Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2022

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟΣ

ΙΣΟΚΡ 7.71–76

(ΙΣΟΚΡ 7. Πίστις: §20–76): 

Παραινέσεις για μίμηση των προγόνων

[71] Τάχ’ οὖν ἄν τις θαυμάσειεν, τί βουλόμενος ἀντὶ τῆς
πολιτείας τῆς οὕτω πολλὰ καὶ καλὰ διαπεπραγμένης ἑτέραν
ὑμᾶς πείθω μεταλαβεῖν, καὶ τίνος ἕνεκα νῦν μὲν οὕτω
καλῶς ἐγκεκωμίακα τὴν δημοκρατίαν, ὅταν δὲ τύχω, πάλιν
μεταβαλὼν ἐπιτιμῶ καὶ κατηγορῶ τῶν καθεστώτων.
[72] ἐγὼ δὲ καὶ τῶν ἰδιωτῶν τοὺς ὀλίγα μὲν κατορ-
θοῦντας, πολλὰ δ’ ἐξαμαρτάνοντας μέμφομαι καὶ νομίζω
φαυλοτέρους εἶναι τοῦ δέοντος, καὶ πρός γε τούτοις τοὺς
γεγονότας ἐκ καλῶν κἀγαθῶν ἀνδρῶν, καὶ μικρῷ μὲν ὄντας
ἐπιεικεστέρους τῶν ὑπερβαλλόντων ταῖς πονηρίαις, πολὺ
δὲ χείρους τῶν πατέρων, λοιδορῶ, καὶ συμβουλεύσαιμ’ ἂν
αὐτοῖς παύσασθαι τοιούτοις οὖσιν. [73] τὴν αὐτὴν οὖν
γνώμην ἔχω καὶ περὶ τῶν κοινῶν· ἡγοῦμαι γὰρ δεῖν ἡμᾶς
οὐ μέγα φρονεῖν, οὐδ’ ἀγαπᾶν εἰ κακοδαιμονησάντων καὶ
μανέντων ἀνθρώπων νομιμώτεροι γεγόναμεν, ἀλλὰ πολὺ
μᾶλλον ἀγανακτεῖν καὶ βαρέως φέρειν εἰ χείρους τῶν
προγόνων τυγχάνοιμεν ὄντες· πρὸς γὰρ τὴν ἐκείνων
ἀρετήν, ἀλλ’ οὐ πρὸς τὴν τῶν τριάκοντα πονηρίαν ἁμιλλη-
τέον ἡμῖν ἐστιν, ἄλλως τε καὶ προσῆκον ἡμῖν βελτίστοις
ἁπάντων ἀνθρώπων εἶναι.

[74] Καὶ τοῦτον εἴρηκα τὸν λόγον οὐ νῦν πρῶτον,
ἀλλὰ πολλάκις ἤδη καὶ πρὸς πολλούς. ἐπίσταμαι γὰρ
ἐν μὲν τοῖς ἄλλοις τόποις φύσεις ἐγγιγνομένας καρπῶν
καὶ δένδρων καὶ ζῴων ἰδίας ἐν ἑκάστοις καὶ πολὺ τῶν
ἄλλων διαφερούσας, τὴν δ’ ἡμετέραν χώραν ἄνδρας
φέρειν καὶ τρέφειν δυναμένην οὐ μόνον πρὸς τὰς τέχνας
καὶ τὰς πράξεις καὶ τοὺς λόγους εὐφυεστάτους, ἀλλὰ
καὶ πρὸς ἀνδρίαν καὶ πρὸς ἀρετὴν πολὺ διαφέροντας.

[75] Τεκμαίρεσθαι δὲ δίκαιόν ἐστι τοῖς τε παλαιοῖς
ἀγῶσιν, οὓς ἐποιήσαντο πρὸς Ἀμαζόνας καὶ Θρᾷκας καὶ
Πελοποννησίους ἅπαντας, καὶ τοῖς κινδύνοις τοῖς περὶ τὰ
Περσικὰ γενομένοις, ἐν οἷς καὶ μόνοι καὶ μετὰ Πελοπον-
νησίων, καὶ πεζομαχοῦντες καὶ ναυμαχοῦντες, νικήσαντες
τοὺς βαρβάρους ἀριστείων ἠξιώθησαν· ὧν οὐδὲν ἂν ἔπρα-
ξαν, εἰ μὴ πολὺ τὴν φύσιν διήνεγκαν.

[76] Καὶ μηδεὶς οἰέσθω ταύτην τὴν εὐλογίαν ἡμῖν
προσήκειν τοῖς νῦν πολιτευομένοις, ἀλλὰ πολὺ τοὐναντίον.
εἰσὶν γὰρ οἱ τοιοῦτοι τῶν λόγων ἔπαινος μὲν τῶν ἀξίους
σφᾶς αὐτοὺς τῆς τῶν προγόνων ἀρετῆς παρεχόντων,
κατηγορία δὲ τῶν τὰς εὐγενείας ταῖς αὑτῶν ῥᾳθυμίαις
καὶ κακίαις καταισχυνόντων. ὅπερ ἡμεῖς ποιοῦμεν·
εἰρήσεται γὰρ τἀληθές. τοιαύτης γὰρ ἡμῖν τῆς φύσεως
ὑπαρχούσης, οὐ διεφυλάξαμεν αὐτήν, ἀλλ’ ἐμπεπτώκαμεν
εἰς ἄνοιαν καὶ ταραχὴν καὶ πονηρῶν πραγμάτων ἐπιθυμίαν.

***
Θα μπορούσε ίσως κανείς να διατυπώση την απορία: τι τέλος πάντων επιδιώκω όταν, αντί για το πολίτευμα αυτό που κατώρθωσε να παρουσιάση τόσα πολλά και ωραία έργα, αγωνίζωμαι να σας πείσω να ζητήσετε άλλο, και γιατί τάχα τώρα εξυμνώ τόσο θερμά τη δημοκρατία, ενώ όταν παρουσιασθή περίσταση, αλλάζω γνώμη και παίρνω στάση εχθρική για το σημερινό καθεστώς;

Εγώ όμως ακόμη και τούς ιδιώτας εκείνους που κατορθώνουν λίγα πράγματα στη ζωή τους, ενώ κάνουν πολλά σφάλματα, δεν τους υπολήπτομαι καθόλου και νομίζω μάλιστα ότι είναι περισσότερο απ' όσο συγχωρείται φαύλοι. Προς τούτοις εκείνους που έχουν γεννηθή από ευγενείς και γενναίους άνδρας και που είναι λίγο μόνο καλύτεροι από τους υπερβολικά πονηρούς και πάρα πολύ κατώτεροι από τον πατέρα τους, αυτούς τους λογαριάζω ακόμη λιγώτερο και θα τους συμβούλευα να πάψουν να είναι τέτοιοι. Την ίδια γνώμη ακριβώς έχω και για την εκτίμηση των κοινών πραγμάτων. Νομίζω δηλαδή πως δεν πρέπει να καμαρώνουμε ούτε και να θεωρούμε ικανοποιητικό το ότι έχουμε φανή νομιμώτεροι από ανθρώπους χρεωκοπημένους και μανιακούς, αλλά πολύ περισσότερο πρέπει ν' αγανακτούμε και να στενοχωρούμεθα που είμαστε πολύ κατώτεροι από τους προγόνους μας. Είναι λοιπόν ανάγκη να συναγωνισθούμε τους προγόνους στην αρετή και όχι τους τριάκοντα τυράννους στην πονηρία, γιατί νομίζω πως είναι επιβεβλημένο σε μας να ξεπεράσουμε στην αρετή κάθε προηγούμενο παράδειγμα.

Αυτές τις σκέψεις μου δεν τις εκθέτω τώρα για πρώτη φορά, αλλά πολλές φορές μέχρι σήμερα και σε πολλούς ανθρώπους, γιατί ξέρω καλά, ότι σε κάθε τόπο ευδοκιμούν δένδρα και καρποί και γεννώνται ζώα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικά από τους άλλους τόπους, η δε χώρα μας έχει τη δύναμη να παρουσιάζη και να αναδεικνύη άνδρας όχι μόνο στις τέχνες και στα κατορθώματα και στη ρητορική δεινότητα πάρα πολύ ξεχωριστούς, αλλά και στην ανδρεία και στην αρετή πάρα πολύ διαφορετικούς από τους άνδρας άλλων χωρών. Αυτό μάλιστα μπορεί εύκολα κανείς να το συμπεράνη και από τους παλαιούς αγώνες που έκαμαν οι πρόγονοί μας προς τας Αμαζόνας και τους Θράκας και όλους τους Πελοποννησίους, αλλά και από τους μεγάλους Περσικούς πολέμους. Σ' αυτούς και μόνοι τους και μαζί με τους Πελοποννησίους και σε πεζικούς αγώνες και σε ναυμαχίες κατετρόπωσαν τους βαρβάρους και εκρίθησαν άξιοι της ηγεμονίας μεταξύ όλων των Ελλήνων. Απ' όλα αυτά τίποτε ασφαλώς δεν θα είχαν κατορθώσει, αν δεν είχαν πραγματικά φύση όλως διόλου ξεχωριστή.

Ας μη νομίση όμως κανείς ότι οι έπαινοι αυτοί ταιριάζουν και στους σημερινούς πολιτικούς. Κάθε άλλο. Τέτοια λόγια είναι ύμνος για κείνους που εφάνηκαν άξιοι στ' αλήθεια της αρετής των προγόνων, κατηγορία για τους άλλους που εντρόπιασαν τη λαμπρή καταγωγή τους με την οκνηρία της σκέψεως και την κακία, όπως ακριβώς συμβαίνει και με μας, γιατί πρέπει να λέη κανείς την αλήθεια. Γιατί αν και η φύση μας υπήρξε τόσον εκλεκτή, δεν την εκαλλιεργήσαμε, αλλά την αφήσαμε να καταπέση σε ακρισία και ταραχή και επιθυμία πονηρών πραγμάτων.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (23.69-23.122)

Τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα φίλη τροφὸς Εὐρύκλεια·
70 «τέκνον ἐμόν, ποῖόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων,
ἣ πόσιν ἔνδον ἐόντα παρ᾽ ἐσχάρῃ οὔ ποτ᾽ ἔφησθα
οἴκαδ᾽ ἐλεύσεσθαι· θυμὸς δέ τοι αἰὲν ἄπιστος.
ἀλλ᾽ ἄγε τοι καὶ σῆμα ἀριφραδὲς ἄλλο τι εἴπω·
οὐλήν, τήν ποτέ μιν σῦς ἤλασε λευκῷ ὀδόντι,
75 τὴν ἀπονίζουσα φρασάμην, ἔθελον δὲ σοὶ αὐτῇ
εἰπέμεν· ἀλλά με κεῖνος ἑλὼν ἐπὶ μάστακα χερσὶν
οὐκ ἔα εἰπέμεναι πολυκερδείῃσι νόοιο.
ἀλλ᾽ ἕπευ· αὐτὰρ ἐγὼν ἐμέθεν περιδώσομαι αὐτῆς,
αἴ κέν σ᾽ ἐξαπάφω, κτεῖναί μ᾽ οἰκτίστῳ ὀλέθρῳ.»
80 Τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια·
«μαῖα φίλη, χαλεπόν σε θεῶν αἰειγενετάων
δήνεα εἴρυσθαι, μάλα περ πολύϊδριν ἐοῦσαν·
ἀλλ᾽ ἔμπης ἴομεν μετὰ παῖδ᾽ ἐμόν, ὄφρα ἴδωμαι
ἄνδρας μνηστῆρας τεθνηότας, ἠδ᾽ ὃς ἔπεφνεν.»
85 Ὣς φαμένη κατέβαιν᾽ ὑπερώϊα· πολλὰ δέ οἱ κῆρ
ὅρμαιν᾽, ἢ ἀπάνευθε φίλον πόσιν ἐξερεείνοι,
ἦ παρστᾶσα κύσειε κάρη καὶ χεῖρε λαβοῦσα.
ἡ δ᾽ ἐπεὶ εἰσῆλθεν καὶ ὑπέρβη λάϊνον οὐδόν,
ἕζετ᾽ ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆος ἐναντίη, ἐν πυρὸς αὐγῇ,
90 τοίχου τοῦ ἑτέρου· ὁ δ᾽ ἄρα πρὸς κίονα μακρὴν
ἧστο κάτω ὁρόων, ποτιδέγμενος εἴ τί μιν εἴποι
ἰφθίμη παράκοιτις, ἐπεὶ ἴδεν ὀφθαλμοῖσιν.
ἡ δ᾽ ἄνεω δὴν ἧστο, τάφος δέ οἱ ἦτορ ἵκανεν·
ὄψει δ᾽ ἄλλοτε μέν μιν ἐνωπαδίως ἐσίδεσκεν,
95 ἄλλοτε δ᾽ ἀγνώσασκε κακὰ χροῒ εἵματ᾽ ἔχοντα.
Τηλέμαχος δ᾽ ἐνένιπεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«μῆτερ ἐμή, δύσμητερ, ἀπηνέα θυμὸν ἔχουσα,
τίφθ᾽ οὕτω πατρὸς νοσφίζεαι, οὐδὲ παρ᾽ αὐτὸν
ἑζομένη μύθοισιν ἀνείρεαι οὐδὲ μεταλλᾷς;
100 οὐ μέν κ᾽ ἄλλη γ᾽ ὧδε γυνὴ τετληότι θυμῷ
ἀνδρὸς ἀποσταίη, ὅς οἱ κακὰ πολλὰ μογήσας
ἔλθοι ἐεικοστῷ ἔτεϊ ἐς πατρίδα γαῖαν·
σοὶ δ᾽ αἰεὶ κραδίη στερεωτέρη ἐστὶ λίθοιο.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια·
105 «τέκνον ἐμόν, θυμός μοι ἐνὶ στήθεσσι τέθηπεν,
οὐδέ τι προσφάσθαι δύναμαι ἔπος οὐδ᾽ ἐρέεσθαι
οὐδ᾽ εἰς ὦπα ἰδέσθαι ἐναντίον. εἰ δ᾽ ἐτεὸν δὴ
ἔστ᾽ Ὀδυσεὺς καὶ οἶκον ἱκάνεται, ἦ μάλα νῶϊ
γνωσόμεθ᾽ ἀλλήλων καὶ λώϊον· ἔστι γὰρ ἡμῖν
110 σήμαθ᾽, ἃ δὴ καὶ νῶϊ κεκρυμμένα ἴδμεν ἀπ᾽ ἄλλων.»
Ὣς φάτο, μείδησεν δὲ πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
αἶψα δὲ Τηλέμαχον ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«Τηλέμαχ᾽, ἦ τοι μητέρ᾽ ἐνὶ μεγάροισιν ἔασον
πειράζειν ἐμέθεν· τάχα δὲ φράσεται καὶ ἄρειον.
115 νῦν δ᾽ ὅττι ῥυπόω, κακὰ δὲ χροῒ εἵματα εἷμαι,
τοὔνεκ᾽ ἀτιμάζει με καὶ οὔ πώ φησι τὸν εἶναι.
ἡμεῖς δὲ φραζώμεθ᾽, ὅπως ὄχ᾽ ἄριστα γένηται.
καὶ γάρ τίς θ᾽ ἕνα φῶτα κατακτείνας ἐνὶ δήμῳ,
ᾧ μὴ πολλοὶ ἔωσιν ἀοσσητῆρες ὀπίσσω,
120 φεύγει πηούς τε προλιπὼν καὶ πατρίδα γαῖαν·
ἡμεῖς δ᾽ ἕρμα πόληος ἀπέκταμεν, οἳ μέγ᾽ ἄριστοι
κούρων εἰν Ἰθάκῃ· τὰ δέ σε φράζεσθαι ἄνωγα.»

***
Αμέσως αποκρίθηκε πιστή τροφός η Ευρύκλεια:
70 «Καλή μου κόρη, τι λόγος βγήκε από το ξέφραγό σου στόμα!
Που τόλμησες να πεις ότι ποτέ του πια δεν θα γυρίσει
στην πατρίδα το δικό σου ταίρι, που βρίσκεται κιόλας στο σπίτι
πλάι στην πυροστιά — άπιστη όμως πάντα
κι αμετάπειστη η ψυχή σου.
Πρόσεξε τώρα, θα σου πω κι άλλο αδιάψευστο σημάδι·
για την ουλή μιλώ, που κάποτε με το άσπρο δόντι του τον σφράγισε ο κάπρος·
την αναγνώρισα την ώρα που την έπλενα, θέλησα φανερά
να σου μιλήσω, εκείνος όμως με τα δυο του χέρια
βούλωσε το στόμα μου, μ᾽ εμπόδισε να μαρτυρήσω —
άλλα λογάριαζε με το πανούργο του μυαλό.
Έλα λοιπόν μαζί μου, κι εγώ στοιχηματίζω
την ίδια τη ζωή μου, αν σ᾽ απατώ· αφάνισέ με τότε
με θάνατο φριχτό κι αλύπητο.»
80 Πήρε ξανά τον λόγο η Πηνελόπη, λογική και φρόνιμη:
«Καλή μου, αιώνιοι οι θεοί, και δύσκολο πολύ να ξεδιαλύνεις
τα κρυφά νοήματά τους, όσο σοφή κι αν έγινες στο πέρασμα του χρόνου.
Παρ᾽ όλα ταύτα, ας πάμε ν᾽ ανταμώσουμε τον γιο μου, να δουν τα μάτια μου
τους σκοτωμένους, αλλά και ποιος τους σκότωσε.»
Μ᾽ αυτά τα λόγια πήρε να κατεβαίνει από το ανώγι,
μέσα της αμφιβάλλοντας αν έπρεπε, κρατώντας
την απόσταση, τον άντρα της να δοκιμάσει με ερωτήματα
ή να βρεθεί στο πλάι του, να πιάσει
το κεφάλι και τα χέρια του, να τα γεμίσει με φιλήματα.
Στο μεταξύ προχώρησε πατώντας το πέτρινο κατώφλι,
ύστερα κάθησε στον Οδυσσέα αντίκρυ, στον άλλον τοίχο
απέναντι, στο αντιφέγγισμα από τη φλόγα της φωτιάς.
90 Εκείνος σε ψηλή κολόνα ακουμπισμένος, με το κεφάλι του
σκυφτό, περίμενε αν η ομόκλινη γυναίκα του κάτι θα πει,
τώρα που τον αντίκριζαν τα μάτια της.
Άφωνη όμως έμεινε η Πηνελόπη για πολύ,
λες κι είχε παραλύσει· μόνο τα μάτια της, τη μια κοιτούσαν
καταπρόσωπο, την άλλη δεν τον αναγνώριζαν,
με τ᾽ άθλια ρούχα που φορούσε.
Τότε ο Τηλέμαχος, επιτιμώντας, μίλησε άσχημα στη μάνα του:
«Μάνα, κακή μου μάνα, πόσο ανελέητη καρδιά κρύβεις στα στήθη!
Πώς το αντέχεις και μακριά του μένεις; πώς δεν σιμώνεις τον πατέρα μου,
δεν κάθεσαι στο πλάι του, δεν του μιλάς, δεν τον ρωτάς;
100 Στον κόσμο δεν υπάρχει γυναίκα άλλη με τόσο αλύγιστη ψυχή·
απόμακρη να στέκει από τον άντρα της, που υπέφερε
τα πάνδεινα και τώρα ξαναγύρισε στα χώματά του —
στο μεταξύ έχουν περάσει είκοσι χρόνια ολόκληρα.
Αλλ᾽ η δική σου η καρδιά είναι από πέτρα πιο σκληρή.»
Του αντιμίλησε με τη δική της λογική η Πηνελόπη:
«Γιε μου, μέσα μου νιώθω θάμβος και κατάπληξη,
και δεν μπορώ μήτε μια λέξη να προφέρω, κάτι να τον ρωτήσω
ή να τον δω κατάματα. Αν όμως πράγματι ο Οδυσσέας
είναι αυτός που γύρισε στο σπίτι,
μπορούμε μεταξύ μας, και καλύτερα, να γνωριστούμε·
κρυφά σημάδια έχουμε, που τα γνωρίζουμε οι δυο μας μόνο —
110 άλλος κανείς.»
Ακούγοντας τα λόγια της εκείνος χαμογέλασε, βασανισμένος
ο Οδυσσέας και θείος. Ύστερα γύρισε προς τον Τηλέμαχο,
κι όπως του μίλησε, τα λόγια του πετούσαν σαν πουλιά:
«Τηλέμαχε, άσε τη μάνα σου μέσα σε τούτο το παλάτι
να με δοκιμάσει — θα καταλάβει γρήγορα, και τότε πιο καλά.
Τώρα με βλέπει βρώμικο, με τ᾽ άθλια ρούχα που φορώ,
γι᾽ αυτό και με περιφρονεί, αρνείται να δεχτεί ποιος είμαι.
Εμείς ωστόσο έχουμε χρέος να συλλογιστούμε
πώς η υπόθεση αυτή θα βρει το αίσιο τέλος της.
Αφού, αν κάποιος σκότωνε στην πόλη κι ένα μονάχα άντρα,
που να μην έχει αφήσει πίσω του πολλούς εκδικητές,
120 φεύγει ο φονιάς κι εγκαταλείπει πατρίδα και δικούς.
Εμείς όμως σκοτώσαμε της πόλης το αντιστύλι, επιφανέστατα
παλληκαράκια της Ιθάκης, γι᾽ αυτό προτείνω
να σκεφτείς κι εσύ καλύτερα το πράγμα.»

