Όταν η συζήτηση πηγαίνει στα πρόσωπα που αγαπάμε, συνήθως βάζουμε τις ανάγκες τους πάνω από τις δικές μας. Γιατί μας αρέσει, γιατί έτσι μας έμαθαν, γιατί ξέρουμε πως αυτό είναι σωστό να κάνουμε. Το να νοιαζόμαστε και να προστατεύουμε αγαπημένους μας ανθρώπους, είναι αυτό που κάνει ποιοτικές τις σχέσεις μας, τι γίνεται όμως όταν υπερβαίνουμε τα όρια και χάνεται κάθε ισορροπία;
Μπορεί να φανεί παράξενο αλλά όταν αρχίζουμε να παραγινόμαστε καλοί, ακόμη και με αυτούς που αγαπάμε και μας αγαπούν, μπορεί να γίνει αρκετά προβληματικό και υπάρχουν κάποια εμφανή σημάδια που δείχνουν ότι κάνουμε τα πάντα για να φερόμαστε καλά στους άλλους και όχι σε εμάς.
Θυσιάζεις (σχεδόν) τα πάντα για να βοηθήσεις τους άλλους
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αφήσεις στην άκρη κάτι πολύ σημαντικό για σένα. Έτσι τείνεις να σε παραγκωνίζεις για να σταθείς στο πλευρό κάποιου άλλου, αν ανήκεις στην κατηγορία των κλασικών people- pleasers. Δεν βάζεις κανένα όριο στις σχέσεις με αποτέλεσμα να αδικείσαι και να είναι ευχαριστημένη μόνο η άλλη πλευρά.
Φοβάσαι ότι πρέπει να είσαι πάντα καλός γιατί αλλιώς θα χαρακτηριστείς “fake”
Άλλο ένα σημάδι του ότι προσπαθείς να παραείσαι καλός με τους άλλους, (πέρα από ότι μάλλον είναι βασικό στοιχείο της ταυτότητάς σου), είναι ο φόβος σου μην χαρακτηριστείς «ψεύτικος» σε αντίθετη περίπτωση. Αν μάλιστα η καλοσύνη είναι στο DNA σου, σου είναι πιο δύσκολο να αρνηθείς κάτι και να απογοητεύσεις κάποιον γι’ αυτό κι εδώ χρειάζεται να μπουν οι απαραίτητες ισορροπίες.
Νιώθεις υπεύθυνος για τα συναισθήματα των άλλων
Θα κάνεις τα πάντα για να αποτρέψεις τον πόνο από τις καρδιές των άλλων, ακόμη κι αν αυτό γυρίσει εναντίον σου. Δεν σε ενδιαφέρει καθώς για όποιο συναίσθημα βιώνουν, αισθάνεσαι υπεύθυνος. Ωστόσο, όλοι ξέρουμε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο.
Συγχωρείς εύκολα
Τείνεις να ξεχνάς και να συγχωρείς τα πάντα, ακόμη και τις πιο προσβλητικές συμπεριφορές. Επιτρέπεις σε άτομα που σε πληγώνουν, να παραμένουν στη ζωή σου, επιτρέποντας να επαναλαμβάνουν επιβλαβή μοτίβα. Και φυσικά, κάνεις τα πάντα για να παραείσαι καλός μαζί τους γιατί με κάποιον τρόπο θεωρείς ότι εσύ έχεις προκαλέσει αυτή τους τη συμπεριφορά.
Όταν νομίζεις ότι κάποιος έχει θυμώσει μαζί σου, κάνεις τα πάντα για να το αποτρέψεις
Τι σημαίνει αυτό; Ότι ξεκινάς τα κοπλιμέντα και προσπαθείς με κάθε τρόπο ώστε να σε αποδεχτούν. Αυτό φυσικά έχεις πόστο στην ψυχική σου υγεία και δεν σώζει την κατάσταση. Αντίθετα, την εντείνει και διαιωνίζει μια άβολη συνθήκη, από την οποία είναι ώρα να αποτραβηχτείς.
Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2022
Αυτός που θέλει το καλό σου είναι το καλύτερο σου
Ψάχνουμε κι επιζητούμε άτομα, που δε θα το βάζουν στα πόδια μόλις μια αναποδιά μας χτυπήσει την πόρτα.
Φυσικά και θα υπάρχουν πάντα αυτοί που θα είναι πλάι μας σε κάθε άσχημη κατάσταση που βιώνουμε. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που χάνουμε άτομα από δίπλα μας ακόμα και στις χαρές μας.
Δεν τα χάνουμε, όμως, επειδή εμείς οι ίδιοι πήραμε την απόφαση να τα απομακρύνουμε, αλλά γιατί εκείνοι δεν άντεξαν να μας βλέπουν ευτυχισμένους. Δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν τη χαρά μας, διότι η δική μας ευτυχία μετατρεπόταν σε δική τους λύπη, ή καλύτερα σε δική τους ζήλια.
Να αναζητάς, λοιπόν, αυτούς τους ανθρώπους που λυπούνται με τη λύπη σου και χαίρονται με τη χαρά σου. Αυτοί που θέλουν τα καλύτερα για σένα, είναι οι καλύτεροι για σένα. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για μια ομάδα ανθρώπων. Δεν ισχύει μόνο για τους φίλους ή μόνο για τους ερωτικούς συντρόφους σου. Ισχύει για όλους.
Μείνε μαζί με τους φίλους που έμειναν μαζί σου γιατί ήθελαν. Μείνε με τους φίλους που έκλαψαν μέσα τους όταν σε είδαν να κλαις και γέλασαν δύο φορές πιο δυνατά από σένα όταν σε είδαν να χαίρεσαι. Μείνε με τους φίλους που σε είδαν να πηγαίνεις μπροστά, να προοδεύεις, να πετυχαίνεις τους στόχους σου και δε ζήλεψαν ούτε ένα λεπτό παρά ένιωσαν υπερήφανοι. Μείνε με αυτούς που σου έδωσαν συμβουλές για το καλό σου κι όχι για να φας τα μούτρα σου. Αυτοί είναι που θέλουν τα καλύτερα για σένα.
Όσον αφορά στον έρωτα τα πράγματα γίνονται λίγο πιο περίπλοκα, επειδή η λογική τείνει να δύσει ολοκληρωτικά. Έτσι, υπερβολικές καταστάσεις κι αντιδράσεις των συντρόφων σου, όπως είναι η ανεξέλεγκτη ζήλια ή ο επαναλαμβανόμενος έλεγχος στα προσωπικά σου δεδομένα, τις παρερμηνεύεις ως κάτι χαριτωμένο και φυσιολογικό. Γράψε λάθος!
Αυτός που θα είναι ο κατάλληλος για σένα δε θα σου στερήσει την παραμικρή ελευθερία σου. Δε θα σου απαγορεύσει ποτέ και τίποτα που να είναι για το καλό σου. Στην τελική, κάποιος που πραγματικά σε αγαπάει, θα σε αφήσει να κάνεις τις δικές σου επιλογές, θα σε οδηγήσει ένα βήμα πιο κοντά στην ευτυχία ακόμη κι αν γνωρίζει πως ο ίδιος πιθανόν πάψει να υπάρχει στα σχέδιά σου.
Τρίτη και σημαντικότερη ομάδα ανθρώπων στη ζωή σου, είναι η οικογένειά σου. Όλη η αγάπη, το ενδιαφέρον, η ανησυχία, οι θυσίες είναι τα πιο αληθινά δώρα που θα μπορούσε να σου προσφέρει ποτέ κάποιος. Απ’ την πρώτη στιγμή που γεννιέσαι είσαι στο επίκεντρο και προσπαθούν με κάθε τρόπο να σου δώσουν τα καλύτερα εφόδια για να πορευθείς στο δύσκολο μονοπάτι της ζωής.
Σε προικίζουν με αξίες, ιδέες, όνειρα, ήθος, αλλά ποτέ μα ποτέ δε σου ζητούν αντάλλαγμα. Το αντάλλαγμα τους είναι η δική σου πρόοδος κι επιτυχία. Το δικό τους δώρο είναι να σε δουν να πετυχαίνεις ως άνθρωπος, να φτάνεις ψηλά και να στοχεύεις ακόμα υψηλότερα. Ίσως, τελικά, να ‘ναι και οι μόνοι άνθρωποι που θέλουν να σε βλέπουν να είσαι πάντα καλύτερα απ’ αυτούς.
Όπως και να ‘χει, εσύ να επιλέγεις να μένεις με τους καλύτερους. Είτε αυτοί λέγονται φίλοι, είτε έρωτες, είτε συγγενείς. Κανείς δεν είπε πως είναι πολλοί. Είναι λίγοι, αρκετοί όμως για να σου προσφέρουν αυτά που πρέπει. Είναι αρκετοί για να σου αποδείξουν πως το αληθινό υπάρχει ακόμα και σήμερα. Αρκετοί για να σε βοηθήσουν, να σε νουθετήσουν, να σε στηρίξουν. Είναι αρκετοί για να καλύψουν και το πιο μεγάλο κενό σου. Είναι αρκετοί για να επιτελέσουν το «καθήκον» τους, το οποίο δεν είναι άλλο απ’ το δικό σου το καλό. Κι αυτοί που επιδιώκουν το δικό σου το καλό είναι πάντα οι καλύτεροι για σένα.
Φυσικά και θα υπάρχουν πάντα αυτοί που θα είναι πλάι μας σε κάθε άσχημη κατάσταση που βιώνουμε. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι φορές που χάνουμε άτομα από δίπλα μας ακόμα και στις χαρές μας.
Δεν τα χάνουμε, όμως, επειδή εμείς οι ίδιοι πήραμε την απόφαση να τα απομακρύνουμε, αλλά γιατί εκείνοι δεν άντεξαν να μας βλέπουν ευτυχισμένους. Δεν μπόρεσαν να διαχειριστούν τη χαρά μας, διότι η δική μας ευτυχία μετατρεπόταν σε δική τους λύπη, ή καλύτερα σε δική τους ζήλια.
Να αναζητάς, λοιπόν, αυτούς τους ανθρώπους που λυπούνται με τη λύπη σου και χαίρονται με τη χαρά σου. Αυτοί που θέλουν τα καλύτερα για σένα, είναι οι καλύτεροι για σένα. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για μια ομάδα ανθρώπων. Δεν ισχύει μόνο για τους φίλους ή μόνο για τους ερωτικούς συντρόφους σου. Ισχύει για όλους.
Μείνε μαζί με τους φίλους που έμειναν μαζί σου γιατί ήθελαν. Μείνε με τους φίλους που έκλαψαν μέσα τους όταν σε είδαν να κλαις και γέλασαν δύο φορές πιο δυνατά από σένα όταν σε είδαν να χαίρεσαι. Μείνε με τους φίλους που σε είδαν να πηγαίνεις μπροστά, να προοδεύεις, να πετυχαίνεις τους στόχους σου και δε ζήλεψαν ούτε ένα λεπτό παρά ένιωσαν υπερήφανοι. Μείνε με αυτούς που σου έδωσαν συμβουλές για το καλό σου κι όχι για να φας τα μούτρα σου. Αυτοί είναι που θέλουν τα καλύτερα για σένα.
Όσον αφορά στον έρωτα τα πράγματα γίνονται λίγο πιο περίπλοκα, επειδή η λογική τείνει να δύσει ολοκληρωτικά. Έτσι, υπερβολικές καταστάσεις κι αντιδράσεις των συντρόφων σου, όπως είναι η ανεξέλεγκτη ζήλια ή ο επαναλαμβανόμενος έλεγχος στα προσωπικά σου δεδομένα, τις παρερμηνεύεις ως κάτι χαριτωμένο και φυσιολογικό. Γράψε λάθος!
Αυτός που θα είναι ο κατάλληλος για σένα δε θα σου στερήσει την παραμικρή ελευθερία σου. Δε θα σου απαγορεύσει ποτέ και τίποτα που να είναι για το καλό σου. Στην τελική, κάποιος που πραγματικά σε αγαπάει, θα σε αφήσει να κάνεις τις δικές σου επιλογές, θα σε οδηγήσει ένα βήμα πιο κοντά στην ευτυχία ακόμη κι αν γνωρίζει πως ο ίδιος πιθανόν πάψει να υπάρχει στα σχέδιά σου.
Τρίτη και σημαντικότερη ομάδα ανθρώπων στη ζωή σου, είναι η οικογένειά σου. Όλη η αγάπη, το ενδιαφέρον, η ανησυχία, οι θυσίες είναι τα πιο αληθινά δώρα που θα μπορούσε να σου προσφέρει ποτέ κάποιος. Απ’ την πρώτη στιγμή που γεννιέσαι είσαι στο επίκεντρο και προσπαθούν με κάθε τρόπο να σου δώσουν τα καλύτερα εφόδια για να πορευθείς στο δύσκολο μονοπάτι της ζωής.
Σε προικίζουν με αξίες, ιδέες, όνειρα, ήθος, αλλά ποτέ μα ποτέ δε σου ζητούν αντάλλαγμα. Το αντάλλαγμα τους είναι η δική σου πρόοδος κι επιτυχία. Το δικό τους δώρο είναι να σε δουν να πετυχαίνεις ως άνθρωπος, να φτάνεις ψηλά και να στοχεύεις ακόμα υψηλότερα. Ίσως, τελικά, να ‘ναι και οι μόνοι άνθρωποι που θέλουν να σε βλέπουν να είσαι πάντα καλύτερα απ’ αυτούς.
Όπως και να ‘χει, εσύ να επιλέγεις να μένεις με τους καλύτερους. Είτε αυτοί λέγονται φίλοι, είτε έρωτες, είτε συγγενείς. Κανείς δεν είπε πως είναι πολλοί. Είναι λίγοι, αρκετοί όμως για να σου προσφέρουν αυτά που πρέπει. Είναι αρκετοί για να σου αποδείξουν πως το αληθινό υπάρχει ακόμα και σήμερα. Αρκετοί για να σε βοηθήσουν, να σε νουθετήσουν, να σε στηρίξουν. Είναι αρκετοί για να καλύψουν και το πιο μεγάλο κενό σου. Είναι αρκετοί για να επιτελέσουν το «καθήκον» τους, το οποίο δεν είναι άλλο απ’ το δικό σου το καλό. Κι αυτοί που επιδιώκουν το δικό σου το καλό είναι πάντα οι καλύτεροι για σένα.
Σταμάτα να δίνεις μάχες για εκείνον που είναι μονίμως σε πόλεμο με τον εαυτό του
Σταμάτα να δίνεις μάχες για αυτό τον άνθρωπο που είναι μονίμως σε πόλεμο με τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν μπορείς να παλεύεις μόνος σου για ένα άνθρωπο ο οποίος τα δικά του τα όπλα τα έχει αφήσει στο ντουλάπι, κλεισμένα. Έχουν σκουριάσει και έτσι θα παραμείνουν. Αυτός για τον οποίο πολεμάς δεν θέλει να σωθεί όσα όπλα και να επιστρατεύσεις, όσες μάχες και αν νομίζεις πως νικάς καθημερινά. Αυτός που θέλεις να σώσεις, αν δεν θέλει να σωθεί ο ίδιος, σε όσους πολέμους και αν τον πας το αποτέλεσμα θα είναι πάντα το ίδιο. Μάχες χωρίς σκοπό και άνευ ουσίας.
Τον αγαπάς, αυτός όμως δεν αγαπάει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό, πως περιμένεις να σε αγαπήσει εσένα; Μόνος σου παλεύεις να σώσεις αυτά που δεν σώζονται. Η σχέση σας ένα πόλεμος με ένα μόνο πολεμιστή, εσένα. Γιατί να θες να σώσεις μια σχέση όπου παλεύεις μόνο εσύ; Στη αρχή, πίστευες πως ήσασταν στην ίδια ομάδα, πως παλεύατε μαζί τις μικρές καθημερινές προκλήσεις της ζωής. Σιγά σιγά όμως, αυτός άλλαξε πλευρά. Προτίμησε να μείνει στην αδράνεια, προτίμησε να είναι ένας απλός θεατής της δικής σου καθημερινής πάλης. Αυτός παρέδωσε τα όπλα. Δεν θέλει να σώσει καμία σχέση. Ίσως κατάλαβε πως δεν μπορεί να σου δώσει αυτά που ζητάς. Ίσως να μην έχει να σου δώσει τίποτα άλλο, γιατί τόσο έχει μάθει να αγαπάει και αυτό το τόσο δεν θα είναι ποτέ αρκετό. Ίσως είναι ο τρόπος του να σου δείξει πως πρέπει να φύγεις γιατί δεν έχει το κουράγιο να σου το πει.
Δεν θα μείνεις να παρακαλάς ένα άνθρωπο που είναι τόσο παγιδευμένος στις σκέψεις του και στις ανασφάλειες του, προσπαθώντας να τον πείσεις να σε αγαπήσει. Μάζεψε την αξιοπρέπεια σου και φύγε μακριά. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός σου για να τον πολεμήσεις και ούτε για να τον νικήσεις. Εσύ αποχωρείς νικητής της μάχης γιατί πολέμησες μέχρι τέλους. Ο ηττημένος βρίσκεται απέναντι, λαβωμένος στους λαβύρινθους του μυαλού του, από τον οποίο αν καταφέρει να ξεφύγει θα είναι αργά. Δεν βρίσκεις εύκολα ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να παλέψουν για σένα, με σένα, για σας.
Τον αγαπάς, αυτός όμως δεν αγαπάει ούτε τον ίδιο του τον εαυτό, πως περιμένεις να σε αγαπήσει εσένα; Μόνος σου παλεύεις να σώσεις αυτά που δεν σώζονται. Η σχέση σας ένα πόλεμος με ένα μόνο πολεμιστή, εσένα. Γιατί να θες να σώσεις μια σχέση όπου παλεύεις μόνο εσύ; Στη αρχή, πίστευες πως ήσασταν στην ίδια ομάδα, πως παλεύατε μαζί τις μικρές καθημερινές προκλήσεις της ζωής. Σιγά σιγά όμως, αυτός άλλαξε πλευρά. Προτίμησε να μείνει στην αδράνεια, προτίμησε να είναι ένας απλός θεατής της δικής σου καθημερινής πάλης. Αυτός παρέδωσε τα όπλα. Δεν θέλει να σώσει καμία σχέση. Ίσως κατάλαβε πως δεν μπορεί να σου δώσει αυτά που ζητάς. Ίσως να μην έχει να σου δώσει τίποτα άλλο, γιατί τόσο έχει μάθει να αγαπάει και αυτό το τόσο δεν θα είναι ποτέ αρκετό. Ίσως είναι ο τρόπος του να σου δείξει πως πρέπει να φύγεις γιατί δεν έχει το κουράγιο να σου το πει.
Δεν θα μείνεις να παρακαλάς ένα άνθρωπο που είναι τόσο παγιδευμένος στις σκέψεις του και στις ανασφάλειες του, προσπαθώντας να τον πείσεις να σε αγαπήσει. Μάζεψε την αξιοπρέπεια σου και φύγε μακριά. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός σου για να τον πολεμήσεις και ούτε για να τον νικήσεις. Εσύ αποχωρείς νικητής της μάχης γιατί πολέμησες μέχρι τέλους. Ο ηττημένος βρίσκεται απέναντι, λαβωμένος στους λαβύρινθους του μυαλού του, από τον οποίο αν καταφέρει να ξεφύγει θα είναι αργά. Δεν βρίσκεις εύκολα ανθρώπους που είναι πρόθυμοι να παλέψουν για σένα, με σένα, για σας.
Οι ανόητοι έχουν μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έχουν κάνει όμως μεγάλη ζημιά στον κόσμο
Στην πραγματικότητα, δεν χρειαζόμαστε τόση σιγουριά και τόση αυτοπεποίθηση όση νομίζουμε ότι χρειαζόμαστε. Η σιγουριά και η αυτοπεποίθηση μπορούν είτε να είναι σπουδαία ποιότητα είτε να είναι εμπόδιο για κάποιον. Για παράδειγμα, οι ανόητοι άνθρωποι έχουν πάντοτε περισσότερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση από ότι οι άνθρωποι που είναι ευφυείς. Η βλακεία είναι πάντοτε σίγουρη κι έχει αυτοπεποίθηση. Οι ανόητοι είναι πιο πεισματάρηδες και επειδή είναι τυφλοί, επειδή δεν μπορούν να δουν, ορμάνε οπουδήποτε.
Ο άνθρωπος που είναι ευφυής είναι αναπόφευκτο να έχει κάποιο δισταγμό. Η ευφυΐα είναι διστακτική. Αυτό δείχνει απλώς ότι υπάρχουν εκατομμύρια ευκαιρίες, εκατομμύρια εναλλακτικές και πρέπει κανείς να επιλέξει. Κάθε επιλογή οδηγεί σε ένα διαφορετικό δρόμο, οπότε είναι αναπόφευκτο να υπάρχει έλλειψη σιγουριάς και αυτοπεποίθησης. Όσο περισσότερο ευφυής είσαι, τόσο περισσότερο θα το νιώθεις αυτό. Η αυτοπεποίθηση λοιπόν δεν είναι πάντοτε καλή. Το ενενήντα εννέα τοις εκατό της αυτοπεποίθησης είναι βλακεία. Μόνο το ένα τοις εκατό είναι καλό – και εκείνο το ένα τοις εκατό δεν είναι ποτέ απόλυτο.
Πάντοτε στέκεσαι σε σταυροδρόμια και δεν ξέρεις ποιος δρόμος είναι πραγματικά ο σωστός. Πώς μπορείς να έχεις αυτοπεποίθηση; Γιατί περιμένεις να έχεις αυτοπεποίθηση;
Όλοι οι δρόμοι μοιάζουν σχεδόν ίδιοι, ένας όμως πρέπει να επιλεγεί. Είναι σαν να ποντάρεις στη ρουλέτα. Έτσι όμως είναι η ζωή. Και είναι καλό που είναι έτσι. Αν το κάθε τι ήταν ξεκάθαρο, προσχεδιασμένο και σου δινόταν οδηγίες – στρίψε δεξιά, στρίψε αριστερά, κάνε αυτό κι εκείνο – τότε θα υπήρχε σιγουριά, αλλά τι νόημα θα είχε; Τίποτα δεν θα ήταν συναρπαστικό. Τότε δεν θα υπήρχε κανένα φως στη ζωή. Θα ήταν μια νεκρή ρουτίνα.
Η ζωή είναι πάντοτε συναρπαστική, επειδή κάθε βήμα σε φέρνει σε ένα άλλο σταυροδρόμι, όπου υπάρχουν και πάλι τόσο πολλοί δρόμοι και πάλι πρέπει να επιλέξεις. Αρχίζεις να τρέμεις. Θα επιλέξεις το σωστό ή όχι; Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος και να έχεις αυτοπεποίθηση; Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να σκεφτείς όλες τις εναλλακτικές και όποια αισθάνεσαι πως είναι λίγο καλύτερη από τις άλλες…
Μην ψάχνεις το απόλυτα σωστό και το απόλυτα λάθος. Στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο, υπάρχουν μόνο ποσοστά. Το ένα είναι λίγο καλύτερο από το άλλο – αυτό είναι όλο. Η ζωή δεν χωρίζεται σε δύο πόλους, στο καλό και στο κακό. Υπάρχουν χίλιες δυο καταστάσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό. Κοίτα λοιπόν γύρω σου αντικειμενικά, σιωπηλά, χωρίς ανησυχία, δες κάθε πιθανότητα και κινήσου προς αυτό που νιώθεις πως είναι λίγο καλύτερο από τα άλλα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να κινηθείς, ξέχνα τις άλλες εναλλακτικές, επειδή τώρα δεν έχουν καμία σημασία. Ύστερα κινήσου με σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Αυτή είναι η πραγματικά ευφυής αυτοπεποίθηση.
Δεν καταστρέφει τελείως το δισταγμό. Χρησιμοποιεί το δισταγμό. Δεν καταστρέφει τις εναλλακτικές. Οι εναλλακτικές βρίσκονται εκεί. Σκέφτεται συνειδητά και συλλογίζεται όλες τις εναλλακτικές, όσο πιο σιωπηλά είναι ανθρωπίνως εφικτό. Η ευφυΐα δεν απαιτεί ποτέ κάτι απάνθρωπο.
Υπάρχουν πολλά μονοπάτια. Πολλοί άνθρωποι κινούνται προς τα δεξιά και θεωρούν ότι αυτό είναι το καλύτερο. Εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι το καλύτερο είναι να κινηθείς προς τα αριστερά, οπότε είναι φυσικό να υπάρχει δισταγμός, επειδή ξέρεις ότι πολλοί ευφυείς άνθρωποι κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πώς μπορείς να έχεις σιγουριά και αυτοπεποίθηση; Δεν είσαι μόνος σου εδώ. Πολλοί ευφυείς άνθρωποι πηγαίνουν προς τα εκεί κι εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι κάτι άλλο είναι το σωστό για σένα.
Στάσου πάνω στο σταυροδρόμι, σκέψου, διαλογίσου, από τη στιγμή όμως που αποφασίσεις, τότε ξέχνα όλες τις εναλλακτικές και προχώρα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να προχωρήσεις, χρειάζεται όλη σου η ενέργεια. Μη διχάζεσαι και μην αφήνεις το μισό νου σου να σκέφτεται τις άλλες εναλλακτικές. Μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να χρησιμοποιεί κανείς το δισταγμό.
Και δεν υπάρχει καμία σιγουριά ότι αυτό που κάνεις, είναι οπωσδήποτε το σωστό. Δεν λέω αυτό. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να είσαι σίγουρος. Μπορεί να κάνεις λάθος, δεν υπάρχει όμως κανένας τρόπος να το μάθεις, αν δεν περπατήσεις όλο το δρόμο ως το τέλος, ως το τέρμα.
Η δική μου κατανόηση είναι ότι πρέπει κανείς να σκέφτεται σωστά. Η ίδια η σκέψη σε κάνει να ωριμάζεις. Προχωράς σε ένα δρόμο. Το αν είναι ο σωστός ή ο λάθος, δεν έχει καμία σημασία. Το ίδιο το γεγονός ότι προχωράς, σε ωριμάζει. Για μένα, ζήτημα δεν είναι προς το που πηγαίνεις. Για μένα, το πιο σημαντικό είναι ότι δεν είσαι κολλημένος, ότι προχωράς.
Ακόμη κι αν αυτός ο δρόμος φτάσει σε αδιέξοδο και δεν οδηγεί πουθενά και πρέπει να γυρίσεις πίσω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείς. Είναι καλό που τον περπάτησες. Περπατώντας τον, έχεις γίνει πολύ πιο έμπειρος. Γνώρισες τον λάθος δρόμο. Τώρα είσαι περισσότερο εξοικειωμένος με το λάθος από ό,τι ήσουν προηγουμένως. Τώρα ξέρεις τι είναι το ψεύτικο κι αυτό θα σε βοηθήσει να βρεις την αλήθεια.
Το να γνωρίσεις το ψεύτικο είναι σπουδαία εμπειρία, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έρθει κανείς σιγά-σιγά να γνωρίσει τι είναι η αλήθεια. Για να γνωρίσεις την αλήθεια, χρειάζεται να έχεις γνωρίσει προηγουμένως το ψέμα. Και χρειάζεται να περπατήσει κανείς σε πολλούς λάθος δρόμους, μέχρι να έρθει στον σωστό. Για μένα λοιπόν, ακόμη κι αν πηγαίνεις προς την κόλαση, είναι ευλογία, επειδή δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να γνωρίσεις την κόλαση. Κι αν δεν γνωρίσεις την κόλαση, δεν θα είσαι ποτέ σε θέση να γνωρίσεις τι είναι ο παράδεισος. Μπες μέσα στο σκοτάδι, επειδή αυτός είναι ο τρόπος να γνωρίσεις το φως. Το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι το να μην κολλήσεις κήπου. Μη στέκεσαι απλώς πάνω στο σταυροδρόμι διστάζοντας, χωρίς να πηγαίνεις πουθενά. Μην κάνεις συνήθειά σου το δισταγμό, χρησιμοποίησέ τον.
Σκέψου όλες τις εναλλακτικές. Εγώ δεν σου λέω ούτε να μη σκέφτεσαι ούτε να μη διστάζεις. Μην προχωράς σαν ανόητος, σαν τυφλός, με κλειστά μάτια — οπότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, αφού δεν γνωρίζεις ότι υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι. Γι’ αυτό οι ανόητοι έχουν μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έχουν κάνει όμως μεγάλη ζημιά στον κόσμο. Ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν υπήρχαν λιγότεροι άνθρωποι με σιγουριά και αυτοπεποίθηση.
Ο άνθρωπος που είναι ευφυής είναι αναπόφευκτο να έχει κάποιο δισταγμό. Η ευφυΐα είναι διστακτική. Αυτό δείχνει απλώς ότι υπάρχουν εκατομμύρια ευκαιρίες, εκατομμύρια εναλλακτικές και πρέπει κανείς να επιλέξει. Κάθε επιλογή οδηγεί σε ένα διαφορετικό δρόμο, οπότε είναι αναπόφευκτο να υπάρχει έλλειψη σιγουριάς και αυτοπεποίθησης. Όσο περισσότερο ευφυής είσαι, τόσο περισσότερο θα το νιώθεις αυτό. Η αυτοπεποίθηση λοιπόν δεν είναι πάντοτε καλή. Το ενενήντα εννέα τοις εκατό της αυτοπεποίθησης είναι βλακεία. Μόνο το ένα τοις εκατό είναι καλό – και εκείνο το ένα τοις εκατό δεν είναι ποτέ απόλυτο.
Πάντοτε στέκεσαι σε σταυροδρόμια και δεν ξέρεις ποιος δρόμος είναι πραγματικά ο σωστός. Πώς μπορείς να έχεις αυτοπεποίθηση; Γιατί περιμένεις να έχεις αυτοπεποίθηση;
Όλοι οι δρόμοι μοιάζουν σχεδόν ίδιοι, ένας όμως πρέπει να επιλεγεί. Είναι σαν να ποντάρεις στη ρουλέτα. Έτσι όμως είναι η ζωή. Και είναι καλό που είναι έτσι. Αν το κάθε τι ήταν ξεκάθαρο, προσχεδιασμένο και σου δινόταν οδηγίες – στρίψε δεξιά, στρίψε αριστερά, κάνε αυτό κι εκείνο – τότε θα υπήρχε σιγουριά, αλλά τι νόημα θα είχε; Τίποτα δεν θα ήταν συναρπαστικό. Τότε δεν θα υπήρχε κανένα φως στη ζωή. Θα ήταν μια νεκρή ρουτίνα.
Η ζωή είναι πάντοτε συναρπαστική, επειδή κάθε βήμα σε φέρνει σε ένα άλλο σταυροδρόμι, όπου υπάρχουν και πάλι τόσο πολλοί δρόμοι και πάλι πρέπει να επιλέξεις. Αρχίζεις να τρέμεις. Θα επιλέξεις το σωστό ή όχι; Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος και να έχεις αυτοπεποίθηση; Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να σκεφτείς όλες τις εναλλακτικές και όποια αισθάνεσαι πως είναι λίγο καλύτερη από τις άλλες…
Μην ψάχνεις το απόλυτα σωστό και το απόλυτα λάθος. Στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο, υπάρχουν μόνο ποσοστά. Το ένα είναι λίγο καλύτερο από το άλλο – αυτό είναι όλο. Η ζωή δεν χωρίζεται σε δύο πόλους, στο καλό και στο κακό. Υπάρχουν χίλιες δυο καταστάσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό. Κοίτα λοιπόν γύρω σου αντικειμενικά, σιωπηλά, χωρίς ανησυχία, δες κάθε πιθανότητα και κινήσου προς αυτό που νιώθεις πως είναι λίγο καλύτερο από τα άλλα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να κινηθείς, ξέχνα τις άλλες εναλλακτικές, επειδή τώρα δεν έχουν καμία σημασία. Ύστερα κινήσου με σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Αυτή είναι η πραγματικά ευφυής αυτοπεποίθηση.
Δεν καταστρέφει τελείως το δισταγμό. Χρησιμοποιεί το δισταγμό. Δεν καταστρέφει τις εναλλακτικές. Οι εναλλακτικές βρίσκονται εκεί. Σκέφτεται συνειδητά και συλλογίζεται όλες τις εναλλακτικές, όσο πιο σιωπηλά είναι ανθρωπίνως εφικτό. Η ευφυΐα δεν απαιτεί ποτέ κάτι απάνθρωπο.
Υπάρχουν πολλά μονοπάτια. Πολλοί άνθρωποι κινούνται προς τα δεξιά και θεωρούν ότι αυτό είναι το καλύτερο. Εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι το καλύτερο είναι να κινηθείς προς τα αριστερά, οπότε είναι φυσικό να υπάρχει δισταγμός, επειδή ξέρεις ότι πολλοί ευφυείς άνθρωποι κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πώς μπορείς να έχεις σιγουριά και αυτοπεποίθηση; Δεν είσαι μόνος σου εδώ. Πολλοί ευφυείς άνθρωποι πηγαίνουν προς τα εκεί κι εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι κάτι άλλο είναι το σωστό για σένα.
Στάσου πάνω στο σταυροδρόμι, σκέψου, διαλογίσου, από τη στιγμή όμως που αποφασίσεις, τότε ξέχνα όλες τις εναλλακτικές και προχώρα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να προχωρήσεις, χρειάζεται όλη σου η ενέργεια. Μη διχάζεσαι και μην αφήνεις το μισό νου σου να σκέφτεται τις άλλες εναλλακτικές. Μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να χρησιμοποιεί κανείς το δισταγμό.
Και δεν υπάρχει καμία σιγουριά ότι αυτό που κάνεις, είναι οπωσδήποτε το σωστό. Δεν λέω αυτό. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να είσαι σίγουρος. Μπορεί να κάνεις λάθος, δεν υπάρχει όμως κανένας τρόπος να το μάθεις, αν δεν περπατήσεις όλο το δρόμο ως το τέλος, ως το τέρμα.
