Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2023

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΜΕΝΩΝ

ΠΛ Μεν 79e–81e

Ο Μένωνας διαμαρτύρεται για τη σωκρατική μέθοδο – Ο Σωκράτης αναφέρεται στη θεωρία της ανάμνησης

Ο Μένωνας επιχείρησε δύο φορές να ορίσει την αρετή (αυτό, άλλωστε, είναι και το θέμα του διαλόγου), αλλά οι ορισμοί του δεν άντεξαν στον έλεγχο του Σωκράτη και αυτός αντιδρά:


ΜΕΝ. Ὦ Σώκρατες, ἤκουον μὲν ἔγωγε πρὶν καὶ συγγε-
[80a] νέσθαι σοι ὅτι σὺ οὐδὲν ἄλλο ἢ αὐτός τε ἀπορεῖς καὶ τοὺς
ἄλλους ποιεῖς ἀπορεῖν· καὶ νῦν, ὥς γέ μοι δοκεῖς, γοητεύεις
με καὶ φαρμάττεις καὶ ἀτεχνῶς κατεπᾴδεις, ὥστε μεστὸν
ἀπορίας γεγονέναι. καὶ δοκεῖς μοι παντελῶς, εἰ δεῖ τι καὶ
σκῶψαι, ὁμοιότατος εἶναι τό τε εἶδος καὶ τἆλλα ταύτῃ τῇ
πλατείᾳ νάρκῃ τῇ θαλαττίᾳ· καὶ γὰρ αὕτη τὸν ἀεὶ πλησιά-
ζοντα καὶ ἁπτόμενον ναρκᾶν ποιεῖ, καὶ σὺ δοκεῖς μοι νῦν ἐμὲ
τοιοῦτόν τι πεποιηκέναι, [ναρκᾶν]· ἀληθῶς γὰρ ἔγωγε καὶ
[80b] τὴν ψυχὴν καὶ τὸ στόμα ναρκῶ, καὶ οὐκ ἔχω ὅτι ἀποκρίνωμαί
σοι. καίτοι μυριάκις γε περὶ ἀρετῆς παμπόλλους λόγους
εἴρηκα καὶ πρὸς πολλούς, καὶ πάνυ εὖ, ὥς γε ἐμαυτῷ ἐδόκουν·
νῦν δὲ οὐδ’ ὅτι ἐστὶν τὸ παράπαν ἔχω εἰπεῖν. καί μοι δοκεῖς
εὖ βουλεύεσθαι οὐκ ἐκπλέων ἐνθένδε οὐδ’ ἀποδημῶν· εἰ
γὰρ ξένος ἐν ἄλλῃ πόλει τοιαῦτα ποιοῖς, τάχ’ ἂν ὡς γόης
ἀπαχθείης.

ΣΩ. Πανοῦργος εἶ, ὦ Μένων, καὶ ὀλίγου ἐξηπάτησάς με.

ΜΕΝ. Τί μάλιστα, ὦ Σώκρατες;

[80c] ΣΩ. Γιγνώσκω οὗ ἕνεκά με ᾔκασας.

ΜΕΝ. Τίνος δὴ οἴει;

ΣΩ. Ἵνα σε ἀντεικάσω. ἐγὼ δὲ τοῦτο οἶδα περὶ πάντων
τῶν καλῶν, ὅτι χαίρουσιν εἰκαζόμενοι ―λυσιτελεῖ γὰρ αὐτοῖς·
καλαὶ γὰρ οἶμαι τῶν καλῶν καὶ αἱ εἰκόνες― ἀλλ’ οὐκ
ἀντεικάσομαί σε. ἐγὼ δέ, εἰ μὲν ἡ νάρκη αὐτὴ ναρκῶσα
οὕτω καὶ τοὺς ἄλλους ποιεῖ ναρκᾶν, ἔοικα αὐτῇ· εἰ δὲ μή,
οὔ. οὐ γὰρ εὐπορῶν αὐτὸς τοὺς ἄλλους ποιῶ ἀπορεῖν, ἀλλὰ
παντὸς μᾶλλον αὐτὸς ἀπορῶν οὕτως καὶ τοὺς ἄλλους ποιῶ
[80d] ἀπορεῖν. καὶ νῦν περὶ ἀρετῆς ὃ ἔστιν ἐγὼ μὲν οὐκ οἶδα, σὺ
μέντοι ἴσως πρότερον μὲν ᾔδησθα πρὶν ἐμοῦ ἅψασθαι, νῦν
μέντοι ὅμοιος εἶ οὐκ εἰδότι. ὅμως δὲ ἐθέλω μετὰ σοῦ
σκέψασθαι καὶ συζητῆσαι ὅτι ποτέ ἐστιν.

ΜΕΝ. Καὶ τίνα τρόπον ζητήσεις, ὦ Σώκρατες, τοῦτο ὃ
μὴ οἶσθα τὸ παράπαν ὅτι ἐστίν; ποῖον γὰρ ὧν οὐκ οἶσθα
προθέμενος ζητήσεις; ἢ εἰ καὶ ὅτι μάλιστα ἐντύχοις αὐτῷ,
πῶς εἴσῃ ὅτι τοῦτό ἐστιν ὃ σὺ οὐκ ᾔδησθα;

[80e] ΣΩ. Μανθάνω οἷον βούλει λέγειν, ὦ Μένων. ὁρᾷς
τοῦτον ὡς ἐριστικὸν λόγον κατάγεις, ὡς οὐκ ἄρα ἔστιν
ζητεῖν ἀνθρώπῳ οὔτε ὃ οἶδε οὔτε ὃ μὴ οἶδε; οὔτε γὰρ ἂν
ὅ γε οἶδεν ζητοῖ ―οἶδεν γάρ, καὶ οὐδὲν δεῖ τῷ γε τοιούτῳ
ζητήσεως― οὔτε ὃ μὴ οἶδεν ―οὐδὲ γὰρ οἶδεν ὅτι ζητήσει.

[81a] ΜΕΝ. Οὐκοῦν καλῶς σοι δοκεῖ λέγεσθαι ὁ λόγος οὗτος,
ὦ Σώκρατες;

ΣΩ. Οὐκ ἔμοιγε.

ΜΕΝ. Ἔχεις λέγειν ὅπῃ;

ΣΩ. Ἔγωγε· ἀκήκοα γὰρ ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν σοφῶν
περὶ τὰ θεῖα πράγματα―

ΜΕΝ. Τίνα λόγον λεγόντων;

ΣΩ. Ἀληθῆ, ἔμοιγε δοκεῖν, καὶ καλόν.

ΜΕΝ. Τίνα τοῦτον, καὶ τίνες οἱ λέγοντες;

ΣΩ. Οἱ μὲν λέγοντές εἰσι τῶν ἱερέων τε καὶ τῶν ἱερειῶν
ὅσοις μεμέληκε περὶ ὧν μεταχειρίζονται λόγον οἵοις τ’ εἶναι
[81b] διδόναι· λέγει δὲ καὶ Πίνδαρος καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν ποιητῶν
ὅσοι θεῖοί εἰσιν. ἃ δὲ λέγουσιν, ταυτί ἐστιν· ἀλλὰ σκόπει
εἴ σοι δοκοῦσιν ἀληθῆ λέγειν. φασὶ γὰρ τὴν ψυχὴν τοῦ
ἀνθρώπου εἶναι ἀθάνατον, καὶ τοτὲ μὲν τελευτᾶν ―ὃ δὴ
ἀποθνῄσκειν καλοῦσι― τοτὲ δὲ πάλιν γίγνεσθαι, ἀπόλλυσθαι
δ’ οὐδέποτε· δεῖν δὴ διὰ ταῦτα ὡς ὁσιώτατα διαβιῶναι τὸν
βίον· οἷσιν γὰρ ἂν―

Φερσεφόνα ποινὰν παλαιοῦ πένθεος

δέξεται, εἰς τὸν ὕπερθεν ἅλιον κείνων ἐνάτῳ ἔτεϊ

ἀνδιδοῖ ψυχὰς πάλιν,

[81c] ἐκ τᾶν βασιλῆες ἀγαυοὶ

καὶ σθένει κραιπνοὶ σοφίᾳ τε μέγιστοι

ἄνδρες αὔξοντ’· ἐς δὲ τὸν λοιπὸν χρόνον ἥρωες ἁγνοὶ

πρὸς ἀνθρώπων καλεῦνται.

Ἅτε οὖν ἡ ψυχὴ ἀθάνατός τε οὖσα καὶ πολλάκις γεγονυῖα,
καὶ ἑωρακυῖα καὶ τὰ ἐνθάδε καὶ τὰ ἐν Ἅιδου καὶ πάντα
χρήματα, οὐκ ἔστιν ὅτι οὐ μεμάθηκεν· ὥστε οὐδὲν θαυμαστὸν
καὶ περὶ ἀρετῆς καὶ περὶ ἄλλων οἷόν τ’ εἶναι αὐτὴν ἀναμνη-
σθῆναι, ἅ γε καὶ πρότερον ἠπίστατο. ἅτε γὰρ τῆς φύσεως
[81d] ἁπάσης συγγενοῦς οὔσης, καὶ μεμαθηκυίας τῆς ψυχῆς ἅπαντα,
οὐδὲν κωλύει ἓν μόνον ἀναμνησθέντα ―ὃ δὴ μάθησιν καλοῦσιν
ἄνθρωποι― τἆλλα πάντα αὐτὸν ἀνευρεῖν, ἐάν τις ἀνδρεῖος ᾖ
καὶ μὴ ἀποκάμνῃ ζητῶν· τὸ γὰρ ζητεῖν ἄρα καὶ τὸ μανθάνειν
ἀνάμνησις ὅλον ἐστίν. οὔκουν δεῖ πείθεσθαι τούτῳ τῷ
ἐριστικῷ λόγῳ· οὗτος μὲν γὰρ ἂν ἡμᾶς ἀργοὺς ποιήσειεν
καὶ ἔστιν τοῖς μαλακοῖς τῶν ἀνθρώπων ἡδὺς ἀκοῦσαι, ὅδε
[81e] δὲ ἐργατικούς τε καὶ ζητητικοὺς ποιεῖ· ᾧ ἐγὼ πιστεύων
ἀληθεῖ εἶναι ἐθέλω μετὰ σοῦ ζητεῖν ἀρετὴ ὅτι ἐστίν.

***
ΜΕΝ. ― Α, Σωκράτη, και πριν σε συναντήσω είχα ακούσει ότι δεν κάνεις τίποτε άλλο παρά να έχης απορίας και να τας εμπνέης και εις τους άλλους· και τώρα μου φαίνεται ως να μου έκαμες μαγικά και με επότισες φάρμακα και με ένα λόγον με έχεις υπνωτίσει, ώστε το κεφάλι μου εγέμισεν απορίας. Και αν μου επιτρέπεται να μεταχειρισθώ μίαν ειρωνικήν παραβολήν, μου φαίνεσαι ολωσδιόλου όμοιος και κατά την εμφάνισιν και κατά τα άλλα προς την πλατείαν εκείνην θαλασσίαν νάρκην [την μουδιάστρα]. Διότι και αυτή μουδιάζει όποιον την πλησιάση και την εγγίση, και συ μου φαίνεται ότι κάτι τέτοιο μου έκαμες. Διότι, μα την αλήθειαν, έχει μουδιάσει και η ψυχή μου και το στόμα μου και δεν είμαι εις θέσιν να σου αποκριθώ. Αν και έχω εκφωνήσει χιλιάδες φορές ένα σωρό λόγους περί αρετής και ενώπιον πολλών ανθρώπων, και μάλιστα πολύ ωραία, όπως ενόμιζα τότε· και τώρα δεν ημπορώ καν να ειπώ ολωσδιόλου τι πράγμα είναι. Και θαρρώ καλά το εσκέφθης και δεν εταξίδευσες καθόλου έξω από τας Αθήνας, ούτε έμεινες εις άλλον τόπον∙ διότι αν έκαμνες τέτοια πράγματα εις άλλην πόλιν, όπου θα ήσο ξένος, πολύ σύντομα θα σε συνελάμβαναν ως μάγον.

ΣΩ. ― Είσαι παμπόνηρος, αγαπητέ μου Μένων, και παρ' ολίγον να μου την καταφέρης.

ΜΕΝ. ― Διατί το λέγεις αυτό, Σωκράτη;

ΣΩ. ― Ξεύρω διατί μου έκαμες αυτήν την παρομοίωσιν.

ΜΕΝ. ― Διατί νομίζεις;

ΣΩ. ― Δια να σε παρομοιάσω και εγώ. Τα ξεύρω εγώ αυτά· όλοι οι ωραίοι χαίρονται όταν τους παρομοιάζουν, διότι τους συμφέρει· επειδή και αι παραβολαί δια τους ωραίους ωραίαι θα είναι. Αλλά δεν θα σου ανταποδώσω την παρομοίωσιν. Εγώ όμως, εάν μεν η νάρκη που παραλύει τους άλλους μουδιάζη και αυτή η ιδία, τότε δέχομαι ότι της ομοιάζω· ειδεμή, δεν το παραδέχομαι. Διότι εγώ δεν φέρω τους άλλους ∙εις αμηχανίαν, ενώ εγώ ο ίδιος τα ευρίσκω εύκολα, αλλά τους κάμνω να απορούν επειδή και εγώ ο ίδιος έχω περισσοτέρας απορίας από κάθε άλλον. Και τώρα περί της αρετής εγώ μεν δεν έχω ιδέαν τι πράγμα είναι, συ όμως ίσως το ήξευρες προτού έλθης εις επαφήν μαζί μου, τώρα δε ομοιάζεις με άνθρωπον που δεν το ξεύρει. Εν τούτοις είμαι πρόθυμος να εξετάσω και να προσπαθήσω να εύρω μαζί σου τι να είναι άραγε η αρετή.

ΜΕΝ. ― Και κατά ποίον τρόπον θ' αναζητήσης, Σωκράτη, ένα πράγμα που δεν ξεύρεις καθόλου τι είναι; Διότι ποίον από όλα τα πράγματα, που δεν γνωρίζεις, θα θέσης ως σκοπόν της αναζητήσεώς σου; Ή, έστω και αν συμπέση να το επιτύχης, πώς θα καταλάβης ότι είναι αυτό, το όποιον δεν εγνώριζες;

ΣΩ. ― Καταλαβαίνω τι θέλεις να ειπής, φίλε Μένων. Βλέπεις τι ωραία που μου το παρουσίασες αυτό το επιχείρημα και το κατήντησες εριστικόν, ότι δηλαδή δεν ημπορεί ο άνθρωπος ν' αναζητήση ούτε εκείνο που γνωρίζει, ούτε εκείνο που δεν γνωρίζει; Διότι δεν θα ήτο δυνατόν να ζητή εκείνο πού γνωρίζει αφού το γνωρίζει, και δεν χρειάζεται να ψάξη να το εύρη∙ ούτε εκείνο που δεν γνωρίζει· διότι δεν ξεύρει τι ν' αναζητήση.

ΜΕΝ. ― Και δεν παραδέχεσαι, Σωκράτη, ότι αυτός ο συλλογισμός είναι ισχυρός και τα λέγει καλά ;

ΣΩ. ― Εγώ; Όχι.

ΜΕΝ. ― Ημπορείς να μου ειπής εις ποίον σημείον σφάλλει;

ΣΩ. ― Βεβαίως· διότι έχω ακούσει από άνδρας και γυναίκας που ήσαν σοφοί εις τα θεϊκά πράγματα…

ΜΕΝ. ― Και τι έλεγαν;

ΣΩ. ― Λόγους ωραίους, κατά την γνώμην μου, και αληθινούς.

ΜΕΝ. ― Ποίοι ήσαν αυτοί οι λόγοι, και ποίοι τους έλεγαν;

ΣΩ. ― Όσοι μεν τα έλεγαν, είναι από τους ιερείς εκείνους και τας ιερείας, που το έχουν κάμει δουλειά τους να είναι ικανοί, να δώσουν λόγον δια τας λειτουργίας που εκτελούν· τα λέγει δε και ο Πίνδαρος και πολλοί άλλοι από τους ποιητάς, που είναι θεόπνευστοι. Λέγουν δε τα εξής: πρόσεξε όμως να ιδής αν οι λόγοι των σου φαίνωνται αληθινοί.

Λέγουν δηλαδή ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι αθάνατος, και άλλοτε μεν τελειώνει, οπότε λέγομεν ότι ο άνθρωπος αποθνήσκει, άλλοτε δε πάλιν γεννάται, ποτέ όμως δεν χάνεται. Δι' αυτό λοιπόν πρέπει κανείς να ζη όλην του την ζωήν όσον το δυνατόν συμφωνότερα προς την αγνότητα που επιτάσσουν οι θείοι νόμοι.

Γιατί απ' όσους πληρωμή της παλιάς τους αμαρτίας
θέλει η Περσεφόνη να δεχτή,
ξαναστέλνει σ' εννιά χρόνια στη γη μας τις ψυχές τους
κι' απ' αυτούς γεννιώνται αρχόντοι θαυμαστοί
κι' άντρες στη δύναμι τρανοί και στο μυαλό σπουδαίοι·
που πάντα ο κόσμος ήρωες αγνούς καλεί.

Επειδή λοιπόν η ψυχή είναι αθάνατος, και έχει γεννηθή επανειλημμένως, και έχει ιδεί όλα τα πράγματα, και εδώ και εις τον Άδην, δεν υπάρχει τίποτε που να μη το έχει μάθει· ώστε δεν πρέπει ν' απορήσωμεν εάν της είναι δυνατόν να ενθυμηθή και ως προς την αρετήν, και ως προς άλλα πράγματα, αυτά που εγνώριζε και από πριν. Διότι επειδή όλα τα πράγματα συγγενεύουν μεταξύ των, και αφού η ψυχή τα έχει μάθει κάποτε όλα, τίποτε δεν εμποδίζει τον άνθρωπον, μόλις ενθυμηθή το ένα, πράγμα που οι άνθρωποι ονομάζουν μόλις το μάθη, να επανεύρη πάλιν όλα τα άλλα, εάν έχη κανείς θάρρος και δεν κουράζεται με την αναζήτησιν· διότι και η αναζήτησις και η εύρεσις είναι όλα μαζί μία ανάμνησις.

Δεν πρέπει λοιπόν να πιστεύσωμεν εις εκείνον τον εριστικόν συλλογισμόν· διότι θα μας καθιστούσε νωθρούς και είναι ευχάριστος εις τους μαλθακούς και αδρανείς ανθρώπους, ενώ αυτός εδώ μας κάμνει ενεργητικούς και ερευνητικούς· και εγώ, επειδή έχω εμπιστοσύνην ότι αυτός είναι αληθής, είμαι πρόθυμος ν' αναζητήσω μαζί σου τι πράγμα είναι η αρετή.

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

2. Επίθετα με -τος (-τέος)

§ 368. Το επίθημα επιθέτων - to - βρισκόταν κατά την εποχή της ινδοευρωπαϊκής στα όρια μεταξύ σχηματισμού λέξεων και σχηματισμού τύπων. Γι' αυτό σε αρκετούς γλωσσικούς κλάδους έχει ενταχθεί απόλυτα στο κλιτικό σύστημα· πρβ. το λατ. - tus και το γερμανικό - tως καταλήξεις της μετοχής παθητικού παρακειμένου. Στα ελληνικά το -τος δεν είναι τόσο στενά συνδεμένο με το ρήμα· γι' αυτό χαρακτηρίζεται μόνο ρηματικό επίθετο, και όχι μετοχή. Παράλληλα το - to - μπορούσε επίσης να προσκολληθεί άμεσα σε θέματα ουσιαστικών· έτσι ακόμη ἀγέραστος 'χωρίς τιμητική ανταμοιβή' (γέρας)' (Όμ.) και μερικά άλλα, πρβ. λατ. ast ū tus 'πανούργος' από το astus 'πανουργία', barb ā tus 'γενειοφόρος' από το barba 'γένι' κ.τ.ό.· αυτό το - to -είναι ικανό για σχηματισμό σε περιορισμένη κλίμακα μόνο στην επεκταμένη μορφή του -ωτός, που ουσιαστικά ανήκει στα θέματα σε ο (πρβ. § 203 σχετικά με τη δημιουργία των ρημάτων σε -οῦν): κοντωτός 'εφοδιασμένος με κωπηλατικά κοντάρια (κοντοί)' (Διόδωρος), αλλά σύμφωνα με τέτοια πρότυπα έχει προσκολληθεί επίσης και σε συμφωνόληκτα θέματα: χειριδωτός 'εφοδιασμένος με μανίκια (χειρίδες) (Ηρόδοτος).

Σχετικά με το ρόλο του -τος στη σύνθεση δες § 62 , σχετικά με την "ενεργητική" σημασία ό.π. και § 105.

§ 369. Στα επίθετα σε -τος ανήκουν αρχικά και οι σχηματισμοί σε -τεί· δες § 352 .

Σχετικά με τη χρήση του - to - για το σχηματισμό τακτικών αριθμητικών (δέκα-τος από το δέκα) και υπερθετικών (-ισ-τος και -τα-τος) μπορεί εδώ να γίνει απλή υπόδειξη.

Και το -τέος μπορούμε εδώ να το παραβλέψουμε, επειδή η δημιουργία του δεν έχει διασαφηνιστεί με σιγουριά και επιπλέον επειδή έχει γίνει πολύ αμιγέστερος ρηματικός τύπος (αν και δεν ανήκει στους πιο συνηθισμένους) από το -τος.

Η Βουδιστική Ανθρωπολογία

Για τον Βούδα (ή για όποιον Βιώνει την Βουδική Φύση, την Βουδική Πραγματικότητα, ή αλλιώς την Κατάσταση της Απόλυτης Πραγματικότητας) Υπάρχει (Βιώνεται) Μια Μοναδική Πραγματικότητα. Υπάρχει Μία συνείδηση. Υπάρχει Μία Ύπαρξη. Αυτή η «Πραγματικότητα» (η Θαυμαστή Ύπαρξη) Ταυτόχρονα Βιώνει την Παγκόσμια Ενότητα (ή την Ενότητα της Μιας Ουσίας) και Παράλληλα Έχει Εμπειρία του «Περιορισμού», της «Τοπικότητας» και με αυτόν τον τρόπο έχει εμπειρία της «δυαδικότητας» βιώνοντας έτσι την «πολλαπλότητα».