Φέτος τα Χριστούγεννα ας στολίσουμε ένα διαφορετικό δέντρο

Αν και τα ελληνικά έθιμα θέλουν ο παραδοσιακός στολισμός των Χριστουγέννων να περιλαμβάνει το καραβάκι, στα περισσότερα σπίτια έχει επικρατήσει το ξενόφερτο στόλισμα του δέντρου.

Σύμφωνα μ’ αυτή την παράδοση, τα δώρα τοποθετούνται κάτω από το δέντρο. Στην αγγλική γλώσσα η λέξη present, σημαίνει «δώρο», αλλά σημαίνει και «παρόν». Έπειτα από μια δύσκολη χρονιά σε πολλά επίπεδα, αυτές τις λίγες μέρες που απομένουν μέχρι το νέο χρόνο, μπορούμε ν’ αφήσουμε το «παρόν» κάτω απ’ το δέντρο· ν’ ασχοληθούμε με το χρόνο που πέρασε και να φροντίσουμε για εκείνον που έρχεται. Φέτος μπορούμε να στολίσουμε ένα διαφορετικό δέντρο, το δέντρο της ζωής μας.

Το «Δέντρο της Ζωής» είναι μια μέθοδος της αφηγηματικής θεραπείας, η οποία αναπτύχθηκε στο Κέντρο Dulwich στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας κι εφαρμόζεται κυρίως στην κοινοτική εργασία με παιδιά, έφηβους κι ενήλικες που έχουν υποστεί τραυματικές εμπειρίες ή αντιμετωπίζουν δύσκολες συνθήκες ζωής. Σ’ αυτή τη μέθοδο οι συμμετέχοντες ενθαρρύνονται να μιλήσουν για τη ζωή τους με τρόπο που γίνονται πιο δυνατοί. Ζωγραφίζουν το «δέντρο της ζωής» τους και μιλούν για τις ρίζες τους, τις ικανότητες και τις γνώσεις τους, τις ελπίδες και τα όνειρά τους, καθώς και για τα σημαντικά άτομα της ζωής τους. Έπειτα, οι συμμετέχοντες ενώνουν τα δέντρα τους σ’ ένα «δάσος της ζωής» και συζητούν σε ομάδες για κάποιες από τις καταιγίδες που πέρασαν στη ζωή τους και τον τρόπο που αντέδρασαν σ’ αυτές, πώς προστατεύουν τον εαυτό τους και φροντίζουν ο ένας τον άλλο. Κάπως έτσι, οι συμμετέχοντες ενθαρρύνονται να διηγηθούν τη ζωή τους με τρόπο που δεν αναπαράγει το τραύμα, αλλά δυναμώνει τη σχέση τους με την προσωπική τους ιστορία, την κουλτούρα και τους συνανθρώπους τους.

ΣΕ ΣΥΜΒΟΛΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ ΤΗΝ ΠΗΓΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, ΤΗΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ.

Η άνθιση, η καρποφορία και η γονιμότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες μαζί του. Αν το δέντρο είναι φυλλοβόλο έρχεται να μας θυμίσει τον κύκλο της φύσης και της ζωής, ενώ αν είναι αειθαλές την αιωνιότητα. Οι δακτύλιοι στον κορμό φανερώνουν την ηλικία του και συμβολίζουν τα χρόνια και τις εμπειρίες στη ζωή, ενώ τα κλαδιά του συμβολίζουν τη σύνδεση με τους άλλους. Οι ρίζες συμβολίζουν την απαρχή, τη γέννηση. Το δέντρο θεωρείται ότι συνδέει τον κόσμο κάτω από τη γη με εκείνον στην επιφάνεια και τον ουρανό. Είναι το στοιχείο της φύσης που ενώνει τη γη με το ύδωρ και τον ουρανό.

“Αν δεν πέφτουν τα δέντρα, τότε γιατί να πέσεις εσύ;”

Οι περισσότεροι αυτές τις μέρες βάζουμε ένα δέντρο στα σπίτια μας και στη ζωή μας, έστω κι εθιμοτυπικά. Τα στολίδια που θα επιλέξουμε να τοποθετήσουμε πάνω του φέτος μπορεί να περάσουν κι εκείνα στη σφαίρα του συμβολικού. Μπορούμε να διαλέξουμε μικρές καρτούλες και πάνω στην κάθε μία να γράψουμε συναισθήματα που επιθυμούμε να βιώσουμε τη νέα χρονιά, λέξεις που θα θέλαμε να χρησιμοποιούμε περισσότερο στην καθημερινότητα ή τους μελλοντικούς μας στόχους. Αντί για γενικές ευχές, μπορούμε να γράψουμε πολύ συγκεκριμένα τι επιθυμούμε σε ψυχικό και πνευματικό επίπεδο. Αφού περάσουν οι γιορτές, μπορούμε να τις κρατήσουμε μαζί με τα υπόλοιπα στολίδια και την επόμενη χρονιά που θα τις ξαναπιάσουμε στα χέρια μας θα μπορούμε να έχουμε έναν «χειροπιαστό» απολογισμό της χρονιάς που πέρασε.

Είναι η καλύτερη εποχή για να κοιτάξουμε λίγο πίσω και να σκεφτούμε. Να δούμε τις επιτυχίες μας, όσο μικρές ή μεγάλες κι αν είναι. Τις καθημερινές μάχες που κερδίσαμε, τις δουλειές που φέραμε σε πέρας, τις σχέσεις που καλλιεργήσαμε με αγάπη.

Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε και τις αποτυχίες μας. Να εξετάζουμε τι δεν πήγε καλά απ’ τη δική μας πλευρά, ν’ αποδεχόμαστε τα λάθη μας, να ζητάμε συγνώμη και να προσπαθούμε να μην τα επαναλαμβάνουμε. Δεν μπορούμε ν’ αλλάξουμε όσα έγιναν και δεν μας αρέσουν, όμως η λήθη είναι ο καλύτερος σύμμαχος για να τα επαναλάβουμε.

Κάθε λαμπάκι που θα ανάβει μπορεί να συμβολίζει την ελπίδα μας για μια αλλαγή ή την αγάπη μας για συγκεκριμένα πρόσωπα. Μπορούμε να βάλουμε παλιά αντικείμενα, αναμνηστικά ή ακόμη και χαλασμένα πράγματα σ’ ένα κουτί κάτω απ’ το δέντρο και μ’ αυτό τον τρόπο ν’ αφήσουμε πίσω στην παλιά χρονιά την υλική και ψυχική «σαβούρα».

Κάθε ένας από εμάς έχει το δικό του δέντρο της ζωής, όμως όλοι μαζί αποτελούμε το δάσος. Το να σεβόμαστε τις ιδιαιτερότητες του καθενός είναι ίσης αξίας με το να αποδεχόμαστε τις δικές μας.

Όλα τα παραπάνω μπορούν να γίνουν ένα πολύ καλό λίπασμα για το δυνάμωμα του δέντρου της ζωής μας. Ο Λάο Τσου έλεγε «φρόντιζε το τέλος όπως και την αρχή, και δεν θ’ αποτύχεις.» Αυτή τη χρονιά ας φροντίσουμε το τέλος της να είναι το ίδιο δημιουργικό και παραγωγικό με την αρχή, ώστε την επόμενη χρονιά το δέντρο της ζωής μας να έχει περισσότερα και πιο όμορφα στολίδια. Να είναι λαμπερό, ακόμη και αν δεν έχει πάνω του ούτε ένα λαμπάκι…

Γιατί φοβόμαστε την αποτυχία περισσότερο απ’ όσο απολαμβάνουμε την επιτυχία

Όταν οι επενδυτές χάνουν στην αγορά, ο πόνος που νιώθουν είναι μεγαλύτερος από την απόλαυση του κέρδους που έχουν αποκτήσει από μια άλλη επένδυση. Συνεπώς, οι επενδυτές θα λέγαμε ότι αποφεύγουν τον κίνδυνο και δεν καταφέρνουν να απολαύσουν τους καρπούς των κόπων τους.

Αγοράζοντας όταν νιώθουν ασφάλεια και πουλώντας όταν νιώθουν φόβο, μπορεί να καταλήξουν να αγοράζουν με υψηλά κόστη και να πουλάνε με χαμηλά, και αυτή είναι μια εγγυημένη στρατηγική ήττας. Οι επιτυχημένοι επενδυτές είναι αλαζόνες όταν οι άλλοι φοβούνται και φοβούνται όταν οι άλλοι είναι αλαζόνες.

Το πρόβλημα είναι πως οι περισσότεροι επενδυτές είναι άνθρωποι και η φυσική επιλογή ενδυνάμωσε το χαρακτηριστικό της υπερβολικής προσοχής, καθώς αυτό βοηθούσε τους προγόνους μας να επιβιώσουν. Όσον αφορά στο παιχνίδι της επένδυσης, μπορούμε να χάσουμε κάποια χρήματα. Όμως, στο παιχνίδι της ζωής, το κόστος της είναι υπερβολικά πολύτιμο για να το ριψοκινδυνεύσουμε.

Ο εγκέφαλος που αποφεύγει τον κίνδυνο

Το νευρικό σύστημα έχει εξελιχθεί όπως οι συσκευές ελέγχου της κίνησης. Τα ζώα κινούνται κυρίως για να τραφούν, να αναπαραχθούν και να αποφύγουν τον κίνδυνο. Από αυτά τα κίνητρα, η αποφυγή του κινδύνου είναι η υψηλότερη προτεραιότητα, επειδή όσοι πέφτουν ευκολότερα θύματα των θηρευτών αφήνουν λίγους απογόνους.

Οι εγκέφαλοι όλων των θηλαστικών διαθέτουν ένα σύστημα συναγερμού – το δικτυωτό σύστημα ενεργοποίησης – που τα προειδοποιεί και τα ενεργοποιεί κάθε φορά που αισθάνονται μια απειλή. Αυτή η απόκριση μάχης – φυγής είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της συναισθηματικής μας ζωής και μας βοηθά να εξηγήσουμε και την λειτουργία αποφυγής του κινδύνου.

Τα πιο νευρικά ζώα – θηράματα, όπως οι λαγοί, εξαφανίζονται ακόμα και στον παραμικρό θόρυβο. Το κάνουν ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κίνδυνος τελικά, αλλά με αυτό τον τρόπο έχουν μάθει να προστατεύονται.

Αλλά και οι άνθρωποι είχαμε εχθρούς στη φύση: λιοντάρια, τίγρεις και πούμα. Έτσι, αναπτύξαμε τον εγκέφαλο αποφυγής κινδύνου. Το άγχος μας είναι η βιολογική μας κληρονομιά. Αυτό το φαινόμενο αντανακλάται και στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική ζωή.

Ο φόβος της αποτυχίας

Ανάμεσα στα πολλά πιθανά μειονεκτήματα του να μεγαλώνεις σε συνθήκες φτώχειας είναι και οι χαμηλότερες προσδοκίες των παιδιών. Είναι ευχαριστημένα με την ικανοποίηση των βασικών τους αναγκών και δεν θέλουν να πετύχουν σπουδαία πράγματα αναγκαστικά στη δουλειά τους.