Η δική μου κατανόηση είναι ότι πρέπει κανείς να σκέφτεται σωστά. Η ίδια η σκέψη σε κάνει να ωριμάζεις. Προχωράς σε ένα δρόμο. Το αν είναι ο σωστός ή ο λάθος, δεν έχει καμία σημασία. Το ίδιο το γεγονός ότι προχωράς, σε ωριμάζει. Για μένα, ζήτημα δεν είναι προς το που πηγαίνεις. Για μένα, το πιο σημαντικό είναι ότι δεν είσαι κολλημένος, ότι προχωράς.
Ακόμη κι αν αυτός ο δρόμος φτάσει σε αδιέξοδο και δεν οδηγεί πουθενά και πρέπει να γυρίσεις πίσω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείς. Είναι καλό που τον περπάτησες. Περπατώντας τον, έχεις γίνει πολύ πιο έμπειρος. Γνώρισες τον λάθος δρόμο. Τώρα είσαι περισσότερο εξοικειωμένος με το λάθος από ό,τι ήσουν προηγουμένως. Τώρα ξέρεις τι είναι το ψεύτικο κι αυτό θα σε βοηθήσει να βρεις την αλήθεια.
Το να γνωρίσεις το ψεύτικο είναι σπουδαία εμπειρία, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έρθει κανείς σιγά-σιγά να γνωρίσει τι είναι η αλήθεια. Για να γνωρίσεις την αλήθεια, χρειάζεται να έχεις γνωρίσει προηγουμένως το ψέμα. Και χρειάζεται να περπατήσει κανείς σε πολλούς λάθος δρόμους, μέχρι να έρθει στον σωστό. Για μένα λοιπόν, ακόμη κι αν πηγαίνεις προς την κόλαση, είναι ευλογία, επειδή δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να γνωρίσεις την κόλαση. Κι αν δεν γνωρίσεις την κόλαση, δεν θα είσαι ποτέ σε θέση να γνωρίσεις τι είναι ο παράδεισος. Μπες μέσα στο σκοτάδι, επειδή αυτός είναι ο τρόπος να γνωρίσεις το φως. Το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι το να μην κολλήσεις κήπου. Μη στέκεσαι απλώς πάνω στο σταυροδρόμι διστάζοντας, χωρίς να πηγαίνεις πουθενά. Μην κάνεις συνήθειά σου το δισταγμό, χρησιμοποίησέ τον.
Σκέψου όλες τις εναλλακτικές. Εγώ δεν σου λέω ούτε να μη σκέφτεσαι ούτε να μη διστάζεις. Μην προχωράς σαν ανόητος, σαν τυφλός, με κλειστά μάτια — οπότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, αφού δεν γνωρίζεις ότι υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι. Γι’ αυτό οι ανόητοι έχουν μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έχουν κάνει όμως μεγάλη ζημιά στον κόσμο. Ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν υπήρχαν λιγότεροι άνθρωποι με σιγουριά και αυτοπεποίθηση.
Ο Τηλέγονος σκότωσε τον Οδυσσέα
Όλοι γνωρίζουμε τις περιπέτειες του πολυμήχανου Οδυσσέα, του βασιλιά της Ιθάκης, ο οποίος αφού πολέμησε δέκα χρόνια στην Τροία ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι επιστροφής στο νησί του, που διήρκεσε άλλα δέκα χρόνια. Επιστρέφοντας σκότωσε τους μνηστήρες της γυναίκας του, της Πηνελόπης, που επιβουλεύονταν την περιουσία του και επανήλθε στο θρόνο του.
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, όπως θα τελείωνε ένα παραμύθι; Ή μήπως όχι; Πώς άραγε πέθανε ο μυθικός Οδυσσέας, ποιο ήταν το τέλος του;
Στη ραψωδία λ της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη και μιλά με το μάντη Τειρεσία ο οποίος μεταξύ άλλων προβλέπει το τέλος του. Αφού τον συμβουλεύει να εξευμενίσει τον Ποσειδώνα προβλέπει πως το τέλος του θα έρθει σε βαθιά γεράματα μακριά, έξω από τη θάλασσα, «εξ αλός». (σ.σ. στα ομηρικά χρόνια η μετέπειτα πρόθεση εκ χρησιμοποιούνταν ως επίρρημα με την έννοια του εκτός).
Επιπλέον, πηγές από το διαδίκτυο (που δεν μπορέσαμε να διασταυρώσουμε) αναφέρουν ότι κάποια στιγμή ο Οδυσσέας είδε ένα όνειρο και η εξήγηση που του δόθηκε ήταν ότι θα σκοτωθεί από το γιό του. Με αυτή την αφορμή ο βασιλιάς της Ιθάκης απομάκρυνε τον γιο του Τηλέμαχο για κάποιο διάστημα αν και στη συνέχεια αναίρεσε την απόφασή του.
Πράγματι το όνειρο επιβεβαιώθηκε. Όταν κάποια στιγμή ξένος στρατός αποβιβάστηκε στην Ιθάκη ο Οδυσσέας έσπευσε για την απόκρουση των εισβολέων με τον στρατό του. Ο επικεφαλής των ξένων εξαπέλυσε ένα δόρυ σκοτώνοντας των Οδυσσέα. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Τηλέγονος, γιος το Οδυσσέα με την Κίρκη, του οποίου ο βασιλιάς της Ιθάκης αγνοούσε την ύπαρξη. Ο Τηλέγονος είχε ταξιδέψει αναζητώντας τον πατέρα του και σκότωσε τον Οδυσσέα χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι. Το δόρυ έφερε κεφαλή από ουρά σαλαχιού. Έτσι επιβεβαιώθηκε ο μάντης Τειρεσίας.
Στη συνέχεια ο Τηλέγονος μαζί με τον Τηλέμαχο θρήνησαν το νεκρό Οδυσσέα και μετέφεραν το άψυχο κορμί του στο νησί της Κίρκης μαζί με την Πηνελόπη.
Η ιστορία τελειώνει με δύο παράξενους γάμους. Η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον Τηλέγονο και οΤηλέμαχος την Κίρκη!
Ας δούμε αναλυτικά το κομμάτι της Οδύσσειας που αναφέρεται στο τέλος του Οδυσσέα:
«Μα εσύ θα γδικιωθείς διαγέρνοντας τις αδικίες τους όλες.
Κι ως τους μνηστήρες στο παλάτι σου με κοφτερό σκοτώσεις
χαλκό, με δόλο ξεπλανώντας τους για κι ανοιχτά, το δρόμο
πάρε μετά, κουπί καλάρμοστο στο χέρι σου κρατώντας,
σε ανθρώπους ως να φτάσεις, θάλασσα που δεν κατέχουν τι είναι,
κι ουδέ ποτέ με αλάτι αρτίζουνε τα φαγητά που τρώνε,
κι ουδέ καράβια αλικομάγουλα ποτέ αγνάντεψαν, μήτε
κουπιά καλάρμοστα, που ως φτερούγες δρομίζουν τα καράβια.
Σου λέω και το σημάδι ξάστερα και θα το δεις κι ατός σου:
Σα σε ανταμώσει εκεί στη στράτα σου κανένας πεζολάτης
και λιχνιστήρι πει στον ώμο σου πως κουβαλάς τον ώριο,
στο χώμα τότε το καλάρμοστο να μπήξεις λέω κουπί σου,
κι αφού θυσίες προσφέρεις πάγκαλες στο ρήγα Ποσειδώνα,
κριάρι και κάπρι λατάρικο και ταύρο σφάζοντάς του,
γύρισε πίσω στην πατρίδα σου, και πρόσφερε θυσίες
μεγάλες στους θεούς, που αθάνατοι τα ουράνια πλάτη ορίζουν,
σε όλους γραμμή. Κι ακόμα ο θάνατος γλυκός, γαλήνιος θα ‘ρθει
να σε ‘βρει αλάργα από τη θάλασσα, τα μάτια να σου κλείσει
μες σε βαθιά καλά γεράματα᾿ κι ολόγυρα οι λαοί σου
θα ζουν χαιράμενοι. Τον άκουσες τον άψευτό μου λόγο!»
Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, όπως θα τελείωνε ένα παραμύθι; Ή μήπως όχι; Πώς άραγε πέθανε ο μυθικός Οδυσσέας, ποιο ήταν το τέλος του;
Στη ραψωδία λ της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη και μιλά με το μάντη Τειρεσία ο οποίος μεταξύ άλλων προβλέπει το τέλος του. Αφού τον συμβουλεύει να εξευμενίσει τον Ποσειδώνα προβλέπει πως το τέλος του θα έρθει σε βαθιά γεράματα μακριά, έξω από τη θάλασσα, «εξ αλός». (σ.σ. στα ομηρικά χρόνια η μετέπειτα πρόθεση εκ χρησιμοποιούνταν ως επίρρημα με την έννοια του εκτός).
Επιπλέον, πηγές από το διαδίκτυο (που δεν μπορέσαμε να διασταυρώσουμε) αναφέρουν ότι κάποια στιγμή ο Οδυσσέας είδε ένα όνειρο και η εξήγηση που του δόθηκε ήταν ότι θα σκοτωθεί από το γιό του. Με αυτή την αφορμή ο βασιλιάς της Ιθάκης απομάκρυνε τον γιο του Τηλέμαχο για κάποιο διάστημα αν και στη συνέχεια αναίρεσε την απόφασή του.
Πράγματι το όνειρο επιβεβαιώθηκε. Όταν κάποια στιγμή ξένος στρατός αποβιβάστηκε στην Ιθάκη ο Οδυσσέας έσπευσε για την απόκρουση των εισβολέων με τον στρατό του. Ο επικεφαλής των ξένων εξαπέλυσε ένα δόρυ σκοτώνοντας των Οδυσσέα. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Τηλέγονος, γιος το Οδυσσέα με την Κίρκη, του οποίου ο βασιλιάς της Ιθάκης αγνοούσε την ύπαρξη. Ο Τηλέγονος είχε ταξιδέψει αναζητώντας τον πατέρα του και σκότωσε τον Οδυσσέα χωρίς να γνωρίζει ποιος είναι. Το δόρυ έφερε κεφαλή από ουρά σαλαχιού. Έτσι επιβεβαιώθηκε ο μάντης Τειρεσίας.
Στη συνέχεια ο Τηλέγονος μαζί με τον Τηλέμαχο θρήνησαν το νεκρό Οδυσσέα και μετέφεραν το άψυχο κορμί του στο νησί της Κίρκης μαζί με την Πηνελόπη.
Η ιστορία τελειώνει με δύο παράξενους γάμους. Η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον Τηλέγονο και οΤηλέμαχος την Κίρκη!
Ας δούμε αναλυτικά το κομμάτι της Οδύσσειας που αναφέρεται στο τέλος του Οδυσσέα:
«Μα εσύ θα γδικιωθείς διαγέρνοντας τις αδικίες τους όλες.
Κι ως τους μνηστήρες στο παλάτι σου με κοφτερό σκοτώσεις
χαλκό, με δόλο ξεπλανώντας τους για κι ανοιχτά, το δρόμο
πάρε μετά, κουπί καλάρμοστο στο χέρι σου κρατώντας,
σε ανθρώπους ως να φτάσεις, θάλασσα που δεν κατέχουν τι είναι,
κι ουδέ ποτέ με αλάτι αρτίζουνε τα φαγητά που τρώνε,
κι ουδέ καράβια αλικομάγουλα ποτέ αγνάντεψαν, μήτε
κουπιά καλάρμοστα, που ως φτερούγες δρομίζουν τα καράβια.
Σου λέω και το σημάδι ξάστερα και θα το δεις κι ατός σου:
Σα σε ανταμώσει εκεί στη στράτα σου κανένας πεζολάτης
και λιχνιστήρι πει στον ώμο σου πως κουβαλάς τον ώριο,
στο χώμα τότε το καλάρμοστο να μπήξεις λέω κουπί σου,
κι αφού θυσίες προσφέρεις πάγκαλες στο ρήγα Ποσειδώνα,
κριάρι και κάπρι λατάρικο και ταύρο σφάζοντάς του,
γύρισε πίσω στην πατρίδα σου, και πρόσφερε θυσίες
μεγάλες στους θεούς, που αθάνατοι τα ουράνια πλάτη ορίζουν,
σε όλους γραμμή. Κι ακόμα ο θάνατος γλυκός, γαλήνιος θα ‘ρθει
να σε ‘βρει αλάργα από τη θάλασσα, τα μάτια να σου κλείσει
μες σε βαθιά καλά γεράματα᾿ κι ολόγυρα οι λαοί σου
θα ζουν χαιράμενοι. Τον άκουσες τον άψευτό μου λόγο!»
Ο παλαιότερος μετεωρολογικός σταθμός στον κόσμο και βρίσκεται στην Ελλάδα
Μία από τις πρωτιές της Ελλάδας και ο παλαιότερος μετεωρολογικός σταθμός στον κόσμο, που εντοπίζεται στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας και δεν είναι άλλος από τους περίφημους Αέρηδες.
Το εντυπωσιακό μαρμάρινο κτίριο, ένα από τα σημαντικότερα αρχαία μνημεία στην Ελλάδα, ο Πύργος των Ανέμων όπως είναι διαφορετικά γνωστό, στέκεται ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη, στο κέντρο της αρχαίας ρωμαϊκής Αγοράς, και χρονολογείται από τον 1ο αιώνα π.Χ.
Πρόκειται για έναν όμορφο σε εμφάνιση οκταγωνικό πύργο, ύψους 13,5 μέτρων με διάμετρο περίπου 8 μέτρων, ο οποίος είναι κατασκευασμένος από το εκλεκτό πεντελικό μάρμαρο.
Το κτίριο δεν έχει κίονες, ενώ στον ίδιο αριθμό μετόπων είναι χαραγμένοι οκτώ κύριοι Άνεμοι, από τους οποίους πήρε και το λαϊκό του όνομα. Διαθέτει δύο πόρτες, μία προς τα βόρεια και μία προς τα δυτικά, και η στέγη του είναι κωνική με κεραμίδια.
Στην ουσία, πρόκειται για ένα κτίσμα που ακολουθεί τον κορινθιακό ρυθμό (από τα κιονόκρανα), ενώ το εσωτερικό του, πιο βαρύ και αυστηρό, είναι δωρικού ρυθμού.
Μέχρι σήμερα δεν είναι ακριβώς γνωστός ο ακριβής λόγος κατασκευής και τοποθέτησής του στο συγκεκριμένο σημείο της Ρωμαϊκής Αγοράς, ωστόσο, αυτό που είναι γνωστό από μαρτυρίες της εποχής είναι ότι ο Πύργος των Ανέμων σχεδιάστηκε από τον αστρονόμο Ανδρόνικο του Κύρρου της αρχαίας Μακεδονίας.
Πύργος ρολογιού και μετεωρολογικός σταθμός δύο σε ένα
Το μνημείο που στο πέρασμα των χρόνων εντυπωσίασε ταξιδιώτες και ιστορικούς τόσο για την κατασκευή του όσο και για την επιστημονική του χρησιμότητα, είναι γνωστό και ως Ναός του Αιόλου.
Οι έρευνες δείχνουν ότι το ύψος της κατασκευής, τα ηλιακά ρολόγια, ο ανεμοδείκτης και η τοποθέτησή του στο συγκεκριμένο σημείο της ρωμαϊκής Αγοράς καθιστούν τον Πύργο των Ανέμων ως ένα πρώιμο παράδειγμα πύργου ρολογιού.
Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι είναι πιθανώς τόσο πύργος ρολογιού όσο και ένα είδος μετεωρολογικού σταθμού που πιθανότατα χρησιμοποιούνταν από τους εμπόρους για τον υπολογισμό της ώρας και των επικρατούντων ανέμων που επηρέαζαν τις εμπορικές οδούς μέσω των οποίων θα έφταναν τα εμπορεύματά τους.
Στην κορυφή της οροφής του Πύργου των Ανέμων υπήρχε ένα ορειχάλκινο ανεμολόγιο με τη μορφή Τρίτωνα, το οποίο περιστρεφόταν για να δείχνει την κατεύθυνση ενός από τους οκτώ κύριους ανέμους, ενώ υπάρχουν και οκτώ ηλιακά ρολόγια.
Οι όμορφοι φτερωτοί Άνεμοι είναι το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό των Αέρηδων, οι οποίοι «πετούν» ανάγλυφα, με το όνομά τους χαραγμένο σε κάθε μία από τις οκτώ πλευρές του πύργου, η κάθε μία από τις οποίες φέρει ένα ειδικό σύμβολο. Είναι ο Βόρας (βόρεια), ο Καϊκίας (βορειοανατολικά), ο Απηλιώτης (ανατολικά), ο Έβρος (νοτιοανατολικά), ο Νότος (νότια), τα Χείλη (Λίβας, νοτιοδυτικά), ο Ζέφυρος (δυτικά) και ο Σκίρων (βορειοδυτικά).
Στο εσωτερικό, για τον υπολογισμό της ώρας τις ημέρες χωρίς ήλιο, υπήρχε ειδική εγκατάσταση υδραυλικού ρολογιού, το οποίο κινούνταν με νερό που κατέβαινε από την Ακρόπολη μέσω ενός σωλήνα.
Οι ερευνητές πιστεύουν ότι το ύψος του πύργου ήταν τέτοιο ώστε τα ηλιακά ρολόγια και ο ανεμοδείκτης να είναι ορατά στην Αγορά. Το greekreporter.com αναφέρει μάλιστα πως εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι ο κατασκευαστής του μνημείου συνδύασε τις εφευρέσεις προηγούμενων ωρολογοποιών, όπως του Αρχιμήδη, του Κτησιφώντα και του Φίλωνα.
Το εντυπωσιακό μαρμάρινο κτίριο, ένα από τα σημαντικότερα αρχαία μνημεία στην Ελλάδα, ο Πύργος των Ανέμων όπως είναι διαφορετικά γνωστό, στέκεται ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη, στο κέντρο της αρχαίας ρωμαϊκής Αγοράς, και χρονολογείται από τον 1ο αιώνα π.Χ.
Πρόκειται για έναν όμορφο σε εμφάνιση οκταγωνικό πύργο, ύψους 13,5 μέτρων με διάμετρο περίπου 8 μέτρων, ο οποίος είναι κατασκευασμένος από το εκλεκτό πεντελικό μάρμαρο.
Το κτίριο δεν έχει κίονες, ενώ στον ίδιο αριθμό μετόπων είναι χαραγμένοι οκτώ κύριοι Άνεμοι, από τους οποίους πήρε και το λαϊκό του όνομα. Διαθέτει δύο πόρτες, μία προς τα βόρεια και μία προς τα δυτικά, και η στέγη του είναι κωνική με κεραμίδια.
Στην ουσία, πρόκειται για ένα κτίσμα που ακολουθεί τον κορινθιακό ρυθμό (από τα κιονόκρανα), ενώ το εσωτερικό του, πιο βαρύ και αυστηρό, είναι δωρικού ρυθμού.
Μέχρι σήμερα δεν είναι ακριβώς γνωστός ο ακριβής λόγος κατασκευής και τοποθέτησής του στο συγκεκριμένο σημείο της Ρωμαϊκής Αγοράς, ωστόσο, αυτό που είναι γνωστό από μαρτυρίες της εποχής είναι ότι ο Πύργος των Ανέμων σχεδιάστηκε από τον αστρονόμο Ανδρόνικο του Κύρρου της αρχαίας Μακεδονίας.
Πύργος ρολογιού και μετεωρολογικός σταθμός δύο σε ένα
Το μνημείο που στο πέρασμα των χρόνων εντυπωσίασε ταξιδιώτες και ιστορικούς τόσο για την κατασκευή του όσο και για την επιστημονική του χρησιμότητα, είναι γνωστό και ως Ναός του Αιόλου.
Οι έρευνες δείχνουν ότι το ύψος της κατασκευής, τα ηλιακά ρολόγια, ο ανεμοδείκτης και η τοποθέτησή του στο συγκεκριμένο σημείο της ρωμαϊκής Αγοράς καθιστούν τον Πύργο των Ανέμων ως ένα πρώιμο παράδειγμα πύργου ρολογιού.
Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι είναι πιθανώς τόσο πύργος ρολογιού όσο και ένα είδος μετεωρολογικού σταθμού που πιθανότατα χρησιμοποιούνταν από τους εμπόρους για τον υπολογισμό της ώρας και των επικρατούντων ανέμων που επηρέαζαν τις εμπορικές οδούς μέσω των οποίων θα έφταναν τα εμπορεύματά τους.
Στην κορυφή της οροφής του Πύργου των Ανέμων υπήρχε ένα ορειχάλκινο ανεμολόγιο με τη μορφή Τρίτωνα, το οποίο περιστρεφόταν για να δείχνει την κατεύθυνση ενός από τους οκτώ κύριους ανέμους, ενώ υπάρχουν και οκτώ ηλιακά ρολόγια.
Οι όμορφοι φτερωτοί Άνεμοι είναι το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό των Αέρηδων, οι οποίοι «πετούν» ανάγλυφα, με το όνομά τους χαραγμένο σε κάθε μία από τις οκτώ πλευρές του πύργου, η κάθε μία από τις οποίες φέρει ένα ειδικό σύμβολο. Είναι ο Βόρας (βόρεια), ο Καϊκίας (βορειοανατολικά), ο Απηλιώτης (ανατολικά), ο Έβρος (νοτιοανατολικά), ο Νότος (νότια), τα Χείλη (Λίβας, νοτιοδυτικά), ο Ζέφυρος (δυτικά) και ο Σκίρων (βορειοδυτικά).
Στο εσωτερικό, για τον υπολογισμό της ώρας τις ημέρες χωρίς ήλιο, υπήρχε ειδική εγκατάσταση υδραυλικού ρολογιού, το οποίο κινούνταν με νερό που κατέβαινε από την Ακρόπολη μέσω ενός σωλήνα.
Οι ερευνητές πιστεύουν ότι το ύψος του πύργου ήταν τέτοιο ώστε τα ηλιακά ρολόγια και ο ανεμοδείκτης να είναι ορατά στην Αγορά. Το greekreporter.com αναφέρει μάλιστα πως εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι ο κατασκευαστής του μνημείου συνδύασε τις εφευρέσεις προηγούμενων ωρολογοποιών, όπως του Αρχιμήδη, του Κτησιφώντα και του Φίλωνα.
Ευδαιμονία: Μια κατάσταση μακριά από την τύχη
«Από αυτό προκύπτει και η απορία αν η ευδαιμονία είναι κάτι που μπορεί να διδαχθεί ή αποκτάται με τη συνήθεια ή με κάποιον άλλο τρόπο άσκησης ή από κάποια θεϊκή μοίρα ή χάρη στην τύχη.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1099b9-11Είναι η «ευτυχία» θέμα τύχης; Εξαρτάται η ευτυχία μας από τα απρόβλεπτα γεγονότα που θα συμβούν κατά τη διάρκεια της ζωής μας ή όχι; Αν η ευδαιμονία μας δεν εξαρτάται από εμάς και τις προσωπικές μας ενέργειες, αλλά από εξωτερικούς παράγοντες, τότε πώς θα μπορούσαμε να ευτυχήσουμε; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέτει ο Αριστοτέλης προτού εκθέσει τη θεωρία της ευδαιμονίας του.
Η φιλοσοφία έχει κάνει ήδη το βήμα προς αυτή την κατεύθυνση με τον Σωκράτη να θεωρεί ότι η σοφία είναι ευτυχία (Πλάτωνας, Ευθύδημος, 279d) και η διεισδυτική αριστοτελική σκέψη, συνεχίζει από εκεί. Δεν αρκεί να μάθουμε την αρετή, αλλά να γίνουμε ενάρετοι (1103b26-31). Κατά τον ίδιο τρόπο, πρέπει να μάθουμε πώς να ευτυχούμε. Ωστόσο, οι άνθρωποι δεν έχουν πειστεί ακόμη για τη δύναμή τους να διαχειρίζονται τις καταστάσεις που τους αφορούν και πράγματι δεν είναι όλοι σε θέση να το κάνουν. Η άποψη των ποιητών ότι οι θεοί καθορίζουν την τύχη των ανθρώπων (οι οποίοι δεν φέρουν μερίδιο ευθύνης για τις θεϊκές αποφάσεις) δεν απαντά στις απαιτήσεις του ορθού λόγου. Ο Αριστοτέλης θέλει να αντιπαρέλθει τις λαϊκές δοξασίες και να καταστήσει τον άνθρωπο αυτόνομο ακόμη και ως προς την ευδαιμονία του, αλλά θα πρέπει να αναμετρηθεί μαζί τους. Για τον ίδιο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ευδαιμονία είναι μία σταθερή κατάσταση, επομένως δεν μπορεί να υπόκειται στις μεταβολές της ζωής. Της ζωής που επιλέγει ο καθένας να ζήσει:
«Φαίνεται όμως ότι η ευδαιμονία, ακόμη κι αν δεν είναι θεόσταλτη, αλλά αποκτάται μέσω της αρετής και με κάποια διδασκαλία ή με άσκηση, ανήκει στα πιο θεϊκά πράγματα. Γιατί το έπαθλο και ο σκοπός της αρετής φαίνεται να είναι κάτι άριστο, θεϊκό και μακάριο. Και είναι κοινό για πολλούς. Αν πάλι είναι αυτό καλύτερο παρά να είσαι ευδαίμων από τύχη, είναι λογικό έτσι να είναι, όπως σ’ αυτά που συμβαίνουν σύμφωνα με τη φύση, που γίνονται με τον καλύτερο τρόπο, το ίδιο και τα έργα της τέχνης και από οποιαδήποτε αιτία και περισσότερο από την άριστη. Το να παραχωρήσουμε όμως στην τύχη το μεγαλύτερο και το ωραιότερο από όλα τα πράγματα θα ήταν μέγα λάθος.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1099b14-25
Η αστάθεια της τύχης, όπως είναι φυσικό, συγκρούεται με τη σταθερότητα της ευδαιμονίας που είναι ο στόχος. Εξάλλου, αν παρακολουθούσαμε τις αλλαγές της τύχης που συμβαίνουν σε έναν άνθρωπο, η άποψή μας γι’ αυτόν θα άλλαζε ανάλογα με τα συμβάντα. Ανάλογα με τη στιγμή, θα εμφανιζόταν τη μια ευδαίμων και την άλλη δυστυχής :
«Είναι φανερό ότι αν ακολουθήσουμε τις μεταβολές της τύχης, πολλές φορές θα αποκαλούμε τον ίδιο άνθρωπο ευδαίμονα και δυστυχή, παρουσιάζοντας έτσι τον ευδαίμονα σαν ένα είδος χαμαιλέοντα με σαθρά θεμέλια. Ή μήπως δεν είναι καθόλου σωστό να παρακολουθούμε τις μεταβολές της τύχης; Διότι, δεν εξαρτάται από αυτές το να ζούμε καλά ή άσχημα, αλλά ο ανθρώπινος βίος τις χρειάζεται, και, όπως είπαμε, οι κυριότερες για την ευδαιμονία είναι οι ενέργειες που γίνονται σύμφωνα με την αρετή, ενώ οι αντίθετες οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1100b4-11
Ο Αριστοτέλης είναι ρεαλιστής. Ζει μέσα στον κόσμο και τον παρατηρεί. Δεν είναι δυνατό να αγνοήσει τις δυστυχίες που είναι μέρος της ζωής μας. Τι γίνεται τότε; Πώς βοηθούν οι κατ’ αρετήν ενέργειες το άτομο;
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι αρετές (ηθικές και διανοητικές) είναι αυτές που θα του δώσουν τη σταθερότητα που χρειάζεται κάποιος για να ευτυχήσει. Ο ευδαίμων είναι εκείνος που (παρά το ευμετάβλητο του βίου) έχει τον έλεγχο των πράξεών του. Πορεύεται με γνώμονα τον ορθό λόγο, γνωρίζοντας ότι τα εξωτερικά συμβάντα μπορεί να επηρεάσουν τη διάθεσή του, αλλά όχι το λογικό του. Ο ευδαίμων (εν μέσω δυστυχιών δικών του ή των φίλων και συγγενών του) γνωρίζει ότι η καλή ή κακή τύχη δεν έχουν διάρκεια, ενώ η ευδαιμονία έχει. Και εξαρτάται από τον ίδιο, από τον χαρακτήρα δηλαδή που έχει διαμορφώσει:
«Αυτά που συμβαίνουν κατά τύχη είναι πολλά και διαφέρουν μεταξύ τους ως προς μέγεθος και τη σπουδαιότητα. Τα μικρά ευχάριστα γεγονότα, ομοίως και τα δυσάρεστα, είναι φανερό ότι δεν μεταβάλλουν την ισορροπία της ζωής, ενώ τα μεγάλα και πολλά ευτυχή γεγονότα θα κάνουν τον βίο περισσότερο ευτυχισμένο (μακαριώτερον), (αφού από τη φύση τους ομορφαίνουν τη ζωή και η χρήση τους μπορεί να γίνει ωραία και σπουδαία). Όταν όμως συμβαίνουν τα αντίθετα, συνθλίβουν και καταπιέζουν την ευτυχία (τὸ μακάριον)· γιατί επιφέρουν λύπες και εμποδίζουν πολλές ενέργειες. Αλλά ακόμη και σ’ αυτές τις περιπτώσεις λάμπει η ομορφιά (διαλάμπει τὸ καλόν), όταν κάποιος υποφέρει τις πολλές και μεγάλες ατυχίες, όχι εξαιτίας της αναλγησίας του, αλλά επειδή είναι γενναίος και μεγαλόψυχος.»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1100b14-22
Οι δυστυχισμένες στιγμές παρέρχονται και οι ευτυχισμένες το ίδιο. Η τύχη (καλή ή κακή) δεν γνωρίζει από νομοτέλεια. Η σταθερότητα που προσδίδουν οι διανοητικές και ηθικές αρετές στη συμπεριφορά θα διαμορφώσουν τον χαρακτήρα μας. Οι πράξεις μας πηγάζουν από εμάς και το πώς θα ζήσουμε είναι επιλογή μας. Η σταθερότητα του χαρακτήρα αντιστέκεται τη μεταβλητότητα των πραγμάτων.
«Ούτε ασταθής ούτε ευμετάβλητος είναι όμως ο ευδαίμων· γιατί ούτε μετακινείται εύκολα από την ευδαιμονία, ούτε από συνηθισμένες ατυχίες, αλλά μόνο από μεγάλες και πολλές, από τις οποίες δεν θα μπορούσε να γίνει πάλι ευδαίμων σε μικρό χρονικό διάστημα, αλλά σε μεγάλο και μόνο αν κατορθώσει μεγάλα και όμορφα πράγματα. Τι μας εμποδίζει λοιπόν να ονομάσουμε ευδαίμονα εκείνον που ενεργεί σύμφωνα με την τέλεια αρετή και κατέχει σε ικανοποιητικό βαθμό εξωτερικά αγαθά όχι για κάποιο τυχαίο χρονικό διάστημα αλλά για ολόκληρη τη ζωή του;»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1101a8-16
Το να ζήσουμε δεν είναι επιλογή μας. Το πώς θα ζήσουμε όμως εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εμάς τους ίδιους και κυρίως από το πόσο έχουμε εξετάσει τη ζωή μας, ώστε να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και να αλλάξουμε τη ζωή μας. Η ευδαιμονία προϋποθέτει το να γνωρίζουμε ποιοι είμαστε και πού θέλουμε να φτάσουμε. Αντί να περιμένουμε λοιπόν την τύχη των ανθρώπων και τη μοίρα των θεών μπορούμε να πλάσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας, ώστε να γίνουμε μακάριοι. Όσο μακάριοι μπορούν να είναι οι άνθρωποι:
«Επειδή το μέλλον μας είναι άδηλο, ενώ θεωρούμε την ευδαιμονία σκοπό (τέλος) και τέλειο αγαθό σε κάθε περίπτωση καθολικά. Αν πράγματι έτσι έχουν τα πράγματα, θα πούμε ευτυχισμένους (μακαρίους) εκείνους από τους ζωντανούς στους οποίους υπάρχουν και θα υπάρχουν όσα έχουμε αναφέρει, ευτυχισμένους (μακαρίους) ως ανθρώπους»
Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια 1101a19-21
Ο Αριστοτέλης αλλάζει ορολογία: Οι άνθρωποι μπορούν λοιπόν να είναι μακάριοι εν ζωή. Υπάρχει όμως ευτυχία στον θάνατο; Μπορεί ο πεθαμένος να είναι μακάριος; Ο Αριστοτέλης δεν θα αφήσει τίποτε ανεξέταστο. Θα αφιερώσει το επόμενο κεφάλαιο στην έρευνα της ευτυχίας του πεθαμένου, απαντώντας στις λαϊκές δοξασίες με τον ορθό λόγο. Παίζει η τύχη ρόλο στην ευτυχία των νεκρών; Αυτό το ερώτημα θα απασχολήσει στη συνέχεια το μυαλό του φιλοσόφου.
Άσατρου
Η λέξη Άσατρου (άου-σα-τρου στα ισλανδικά) είναι ο όρος που χρησιμοποιείτο στο παρελθόν και χρησιμοποιείται σήμερα για να διακρίνει τους πιστούς Σκανδιναβούς, άνδρες και γυναίκες, στους θεούς, τις θεές, και τα έθιμα της προχριστιανικής βόρειας Ευρώπης. Άσατρου ετυμολογικά σημαίνει πίστη, θρησκεία (tru) στους Αισίρους (Æsir), την κυριότερη ομάδα θεών της αρχαίας σκανδιναβικής μυθολογίας. Ως όρος είναι η ισλανδική μετάφραση του νεολογισμού Asetro που εισήγαγε στα νορβηγικά ο μουσικός συνθέτης Ένβαρντ Γκριγκ το 1870 στην όπερά του Olaf Trygvason στα πλαίσια του ρομαντικού εθνικισμού του 19ου αιώνα. Ενίοτε στα αγγλικά χρησιμοποιείται η λέξη Ásatrúar (Άσατρουαρ) ως πληθυντικός, αλλά στα ισλανδικά είναι η γενική πτώση του Άσατρου.