Για την Αφυπνισμένη Ελεύθερη Συνείδηση η Ελευθερία και η «Τοπικότητα» δεν διαφέρουν, δεν αλληλοαποκλείονται και μπορούν να λειτουργούν μαζί χωρίς προβλήματα. Υπάρχει Μία Παγκόσμια Ουσία Εντός της Οποίας Σταφταλίζουν σαν στιγμιαίες καταστάσεις που ρέουν όλα τα φαινόμενα. Όλα αυτά δεν είναι «ανύπαρκτα» αλλά δεν έχουν «δική τους ουσία» (αφού είναι Δραστηριότητες, Κινήσεις, της Μιας Ουσίας), ούτε «διάρκεια» (αφού υπάρχουν μόνο στο Τώρα, στο απόλυτο παρόν). Είναι η «διαδοχή» των φαινομένων που δημιουργεί στην μη-αφυπνισμένη συνείδηση την «αίσθηση της συνέχειας» και την ψευδαίσθηση του χρόνου (που κατασκευάζει η μνήμη κι η φαντασία),

Για την «Συνείδηση» όμως που «υιοθετεί την ίδια της την αντίληψη σαν «πραγματικότητα» κι εισέρχεται σε αυτή την «πραγματικότητα» (των φαινομένων, της αλληλουχίας τους και της συνέχειας της ύπαρξης σε αυτή την «πραγματικότητα») τα πράγματα φαίνονται διαφορετικά κι έχουν άλλη ερμηνεία. Όλα αυτά (τα φαινόμενα) φαίνονται «αποκομμένα» από την Παγκόσμια Βάση τους, σαν να έχουν δική τους ουσία, δική τους ύπαρξη, δική τους ζωή και συνέχεια.

Για τα περιορισμένα όντα δεν είναι κατανοητό πως μπορεί η Συνείδηση να Είναι Μία και ταυτόχρονα «Τοπική» και σε «Πολλά Μέρη» (γεγονός που δημιουργεί την «Πολλαπλότητα»). Στην πραγματικότητα αυτό απλά Συμβαίνει Έτσι και «συμβαίνει» από την «άποψη» της περιορισμένης συνείδησης. Η περιορισμένη συνείδηση που λειτουργεί τοπικά και δυαδικά «αντιλαμβάνεται» δύο διαφορετικές καταστάσεις (εκείνη της Απόλυτης Κατάστασης και την δική της παρούσα περιορισμένη κατάσταση), και «αντικειμενοποιεί» την Απόλυτη Κατάσταση σαν κάτι «διαφορετικό» (που δεν βιώνεται άμεσα, που πρέπει να βιωθεί, κλπ.).

Όμως από την άποψη της Αφυπνισμένης Συνείδησης, (δηλαδή στην πραγματικότητα), Κάθε Συνείδηση, όταν απελευθερώνεται από τους περιορισμούς της, Αναγνωρίζει στο Βάθος του Εαυτού της την Ίδια την Παγκόσμια Συνείδηση. Θέλουμε να πούμε πως εδώ μιλάμε για μια Εμπειρική Αλήθεια, για κάτι που Βιώνεται, Αναγνωρίζεται σαν Αληθινό, αλλά δεν «κατανοούμε» (από την άποψη της περιορισμένης συνείδησης). Απλά Είναι Έτσι.

Με αυτόν τον τρόπο επιβεβαιώνεται η Βασική Βουδική Αντίληψη στην οποία αναφερθήκαμε στην αρχή αυτών των άρθρων πως η Πραγματικότητα Είναι Μία, Μία Ουσία που Είναι Παντού, κι Εκδηλώνεται Παντού, μέσα στο Κάθε Τι, πως, τελικά, η Πραγματικότητα Είναι Ολογραφική. Υπάρχει μόνο Ένα κι Αυτό το Ένα Αντανακλάται Παντού (Όλο, με Όλες τις Ιδιότητές του), μέσα στο Κάθε Τι. Αυτό ακριβώς το γεγονός επιτρέπει την Εκδήλωση της Συνείδησης και σαν Όλο και «Τοπικά». Κι αυτό το γεγονός επιτρέπει να εμφανίζεται η ψευδαίσθηση της πολλαπλότητας. Έτσι το Όλον Είναι Μέσα σε Όλα, στο πιο ελάχιστο σημείο (Ακέραιο), μέσα στο πιο ασήμαντο μόριο σκόνης. Όλα Είναι Μια Ουσία. Αυτό είναι το Μεγάλο Μυστήριο της Μιας Ύπαρξης που δεν «εξηγείται». Απλά Είναι Έτσι.

Αυτό που βιώνουν τα περιορισμένα όντα δεν είναι η Πραγματικότητα αλλά οι δικοί τους περιορισμοί. Αμέσως μόλις ξεπεράσουν όλους αυτούς τους περιορισμούς Αναδύονται στην Μία Πραγματικότητα, Βιώνουν την Μία Μοναδική Βουδική Φύση. Έτσι, αφού υπάρχει μόνο Μία Πραγματικότητα, Μία Ύπαρξη κι η ίδια εμπειρία της «Τοπικότητας» που επαναλαμβάνεται άπειρες φορές (δημιουργώντας την «πολλαπλότητα»), γίνεται κατανοητό πως η Βουδική Μεταφυσική (Περί της Μιας Ουσίας) ταυτίζεται με την Βουδική Οντολογία (Αφού Όλα Είναι Εκδηλώσεις της Μιας Ουσίας) και τελικά με την Βουδική Ανθρωπολογία (Αφού τελικά Υπάρχει Μια Μοναδική Συνείδηση κι ο «ατομικός διαχωρισμός» δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση).

Ο Άνθρωπος Είναι στο Βάθος η Ίδια η Πραγματικότητα, η Ίδια η Ύπαρξη, η Ίδια η Συνείδηση που Βιώνει την Πραγματικότητα κι έχει εμπειρία της «Τοπικότητας» (και ζει την ψευδαίσθηση μιας ατομικής ξεχωριστής ύπαρξης). Αυτός ο Αληθινός Άνθρωπος, ο Ζωντανός Άνθρωπος, που Είμαστε (με θαυμαστό τρόπο) ο Καθένας, Εδώ, Τώρα, Μπορεί να Βιώσει την Αφυπνισμένη Βουδική Κατάσταση ή τις περιορισμένες καταστάσεις μέσα στην ψευδαίσθηση του Σαμσάρα. Με άλλα λόγια ο Άνθρωπος (ο Βουδικός Άνθρωπος, ο Βούδας, που Είναι ο Καθένας) μπορεί να Βιώσει το Χωρίς Ιδιότητες Ασαμσκρίτα, (Ντάρμα Κάγια), τις Χωρίς Μορφή Καταστάσεις στους Τέσσερις Ανώτερους Ουρανούς, (Σαμπχόγκα Κάγια), τις Καταστάσεις με Μορφή στους Νοητικούς Ουρανούς (Μανομάγια Κάγια), την Κατάσταση της εξωτερικής εκδήλωσης (Νιρμάνα Κάγια) και την ζωή στους «Έξη Κατώτερους Κόσμους». Όλες αυτές τις Καταστάσεις τα ενσαρκωμένα όντα (όπως ο άνθρωπος στον κόσμο των ανθρώπων, που ανήκει στους Έξη Κόσμους) μπορούν να τις βιώσουν μέσα στην Διαλογιστική Διαδικασία.

Όπως έλεγε συχνά ο Βούδας κι επαναλάμβαναν συχνά οι άνθρωποι που ακολουθούσαν την Οδό, μέσα σε αυτό το ανθρώπινο σώμα είναι Όλη η Πραγματικότητα, ο Βούδας, οι Κόσμοι, οι εμπειρίες κι οι ψευδαισθήσεις, όλα. Μέσα στην βουδιστική γραμματολογία γίνεται συχνά αναφορά στους Πέντε Μυστικούς Λωτούς, τον Υπέρτατο Υπερβατικό Λωτό του Ντάρμακάγια, τον Λωτό της Καρδιάς του Σαμπχόγκα Κάγια, τον Λωτό του εξωτερικού εγκεφάλου του Μανομάγια Κάγια, τον Λωτό του στήθους του Νιρμάνα Κάγια και τον Λωτό της «κοιλιάς» του υλικού σώματος. Όλα αυτά είναι Καταστάσεις της Συνείδησης που πρέπει να Βιωθούν, Λειτουργίες που πρέπει να Αφυπνισθούν, Περιοχές του Ανθρώπινου Σώματος (όπως το αντιλαμβάνεται η Βουδική Αντίληψη) που πρέπει να Ενεργοποιηθούν.

Στην πραγματικότητα, η Πραγματικότητα, η Βουδική Φύση, η Πνευματική Ενέργεια, το «Πνεύμα» (όρος που συναντάμε σε πολλά Κείμενα του Ζεν), Είναι Ελεύθερο και Ρέει όπου θέλει (αντίληψη που κατά «περίεργο» τρόπο συναντάμε και στον Ιησού των Εσσαίων). Ο Άνθρωπος Μπορεί από το Μυστικό Κέντρο της Καρδιάς, που είναι το Κέντρο Ισορροπίας για τα ενσαρκωμένα όντα, να Βιώσει την Εσωτερική Απεραντοσύνη του Χώρου και να Ανυψωθεί στο Υπέρτατο Χωρίς Ιδιότητες, ή να στραφεί «έξω», στην εξωτερική ζωή της σκέψης, της συναίσθησης, της εξωτερικής αίσθησης και της υλικής εμπειρίας. Συνήθως οι άνθρωποι είναι «εκτός Ισορροπίας» απορροφημένοι στην δραστηριότητα του νου, στον εξωτερικό εγκέφαλο. Έχουν την αυταπάτη ότι μέσω της ψευδαίσθησης της ατομικής ύπαρξης, (του εξωτερικού ψεύτικου εγώ, της «προσωπικότητας» που κατασκευάζουν με την σκέψη στον εξωτερικό εγκέφαλο), και μέσω του δυαδικού νου μπορούν να διασώσουν την ύπαρξή τους, να βρουν την Αλήθεια, να πραγματοποιήσουν την Φώτιση, να βιώσουν την Ευτυχία. Όλα αυτά δεν είναι παρά σαν το νερό που προσπαθούμε να πιάσουμε με το χέρι ή σαν μια κίνηση που θέλουμε να διαρκεί αιώνια. Οι άνθρωποι αρνούνται να κατανοήσουν ότι (δυστυχώς ή ευτυχώς) ζουν σε ένα φευγαλέο παρόν. Αντί να ζήσουν την Ζωή, Εδώ, Τώρα, όπως ξεδιπλώνεται κάθε στιγμή σκέπτονται την ζωή, ονειρεύονται την ζωή. Δεν ζουν στην πραγματικότητα, σε αυτό που συμβαίνει. Κυνηγούν συνεχώς αυτό που σκέπτονται, που επιθυμούν, που νομίζουν ότι χρειάζονται. Κι έτσι ξοδεύουν τον «πολύτιμο χρόνο του τώρα» ανταλλάσσοντάς τον με φαντασίες και ψευδαισθήσεις.

Τελικά, από την Ίδια την Φύση του Ανθρώπου (του Αληθινού Βουδικού Ανθρώπου) αναδύεται ο «προορισμός» και τα μέσα για την «αυτοπραγμάτωση» που βέβαια δεν έχουν καμία σχέση με τις δραστηριότητες του νου, τα όνειρα και τις προσδοκίες των ανθρώπων. Η Αληθινή Οδός είναι η Οδός της Εσωτερικής Ησυχίας που «εγκαταλείπει» όλους τους περιορισμούς μέσα στην Απεραντοσύνη της Ελευθερίας του Πραγματικού, πέρα από κάθε δραστηριότητα, πέρα από κάθε όνειρο στην Ανεξαρτησία που Αναγνωρίζει Μία Και Μοναδική Πραγματικότητα που τα Περιλαμβάνει Όλα, γιατί Όλα Είναι Αυτό.

Søren Kierkegaard: Ο άνθρωπος πραγματώνεται μόνο όταν επιλέγει

Ένα από τα σημαντικότερα και γνωστότερα “λογοτεχνικά” έργα στην ιστορία της φιλοσοφίας είναι το Είτε-Είτε, το περίφημο πρώτο έργο του Δανού θεολόγου και φιλοσόφου Σαίρεν Κίρκεγκωρ. Πρόκειται για ένα ογκώδες βιβλίο, χιλίων περίπου σελίδων, που αποτελείται από ημερολογιακές καταγραφές, επιστολές, δοκίμια και αφορισμούς. Ο Κίρκεγκωρ το έχει δομήσει με έναν τόσο περίτεχνο τρόπο, που κανείς μυθιστοριογράφος της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα: Στην εισαγωγή του βιβλίου παρουσιάζεται στον αναγνώστη ένας «εκδότης» που χρησιμοποιεί ψευδώνυμο. Ισχυρίζεται ότι όταν αγόρασε ένα σεκρετέρ, έπεσε στα χέρια του μια στοίβα χαρτιά, τα οποία δήθεν προέρχονταν από δύο διαφορετικούς συγγραφείς – ο εκδότης τούς ονομάζει «Α» και «Β». Οι δύο συγγραφείς γνωρίζονται μεταξύ τους. Ο Β παρουσιάζεται ως ένας μεγαλύτερης ηλικίας φίλος του Α. Και επιπλέον, μέσα στα χαρτιά του Α υπάρχει το Ημερολόγιο Ενός Διαφθορέα, για το οποίο ο Α ισχυρίζεται ότι δεν είναι γραμμένο από τη δική του πένα και ότι απλώς το βρήκε.

Ένα πράγμα καταλαβαίνει ο αναγνώστης ήδη από την αρχή: Ο Κίρκεγκωρ κάνει τα πάντα προκειμένου να μην ταυτιστεί με τις απόψεις που παρουσιάζονται στο χαρτί. Στην ουσία, συμπεριφέρεται σαν μυθιστοριογράφος ή σαν θεατρικός συγγραφέας ο οποίος ανεβάζει συγκεκριμένους χαρακτήρες επί σκηνής και τους βάζει να παίζουν έναν ρόλο που τους χαρακτηρίζει ως άτομα, αλλά που δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με τη γνώμη του συγγραφέα. Είναι επομένως ένα βιβλίο όπου ο συγγραφέας δεν λέει αυτό που ο ίδιος σκέφτεται;

Όχι ακριβώς. Όπως κάθε φιλόσοφος, έτσι και ο Κίρκεγκωρ προσπαθεί να μεταδώσει στον αναγνώστη τα συμπεράσματα της σκέψης του. Το κάνει έμμεσα όμως. Επιλέγει τη μορφή της “ποιητικής” φιλοσοφίας, επειδή αυτό που έχει να πει ούτε διδάσκεται ούτε μαθαίνεται θεωρητικά. Τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η στάση ζωής, η “μορφή” που πρέπει να δώσουμε στη ζωή μας. Η λέξη “αυτοπραγμάτωση” αποτυπώνει επακριβώς τις φιλοσοφικές προθέσεις του Κίρκεγκωρ: Ο άνθρωπος καλείται πρώτα να βρει στη ζωή τον εαυτό του, και αυτό μπορεί να το κάνει μόνο ο “ίδιος”, δηλαδή με βάση τις δικές του πρακτικές αποφάσεις. Οι θεωρητικές αποφάσεις μπορούν να παίξουν απλώς τον ρόλο του εφαλτηρίου. Μόνο μια αλήθεια την οποία ο άνθρωπος υιοθετεί στη ζωή του με πρακτικό τρόπο μπορεί να είναι σημαντική γι’αυτόν. Ό,τι αντιλαμβανόμαστε θεωρητικά, αλλά δεν έχει καμία συνέπεια στη ζωή μας για τον Κίρκεγκωρ είναι σαν να χτίζουμε ένα σπίτι, αλλά να μην το κατοικούμε.

Στο Είτε – Είτε ο Κίρκεγκωρ παρουσιάζει δύο εκ διαμέτρου αντίθετους τρόπους ζωής: Στον «αισθητικό» τρόπο ζωής, ο οποίος περιγράφεται με πολλές παραλλαγές στις σημειώσεις του «Α», κυριαρχεί η απόλαυση, είτε με μια απλή αισθησιακή μορφή είτε με μια εκλεπτυσμένη πνευματική μορφή. Και στις περιπτώσεις αυτές ο ερωτισμός παίζει μεγάλο ρόλο ως μέρος της συγκεκριμένης απόλαυσης. Τα πάντα εξετάζονται σύμφωνα με το πόσο «ενδιαφέροντα» είναι και με τo πόσο αυξάνουν το αίσθημα ευχαρίστησης. Ο Κίρκεγκωρ ονομάζει αυτόν τον τρόπο ζωής «αισθητικό», επειδή παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με τον τρόπο που σχετιζόμαστε με την τέχνη. Αποτελεί και η τέχνη αντικείμενο απολαυστικής αισθητικής και πνευματικής διέγερσης. Ο λάτρης της αισθητικής ζει για το παρόν, οι αποφάσεις για το μέλλον ή η ενασχόληση με το παρελθόν τον αφήνουν παντελώς αδιάφορο.

Στον αντίποδα αυτού του τρόπου ζωής βρίσκεται ο «ηθικός» τρόπος, ο οποίος παρουσιάζεται στο δεύτερο μέρος από τον Β. Σκοπός του συγκεκριμένου τρόπου ζωής δεν είναι μόνο η εκπλήρωση των επιθυμιών του παρόντος αλλά και του μέλλοντος, χαρακτηρίζεται δε από το ότι ο άνθρωπος συνάπτει δεσμευτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Ως ιδιαίτερο παράδειγμα του ηθικού τρόπου ζωής αναφέρει ο Κίρκεγκωρ στο Είτε – Είτε τον γάμο. Με την πρώτη ματιά φαίνεται πιο ανιαρός και λιγότερο εντυπωσιακός, στο άστατο παιχνίδι των απολαύσεων όμως αντιτάσσει έναν ενιαίο «τρόπο» ζωής, δημιουργώντας έτσι ένα είδος ταυτότητας για τον άνθρωπο. Ο τίτλος «Είτε – Είτε» σημαίνει λοιπόν: είτε επιλέγει κανείς τον αισθητικό τρόπο ζωής είτε τον ηθικό.

Ο Β δεν θεωρεί ότι ο ηθικός και ο αισθητικός τρόπος ζωής βρίσκονται σε απόλυτη αντίθεση μεταξύ τους. Ο ηθικός τρόπος ζωής αποτελεί γι’ αυτόν περισσότερο μια περαιτέρω εξέλιξη του αισθητικού. Έχει υιοθετήσει τις θετικές πλευρές της αισθητικής στάσης ζωής. Η αισθητική στάση ζωής είναι ενδιαφέρουσα, και μάλιστα απαραίτητη για μια ζωή με πληρότητα, δεν πρέπει όμως να σταματάμε σε αυτή.Έτσι ο γάμος δεν αποτελεί για τον Β μια δέσμευση λογικής και σκοπιμότητας, αλλά μια σχέση που βασίζεται στην αγάπη, κατά την οποία ο ερωτισμός του ρομαντικού ενθουσιασμού μετατρέπεται σε βαθιά εμπιστοσύνη που αντέχει στον χρόνο. Όλα τα θετικά χαρακτηριστικά του αισθητικού τρόπου ζωής -η αισθητική απόλαυση, η λεπτότητα, το «στοιχείο του ενδιαφέροντος»- πραγματώνονται μέσα στον γάμο, εφόσον εδραιώνονται στο πλαίσιο ενός κοινωνικού δεσμού. Με τη σύναψη ενός τέτοιου ερωτικού και ταυτόχρονα κοινωνικού δεσμού δημιουργείται μια ταυτότητα η οποία εμπεριέχει και το παρελθόν και το μέλλον.

Μια τέτοια ταυτότητα όμως δεν δημιουργείται τόσο απλά, βασίζεται σε συγκεκριμένη επιλογή. Και με την έννοια της «επιλογής» φτάνουμε στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του Κίρκεγκωρ. Η κατά Κίρκεγκωρ «επιλογή» δεν είναι μια τυχαία «εκλογή», αλλά η σύλληψη εκείνου του στοιχείου που ήδη διαθέτει κανείς. Ο άνθρωπος πραγματώνεται μόνο όταν επιλέγει, που σημαίνει ότι αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού του και όλων όσα αυτό συνεπάγεται. Η εν λόγω ανάληψη ευθύνης συμπεριλαμβάνει φυσικά και τη δέσμευση προς άλλους ανθρώπους, που με την επιλογή αυτή αναγνωρίζονται ως συνάνθρωποι και παύουν πια να θεωρούνται αντικείμενα. Συμπεριλαμβάνει και το παρελθόν κάθε ατόμου και τα σχέδια που κάνει για το μέλλον. Μέσω της επιλογής του ο άνθρωπος μπαίνει συνειδητά στη σφαίρα του χρόνου και αναπτύσσει μια σχέση με την ιστορία.

Η επιλογή κάνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιεί την ελευθερία του, την ελευθερία που έχει να κατευθύνει και να διαμορφώνει υπεύθυνα τη ζωή του. Και με τον τρόπο αυτό αποχαιρετά μια ζωή που είναι “αδιακρίτως” παραδομένη στις απολαύσεις. Η συνειδητοποίηση της δυνατότητας επιλογής, η αξιοποίηση της δυνατότητας επιλογής ως αξιοποίηση της ελευθερίας και της υπευθυνότητας είναι για τον Κίρκεγκωρ πιο σημαντική από το εκάστοτε περιεχόμενο της επιλογής.

Αυτή είναι και η πραγματική σημασία του «Είτε – είτε». Αν και αρχικά μοιάζει σαν να πρόκειται για την επιλογή ανάμεσα σε δυο μορφές αυτοπραγμάτωσης, πρόκειται τελικά για την επιλογή ή τη μη επιλογή, για την αυτοπραγμάτωση ή τη μη αυτοπραγμάτωση. Το «Είτε – Είτε» σημαίνει επομένως: είτε προχωρά κανείς σε μια επιλογή, όπως κάνει ο ηθικός τύπος ανθρώπου, και δημιουργεί έναν εαυτό, μια ταυτότητα, είτε αποφεύγει την επιλογή, όπως κάνει ο αισθητικός τύπος, και ζει απλώς τη ζωή του κυνηγώντας τη στιγμή. Μόνο με την επιλογή, μόνο με την ηθική μορφή ύπαρξης ζει κανείς ουσιαστικά, αναλαμβάνοντας ευθύνες και υπερασπιζόμενος ως άτομο τις πράξεις του.

