποτά να το διαπιστώσει. Το ανθρώπινο σώμα, μικρογραφία ολάκερης της ύπαρξης, εμπεριέχει μέσα σε αυτό, ακόμα και την υψηλότερη μορφή δημιουργίας. Ο άνθρωπος είναι ένα ακριβές αντίγραφο της δημιουργίας. Είναι υλοποιημένος καθ’εικόνα και ομοίωση. Είναι καιρός να ακούσεις αυτά τα λόγια, γνωρίζοντας ότι αυτά, αντιπροσωπεύουν ολάκερη την αλήθεια. Ακριβώς, επειδή ο Θεός ήδη βρίσκεται μέσα σε αυτόν, υπάρχει η δυνατότητα να τον βρει. Οι άνθρωποι κοιτώντας προς τα επάνω, (μιλώντας για το θείο), αναγνωρίζουν το μέρος της δημιουργίας που βρίσκεται έξω από αυτούς. Το σωστότερο όμως, θα ήταν να εστιάζονταν μέσα σε αυτούς.
Keats: Ωδή σε μια Ελληνική υδρία
“Ένα αντικείμενο είναι τέλειο, όταν όλα όσα είναι πολλαπλά σ’ αυτό συμφωνούν με την ενότητα της έννοιας του, είναι όμορφο, όταν η τελειότητά του εμφανίζεται ως φύση. Η ομορφιά αυξάνεται, όταν η τελειότητα γίνεται πιο περίπλοκη και η φύση δεν υποφέρει τίποτα από αυτό, γιατί το έργο της ελευθερίας γίνεται πιο δύσκολο με τον αυξανόμενο αριθμό των ενώσεων και την ευτυχή επίλυσή του, επομένως, ακόμη πιο εκπληκτικό.” -“Ο Καλλίας ή Περί του Κάλλους” του Φρίντριχ Σίλερ
Το «Ode on a Grecian Urn» είναι ένα από τα πιο διάσημα και γνωστά ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, και δικαίως. Ωστόσο, είναι αναμφισβήτητα επίσης ένα από τα λιγότερο κατανοητά. Επιπλέον, η έλευση του μοντερνισμού του εικοστού αιώνα έριξε ένα σύννεφο αφάνειας σε πολλά έργα της κλασικής παράδοσης. Είναι μια παράδοση που χαρακτηρίζεται από την «Ωδή σε μια Ελληνική υδρία» του Keats, τα έργα των αρχαίων Ελλήνων όπως ο Ηράκλειτος, ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής, τα έργα των Shakespeare, Shelley και Poe et al.
Στον εικοστό αιώνα, πολλές από τις πιο συναρπαστικές πτυχές και ειρωνείες έργων όπως η «Ωδή σε μια Ελληνική υδρία» του Keats έχουν αντιμετωπιστεί με τρόπο που ο Keats και εκείνοι με τους οποίους ταυτίστηκε περισσότερο ως ώριμος καλλιτέχνης -η παράδοση των αρχαίων Ελλήνων, ο Δάντης και ο Σαίξπηρ- δεν θα τους έβρισκε οικείους. Με τους όρους του «μοντερνισμού» του εικοστού αιώνα, η σκέψη, η κριτική και η εκτίμηση για ένα διαχρονικό έργο τέχνης όπως η ‘Ωδή’ του Keats υποβιβάστηκαν σε μοντερνιστικές ερμηνείες, δηλαδή μια «στενή ανάγνωση» που περιόριζε την συζήτηση της ποιητικής στην ανάλυση των «αινιγματικών» ιδιοτήτων της ωδής, της καινοτόμου επιλογής λέξεων, της γλώσσας και εικόνες -αυτό που αναφέρουμε ως ποιητική «τεχνία».
Η «Νέα Κριτική» του εικοστού αιώνα σκιαγραφήθηκε από συγγραφείς όπως ο Τζον Κρόου Ράνσομ και οι συγγενείς κύκλοι του γύρω από το λογοτεχνικό περιοδικό “The Fugitive”, που βασίζεται στο Πανεπιστήμιο Vanderbilt στο Νάσβιλ του Τενεσί. Ωστόσο, το “New Criticism” δεν ήταν “νέο” καθώς είχε τις ρίζες του στα έργα των TS Eliot, Ezra Pound (κάποτε μέντορας του Eliot υπέρ του Μουσολίνι), WH Auden, WB Yeats et al. Η «Νέα Κριτική» ήταν το αποτέλεσμα μιας μοντερνιστικής προοπτικής που διαδόθηκε και υποστηρίχθηκε από τους κορυφαίους μοντερνιστές ποιητές της Ευρώπης και της Αμερικής.
Στο εγχειρίδιο, «Twentieth Century Literary Theory» που συντάχθηκε από τον KM Newton η έλευση της «Νέας Κριτικής» περιγράφηκε με τον ακόλουθο τρόπο:
“Αν και η Νέα Κριτική είχε τις ρίζες της στην Βρετανία με την κριτική του TS Eliot, την θεωρία του IA Richards και την πρακτική του William Empson, ο πιο ισχυρός αντίκτυπός της ήταν στην Αμερική. Ο John Crowe Ransom, ο οποίος δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο ‘The New Criticism’ το 1941, ήταν η κορυφαία αμερικανική επιρροή και αναγνώρισε ένα χρέος προς τον Eliot και τον Richards.”
Ο KM Newton συνεχίζει:
“Ο θεμελιώδης στόχος της Αμερικανικής Νέας Κριτικής ήταν να δημιουργήσει μια κριτική εναλλακτική στον ιμπρεσιονισμό και την ιστορική επιστήμη. Yποστήριξε την «εσωτερική» κριτική -μια απρόσωπη ανησυχία για το λογοτεχνικό έργο ως ανεξάρτητο αντικείμενο- και αντιτάχθηκε σε «εξωγενείς» κριτικές προσεγγίσεις, που αφορούσαν τον εαυτό τους με θέματα όπως η συγγραφική πρόθεση, οι ιστορικές, ηθικές ή πολιτικές εκτιμήσεις και η ανταπόκριση του κοινού.”
Από τον φακό της «Νέας Κριτικής» και των σχετικών «μοντερνιστικών» σχολών σκέψης, οι συναρπαστικές και στοχαστικές ειρωνείες περιορίστηκαν σε μια συζήτηση για νέα ποιητικά εφέ, τροπάρια και λογοτεχνικά μέσα. Ήταν μια συζήτηση που δεν επικεντρωνόταν στην ποιότητα ή την αξία μιας ποιητικής ιδέας που κατείχε και η γλώσσα και οι εικόνες που δημιουργήθηκαν από τον ποιητή για να μεταφέρει επιτυχώς αυτήν την ιδέα, αντίθετα η συζήτηση περιοριζόταν σε μια αυστηρή ανάλυση της ποιητικής τέχνης -σαν η σχέση μεταξύ της καλλιτεχνικής τέχνης και της υποκείμενης φιλοσοφίας ή κοσμοθεωρίας ενός ποιήματος θα μπορούσε να αγνοηθεί, σαν να μπορούσε κανείς να διαχωρίσει τα ίχνη του μελανιού που άφησε στην σελίδα η πένα του ποιητή από τις ίδιες τις σκέψεις του ποιητή.
Ένα σπουδαίο ποίημα πρέπει να είναι λεπτοδουλεμένο, αλλά πρέπει επίσης να είναι πολύ περισσότερο: ένα ποίημα είναι μια αντανάκλαση του σύμπαντος που κατοικεί ο ποιητής. Το να περιορίζεις την συζήτηση ενός ποιήματος μόνο στο ζήτημα της τέχνης σημαίνει να αγνοείς -ηθελημένα ή άθελά σου- την διερεύνηση του σύμπαντος που μας βάζει ο ποιητής, του σύμπαντος που κατοικεί και του τι σημαίνει αυτό το σύμπαν για εμάς τους αναγνώστες. αρετές και αξίες. Το να αγνοείς τέτοια ερωτήματα σημαίνει να εγκαταλείπεις εντελώς την φιλοσοφία, να προσπαθείς να διαχωρίσεις την Ομορφιά από την Αλήθεια, της οποίας ο γάμος είναι ο απώτερος σκοπός της μεγάλης τέχνης. Πράγματι, οι καλλιτέχνες είναι οι μεγάλοι αφιερωτές της Ιερής σχέσης που μοιράζεται μεταξύ Αλήθειας και Ομορφιάς.
“Ω νύμφη, ακόμη ανέγγιχτη της ησυχίας!
και θρέμμα του καιρού που αργοκυλά και της σιωπής,
συ που μια λουλουδένιαν ιστορία
απ’ τους δικούς μας στίχους πιο γλυκά την τραγουδείς!
Ποιος με την φουντωτή του φυλλωσιά σε ζώνει θρύλος;
Θεοί είναι αυτοί, θνητοί, για και τα δυο;
Στης Αρκαδίας μην είναι τα φαράγγια, ή μη στα Τέμπη;
Ποιοι νάναι; ποιες παρθένες αντιστέκονται; και ποιο
κυνήγημα τρελλό; Τί πάλαιμα για να ξεφύγουν;
Τί τύμπανα κι’ αυλοί; Και τι έκσταση άγρια είναι τούτη;
Γλυκές οι μελωδίες που ακούμε, όμως αυτές
οπού δεν ακουστήκαν, πιο γλυκές.
Αυλοί απαλοί, παίζετε, αλλά για τις αισθήσεις όχι.
Με στροφές που αχούν στο νου μας μοναχά, πολύ πιο αγαπητές.
Έφηβε ωραίε! Που το τραγούδι δε μπορείς ν’ αφήσεις
κάτω απ’ τα δέντρα, ουδέ κι’ αυτά τα φύλλα τους να χάσουν,
ποτέ φιλιά δε θα χαρείς, απότολμε εραστή!
Αν και σιμά φτασμένος στο σκοπό σου, δε θ’ αγγίξεις
την ευτυχία· μα μη λυπάσαι, δε θα μαραθεί
ποτέ! και πάντα θα την αγαπάς και θάναι ωραία…”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Κάτω από το πρόσχημα της «Νέας Κριτικής», οι μεγάλοι βάρδοι του παρελθόντος θα πληρώνονταν τώρα για τα λόγια τους όχι λόγω της ομορφιάς ή της αλήθειας των ιδεών τους σε σχέση με τον «άνθρωπο και την φύση» όπως κάποτε περιέγραψε ο Σέλλεϋ στο μεγάλο έργο του, θα τους θαυμάζαμε ως επιδέξιους τεχνίτες, επιδέξιους στην ικανότητά τους να ζωγραφίζουν την φαντασία μας με όμορφες εικόνες των αισθήσεων.
Ωστόσο, ένας επιδέξιος τεχνίτης θα μπορούσε εξίσου εύκολα να ζωγραφίσει την εικόνα ενός σατανιστή που αγαπά τον Ιησού ή ενός σαδιστή που κάνει έρωτα και να συγκεντρώσει εξίσου πολύ έπαινο και προσοχή λόγω της εξαιρετικής τέχνης του. Με μια λέξη: σημασία δεν είχε τι έλεγαν οι ποιητές, σημασία είχε πώς το έλεγαν.
Αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μια αβλαβής προσέγγιση. Ωστόσο, με οποιαδήποτε θεμελιώδη συζήτηση ιδεών που απογυμνώνονται από την έννοια της ποίησης, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς η τέχνη έχασε τον ηθικό της τεχνίτη και την αίσθηση της κατεύθυνσης σε σχέση με το ζήτημα της ανθρώπινης φύσης, και πώς θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε ένα τέτοιο ερώτημα στο σχέση με το σύμπαν ως σύνολο. Η ιδέα της «Νέας Κριτικής» καθόρισε ένα είδος ανήθικης προοπτικής που δηλητηρίασε το πνεύμα των γενεών και απέκλεισε την ζωτικότητα πολλών ψυχών που διαφορετικά θα ενθουσιάζονταν με την προοπτική να ανακαλύψουν κάτι αληθινό και ουσιαστικό στο σύμπαν και ότι και αυτές θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο στο μεγάλο δράμα που εκτυλίσσεται.
Αντί να δημιουργεί όμορφες τραγωδίες που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν κάποιον σε μεγαλύτερες ιδέες για την ανθρωπότητα και το μέλλον της, η ίδια η τέχνη έγινε μια από τις μεγάλες τραγωδίες του εικοστού αιώνα, μια τραγωδία της οποίας η ουσία ήταν η καταδίκη της ποίησης και της λογοτεχνίας σε μια άβυσσο μηδενισμού, απρόβλεπτης παιδεραστίας και ξέφρενη εχθρότητα σε κάθε ιδέα ομορφιάς και αλήθειας που είναι γνωστή πέρα από τις πέντε αισθήσεις.
Η κοινωνία κορέστηκε από έναν μηδενισμό του οποίου η επίδραση στον πολιτισμό μας είναι πικρή και απτή μέχρι σήμερα. Η άποψη ότι τα ανθρώπινα όντα είναι προικισμένα με μια θεϊκή σπίθα δημιουργικότητας -μια σπίθα που θα πρέπει να δοθεί σε κάθε άτομο μια ουσιαστική ευκαιρία να αναπτύξει- έχει γίνει ολοένα και πιο σπάνια.
Στον εικοστό αιώνα, η ιδέα του «νοήματος» και η σημασία του νοήματος έγιναν ανάθεμα στην θεμελιώδη άποψη των Μοντερνιστών. Ως αποτέλεσμα, η αίσθηση του νοήματος έχει χαθεί, όχι μόνο στην λογοτεχνία, αλλά και στην κοινωνία συνολικά.
Από τον κόσμο του κινηματογράφου (που αιχμαλώτισε την φαντασία ολόκληρων γενεών) μέχρι τις πλαστικές τέχνες που εμφανίζονται σε μουσεία και πολυσύχναστες αστικές πλατείες, όλες οι πτυχές της ανθρώπινης κατάστασης έχουν ουσιαστικά αγγιχτεί. Και αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια της τέχνης -η δύναμή της- είναι μια θεμελιώδης έκφραση του πολιτισμού μας, της άποψής μας για τον κόσμο και του τρόπου με τον οποίο σχετιζόμαστε και σκεφτόμαστε το σύμπαν ως σύνολο.
Από τα σαλόνια της Gertrude Stein και της Alice B. Toklas μέχρι το περιοδικό Fugitives του John Crowe Ransom, το The Paris Review, το Eliot’s Criterion και πολλά άλλα καταστήματα, το μοντερνιστικό ιδεώδες πολλαπλασιάστηκε σε όλη την Δύση με διάφορα ονόματα, όπως -αλλά όχι αποκλειστικά- σε Μοντερνισμό, Κυβισμό, Εικονισμό, Μεταμοντερνισμό, Φορμαλισμό, Μετα-ανθρωπισμό, Ντανταϊσμό, Σουρεαλισμό, Φεμινισμό, Αποδόμηση και Σύγχρονη σκέψη. Ενώ αυτές οι διαφορετικές σχολές μπορεί να είχαν ποικίλους και προφανείς βαθμούς διαχωρισμού, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί το παράδειγμα μιας συνταγής που έχει ένα συγκεκριμένο σύνολο συστατικών, αλλά για την οποία υπάρχει μια ατελείωτη παραλλαγή της ίδιας βασικής συνταγής.
Κεφάλαιο Ι: Τι είναι ο Μοντερνισμός;
«Η παρακμή της λογοτεχνίας δείχνει την παρακμή ενός έθνους». Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε
Όπως ο επιστήμονας που προσπαθεί να παρατηρήσει απευθείας ένα ηλεκτρόνιο, αλλά αρνείται να αναγνωρίσει το γεγονός ότι η ίδια η παρατήρησή του έχει επίδραση στο σωματίδιο που παρατηρείται, έτσι και εμείς είμαστε της γνώμης ότι, μόνο εάν η φιλοσοφία και οι ιδέες αποκατασταθούν στα δικαιώματά τους, σε μια συζήτηση για την τέχνη και την αισθητική μπορούν να φανούν ποιήματα όπως το «Ode on a Grecian Urn» του Keats. Το ίδιο ισχύει για κάθε έργο διαχρονικής Ομορφιάς.
Καθώς όλη η πρόοδος στην ανθρώπινη ιστορία έχει επιτευχθεί ως αποτέλεσμα της διδαχής της ανθρωπότητας από τις μεγαλύτερες κι ωραιότερες παραδόσεις της, καθώς και της αποφυγής των χειρότερων της, από την αναγνώριση των μεγάλων αποτυχιών της ανθρωπότητας μέχρι την αποδοχή των μεγάλων θριάμβων της και την χρήση τέτοιων γνώσεων ως θεμέλια για νέες τολμηρές και διορατικές πράξεις δημιουργίας, έτσι θα πρέπει επίσης η σαφής κατανόηση των μεγαλύτερων παραδόσεων του παρελθόντος μας να αποτελεί την βάση πάνω στην οποία ένα νέο βιώσιμο μέλλον θα χτίζεται η τέχνη του εικοστού πρώτου αιώνα. Η νέα τολμηρή και διαχρονική ποίηση του εικοστού πρώτου αιώνα θα πρέπει να εμπνέεται και να ενημερώνεται από τις μεγαλύτερες ποιητικές παραδόσεις του παρελθόντος μας γιατί -πάντα έτσι ήταν.
Ωστόσο, κανένας άλλος εκτός από τον Τ.Σ. Έλιοτ -ένα από τους κορυφαίους κριτικούς λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα- δεν παρατήρησε ότι οι τελικοί στίχοι της ‘ωδής’ του Κιτς, «Η ομορφιά είναι αλήθεια, η αλήθεια ομορφιά», ήταν ένα «ψεγάδι» στο ποίημα:
“Αλλά διαβάζοντας ξανά ολόκληρη την ωδή, αυτή η γραμμή μου φαίνεται σαν ένα σοβαρό ψεγάδι σε ένα όμορφο ποίημα, και ο λόγος πρέπει να είναι, είτε ότι δεν το καταλαβαίνω, είτε ότι είναι μια δήλωση που είναι αναληθής. Και υποθέτω ότι ο Κιτς εννοούσε κάτι με αυτό, όσο μακριά κι αν ήταν η αλήθεια του και η ομορφιά του από αυτές τις λέξεις της συνηθισμένης χρήσης. Και είμαι βέβαιος ότι θα είχε απορρίψει οποιαδήποτε εξήγηση της γραμμής που την αποκαλούσε ψευδο-δήλωση… Η δήλωση του Keats μου φαίνεται ανούσια: ή ίσως το γεγονός ότι είναι γραμματική άνευ σημασίας κρύβει άλλο νόημα από μένα.” -«Δοκίμιο για τον Δάντη » του ΤΣ Έλιοτ
Ο Έλιοτ ήταν ένας πολύ μορφωμένος και εκλεπτυσμένος διανοούμενος, ωστόσο δεν ήταν ο μόνος κριτικός του εικοστού αιώνα που είχε μπερδευτεί από τις διάσημες γραμμές του Κιτς. Η άποψη που εξέφρασε ο Έλιοτ είναι συμπτωματική της οπτικής που σχετίζεται με την σκέψη και την αισθητική του εικοστού αιώνα -μια άποψη που χαρακτηρίζεται από την «Νέα Κριτική».
Στην πραγματικότητα, η άποψη ενός ποιητή για τον κόσμο που κατοικεί και η αντίστοιχη άποψη της ανθρώπινης φύσης δεν μπορούν να διαχωριστούν. Η καλλιτεχνική έκφραση -από την ίδια της την φύση- είναι μια έκφραση και αντανάκλαση της άποψης του καλλιτέχνη για την ανθρώπινη φύση και το σύμπαν που κατοικούν οι άνθρωποι.
Είναι αδύνατο να χωρίσει ο ένας από τον άλλο, γιατί είναι αδύνατο για τον ποιητή να χωρίσει τον εσωτερικό κόσμο της ύπαρξής του από τον εξωτερικό κόσμο που πιστεύει ότι κατοικεί. Ακόμη και η ίδια η απόπειρα ενός τέτοιου διαζυγίου θα αποκαλυφθεί χάρη στην επιλεγμένη μορφή έκφρασης. Ενώ οι κριτικοί διαφωνούν για μια τέτοια έπαρση, μπορεί να αποδειχθεί ότι οι προσεγγίσεις του εικοστού αιώνα, π.χ. οι μοντερνιστικές προσεγγίσεις στα κλασικά έργα αποκαλύπτουν ότι οι παραπάνω παρατηρήσεις είναι αληθινές σε πολύ σημαντικές περιπτώσεις όπως αυτή της «Ωδής σε μια ελληνική υδρία» του Keats. Περιπτώσεις που δεν μπορούν και δεν πρέπει να παραβλεφθούν ή να αγνοηθούν επειδή οι επιπτώσεις τους στην τέχνη, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι απλώς πάρα πολύ μεγάλες.
Όποιος έχει παρακολουθήσει ένα μάθημα δημιουργικής γραφής ή σπούδασε λογοτεχνία σε ένα δυτικό πανεπιστήμιο τις τελευταίες δεκαετίες θα βρεθεί αμέσως εξοικειωμένος με την οπτική του εικοστού αιώνα που προσδιορίζουμε -διαποτίζει τον κόσμο της λογοτεχνίας σήμερα. Ωστόσο, δεν είναι απλώς μια «λογοτεχνική» άποψη, διαποτίζει τον λογοτεχνικό κόσμο γιατί πλέον διαποτίζει τον πολιτισμό γενικά.
Οι περισσότεροι κάτοικοι της Δύσης πιθανότατα δεν θα γνωρίζουν καν ότι έχουν τέτοια αξιώματα επειδή η άποψη είναι ήδη πανταχού παρούσα στην κοινωνία. Η εύρεση νέων τρόπων δημιουργίας και εντυπωσιασμού εφέ στο κοινό έχει γίνει το κύριο καθήκον του καλλιτέχνη, λίγη σκέψη ή προσοχή εξετάζεται εάν μια τέτοια προσέγγιση περιλαμβάνει κάποια κατανοητή ιδέα ή καθολική σημασία. Απλώς πιστεύεται ότι τα έργα έχουν διαφορετική σημασία για διαφορετικούς ανθρώπους, λέξεις, ιδέες, όλα έχουν μια μοναδική και διαφορετική σημασία για διαφορετικά άτομα.
Από μόνη της, η άποψη θα ήταν ωραία αν δεν υπήρχε ταυτόχρονα κάτι οικουμενικό για ένα σπουδαίο έργο, αλλά κάτι οικουμενικό εμπεριέχει την ιδέα του Αληθινού, στην οποία η προοπτική του εικοστού αιώνα αντιτίθεται ρητά. Ο κριτικός μπορεί να ισχυριστεί ότι οι αισθητικές απόψεις που προτείνουν δεν πρέπει να συγχέονται με τα μεγαλύτερα ζητήματα αλήθειας, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο κριτικός ουσιαστικά προσπαθεί να επιβάλει το δικό του σύνολο αυθαίρετων αξιωμάτων στον κόσμο της τέχνης, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι απόψεις δεν έχουν λαμβάνοντας υπόψη την μεγαλύτερη συζήτηση για την αλήθεια.
Η πραγματικότητα είναι ότι η συζήτηση για την αλήθεια είναι πιο εμφατική στην σφαίρα των τεχνών. Θα μπορούσε ακόμη και να υποστηριχθεί -αν και αυτό ξεφεύγει από το εύρος του δοκιμίου μας- ότι η κυρίαρχη άποψη στις τέχνες θα είναι μια από τις πρωταρχικές επιρροές σε ποια επιστημονική σχολή τείνει να κυριαρχεί στην κοινωνία.
Τι είναι η τελειότητα;
Η ουσία κάθε μεγάλης τέχνης ολοκληρώνει το πολύ πιο δύσκολο έργο της επιτυχίας τόσο του στόχου της μοναδικής προσωπικής πρωτοτυπίας όσο και της παγκόσμιας σημασίας. Είναι ένα έργο πολύ πιο δύσκολο από το να πλέκει απλώς μια σειρά από λεπτά κατασκευασμένες ελεύθερες συσχετίσεις, ή εξαιρετικά στυλιζαρισμένη γλώσσα που δημιουργεί κάποιες διεγερτικές και συναρπαστικές εντυπώσεις για ένα κοινό.