Η Άσατρου αποτελεί κομμάτι του νεοπαγανιστικού κινήματος που ξεκίνησε στην Σκανδιναβία, την Γερμανία, την Μ. Βρετανία αλλά και στην Αμερική τη δεκαετία του 1990. Στις σύγχρονες σκανδιναβικές γλώσσες η πίστη στους Αισίρους λέγεται Åsatru (Όσατρου) στα νορβηγικά, Asatro (Άσατρό) στα σουηδικά και στα δανέζικα, ενώ στα αρχαία αγγλικά ονομάζεται Ēsatrēowð.
Σήμερα οι οπαδοί της Άσατρου βρίσκονται σε όλο τον κόσμο, ενώ η ίδια η Άσατρου μαζί με τον Λουθηρανισμό είναι οι δύο αναγνωρισμένες κρατικές θρησκείες στην Ισλανδία.
Το φιλοσοφικό υπόβαθρο της Άσατρου αναγνωρίζει το θάρρος, την τιμή, την τιμιότητα, την φιλοξενία, την αυτάρκεια και την ανάληψη της ευθύνης, την εργατικότητα, την επιμονή στο στόχο, την δικαιοσύνη (μια έμφυτη αίσθηση της δικαιοσύνης και σεβασμού των άλλων), την πίστη στους φίλους και την κοινότητα και μια προθυμία για την επιδίωξη του ορθού.
Οι θεοί και οι θεές της Σκανδιναβίας ήταν γνωστοί συλλογικά ως Αίσιροι, δηλαδή «στυλοβάτες». Ως στυλοβάτες στήριζαν τον κόσμο και ήταν το επίκεντρο της οικογενειακής και φυλετικής δομής των φυλών του Βορρά. Οι ιστορίες τους βρίσκονται στην λογοτεχνία των Σκανδιναβών και των Γερμανών, καθώς και των σαξόνων κατακτητών της Αγγλίας.
Πολλές από τις ιστορίες, τα τραγούδια και τα ποιήματα των Σκανδιναβών διατηρήθηκαν στα ισλανδικά έπη, όπως επίσης και σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα και λαογραφικά κατάλοιπα από την βόρεια Ευρώπη. Η Άσατρου προβάλλεται ως ιδιαίτερα σαμανική εθνική παράδοση για πολλούς, καθώς οι πιστοί της τιμούν επίσης τα προγονικά πνεύματα και εκείνα που ζουν στην γη, το νερό, τον αέρα και τα δάση. Υπάρχει μια ισχυρή έμφαση στην ατομική πνευματικότητα στην κοινότητα Άσατρου. Οι πιστοί διαμορφώνουν μικρές ομάδες, που συνήθως παίρνουν και διαφορετικά ονόματα, με κοινότερο το οίκος και εστία.
Οι Γιορτές
Οι Ασατρουάρ γιορτάζουν τέσσερις σημαντικές γιορτές κατά την διάρκεια των ισημεριών και των ηλιοστασίων, καθώς και δευτερεύουσες λατρείες μαζί με τις γιορτές της ενθύμησης. Η Γιούλ κατά την διάρκεια του χειμερινού ηλιοστασίου είναι η σημαντικότερη και γιορτάζεται με συναθροίσεις των φίλων και της οικογένειας. Η Βα γιορτάζεται κατά την στιγμή της εαρινής ισημερίας. Το Μεσοκαλόκαιρο γιορτάζεται στο καλοκαιρινό ηλιοστάσιο και είναι περίοδος συνάθροισης ομάδων σε εθνικό επίπεδο. Τέλος στην φθινοπωρινή ισημερία γιορτάζεται το Λάιντ, κατά την διάρκεια του οποίου συζητούνται διάφορες δουλειές και τελούνται θρησκευτικές λειτουργίες.
Εδώ χρειάζεται να παραθέσουμε κάποιες βασικές έννοιες-κλειδιά που θα μας δώσουν κάποια ιδέα για την πρακτική αυτής της θρησκείας:
«Μικρόκοσμος-Μακρόκοσμος»: Το σύνολο της δημιουργίας απεικονίζεται στο μικρότερο. Η πορεία του έτους αντανακλά την πορεία γης. Ο ήλιος αναγεννάται κατά τη διάρκεια του Μεσοχείμωνου και όλα τα φυτά γεννούνται την άνοιξη, για να πεθάνουν το φθινόπωρο. Αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται κάθε έτος και έτσι θα γίνεται όσο υπάρχει ο κόσμος. Αυτή είναι και η ζωή του ανθρώπου. Γεννιέται, ωριμάζει και πεθαίνει σε έναν αέναο κύκλο επανάληψης των πραγμάτων. Αλλά η ζωή συνεχίζεται. Αυτή είναι η υπόσχεση που εκπληρώνεται κάθε φορά που γεννιέται ένα παιδί.
«Ο Κύκλος»: Η θρησκεία Άσατρου είναι βασισμένη στον αιώνιο κύκλο της φύσης. Όλα τα πράγματα ενδίδουν στις αρνητικές δυνάμεις στο τέλος, ακόμη και οι Θεοί. Ωστόσο ο άνθρωπος οφείλει να παλαίψει ακόμα κι αν αποδέχεται το πεπρωμένο του.
«Τελετουργία»: Οι σύγχρονοι παγανιστές φαίνεται πως έχουν το μάτι τους στραμμένο προς το παρελθόν, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον στη διαμόρφωση της τελετουργίας τους. Η κεντρική έμπνευση αντλείται από την Έντα, το βιβλίο των αρχαίων ποιημάτων που περιγράφει τις περιπέτειες των θεών και την τελική μάχη.
«Μπλοτ»: Τούτη η λέξη χρησιμοποιείται για όλες τις θρησκευτικές τελετές. Δείχνει την προσφορά και την ενίσχυση μέσω της αλληλεγγύης μεταξύ των Θεών και των ανθρώπων. «Εποχιακοί γιορτασμοί»: Καθορίζονται από το παλαιό ισλανδικό ημερολόγιο και τιμούν τη συνεχή δημιουργία μέσω μέσα από στάδια αυξανόμενης πολυπλοκότητας και υψηλότερης τάξης, από την πρωτόγονη αρχή ως τη σύνθετη τελική δημιουργία των μεγάλων Θεών.
«Η Έναρξη»: Η πρώτη γιορτή αναφέρεται στην δημιουργία της ύλης. Τελείται κατά το φθινόπωρο, δηλαδή στην αρχή του νέου έτους σύμφωνα με αρχαίους υπολογισμούς.
«Γιούλ»: Η δεύτερη γιορτή τελείται την 21 Δεκεμβρίου, κατά την διάρκεια της πιο σύντομης μέρας του έτους. Πρόκειται για μια υπενθύμιση της δημιουργίας του φωτός και της γέννησης του νέου ήλιου.
«Ζωή»: Η τρίτη μεγάλη τελετουργία αφορά στον γιορτασμό της ζωής την υψηλότερη μορφή της δημιουργίας. Οι Θεοί, τα ανθρώπινα όντα, η γη και όλα όσα ζουν διέπονται από μια αρχή και όλη η ζωή είναι ιερή.
«Το Κοινοβούλιο»: Η τέταρτη γιορτή είναι αφιερωμένη στο νόμο, τον πολιτισμό, την κοινωνία και άλλους κανόνες του κόσμου των ανθρώπων. Τούτη η τελετουργία διεξάγεται κατά τις 20 Ιουνίου, στην ημέρα έναρξης του Άλθινγκ, του παλαιού ισλανδικού Κοινοβούλιου.
«Η Ολοκλήρωση του Κύκλου»: Η πέμπτη γιορτή είναι μια ευχαριστία για τους καρπούς της γης. Υπενθυμίζει στους πιστούς το αναπόφευκτο τέλος της ζωής και όλης της δημιουργίας. Τούτη η γιορτή συμπίπτει με την πρώτη υποδεικύοντας την ανανέωση. Είναι η υπόσχεση που δίνεται στο ουράνιο τόξο, την γέφυρα μεταξύ των ανθρώπων και των Θεών. Όσο διαγράφεται στον ορίζοντα το ουράνιο τόξο, σύμφωνα με την αρχαία δοξασία, υπάρχει τάξη στον κόσμο.
«Η Γη»: Ο δρόμος τούτης της θρησκείας, όπως και άλλων παγανιστικών δοξασιών είναι οικολογικός. Οι πιστοί της αναμένεται να σέβονται την γη, ως μητέρα όλου του ανθρώπινου γένους.
Ο Ηθικός Κώδικας
Όπως είναι φυσικό, υπάρχει ένας ηθικός κώδικας, τον οποίο τα μέλη της σύγχρονης πλέον θρησκείας Άσατρου είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν. Σε αυτόν τον κώδικα μπορούμε να βρούμε ένα αμάλγαμα κοινωνικών, ηθικών και φιλοσοφικών απόψεων για την ζωή και τους κανόνες που πρέπει να τηρεί το άτομο, έτσι ώστε να υφίσταται ευταξία στην ανθρώπινη κοινωνία και τις σχέσεις της με τον περιβάλλοντα κόσμο.
Οι Ασατρουάρ, λοιπόν, βασίζουν την θρησκεία τους στην πίστη στους Αισίρους, μία από τις ομάδες Θεών της ισλανδικής μυθολογίας. Ωστόσο επιτρέπεται η λατρεία και άλλων όντων, καθώς ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος και απόλυτα υπεύθυνος για τις ενέργειές του.
Τα αγάλματα αφιερώνονται στους Θεούς, αλλά κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να τα λατρεύει. Κατά τον ίδιο τρόπο επιτρέπονται όλες οι μορφές λατρείες που υπακούν στον νόμο και την τάξη, ενώ υφίσταται η υπόσχεση τήρησης της θρησκείας και του πολιτισμού των προγόνων. Η Άσατρου είναι μια θρησκεία βασισμένη στην επιβίωση της φύσης, η οποία αποτελεί τμήμα της δημιουργίας των Θεών, ορατό στις ανθρώπινες αισθήσεις.
Οι Θεοί δεν έπλασαν τον κόσμο εκ του μηδενός, αλλά τον δημιούργησαν από την αιώνια ενέργεια του κόσμου, σύμφωνα με τους νόμους του παγκόσμιου δέντρου της ζωής του Υγκντράσιλ, της τέφρας. Ωστόσο, οι Θεοί δεν κυβερνούν τον κόσμο, αλλά υπόκεινται στους νόμους του, ακριβώς όπως και οι άνθρωποι. Η δημιουργία και η καταστροφή είναι μια ατελείωτη διαδικασία.
Η τελική δημιουργία δεν πραγματοποιήθηκε σε μια απόμακρη και ασαφή χρονολογικά αρχή, όπως συμβαίνει με την βιβλική παράδοση περί της γένεσης του κόσμου και έτσι δεν υπάρχει κανένα ξαφνικό τέλος. Η δημιουργία και η καταστροφή είναι ένας συνεχής κύκλος που συντηρεί το χρόνο και το διάστημα. Όλα τα πράγματα είναι παροδικά. Ο κόσμος, οι Θεοί, η γη και όλη η ανθρωπότητα υπόκεινται στον διαρκή κύκλο της ανανέωσης, αλλά ταυτόχρονα είναι μόνιμα μέσα στην παροδικότητά τους. Η αιωνιότητα διαμορφώνει μια σπείρα. Το σύμπαν αποκαθίσταται, αλλά δεν επαναλαμβάνεται ποτέ. Κάθε κύκλος είναι νέος, μοναδικός.
Οι Ασατρουάρ δεν λατρεύουν τους Θεούς.
Τους σέβονται και παίρνουν το μέρος τους στην αιώνια πάλη μεταξύ των Θεών και των γιγάντων. Το δέντρο της ζωής, η τέφρα, είναι ο άξονας του κόσμου. Σε αυτό το δέντρο ενώνονται όλα τα νήματα της ύπαρξης. Στην τέφρα είναι ενωμένα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όπως επίσης η γέννηση, η ύπαρξη και ο θάνατος. Τέσσερα αρσενικά ελάφια δαγκώνουν τα φύλλα και τους καρπούς του Δέντρου της Ζωής. Κάθε ζωή είναι μόνο ένα φύλλο στο δέντρο της ζωής. Κάθε φύλλο που τρώγεται, ένας νέος οφθαλμός ανοίγεται. Με αυτόν τον τρόπο διατηρείται ο κόσμος. Το ένα γεγονός οδηγεί στο άλλο. Αυτή η υπόσχεση εκπληρώνεται κάθε φορά που γεννιέται ένα παιδί.
Όλη η ύπαρξη είναι μια αλληλεπίδραση δύο αντιθέτων, (Ηράκλειτος) των δημιουργικών δυνάμεων των Θεών και των αντιπάλων τους, της καταστρεπτικής ορδής των γιγάντων. Αυτή η αλληλεπίδραση δημιουργεί τον χρόνο και την ανθρώπινη συνείδηση και συνεπώς οι Ασατρουάρ έχουν την υποχρεώση να σέβονται τους Θεούς και το αριστούργημά τους, την ίδια την φύση.
Έχουν την υποχρέωση να σέβονται την μητέρα γη και να αντιμετωπίζουν με διάθεση οικονομίας τους πόρους της. Η αλόγιστη εκμετάλλευση της γης είναι λάθος, όπως και η ολοκληρωτική απάρνηση των πόρων που διαθέτει. Και οι δύο απόψεις τείνουν να ανατρέψουν την ισορροπία, γιατί όλα τα πράγματα είναι μέρος του αιώνιου κύκλου.
Τέλος οι Άσατρου πιστεύουν σε μια ζωή ενάρετη και σύμφωνη με τους δρόμους των Θεών. Σε τούτη την ενάρετη ζωή απαιτούνται εννέα αρετές, το θάρρος, η αλήθεια, η τιμή, η πίστη, η πειθαρχία, η φιλοξενία, η εργατικότητα, η αυτάρκεια και η αυτοσυγκράτηση.
Η φυλετική συγκρότηση των Ασατρουάρ
Η βασικότερη μονάδα της θρησκευτικής λατρείας Άσατρου είναι ο οίκος, στα πρότυπα της αρχαιοελληνικής οργάνωσης, με την στενότερη και την ευρύτερη έννοιά του. Στην προστασία του οίκου εκτός από τα βιολογικά μέλη του ανήκουν και οι συγγενείς κοντινοί ή μακρινοί. Οι οίκοι συναθροίζονται σε γένος έναν όρο που αποκτά πολλές και διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικές ομάδες.
Ορισμένη γένη έχουν πολλά μέλη και λειτουργούν όπως οι εκκλησίες, ενώ άλλα έχουν περισσότερο το χαρακτήρα της στενής οικογενειακής οργάνωσης και προσπαθούν να κρατούν την μυστικότητά τους. Στην πραγματικότητα το γένος εδώ έχει την έννοια της μικρής φυλετικής ομάδας και αποτελείται από ανθρώπους που γνωρίζονται μεταξύ τους, συναντούνται και έχουν αίσθηση μιας οργανικής ομαδοποίησης.
Οι ιερείς της Άσατρου είναι γνωστοί ως Γκόθι (jere’as) ή Γκυθία (je’reja). Πρόκειται για τίτλους τιμητικούς, οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύουν κάποιο ιδιαίτερο status δύναμης ή εξουσίας στην κοινωνική δομή των Ασατρουάρ. Ιερείς σε τούτη την κοινωνία είναι εκείνοι που επέλεξαν να αναλάβουν τις περισσότερες ευθύνες υπηρεσίας προς την κοινότητα, και δεν υπηρετούν κάποιο στόχο διαμεσότητας ανάμεσα στους ανθρώπους και τις θεϊκές δυνάμεις.
Οι Ασατρουάρ μπορούν να φτάσουν στην επίτευξη της επικοινωνίας με το θείο, ή να γιορτάσουν τις επίσημες τελετές χωρίς την παρουσία ιερέων. Οι Γκόθι στην αρχαία Σκανδιναβία αφιερώνονταν συνήθως σε ένα Θεό μόνο, χάριν του οποίου διαμορφωνόταν και το όνομά τους. Το Θορσγκόθι, για παράδειγμα, κοινό όνομα στις μέρες μας σημαίνει απλά ιερέας του Θωρ. Τούτη η αφιέρωση σε ένα Θεό ή μια Θεά ήταν συνήθως τμήμα της κληρονομιάς του οίκου και περνούσε από γενιά σε γενιά.
Οι Θεοί της Άσατρου
Οι αρχαίοι Σκανδιναβοί θεωρούσαν ότι υπήρχαν τρεις φυλές των Θεών, οι Άισιροι, οι Βάνιροι και οι Γιότναρ. Οι Αίσιροι είναι εκείνα τα όντα που αναφέρονται συχνότερα στην αρχαία λογοτεχνία ως Θεοί. Στην πραγματικότητα είναι οι Θεοί της κοινωνίας, οι προστάτες του οίκου της τέχνης κ.λπ. Οι Βάνιροι συνδέονται περισσότερο με την γη και αντιπροσωπεύουν την γονιμότητα του εδάφους και των φυσικών δυνάμεων που βοηθούν την ανθρωπότητα.
Στις αρχαίες εποχές έγινε μεγάλος πόλεμος μεταξύ των Αισίρων και των Βανίρων, αλλά τούτος ο πόλεμος έληξε με την αποκατάσταση του Βανίρων Θεών Φρέι, της Φρέγια και του Νιορντ στον τόπο των Αισίρων και την σφράγιση της ειρήνης. Οι Τζότναρ είναι μια τρίτη φυλή θεών σε διαρκή πόλεμο με τους Αισίρους.
Τζότναρ δεν αποκαλούνται ποτέ Θεοί, αλλά μάλλον αναφέρονται ως γίγαντες. Αντιπροσωπεύουν τις φυσικές δυνάμεις της καταστροφής δεδομένου ότι οι Αίσιροι αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις της τάξης και της σύνθεσης. Ακριβώς όπως η πυρκαγιά με τον πάγο διαμόρφωσαν τον κόσμο, έτσι και τούτη η δημιουργική αλληλεπίδραση του χάους και της τάξης διατηρούν την ισορροπία του κόσμου. Στο τέλος οι δύο πλευρές θα συναντηθούν στην μεγάλη μάχη του Ράγκναροκ και ο κόσμος θα καταστραφεί, για να γεννηθεί από την αρχή.
Είναι πολύ σημαντικό για τους Ασατρουάρ το γεγονός ότι αντιλαμβάνονται τους Θεούς ως πραγματικά και ζωντανά όντα. Δεν είναι απλές προσωποποιήσεις των φυσικών δυνάμεων, ούτε είναι γιουνγκιανά αρχέτυπα που ενοικούν μόνο στο ανθρώπινο ασυνείδητο -αν και το έργο του Γιουνγκ είναι το μόνο που μπορεί να δείξει το δυναμισμό τους και την αληθινή φύση τους ως ζωντανά όντα. Δεν είναι επίσης μαγικά σύμβολα που προσφέρονται για οποιουδήποτε είδους χειρισμό, ούτε αποτιμώνται προς πώληση. Οι Θεοί θεωρούνται ζώντα όντα που προσφέρουν οφέλη στους φίλους και τους σύντροφούς τους, τους ανθρώπους. Αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο οι Ασατρουάρ αντιμετωπίζουν τους Θεούς τους με ιδιαίτερο σεβασμό.
Οι τρεις σημαντικότεροι Θεοί στην ιστορία αυτής της θρησκείας θεωρήθηκαν ο Όντιν, ο Θωρ και ο Φρέι. Ήταν οι θεότητες των οποίων αγάλματα στήθηκαν στον βωμό του ναού στην Ουψάλα. Βέβαια θεωρούνται σημαντικότεροι εξαιτίας αυτού που αντιπροσωπεύουν. Ο μυθολόγος Ζωρζ Ντουμεζίλ συνέδεσε αυτές τις τρεις θεότητες με τις τρεις κατηγορίες του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού, τους βασιλείς, τους πολεμιστές και τους αγρότες. Αν και η ταξινόμηση δεν είναι ακριβής, είναι πιθανώς αλήθεια ότι αυτές οι τρεις θεότητες συμβόλισαν τις διάφορες πτυχές της ζωής και του πολιτισμού των Σκανδιναβών και οι περισσότεροι ανακάλυψαν σε κάποια από τις θεότητες αυτού του θεϊκού τριγώνου μια βιωματική εμπειρία της ζωής τους.
Ο Όντιν είναι ο Πατέρας, που αναφέρεται σήμερα ως Θεός του πολέμου και της μαινόμενης οργής των Βίκινγκ. Εντούτοις, έχει άλλες πτυχές που είναι εξίσου ισχυρές ή ισχυρότερες. Στις Έντα είναι ο ηγέτης των Θεών, αλλά τούτη την θέση οι περισσότεροι από τους γερμανικούς λαούς απέδωσαν στον Τυρ. Είναι πιθανό ότι Όντιν έγινε κυβερνήτης των Θεών μόνο κατά την διάρκεια της εποχής των Βίκινγκς, όταν ήταν απαραίτητος ένας Θεός του πολέμου παρά ο Θεός της δικαιοσύνης.
Όντας ο Πατέρας Όλων, πιθανώς η θέση του βρισκόταν στην κορυφή της οικογένειας μάλλον, παρά της δικαιοσύνης. Επιπλέον είναι Θεός της υπέρτατης φρόνησης και σε σχέση με αυτήν Θεός της μαγείας. Είναι ο Θεός των ρούνων, του μαγικού αλφάβητου που κρατά τα μυστήρια του κόσμου όλου. Στην Αγγλία, όπου είναι γνωστός ως Γουόντεν, είναι ένας γκριζοντυμένος περιπλανώμενος μάγος, (η έμπνευση για τον Γκάνταλφ του Τόλκιν), που ταξιδεύει την χώρα συνήθως μόνος, και ερευνά το έδαφός της. Ο Όντιν είναι επίσης Θεός των νεκρών και κατέχει πολλά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα άλλων αρχαίων σκανδιναβικών θεοτήτων, τις οποίες απορρόφησε σταδιακά.
Ο Θωρ είναι ο πιο γνωστός από τους Θεούς των Σκανδιναβών. Είναι απλός Θεός, ο προστάτης των αγροτών. Ο Θωρ είναι περισσότερο γνωστός ως περιπλανώμενος σε αναζήτηση της περιπέτειας. Μόνιμη απασχόλησή του ήταν η ανακάλυψη και η θανάτωση γιγάντων ή άλλων τεράτων. Κατέχει τεράστια δύναμη και το σφυρί Μγιόλνιρ, το οποίο κατασκευάστηκε ειδικά για αυτόν από τους νάνους.
Το Μγιόλνιρ θεωρείται ο μέγιστος θησαυρός των Θεών καθώς τους προστατεύει από τις δυνάμεις των Τζότναρ. Χρησιμοποιώντας το Μγιόλνιρ ο Θωρ είναι πολεμιστής, αλλά είναι εκείνο το είδος του πολεμιστή που καλείται για να υπερασπίσει το έδαφός του. Αγαπά την μάχη, όχι όμως όπως ο καβγατζής Όντιν, ούτε έχει κάποιον ισχυρό κώδικα της τιμής όπως αυτός του Τυρ. Συνδέεται, επίσης, με την βροντή και είναι επίσης ο Θεός της βροχής και της θύελλας.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ όμως ότι δεν είναι ο Θεός της καταστροφικής θύελλας. Από την φύση του είναι ωφέλιμος για την αγροτική κοινωνία και συνεπώς δεν θα μπορούσε να κατέχει δυνάμεις καταστροφικές σε αυτόν τον τομέα. Η θύελλά του είναι θύελλα που ανανεώνει το έδαφος και βοηθά στην μετανάστευση των σπόρων. Γενικά, ήταν ο αγαπημένος Θεός των αγροτών που εποίκησαν τα γερμανικά εδάφη.
Ο Φρέι με την σειρά του είναι Θεός της ειρήνης και της γονιμότητας. Εάν ο Θωρ είναι Θεός των αγροτών, ο Φρέι είναι Θεός της συγκομιδής. Είναι Βάνιρος, αλλά ζει με τους Αισίρους για να εξασφαλίσει την ειρήνη μεταξύ των θεϊκών ομάδων. Το σύμβολό του είναι ο πρίαππος και οι ευλογίες του αναζητούνται στην σπορά και άλλες σημαντικές γεωργικές γιορτές.
Η λέξη “φρέι” σημαίνει “Κύριος” και είναι αβέβαιο αν είναι αυτό το θεϊκό του όνομα ή ο τίτλος του. Είναι επίσης γνωστός ως Ινγκ ή Ίνγκβι και έτσι πολλές φορές αποκαλείται Φρέι Ίνγκβι, δηλαδή Κύριος Ίνγκβι, γνωστός πολύ περισσότερο από τον Φρέι, δεδομένου ότι λίγοι μύθοι έχουν επιζήσει που να μας δίνουν οποιαδήποτε πληροφορία για τον χαρακτήρα του.
Όσο είναι Θεός της γονιμότητας, είναι επίσης Θεός της ειρήνης και ως Ινγκ είναι εκείνος που έφερε και προστάτευε την χρυσή εποχή της ειρήνης και της ευημερίας στην αρχαία Δανία. Τα άλογα συνδέονται συμβολικά με τον Φρέι, πιθανώς εξαιτίας του συσχετισμού τους με την γονιμότητα. Εξίσου, όμως συνδέεται μαζί του και η Φρέγια η αδελφή του, η οποία χρησιμοποιείται σήμερα αντί του Φρέι στον κεντρικό βωμό των Ασατρουάρ.
Η Φρέγια, λοιπόν, είναι η σημαντικότερη των θεαινών, η τουλάχιστον η Θεά την οποία εμείς γνωρίζουμε σήμερα περισσότερο από τις άλλες, ως επιβίωση μιας πανάρχαιας μητριαρχίας στο χώρο εξάπλωσης των ινδοευρωπαϊκών φύλων. Είναι η αδελφή του Φρέι και στάλθηκε μαζί του να ζήσει με τους Αισίρους προκειμένου να σφραγιστεί μια συμφωνία ειρήνης. Η Φρέγια είναι Θεά με δύο ευδιάκριτες πλευρές. Κατ’ αρχήν είναι η Θεά της αγάπης και της ομορφιάς και κατόπιν Θεά του πολέμου, που μοιράζεται την μάχη με τον Όντιν.
Αντίθετα από το σύγχρονο πολιτισμό μας, οι αρχαίοι φαίνεται πως δεν έβλεπαν κάποια αντίφαση στο γεγονός. Ήταν επίσης μάγισσα που ασκούσε την σαμανική μαγεία, γνωστή ως Σέιντρ, την οποία μάλιστα δίδαξε και στον Όντιν. Η Φρέγια είναι η Θεά την οποία επικαλούνται οι ελεύθερες γυναίκες. Ενώ είναι Θεά της ομορφιάς, δεν εξαρτάται από κανέναν, όπως συμβαίνει με το στερεότυπο τόσων πολλών θεαινών της αγάπης, αλλά είναι ισχυρή και σκληρά ανεξάρτητη, όπως η Αφροδίτη του αρχαιοελληνικού πάνθεου. Είναι η μόνη Θεά ή Θεός που έχει την άδεια ως Φριγκ ή Φρίγκα –μεταγενέστερη μορφή της με περισσότερες παθητικές ιδιότητες- να κάθεται στον θρόνο του Όντιν. Λέγεται, επίσης, ότι γνωρίζει το μέλλον αλλά παραμένει σιωπηλή, ασκώντας έμμεσα την δύναμή της, όπως όλες οι γυναίκες του αρχαίου κόσμου.
Ο Λόκι ο Κατεργάρης, ο Μπάλντερ, που ταυτίστηκε εσφαλμένα με τον Ιησού, ο Τυρ, ο σημαντικός αρχαίος Θεός της δικαιοσύνης που αντικαταστάθηκε από τον Οντίν, ο Χέιμνταλ ο φύλακας της Ασγάρδης, ο Νιορντ ο Θεός της ναυσιπλοίας ή ο Μπράου ο Θεός των βάρδων είναι ελάσσονες Θεοί που συμπληρώνουν το σκανδιναβικό πάνθεο μιας θρησκείας, η οποία βρίσκει στον 21ο αιώνα το δρόμο της προς την αναγέννηση.
Τούτη η αναγέννηση είναι ενδεικτική κατά την άποψή της βαθιάς σύνδεσης των φυλετικών αρχετύπων με την συλλογική εξελικτική πορεία της φυλετικής κοινωνίας. Η Άσατρου δεν είναι καινοφανές φαινόμενο. Η ανθρώπινη κοινωνία στην εξελικτική της πορεία ανακυκλώνει τα αρχέτυπά της ανάλογα με τις ανάγκες του συλλογικού ασυνείδητου. Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν σε συγκεκριμένες περιόδους, ανάλογα με τις πιέσεις που ασκεί το συλλογικό ασυνείδητο προκειμένου να αυτοεξισορροπηθεί, να έρχονται στην επιφάνεια και διαφορετικές συλλογικές ανάγκες, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την θεώρηση της εσωτερικής μας ύπαρξης και των αναγκών μας για επικοινωνία με το θείο.
Σύμφωνα με τον Γιουνγκ οι αρχαίοι Θεοί στοιχειώνουν ακόμα τα όνειρά μας. Είτε είναι υποκειμενικές ανάγκες της ψυχής ή επιβιώσεις του συλλογικού ασυνείδητου, ενίοτε οι αρχαίοι Θεοί φαντάζουν πανίσχυροι και διεκδικούν το μερίδιό τους στην σύγχρονη, τεχνολογικά εξελιγμένη κοινωνία μας.
Η Άσατρου αποτελεί κομμάτι του νεοπαγανιστικού κινήματος που ξεκίνησε στην Σκανδιναβία, την Γερμανία, την Μ. Βρετανία αλλά και στην Αμερική τη δεκαετία του 1990. Στις σύγχρονες σκανδιναβικές γλώσσες η πίστη στους Αισίρους λέγεται Åsatru (Όσατρου) στα νορβηγικά, Asatro (Άσατρό) στα σουηδικά και στα δανέζικα, ενώ στα αρχαία αγγλικά ονομάζεται Ēsatrēowð.
Σήμερα οι οπαδοί της Άσατρου βρίσκονται σε όλο τον κόσμο, ενώ η ίδια η Άσατρου μαζί με τον Λουθηρανισμό είναι οι δύο αναγνωρισμένες κρατικές θρησκείες στην Ισλανδία.
Το φιλοσοφικό υπόβαθρο της Άσατρου αναγνωρίζει το θάρρος, την τιμή, την τιμιότητα, την φιλοξενία, την αυτάρκεια και την ανάληψη της ευθύνης, την εργατικότητα, την επιμονή στο στόχο, την δικαιοσύνη (μια έμφυτη αίσθηση της δικαιοσύνης και σεβασμού των άλλων), την πίστη στους φίλους και την κοινότητα και μια προθυμία για την επιδίωξη του ορθού.
Οι θεοί και οι θεές της Σκανδιναβίας ήταν γνωστοί συλλογικά ως Αίσιροι, δηλαδή «στυλοβάτες». Ως στυλοβάτες στήριζαν τον κόσμο και ήταν το επίκεντρο της οικογενειακής και φυλετικής δομής των φυλών του Βορρά. Οι ιστορίες τους βρίσκονται στην λογοτεχνία των Σκανδιναβών και των Γερμανών, καθώς και των σαξόνων κατακτητών της Αγγλίας.
Πολλές από τις ιστορίες, τα τραγούδια και τα ποιήματα των Σκανδιναβών διατηρήθηκαν στα ισλανδικά έπη, όπως επίσης και σε άλλα λογοτεχνικά κείμενα και λαογραφικά κατάλοιπα από την βόρεια Ευρώπη. Η Άσατρου προβάλλεται ως ιδιαίτερα σαμανική εθνική παράδοση για πολλούς, καθώς οι πιστοί της τιμούν επίσης τα προγονικά πνεύματα και εκείνα που ζουν στην γη, το νερό, τον αέρα και τα δάση. Υπάρχει μια ισχυρή έμφαση στην ατομική πνευματικότητα στην κοινότητα Άσατρου. Οι πιστοί διαμορφώνουν μικρές ομάδες, που συνήθως παίρνουν και διαφορετικά ονόματα, με κοινότερο το οίκος και εστία.
Οι Γιορτές
Οι Ασατρουάρ γιορτάζουν τέσσερις σημαντικές γιορτές κατά την διάρκεια των ισημεριών και των ηλιοστασίων, καθώς και δευτερεύουσες λατρείες μαζί με τις γιορτές της ενθύμησης. Η Γιούλ κατά την διάρκεια του χειμερινού ηλιοστασίου είναι η σημαντικότερη και γιορτάζεται με συναθροίσεις των φίλων και της οικογένειας. Η Βα γιορτάζεται κατά την στιγμή της εαρινής ισημερίας. Το Μεσοκαλόκαιρο γιορτάζεται στο καλοκαιρινό ηλιοστάσιο και είναι περίοδος συνάθροισης ομάδων σε εθνικό επίπεδο. Τέλος στην φθινοπωρινή ισημερία γιορτάζεται το Λάιντ, κατά την διάρκεια του οποίου συζητούνται διάφορες δουλειές και τελούνται θρησκευτικές λειτουργίες.
Εδώ χρειάζεται να παραθέσουμε κάποιες βασικές έννοιες-κλειδιά που θα μας δώσουν κάποια ιδέα για την πρακτική αυτής της θρησκείας:
«Μικρόκοσμος-Μακρόκοσμος»: Το σύνολο της δημιουργίας απεικονίζεται στο μικρότερο. Η πορεία του έτους αντανακλά την πορεία γης. Ο ήλιος αναγεννάται κατά τη διάρκεια του Μεσοχείμωνου και όλα τα φυτά γεννούνται την άνοιξη, για να πεθάνουν το φθινόπωρο. Αυτός ο κύκλος επαναλαμβάνεται κάθε έτος και έτσι θα γίνεται όσο υπάρχει ο κόσμος. Αυτή είναι και η ζωή του ανθρώπου. Γεννιέται, ωριμάζει και πεθαίνει σε έναν αέναο κύκλο επανάληψης των πραγμάτων. Αλλά η ζωή συνεχίζεται. Αυτή είναι η υπόσχεση που εκπληρώνεται κάθε φορά που γεννιέται ένα παιδί.