Πίσω από κάθε συνειδητή επιθυμία ικανοποιούνται άλλοι πιο βασικοί στόχοι του ατόμου

Το άτομο είναι ένα ενιαίο, οργανωμένο όλον. Στη θεωρία της παρώθησης, αυτή η εισήγηση σημαίνει πολλά συγκεκριμένα πράγματα. Για παράδειγμα, σημαίνει ότι μία επιθυμία κινητοποιεί ολόκληρο το άτομο και όχι απλώς ένα μέρος του. Δεν υφίστανται αυτοτελείς οντότητες όπως ανάγκη του στομάχου ή του στόματος ή των γεννητικών οργάνων. Υπάρχει μόνο μια ανάγκη του ατόμου. Ο Τζον Σμιθ είναι που θέλει τροφή, όχι το στομάχι του Τζον Σμιθ. Επιπλέον, η ικανοποίηση έρχεται σε ολόκληρο το άτομο και όχι μόνο σ’ ένα μέρος του. Η τροφή ικανοποιεί την πείνα του Τζον Σμιθ και όχι την πείνα του στομάχου του.

Η ενασχόληση των πειραματιστών με την πείνα ως απλώς μια λειτουργία της γαστρεντερικής οδού τούς έχει κάνει να παραβλέπουν το γεγονός ότι όταν οι άνθρωποι πεινούν, αλλάζουν όχι μόνον ως προς τις γαστρεντερικές τους λειτουργίες, αλλά και ως προς πολλές άλλες, ίσως ακόμη και ως προς τις περισσότερες άλλες λειτουργίες τους, Η αντίληψη αλλάζει (η τροφή γίνεται αντιληπτή πιο εύκολα απ’ ό,τι σε άλλες στιγμές). Οι αναμνήσεις αλλάζουν (είναι πιο πιθανό να θυμηθεί κάποιος ένα καλό γεύμα εκείνη τη στιγμή, παρά κάποια άλλη). Τα συναισθήματα αλλάζουν (υπάρχει περισσότερη ένταση και νευρικότητα απ’ ό,τι σε άλλες στιγμές) . Το περιεχόμενο της σκέψης αλλάζει (είναι πιο πιθανό να σκέφτεται το άτομο την εξασφάλιση τροφής, παρά τη λύση ενός αλγεβρικού προβλήματος). Κι αυτός ο κατάλογος μπορεί να επεκταθεί σχεδόν σε κάθε άλλη φυσική δυνατότητα, ικανότητα ή λειτουργία, τόσο σωματική όσο και ψυχική. Με άλλα λόγια, όταν οι άνθρωποι πεινούν, πεινούν ολόκληροι – είναι διαφορετικοί ως άτομα από αυτό που είναι σε άλλες στιγμές.

Ποιες είναι οι πιο κοινές άμεσες παρωθήσεις; Μπορούμε να τις βρούμε αρκετά εύκολα, παρατηρώντας τον εαυτό μας μια συνηθισμένη μέρα. Οι επιθυμίες που περνούν σαν αστραπή από τη συνείδησή μας είναι, πολύ συχνά, επιθυμίες για ρούχα, αυτοκίνητα, φιλικότητα, συντροφιά, έπαινο, γόητρο και τα παρόμοια. Συνήθως , οι ενορμήσεις αυτές διατυπώνονται ως δευτερεύουσες ή πολιτισμικές και θεωρείται ότι ανήκουν σε διαφορετική τάξη από αληθινά «αξιοσέβαστες» ή πρωταρχικές ενορμήσεις, δηλαδή τις βιολογικές ανάγκες. Στην πραγματικότητα όμως, είναι πολύ πιο σημαντικές για μας και πολύ πιο κοινές.

Εξετάζοντας προσεκτικά τις συνηθισμένες επιθυμίες που έχουμε στην καθημερινή ζωή, διαπιστώνουμε ότι οι επιθυμίες αυτές έχουν ένα τουλάχιστον σημαντικό χαρακτηριστικό: συνήθως, δεν είναι οι ίδιες σκοποί, αλλά μέσα για την επίτευξη ενός σκοπού. Θέλουμε χρήματα για να μπορέσουμε να αγοράσουμε αυτοκίνητο. Και θέλουμε αυτοκίνητο επειδή έχουν οι γείτονες και δεν θέλουμε να νιώθουμε κατώτεροί τους, έτσι ώστε να μπορέσουμε να διατηρήσουμε τον αυτοσεβασμό μας, κι έτσι οι άλλοι να μας αγαπούν και να μας σέβονται. Συνήθως, όταν αναλύουμε μια συνειδητή επιθυμία, διαπιστώνουμε ότι μπορούμε να πάμε πίσω απ’ αυτήν, σε άλλους, πιο βασικούς στόχους του ατόμου.

Η αυλή, ανάλογα με τη χαμηλή ή υψηλή κοινωνική μας θέση, θα μας αθωώσει ή θα μας ενοχοποιήσει αντίστοιχα

Ο οργισμένος Ουρανός έστειλε μια φοβερή επιδημία στη Γη, που ονομαζόταν πανούκλα, για να τιμωρήσει τον αμαρτωλό κόσμο. Η μολυσματική αυτή ασθένεια που προέρχεται από τον Αχέροντα έπληξε όλα τα ζώα. Δεν πέθαναν όλα, αλλά τα περισσότερα κείτονταν ετοιμοθάνατα,

Και κανένα δεν προσπαθούσε να βρει τροφή για να ταΐσει τις φλόγες της ζωής του που τρεμόπαιζαν. Δεν ορέγονταν καμιά τροφή. Δεν περιπλανιόνταν πια ούτε λύκοι ούτε αλεπούδες σε αναζήτηση άκακης και αβοήθητης λείας. Και τα περιστέρια δεν συντρόφευαν τα περιστέρια, γιατί η αγάπη και η χαρά είχαν χαθεί.

Το Λιοντάρι ανέβηκε στο βήμα και άρχισε να λέει:

«Αγαπητοί φίλοι, δεν αμφιβάλλω πως ο σκοπός του ουρανού είναι να δυστυχήσουμε εμείς οι αμαρτωλοί. Γι’ αυτό όποιος από εμάς έχει αμαρτήσει περισσότερο ας γίνει το θύμα των εκδικητικών στρατιών του ουρανού και ας εξασφαλίσει τη σωτηρία όλων μας. Κι αυτό επειδή ιστορία μας διδάσκει ότι σε τέτοιες κρίσιμες περιπτώσεις πρέπει να κάνουμε θυσίες. Ας εξετάσουμε τη συνείδησή μας χωρίς αυταπάτες και με αυστηρότητα. Όπως ανακαλώ στη μνήμη, για να κατασιγάσω τη λαιμαργία μου έφαγα πολλά αρνιά που δεν μου είχαν κάνει κανένα κακό και ακόμη είναι γνωστό ότι δοκίμασα και πίτα του Βοσκού. Ωστόσο πιστεύω ότι και άλλοι θα πρέπει να έρθουν αντιμέτωποι με τα αμαρτήματά τους. Το δίκαιο είναι να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να βρούμε τον πιο ένοχο»

«Μεγαλειότατε, είστε έξοχος βασιλιάς», ξεκίνησε να λέει η Αλεπού. «Τέτοιου ηθικοί ενδοιασμοί δείχνουν μεγάλη ευαισθησία. Μα την πίστη μου, είναι αμάρτημα να τρώει κανείς αρνιά που είναι τόσο πρόστυχα και κοινά; Όχι, μεγαλειότατε, δεν είναι αμάρτημα να καταβροχθιζοντας από κάποιον σαν κι εσάς. Όσο για τους βοσκούς, τους άξιζε ό,τι χειρότερο τους συνέβη, μια και συνωμοτούν για το πώς θα μας βλάψουν, πίσω από την πλάτη μας. Μόνο στα όνειρά τους θα μας εξουσιάσουν».

Έτσι μίλησε η Αλεπού και ακούστηκαν κολακευτικές ζητωκραυγές, ενώ κανείς δεν τολμούσε να κατευθύνει ψυχρά βλέμματα στην Τίγρη, στην Αρκούδα και σε άλλες υψηλότητες, διότι θα διέπραττε ασυγχώρητη παράβαση. Συμφωνούσαν όλοι πως καθεμία, άσχετα από ποια άτιμη ράτσα προερχόταν, ήταν πραγματικά αγία.

Μετά μίλησε ο Γάιδαρος:

«Θυμάμαι πως μια φορά διέσχισα το λιβάδι ενός αββαείου και καθώς πεινούσα λιγάκι δεν αμφιβάλλω ότι κάποιος δαίμονας λαιμαργίας με κατέλαβε κι έφαγα ένα σωρό από το άφθονο γρασίδι που φύτρωνε εκεί. Κανονικά δεν είχα δικαίωμα να κάνω κάτι τέτοιο».

Μεγάλη κατακραυγή έπεσε πάνω στο Γάιδαρο.

Ένας διαβασμένος Λύκος επέμεινε ότι ήταν άξιο της περιφρόνησής τους ένα τέτοιο καταραμένο ζώο που ήταν υπεύθυνο για την αντίξοη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν όλοι τους. Έκριναν πως δεν του άξιζε τίποτα καλύτερο από τον απαγχονισμό. Τι αμαρτία να στερήσει το γρασίδι από το νόμιμο κάτοχό του!

Έμαθε λοιπόν ότι μόνο ο θάνατός του μπορούσε να εξαλειφθεί ένα τέτοιο στυγερό αμάρτημα. Η αυλή, ανάλογα με τη χαμηλή ή υψηλή κοινωνική μας θέση, θα μας αθωώσει ή θα μας ενοχοποιήσει αντίστοιχα.

Οι στιγμές ξεγνοιασιάς που μέσα στο άπειρο της ζωής ξεχωρίζουν

Μέσα στο μυαλό μου κυριαρχεί μια σκέψη, μία εικόνα από τα παλιά, ίσως από τα πολύ παλιά από αυτά που δεν είχα την τύχη να γνωρίσω και άκουγα τους άλλους να τα διηγούνται και εγώ απλά σχημάτιζα εικόνες στο μυαλό μου όταν ήμουν παιδί. Αυτές οι εικόνες χαράχτηκαν στο μυαλό μου και καθώς μεγάλωνα ωρίμασαν μαζί μου, καθώς μεγαλώνουμε ξέρεις αντιλαμβανόμαστε διαφορετικά τις καταστάσεις της ζωής, ακόμη και αυτές που δεν ζούμε. Όπως όταν κάνουμε ένα ταξίδι, διαβάζουμε ένα βιβλίο ακόμη και αν είναι το ίδιο εμείς κάθε φορά το αντιμετωπίζουμε διαφορετικά, το αντιλαμβανόμαστε από άλλη οπτική γωνία. Κάθε φορά έχει κάτι καινούργιο να μας πει, κρύβει μία πραγματικότητα που δεν την είχαμε ανακαλύψει παλιότερα… Άλλωστε αυτή είναι η μαγεία της γνώσης, να μην την βαριέσαι αλλά να σε εκπλήσσει κάθε φορά, να σε εμπνέει.

Στο τελευταίο μου ταξίδι κάνοντας μία βόλτα ανάμεσα σε πετρόχτιστα σπίτια, εκεί που η πλάση μυρίζει μία άλλη εποχή που δεν είχα την τύχη να γεννηθώ, αλλιώτικη, διαφορετική από την δική μας, συνειδητοποίησα για άλλη μία φορά, πόσο απέχει η καθημερινότητα μας από την ηρεμία, τρέχουμε όλη μέρα και δεν προβαίνουμε να ζήσουμε, μέσα στο άγχος για όλα. Εκεί που η αύρα των σπιτιών που συναντώ είναι μεθυστική, εκεί βρήκα την ηρεμία που αναζητούσα μάταια στην καθημερινότητα μας, σε παρασύρει στο παρελθόν, εκεί που όλα βρίσουν τω ανήκει τους, την ιστορία τους. Ακόμη και εγώ σκέφτηκα έχω κάτι από αυτήν την εποχή, είναι ίσως αυτό που δεν με έκανε ποτέ να ταιριάξω με την δική μας.

Ο πλακόστρατος δρόμος που άλλοτε ανηφορίζει και άλλοτε κατηφορίζει θυμίζει τόσο το ταξίδι της ζωής που πάντοτε έχει κάτι να σου χαρίσει μέσα στο κακοτράχαλο δρόμο της… Άλλοτε ένα καταγάλανο ουρανό (ηρεμία), άλλοτε μία ανθισμένη αμυγδαλιά (ελπίδα), άλλοτε ένα πετρόχτιστο σπίτι (νοσταλγία), το κάθε τι συμβολίζει και από κάτι, έχει ένα μήνυμα να σου πει, διείσδυσε βαθιά μέσα του και θα καταλάβεις το νόημα του.

Πόσα κρυμμένα μυστικά έχει αυτή η ζωή μέσα στο διάβα της; Περπατάμε ο ένας σχεδόν δίπλα στον άλλον, έχουμε διαφορετική φυσιογνωμία και σκέψεις και ας βρισκόμαστε στο ίδιο μέρος και ας βλέπουμε τα ίδια πράγματα, είμαστε τόσο μακριά και ταυτόχρονα τόσο κοντά μεταξύ μας που αν το αναλογιστούμε μας τρομάζει.. Τα βλέμματα μας κάπου συναντιούνται, κοιταζόμαστε και μετά συνεχίζουμε την πορεία μας. Σε τέτοια μέρη που η μαγεία της φύσης συναντά την τέχνη, έχουμε την τάση να κάνουμε μία στάση, να πάρουμε μία ανάσα, να απαθανατίσουμε την στιγμή σε μία φωτογραφία, να έχουμε να την κοιτάμε, να αναπολούμε μέρες ξεγνοιασιάς σε μέρες που το άγχος της καθημερινότητας, μας πνίγει. Είναι που όλα μερικές φορές είναι τόσο μαγευτικά όσο αυτή η στιγμή και είναι φορές που όλα μοιάζουν τόσο μάταια που τίποτα δεν σου κάνει εντύπωση.

Τι σκέψεις κάνει το μυαλό μας άραγε όταν βρισκόμαστε σε μέρη βγαλμένα από παραμύθι;… Χάνεται και δεν αφήνει τα μάτια να χαθούν μέσα στο τοπίο. Είναι η νοσταλγία που αποπνέει αυτό το περιβάλλον, η ευωδιαστική μυρωδιά της κάθε εποχής που φέρνει τόσο αβίαστα το μυαλό μας να συναντηθεί με σκέψεις που δεν συλλογίστηκε ποτέ, περίμενε ίσως αυτή την στιγμή. Πόσο ανάγκη έχουμε αυτές τις ανάπαυλες, τις ανάσες από το καθημερινό ταξίδι της ζωής; Ίσως περισσότερο και από όσο φανταζόμαστε. Θα ήθελα τελειώνοντας αυτές τις σκέψεις να κάνω μία τελευταία που μοιάζει περισσότερο με ευχή: από κάθε τι που συμβαίνει να παίρνουμε ένα μήνυμα, κάτι που θα μας κάνει όταν νιώθουμε ότι όλα είναι μάταια πως κάτι έχει νόημα και είναι αυτές οι στιγμές ξεγνοιασιάς που μέσα στο άπειρο της ζωής ξεχωρίζουν.

Η σκοτεινή πλευρά της ψυχικής ανθεκτικότητας

Η ψυχική ανθεκτικότητα ορίζεται ως η ψυχολογική ικανότητα προσαρμογής και αντιμετώπισης του άγχους. Είναι η ικανότητα προσαρμογής ενάντια στις αντιξοότητες, στο τραύμα, τις τραγωδίες, τις απειλές, τις σημαντικές πηγές στρες και τις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες της ζωής.

Αυτό το χαρακτηριστικό ήταν πάντα επιθυμητό. Πολλοί μεγάλοι φιλόσοφοι έχουν υποστηρίξει τις αρετές του, από το περίφημο «ό,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό» του Nietzsche, μέχρι τον Σενέκα, που υποστήριζε ότι οι δυσκολίες δυναμώνουν το μυαλό, με τον ίδιο τρόπο που η σωματική εργασία ενισχύει το σώμα.

Ωστόσο, ανάλογα με τον τρόπο που ο καθένας μας αντιλαμβάνεται προσωπικά την ψυχική ανθεκτικότητα, στην πραγματικότητα, μπορεί να γίνει δίκοπο μαχαίρι. Με ποιους τρόπους μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο και πότε από υγιής ψυχική άμυνα, μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις τόσο στο κοινωνικό σύνολο, όσο και στην ψυχολογία μας;

Η ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί να σε κάνει να επιμένεις χωρίς νόημα

Η πρώτη περίπτωση όπου η ακραία ψυχική ανθεκτικότητα, μπορεί πραγματικά να είναι επιζήμια, είναι εάν προσπαθείς να πετύχεις έναν μη ρεαλιστικό ή ανέφικτο στόχο. Το «ο ουρανός είναι το όριο» ή κάποια άλλη εκδοχή αυτής της φράσης, στην πραγματική ζωή δεν ισχύει.

Η ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί έτσι να οδηγήσει σε ψεύτικες ελπίδες και να γίνει η αιτία να σπαταλήσεις τεράστια ποσά χρόνου και ενέργειας, χωρίς κανένα ρεαλιστικό πλαίσιο. Τείνει ουσιαστικά να συμβαδίζει με την υπερβολική αυτοπεποίθηση και την αβάσιμη αισιοδοξία.

Μερικές φορές, δεν είναι τίποτα άλλο από τοξική θετικότητα

Εάν το παρακάνουμε, η θετικότητα μπορεί να μας κάνει να αγνοήσουμε την πραγματικότητα και πράγματα που μας προκαλούν θλίψη, ανησυχία ή άγχος. Αρνούμαστε τα συναισθήματά μας, προσπαθώντας να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι υπάρχουν τόσα πολλά για τα οποία πρέπει να είμαστε ευγνώμονες.

Ο πόνος, το άγχος και η γενικευμένη δυσφορία, θεωρούνται «μιαρά» συναισθήματα, τα οποία με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πρέπει να αποβάλλουμε, χωρίς καμία επεξεργασία.

Όταν όμως η ηρεμία και η ευτυχία θεωρούνται προεπιλεγμένες καταστάσεις, υπονοείται ότι κάτι δεν πάει καλά με εμάς τους ίδιους. Εμείς φταίμε αν νιώθουμε αγχωμένοι ή δυστυχισμένοι.

Το να αναγκάζουμε όμως τον εαυτό μας ή τους γύρω μας να είναι ευτυχισμένοι με κάθε κόστος, έχει ένα τίμημα. Καταστέλλει σημαντικά συναισθήματα και καταχωνιάζει πληροφορίες, που μπορεί να είναι κρίσιμες για την ευημερία μας.

Μη ρεαλιστική αναδρομή

Εξ ορισμού, η ψυχική ανθεκτικότητα συνεπάγεται την επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να είναι απίθανο ή εντελώς αδύνατο.

Όταν κολλάμε στο πώς «πρέπει» να είμαστε, δεν αναγνωρίζουμε τις επιλογές που έχουμε στη διάθεσή μας.

Μια πιο ελπιδοφόρα και ρεαλιστική προσέγγιση, είναι η συνειδητοποίηση και ο συμβιβασμός με το γεγονός ότι είμαστε μέρος αέναων αλλαγών.

Μπορεί να χρησιμοποιείται ως ακύρωση

Η ακραία ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί περιφρονητικά προς τους γύρω μας, επιπλήττοντάς τους επειδή δεν είναι «αρκετά δυνατοί».

Ενώ το να λες σε κάποιον ότι είναι «δυνατός» είναι κομπλιμέντο, μπορεί ταυτόχρονα να σημαίνει ότι δεν θέλεις να τον δεις να υποφέρει, επειδή σε κάνει να νιώθεις άβολα. Μπορεί να είναι σαν να λες: «Ξέρεις τί πρέπει να κάνεις μην με ενοχλείς».

Ο κίνδυνος της απάθειας μπροστά στις αντιξοότητες

Ο πιο προφανής ίσως κίνδυνος της ψυχικής ανθεκτικότητας, είναι ότι μπορεί να μας κάνει υπερβολικά ανεκτικούς σε αρνητικά γεγονότα.

Ο ορυμαγδός αρνητικών ειδήσεων, οι δυσκολίες της ενήλικης ζωής και οι αναπόφευκτες αλλαγές σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο, μπορούν να δοκιμάσουν την ενσυναίσθηση μας. Σε τέτοιο σημείο που μετατρέπονται σε παραίτηση, ματαίωση, ανοχή και απάθεια.

Η ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί να σε κάνει σκληρό κριτή

Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους γύρω από την ψυχική ανθεκτικότητα, είναι ότι κάτι δεν πάει καλά με κάποιον που δεν μπορεί να προσαρμοστεί και μάλιστα γρήγορα. Η ψυχική ανθεκτικότητα παύει να είναι χρήσιμη όταν γίνεται ένας τρόπος να επισημάνουμε σε κάποιον άλλο ή στον εαυτό μας, ότι απέτυχε.

Στην πραγματικότητα χρειαζόμαστε χρόνο για να προσαρμοστούμε σε μια αλλαγή, όσο αναπόφευκτη κι αν είναι.

Κυβερνήτης Αντίοχος: Πώς ένας Αθηναίος χάρισε τη νίκη στον πελοποννησιακό στόλο

Βρισκόμαστε στην τελευταία περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Μετά από τη λαμπρή επιτυχία του αθηναϊκού στόλου στη ναυμαχία της Κυζίκου, οι Αθηναίοι έγιναν και πάλι κύριοι του Ελλησπόντου.

Επικεφαλής του αθηναϊκού στόλου ήταν ο Αλκιβιάδης, ο οποίος, εκτός από τις προσπάθειες να επαναφέρει την περιοχή υπό αθηναϊκή ηγεμονία, ίδρυσε και το «δεκατευτήριον» στο Βόσπορο, τελωνείο δηλαδή από το οποίο οι Αθηναίοι θα εισέπρατταν το φόρο της δεκάτης (δασμούς 10%) από όλα τα εμπορικά πλοία που θα διέσχιζαν το Βόσπορο.

Όλα έδειχναν πως η Αθήνα είχε αποκαταστήσει τη δύναμή της, πως ο φριχτός αυτός πόλεμος θα τελείωνε και πως επιτέλους θα υπογραφόταν συνθήκη με τους Σπαρτιάτες.

Όμως, ενώ οι Λακεδαιμόνιοι είχαν στείλει πρέσβεις για να διαπραγματευτούν τους όρους της ειρήνης, οι πολεμοκάπηλοι, για προφανείς λόγους, παρέσερναν τους Αθηναίους στη συνέχιση του αιματηρού και παράλογου εκείνου πολέμου.

Στρατηγός του αθηναϊκού στόλου παραμένει ο Αλκιβιάδης, ενώ του πελοποννησιακού αναλαμβάνει τώρα ο Λύσανδρος.