Σύμφωνα με τα λόγια του Έντγκαρ Άλαν Πόε:
“Αυτός που απλώς θα τραγουδήσει, με όσο λαμπερό ενθουσιασμό, ή με όσο ζωντανή κι αν είναι μια αλήθεια περιγραφής, για τα αξιοθέατα, και τους ήχους, και τις οσμές, και τα χρώματα και τα συναισθήματα, που τον χαιρετούν από κοινού με όλη την ανθρωπότητα – αυτός, λέω, δεν έχει ακόμη αποδείξει τον θεϊκό του τίτλο. Υπάρχει ακόμα κάτι σε απόσταση που δεν μπόρεσε να πετύχει. Έχουμε ακόμα μια δίψα άσβεστη, που δεν μας έδειξε τα κρυστάλλινα ελατήρια. Αυτή η δίψα ανήκει στην αθανασία του Ανθρώπου. Είναι ταυτόχρονα συνέπεια και ένδειξη της αιώνιας ύπαρξής του. Είναι η επιθυμία του σκόρου για το αστέρι. Δεν είναι απλή εκτίμηση της Ομορφιάς που έχουμε μπροστά μας -αλλά μια άγρια προσπάθεια να φτάσουμε στην Ομορφιά παραπάνω.
Εμπνευσμένοι από μια εκστατική επίγνωση των δοξασιών πέρα από τον τάφο, αγωνιζόμαστε, με πολύμορφους συνδυασμούς μεταξύ των πραγμάτων και των σκέψεων του Χρόνου, να επιτύχουμε ένα μέρος αυτής της Αγάπης, της οποίας τα ίδια τα στοιχεία, ίσως, ανήκουν στην αιωνιότητα και μόνο. Και έτσι όταν με την Ποίηση, ή όταν με την Μουσική, την πιο συναρπαστική από τις ποιητικές διαθέσεις, βρισκόμαστε λιωμένοι σε κλάματα -κλαίμε τότε- όχι όπως υποθέτει η Abbaté Gravina- από υπερβολική απόλαυση, αλλά από κάποια, θλιβερή, ανυπόμονη θλίψη για την αδυναμία μας να συλλάβουμε τώρα, πλήρως, εδώ στην γη, μονομιάς και για πάντα, εκείνες τις θεϊκές και συναρπαστικές χαρές, των οποίων μέσα από το ποίημα ή μέσω της μουσικής, φτάνουμε σε σύντομες και απροσδιόριστες αναλαμπές. “Η ποιητική αρχή” του Έντγκαρ Άλαν Πόε
Όποιος πιστεύει ότι ο Πόε είναι απλώς ποιητικός ή ότι κάνει χρήση της έντεχνης ρητορικής για καθαρά καλλιτεχνική οικοδόμηση κάνει λάθος. Οι προαναφερθείσες παρατηρήσεις και διακρίσεις στην σκέψη μεταξύ των διαφορετικών καλλιτεχνικών προσεγγίσεων είναι ζωτικής σημασίας για τον εντοπισμό τους, διότι μία από τις βασικές υποθέσεις του μοντερνισμού του εικοστού αιώνα είναι ότι οι καλλιτέχνες απέκτησαν νέους βαθμούς στην ελευθερία της έκφρασης, την απελευθέρωση από προκαθορισμένες μορφές, παραδόσεις και αρχές και ότι αυτή η ελευθερία μεταφράστηκε σε μεγαλύτερα επίπεδα πρωτοτυπίας και μια ευρύτερη έκταση γνήσιου καλλιτεχνικού οράματος.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο καλλιτέχνης και το κοινό έγιναν ξένοι μεταξύ τους: κάθε άτομο έγινε ένα απομονωμένο άτομο με τους δικούς του ορισμούς, λέξεις και ιδιοσυγκρασίες -όλος ο κόσμος της τέχνης έγινε σαν δύο ξένοι σε μια βραδιά, χωρίς κανένα το να ξέρεις οτιδήποτε για τον άλλον και ούτε να θέλεις να μάθεις τίποτα για τον άλλον- η γνώση του οποίου πιθανότατα θα χαλούσε την εμπειρία, έτσι δημιουργήθηκε και μια απρόσωπη και σταθεροποιημένη σε αντικείμενα σχέση στον κόσμο της τέχνης. Ήταν μια σχέση στην οποία η ουσία και το βάθος θεωρούνταν δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα που μπορούσαν να αποσυνδεθούν κατά βούληση -πράγματα που έπρεπε να αποσυνδεθούν για να απελευθερωθεί η «μαγεία» της τέχνης.
Έτσι, ο Dante Gabriel Rosetti -ένας ένθερμος γνωστικός και κορυφαίος προ-ραφαηλίτης στοχαστής- ένας σπουδαίος πρόδρομος του λογοτεχνικού μοντερνισμού, ήταν ένας ποιητής και ζωγράφος που είχε εκφράσει πόσο απεχθάνεται την ανάγνωση του La Vita Nuova (Η Νέα Ζωή) του Dante Alighieir, επειδή ο Δάντης συνόδευε τα ποιήματά του με επεξηγήσεις πεζών για το πώς έφτιαχνε τα ποιήματά του και τα διαμόρφωσε σε αρμονικά σύνολα -δεν επιτρεπόταν τέτοιου είδους συζήτηση για την μέθοδο και τις υποκείμενες αρχές στην «Νέα Κριτική».
Όπως αναφέραμε, από την μοντερνιστική άποψη, κάποιος θα μπορούσε να είναι ένας σατανιστής που αγαπά τον Ιησού ή ένας σαδιστής ψυχοπαθής που κάνει έρωτα – δεν είχε σημασία αν οι έννοιες του καλλιτέχνη μοιράζονταν κάποια λογική σχέση ή ορθολογική σύνδεση -αυτό που είχε σημασία ήταν το νέο αποτέλεσμα που ο οι καλλιτέχνες θα μπορούσαν να επιτύχουν με τους νέους μυθιστορηματικούς συνδυασμούς τους. Αυτό που είχε σημασία ήταν η «νέα» εμπειρία για το κοινό, ένα κοινό που θα ανέπτυσσε φυσικά μια ολοένα πιο κουραστική όρεξη για νέες μορφές ψυχαγωγίας και τόνωσης, παρά μια επιθυμία για ολοένα καινούριες εμπλουτιστικές ματιές από το αιώνιο και άπειρο βασίλειο των τεχνών, μια γεύση που δεν πικρίζει ποτέ και στην οποία η Αλήθεια μόνο γλυκαίνει.
Ο αχόρταγος πόθος για το «νέο» θα οδηγούσε αναπόφευκτα κάποιον σε μια διαρκώς διευρυνόμενη παρακμή. Τελικά, ο Μοντερνιστής δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την πραγματικότητα ότι κάποια πράγματα δεν αλλάζουν, κάποια πράγματα είναι αμετάβλητα -είναι αιώνια. Ο τυπικός Μοντερνιστής είχε απορρίψει αυτή την ιδέα. Αντίθετα, η τέχνη ασχολήθηκε με το ξένο και το ξένο, το πιο σκοτεινό και πιο σκοτεινό, αλλά ποτέ πιο ανοιχτό και ανοιχτό, ούτε υψηλότερο και υψηλότερο- ποτέ πιο ολοκληρωμένο ή αρμονικό. Ένας νέος άπειρος κόσμος επιδράσεων, χωρίς περιορισμούς από τις απαιτήσεις της λογικής ή του ανθρώπινου νου -ανοίχτηκε τώρα- η τέχνη ήταν ελεύθερη. Η Ομορφιά και η Αλήθεια είχαν καταθέσει αίτηση διαζυγίου.
Αντιπαραβάλλοντας την οπτική του μοντερνισμού με την οπτική που εκφράζεται από την διάσημη “Ωδή”, μας προσφέρεται ένας μοναδικός φακός με τον οποίο θα εξετάσουμε τις πολλές έννοιες και τα παράδοξα του μοντερνισμού, και με αυτόν τον τρόπο, θα αποκτήσουμε μια σαφέστερη κατανόηση του τι μπορεί ένα κοινό. Ανακαλύψτε και επωφεληθείτε από μια ανανεωμένη παράδοση κλασικής ή διαχρονικής τέχνης- μια παράδοση που είναι αδύνατο να μεταφραστεί ή να συζητηθεί με μοντερνιστικούς όρους χωρίς να διαστρεβλωθεί και να διαστρεβλωθεί θεμελιωδώς η ουσία αυτού που ερευνούμε.
Τι είναι η Διαχρονικότητα;
Με τα χρόνια, πολλά ονόματα έχουν υιοθετηθεί για να αντιπροσωπεύουν την μοντερνιστική αντίληψη, ονόματα που φέρουν διαφορετικές ιδεολογικές γεύσεις, αλλά τελικά περιέχουν τα ίδια βασικά συστατικά. Όπως αναφέραμε προηγουμένως, οι παραλλαγές της συνταγής του Μοντερνισμού περιελάμβαναν -αλλά δεν ήταν αποκλειστικές- τον μοντερνισμό, τον μεταμοντερνισμό, τον κυβισμό, τον φορμαλισμό, τον εικονισμό, τον μετα-ανθρωπισμό, τον ντανταϊσμό, τον υπερρεαλισμό, τον φεμινισμό, τον αποδομισμό και την σύγχρονη σκέψη. Δεν σημαίνει ότι καμία από τις προαναφερθείσες απόψεις ήταν χωρίς αξιέπαινες εντολές ή προθέσεις, αλλά μόνο ότι μοιράζονταν ένα κοινό θανατηφόρο αξιωματικό ελάττωμα, ένα ελάττωμα στο οποίο: «Ένα άγγιγμα της φύσης κάνει ολόκληρο τον κόσμο συγγενή».
Η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η μοντερνιστική προοπτική και οι σύγχρονες εξελίξεις της εφαρμόζονται στην ανάγνωση ενός ποιήματος στην κλασική παράδοση, όπως η μεγάλη «Ωδή σε μια ελληνική λάρνακα» του Κιτς (ή οποιαδήποτε από τις Μεγάλες Ωδές ) μας προσφέρει το βασικό παράδειγμα της τραγωδίας του Μοντερνισμού.
“Ω σεις, που δε θα χάσετε, καλότυχοι θαλλοί,
τα φύλλα, ούτε την άνοιξη θ’ αφήσετε ποτέ!
Και που χωρίς αποσταμό, τραγουδιστή,
θ’ αυλείς, και το τραγούδι σου αγέραστο θα μένει.
Ακόμα εσύ πιο ευτυχισμένη αγάπη, ευτυχισμένη!
Πάντα θερμή κι’ άξια χαρές ατέλειωτες να δίνεις,
πάντα τρεμάμενη κι αιώνια, δυνατή και νια,
απάνω από τ’ ανθρώπινο το πάθος θρονιασμένη
που αφήνει ξέχειλη από θλίψη την καρδιά,
κι αποσταμένη, μέτωπο καφτό, γλώσσα στεγνή!
Ποιοι νάναι πούρχονται για την θυσία; σε ποιο βωμό
χλωρό οδηγείς, μυστηριακέ ιερέα, το δαμάλι
που μουγγανίζει ανήσυχα κατά τον ουρανό
κι’ άνθια στολίζουνε τα μεταξένια του πλευρά;
Ποια μικρή πόλη, σε γιαλό κοντά, είτε σε βουνό
σκαρφαλωμένη, με το κάστρο της το ειρηνικό,
άδεια απ’ ανθρώπους έμεινε τούτο το ευλαβικό
πρωί; Πόλη μικρή, θα μείνουνε παντοτεινά
οι δρόμοι σου βουβοί, κι’ ουδέ ψυχή
ξανά θα στρέψει, το γιατί ερημώθηκες να πει…”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Αν διαβάσει κανείς τον «οδηγό ποιήματος» του The Poetry Foundation για την Ωδή σε μια ελληνική λάρνακα, «Πώς να διαβάσετε το πιο διάσημο ποίημα «για πάντα» της ποιήτριας Camille Guthrie, η συγγραφέας εμφανώς αποτυγχάνει να αναφερθεί στην κεντρική ειρωνεία της “Ωδής” του Keats. Στην πραγματικότητα, η κριτικός αποτυγχάνει να εντοπίσει σχεδόν όλες τις ειρωνείες της “Ωδής”. Αντίθετα, η ποιήτρια/ συγγραφέας προτιμά να περιγράφει τις διάφορες «αινιγματικές» ιδιότητες της επιλογής λέξεων και των εικόνων του Keats, αλλά ο αναγνώστης μένει στο σκοτάδι ως προς τους σκοπούς όλων των εν λόγω καλλιτεχνικών αποφάσεων που περιγράφονται.
Σε μία από τις αρχικές παραγράφους του οδηγού, η Guthrie κάνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
“Ο Keats θα ήθελε να ασχοληθεί με αυτό το αρχαίο αντικείμενο, αλλά δεν μπορεί, επομένως πρέπει να το αντιμετωπίσει από πολλές οπτικές γωνίες. Το Unravish’d, μια συναρπαστικά διφορούμενη λέξη, μας βοηθά να κατανοήσουμε αυτή την πολλαπλότητα -το rapish σημαίνει πάθος και βία. Είναι ελκυστική η λεπτότητα και το στρογγυλό άνοιγμα του δοχείου; Είναι άθικτο σε όλη την ιστορία του; Συνήθως οι ποιητές αντιπροσωπεύουν αντιθέσεις στα δυαδικά, ωστόσο η προθυμία του Keats απαιτεί μια τρίτη επιλογή, μια αισθητική τακτική που υλοποιεί την ιδέα του για την αρνητική ικανότητα- να αγκαλιάζει τις αντιφάσεις και τις αβεβαιότητες «χωρίς ευερέθιστα αποτελέσματα και λόγους”.
Η Guthrie μας προσφέρει ουσιαστικά μια γνωστική μοντέρνα/υπαρξιστική ανάγνωση της Ωδής του Κιτς: «το ποίημα δεν έχει ένα νόημα» είναι «υπερπληγωμένο» δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως «πραγματικότητα», υπάρχουν πολλές πραγματικότητες. «Ο Keats απλώς εξερευνά τις πολλές πραγματικότητες που το έργο τέχνης καθιστά δυνατό». Ο Guthrie αντιμετωπίζει ουσιαστικά την τέχνη σαν να ήταν κάποιο είδος πειράματος εμπνευσμένο από το LSD στην θεραπευτική. Αντιμετωπίζει την μεταφορική ιδέα της δήλωσης του Keats, «Η ομορφιά είναι αλήθεια, αλήθεια ομορφιά» με κυριολεκτικό τρόπο, επειδή μια υψηλότερη μεταφορική συζήτηση για το νόημά της θα ήταν αντίθετη με τις υποκείμενες πεποιθήσεις που καθοδηγούν την μέθοδο της κριτικού και το πιο σημαντικό, θα ήταν αντίθετο με αυτό που κατά πάσα πιθανότητα πιστεύει ο συγγραφέας.
Ως αποτέλεσμα, το νόημα της “Ωδής” αποκρύπτεται ηθελημένα ή ακούσια. Υπάρχει επίσης η άποψη ότι μια κυριολεκτική ανάγνωση της δήλωσης είναι κατά κάποιο τρόπο πιο ακριβής από μια μεταφορική, δηλαδή μη κυριολεκτική ανάγνωση. Η ειρωνεία αντικαθίσταται από την ιδέα των «αινιγματικών» εικόνων. Η αντίληψη του Keats για την «αρνητική ικανότητα» αντιμετωπίζεται σαν να είχε μια γνωστική και υπαρξιακή άποψη για τον κόσμο, μια οπτική στην οποία δεν υπάρχει πραγματικό νόημα ή στην οποία υπάρχουν διάφορες εναλλακτικές έννοιες. Για να αποκτήσουμε μια βαθύτερη εικόνα της «Grecian Urn», η σκέψη του Keats θα πρέπει να ενταχθεί στην πλατωνική ελληνική παράδοση και στην σωκρατική παράδοση που ασχολείται με το ζήτημα των ασύγκριτων, με τα ζητήματα της αλήθειας, όπως η παράδοξη σχέση μεταξύ του πεπερασμένου και του άπειρου ή του Το «Ένα» και το «Πολλοί». Από την σκοπιά αυτής της ελληνικής παράδοσης, όλες οι ειρωνείες του «Grecian Urn» έρχονται στο επίκεντρο.
Αν ο αναγνώστης τοποθετεί τον Κιτς μέσα στην παράδοση με την οποία ταυτίστηκε περισσότερο, δηλαδή αυτή των κλασικών Ελλήνων και του Σαίξπηρ, πολλές από τις «αινιγματικές» πτυχές της ωδής του Κιτς γίνονται εύληπτες ειρωνείες. Ανακαλύπτουμε τον σταθερό «ελληνισμό» του Keats -μια πλατωνική παράδοση και την μέθοδο του Σωκρατικού διαλόγου. Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε ακριβώς αυτό που ΔΕΝ θέλει να κάνουμε η «Νέα Κριτική», δηλαδή να έχουμε «εξωτερικές» κριτικές προσεγγίσεις, οι οποίες αφορούσαν ζητήματα όπως η συγγραφική πρόθεση, ιστορικές, ηθικές ή πολιτικές εκτιμήσεις και η ανταπόκριση του κοινού. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε για να διερευνήσουμε την μεγαλύτερη σημασία της «Grecian Urn». Με μια λέξη: πρέπει να πάρουμε το αντίθετο της «Νέας Κριτικής».
Όταν ο Σωκράτης λέει, «Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα», δεν λέει κυριολεκτικά ότι πιστεύει ότι δεν ξέρει τίποτα, κάνει μια γνωσιολογική επισήμανση σχετικά με την φύση της γνώσης στην οποία η αλήθεια συχνά ορίζεται καλύτερα όχι από τις σωστές απαντήσεις, αλλά τις σωστές ερωτήσεις. Ακόμα κι αν ο Πλάτων έγραφε σε πεζογραφία, ήταν ποιητής. Η γλώσσα του ήταν βαθιά μεταφορική και με αποχρώσεις, δηλ. ποιητική και επομένως ήταν σε θέση να αποδώσει ένα πιο πλούσιο νόημα από αυτό που θα μπορούσε να γίνει με απλή πεζογραφία, δηλαδή «διαδοχική συλλογιστική» με τους όρους του Keats.
Στο δοκίμιό του για τον Δάντη, ο Έλιοτ λέει: «Η δήλωση του Κιτς μου φαίνεται χωρίς νόημα: ή ίσως το γεγονός ότι είναι γραμματικά άνευ σημασίας κρύβει άλλο νόημα από εμένα», αλλά όταν ο Κιτς δηλώνει, «Η ομορφιά είναι αλήθεια, η ομορφιά της αλήθειας», είναι μη λέγοντας ότι η Αλήθεια γι’ αυτόν σημαίνει κάθε πραγματικό πράγμα που έχει συμβεί ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία -στην οποία περίπτωση θα μπορούσαν να απαριθμηθούν ατελείωτες φρικαλεότητες και τραγωδίες, και μετά από αυτήν την κυριολεκτική κατανόηση, ο αναγνώστης θα αναγκαζόταν να συμπεράνει λογικά ότι όλες οι τραγωδίες και οι φρικαλεότητες της ιστορίας περιλαμβάνονται στον ορισμό της Αλήθειας του Keats και επομένως ότι όλη η Αλήθεια δεν είναι Όμορφη. Ωστόσο, αυτό θα ήταν ανόητη ανάλυση των γραμμών του Keats. Θα ήταν ανόητο γιατί όλη η μεγάλη ποίηση είναι από την φύση της μεταφορική και μη κυριολεκτική. Απαιτείται μια πιο πλούσια και πιο διαφοροποιημένη προσέγγιση.
Οι Λειτουργίες του Ανθρώπινου Νου.
Ο Percy Bysshe Shelley, στον πρόλογό του στον Prometheus Unbound, έθιξε συγκεκριμένα το ίδιο ζήτημα της γλώσσας και διατύπωσε το ζήτημα με τον ακόλουθο τρόπο:
“Οι εικόνες που έχω χρησιμοποιήσει θα βρεθεί, σε πολλές περιπτώσεις, ότι έχουν αντληθεί από τις λειτουργίες του ανθρώπινου νου ή από εκείνες τις εξωτερικές ενέργειες με τις οποίες εκφράζονται. Αυτό είναι ασυνήθιστο στην σύγχρονη ποίηση, αν και ο Δάντης και ο Σαίξπηρ είναι γεμάτοι από περιπτώσεις του ίδιου είδους. Ο Δάντης πράγματι περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή και με μεγαλύτερη επιτυχία. Αλλά οι Έλληνες ποιητές, ως συγγραφείς στους οποίους δεν ήταν άγνωστος ο πόρος αφύπνισης της συμπάθειας των συγχρόνων τους, συνήθιζαν να χρησιμοποιούν αυτή την δύναμη. Και είναι η μελέτη των έργων τους (αφού μάλλον θα μου αρνούνταν μια ανώτερη αξία) στην οποία είμαι πρόθυμος οι αναγνώστες μου να καταλογίσουν αυτή την μοναδικότητα”.
Υπάρχει μια ακρίβεια της ιδέας, που ορίζεται από «τις λειτουργίες του ανθρώπινου μυαλού» και όχι μια ακρίβεια της γλώσσας που διαμορφώνεται από τον ακριβή και αυτονόητο ορισμό των λέξεων. Ο συγγραφέας φαίνεται να επιθυμεί ο Keats να χρησιμοποιήσει λέξεις με αυστηρό κυριολεκτικό τρόπο αντί να γράφει με περισσότερη απόχρωση και μεταφορικό πλούτο. Αλλά η απόκλιση από μια αυστηρά κυριολεκτική ιδέα της αλήθειας είναι απαραίτητη για να επικοινωνήσει ένα υψηλότερο και πλούσιο νόημα. Είναι ένα νόημα που δεν μπορεί να συλληφθεί με την κυριολεκτική χρήση της γλώσσας όπου στην περίπτωση των διάσημων γραμμών του Keats, η Αλήθεια θα περιελάμβανε όλα όσα έχουν συμβεί ποτέ στην ιστορία, οπότε θα υπήρχαν πολλά μη όμορφα πράγματα.
Η μέθοδος του Keats ήταν Πλατωνικής φύσεως, το αντίθετο από το πώς οι Μοντερνιστές ή οι Φορμαλιστές προσέγγισαν το ζήτημα της ποίησης και της σύνθεσης. Για τον Μοντερνιστή και τον Φορμαλιστή, η γλώσσα είναι πολύ ακριβής και αποσταγμένη -ακόμα κι αν οι ιδέες δεν είναι- ή ακόμα κι αν οι ιδέες απουσιάζουν εντελώς, ή απλώς είναι αυτοαναφορικές και δεν προορίζονται να αποκαλυφθούν, η χρήση τους εξυπηρετεί έναν αυστηρά υφολογικό σκοπό.
Το νόημα της πλατωνικής δήλωσης του Keats προέρχεται από την διαδικασία εκτυλίξεως της ωδής στο σύνολό της -όπως ακριβώς ο Πλάτων ή ο Σωκράτης άντλησαν το νόημα οποιασδήποτε ιδέας προσδιορίζοντας την διαδικασία μέσω της οποίας κατέληξαν σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο νόημα. Η οριστική σημασία που αποδίδεται σε μια λέξη έγινε κατανοητή μέσω της διαδικασίας με την οποία είχε δημιουργηθεί η δεδομένη κυριολεκτική σημασία μιας λέξης. Με τον ίδιο τρόπο, η έννοια του «Beauty is Truth, Truth Beauty» του Keats ορίζεται από τη «διαδρομή» που ο Keats απλώνει στις πέντε στροφές των ωδών του. οι ειρωνείες που προσδιορίζει χρησιμεύουν ως οι ποιητικοί μας οδηγοί, οδηγοί που μας κατευθύνουν στην τελική έννοια του νοήματος της ωδής του, πιο ακριβής και με πιο πολλές αποχρώσεις.
Με τον ίδιο τρόπο ο Σωκράτης δεν αρνήθηκε την ύπαρξη ή τη γνώση της αλήθειας, έτσι ο Κιτς δεν ήταν κάποιος υπαρξιστής χαρακτήρας που αρνιόταν οποιαδήποτε κατανοητή πραγματικότητα, ή κάποιος μαθητής του Άλντους Χάξλεϋ που είχε ανοίξει τις Πόρτες της Αντίληψης και στη συνέχεια προσυπέγραψε σε εναλλακτικές πραγματικότητες.
“Γραμμή αττική! γύροι λαμπροί οπού νησί και κόρες
σαν πλοκαμοί, στο μάρμαρο εργασμένοι τεχνικά,
σας τριγυρνούν, με πατημένα χόρτα και κλαδιά,
το στοχασμό μας ξεπερνά η σιωπηλή σου γλώσσα,
καθώς η αιωνιότητα. Ψυχρή γραφή
βουκολική! Τα χιόνια τούτη την γενιά σα σβύσουν,
εσύ θε να σταθείς του ανθρώπου φίλη αληθινή,
μέσ’ στις μελλούμενες τις λύπες να του λες:
«Η ομορφιά είν’ αλήθεια, η αλήθεια είν’ ομορφιά.»