«Ο Κύκλος»: Η θρησκεία Άσατρου είναι βασισμένη στον αιώνιο κύκλο της φύσης. Όλα τα πράγματα ενδίδουν στις αρνητικές δυνάμεις στο τέλος, ακόμη και οι Θεοί. Ωστόσο ο άνθρωπος οφείλει να παλαίψει ακόμα κι αν αποδέχεται το πεπρωμένο του.
«Τελετουργία»: Οι σύγχρονοι παγανιστές φαίνεται πως έχουν το μάτι τους στραμμένο προς το παρελθόν, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον στη διαμόρφωση της τελετουργίας τους. Η κεντρική έμπνευση αντλείται από την Έντα, το βιβλίο των αρχαίων ποιημάτων που περιγράφει τις περιπέτειες των θεών και την τελική μάχη.
«Μπλοτ»: Τούτη η λέξη χρησιμοποιείται για όλες τις θρησκευτικές τελετές. Δείχνει την προσφορά και την ενίσχυση μέσω της αλληλεγγύης μεταξύ των Θεών και των ανθρώπων. «Εποχιακοί γιορτασμοί»: Καθορίζονται από το παλαιό ισλανδικό ημερολόγιο και τιμούν τη συνεχή δημιουργία μέσω μέσα από στάδια αυξανόμενης πολυπλοκότητας και υψηλότερης τάξης, από την πρωτόγονη αρχή ως τη σύνθετη τελική δημιουργία των μεγάλων Θεών.
«Η Έναρξη»: Η πρώτη γιορτή αναφέρεται στην δημιουργία της ύλης. Τελείται κατά το φθινόπωρο, δηλαδή στην αρχή του νέου έτους σύμφωνα με αρχαίους υπολογισμούς.
«Γιούλ»: Η δεύτερη γιορτή τελείται την 21 Δεκεμβρίου, κατά την διάρκεια της πιο σύντομης μέρας του έτους. Πρόκειται για μια υπενθύμιση της δημιουργίας του φωτός και της γέννησης του νέου ήλιου.
«Ζωή»: Η τρίτη μεγάλη τελετουργία αφορά στον γιορτασμό της ζωής την υψηλότερη μορφή της δημιουργίας. Οι Θεοί, τα ανθρώπινα όντα, η γη και όλα όσα ζουν διέπονται από μια αρχή και όλη η ζωή είναι ιερή.
«Το Κοινοβούλιο»: Η τέταρτη γιορτή είναι αφιερωμένη στο νόμο, τον πολιτισμό, την κοινωνία και άλλους κανόνες του κόσμου των ανθρώπων. Τούτη η τελετουργία διεξάγεται κατά τις 20 Ιουνίου, στην ημέρα έναρξης του Άλθινγκ, του παλαιού ισλανδικού Κοινοβούλιου.
«Η Ολοκλήρωση του Κύκλου»: Η πέμπτη γιορτή είναι μια ευχαριστία για τους καρπούς της γης. Υπενθυμίζει στους πιστούς το αναπόφευκτο τέλος της ζωής και όλης της δημιουργίας. Τούτη η γιορτή συμπίπτει με την πρώτη υποδεικύοντας την ανανέωση. Είναι η υπόσχεση που δίνεται στο ουράνιο τόξο, την γέφυρα μεταξύ των ανθρώπων και των Θεών. Όσο διαγράφεται στον ορίζοντα το ουράνιο τόξο, σύμφωνα με την αρχαία δοξασία, υπάρχει τάξη στον κόσμο.
«Η Γη»: Ο δρόμος τούτης της θρησκείας, όπως και άλλων παγανιστικών δοξασιών είναι οικολογικός. Οι πιστοί της αναμένεται να σέβονται την γη, ως μητέρα όλου του ανθρώπινου γένους.
Ο Ηθικός Κώδικας
Όπως είναι φυσικό, υπάρχει ένας ηθικός κώδικας, τον οποίο τα μέλη της σύγχρονης πλέον θρησκείας Άσατρου είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν. Σε αυτόν τον κώδικα μπορούμε να βρούμε ένα αμάλγαμα κοινωνικών, ηθικών και φιλοσοφικών απόψεων για την ζωή και τους κανόνες που πρέπει να τηρεί το άτομο, έτσι ώστε να υφίσταται ευταξία στην ανθρώπινη κοινωνία και τις σχέσεις της με τον περιβάλλοντα κόσμο.
Οι Ασατρουάρ, λοιπόν, βασίζουν την θρησκεία τους στην πίστη στους Αισίρους, μία από τις ομάδες Θεών της ισλανδικής μυθολογίας. Ωστόσο επιτρέπεται η λατρεία και άλλων όντων, καθώς ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος και απόλυτα υπεύθυνος για τις ενέργειές του.
Τα αγάλματα αφιερώνονται στους Θεούς, αλλά κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να τα λατρεύει. Κατά τον ίδιο τρόπο επιτρέπονται όλες οι μορφές λατρείες που υπακούν στον νόμο και την τάξη, ενώ υφίσταται η υπόσχεση τήρησης της θρησκείας και του πολιτισμού των προγόνων. Η Άσατρου είναι μια θρησκεία βασισμένη στην επιβίωση της φύσης, η οποία αποτελεί τμήμα της δημιουργίας των Θεών, ορατό στις ανθρώπινες αισθήσεις.
Οι Θεοί δεν έπλασαν τον κόσμο εκ του μηδενός, αλλά τον δημιούργησαν από την αιώνια ενέργεια του κόσμου, σύμφωνα με τους νόμους του παγκόσμιου δέντρου της ζωής του Υγκντράσιλ, της τέφρας. Ωστόσο, οι Θεοί δεν κυβερνούν τον κόσμο, αλλά υπόκεινται στους νόμους του, ακριβώς όπως και οι άνθρωποι. Η δημιουργία και η καταστροφή είναι μια ατελείωτη διαδικασία.
Η τελική δημιουργία δεν πραγματοποιήθηκε σε μια απόμακρη και ασαφή χρονολογικά αρχή, όπως συμβαίνει με την βιβλική παράδοση περί της γένεσης του κόσμου και έτσι δεν υπάρχει κανένα ξαφνικό τέλος. Η δημιουργία και η καταστροφή είναι ένας συνεχής κύκλος που συντηρεί το χρόνο και το διάστημα. Όλα τα πράγματα είναι παροδικά. Ο κόσμος, οι Θεοί, η γη και όλη η ανθρωπότητα υπόκεινται στον διαρκή κύκλο της ανανέωσης, αλλά ταυτόχρονα είναι μόνιμα μέσα στην παροδικότητά τους. Η αιωνιότητα διαμορφώνει μια σπείρα. Το σύμπαν αποκαθίσταται, αλλά δεν επαναλαμβάνεται ποτέ. Κάθε κύκλος είναι νέος, μοναδικός.
Οι Ασατρουάρ δεν λατρεύουν τους Θεούς.
Τους σέβονται και παίρνουν το μέρος τους στην αιώνια πάλη μεταξύ των Θεών και των γιγάντων. Το δέντρο της ζωής, η τέφρα, είναι ο άξονας του κόσμου. Σε αυτό το δέντρο ενώνονται όλα τα νήματα της ύπαρξης. Στην τέφρα είναι ενωμένα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, όπως επίσης η γέννηση, η ύπαρξη και ο θάνατος. Τέσσερα αρσενικά ελάφια δαγκώνουν τα φύλλα και τους καρπούς του Δέντρου της Ζωής. Κάθε ζωή είναι μόνο ένα φύλλο στο δέντρο της ζωής. Κάθε φύλλο που τρώγεται, ένας νέος οφθαλμός ανοίγεται. Με αυτόν τον τρόπο διατηρείται ο κόσμος. Το ένα γεγονός οδηγεί στο άλλο. Αυτή η υπόσχεση εκπληρώνεται κάθε φορά που γεννιέται ένα παιδί.
Όλη η ύπαρξη είναι μια αλληλεπίδραση δύο αντιθέτων, (Ηράκλειτος) των δημιουργικών δυνάμεων των Θεών και των αντιπάλων τους, της καταστρεπτικής ορδής των γιγάντων. Αυτή η αλληλεπίδραση δημιουργεί τον χρόνο και την ανθρώπινη συνείδηση και συνεπώς οι Ασατρουάρ έχουν την υποχρεώση να σέβονται τους Θεούς και το αριστούργημά τους, την ίδια την φύση.
Έχουν την υποχρέωση να σέβονται την μητέρα γη και να αντιμετωπίζουν με διάθεση οικονομίας τους πόρους της. Η αλόγιστη εκμετάλλευση της γης είναι λάθος, όπως και η ολοκληρωτική απάρνηση των πόρων που διαθέτει. Και οι δύο απόψεις τείνουν να ανατρέψουν την ισορροπία, γιατί όλα τα πράγματα είναι μέρος του αιώνιου κύκλου.
Τέλος οι Άσατρου πιστεύουν σε μια ζωή ενάρετη και σύμφωνη με τους δρόμους των Θεών. Σε τούτη την ενάρετη ζωή απαιτούνται εννέα αρετές, το θάρρος, η αλήθεια, η τιμή, η πίστη, η πειθαρχία, η φιλοξενία, η εργατικότητα, η αυτάρκεια και η αυτοσυγκράτηση.
Η φυλετική συγκρότηση των Ασατρουάρ
Η βασικότερη μονάδα της θρησκευτικής λατρείας Άσατρου είναι ο οίκος, στα πρότυπα της αρχαιοελληνικής οργάνωσης, με την στενότερη και την ευρύτερη έννοιά του. Στην προστασία του οίκου εκτός από τα βιολογικά μέλη του ανήκουν και οι συγγενείς κοντινοί ή μακρινοί. Οι οίκοι συναθροίζονται σε γένος έναν όρο που αποκτά πολλές και διαφορετικές σημασίες σε διαφορετικές ομάδες.
Ορισμένη γένη έχουν πολλά μέλη και λειτουργούν όπως οι εκκλησίες, ενώ άλλα έχουν περισσότερο το χαρακτήρα της στενής οικογενειακής οργάνωσης και προσπαθούν να κρατούν την μυστικότητά τους. Στην πραγματικότητα το γένος εδώ έχει την έννοια της μικρής φυλετικής ομάδας και αποτελείται από ανθρώπους που γνωρίζονται μεταξύ τους, συναντούνται και έχουν αίσθηση μιας οργανικής ομαδοποίησης.
Οι ιερείς της Άσατρου είναι γνωστοί ως Γκόθι (jere’as) ή Γκυθία (je’reja). Πρόκειται για τίτλους τιμητικούς, οι οποίοι δεν αντιπροσωπεύουν κάποιο ιδιαίτερο status δύναμης ή εξουσίας στην κοινωνική δομή των Ασατρουάρ. Ιερείς σε τούτη την κοινωνία είναι εκείνοι που επέλεξαν να αναλάβουν τις περισσότερες ευθύνες υπηρεσίας προς την κοινότητα, και δεν υπηρετούν κάποιο στόχο διαμεσότητας ανάμεσα στους ανθρώπους και τις θεϊκές δυνάμεις.
Οι Ασατρουάρ μπορούν να φτάσουν στην επίτευξη της επικοινωνίας με το θείο, ή να γιορτάσουν τις επίσημες τελετές χωρίς την παρουσία ιερέων. Οι Γκόθι στην αρχαία Σκανδιναβία αφιερώνονταν συνήθως σε ένα Θεό μόνο, χάριν του οποίου διαμορφωνόταν και το όνομά τους. Το Θορσγκόθι, για παράδειγμα, κοινό όνομα στις μέρες μας σημαίνει απλά ιερέας του Θωρ. Τούτη η αφιέρωση σε ένα Θεό ή μια Θεά ήταν συνήθως τμήμα της κληρονομιάς του οίκου και περνούσε από γενιά σε γενιά.
Οι Θεοί της Άσατρου
Οι αρχαίοι Σκανδιναβοί θεωρούσαν ότι υπήρχαν τρεις φυλές των Θεών, οι Άισιροι, οι Βάνιροι και οι Γιότναρ. Οι Αίσιροι είναι εκείνα τα όντα που αναφέρονται συχνότερα στην αρχαία λογοτεχνία ως Θεοί. Στην πραγματικότητα είναι οι Θεοί της κοινωνίας, οι προστάτες του οίκου της τέχνης κ.λπ. Οι Βάνιροι συνδέονται περισσότερο με την γη και αντιπροσωπεύουν την γονιμότητα του εδάφους και των φυσικών δυνάμεων που βοηθούν την ανθρωπότητα.
Στις αρχαίες εποχές έγινε μεγάλος πόλεμος μεταξύ των Αισίρων και των Βανίρων, αλλά τούτος ο πόλεμος έληξε με την αποκατάσταση του Βανίρων Θεών Φρέι, της Φρέγια και του Νιορντ στον τόπο των Αισίρων και την σφράγιση της ειρήνης. Οι Τζότναρ είναι μια τρίτη φυλή θεών σε διαρκή πόλεμο με τους Αισίρους.
Τζότναρ δεν αποκαλούνται ποτέ Θεοί, αλλά μάλλον αναφέρονται ως γίγαντες. Αντιπροσωπεύουν τις φυσικές δυνάμεις της καταστροφής δεδομένου ότι οι Αίσιροι αντιπροσωπεύουν τις δυνάμεις της τάξης και της σύνθεσης. Ακριβώς όπως η πυρκαγιά με τον πάγο διαμόρφωσαν τον κόσμο, έτσι και τούτη η δημιουργική αλληλεπίδραση του χάους και της τάξης διατηρούν την ισορροπία του κόσμου. Στο τέλος οι δύο πλευρές θα συναντηθούν στην μεγάλη μάχη του Ράγκναροκ και ο κόσμος θα καταστραφεί, για να γεννηθεί από την αρχή.
Είναι πολύ σημαντικό για τους Ασατρουάρ το γεγονός ότι αντιλαμβάνονται τους Θεούς ως πραγματικά και ζωντανά όντα. Δεν είναι απλές προσωποποιήσεις των φυσικών δυνάμεων, ούτε είναι γιουνγκιανά αρχέτυπα που ενοικούν μόνο στο ανθρώπινο ασυνείδητο -αν και το έργο του Γιουνγκ είναι το μόνο που μπορεί να δείξει το δυναμισμό τους και την αληθινή φύση τους ως ζωντανά όντα. Δεν είναι επίσης μαγικά σύμβολα που προσφέρονται για οποιουδήποτε είδους χειρισμό, ούτε αποτιμώνται προς πώληση. Οι Θεοί θεωρούνται ζώντα όντα που προσφέρουν οφέλη στους φίλους και τους σύντροφούς τους, τους ανθρώπους. Αυτός είναι ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο οι Ασατρουάρ αντιμετωπίζουν τους Θεούς τους με ιδιαίτερο σεβασμό.
Οι τρεις σημαντικότεροι Θεοί στην ιστορία αυτής της θρησκείας θεωρήθηκαν ο Όντιν, ο Θωρ και ο Φρέι. Ήταν οι θεότητες των οποίων αγάλματα στήθηκαν στον βωμό του ναού στην Ουψάλα. Βέβαια θεωρούνται σημαντικότεροι εξαιτίας αυτού που αντιπροσωπεύουν. Ο μυθολόγος Ζωρζ Ντουμεζίλ συνέδεσε αυτές τις τρεις θεότητες με τις τρεις κατηγορίες του ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού, τους βασιλείς, τους πολεμιστές και τους αγρότες. Αν και η ταξινόμηση δεν είναι ακριβής, είναι πιθανώς αλήθεια ότι αυτές οι τρεις θεότητες συμβόλισαν τις διάφορες πτυχές της ζωής και του πολιτισμού των Σκανδιναβών και οι περισσότεροι ανακάλυψαν σε κάποια από τις θεότητες αυτού του θεϊκού τριγώνου μια βιωματική εμπειρία της ζωής τους.
Ο Όντιν είναι ο Πατέρας, που αναφέρεται σήμερα ως Θεός του πολέμου και της μαινόμενης οργής των Βίκινγκ. Εντούτοις, έχει άλλες πτυχές που είναι εξίσου ισχυρές ή ισχυρότερες. Στις Έντα είναι ο ηγέτης των Θεών, αλλά τούτη την θέση οι περισσότεροι από τους γερμανικούς λαούς απέδωσαν στον Τυρ. Είναι πιθανό ότι Όντιν έγινε κυβερνήτης των Θεών μόνο κατά την διάρκεια της εποχής των Βίκινγκς, όταν ήταν απαραίτητος ένας Θεός του πολέμου παρά ο Θεός της δικαιοσύνης.
Όντας ο Πατέρας Όλων, πιθανώς η θέση του βρισκόταν στην κορυφή της οικογένειας μάλλον, παρά της δικαιοσύνης. Επιπλέον είναι Θεός της υπέρτατης φρόνησης και σε σχέση με αυτήν Θεός της μαγείας. Είναι ο Θεός των ρούνων, του μαγικού αλφάβητου που κρατά τα μυστήρια του κόσμου όλου. Στην Αγγλία, όπου είναι γνωστός ως Γουόντεν, είναι ένας γκριζοντυμένος περιπλανώμενος μάγος, (η έμπνευση για τον Γκάνταλφ του Τόλκιν), που ταξιδεύει την χώρα συνήθως μόνος, και ερευνά το έδαφός της. Ο Όντιν είναι επίσης Θεός των νεκρών και κατέχει πολλά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα άλλων αρχαίων σκανδιναβικών θεοτήτων, τις οποίες απορρόφησε σταδιακά.
Ο Θωρ είναι ο πιο γνωστός από τους Θεούς των Σκανδιναβών. Είναι απλός Θεός, ο προστάτης των αγροτών. Ο Θωρ είναι περισσότερο γνωστός ως περιπλανώμενος σε αναζήτηση της περιπέτειας. Μόνιμη απασχόλησή του ήταν η ανακάλυψη και η θανάτωση γιγάντων ή άλλων τεράτων. Κατέχει τεράστια δύναμη και το σφυρί Μγιόλνιρ, το οποίο κατασκευάστηκε ειδικά για αυτόν από τους νάνους.
Το Μγιόλνιρ θεωρείται ο μέγιστος θησαυρός των Θεών καθώς τους προστατεύει από τις δυνάμεις των Τζότναρ. Χρησιμοποιώντας το Μγιόλνιρ ο Θωρ είναι πολεμιστής, αλλά είναι εκείνο το είδος του πολεμιστή που καλείται για να υπερασπίσει το έδαφός του. Αγαπά την μάχη, όχι όμως όπως ο καβγατζής Όντιν, ούτε έχει κάποιον ισχυρό κώδικα της τιμής όπως αυτός του Τυρ. Συνδέεται, επίσης, με την βροντή και είναι επίσης ο Θεός της βροχής και της θύελλας.
Είναι σημαντικό να σημειώσουμε εδώ όμως ότι δεν είναι ο Θεός της καταστροφικής θύελλας. Από την φύση του είναι ωφέλιμος για την αγροτική κοινωνία και συνεπώς δεν θα μπορούσε να κατέχει δυνάμεις καταστροφικές σε αυτόν τον τομέα. Η θύελλά του είναι θύελλα που ανανεώνει το έδαφος και βοηθά στην μετανάστευση των σπόρων. Γενικά, ήταν ο αγαπημένος Θεός των αγροτών που εποίκησαν τα γερμανικά εδάφη.
Ο Φρέι με την σειρά του είναι Θεός της ειρήνης και της γονιμότητας. Εάν ο Θωρ είναι Θεός των αγροτών, ο Φρέι είναι Θεός της συγκομιδής. Είναι Βάνιρος, αλλά ζει με τους Αισίρους για να εξασφαλίσει την ειρήνη μεταξύ των θεϊκών ομάδων. Το σύμβολό του είναι ο πρίαππος και οι ευλογίες του αναζητούνται στην σπορά και άλλες σημαντικές γεωργικές γιορτές.
Η λέξη “φρέι” σημαίνει “Κύριος” και είναι αβέβαιο αν είναι αυτό το θεϊκό του όνομα ή ο τίτλος του. Είναι επίσης γνωστός ως Ινγκ ή Ίνγκβι και έτσι πολλές φορές αποκαλείται Φρέι Ίνγκβι, δηλαδή Κύριος Ίνγκβι, γνωστός πολύ περισσότερο από τον Φρέι, δεδομένου ότι λίγοι μύθοι έχουν επιζήσει που να μας δίνουν οποιαδήποτε πληροφορία για τον χαρακτήρα του.
Όσο είναι Θεός της γονιμότητας, είναι επίσης Θεός της ειρήνης και ως Ινγκ είναι εκείνος που έφερε και προστάτευε την χρυσή εποχή της ειρήνης και της ευημερίας στην αρχαία Δανία. Τα άλογα συνδέονται συμβολικά με τον Φρέι, πιθανώς εξαιτίας του συσχετισμού τους με την γονιμότητα. Εξίσου, όμως συνδέεται μαζί του και η Φρέγια η αδελφή του, η οποία χρησιμοποιείται σήμερα αντί του Φρέι στον κεντρικό βωμό των Ασατρουάρ.
Η Φρέγια, λοιπόν, είναι η σημαντικότερη των θεαινών, η τουλάχιστον η Θεά την οποία εμείς γνωρίζουμε σήμερα περισσότερο από τις άλλες, ως επιβίωση μιας πανάρχαιας μητριαρχίας στο χώρο εξάπλωσης των ινδοευρωπαϊκών φύλων. Είναι η αδελφή του Φρέι και στάλθηκε μαζί του να ζήσει με τους Αισίρους προκειμένου να σφραγιστεί μια συμφωνία ειρήνης. Η Φρέγια είναι Θεά με δύο ευδιάκριτες πλευρές. Κατ’ αρχήν είναι η Θεά της αγάπης και της ομορφιάς και κατόπιν Θεά του πολέμου, που μοιράζεται την μάχη με τον Όντιν.
Αντίθετα από το σύγχρονο πολιτισμό μας, οι αρχαίοι φαίνεται πως δεν έβλεπαν κάποια αντίφαση στο γεγονός. Ήταν επίσης μάγισσα που ασκούσε την σαμανική μαγεία, γνωστή ως Σέιντρ, την οποία μάλιστα δίδαξε και στον Όντιν. Η Φρέγια είναι η Θεά την οποία επικαλούνται οι ελεύθερες γυναίκες. Ενώ είναι Θεά της ομορφιάς, δεν εξαρτάται από κανέναν, όπως συμβαίνει με το στερεότυπο τόσων πολλών θεαινών της αγάπης, αλλά είναι ισχυρή και σκληρά ανεξάρτητη, όπως η Αφροδίτη του αρχαιοελληνικού πάνθεου. Είναι η μόνη Θεά ή Θεός που έχει την άδεια ως Φριγκ ή Φρίγκα –μεταγενέστερη μορφή της με περισσότερες παθητικές ιδιότητες- να κάθεται στον θρόνο του Όντιν. Λέγεται, επίσης, ότι γνωρίζει το μέλλον αλλά παραμένει σιωπηλή, ασκώντας έμμεσα την δύναμή της, όπως όλες οι γυναίκες του αρχαίου κόσμου.
Ο Λόκι ο Κατεργάρης, ο Μπάλντερ, που ταυτίστηκε εσφαλμένα με τον Ιησού, ο Τυρ, ο σημαντικός αρχαίος Θεός της δικαιοσύνης που αντικαταστάθηκε από τον Οντίν, ο Χέιμνταλ ο φύλακας της Ασγάρδης, ο Νιορντ ο Θεός της ναυσιπλοίας ή ο Μπράου ο Θεός των βάρδων είναι ελάσσονες Θεοί που συμπληρώνουν το σκανδιναβικό πάνθεο μιας θρησκείας, η οποία βρίσκει στον 21ο αιώνα το δρόμο της προς την αναγέννηση.
Τούτη η αναγέννηση είναι ενδεικτική κατά την άποψή της βαθιάς σύνδεσης των φυλετικών αρχετύπων με την συλλογική εξελικτική πορεία της φυλετικής κοινωνίας. Η Άσατρου δεν είναι καινοφανές φαινόμενο. Η ανθρώπινη κοινωνία στην εξελικτική της πορεία ανακυκλώνει τα αρχέτυπά της ανάλογα με τις ανάγκες του συλλογικού ασυνείδητου. Με αυτόν τον τρόπο είναι δυνατόν σε συγκεκριμένες περιόδους, ανάλογα με τις πιέσεις που ασκεί το συλλογικό ασυνείδητο προκειμένου να αυτοεξισορροπηθεί, να έρχονται στην επιφάνεια και διαφορετικές συλλογικές ανάγκες, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την θεώρηση της εσωτερικής μας ύπαρξης και των αναγκών μας για επικοινωνία με το θείο.
Σύμφωνα με τον Γιουνγκ οι αρχαίοι Θεοί στοιχειώνουν ακόμα τα όνειρά μας. Είτε είναι υποκειμενικές ανάγκες της ψυχής ή επιβιώσεις του συλλογικού ασυνείδητου, ενίοτε οι αρχαίοι Θεοί φαντάζουν πανίσχυροι και διεκδικούν το μερίδιό τους στην σύγχρονη, τεχνολογικά εξελιγμένη κοινωνία μας.
Ο αέναος χορός των πραγμάτων
Ως κενό στη Φυσική ορίζεται η απόλυτη απουσία της ύλης από ένα σημείο του χώρου.
Αν βουτήξουμε μέσα στο μικρόκοσμο θα ανακαλύψουμε, σύμφωνα πάντα με τη Φυσική, ότι δεν υπάρχει απολύτως τίποτα το χειροπιαστό ή αντιληπτό από τις αισθήσεις και τα όργανα μέτρησης. Αυτό που φαίνεται να υπάρχει, είναι όπως λένε, το “τίποτα που χορεύει”.
Από την άλλη μεριά, στον μακρόκοσμο, δηλαδή στο παρατηρούμενο Σύμπαν, είναι αδύνατο να δημιουργηθούν συνθήκες πλήρους κενού παρά μόνο κάτι που πλησιάζει σε αυτό τον ορισμό.
Εκεί δηλαδή που πάμε να αναζητήσουμε την καρδιά της ύλης, βρίσκουμε το τίποτα και εκεί που αναζητάμε το τίποτα, βρίσκουμε την ύλη. Είναι πραγματικά μαγικό. Η ιδιοφυία των νόμων του Σύμπαντος είναι λες και είναι άπειρη με μαθηματικούς όρους, αιώνια και τέλεια. Όλα κάνουν ένα κύκλο και συνδέουν πάλι το τέλος με την αρχή.
Αυτό που βρίσκουμε όμως στο κέντρο αυτού του κύκλου, είναι μία αίσθηση ρυθμού. Πρόκειται για έναν αρχέγονο ρυθμό που σχετίζεται με την ύπαρξη του Χρόνου.
Εμείς οι άνθρωποι τον μετράμε αυτόν τον ρυθμό με πολλές μεθόδους. Αρχικά με την ημερήσια περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της που καθορίζει τη μέρα και τη νύχτα. Ύστερα από την ετήσια περιστροφή της Γης γύρω από τον Ήλιο. Και από τότε που ανακαλύφθηκαν τα ρολόγια, σπάσαμε αυτές τις μετρήσεις σε υποδιαιρέσεις μηνών, εβδομάδων, ωρών, λεπτών, δευτερολέπτων και ούτω καθεξής.
Χωρίς το Χρόνο, η περιοδικότητα θα ήταν αδύνατη και όλα τα φαινόμενα θα έπαυαν να εξελίσσονται.
Φαίνεται μέσα στην περιοδικότητα να κρύβονται πολλά μυστικά. Από την περιοδική ταλάντωση των ατόμων μέχρι την περιοδική περιστροφή ενός αστέρα νετρονίων, από τον κύκλο ζωής των φυτών και των ζώων μέχρι την περιοδική κίνηση των γαλαξιακών σμηνών μοιάζει σαν να χορεύουμε όλοι στον ίδιο ρυθμό. Κι όλα γίνονται για να ξαναβυθιστεί το τέλος μέσα στην αρχή. Μοιάζει η ύλη να είναι η ακούραστη χορεύτρια με τα χιλιάδες πρόσωπα και ο χώρος η σκηνή. Μοιάζει ο χρόνος να είναι το αόρατο πεντάγραμμο και τα φαινόμενα οι άηχες νότες.
Όσο κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε πλήρως, ο μόνος τρόπος να μετράμε το χρόνο είναι η περιοδικότητα που εμφανίζουν τα φαινόμενα όπως οι εποχές. Τα φαινόμενα είναι, όπως είπαμε, το Συμπαντικό τραγούδι που μας επιτρέπει να γίνουμε κι εμείς μέρος αυτού του αέναου χορού.
Εμείς από την πλευρά μας, οφείλουμε να στεκόμαστε με δέος απέναντι στο σύνολο αυτού του έργου και με ευγνωμοσύνη να λάβουμε το δώρο αυτού του μικρού ρόλου που μας δόθηκε χωρίς να φαλτσάρουμε, παρά αποδίδοντας έναν άξιο χορό στο δημιουργό μας.
Αν βουτήξουμε μέσα στο μικρόκοσμο θα ανακαλύψουμε, σύμφωνα πάντα με τη Φυσική, ότι δεν υπάρχει απολύτως τίποτα το χειροπιαστό ή αντιληπτό από τις αισθήσεις και τα όργανα μέτρησης. Αυτό που φαίνεται να υπάρχει, είναι όπως λένε, το “τίποτα που χορεύει”.
Από την άλλη μεριά, στον μακρόκοσμο, δηλαδή στο παρατηρούμενο Σύμπαν, είναι αδύνατο να δημιουργηθούν συνθήκες πλήρους κενού παρά μόνο κάτι που πλησιάζει σε αυτό τον ορισμό.
Εκεί δηλαδή που πάμε να αναζητήσουμε την καρδιά της ύλης, βρίσκουμε το τίποτα και εκεί που αναζητάμε το τίποτα, βρίσκουμε την ύλη. Είναι πραγματικά μαγικό. Η ιδιοφυία των νόμων του Σύμπαντος είναι λες και είναι άπειρη με μαθηματικούς όρους, αιώνια και τέλεια. Όλα κάνουν ένα κύκλο και συνδέουν πάλι το τέλος με την αρχή.
Αυτό που βρίσκουμε όμως στο κέντρο αυτού του κύκλου, είναι μία αίσθηση ρυθμού. Πρόκειται για έναν αρχέγονο ρυθμό που σχετίζεται με την ύπαρξη του Χρόνου.
Εμείς οι άνθρωποι τον μετράμε αυτόν τον ρυθμό με πολλές μεθόδους. Αρχικά με την ημερήσια περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονά της που καθορίζει τη μέρα και τη νύχτα. Ύστερα από την ετήσια περιστροφή της Γης γύρω από τον Ήλιο. Και από τότε που ανακαλύφθηκαν τα ρολόγια, σπάσαμε αυτές τις μετρήσεις σε υποδιαιρέσεις μηνών, εβδομάδων, ωρών, λεπτών, δευτερολέπτων και ούτω καθεξής.
Χωρίς το Χρόνο, η περιοδικότητα θα ήταν αδύνατη και όλα τα φαινόμενα θα έπαυαν να εξελίσσονται.
Φαίνεται μέσα στην περιοδικότητα να κρύβονται πολλά μυστικά. Από την περιοδική ταλάντωση των ατόμων μέχρι την περιοδική περιστροφή ενός αστέρα νετρονίων, από τον κύκλο ζωής των φυτών και των ζώων μέχρι την περιοδική κίνηση των γαλαξιακών σμηνών μοιάζει σαν να χορεύουμε όλοι στον ίδιο ρυθμό. Κι όλα γίνονται για να ξαναβυθιστεί το τέλος μέσα στην αρχή. Μοιάζει η ύλη να είναι η ακούραστη χορεύτρια με τα χιλιάδες πρόσωπα και ο χώρος η σκηνή. Μοιάζει ο χρόνος να είναι το αόρατο πεντάγραμμο και τα φαινόμενα οι άηχες νότες.
Όσο κι αν δεν το αντιλαμβανόμαστε πλήρως, ο μόνος τρόπος να μετράμε το χρόνο είναι η περιοδικότητα που εμφανίζουν τα φαινόμενα όπως οι εποχές. Τα φαινόμενα είναι, όπως είπαμε, το Συμπαντικό τραγούδι που μας επιτρέπει να γίνουμε κι εμείς μέρος αυτού του αέναου χορού.
Εμείς από την πλευρά μας, οφείλουμε να στεκόμαστε με δέος απέναντι στο σύνολο αυτού του έργου και με ευγνωμοσύνη να λάβουμε το δώρο αυτού του μικρού ρόλου που μας δόθηκε χωρίς να φαλτσάρουμε, παρά αποδίδοντας έναν άξιο χορό στο δημιουργό μας.