Οι στρατηγικές εξελίξεις έδειχναν στους Αθηναίους ότι έπρεπε να ναυμαχήσουν εναντίον του Λύσανδρου στην Έφεσο. Εκεί, η νίκη της ναυμαχίας θα εξασφάλιζε το Αιγαίο και τα Στενά.

Τα πράγματα τελικά δεν ήταν τόσο απλά, γιατί τα ταμεία των Αθηνών ήταν άδεια και ο Αλκιβιάδης προσπαθούσε να αναζητήσει λάφυρα ως αμοιβή για τους άνδρες του.

Αυτό τον έκανε να καθυστερεί να ναυμαχήσει, γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν οι αντίπαλοι, οι οποίοι είχαν το χρόνο να συγκροτήσουν το ναυτικό τους και να εκπαιδεύσουν τα πληρώματά τους.

Επιπροσθέτως, είχαν την οικονομική βοήθεια και υποστήριξη από τον μέγα βασιλέα.

Έτσι, ο Λύσανδρος, από τις περσικές ενισχύσεις έδιδε μισθό τεσσάρων οβολών για κάθε ναύτη, σε αντίθεση με τον Αλκιβιάδη, ο οποίος δυσκολευόταν πολύ να δώσει ακόμα και τους τρεις οβολούς που θεωρούνταν, τρόπο τινά, ο συνήθης μισθός για την εποχή εκείνη.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι ο μισθός ήταν από αρχαιοτάτων χρόνων ένας σημαντικός παράγοντας για να επιλέξει ο ναυτικός σε ποιο στόλο ή σκάφος θα ανήκε (Θουκυδίδου, Ιστοριών Α’ 31). Οπότε, δεν θα πρέπει να κρίνουμε αυστηρά εκείνους που λιποτακτούσαν από τον αθηναϊκό στόλο και πήγαιναν στον πελοποννησιακό λόγω υψηλότερων αμοιβών.

Με ολοένα περισσότερους άνδρες λοιπόν ο Λύσανδρος είχε συγκροτήσει το ναυτικό του και είχε ανελκύσει στην ξηρά της Εφέσου τα πλοία του. Με την αίσθηση της υπεροχής και με την ικανοποίηση ότι συγκέντρωνε ολοένα και περισσότερους ναύτες, με την ησυχία του, καθάριζε και επισκεύαζε τα πλοία του.


Κατά τον Πλούταρχο (Αλκιβιάδης, 35), ο Αλκιβιάδης, βλέποντας πως έχουν τα πράγματα, πήγε στην Καρία για να εξασφαλίσει πηγές χρηματοδότησης. Άφησε επικεφαλής του στόλου του τον προσωπικό του κυβερνήτη Αντίοχο με την εντολή «να μη ναυμαχήσει, ακόμα και αν του επιτεθούν».

Κατά τον Ξενοφώντα (Ελληνικά Α’ 5, 11), ο Αλκιβιάδης άφησε τον Αντίοχο με την ίδια εντολή κι έφυγε όχι για την Καρία αλλά για να βοηθήσει τον Θρασύβουλο ο οποίος οχύρωνε τη Φώκαια. Από την άλλη, ο Διόδωρος Σικελιώτης (Ιστορική Βιβλιοθήκη ΙΓ’ 71) μας λέγει ότι όταν ο Αλκιβιάδης έμαθε ότι ο Λύσανδρος αρματώνει τον στόλο του στην Έφεσο, έβαλε πλώρη για να τον αντιμετωπίσει με όλο του τον στόλο.

Επειδή κανείς δεν βγήκε να ναυμαχήσει τότε, προσόρμισε τα περισσότερα πλοία του στο Νότιον, παρέδωσε την αρχηγία στον Αντίοχο, με τις ίδιες πάντα εντολές, και κατευθύνθηκε προς τις Κλαζομενές, που ήταν σύμμαχος πόλη των Αθηναίων και υπέφερε από λεηλασίες κάποιων εξορίστων.

Όποια όμως και αν ήταν η αιτία της απουσίας του Αλκιβιάδη, αυτό που έχει σημασία τελικά είναι ότι σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή απουσίαζε, έχοντας αφήσει πίσω του όχι έναν στρατηγό αλλά έναν κυβερνήτη!

Η ναυμαχία στο Νότιον

Παρά την εντολή που είχε λάβει ο Αντίοχος από τον Αλκιβιάδη «να μην εμπλακεί σε ναυμαχία μέχρι να επιστρέψει ο ίδιος» (Διοδώρου Σικελιώτου, ΙΓ’ 71, 1), αυτός επάνδρωσε τα δέκα καλύτερα πλοία του στόλου, ενώ στους κυβερνήτες έδωσε εντολή να έχουν τα υπόλοιπα σε ετοιμότητα σε περίπτωση που χρειαστεί να ναυμαχήσουν.

Κατόπιν κατευθύνθηκε εναντίον των εχθρών και τους προκαλούσε σε ναυμαχία: «Έπλευσε με αυτές (τις τριήρεις) στην Έφεσο, και, παραπλέοντας κοντά στις πλώρες των εχθρών, έλεγε και έπραττε πολλά ακόλαστα και βωμολόχα» («επιπλεύσαι τη Εφέσω και παρά τας πρώρας των πολεμίων νεών πολλά και πράττων και φθεγγόμενος ακόλαστα και βωμολόχα παρεξελαύνειν»/Πλουτάρχου, Αλκιβιάδης, 35).

Αυτή η ανώριμη συμπεριφορά σίγουρα δεν αρμόζει σε κάποιον υπαξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού. Ο Αντίοχος δεν χωρεί αμφιβολία, όχι μόνο για το ότι ήθελε να προκαλέσει ναυμαχία αλλά και για το ότι ήθελε να εφαρμόσει ξανά την τακτική που είχε ακολουθήσει με επιτυχία ο Αλκιβιάδης στη ναυμαχία της Κυζίκου.

Μια ευφυέστατη τακτική η οποία ήταν πολύ καλά μελετημένη από έναν σπουδαίο στρατηγό.

Με λίγα λόγια, ο Αντίοχος ήθελε να προκαλέσει τον εχθρό δείχνοντάς του ότι διαθέτει λιγότερα πλοία, να τον παρασύρει στ’ ανοιχτά και μετά να τον αιφνιδιάσει με την επίθεση όλου του στόλου, ο οποίος με κάποιο «μαγικό» τρόπο θα είχε πετύχει και την υπερφαλάγγιση.

Όμως, ο Αντίοχος, δεν είχε προχωρήσει σε μελέτη χώρου, στόλου και παραμέτρων και δεν είχε καθορίσει έναν σαφή και εφικτό αντικειμενικό σκοπό, πράγμα που αποτελεί θεμελιώδες δόγμα στρατηγικής.

Αντιθέτως, ο κυβερνήτης προέβη σε ενέργειες για εντυπωσιασμό, κάτι που οδήγησε σε άσκοπη ανάλωση δυναμικού, κρίση της αξιοπιστίας της διοικήσεως, πτώση του ηθικού και λήξη της επιχειρήσεως με αποτυχία. Φυσικά δεν πρέπει να παραβλέψουμε και το μέγα σφάλμα στη στρατηγική του, το οποίο ήταν να επαναλάβει ακριβώς την ίδια τακτική στον ίδιο εχθρό!

Ο Λύσανδρος, από την άλλη, ήταν ένας στρατηγός που είχε διακριθεί στο παρελθόν και που είχε μελετήσει πολύ σοβαρά τη στρατηγική των Αθηναίων.

Αν και στη ναυμαχία της Κυζίκου επικεφαλής του σπαρτιατικού στόλου ήταν ο Μίνδαρος, αυτό δεν εμπόδισε τον Λύσανδρο να μελετήσει όλες τις παραμέτρους σε μια ναυμαχία στην οποία ο στόλος του είχε χάσει.

Επιπλέον, ο Λύσανδρος γνώριζε ήδη ότι ο Αλκιβιάδης έλειπε και ότι είχε αναθέσει τη διοίκηση του στόλου του σε έναν άπειρο υπαξιωματικό.

Έχοντας αντιληφθεί λοιπόν πώς είχε η κατάσταση, θα πρέπει να ένιωθε απολύτως ικανοποιημένος μπροστά σε τέτοια ευκαιρία για διττή επιτυχία: και να κερδίσει τη ναυμαχία και να ρεζιλέψει εντελώς τον αθηναϊκό στόλο.

Αυτό λοιπόν και έπραξε. Αρχικά καταδίωξε τον Αντίοχο με λίγα πλοία. Οι Αθηναίοι έσπευσαν να βοηθήσουν τον Αντίοχο.

Ο Λύσανδρος συνέταξε όλο το στόλο του σε τάξη μάχης. Από το Νότιον, η κύρια δύναμη του αθηναϊκού στόλου είδε το μικρό στολίσκο του Αντίοχου να επιστρέφει, με τον εχθρικό στόλο να τον ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής.

Επικράτησε πανικός! Δεν υπήρχε χρόνος ούτε για την εξεύρεση της κατάλληλης ηγεσίας ούτε για ανάλογο σχηματισμό μάχης. Τα αθηναϊκά πλοία καθελκύονταν στη θάλασσα όπως-όπως. Αντίθετα, ο στόλος του Λυσάνδρου ναυμαχούσε με τάξη, σκότωσε τον Αντίοχο, συνέλαβε πολλά πλοία και αιχμαλώτους, και φυσικά έστησε τρόπαιο νίκης.

Τελικά, το σχέδιο της ακαριαίας εκτονώσεως μαχητικής ισχύος στο ευάλωτο σημείο του εχθρού, και καλά μελετημένο ήταν και εφαρμόστηκε στη ναυμαχία.

Η κεραυνοβόληση του αντιπάλου έγινε. Όχι όμως από τον Αντίοχο αλλά από τον Λύσανδρο! Η επιθυμία του Αντίοχου λειτούργησε ως «μπούμερανγκ» για τον ίδιο, ο οποίος είχε φροντίσει να έχει ανοιχτά πολλά ευάλωτα σημεία.

Όταν ο Αλκιβιάδης έμαθε τι έγινε ήταν βέβαια αργά. Επέστρεψε με τα υπόλοιπα πλοία του και κινήθηκε με όλο πλέον το στόλο του, προκαλώντας τον Λύσανδρο: «Εκείνος όμως αρκούνταν στη νίκη του και δεν κινήθηκε κατά του Αλκιβιάδη» («Ο δ’ ηγάπα νενικηκώς και ουκ αντανήγετο»/Πλουτάρχου, Αλκιβιάδης, 35).

Το «παράδοξο» της εκλογής του Αντίοχου

Για τον Αντίοχο, οι πληροφορίες που έχουμε, αν και δεν είναι επαρκείς, σκιαγραφούν ωστόσο την προσωπικότητά του. Κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, ο Αντίοχος ήταν ένας άνθρωπος «εκ φύσεως επιπόλαιος» («ων τη φύσει πρόχειρος»/ΙΓ’ 71, 1), ενώ, κατά τον Πλούταρχο, «ήταν μεν καλός κυβερνήτης, αλλά κατά τα άλλα ήταν ανόητος και υπερόπτης» («αγαθός μεν ην κυβερνήτης, ανόητος δε τάλλα και φορτικός»/Αλικιβιάδης, 35).

Έτσι εγείρεται το ερώτημα αφού αυτός ο άνθρωπος είχε ελαττώματα ασυμβίβαστα με την ιδιότητα του στρατηγού, τότε γιατί τον επέλεξε ο Αλκιβιάδης ως προσωρινό στρατηγό σε μια τόσο κρίσιμη ναυμαχία; Δεν υπήρχαν άλλοι, ικανότεροι, με πείρα, που είχαν διατελέσει στρατηγοί και στο παρελθόν;

Ακόμα και αν οι στρατηγοί του Αλκιβιάδη έλειπαν σε άλλες αποστολές, τότε θα έπρεπε να διοριστεί ένας τριήραρχος που είχε πείρα και είχε διακριθεί σε προηγούμενες ναυμαχίες. Γιατί όμως, αντ’ αυτού, στρατηγός διορίστηκε ένας «ανόητος» υπαξιωματικός;

Κατά μία άποψη

Οι περισσότεροι αξιωματικοί λόγω παλαιοτέρων πολεμικών διακρίσεων τους και ανεξαρτησίας πνεύματος δεν θα υπάκουαν στην εντολή να μην πλεύσουν εναντίον των πλοίων του Λύσανδρου.

Θα το θεωρούσαν ευκαιρία για να «κλέψουν» λίγη από τη δόξα της ναυμαχίας.

Ένας απλός κυβερνήτης, όμως, και δη άπειρος, δεν θα αποτολμούσε να προβεί σε τόσο μεγάλο εγχείρημα, πόσο μάλλον όταν είχε διατελέσει και για κάποιο διάστημα προσωπικός κυβερνήτης του πλοίου του Αλκιβιάδη.

Τελικά βέβαια αποδείχτηκε εσφαλμένη αυτή η εκτίμηση του Αλκιβιάδη, αφού ο Αντίοχος υπήρξε αναμφισβήτητα λανθασμένη επιλογή.

Κατ’ άλλη άποψη

Εφόσον υπήρξε επί πολλά έτη ο προσωπικός κυβερνήτης του, αποκλείεται ο Αλκιβιάδης να μη γνώριζε τα ελαττώματά του: εκ φύσεως επιπόλαιος, ανόητος και υπεροπτικός.

Επιπροσθέτως, γνωρίζουμε ότι ο Αλκιβιάδης ήταν άνθρωπος ευφυέστατος και ως στρατηγός γνώριζε ότι η σπουδαιότητα του «διοικείν είναι το εκλέγειν», γεγονός που μας οδηγεί στο να αποκλείσουμε ότι διέπραξε ένα τόσο μεγάλο σφάλμα ως προς την επιλογή του σωστού ανθρώπου για τη συγκεκριμένη ναυμαχία.

Εάν δεχθούμε όμως αυτή την άποψη, τότε γεννάται ένα περίεργο ερώτημα: μήπως ο Αλκιβιάδης είχε αντιληφθεί ότι με άδεια ταμεία και διαρκείς λιποταξίες το «παιχνίδι» ήταν πλέον χαμένο;

Μήπως ήθελε να χρεωθεί κάποιος άλλος, και όχι αυτός, την ήττα; Οπότε, ένας αξιωματικός με πείρα θα καταλάβαινε ότι τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και θα περίμενε τον Αλκιβιάδη να επιστρέψει για να χειριστεί την κατάσταση τηρώντας ακριβώς την εντολή του, ενώ ένας ανόητος δεν θα μπορούσε να αντιληφθεί την κρισιμότητα της κατάστασης και ένας υπερόπτης θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία προκειμένου να διακριθεί, δίχως να υπολογίσει το κόστος.

Ο Αντίοχος ήταν το κατάλληλο πρόσωπο γιατί διέθετε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Το γεγονός βέβαια ότι αργότερα προκαλούσε ο Αλκιβιάδης για ναυμαχία τον Λύσανδρο μπορεί να θεωρηθεί ως «κίνηση μπαλαντέρ», αφού, από τη μία, δικαιώνει την πρώτη άποψη, αλλά από την άλλη, δεν αποκλείει και την περίπτωση αυτό να έγινε ακριβώς για να δικαιώσει την πρώτη άποψη.

Σκέψεις & Συμπεράσματα

Ενώ η λαμπρή νίκη της Κυζίκου τους είχε εξασφαλίσει πολλά πλεονεκτήματα, τώρα, με τη ναυμαχία στο Νότιον, οι Αθηναίοι χάνουν την κυρίαρχη θέση τους στην Ιωνία.

Αντίθετα, οι Σπαρτιάτες διαθέτουν πολλές πηγές χρηματοδότησης, στόλο συνεχώς διογκούμενο και ηθικό υψηλό!

Ίσως αυτό το «φιάσκο» στο Νότιον να προκαλεί πολλά ερωτήματα αλλά και αντιφατικά συναισθήματα.

Αδιαμφισβήτητο όμως είναι ότι η λήξη του Πελοποννησιακού Πολέμου μοιάζει να πλησιάζει και η πλάστιγγα γέρνει πλέον υπέρ της Σπάρτης.

Ο θυμός μας προς τους άλλους είναι θυμός προς τον εαυτό μας

Κάθε φορά που νομίζουμε πως θυμώνουμε με τους άλλους, στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Και αν αρχίσουμε να παρατηρούμε τι γίνεται μέσα μας, αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να ψάξει βαθύτερα, θα το διαπιστώσουμε αυτό.

Ο θυμός μας προς τους άλλους είναι απλά η προβολή του δικού μας, κεκαλυμμένου εσωτερικού θυμού, για την απογοήτευση που νιώθουμε, για τις προσδοκίες που δεν επαληθεύτηκαν, για την έλλειψη ικανοτήτων ή σωστής κρίσης από μέρους μας ενδεχομένως…

Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί κάποιος μας κορόιδεψε για παράδειγμα και στην ουσία ο θυμός μας είναι προς τον εαυτό μας που δεν κατάλαβε τι άνθρωπος ήταν, που του έδωσε περισσότερα από όσα έπρεπε να του δώσει, που εθελοτυφλούσε ίσως στα σημάδια του χαρακτήρα που δεν ήθελε να δει.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε για το ψέμα και την προδοσία κάποιου και στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας που επέτρεψε να έχει προσδοκίες μεγαλύτερες από αυτές που άξιζε ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Προσδοκίες που πονούν, αφού δεν ικανοποιήθηκαν και προκαλούν θυμό προς εμάς που επιτρέψαμε αυτόν τον πόνο, τον οποίο μπορούσαμε να αποτρέψουμε, έχοντας λιγότερες προσδοκίες.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε για την απαξίωση που μας δείχνει κάποιος ή την απόρριψή του και στην ουσία θυμώνουμε με τον εαυτό μας που δεν κατάφερε να τον κάνει να δει την αξία μας, τις ικανότητές μας, όλα όσα έχουμε να προσφέρουμε. Ή ίσως θυμώνουμε γιατί νιώθουμε και οι ίδιοι ανεπαρκείς, οπότε επαληθεύεται μέσω της συμπεριφοράς του, η άσχημη αυτοεικόνα μας κι αυτό μας θυμώνει πολύ.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί δεν μας καταλαβαίνουν, αλλά βαθιά μέσα μας θυμώνουμε με εμάς που δεν γίναμε κατανοητοί. Νομίζουμε πως θυμώνουμε γιατί δεν μας φροντίζουν,στην ουσία όμως θυμώνουμε με τον εαυτό μας που δεν γίνεται πιο διεκδικητικός ή που νιώθει πως δεν αξίζει φροντίδα κι επιβεβαιώνεται.

Νομίζουμε πως θυμώνουμε με όσους μας κακοποιούν, αλλά θυμώνουμε με εμάς είτε γιατί δεν καταφέραμε να βάλουμε σαφή όρια απέναντί τους, είτε γιατί δεν καταφέραμε να τους κάνουμε να τα δουν και να τα σεβαστούν.

Θυμώνουμε ακόμη και απρόσωπα. Με την πολιτεία, το κράτος, τους θεσμούς που δεν τηρούνται, για παράδειγμα. Και πάλι όμως, θυμώνουμε με τον εαυτό μας που νιώθει τόσο μικρός απέναντί τους και τόσο αδύναμος να τους αντισταθεί και να τους νικήσει.

Κι επειδή – σύμφωνα και με τη φράση του Γκάντι – «Κανείς δεν μπορεί να σε πληγώσει αν δεν του το επιτρέψεις», την επόμενη φορά που θα νιώσεις τον θυμό σου να προβάλεται στο πρόσωπο κάποιου άλλου, κοίταξε στον καθρέφτη σου και προσπάθησε να αναγνωρίσεις το θυμό προς τον εαυτό σου.

Κι αφού το κάνεις αυτό, συγχώρεσε τις αδυναμίες που εντόπισες σε εσένα, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσεις να συγχωρήσεις κι εκείνον, που έγινε απλά ο καθρέφτης του δικού σου θυμού.

Κάποτε οι ήρωες πολεμούσαν για να σώσουν τους ανθρώπους. Σήμερα οι ήρωες πολεμούν για να σώσουν την ανθρωπιά

Οι άνθρωποι πάντοτε αναγνώριζαν ήρωες. Πρώτα λάτρεψαν ήρωες και έπειτα θεούς. Η δημιουργία ηρώων συνδέεται άμεσα με τις εποχές και τις ανάγκες των ανθρώπων. Συνεπώς τα κριτήρια ηρωοποίησης διαφέρουν από εποχή σε εποχή. Στην αρχαιότητα για να συμπεριληφθεί κάποιος στο πάνθεον των ηρώων έπρεπε να προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο το λιγότερο έναν μεγάλο άθλο. Ας θυμηθούμε τον Ηρακλή ή τον Θησέα. Στους αγώνες του '21 καταστερώθηκαν άντρες όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης ή ο Ανδρούτσος. Σήμερα βέβαια τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν χρειάζεται κάποιος να σκοτώσει το λιοντάρι της Νεμέας, να γίνει τουρκοφάγος ή να εξοντώσει τον Προκρούστη για να γίνει ήρωας. Στην σημερινή πραγματικότητα ήρωας θεωρείται και αυτός ο οποίος λειτουργεί με βάση τις αρχές του ανθρωπισμού. Η αυτοθυσία, η τιμιότητα, η καλοσύνη, η ανθρωπιά είναι αρετές που αν εκφραστούν κοινωνικά είναι δυνατόν να αναδείξουν κάποιον σε ήρωα.

Κάποτε οι ήρωες πολεμούσαν για τους ανθρώπους. Οι ήρωες της εποχής μας πολεμούν για να σώσουν την ανθρωπιά. Όλοι όσοι συμπάσχουν όταν βλέπουν τους άλλους να πονάνε ή να πεινάνε και σπεύδουν αλληλέγγυοι να τους βοηθήσουν, χωρίς να προσδοκούν προσωπικά οφέλη, είναι σύγχρονοι ήρωες. Ηρωικά παρακάμπτουν το γνωστό «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο λύκος» και το ίδιο ηρωικά μεταβάλλονται σε αγγέλους βοήθειας. Ο σύγχρονος λοιπόν ήρωας φορά το ένδυμα της καθημερινότητας, την φόρμα του εργάτη, την ποδιά της νοικοκυράς, την στολή του στρατιώτη και αγωνιστή της ισότητας και της δικαιοσύνης και συντρέχει στον ανθρώπινο πόνο και στην ανθρώπινη ανάγκη.