Νά τί ’ναι που έμαθες στον κόσμο,
τί χρωστάς να ξέρεις!”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Αντίθετα, ο Keats περιέγραψε μια άποψη στην οποία το ζήτημα της αλήθειας ορίστηκε ουσιαστικά από τον τρόπο με τον οποίο επιλέξαμε να το προσεγγίσουμε -ΠΩΣ επιλέξαμε να προσεγγίσουμε το ερώτημα αποκάλυψε αυτό που πιστεύαμε- αντί από τις κυριολεκτικές λέξεις που χρησιμοποιούμε για τις απόψεις που έχουμε σε μια πληθώρα διαφορετικών μεμονωμένων θεμάτων. Η αλήθεια για τον Keats δεν ήταν σχετική, αλλά έπρεπε να κριθεί αντικειμενικά από την διαδρομή που ακολουθήθηκε για να καταλήξουμε σε ένα νόημα, η διαδρομή ήταν ουσιαστικά μια συναισθηματική εξέλιξη: μια σειρά ερωτήσεων, μεταμορφώσεων και επιφανειών που έπρεπε να γίνουν συνειδητά αντικείμενα της προσοχής μας.
Από μόνη της, η κυριολεκτική γλώσσα θα είναι πάντα διφορούμενη, επειδή η γλώσσα είναι από την φύση της διαφοροποιημένη, θα υπάρχουν πάντα περισσότεροι από ένας τρόποι ανάγνωσης μιας λέξης, είτε είναι κυριολεκτικά, λογικά, μεταφορικά, μέσα στο ιστορικό πλαίσιο κ.λπ… αυτό που δίνει σε μια λέξη ή φράση το ακριβές νόημά της είναι η σκέψη που αποτυπώνεται σε μια λέξη από το μυαλό.
Ο ποιητής επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό τον στόχο του μέσα από την μεταφορά, το παράδοξο και την ειρωνεία, την απόχρωση. Η γλώσσα γίνεται το αποτύπωμα, ή ένα ίχνος αποτυπωμάτων, που αφήνει μια ιδέα. Μια νέα ιδέα ή ανακάλυψη εμπνέει μια ανάπτυξη της γλώσσας. και η ποίηση χρησιμεύει ως μια άπειρη πηγή νέων ιδεών που η πηγή τους είναι η δημιουργική φαντασία, η οποία με την σειρά της αναπτύσσει και γεννά περαιτέρω την γλώσσα.
“Ωδή σε μια Ελληνική υδρία”.
Ο Keats ανοίγει το ποίημά του προσφέροντας αρκετές ποιητικές περιγραφές της Υδρίας, ακολουθούμενες από μια σειρά ερωτήσεων.
“Ω νύμφη, ακόμη ανέγγιχτη της ησυχίας!
και θρέμμα του καιρού που αργοκυλά και της σιωπής,
συ που μια λουλουδένιαν ιστορία
απ’ τους δικούς μας στίχους πιο γλυκά την τραγουδείς!
Ποιος με την φουντωτή του φυλλωσιά σε ζώνει θρύλος;
Θεοί είναι αυτοί, θνητοί, για και τα δυο;
Στης Αρκαδίας μην είναι τα φαράγγια, ή μη στα Τέμπη;
Ποιοι νάναι; ποιες παρθένες αντιστέκονται; και ποιο
κυνήγημα τρελλό; Τί πάλαιμα για να ξεφύγουν;
Τί τύμπανα κι’ αυλοί; Και τι έκσταση άγρια είναι τούτη;
Τι είδους υδρία κοιτάζει ο Keats; Τι είδους συναισθήματα βιώνει ο Keats καθώς την αναλύει; Τι ηλικία κοιτάζει ο Keats;
Ο Κιτς ως συνομιλητής της υδρίας, ξεκινά έναν διάλογο με τον ίδιο τρόπο που μπορούμε να ξεκινήσουμε έναν διάλογο με όλα τα μεγάλα έργα και τα μυαλά του παρελθόντος, όπως ο Σωκράτης ξεκινά έναν διάλογο με τις πολλές προσωπικότητες των διαλόγων του Πλάτωνα, πρόσωπα που ήταν πραγματικές ιστορικές προσωπικότητες με τα δικά τους αξιώματα και κοσμοθεωρίες που ο Σωκράτης ήθελε να εξερευνήσει και να αμφισβητήσει για τους σκοπούς της δημιουργίας ενός καλύτερου κόσμου.
Είναι δύσκολο να είσαι άνθρωπος. Είναι πολύ δύσκολο να είσαι 23 ετών, ορφανός και ένας μαχόμενος ποιητής με μικρή τυπική εκπαίδευση του οποίου ο πατέρας πέθανε όταν ήταν οκτώ και η μητέρα του πέθανε στα 14 του, του οποίου ο αδερφός πέθανε από φυματίωση αφού τον θήλασε και του οποίου η κληρονομιά παρακρατήθηκε από κηδεμόνα για να μην μπορεί να παντρευτεί την γυναίκα που αγαπούσε. Είναι δύσκολο για οποιονδήποτε να κάνει τέχνη, ιδιαίτερα αιώνια τέχνη, και δεν ήταν εύκολο να είσαι ένας από τους νεότερους ρομαντικούς ποιητές, που τον χλευάζουν οι κριτικοί και τον πατρονάρουν οι συνάδελφοι, αλλά είναι ακόμα αποφασισμένος να αφήσει το σημάδι του, στην ποίηση. Και είναι αδύνατο να είσαι για πάντα νέος. Ο John Keats, ωστόσο, έγραψε μια σειρά από “Ωδές” σε γρήγορη διαδοχή το 1819 και πέθανε αμέσως μετά σε ηλικία 25 ετών, αφήνοντάς μας τα πλέον αξιόλογα ποιήματα της αιωνιότητας.
Αυτός ο νέος και φιλόδοξος άνδρας, που πήγε να συναντήσει τον φίλο του στο Βρετανικό Μουσείο, βρέθηκε έκπληκτος και απασχολημένος από τα μεγάλα και πανέμορφα Κλασικά Ελληνικά έργα τέχνης που συνάντησε. Στοιχειωμένος από την απώλεια της μητέρας και του αδελφού του και εισερχόμενος σε μια περίοδο διαλογισμού πάνω στην αισθητική, βρέθηκε έτοιμος να γράψει ποιήματα για, «τις άλυτες αντιθέσεις της εμπειρίας» και τις μεταμορφωτικές δυνάμεις της φαντασίας.
Ο Keats απέδωσε την υδρία του ποιήματός του, μια από τις έξι “Ωδές”, από πολλές επιρροές, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων του φίλου του Benjamin Haydon για την τέχνη της αρχαιότητας και από διάφορα έργα τέχνης: τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, το Βάζο Townley, τους πίνακες του Claude Lorrain και το Nεο-Αττικό αγγείο Sosibios (που ο Keats εντόπισε μια γκραβούρα), μεταξύ άλλων. Η “υδρία” του, ένα φανταστικό σύνθετο ποίημα, αντανακλάται στις φιλοσοφικές και συναισθηματικές ανησυχίες του Keats και περιέχει την αμφιθυμία του για την τέχνη και την ζωή μέσα στα πλούσια, διφορούμενα τροπάρια και λεξιλόγιά της. Πράγματι, οι αμφιθυμίες του ποιήματος στοιχειώνουν ακόμα τους αναγνώστες του.
Το ποίημα και η “Ωδή” δεν έχουν ένα νόημα. Το θέμα είναι να «παρατραβήξουμε» να σταθούμε στα δύσκολα παράδοξα, στις ερωτήσεις και στα επιφωνήματα και να μην μείνουμε στο απλό ή πραγματικό. Να είσαι άνθρωπος και θνητός και να μην θέλεις να είσαι -και να θέλεις να κάνεις τέχνη!
“Γνωρίζω μόνο ένα μυστικό για να προστατεύεις τον άνθρωπο από την φθορά, και αυτό είναι: να οπλίζει την καρδιά του από την αδυναμία.” –Φρίντριχ Σίλερ
Κεφάλαιο ΙΙ: Τι είναι η Ποίηση;
Η λαχτάρα για αρμονία και τελειότητα είναι μια έμφυτη ανθρώπινη επιθυμία. Τι άλλο μπορεί να ικανοποιήσει αυτή τη δίψα για τελειότητα, αν όχι η τέχνη; Ακόμη και η φύση, στις άπειρες περιπλοκές, την ατελείωτη πολυπλοκότητα και την υπέροχη απλότητα της αντιπροσωπεύει μια δύναμη κινδύνου, ανυπέρβλητα εμπόδια και την αβεβαιότητα του μέλλοντος – όλους αυτούς τους περιορισμούς η μεγάλη τέχνη νικά. Και αυτός είναι ο λόγος που η τέχνη ήταν πάντα ένα από τα μεγάλα πεδία μάχης για την ανθρωπότητα. Διότι, εάν ένας πληθυσμός δεν είναι σε θέση να λάβει όμορφες και παθιασμένες συλλήψεις που σέβονται τον άνθρωπο και τη φύση στις σφαίρες των τεχνών, το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας δεν θα μπορέσει ποτέ να τις ακολουθήσει στον πραγματικό κόσμο.
“Ένα αντικείμενο είναι τέλειο, όταν όλα όσα είναι πολλαπλά σε αυτό συμφωνούν με την ενότητα της έννοιας του. είναι όμορφο, όταν η τελειότητά του εμφανίζεται ως φύση. Η ομορφιά αυξάνεται, όταν η τελειότητα γίνεται πιο περίπλοκη και η φύση δεν υποφέρει τίποτα από αυτό. γιατί το έργο της ελευθερίας γίνεται πιο δύσκολο με τον αυξανόμενο αριθμό των ενώσεων και την ευτυχή επίλυσή του, επομένως, ακόμη πιο εκπληκτικό.” – Ο Καλλίας του Φρίντριχ Σίλερ ή για το Ωραίο
Ο Friedrich Schiller [1] εξέφρασε αυτό το συναίσθημα όταν ενθάρρυνε τους συναδέλφους του καλλιτέχνες να περιβάλλουν τους συγχρόνους τους με:
“Τις μεγάλες και ευγενείς μορφές της ιδιοφυΐας, και να τις περικλείει με τα σύμβολα της τελειότητας, έως ότου η φαινομενικότητα κατακτήσει την πραγματικότητα και η τέχνη θριαμβεύσει πάνω στην φύση…” -(NA XX, 336/E 111)
Σε ένα διάσημο ποίημα ενός άλλου μεγάλου ποιητή, του Johann Wolfgang von Goethe, «Σχετικά με το κρανίο του Schiller» ο Goethe εκφράζει την χαρά του για την πραγματοποίηση αυτής ακριβώς της ιδέας: η ύλη να σχηματίζεται από το πνεύμα και το πνεύμα να διαμορφώνεται σε ύλη. Η μεγάλη ειρωνεία, ωστόσο, είναι ότι ενώ η άποψη του Μοντερνιστή –που χαρακτηρίζεται ως «Νέα Κριτική» – ισχυριζόταν ότι δεν ασχολείται με την φιλοσοφία ή την φιλοσοφική φύση ενός ποιήματος, πίσω από αυτήν την κριτική προσέγγιση βρισκόταν ένα πολύ συγκεκριμένο αξιωματικό σύστημα, δηλαδή ότι η αλήθεια δεν μπορεί να είναι γνωστή -τουλάχιστον στην τέχνη- και ότι δεν υπάρχει εγγενής αξία στις καλλιτεχνικές ιδέες. ότι οι άυλες ιδέες δεν έχουν καμία σχέση με τον πραγματικό κόσμο και δεν είναι αναγνωρίσιμες ως ακριβή αντικείμενα σκέψης – μόνο τα συναισθήματα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ακριβείς και αντικειμενικά αναγνωρίσιμες εμπειρίες. Όλα όσα δεν μπορούσαν να ταξινομηθούν σε κάποια κατηγορία αντικειμενικής αισθητηριακής-αντιληπτικής ύπαρξης παραμερίστηκαν σε ένα σκοτεινό τμήμα γνωστό ως «μεταφυσική».
Έτσι, η φιλοσοφία του Μοντερνισμού -που χαρακτηρίζεται από τον οδηγό ποιημάτων του The Poetry Foundation ή την κριτική του TS Eliot στην Ωδή του Keats- αρκείται σε περιοριστική ανάλυση της «Ode on a Grecian Urn»[3] αποκλειστικά για την δημιουργία και τις επιπτώσεις της στις ευαισθησίες του κοινού. Είναι μια οπτική που έχει προκαλέσει μεγάλο ρήγμα στην ανάπτυξη της τέχνης και της σκέψης και στην ψυχή του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα.
Το αποτέλεσμα: οι μούσες της ποιητικής σύνθεσης είναι ουσιαστικά αλυσοδεμένες για περισσότερο από έναν αιώνα.
Τα σοβαρά ποιήματα θέλουν σοβαρή σκέψη.
Ακόμη και τα ανάλαφρα ποιήματα απαιτούν σοβαρή σκέψη, μόνο που οι σκέψεις έρχονται συχνά πιο εύκολα, γι’ αυτό και τις αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ανάλαφρες, σε αντίθεση με βαριές ή σημαντικές σε βαρύτητα. Η σοβαρή σκέψη και η προσπάθεια που καταβάλλει ένας νέος για να ανακαλύψει το νόημα ενός μεγάλου ποιήματος είναι το είδος της σοβαρής σκέψης που μπορεί στην συνέχεια να χρησιμοποιήσει και στην υπόλοιπη ζωή του. Είναι η ποιότητα της σκέψης που θα χρειαστεί να εφαρμόσουν σε πολλά από τα πιο σοβαρά ζητήματα της ζωής – τα μεγαλύτερα παράδοξά της -παράδοξα όπως η αγάπη, η θνητότητα, η δημιουργικότητα και η ύπαρξη κάποιου που ονομάζεται «σύμπαν». Η τέχνη πληροφορεί την σοβαρή μας σκέψη, εμπνέει τους αγγέλους της καλύτερης φύσης μας.
Σκεπτόμενοι δημιουργικά ή ποιητικά, δεν δεσμευόμαστε από τους προκαθορισμένους όρους και ορισμούς μιας δεδομένης κατάστασης, είμαστε ελεύθεροι να ανακαλύψουμε νέους τρόπους προσέγγισης των όρων και της ύλης μιας δεδομένης κατάστασης. Μας επιτρέπονται ιδέες και ματιές σε νέα επίπεδα αμετάβλητης γνώσης, ιδέες που επιμένουν ακόμη και όταν όλα τα στοιχεία και τα συμβάντα του κόσμου γύρω τους ξεθωριάζουν, μεταμορφώνονται ή μεταλλάσσονται με την πάροδο του χρόνου.
Η μοντερνιστική λογοτεχνική ορολογία θα περιλαμβάνει συχνά την απαίτηση της ακρίβειας -αλλά είναι ακρίβεια στην γλώσσα- όχι στις ιδέες. Η γλώσσα του Μοντερνιστή πρέπει να είναι σαφής, οι περιγραφές της άψογες, αλλά οι ιδέες τους δεν έχουν τέτοιες απαιτήσεις σε ακρίβεια. Αυτή είναι μια πολύ συνειδητή προκατάληψη και ξεκάθαρη περίπτωση όπου ο μοντερνιστής αποπειράται να χωρίσει την λογική από την ποίηση, τις ιδέες από την γλώσσα, την αλήθεια από την ομορφιά, εκτίθεται στην ίδια την πράξη της προσπάθειας να καλύψει τις προσπάθειές του, όπως ο κλέφτης που πιάνεται όχι επειδή βρέθηκε να διαπράττει έγκλημα, αλλά λόγω των ιχνών που άφησε στην προσπάθειά του να συγκαλύψει το έγκλημά του.
Το «Ένα» και το «Πολλοί»
«Η σιωπηλή μορφή σου μας πειράζει από τη σκέψη: όπως και η αιωνιότητα!» -Ode to a Grecian Urn του John Keats
Ο Keats επέλεξε ένα Grecian Urn για το θέμα του. Μια τέτοια καλλιτεχνική επιλογή δεν πρέπει να αγνοηθεί, ούτε η ιστορική σημασία της ελληνικής καλλιτεχνικής κληρονομιάς στην οποία φωτίζει ο Keats. Ο Keats φυσικά λάτρεψε την παράδοση της κλασικής Ελλάδας, την ομορφιά και την φυσικότητά της. Είχε εκτεθεί στα γλυπτά τους όταν επισκέφτηκε τα κλεμμένα Ελγίνεια Μάρμαρα. Τα μάρμαρα της Ελλάδας, ενώ είναι ακίνητα, καταφέρνουν να απαθανατίσουν στιγμές έντονης και συναρπαστικής δράσης. Οι αισθήσεις μας αντιλαμβάνονται κάτι σε πλήρη ακινησία, κι όμως, το μυαλό μας δονείται από συγκίνηση. Είμαστε αναγκασμένοι να αντιληφθούμε αυτό που δεν φαίνεται, αλλά που μας ωθεί να συλλάβουμε.
Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, γνωστά και ως “Ελγίνεια” Μάρμαρα, είναι μια συλλογή από κλασικά ελληνικά μαρμάρινα γλυπτά που κατασκευάστηκαν υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα και γλύπτη Φειδία και των βοηθών του. Αρχικά ήταν μέρος του ναού του Παρθενώνα και άλλων κτιρίων στην Ακρόπολη των Αθηνών. Αφαιρέθηκαν βάναυσα κα κλάπηκαν από τον Τόμας Μπρους, 7ο κόμη του Έλγιν, πρέσβη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1799 μέχρι το 1803, και μεταφέρθηκαν στην Βρετανία το 1806. Εκμεταλλευόμενος την Οθωμανική ηγεμονία στην Ελληνική επικράτεια, ισχυρίστηκε ότι κατάφερε και απέκτησε φιρμάνι από τις οθωμανικές αρχές για την αποκαθήλωσή τους από τον Παρθενώνα με σκοπό την μέτρηση και την αποτύπωσή τους σε σχέδια, και στην συνέχεια προχώρησε στην αφαίρεση και φυγάδευσή τους. Η ύπαρξη φιρμανιού και, αν υπήρχε, το ακριβές πνεύμα της άδειας, αμφισβητείται. Το 2019 Τούρκοι ερευνητές υποστήριξαν ότι δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο φιρμάνι.
Η συλλογή περιλαμβάνει μερικά από τα γλυπτά των αετωμάτων, των μετοπών, που απεικονίζουν μάχες μεταξύ των Λαπίθων και των Κενταύρων, αλλά και της ζωφόρου του Παρθενώνα που κοσμούσε το ανώτερο τμήμα των τοίχων του σηκού του ναού σε όλο τους το μήκος. Ως εκ τούτου, αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 1/2 από ό,τι απομένει από τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα που διασώθηκε: 75 μέτρα από τα αρχικά 160 μέτρα, 15 από τις 92 μετόπες, 17 τμηματικές μορφές από τα αετώματα, όπως επίσης και άλλα τμήματα της αρχιτεκτονικής. Τα ΚΛΕΜΜΕΝΑ αποκτήματα του Έλγιν περιλαμβάνουν ακόμη αντικείμενα από άλλα κτήρια της Αθηναϊκής Ακρόπολης: το Ερέχθειο, που μεταβλήθηκε σε ερείπιο κατά τον ελληνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-33), τα Προπύλαια και τον Ναό της Αθηνάς Νίκης. Ο Έλγιν πήρε περίπου τα μισά από τα γλυπτά του Παρθενώνα και από τα υπόλοιπα δημιουργήθηκαν εκμαγεία σε γύψο. Έκτοτε τα κλεμμένα Μάρμαρα αναφέρονται από τους αδαείς ως “Ελγίνεια”.
Η ελληνική γλυπτική αναγνωρίζεται από την χαρακτηριστική της ειρωνεία. Στην κλασική ελληνική γλυπτική, η ειρωνεία επικοινωνείται μέσω της παράθεσης διαφορετικών πράξεων. Οι αισθήσεις μας αιχμαλωτίζονται γιατί η εμπειρία, η αισθητική του έργου, μας αναγκάζει να αναζητήσουμε κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που βρίσκεται μπροστά και πέρα από εμάς. Με τον ίδιο τρόπο, η ποίηση είναι αυτό που δεν λέγεται, είναι αυτή που διεγείρει μια νέα συνείδηση ή αυξημένη επίγνωση στο μυαλό μας. Είναι μια συνείδηση που επιτρέπει στο μυαλό μας να αντιληφθεί αυτό που οι άμεσες αισθήσεις και εντυπώσεις μας δεν μπορούν. Έτσι, η μεγάλη τέχνη έχει πάντα μια υπερβατική ποιότητα, μας προκαλεί να λύσουμε το παράδοξο μεταξύ του πεπερασμένου και του άπειρου, του ορατού και του αόρατου, του «Ένα» και του «Πολλού».
Ωστόσο, αν στρέψουμε την προσοχή μας πίσω στο πώς ένας μοντερνιστής ή σύγχρονος κριτικός στον οδηγό ποιημάτων του The Poetry Foundation περιγράφει το συναίσθημα που εκφράζει η Ode του Keats, θα βρούμε κάτι πολύ διαφορετικό και εντελώς ξένο από μια παράδοση που υπάρχει και μεταφέρεται εδώ και χιλιετίες:
“Ο Keats περιβάλλει την Ode με όλες αυτές τις πιεστικές ερωτήσεις και προσπαθεί να μας διαβεβαιώσει στο τέλος με την σοφία του. Ωστόσο, οι αμφιβολίες μας παραμένουν ακόμη και σε όλο αυτό τον εξαίσιο ήχο και το σχήμα -παράδοξα για την τέχνη και την ζωή, την ομορφιά και την αλήθεια- και γι’ αυτό μας ελκύει συνεχώς αυτό το ποίημα. Αυτό που είναι αληθινό δεν είναι πάντα όμορφο και αυτό που είναι όμορφο δεν είναι πάντα αληθινό.
Η αρνητική ικανότητα μπορεί να είναι μια φαντασίωση ταύτισης με τον Άλλο. Ο ελληνικός κόσμος δεν ήταν καθόλου ιδανικός -ο ποιητής δεν μπορεί να ξεφύγει από τον πόνο του, όμως ο πόνος του μπορεί να κάνει ένα υπέροχο ποίημα. Το ποίημα και η Ode δεν έχουν ένα νόημα. Το θέμα είναι να το «παρατραβήξουμε», να σταθούμε στα δύσκολα παράδοξα, στις ερωτήσεις και στα επιφωνήματα, και να μην μείνουμε στο απλό ή στο πραγματικό. Να είσαι άνθρωπος και θνητός και να μην θέλεις να είσαι και να θέλεις να κάνεις τέχνη.”
Το ερώτημα δεν είναι αν το ποίημα έχει πολλές έννοιες ή όχι, αλλά ότι υπάρχει Αλήθεια και συνοχή μεταξύ αυτών των νοημάτων. Ο Keats ανοίγει το ποίημα περιγράφοντας την Υδρία ως κάτι που μας λέει μια ιστορία με τρόπους που ξεπερνούν οτιδήποτε θα μπορούσε να περιγράψει στους δικούς του στίχους ή απλώς να δοθεί ως κάποια ιστορική αφήγηση:
«Ο ιστορικός Sylvan που δεν μπορεί έτσι να εκφράσει μια ανθισμένη ιστορία πιο γλυκά από την ομοιοκαταληξία μας».
Ο Κιτς γίνεται ο συνομιλητής αυτής της φαινομενικά διαχρονικής αλλά βουβής πηγής σοφίας.
Στην δεύτερη στροφή, ακολουθούν μια σειρά από ερωτήματα και παράδοξες δηλώσεις:
“…Γλυκές οι μελωδίες που ακούμε, όμως αυτές
οπού δεν ακουστήκαν, πιο γλυκές….”
“…Αυλοί απαλοί, παίζετε, αλλά για τις αισθήσεις όχι.
Με στροφές που αχούν στο νου μας μοναχά, πολύ πιο αγαπητές…”
Πριν τραγουδηθεί ή ερμηνευτεί οποιαδήποτε μελωδία, δεν υπάρχει; Καλούμαστε να συλλάβουμε αυτό που προηγείται κάθε μελωδίας, την πηγή από την οποία γεννιέται όλη η μελωδία -η μουσική του εσωτερικού μας αυτιού και η παρτιτούρα της ανθρώπινης καρδιάς. Ο Keats μας μεταφέρει σε ένα αιθέριο βασίλειο, τα αντικείμενα που μας παρουσιάζει δεν είναι αντικείμενα της αίσθησης, αλλά αντικείμενα του νου.