Αυτή η έλλειψη φιλοδοξίας αναλύεται υπό όρους φόβου αποτυχίας. Τα παιδιά που φοβούνται περισσότερο την αποτυχία αποφεύγουν τις δύσκολες προκλήσεις και κυρίως ικανοποιούν τους εαυτούς τους με απλούς στόχους, εύκολα επιτεύξιμους.

Αυτό όμως ενισχύεται και από τους γονείς. Οι γονείς αφιερώνουν ελάχιστο χρόνο στο να ενισχύσουν τις προσπάθειες των παιδιών τους σε δύσκολες εργασίες. Αντιθέτως, τα τιμωρούν για τις αποτυχίες. Συνεπώς, αυτά τα παιδιά αποφεύγουν δύσκολες δραστηριότητες για να μην μπουν στη διαδικασία της αποτυχίας. Ως ενήλικες, επιζητούν βραχυπρόθεσμους στόχους αντί για μακροπρόθεσμες φιλοδοξίες.

Θα έλεγε κανείς ότι αυτοί οι γονείς προσπαθούν να προετοιμάσουν τα παιδιά τους για ένα μέλλον, των οποίων οι φιλοδοξίες είναι τόσες όσες και των γονιών τους. Το συμπέρασμα είναι ότι αν έχουμε υψηλό φόβο αποτυχίας, είναι σχεδόν απίθανο να επιζητήσουμε μακροπρόθεσμα project, όπως την ίδρυση μιας νέας επιχείρησης.

Όμως, το επικίνδυνο και ριψοκίνδυνο πάντα θα υπάρχει. Αυτό δεν σημαίνει πως θα πρέπει να παραιτούμαστε ή να μην αγγίζουμε οποιοδήποτε μεγαλόπνοο σχέδιο έχει περάσει από το νου μας, ούτε να «καθόμαστε για πάντα στ’ αυγά» μας. Αν το περιβάλλον είναι επικίνδυνο, προχωρήστε με προσοχή, αλλά εκμεταλλευτείτε όποιους πόρους έχετε διαθέσιμους.

Ελπίδα και Φόβος, οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος

Η ελπίδα και ο φόβος, είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο.
Όποιος ελπίζει, φοβάται πως αυτό που ελπίζει δεν θα συμβεί.

Αν πάλι έλξει στην πραγματικότητα του το αντικείμενο της ελπίδας του, τότε ακολουθεί ο φόβος πως θα το χάσει.

Αντίθετα οποίος φοβάται, καλλιεργεί και μια κρυφή ελπίδα μέσα του πως αυτό που φοβάται, με κάποιο μαγικό ή θεϊκό τρόπο δεν θα πραγματοποιηθεί.

Ακόμα όμως και αν συμβεί αυτό, υπάρχει η ελπίδα ότι θα τελειώσει γρήγορα, ανώδυνα (χωρίς κόστος) και παντοτινά .

Τα δυο συναισθήματα του φόβου και της ελπίδας, είναι αποτέλεσμα μιας αίσθησης έλλειψης.

Έλλειψης αγάπης, συντρόφου, παιδιών, χρημάτων, αφθονίας, υγείας, σύνδεσης, επιτυχίας, αναγνώρισης, αξίας ή ασφαλείας. Είναι η αίσθηση ότι η παρούσα στιγμή μας δεν είναι όπως πρέπει και μέσα από την ελπίδα θα γίνει όπως πρέπει κάποια στιγμή μελλοντικά. Ή αντίθετα είναι όπως πρέπει αλλά αυτό θα χαθεί και εμείς θα είμαστε ανίκανοι ή αδύναμοι να διαχειριστούμε αυτή την απώλεια.

Ένας αποτελεσματικός τρόπος να αποσυνδεόμαστε από αυτή την ατέρμονη εναλλαγή φόβου και ελπίδας είναι η παρουσία. Η παρουσία στο ΕΔΩ και στο ΤΩΡΑ μας.

Όσοι έχουν ήδη μπει συνειδητά στο αυτογνωσιακό τους ταξίδι, γνωρίζουν ότι υπάρχουν πολλές πύλες για να μπει κανείς στο πεδίο παρουσίας (συνειδητή αναπνοή, διαλογισμός, σύνδεση με την εσωτερική μας ενέργεια, επικέντρωση σε μια ή όλες τις αισθήσεις μας, ενεργητική ακρόαση, σύνδεση με την ενέργεια της φύσης, παρατήρηση αυτής ή των ζώων, κτλ). Υπάρχουν επίσης, πολλοί τρόποι για να παραμείνουμε σε αυτό το πεδίο. Όποιον τρόπο και να επιλέξουμε, οι ποιότητες που χρειάζεται να αναπτύξουμε για να κάνουμε αυτό το υπέροχο ταξίδι είναι κοινές. Πίστη, αφοσίωση, δέσμευση, περιέργεια, άφημα, ενθουσιασμός, αποδοχή!

Τέλος, ας θυμόμαστε όλοι πως η ελπίδα και ο φόβος, είναι ενδείξεις , πως έχουμε φύγει από το ΤΩΡΑ μας, πως «ταξιδεύουμε» σε ένα μέλλον που δεν υπάρχει. Αυτή η συνεχή επικέντρωση μας σε αυτό, απλά μας κάνει να «χάνουμε ή να σπαταλάμε » ολοκληρωτικά την αξία, την αίσθηση και τα δώρα της τρέχουσας στιγμής. Του πολύτιμου ΤΩΡΑ μας. Της μονής στιγμής που η ζωή λαμβάνει χώρα.

Δύο πράγματα μπορούν να αλλάξουν έναν άνθρωπο! Η ομορφιά και ο πόνος

Ομορφιά!… Ποιητών Έμπνευση!

Δύο πράγματα μπορούν να αλλάξουν έναν άνθρωπο!

Η ομορφιά και ο πόνος.

Το ένα σας αγγίζει ακόμα και τούτη τη στιγμή και το άλλο ίσως και να το έχετε ξεχάσει…

Τον πόνο όλοι τον έχουμε γνωρίσει. Μας έχει σημαδέψει, μας έχει καθορίσει και στον κάθε ένα έχει αφήσει κάτι διαφορετικό.

Την αληθινή ομορφιά όμως την έχουμε ξεχάσει… και είναι τόσο σημαντική…

Ακόμα και σαν λέξη μοιάζει να δείχνει την ολοκληρωμένη μορφή (ο-μορφή). Σαν να σε οδηγεί στον κύκλο που είναι ένα τέλειο γεωμετρικό σχήμα. Τόσο τέλειος που μοιάζει άσπιλος και αμόλυντος. Άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες το ήξεραν καλά γι’ αυτό και την προσφωνούσαν ως ευμορφία και κάλλος.

Όταν ήμασταν μικροί ακούγαμε συχνά ότι είμαστε όμορφοι, μεγαλώνοντας το ξεχάσαμε γιατί δεν μας έμαθαν να το αναγνωρίζουμε και να το λέμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας. Ίσως επειδή δεν μας έμαθαν πώς να αναγνωρίσουμε, πώς να ψάχνουμε και πώς να ανακαλύπτουμε την ομορφιά στην ουσία της.

Φυσικά η ομορφιά δεν είναι μόνο ότι φαίνεται. Είναι ένα σύνολο γεμάτο από δυναμικά στοιχεία που στην ένωσή τους δημιουργούν αρμονία. Μια αρμονία που όταν τη συναντάς, ανεξαρτήτως της εξωτερικής αντικειμενικής βιτρούβιας ομορφιάς, προκαλεί θαυμασμό, έμπνευση και μια υπόσχεση ότι στις μέρες μας τίποτε δεν έχει χαθεί αν κάποιος βρεθεί στον κύκλο της όμορφης αρμονίας. Σκέψου… ακόμα και η ποίηση είναι η ρυθμική δημιουργία της ομορφιάς.

Όμως ο άνθρωπος κάπου ξεχάστηκε και έβαλαν πολλοί το χέρι τους σε αυτό.

Και κάπως έτσι και εμείς ως μέρη της ανθρωπότητας χάνοντας την αρμονία που μας χαρακτηρίζει όντας όμορφοι… ξεχαστήκαμε… και ξεχάσαμε την ομορφιά της ύπαρξης μας!

Την ομορφιά που πηγάζει από την μοναδικότητα της εσωτερικής σύνθεσης του καθενός!

Έτσι για να διατηρηθούμε σε αυτή την λήθη της ύπαρξης μας, αλλά και για να γεμίσουμε το κενό που εκείνη προκαλεί εφηύραμε την μόδα. Την μόδα που μας έβαλε σε εξωτερικά καλούπια εικόνας και συμπεριφοράς φτιάχνοντας μια βιτρίνα που κρύβει τόσο την εξωτερική μας ομορφιά, όσο και την εσωτερική, δημιουργώντας έναν κόσμο αντιγράφων χωρίς ουσία, χωρίς περιεχόμενο.

Εξαφανίστηκε η μοναδικότητα και τελικά φτάσαμε στο σημείο να νοσταλγούμε και να μας λείπει και το πιο απλό. Το να νιώθουμε όμορφοι για αυτό που είμαστε σήμερα και για αυτό που θα γίνουμε αύριο.

Πλέον η ομορφιά έχει χαθεί πίσω από τις σκιές της αδιαφορίας, των συμφερόντων, των προβλημάτων, των αδιεξόδων. Ακόμα και η εξωτερική ομορφιά, η βιτρίνα μας, εκπέμπει θαμπά αυτές τις σκιές. Και αν βρεις κάτι που να μοιάζει όμορφο στο τέλος διαπιστώνεις ότι δεν ήταν όμορφο αλλά ωραίο, δηλαδή πρόσκαιρο… της στιγμής.

Μόνο η ομορφιά είναι ανεξίτηλη, μόνο εκείνη νικάει ακόμα και το χρόνο, γιατί όποιος μπορεί να κοιτά την ομορφιά κατάματα δεν γερνάει ποτέ! Γιατί η ομορφιά είναι δύναμη και έχει για ξίφος την αρετή που ακτινοβολεί μέσα από τα βάθη της ψυχής και τα ύψη του πνεύματος.

Γι’ αυτό αν θες να την βρεις ψάξε στις όμορφες σκέψεις, στα όμορφα συναισθήματα που ντύνουν την εικόνα με χίλιες λέξεις που δεν θα χρειαστεί ποτέ να ειπωθούν.

Γίνε καλόγουστος γιατί το καλό γούστο είναι η συνείδηση του όμορφου!

Γίνε καλλιτέχνης και δημιούργησε ομορφιά!

Γιατί το να δημιουργήσεις ομορφιά είναι τέχνη!

Τι πιο ύψιστο να μεταμορφωθεί ο κάθε ένας σε καλλιτέχνη του εαυτού του, να δημιουργήσει και έπειτα να απλώσει την ομορφιά του! Αυτή είναι η αποστολή της αληθινής ομορφιάς… το να υπηρετήσει τη ζωή!