Παράλληλα με τον ήρωα της προσφοράς και της αλληλεγγύης συμπορεύεται και ο ήρωας της διπλανής πόρτας. Είναι αυτός που μοχθεί για να βγάλει το ψωμί του χωρίς να καταφεύγει σε αθέμιτους τρόπους πλουτισμού. Είναι ο ηρωισμός της καθημερινότητας, που γίνεται ακόμη πιο σημαντικός, όταν ο άνθρωπος βαδίζει τον δρόμο του σκληρού μόχθου ασυμβίβαστος και αξιοπρεπής. Εκεί φτάσαμε. Στην εποχή των πλαστικών συνειδήσεων το να επιλέγει κανείς την τιμιότητα, να αντιστέκεται στις εύκολες προκλήσεις του καιρού, να μένει πιστός στον εαυτό του και να μην τον ψευτίζει είναι ηρωισμός. Σε αυτούς τους αφανείς ήρωες αναφέρεται ο Σεφέρης όταν λέει: ‘’Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά’’ (Ο τελευταίος Σταθμός, συλλογή: Ημερολόγιο καταστρώματος Β΄). Είναι αυτοί οι οποίοι υπηρετούν τους πάσχοντες συνανθρώπους τους και με αταλάντευτη την συνείδηση παραμένουν σταθεροί στις αιώνιες αξίες της ανθρωπιάς και της δημοκρατίας.

Για μας αυτοί είναι οι πραγματικοί ήρωες, που δρουν έξω και πέρα από τα φώτα της δημοσιότητας για το κοινό καλό κάθε στιγμή που το απαιτεί. Η κοινωνία μας, κοινωνία της άμετρης κατανάλωσης, έχει γεννήσει πολλούς ανθρώπους έτοιμους για κοινωνικούς άθλους, ανθρώπους άξιους να γίνουν ηρωικά πρότυπα στις νέες γενιές. Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να προβάλλονται στους νέους. Οι ήρωες αυτοί όμως δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα ζωής που η διαφήμιση θέλει να επιβάλει. Επιβάλλεται λοιπόν οι νέοι μας να καθοδηγηθούν έτσι, ώστε να μάθουν να διακρίνουν και να εκτιμούν τον πραγματικό ήρωα από τον φτιαχτό που υπηρετεί σκοπιμότητες. Σε αυτήν την περίπτωση, αν η διαφώτιση λειτουργήσει στο πλαίσιο της κοινωνικής παιδαγωγικής, αν τελικά επιτύχει να στρέψει την κοινή γνώμη προς την κατεύθυνση της ανθρωπιάς και της δημοκρατίας, αν κερδίσει την μάχη στην προσπάθεια να επιβάλει τις αιώνιες αξίες του ανθρωπισμού ως ύψιστες ηρωικές πράξεις, (άθλος τεράστιος, ισάξιος με αυτόν της Λερναίας Ύδρας), τότε θα μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτόν τον κόσμο.

Το «γνῶθι σαὐτόν» - Σωκράτης

Μιλάμε συχνά για αυτογνωσία και «γνώθι σαυτόν». Θα επιχειρήσομε να δούμε από πιο κοντά το περιεχόμενο τους. Ας σημειώσομε πρώτα ότι για τον Σωκράτη, που στράφηκε από τη φύση στον άνθρωπο, ήταν φυσικό να πάρει για οδηγό του το δελφικό παράγγελμα «γνώθι σαυτόν».

Δυο πράγματα ενδιαφέρει να δούμε ως προς αυτό:

Α) με ποια πορεία έφτασε ο Σωκράτης στην αυτογνωσία και

Β) ποιο «είναι » του ανθρώπου ανακάλυψε.

Πολύτιμος βοηθός μας για το πρώτο είναι πάλι η πλατωνική «Απολογία», για το δεύτερο μαζί μ’ αυτήν και τα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντος.

Αφορμή για την πορεία προς την αυτογνωσία στάθηκε, ο χρησμός που έδωσε το δελφικό μαντείο στο φίλο και μαθητή του Σωκράτη το Χαιρεφώντα. 1

Ο χρησμός έριξε το δάσκαλο σε μεγάλη φροντίδα. Είχε καθαρή συνείδηση του πόσο μικρή, πόσο ασήμαντη ήταν η δική του σοφία. Ο αυστηρός αυτοέλεγχος είχε απολήξει στο ότι ένα πράγμα ήξερε καλά, ότι δεν ήξερε τίποτα, (.. εν οίδα ότι ουδέν οίδα». Θυμίζει με τούτη τη ρήση ο Σωκράτης σε μας τους νεώτερους την ανάλογη κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Descatres κατά την περίοδο της καθολικής περί των πάντων αμφιβολίας του, την περίοδο του doute methodique, πριν ανακαλύψει το θεμέλιο της φιλοσοφίας του, το «σκέφτομαι άρα υπάρχω» (cogito ergo sum).

Πως, αναρωτιέται ο Σωκράτης, είναι δυνατό αυτό το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» να ονομάζεται σοφία, και μάλιστα η μεγαλύτερη ανθρώπινη σοφία; Αλλά πάλι πως ήταν δυνατόν ο Θεός να μη λέει αλήθεια;

Για να απαντήσει στα βασανιστικά αυτά ερωτήματα αποφάσισε ο Σωκράτης να θέση τον εαυτό του στην υπηρεσία του Απόλλωνος: να θεωρήσει αποστολή του τη διερεύνηση του νοήματος του χρησμού, και άμα το νόημα του αποκαλυφθεί, να το μεταδώσει και στους άλλους ανθρώπους. Είναι γνωστή από την «Απολογία » και από τις άλλες πηγές μας η μεθοδική πορεία που ακολούθησε ο Σωκράτης. Είχε ελέγξει και αποτιμήσει τη δική του σοφία. Στράφηκε τώρα στον έλεγχο της σοφίας των άλλων. Πήγε σε ανθρώπους που και οι ίδιοι πίστευαν ότι είναι σοφοί σε κάτι ή σε πολλά, και ο κόσμος τους πίστευε για σοφούς: σε πολιτικό, σε ποιητή τραγωδίας, σε ποιητή διθυράμβων, σε χειροτέχνες. Δεν άργησε να αντιληφθεί, από τη συζήτηση που έκανε μαζί τους, ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ενώ πίστευαν πραγματικά ότι ήταν σοφοί σε κάτι, ή σε πολλά, στην πραγματικότητα δεν ήταν. Έβγαλε τότε το συμπέρασμα ο Σωκράτης, ότι αυτός, που ξέρει ότι δεν είναι σε τίποτα σοφός, είναι σοφότερος από τους άλλους σε τούτο δα ακριβώς: «ώσπερ ουκ οίδα ουδέ οίομαι ειδέναι»2

Δεν έχουν προσέξει, νομίζω, αρκετά οι μελετητές του Σωκράτη, ότι η διαφωνία του δασκάλου με τους συζητητές του, απορρέει στο βάθος από την πίστη του ότι μόνο ο Θεός είναι σοφός. Για τούτο ο άνθρωπος μόνο φιλόσοφος, φίλος, εραστής του «σοφού», της σοφίας μπορεί να είναι. Το απόλυτο είναι ανέφικτο στον άνθρωπο. Τούτο ακριβώς προσπαθεί να δείξει στους συνομιλητές του. Ας λένε πως ξέρουν, αφού δεν κατέχουν, στο χώρο όπου ο καθένας κινείται, τη ριζική γνώση στην καθαρή και απόλυτη μορφή της. Αυτά που ξέρουν είναι όσα μπορεί να νομίζει κανείς ότι ξέρει, όσα του επιτρέπουν να κινείται με άνεση, μικρή, ή μεγάλη, στο έργο που κάνει. Αλλά η ρίζα του λείπει. Και αυτή είναι η σοφία. Πρέπει ακόμη να προσέξομε περισσότερο το «ώσπερ ουκ οίδα ουδέ οίομαι ειδέναι». Δείχνει ότι η αυτογνωσία στην οποία φτάνει ο Σωκράτης είναι η ίδια η συνείδηση στην ανωτάτη ποιότητα της, εκείνη που λείπει από τους άλλους. Ανακαλύπτει δηλαδή ο άνθρωπος σωστά τον εαυτό του τότε μόνον, όταν φτάσει στο χώρο όπου η συνείδηση «ομολογεί» με τον εαυτό της. Θα ξαναγυρίσομε σε τούτο το πηγαίο θέμα της σωκρατικής διδασκαλίας, το οποίο αποτελεί τον ακριβό πυρήνα της.

Η διερεύνηση λοιπόν του χρησμού οδήγησε το Σωκράτη στην αυτογνωσία, μια αυτογνωσία που πείθει ότι σοφότερος είναι εκείνος που φτάνει στο συμπέρασμα ότι δεν ξέρει τίποτε. Δεν πρόκειται καθόλου για σκεπτικισμό, όπως ο σκεπτικισμός των σοφιστών ή οποιοσδήποτε άλλος. Η διαπίστωση του Σωκράτη στηρίζεται, όπως είδαμε, στην προϋπόθεση ότι μόνο ο Θεός είναι σοφός.3

Αυτή η διαπίστωση είναι λοιπόν θετική, όχι αρνητική. Αφήνει ανοιχτή τη θύρα της ψυχής για στροφή της προς τον Θεό. Έτσι η ψυχή είναι απαλλαγμένη και από τη φοβερή «ύβριν». Αυτήν που πείθει τον άνθρωπο για το αντίθετο, που τον πείθει ότι είναι σοφός.

Και ένα δεύτερο πολύτιμο στοιχείο της σωκρατικής αυτογνωσίας δεν έχομε προσέξει αρκετά. Στο «γνώθι σαυτόν», το πραγματικό «γνώθι σαυτόν», φτάνει κανείς μόνο όταν με άγρυπνη την προσοχή, με στερεή τη στοχαστική λογική διάκριση έχει τη δύναμη να απορρίπτει όσα εσφαλμένα και παραπλανητικά και δέχεται μόνο τα ουσιώδη και σωστά. Αυτά σημαίνουν ότι η αυτογνωσία προϋποθέτει την αυτοκυριαρχία, την κυβέρνηση με άλλα λόγια του ανθρώπου από την αλήθεια, από τον ανιδιοτελή έρωτα για την αλήθεια, που αποτελεί την πραγματική ουσία του είναι του, την πνευματική του ουσία. Σημαίνει ακόμη ότι, όπως τώρα μόλις το υποδηλώσαμε, στο βάθος το σωκρατικό «γνώθι σαυτόν» είναι η φροντίδα για την ψυχή, ή καλύτερα είναι η ανακάλυψη και παρουσίαση για πρώτη φορά της ψυχής του ανθρώπου. «Απαντούσα λοιπόν στον εαυτό μου και τον χρησμό», λέγει ο Σωκράτης μετά τη διερεύνηση που έκανε, «ότι είναι καλύτερα να είμαι όπως είμαι».

Σε ένα θαυμάσιο κεφάλαιο του έργου του Paideia ο Wrner Jaeger5 ονομάζει πρωτάκουστη την αποφασιστικότητα με την οποία ο Σωκράτης έβαλε την ψυχή του ανθρώπου στην υψηλότερη θέση της ιεραρχίας των αξιών. Την έβαλε πρώτη. Εστί, αντίθετα από την αριστοκρατική ηθική, κατέστησε τον άνθρωπο ελεύθερο και ανεξάρτητο από τον πλούτο και την εξωτερική γενικά αναγνώριση. Η ψυχή που είναι το πιο πολύτιμο κτήμα του ανθρώπου, γίνεται την ίδια ώρα και το ύψιστο καθήκον του. Το να κάνει αδικίες, αυτό αποτελεί το στίγμα του ανθρώπου, της ψυχής του. Το αριστοκρατικό ιδεώδες ότι άντρας είναι εκείνος που ωφελεί τους φίλους του και βλάπτει τους εχθρούς του δεν βρίσκει φυσικά στο Σωκράτη καμία δικαίωση× δεν αποτελεί αρετή, αλλά κακία. Τούτη είναι η γλώσσα που απορρέει από τη σωκρατική ανθρωπογνωσία και που πρώτος ο Σωκράτης εδίδαξε τόσο απερίφραστα και εθεμελίωσε.

Όσα είπαμε έως εδώ δεν αναφέρονται μόνο στην πορεία του Σωκράτη προς την αυτογνωσία, αλλά μιλούν και για την ανακάλυψη του είναι του ανθρώπου.

Ως προς το δεύτερο τούτο έχομε μια πολύτιμη πληροφορία από τον Ξενοφώντα, η οποία ενισχύει την ερμηνεία που δώσαμε και την ολοκληρώνει. Πρόκειται για την περίφημη διάκριση της ανθρώπινης ζωής σε δυο περιοχές: την περιοχή των «εφ’ ημίν» και την περιοχή των «ουκ εφ’ ημίν».

Στην δεύτερη περιοχή δεν είναι ο άνθρωπος κυρίαρχος, κυβερνήτης και διευθυντής. Την ορίζει η θέληση του Θεού, ή από πάντα ορισμένη τάξη να γίνουν τα πράγματα που πρόκειται να γίνουν και να γίνουν όπως γίνονται. Πρόκειται για την περιοχή της «τύχης», όπως κοινά τη λέγουν: σπέρνεις, αλλά δεν ξέρεις αν θα θερίσεις× φεύγεις με το πλοίο για ταξίδι, αλλά δεν ξέρεις αν θα φτάσεις στον προορισμό σου. Στην περιοχή τούτη, στο βάθος τίποτε δεν μπορεί ο άνθρωπος να αλλάξει, να αποσβήσει, να προκαλέσει. Για τα «ουκ εφ’ ημίν» ο άνθρωπος εμπιστεύεται τον εαυτό του στους θεούς. Προσφεύγει στη μαντική.6

Φροντίζουν οι θεοί για τον άνθρωπο. Προσθέτει ένδειξη γι’ αυτή τη φροντίδα έχει ο Σωκράτης το «δαιμόνιο» του, τη φωνή που ακούει μέσα του, τη σταλμένη από τον αγαθό του δαίμονα σε δύσκολες ώρες που αναφέρονται σε πράξεις και αποφάσεις για πράγματα «ουκ εφ’ ημίν». Απαγορευτική είναι πάντα η φωνή. Ειδοποιεί το Σωκράτη να μην κάνει κάτι που σκέφτεται να κάνει. Αποτρέπει, δεν προτρέπει. Το «μη» του δαιμόνιου, εφ’ όσον ο Σωκράτης πιστεύει ότι είναι θειο μήνυμα, μήνυμα από εκείνον που γνωρίζει τα πάντα, του είναι αρκετό.

Είναι βέβαια στο βάθος το δαιμόνιο μια μορφή της φωνής της συνείδησης, αυτή που φωτίζεται από την πίστη προς τους θεούς, και από το μήνυμα του Θεού, πάντοτε όμως για τα «ουκ εφ’ ημίν». Για πράξεις όπου η υπεύθυνη προσωπικότητα ηθικότητα δεν έχει θέση. Με το δαιμόνιο, όπως βλέπουμε, ο Σωκράτης που έταξε τον εαυτό του στην υπηρεσία του λόγου, αφήνει θέση στην ψυχή και για το άλογο. Θέση γεμάτη μυστήριο. Ωστόσο το δαιμόνιο δεν είναι για το Σωκράτη η φωνή της συνείδησης την ολότητα της. Γιατί απλούστατα η φωνή της συνείδησης δεν αποτρέπει μόνο, αλλά και προτρέπει. Μιλάμε για το έργο της συνείδησης στην περιοχή όπου στην πράξη ωθούν «τα εξ ανάγκης», η λογική αναγκαιότητα. Και αυτό συμβαίνει στα «εφ’ ημίν», σε όσα δηλαδή εξαρτάται από τον καθένα μας να κάνει ή να μην κάνει. Η ύπαρξη της περιοχής αυτής, μέγα ευτύχημα, δίνει νόημα στη ζωή του ανθρώπου, όντος που σκέφτεται, ερευνά και εξετάζει, παίρνει αποφάσεις και εκτελεί πράξεις, ενεργεί και δημιουργεί. Όλη τούτη η δραστηριότητα σε όλο βαθμό αναφέρεται στην περιοχή των «εφ’ ημίν», την περιοχή της «γνώμης», όπως έλεγαν, αποτελεί την ανθρώπινη σοφία. Κυβερνήτης στην περιοχή αυτή ο άνθρωπος και με ότι κάνει, οικοδομεί τον εαυτό του, του δίνει νόημα και περιεχόμενο. Θα ήταν ανάξιο για τον άνθρωπο, θα ανέτρεπε τη φυσική του τάξη, αν δεν ήθελε να είναι βασιλιάς σ’ αυτό του το Βασίλειο. Αν δε φρόντιζε να βάζει σε δουλειά κάθε περίπτωση την ικανότητα του να κατανοεί, για να ελέγχει και διαφωτίζει τη συμπεριφορά του. Όποιος λέγει ο Σωκράτης, πιστεύει… «πάντα της ανθρώπινης (είναι ) γνώμης», αυτός «δαιμονά»× αλλά «δαιμονώσι» και «οι μαντευόμενοι» «α τοις ανθρώποις έδωκαν οι θεοί μαθούσι διακρίνειν».

Πως θα ενεργήσει όμως ο άνθρωπος; Ο απλός τεχνίτης, ο «δημιουργός», το σκοπό της ενέργειας του τον δέχεται απ’ έξω, από την παράδοση, τη συνήθεια. Δεν αναρωτιέται για την αξία του σκοπού, ούτε ξέρει ότι και ο σκοπός της ενέργειας του είναι μέσο για κάποιον άλλο, τον αληθινό σκοπό. Αληθινός σκοπός είναι, όχι να κάνεις απλώς ότι αποφάσισες, αλλά η εκτέλεση της πράξης να έχει ηθικό αποτέλεσμα, να σου χαρίζει εσωτερική ευεξία. Στους μαθητές του ο τεχνίτης- όπως δα και οι σοφιστές- περιορίζεται να αναπτύσσει δεξιοτεχνία. Ο σοφός άνθρωπος, ο «αγαθός», πάει βαθύτερα. Από την πράξη που κάνει, θέλει να αποσπάσει εκείνο που προσδοκά απ’ αυτήν, με οδηγό τον αληθινό σκοπό. Για το έργο τούτο δεν αρκεί να ξέρει πως ενεργεί, να ξέρει δηλαδή καλά την τεχνική της πράξης, πρέπει κυρίως να ξέρει αν πρέπει να κάνει την πράξη. Αυτό φυσικά θα το ξέρει, αν γνωρίζει το «όντως αγαθόν». Με άλλα λόγια η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις πράξεις του απλού τεχνίτη και του σοφού- σοφός από το Σωκράτη και πέρα θα ονομάζεται εκείνος που πραγματώνει το πρότυπο για τον άνθρωπο πρόσωπο- είναι ότι ο πρώτος περιορίζεται στον προσεχή σκοπό που του θέτει η δεξιοτεχνία σε κάθε έργο του, ενώ ο δεύτερος εμπνέεται πάντοτε από το «όντως αγαθόν» και θέλει αυτό το αγαθό να φωτίζει τις πράξεις του. Αυτό να προϋποθέτουν όλα του τα έργα.

Ποιο είναι όμως «το όντως αγαθόν»; η απάντηση του Σωκράτη στο βασικό τούτο ερώτημα είναι εκπληκτικά νέα. Το «όντως αγαθόν» πρέπει να είναι κάτι που να μη είναι ποτέ δυνατό να στραφεί ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του. Να είναι λοιπόν κάτι που να αποκλείει κάθε αμφιβολία και διφορούμενο, να είναι με μια λέξη «αναμφιλογώτατον». Τέτοιο αγαθό δεν μπορεί να είναι άλλο από την «ομολογία» της συνείδησης με τον εαυτό της. Της συνείδησης που θέτει το σκοπό, με τη συνείδηση που τον εγκρίνει γιατί τον βρίσκει σύμφωνα με το αγαθόν.

Προϋποθέτουν αυτά ότι η συνείδηση κατέχει άμεσα και απόλυτα το αγαθό. Το γνωρίζει η ψυχή και γι’ αυτό μπορεί να διευθύνει τη ζωή της. Κατανοούμε έτσι τη μεγάλη σημασία που παίρνει η ομολογία της συνείδησης με τον εαυτόν της. Τούτο το βαθύτατο νόημα πρέπει να έχει για το Σωκράτη η σκέψη ότι η αρετή είναι γνώση. Πρόκειται για την άμεση περί του αγαθού μαρτυρία της ψυχής. Έργο δικό μας η άμεση τούτη μαρτυρία να διέπει και να φωτίζει τη ζωή μας από τα μικρότερα έως τα υψηλότερα έργα. Και το έργο αυτό δεν μπορεί να επιτελείται παρά μόνο με τη συνεχή ομολογία της συνείδησης με τον εαυτό της. Η γραμμή που ακολούθησε ο Σωκράτης δίνει ανάγλυφα την εικόνα των λεγόμενων μας. Η μαθηματική σκέψη διέπεται πάντα από την ίδια άμεση γνώση για τον αριθμό και έτσι παίρνει νόημα και περιεχόμενο, ταυτίζεται πάντα με τον εαυτό της. Έτσι και η ηθική διαγωγή του ανθρώπου, επειδή διέπεται από την άμεση μαρτυρία της ψυχής για το αγαθό, επειδή ταυτίζεται διαρκώς η συνείδηση με τον εαυτό της, για τούτο- και όταν αυτό γίνεται- παίρνει νόημα και περιεχόμενο.

Με την πολύτιμη τούτη θέση φτάνει ο Σωκράτης την εσωτερίκευση της αρετής στο υπέρτατο βαθμό. Αρετή είναι η ποιότητα με την οποία αποκαλύπτεται η ψυχή κατά την πράξη. Όταν έτσι ενεργεί η ψυχή τότε «ευ πράττει», βρίσκεται τότε στην «ευπραξία », στην κατάσταση η οποία σημαίνει ότι έχει δοθεί στη διαγωγή η κατεύθυνση εκείνη την οποία επιτάσσει το «αναμφιλογώτατον» αγαθόν. Αναπόφευκτο επακόλουθο τέτοιας ενέργειας είναι η επιτυχία, που δεν έχει καμία σχέση με το εξωτερικό αποτέλεσμα της πράξης- την κοινώς λεγόμενη επιτυχία- αλλά είναι η ίδια η ποιότητα της ενέργειας, η καλά καμωμένη ενέργεια. Όταν αυτό αισθάνεται η ψυχή, τότε «ευ έχει», έχει «ευεξία».