Για τον μηδενιστή, τον υπαρξιστή, τον μοντερνιστή ή τον σύγχρονο στοχαστή, αυτές είναι πολύ ενοχλητικές υπεροψίες, επειδή ο μηδενιστής, ο υπαρξιστής, ο μοντερνιστής και ο σύγχρονος στοχαστής βασίζονται στην παράδοση του «Διαφωτισμού» όπου μόνο αυτό που ήταν εμπειρικά αντιληπτό μπορούσε να γίνει αποδεκτό ως «πραγματικό». Το τι ήταν αληθινό, δηλ. η Αλήθεια, έγινε θέμα των πέντε αισθήσεων. Δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει αντικειμενικά για αυτό που δεν φαινόταν, δεν ακούστηκε, δεν μύρισε, δεν άγγιξε ή δεν γεύτηκε …κι όμως ο Keats το κάνει.
Ο Keats αναπτύσσει διάφορα αντικείμενα σκέψης, «αινιγματικές» εικόνες, στην δεύτερη στροφή του, που αναγκάζουν το μυαλό να συλλάβει μη κυριολεκτικά, αλλά εξίσου αντικειμενικά οριζόμενα σκεπτικά-αντικείμενα ή «γκεστάλτ»[2]. Είναι μέσω της ειρωνικής αντιπαράθεσης αυτών των «σκέψεων-αντικειμένων» που μπορεί κανείς να φτάσει στο ανώτερο μεταφορικό νόημα του Keats, ή την μεταφορά των μεταφορών, σχετικά με την στενή σχέση μεταξύ «Ομορφιάς» και «Αλήθειας».
Αρνητική ικανότητα
Στο δεύτερο μέρος της δεύτερης στροφής, ο Keats απευθύνεται απευθείας στους εραστές στην “Ωδή”.
“…Γλυκές οι μελωδίες που ακούμε, όμως αυτές
οπού δεν ακουστήκαν, πιο γλυκές.
Αυλοί απαλοί, παίζετε, αλλά για τις αισθήσεις όχι.
Με στροφές που αχούν στο νου μας μοναχά, πολύ πιο αγαπητές.
Έφηβε ωραίε! Που το τραγούδι δε μπορείς ν’ αφήσεις
κάτω απ’ τα δέντρα, ουδέ κι’ αυτά τα φύλλα τους να χάσουν,
ποτέ φιλιά δε θα χαρείς, απότολμε εραστή!
Αν και σιμά φτασμένος στο σκοπό σου, δε θ’ αγγίξεις
την ευτυχία· μα μη λυπάσαι, δε θα μαραθεί
ποτέ! και πάντα θα την αγαπάς και θάναι ωραία…”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Έχουν παγώσει στον χρόνο, δεν μπορούν να επιτύχουν το αντικείμενο του πόθου τους, αλλά για αυτόν ακριβώς το λόγο, το πάθος και η αγάπη τους δεν μπορούν ποτέ να σβήσουν. Ο Keats απολαμβάνει την φαινομενική αναστολή της πραγματικότητας που συλλαμβάνεται από την στατική φύση της Υδρίας και προχωρά στην εξερεύνηση όλων των ποιητικών της δυνατοτήτων. Ωστόσο, αυτά δεν είναι ελευθερία συνεταιρισμών που ο Keats υποθέτει, είναι η δύναμη και η ελευθερία που είναι εγγενής στην επιλογή του να επιτρέψει στο μυαλό του να εξερευνήσει τις δυνατότητες που έχει μπροστά του -την «Αρνητική Ικανότητα» του -χωρίς απαραίτητα να έχει όλες τις απαντήσεις, δηλαδή να μην γνωρίζει απαραίτητα σε τι θα οδηγήσουν- αυτό ορίζει μια τεράστια δημιουργική ένταση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν, το μέλλον και όλους τους χρόνους, είμαστε στο χείλος της Αιωνιότητας. Αυτό καθορίζει την δύναμη της «Αρνητικής Ικανότητας» του Κιτς, όπως την ανέφερε ο Κιτς σε μια από τις επιστολές του, όπου συζητούσε τα σονέτα του Σαίξπηρ.
Αυτή η «αρνητική ικανότητα» –η δύναμη και η ελευθερία της φαντασίας– δεν είναι μόνο η ουσία της μεγάλης ποίησης, είναι η ουσία κάθε επιστήμης. Ο επιστήμονας ή ο ποιητής παρουσιάζεται με ένα σύνολο αντικειμενικών γεγονότων, εικόνων ή αντιλήψεων, και στην συνέχεια πρέπει να προχωρήσει στην φαντασία, σε ποιες πιθανότητες, δηλ. οι πραγματικότητες θα μπορούσαν να εξηγήσουν την ύπαρξη των γεγονότων που έχουν μπροστά τους. Είναι μια αυστηρή διαδικασία, και επίσης γινόμαστε πιο άνετοι και συνηθισμένοι καθώς υιοθετούμε την δημιουργικότητα ως τακτική συνήθεια, αντί για απλές τυχαίες λάμψεις κι αναλαμπές στην φαντασία μας, που μπορεί να μην ωριμάσουν ποτέ πλήρως.
Στην περίπτωση της ποίησης, τα ίδια τα «γεγονότα», τα κατηγορήματα ενός έργου τέχνης μπορούν επίσης να φανταστούν και στην συνέχεια να διερευνηθούν περαιτέρω οι δυνατότητες αυτών των οραματισμένων πραγματικοτήτων. Από αυτή την άποψη, το αποτέλεσμα του υψηλού επιπέδου «αρνητικής ικανότητας» του Keats είναι η καθαρή διαχρονική Ομορφιά και Σοφία.
“Ω σεις, που δε θα χάσετε, καλότυχοι θαλλοί,
τα φύλλα, ούτε την άνοιξη θ’ αφήσετε ποτέ!
Και που χωρίς αποσταμό, τραγουδιστή,
θ’ αυλείς, και το τραγούδι σου αγέραστο θα μένει.
Ακόμα εσύ πιο ευτυχισμένη αγάπη, ευτυχισμένη!
Πάντα θερμή κι’ άξια χαρές ατέλειωτες να δίνεις,
πάντα τρεμάμενη κι αιώνια, δυνατή και νια,
απάνω από τ’ ανθρώπινο το πάθος θρονιασμένη
που αφήνει ξέχειλη από θλίψη την καρδιά,
κι αποσταμένη, μέτωπο καφτό, γλώσσα στεγνή!”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Αλλά αυτή η κατάσταση αναστολής κινουμένων σκέψεων δημιουργεί μια ένταση με την γνωστή πραγματικότητα του θνητού κόσμου μας: αν όλα αυτά τα πράγματα ξεθωριάσουν, τι μένει; Σε τι μπορούν να προσκολληθούν οι θνητοί; «Τίποτα», λέει ο μηδενιστής. «Ό,τι θέλεις , δεν πειράζει» λέει ο υπαρξιστής. «Τίποτα, ή ακόμα κι αν υπάρχει, δεν μπορούμε να ξέρουμε», λέει ο γνωστικός. Αλλά ο Keats δεν λέει τίποτα από τα παραπάνω. Ο Κιτς πιστεύει στην ύπαρξη της δημιουργικότητας ως δύναμης στην ιστορία και αυτός ο κόσμος είναι η «κοιλάδα» του «δημιουργού ψυχής».
Όλες οι ιδέες που συνελήφθησαν ποτέ είχαν συλληφθεί μέσα σε ένα δημιουργικό μυαλό. Καμία από την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, πέρα από το κυνήγι και την περισυλλογή, δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί χωρίς η ανθρώπινη δημιουργική διαδικασία να δημιουργήσει νέες ιδέες, νέες μεταφορές για να κατανοήσουμε το σύμπαν που κατοικείται από τον θνητό εαυτό μας. Το να χρησιμοποιήσουμε στην συνέχεια την γνώση που παρέχουν τέτοιες ιδέες για να δημιουργήσουμε νέους τρόπους ύπαρξης, νέες πλατφόρμες οικονομίας, τεχνολογίες και μια τελικά ατελείωτη διαδικασία εξόρυξης του άπειρου πλούτου που είναι εγγενής στο ανθρώπινο μυαλό, ορίζει το είδος μας ως μοναδικά δημιουργικό. Όλα τα άλλα θα ξεθωριάσουν. Ωστόσο, η ύπαρξη της δημιουργικής διαδικασίας και οι καρποί της δεν μπορούν ποτέ να καταστραφούν γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, γιατί ποτέ δεν είχαν συλληφθεί σε έναν υλικό κόσμο και όμως, η Αλήθεια τους είναι αντικειμενικά αποδεδειγμένη, μια Αλήθεια που το μυαλό μπορεί να την αντιληφθεί και στην συνέχεια να ενεργήσει με μια νέα αυξημένη επίγνωση.
Όλη αυτή η φιλοσοφία πάνω σε δύο ποιητικές γραμμές;
Ναι! Αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο. Η ποίηση λέει ό,τι η Αλήθεια, δεν μπορεί απλά να ειπωθεί κυριολεκτικά, αλλά μπορεί ν’ ανακαλυφθεί -να την ανακαλύψει ο νους μας- γιατί μόνο το μυαλό μας μπορεί να κάνει ανακαλύψεις, ακόμα κι αν οι αισθήσεις μας δεν μπορούν. Τα ανθρώπινα όντα κατοικούν και στον κόσμο του νου και της ύλης, συμμετέχουμε και στο πεπερασμένο και στο άπειρο, είμαστε και οι δύο «Ένας» και «Πολλοί».
Κεφάλαιο III: Πειράξτε μας από την σκέψη.
Όλα όσα χρειάζονται για να κατανοήσουμε ένα σπουδαίο κλασικό ποίημα -ή οποιοδήποτε σπουδαίο κλασικό έργο τέχνης- βρίσκονται ήδη μέσα στο έργο (η ιστορική, βιογραφική και άλλη σχετική γνώση θα χρησιμεύσει μόνο για να καταδείξει την διαχρονική και άπειρη φύση της σοφίας που ενσωματώνεται σε ένα μεγάλο κομμάτι της τέχνης). Στο βαθμό που ένα έργο στερείται της εν λόγω ιδιότητας κατανοητότητας, είναι αποσπασματικό.
Η ικανότητα του καλλιτέχνη ορίζεται από την ικανότητά του να πλέκει αυτά τα θραύσματα σε ένα αρμονικό σύνολο, όχι μόνο ένα αρμονικό σύνολο εικόνων, αλλά ένα αρμονικό σύνολο ιδεών που ορίζεται από «τις λειτουργίες του ανθρώπινου μυαλού», η αρμονική ανάλυση των μερών των «Πολλών» σε ένα σύνολο του «Ενός» μας επιτρέπει στην συνέχεια να ανακαλύψουμε αυτό το σύνολο στο «Ένα» σε κάθε προηγούμενο μέρος των «Πολλών». Παραδόξως, το «Ένα» που δεν έχει μέρη, επιτυγχάνεται μόνο με την αναγνώριση των «Πολλών». Το άλμα ανάμεσα στο «Ένα» και στα «Πολλά» είναι το μέτρο της Αιωνιότητας.
Περισσότερο από την φύση και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στο σύμπαν, η τέχνη προσφέρει στην ανθρωπότητα τα ιδανικά της τελειότητας, ιδανικά που μπορεί να μην επιτευχθούν ποτέ πλήρως, αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το ανθρώπινο είδος μπορεί πάντα να επιδιώκει και να συνεχίζει να βελτιώνεται. Ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Γκότφριντ Λάιμπνιτς το ονόμασε αυτό, «η αναζήτηση της ευτυχίας».
Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε το Beauty is Truth, μια ανώτερη αλήθεια που ξεπερνά τις πιο ατυχείς πραγματικότητες ενός παροδικού κόσμου, γιατί υπάρχει μια ευδιάκριτη ανώτερη αλήθεια που δείχνει ότι αυτές οι τραγωδίες δεν είναι απαραίτητες , ακόμα κι αν συμβαίνουν και πιθανότατα θα συνεχίσουν να συμβαίνουν, ότι η φύση και το σύμπαν είναι γεμάτα αβεβαιότητα δεν είναι κάτι για να θρηνήσουμε, αλλά να αποδεχθούμε και να αγκαλιάσουμε, μια φύση που θα πρέπει να κάνει ένα ευγενές πνεύμα να ενισχύσει μόνο την αποφασιστικότητα και την πίστη του στην ανάγκη συμμετοχής και περαιτέρω επεξεργασίας της δημιουργικής καλοσύνης του ανθρώπου είδος.
Τώρα, έχοντας μας κρατήσει σε έναν κόσμο αιωρούμενης πραγματικότητας για αιώνες, με τις δύο τελευταίες γραμμές της τρίτης στροφής της “Ωδής”, ο Κιτς μας υπενθυμίζει ότι αυτό είναι μόνο ένα όραμα και ότι πρέπει τώρα να μας φέρει πίσω στην θνητή μας κοιλάδα.
Στην τέταρτη στροφή, ο Keats ξεφεύγει από όλες τις προηγούμενες σκέψεις και εικόνες, αλλά το κάνει με νόμιμο τρόπο. Αυτό που δημιουργεί ο Κιτς δεν είναι, μια κυβιστική εικαστική συγχώνευση ανόμοιων μερών –ένα «Πολλοί» χωρίς το «Ένα»– αντίθετα στρέφει την προσοχή μας σε μια άλλη σκηνή στην Υδρία, μια θυσία:
Ποιοι νάναι πούρχονται για την θυσία; σε ποιο βωμό
χλωρό οδηγείς, μυστηριακέ ιερέα, το δαμάλι
που μουγγανίζει ανήσυχα κατά τον ουρανό
κι’ άνθια στολίζουνε τα μεταξένια του πλευρά;
Ποια μικρή πόλη, σε γιαλό κοντά, είτε σε βουνό
σκαρφαλωμένη, με το κάστρο της το ειρηνικό,
άδεια απ’ ανθρώπους έμεινε τούτο το ευλαβικό
πρωί; Πόλη μικρή, θα μείνουνε παντοτεινά
οι δρόμοι σου βουβοί, κι’ ουδέ ψυχή
ξανά θα στρέψει, το γιατί ερημώθηκες να πει…”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Αν και δεν έχει καμία λογική σχέση με την σκηνή που προηγήθηκε αυτή καθεαυτή, ο Keats συνεχίζει να χτίζει πάνω στην ένταση που έχει δημιουργήσει, υποστηρίζει ότι η ένταση –το «Ένα» είναι ακόμα παρόν– και επιδιώκει να το ξεδιπλώσει περαιτέρω, εξερευνά την ‘υδρία’ για όλο τον πιθανό πλούτο και πραγματικότητά της για να φτάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο πραγματικότητας, μια υπερβατική αλήθεια που βρίσκεται κάτω από όλες τις εικόνες που έχει βιώσει, προκαλώντας τον αναγνώστη να τοποθετηθεί μέσα στο παγκόσμιο τόξο της ιστορίας.
Ο Guthrie είχε δίκιο που τόνισε την εγγενή ένταση της εμπειρίας του Keats στην αρχή του οδηγού του The Poetry Foundation:
“Η ‘υδρία’ του, ένα φανταστικό σύνθετο, αντανακλάται στις φιλοσοφικές και συναισθηματικές ανησυχίες του Keats και περιέχει την αμφιθυμία του για την τέχνη και την ζωή μέσα στα πλούσια, διφορούμενα τροπάρια και λεξιλόγιά της. Πράγματι, οι αμφιθυμίες του ποιήματος στοιχειώνουν ακόμη τους αναγνώστες του.”
Ωστόσο, το να πούμε ότι ο Keats δεν μπόρεσε να εμπλακεί με το αρχαίο αντικείμενο δεν είναι αλήθεια, είναι το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει. Η αλληλεπίδρασή του με την ‘υδρία’ είναι άπειρη, όλη η αλληλεπίδραση της ανθρωπότητας με την ‘υδρία’ είναι άπειρη. Ενώ η ανθρωπότητα δεν μπορεί ποτέ να γνωρίσει όλες τις ιδιαιτερότητες ενός άπειρου, μπορεί να κατανοήσει την έννοια του άπειρου, χωρίς αυτό η έννοια του πεπερασμένου γίνεται παράλογη.
Ενώ μπορεί να μην γνωρίσουμε ποτέ την «μικρή πόλη» που είναι ζωγραφισμένη στην ελληνική ‘υδρία’, βρισκόμαστε με μια νέα αυξημένη συνείδηση και ευαισθησία για το σύνολο του χρόνου και της ιστορίας, που αν και ποτέ δεν θα μάθουμε ή θα εξοικειωθούμε με την συντριπτική πλειοψηφία των γεγονότων και των ανθρώπων της ιστορίας, είμαστε ακόμη ικανοί να αντιληφθούμε την ολότητα της ιστορικής διαδικασίας ως ένα ενιαίο «Ένα», και είμαστε σε θέση να τοποθετηθούμε μέσα σε αυτό το παγκόσμιο ιστορικό τόξο και να ενεργήσουμε σύμφωνα με αυτό.
Φτάνοντας στην τελευταία στροφή, ο Keats ανακατευθύνει τώρα την πρόθεσή του μακριά από τις μεμονωμένες εικόνες και πίσω προς την ίδια την ‘υδρία’.
“…Γραμμή αττική! γύροι λαμπροί οπού νησί και κόρες
σαν πλοκαμοί, στο μάρμαρο εργασμένοι τεχνικά,
σας τριγυρνούν, με πατημένα χόρτα και κλαδιά,
το στοχασμό μας ξεπερνά η σιωπηλή σου γλώσσα,
καθώς η αιωνιότητα. Ψυχρή γραφή
βουκολική! Τα χιόνια τούτη την γενιά σα σβύσουν,
εσύ θε να σταθείς του ανθρώπου φίλη αληθινή,
μέσ’ στις μελλούμενες τις λύπες να του λες:
«Η ομορφιά είν’ αλήθεια, η αλήθεια είν’ ομορφιά.»
Νά τί ’ναι που έμαθες στον κόσμο,
τί χρωστάς να ξέρεις!”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Ο Keats αντιμετωπίζει την ‘υδρία’ ως κάτι που δεν έχει μόνο τις ρίζες του στο παρελθόν, αλλά και στο μέλλον. Ή καλύτερα να πούμε, οι ιδέες που συμβολίζονται από την ‘υδρία’ δεν κατοικούν στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, είναι αιώνιες, μπορούν να ανακαλυφθούν ξανά και θα πρέπει να ανακαλύπτονται ξανά από κάθε νέα γενιά.
Κεφάλαιο IV: Συμπέρασμα.
Στην καρδιά κάθε μεγάλης τέχνης βρίσκεται μια ένταση, μια ένταση ανάμεσα σε αυτό που μπορούμε να συλλάβουμε και σε αυτό που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε ή να συλλάβουμε πλήρως. Ανάμεσα στο άπειρο χάσμα που υπάρχει μεταξύ της ατομικής μας θνησιμότητας και της αθανασίας του είδους μας, μεταξύ του σύμπαντος στο πεπερασμένο του παρόν και του απεριόριστου μέλλοντός του. Και όμως, τα ανθρώπινα όντα μπορούν να ευδοκιμήσουν μόνο εάν είναι πρόθυμα να αγκαλιάσουν αυτήν την παράδοξη πραγματικότητα και να ζήσουν μια ζωή ενημερωμένη από τέτοια παράδοξα, δηλαδή να επιλέξουν να είναι δημιουργικοί και να συμμετέχουν στην συνέχεια της ανθρώπινης εξέλιξης σε επόμενες γενεές και σε όλες τις εποχές. Χωρίς αυτό το «Ένα», το «Πολλοί» είναι χωρίς νόημα.
Χωρίς κατανόηση της εξελισσόμενης διαδικασίας του «Ode on a Grecian Urn», η τελική του δήλωση δεν έχει νόημα. Μπορεί να επιλέξουμε να αποδεχτούμε και να αγκαλιάσουμε την ομορφιά και την αλήθεια της ‘ωδής’ του Keats, ή μπορεί απλώς να γίνουμε υπαρξιστές απασχολημένοι με την δημιουργία των προσωπικών μας αφηγήσεων αντί να επιλέξουμε να μοιραστούμε και να συμμετάσχουμε στην κοινή ιστορία της ανθρωπότητας.
Ο μοντερνισμός είναι ουσιαστικά οι «Πολλοί» χωρίς το «Ένα», ο κλασικισμός, η κλασική παράδοση της αρχαίας Ελλάδας, η ιταλική παράδοση του Δάντη και του Πετράρχη, η αγγλική παράδοση του Σαίξπηρ και του Κιτς, η γερμανική παράδοση του Σίλερ και του Γκαίτε αποτελούν παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν το «Ένα» ενώνεται με το «Πολλοί».
Το άτομο που τοποθετεί την ταυτότητά του και την δράση του στο μέλλον -που σκέφτεται και δρα για γενιές που είναι ακόμη αγέννητες- δρα αθάνατα. Το άτομο που είναι πάντα κολλημένο στο άμεσο παρόν, συχνά αισθάνεται σαν να πεθαίνει. Ο εικοστός πρώτος αιώνας έχει αναμφισβήτητα ολόκληρες γενιές που σκέφτονται και αισθάνονται έτσι και πρέπει επομένως να αναζητά αιώνια τον επόμενο αντιπερισπασμό. Ωστόσο, το να ενεργεί κανείς ως αληθινά δημιουργικό ανθρώπινο ον, μπορεί να είναι εφικτό μόνο αν πρώτα έχει αγκαλιάσει την δική του θνητότητα. Το “Ode on a Grecian Urn” είναι μια από τις πιο όμορφες εκφράσεις ενός ανθρώπου που ασπάζεται ακριβώς αυτή την ιδέα, της ένωσης του “Ένα” και των “Πολλών” και γιορτάζει την απαράμιλλη ικανότητα της τέχνης, να εμπνέει αυτή την λαχτάρα στο σύνολο του ανθρώπου. Η «Ωδή σε μια Ελληνική Υδρία» είναι η εκστατική και εκφραστική αντίδραση του Keats σ’ αυτήν την ιδέα.
--------------------
Υποσημειώσεις:
[1] Στις 26-27 Μαΐου 1789, ο Σίλερ έδωσε την διάλεξη με τίτλο «Τι είναι και προς ποιον σκοπό μελετάμε την Παγκόσμια Ιστορία;» στο Πανεπιστήμιο της Jena. Ήταν η πρώτη του διάλεξη στην νέα του θέση ως Καθηγητής Ιστορίας. Η φήμη του νεαρού Σίλερ ήταν ήδη τέτοια που, για την πρώτη του διάλεξη, η τάξη ήταν γεμάτη. Μια εικονική πορεία εκατοντάδων μαθητών έλαβε χώρα στον δρόμο, προς μεγάλη διασκέδαση του Σίλερ, για να εξασφαλίσει μια μεγαλύτερη τάξη, προτού ο Σίλερ προλάβει να ξεκινήσει.
[2]Η ψυχολογία Γκεστάλτ (γερμανικά: Gestaltpsychologie), ακαδημαϊκά γνωστή και ως μορφολογική ψυχολογία, είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης ατόμων που αισθάνονται ανήσυχα, πως κάτι δεν πάει καλά. Η θεραπεία στηρίζεται στην ιδέα πως είναι καλύτερα να ζήσουμε αυτό που αισθανόμαστε “εδώ και τώρα” και όχι να συνεχίσουμε να σκεπτόμαστε το παρελθόν ή να ανησυχούμε για το μέλλον. Ο στόχος είναι να βοηθηθεί το άτομο να συνειδητοποιήσει τις σκέψεις του, τις συμπεριφορές του, τις εμπειρίες του και τα συναισθήματά του και να αναλάβει την ευθύνη γι’ αυτά.
Με άλλα λόγια, να επικεντρωθεί το άτομο στις διαδικασίες που συμβαίνουν μέσα του με αφορμή τα εξωτερικά ερεθίσματα, αποφεύγοντας τα νοητικά παιχνίδια που διεγείρονται αυτόματα και λειτουργούν ασυνείδητα. Η μέθοδος αποτέλεσε μέρος αυτού που ονομάστηκε ουμανιστική ψυχολογία και διαμορφώθηκε από τους Φριτς Περλς, Λάουρα Περλς και Πολ Γκούντμαν (σχολή του Βερολίνου) στις δεκαετίες ’40 και ’50. Στο επίκεντρο της θεραπείας Γκεστάλτ βρίσκεται η ιδέα της «συνειδητότητας» (αυτογνωσίας). Το άτομο ενθαρρύνεται να γνωρίσει τα προσωπικά του συναισθήματα και τις συμπεριφορές του, και το αποτέλεσμα που δημιουργούν στον κόσμο γύρω του.