Ο Αθεϊσμός στην Κλασική Ελλάδα
«Οι οπαδοί των νεράιδων δεν χτυπάνε την πόρτα σου για να σε προσηλυτίσουν. Δεν απαιτούν να διδάσκεται η ψευτοεπιστήμη τους στα σχολεία. Δεν καταδικάζουν σε θάνατο οπαδούς άλλων νεράιδων. Δεν ισχυρίζονται ότι οι ηθικοί κανόνες βγαίνουν από τις τελετές των νεράιδων και ότι χωρίς νεράιδες θα είχαμε συνουσίες στους δρόμους, καθώς και την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Δεν λένε ότι οι νεράιδες έφτιαξαν τον κόσμο και ως εκ τούτου πρέπει να κλίνουμε το γόνυ στον Μεγάλο Αδελφό των νεράιδων. Ούτε λένε ότι η νεράιδα θα σε διατάξει να σκοτώσεις την αδελφή σου, αν την δουν να κυκλοφορεί δημόσια με κάποιον που δεν είναι ο αδελφός της. Νομίζω λοιπόν ότι ισχύει αυτό που ο ποιητής Σέλλεϋ αποκαλούσε αναγκαιότητα του αθεϊσμού. Αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πάρεις θέση. Είτε αποδίδεις την παρουσία σου εδώ στους νόμους της βιολογίας και της φυσικής είτε την αποδίδεις σε ένα θείο σχέδιο. (Μπορείς να διακρίνεις τον φίλο από τον εχθρό από το πως απαντούν σε αυτό το αναπόδραστο ερώτημα και από το πώς αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις του.) Ωστόσο, όπως και οι πιστοί, άπαξ και αποφασίσουμε, έχουμε ακόμη πολλή δουλειά μπροστά μας».
Κρίστοφερ Χίτσενς «Η Βίβλος του Αθεου»
***
Ο αθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα εμφανίστηκε τον πέμπτο αιώνα π.κ.ε. παράλληλα με την ανάπτυξη των υλιστικών φιλοσόφων. Παρόλο που μετά απο στρατιωτικές αποτυχίες λήφθηκαν μέτρα εναντίον του, άνθισε περαιτέρω κατά την Ελληνιστική περίοδο. Σε αντίθεση όμως με την κλασσική περίοδο όπου ο αθεϊσμός εκφραζόταν συνήθως ως θετικός ή ριζοσπαστικός, κατά την επόμενη περίοδο επικράτησε ο αρνητικός αθεϊσμός.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν ούτε Βίβλο ούτε συστηματική θεολογία. Δεν υπήρχε κανένας προκαθορισμένος τρόπος του πώς να φαντάζεται κανείς τους Θεούς, άρα δεν υπήρχε πραγματικό πρόβλημα με το να τους φαντάζεται ότι δεν υπήρχαν. Η μεγάλη εξαίρεση ήταν η Αθήνα στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.κ.ε. όταν νομοθεσία κατά της αθεΐας φαίνεται ότι εισήχθη για πολιτικούς λόγους, δηλαδή, με σκοπό να στραφεί κατά του κύκλου διανοητών που περιστοίχιζε τον Περικλή, συνεπώς κατά του ίδιου του Περικλή.
O αθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα εμφανίστηκε στα τέλη του πέμπτου αιώνα παράλληλα με την ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Οι φιλόσοφοι τότε αναζητούσαν τη φύση του κόσμου, αναζητούσαν δηλαδή το βασικό υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένος ο κόσμος· οδηγήθηκαν έτσι αρκετά κοντά στην άποψη πως η φύση ήταν ο Θεός, πλησιάζοντας δηλαδή τον πανθεϊσμό. Ενα πανθεϊσμό, όμως, ο οποίος ήταν πιο κοντα στον υλισμό παρά τον ιδεαλισμό.
Αρκετοί φιλόσοφοι ανέπτυξαν ιδέες που προσέγγισαν τον Αθεϊσμό ή ήταν ξεκάθαρα αυτό που θα λέγαμε σήμερα αγνωστικιστές, ωστόσο ποτέ δεν αναπτύχθηκαν σε σημαντικό αριθμό, οι αθεϊστές στην αρχαία Ελλάδα αποτελούσαν μειοψηφία.
O Πρωταγόρας ήταν ένας από τους πρώτους που αμφισβήτησαν την ύπαρξη Θεών, ενώ ακολούθησαν οι Ξενοφάνης και Αναξαγόρας. Ο Αναξαγόρας διατύπωσε την θέση πως ο Ήλιος είναι μια πύρινη λάβα, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τη διαδεδομένη στην Αθήνα τότε θέση πως ο Ήλιος ήταν Θεός. Η καινοφανής αυτή άποψη σχολιάστηκε από τους δραματουργούς της εποχής.
Ο πιο ξακουστός σοφιστής ήταν ο Πρωταγόρας (480-412), από τα Άβδηρα της Θράκης, σύγχρονος του Δημόκριτου. Έγραψε πολλά συγγράμματα, αλλά το σπουδαιότερό του είναι το «Περί θεών». Από το έργο αυτό σώζονται μόνον ο τίτλος και η αρχή.«Περί μέν θεών ουκ έχω ειδέναι – λέει – ουθ’ ως εισίν ούθ ως ουκ εισίν, ουθ’ οποίοι τινές ιδέαν. πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι ή τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου». Diels Frag. 74.B.4. Από την φράση αυτή πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τον Πρωταγόρα σαν αγνωστικιστή. Κατά την γνώμη μας μια τέτοια άποψη είναι παρακινδυνευμένη.
Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο του υπόλοιπου έργου του, συνεπώς δεν γνωρίζουμε τι έλεγε για τους θεούς και την θρησκεία στην συνέχεια του βιβλίου του. Η παραπάνω φράση μπορεί επίσης να εκληφθεί και σαν μία ειρωνική, λεπτοδουλεμένη, παρατήρηση. Και έτσι, όμως, ακόμη, σαν αγνωστικιστή δηλαδή να τον δούμε, ήταν μία τολμηρή κίνηση από την πλευρά του Πρωταγόρα, ο οποίος ήξερε ότι περιβάλλεται από πολλούς εχθρούς, οι οποίοι δεν θα έχαναν την ευκαιρία προκειμένου να τον χτυπήσουν. Η αντιθρησκευτική του δράση πρέπει να ήταν πολύ έντονη και καίρια, κλόνιζε στην κυριολεξία τα θεμέλια της θρησκείας, κι αυτό είχε προκαλέσει το μίσος και την εχθρότητα των κρατούντων. Ο Πυθόδωρος του Πολύζηλου, ένας από τους Τετρακόσιους, τον κατηγόρησε για άθεο και ασεβή. Το βιβλίο του κάηκε δημόσια και ο ίδιος καταδικάστηκε σε θάνατο.
Για το τέλος του οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες. Αλλοι λένε ότι η ποινή εκτελέστηκε. Άλλοι πάλι ότι ο Πρωταγόρας πνίγηκε όταν το πλοίο στο οποίο επέβαινε προκειμένου να δραπετεύσει στην Σικελία ναυάγησε. Ο Πλάτων στον Μένωνα βάζει τον Σωκράτη να λέει ότι ο Πρωταγόρας γνώρισε τιμές μέχρι το τέλος της ζωής του, υπονοώντας ότι ο Αβδηρίτης φιλόσοφος πέθανε από φυσικά αίτια. Ο καταδικασμένος για αθεΐα δεν είχε ούτε δικαίωμα ούτε την δυνατότητα να «εφεσιβάλλει» την καταδικαστική απόφαση. Αυτή ήταν άμεσα εκτελεστή. Οι άλλες ιστορίες φαίνεται να είναι επινοήσεις προκειμένου να αποσείσουν από πάνω τους το άγος της καταδίκης ενός τόσο μεγάλου ανδρός αυτοί που τον είχαν καταδικάσει.
Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές (Gomperz I. 467) οι παρακάτω στίχοι του Ευριπίδη «έκανετ’ εκάνετε τάν πάνσοφον ω Δαναοί ταν ουδεν αλγύνουσαν αηδόνα μούσαν», δεν υπονούσαν τον Σωκράτη, όπως πιστεύονταν, αλλά τον Πρωταγόρα, με τον οποίο άλλωστε ο Ευριπίδης είχε περισσότερες φιλοσοφικές συγγένειες σε σχέση με τον Σωκράτη.
Άλλος γνωστός σοφιστής, ονομαστός για την ρητορική του δεινότητα, ήταν ο Γοργίας. Οπαδός της Ελεατικής Σχολής, αρνιόταν τον γύρω του κόσμο (φύση) και έμμεσα κατέληγε στην άρνηση και των Θεών. Η παράδοση λέει πως έγραψε και βιβλίο, το «περί φύσεως». Τίποτε, όμως, το θετικό δεν είναι γνωστό. Το μόνο που σίγουρα ξέρουμε είναι ότι στην Αθήνα και σ’ άλλες πόλεις τιμήθηκε υπερβολικά. Έτσι, μάλλον αποκλείεται η φανερή του ασέβεια, τουλάχιστον στα χρόνια που έκανε τον δάσκαλο της ρητορικής.
Την ίδια εποχή εμφανίστηκε και η κριτική στον ανθρωπομορφισμό της θρησκείας. Ο Ξενοφάνης ο Κολωφώνιος σχολίασε πως «αν τα άλογα και τα βόδια είχαν τα χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν οι θεοί τους θα έμοιαζαν πολύ με άλογα και βόδια». Ξεκάθαρο αγνωστικισμό έδειξε ο Πρωταγόρας τονίζοντας πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξέρουν την πραγματική φύση και την ύπαρξη των Θεών.
Ο Πρόδικος ο Κείος τον 5ο αιώνα π.κ.ε. προσέφερε μια θεωρία δυο σταδίων για να εξηγήσει τον πολυθεϊσμό. Αρχικά οι άνθρωποι ονόμασαν τα στοιχεία της φύσης Θεούς, κινούμενοι από την ευγνωμοσύνη τους προς την φύση (π.χ τα ποτάμια, τον ήλιο κτλ). Αργότερα, όταν έμαθαν να καλλιεργούν την γη, οδηγήθηκαν στον πολυθεϊσμό, πάλι ως έκφραση της ευγνωμοσύνης (για παράδειγμα θεοποίησαν την Δήμητρα για την γεωργία, τον Διόνυσο για το κρασί κτλ).
Ο Πρόδικος ακολουθεί μία καθαρά ιστορική βάση στην θρησκειολογική του έρευνα. Δεν πιστεύει πως υπάρχουν έξω από τον φυσικό κόσμο και πάνω απ’ αυτόν άλλες δυνάμεις. Οι Θεοί δεν είναι έξω από τον χρόνο και τον τόπο, δεν είναι υπερφυσικά όντα. Είναι ιστορικά προϊόντα, έχουν δηλαδή καθαρά ιστορική προέλευση. Έτσι ο Πρόδικος άνοιξε διάπλατα τον δρόμο της ιστορικής έρευνας και κριτικής της θρησκείας. Χωρίς να θίξει το μεταφυσικό σκέλος της θρησκείας «κατέβασε τους Θεούς από τα σύννεφα της μεταφυσικής και τους κάθισε στο σκαμνί της κριτικής». Η κριτική, όμως, αυτή ήταν ακίνδυνη για τους κρατούντες. Και ήταν ακίνδυνη, γιατί είχε καθαρά θεωρητική μορφή.
Δεν έθιγε το ζήτημα της ύπαρξης των Θεών, αλλά ερμήνευε θεωρητικά την καταγωγή του θρησκευτικού συναισθήματος. Η διδασκαλία του στην λεκτική της διατύπωση δεν ήταν πολεμική και επαναστατική, γι’ αυτό ίσως είχε και μερικές συμπάθειες από διανοούμενους της εποχής του, όπως τον Ξενοφώντα και τον Περσαίο, που αν και θρήσκοι συμπαθούσαν την διδασκαλία του. Ο Πρόδικος στην έρευνά του δεν μπόρεσε να προχωρήσει πιο πέρα από την εποχή που επικρατούσε η θεοποίηση των φυσικών δυνάμεων (λατρεία της φύσεως). Ωστόσο, όμως, η κριτική του, έστω και μέσα στα χρονικά όρια της θρησκευτικής φυσιολατρείας, ήταν απόλυτα σωστή, και από την άποψη αυτή έχει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί στέκει μακριά από κάθε ιδεαλιστική προσέγγιση.
Ο γνωστός τραγωδός Ευριπίδης, πέρασε απο δίκη για τον αθεϊσμό που περιέγραψε στην τραγωδία του Βελλεροφών.
Σε αυτή την περίοδο ιδιαίτερα γνωστοί για την αθεΐα τους ήταν ο Διαγόρας της Μήλου και ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος.
Σύμφωνα με την γραπτή παράδοση ο Ξενοφάνης (580-484) αναφέρεται σαν ο πρώτος που πολέμησε την θρησκοληψία. Μάλιστα θεωρείται ο πρώτος που διατύπωσε την άποψη ότι κάθε αντίληψη για την ύπαρξη και την παράσταση των Θεών είναι ανθρωπομορφική. Προηγήθηκε, έτσι, κατά μερικούς αιώνες του Ludwig Feuerbach, που είπε το γνωστό: «κάθε ιδέα για τον Θεό ή το Θείο είναι ανθρωπομορφισμός». Όπως έγραψε ο Ξενοφάνης:
«Οι θνητοί νομίζουν ότι οι Θεοί στο σώμα, στην γλώσσα και στα ρούχα μοιάζουν με τους ανθρώπους. Εάν τα βόδια και τα άλογα και τα λιοντάρια είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίζουν και να φτιάχνουν έργα τέχνης, σαν τους ανθρώπους, τότε τα άλογα θα ζωγράφιζαν τους Θεούς τους με μορφή ολότελα αλογίσια και τα βόδια βοδίσια. Έτσι και οι Μαύροι παριστάνουν τους Θεούς τους μαύρους και πλατσομύτηδες και οι Θράκες ξανθομάλληδες και με γαλανά μάτια». Fragm. Diels 49 (10-17).
Ο ποιητής και κωμωδιογράφος Επίχαρμος (540-450) δίδασκε πως οι Θεοί είναι «αέρας, νερό, γη, ήλιος, φωτιά, αστέρες». Ο φιλόσοφος Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός προσπάθησε να αποδείξει πως οι περιπέτειες των θεών και οι μεταμορφώσεις τους απλά παριστάνουν τις διάφορες μεταβολές των φυσικών φαινομένων.
Ο Σοφιστής Κριτίας, δίνει μία άλλη διάσταση στο θέμα της θρησκείας.
«Ήταν κάποτε ένας καιρός που η ζωή των ανθρώπων ήταν άταχτη και θηριώδης, υπηρετούσε την δύναμη του ισχυρότερου και δεν υπήρχε αμοιβή του καλού ή τιμωρία του κακού. Με το κύλισμα του χρόνου, οι άνθρωποι έβαλαν Νόμους να τιμωρούν το κακό κι έτσι η Δίκη εξουσιάζει την Ύβρη. Αλλά οι άνθρωποι με τον εκβιασμό των Νόμων, δεν αμάρταναν φανερά, κρυφά όμως παρανομούσαν. Γι’ αυτό κάποιος σοφός και έμπειρος άντρας ανακάλυψε τους Θεούς για να φοβούνται οι κακοί όταν κρυφά κάνουν ή λένε ή σκέπτονται κάτι. Απ’ αυτήν την σύλληψη ξεκινώντας ο σοφός αυτός εισηγήθηκε πως ο Θεός ήταν ένας δαίμονας παντεπόπτης και παντογνώστης όχι μόνο των έργων αλλά και των σκέψεων των ανθρώπων. Είπε ακόμα πως ο Θεός κατοικεί κοντά τους και πως δείγματα της παρουσίας του είναι τα μετεωρολογικά φαινόμενα… Και έτσι, «ψεύδει καλύψας την αλήθειαν λόγω … έπεισεν τους θνητούς νομίζειν δαιμόνων είναι γένος». Diels II Kritias B 25.
Επινοήσεις, πλάσματα της φαντασίας οι Θεοί, μας λέει ο Κριτίας, όμως η θρησκεία χρειάζεται για να μπαίνει ένα χαλινάρι στον λαό. Αυτονόητο είναι ότι η θέση αυτή δεν συνιστούσε κανένα κίνδυνο για το καθεστώς. Γι’ αυτό και ο Κριτίας δεν διώχτηκε. Να σημειωθεί ότι αργότερα (404-403) ο Κριτίας ήταν ο αρχηγός των Τριάντα Τυράννων που κατέλυσαν το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας.
Την ίδια περίπου εποχή διαβόητος για τον αθεϊσμό του υπήρξε ο Διαγόρας. Ο Διαγόρας κατάγονταν από την Μίλητο, κι όταν η πατρίδα του υποδουλώθηκε ήρθε στην Αθήνα, όπου έκανε τον διθυραμβοποιό (ποιητή). Ποια ήταν η διδασκαλία του, και τι πίστευε για την θρησκεία και τους Θεούς δεν γνωρίζουμε. Υπάρχουν, πάντως, πολλές πηγές και μαρτυρίες, οι οποίες επιβεβαιώνουν την ασέβειά του. Για την οποία του ασκήθηκε, τελικά, δίωξη, αλλά πριν τον πιάσουν ο Διαγόρας έφυγε κρυφά από την Αθήνα (περίπου το 412). Έτσι γλύτωσε το κώνειο. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία τον επικήρυξε με ένα τάλαντο για εκείνον που θα τον σκότωνε και με δύο για εκείνον που θα τον έπιανε ζωντανό και θα τον παρέδιδε στις αρχές της Αθήνας…
Άλλος ονομαστός άθεος έξω από την σχολή των Σοφιστών υπήρξε ο μαθητής του Αρίστιππου Θεόδωρος. Ο Αρίστιππος ήταν αρχηγός σχολής. Η δικιά του ηθική στηρίζονταν στην Ηδονή που αποτελεί τον σκοπό της ζωής. Έζησε περίπου στα 380. Για τον Θεόδωρο λεπτομερειακές ιστορικές μαρτυρίες όσον αφορά τον αθεϊσμό του δεν υπάρχουν. Μόνον οι πατέρες της εκκλησίας τον μνημονεύουν μαζί με άλλους άθεους και προ πάντων μαζί με τον Ευήμερο. Η φήμη μόνον για φανατικό άθεο τον αναφέρει χωρίς το δογματικό μέρος της διδασκαλίας του. Φαίνεται πως πολέμησε με φανατισμό την θρησκεία, γι’ αυτό τις διδασκαλίες του και τα βιβλία του τα εξαφάνισαν. Υπάρχει μία μαρτυρία από τον Πλούταρχο ότι με το βιβλίο του «περί συντάγματος των Θεών» ο Θεόδωρος αποδείκνυε σαν ανοησίες τα όσα οι άνθρωποι πίστευαν για τους Θεούς. Ο Θεόδωρος είναι ο τελευταίος εκπρόσωπος της αθεϊστικής σχολής των σοφιστών, αν και δεν έχει άμεση σχέση μ’ αυτούς.
Οι αρχαίοι ιστοριογράφοι αναφέρουν κι έναν άλλο ακόμη άθεο. Τον Ευήμερο από την Μεσσηνία. Οι πατέρες της εκκλησίας, μάλιστα, τον βάζουν στην πρώτη σειρά των άθεων. Ο Ευήμερος, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, έζησε στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρου. Ήταν κοσμογυρισμένος, αφού έκανε πολλά ταξίδια στην Μεσόγειο και στην Ασία. Ήταν κι αυτός οπαδός της Κυρηναϊκής Σχολής και μαθητής του Θεόδωρου του άθεου. Πιθανόν έτσι να εξηγείται η αθεΐα του, αν και, όπως ήδη είπαμε, δεν ξέρουμε σε ποια φιλοσοφική βάση στήριζε τον αθεϊσμό του ο Θεόδωρος και η σχολή του.
Από τα ταξίδια του θα πρέπει να έμαθε πολλά, και προ πάντων θα του δόθηκε η ευκαιρία να συγκρίνει την μυθολογία την Ελληνική με τις Ασιατικές θεογονικές παραδόσεις. Πολλές πηγές τον αναφέρουν σαν ονομαστό για την αθεΐα του. Ο Κλήμης (Προτρεπ. ΙΙ 20-23) λέει: «Ευήμερος που μερικοί τον λένε Μεσσήνιο και που τον αναφέρει ο Καλλίμαχος στους χωλιάμβους του ήταν ένας γέρος αλαζόνας που έγραφε άδικα βιβλία και κατηγορούντανε για άθεος». Ο Αιλιανός τον αναφέρει σαν άθεο και ο Κικέρων σαν άθρησκο. Επίσης αναφορές για τον Ευήμερο κάνει και ο Πλούταρχος (περί ΄Ισιδ. και Όσιδ. 23, περί άρεσκ. φιλοσοφ. 34). Ο Ευημερισμός δημιούργησε σχολή και επηρέασε τους ποιητές και τους φιλόσοφους της ρωμαϊκής εποχής.
H ανεκτικότητα προς την θρησκευτική ελευθερία που υπήρχε στην Αθήνα, ανατράπηκε με την κακή πορεία του Πελοποννησιακού πολέμου. Η καταστροφή των Ερμών πριν απο την έναρξη της εκστρατείας στην Σικελία σηματοδότησε μια στροφή προς τον συντηρητισμό, η οποία κορυφώθηκε με τον υποτιθέμενο θάνατο του Σωκράτη. Οι φιλόσοφοι που έκλιναν προς τον αθεϊσμό, αντιμετωπίστηκαν ως ασεβείς, ενώ λήφθηκαν και νομικά μέτρα για να μειωθεί το φαινόμενο της αθεΐας. Υπέρμαχος αυτών των αλλαγών ήταν, φυσικά, ο Πλάτωνας.
Ο Πλάτωνας στα έργα του κατηγορεί τους Σοφιστές σαν άθεους και σαν υπονομευτές των θεσμών. Να σημειώσουμε, εδώ, βέβαια ότι ο πατριάρχης του ιδεαλισμού ξεχνάει πως πρώτοι και καλύτεροι υπονομευτές των θεσμών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ήταν οι φίλοι του οι ολιγαρχικοί, οι οποίοι εκτός αυτού «γλυκοκοίταζαν» και προς τους Λακεδαιμόνιους, με τους οποίους η πατρίδα τους βρίσκονταν σε πόλεμο. Επίσης ξεχνάει ότι προκειμένου να προωθήσει τις πολιτειακές του αντιλήψεις δεν δίστασε να συνεργαστεί με τα πιο τυρρανικά και τα πιο ματοβαμμένα καθεστώτα. Και ακόμη πώς στα πρώτα φιλοσοφικά του βήματα, παρασυρμένος από την ιδεοκρατία του, αμφισβήτησε, με τρόπο βέβαια, τους Ολύμπιους Θεούς, για να κάνει στροφή 180 μοιρών, όταν αντιλήφθηκε την αποκοιμιστική δύναμη της θρησκείας πάνω στις μάζες, οπότε έγινε υπέρμαχος της κρατούσης θρησκείας, και μάλιστα ζητούσε να καταδικάζονται σε θάνατο οι άπιστοι! Αυτόν, πολύ βολικά, υιοθέτησε το χριστιανικό βδέλυγμα που κατέστρεψε τον άνθρωπο.
Εκείνοι, όμως, που άσκησαν δριμεία κριτική στην θρησκεία ήταν οι Σοφιστές. Οι Σοφιστές έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα τον 5ο αιώνα και με τις πρωτοποριακές τους ιδέες, τις πλέον προοδευτικές του καιρού τους, τάραξαν την φιλοσοφική και την πολιτική σκηνή. Επόμενο ήταν να γίνουν στόχος των αντιδραστικών. Ο Αριστοφάνης, ο αυθεντικώτερος εκπρόσωπος της πλέον συντηρητικής μερίδας των ολιγαρχικών, στην κωμωδία του Νεφέλαι επιτίθεται στους Σοφιστές, τους οποίους κατηγορεί ότι με τους νεωτερισμούς τους έφεραν δεινά στην πόλη.
Ο αρνητικός αθεϊσμός στην Ελληνιστική Περίοδο.
Στην Ελληνιστική εποχή, οι ιδέες του Πρόδικου βρήκαν αρκετή απήχηση, ιδίως στο έργο του Ευήμερου ο οποίος αναπαρήγαγε την βασική ιδέα πως οι Θεοί ήταν ευγενείς της αρχαιότητας. Οι φιλοσοφίες του στωικισμού και επικουρισμού πλησίαζαν αρκετά τον αθεϊσμό και για ένα διάστημα μετά τον 2ο αιώνα π.κ.ε. η λαϊκή βάση των διαφόρων θρησκειών είχε υποχωρήσει. Ωστόσο, παρ’ όλη την εξάπλωση του αθεϊσμού, η λέξη άθεος έμεινε να χρησιμοποιείται ως ύβρις για τους αντιπάλους, όπως και στα χρόνια του πρώιμου χριστιανισμού.
Η Επικουρική σχολή αποδεχόταν την ύπαρξη των Θεών, ωστόσο επηρεασμένοι καθώς ήταν απο την ατομική θεωρία, τους έδινε υλική υπόσταση, και για αυτό και είχαν κατηγορηθεί για κρυπτοαθεϊσμό. Μια εξήγηση για τον κρυπτοαθεϊσμό τους ήταν η έλλειψη ανεκτικότητας και ο συνεπακόλουθος κίνδυνος για διώξεις ο οποίος ελλόχευε. Ο Επίκουρος δίδασκε, συμφωνώντας με τον Δημόκριτο, πως ο κόσμος φτιάχτηκε από έναν πολύ μεγάλο αριθμό μικρών άτμητων κομματιών ύλης, τα οποία είναι εφοδιασμένα με μηχανικές κινήσεις, χάρις στις οποίες φέρονται τα μεν προς τα δε και δημιουργούν συνθετώτερες ενώσεις, ακόμη και κόσμους ολόκληρους.
Στις κινήσεις των ατόμων του Δημόκριτου πρόσθεσε μία δικιά του με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ποιοτικά διαφορετικά από τις μηχανικές κινήσεις του Δημόκριτου, την περίφημη κατά παρέγκλιση κίνηση. Εκτός από τα άτομα αυτά δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο. Οι Θεοί υπάρχουν μεν, δεν ζουν όμως ούτε πάνω ή έξω από την φύση, ούτε μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Αθάνατοι και μακάριοι βρίσκονται στο διάστημα που χωρίζει τον δικό μας γήινο χώρο από τον άλλο τον άγνωστό μας κόσμο και ζουν εκεί χωρίς φροντίδες και έννοιες, και χωρίς να ενδιαφέρονται ή να επεμβαίνουν στα ζητήματα του ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτόν ο Επίκουρος ξεδόντιαζε τους Θεούς. Χωρίς να προκαλεί την κρατική εξουσία, η οποία δεν ανέχονταν την φανερή αθρησκεία, καθιστούσε τους Θεούς τελείως ακίνδυνους.
Οι άθεοι οι οποίοι ξεχώρισαν την Ελληνιστική εποχή ήταν ο Θεόδωρος ο Άθεος και ο Ευήμερος. Ο Θεόδωρος κατηγορήθηκε για την εξάπλωση του αθεϊσμού σε όλο τον γνωστό κόσμο ενώ η συνεισφορά του Ευήμερου ήταν στην απομυθοποίηση των Θεών, προσφέροντας ανθρωπογενή ερμηνεία.
Ήταν οι Επικούρειοι που αποκαλούνταν συνήθως «άθεοι». Ο Επίκουρος ίδρυσε τον περίφημο Κήπο του στην Αθήνα στα τέλη του 4ου αι. π.κ.ε. ίσως στο σημείο όπου η Οδός Πλαταιών διασχίζει από κάτω την Λεωφόρο Αθηνών. Δίδασκε ότι όλα είναι φτιαγμένα από άτομα και κενό, πως δεν υπάρχει «πνεύμα» στον κόσμο. Επίσης, ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα και δεν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Παραδόξως, επέμενε ότι υπάρχουν Θεοί στον κόσμο, αλλά πουθενά σε κανένα σωζόμενο επικούρειο κείμενο δεν λέει πώς υποτίθεται ότι συμβαίνει αυτό όταν οι Θεοί είναι φτιαγμένοι από φθαρτό υλικό.
Σώζεται ένα μεγάλο ποίημα του Λουκρήτιου για το επικούρειο δόγμα, αλλά παρόλο που υπόσχεται να μας πει τι σκεφτόταν ο Επίκουρος για τους Θεούς, δεν το κάνει ποτέ. Ο Επίκουρος και οι Επικούρειοι είχαν διαμάχες ως προς το θέμα των Θεών. Γνώριζαν ότι ήταν επικίνδυνο στην κλασική Αθήνα να παίζεις τον άθεο (μην ξεχνάμε, ήταν η αντιαθεϊστική νομοθεσία που σκότωσε τον Σωκράτη), αλλά δεν είχαν έναν εύκολο τρόπο να προσαρμόσουν τους Θεούς στο σύστημά τους (εκτός ως ιδανικά παραδείγματα αρετής). Πιθανώς η πιο σημαντική θεϊστική φιλοσοφία ήταν ο Πλατωνισμός –σημαντική εξαιτίας της επιρροής της στον χριστιανισμό. Ο Τίμαιος του Πλάτωνα είναι το μόνο έργο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας που επιβάλουν να διαβάζεται συνεχώς.
Το κρίσιμο σημείο ήταν ότι έως τον 3ο αιώνα μ.κ.ε. οι χριστιανοί είχαν συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε να προσηλυτίσουν την άρχουσα τάξη, αν ήθελαν η θρησκεία τους να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Άρα ήταν πολύ σημαντικό να γίνει συμβατή με τις κυρίαρχες φιλοσοφικές πεποιθήσεις αυτών των τάξεων. Αυτή, βασικά, είναι και η προέλευση της θεολογίας: Μια προσπάθεια να συνδυαστεί η Ελληνική φιλοσοφία με τον χριστιανισμό.
Έτσι, για παράδειγμα, ο Στωικισμός απεδείχθη μια «θεόσταλτη» φιλοσοφία. Θεωρούσαν (οι Στωικοί) ότι τα πράγματα γίνονταν για κάποια αιτία ως μέρος ενός γενικού σχεδίου. Ο Πλατωνισμός έκανε έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ του επίγειου κόσμου του σώματος και του ανώτερου μεγαλείου της ψυχής. Και οι δυο αυτές πεποιθήσεις ήταν βολικές για την βασικό χριστιανικό δόγμα και εδραιώθηκαν ακόμα περισσότερο.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα υπάρχει συλλογική άγνοια της μακράς ιστορίας της αθεΐας –κάτι που δεν ίσχυε ως τον 18ο-19ο αιώνα– γεγονός που αποδίδετε, σε μεγάλο ποσοστό, στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Το 1737, ο Βολταίρος έστειλε στον Φρειδερίκο τον Μέγα μια γραμμή του Λουκρήτιου (Ρωμαίου ποιητή και φιλόσοφου του 1ου αι. π.κ.ε.): «Η θρησκεία έχει πείσει τους ανθρώπους σε τόσο κακό». Είναι από ένα απόσπασμα όπου ο Λουκρήτιος κριτικάρει τον μύθο του Αγαμέμνονα, ο οποίος θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια για να κατευνάσει την Άρτεμη, ώστε να φυσήξουν οι άνεμοι και ο στόλος να φτάσει στην Τροία. Τι κακό, λέει ο Λουκρήτιος (και ο Βολταίρος συμφωνεί), να θυσιάζεις την ίδια την κόρη σου από άγνοια και δεισιδαιμονία!
Ο λόγος που λέω αυτή την ιστορία είναι ότι τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη η συζήτηση γύρω από την αθεΐα δεν ήταν απλώς θέμα επιστήμης και πίστης, αλλά ήταν επίσης θέμα ιστορίας και της μακράς ιστορίας των ιδεών. Πολύ λίγοι άνθρωποι διαβάζουν Λουκρήτιο αυτές τις ημέρες, αλλά ήταν μεγάλη είδηση στην εποχή του Βολταίρου. Δεν πιστεύω ότι η ιστορία δίνει απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα, αλλά μας επιτρέπει να δούμε αυτά τα ερωτήματα με πιο πλούσιο, σφαιρικό τρόπο και να κατανοούμε καλύτερα τους περιορισμούς των δικών μας προοπτικών.
Το πρώτο γνωστό στην ιστορία παράδειγμα πολιτικοποίηση της θρησκείας στην αρχαιότητα, είναι το ψήφισμα (νόμος) του Διοπείθη, μάντη του 5ου αι. π.κ.ε. που οδήγησε στην δίωξη πολλών φιλοσόφων, όπως του Αναξαγόρα (επιστήθιου φίλου του Περικλή) και του Σωκράτη, δασκάλου, μεταξύ άλλων, του Κριτία ενός από τους Τριάκοντα Τυράννους της Αθήνας και πιθανόν ενός από τους αρχαίους άθεους.
Είναι το πρώτο παράδειγμα στην καταγεγραμμένη ιστορία της νομοθεσίας που στρέφεται κατά της δυσπιστίας στους Θεούς. Παραδόξως οδήγησε επίσης, στην δημιουργία του αθεϊσμού ως κοινωνικά αναγνωρισμένης κατηγορίας. Ο νόμος αναφερόταν σε «όσους δεν πίστευαν στους θεούς» («οἱ μὴ νομίζοντες τοὺς θεούς», το ακριβές νόημα είναι πολύ συζητήσιμο). Πάντα υπήρχαν άνθρωποι που δεν πίστευαν στους θεούς, αλλά με τον νόμο του Διοπείθη αναγνωρίστηκαν δημοσίως. Αμέσως μετά ακολούθησε ένα τεράστιο κύμα ενδιαφέροντος για την αντι-θεϊστική σκέψη. Οι άνθρωποι είναι διεστραμμένοι: Όταν τους λες να μην κάνουν κάτι, πάντα το κάνουν!
Όσοι Θεοί τόσοι Άθεοι.
Σύμφωνα με την βρετανική εφημερίδα Guardian. Οι περισσότεροι άθεοι περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους όντας δύσπιστοι σε διάφορα θέματα και θέτοντας συνεχώς οντολογικά ερωτήματα. Αλλά τι είναι αυτό που κάνει κάποιες ιδιαίτερες μορφές δυσπιστίας πνευματικά γόνιμες ή κοινωνικά σημαντικές;
Για να θέσουμε αυτές τις συζητήσεις σε κάποιο είδος προοπτικής, έχει ενδιαφέρον να ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία του αθεϊσμού. Η πίστη στον Θεό απαιτεί κατ’ ανάγκη απώλεια κάθε λογικής. Είναι μια συνοπτική, ιστορία, πράγμα που δείχνει ότι ο αθεϊσμός δεν είναι απλώς το φυσικό αποτέλεσμα της αύξησης της επιστημονικής γνώσης, αλλά και ότι η θρησκεία είναι απομεινάρι τόσο της άγνοιας όσο και των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών.