Ας σημειώσουμε πάλι εδώ ότι η ευπραξία στάθηκε ο σταθερός κανόνας με τον οποίο ρύθμιζε ο Σωκράτης τη ζωή του. Δεν δέχτηκε την πρόταση του Κρίτωνα να δραπετεύσει από τη φυλακή, γιατί «το αναμφιλογώτατον αγαθόν» δεν ήταν η διάσωση με κάθε τρόπο της ζωής του, αλλά η σωστή ποιοτική κατεύθυνση της ενέργειας του, το «ευ πράττειν»× εκείνη η κατεύθυνση που δείχνει ότι τίποτε δεν μπορεί να κάμει τον άνθρωπο να πάψει να είναι άξιος κυβερνήτης και εκτελεστής των επιταγών «του όντως» αγαθού.

Τον Σωκράτη τον συνοδεύει, αλήθεια, πάντα στη ζωή του η ευπραξία, ή καλύτερα γεμίζει τη ζωή του πάντα η φροντίδα για ευπραξία. Μ’ αυτή τη φροντίδα αντιμετωπίζει και λύνει τα αποφασιστικά και δραματικά γεγονότα της ζωής του. Για να μας δώσει να κατανοήσουμε σωστά το νόημα της, αντιπαραθέτει σ’ αυτήν τον όρο «ευτυχία». 8 Ευτυχία, όμως και ετυμολογικά φαίνεται, είναι η ευδαιμονία που νοιώθουμε, όταν η έκβαση ενός περιστατικού συμπέσει με την ενδόμυχη επιθυμία μας. Επιθυμεί ο γεωργός καλή εσοδεία από τη σπορά του× όταν αυτό συμβεί, έχει ευτυχία, καλή δηλαδή γι’ αυτόν σύμπτωση των εξωτερικών γεγονότων με την ενδόμυχη επιθυμία του.

Η ευπραξία οιστρηλατεί το Σωκράτη στον έλεγχο του εαυτού του και των άλλων, στην έρευνα και την πραγμάτωση του δικαίου, του καλού, του αγαθού. Η ευπραξία κάνει τον Σωκράτη ένα γίγαντα, τον άνθρωπο που θέλει στην περιοχή των «εφ’ ημίν» να είναι πέρα ως πέρα αυτουργός της φιλοσοφίας, υπεύθυνος ρυθμιστής και κυβερνήτης της διαγωγής του. Σωστή τρέλα, πιστεύει ο Σωκράτης όπως είδαμε, να καταφεύγει κανείς στο μάντη για τα «εφ’ ημίν» την ώρα που ο Θεός προίκισε τον άνθρωπο με νου για να δημιουργεί υπεύθυνα τη δική του τη μοίρα.

Αφού η ευπραξία είναι, όπως είδαμε, η φωτισμένη από το «αναμφιλογώτατον αγαθόν» ενέργεια, αναγκαίο πόρισμα, πολύ ουσιώδες, για την ηθική φιλοσοφία του Σωκράτη, είναι ότι όποιος γνωρίζει το «όντως αγαθόν», δεν είναι δυνατό να μην «πράττει ευ». Δεν είναι, δυνατόν να νοηθεί για το Σωκράτη άνθρωπος που γνωρίζει το αγαθό, αλλά πράττει το κακό.

Αυτό σημαίνει, ας το ξαναπούμε, ότι κατά τον Σωκράτη δεν νοείται χωρισμός θεωρίας και πράξεως. Δεν ήταν βέβαια τόσο αφελής ο Σωκράτης, ώστε να μην έβλεπε ότι γύρω του οι άνθρωποι, ενώ ξέρουν το καλό, πράττουν το κακό. Έχει μια απάντηση πολύ βαθιά, που δεν την πρόσεξαν όσοι χαρακτηρίζουν την ηθική του φιλοσοφία ορθολογική, επειδή δέχεται ότι η αρετή είναι γνώση. Η απάντηση του είναι ότι οι άνθρωποι που ενώ ξέρουν το αγαθό πράττουν το κακό, στην πραγματικότητα δεν ξέρουν το αγαθό× ή καλύτερα το βλέπουν εξωτερικά. Δεν επέτυχαν να ολοκληρώσουν μέσα στην ψυχή τους την γνώση του αγαθού, να μεταστρέψουν σε τέτοιο βαθμό το όμμα της ψυχής με το φωτισμό του αγαθού, ώστε να μην είναι δυνατό να ενεργήσουν αλλιώς, αλλά να κάμουν τη ζωή τους, από κει και πέρα, «ομόλογη». Τούτο το βαθύ, το μυστικό, θα έλεγα, νόημα έχει ο όρος γνώση στο Σωκράτη. Δεν είναι λοιπόν ο Σωκράτης απλά ορθολογιστής, ο Σωκράτης του δαιμόνιου, ο Σωκράτης με την αποστολική διάθεση. Ο ορθολογισμός του αναπηδά από μυστικό βάθος και μυστικές προϋπόθεσης. Το ότι έτσι βλέπει τη γνώση αποκαλύπτει και το περιεχόμενο που δίνει στον όρο φιλοσοφία.

Δεν τον βλέπει μόνο ως θεωρητική πορεία του νου× η φιλοσοφία, κατά το Σωκράτη είναι θεωρία που την ίδια ώρα είναι και πράξη, και το αντίστροφο, η πράξη που αναδίνει το θεωρητικό της υπόβαθρο.

Το μεγάλο δίδαγμα του Σωκράτη είναι ακριβώς ότι προβάλλει με τις σκέψεις του και τις πράξεις του όχι διχασμένο άνθρωπο, που αλλά ξέρει και άλλα κάνει, αλλά άνθρωπο ενιαίο και ολοκληρωμένο, άνθρωπο επέκεινα των αντιφάσεων και της ροϊκότητας του ψυχολογικού εγώ.

Όταν ο άνθρωπος φτάσει στο ύψιστο της ευπραξία, ελεύθερος και αυτόνομος, αυτουργός της ζωής του, αποκαλύπτει με τον καλύτερο τρόπο το θεϊκό που έχει μέσα του. Γιατί επιτελεί έργο θεϊκό, αφού ενεργεί, όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του, σαν θεός, δημιουργώντας το δικό του κόσμο, κατά τρόπο ανάλογο με τους θεούς που δημιούργησαν το σύμπαν. Γιατί εκτελεί σωστά την εντολή που απέθεσαν οι θεοί στην πνευματική του φύση.

Αξίζει στο σημείο τούτο να θυμηθούμε πάλι τη μεγαλόστομη φωνή του Επιταφίου, για να δούμε πόσο συγγενική είναι προς τη σωκρατική πορεία. Ο Περικλής καλεί τους νέους να δεχτούν ότι ευδαιμονία είναι η ελευθερία και ελευθέρια η ευψυχία. Με την κλίμακα τούτη εσωτερικεύεται η ευδαιμονία× περνώντας από την ελευθερία βρίσκει ότι ουσία της ψυχής είναι η ευψυχία.

Η κατεύθυνση και εδώ είναι προς την εσωτερική ποιότητα της αρετής. Έτσι η ευδαιμονία, αντί να υποδουλώνει τον άνθρωπο ως υλική, τον απελευθερώνει από τα εξωτερικά αγαθά, τον οδηγεί ελεύθερα, αυτόνομα προς την ευψυχία. Η ευψυχία είναι η πηγή και της σωκρατικής ευπραξίας.

Καταλαβαίνουμε τώρα καλύτερα και βαθύτερα τι είναι εκείνο που διαχύνει και στα λόγια και στις πράξεις του Σωκράτη την εξαίσια γαλήνη, την αδιατάρακτη και κρυστάλλινη, που μας συγκινεί με το μεγαλείο της. Πηγή της έχει την ευπραξία, η οποία δηλώνει την ομολογία της συνείδησης με τον εαυτό της. Έτσι εξηγείται πως ο Σωκράτης συζητά με τον Κρίτωνα αν πρέπει να δραπετεύσει και να σώσει τη ζωή του ή όχι, πως πίνει ακόμη και το κώνειο με όποια νηφαλιότητα κουβεντιάζει, ή ενεργεί για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Έχει τη δύναμη ο Σωκράτης να μεταφέρεται στο χώρο του προσώπου του ανθρώπου, όπου το πρόβλημα για όλα, όσα στους άλλους είναι δραματικά, παραμένει για κείνον πάντα ένα και το ίδιο: πως θα δώσει στη σκέψη και στην πράξη του εκείνη την ποιοτική κατεύθυνση που θα του επιτρέπει να είναι άνθρωπος.

Με το «γνώθι σαυτον» λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι ανακαλύφθηκε και γεννήθηκε η συνείδηση, που από τότε απασχολεί και κυβερνά τον άνθρωπο του δυτικού πολιτισμού μας.
-----------------------------------
1 Πλάτων, Απολογία 20e «ανείλεν ουν η Πυθία μηδένα σοφώτερον (Σωκράτους) είναι.

2 Πλάτων, Απολογία 21d

3 Πλάτων, Απολογία 23a Η ανθρώπινη σοφία «ολίγου τινός αξία εστίν».

4 Πλάτων , Απολογία 22e

5 Paideia, Berlin a959 (Sokrates als Erzieher, II, 74 ke.)

6 Ξενοφών, Απομνημονεύματα. Ι,1,6-12

7 Ξενοφών, Απομ, Ι 1,9

8 Ξενοφών. Απομνημονεύματα ΙΙΙ, ΙΧ, 14: «Παν μεν ουν τουναντίον εγωγ’, έφη (ο Σωκράτης), τύχην και πράξιν ηγούμαι…»

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΜΕΝΩΝ

ΠΛ Μεν 70a–71d

Είναι διδακτή η αρετή; – Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει καν τι είναι αρετή
Θέμα του διαλόγου, η αρχή του οποίου παρατίθεται παρακάτω, είναι το διδακτό της αρετής.


[70a] ΜΕΝ. Ἔχεις μοι εἰπεῖν, ὦ Σώκρατες, ἆρα διδακτὸν ἡ
ἀρετή; ἢ οὐ διδακτὸν ἀλλ’ ἀσκητόν; ἢ οὔτε ἀσκητὸν οὔτε
μαθητόν, ἀλλὰ φύσει παραγίγνεται τοῖς ἀνθρώποις ἢ ἄλλῳ
τινὶ τρόπῳ;

ΣΩ. Ὦ Μένων, πρὸ τοῦ μὲν Θετταλοὶ εὐδόκιμοι ἦσαν
ἐν τοῖς Ἕλλησιν καὶ ἐθαυμάζοντο ἐφ’ ἱππικῇ τε καὶ πλούτῳ,
[70b] νῦν δέ, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, καὶ ἐπὶ σοφίᾳ, καὶ οὐχ ἥκιστα οἱ τοῦ
σοῦ ἑταίρου Ἀριστίππου πολῖται Λαρισαῖοι. τούτου δὲ ὑμῖν
αἴτιός ἐστι Γοργίας· ἀφικόμενος γὰρ εἰς τὴν πόλιν ἐραστὰς
ἐπὶ σοφίᾳ εἴληφεν Ἀλευαδῶν τε τοὺς πρώτους, ὧν ὁ σὸς
ἐραστής ἐστιν Ἀρίστιππος, καὶ τῶν ἄλλων Θετταλῶν. καὶ
δὴ καὶ τοῦτο τὸ ἔθος ὑμᾶς εἴθικεν, ἀφόβως τε καὶ μεγαλο-
πρεπῶς ἀποκρίνεσθαι ἐάν τίς τι ἔρηται, ὥσπερ εἰκὸς τοὺς
[70c] εἰδότας, ἅτε καὶ αὐτὸς παρέχων αὑτὸν ἐρωτᾶν τῶν Ἑλλήνων
τῷ βουλομένῳ ὅτι ἄν τις βούληται, καὶ οὐδενὶ ὅτῳ οὐκ
ἀποκρινόμενος. ἐνθάδε δέ, ὦ φίλε Μένων, τὸ ἐναντίον
περιέστηκεν· ὥσπερ αὐχμός τις τῆς σοφίας γέγονεν, καὶ κιν-
[71a] δυνεύει ἐκ τῶνδε τῶν τόπων παρ’ ὑμᾶς οἴχεσθαι ἡ σοφία. εἰ
γοῦν τινα ἐθέλεις οὕτως ἐρέσθαι τῶν ἐνθάδε, οὐδεὶς ὅστις οὐ
γελάσεται καὶ ἐρεῖ· «Ὦ ξένε, κινδυνεύω σοι δοκεῖν μακάριός
τις εἶναι ―ἀρετὴν γοῦν εἴτε διδακτὸν εἴθ’ ὅτῳ τρόπῳ παρα-
γίγνεται εἰδέναι― ἐγὼ δὲ τοσοῦτον δέω εἴτε διδακτὸν εἴτε
μὴ διδακτὸν εἰδέναι, ὥστ’ οὐδὲ αὐτὸ ὅτι ποτ’ ἐστὶ τὸ παράπαν
ἀρετὴ τυγχάνω εἰδώς».

[71b] Ἐγὼ οὖν καὶ αὐτός, ὦ Μένων, οὕτως ἔχω· συμπένομαι
τοῖς πολίταις τούτου τοῦ πράγματος, καὶ ἐμαυτὸν κατα-
μέμφομαι ὡς οὐκ εἰδὼς περὶ ἀρετῆς τὸ παράπαν· ὃ δὲ μὴ
οἶδα τί ἐστιν, πῶς ἂν ὁποῖόν γέ τι εἰδείην; ἢ δοκεῖ σοι
οἷόν τε εἶναι, ὅστις Μένωνα μὴ γιγνώσκει τὸ παράπαν ὅστις
ἐστίν, τοῦτον εἰδέναι εἴτε καλὸς εἴτε πλούσιος εἴτε καὶ
γενναῖός ἐστιν, εἴτε καὶ τἀναντία τούτων; δοκεῖ σοι οἷόν τ’
εἶναι;

ΜΕΝ. Οὐκ ἔμοιγε. ἀλλὰ σύ, ὦ Σώκρατες, ἀληθῶς
[71c] οὐδ’ ὅτι ἀρετή ἐστιν οἶσθα, ἀλλὰ ταῦτα περὶ σοῦ καὶ οἴκαδε
ἀπαγγέλλωμεν;

ΣΩ. Μὴ μόνον γε, ὦ ἑταῖρε, ἀλλὰ καὶ ὅτι οὐδ’ ἄλλῳ πω
ἐνέτυχον εἰδότι, ὡς ἐμοὶ δοκῶ.

ΜΕΝ. Τί δέ; Γοργίᾳ οὐκ ἐνέτυχες ὅτε ἐνθάδε ἦν;

ΣΩ. Ἔγωγε.

ΜΕΝ. Εἶτα οὐκ ἐδόκει σοι εἰδέναι;

ΣΩ. Οὐ πάνυ εἰμὶ μνήμων, ὦ Μένων, ὥστε οὐκ ἔχω
εἰπεῖν ἐν τῷ παρόντι πῶς μοι τότε ἔδοξεν. ἀλλ’ ἴσως
ἐκεῖνός τε οἶδε, καὶ σὺ ἃ ἐκεῖνος ἔλεγε· ἀνάμνησον οὖν
[71d] με πῶς ἔλεγεν. εἰ δὲ βούλει, αὐτὸς εἰπέ· δοκεῖ γὰρ δήπου
σοὶ ἅπερ ἐκείνῳ.

ΜΕΝ. Ἔμοιγε.

ΣΩ. Ἐκεῖνον μὲν τοίνυν ἐῶμεν, ἐπειδὴ καὶ ἄπεστιν· σὺ
δὲ αὐτός, ὦ πρὸς θεῶν, Μένων, τί φῂς ἀρετὴν εἶναι; εἶπον
καὶ μὴ φθονήσῃς, ἵνα εὐτυχέστατον ψεῦσμα ἐψευσμένος ὦ,
ἂν φανῇς σὺ μὲν εἰδὼς καὶ Γοργίας, ἐγὼ δὲ εἰρηκὼς μηδενὶ
πώποτε εἰδότι ἐντετυχηκέναι.

***
ΜΕΝ. ― Ημπορείς να μου ειπής, Σωκράτη, αν η αρετή είναι δυνατόν να διδαχθή, ή μήπως δεν διδάσκεται μεν, αλλ' αποκτάται δια της ασκήσεως; Ή μη δεν είναι δυνατόν ούτε να την συνηθίση κανείς δια της ασκήσεως, ούτε να την διδαχθή, άλλα έρχεται εις τους ανθρώπους κατά φυσικόν ή κατά κάποιον άλλον τρόπον;

ΣΩ. ― Άλλοτε, Μένων, οι Θεσσαλοί είχαν καλήν φήμην μεταξύ των Ελλήνων και εθαυμάζοντο δια την ιππευτικήν των ικανότητα και δια τον πλούτον των· τώρα όμως μου φαίνεται ότι θα τους θαυμάζωμεν και δια την σοφίαν των, και περισσότερον από όλους τους συμπολίτας του φίλου σου του Αριστίππου, τους Λαρισαίους. Και αιτία αυτού σας είναι ο Γοργίας· διότι όταν ήλθεν εις την πόλιν σας κατέκτησε με την σοφίαν του την αγάπην των σπουδαιοτέρων από τους Αλευάδας, εις τους οποίους ανήκει και ο φίλος σου ο Αρίστιππος, και άλλων από τους Θεσσαλούς· και όχι μόνον αυτό, άλλα σας έδωσε και αυτήν την συνήθειαν, ν' αποκρίνεσθε χωρίς φόβον και με υψηλόφρονα πεποίθησιν εις ο,τιδήποτε σας ερωτήση κανείς, όπως είναι φυσικόν να κάμουν όσοι ξεύρουν, εφ' όσον και αυτός ο ίδιος προσεφέρετο ν' απαντήση εις όποιον από τους Έλληνας ήθελε να τον ερωτήση ο,τιδήποτε, και δεν έμενε κανείς χωρίς να πάρη απάντησιν εις το ερώτημά του.

Εδώ όμως, αγαπητέ μου Μένων, έχομεν καταντήσει εις το αντίθετον σημείον· έχει πέσει κάτι ωσάν ξηρασία εις την σοφίαν και κοντεύω να πιστεύσω ότι η σοφία έφυγεν από αυτά τα μέρη και επήγεν εις τα ιδικά σας. Αν θελήσης δηλαδή να ερωτήσης κατ' αυτόν τον τρόπον κανένα από τους εντοπίους, όλοι θα γελάσουν και θα σου ειπούν: Ω ξένε, θα με νομίζης, φαίνεται, πολύ ευτυχισμένον άνθρωπον, αφού πιστεύεις ότι γνωρίζω αν η αρετή διδάσκεται ή με ποιον τρόπον έρχεται εις τους ανθρώπους· εγώ όμως είμαι τόσον μακρυά από αυτήν την γνώσιν, ώστε δεν έχω καν ιδέαν τι πράγμα είναι αυτή ή αρετή.

Εις αυτήν λοιπόν την κατάστασιν ευρίσκομαι και εγώ ο ίδιος, αγαπητέ μου· στερούμαι εις το ζήτημα αυτό όπως και οι συμπολίται μου, και κατακρίνω τον εαυτόν μου, που δεν ξεύρω απολύτως τίποτε περί της αρετής. Δια το πράγμα δε που δεν ξεύρω τι είναι, πως να ξεύρω τι είδους είναι; Ή σου φαίνεται ότι είναι δυνατόν όποιος δεν έχει ιδέαν ποιος είναι ο Μένων, να γνωρίζη αν αυτός είναι ωραίος ή πλούσιος, ή από καλήν οικογένειαν, ή αν είναι το αντίθετον απ' αυτά; Σου φαίνεται πως αυτό είναι δυνατόν;

ΜΕΝ. ― Όχι βέβαια. Αλλά είναι αλήθεια ότι συ, ο Σωκράτης, δεν ξεύρεις καν τι είναι η αρετή, και μου επιτρέπεις να το ανακοινώσω αυτό και εις την πατρίδα μου;

ΣΩ. ― Όχι μόνον αυτό, φίλε μου, αλλά και ότι, καθώς μου φαίνεται, δεν έτυχε ως τώρα να συναντήσω και κανένα άλλον που να το ξεύρη.

ΜΕΝ. ― Μα πώς; Δεν συνήντησες τον Γοργίαν, όταν ήτο εδώ;

ΣΩ. ― Βέβαια, τον είδα.

ΜΕΝ. ― Και σου εφάνη ότι και αυτός δεν το ξεύρει;

ΣΩ. ― Δεν ενθυμούμαι και πολύ καλά, αγαπητέ μου Μένων, ώστε δεν μπορώ την στιγμήν αυτήν να βεβαιώσω ποίαν γνώμην εσχημάτισα τότε. Αλλά ίσως και εκείνος να το ξεύρη και συ να γνωρίζης τι έλεγεν εκείνος· υπενθύμισε μου λοιπόν πώς ωμιλούσεν. Ή, αν θέλης, ομίλησε συ ο ίδιος· διότι έχεις βεβαίως τας ιδίας ιδέας με εκείνον.

ΜΕΝ. ― Εγώ; εννοείται.

ΣΩ. ― Εκείνον λοιπόν ας τον αφήσωμεν, αφού μάλιστα λείπει· συ δε ο ίδιος, Μένων, εις το όνομα των θεών, τι πράγμα υποστηρίζεις ότι είναι η αρετή; Ειπέ μου το, μη μου αρνηθής αυτήν την χάριν, δια να είμαι ευτυχής ότι αυτό που είπα ήτο ψεύδος, αν αποδειχθή ότι συ μεν και ο Γοργίας το ξεύρετε, εγώ όμως έλεγα ότι δεν συνήντησα ως τώρα κανένα που να το γνωρίζη.

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

ΙΙ. Το επίθημα - to - (μαζί με το -τέος)

1. Ουσιαστικά σε -τος, -τη, -τον


§ 366. Οι σχηματισμοί με την απόληξη ουσιαστικών -τος, -τη, -τον, που ανάγονται στα ρηματικά επίθετα σε -τος, ποικίλλουν ως προς τον τονισμό και τη ριζική μορφή, αλλά τα παραδείγματα με ελάχιστες εξαιρέσεις ανήκουν στην προϊστορική περίοδο και έχουν χάσει τις περισσότερες φορές την επαφή με τα ρηματικά επίθετα· έτσι υπάρχει θάνατος αλλά θνητός. Κατά συνέπεια περιπτώσεις όπως ποτόν 'ποτό' (Όμ.) και φυτόν 'φύμα, φυτό' (Όμ.), που συμφωνούν ακόμη με το ρηματικό επίθετο, θα προέρχονται από νεότερη περίοδο.