Όσες λέξεις και αν γράψουμε για την ομορφιά πάντα θα μοιάζουν φτωχές και λίγες γιατί τα όμορφα δεν περιγράφονται, αλλά θαυμάζονται!

Έτσι είσαι και εσύ όταν ακτινοβολείς την αληθινή ομορφιά σου… άξιος θαυμασμού!

Είσαι το ζωντανό χρώμα μέσα στο γκρι!

Μην κρύβεις την ομορφιά σου, μην αφήνεις την ντροπή να την επισκιάζει…

Είσαι η άνθιση στο άγονο τοπίο!

Είσαι το δυναμικό στοιχείο που θα μεταμορφώσει την ασχήμια του κόσμου σε ομορφιά ηθικής, ελευθερίας, δικαιοσύνης, αγάπης!

Δεν χρειάζεται να κλείσεις τα μάτια για να δεις την ομορφιά σου!

Άνοιξέ τα και κοίτα μέσα σου!

Ζακ Μπρελ: να αγαπάτε ό,τι πρέπει ν’ αγαπηθεί και να ξεχάσετε ό,τι πρέπει να ξεχαστεί

Σάς εύχομαι όνειρα ατελείωτα και την άγρια επιθυμία να πετύχετε κάποια απ’ αυτά.

Σάς εύχομαι να αγαπάτε ό,τι πρέπει ν’ αγαπηθεί και να ξεχάσετε ό,τι πρέπει να ξεχαστεί.

Σάς εύχομαι να ξυπνάτε με τραγούδια πουλιών και γέλια παιδιών.

Σάς εύχομαι να σέβεστε τη διαφορετικότητα των άλλων, γιατί είναι σπουδαίο να ανακαλύπτουμε την αρετή και την αξία του καθενός.

Σάς εύχομαι να αντιστέκεστε στη στασιμότητα, στην αδιαφορία και στ’ αρνητικά της εποχής μας.

Τέλος, σάς εύχομαι να μην εγκαταλείψετε ποτέ την αναζήτηση, την περιπέτεια, τη ζωή, την αγάπη, γιατί η ζωή είναι μια θαυμάσια περιπέτεια που κανένας δεν πρέπει να εγκαταλείπει χωρίς να δώσει σκληρή μάχη.

Σάς εύχομαι ιδιαίτερα, να είστε ο εαυτός σας, περήφανοι γι’ αυτό που είστε, και να χαίρεστε, γιατί η ευτυχία είναι το πραγματικό μας πεπρωμένο.

Ζακ Μπρελ, Ευχές

Μην ψάχνεις αλλού… η ομορφιά κρύβεται στην πιο απλή στιγμή

Μίλα Αληθινά. Μην κάνεις τις σχέσεις σου ναρκοπέδιο, μιλά καθαρά και θα δεις λουλούδια να ανθίζουν.

Αυτό το υπέροχο στόμα που έχεις, άνοιξέ το και μίλα, μίλα στους ανθρώπους, πες καλημέρα, πες καληνύχτα, πες οτιδήποτε, η σιωπή θα σε οδηγήσει σε σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής σου.

Πες τα ευθέως, χωρίς υπεκφυγές, με λόγια σταράτα. Πόσες φορές παρεξηγήθηκες, μούτρωσες, και έχασες ανθρώπους από κοντά σου. Μιλά τους, πες, τι σε ενόχλησε, τι σε πλήγωσε, τι σε αποκαρδίωσε, τι σε θύμωσε.

Μπορεί να φταίει ο άλλος, αλλά και εσύ περισσότερο αν δεν μιλήσεις, αν δεν ακούσεις την εκδοχή του, αν δεν συζητήσετε, αν δεν μαλώσετε, αν δεν ξεκαθαρίσετε.

Μην πετάς σπόντες, μισόλογα, και μην μουτρώνεις, είναι παιδιάστικο αρκετά. Αυτό δηλώνει την αδυναμία σου, να αντιμετωπίσεις τον κόσμο, να έχεις άμυνα την αλήθεια.

Μην αφήνεις νάρκες παντού, ένα πάτημα και θα σκάσουν, και θα διαλυθούν όλα. Αν μίλαγες, όλα τα κακά συμβάντα των ανθρωπίνων σχέσεων, ίσως είχαν πάρει άλλο δρόμο.

Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος, στις καταιγίδες της ζωή του. Μία γλυκιά κουβέντα, μια γλυκιά ματιά, και να μοιραστεί ένα καφεδάκι. Οι στενοχώριες για πέντε λεπτά σβήνουν.

Έχεις δει πόσο όμορφο γίνεται το μέσα σου, όταν μοιράζεσαι τον καφέ σου, όταν μοιράζεσαι τα παράπονά σου, τις στενοχώριες σου και τις χαρές σου, απλώνει η ψυχή σου, ανοίγει σαν το στρείδι, και όλα είναι απλά, απλά πράγματα θέλει ο άνθρωπος για να είναι Ευτυχισμένος.

Μην ψάχνεις πουθενά αλλού. Η ομορφιά κρύβεται στην πιο απλή στιγμή που ζεις.

Τζον Στιούαρτ Μιλ: Είσαι πραγματικά ελεύθερος;

Ο Τζον Στιούαρτ Μιλ εκφράζει τη γνώμη του πάνω στην ελευθερία, εξηγώντας πως η μοναδική πηγή πραγματικής ελευθερίας βρίσκεται στην αναζήτηση βελτίωσης της προσωπικής ποιότητας του ατόμου.

Πραγματική ελευθερία μπορεί να επικρατήσει μόνο όταν το άτομο μπορεί να αποκτήσει ένα πρότυπο που να το ωφελήσει, χωρίς παράλληλα να είναι εξωτερικώς φορτικό σε άλλους, στην δική του πορεία απόκτησης μεγαλύτερης αυτοεκτίμησης.

Πολλοί εμπνεύστηκαν από την στάση του Μιλ απέναντι στην ελευθερία και το ατομικό κατόρθωμα μέσα από την αυτοβελτίωση. Θέτοντας ένα σημαντικό επίπεδο αξιότητας για την ικανότητα του ατόμου να πληροί προσωπικές προϋποθέσεις για σπουδαιότητα και αξία, ο Μιλ προσέφερε ένα κεντρικό παράδειγμα για το πώς επιτυγχάνονται τέτοιες αξίες.

Οι ρήσεις του που θα σε βάλουν σε προσωπική αναζήτηση:

1) Η ελευθερία ενός ατόμου πρέπει να φτάνει ως το σημείο που δεν παραβιάζει την ελευθερία των άλλων.

2) Καλύτερα να είσαι δυστυχισμένος Σωκράτης, παρά ευτυχισμένο γουρούνι.

3) Ο δεσποτισμός των εθίμων είναι το κυριότερο εμπόδιο στην ανθρώπινη πρόοδο.

4) Αναγνωρίζουμε την ανάγκη της ελευθερίας της γνώμης και της συζήτησης, για την πνευματική προκοπή του ανθρώπινου γένους, απ’ την οποία εξαρτάται η ηθική και υλική του προκοπή.

5) Αυτό που ξεχωρίζει την πλειοψηφία των ανθρώπων από τους λίγους είναι η αδυναμία τους να ενεργούν σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους.

6) Έχω μάθει να αναζητώ την ευτυχία, βάζοντας όρια στις επιθυμίες μου, παρά προσπαθώντας να τις ικανοποιήσω όλες.

7) Ένας άνθρωπος που έχει μια πεποίθηση, ισοδυναμεί με ενενήντα εννέα που απλά ενδιαφέρονται.

Εσύ σε ποιο σημείο βρίσκεσαι;

Πρεσβεύεις έναν ισχυρό ΆΝΘΡΩΠΟ ή μήπως ένα σκλαβωμένο ‘’ευτυχισμένο γουρούνι’’;

MARCUS AURELIUS: Κι όμως, αυτό δείχνει αφέλεια

Ο κόσμος κοιτά πώς να καταφύγει σε εξοχικά σπίτια και στις παραλίες και στα βουνά` και συ ο ίδιος έχεις συνηθίσει να τα αποζητάς αυτά, και με το παραπάνω. Κι όμως, αυτό δείχνει αφέλεια, αφού μπορείς ό, τι ώρα θες να καταφύγεις στον εαυτό σου. Πράγματι, περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, ο άνθρωπος μπορεί να καταφεύγει στον εσωτερικό του κόσμο, με ηρεμία και δίχως τρεχάματα – ιδίως όποιος έχει μέσα του στοιχεία τέτοια που αν σκύψει πάνω τους, ευθύς βρίσκεται στο κέντρο της γαλήνης` και λέγοντας γαλήνη δεν εννοώ άλλο από την αρμονία. 

Να προσφέρεις συνεχώς στον εαυτό σου τούτη την καταφυγή και να τον ανανεώνεις. Ας είναι μικρά και στοιχειώδη εκείνα που θα σου έρθουν στο νου, μα που θα αρκέσουν ώστε να ξεπλύνουν τη στεναχώρια και να σε ξαναστείλουν ευδιάθετο εκεί όπου είσαι υποχρεωμένος να επιστρέψεις.

Με τι δυσαρεστείσαι; Με την κακία των ανθρώπων; Σκέψου το συμπέρασμα που λέει ότι τα λογικά όντα υπάρχουν το ένα για το άλλο, ότι η ανοχή είναι κομμάτι της δικαιοσύνης, και ότι οι άνθρωποι σφάλλουν ακούσια` και αναλογίσου πόσοι μέχρι τώρα εχθρεύτηκαν ο ένας τον άλλο, πόσοι υποπτεύθηκαν, μίσησαν, χτυπήθηκαν μεταξύ τους και τώρα πάει καιρός που έχουν πεθάνει, που έχουν γίνει στάχτη – και πάψε πια να δυσαρεστείσαι.

ΜΑΡΚΟΣ ΑΥΡΗΛΙΟΣ, ΤΑ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

Αυτά που κρύβεις, φαίνονται

Λέω να ξεκινήσουμε από το Άλφα. Και να φτιάξουμε ένα μικρό ερωτικό λεξικό.

Άγνωστος εραστής: «Δεν καταφέρνω να σε γνωρίσω», σημαίνει «δεν θα μάθω ποτέ τι σκέφτεσαι πραγματικά για μένα». Δεν μπορώ να σε εξιχνιάσω, επειδή δεν ξέρω πώς με εξιχνιάζεις εσύ.

Ανάλωση: (ερωτική). Να ξοδεύεσαι, να αναλώνεσαι για το αδιαπέραστο ερωτικό αντικείμενο. Να, ένα δείγμα καθαρής θρησκείας. Καθιστάς τον άλλο άλυτο αίνιγμα, από το οποίο εξαρτάται η ζωή σου. Πράγμα που σημαίνει τον καθιερώνεις σαν θεό.