Το πρώτο πράγμα που τραβά το ενδιαφέρον είναι ότι τα επιχειρήματα υπέρ της αθεΐας έχουν τις ρίζες τους αρκετά πίσω στο χρόνο. Συγκεκριμένα, ένα από τα παλαιότερα ευρήματα αποτελεί ένα βαβυλωνιακό δισκίο από το 1.000 π.κ.ε. που αναφέρεται στο βιβλίο του Ρόμπερτ Μπέλα. Επιπλέον, το βιβλίο του Ιώβ είναι σίγουρα ένα ισχυρό επιχείρημα ενάντια σε αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει «τμήμα δημοσίων σχέσεων του Θεού».
Η αθεΐα ήταν από την αρχή «ένα εποικοδομητικό και δημιουργικό φαινόμενο», που ενδιαφερόταν όχι μόνο να γκρεμίσει την παλιά τάξη, αλλά και να στήσει ένα καινούριο κόσμο πάνω στον ορθολογισμό. Η ιστορία του αθεϊσμού θα μπορούσε να συνδεθεί με την ιστορία της πάλης ενάντια σε κάθε αρχή. Για να αρνηθεί κανείς τον Θεό δεν έφτανε απλά να αρνηθεί τον Θεό, θα έπρεπε να αρνηθεί τον αυτοκράτορα ή το βασιλιά που κυβερνούσε, τις κοινωνικές δομές που επέβαλλε στις ζωές των ανθρώπων, τις κοινωνικές σχέσεις που ρύθμιζε, τις ελπίδες που ενέπνεε και τις απόφαση που τους καθησύχαζαν.
Αν και τα παραπάνω ενέχουν μια αλήθεια, αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμάχη ανάμεσα στην θρησκεία και τον αθεϊσμό δεν είναι παρά μόνο πολιτική κι όχι θεολογική. Για παράδειγμα, τον 16ο αιώνα, εκατοντάδες χριστιανοί έγραψαν χιλιάδες σελίδες αφορισμού των θεολογικών ιδεολογιών των αντιπάλων τους, και γεγονός ότι οι θεολογικές διαφορές μπορεί να είναι ένα κρυπτογράφημα για τις διάφορες πολιτικές ή κοινωνικές απειλές, είναι απλά μια απόχρωση του θέματος.
Στην Ελλάδα, οι λογικές δυσκολίες ενός παντοδύναμου και φιλάνθρωπου Θεού έγιναν αμέσως σαφείς όταν οι άνθρωποι άρχισαν να επεξεργάζονται έννοιες όπως η παντοδυναμία και η καλοσύνη. Σύμφωνα με τον Guardian, ό,τι χρειαζόταν κανείς για να είναι πνευματικά δύσπιστος στον Θεό που ασπαζόταν ο χριστιανισμός, τέθηκε σε ισχύ από την γέννηση του Ιησού-Γιαχβέ.
Υπό αυτό το πρίσμα, είναι αξιοσημείωτο όχι το γεγονός ότι υπάρχουν τόσοι άθεοι σήμερα, αλλά ότι υπήρχαν πάντα κάποιοι λίγοι ανά τους αιώνες της δόξας της χριστιανοσύνης, αλλά και αιώνες πριν από αυτήν. Αν και πολλοί θα έλεγαν ότι οι διώξεις που δέχονταν οι μη χριστιανοί ή οι άθεοι θα μπορούσαν να καταστείλουν τέτοιες τάσεις, στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να είναι ο κύριος λόγος του τόσο μεγάλου αριθμού άθεων. Δεδομένου ότι οι διώξεις δεν κατάφεραν να καταστείλουν άλλες διαφορετικές αιρέσεις, γιατί θα έπρεπε να καταστείλουν με επιτυχία τις πιο λογικά προφανείς και ριζικές αντιρρήσεις για το σύνολο της θεϊκής πίστης;
Μια απάντηση, είναι ότι ο αθεϊσμός ερχόταν πάντα δεύτερος. Η ύπαρξη του αθεϊσμού προϋποθέτει την ύπαρξη ενός Θεού, τον οποίο να απορρίπτει. Έτσι, πολλές φορές αθεϊσμός συνδέεται με την έννοια της «ασέβειας». Την ίδια στιγμή, η έννοια του Θεού είναι εξαιρετικά ευέλικτη: υπάρχουν περιπτώσεις που η έννοια «Θεός» είναι τόσο γενική ή παράξενη, ακόμη και βδελυρή, που ακόμα και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν αντιμετωπισθεί ως άθεοι από τους ειδωλολάτρες γύρω τους.
Εντούτοις, επιχειρήματα κατά της δικαιοσύνης του Θεού, όπως αυτά που βλέπουμε στην Βαβυλώνα, δεν είναι τα επιχειρήματα κατά της ύπαρξής του: είναι επιχειρήματα ως προς τον χαρακτήρα του, τα οποία προϋποθέτουν ότι έχει έναν.
Ο σύγχρονος αθεϊσμός, με την έννοια της απόρριψης των χριστιανικών μονοθεϊστικών δογμάτων για το Θεό, δεν είχε ξεκινήσει πραγματικά μέχρι τον 18ο αιώνα. Όμως, από την Γαλλική Επανάσταση, η σύγχρονη δυτική κουλτούρα και πολιτισμός, πρότεινε επιχειρήματα, τα οποία εδραιώθηκαν τα επόμενα 100 χρόνια.
Παρόλο που τέτοιου είδους θέματα απασχολούν την φιλοσοφία, η μελέτη για το πώς αυτά τα επιχειρήματα εξαπλώθηκαν και συνδέθηκαν άρρηκτα με τις σύγχρονες κοινωνίες, αποδεικνύει ότι έχουν ιστορικές και πολιτικές βάσεις, και όχι φιλοσοφικές. Καθώς ήταν αδύνατο να διαχωριστεί ο χριστιανισμός από την χριστιανική εκκλησία, οποιαδήποτε μορφή αντίρρησης σε αυτόν καθορίστηκε από τον ρόλο της εκκλησίας στις διάφορες κοινωνίες.
Άν δούμε τις θρησκευτικές διδασκαλίες, από την σκοπιά της ηθικής παρά από πραγματική ή ιστορική θεώρηση, θα δούμε ότι η άποψη αυτή χρονολογείται τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα, όταν ο Καρδινάλιος Καίσαρ Μπαρόνιο υποστήριξε ότι, η Αγία Γραφή μας πληροφορεί για τον δρόμο προς τον παράδεισο και όχι πως θα είναι αυτός. Προωθώντας την έννοια της «θρησκευτικότητας ως πρότυπο ζωής και όχι ένα σύνολο επαληθεύσιμων προτάσεων», αυτό που έχει σημασία δεν είναι τα δόγματα (όπως το εάν η αιώνια καταδίκη ή ακόμα και η ανάσταση του Ιησού-Γιαχβέ είναι αληθής ή ψευδής) αλλά το εάν μια ζωή που καθοδηγείται από αυτές τις ιδέες είναι κάπως πλουσιότερη ή πληρέστερη. Ξέρουμε πως δεν είναι.
Αν αυτό είναι σωστό, τότε οι άθεοι που έχουν επικρίνει την θρησκεία έχουν θεαματικά χάσει το σημείο ευτυχίας, «στροβιλιζόμενοι σε θεολογικούς ανεμόμυλους».
Όμως, υπάρχουν και οι πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες που εμπλέκονται στις διάφορες διαμάχες και σχίσματα. Επομένως, οι μάχες δεν είναι μόνο πολιτικές ή μόνο μεταφυσικές: είναι στην πραγματικότητα ένα συνονθύλευμα και των δύο.
Για παράδειγμα, το βάρος της Αγγλικανικής εγκαθίδρυσης θα μπορούσε να προσφέρει ένα πολύ πιο ισχυρό κίνητρο για την αθεΐα. Αλλά η παρουσία της ακμάζουσας παράδοσης των αριστερών χριστιανών ενίσχυσε τις κοινωνικά συνειδητές μορφές της Αγγλικανικής πεποίθησης: η Καθολική Εκκλησία στην χώρα αυτή ήταν με την πλευρά των εργατικών τάξεων.
Ο Ρίτσαρντ Ντόκινς στο βιβλίο του, «Η περί θεού αυταπάτη» (The God Delusion, 2006), υποστηρίζει ότι ο αθεϊσμός δεν είναι δόγμα που βασίζεται σε γραφές που δεν έχουν αλλάξει για χιλιάδες χρόνια (όπως τα ιερά βιβλία σχεδόν όλων των θρησκειών), αλλά μια λογική παρατήρηση του κόσμου γύρω μας, βασισμένη στην επιστημονική μέθοδο. Αντίθετα ο χριστιανισμός, ο ιουδαϊσμός, το ισλάμ, οι οποίες είναι οι κυριότερες θρησκείες παγκοσμίως, κηρύσσουν σήμερα τα ίδια πράγματα που κήρυτταν και πριν από εκατονταετίες ενώ τα ιερά βιβλία τους έχουν παραμείνει ίδια χωρίς ανανέωση.
Το μόνο που άλλαξε είναι η ερμηνεία των ιερών κειμένων, τακτική που ακολουθείται για να συνυπάρχει η θρησκεία με τις αναμφισβήτητες σύγχρονες επιστημονικές αλήθειες. Παραδείγματος χάριν η ερμηνεία των ιερών βιβλίων του χριστιανισμού καταδίκασε τον Γαλιλαίο σε θάνατο επειδή υποστήριζε ότι η Γη κινείται ενώ ακριβώς τα ίδια βιβλία θεωρούν σήμερα ότι η Μεγάλη Έκρηξη είναι απολύτως συμβατή με την χριστιανική διδασκαλία, εφ’ όσον ο θεός με έκρηξη έπλασε τον κόσμο, δηλαδή ότι βολεύει την ύπαρξή τους και την τσέπη τους.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι από την περίοδο της ακμής του αρχαίου κόσμου, μέχρι και σήμερα, η αθεΐα δεν ήταν ανεκτή από την Πολιτεία. Η Πολιτεία προστάτευε τους θεούς και η ποινή του θανάτου περίμενε τους άθεους. Μόνο μετά τα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς τα θρησκευτικά ήθη έχουν χαλαρώσει, η αθεΐα κάνει ξανά την εμφάνισή της σε πλατιές μάζες και πολλοί διάσημοι και επώνυμοι της εποχής διατυμπάνιζαν την άρνηση των θεών.
Εν τούτοις, παρά τις αυστηρές ποινές, φωτισμένα μυαλά και διανοητές με πρωτοπόρα σκέψη δεν δίστασαν να ερευνήσουν το θέμα της θρησκείας, της καταγωγής των θεών, της προέλευσης του θρησκευτικού συναισθήματος, και να διατυπώσουν τολμηρές, λογικές κι αυταπόδεικτες απόψεις πάνω στα ζητήματα αυτά, απόψεις, που όσο και εάν ήταν σε πολλές περιπτώσεις συγκεκαλυμμένες τους έφεραν αντιμέτωπους με τους κρατούντες και τους νόμους, με αποτέλεσμα να γνωρίσουν διώξεις ή να αναγκαστούν να πιουν το κώνειο.
Το μικρό αυτό άρθρο είναι αφιερωμένο σ’ αυτούς τους θαρραλέους διανοητές, που έζησαν και έδρασαν στην αρχαία Ελλάδα.
***
Ο αθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα εμφανίστηκε τον πέμπτο αιώνα π.κ.ε. παράλληλα με την ανάπτυξη των υλιστικών φιλοσόφων. Παρόλο που μετά απο στρατιωτικές αποτυχίες λήφθηκαν μέτρα εναντίον του, άνθισε περαιτέρω κατά την Ελληνιστική περίοδο. Σε αντίθεση όμως με την κλασσική περίοδο όπου ο αθεϊσμός εκφραζόταν συνήθως ως θετικός ή ριζοσπαστικός, κατά την επόμενη περίοδο επικράτησε ο αρνητικός αθεϊσμός.
Οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν ούτε Βίβλο ούτε συστηματική θεολογία. Δεν υπήρχε κανένας προκαθορισμένος τρόπος του πώς να φαντάζεται κανείς τους Θεούς, άρα δεν υπήρχε πραγματικό πρόβλημα με το να τους φαντάζεται ότι δεν υπήρχαν. Η μεγάλη εξαίρεση ήταν η Αθήνα στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αι. π.κ.ε. όταν νομοθεσία κατά της αθεΐας φαίνεται ότι εισήχθη για πολιτικούς λόγους, δηλαδή, με σκοπό να στραφεί κατά του κύκλου διανοητών που περιστοίχιζε τον Περικλή, συνεπώς κατά του ίδιου του Περικλή.
O αθεϊσμός στην αρχαία Ελλάδα εμφανίστηκε στα τέλη του πέμπτου αιώνα παράλληλα με την ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Οι φιλόσοφοι τότε αναζητούσαν τη φύση του κόσμου, αναζητούσαν δηλαδή το βασικό υλικό από το οποίο ήταν κατασκευασμένος ο κόσμος· οδηγήθηκαν έτσι αρκετά κοντά στην άποψη πως η φύση ήταν ο Θεός, πλησιάζοντας δηλαδή τον πανθεϊσμό. Ενα πανθεϊσμό, όμως, ο οποίος ήταν πιο κοντα στον υλισμό παρά τον ιδεαλισμό.
Αρκετοί φιλόσοφοι ανέπτυξαν ιδέες που προσέγγισαν τον Αθεϊσμό ή ήταν ξεκάθαρα αυτό που θα λέγαμε σήμερα αγνωστικιστές, ωστόσο ποτέ δεν αναπτύχθηκαν σε σημαντικό αριθμό, οι αθεϊστές στην αρχαία Ελλάδα αποτελούσαν μειοψηφία.
O Πρωταγόρας ήταν ένας από τους πρώτους που αμφισβήτησαν την ύπαρξη Θεών, ενώ ακολούθησαν οι Ξενοφάνης και Αναξαγόρας. Ο Αναξαγόρας διατύπωσε την θέση πως ο Ήλιος είναι μια πύρινη λάβα, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τη διαδεδομένη στην Αθήνα τότε θέση πως ο Ήλιος ήταν Θεός. Η καινοφανής αυτή άποψη σχολιάστηκε από τους δραματουργούς της εποχής.
Ο πιο ξακουστός σοφιστής ήταν ο Πρωταγόρας (480-412), από τα Άβδηρα της Θράκης, σύγχρονος του Δημόκριτου. Έγραψε πολλά συγγράμματα, αλλά το σπουδαιότερό του είναι το «Περί θεών». Από το έργο αυτό σώζονται μόνον ο τίτλος και η αρχή.«Περί μέν θεών ουκ έχω ειδέναι – λέει – ουθ’ ως εισίν ούθ ως ουκ εισίν, ουθ’ οποίοι τινές ιδέαν. πολλά γαρ τα κωλύοντα ειδέναι ή τ’ αδηλότης και βραχύς ων ο βίος του ανθρώπου». Diels Frag. 74.B.4. Από την φράση αυτή πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν τον Πρωταγόρα σαν αγνωστικιστή. Κατά την γνώμη μας μια τέτοια άποψη είναι παρακινδυνευμένη.
Δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο του υπόλοιπου έργου του, συνεπώς δεν γνωρίζουμε τι έλεγε για τους θεούς και την θρησκεία στην συνέχεια του βιβλίου του. Η παραπάνω φράση μπορεί επίσης να εκληφθεί και σαν μία ειρωνική, λεπτοδουλεμένη, παρατήρηση. Και έτσι, όμως, ακόμη, σαν αγνωστικιστή δηλαδή να τον δούμε, ήταν μία τολμηρή κίνηση από την πλευρά του Πρωταγόρα, ο οποίος ήξερε ότι περιβάλλεται από πολλούς εχθρούς, οι οποίοι δεν θα έχαναν την ευκαιρία προκειμένου να τον χτυπήσουν. Η αντιθρησκευτική του δράση πρέπει να ήταν πολύ έντονη και καίρια, κλόνιζε στην κυριολεξία τα θεμέλια της θρησκείας, κι αυτό είχε προκαλέσει το μίσος και την εχθρότητα των κρατούντων. Ο Πυθόδωρος του Πολύζηλου, ένας από τους Τετρακόσιους, τον κατηγόρησε για άθεο και ασεβή. Το βιβλίο του κάηκε δημόσια και ο ίδιος καταδικάστηκε σε θάνατο.
Για το τέλος του οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες. Αλλοι λένε ότι η ποινή εκτελέστηκε. Άλλοι πάλι ότι ο Πρωταγόρας πνίγηκε όταν το πλοίο στο οποίο επέβαινε προκειμένου να δραπετεύσει στην Σικελία ναυάγησε. Ο Πλάτων στον Μένωνα βάζει τον Σωκράτη να λέει ότι ο Πρωταγόρας γνώρισε τιμές μέχρι το τέλος της ζωής του, υπονοώντας ότι ο Αβδηρίτης φιλόσοφος πέθανε από φυσικά αίτια. Ο καταδικασμένος για αθεΐα δεν είχε ούτε δικαίωμα ούτε την δυνατότητα να «εφεσιβάλλει» την καταδικαστική απόφαση. Αυτή ήταν άμεσα εκτελεστή. Οι άλλες ιστορίες φαίνεται να είναι επινοήσεις προκειμένου να αποσείσουν από πάνω τους το άγος της καταδίκης ενός τόσο μεγάλου ανδρός αυτοί που τον είχαν καταδικάσει.
Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές (Gomperz I. 467) οι παρακάτω στίχοι του Ευριπίδη «έκανετ’ εκάνετε τάν πάνσοφον ω Δαναοί ταν ουδεν αλγύνουσαν αηδόνα μούσαν», δεν υπονούσαν τον Σωκράτη, όπως πιστεύονταν, αλλά τον Πρωταγόρα, με τον οποίο άλλωστε ο Ευριπίδης είχε περισσότερες φιλοσοφικές συγγένειες σε σχέση με τον Σωκράτη.
Άλλος γνωστός σοφιστής, ονομαστός για την ρητορική του δεινότητα, ήταν ο Γοργίας. Οπαδός της Ελεατικής Σχολής, αρνιόταν τον γύρω του κόσμο (φύση) και έμμεσα κατέληγε στην άρνηση και των Θεών. Η παράδοση λέει πως έγραψε και βιβλίο, το «περί φύσεως». Τίποτε, όμως, το θετικό δεν είναι γνωστό. Το μόνο που σίγουρα ξέρουμε είναι ότι στην Αθήνα και σ’ άλλες πόλεις τιμήθηκε υπερβολικά. Έτσι, μάλλον αποκλείεται η φανερή του ασέβεια, τουλάχιστον στα χρόνια που έκανε τον δάσκαλο της ρητορικής.
Την ίδια εποχή εμφανίστηκε και η κριτική στον ανθρωπομορφισμό της θρησκείας. Ο Ξενοφάνης ο Κολωφώνιος σχολίασε πως «αν τα άλογα και τα βόδια είχαν τα χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν οι θεοί τους θα έμοιαζαν πολύ με άλογα και βόδια». Ξεκάθαρο αγνωστικισμό έδειξε ο Πρωταγόρας τονίζοντας πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να ξέρουν την πραγματική φύση και την ύπαρξη των Θεών.
Ο Πρόδικος ο Κείος τον 5ο αιώνα π.κ.ε. προσέφερε μια θεωρία δυο σταδίων για να εξηγήσει τον πολυθεϊσμό. Αρχικά οι άνθρωποι ονόμασαν τα στοιχεία της φύσης Θεούς, κινούμενοι από την ευγνωμοσύνη τους προς την φύση (π.χ τα ποτάμια, τον ήλιο κτλ). Αργότερα, όταν έμαθαν να καλλιεργούν την γη, οδηγήθηκαν στον πολυθεϊσμό, πάλι ως έκφραση της ευγνωμοσύνης (για παράδειγμα θεοποίησαν την Δήμητρα για την γεωργία, τον Διόνυσο για το κρασί κτλ).
Ο Πρόδικος ακολουθεί μία καθαρά ιστορική βάση στην θρησκειολογική του έρευνα. Δεν πιστεύει πως υπάρχουν έξω από τον φυσικό κόσμο και πάνω απ’ αυτόν άλλες δυνάμεις. Οι Θεοί δεν είναι έξω από τον χρόνο και τον τόπο, δεν είναι υπερφυσικά όντα. Είναι ιστορικά προϊόντα, έχουν δηλαδή καθαρά ιστορική προέλευση. Έτσι ο Πρόδικος άνοιξε διάπλατα τον δρόμο της ιστορικής έρευνας και κριτικής της θρησκείας. Χωρίς να θίξει το μεταφυσικό σκέλος της θρησκείας «κατέβασε τους Θεούς από τα σύννεφα της μεταφυσικής και τους κάθισε στο σκαμνί της κριτικής». Η κριτική, όμως, αυτή ήταν ακίνδυνη για τους κρατούντες. Και ήταν ακίνδυνη, γιατί είχε καθαρά θεωρητική μορφή.
Δεν έθιγε το ζήτημα της ύπαρξης των Θεών, αλλά ερμήνευε θεωρητικά την καταγωγή του θρησκευτικού συναισθήματος. Η διδασκαλία του στην λεκτική της διατύπωση δεν ήταν πολεμική και επαναστατική, γι’ αυτό ίσως είχε και μερικές συμπάθειες από διανοούμενους της εποχής του, όπως τον Ξενοφώντα και τον Περσαίο, που αν και θρήσκοι συμπαθούσαν την διδασκαλία του. Ο Πρόδικος στην έρευνά του δεν μπόρεσε να προχωρήσει πιο πέρα από την εποχή που επικρατούσε η θεοποίηση των φυσικών δυνάμεων (λατρεία της φύσεως). Ωστόσο, όμως, η κριτική του, έστω και μέσα στα χρονικά όρια της θρησκευτικής φυσιολατρείας, ήταν απόλυτα σωστή, και από την άποψη αυτή έχει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί στέκει μακριά από κάθε ιδεαλιστική προσέγγιση.
Ο γνωστός τραγωδός Ευριπίδης, πέρασε απο δίκη για τον αθεϊσμό που περιέγραψε στην τραγωδία του Βελλεροφών.
Σε αυτή την περίοδο ιδιαίτερα γνωστοί για την αθεΐα τους ήταν ο Διαγόρας της Μήλου και ο Θεόδωρος ο Κυρηναίος.
Σύμφωνα με την γραπτή παράδοση ο Ξενοφάνης (580-484) αναφέρεται σαν ο πρώτος που πολέμησε την θρησκοληψία. Μάλιστα θεωρείται ο πρώτος που διατύπωσε την άποψη ότι κάθε αντίληψη για την ύπαρξη και την παράσταση των Θεών είναι ανθρωπομορφική. Προηγήθηκε, έτσι, κατά μερικούς αιώνες του Ludwig Feuerbach, που είπε το γνωστό: «κάθε ιδέα για τον Θεό ή το Θείο είναι ανθρωπομορφισμός». Όπως έγραψε ο Ξενοφάνης:
«Οι θνητοί νομίζουν ότι οι Θεοί στο σώμα, στην γλώσσα και στα ρούχα μοιάζουν με τους ανθρώπους. Εάν τα βόδια και τα άλογα και τα λιοντάρια είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίζουν και να φτιάχνουν έργα τέχνης, σαν τους ανθρώπους, τότε τα άλογα θα ζωγράφιζαν τους Θεούς τους με μορφή ολότελα αλογίσια και τα βόδια βοδίσια. Έτσι και οι Μαύροι παριστάνουν τους Θεούς τους μαύρους και πλατσομύτηδες και οι Θράκες ξανθομάλληδες και με γαλανά μάτια». Fragm. Diels 49 (10-17).
Ο ποιητής και κωμωδιογράφος Επίχαρμος (540-450) δίδασκε πως οι Θεοί είναι «αέρας, νερό, γη, ήλιος, φωτιά, αστέρες». Ο φιλόσοφος Μητρόδωρος ο Λαμψακηνός προσπάθησε να αποδείξει πως οι περιπέτειες των θεών και οι μεταμορφώσεις τους απλά παριστάνουν τις διάφορες μεταβολές των φυσικών φαινομένων.
Ο Σοφιστής Κριτίας, δίνει μία άλλη διάσταση στο θέμα της θρησκείας.
«Ήταν κάποτε ένας καιρός που η ζωή των ανθρώπων ήταν άταχτη και θηριώδης, υπηρετούσε την δύναμη του ισχυρότερου και δεν υπήρχε αμοιβή του καλού ή τιμωρία του κακού. Με το κύλισμα του χρόνου, οι άνθρωποι έβαλαν Νόμους να τιμωρούν το κακό κι έτσι η Δίκη εξουσιάζει την Ύβρη. Αλλά οι άνθρωποι με τον εκβιασμό των Νόμων, δεν αμάρταναν φανερά, κρυφά όμως παρανομούσαν. Γι’ αυτό κάποιος σοφός και έμπειρος άντρας ανακάλυψε τους Θεούς για να φοβούνται οι κακοί όταν κρυφά κάνουν ή λένε ή σκέπτονται κάτι. Απ’ αυτήν την σύλληψη ξεκινώντας ο σοφός αυτός εισηγήθηκε πως ο Θεός ήταν ένας δαίμονας παντεπόπτης και παντογνώστης όχι μόνο των έργων αλλά και των σκέψεων των ανθρώπων. Είπε ακόμα πως ο Θεός κατοικεί κοντά τους και πως δείγματα της παρουσίας του είναι τα μετεωρολογικά φαινόμενα… Και έτσι, «ψεύδει καλύψας την αλήθειαν λόγω … έπεισεν τους θνητούς νομίζειν δαιμόνων είναι γένος». Diels II Kritias B 25.
Επινοήσεις, πλάσματα της φαντασίας οι Θεοί, μας λέει ο Κριτίας, όμως η θρησκεία χρειάζεται για να μπαίνει ένα χαλινάρι στον λαό. Αυτονόητο είναι ότι η θέση αυτή δεν συνιστούσε κανένα κίνδυνο για το καθεστώς. Γι’ αυτό και ο Κριτίας δεν διώχτηκε. Να σημειωθεί ότι αργότερα (404-403) ο Κριτίας ήταν ο αρχηγός των Τριάντα Τυράννων που κατέλυσαν το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας.
Την ίδια περίπου εποχή διαβόητος για τον αθεϊσμό του υπήρξε ο Διαγόρας. Ο Διαγόρας κατάγονταν από την Μίλητο, κι όταν η πατρίδα του υποδουλώθηκε ήρθε στην Αθήνα, όπου έκανε τον διθυραμβοποιό (ποιητή). Ποια ήταν η διδασκαλία του, και τι πίστευε για την θρησκεία και τους Θεούς δεν γνωρίζουμε. Υπάρχουν, πάντως, πολλές πηγές και μαρτυρίες, οι οποίες επιβεβαιώνουν την ασέβειά του. Για την οποία του ασκήθηκε, τελικά, δίωξη, αλλά πριν τον πιάσουν ο Διαγόρας έφυγε κρυφά από την Αθήνα (περίπου το 412). Έτσι γλύτωσε το κώνειο. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία τον επικήρυξε με ένα τάλαντο για εκείνον που θα τον σκότωνε και με δύο για εκείνον που θα τον έπιανε ζωντανό και θα τον παρέδιδε στις αρχές της Αθήνας…
Άλλος ονομαστός άθεος έξω από την σχολή των Σοφιστών υπήρξε ο μαθητής του Αρίστιππου Θεόδωρος. Ο Αρίστιππος ήταν αρχηγός σχολής. Η δικιά του ηθική στηρίζονταν στην Ηδονή που αποτελεί τον σκοπό της ζωής. Έζησε περίπου στα 380. Για τον Θεόδωρο λεπτομερειακές ιστορικές μαρτυρίες όσον αφορά τον αθεϊσμό του δεν υπάρχουν. Μόνον οι πατέρες της εκκλησίας τον μνημονεύουν μαζί με άλλους άθεους και προ πάντων μαζί με τον Ευήμερο. Η φήμη μόνον για φανατικό άθεο τον αναφέρει χωρίς το δογματικό μέρος της διδασκαλίας του. Φαίνεται πως πολέμησε με φανατισμό την θρησκεία, γι’ αυτό τις διδασκαλίες του και τα βιβλία του τα εξαφάνισαν. Υπάρχει μία μαρτυρία από τον Πλούταρχο ότι με το βιβλίο του «περί συντάγματος των Θεών» ο Θεόδωρος αποδείκνυε σαν ανοησίες τα όσα οι άνθρωποι πίστευαν για τους Θεούς. Ο Θεόδωρος είναι ο τελευταίος εκπρόσωπος της αθεϊστικής σχολής των σοφιστών, αν και δεν έχει άμεση σχέση μ’ αυτούς.
Οι αρχαίοι ιστοριογράφοι αναφέρουν κι έναν άλλο ακόμη άθεο. Τον Ευήμερο από την Μεσσηνία. Οι πατέρες της εκκλησίας, μάλιστα, τον βάζουν στην πρώτη σειρά των άθεων. Ο Ευήμερος, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, έζησε στην αυλή του βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρου. Ήταν κοσμογυρισμένος, αφού έκανε πολλά ταξίδια στην Μεσόγειο και στην Ασία. Ήταν κι αυτός οπαδός της Κυρηναϊκής Σχολής και μαθητής του Θεόδωρου του άθεου. Πιθανόν έτσι να εξηγείται η αθεΐα του, αν και, όπως ήδη είπαμε, δεν ξέρουμε σε ποια φιλοσοφική βάση στήριζε τον αθεϊσμό του ο Θεόδωρος και η σχολή του.
Από τα ταξίδια του θα πρέπει να έμαθε πολλά, και προ πάντων θα του δόθηκε η ευκαιρία να συγκρίνει την μυθολογία την Ελληνική με τις Ασιατικές θεογονικές παραδόσεις. Πολλές πηγές τον αναφέρουν σαν ονομαστό για την αθεΐα του. Ο Κλήμης (Προτρεπ. ΙΙ 20-23) λέει: «Ευήμερος που μερικοί τον λένε Μεσσήνιο και που τον αναφέρει ο Καλλίμαχος στους χωλιάμβους του ήταν ένας γέρος αλαζόνας που έγραφε άδικα βιβλία και κατηγορούντανε για άθεος». Ο Αιλιανός τον αναφέρει σαν άθεο και ο Κικέρων σαν άθρησκο. Επίσης αναφορές για τον Ευήμερο κάνει και ο Πλούταρχος (περί ΄Ισιδ. και Όσιδ. 23, περί άρεσκ. φιλοσοφ. 34). Ο Ευημερισμός δημιούργησε σχολή και επηρέασε τους ποιητές και τους φιλόσοφους της ρωμαϊκής εποχής.
H ανεκτικότητα προς την θρησκευτική ελευθερία που υπήρχε στην Αθήνα, ανατράπηκε με την κακή πορεία του Πελοποννησιακού πολέμου. Η καταστροφή των Ερμών πριν απο την έναρξη της εκστρατείας στην Σικελία σηματοδότησε μια στροφή προς τον συντηρητισμό, η οποία κορυφώθηκε με τον υποτιθέμενο θάνατο του Σωκράτη. Οι φιλόσοφοι που έκλιναν προς τον αθεϊσμό, αντιμετωπίστηκαν ως ασεβείς, ενώ λήφθηκαν και νομικά μέτρα για να μειωθεί το φαινόμενο της αθεΐας. Υπέρμαχος αυτών των αλλαγών ήταν, φυσικά, ο Πλάτωνας.
Ο Πλάτωνας στα έργα του κατηγορεί τους Σοφιστές σαν άθεους και σαν υπονομευτές των θεσμών. Να σημειώσουμε, εδώ, βέβαια ότι ο πατριάρχης του ιδεαλισμού ξεχνάει πως πρώτοι και καλύτεροι υπονομευτές των θεσμών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ήταν οι φίλοι του οι ολιγαρχικοί, οι οποίοι εκτός αυτού «γλυκοκοίταζαν» και προς τους Λακεδαιμόνιους, με τους οποίους η πατρίδα τους βρίσκονταν σε πόλεμο. Επίσης ξεχνάει ότι προκειμένου να προωθήσει τις πολιτειακές του αντιλήψεις δεν δίστασε να συνεργαστεί με τα πιο τυρρανικά και τα πιο ματοβαμμένα καθεστώτα. Και ακόμη πώς στα πρώτα φιλοσοφικά του βήματα, παρασυρμένος από την ιδεοκρατία του, αμφισβήτησε, με τρόπο βέβαια, τους Ολύμπιους Θεούς, για να κάνει στροφή 180 μοιρών, όταν αντιλήφθηκε την αποκοιμιστική δύναμη της θρησκείας πάνω στις μάζες, οπότε έγινε υπέρμαχος της κρατούσης θρησκείας, και μάλιστα ζητούσε να καταδικάζονται σε θάνατο οι άπιστοι! Αυτόν, πολύ βολικά, υιοθέτησε το χριστιανικό βδέλυγμα που κατέστρεψε τον άνθρωπο.
Εκείνοι, όμως, που άσκησαν δριμεία κριτική στην θρησκεία ήταν οι Σοφιστές. Οι Σοφιστές έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα τον 5ο αιώνα και με τις πρωτοποριακές τους ιδέες, τις πλέον προοδευτικές του καιρού τους, τάραξαν την φιλοσοφική και την πολιτική σκηνή. Επόμενο ήταν να γίνουν στόχος των αντιδραστικών. Ο Αριστοφάνης, ο αυθεντικώτερος εκπρόσωπος της πλέον συντηρητικής μερίδας των ολιγαρχικών, στην κωμωδία του Νεφέλαι επιτίθεται στους Σοφιστές, τους οποίους κατηγορεί ότι με τους νεωτερισμούς τους έφεραν δεινά στην πόλη.