§ 367. Σε -τος: κοῖτος 'κοίτη, κρεβάτι' (Όμ.) από το κει- 'κείτομαι',

πλοῦτος '(πλησμονή >) πλούτος' (Όμ.) από το πλευ- 'κολυμπώ',

στρατός 'στρατόπεδο, στρατός' (Όμ.) από το στορ- 'απλώνω',

θάνατος (Όμ.) από το θαν- 'πεθαίνω',

ἔμετος 'εμετός' (Ιπποκρ.) από το ἐμεῖν 'ξερνώ',

ὑετός 'βροχή' (Όμ.) από το ὕειν 'βρέχω',

παγετός (κλασ.) από το πηγ- παγ- 'στερεοποιώ, παγώνω',

κωκυτός 'θρήνος' (Όμ.) από το κωκύειν 'θρηνώ'.

Σε -τη:

κοίτη (Όμ.) = κοῖτος,

βροντή (Όμ.) από το βρέμειν 'βουΐζω',

μελέτη 'φροντίδα· άσκηση' (από τον Ησίοδο και εξής) από το μελ- 'νοιάζομαι',

'αρετή' (Όμ.) από τα ἀρέσκειν 'αρέσω', ἄρισ-τος κτλ.

ἀυτή 'κραυγή' (Όμ.) από το ἀῦσαι 'κραυγάζω'.

Σε -τον: δες παραπάνω ποτόν και φυτόν.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 4. Από τα Κούναξα στη Χαιρώνεια

4.5. Εγκωμιάζοντας την ορθή φιλοσοφία


Ο Λυσίας ως μέτοικος δεν είχε πολιτικά δικαιώματα στην Αθήνα και, συνεπώς, δεν μπορούσε να μιλήσει στην Εκκλησία του Δήμου ή στα δικαστήρια. Μπορούσε όμως να μισθώνει τα αντικείμενα της τέχνης του σε όσους αναγκάζονταν ή ήθελαν να αγορεύσουν δημόσια. Γρήγορα απέκτησε ιδιαίτερη φήμη ως συντάκτης δικανικών λόγων. Η επιτυχία του προερχόταν από τη μεγάλη ικανότητά του να μιμείται την ομιλία των απλών ανθρώπων και ταυτόχρονα να την εξωραΐζει, προσθέτοντας ευφωνία στη σειρά των λέξεων και δομή στη διάρθρωση των επιχειρημάτων. Ήταν επίσης εξαιρετικός στη συναισθηματική κινητοποίηση του ακροατηρίου. Οι λόγοι του θαυμάστηκαν για την επιμελημένη απλότητα με την οποία ηθογραφείται ο ομιλητής, τη σαφήνεια της διήγησης, την κυριολεξία στην έκθεση των συλλογισμών και τη συγκινητική ατμόσφαιρα που μεταδίδουν.

Όταν αργότερα συστηματοποιήθηκε η ρητορική τέχνη, έγινε φανερό ότι η πειστικότητα ενός ρητορικού λόγου κρίνεται τεχνικά σε τρεις τομείς: στην αξιοπιστία ή φερεγγυότητα του ομιλητή (ἦθος), στην ποιότητα των επιχειρημάτων του (πρᾶγμα) και στη συγκίνηση που προκαλούν τα λόγια του στους αποδέκτες (πάθος). Αυτός ήταν ο κατεξοχήν χώρος της ρητορικής ως τέχνης και ονομαζόταν ἔντεχνοι πίστεις. Αλλά ο ομιλητής μπορούσε επίσης να αναγνώσει νόμους ή ιδιωτικά συμβόλαια, να φέρει μάρτυρες υπεράσπισης ή κατηγορίας, να παράσχει τους δούλους του για βασανισμό (προκειμένου να θεωρηθεί αξιόπιστη η μαρτυρία τους) ή να καλέσει σε αντιπαράθεση τον αντίδικό του. Επειδή αυτές οι αποτελεσματικές μέθοδοι αφορούσαν την προσκόμιση στοιχείων και δεδομένων ευνοϊκών για την υπόθεση, αλλά δεν ήταν μέρος της τέχνης του ρήτορα ως συντάκτη λόγων, ονομάζονταν ἄτεχνοι πίστεις. Ο Λυσίας υπήρξε ένας από τους πρώτους άριστους χειριστές και των δύο μέσων. Το παράδειγμά του ακολούθησαν πολλοί άλλοι.

Η αρχαία λογοτεχνική κριτική χώρισε τα ύφη του έντεχνου λόγου σε τρεις γενικές κατηγορίες: το υψηλό, το μέσο και το χαμηλό. Η ταξινόμηση δεν ήταν αξιολογική. Ένας συγγραφέας μπορούσε να είναι καλός ή κακός χρήστης οποιουδήποτε τύπου. Ο Θουκυδίδης θαυμάστηκε για το υψηλό του ύφος. Ο Λυσίας ήταν άριστος χρήστης άλλοτε του χαμηλού και άλλοτε του μέσου ύφους.

Οι αρχαίοι Έλληνες αναφέρονταν συχνά στις πράξεις και στα κατορθώματά τους. Στις δημόσιες εμφανίσεις τους μπορούσαν να επικαλούνται ανερυθρίαστα την αξία του προσώπου και της οικογένειάς τους και τη μεγάλη προσφορά τους στην πόλη. Σπάνια όμως κατέγραφαν τις συναισθηματικές μεταπτώσεις και τις συγκινητικές λεπτομέρειες του βίου τους - εκτός αν βρίσκονταν στο δικαστήριο και ήθελαν να επηρεάσουν τους δικαστές. Τότε μπορούσαν να φέρουν ολόκληρη την οικογένειά τους (γυναίκα και παιδιά), προκειμένου να προκαλέσουν τον οίκτο των κριτών. Στις άλλες περιπτώσεις, αν χρειαζόταν να αναφέρουν κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία, το έκαναν σε τρίτο πρόσωπο δίχως ιδιαίτερο συναισθηματισμό. Ως προς αυτό ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφών ακολουθούσαν το παλαιό παράδειγμα του Ησιόδου.

Ωστόσο, η δύναμη της κατακτημένης γνώσης μπορούσε να σπάσει το φράγμα της φυσικής συστολής. Στην αγωνιώδη προσπάθεια ορθής περιγραφής και ερμηνείας των φαινομένων του κόσμου και της ιστορίας τόσο οι γιατροί και οι φιλόσοφοι όσο και οι ιστορικοί και οι ποιητές εξέφραζαν έντονα την προσωπική τους εκτίμηση για τις κρυμμένες αιτίες και τους αφανείς λόγους, δηλώνοντας σε πρώτο πρόσωπο, ρητά και υπερήφανα, με ποιους από τους προγενεστέρους τους, σε ποια σημεία και γιατί διαφωνούν. Οι εσωτερικές συγκινήσεις και διακυμάνσεις της ψυχής ήταν πολύ ανθρώπινα πράγματα για να βρουν έκφραση στον προφορικά ή γραπτό λόγο που προοριζόταν για την αιωνιότητα. Απέναντι στην ασημαντότητα του ατομικού βίου και των συγκινησιακών μεταπτώσεών του ορθωνόταν το μεγαλείο του έργου που ξεπερνά τη χρονική φθορά.

Το πρώτο γνήσια αυτοβιογραφικό κείμενο που μας διέσωσε η αρχαιότητα είναι η Έβδομη επιστολή του Πλάτωνα. Το κείμενο διαπνέεται από έναν τόσο προσωπικό τόνο, που δεν μοιάζει με κανένα προγενέστερο ή σύγχρονό του έργο. Σε προχωρημένη ηλικία και απαλλαγμένος από το βάρος της δημοσίευσης, ο συγγραφέας έκανε μια εκ βαθέων εξομολόγηση της απογοήτευσης που αισθάνθηκε για την πολιτική κατάσταση της Αθήνας και για την αναξιοκρατία που μάστιζε όλες συλλήβδην τις ελληνικές πόλεις. Μίλησε επίσης για την απόφασή του να αδιαφορήσει για την πρακτική πολιτική και να ασχοληθεί με την ὀρθήν φιλοσοφίαν, δηλαδή την έγκυρη θεωρητική γνώση που προηγείται της πράξης. Γράφει συγκεκριμένα:

Όταν ήμουν νέος, είχα την επιθυμία, όπως και πολλοί άλλοι, να ασχοληθώ με την πολιτική (τὰ κοινὰ τῆς πόλεως). Αποφάσισα, λοιπόν, να το κάνω, ευθύς μόλις ενηλικιωθώ και γίνω κύριος του εαυτού μου. Τότε, όμως, συνέβησαν οι ακόλουθες αλλαγές στα πολιτικά πράγματα της πόλης μου.

Επειδή πολλοί ήταν δυσαρεστημένοι και λοιδορούσαν το πολίτευμα, έγινε πραξικόπημα υπό την αρχηγία 51 ανδρών. Έντεκα πήγαν στην Αθήνα, άλλοι δέκα στον Πειραιά, ως επικεφαλής των οικονομικών και διοικητικών αναγκών της πόλης, ενώ οι υπόλοιποι τριάντα έγιναν άρχοντες με απόλυτη εξουσία. Από αυτούς κάποιοι έτυχε να είναι συγγενείς και γνωστοί δικοί μου και με παρακίνησαν από την αρχή να συμπορευτώ μαζί τους - όπως και θα μου ταίριαζε. Αν αναλογιστεί κανείς το νεαρό της ηλικίας μου, καθόλου περίεργο δεν ήταν που πίστεψα ότι ίσως λύτρωναν την πόλη από την αδικία και την οδηγούσαν, με σωστή διακυβέρνηση, σε έναν δίκαιο τρόπο ζωής. Περίμενα, λοιπόν, με αγωνία να δω τι θα κάνουν. Όμως μέσα σε ελάχιστο χρόνο οι άνθρωποι αυτοί έκαναν το προηγούμενο πολίτευμα να λάμπει σαν χρυσός μπροστά τους.

Ύστερα από λίγο χρόνο, η εξουσία των τριάκοντα κατέρρευσε και μαζί τους κατέρρευσε και το πολίτευμα που είχαν εγκαθιδρύσει. Συνέχισε, ωστόσο, να με μαγνητίζει η επιθυμία να ασχοληθώ με τα κοινά και την πολιτική - αν και με μικρότερη ένταση τώρα. Πολλά στοιχεία θα έκαναν κάποιον να απογοητευτεί σε μια τόσο ταραγμένη εποχή όπου οι αντεκδικήσεις συχνά ξεπερνούσαν τα όρια. Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι πολιτικοί εξόριστοι που ανέτρεψαν το πολίτευμα των τριάκοντα έδειξαν μετριοπάθεια και επιείκεια.

Ενώ είχα ξεκινήσει με όρεξη μεγάλη για την πολιτική και για τη δράση, καθώς παρατηρούσα όλες αυτές τις αλλαγές που έφερναν τα πάνω κάτω, άρχισε να με πιάνει πραγματικός ίλιγγος. Βεβαίως δεν σταμάτησα ούτε στιγμή να σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί η κατάσταση. Ιδίως το θέμα του πολιτεύματος με απασχολούσε έντονα. Ανέμενα όμως με υπομονή την κατάλληλη στιγμή να δράσω. Τελικά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι όλες συνολικά οι πόλεις είχαν άσχημη διακυβέρνηση, γιατί η νομοθεσία τους βρισκόταν σε κατάσταση τόσο άθλια που δεν επιδεχόταν την παραμικρή θεραπεία, αν δεν γινόταν υπεράνθρωπη προσπάθεια που να έχει ως βοηθό της και την τύχη. Έτσι, αναγκάστηκα να καταφύγω στον λόγο και να επαινώ την ορθή φιλοσοφία, αφού μέσα από αυτή -θεώρησα- μπορεί κανείς να διακρίνει όλα τα δίκαια πράγματα και στον πολιτικό και στον ιδιωτικό τομέα. Και δεν θα σταματήσουν ποτέ οι συμφορές των ανθρώπινων γενεών -συμπέρανα-, αν δεν αναλάβουν την πολιτική εξουσία όσοι ορθά φιλοσοφούν ή αν οι άρχοντες των πόλεων, από κάποια θεία βουλή οδηγημένοι, δεν συμβεί να φιλοσοφήσουν αληθινά.

Ο Πλάτων γεννήθηκε το 427 στην Αθήνα. Ήταν ο τρίτος γιος μιας πλούσιας αστικής οικογένειας που είχε σημαντικό παρελθόν δύο αιώνων στα πολιτικά πράγματα της πόλης. Ειδικά από την πλευρά της μητέρας του, το οικογενειακό δέντρο του Πλάτωνα έφτανε μέχρι τον μεταρρυθμιστή νομοθέτη Σόλωνα. Ο σημαντικός αυτός οίκος δεν ήταν διόλου παρηκμασμένος. Ο σοφιστής και θεατρικός συγγραφέας Κριτίας, ένας από τους βασικότερους εκπροσώπους του ολιγαρχικού πραξικοπήματος των Τριάκοντα τυράννων, ήταν πρώτος εξάδελφος της μητέρας του Πλάτωνα. Ο Χαρμίδης, ένα άλλο μέλος της ίδιας ομάδας, υπήρξε αδελφός της. Αυτούς εννοεί ο συγγραφέας της επιστολής πίσω από την αόριστη δήλωση των συγγενών που τον παρακινούσαν να αναλάβει πολιτική δράση.

Σε νεαρή ηλικία ο Πλάτων γνωρίστηκε με τον Σωκράτη. Στα γυμναστήρια, στην αγορά και στα σπίτια των πλούσιων Αθηναίων γνώρισε επίσης τη διδασκαλία όσων ξένων σοφών έρχονταν στην Αθήνα για να διδάξουν. (Η ριζική διαφοροποίηση του Σωκράτη από το κίνημα των υπόλοιπων σοφιστών είναι, σε μεγάλο βαθμό, δικό του επίτευγμα.) Ο Αθηναίος σοφός άσκησε έντονη γοητεία πάνω στον νεαρό Πλάτωνα -όπως και σε πολλούς άλλους νέους της εποχής- όχι μόνο με την ευφυΐα και την επιχειρηματολογική δεινότητά του, αλλά και με την απαρασάλευτη ηθική στάση του απέναντι στον θάνατο. Όλοι οι νέοι του σωκρατικού κύκλου επιθυμούσαν γνώση πληρέστερη από αυτή των ποιητών και των ρητόρων, γνώση που να μπορεί όχι μόνο να πείσει τους άλλους αλλά επίσης να εξηγήσει ικανοποιητικά την ανθρώπινη συμπεριφορά και, αν ήταν δυνατό, να τη βελτιώσει.

Όπως είχε άσπονδους εχθρούς, ο Σωκράτης είχε επίσης πιστούς ακόλουθους και φίλους. Μετά από τον θάνατο του δασκάλου τους ορισμένοι εγκατέλειψαν αγανακτισμένοι την Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στα γειτονικά Μέγαρα. Κάποιοι πήγαν ύστερα στην Κυρήνη, άλλοι στην Ηλεία, άλλοι στην Ερέτρια. Οι περισσότεροι κατέληξαν στα μέρη καταγωγής τους. Αφού είχαν χάσει τον δάσκαλό τους, είχε εκλείψει και ο λόγος παραμονής τους στην Αθήνα. Οι καλύτεροι και πιο ενθουσιώδεις μαθητές, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, ίδρυσαν σχολές φιλοσοφίας και άρχισαν να γράφουν διαλόγους σε πεζό λόγο με πρωταγωνιστή τον Σωκράτη. Έτσι, δημιουργήθηκε, μέσα σε λίγα χρόνια, ένα εντελώς καινούργιο λογοτεχνικό είδος που ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ποίηση δίχως μέτρο. Οι διάλογοι αυτοί ονομάστηκαν σωκρατικοί λόγοι. Από το θέατρο το νέο είδος είχε αντλήσει τον διαλογικό χαρακτήρα, από την πραγματική ζωή τους χαρακτήρες και την πεζολογία. Οι σωκρατικοί λόγοι δεν ήταν πιστή καταγραφή αληθινών συζητήσεων αλλά δημιουργική ανάπλαση της πραγματικότητας, δηλαδή λογοτεχνία.

Οι σωκρατικοί συγγραφείς κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια για να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση της ιστορικής αληθοφάνειας. Στόχος τους ήταν να πείσουν ότι αυτοί, και όχι οι ανταγωνιστές τους, διατηρούσαν την αυθεντική διδασκαλία του Σωκράτη. Οι αποκλίσεις στην ηθογράφηση και την επιχειρηματολογία του κοινού δασκάλου ήταν πράγματι μεγάλες. Αυτός που είχε την τόλμη να αναγνωρίζει την άγνοιά του και διακήρυττε δημόσια ότι δεν είχε τίποτε θετικό να διδάξει, μόνο να απορήσει και να μάθει από τη συζήτηση με άλλους, είχε κατορθώσει, με την εκπληκτική ειρωνεία του, να μεταδώσει στους φίλους που τον ακολουθούσαν μια τόσο διαφορετική εικόνα του προσώπου του και της αποστολής του, ώστε, όταν ο ίδιος εξέλιπε, εκείνοι δυσκολεύονταν να αναγνωρίσουν τη μορφή του στις εικόνες των συναδέλφων τους και άρχισαν να ερίζουν μεταξύ τους. Υπήρξαν τόσες ψυχικές αναπαραστάσεις του Σωκράτη όσοι ήταν και οι μαθητές του. Κάπως λιγότερες ήταν οι λογοτεχνικές του εικόνες. Η ιστορία διέσωσε, σε υπολογίσιμη έκταση, μόνο αυτές του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα. Αν δεν ήταν οι καλύτερες και πιστότερες, σίγουρα ήταν αυτές που κέρδισαν τους περισσότερους οπαδούς στο αναγνωστικό κοινό των επόμενων αιώνων.

Ανάμεσα σε εκείνους που εγκατέλειψαν αηδιασμένοι την Αθήνα μετά την εκτέλεση του Σωκράτη ήταν και ο Πλάτων. Φεύγοντας από τα Μέγαρα λέγεται ότι πήγε στην Κυρήνη, ότι επισκέφθηκε τις κοινότητες των Πυθαγορείων στην Κάτω Ιταλία και ότι κατέληξε στην Αίγυπτο. Τελικά επέστρεψε στην Αθήνα. Σε επόμενο ταξίδι προορισμός του ήταν οι Συρακούσες, που τις κυβερνούσε ο τύραννος Διονύσιος Α'. Εκεί ο σαραντάχρονος Πλάτων γνώρισε τον εικοσάχρονο Δίωνα και συνδέθηκε στενά μαζί του. Από την επαφή αυτή αναδύθηκε η ελπίδα ότι ίσως οι ιδέες πολιτικής αναμόρφωσης που σχεδίαζε μπορούσαν κάποτε να βρουν πρακτική εφαρμογή.

Οι συνθήκες, όμως, δεν ήταν ακόμη κατάλληλες. Παρά τις ποιητικές φιλοδοξίες του τυράννου, ο Πλάτων αισθάνθηκε ότι στην αυλή του μπορούσε να βρει κανείς μόνο τρυφή και καλοπέραση. Τελικά συγκρούστηκε με τον Διονύσιο και λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του στις Συρακούσες. Η επιστροφή του στην Αθήνα υπήρξε ένας οδυσσειακός νόστος. Λέγεται ότι πουλήθηκε δούλος και ότι τελικά ανέκτησε την ελευθερία του, όταν κάποιος γνώριμός του, κατά τύχη παρών στην Αίγινα όπου είχε καταλήξει, τον εξαγόρασε αντί σημαντικού ποσού. Έτσι βρέθηκε πίσω στη γενέθλια πόλη.

Όταν είκοσι χρόνια αργότερα ο Διονύσιος πέθανε και την εξουσία ανέλαβε ο συνονόματος αλλά πολιτικά άπειρος γιος του, ο Δίων κάλεσε τον Πλάτωνα πάλι στη Σικελία για να διδάξει αυτοπροσώπως τον νεαρό μονάρχη. Αν ο Διονύσιος Β' κατόρθωνε να φιλοσοφήσει αληθινά, τότε με τη πολιτική δύναμη που διέθετε θα μπορούσε να κάνει πραγματικότητα την ιδανική πολιτεία που σχεδίαζε ο Πλάτων. Ο φιλόσοφος δέχτηκε την πρόσκληση, αλλά το σχέδιο απέτυχε οικτρά. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Δίωνα, διαβλέποντας τη δύναμη που θα αποκτούσε ο ίδιος αν ο τύραννος ασπαζόταν τις πλατωνικές ιδέες, κατόρθωσαν να τον δυσφημήσουν τόσο πολύ, ώστε να πετύχουν την εξορία του. Ο Πλάτων εγκατέλειψε άπραγος τις Συρακούσες. Δεν απογοητεύτηκε όμως εντελώς. Λίγα χρόνια αργότερα ξαναπήγε, για τρίτη φορά, στην ισχυρή πόλη της Σικελίας. Ο αγαπημένος Δίων είχε θεωρήσει και πάλι τις συνθήκες ευνοϊκές για την πολιτική αναμόρφωση της πόλης. Η προσπάθεια δεν είχε, όμως, ούτε αυτή τη φορά τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το πλατωνικό πολιτικό ιδεώδες δεν επρόκειτο να πραγματοποιηθεί επί γης. Ωστόσο, η έμπρακτη εμμονή του φιλοσόφου να υλοποιήσει τις ιδέες του δείχνει πόσο απείχε ο πολιτικός στοχασμός του από το πνεύμα της ουτοπίας.