Άλυτο: (πρόβλημα). Δεν θα καταφέρεις να λύσεις ποτέ το πρόβλημα που σου θέτει ο άλλος. Ο ερωτευμένος δεν είναι Οιδίποδας. Δεν σου απομένει, λοιπόν, παρά να αντιστρέψεις την άγνοιά σου σε αλήθεια. Δεν αληθεύει πως όσο περισσότερο αγαπάς τόσο πιο πολύ καταλαβαίνεις. Όλη κι όλη η σοφία, που αντλείς από τον έρωτα, συνοψίζεται σ’ αυτό: Ο άλλος δεν προσφέρεται στη γνώση. Η αδιαφάνειά του δεν αποτελεί παραπέτασμα που σκεπάζει κάποιο μυστικό. Αγαπάς έναν άγνωστο που άγνωστος θα παραμείνει. Έτσι κατακτάς, σαν τους μυστικούς, τη γνώση της Αγνωσίας. (Αλλά, και πάλι, αυτό δεν σου λύνει κανένα πρόβλημα, ούτε καν τα χέρια).

Ανοησία: (ερωτική). Ο ερωτευμένος παραληρεί. Μετατοπίζει το αίσθημα των αξιών. Αλλά το παραλήρημά του είναι βλακώδες. Υπάρχει βλακωδέστερο πράγμα από έναν ερωτευμένο; Είναι τόσο βλακώδης, που δεν τολμά να διατυπώσει τον ερωτικό του λόγο δημόσια. (Σημείωση: Ο έρωτας είναι εξ ορισμού φτιαγμένος για να ΦΑΙΝΕΤΑΙ, χωρίς να τον υποτάξεις σε μια σοβαρή μεσολάβηση: μυθιστόρημα, θέατρο, ανάλυση, κείμενο).

Ανάρμοστο: Στον ερωτικό βίο, ο ιστός των συμβάντων χαρακτηρίζεται από απίστευτη ευτέλεια, και τούτη η ευτέλεια, συνδικασμένη με τη μέγιστη σοβαρότητα, γίνεται κυριολεκτικά ανάρμοστη. Όταν σου περνάει σοβαρά απ’ το μυαλό να αυτοκτονήσεις για ένα τηλεφώνημα που καθυστερεί πέντε λεπτά, παράγεται μια αισχρότητα τρομακτική. Τίποτα δεν μπορεί να ξεπεράσει σε απρέπεια τη στάση του ερωτευμένου, που καταρρέει, επειδή το αντικείμενο του πόθου του πήρε ένα Ύφος πεντάλεπτης απουσίας.

Αόριστος: Ο χρόνος της ερωτικής γοητείας.

Απαράδεκτος εραστής: «Και ξαφνικά, ο άνθρωπος που επί τρία τέταρτα σκεφτόταν πώς θα βάλει τέρμα στη ζωή του, πήδηξε απ’ την καρέκλα για να ψάξει στη βιβλιοθήκη του τον τιμοκατάλογο των κρυστάλλων Σεν Γκομπέν». (Αρμάνς του Σταντάλ).

Αποκλειστικότητα: «Έρχονται στιγμές που δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένας άλλος έχει το δικαίωμα να την αγαπάει, την ώρα που ο έρωτάς μου γι’ αυτήν είναι τόσο αποκλειστικός, την ώρα που δεν γνωρίζω, δεν ξέρω, δεν έχω τίποτ’ άλλο εκτός απ’ αυτήν». (Γκέτε, Βέρθερος).

Αλήθεια: Ερωτική αλήθεια είναι αυτό, που, όταν λείψει, αφήνει πίσω του ακάλυπτο τον θάνατο.

Αλήθεια: (2) Κάποιος μοναχός ρώτησε τον Τσάο Σε: «Ποια είναι η μοναδική και τελευταία λέξη της αλήθειας;». Κι αυτός απάντησε «Ναι». Αενάως καμένος: Μου λένε: Αυτό το είδος έρωτα ίσως δεν είναι και τόσο βιώσιμο. Πώς μπορούμε να αξιολογήσουμε τη βιωσιμότητα; Γιατί το βιώσιμο να ταυτίζεται με το Αγαθό; Γιατί το Διαρκώ να είναι προτιμότερο από το Καίγομαι;

Απόκρυψη: Ό,τι κι αν κρύψεις στο ερωτικό πεδίο, τελικά δεν θα κρύψεις παρά μόνον αυτά που δεν θέλεις: τα άκυρα. Αυτά που κρύβεις, φαίνονται. Μιλήσεις δεν μιλήσεις, έτσι κι είσαι ερωτευμένος, υπάρχει μια τεράστια βουβή δήλωση, και η απόδειξή της, η ζωντανή απόδειξη, είσαι εσύ ο ίδιος και οι σιωπές σου. Όσο πιο πολλά κρύβεις, τόσο περισσότερα φαίνονται. Κι αν ζητήσεις συνενοχικά τη σιωπή του άλλου, αυτό θα γίνει σε μια απελπισμένη σου προσπάθεια να σκεπάσει προστατευτικά ο άλλος τον δικό σου πιθανό λόγο, τη δική σου σιωπηλή ομολογία. Κι όσο πιο απελπισμένη είναι προσπάθεια, τόσο πιο εύκολο είναι να μαντέψει κανείς αυτά που πάση θυσία πρέπει να κρυφτούν. Έτσι γίνεται πάντα, και από τον κανόνα κανείς δεν διαφεύγει.

Αντάμωση: Να μην υπάρχει. Οι άνθρωποι να συναντιούνται . Να μην απαντιούνται.

Μερικές ερωτήσεις για τη ζωή σας

Τι κάνατε τα δύο τελευταία χρόνια ώστε να μείνετε ψυχικά ενήμερος;

**

Σας αρέσει το όνομά σας;

**

Θα θεωρούσατε επιθυμητό το να επιλέγατε ο ίδιος το όνομά σας μόλις φτάνατε στην ενηλικίωση, έτσι όπως αποφασίζετε ελεύθερα και για όλα τα άλλα;

**

Υπάρχουν θραύσματα στη ζωή σας από τα οποία τραυματίζεστε διαρκώς; Τι σας εμποδίζει να τα πετάξετε; Ελπίζετε ότι κάποια μέρα θα καταφέρετε να τα ξανακολλήσετε;

**

Τι θα έγραφε ο δάσκαλός σας στον έλεγχό σας:

– α) … έφερε εις πέρας τις εργασίες που του ανατέθηκαν, πάντοτε προς μεγάλη μας ικανοποίηση,
– β) … έκανε τα μαθήματά του σε ικανοποιητικό βαθμό,
– γ) … έκανε πάντα ό,τι καλύτερο μπορούσε,
– δ) … χάρη στους κοινωνικούς του τρόπους, έκανε γρήγορα φίλους.
– ε) … ξεχώρισε για τον πρωτότυπο τρόπο σκέψης του.
– στ) … δεν παρέβη ποτέ τους κανόνες,
– ζ) … του/της ευχόμαστε ό,τι καλύτερο για τις μελλοντικές προκλήσεις.

* *
Δυσκολεύεστε να κοιμηθείτε στη διάρκεια της ημέρας;

**

Ας υποθέσουμε ότι είστε ένας δευτερεύων χαρακτήρας σε μυθιστόρημα που διδάσκεται υποχρεωτικά στα μαθήματα δέσμης του λυκείου. Πώς πιστεύετε ότι θα περιέγραφαν οι μαθητές τον χαρακτήρα αυτό σε μια πρόταση;

**

Πώς θα κρίνατε την κατάσταση του οδοστρώματος στον δρόμο σας μέσα στη ζωή;

**

Πιάνετε εύκολα κουβέντα με τα ζώα;

**

Για πόση ώρα καταφέρνετε να παρατηρείτε ανθρώπους χωρίς να τους κρίνετε;

**

Πόσο λεπτός είναι ο πάγος πάνω στον οποίο κινείστε α) επαγγελματικά, β) προσωπικά, γ) ηθικά; Απάντηση σε εκατοστά.

**

Στην υποθετική περίπτωση που κάποιος είχε γράψει μια βιογραφία σας πιστή στην πραγματικότητα, θα συνιστούσατε το βιβλίο στους αναγνώστες;

Η διαμάχη για την ιδιοκτησία του μνημείου του Λυσικράτη στην Πλάκα

Στην περιοχή της Πλάκας, στην ομώνυμη πλατεία, βρίσκεται το εντυπωσιακό κυλινδρικό μνημείο του Λυσικράτη, που διασώθηκε μέσα στους αιώνες παρά τις επιδρομές, τους πολέμους και την ασύδοτη δράση των αρχαιοκαπήλων. Η ιστορία του είναι εντυπωσιακή.

Πρόκειται για ένα κυλινδρικό κτίσμα με έξι κίονες εξωτερικά κορινθιακού ρυθμού, ύψους 6,50 μέτρων που δημιουργήθηκε κατά την 111η Ολυμπιάδα (335-334π.Χ.). από τον Λυσικράτη και το προσέφερε στην πόλη της Αθήνας. Πάνω του υπάρχει επιγραφή που θυμίζει τη νίκη του Λυσικράτη Λυσιθείδη στα Διονύσια.

Μάλιστα στη ζωφόρο παρατίθεται και ο μύθος του Διονύσου με την αιχμαλωσία του από Τυρρηνούς πειρατές.

Στη σκέπη του είναι τοποθετημένη άκανθος, στην οποία στηριζόταν ο χορηγικός τρίποδας. Κατά την αρχαιότητα οι χορηγοί ήταν πλούσιοι Αθηναίοι που όταν κέρδιζαν στους θεατρικούς αγώνες, έστηναν μνημεία και στην κορυφή τους τοποθετούσαν το έπαθλο τους.

Στα μεσαιωνικά χρόνια θεωρούσαν ότι η άκανθος ήταν η βάση κάποιου φαναριού και έτσι έλαβε το όνομα «λύχνος» ή φανάρι του Διογένους. Η παράδοση παρουσίαζε τον φιλόσοφο Διογένη τον Κυνικό να κρατά το φανάρι και να γυρνά στους δρόμους όλη μέρα.

Όταν τον ρωτούσαν τι χρειάζεται το φανάρι την ημέρα, αυτός απαντούσε: «Άνθρωπον ζητώ» δηλ. «αναζητώ τον άνθρωπο». Η άλλη εκδοχή θέλει τον ρήτορα Δημοσθένη να χρησιμοποιεί το φανάρι την νύχτα για την επίμονη μελέτη του.

Οι Καπουτσίνοι

Το μνημείο σήμερα βρίσκεται σε καλή κατάσταση και οφείλει τη διάσωσή του στην εγκατάσταση των Καπουτσίνων μοναχών στην Αθήνα, την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Οι Καπουτσίνοι ανήκαν σε ένα τάγμα της Καθολικής εκκλησίας και πήραν το όνομά τους από την κουκούλα που φορούσαν στο κεφάλι τους. Είχαν μακριά γένια και φορούσαν καφέ ράσα. Το τάγμα ιδρύθηκε από τον Φραγκισκανό μοναχό Ματθαίο ντε Μπάσι και ταξίδευαν σε όλη την Ευρώπη για να μεταδώσουν τις ιδέες τους.