[3] Στο ποίημα αυτό, γραμμένο το 1819, ο ποιητής διατρανώνει την πίστη του στην αρχαία ελληνική τέχνη ως αυτοδίκαιο φορέα ανθρωπιστικών αξιών και παράλληλα πραγματοποιεί μια υποδειγματική, για την αισθητική του 19ου αιώνα, «έκφραση».
Το «Ode on a Grecian Urn» είναι ένα από τα πιο διάσημα και γνωστά ποιήματα της αγγλικής γλώσσας, και δικαίως. Ωστόσο, είναι αναμφισβήτητα επίσης ένα από τα λιγότερο κατανοητά. Επιπλέον, η έλευση του μοντερνισμού του εικοστού αιώνα έριξε ένα σύννεφο αφάνειας σε πολλά έργα της κλασικής παράδοσης. Είναι μια παράδοση που χαρακτηρίζεται από την «Ωδή σε μια Ελληνική υδρία» του Keats, τα έργα των αρχαίων Ελλήνων όπως ο Ηράκλειτος, ο Όμηρος, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής, τα έργα των Shakespeare, Shelley και Poe et al.
Στον εικοστό αιώνα, πολλές από τις πιο συναρπαστικές πτυχές και ειρωνείες έργων όπως η «Ωδή σε μια Ελληνική υδρία» του Keats έχουν αντιμετωπιστεί με τρόπο που ο Keats και εκείνοι με τους οποίους ταυτίστηκε περισσότερο ως ώριμος καλλιτέχνης -η παράδοση των αρχαίων Ελλήνων, ο Δάντης και ο Σαίξπηρ- δεν θα τους έβρισκε οικείους. Με τους όρους του «μοντερνισμού» του εικοστού αιώνα, η σκέψη, η κριτική και η εκτίμηση για ένα διαχρονικό έργο τέχνης όπως η ‘Ωδή’ του Keats υποβιβάστηκαν σε μοντερνιστικές ερμηνείες, δηλαδή μια «στενή ανάγνωση» που περιόριζε την συζήτηση της ποιητικής στην ανάλυση των «αινιγματικών» ιδιοτήτων της ωδής, της καινοτόμου επιλογής λέξεων, της γλώσσας και εικόνες -αυτό που αναφέρουμε ως ποιητική «τεχνία».
Η «Νέα Κριτική» του εικοστού αιώνα σκιαγραφήθηκε από συγγραφείς όπως ο Τζον Κρόου Ράνσομ και οι συγγενείς κύκλοι του γύρω από το λογοτεχνικό περιοδικό “The Fugitive”, που βασίζεται στο Πανεπιστήμιο Vanderbilt στο Νάσβιλ του Τενεσί. Ωστόσο, το “New Criticism” δεν ήταν “νέο” καθώς είχε τις ρίζες του στα έργα των TS Eliot, Ezra Pound (κάποτε μέντορας του Eliot υπέρ του Μουσολίνι), WH Auden, WB Yeats et al. Η «Νέα Κριτική» ήταν το αποτέλεσμα μιας μοντερνιστικής προοπτικής που διαδόθηκε και υποστηρίχθηκε από τους κορυφαίους μοντερνιστές ποιητές της Ευρώπης και της Αμερικής.
Στο εγχειρίδιο, «Twentieth Century Literary Theory» που συντάχθηκε από τον KM Newton η έλευση της «Νέας Κριτικής» περιγράφηκε με τον ακόλουθο τρόπο:
“Αν και η Νέα Κριτική είχε τις ρίζες της στην Βρετανία με την κριτική του TS Eliot, την θεωρία του IA Richards και την πρακτική του William Empson, ο πιο ισχυρός αντίκτυπός της ήταν στην Αμερική. Ο John Crowe Ransom, ο οποίος δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο ‘The New Criticism’ το 1941, ήταν η κορυφαία αμερικανική επιρροή και αναγνώρισε ένα χρέος προς τον Eliot και τον Richards.”
Ο KM Newton συνεχίζει:
“Ο θεμελιώδης στόχος της Αμερικανικής Νέας Κριτικής ήταν να δημιουργήσει μια κριτική εναλλακτική στον ιμπρεσιονισμό και την ιστορική επιστήμη. Yποστήριξε την «εσωτερική» κριτική -μια απρόσωπη ανησυχία για το λογοτεχνικό έργο ως ανεξάρτητο αντικείμενο- και αντιτάχθηκε σε «εξωγενείς» κριτικές προσεγγίσεις, που αφορούσαν τον εαυτό τους με θέματα όπως η συγγραφική πρόθεση, οι ιστορικές, ηθικές ή πολιτικές εκτιμήσεις και η ανταπόκριση του κοινού.”
Από τον φακό της «Νέας Κριτικής» και των σχετικών «μοντερνιστικών» σχολών σκέψης, οι συναρπαστικές και στοχαστικές ειρωνείες περιορίστηκαν σε μια συζήτηση για νέα ποιητικά εφέ, τροπάρια και λογοτεχνικά μέσα. Ήταν μια συζήτηση που δεν επικεντρωνόταν στην ποιότητα ή την αξία μιας ποιητικής ιδέας που κατείχε και η γλώσσα και οι εικόνες που δημιουργήθηκαν από τον ποιητή για να μεταφέρει επιτυχώς αυτήν την ιδέα, αντίθετα η συζήτηση περιοριζόταν σε μια αυστηρή ανάλυση της ποιητικής τέχνης -σαν η σχέση μεταξύ της καλλιτεχνικής τέχνης και της υποκείμενης φιλοσοφίας ή κοσμοθεωρίας ενός ποιήματος θα μπορούσε να αγνοηθεί, σαν να μπορούσε κανείς να διαχωρίσει τα ίχνη του μελανιού που άφησε στην σελίδα η πένα του ποιητή από τις ίδιες τις σκέψεις του ποιητή.
Ένα σπουδαίο ποίημα πρέπει να είναι λεπτοδουλεμένο, αλλά πρέπει επίσης να είναι πολύ περισσότερο: ένα ποίημα είναι μια αντανάκλαση του σύμπαντος που κατοικεί ο ποιητής. Το να περιορίζεις την συζήτηση ενός ποιήματος μόνο στο ζήτημα της τέχνης σημαίνει να αγνοείς -ηθελημένα ή άθελά σου- την διερεύνηση του σύμπαντος που μας βάζει ο ποιητής, του σύμπαντος που κατοικεί και του τι σημαίνει αυτό το σύμπαν για εμάς τους αναγνώστες. αρετές και αξίες. Το να αγνοείς τέτοια ερωτήματα σημαίνει να εγκαταλείπεις εντελώς την φιλοσοφία, να προσπαθείς να διαχωρίσεις την Ομορφιά από την Αλήθεια, της οποίας ο γάμος είναι ο απώτερος σκοπός της μεγάλης τέχνης. Πράγματι, οι καλλιτέχνες είναι οι μεγάλοι αφιερωτές της Ιερής σχέσης που μοιράζεται μεταξύ Αλήθειας και Ομορφιάς.
“Ω νύμφη, ακόμη ανέγγιχτη της ησυχίας!
και θρέμμα του καιρού που αργοκυλά και της σιωπής,
συ που μια λουλουδένιαν ιστορία
απ’ τους δικούς μας στίχους πιο γλυκά την τραγουδείς!
Ποιος με την φουντωτή του φυλλωσιά σε ζώνει θρύλος;
Θεοί είναι αυτοί, θνητοί, για και τα δυο;
Στης Αρκαδίας μην είναι τα φαράγγια, ή μη στα Τέμπη;
Ποιοι νάναι; ποιες παρθένες αντιστέκονται; και ποιο
κυνήγημα τρελλό; Τί πάλαιμα για να ξεφύγουν;
Τί τύμπανα κι’ αυλοί; Και τι έκσταση άγρια είναι τούτη;
Γλυκές οι μελωδίες που ακούμε, όμως αυτές
οπού δεν ακουστήκαν, πιο γλυκές.
Αυλοί απαλοί, παίζετε, αλλά για τις αισθήσεις όχι.
Με στροφές που αχούν στο νου μας μοναχά, πολύ πιο αγαπητές.
Έφηβε ωραίε! Που το τραγούδι δε μπορείς ν’ αφήσεις
κάτω απ’ τα δέντρα, ουδέ κι’ αυτά τα φύλλα τους να χάσουν,
ποτέ φιλιά δε θα χαρείς, απότολμε εραστή!
Αν και σιμά φτασμένος στο σκοπό σου, δε θ’ αγγίξεις
την ευτυχία· μα μη λυπάσαι, δε θα μαραθεί
ποτέ! και πάντα θα την αγαπάς και θάναι ωραία…”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Κάτω από το πρόσχημα της «Νέας Κριτικής», οι μεγάλοι βάρδοι του παρελθόντος θα πληρώνονταν τώρα για τα λόγια τους όχι λόγω της ομορφιάς ή της αλήθειας των ιδεών τους σε σχέση με τον «άνθρωπο και την φύση» όπως κάποτε περιέγραψε ο Σέλλεϋ στο μεγάλο έργο του, θα τους θαυμάζαμε ως επιδέξιους τεχνίτες, επιδέξιους στην ικανότητά τους να ζωγραφίζουν την φαντασία μας με όμορφες εικόνες των αισθήσεων.
Ωστόσο, ένας επιδέξιος τεχνίτης θα μπορούσε εξίσου εύκολα να ζωγραφίσει την εικόνα ενός σατανιστή που αγαπά τον Ιησού ή ενός σαδιστή που κάνει έρωτα και να συγκεντρώσει εξίσου πολύ έπαινο και προσοχή λόγω της εξαιρετικής τέχνης του. Με μια λέξη: σημασία δεν είχε τι έλεγαν οι ποιητές, σημασία είχε πώς το έλεγαν.
Αυτό μπορεί να φαίνεται σαν μια αβλαβής προσέγγιση. Ωστόσο, με οποιαδήποτε θεμελιώδη συζήτηση ιδεών που απογυμνώνονται από την έννοια της ποίησης, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς η τέχνη έχασε τον ηθικό της τεχνίτη και την αίσθηση της κατεύθυνσης σε σχέση με το ζήτημα της ανθρώπινης φύσης, και πώς θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε ένα τέτοιο ερώτημα στο σχέση με το σύμπαν ως σύνολο. Η ιδέα της «Νέας Κριτικής» καθόρισε ένα είδος ανήθικης προοπτικής που δηλητηρίασε το πνεύμα των γενεών και απέκλεισε την ζωτικότητα πολλών ψυχών που διαφορετικά θα ενθουσιάζονταν με την προοπτική να ανακαλύψουν κάτι αληθινό και ουσιαστικό στο σύμπαν και ότι και αυτές θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο στο μεγάλο δράμα που εκτυλίσσεται.
Αντί να δημιουργεί όμορφες τραγωδίες που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν κάποιον σε μεγαλύτερες ιδέες για την ανθρωπότητα και το μέλλον της, η ίδια η τέχνη έγινε μια από τις μεγάλες τραγωδίες του εικοστού αιώνα, μια τραγωδία της οποίας η ουσία ήταν η καταδίκη της ποίησης και της λογοτεχνίας σε μια άβυσσο μηδενισμού, απρόβλεπτης παιδεραστίας και ξέφρενη εχθρότητα σε κάθε ιδέα ομορφιάς και αλήθειας που είναι γνωστή πέρα από τις πέντε αισθήσεις.
Η κοινωνία κορέστηκε από έναν μηδενισμό του οποίου η επίδραση στον πολιτισμό μας είναι πικρή και απτή μέχρι σήμερα. Η άποψη ότι τα ανθρώπινα όντα είναι προικισμένα με μια θεϊκή σπίθα δημιουργικότητας -μια σπίθα που θα πρέπει να δοθεί σε κάθε άτομο μια ουσιαστική ευκαιρία να αναπτύξει- έχει γίνει ολοένα και πιο σπάνια.
Στον εικοστό αιώνα, η ιδέα του «νοήματος» και η σημασία του νοήματος έγιναν ανάθεμα στην θεμελιώδη άποψη των Μοντερνιστών. Ως αποτέλεσμα, η αίσθηση του νοήματος έχει χαθεί, όχι μόνο στην λογοτεχνία, αλλά και στην κοινωνία συνολικά.
Από τον κόσμο του κινηματογράφου (που αιχμαλώτισε την φαντασία ολόκληρων γενεών) μέχρι τις πλαστικές τέχνες που εμφανίζονται σε μουσεία και πολυσύχναστες αστικές πλατείες, όλες οι πτυχές της ανθρώπινης κατάστασης έχουν ουσιαστικά αγγιχτεί. Και αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια της τέχνης -η δύναμή της- είναι μια θεμελιώδης έκφραση του πολιτισμού μας, της άποψής μας για τον κόσμο και του τρόπου με τον οποίο σχετιζόμαστε και σκεφτόμαστε το σύμπαν ως σύνολο.
Από τα σαλόνια της Gertrude Stein και της Alice B. Toklas μέχρι το περιοδικό Fugitives του John Crowe Ransom, το The Paris Review, το Eliot’s Criterion και πολλά άλλα καταστήματα, το μοντερνιστικό ιδεώδες πολλαπλασιάστηκε σε όλη την Δύση με διάφορα ονόματα, όπως -αλλά όχι αποκλειστικά- σε Μοντερνισμό, Κυβισμό, Εικονισμό, Μεταμοντερνισμό, Φορμαλισμό, Μετα-ανθρωπισμό, Ντανταϊσμό, Σουρεαλισμό, Φεμινισμό, Αποδόμηση και Σύγχρονη σκέψη. Ενώ αυτές οι διαφορετικές σχολές μπορεί να είχαν ποικίλους και προφανείς βαθμούς διαχωρισμού, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί το παράδειγμα μιας συνταγής που έχει ένα συγκεκριμένο σύνολο συστατικών, αλλά για την οποία υπάρχει μια ατελείωτη παραλλαγή της ίδιας βασικής συνταγής.
Κεφάλαιο Ι: Τι είναι ο Μοντερνισμός;
«Η παρακμή της λογοτεχνίας δείχνει την παρακμή ενός έθνους». Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε
Όπως ο επιστήμονας που προσπαθεί να παρατηρήσει απευθείας ένα ηλεκτρόνιο, αλλά αρνείται να αναγνωρίσει το γεγονός ότι η ίδια η παρατήρησή του έχει επίδραση στο σωματίδιο που παρατηρείται, έτσι και εμείς είμαστε της γνώμης ότι, μόνο εάν η φιλοσοφία και οι ιδέες αποκατασταθούν στα δικαιώματά τους, σε μια συζήτηση για την τέχνη και την αισθητική μπορούν να φανούν ποιήματα όπως το «Ode on a Grecian Urn» του Keats. Το ίδιο ισχύει για κάθε έργο διαχρονικής Ομορφιάς.
Καθώς όλη η πρόοδος στην ανθρώπινη ιστορία έχει επιτευχθεί ως αποτέλεσμα της διδαχής της ανθρωπότητας από τις μεγαλύτερες κι ωραιότερες παραδόσεις της, καθώς και της αποφυγής των χειρότερων της, από την αναγνώριση των μεγάλων αποτυχιών της ανθρωπότητας μέχρι την αποδοχή των μεγάλων θριάμβων της και την χρήση τέτοιων γνώσεων ως θεμέλια για νέες τολμηρές και διορατικές πράξεις δημιουργίας, έτσι θα πρέπει επίσης η σαφής κατανόηση των μεγαλύτερων παραδόσεων του παρελθόντος μας να αποτελεί την βάση πάνω στην οποία ένα νέο βιώσιμο μέλλον θα χτίζεται η τέχνη του εικοστού πρώτου αιώνα. Η νέα τολμηρή και διαχρονική ποίηση του εικοστού πρώτου αιώνα θα πρέπει να εμπνέεται και να ενημερώνεται από τις μεγαλύτερες ποιητικές παραδόσεις του παρελθόντος μας γιατί -πάντα έτσι ήταν.
Ωστόσο, κανένας άλλος εκτός από τον Τ.Σ. Έλιοτ -ένα από τους κορυφαίους κριτικούς λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα- δεν παρατήρησε ότι οι τελικοί στίχοι της ‘ωδής’ του Κιτς, «Η ομορφιά είναι αλήθεια, η αλήθεια ομορφιά», ήταν ένα «ψεγάδι» στο ποίημα:
“Αλλά διαβάζοντας ξανά ολόκληρη την ωδή, αυτή η γραμμή μου φαίνεται σαν ένα σοβαρό ψεγάδι σε ένα όμορφο ποίημα, και ο λόγος πρέπει να είναι, είτε ότι δεν το καταλαβαίνω, είτε ότι είναι μια δήλωση που είναι αναληθής. Και υποθέτω ότι ο Κιτς εννοούσε κάτι με αυτό, όσο μακριά κι αν ήταν η αλήθεια του και η ομορφιά του από αυτές τις λέξεις της συνηθισμένης χρήσης. Και είμαι βέβαιος ότι θα είχε απορρίψει οποιαδήποτε εξήγηση της γραμμής που την αποκαλούσε ψευδο-δήλωση… Η δήλωση του Keats μου φαίνεται ανούσια: ή ίσως το γεγονός ότι είναι γραμματική άνευ σημασίας κρύβει άλλο νόημα από μένα.” -«Δοκίμιο για τον Δάντη » του ΤΣ Έλιοτ
Ο Έλιοτ ήταν ένας πολύ μορφωμένος και εκλεπτυσμένος διανοούμενος, ωστόσο δεν ήταν ο μόνος κριτικός του εικοστού αιώνα που είχε μπερδευτεί από τις διάσημες γραμμές του Κιτς. Η άποψη που εξέφρασε ο Έλιοτ είναι συμπτωματική της οπτικής που σχετίζεται με την σκέψη και την αισθητική του εικοστού αιώνα -μια άποψη που χαρακτηρίζεται από την «Νέα Κριτική».
Στην πραγματικότητα, η άποψη ενός ποιητή για τον κόσμο που κατοικεί και η αντίστοιχη άποψη της ανθρώπινης φύσης δεν μπορούν να διαχωριστούν. Η καλλιτεχνική έκφραση -από την ίδια της την φύση- είναι μια έκφραση και αντανάκλαση της άποψης του καλλιτέχνη για την ανθρώπινη φύση και το σύμπαν που κατοικούν οι άνθρωποι.
Είναι αδύνατο να χωρίσει ο ένας από τον άλλο, γιατί είναι αδύνατο για τον ποιητή να χωρίσει τον εσωτερικό κόσμο της ύπαρξής του από τον εξωτερικό κόσμο που πιστεύει ότι κατοικεί. Ακόμη και η ίδια η απόπειρα ενός τέτοιου διαζυγίου θα αποκαλυφθεί χάρη στην επιλεγμένη μορφή έκφρασης. Ενώ οι κριτικοί διαφωνούν για μια τέτοια έπαρση, μπορεί να αποδειχθεί ότι οι προσεγγίσεις του εικοστού αιώνα, π.χ. οι μοντερνιστικές προσεγγίσεις στα κλασικά έργα αποκαλύπτουν ότι οι παραπάνω παρατηρήσεις είναι αληθινές σε πολύ σημαντικές περιπτώσεις όπως αυτή της «Ωδής σε μια ελληνική υδρία» του Keats. Περιπτώσεις που δεν μπορούν και δεν πρέπει να παραβλεφθούν ή να αγνοηθούν επειδή οι επιπτώσεις τους στην τέχνη, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι απλώς πάρα πολύ μεγάλες.
Όποιος έχει παρακολουθήσει ένα μάθημα δημιουργικής γραφής ή σπούδασε λογοτεχνία σε ένα δυτικό πανεπιστήμιο τις τελευταίες δεκαετίες θα βρεθεί αμέσως εξοικειωμένος με την οπτική του εικοστού αιώνα που προσδιορίζουμε -διαποτίζει τον κόσμο της λογοτεχνίας σήμερα. Ωστόσο, δεν είναι απλώς μια «λογοτεχνική» άποψη, διαποτίζει τον λογοτεχνικό κόσμο γιατί πλέον διαποτίζει τον πολιτισμό γενικά.
Οι περισσότεροι κάτοικοι της Δύσης πιθανότατα δεν θα γνωρίζουν καν ότι έχουν τέτοια αξιώματα επειδή η άποψη είναι ήδη πανταχού παρούσα στην κοινωνία. Η εύρεση νέων τρόπων δημιουργίας και εντυπωσιασμού εφέ στο κοινό έχει γίνει το κύριο καθήκον του καλλιτέχνη, λίγη σκέψη ή προσοχή εξετάζεται εάν μια τέτοια προσέγγιση περιλαμβάνει κάποια κατανοητή ιδέα ή καθολική σημασία. Απλώς πιστεύεται ότι τα έργα έχουν διαφορετική σημασία για διαφορετικούς ανθρώπους, λέξεις, ιδέες, όλα έχουν μια μοναδική και διαφορετική σημασία για διαφορετικά άτομα.
Από μόνη της, η άποψη θα ήταν ωραία αν δεν υπήρχε ταυτόχρονα κάτι οικουμενικό για ένα σπουδαίο έργο, αλλά κάτι οικουμενικό εμπεριέχει την ιδέα του Αληθινού, στην οποία η προοπτική του εικοστού αιώνα αντιτίθεται ρητά. Ο κριτικός μπορεί να ισχυριστεί ότι οι αισθητικές απόψεις που προτείνουν δεν πρέπει να συγχέονται με τα μεγαλύτερα ζητήματα αλήθειας, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο κριτικός ουσιαστικά προσπαθεί να επιβάλει το δικό του σύνολο αυθαίρετων αξιωμάτων στον κόσμο της τέχνης, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι απόψεις δεν έχουν λαμβάνοντας υπόψη την μεγαλύτερη συζήτηση για την αλήθεια.
Η πραγματικότητα είναι ότι η συζήτηση για την αλήθεια είναι πιο εμφατική στην σφαίρα των τεχνών. Θα μπορούσε ακόμη και να υποστηριχθεί -αν και αυτό ξεφεύγει από το εύρος του δοκιμίου μας- ότι η κυρίαρχη άποψη στις τέχνες θα είναι μια από τις πρωταρχικές επιρροές σε ποια επιστημονική σχολή τείνει να κυριαρχεί στην κοινωνία.
Τι είναι η τελειότητα;
Η ουσία κάθε μεγάλης τέχνης ολοκληρώνει το πολύ πιο δύσκολο έργο της επιτυχίας τόσο του στόχου της μοναδικής προσωπικής πρωτοτυπίας όσο και της παγκόσμιας σημασίας. Είναι ένα έργο πολύ πιο δύσκολο από το να πλέκει απλώς μια σειρά από λεπτά κατασκευασμένες ελεύθερες συσχετίσεις, ή εξαιρετικά στυλιζαρισμένη γλώσσα που δημιουργεί κάποιες διεγερτικές και συναρπαστικές εντυπώσεις για ένα κοινό.
Σύμφωνα με τα λόγια του Έντγκαρ Άλαν Πόε:
“Αυτός που απλώς θα τραγουδήσει, με όσο λαμπερό ενθουσιασμό, ή με όσο ζωντανή κι αν είναι μια αλήθεια περιγραφής, για τα αξιοθέατα, και τους ήχους, και τις οσμές, και τα χρώματα και τα συναισθήματα, που τον χαιρετούν από κοινού με όλη την ανθρωπότητα – αυτός, λέω, δεν έχει ακόμη αποδείξει τον θεϊκό του τίτλο. Υπάρχει ακόμα κάτι σε απόσταση που δεν μπόρεσε να πετύχει. Έχουμε ακόμα μια δίψα άσβεστη, που δεν μας έδειξε τα κρυστάλλινα ελατήρια. Αυτή η δίψα ανήκει στην αθανασία του Ανθρώπου. Είναι ταυτόχρονα συνέπεια και ένδειξη της αιώνιας ύπαρξής του. Είναι η επιθυμία του σκόρου για το αστέρι. Δεν είναι απλή εκτίμηση της Ομορφιάς που έχουμε μπροστά μας -αλλά μια άγρια προσπάθεια να φτάσουμε στην Ομορφιά παραπάνω.