Αμέσως πριν από το πρώτο ή ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο ταξίδι στη Σικελία, ο Πλάτων ίδρυσε στην Αθήνα μια σχολή. Ήταν η πρώτη οργανωμένη και νομικά κατοχυρωμένη σχολή φιλοσοφίας στην αρχαιότητα. Μέχρι τότε οι φιλόσοφοι, οι ρήτορες και οι σοφιστές δημιουργούσαν κύκλους μαθητών που κατόπιν διέδιδαν παραλλαγές της διδασκαλίας τους, χωρίς κάποια θεσμική οργάνωση. Οι «σχολές» αυτές δήλωναν όμοιες τάσεις έρευνας και δημιουργικής παραγωγής, δηλαδή ένα κοινό πνεύμα, το οποίο αναπτυσσόταν από τη φυσική έλξη και διάθεση μίμησης που ασκεί η λάμψη ενός σπουδαίου δασκάλου. Οι κύκλοι αυτοί έπαιρναν το όνομά τους από τον δάσκαλο ή τον τόπο (πυθαγόρειοι, ελεάτες, αναξαγόρειοι, σωκρατικοί κλπ.). Ο Πλάτων όμως ίδρυσε μια επίσημη σχολή, το νομικό καθεστώς της οποίας οριζόταν ως θίασος (λατρευτικός κύκλος) προς τιμήν των Μουσών, και έδρα είχε το ίδιο το σπίτι του ιδρυτή. Πολύ κοντά βρισκόταν η Ακαδήμεια, ένα από τα τρία γυμνάσια της Αθήνας. Λόγω της τοπικής αυτής εγγύτητας -που ήταν αναντίρρητα ηθελημένη, αφού φιλοσοφικές συζητήσεις διεξάγονταν κυρίως στα γυμνάσια, εκεί που αθλούνταν καθημερινά οι πλούσιοι νέοι- η πλατωνική σχολή κατέληξε να γίνει γνωστή με το ίδιο όνομα. Οι γιατροί είχαν ήδη παρόμοιες οργανωμένες αδελφότητες. Αλλά αυτοί ήταν ειδικευμένοι ερευνητές των νόσων και της υγείας. Με την ίδρυση της Ακαδήμειας (ή Ακαδημίας, όπως έχει καθιερωθεί), ο Πλάτων δημιούργησε έναν νέο θεσμό οργανωμένης έρευνας, συζήτησης και προβληματισμού πάνω στα μεγάλα πολιτικά, ηθικά, κοσμολογικά και μεταφυσικά ζητήματα, ο οποίος επρόκειτο να έχει μεγάλη ιστορία - και όχι μόνο στην αρχαιότητα. Οι απαρχές του πανεπιστημίου, ως θεσμοθετημένου χώρου ελεύθερης έρευνας και διδασκαλικής δράσης, ανιχνεύονται εδώ. Ωστόσο, επειδή στην αρχαία νομοθεσία δεν υπήρχε η έννοια της συλλογικής ευθύνης, υπεύθυνος για τη λειτουργία της σχολής πρέπει να ήταν ο ίδιος ο Πλάτων. Μετά τον θάνατό του, αρχηγός της σχολής εκλέχθηκε από τα μέλη ο Σπεύσιππος, ανεψιός του ιδρυτή από την αδελφή του. Όταν απεβίωσε και αυτός, τη διεύθυνση ανέλαβε ο Ξενοκράτης. Δημιουργήθηκε έτσι μια διαδοχή που έμελλε να έχει μακρά διάρκεια και να ονομαστεί, αργότερα, χρυσῆ σειρά.

Κατά τον 5ο αιώνα οι ελληνικές πόλεις υπολογίζεται ότι υπερέβαιναν τις χίλιες. Η πολυμορφία ήταν αναπόφευκτη. Όλες είχαν, βεβαίως, τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του ελληνικού τρόπου ζωής: ναούς, στοές, γυμνάσια, αγορά, τόπο συνέλευσης των πολιτών και, από τον 4ο αιώνα, θέατρο. Η ρυμοτομία ήταν, ωστόσο, σε όλες αυθόρμητη και άναρχη. Κεντρικός πολεοδομικός σχεδιασμός δεν υπήρχε. Η διαμόρφωση του εδάφους καθόριζε τη θέση των δημόσιων κτιρίων στο κέντρο της πόλης. Γύρω από αυτό το σημείο αναφοράς, που σηματοδοτούσε τον χώρο του πολιτικού βίου, αναπτύσσονταν σταδιακά οι ιδιωτικές κατοικίες των πολιτών, αφήνοντας για τη μετακίνηση στενούς και τεθλασμένους δρομίσκους. Τα νερά της βροχής από τις στέγες των σπιτιών έτρεχαν σε ανοιχτούς υπονόμους. Για τα όρια της ιδιοκτησίας και παρόμοιες διεκδικήσεις γειτόνων, οι διαφωνίες λύνονταν τοπικά και κατά περίπτωση και, αν έφταναν στα δικαστήρια, με τη χρήση μαρτύρων.

Ο Ιππόδαμος, ένας αρχιτέκτονας από τη Μίλητο γεννημένος στην αρχή του 5ου αιώνα, ήταν ο πρώτος Έλληνας που παρουσίασε ρυμοτομικό σχέδιο. Στον πολεοδομικό σχεδιασμό που πρότεινε τα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια θα απάρτιζαν οικοδομικά τετράγωνα, καθώς οι προσχεδιασμένοι δρόμοι της πόλης θα τέμνονταν κάθετα. Το σχέδιο υιοθετήθηκε από τους Αθηναίους και εφαρμόστηκε για την ανάπτυξη του Πειραιά. Ο ίδιος σχεδίασε την ορθογώνια ρυμοτομία των Θουρίων, της αθηναϊκής αποικίας στην Κάτω Ιταλία, ίσως και της Ρόδου. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις του Ιππόδαμου κτίστηκε και η νέα πολιτεία της Μεσσήνης, όταν η Μεσσηνία απελευθερώθηκε από τους Σπαρτιάτες με τη συνδρομή των Θηβαίων. Ωστόσο, ο Ιππόδαμος δεν ήταν ένας πολεοδόμος με τη σημερινή, εξειδικευμένη έννοια του όρου. Ήταν, όπως μαθαίνουμε από τις πηγές, ο πρώτος πολιτικός στοχαστής ο οποίος, χωρίς να έχει πολιτευτεί ή νομοθετήσει, ασχολήθηκε θεωρητικά με το πρόβλημα της άριστης πολιτείας. Το ρυμοτομικό σχέδιο του Πειραιά και των Θουρίων ήταν μέρος μιας πολύ ευρύτερης προσπάθειας πολιτικού σχεδιασμού.

Ως προς το μέγεθος της άριστης πόλης, ο Ιππόδαμος πίστεψε ότι δέκα χιλιάδες πολίτες ήταν αρκετοί. Αυτούς τους χώρισε σε τρεις κατηγορίες: σε τεχνίτες, γεωργούς και πολεμιστές. Με όμοιο τρόπο διαίρεσε τη γη σε τρία μέρη: την ιερή, τη δημόσια και την ιδιωτική. Η πρώτη θα ήταν αφιερωμένη στους θεούς, η τελευταία μοιρασμένη εξίσου στους γεωργούς.

Όπως φαίνεται από την κριτική που ασκεί ο Αριστοτέλης, η πρόταση δεν ήταν επεξεργασμένη στις λεπτομέρειές της. Για παράδειγμα, δεν ήταν σαφές αν οι ίδιοι οι πολεμιστές ή κάποια τέταρτη μερίδα του πληθυσμού θα καλλιεργούσαν τη δημόσια γη που θα έτρεφε τους υπερασπιστές της πόλης. Αν ο Ιππόδαμος εννοούσε ότι οι γεωργοί, εκτός από τη δική τους, θα είχαν την υποχρέωση να καλλιεργούν και τη δημόσια γη, τότε ποιος ήταν ο λόγος να μην αυξηθεί το μέγεθος των κλήρων της ιδιωτικής γης και να απαλειφθεί εντελώς η δημόσια; Επίσης, οι άοπλοι τεχνίτες και γεωργοί θα γίνονταν σχεδόν δούλοι όσων έφεραν όπλα, αφού αναγκαστικά οι άρχοντες της πόλης θα έπρεπε να εκλέγονται από την κατηγορία των οπλιτών. Αλλά με αυτή τη διευθέτηση, ήταν ασαφές τι τελικά θα καθιστούσε τους γεωργούς και τους τεχνίτες πολίτες, αφού δεν θα είχαν τη δυνατότητα ανάληψης δημόσιων αξιωμάτων.

Η κριτική του Αριστοτέλη δείχνει ξεκάθαρα πόσο ρεαλιστικός ήταν ο πολιτικός στοχασμός στην Ελλάδα. Η άριστη πολιτεία, όποια μορφή και αν είχε, θα έπρεπε να είναι εφαρμόσιμη στην πράξη και, για να το πετύχει αυτό, όφειλε να λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και όχι οποιαδήποτε αβάσιμη εξιδανίκευσή τους. Το ζήτημα δεν ήταν πώς τάχα θα έπρεπε να φέρονται οι άνθρωποι, αλλά πώς όντως ενεργούν. Ο πολιτικός στοχασμός οδηγούσε αναπόφευκτα στην επιστήμη της ανθρώπινης ψυχολογίας. Έθετε, επίσης, το πρόβλημα των δυνατοτήτων και των ορίων της παιδείας. Έτσι αντιλήφθηκε το θέμα και ο Πλάτων.

Ο Πλάτων κατανόησε ότι υπάρχει βεβαίως κοινή φύση σε όλους τους ανθρώπους (και εξαιτίας αυτής μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους και να αντιλαμβάνονται τη συμπεριφορά των άλλων), αλλά ότι οι άνθρωποι διαφέρουν σημαντικά ως μονάδες. Ορισμένες διαφορές καθορίζονται από το φύλο, άλλες από την ηλικία, άλλες από τον τρόπο αγωγής. Υπάρχουν, όμως, και φυσικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους ίδιου φύλου και ίδιας ηλικίας και όμοιας αγωγής που δεν μπορούν να εξηγηθούν τόσο απλά. Ο ένας έχει, από νεαρή ηλικία, έφεση στη μουσική και το τραγούδι, ο άλλος στις κατασκευές, ο τρίτος γεννιέται με ανεπτυγμένη κτητικότητα, ο τέταρτος κάνει αλλόκοτες ερωτήσεις για την προέλευση του κόσμου που φέρνουν σε αμηχανία τους γονείς του, ο πέμπτος δείχνει ακατανόητη επιθετικότητα. Οι τάσεις αυτές είναι εμφανείς σε κάθε παιδί και φαίνεται να είναι δοσμένες από τη φύση. Ο πολιτικός φιλόσοφος που θέλει να αναμορφώσει την κοινωνία δεν μπορεί να τις αγνοήσει.

Ύστερα από πολλή σκέψη, ο Πλάτων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλοι μετέχουμε ψυχικά σε όλες τις συμπεριφορές των συνανθρώπων μας, ακόμη και στις πιο εγκληματικές, αλλά δεν μετέχουμε στον ίδιο βαθμό. Η ατομική ψυχολογία είναι μια συγκεκριμένη σχέση, ένας λόγος, ανάμεσα στα μέρη της ψυχής. Στις επιμέρους υποδιαιρέσεις τους οι τάσεις της ανθρώπινης ψυχής ενδέχεται να είναι περισσότερες από τρεις, αλλά μπορούν να ταξινομηθούν γενικά στις εξής σφαίρες ενεργειών: στο μέρος που υπολογίζει και σκέφτεται (λογιστικόν), στο μέρος που θίγεται από τις προσβολές των άλλων, αμύνεται για τα δίκαιά του και επιτίθεται όταν ασφυκτιά από τους περιορισμούς που του έχουν τεθεί (θυμικόν), και στο μέρος που επιθυμεί τη σωματική ευχαρίστηση με κάθε είδους απολαύσεις (ἐπιθυμητικόν). Κατά τον Πλάτωνα, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι ανεπτυγμένα τα τρία αυτά μέρη στον ίδιο βαθμό. Οι εντάσεις και οι δυσλειτουργίες στις πόλεις προέρχονται από την αναντιστοιχία ανάμεσα στον άνθρωπο και τη θέση που κατέχει μέσα στην κοινωνία. Έτσι όμως δημιουργείται αδικία, και η αδικία προκαλεί αναγκαστικά διενέξεις. Δικαιοσύνη τελικά -συμπέρανε ο Πλάτων- είναι να κάνει ο καθένας αυτό για το οποίο είναι κατάλληλα φτιαγμένος. Και επειδή το λογιστικό μέρος είναι φτιαγμένο από τη φύση για να άρχει και τα άλλα δύο μέρη, ως υποδεέστερα, για να υπακούουν, θα ήταν λογικό να δημιουργηθούν τρεις διαβαθμισμένες τάξεις στην κοινωνία, από τις οποίες η μία θα κυβερνά, η άλλη θα υπερασπίζεται την πόλη και η τρίτη θα παράγει τα απαραίτητα τρόφιμα και λοιπά αγαθά από τη γη και τις αναγκαίες τέχνες.

Η ένταξη των ανθρώπων σε μία από αυτές τις τάξεις θα γινόταν με βάση τη φυσική τους προδιάθεση και, λόγω κληρονομικότητας, θα μπορούσε να είναι σχετικά σταθερή. Ωστόσο, η αναβάθμιση ή ο υποβιβασμός ενός μέλους, ανάλογα με την αξία ή την απαξία του, θα έπρεπε να μείνουν ανοιχτές δυνατότητες της πολιτείας. Παρά την όποια κανονικότητα, η φύση ενίοτε αποτυγχάνει στους στόχους της και άλλοτε κάνει θαυμαστά άλματα. Η δημόσια εκπαίδευση θα αναλάμβανε τον ρόλο της εμπέδωσης των ταξικών διαφορών στη συνείδηση του πληθυσμού. Στον πλατωνικό σχεδιασμό οι γυναίκες προβλεπόταν να έχουν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και προσφορά στην κοινωνία τους από την παραδοσιακή μητρότητα. Η σπαρτιατική πολιτική πρακτική επηρέασε οπωσδήποτε τον Πλάτωνα.

Η τριμερής αυτή διάκριση της κοινωνίας θυμίζει σε κάποια σημεία την παλαιότερη πρόταση του Ιππόδαμου. Όμως εδώ, εκτός από τις διαφορές, οι λεπτομέρειες για την επίτευξη του σχεδίου έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς επεξεργασίας. Ο Πλάτων κατέγραψε αυτές τις απόψεις στον εκτενέστερο διάλογο των ώριμων χρόνων του, την Πολιτεία, ένα ογκώδες και σημαντικό έργο. Εκεί παρουσιάζεται ο Σωκράτης να συνομιλεί με τους δύο μεγαλύτερους αδελφούς του ίδιου του συγγραφέα (προς χάριν της αληθοφάνειας της συζήτησης) και να εκθέτει την πλατωνική διδασκαλία σε αδρές και εύληπτες γραμμές. Ο Πλάτων επανήλθε στο ίδιο θέμα κατά τα γηρατειά του με ένα ακόμη ογκωδέστερο έργο, τους Νόμους. Εδώ η συζήτηση ανάμεσα σε έναν Σπαρτιάτη, έναν Κρητικό και έναν ανώνυμο Αθηναίο είναι ακόμη πιο λεπτομερής και πραγματιστικά προσηλωμένη στις επιμέρους ρυθμίσεις που θα πρέπει να ισχύουν στην άριστη πόλη. Για πρώτη φορά ο Πλάτων, γέρος πια, άφησε πίσω από το προσωπείο του ανώνυμου Αθηναίου συζητητή να διαφανεί η προσωπική του συμβολή στο ζήτημα της πολιτείας και της νομοθεσίας της. Η ορμή και η απογοήτευση των νεανικών χρόνων θα έβρισκαν την όψιμη πλήρωσή τους.

Μέχρι και το πρώτο μισό του 4ου αιώνα, η έννοια και το περιεχόμενο της φιλοσοφίας δεν είχαν παγιωθεί. Φιλοσοφία σήμαινε, γενικά, φιλομάθεια και πνευματική καλλιέργεια. Ο όρος αναφερόταν ειδικά στην ικανότητα επιτυχούς διάρθρωσης και διατύπωσης σημαντικών σκέψεων με έντεχνη χρήση του λόγου.

Ένας λίγο πρεσβύτερος συμπολίτης του Πλάτωνα, ο Ισοκράτης (436-338), είχε μαθητεύσει στον Γοργία και ανέπτυσσε, την ίδια ακριβώς περίοδο, το δικό του πρόγραμμα εκπαίδευσης των νέων και ανάπτυξης της προσωπικότητάς τους. Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ισοκράτη ήταν ανταγωνιστικό προς το πλατωνικό και είχε στόχευση αμεσότερα πολιτική.

Ο Ισοκράτης είχε ένα σαφές σχέδιο για το πώς μπορεί να αναπτυχθεί η συνολική προσωπικότητα του νέου:

Πρώτα πρώτα αυτός που θέλει να συνθέσει, προφορικά ή γραπτά, λόγους άξιους για έπαινο και τιμή δεν είναι δυνατόν να ασχοληθεί με μικρές και ιδιωτικές υποθέσεις αντεγκλήσεων και αντιδικίας, αλλά θα πρέπει να ενδιαφερθεί για τα μεγάλα και ευγενή και σπουδαία θέματα, αυτά που προάγουν τους ανθρώπους και σχετίζονται με τα κοινά, δηλαδή τα δημόσια πράγματα. Αν δεν βρει τέτοια θέματα, τίποτε δεν θα καταφέρει. Στη συνέχεια, από τις πράξεις που υποστηρίζουν το θέμα του θα επιλέξει να αναπτύξει τις πιο κατάλληλες και συμφέρουσες για την προοπτική του. Όποιος συνηθίζει να σκέφτεται τέτοιες σπουδαίες πράξεις, να τις εξετάζει από κάθε πλευρά και να τις αξιολογεί, θα αποκτήσει (όχι μόνο τώρα σε σχέση με τον λόγο που συνθέτει, αλλά και στο μέλλον για ζητήματα άλλα) την ίδια αντιληπτική ικανότητα, ώστε τελικά να αναπτυχθούν μαζί οι δυνάμεις της όμορφης ομιλίας και της φρόνιμης σκέψης. Τέλος, είναι προφανές ότι όποιος θέλει να πείσει τους άλλους δεν θα παραμελήσει ο ίδιος την αρετή, αλλά θα εστιάσει όλες τις δυνάμεις του νου του εκεί, για να κερδίσει τη λαμπρότερη από τους συμπολίτες του δόξα.

Τα παραπάνω λόγια γράφτηκαν στο μέσον του 4ου αιώνα, όταν ο Ισοκράτης ήταν ήδη 83 ετών. Με αφορμή μια προσωπική αντιδικία σχετική με τα έξοδα κάποιας δημόσιας λειτουργίας, ο ρήτορας, σκηνοθετώντας την απολογία του, συνόψισε ολόκληρη την προσφορά του στην παιδεία και την πολιτική της Αθήνας.

Το βάθρο του πολιτικοεκπαιδευτικού προγράμματος του Ισοκράτη ήταν η πίστη στη βαθιά ενότητα του ανθρώπου. Ενώ είναι εμπειρικά σαφές ότι τα λόγια βρίσκονται συχνά σε διαφωνία με τα έργα και ότι, πίσω από την ομιλία, είναι κρυμμένες οι αληθινές σκέψεις και τα συναισθήματα του ομιλητή, ο Ισοκράτης θεώρησε ότι η κατάλληλη παιδεία θα μπορούσε να δημιουργήσει μια αξιοζήλευτη ενότητα σκέψεων, λόγων και έργων. Μάλιστα, για τον σκοπό αυτό δεν είναι αναγκαίο -ισχυριζόταν- να ξεκινήσει κανείς από τις ίδιες τις κρυμμένες σκέψεις και να επιχειρήσει την αναμόρφωσή τους. Αντίθετα με τον Πλάτωνα, που πίστευε ότι χωρίς μια γνώση δομημένη στέρεα μέσα στη ψυχή κανένα έργο και κανένας λόγος δεν έχουν αληθινή αξία, ο Ισοκράτης θεώρησε ότι η σωστή καλλιέργεια του λόγου συμπαρασύρει με θετικά αποτελέσματα τόσο τη σκέψη όσο και τη δράση.

Η εξαγγελλόμενη παιδεία του Ισοκράτη (ἡ ἀληθὴς φιλοσοφία, όπως την ονόμαζε ο ίδιος) βρισκόταν πολύ κοντά στο πνεύμα των σοφιστών και εκείνης της παραδοσιακής παιδείας που εστιαζόταν στην ανάγνωση της ποίησης και την αξία της απομνημόνευσης εκτενών κειμένων. Ο Ισοκράτης, που είχε διακριθεί ως νέος στη δικανική ρητορική, απέρριψε τις ιδιωτικές υποθέσεις ως ακατάλληλες για την ηθική και πνευματική διαπαιδαγώγηση των μαθητών του και ενθάρρυνε την ανάπτυξη θεμάτων και λόγων αληθινά πολιτικών, δηλαδή συμβουλευτικών και επιδεικτικών. Επίσης, απέρριψε τις φυσικές έρευνες για τα θεμέλια της πραγματικότητας, δηλαδή την κοσμολογία σε όλες της τις εκφάνσεις, καθώς και τις αυστηρά λογικές συζητήσεις για τη σχέση γλώσσας και πραγματικότητας. Κατά τη γνώμη του, ενώ οι μελέτες αυτές αρχικά οξύνουν την ευφυΐα και την επιχειρηματολογική δεινότητα των μαθητών, αν παραταθούν για πολύ, καταλήγουν να μην προσφέρουν τίποτε πιο ουσιαστικό από την υιοθέτηση ενός πνεύματος άσκοπης και ατελέσφορης εριστικότητας. Η μέθοδος της αντιλογίας ήταν απλό μέσο για την επίτευξη του μόνου αξιόλογου σκοπού: της ηθικής και πολιτικής ολοκλήρωσης του ανθρώπου μέσα από τον λόγο. Όσους δεν συμφωνούσαν με το εκπαιδευτικό πρόγραμμά του, αλλά επιδίδονταν στις -κατά τη γνώμη του- άσκοπες έρευνες περί φύσης και λογικής, ο Ισοκράτης τους αποκαλούσε «σοφιστές». Μέγιστο σοφιστή θεωρούσε τον Πλάτωνα.

Ενώ ο Πλάτων προβληματιζόταν πάνω στο θέμα του ορθού πολιτεύματος και κατέληξε να πιστεύει ότι μια γνήσια πολιτική αναμόρφωση απαιτεί την ανάληψη της εξουσίας από τους πραγματικούς γνώστες-φιλοσόφους, ο Ισοκράτης, πιο προσγειωμένος, αποδεχόταν την πολιτική κατάσταση του τόπου και της εποχής του και καλούσε τους νέους να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, εμπνεόμενοι από ένα όραμα πολιτικής και στρατιωτικής ενότητας των Ελλήνων εις βάρος των Περσών. Αυτό το ανέφικτο, κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, όραμα το είχε πρώτος εξαγγείλει ο Γοργίας με έναν διάσημο λόγο που εκφώνησε στην Ολυμπία στο πλαίσιο των αγώνων του 392. Πρότυπό του ήταν αναμφίβολα οι ελληνικές επιτυχίες στους Περσικούς Πολέμους. Όμως, οι επιτυχίες εκείνες ήταν αμυντικές και προήλθαν από τον φόβο υποδούλωσης. Για μια κοινή ελληνική επεκτατική πολιτική έναντι των Περσών χρειαζόταν ομόνοια και ομογνωμία τέτοια που οι ελληνικές πόλεις δεν είχαν γνωρίσει ποτέ στην ιστορία τους. Ο τόσο έντονος τοπικισμός των Ελλήνων δεν μπορούσε να παραμεριστεί με πολιτική πειθώ: μπορούσε μόνο να κατασταλεί με τη βία.