Το 1669 έφτασαν και στην Αθήνα και αγόρασαν για 150 σκούδα (νομίσματα της εποχής), ένα σπίτι κάτω από την Ακρόπολη, όπου έστησαν το Μοναστήρι τους.

Η μονή των καπουτσίνων λειτουργούσε και ως ξενώνας και στα δωμάτιά της φιλοξενήθηκαν σημαντικά πρόσωπα, ανάμεσα τους και ο Λόρδος Βύρωνας όταν ήρθε πρώτη φορά στην Ελλάδα. Εκεί ο Μπάιρον έγραψε μερικά σημαντικά έργα μεταξύ αυτών την «Κατάρα της Αθήνας» το ποίημα που κατήγγειλε διεθνώς τον Έλγιν.

O ίδιος έγραφε σε μία επιστολή του:

«Μπροστά μου έχω τον Υμηττό, πίσω μου την Ακρόπολη, δεξιά μου το ναό του Δία, μπροστά το Στάδιο, αριστερά μου την πόλη. Ε, κύριε αυτό θα πει γραφικότητα. Δεν υπάρχει κύριε τίποτα παρόμοιο στη Λόντρα, όχι, ούτε καν η κατοικία του Λόρδου Δημάρχου»

Όπως απεικονίζεται στην παραπάνω γκραβούρα, ο αρχαίος ναός ήταν εντοιχισμένος με το μοναστήρι. Οι μοναχοί είχαν ανοίξει μία πόρτα και χρησιμοποιούσαν το εσωτερικό του ως αναγνωστήριο. Κύριες ασχολίες των μοναχών ήταν οι αρχαιολογικές και τοπογραφικές μελέτες. Αυτοί άλλωστε εκπόνησαν τον πρώτο χάρτη της Αρχαίας Αθήνας

Στην Μονή των Καπουτσίνων έγινε η πρώτη καλλιέργεια ντομάτας στην Αθήνα σε γλάστρες το 1818, από τον τελευταίο ηγούμενο της Μονής Φραγκίσκο, ο οποίος έφερε τους σπόρους από το εξωτερικό. Οι Αθηναίοι αρχικά καλλιέργησαν την ντομάτα σαν καλλωπιστικό φυτό στην παρασκευή γλυκών και μετά την χρησιμοποίησαν στην μαγειρική.

Διαμάχη για την κυριότητα

Οι αψιμαχίες σχετικά με την ιδιοκτησία του μνημείου ξεκίνησαν όταν ο χώρος περιήλθε στους Καπουτσίνους. Ο πρώην ιδιοκτήτης κατέφυγε στους δημογέροντες και ζήτησε να του επιστρέψουν την κυριότητα του σπιτιού. Οι καπουτσίνοι προσέφυγαν στον Κάδη, ο οποίος τους επέτρεψε τη λειτουργία του Μοναστηριού με τον όρο να μην πειράξουν το μνημείο.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους, οι Καπουτσίνοι, όχι μόνο διατήρησαν το μνημείο σε καλή κατάσταση, αλλά απέτρεψαν τον Βρετανό Λόρδο Έλγιν να το αρπάξει, όπως πολλά από τα αρχαία της πόλης. Παρά την επιμονή του και τα μεγάλα ποσά που προσέφερε για να το αγοράσει ο ηγούμενος του αρνήθηκε.

Ο ηγούμενος Σίμων ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στην αθηναϊκή κοινωνία γιατί είχε καλές ιατρικές γνώσεις και συχνά περιέθαλπε τους κατοίκους όποτε υπήρχε ανάγκη. Μετά τον θάνατό του ο Σίμων ετάφη το 1821 στην αυλή της Μονής, που αποτέλεσε το κοιμητήριο των Καθολικών της Αθήνας.

Η ανταλλαγή με την γαλλική κυβέρνηση

Το μνημείο γλίτωσε με ελάχιστες φθορές από την πυρκαγιά που ξέσπασε στο μοναστήρι κατά την Ελληνική Επανάσταση.

Όμως και στα 1829 είχαμε μια απόπειρα αρπαγής του Μνημείου από ξένους περιηγητές, που τελικά απέτυχε, πιθανόν λόγω του μεγάλου βάρους του μνημείου.

Το 1845 η γαλλική κυβέρνηση χρηματοδότησε τις πρώτες εργασίες αποκατάστασης και τοποθέτησε μαρμάρινη επιγραφή που έγραφε ότι το μνημείο της ανήκει.

Το θέμα της κυριότητας λύθηκε αργότερα με την προσφορά στην γαλλική κυβέρνηση ενός οικοπέδου στην οδό Διδότου στους πρόποδες του Λυκαβηττού προκειμένου να στεγαστεί η γαλλική αρχαιολογική σχολή και το Γαλλικό Ινστιτούτο. Ως αντιστάθμισμα πρόσφεραν στην Ελλάδα την κυριότητα του μνημείου του Λυσικράτους.

Κατά μια άλλη ερμηνεία το Βατικανό ζητούσε επίμονα να αναγνωριστεί ο Καθολικός αρχιεπίσκοπος στην Αθήνα. Όταν το αίτημα ικανοποιήθηκε και παραχωρήθηκε στην καθολική εκκλησία το οικόπεδο της οδού Πανεπιστημίου, στο οποίο και χτίστηκε ο καθεδρικός ναός, τότε η γαλλική κυβέρνηση παρέδωσε την πλήρη κυριότητα του μνημείου του Λυσικράτους.

Την ομορφιά του μνημείου ζήλεψε και ο Άγγλος ύπατος Αρμοστής των Ιονίων Νήσων, Τζον Γιανγκ που όταν πήγε το 1870 στο Σίδνεϊ έπεισε τον τότε Πρωθυπουργό και δημιούργησαν ένα αντίγραφό του, το οποίο σήμερα βρίσκεται στο Βασιλικό Βοτανικό κήπο του Σίδνεϊ.

Οι μυθικοί χαμένοι θησαυροί του κόσμου

Μυθικοί θησαυροί αμύθητης αξίας, που στο πέρασμα των αιώνων έγιναν το ιερό δισκοπότηρο για εκατοντάδες αναζητητές και χρυσοθήρες, χωρίς τελικά να μπορέσει κάποιος να τους ανακαλύψει. Δείτε παρακάτω 6 από αυτούς τους θησαυρούς και την ιστορία που τους συνοδεύει.

Η κιβωτός της Διαθήκης. Για τους Ισραηλίτες, η κιβωτός της Διαθήκης ήταν το πιο ιερό αντικείμενο πάνω στη γη. Το σύμβολο αυτό του εβραϊκού έθνους, αυτή η περίκομψη κιβωτός, σύμφωνα με τη Βίβλο, σχεδιάστηκε από τον ίδιο τον Θεό.

Με διαστάσεις, 44 ίντσες μήκος, 26 ίντσες πλάτος, και 26 ίντσες ύψος, η κιβωτός ήταν κατασκευασμένη από ξύλο ακακίας και καλυμμένη μέσα-έξω με καθαρό χρυσό και περιβάλλονταν από σκαλιστά καλλιτεχνήματα όλα από χρυσό επίσης. Στο επάνω μέρος, τοποθετήθηκαν δύο χρυσά χερουβείμ, το ένα απέναντι από το άλλο με τα κεφάλια σκυμμένα και τα φτερά να εκτείνονται προς τα πάνω.

Η κιβωτός χρησιμοποιήθηκε για να φυλάξει ιερά λείψανα, αλλά και τις δύο πέτρινες πλάκες των 10 εντολών. Σαν ιστορικός και θρησκευτικός θησαυρός, η κιβωτός και το περιεχόμενο της είναι ανεκτίμητης αξίας.

Το 607 π.κ.ε. η κιβωτός βρίσκονταν στον ναό του Σολομώντα, στην Ιερουσαλήμ, η οποία και καταλήφθηκε από τους Βαβυλώνιους σε μια φοβερή μάχη όπου σκοτώθηκαν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Εβδομήντα χρόνια αργότερα, όταν επέστρεψαν οι Ισραηλίτες για να ξανακτίσουν την πόλη η κιβωτός της Διαθήκης είχε χαθεί.

Ευρέως, θεωρείται ότι η κιβωτός κρύφτηκε από τους Εβραίους για να μην πέσει στα χέρια των Βαβυλώνιων. Οι πιθανές τοποθεσίες που μπορεί να βρίσκεται κυμαίνονται από το βουνό Nebo στην Αίγυπτο ως την Αιθιοπία και ως μια σπηλιά στην καρδιά του Ισραήλ. Άλλοι θεωρούν ότι η κιβωτός καταστράφηκε από τους Βαβυλώνιους. Άλλη εξήγηση που δίνεται, είναι ότι ο Θεός αφαίρεσε ως εκ θαύματος την κιβωτό για την προστατεύσει. Προστάτευσε την κιβωτό αλλά άφησε απροστάτευτους να πεθάνουν ένα εκατομμύριο ανθρώπους!!

Το κεχριμπαρένιο δωμάτιο.

Περιγράφεται σαν το όγδοο θαύμα του κόσμου από όσους το είδαν και αποτελεί τον πιο ιδιαίτερο χαμένο θησαυρό στην ιστορία. Ήταν μια αίθουσα με διάσταση 11 τετραγωνικών ποδιών που ήταν επενδυμένη με μεγάλα πάνελ φτιαγμένα από τόνους κεχριμπάρι σκαλισμένο περίτεχνα, τεράστιους τετράγωνους καθρέφτες και τέσσερα υπέροχα μωσαϊκά από την Φλωρεντία. Οι κεχριμπαρένιοι τοίχοι ήταν στολισμένοι με πολύτιμους λίθους και διακοσμημένοι με τις πολυτιμότερες συλλογές από Πρωσικά και Ρωσικά έργα τέχνης.

Δημιουργήθηκε για το βασιλιά της Πρωσίας Friedrich I και δόθηκε στον Μέγα Πέτρο της Ρωσίας το 1716 και βρίσκονταν στο Catherine Palace, κοντά στην Αγία Πετρούπολη. Σήμερα, το κεχριμπαρένιο δωμάτιο θα εκτιμούνταν περισσότερο από 142 εκατομμύρια δολάρια.

Όταν ο Adolf Hitler έβαλε στο στόχαστρο του την Ρωσία, οι φύλακες του κεχριμπαρένιου δωματίου αποφάσισαν να το ξηλώσουν για να το μετακινήσουν. Στην προσπάθεια τους όμως αυτή, το κεχριμπάρι άρχισε να θρυμματίζεται. Έτσι προσπάθησαν να το καλύψουν με ταπετσαρία, χωρίς επιτυχία όμως. Έτσι, όταν οι Γερμανοί μπήκαν στο Λένινγκραντ (Αγία Πετρούπολη) τον Οκτώβριο του 1941, μετακίνησαν και έστησαν ξανά το δωμάτιο στο Königsberg Castle.

