Αυτός ήταν στην αρχαιότητα ο βαθύτερος χαρακτήρας της Πυθαγόρειας σιγής.
Στον Κρότωνα της Μεγάλης Ελλάδας, όπου ο Πυθαγόρας ίδρυσε την περίφημη σχολή του, η φιλοσοφική μαθητεία δεν περιοριζόταν στη θεωρητική διδασκαλία. Ήταν τρόπος ζωής, άσκηση χαρακτήρα και σταδιακή προετοιμασία της ψυχής για τη γνώση. Ο μαθητής όφειλε πρώτα να μάθει να ακούει, πριν αποκτήσει το δικαίωμα να μιλήσει.
Ο Ιάμβλιχος, στο έργο του «Περὶ τοῦ Πυθαγορικοῦ βίου», περιγράφει την περίφημη πενταετή δοκιμασία της σιωπής. Οι νεοεισερχόμενοι μαθητές παρέμεναν σιωπηλοί και άκουγαν τις διδασκαλίες χωρίς να βλέπουν τον διδάσκαλο, ο οποίος βρισκόταν πίσω από παραπέτασμα. Μόνο μετά την ολοκλήρωση αυτής της μακράς άσκησης μπορούσαν να εισέλθουν στον εσωτερικό κύκλο της σχολής. Ο Ιάμβλιχος συνδέει μάλιστα αυτή την πρακτική με την παράδοση εκείνων που είχαν θεσπίσει τα Μυστήρια.
Η σιωπή, επομένως, δεν ήταν απλή απαγόρευση της ομιλίας. Ήταν δοκιμασία του χαρακτήρα.
Ο μαθητής έπρεπε να μάθει να κυβερνά πρώτα τη γλώσσα του, ώστε αργότερα να μπορέσει να κυβερνήσει τον νου και τις επιθυμίες του. Η εγκράτεια του λόγου αποτελούσε μέρος της γενικότερης πυθαγόρειας άσκησης, η οποία αποσκοπούσε στην αρμονία της ψυχής.
Γι' αυτό οι πρώτοι μαθητές χαρακτηρίζονταν «ἀκουσματικοί», οι ακροατές. Η ακοή προηγείται της ομιλίας. Ο μαθητής δεν εισέρχεται στον δρόμο της σοφίας για να επιδείξει όσα γνωρίζει, αλλά για να μάθει να ακούει.
Ο μύστης σωπαίνει, όχι επειδή δεν έχει τίποτε να πει, αλλά επειδή γνωρίζει ότι ορισμένες αλήθειες δεν μεταδίδονται με λόγια.
Μεταδίδονται με την εμπειρία. Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη σημασία της αρχαίας μυστηριακής σιωπής.Ο λόγος οδηγεί μέχρι το κατώφλι. Η σιωπή ανοίγει την πύλη.