Ο αρνητικός αθεϊσμός στην Ελληνιστική Περίοδο.
Στην Ελληνιστική εποχή, οι ιδέες του Πρόδικου βρήκαν αρκετή απήχηση, ιδίως στο έργο του Ευήμερου ο οποίος αναπαρήγαγε την βασική ιδέα πως οι Θεοί ήταν ευγενείς της αρχαιότητας. Οι φιλοσοφίες του στωικισμού και επικουρισμού πλησίαζαν αρκετά τον αθεϊσμό και για ένα διάστημα μετά τον 2ο αιώνα π.κ.ε. η λαϊκή βάση των διαφόρων θρησκειών είχε υποχωρήσει. Ωστόσο, παρ’ όλη την εξάπλωση του αθεϊσμού, η λέξη άθεος έμεινε να χρησιμοποιείται ως ύβρις για τους αντιπάλους, όπως και στα χρόνια του πρώιμου χριστιανισμού.
Η Επικουρική σχολή αποδεχόταν την ύπαρξη των Θεών, ωστόσο επηρεασμένοι καθώς ήταν απο την ατομική θεωρία, τους έδινε υλική υπόσταση, και για αυτό και είχαν κατηγορηθεί για κρυπτοαθεϊσμό. Μια εξήγηση για τον κρυπτοαθεϊσμό τους ήταν η έλλειψη ανεκτικότητας και ο συνεπακόλουθος κίνδυνος για διώξεις ο οποίος ελλόχευε. Ο Επίκουρος δίδασκε, συμφωνώντας με τον Δημόκριτο, πως ο κόσμος φτιάχτηκε από έναν πολύ μεγάλο αριθμό μικρών άτμητων κομματιών ύλης, τα οποία είναι εφοδιασμένα με μηχανικές κινήσεις, χάρις στις οποίες φέρονται τα μεν προς τα δε και δημιουργούν συνθετώτερες ενώσεις, ακόμη και κόσμους ολόκληρους.
Στις κινήσεις των ατόμων του Δημόκριτου πρόσθεσε μία δικιά του με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ποιοτικά διαφορετικά από τις μηχανικές κινήσεις του Δημόκριτου, την περίφημη κατά παρέγκλιση κίνηση. Εκτός από τα άτομα αυτά δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο. Οι Θεοί υπάρχουν μεν, δεν ζουν όμως ούτε πάνω ή έξω από την φύση, ούτε μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία. Αθάνατοι και μακάριοι βρίσκονται στο διάστημα που χωρίζει τον δικό μας γήινο χώρο από τον άλλο τον άγνωστό μας κόσμο και ζουν εκεί χωρίς φροντίδες και έννοιες, και χωρίς να ενδιαφέρονται ή να επεμβαίνουν στα ζητήματα του ανθρώπου. Με τον τρόπο αυτόν ο Επίκουρος ξεδόντιαζε τους Θεούς. Χωρίς να προκαλεί την κρατική εξουσία, η οποία δεν ανέχονταν την φανερή αθρησκεία, καθιστούσε τους Θεούς τελείως ακίνδυνους.
Οι άθεοι οι οποίοι ξεχώρισαν την Ελληνιστική εποχή ήταν ο Θεόδωρος ο Άθεος και ο Ευήμερος. Ο Θεόδωρος κατηγορήθηκε για την εξάπλωση του αθεϊσμού σε όλο τον γνωστό κόσμο ενώ η συνεισφορά του Ευήμερου ήταν στην απομυθοποίηση των Θεών, προσφέροντας ανθρωπογενή ερμηνεία.
Ήταν οι Επικούρειοι που αποκαλούνταν συνήθως «άθεοι». Ο Επίκουρος ίδρυσε τον περίφημο Κήπο του στην Αθήνα στα τέλη του 4ου αι. π.κ.ε. ίσως στο σημείο όπου η Οδός Πλαταιών διασχίζει από κάτω την Λεωφόρο Αθηνών. Δίδασκε ότι όλα είναι φτιαγμένα από άτομα και κενό, πως δεν υπάρχει «πνεύμα» στον κόσμο. Επίσης, ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα και δεν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Παραδόξως, επέμενε ότι υπάρχουν Θεοί στον κόσμο, αλλά πουθενά σε κανένα σωζόμενο επικούρειο κείμενο δεν λέει πώς υποτίθεται ότι συμβαίνει αυτό όταν οι Θεοί είναι φτιαγμένοι από φθαρτό υλικό.
Σώζεται ένα μεγάλο ποίημα του Λουκρήτιου για το επικούρειο δόγμα, αλλά παρόλο που υπόσχεται να μας πει τι σκεφτόταν ο Επίκουρος για τους Θεούς, δεν το κάνει ποτέ. Ο Επίκουρος και οι Επικούρειοι είχαν διαμάχες ως προς το θέμα των Θεών. Γνώριζαν ότι ήταν επικίνδυνο στην κλασική Αθήνα να παίζεις τον άθεο (μην ξεχνάμε, ήταν η αντιαθεϊστική νομοθεσία που σκότωσε τον Σωκράτη), αλλά δεν είχαν έναν εύκολο τρόπο να προσαρμόσουν τους Θεούς στο σύστημά τους (εκτός ως ιδανικά παραδείγματα αρετής). Πιθανώς η πιο σημαντική θεϊστική φιλοσοφία ήταν ο Πλατωνισμός –σημαντική εξαιτίας της επιρροής της στον χριστιανισμό. Ο Τίμαιος του Πλάτωνα είναι το μόνο έργο της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας που επιβάλουν να διαβάζεται συνεχώς.
Το κρίσιμο σημείο ήταν ότι έως τον 3ο αιώνα μ.κ.ε. οι χριστιανοί είχαν συνειδητοποιήσει ότι θα έπρεπε να προσηλυτίσουν την άρχουσα τάξη, αν ήθελαν η θρησκεία τους να έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας. Άρα ήταν πολύ σημαντικό να γίνει συμβατή με τις κυρίαρχες φιλοσοφικές πεποιθήσεις αυτών των τάξεων. Αυτή, βασικά, είναι και η προέλευση της θεολογίας: Μια προσπάθεια να συνδυαστεί η Ελληνική φιλοσοφία με τον χριστιανισμό.
Έτσι, για παράδειγμα, ο Στωικισμός απεδείχθη μια «θεόσταλτη» φιλοσοφία. Θεωρούσαν (οι Στωικοί) ότι τα πράγματα γίνονταν για κάποια αιτία ως μέρος ενός γενικού σχεδίου. Ο Πλατωνισμός έκανε έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ του επίγειου κόσμου του σώματος και του ανώτερου μεγαλείου της ψυχής. Και οι δυο αυτές πεποιθήσεις ήταν βολικές για την βασικό χριστιανικό δόγμα και εδραιώθηκαν ακόμα περισσότερο.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα υπάρχει συλλογική άγνοια της μακράς ιστορίας της αθεΐας –κάτι που δεν ίσχυε ως τον 18ο-19ο αιώνα– γεγονός που αποδίδετε, σε μεγάλο ποσοστό, στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Το 1737, ο Βολταίρος έστειλε στον Φρειδερίκο τον Μέγα μια γραμμή του Λουκρήτιου (Ρωμαίου ποιητή και φιλόσοφου του 1ου αι. π.κ.ε.): «Η θρησκεία έχει πείσει τους ανθρώπους σε τόσο κακό». Είναι από ένα απόσπασμα όπου ο Λουκρήτιος κριτικάρει τον μύθο του Αγαμέμνονα, ο οποίος θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια για να κατευνάσει την Άρτεμη, ώστε να φυσήξουν οι άνεμοι και ο στόλος να φτάσει στην Τροία. Τι κακό, λέει ο Λουκρήτιος (και ο Βολταίρος συμφωνεί), να θυσιάζεις την ίδια την κόρη σου από άγνοια και δεισιδαιμονία!
Ο λόγος που λέω αυτή την ιστορία είναι ότι τον 18ο αιώνα στην Ευρώπη η συζήτηση γύρω από την αθεΐα δεν ήταν απλώς θέμα επιστήμης και πίστης, αλλά ήταν επίσης θέμα ιστορίας και της μακράς ιστορίας των ιδεών. Πολύ λίγοι άνθρωποι διαβάζουν Λουκρήτιο αυτές τις ημέρες, αλλά ήταν μεγάλη είδηση στην εποχή του Βολταίρου. Δεν πιστεύω ότι η ιστορία δίνει απαντήσεις σε σύγχρονα ερωτήματα, αλλά μας επιτρέπει να δούμε αυτά τα ερωτήματα με πιο πλούσιο, σφαιρικό τρόπο και να κατανοούμε καλύτερα τους περιορισμούς των δικών μας προοπτικών.
Το πρώτο γνωστό στην ιστορία παράδειγμα πολιτικοποίηση της θρησκείας στην αρχαιότητα, είναι το ψήφισμα (νόμος) του Διοπείθη, μάντη του 5ου αι. π.κ.ε. που οδήγησε στην δίωξη πολλών φιλοσόφων, όπως του Αναξαγόρα (επιστήθιου φίλου του Περικλή) και του Σωκράτη, δασκάλου, μεταξύ άλλων, του Κριτία ενός από τους Τριάκοντα Τυράννους της Αθήνας και πιθανόν ενός από τους αρχαίους άθεους.
Είναι το πρώτο παράδειγμα στην καταγεγραμμένη ιστορία της νομοθεσίας που στρέφεται κατά της δυσπιστίας στους Θεούς. Παραδόξως οδήγησε επίσης, στην δημιουργία του αθεϊσμού ως κοινωνικά αναγνωρισμένης κατηγορίας. Ο νόμος αναφερόταν σε «όσους δεν πίστευαν στους θεούς» («οἱ μὴ νομίζοντες τοὺς θεούς», το ακριβές νόημα είναι πολύ συζητήσιμο). Πάντα υπήρχαν άνθρωποι που δεν πίστευαν στους θεούς, αλλά με τον νόμο του Διοπείθη αναγνωρίστηκαν δημοσίως. Αμέσως μετά ακολούθησε ένα τεράστιο κύμα ενδιαφέροντος για την αντι-θεϊστική σκέψη. Οι άνθρωποι είναι διεστραμμένοι: Όταν τους λες να μην κάνουν κάτι, πάντα το κάνουν!
Όσοι Θεοί τόσοι Άθεοι.
Σύμφωνα με την βρετανική εφημερίδα Guardian. Οι περισσότεροι άθεοι περνούν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους όντας δύσπιστοι σε διάφορα θέματα και θέτοντας συνεχώς οντολογικά ερωτήματα. Αλλά τι είναι αυτό που κάνει κάποιες ιδιαίτερες μορφές δυσπιστίας πνευματικά γόνιμες ή κοινωνικά σημαντικές;
Για να θέσουμε αυτές τις συζητήσεις σε κάποιο είδος προοπτικής, έχει ενδιαφέρον να ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία του αθεϊσμού. Η πίστη στον Θεό απαιτεί κατ’ ανάγκη απώλεια κάθε λογικής. Είναι μια συνοπτική, ιστορία, πράγμα που δείχνει ότι ο αθεϊσμός δεν είναι απλώς το φυσικό αποτέλεσμα της αύξησης της επιστημονικής γνώσης, αλλά και ότι η θρησκεία είναι απομεινάρι τόσο της άγνοιας όσο και των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών.
Το πρώτο πράγμα που τραβά το ενδιαφέρον είναι ότι τα επιχειρήματα υπέρ της αθεΐας έχουν τις ρίζες τους αρκετά πίσω στο χρόνο. Συγκεκριμένα, ένα από τα παλαιότερα ευρήματα αποτελεί ένα βαβυλωνιακό δισκίο από το 1.000 π.κ.ε. που αναφέρεται στο βιβλίο του Ρόμπερτ Μπέλα. Επιπλέον, το βιβλίο του Ιώβ είναι σίγουρα ένα ισχυρό επιχείρημα ενάντια σε αυτό που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει «τμήμα δημοσίων σχέσεων του Θεού».
Η αθεΐα ήταν από την αρχή «ένα εποικοδομητικό και δημιουργικό φαινόμενο», που ενδιαφερόταν όχι μόνο να γκρεμίσει την παλιά τάξη, αλλά και να στήσει ένα καινούριο κόσμο πάνω στον ορθολογισμό. Η ιστορία του αθεϊσμού θα μπορούσε να συνδεθεί με την ιστορία της πάλης ενάντια σε κάθε αρχή. Για να αρνηθεί κανείς τον Θεό δεν έφτανε απλά να αρνηθεί τον Θεό, θα έπρεπε να αρνηθεί τον αυτοκράτορα ή το βασιλιά που κυβερνούσε, τις κοινωνικές δομές που επέβαλλε στις ζωές των ανθρώπων, τις κοινωνικές σχέσεις που ρύθμιζε, τις ελπίδες που ενέπνεε και τις απόφαση που τους καθησύχαζαν.
Αν και τα παραπάνω ενέχουν μια αλήθεια, αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμάχη ανάμεσα στην θρησκεία και τον αθεϊσμό δεν είναι παρά μόνο πολιτική κι όχι θεολογική. Για παράδειγμα, τον 16ο αιώνα, εκατοντάδες χριστιανοί έγραψαν χιλιάδες σελίδες αφορισμού των θεολογικών ιδεολογιών των αντιπάλων τους, και γεγονός ότι οι θεολογικές διαφορές μπορεί να είναι ένα κρυπτογράφημα για τις διάφορες πολιτικές ή κοινωνικές απειλές, είναι απλά μια απόχρωση του θέματος.
Στην Ελλάδα, οι λογικές δυσκολίες ενός παντοδύναμου και φιλάνθρωπου Θεού έγιναν αμέσως σαφείς όταν οι άνθρωποι άρχισαν να επεξεργάζονται έννοιες όπως η παντοδυναμία και η καλοσύνη. Σύμφωνα με τον Guardian, ό,τι χρειαζόταν κανείς για να είναι πνευματικά δύσπιστος στον Θεό που ασπαζόταν ο χριστιανισμός, τέθηκε σε ισχύ από την γέννηση του Ιησού-Γιαχβέ.
Υπό αυτό το πρίσμα, είναι αξιοσημείωτο όχι το γεγονός ότι υπάρχουν τόσοι άθεοι σήμερα, αλλά ότι υπήρχαν πάντα κάποιοι λίγοι ανά τους αιώνες της δόξας της χριστιανοσύνης, αλλά και αιώνες πριν από αυτήν. Αν και πολλοί θα έλεγαν ότι οι διώξεις που δέχονταν οι μη χριστιανοί ή οι άθεοι θα μπορούσαν να καταστείλουν τέτοιες τάσεις, στην πραγματικότητα δεν φαίνεται να είναι ο κύριος λόγος του τόσο μεγάλου αριθμού άθεων. Δεδομένου ότι οι διώξεις δεν κατάφεραν να καταστείλουν άλλες διαφορετικές αιρέσεις, γιατί θα έπρεπε να καταστείλουν με επιτυχία τις πιο λογικά προφανείς και ριζικές αντιρρήσεις για το σύνολο της θεϊκής πίστης;
Μια απάντηση, είναι ότι ο αθεϊσμός ερχόταν πάντα δεύτερος. Η ύπαρξη του αθεϊσμού προϋποθέτει την ύπαρξη ενός Θεού, τον οποίο να απορρίπτει. Έτσι, πολλές φορές αθεϊσμός συνδέεται με την έννοια της «ασέβειας». Την ίδια στιγμή, η έννοια του Θεού είναι εξαιρετικά ευέλικτη: υπάρχουν περιπτώσεις που η έννοια «Θεός» είναι τόσο γενική ή παράξενη, ακόμη και βδελυρή, που ακόμα και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν αντιμετωπισθεί ως άθεοι από τους ειδωλολάτρες γύρω τους.
Εντούτοις, επιχειρήματα κατά της δικαιοσύνης του Θεού, όπως αυτά που βλέπουμε στην Βαβυλώνα, δεν είναι τα επιχειρήματα κατά της ύπαρξής του: είναι επιχειρήματα ως προς τον χαρακτήρα του, τα οποία προϋποθέτουν ότι έχει έναν.
Ο σύγχρονος αθεϊσμός, με την έννοια της απόρριψης των χριστιανικών μονοθεϊστικών δογμάτων για το Θεό, δεν είχε ξεκινήσει πραγματικά μέχρι τον 18ο αιώνα. Όμως, από την Γαλλική Επανάσταση, η σύγχρονη δυτική κουλτούρα και πολιτισμός, πρότεινε επιχειρήματα, τα οποία εδραιώθηκαν τα επόμενα 100 χρόνια.
Παρόλο που τέτοιου είδους θέματα απασχολούν την φιλοσοφία, η μελέτη για το πώς αυτά τα επιχειρήματα εξαπλώθηκαν και συνδέθηκαν άρρηκτα με τις σύγχρονες κοινωνίες, αποδεικνύει ότι έχουν ιστορικές και πολιτικές βάσεις, και όχι φιλοσοφικές. Καθώς ήταν αδύνατο να διαχωριστεί ο χριστιανισμός από την χριστιανική εκκλησία, οποιαδήποτε μορφή αντίρρησης σε αυτόν καθορίστηκε από τον ρόλο της εκκλησίας στις διάφορες κοινωνίες.
Άν δούμε τις θρησκευτικές διδασκαλίες, από την σκοπιά της ηθικής παρά από πραγματική ή ιστορική θεώρηση, θα δούμε ότι η άποψη αυτή χρονολογείται τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα, όταν ο Καρδινάλιος Καίσαρ Μπαρόνιο υποστήριξε ότι, η Αγία Γραφή μας πληροφορεί για τον δρόμο προς τον παράδεισο και όχι πως θα είναι αυτός. Προωθώντας την έννοια της «θρησκευτικότητας ως πρότυπο ζωής και όχι ένα σύνολο επαληθεύσιμων προτάσεων», αυτό που έχει σημασία δεν είναι τα δόγματα (όπως το εάν η αιώνια καταδίκη ή ακόμα και η ανάσταση του Ιησού-Γιαχβέ είναι αληθής ή ψευδής) αλλά το εάν μια ζωή που καθοδηγείται από αυτές τις ιδέες είναι κάπως πλουσιότερη ή πληρέστερη. Ξέρουμε πως δεν είναι.
Αν αυτό είναι σωστό, τότε οι άθεοι που έχουν επικρίνει την θρησκεία έχουν θεαματικά χάσει το σημείο ευτυχίας, «στροβιλιζόμενοι σε θεολογικούς ανεμόμυλους».
Όμως, υπάρχουν και οι πολιτικοί και κοινωνικοί παράγοντες που εμπλέκονται στις διάφορες διαμάχες και σχίσματα. Επομένως, οι μάχες δεν είναι μόνο πολιτικές ή μόνο μεταφυσικές: είναι στην πραγματικότητα ένα συνονθύλευμα και των δύο.
Για παράδειγμα, το βάρος της Αγγλικανικής εγκαθίδρυσης θα μπορούσε να προσφέρει ένα πολύ πιο ισχυρό κίνητρο για την αθεΐα. Αλλά η παρουσία της ακμάζουσας παράδοσης των αριστερών χριστιανών ενίσχυσε τις κοινωνικά συνειδητές μορφές της Αγγλικανικής πεποίθησης: η Καθολική Εκκλησία στην χώρα αυτή ήταν με την πλευρά των εργατικών τάξεων.
Ο Ρίτσαρντ Ντόκινς στο βιβλίο του, «Η περί θεού αυταπάτη» (The God Delusion, 2006), υποστηρίζει ότι ο αθεϊσμός δεν είναι δόγμα που βασίζεται σε γραφές που δεν έχουν αλλάξει για χιλιάδες χρόνια (όπως τα ιερά βιβλία σχεδόν όλων των θρησκειών), αλλά μια λογική παρατήρηση του κόσμου γύρω μας, βασισμένη στην επιστημονική μέθοδο. Αντίθετα ο χριστιανισμός, ο ιουδαϊσμός, το ισλάμ, οι οποίες είναι οι κυριότερες θρησκείες παγκοσμίως, κηρύσσουν σήμερα τα ίδια πράγματα που κήρυτταν και πριν από εκατονταετίες ενώ τα ιερά βιβλία τους έχουν παραμείνει ίδια χωρίς ανανέωση.
Το μόνο που άλλαξε είναι η ερμηνεία των ιερών κειμένων, τακτική που ακολουθείται για να συνυπάρχει η θρησκεία με τις αναμφισβήτητες σύγχρονες επιστημονικές αλήθειες. Παραδείγματος χάριν η ερμηνεία των ιερών βιβλίων του χριστιανισμού καταδίκασε τον Γαλιλαίο σε θάνατο επειδή υποστήριζε ότι η Γη κινείται ενώ ακριβώς τα ίδια βιβλία θεωρούν σήμερα ότι η Μεγάλη Έκρηξη είναι απολύτως συμβατή με την χριστιανική διδασκαλία, εφ’ όσον ο θεός με έκρηξη έπλασε τον κόσμο, δηλαδή ότι βολεύει την ύπαρξή τους και την τσέπη τους.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι από την περίοδο της ακμής του αρχαίου κόσμου, μέχρι και σήμερα, η αθεΐα δεν ήταν ανεκτή από την Πολιτεία. Η Πολιτεία προστάτευε τους θεούς και η ποινή του θανάτου περίμενε τους άθεους. Μόνο μετά τα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς τα θρησκευτικά ήθη έχουν χαλαρώσει, η αθεΐα κάνει ξανά την εμφάνισή της σε πλατιές μάζες και πολλοί διάσημοι και επώνυμοι της εποχής διατυμπάνιζαν την άρνηση των θεών.
Εν τούτοις, παρά τις αυστηρές ποινές, φωτισμένα μυαλά και διανοητές με πρωτοπόρα σκέψη δεν δίστασαν να ερευνήσουν το θέμα της θρησκείας, της καταγωγής των θεών, της προέλευσης του θρησκευτικού συναισθήματος, και να διατυπώσουν τολμηρές, λογικές κι αυταπόδεικτες απόψεις πάνω στα ζητήματα αυτά, απόψεις, που όσο και εάν ήταν σε πολλές περιπτώσεις συγκεκαλυμμένες τους έφεραν αντιμέτωπους με τους κρατούντες και τους νόμους, με αποτέλεσμα να γνωρίσουν διώξεις ή να αναγκαστούν να πιουν το κώνειο.
Το μικρό αυτό άρθρο είναι αφιερωμένο σ’ αυτούς τους θαρραλέους διανοητές, που έζησαν και έδρασαν στην αρχαία Ελλάδα.
Τα λάθη που κάνουμε στην αγάπη
Όχι πως οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η αγάπη δεν είναι κάτι σημαντικό. Διψούν για αυτήν, παρακολουθούν αμέτρητες ταινίες με θέμα ευτυχισμένες ή ατυχείς ιστορίες αγάπης, ακούν εκατοντάδες ανόητα τραγούδια που μιλούν για αγάπη – κι όμως ελάχιστοι είναι αυτοί που υποψιάζονται ότι ίσως υπάρχει κάτι το οποίο θα πρέπει να μάθουν σχετικά με την αγάπη. Αυτή η παράξενη στάση απέναντι στο ζήτημα, βασίζεται σε κάποιες υποθέσεις οι οποίες, είτε καθεμία ξεχωριστά είτε σε συνδυασμό μεταξύ τους, τείνουν να την στηρίζουν.
Πρώτον, οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν το ζήτημα της αγάπης κυρίως ως πρόβλημα τού πώς να αγαπηθούν παρά τού πώς να αγαπήσουν και αν είναι ικανοί να αγαπήσουν. Κι έτσι, το πρόβλημα τους είναι πως να κάνουν τους άλλους να τους αγαπήσουν, πως να γίνουν αξιαγάπητοι. Για την επιδίωξη αυτού του σκοπού, ακολουθούν πολλά και διάφορα μονοπάτια.
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΡΑΣΗ, ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ ΤΟΛΜΗΜΑ, ΠΟΥ ΝΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟΣΟ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΚΙ ΟΜΩΣ ΝΑ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ ΤΟΣΟ ΣΥΧΝΑ ΟΣΟ Ο ΕΡΩΤΑΣ.
Μια δεύτερη υπόθεση, που κρύβεται πίσω από την άποψη πως δεν υπάρχει τίποτα το οποίο θα πρέπει να μάθουμε σχετικά με την αγάπη, είναι ότι το ζήτημα της αγάπης έχει να κάνει με ένα αντικείμενο και όχι με μία ικανότητα. Οι άνθρωποι πιστεύουν πως το να αγαπάς είναι απλό και ότι το δύσκολο είναι να βρεις το σωστό άτομο για να αγαπήσεις – ή για να αγαπηθείς από αυτό. Αυτή η αντίληψη, έχει πολλές από τις αιτίες της ριζωμένες στην εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας μας.
Το τρίτο σφάλμα, το οποίο οδηγεί στην υπόθεση ότι δεν υπάρχει τίποτα που να πρέπει να μάθουμε σχετικά με την αγάπη, έγκειται στο ότι συγχέουμε την πρωταρχική εμπειρία του «ερωτεύομαι» με τη μόνιμη κατάσταση του «είμαι ερωτευμένος», ή όπως θα λέγαμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, του «παραμένω ερωτευμένος»… Στην πραγματικότητα, εκλαμβάνουμε την ένταση του ερωτικού μας ξεμυαλίσματος, αυτή την «τρέλα» που νιώθει ο ένας για τον άλλο, ως απόδειξη της δύναμης της αγάπης μας, ενώ στην πραγματικότητα όλα αυτά ίσως δεν αποδεικνύουν παρά το βάθος της μοναξιάς που νιώθαμε προηγουμένως και τίποτα περισσότερο.
Αυτή η αντίληψη – ότι δηλαδή τίποτα δεν είναι πιο εύκολο από το αν αγαπάς – εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη, παρά τις συντριπτικές αποδείξεις που υπάρχουν για το αντίθετο. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία άλλη ανθρώπινη δράση, κανένα άλλο τόλμημα, που να αρχίζει με τόσο τεράστιες ελπίδες και προσδοκίες κι όμως να αποτυγχάνει τόσο συχνά όσο ο έρωτας.
Πρώτον, οι περισσότεροι άνθρωποι βλέπουν το ζήτημα της αγάπης κυρίως ως πρόβλημα τού πώς να αγαπηθούν παρά τού πώς να αγαπήσουν και αν είναι ικανοί να αγαπήσουν. Κι έτσι, το πρόβλημα τους είναι πως να κάνουν τους άλλους να τους αγαπήσουν, πως να γίνουν αξιαγάπητοι. Για την επιδίωξη αυτού του σκοπού, ακολουθούν πολλά και διάφορα μονοπάτια.
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΧΕΔΟΝ ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΔΡΑΣΗ, ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ ΤΟΛΜΗΜΑ, ΠΟΥ ΝΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΜΕ ΤΟΣΟ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΚΙ ΟΜΩΣ ΝΑ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ ΤΟΣΟ ΣΥΧΝΑ ΟΣΟ Ο ΕΡΩΤΑΣ.
Μια δεύτερη υπόθεση, που κρύβεται πίσω από την άποψη πως δεν υπάρχει τίποτα το οποίο θα πρέπει να μάθουμε σχετικά με την αγάπη, είναι ότι το ζήτημα της αγάπης έχει να κάνει με ένα αντικείμενο και όχι με μία ικανότητα. Οι άνθρωποι πιστεύουν πως το να αγαπάς είναι απλό και ότι το δύσκολο είναι να βρεις το σωστό άτομο για να αγαπήσεις – ή για να αγαπηθείς από αυτό. Αυτή η αντίληψη, έχει πολλές από τις αιτίες της ριζωμένες στην εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας μας.
Το τρίτο σφάλμα, το οποίο οδηγεί στην υπόθεση ότι δεν υπάρχει τίποτα που να πρέπει να μάθουμε σχετικά με την αγάπη, έγκειται στο ότι συγχέουμε την πρωταρχική εμπειρία του «ερωτεύομαι» με τη μόνιμη κατάσταση του «είμαι ερωτευμένος», ή όπως θα λέγαμε με μεγαλύτερη ακρίβεια, του «παραμένω ερωτευμένος»… Στην πραγματικότητα, εκλαμβάνουμε την ένταση του ερωτικού μας ξεμυαλίσματος, αυτή την «τρέλα» που νιώθει ο ένας για τον άλλο, ως απόδειξη της δύναμης της αγάπης μας, ενώ στην πραγματικότητα όλα αυτά ίσως δεν αποδεικνύουν παρά το βάθος της μοναξιάς που νιώθαμε προηγουμένως και τίποτα περισσότερο.
Αυτή η αντίληψη – ότι δηλαδή τίποτα δεν είναι πιο εύκολο από το αν αγαπάς – εξακολουθεί να είναι κυρίαρχη, παρά τις συντριπτικές αποδείξεις που υπάρχουν για το αντίθετο. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία άλλη ανθρώπινη δράση, κανένα άλλο τόλμημα, που να αρχίζει με τόσο τεράστιες ελπίδες και προσδοκίες κι όμως να αποτυγχάνει τόσο συχνά όσο ο έρωτας.
ΔΕΙΜΟΣ ΚΑΙ ΦΟΒΟΣ: ΟΙ ΗΝΙΟΧΟΙ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΑΣ
Όλη η ανθρωπότητα έχει κυλιστεί στην σκόνη και την λάσπη του φόβου και του τρόμου. Η μάχη αυτή είναι από τις πιο απάνθρωπες που έχει δώσει το ανθρώπινο γένος. Τα όπλα είναι φτιαγμένα μόνο για επίθεση και όχι για άμυνα.
Έτσι στον βωμό του φόβου δεν θυσιάζουμε όπως οι Σπαρτιάτες πριν την μάχη το σφάγιο που είθισται αλλά την ύπαρξη μας. Οι περισσότεροι πετρώνουν πριν ξεκινήσει η μάχη και δεν πολεμούν καν.
Ποιος όμως είναι ο Δείμος και Φόβος;
Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι του Μύθου και της Ιστορίας μας.
Γύρω από τον θεό Άρη βρίσκεται ορισμένος αριθμός θεοτήτων οι οποίοι προσωποποιούν όπως αυτός τον πόλεμο. Συμβάλουν στην πραγμάτωση του πολέμου. Θεωρούνται απαραίτητοι και τον συνοδεύουν στο πεδίο της μάχης.
Δύο εξ αυτών των συνοδών είναι οι γιοι του από την Αφροδίτη, ο Φόβος και ο Δείμος, οι οποίοι ήταν προσδεμένοι ως ηνίοχοι στο άρμα μάχης του. Ο Δείμος και ο Φόβος ενσαρκώνουν όλη την φρίκη και τον τρόμο του πολέμου.
Φόβος κυριολεκτικά σημαίνει η «φυγή από δειλία», ενώ Δείμος είναι η «παράλυση από τον πολύ μεγάλο φόβο». Είναι ο τρόμος.
Ο Φόβος είναι αυτός που τρέπει σε φυγή από τον φόβο του «να χυθεί αίμα», ενώ ο Δείμος μας «δέει/ δένει» από τον φόβο και μας παραλύει.
Ο φόβος ως συναίσθημα μας κάνει να θέλουμε να αποφύγουμε κάθε τι κακό, κάθε τι που θα μας βλάψει.
Προέρχεται από το ρήμα «φέβω»- «τρέπομαι σε φυγή». Αρχικά προκύπτει από το μονοσύλλαβο ρήμα «φω» που μας δίνει τόσο το «φέβω» όσο και το «φονεύω». Στο ρήμα «φέβω» εμπεριέχεται και το «βω» που σημαίνει «βαίνω, πορεύομαι».
Όποτε η πλήρης κατανόηση της λέξης φόβος είναι:
«Βαίνω όπισθεν και τρέπομαι σε φυγή, φεύγω/φέβω για να μην φονευθώ».
Ενώ ο Δείμος, εκ του «δέω /δεσμεύω» μας δένει, μας καταστεί ανήμπορους να κινηθούμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και όποιον τρόπο για την σωτηρία μας.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όλη μου η ζωή κύλησε στο πεδίο αυτής της μάχης. Μιας μάχης άνισης αλλά απαραίτητης για την ύπαρξη μου και την πορεία της ψυχής μου προς τον τερματικό σταθμό, αυτό των Ηλυσίων πεδίων.
Σε αυτή την μάχη συμπολεμιστές μου όλη η ανθρωπότητα. Εγώ, εσύ, αυτός, εκείνοι.
Αυτή η θεϊκή υπέροχη ανθρωπότητα που σε κάποιους, αμνημόνευτους χρόνους, σε κάποιες άλλες γενιές, σκλαβώθηκε και μολύνθηκε από το βάκιλο του φόβου.
Όλοι υπήρξαμε θύματα του φόβου. Όλοι μολύνθηκαν. Όλοι πετρώσαμε από τα δεσμά του τρόμου.
Ο θάνατος μας δεν ήταν η πληρωμή του φόβου μας. Αυτός θα ερχόταν όπως και να έχει.
Δεν πεθάναμε στα πεδία της μάχης, αλλά εκεί έξω, στην φιλήσυχη ζωή μας.
Τρομοκρατηθήκαμε από την ζωή.
Τα δεσμά του Δείμου μετονομάστηκαν Δειμοκρατία και ο φόβος των ψυχών μας φόνευσε ό,τι θεϊκό κυλούσε στις φλέβες μας.
Αυτοί που επέτρεψαν αυτήν την μόλυνση της ανθρώπινης ύπαρξης από τα δύο παιδιά του θεού Άρη, είμαστε εμείς.
Αν κάτι ακούω από παιδί είναι το πόσο δυνατή είμαι.
Στα πεδία των μαχών συναντήθηκα με πολλούς δυνατούς. Οι περισσότεροι δεν το ξέραμε καν ότι είμασταν δυνατοί. Δεν ξέραμε την δύναμη και την αφοβία που μας έδιναν ως χαρακτηριστικό.