Εμπνευσμένοι από μια εκστατική επίγνωση των δοξασιών πέρα από τον τάφο, αγωνιζόμαστε, με πολύμορφους συνδυασμούς μεταξύ των πραγμάτων και των σκέψεων του Χρόνου, να επιτύχουμε ένα μέρος αυτής της Αγάπης, της οποίας τα ίδια τα στοιχεία, ίσως, ανήκουν στην αιωνιότητα και μόνο. Και έτσι όταν με την Ποίηση, ή όταν με την Μουσική, την πιο συναρπαστική από τις ποιητικές διαθέσεις, βρισκόμαστε λιωμένοι σε κλάματα -κλαίμε τότε- όχι όπως υποθέτει η Abbaté Gravina- από υπερβολική απόλαυση, αλλά από κάποια, θλιβερή, ανυπόμονη θλίψη για την αδυναμία μας να συλλάβουμε τώρα, πλήρως, εδώ στην γη, μονομιάς και για πάντα, εκείνες τις θεϊκές και συναρπαστικές χαρές, των οποίων μέσα από το ποίημα ή μέσω της μουσικής, φτάνουμε σε σύντομες και απροσδιόριστες αναλαμπές. “Η ποιητική αρχή” του Έντγκαρ Άλαν Πόε
Όποιος πιστεύει ότι ο Πόε είναι απλώς ποιητικός ή ότι κάνει χρήση της έντεχνης ρητορικής για καθαρά καλλιτεχνική οικοδόμηση κάνει λάθος. Οι προαναφερθείσες παρατηρήσεις και διακρίσεις στην σκέψη μεταξύ των διαφορετικών καλλιτεχνικών προσεγγίσεων είναι ζωτικής σημασίας για τον εντοπισμό τους, διότι μία από τις βασικές υποθέσεις του μοντερνισμού του εικοστού αιώνα είναι ότι οι καλλιτέχνες απέκτησαν νέους βαθμούς στην ελευθερία της έκφρασης, την απελευθέρωση από προκαθορισμένες μορφές, παραδόσεις και αρχές και ότι αυτή η ελευθερία μεταφράστηκε σε μεγαλύτερα επίπεδα πρωτοτυπίας και μια ευρύτερη έκταση γνήσιου καλλιτεχνικού οράματος.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο καλλιτέχνης και το κοινό έγιναν ξένοι μεταξύ τους: κάθε άτομο έγινε ένα απομονωμένο άτομο με τους δικούς του ορισμούς, λέξεις και ιδιοσυγκρασίες -όλος ο κόσμος της τέχνης έγινε σαν δύο ξένοι σε μια βραδιά, χωρίς κανένα το να ξέρεις οτιδήποτε για τον άλλον και ούτε να θέλεις να μάθεις τίποτα για τον άλλον- η γνώση του οποίου πιθανότατα θα χαλούσε την εμπειρία, έτσι δημιουργήθηκε και μια απρόσωπη και σταθεροποιημένη σε αντικείμενα σχέση στον κόσμο της τέχνης. Ήταν μια σχέση στην οποία η ουσία και το βάθος θεωρούνταν δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα που μπορούσαν να αποσυνδεθούν κατά βούληση -πράγματα που έπρεπε να αποσυνδεθούν για να απελευθερωθεί η «μαγεία» της τέχνης.
Έτσι, ο Dante Gabriel Rosetti -ένας ένθερμος γνωστικός και κορυφαίος προ-ραφαηλίτης στοχαστής- ένας σπουδαίος πρόδρομος του λογοτεχνικού μοντερνισμού, ήταν ένας ποιητής και ζωγράφος που είχε εκφράσει πόσο απεχθάνεται την ανάγνωση του La Vita Nuova (Η Νέα Ζωή) του Dante Alighieir, επειδή ο Δάντης συνόδευε τα ποιήματά του με επεξηγήσεις πεζών για το πώς έφτιαχνε τα ποιήματά του και τα διαμόρφωσε σε αρμονικά σύνολα -δεν επιτρεπόταν τέτοιου είδους συζήτηση για την μέθοδο και τις υποκείμενες αρχές στην «Νέα Κριτική».
Όπως αναφέραμε, από την μοντερνιστική άποψη, κάποιος θα μπορούσε να είναι ένας σατανιστής που αγαπά τον Ιησού ή ένας σαδιστής ψυχοπαθής που κάνει έρωτα – δεν είχε σημασία αν οι έννοιες του καλλιτέχνη μοιράζονταν κάποια λογική σχέση ή ορθολογική σύνδεση -αυτό που είχε σημασία ήταν το νέο αποτέλεσμα που ο οι καλλιτέχνες θα μπορούσαν να επιτύχουν με τους νέους μυθιστορηματικούς συνδυασμούς τους. Αυτό που είχε σημασία ήταν η «νέα» εμπειρία για το κοινό, ένα κοινό που θα ανέπτυσσε φυσικά μια ολοένα πιο κουραστική όρεξη για νέες μορφές ψυχαγωγίας και τόνωσης, παρά μια επιθυμία για ολοένα καινούριες εμπλουτιστικές ματιές από το αιώνιο και άπειρο βασίλειο των τεχνών, μια γεύση που δεν πικρίζει ποτέ και στην οποία η Αλήθεια μόνο γλυκαίνει.
Ο αχόρταγος πόθος για το «νέο» θα οδηγούσε αναπόφευκτα κάποιον σε μια διαρκώς διευρυνόμενη παρακμή. Τελικά, ο Μοντερνιστής δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την πραγματικότητα ότι κάποια πράγματα δεν αλλάζουν, κάποια πράγματα είναι αμετάβλητα -είναι αιώνια. Ο τυπικός Μοντερνιστής είχε απορρίψει αυτή την ιδέα. Αντίθετα, η τέχνη ασχολήθηκε με το ξένο και το ξένο, το πιο σκοτεινό και πιο σκοτεινό, αλλά ποτέ πιο ανοιχτό και ανοιχτό, ούτε υψηλότερο και υψηλότερο- ποτέ πιο ολοκληρωμένο ή αρμονικό. Ένας νέος άπειρος κόσμος επιδράσεων, χωρίς περιορισμούς από τις απαιτήσεις της λογικής ή του ανθρώπινου νου -ανοίχτηκε τώρα- η τέχνη ήταν ελεύθερη. Η Ομορφιά και η Αλήθεια είχαν καταθέσει αίτηση διαζυγίου.
Αντιπαραβάλλοντας την οπτική του μοντερνισμού με την οπτική που εκφράζεται από την διάσημη “Ωδή”, μας προσφέρεται ένας μοναδικός φακός με τον οποίο θα εξετάσουμε τις πολλές έννοιες και τα παράδοξα του μοντερνισμού, και με αυτόν τον τρόπο, θα αποκτήσουμε μια σαφέστερη κατανόηση του τι μπορεί ένα κοινό. Ανακαλύψτε και επωφεληθείτε από μια ανανεωμένη παράδοση κλασικής ή διαχρονικής τέχνης- μια παράδοση που είναι αδύνατο να μεταφραστεί ή να συζητηθεί με μοντερνιστικούς όρους χωρίς να διαστρεβλωθεί και να διαστρεβλωθεί θεμελιωδώς η ουσία αυτού που ερευνούμε.
Τι είναι η Διαχρονικότητα;
Με τα χρόνια, πολλά ονόματα έχουν υιοθετηθεί για να αντιπροσωπεύουν την μοντερνιστική αντίληψη, ονόματα που φέρουν διαφορετικές ιδεολογικές γεύσεις, αλλά τελικά περιέχουν τα ίδια βασικά συστατικά. Όπως αναφέραμε προηγουμένως, οι παραλλαγές της συνταγής του Μοντερνισμού περιελάμβαναν -αλλά δεν ήταν αποκλειστικές- τον μοντερνισμό, τον μεταμοντερνισμό, τον κυβισμό, τον φορμαλισμό, τον εικονισμό, τον μετα-ανθρωπισμό, τον ντανταϊσμό, τον υπερρεαλισμό, τον φεμινισμό, τον αποδομισμό και την σύγχρονη σκέψη. Δεν σημαίνει ότι καμία από τις προαναφερθείσες απόψεις ήταν χωρίς αξιέπαινες εντολές ή προθέσεις, αλλά μόνο ότι μοιράζονταν ένα κοινό θανατηφόρο αξιωματικό ελάττωμα, ένα ελάττωμα στο οποίο: «Ένα άγγιγμα της φύσης κάνει ολόκληρο τον κόσμο συγγενή».
Η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η μοντερνιστική προοπτική και οι σύγχρονες εξελίξεις της εφαρμόζονται στην ανάγνωση ενός ποιήματος στην κλασική παράδοση, όπως η μεγάλη «Ωδή σε μια ελληνική λάρνακα» του Κιτς (ή οποιαδήποτε από τις Μεγάλες Ωδές ) μας προσφέρει το βασικό παράδειγμα της τραγωδίας του Μοντερνισμού.
“Ω σεις, που δε θα χάσετε, καλότυχοι θαλλοί,
τα φύλλα, ούτε την άνοιξη θ’ αφήσετε ποτέ!
Και που χωρίς αποσταμό, τραγουδιστή,
θ’ αυλείς, και το τραγούδι σου αγέραστο θα μένει.
Ακόμα εσύ πιο ευτυχισμένη αγάπη, ευτυχισμένη!
Πάντα θερμή κι’ άξια χαρές ατέλειωτες να δίνεις,
πάντα τρεμάμενη κι αιώνια, δυνατή και νια,
απάνω από τ’ ανθρώπινο το πάθος θρονιασμένη
που αφήνει ξέχειλη από θλίψη την καρδιά,
κι αποσταμένη, μέτωπο καφτό, γλώσσα στεγνή!
Ποιοι νάναι πούρχονται για την θυσία; σε ποιο βωμό
χλωρό οδηγείς, μυστηριακέ ιερέα, το δαμάλι
που μουγγανίζει ανήσυχα κατά τον ουρανό
κι’ άνθια στολίζουνε τα μεταξένια του πλευρά;
Ποια μικρή πόλη, σε γιαλό κοντά, είτε σε βουνό
σκαρφαλωμένη, με το κάστρο της το ειρηνικό,
άδεια απ’ ανθρώπους έμεινε τούτο το ευλαβικό
πρωί; Πόλη μικρή, θα μείνουνε παντοτεινά
οι δρόμοι σου βουβοί, κι’ ουδέ ψυχή
ξανά θα στρέψει, το γιατί ερημώθηκες να πει…”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Αν διαβάσει κανείς τον «οδηγό ποιήματος» του The Poetry Foundation για την Ωδή σε μια ελληνική λάρνακα, «Πώς να διαβάσετε το πιο διάσημο ποίημα «για πάντα» της ποιήτριας Camille Guthrie, η συγγραφέας εμφανώς αποτυγχάνει να αναφερθεί στην κεντρική ειρωνεία της “Ωδής” του Keats. Στην πραγματικότητα, η κριτικός αποτυγχάνει να εντοπίσει σχεδόν όλες τις ειρωνείες της “Ωδής”. Αντίθετα, η ποιήτρια/ συγγραφέας προτιμά να περιγράφει τις διάφορες «αινιγματικές» ιδιότητες της επιλογής λέξεων και των εικόνων του Keats, αλλά ο αναγνώστης μένει στο σκοτάδι ως προς τους σκοπούς όλων των εν λόγω καλλιτεχνικών αποφάσεων που περιγράφονται.
Σε μία από τις αρχικές παραγράφους του οδηγού, η Guthrie κάνει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
“Ο Keats θα ήθελε να ασχοληθεί με αυτό το αρχαίο αντικείμενο, αλλά δεν μπορεί, επομένως πρέπει να το αντιμετωπίσει από πολλές οπτικές γωνίες. Το Unravish’d, μια συναρπαστικά διφορούμενη λέξη, μας βοηθά να κατανοήσουμε αυτή την πολλαπλότητα -το rapish σημαίνει πάθος και βία. Είναι ελκυστική η λεπτότητα και το στρογγυλό άνοιγμα του δοχείου; Είναι άθικτο σε όλη την ιστορία του; Συνήθως οι ποιητές αντιπροσωπεύουν αντιθέσεις στα δυαδικά, ωστόσο η προθυμία του Keats απαιτεί μια τρίτη επιλογή, μια αισθητική τακτική που υλοποιεί την ιδέα του για την αρνητική ικανότητα- να αγκαλιάζει τις αντιφάσεις και τις αβεβαιότητες «χωρίς ευερέθιστα αποτελέσματα και λόγους”.
Η Guthrie μας προσφέρει ουσιαστικά μια γνωστική μοντέρνα/υπαρξιστική ανάγνωση της Ωδής του Κιτς: «το ποίημα δεν έχει ένα νόημα» είναι «υπερπληγωμένο» δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως «πραγματικότητα», υπάρχουν πολλές πραγματικότητες. «Ο Keats απλώς εξερευνά τις πολλές πραγματικότητες που το έργο τέχνης καθιστά δυνατό». Ο Guthrie αντιμετωπίζει ουσιαστικά την τέχνη σαν να ήταν κάποιο είδος πειράματος εμπνευσμένο από το LSD στην θεραπευτική. Αντιμετωπίζει την μεταφορική ιδέα της δήλωσης του Keats, «Η ομορφιά είναι αλήθεια, αλήθεια ομορφιά» με κυριολεκτικό τρόπο, επειδή μια υψηλότερη μεταφορική συζήτηση για το νόημά της θα ήταν αντίθετη με τις υποκείμενες πεποιθήσεις που καθοδηγούν την μέθοδο της κριτικού και το πιο σημαντικό, θα ήταν αντίθετο με αυτό που κατά πάσα πιθανότητα πιστεύει ο συγγραφέας.
Ως αποτέλεσμα, το νόημα της “Ωδής” αποκρύπτεται ηθελημένα ή ακούσια. Υπάρχει επίσης η άποψη ότι μια κυριολεκτική ανάγνωση της δήλωσης είναι κατά κάποιο τρόπο πιο ακριβής από μια μεταφορική, δηλαδή μη κυριολεκτική ανάγνωση. Η ειρωνεία αντικαθίσταται από την ιδέα των «αινιγματικών» εικόνων. Η αντίληψη του Keats για την «αρνητική ικανότητα» αντιμετωπίζεται σαν να είχε μια γνωστική και υπαρξιακή άποψη για τον κόσμο, μια οπτική στην οποία δεν υπάρχει πραγματικό νόημα ή στην οποία υπάρχουν διάφορες εναλλακτικές έννοιες. Για να αποκτήσουμε μια βαθύτερη εικόνα της «Grecian Urn», η σκέψη του Keats θα πρέπει να ενταχθεί στην πλατωνική ελληνική παράδοση και στην σωκρατική παράδοση που ασχολείται με το ζήτημα των ασύγκριτων, με τα ζητήματα της αλήθειας, όπως η παράδοξη σχέση μεταξύ του πεπερασμένου και του άπειρου ή του Το «Ένα» και το «Πολλοί». Από την σκοπιά αυτής της ελληνικής παράδοσης, όλες οι ειρωνείες του «Grecian Urn» έρχονται στο επίκεντρο.
Αν ο αναγνώστης τοποθετεί τον Κιτς μέσα στην παράδοση με την οποία ταυτίστηκε περισσότερο, δηλαδή αυτή των κλασικών Ελλήνων και του Σαίξπηρ, πολλές από τις «αινιγματικές» πτυχές της ωδής του Κιτς γίνονται εύληπτες ειρωνείες. Ανακαλύπτουμε τον σταθερό «ελληνισμό» του Keats -μια πλατωνική παράδοση και την μέθοδο του Σωκρατικού διαλόγου. Πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να κάνουμε ακριβώς αυτό που ΔΕΝ θέλει να κάνουμε η «Νέα Κριτική», δηλαδή να έχουμε «εξωτερικές» κριτικές προσεγγίσεις, οι οποίες αφορούσαν ζητήματα όπως η συγγραφική πρόθεση, ιστορικές, ηθικές ή πολιτικές εκτιμήσεις και η ανταπόκριση του κοινού. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε για να διερευνήσουμε την μεγαλύτερη σημασία της «Grecian Urn». Με μια λέξη: πρέπει να πάρουμε το αντίθετο της «Νέας Κριτικής».
Όταν ο Σωκράτης λέει, «Το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα», δεν λέει κυριολεκτικά ότι πιστεύει ότι δεν ξέρει τίποτα, κάνει μια γνωσιολογική επισήμανση σχετικά με την φύση της γνώσης στην οποία η αλήθεια συχνά ορίζεται καλύτερα όχι από τις σωστές απαντήσεις, αλλά τις σωστές ερωτήσεις. Ακόμα κι αν ο Πλάτων έγραφε σε πεζογραφία, ήταν ποιητής. Η γλώσσα του ήταν βαθιά μεταφορική και με αποχρώσεις, δηλ. ποιητική και επομένως ήταν σε θέση να αποδώσει ένα πιο πλούσιο νόημα από αυτό που θα μπορούσε να γίνει με απλή πεζογραφία, δηλαδή «διαδοχική συλλογιστική» με τους όρους του Keats.
Στο δοκίμιό του για τον Δάντη, ο Έλιοτ λέει: «Η δήλωση του Κιτς μου φαίνεται χωρίς νόημα: ή ίσως το γεγονός ότι είναι γραμματικά άνευ σημασίας κρύβει άλλο νόημα από εμένα», αλλά όταν ο Κιτς δηλώνει, «Η ομορφιά είναι αλήθεια, η ομορφιά της αλήθειας», είναι μη λέγοντας ότι η Αλήθεια γι’ αυτόν σημαίνει κάθε πραγματικό πράγμα που έχει συμβεί ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία -στην οποία περίπτωση θα μπορούσαν να απαριθμηθούν ατελείωτες φρικαλεότητες και τραγωδίες, και μετά από αυτήν την κυριολεκτική κατανόηση, ο αναγνώστης θα αναγκαζόταν να συμπεράνει λογικά ότι όλες οι τραγωδίες και οι φρικαλεότητες της ιστορίας περιλαμβάνονται στον ορισμό της Αλήθειας του Keats και επομένως ότι όλη η Αλήθεια δεν είναι Όμορφη. Ωστόσο, αυτό θα ήταν ανόητη ανάλυση των γραμμών του Keats. Θα ήταν ανόητο γιατί όλη η μεγάλη ποίηση είναι από την φύση της μεταφορική και μη κυριολεκτική. Απαιτείται μια πιο πλούσια και πιο διαφοροποιημένη προσέγγιση.
Οι Λειτουργίες του Ανθρώπινου Νου.
Ο Percy Bysshe Shelley, στον πρόλογό του στον Prometheus Unbound, έθιξε συγκεκριμένα το ίδιο ζήτημα της γλώσσας και διατύπωσε το ζήτημα με τον ακόλουθο τρόπο:
“Οι εικόνες που έχω χρησιμοποιήσει θα βρεθεί, σε πολλές περιπτώσεις, ότι έχουν αντληθεί από τις λειτουργίες του ανθρώπινου νου ή από εκείνες τις εξωτερικές ενέργειες με τις οποίες εκφράζονται. Αυτό είναι ασυνήθιστο στην σύγχρονη ποίηση, αν και ο Δάντης και ο Σαίξπηρ είναι γεμάτοι από περιπτώσεις του ίδιου είδους. Ο Δάντης πράγματι περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή και με μεγαλύτερη επιτυχία. Αλλά οι Έλληνες ποιητές, ως συγγραφείς στους οποίους δεν ήταν άγνωστος ο πόρος αφύπνισης της συμπάθειας των συγχρόνων τους, συνήθιζαν να χρησιμοποιούν αυτή την δύναμη. Και είναι η μελέτη των έργων τους (αφού μάλλον θα μου αρνούνταν μια ανώτερη αξία) στην οποία είμαι πρόθυμος οι αναγνώστες μου να καταλογίσουν αυτή την μοναδικότητα”.
Υπάρχει μια ακρίβεια της ιδέας, που ορίζεται από «τις λειτουργίες του ανθρώπινου μυαλού» και όχι μια ακρίβεια της γλώσσας που διαμορφώνεται από τον ακριβή και αυτονόητο ορισμό των λέξεων. Ο συγγραφέας φαίνεται να επιθυμεί ο Keats να χρησιμοποιήσει λέξεις με αυστηρό κυριολεκτικό τρόπο αντί να γράφει με περισσότερη απόχρωση και μεταφορικό πλούτο. Αλλά η απόκλιση από μια αυστηρά κυριολεκτική ιδέα της αλήθειας είναι απαραίτητη για να επικοινωνήσει ένα υψηλότερο και πλούσιο νόημα. Είναι ένα νόημα που δεν μπορεί να συλληφθεί με την κυριολεκτική χρήση της γλώσσας όπου στην περίπτωση των διάσημων γραμμών του Keats, η Αλήθεια θα περιελάμβανε όλα όσα έχουν συμβεί ποτέ στην ιστορία, οπότε θα υπήρχαν πολλά μη όμορφα πράγματα.
Η μέθοδος του Keats ήταν Πλατωνικής φύσεως, το αντίθετο από το πώς οι Μοντερνιστές ή οι Φορμαλιστές προσέγγισαν το ζήτημα της ποίησης και της σύνθεσης. Για τον Μοντερνιστή και τον Φορμαλιστή, η γλώσσα είναι πολύ ακριβής και αποσταγμένη -ακόμα κι αν οι ιδέες δεν είναι- ή ακόμα κι αν οι ιδέες απουσιάζουν εντελώς, ή απλώς είναι αυτοαναφορικές και δεν προορίζονται να αποκαλυφθούν, η χρήση τους εξυπηρετεί έναν αυστηρά υφολογικό σκοπό.
Το νόημα της πλατωνικής δήλωσης του Keats προέρχεται από την διαδικασία εκτυλίξεως της ωδής στο σύνολό της -όπως ακριβώς ο Πλάτων ή ο Σωκράτης άντλησαν το νόημα οποιασδήποτε ιδέας προσδιορίζοντας την διαδικασία μέσω της οποίας κατέληξαν σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο νόημα. Η οριστική σημασία που αποδίδεται σε μια λέξη έγινε κατανοητή μέσω της διαδικασίας με την οποία είχε δημιουργηθεί η δεδομένη κυριολεκτική σημασία μιας λέξης. Με τον ίδιο τρόπο, η έννοια του «Beauty is Truth, Truth Beauty» του Keats ορίζεται από τη «διαδρομή» που ο Keats απλώνει στις πέντε στροφές των ωδών του. οι ειρωνείες που προσδιορίζει χρησιμεύουν ως οι ποιητικοί μας οδηγοί, οδηγοί που μας κατευθύνουν στην τελική έννοια του νοήματος της ωδής του, πιο ακριβής και με πιο πολλές αποχρώσεις.
Με τον ίδιο τρόπο ο Σωκράτης δεν αρνήθηκε την ύπαρξη ή τη γνώση της αλήθειας, έτσι ο Κιτς δεν ήταν κάποιος υπαρξιστής χαρακτήρας που αρνιόταν οποιαδήποτε κατανοητή πραγματικότητα, ή κάποιος μαθητής του Άλντους Χάξλεϋ που είχε ανοίξει τις Πόρτες της Αντίληψης και στη συνέχεια προσυπέγραψε σε εναλλακτικές πραγματικότητες.
“Γραμμή αττική! γύροι λαμπροί οπού νησί και κόρες
σαν πλοκαμοί, στο μάρμαρο εργασμένοι τεχνικά,
σας τριγυρνούν, με πατημένα χόρτα και κλαδιά,
το στοχασμό μας ξεπερνά η σιωπηλή σου γλώσσα,
καθώς η αιωνιότητα. Ψυχρή γραφή
βουκολική! Τα χιόνια τούτη την γενιά σα σβύσουν,
εσύ θε να σταθείς του ανθρώπου φίλη αληθινή,
μέσ’ στις μελλούμενες τις λύπες να του λες:
«Η ομορφιά είν’ αλήθεια, η αλήθεια είν’ ομορφιά.»
Νά τί ’ναι που έμαθες στον κόσμο,
τί χρωστάς να ξέρεις!”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Αντίθετα, ο Keats περιέγραψε μια άποψη στην οποία το ζήτημα της αλήθειας ορίστηκε ουσιαστικά από τον τρόπο με τον οποίο επιλέξαμε να το προσεγγίσουμε -ΠΩΣ επιλέξαμε να προσεγγίσουμε το ερώτημα αποκάλυψε αυτό που πιστεύαμε- αντί από τις κυριολεκτικές λέξεις που χρησιμοποιούμε για τις απόψεις που έχουμε σε μια πληθώρα διαφορετικών μεμονωμένων θεμάτων. Η αλήθεια για τον Keats δεν ήταν σχετική, αλλά έπρεπε να κριθεί αντικειμενικά από την διαδρομή που ακολουθήθηκε για να καταλήξουμε σε ένα νόημα, η διαδρομή ήταν ουσιαστικά μια συναισθηματική εξέλιξη: μια σειρά ερωτήσεων, μεταμορφώσεων και επιφανειών που έπρεπε να γίνουν συνειδητά αντικείμενα της προσοχής μας.