Γιατί όλοι μας είχαμε ένα κοινό μυστικό: πριν γίνουμε άφοβοι είχαμε φοβηθεί πολύ. Πάρα πολύ.
Όμως η θεότητα που έρρεε στις φλέβες μας, κάθε φορά μας σήκωνε από το έδαφος, επούλωνε τις πληγές μας, καθάριζε τις σκόνες και μας έδινε τα όπλα για την επόμενη μάχη.
Ο μηχανισμός που έχουμε όλοι μέσα μας, αυτά τα χρυσά γρανάζια δώρα του θεού Ήφαιστου πρέπει πάση θυσία να ενεργοποιηθούν.
Γιατί ο πόλεμος δεν τελείωσε. Μόνο η μάχη.
Έτσι στον βωμό του φόβου δεν θυσιάζουμε όπως οι Σπαρτιάτες πριν την μάχη το σφάγιο που είθισται αλλά την ύπαρξη μας. Οι περισσότεροι πετρώνουν πριν ξεκινήσει η μάχη και δεν πολεμούν καν.
Ποιος όμως είναι ο Δείμος και Φόβος;
Ας πάμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι του Μύθου και της Ιστορίας μας.
Γύρω από τον θεό Άρη βρίσκεται ορισμένος αριθμός θεοτήτων οι οποίοι προσωποποιούν όπως αυτός τον πόλεμο. Συμβάλουν στην πραγμάτωση του πολέμου. Θεωρούνται απαραίτητοι και τον συνοδεύουν στο πεδίο της μάχης.
Δύο εξ αυτών των συνοδών είναι οι γιοι του από την Αφροδίτη, ο Φόβος και ο Δείμος, οι οποίοι ήταν προσδεμένοι ως ηνίοχοι στο άρμα μάχης του. Ο Δείμος και ο Φόβος ενσαρκώνουν όλη την φρίκη και τον τρόμο του πολέμου.
Φόβος κυριολεκτικά σημαίνει η «φυγή από δειλία», ενώ Δείμος είναι η «παράλυση από τον πολύ μεγάλο φόβο». Είναι ο τρόμος.
Ο Φόβος είναι αυτός που τρέπει σε φυγή από τον φόβο του «να χυθεί αίμα», ενώ ο Δείμος μας «δέει/ δένει» από τον φόβο και μας παραλύει.
Ο φόβος ως συναίσθημα μας κάνει να θέλουμε να αποφύγουμε κάθε τι κακό, κάθε τι που θα μας βλάψει.
Προέρχεται από το ρήμα «φέβω»- «τρέπομαι σε φυγή». Αρχικά προκύπτει από το μονοσύλλαβο ρήμα «φω» που μας δίνει τόσο το «φέβω» όσο και το «φονεύω». Στο ρήμα «φέβω» εμπεριέχεται και το «βω» που σημαίνει «βαίνω, πορεύομαι».
Όποτε η πλήρης κατανόηση της λέξης φόβος είναι:
«Βαίνω όπισθεν και τρέπομαι σε φυγή, φεύγω/φέβω για να μην φονευθώ».
Ενώ ο Δείμος, εκ του «δέω /δεσμεύω» μας δένει, μας καταστεί ανήμπορους να κινηθούμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και όποιον τρόπο για την σωτηρία μας.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Όλη μου η ζωή κύλησε στο πεδίο αυτής της μάχης. Μιας μάχης άνισης αλλά απαραίτητης για την ύπαρξη μου και την πορεία της ψυχής μου προς τον τερματικό σταθμό, αυτό των Ηλυσίων πεδίων.
Σε αυτή την μάχη συμπολεμιστές μου όλη η ανθρωπότητα. Εγώ, εσύ, αυτός, εκείνοι.
Αυτή η θεϊκή υπέροχη ανθρωπότητα που σε κάποιους, αμνημόνευτους χρόνους, σε κάποιες άλλες γενιές, σκλαβώθηκε και μολύνθηκε από το βάκιλο του φόβου.
Όλοι υπήρξαμε θύματα του φόβου. Όλοι μολύνθηκαν. Όλοι πετρώσαμε από τα δεσμά του τρόμου.
Ο θάνατος μας δεν ήταν η πληρωμή του φόβου μας. Αυτός θα ερχόταν όπως και να έχει.
Δεν πεθάναμε στα πεδία της μάχης, αλλά εκεί έξω, στην φιλήσυχη ζωή μας.
Τρομοκρατηθήκαμε από την ζωή.
Τα δεσμά του Δείμου μετονομάστηκαν Δειμοκρατία και ο φόβος των ψυχών μας φόνευσε ό,τι θεϊκό κυλούσε στις φλέβες μας.
Αυτοί που επέτρεψαν αυτήν την μόλυνση της ανθρώπινης ύπαρξης από τα δύο παιδιά του θεού Άρη, είμαστε εμείς.
Αν κάτι ακούω από παιδί είναι το πόσο δυνατή είμαι.
Στα πεδία των μαχών συναντήθηκα με πολλούς δυνατούς. Οι περισσότεροι δεν το ξέραμε καν ότι είμασταν δυνατοί. Δεν ξέραμε την δύναμη και την αφοβία που μας έδιναν ως χαρακτηριστικό.
Γιατί όλοι μας είχαμε ένα κοινό μυστικό: πριν γίνουμε άφοβοι είχαμε φοβηθεί πολύ. Πάρα πολύ.
Όμως η θεότητα που έρρεε στις φλέβες μας, κάθε φορά μας σήκωνε από το έδαφος, επούλωνε τις πληγές μας, καθάριζε τις σκόνες και μας έδινε τα όπλα για την επόμενη μάχη.
Ο μηχανισμός που έχουμε όλοι μέσα μας, αυτά τα χρυσά γρανάζια δώρα του θεού Ήφαιστου πρέπει πάση θυσία να ενεργοποιηθούν.
Γιατί ο πόλεμος δεν τελείωσε. Μόνο η μάχη.
Οι βάσεις της δυτικής παράδοσης και ο Διαφωτισμός
ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΔΟΘΕΙ κάποιος ορισμός στον Διαφωτισμό των τελών του δέκατου έβδομου και των αρχών του δέκατου όγδοου αιώνα. Υπάρχουν τρεις προτάσεις, αν μπορούμε να συνοψίσουμε ολόκληρο το κίνημα σε αυτές, οι οποίες αποτέλεσαν τις βάσεις, ούτως ειπείν, πάνω στις οποίες εδράστηκε ολόκληρη η δυτική παράδοση. Δεν περιορίζονται στον Διαφωτισμό, αν και ο Διαφωτισμός προσέφερε μια πολύ συγκεκριμένη εκδοχή τους, δίνοντάς τους δηλαδή μια πολύ συγκεκριμένη μορφή. Οι τρεις αυτές αρχές είναι αδρομερώς οι εξής.
Πρώτον, ότι όλα τα πραγματικά ερωτήματα επιδέχονται κάποιαν απάντηση· ότι αν ένα ερώτημα δεν επιδέχεται κάποιαν απάντηση, τότε δεν είναι ερώτημα. Μπορεί εμείς να μη γνωρίζουμε ποια είναι η απάντηση, θα τη γνωρίζει όμως κάποιος άλλος. Μπορεί εμείς να είμαστε υπερβολικά αδύναμοι, ανόητοι ή αδαείς, ώστε να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε μόνοι μας την απάντηση. Στην προκειμένη περίπτωση, την απάντηση μπορεί να τη γνωρίζουν άνθρωποι σοφότεροι από εμάς - κάποιοι ειδικοί, ας πούμε, μια ορισμένη ελίτ. Μπορεί να είμαστε αμαρτωλά όντα και γι' αυτό ανίκανα να καταλήξουμε ποτέ στην αλήθεια μόνοι μας. Στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται να μάθουμε την αλήθεια στον κόσμο τούτον, αλλά ενδεχομένως στον επόμενο. Ίσως, πάλι, η αλήθεια να ήταν γνωστή σε μια χρυσή εποχή, προτού η Πτώση και ο Κατακλυσμός μάς βυθίσουν στην αδυναμία και στην αμαρτία. Κι ακόμη, η χρυσή αυτή εποχή ίσως να μην ανήκει στο παρελθόν, αλλά στο μέλλον, οπότε θα ανακαλύψουμε την αλήθεια τότε. Αν όχι εδώ, εκεί. Αν όχι τώρα, κάποια άλλη χρονική στιγμή. Θεωρητικά, ωστόσο, η απάντηση πρέπει να είναι γνωστή, αν όχι στους ανθρώπους, τότε σε κάποιον που γνωρίζει τα πάντα, στον Θεό. Αν η απάντηση δεν μπορεί καν να γνωσθεί, αν η απάντηση είναι, τρόπον τινά, κρυφή, τότε κάτι δεν πρέπει να πηγαίνει καλά με το ερώτημα. Πρόκειται για μια πρόταση κοινή τόσο στους χριστιανούς και στους Σχολαστικούς, όσο και στον Διαφωτισμό και στη θετικιστική παράδοση του εικοστού αιώνα. Αποτελεί, θα λέγαμε, τη ραχοκοκαλιά της δυτικής παράδοσης, και είναι ό,τι ακριβώς ήλθε να σπάσει ο ρομαντισμός.
Σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση, όλες αυτές οι απαντήσεις είναι πράγματι δυνατόν να γνωσθούν, και μπορεί κανείς να τις ανακαλύψει με τρόπους τους οποίους μπορεί ο ίδιος να μάθει, μα και να διδάξει στους άλλους· υπάρχουν τεχνικές με τη βοήθεια των οποίων είναι δυνατόν να μάθει κανείς και να διδάξει διάφορους τρόπους ανακάλυψης των συστατικών στοιχείων του κόσμου, της θέσης που κατέχουμε εμείς μέσα σε αυτόν, της σχέσης μας με τους ανθρώπους και τα πράγματα, των αληθινών αξιών και της απάντησης σε κάθε άλλο σοβαρό ερώτημα που επιδέχεται απάντηση.
§ Η τρίτη πρόταση είναι ότι όλες οι απαντήσεις πρέπει να μπορούν να συμβιβαστούν μεταξύ τους, διότι, αν δεν μπορούν, θα επέλθει χάος. Είναι σαφές ότι η αληθής απάντηση σε ένα ερώτημα δεν μπορεί να είναι ασυμβίβαστη με την αληθή απάντηση σε ένα άλλο ερώτημα. Μια αληθής πρόταση δεν μπορεί να αντιβαίνει σε μιαν άλλη, κι αυτό συνιστά μια λογική αλήθεια. Αν είναι όλες οι απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα να πάρουν τη μορφή προτάσεων και αν επίσης υποθέσουμε πως όλες οι αληθείς προ-τάσεις μπορούν κατ' αρχήν να ανακαλυφθούν, τούτο πρέπει να συνεπάγεται ότι μπορεί να διατυπωθεί μια περιγραφή ενός ιδεώδους σύμπαντος -μιας Ουτοπίας, αν θέλετε-, το οποίο είναι ακριβώς αυτό που περιγράφουν όλες οι αληθείς απαντήσεις στα σοβαρά ερωτήματα. Η Ουτοπία αυτή, μολονότι εμείς μπορεί να μην είμαστε ικανοί να τη φτάσουμε, αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, το ιδεώδες εκείνο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέτρο για τις παρούσες ατέλειές μας.
Αυτές ήταν οι γενικές προϋποθέσεις της ορθολογιστικής δυτικής παράδοσης -χριστιανικής ή παγανιστικής, θεϊστικής ή αθεϊστικής. Η ιδιαίτερη μορφή που έδωσε ο Διαφωτισμός στη συγκεκριμένη παράδοση είχε το νόημα ότι πολλές από τις μέχρι τότε παραδοσιακές μεθόδους δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τον προσπορισμό απαντήσεων. Η απάντηση δεν μπορεί να ληφθεί μέσω της αποκάλυψης, δεδομένου ότι οι αποκαλύψεις που έγιναν σε διάφορους ανθρώπους έρχονται κατά κανόνα σε αντίθεση μεταξύ τους. Δεν μπορεί να ληφθεί μέσω της παράδοσης, διότι συχνά πυκνά η τελευταία αποδεικνύεται παραπλανητική και λαθεμένη. Δεν μπορεί να ληφθεί μέσω του δόγματος. Δεν μπορεί να ληφθεί μέσω της μεμονωμένης αυτοσκοπίας κάποιων προνομιούχων ανθρώπων, καθώς είναι πάρα πολλοί οι απατεώνες που σφετερίστηκαν αυτόν τον ρόλο. Και ούτω καθ' εξής. Υπάρχει μία και μόνη μέθοδος για να ανακαλύψει κανείς τις απαντήσεις, κι αυτή είναι η ορθή χρήση του Λόγου - με παραγωγικό τρόπο, όπως στις μαθηματικές επιστήμες· με επαγωγικό τρόπο, όπως στις επιστήμες της φύσης. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος με την οποία μπορούν γενικώς να ληφθούν οι απαντήσεις - οι αληθείς απαντήσεις στα σο-βαρά ερωτήματα. Δεν συντρέχει λόγος ώστε αυτού του είδους οι απαντήσεις, οι οποίες, στο κάτω κάτω της γραφής, έχουν φέρει θριαμβικά αποτελέσματα στους κόλπους της φυσικής και της χημείας, να μην μπορούν να εφαρμοστούν και στα πολύ πιο περίπλοκα πεδία της πολιτικής, της ηθικής και της αισθητικής.
Ο Διαφωτισμός δεν ήταν σε καμία περίπτωση, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, ένα ομοιόμορφο κίνημα του οποίου τα μέλη πρέσβευαν λίγο ως πολύ τα ίδια πράγματα. Επικρατούσε, για παράδειγμα, έντονη διχογνωμία σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Ο Fontenelle, ο Saint-Évremond, ο Voltaire, ο La Mettrie πίστευαν ότι ο άνθρωπος ήταν ένα αθεράπευτα ζηλόφθονο, μοχθηρό, διεφθαρμένο και αδύναμο ον που, αυτόν τον λόγο, είχε ανάγκη τη μεγαλύτερη δυνατή πειθαρχία, αν ήθελε κάποτε να δει μιαν άσπρη μέρα. Μιαν αυστηρή πειθαρχία που θα του έδινε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθει στα της ζωής. Δεν έκαναν όμως όλοι τόσο ζοφερές σκέψεις: κάποιοι άλλοι πίστευαν πως κατά βάση ο άνθρωπος είναι μια εύπλαστη ουσία, ένα είδος πηλού στον οποίο κάθε ικανός παιδαγωγός, κάθε φωτισμένος νομοθέτης, θα μπορούσε να δώσει μια καθ' όλα σωστή και ορθολογική μορφή. Υπήρχαν, βεβαίως, και κάποιοι ακόμη, λίγοι τον αριθμό, μεταξύ των οποίων και ο Rousseau, που πίστευαν ότι ο άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του ούτε ουδέτερος ούτε μοχθηρός, αλλά, αντιθέτως, καλός, και ότι έχει καταστραφεί αποκλειστικά και μόνον εξαιτίας κάποιων θεσμών τους οποίους έχει ο ίδιος δημιουργήσει. Αν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μια ριζική μεταβολή ή μεταρρύθμιση των συγκεκριμένων θεσμών, τότε θα ερχόταν στην επιφάνεια η φυσική καλοσύνη του ανθρώπου και το βασίλειο της αγάπης θα εδραιωνόταν ακόμη μια φορά επί της γης.
Μεταξύ των πλέον διακεκριμένων θεωρητικών του Διαφωτισμού υπήρχαν ορισμένοι που πίστευαν στην αθανασία της ψυχής. Κάποιοι άλλοι πίστευαν ότι η ιδέα της ψυχής ήταν απλώς μια σαθρή πρόληψη και ότι, γενικώς, δεν υφίσταται καμία τέτοια οντότητα.
Μερικοί άλλοι πίστευαν στην ανάγκη ύπαρξης μιας ελίτ, στην αναγκαιότητα της διακυβέρνησης από τους σοφούς· θεωρούσαν ότι ο όχλος είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως, ότι στους κόλπους της ανθρωπότητας θα επικρατεί πάντοτε μια ανισοκατανομή χαρισμάτων και ότι μόνον αν οι άνθρωποι εκπαιδευτούν ή παρακινηθούν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να υπακούουν αυτούς που ξέρουν, ήτοι την ελίτ των ειδικών -όπως συμβαίνει στην περίπτωση ορισμένων τεχνικών, σαν τη ναυπηγική και την οικονομία ας πούμε, οι οποίες σαφώς και τους έχουν ανάγκη-, μόνο τότε θα πάψει η ζωή στη γη να είναι ζούγκλα.
Άλλοι πίστευαν ότι στα ζητήματα της ηθικής και της πολιτικής κάθε άνθρωπος είναι, για τον εαυτό του, και ένας ειδικός· ότι ενώ δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να είναι καλός μαθηματικός, εν τούτοις όλοι οι άνθρωποι, εμπιστευόμενοι την ίδια τους την καρδιά, μπορούν να κατανοήσουν τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο σωστό και στο λάθος· κι αν δεν είναι τώρα σε θέση να την κατανοήσουν, αυτό συμβαίνει αποκλειστικά και μόνον επειδή κατά το παρελθόν αφέθηκαν να παραπλανηθούν από διάφορους απατεώνες και ηλιθίους, διάφορους ιδιοτελείς κυβερνήτες και μοχθηρούς στρατιωτικούς, διεφθαρμένους ιερείς και άλλους εχθρούς του ανθρώπου. Αν μπορούσαν με κάποιον τρόπο να χαθούν ή να εξαφανιστούν τα τελευταία αυτά άτομα, τότε, όπως διακήρυσσε ο Rousseau, κάθε άνθρωπος θα ανακάλυπτε τις πλέον σαφείς απαντήσεις χαραγμένες με ανεξίτηλα γράμματα πάνω στην ίδια του την καρδιά.
Διατυπώθηκαν κατά καιρούς διάφορες άλλες διαφωνίες, στις οποίες δεν νομίζω πως χρειάζεται να υπεισέλθω. Το κοινό σημείο, ωστόσο, όλων αυτών των στοχαστών είναι η άποψη ότι, σε τελευταία και βαθύτερη ανάλυση, η αρετή έγκειται στη γνώση· ότι αν γνωρίζουμε τι είμαστε, τι χρειαζόμαστε, πού να το αποκτήσουμε αυτό, και αν καταφέρουμε να το αποκτήσουμε με τα καλύτερα μέσα που διαθέτουμε, τότε μπορούμε να ζήσουμε μιαν ευτυχισμένη, ενάρετη, δίκαιη, ελεύθερη και ικανοποιητική ζωή· ότι όλες οι αρετές είναι συμβιβάσιμες μεταξύ τους· ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αληθεύει πως, αν η απάντηση στο ερώτημα «Πρέπει κανείς να επιδιώκει τη δικαιοσύνη;» είναι «Ναι» και η απάντηση στο ερώτημα «Πρέπει κανείς να επιδιώκει το έλεος;» είναι επίσης «Ναι», οι δύο αυτές απαντήσεις μπορεί να αποδειχτούν ασυμβίβαστες. Η ισότητα, η ελευθερία και η αδελφοσύνη πρέπει να μπορούν να συμβιβαστούν μεταξύ τους. Το ίδιο ισχύει και για το έλεος και τη δικαιοσύνη. Αν βρισκόταν κάποιος που έλεγε ότι η αλήθεια κάνει τον άνθρωπο δυστυχισμένο, αυτό θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να αποδειχτεί ψευδές. Αν η απόλυτη ελευθερία παρουσιαζόταν ως ασυμβίβαστη με την απόλυτη ισότητα, θα έπρεπε να συμπεράνουμε πως στη βάση αυτού του επιχειρήματος βρίσκεται κάποια παρανόηση - και πάει λέγοντας. Δεν υπήρχε κανείς ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που να μη συμμερίζεται τη συγκεκριμένη άποψη.
Πίστευαν, προπάντων, πως μπορούσε κανείς να καταλήξει σε αυτές τις γενικές προτάσεις αν ακολουθούσε τις αξιόπιστες μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι φυσικοί επιστήμονες για να εδραιώσουν το πλέον θριαμβικό στοιχείο του δέκατου όγδοου αιώνα: τις φυσικές επιστήμες αυτές καθ’ εαυτές.
Πρώτον, ότι όλα τα πραγματικά ερωτήματα επιδέχονται κάποιαν απάντηση· ότι αν ένα ερώτημα δεν επιδέχεται κάποιαν απάντηση, τότε δεν είναι ερώτημα. Μπορεί εμείς να μη γνωρίζουμε ποια είναι η απάντηση, θα τη γνωρίζει όμως κάποιος άλλος. Μπορεί εμείς να είμαστε υπερβολικά αδύναμοι, ανόητοι ή αδαείς, ώστε να μπορέσουμε να ανακαλύψουμε μόνοι μας την απάντηση. Στην προκειμένη περίπτωση, την απάντηση μπορεί να τη γνωρίζουν άνθρωποι σοφότεροι από εμάς - κάποιοι ειδικοί, ας πούμε, μια ορισμένη ελίτ. Μπορεί να είμαστε αμαρτωλά όντα και γι' αυτό ανίκανα να καταλήξουμε ποτέ στην αλήθεια μόνοι μας. Στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται να μάθουμε την αλήθεια στον κόσμο τούτον, αλλά ενδεχομένως στον επόμενο. Ίσως, πάλι, η αλήθεια να ήταν γνωστή σε μια χρυσή εποχή, προτού η Πτώση και ο Κατακλυσμός μάς βυθίσουν στην αδυναμία και στην αμαρτία. Κι ακόμη, η χρυσή αυτή εποχή ίσως να μην ανήκει στο παρελθόν, αλλά στο μέλλον, οπότε θα ανακαλύψουμε την αλήθεια τότε. Αν όχι εδώ, εκεί. Αν όχι τώρα, κάποια άλλη χρονική στιγμή. Θεωρητικά, ωστόσο, η απάντηση πρέπει να είναι γνωστή, αν όχι στους ανθρώπους, τότε σε κάποιον που γνωρίζει τα πάντα, στον Θεό. Αν η απάντηση δεν μπορεί καν να γνωσθεί, αν η απάντηση είναι, τρόπον τινά, κρυφή, τότε κάτι δεν πρέπει να πηγαίνει καλά με το ερώτημα. Πρόκειται για μια πρόταση κοινή τόσο στους χριστιανούς και στους Σχολαστικούς, όσο και στον Διαφωτισμό και στη θετικιστική παράδοση του εικοστού αιώνα. Αποτελεί, θα λέγαμε, τη ραχοκοκαλιά της δυτικής παράδοσης, και είναι ό,τι ακριβώς ήλθε να σπάσει ο ρομαντισμός.
Σύμφωνα με τη δεύτερη πρόταση, όλες αυτές οι απαντήσεις είναι πράγματι δυνατόν να γνωσθούν, και μπορεί κανείς να τις ανακαλύψει με τρόπους τους οποίους μπορεί ο ίδιος να μάθει, μα και να διδάξει στους άλλους· υπάρχουν τεχνικές με τη βοήθεια των οποίων είναι δυνατόν να μάθει κανείς και να διδάξει διάφορους τρόπους ανακάλυψης των συστατικών στοιχείων του κόσμου, της θέσης που κατέχουμε εμείς μέσα σε αυτόν, της σχέσης μας με τους ανθρώπους και τα πράγματα, των αληθινών αξιών και της απάντησης σε κάθε άλλο σοβαρό ερώτημα που επιδέχεται απάντηση.
§ Η τρίτη πρόταση είναι ότι όλες οι απαντήσεις πρέπει να μπορούν να συμβιβαστούν μεταξύ τους, διότι, αν δεν μπορούν, θα επέλθει χάος. Είναι σαφές ότι η αληθής απάντηση σε ένα ερώτημα δεν μπορεί να είναι ασυμβίβαστη με την αληθή απάντηση σε ένα άλλο ερώτημα. Μια αληθής πρόταση δεν μπορεί να αντιβαίνει σε μιαν άλλη, κι αυτό συνιστά μια λογική αλήθεια. Αν είναι όλες οι απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα να πάρουν τη μορφή προτάσεων και αν επίσης υποθέσουμε πως όλες οι αληθείς προ-τάσεις μπορούν κατ' αρχήν να ανακαλυφθούν, τούτο πρέπει να συνεπάγεται ότι μπορεί να διατυπωθεί μια περιγραφή ενός ιδεώδους σύμπαντος -μιας Ουτοπίας, αν θέλετε-, το οποίο είναι ακριβώς αυτό που περιγράφουν όλες οι αληθείς απαντήσεις στα σοβαρά ερωτήματα. Η Ουτοπία αυτή, μολονότι εμείς μπορεί να μην είμαστε ικανοί να τη φτάσουμε, αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, το ιδεώδες εκείνο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μέτρο για τις παρούσες ατέλειές μας.
Αυτές ήταν οι γενικές προϋποθέσεις της ορθολογιστικής δυτικής παράδοσης -χριστιανικής ή παγανιστικής, θεϊστικής ή αθεϊστικής. Η ιδιαίτερη μορφή που έδωσε ο Διαφωτισμός στη συγκεκριμένη παράδοση είχε το νόημα ότι πολλές από τις μέχρι τότε παραδοσιακές μεθόδους δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν τον προσπορισμό απαντήσεων. Η απάντηση δεν μπορεί να ληφθεί μέσω της αποκάλυψης, δεδομένου ότι οι αποκαλύψεις που έγιναν σε διάφορους ανθρώπους έρχονται κατά κανόνα σε αντίθεση μεταξύ τους. Δεν μπορεί να ληφθεί μέσω της παράδοσης, διότι συχνά πυκνά η τελευταία αποδεικνύεται παραπλανητική και λαθεμένη. Δεν μπορεί να ληφθεί μέσω του δόγματος. Δεν μπορεί να ληφθεί μέσω της μεμονωμένης αυτοσκοπίας κάποιων προνομιούχων ανθρώπων, καθώς είναι πάρα πολλοί οι απατεώνες που σφετερίστηκαν αυτόν τον ρόλο. Και ούτω καθ' εξής. Υπάρχει μία και μόνη μέθοδος για να ανακαλύψει κανείς τις απαντήσεις, κι αυτή είναι η ορθή χρήση του Λόγου - με παραγωγικό τρόπο, όπως στις μαθηματικές επιστήμες· με επαγωγικό τρόπο, όπως στις επιστήμες της φύσης. Αυτή είναι η μόνη μέθοδος με την οποία μπορούν γενικώς να ληφθούν οι απαντήσεις - οι αληθείς απαντήσεις στα σο-βαρά ερωτήματα. Δεν συντρέχει λόγος ώστε αυτού του είδους οι απαντήσεις, οι οποίες, στο κάτω κάτω της γραφής, έχουν φέρει θριαμβικά αποτελέσματα στους κόλπους της φυσικής και της χημείας, να μην μπορούν να εφαρμοστούν και στα πολύ πιο περίπλοκα πεδία της πολιτικής, της ηθικής και της αισθητικής.
Ο Διαφωτισμός δεν ήταν σε καμία περίπτωση, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, ένα ομοιόμορφο κίνημα του οποίου τα μέλη πρέσβευαν λίγο ως πολύ τα ίδια πράγματα. Επικρατούσε, για παράδειγμα, έντονη διχογνωμία σχετικά με την ανθρώπινη φύση. Ο Fontenelle, ο Saint-Évremond, ο Voltaire, ο La Mettrie πίστευαν ότι ο άνθρωπος ήταν ένα αθεράπευτα ζηλόφθονο, μοχθηρό, διεφθαρμένο και αδύναμο ον που, αυτόν τον λόγο, είχε ανάγκη τη μεγαλύτερη δυνατή πειθαρχία, αν ήθελε κάποτε να δει μιαν άσπρη μέρα. Μιαν αυστηρή πειθαρχία που θα του έδινε τη δυνατότητα να αντεπεξέλθει στα της ζωής. Δεν έκαναν όμως όλοι τόσο ζοφερές σκέψεις: κάποιοι άλλοι πίστευαν πως κατά βάση ο άνθρωπος είναι μια εύπλαστη ουσία, ένα είδος πηλού στον οποίο κάθε ικανός παιδαγωγός, κάθε φωτισμένος νομοθέτης, θα μπορούσε να δώσει μια καθ' όλα σωστή και ορθολογική μορφή. Υπήρχαν, βεβαίως, και κάποιοι ακόμη, λίγοι τον αριθμό, μεταξύ των οποίων και ο Rousseau, που πίστευαν ότι ο άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του ούτε ουδέτερος ούτε μοχθηρός, αλλά, αντιθέτως, καλός, και ότι έχει καταστραφεί αποκλειστικά και μόνον εξαιτίας κάποιων θεσμών τους οποίους έχει ο ίδιος δημιουργήσει. Αν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί μια ριζική μεταβολή ή μεταρρύθμιση των συγκεκριμένων θεσμών, τότε θα ερχόταν στην επιφάνεια η φυσική καλοσύνη του ανθρώπου και το βασίλειο της αγάπης θα εδραιωνόταν ακόμη μια φορά επί της γης.
Μεταξύ των πλέον διακεκριμένων θεωρητικών του Διαφωτισμού υπήρχαν ορισμένοι που πίστευαν στην αθανασία της ψυχής. Κάποιοι άλλοι πίστευαν ότι η ιδέα της ψυχής ήταν απλώς μια σαθρή πρόληψη και ότι, γενικώς, δεν υφίσταται καμία τέτοια οντότητα.
Μερικοί άλλοι πίστευαν στην ανάγκη ύπαρξης μιας ελίτ, στην αναγκαιότητα της διακυβέρνησης από τους σοφούς· θεωρούσαν ότι ο όχλος είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως, ότι στους κόλπους της ανθρωπότητας θα επικρατεί πάντοτε μια ανισοκατανομή χαρισμάτων και ότι μόνον αν οι άνθρωποι εκπαιδευτούν ή παρακινηθούν κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να υπακούουν αυτούς που ξέρουν, ήτοι την ελίτ των ειδικών -όπως συμβαίνει στην περίπτωση ορισμένων τεχνικών, σαν τη ναυπηγική και την οικονομία ας πούμε, οι οποίες σαφώς και τους έχουν ανάγκη-, μόνο τότε θα πάψει η ζωή στη γη να είναι ζούγκλα.
Άλλοι πίστευαν ότι στα ζητήματα της ηθικής και της πολιτικής κάθε άνθρωπος είναι, για τον εαυτό του, και ένας ειδικός· ότι ενώ δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να είναι καλός μαθηματικός, εν τούτοις όλοι οι άνθρωποι, εμπιστευόμενοι την ίδια τους την καρδιά, μπορούν να κατανοήσουν τη διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο σωστό και στο λάθος· κι αν δεν είναι τώρα σε θέση να την κατανοήσουν, αυτό συμβαίνει αποκλειστικά και μόνον επειδή κατά το παρελθόν αφέθηκαν να παραπλανηθούν από διάφορους απατεώνες και ηλιθίους, διάφορους ιδιοτελείς κυβερνήτες και μοχθηρούς στρατιωτικούς, διεφθαρμένους ιερείς και άλλους εχθρούς του ανθρώπου. Αν μπορούσαν με κάποιον τρόπο να χαθούν ή να εξαφανιστούν τα τελευταία αυτά άτομα, τότε, όπως διακήρυσσε ο Rousseau, κάθε άνθρωπος θα ανακάλυπτε τις πλέον σαφείς απαντήσεις χαραγμένες με ανεξίτηλα γράμματα πάνω στην ίδια του την καρδιά.
Διατυπώθηκαν κατά καιρούς διάφορες άλλες διαφωνίες, στις οποίες δεν νομίζω πως χρειάζεται να υπεισέλθω. Το κοινό σημείο, ωστόσο, όλων αυτών των στοχαστών είναι η άποψη ότι, σε τελευταία και βαθύτερη ανάλυση, η αρετή έγκειται στη γνώση· ότι αν γνωρίζουμε τι είμαστε, τι χρειαζόμαστε, πού να το αποκτήσουμε αυτό, και αν καταφέρουμε να το αποκτήσουμε με τα καλύτερα μέσα που διαθέτουμε, τότε μπορούμε να ζήσουμε μιαν ευτυχισμένη, ενάρετη, δίκαιη, ελεύθερη και ικανοποιητική ζωή· ότι όλες οι αρετές είναι συμβιβάσιμες μεταξύ τους· ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αληθεύει πως, αν η απάντηση στο ερώτημα «Πρέπει κανείς να επιδιώκει τη δικαιοσύνη;» είναι «Ναι» και η απάντηση στο ερώτημα «Πρέπει κανείς να επιδιώκει το έλεος;» είναι επίσης «Ναι», οι δύο αυτές απαντήσεις μπορεί να αποδειχτούν ασυμβίβαστες. Η ισότητα, η ελευθερία και η αδελφοσύνη πρέπει να μπορούν να συμβιβαστούν μεταξύ τους. Το ίδιο ισχύει και για το έλεος και τη δικαιοσύνη. Αν βρισκόταν κάποιος που έλεγε ότι η αλήθεια κάνει τον άνθρωπο δυστυχισμένο, αυτό θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να αποδειχτεί ψευδές. Αν η απόλυτη ελευθερία παρουσιαζόταν ως ασυμβίβαστη με την απόλυτη ισότητα, θα έπρεπε να συμπεράνουμε πως στη βάση αυτού του επιχειρήματος βρίσκεται κάποια παρανόηση - και πάει λέγοντας. Δεν υπήρχε κανείς ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που να μη συμμερίζεται τη συγκεκριμένη άποψη.
Πίστευαν, προπάντων, πως μπορούσε κανείς να καταλήξει σε αυτές τις γενικές προτάσεις αν ακολουθούσε τις αξιόπιστες μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι φυσικοί επιστήμονες για να εδραιώσουν το πλέον θριαμβικό στοιχείο του δέκατου όγδοου αιώνα: τις φυσικές επιστήμες αυτές καθ’ εαυτές.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)