Από μόνη της, η κυριολεκτική γλώσσα θα είναι πάντα διφορούμενη, επειδή η γλώσσα είναι από την φύση της διαφοροποιημένη, θα υπάρχουν πάντα περισσότεροι από ένας τρόποι ανάγνωσης μιας λέξης, είτε είναι κυριολεκτικά, λογικά, μεταφορικά, μέσα στο ιστορικό πλαίσιο κ.λπ… αυτό που δίνει σε μια λέξη ή φράση το ακριβές νόημά της είναι η σκέψη που αποτυπώνεται σε μια λέξη από το μυαλό.
Ο ποιητής επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό τον στόχο του μέσα από την μεταφορά, το παράδοξο και την ειρωνεία, την απόχρωση. Η γλώσσα γίνεται το αποτύπωμα, ή ένα ίχνος αποτυπωμάτων, που αφήνει μια ιδέα. Μια νέα ιδέα ή ανακάλυψη εμπνέει μια ανάπτυξη της γλώσσας. και η ποίηση χρησιμεύει ως μια άπειρη πηγή νέων ιδεών που η πηγή τους είναι η δημιουργική φαντασία, η οποία με την σειρά της αναπτύσσει και γεννά περαιτέρω την γλώσσα.
“Ωδή σε μια Ελληνική υδρία”.
Ο Keats ανοίγει το ποίημά του προσφέροντας αρκετές ποιητικές περιγραφές της Υδρίας, ακολουθούμενες από μια σειρά ερωτήσεων.
“Ω νύμφη, ακόμη ανέγγιχτη της ησυχίας!
και θρέμμα του καιρού που αργοκυλά και της σιωπής,
συ που μια λουλουδένιαν ιστορία
απ’ τους δικούς μας στίχους πιο γλυκά την τραγουδείς!
Ποιος με την φουντωτή του φυλλωσιά σε ζώνει θρύλος;
Θεοί είναι αυτοί, θνητοί, για και τα δυο;
Στης Αρκαδίας μην είναι τα φαράγγια, ή μη στα Τέμπη;
Ποιοι νάναι; ποιες παρθένες αντιστέκονται; και ποιο
κυνήγημα τρελλό; Τί πάλαιμα για να ξεφύγουν;
Τί τύμπανα κι’ αυλοί; Και τι έκσταση άγρια είναι τούτη;
Τι είδους υδρία κοιτάζει ο Keats; Τι είδους συναισθήματα βιώνει ο Keats καθώς την αναλύει; Τι ηλικία κοιτάζει ο Keats;
Ο Κιτς ως συνομιλητής της υδρίας, ξεκινά έναν διάλογο με τον ίδιο τρόπο που μπορούμε να ξεκινήσουμε έναν διάλογο με όλα τα μεγάλα έργα και τα μυαλά του παρελθόντος, όπως ο Σωκράτης ξεκινά έναν διάλογο με τις πολλές προσωπικότητες των διαλόγων του Πλάτωνα, πρόσωπα που ήταν πραγματικές ιστορικές προσωπικότητες με τα δικά τους αξιώματα και κοσμοθεωρίες που ο Σωκράτης ήθελε να εξερευνήσει και να αμφισβητήσει για τους σκοπούς της δημιουργίας ενός καλύτερου κόσμου.
Είναι δύσκολο να είσαι άνθρωπος. Είναι πολύ δύσκολο να είσαι 23 ετών, ορφανός και ένας μαχόμενος ποιητής με μικρή τυπική εκπαίδευση του οποίου ο πατέρας πέθανε όταν ήταν οκτώ και η μητέρα του πέθανε στα 14 του, του οποίου ο αδερφός πέθανε από φυματίωση αφού τον θήλασε και του οποίου η κληρονομιά παρακρατήθηκε από κηδεμόνα για να μην μπορεί να παντρευτεί την γυναίκα που αγαπούσε. Είναι δύσκολο για οποιονδήποτε να κάνει τέχνη, ιδιαίτερα αιώνια τέχνη, και δεν ήταν εύκολο να είσαι ένας από τους νεότερους ρομαντικούς ποιητές, που τον χλευάζουν οι κριτικοί και τον πατρονάρουν οι συνάδελφοι, αλλά είναι ακόμα αποφασισμένος να αφήσει το σημάδι του, στην ποίηση. Και είναι αδύνατο να είσαι για πάντα νέος. Ο John Keats, ωστόσο, έγραψε μια σειρά από “Ωδές” σε γρήγορη διαδοχή το 1819 και πέθανε αμέσως μετά σε ηλικία 25 ετών, αφήνοντάς μας τα πλέον αξιόλογα ποιήματα της αιωνιότητας.
Αυτός ο νέος και φιλόδοξος άνδρας, που πήγε να συναντήσει τον φίλο του στο Βρετανικό Μουσείο, βρέθηκε έκπληκτος και απασχολημένος από τα μεγάλα και πανέμορφα Κλασικά Ελληνικά έργα τέχνης που συνάντησε. Στοιχειωμένος από την απώλεια της μητέρας και του αδελφού του και εισερχόμενος σε μια περίοδο διαλογισμού πάνω στην αισθητική, βρέθηκε έτοιμος να γράψει ποιήματα για, «τις άλυτες αντιθέσεις της εμπειρίας» και τις μεταμορφωτικές δυνάμεις της φαντασίας.
Ο Keats απέδωσε την υδρία του ποιήματός του, μια από τις έξι “Ωδές”, από πολλές επιρροές, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων του φίλου του Benjamin Haydon για την τέχνη της αρχαιότητας και από διάφορα έργα τέχνης: τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, το Βάζο Townley, τους πίνακες του Claude Lorrain και το Nεο-Αττικό αγγείο Sosibios (που ο Keats εντόπισε μια γκραβούρα), μεταξύ άλλων. Η “υδρία” του, ένα φανταστικό σύνθετο ποίημα, αντανακλάται στις φιλοσοφικές και συναισθηματικές ανησυχίες του Keats και περιέχει την αμφιθυμία του για την τέχνη και την ζωή μέσα στα πλούσια, διφορούμενα τροπάρια και λεξιλόγιά της. Πράγματι, οι αμφιθυμίες του ποιήματος στοιχειώνουν ακόμα τους αναγνώστες του.
Το ποίημα και η “Ωδή” δεν έχουν ένα νόημα. Το θέμα είναι να «παρατραβήξουμε» να σταθούμε στα δύσκολα παράδοξα, στις ερωτήσεις και στα επιφωνήματα και να μην μείνουμε στο απλό ή πραγματικό. Να είσαι άνθρωπος και θνητός και να μην θέλεις να είσαι -και να θέλεις να κάνεις τέχνη!
“Γνωρίζω μόνο ένα μυστικό για να προστατεύεις τον άνθρωπο από την φθορά, και αυτό είναι: να οπλίζει την καρδιά του από την αδυναμία.” –Φρίντριχ Σίλερ
Κεφάλαιο ΙΙ: Τι είναι η Ποίηση;
Η λαχτάρα για αρμονία και τελειότητα είναι μια έμφυτη ανθρώπινη επιθυμία. Τι άλλο μπορεί να ικανοποιήσει αυτή τη δίψα για τελειότητα, αν όχι η τέχνη; Ακόμη και η φύση, στις άπειρες περιπλοκές, την ατελείωτη πολυπλοκότητα και την υπέροχη απλότητα της αντιπροσωπεύει μια δύναμη κινδύνου, ανυπέρβλητα εμπόδια και την αβεβαιότητα του μέλλοντος – όλους αυτούς τους περιορισμούς η μεγάλη τέχνη νικά. Και αυτός είναι ο λόγος που η τέχνη ήταν πάντα ένα από τα μεγάλα πεδία μάχης για την ανθρωπότητα. Διότι, εάν ένας πληθυσμός δεν είναι σε θέση να λάβει όμορφες και παθιασμένες συλλήψεις που σέβονται τον άνθρωπο και τη φύση στις σφαίρες των τεχνών, το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας δεν θα μπορέσει ποτέ να τις ακολουθήσει στον πραγματικό κόσμο.
“Ένα αντικείμενο είναι τέλειο, όταν όλα όσα είναι πολλαπλά σε αυτό συμφωνούν με την ενότητα της έννοιας του. είναι όμορφο, όταν η τελειότητά του εμφανίζεται ως φύση. Η ομορφιά αυξάνεται, όταν η τελειότητα γίνεται πιο περίπλοκη και η φύση δεν υποφέρει τίποτα από αυτό. γιατί το έργο της ελευθερίας γίνεται πιο δύσκολο με τον αυξανόμενο αριθμό των ενώσεων και την ευτυχή επίλυσή του, επομένως, ακόμη πιο εκπληκτικό.” – Ο Καλλίας του Φρίντριχ Σίλερ ή για το Ωραίο
Ο Friedrich Schiller [1] εξέφρασε αυτό το συναίσθημα όταν ενθάρρυνε τους συναδέλφους του καλλιτέχνες να περιβάλλουν τους συγχρόνους τους με:
“Τις μεγάλες και ευγενείς μορφές της ιδιοφυΐας, και να τις περικλείει με τα σύμβολα της τελειότητας, έως ότου η φαινομενικότητα κατακτήσει την πραγματικότητα και η τέχνη θριαμβεύσει πάνω στην φύση…” -(NA XX, 336/E 111)
Σε ένα διάσημο ποίημα ενός άλλου μεγάλου ποιητή, του Johann Wolfgang von Goethe, «Σχετικά με το κρανίο του Schiller» ο Goethe εκφράζει την χαρά του για την πραγματοποίηση αυτής ακριβώς της ιδέας: η ύλη να σχηματίζεται από το πνεύμα και το πνεύμα να διαμορφώνεται σε ύλη. Η μεγάλη ειρωνεία, ωστόσο, είναι ότι ενώ η άποψη του Μοντερνιστή –που χαρακτηρίζεται ως «Νέα Κριτική» – ισχυριζόταν ότι δεν ασχολείται με την φιλοσοφία ή την φιλοσοφική φύση ενός ποιήματος, πίσω από αυτήν την κριτική προσέγγιση βρισκόταν ένα πολύ συγκεκριμένο αξιωματικό σύστημα, δηλαδή ότι η αλήθεια δεν μπορεί να είναι γνωστή -τουλάχιστον στην τέχνη- και ότι δεν υπάρχει εγγενής αξία στις καλλιτεχνικές ιδέες. ότι οι άυλες ιδέες δεν έχουν καμία σχέση με τον πραγματικό κόσμο και δεν είναι αναγνωρίσιμες ως ακριβή αντικείμενα σκέψης – μόνο τα συναισθήματα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ακριβείς και αντικειμενικά αναγνωρίσιμες εμπειρίες. Όλα όσα δεν μπορούσαν να ταξινομηθούν σε κάποια κατηγορία αντικειμενικής αισθητηριακής-αντιληπτικής ύπαρξης παραμερίστηκαν σε ένα σκοτεινό τμήμα γνωστό ως «μεταφυσική».
Έτσι, η φιλοσοφία του Μοντερνισμού -που χαρακτηρίζεται από τον οδηγό ποιημάτων του The Poetry Foundation ή την κριτική του TS Eliot στην Ωδή του Keats- αρκείται σε περιοριστική ανάλυση της «Ode on a Grecian Urn»[3] αποκλειστικά για την δημιουργία και τις επιπτώσεις της στις ευαισθησίες του κοινού. Είναι μια οπτική που έχει προκαλέσει μεγάλο ρήγμα στην ανάπτυξη της τέχνης και της σκέψης και στην ψυχή του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα.
Το αποτέλεσμα: οι μούσες της ποιητικής σύνθεσης είναι ουσιαστικά αλυσοδεμένες για περισσότερο από έναν αιώνα.
Τα σοβαρά ποιήματα θέλουν σοβαρή σκέψη.
Ακόμη και τα ανάλαφρα ποιήματα απαιτούν σοβαρή σκέψη, μόνο που οι σκέψεις έρχονται συχνά πιο εύκολα, γι’ αυτό και τις αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ανάλαφρες, σε αντίθεση με βαριές ή σημαντικές σε βαρύτητα. Η σοβαρή σκέψη και η προσπάθεια που καταβάλλει ένας νέος για να ανακαλύψει το νόημα ενός μεγάλου ποιήματος είναι το είδος της σοβαρής σκέψης που μπορεί στην συνέχεια να χρησιμοποιήσει και στην υπόλοιπη ζωή του. Είναι η ποιότητα της σκέψης που θα χρειαστεί να εφαρμόσουν σε πολλά από τα πιο σοβαρά ζητήματα της ζωής – τα μεγαλύτερα παράδοξά της -παράδοξα όπως η αγάπη, η θνητότητα, η δημιουργικότητα και η ύπαρξη κάποιου που ονομάζεται «σύμπαν». Η τέχνη πληροφορεί την σοβαρή μας σκέψη, εμπνέει τους αγγέλους της καλύτερης φύσης μας.
Σκεπτόμενοι δημιουργικά ή ποιητικά, δεν δεσμευόμαστε από τους προκαθορισμένους όρους και ορισμούς μιας δεδομένης κατάστασης, είμαστε ελεύθεροι να ανακαλύψουμε νέους τρόπους προσέγγισης των όρων και της ύλης μιας δεδομένης κατάστασης. Μας επιτρέπονται ιδέες και ματιές σε νέα επίπεδα αμετάβλητης γνώσης, ιδέες που επιμένουν ακόμη και όταν όλα τα στοιχεία και τα συμβάντα του κόσμου γύρω τους ξεθωριάζουν, μεταμορφώνονται ή μεταλλάσσονται με την πάροδο του χρόνου.
Η μοντερνιστική λογοτεχνική ορολογία θα περιλαμβάνει συχνά την απαίτηση της ακρίβειας -αλλά είναι ακρίβεια στην γλώσσα- όχι στις ιδέες. Η γλώσσα του Μοντερνιστή πρέπει να είναι σαφής, οι περιγραφές της άψογες, αλλά οι ιδέες τους δεν έχουν τέτοιες απαιτήσεις σε ακρίβεια. Αυτή είναι μια πολύ συνειδητή προκατάληψη και ξεκάθαρη περίπτωση όπου ο μοντερνιστής αποπειράται να χωρίσει την λογική από την ποίηση, τις ιδέες από την γλώσσα, την αλήθεια από την ομορφιά, εκτίθεται στην ίδια την πράξη της προσπάθειας να καλύψει τις προσπάθειές του, όπως ο κλέφτης που πιάνεται όχι επειδή βρέθηκε να διαπράττει έγκλημα, αλλά λόγω των ιχνών που άφησε στην προσπάθειά του να συγκαλύψει το έγκλημά του.
Το «Ένα» και το «Πολλοί»
«Η σιωπηλή μορφή σου μας πειράζει από τη σκέψη: όπως και η αιωνιότητα!» -Ode to a Grecian Urn του John Keats
Ο Keats επέλεξε ένα Grecian Urn για το θέμα του. Μια τέτοια καλλιτεχνική επιλογή δεν πρέπει να αγνοηθεί, ούτε η ιστορική σημασία της ελληνικής καλλιτεχνικής κληρονομιάς στην οποία φωτίζει ο Keats. Ο Keats φυσικά λάτρεψε την παράδοση της κλασικής Ελλάδας, την ομορφιά και την φυσικότητά της. Είχε εκτεθεί στα γλυπτά τους όταν επισκέφτηκε τα κλεμμένα Ελγίνεια Μάρμαρα. Τα μάρμαρα της Ελλάδας, ενώ είναι ακίνητα, καταφέρνουν να απαθανατίσουν στιγμές έντονης και συναρπαστικής δράσης. Οι αισθήσεις μας αντιλαμβάνονται κάτι σε πλήρη ακινησία, κι όμως, το μυαλό μας δονείται από συγκίνηση. Είμαστε αναγκασμένοι να αντιληφθούμε αυτό που δεν φαίνεται, αλλά που μας ωθεί να συλλάβουμε.
Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, γνωστά και ως “Ελγίνεια” Μάρμαρα, είναι μια συλλογή από κλασικά ελληνικά μαρμάρινα γλυπτά που κατασκευάστηκαν υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα και γλύπτη Φειδία και των βοηθών του. Αρχικά ήταν μέρος του ναού του Παρθενώνα και άλλων κτιρίων στην Ακρόπολη των Αθηνών. Αφαιρέθηκαν βάναυσα κα κλάπηκαν από τον Τόμας Μπρους, 7ο κόμη του Έλγιν, πρέσβη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1799 μέχρι το 1803, και μεταφέρθηκαν στην Βρετανία το 1806. Εκμεταλλευόμενος την Οθωμανική ηγεμονία στην Ελληνική επικράτεια, ισχυρίστηκε ότι κατάφερε και απέκτησε φιρμάνι από τις οθωμανικές αρχές για την αποκαθήλωσή τους από τον Παρθενώνα με σκοπό την μέτρηση και την αποτύπωσή τους σε σχέδια, και στην συνέχεια προχώρησε στην αφαίρεση και φυγάδευσή τους. Η ύπαρξη φιρμανιού και, αν υπήρχε, το ακριβές πνεύμα της άδειας, αμφισβητείται. Το 2019 Τούρκοι ερευνητές υποστήριξαν ότι δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο φιρμάνι.
Η συλλογή περιλαμβάνει μερικά από τα γλυπτά των αετωμάτων, των μετοπών, που απεικονίζουν μάχες μεταξύ των Λαπίθων και των Κενταύρων, αλλά και της ζωφόρου του Παρθενώνα που κοσμούσε το ανώτερο τμήμα των τοίχων του σηκού του ναού σε όλο τους το μήκος. Ως εκ τούτου, αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 1/2 από ό,τι απομένει από τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα που διασώθηκε: 75 μέτρα από τα αρχικά 160 μέτρα, 15 από τις 92 μετόπες, 17 τμηματικές μορφές από τα αετώματα, όπως επίσης και άλλα τμήματα της αρχιτεκτονικής. Τα ΚΛΕΜΜΕΝΑ αποκτήματα του Έλγιν περιλαμβάνουν ακόμη αντικείμενα από άλλα κτήρια της Αθηναϊκής Ακρόπολης: το Ερέχθειο, που μεταβλήθηκε σε ερείπιο κατά τον ελληνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-33), τα Προπύλαια και τον Ναό της Αθηνάς Νίκης. Ο Έλγιν πήρε περίπου τα μισά από τα γλυπτά του Παρθενώνα και από τα υπόλοιπα δημιουργήθηκαν εκμαγεία σε γύψο. Έκτοτε τα κλεμμένα Μάρμαρα αναφέρονται από τους αδαείς ως “Ελγίνεια”.
Η ελληνική γλυπτική αναγνωρίζεται από την χαρακτηριστική της ειρωνεία. Στην κλασική ελληνική γλυπτική, η ειρωνεία επικοινωνείται μέσω της παράθεσης διαφορετικών πράξεων. Οι αισθήσεις μας αιχμαλωτίζονται γιατί η εμπειρία, η αισθητική του έργου, μας αναγκάζει να αναζητήσουμε κάτι που δεν υπάρχει, κάτι που βρίσκεται μπροστά και πέρα από εμάς. Με τον ίδιο τρόπο, η ποίηση είναι αυτό που δεν λέγεται, είναι αυτή που διεγείρει μια νέα συνείδηση ή αυξημένη επίγνωση στο μυαλό μας. Είναι μια συνείδηση που επιτρέπει στο μυαλό μας να αντιληφθεί αυτό που οι άμεσες αισθήσεις και εντυπώσεις μας δεν μπορούν. Έτσι, η μεγάλη τέχνη έχει πάντα μια υπερβατική ποιότητα, μας προκαλεί να λύσουμε το παράδοξο μεταξύ του πεπερασμένου και του άπειρου, του ορατού και του αόρατου, του «Ένα» και του «Πολλού».
Ωστόσο, αν στρέψουμε την προσοχή μας πίσω στο πώς ένας μοντερνιστής ή σύγχρονος κριτικός στον οδηγό ποιημάτων του The Poetry Foundation περιγράφει το συναίσθημα που εκφράζει η Ode του Keats, θα βρούμε κάτι πολύ διαφορετικό και εντελώς ξένο από μια παράδοση που υπάρχει και μεταφέρεται εδώ και χιλιετίες:
“Ο Keats περιβάλλει την Ode με όλες αυτές τις πιεστικές ερωτήσεις και προσπαθεί να μας διαβεβαιώσει στο τέλος με την σοφία του. Ωστόσο, οι αμφιβολίες μας παραμένουν ακόμη και σε όλο αυτό τον εξαίσιο ήχο και το σχήμα -παράδοξα για την τέχνη και την ζωή, την ομορφιά και την αλήθεια- και γι’ αυτό μας ελκύει συνεχώς αυτό το ποίημα. Αυτό που είναι αληθινό δεν είναι πάντα όμορφο και αυτό που είναι όμορφο δεν είναι πάντα αληθινό.
Η αρνητική ικανότητα μπορεί να είναι μια φαντασίωση ταύτισης με τον Άλλο. Ο ελληνικός κόσμος δεν ήταν καθόλου ιδανικός -ο ποιητής δεν μπορεί να ξεφύγει από τον πόνο του, όμως ο πόνος του μπορεί να κάνει ένα υπέροχο ποίημα. Το ποίημα και η Ode δεν έχουν ένα νόημα. Το θέμα είναι να το «παρατραβήξουμε», να σταθούμε στα δύσκολα παράδοξα, στις ερωτήσεις και στα επιφωνήματα, και να μην μείνουμε στο απλό ή στο πραγματικό. Να είσαι άνθρωπος και θνητός και να μην θέλεις να είσαι και να θέλεις να κάνεις τέχνη.”
Το ερώτημα δεν είναι αν το ποίημα έχει πολλές έννοιες ή όχι, αλλά ότι υπάρχει Αλήθεια και συνοχή μεταξύ αυτών των νοημάτων. Ο Keats ανοίγει το ποίημα περιγράφοντας την Υδρία ως κάτι που μας λέει μια ιστορία με τρόπους που ξεπερνούν οτιδήποτε θα μπορούσε να περιγράψει στους δικούς του στίχους ή απλώς να δοθεί ως κάποια ιστορική αφήγηση:
«Ο ιστορικός Sylvan που δεν μπορεί έτσι να εκφράσει μια ανθισμένη ιστορία πιο γλυκά από την ομοιοκαταληξία μας».
Ο Κιτς γίνεται ο συνομιλητής αυτής της φαινομενικά διαχρονικής αλλά βουβής πηγής σοφίας.
Στην δεύτερη στροφή, ακολουθούν μια σειρά από ερωτήματα και παράδοξες δηλώσεις:
“…Γλυκές οι μελωδίες που ακούμε, όμως αυτές
οπού δεν ακουστήκαν, πιο γλυκές….”
“…Αυλοί απαλοί, παίζετε, αλλά για τις αισθήσεις όχι.
Με στροφές που αχούν στο νου μας μοναχά, πολύ πιο αγαπητές…”
Πριν τραγουδηθεί ή ερμηνευτεί οποιαδήποτε μελωδία, δεν υπάρχει; Καλούμαστε να συλλάβουμε αυτό που προηγείται κάθε μελωδίας, την πηγή από την οποία γεννιέται όλη η μελωδία -η μουσική του εσωτερικού μας αυτιού και η παρτιτούρα της ανθρώπινης καρδιάς. Ο Keats μας μεταφέρει σε ένα αιθέριο βασίλειο, τα αντικείμενα που μας παρουσιάζει δεν είναι αντικείμενα της αίσθησης, αλλά αντικείμενα του νου.
Για τον μηδενιστή, τον υπαρξιστή, τον μοντερνιστή ή τον σύγχρονο στοχαστή, αυτές είναι πολύ ενοχλητικές υπεροψίες, επειδή ο μηδενιστής, ο υπαρξιστής, ο μοντερνιστής και ο σύγχρονος στοχαστής βασίζονται στην παράδοση του «Διαφωτισμού» όπου μόνο αυτό που ήταν εμπειρικά αντιληπτό μπορούσε να γίνει αποδεκτό ως «πραγματικό». Το τι ήταν αληθινό, δηλ. η Αλήθεια, έγινε θέμα των πέντε αισθήσεων. Δεν θα μπορούσε κανείς να μιλήσει αντικειμενικά για αυτό που δεν φαινόταν, δεν ακούστηκε, δεν μύρισε, δεν άγγιξε ή δεν γεύτηκε …κι όμως ο Keats το κάνει.
Ο Keats αναπτύσσει διάφορα αντικείμενα σκέψης, «αινιγματικές» εικόνες, στην δεύτερη στροφή του, που αναγκάζουν το μυαλό να συλλάβει μη κυριολεκτικά, αλλά εξίσου αντικειμενικά οριζόμενα σκεπτικά-αντικείμενα ή «γκεστάλτ»[2]. Είναι μέσω της ειρωνικής αντιπαράθεσης αυτών των «σκέψεων-αντικειμένων» που μπορεί κανείς να φτάσει στο ανώτερο μεταφορικό νόημα του Keats, ή την μεταφορά των μεταφορών, σχετικά με την στενή σχέση μεταξύ «Ομορφιάς» και «Αλήθειας».
Αρνητική ικανότητα
Στο δεύτερο μέρος της δεύτερης στροφής, ο Keats απευθύνεται απευθείας στους εραστές στην “Ωδή”.
“…Γλυκές οι μελωδίες που ακούμε, όμως αυτές
οπού δεν ακουστήκαν, πιο γλυκές.
Αυλοί απαλοί, παίζετε, αλλά για τις αισθήσεις όχι.
Με στροφές που αχούν στο νου μας μοναχά, πολύ πιο αγαπητές.
Έφηβε ωραίε! Που το τραγούδι δε μπορείς ν’ αφήσεις
κάτω απ’ τα δέντρα, ουδέ κι’ αυτά τα φύλλα τους να χάσουν,
ποτέ φιλιά δε θα χαρείς, απότολμε εραστή!
Αν και σιμά φτασμένος στο σκοπό σου, δε θ’ αγγίξεις
την ευτυχία· μα μη λυπάσαι, δε θα μαραθεί
ποτέ! και πάντα θα την αγαπάς και θάναι ωραία…”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Έχουν παγώσει στον χρόνο, δεν μπορούν να επιτύχουν το αντικείμενο του πόθου τους, αλλά για αυτόν ακριβώς το λόγο, το πάθος και η αγάπη τους δεν μπορούν ποτέ να σβήσουν. Ο Keats απολαμβάνει την φαινομενική αναστολή της πραγματικότητας που συλλαμβάνεται από την στατική φύση της Υδρίας και προχωρά στην εξερεύνηση όλων των ποιητικών της δυνατοτήτων. Ωστόσο, αυτά δεν είναι ελευθερία συνεταιρισμών που ο Keats υποθέτει, είναι η δύναμη και η ελευθερία που είναι εγγενής στην επιλογή του να επιτρέψει στο μυαλό του να εξερευνήσει τις δυνατότητες που έχει μπροστά του -την «Αρνητική Ικανότητα» του -χωρίς απαραίτητα να έχει όλες τις απαντήσεις, δηλαδή να μην γνωρίζει απαραίτητα σε τι θα οδηγήσουν- αυτό ορίζει μια τεράστια δημιουργική ένταση ανάμεσα στο παρελθόν, το παρόν, το μέλλον και όλους τους χρόνους, είμαστε στο χείλος της Αιωνιότητας. Αυτό καθορίζει την δύναμη της «Αρνητικής Ικανότητας» του Κιτς, όπως την ανέφερε ο Κιτς σε μια από τις επιστολές του, όπου συζητούσε τα σονέτα του Σαίξπηρ.
Αυτή η «αρνητική ικανότητα» –η δύναμη και η ελευθερία της φαντασίας– δεν είναι μόνο η ουσία της μεγάλης ποίησης, είναι η ουσία κάθε επιστήμης. Ο επιστήμονας ή ο ποιητής παρουσιάζεται με ένα σύνολο αντικειμενικών γεγονότων, εικόνων ή αντιλήψεων, και στην συνέχεια πρέπει να προχωρήσει στην φαντασία, σε ποιες πιθανότητες, δηλ. οι πραγματικότητες θα μπορούσαν να εξηγήσουν την ύπαρξη των γεγονότων που έχουν μπροστά τους. Είναι μια αυστηρή διαδικασία, και επίσης γινόμαστε πιο άνετοι και συνηθισμένοι καθώς υιοθετούμε την δημιουργικότητα ως τακτική συνήθεια, αντί για απλές τυχαίες λάμψεις κι αναλαμπές στην φαντασία μας, που μπορεί να μην ωριμάσουν ποτέ πλήρως.
Στην περίπτωση της ποίησης, τα ίδια τα «γεγονότα», τα κατηγορήματα ενός έργου τέχνης μπορούν επίσης να φανταστούν και στην συνέχεια να διερευνηθούν περαιτέρω οι δυνατότητες αυτών των οραματισμένων πραγματικοτήτων. Από αυτή την άποψη, το αποτέλεσμα του υψηλού επιπέδου «αρνητικής ικανότητας» του Keats είναι η καθαρή διαχρονική Ομορφιά και Σοφία.
“Ω σεις, που δε θα χάσετε, καλότυχοι θαλλοί,
τα φύλλα, ούτε την άνοιξη θ’ αφήσετε ποτέ!
Και που χωρίς αποσταμό, τραγουδιστή,
θ’ αυλείς, και το τραγούδι σου αγέραστο θα μένει.
Ακόμα εσύ πιο ευτυχισμένη αγάπη, ευτυχισμένη!
Πάντα θερμή κι’ άξια χαρές ατέλειωτες να δίνεις,
πάντα τρεμάμενη κι αιώνια, δυνατή και νια,
απάνω από τ’ ανθρώπινο το πάθος θρονιασμένη
που αφήνει ξέχειλη από θλίψη την καρδιά,
κι αποσταμένη, μέτωπο καφτό, γλώσσα στεγνή!”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Αλλά αυτή η κατάσταση αναστολής κινουμένων σκέψεων δημιουργεί μια ένταση με την γνωστή πραγματικότητα του θνητού κόσμου μας: αν όλα αυτά τα πράγματα ξεθωριάσουν, τι μένει; Σε τι μπορούν να προσκολληθούν οι θνητοί; «Τίποτα», λέει ο μηδενιστής. «Ό,τι θέλεις , δεν πειράζει» λέει ο υπαρξιστής. «Τίποτα, ή ακόμα κι αν υπάρχει, δεν μπορούμε να ξέρουμε», λέει ο γνωστικός. Αλλά ο Keats δεν λέει τίποτα από τα παραπάνω. Ο Κιτς πιστεύει στην ύπαρξη της δημιουργικότητας ως δύναμης στην ιστορία και αυτός ο κόσμος είναι η «κοιλάδα» του «δημιουργού ψυχής».
Όλες οι ιδέες που συνελήφθησαν ποτέ είχαν συλληφθεί μέσα σε ένα δημιουργικό μυαλό. Καμία από την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, πέρα από το κυνήγι και την περισυλλογή, δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί χωρίς η ανθρώπινη δημιουργική διαδικασία να δημιουργήσει νέες ιδέες, νέες μεταφορές για να κατανοήσουμε το σύμπαν που κατοικείται από τον θνητό εαυτό μας. Το να χρησιμοποιήσουμε στην συνέχεια την γνώση που παρέχουν τέτοιες ιδέες για να δημιουργήσουμε νέους τρόπους ύπαρξης, νέες πλατφόρμες οικονομίας, τεχνολογίες και μια τελικά ατελείωτη διαδικασία εξόρυξης του άπειρου πλούτου που είναι εγγενής στο ανθρώπινο μυαλό, ορίζει το είδος μας ως μοναδικά δημιουργικό. Όλα τα άλλα θα ξεθωριάσουν. Ωστόσο, η ύπαρξη της δημιουργικής διαδικασίας και οι καρποί της δεν μπορούν ποτέ να καταστραφούν γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, γιατί ποτέ δεν είχαν συλληφθεί σε έναν υλικό κόσμο και όμως, η Αλήθεια τους είναι αντικειμενικά αποδεδειγμένη, μια Αλήθεια που το μυαλό μπορεί να την αντιληφθεί και στην συνέχεια να ενεργήσει με μια νέα αυξημένη επίγνωση.
Όλη αυτή η φιλοσοφία πάνω σε δύο ποιητικές γραμμές;
Ναι! Αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο. Η ποίηση λέει ό,τι η Αλήθεια, δεν μπορεί απλά να ειπωθεί κυριολεκτικά, αλλά μπορεί ν’ ανακαλυφθεί -να την ανακαλύψει ο νους μας- γιατί μόνο το μυαλό μας μπορεί να κάνει ανακαλύψεις, ακόμα κι αν οι αισθήσεις μας δεν μπορούν. Τα ανθρώπινα όντα κατοικούν και στον κόσμο του νου και της ύλης, συμμετέχουμε και στο πεπερασμένο και στο άπειρο, είμαστε και οι δύο «Ένας» και «Πολλοί».
Κεφάλαιο III: Πειράξτε μας από την σκέψη.
Όλα όσα χρειάζονται για να κατανοήσουμε ένα σπουδαίο κλασικό ποίημα -ή οποιοδήποτε σπουδαίο κλασικό έργο τέχνης- βρίσκονται ήδη μέσα στο έργο (η ιστορική, βιογραφική και άλλη σχετική γνώση θα χρησιμεύσει μόνο για να καταδείξει την διαχρονική και άπειρη φύση της σοφίας που ενσωματώνεται σε ένα μεγάλο κομμάτι της τέχνης). Στο βαθμό που ένα έργο στερείται της εν λόγω ιδιότητας κατανοητότητας, είναι αποσπασματικό.
Η ικανότητα του καλλιτέχνη ορίζεται από την ικανότητά του να πλέκει αυτά τα θραύσματα σε ένα αρμονικό σύνολο, όχι μόνο ένα αρμονικό σύνολο εικόνων, αλλά ένα αρμονικό σύνολο ιδεών που ορίζεται από «τις λειτουργίες του ανθρώπινου μυαλού», η αρμονική ανάλυση των μερών των «Πολλών» σε ένα σύνολο του «Ενός» μας επιτρέπει στην συνέχεια να ανακαλύψουμε αυτό το σύνολο στο «Ένα» σε κάθε προηγούμενο μέρος των «Πολλών». Παραδόξως, το «Ένα» που δεν έχει μέρη, επιτυγχάνεται μόνο με την αναγνώριση των «Πολλών». Το άλμα ανάμεσα στο «Ένα» και στα «Πολλά» είναι το μέτρο της Αιωνιότητας.
Περισσότερο από την φύση και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στο σύμπαν, η τέχνη προσφέρει στην ανθρωπότητα τα ιδανικά της τελειότητας, ιδανικά που μπορεί να μην επιτευχθούν ποτέ πλήρως, αλλά για αυτόν ακριβώς τον λόγο, το ανθρώπινο είδος μπορεί πάντα να επιδιώκει και να συνεχίζει να βελτιώνεται. Ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Γκότφριντ Λάιμπνιτς το ονόμασε αυτό, «η αναζήτηση της ευτυχίας».
Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε το Beauty is Truth, μια ανώτερη αλήθεια που ξεπερνά τις πιο ατυχείς πραγματικότητες ενός παροδικού κόσμου, γιατί υπάρχει μια ευδιάκριτη ανώτερη αλήθεια που δείχνει ότι αυτές οι τραγωδίες δεν είναι απαραίτητες , ακόμα κι αν συμβαίνουν και πιθανότατα θα συνεχίσουν να συμβαίνουν, ότι η φύση και το σύμπαν είναι γεμάτα αβεβαιότητα δεν είναι κάτι για να θρηνήσουμε, αλλά να αποδεχθούμε και να αγκαλιάσουμε, μια φύση που θα πρέπει να κάνει ένα ευγενές πνεύμα να ενισχύσει μόνο την αποφασιστικότητα και την πίστη του στην ανάγκη συμμετοχής και περαιτέρω επεξεργασίας της δημιουργικής καλοσύνης του ανθρώπου είδος.
Τώρα, έχοντας μας κρατήσει σε έναν κόσμο αιωρούμενης πραγματικότητας για αιώνες, με τις δύο τελευταίες γραμμές της τρίτης στροφής της “Ωδής”, ο Κιτς μας υπενθυμίζει ότι αυτό είναι μόνο ένα όραμα και ότι πρέπει τώρα να μας φέρει πίσω στην θνητή μας κοιλάδα.
Στην τέταρτη στροφή, ο Keats ξεφεύγει από όλες τις προηγούμενες σκέψεις και εικόνες, αλλά το κάνει με νόμιμο τρόπο. Αυτό που δημιουργεί ο Κιτς δεν είναι, μια κυβιστική εικαστική συγχώνευση ανόμοιων μερών –ένα «Πολλοί» χωρίς το «Ένα»– αντίθετα στρέφει την προσοχή μας σε μια άλλη σκηνή στην Υδρία, μια θυσία:
Ποιοι νάναι πούρχονται για την θυσία; σε ποιο βωμό
χλωρό οδηγείς, μυστηριακέ ιερέα, το δαμάλι
που μουγγανίζει ανήσυχα κατά τον ουρανό
κι’ άνθια στολίζουνε τα μεταξένια του πλευρά;
Ποια μικρή πόλη, σε γιαλό κοντά, είτε σε βουνό
σκαρφαλωμένη, με το κάστρο της το ειρηνικό,
άδεια απ’ ανθρώπους έμεινε τούτο το ευλαβικό
πρωί; Πόλη μικρή, θα μείνουνε παντοτεινά
οι δρόμοι σου βουβοί, κι’ ουδέ ψυχή
ξανά θα στρέψει, το γιατί ερημώθηκες να πει…”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Αν και δεν έχει καμία λογική σχέση με την σκηνή που προηγήθηκε αυτή καθεαυτή, ο Keats συνεχίζει να χτίζει πάνω στην ένταση που έχει δημιουργήσει, υποστηρίζει ότι η ένταση –το «Ένα» είναι ακόμα παρόν– και επιδιώκει να το ξεδιπλώσει περαιτέρω, εξερευνά την ‘υδρία’ για όλο τον πιθανό πλούτο και πραγματικότητά της για να φτάσει σε ένα υψηλότερο επίπεδο πραγματικότητας, μια υπερβατική αλήθεια που βρίσκεται κάτω από όλες τις εικόνες που έχει βιώσει, προκαλώντας τον αναγνώστη να τοποθετηθεί μέσα στο παγκόσμιο τόξο της ιστορίας.
Ο Guthrie είχε δίκιο που τόνισε την εγγενή ένταση της εμπειρίας του Keats στην αρχή του οδηγού του The Poetry Foundation:
“Η ‘υδρία’ του, ένα φανταστικό σύνθετο, αντανακλάται στις φιλοσοφικές και συναισθηματικές ανησυχίες του Keats και περιέχει την αμφιθυμία του για την τέχνη και την ζωή μέσα στα πλούσια, διφορούμενα τροπάρια και λεξιλόγιά της. Πράγματι, οι αμφιθυμίες του ποιήματος στοιχειώνουν ακόμη τους αναγνώστες του.”
Ωστόσο, το να πούμε ότι ο Keats δεν μπόρεσε να εμπλακεί με το αρχαίο αντικείμενο δεν είναι αλήθεια, είναι το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει. Η αλληλεπίδρασή του με την ‘υδρία’ είναι άπειρη, όλη η αλληλεπίδραση της ανθρωπότητας με την ‘υδρία’ είναι άπειρη. Ενώ η ανθρωπότητα δεν μπορεί ποτέ να γνωρίσει όλες τις ιδιαιτερότητες ενός άπειρου, μπορεί να κατανοήσει την έννοια του άπειρου, χωρίς αυτό η έννοια του πεπερασμένου γίνεται παράλογη.
Ενώ μπορεί να μην γνωρίσουμε ποτέ την «μικρή πόλη» που είναι ζωγραφισμένη στην ελληνική ‘υδρία’, βρισκόμαστε με μια νέα αυξημένη συνείδηση και ευαισθησία για το σύνολο του χρόνου και της ιστορίας, που αν και ποτέ δεν θα μάθουμε ή θα εξοικειωθούμε με την συντριπτική πλειοψηφία των γεγονότων και των ανθρώπων της ιστορίας, είμαστε ακόμη ικανοί να αντιληφθούμε την ολότητα της ιστορικής διαδικασίας ως ένα ενιαίο «Ένα», και είμαστε σε θέση να τοποθετηθούμε μέσα σε αυτό το παγκόσμιο ιστορικό τόξο και να ενεργήσουμε σύμφωνα με αυτό.
Φτάνοντας στην τελευταία στροφή, ο Keats ανακατευθύνει τώρα την πρόθεσή του μακριά από τις μεμονωμένες εικόνες και πίσω προς την ίδια την ‘υδρία’.
“…Γραμμή αττική! γύροι λαμπροί οπού νησί και κόρες
σαν πλοκαμοί, στο μάρμαρο εργασμένοι τεχνικά,
σας τριγυρνούν, με πατημένα χόρτα και κλαδιά,
το στοχασμό μας ξεπερνά η σιωπηλή σου γλώσσα,
καθώς η αιωνιότητα. Ψυχρή γραφή
βουκολική! Τα χιόνια τούτη την γενιά σα σβύσουν,
εσύ θε να σταθείς του ανθρώπου φίλη αληθινή,
μέσ’ στις μελλούμενες τις λύπες να του λες:
«Η ομορφιά είν’ αλήθεια, η αλήθεια είν’ ομορφιά.»
Νά τί ’ναι που έμαθες στον κόσμο,
τί χρωστάς να ξέρεις!”
-John Keats «Ode on a Grecian Urn»
Ο Keats αντιμετωπίζει την ‘υδρία’ ως κάτι που δεν έχει μόνο τις ρίζες του στο παρελθόν, αλλά και στο μέλλον. Ή καλύτερα να πούμε, οι ιδέες που συμβολίζονται από την ‘υδρία’ δεν κατοικούν στο παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον, είναι αιώνιες, μπορούν να ανακαλυφθούν ξανά και θα πρέπει να ανακαλύπτονται ξανά από κάθε νέα γενιά.
Κεφάλαιο IV: Συμπέρασμα.
Στην καρδιά κάθε μεγάλης τέχνης βρίσκεται μια ένταση, μια ένταση ανάμεσα σε αυτό που μπορούμε να συλλάβουμε και σε αυτό που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε ή να συλλάβουμε πλήρως. Ανάμεσα στο άπειρο χάσμα που υπάρχει μεταξύ της ατομικής μας θνησιμότητας και της αθανασίας του είδους μας, μεταξύ του σύμπαντος στο πεπερασμένο του παρόν και του απεριόριστου μέλλοντός του. Και όμως, τα ανθρώπινα όντα μπορούν να ευδοκιμήσουν μόνο εάν είναι πρόθυμα να αγκαλιάσουν αυτήν την παράδοξη πραγματικότητα και να ζήσουν μια ζωή ενημερωμένη από τέτοια παράδοξα, δηλαδή να επιλέξουν να είναι δημιουργικοί και να συμμετέχουν στην συνέχεια της ανθρώπινης εξέλιξης σε επόμενες γενεές και σε όλες τις εποχές. Χωρίς αυτό το «Ένα», το «Πολλοί» είναι χωρίς νόημα.
Χωρίς κατανόηση της εξελισσόμενης διαδικασίας του «Ode on a Grecian Urn», η τελική του δήλωση δεν έχει νόημα. Μπορεί να επιλέξουμε να αποδεχτούμε και να αγκαλιάσουμε την ομορφιά και την αλήθεια της ‘ωδής’ του Keats, ή μπορεί απλώς να γίνουμε υπαρξιστές απασχολημένοι με την δημιουργία των προσωπικών μας αφηγήσεων αντί να επιλέξουμε να μοιραστούμε και να συμμετάσχουμε στην κοινή ιστορία της ανθρωπότητας.
Ο μοντερνισμός είναι ουσιαστικά οι «Πολλοί» χωρίς το «Ένα», ο κλασικισμός, η κλασική παράδοση της αρχαίας Ελλάδας, η ιταλική παράδοση του Δάντη και του Πετράρχη, η αγγλική παράδοση του Σαίξπηρ και του Κιτς, η γερμανική παράδοση του Σίλερ και του Γκαίτε αποτελούν παράδειγμα του τι συμβαίνει όταν το «Ένα» ενώνεται με το «Πολλοί».
Το άτομο που τοποθετεί την ταυτότητά του και την δράση του στο μέλλον -που σκέφτεται και δρα για γενιές που είναι ακόμη αγέννητες- δρα αθάνατα. Το άτομο που είναι πάντα κολλημένο στο άμεσο παρόν, συχνά αισθάνεται σαν να πεθαίνει. Ο εικοστός πρώτος αιώνας έχει αναμφισβήτητα ολόκληρες γενιές που σκέφτονται και αισθάνονται έτσι και πρέπει επομένως να αναζητά αιώνια τον επόμενο αντιπερισπασμό. Ωστόσο, το να ενεργεί κανείς ως αληθινά δημιουργικό ανθρώπινο ον, μπορεί να είναι εφικτό μόνο αν πρώτα έχει αγκαλιάσει την δική του θνητότητα. Το “Ode on a Grecian Urn” είναι μια από τις πιο όμορφες εκφράσεις ενός ανθρώπου που ασπάζεται ακριβώς αυτή την ιδέα, της ένωσης του “Ένα” και των “Πολλών” και γιορτάζει την απαράμιλλη ικανότητα της τέχνης, να εμπνέει αυτή την λαχτάρα στο σύνολο του ανθρώπου. Η «Ωδή σε μια Ελληνική Υδρία» είναι η εκστατική και εκφραστική αντίδραση του Keats σ’ αυτήν την ιδέα.
--------------------
Υποσημειώσεις:
[1] Στις 26-27 Μαΐου 1789, ο Σίλερ έδωσε την διάλεξη με τίτλο «Τι είναι και προς ποιον σκοπό μελετάμε την Παγκόσμια Ιστορία;» στο Πανεπιστήμιο της Jena. Ήταν η πρώτη του διάλεξη στην νέα του θέση ως Καθηγητής Ιστορίας. Η φήμη του νεαρού Σίλερ ήταν ήδη τέτοια που, για την πρώτη του διάλεξη, η τάξη ήταν γεμάτη. Μια εικονική πορεία εκατοντάδων μαθητών έλαβε χώρα στον δρόμο, προς μεγάλη διασκέδαση του Σίλερ, για να εξασφαλίσει μια μεγαλύτερη τάξη, προτού ο Σίλερ προλάβει να ξεκινήσει.
[2]Η ψυχολογία Γκεστάλτ (γερμανικά: Gestaltpsychologie), ακαδημαϊκά γνωστή και ως μορφολογική ψυχολογία, είναι ένας τρόπος αντιμετώπισης ατόμων που αισθάνονται ανήσυχα, πως κάτι δεν πάει καλά. Η θεραπεία στηρίζεται στην ιδέα πως είναι καλύτερα να ζήσουμε αυτό που αισθανόμαστε “εδώ και τώρα” και όχι να συνεχίσουμε να σκεπτόμαστε το παρελθόν ή να ανησυχούμε για το μέλλον. Ο στόχος είναι να βοηθηθεί το άτομο να συνειδητοποιήσει τις σκέψεις του, τις συμπεριφορές του, τις εμπειρίες του και τα συναισθήματά του και να αναλάβει την ευθύνη γι’ αυτά.
Με άλλα λόγια, να επικεντρωθεί το άτομο στις διαδικασίες που συμβαίνουν μέσα του με αφορμή τα εξωτερικά ερεθίσματα, αποφεύγοντας τα νοητικά παιχνίδια που διεγείρονται αυτόματα και λειτουργούν ασυνείδητα. Η μέθοδος αποτέλεσε μέρος αυτού που ονομάστηκε ουμανιστική ψυχολογία και διαμορφώθηκε από τους Φριτς Περλς, Λάουρα Περλς και Πολ Γκούντμαν (σχολή του Βερολίνου) στις δεκαετίες ’40 και ’50. Στο επίκεντρο της θεραπείας Γκεστάλτ βρίσκεται η ιδέα της «συνειδητότητας» (αυτογνωσίας). Το άτομο ενθαρρύνεται να γνωρίσει τα προσωπικά του συναισθήματα και τις συμπεριφορές του, και το αποτέλεσμα που δημιουργούν στον κόσμο γύρω του.
[3] Στο ποίημα αυτό, γραμμένο το 1819, ο ποιητής διατρανώνει την πίστη του στην αρχαία ελληνική τέχνη ως αυτοδίκαιο φορέα ανθρωπιστικών αξιών και παράλληλα πραγματοποιεί μια υποδειγματική, για την αισθητική του 19ου αιώνα, «έκφραση».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)