Εντούτοις, όταν τον Απρίλιο του 1945 το Königsberg παραδόθηκε και ο πόλεμος είχε λήξει, ο μυθικός θησαυρός δεν βρισκόταν πουθενά. Το κεχριμπαρένιο δωμάτιο δεν το είδε ποτέ ξανά κανένας.

Οι θεωρίες πολλές.

* Βρίσκεται κρυμμένο σε ένα υπόγειο κάπου στην πόλη.
*Καταστράφηκε από τις Ρώσικες βόμβες.
*Καταστράφηκε στην φωτιά που ξέσπασε στο κάστρο αμέσως μετά την παράδοση της πόλης.

Πιθανώς δεν θα μάθουμε ποτέ. Αλλά ευτυχώς, για τους εραστές της χλιδής, το κεχριμπαρένιο δωμάτιο έχει αναδημιουργηθεί προσεκτικά με βάση το πρωτότυπο και εκτίθεται στο Catherine Palace.

Ο θησαυρός του Μαυρογένη.

Ο διάσημος πειρατής Μαυρογένης πέρασε μόνο μόνο 2 χρόνια από την ζωή του (1716-1718) λεηλατώντας τις θάλασσες. Εντούτοις, κατάφερε να μαζέψει ένα μεγάλο θησαυρό. Ενώ οι Ισπανοί ήταν απασχολημένοι με το να συγκεντρώνουν το χρυσό και το ασήμι που μάζευαν από το Μεξικό και την Νότια Αμερική, ο Μαυρογένης και οι σύντροφοι του, περίμεναν υπομονετικά τα ισπανικά πλοία, που φορτωμένα με το χρυσό και το ασήμι έπαιρναν το δρόμο για την Ισπανία.

Ο Μαυρογένης, δημιούργησε την φήμη του σκληρού και ανήθικου καιροσκόπου. Η περιοχή δράσης του ήταν γύρω από τις Δυτικές Ινδίες μέχρι τις ακτές της Βόρειας Αμερικής, με έδρα του τις Μπαχάμες και την βόρεια Καρολίνα. Το τέλος του ήρθε τον Νοέμβριο του 1718, όταν τον αποκεφάλισε ο Βρετανός υπολοχαγός Robert Maynard.

Αλλά τι συνέβη στον απέραντο θησαυρό που ο Μαυρογένης είχε μαζέψει; Η θέση που ήταν κρυμμένος δεν έγινε ποτέ γνωστή. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε τους αμέτρητους κυνηγούς θησαυρών να τον αναζητήσουν μανιωδώς. Το βυθισμένο σκάφος του Μαυρογένη, το Queen Anne’s Revenge πιστεύεται ότι βρέθηκε κοντά στο Beaufort στην βόρεια Καρολίνα το 1996, αλλά δεν υπήρχε ίχνος από τον θησαυρό. Οι πιθανές θέσεις που μπορεί να βρίσκεται, περιλαμβάνουν τα νησιά της Καραϊβικής, τον κόλπο Chesapeake στην Βιρτζίνια και τις σπηλιές των νησιών Cayman.

Ο θησαυρός της Λίμας.

Το 1820, η Λίμα στο Περού, ήταν στα πρόθυρα επανάστασης. Σαν προληπτικό μέτρο, ο αντιβασιλέας της Λίμας, αποφάσισε να μεταφέρει το μυθικό πλούτο της πόλης, στο Μεξικό για να τον διαφυλάξει. Ο θησαυρός περιλάμβανε εκτός των άλλων και πολύτιμες πέτρες καθώς και δύο life-size χρυσά αγάλματα της Μαρίας να κρατάει τον Ιησού. Ο θησαυρός γέμισε 11 πλοία και εκτιμήθηκε περίπου στα 60 εκατομμύρια δολάρια.

Ο καπετάνιος William Thompson, διοικητής του πλοίου Mary Dear, τέθηκε υπεύθυνος για την μεταφορά του θησαυρού στο Μεξικό. Αλλά ο αντιβασιλέας, όφειλε να είχε κάνει κάποια έρευνα, σχετικά με τον άνθρωπο στον οποίο έδωσε τέτοιο μυθικό πλούτο να μεταφέρει, επειδή ο Thompson ήταν πειρατής. Μόλις τα σκάφη βρήκαν στην ανοιχτή θάλασσα, σκότωσε τους περουβιανούς φρουρούς και τους πέταξε στην θάλασσα. Ο Thompson έλεγχε τα Νησιά Cocos, στον Ινδικό Ωκεανό, όπου αυτός και οι σύντροφοι του έθαψαν, τον θησαυρό. Αποφάσισαν έπειτα να χωρίσουν και να εξαφανιστούν για λίγο, έως ότου ηρεμήσει το όλο συμβάν.

Αλλά το πλοίο Mary Dear εντοπίστηκε από τα Ισπανικά πλοία και το πλήρωμα δικάστηκε για την πειρατεία. Όλοι κρεμάστηκαν, εκτός από τον Thompson και το πρωτοπαλίκαρο του, που για να σώσουν τις ζωές τους, συμφώνησαν να οδηγήσουν τους Ισπανούς στον κλεμμένο θησαυρό. Τους πήγαν μέχρι τα νησιά Cocos, αλλά κατόρθωσαν να δραπετεύσουν στην ζούγκλα. Τον Thompson, το πρωτοπαλίκαρο του, αλλά και τον θησαυρό, δεν τα ξαναείδε ποτέ κανείς.

Περισσότερες από 300 αποστολές έχουν προσπαθήσει –ανεπιτυχώς– να εντοπίσουν τους θησαυρούς της Λίμα. Η πιο πρόσφατη θεωρία είναι ότι ο θησαυρός δεν θάφτηκε στα νησιά Cocos, αλλά σε ένα άγνωστο νησί κοντά στις ακτές της Κεντρικής Αμερικής.

Ο θησαυρός του Tutankhamen.

Όταν ο Howard Carter βρήκε τον τάφο του Τουταγχαμών στην Αίγυπτο, στην κοιλάδα των βασιλέων το 1922, γοητεύτηκε από την λαμπρότητα των χειροποίητων αντικειμένων που ο νεαρός βασιλιάς είχε πάρει μαζί του για την μετά θάνατον ζωή. Υπήρχαν τόσα πολλά κοσμήματα και άλλα χειροποίητα αντικείμενα που ο Carter χρειάστηκε δέκα χρόνια για να τα καταχωρήσει πλήρως. Εντούτοις, όταν ξεθάφτηκαν οι αίθουσες ενταφιασμών των πιο σημαντικών Φαραώ, στις αρχές του 19ου αιώνα, οι αίθουσες θησαυρών τους, ήταν ουσιαστικά άδειες.

Οι ληστές που σύλησαν τους τάφους κατά την διάρκεια των αιώνων, αφαίρεσαν από τους περισσότερους από αυτούς, ότι πολύτιμο υπήρχε αφήνοντας μόνο πέτρες. Αλλά που βρίσκεται όλος αυτός ο θησαυρός που εκλάπη από τους τάφους των Φαραώ; Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι οι θησαυροί ιδιοποιήθηκαν από τους ιερείς που διεύθυναν την κοιλάδα των βασιλιάδων κατά την διάρκεια της περιόδου 425-343 π.κ.ε. Ένα ιδιαίτερο πρόσωπο, ο κυβερνήτης Herihor, ίσως να είναι το κλειδί. Ο Herihor ήταν υψηλός δικαστικός υπάλληλος κατά την διάρκεια της βασιλείας του Ραμσή ΧΙ.

Μετά τον θάνατο του Ραμσή, ο Herihor σφετερίστηκε το θρόνο, μοιράζοντας το βασίλειο μαζί με τον γαμπρό του, Piankh. Ο Herihor Έγινε υπεύθυνος στην κοιλάδα των βασιλιάδων και έτσι είχε την ευκαιρία να αρπάξει τους θησαυρούς από τους τάφους των Φαραώ. Ο τάφος του δεν έχει βρεθεί ποτέ και πολλοί μελετητές θεωρούν ότι οι κλεμμένοι θησαυροί από πολλούς Φαραώ, είναι κρυμμένοι εκεί.

Ο θησαυρός του Αυτοκράτορα Montezuma.

Ο αποδεκατισμός των Ισπανών από τους Αζτέκους στο Μεξικό έγινε στις 1 Ιουλίου του 1520, όταν ο Hernando Cortés και οι άντρες του εγκλωβίστηκαν στην πρωτεύουσα Tenochtitlán από τους εξοργισμένους Αζτέκους πολεμιστές.

Μετά από ημέρες άγριας μάχης, ο Cortés διέταξε τους άντρες του να συσκευάσουν τους θησαυρούς του Montezuma για να προσπαθήσουν να το σκάσουν την νύχτα. Δεν κατάφεραν όμως να φύγουν, αφού οι Αζτέκοι πρόλαβαν και τους επιτέθηκαν. Η σφαγή που ακολούθησε γέμισε την λίμνη Tezcuco με τα νεκρά σώματα των Ισπανών και τους αμύθητους θησαυρούς του Montezuma. Οι τρομαγμένοι στρατιώτες, πετούσαν τα κιβώτια με τον θησαυρό, που τον αποτελούσαν αμέτρητα χρυσά και ασημένια κομψοτεχνήματα καθώς και τεράστιες ποσότητες με πολύτιμους λίθους και κοσμήματα, στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από τους Αζτέκους.

Ο Cortés και μια χούφτα ανδρών του, κατάφεραν να γλυτώσουν, για να επιστρέψουν ένα χρόνο μετά και να πάρουν εκδίκηση. Όταν οι κάτοικοι του Tenochtitlán εντόπισαν τους εισβολείς, έθαψαν τον θησαυρό της πόλης γύρω από την λίμνη Tezcuco. Σήμερα, παρόλο που ήταν πολλοί αυτοί που τον έψαξαν, ένας αμύθητος θησαυρός παραμένει κρυμμένος για σχεδόν πέντε αιώνες κάτω από τις λάσπες στα περίχωρα της πόλης του Μεξικού.

Καλά είναι όλα αυτά αλλά ο μεγαλύτερος θησαυρός βρίσκεται … μέσα μας.

Νίτσε: Η ιδέα της ηθικότητας των εθίμων

Αν συγκρίνουμε τον τρόπο ζωής μας με αυτόν που έζησε η ανθρωπότητα για χιλιε­τίες, θα διαπιστώσουμε ότι εμείς οι σημερινοί άνθρωποι, ζούμε σε μια πολύ ανήθικη εποχή: η δύναμη των ηθών έχει εξασθενίσει εκπληκτικά και η ηθική έννοια έχει εκλεπτυνθεί και εξυψωθεί τόσο ώστε μπορούμε να τη θεωρήσουμε ως εξατμι­σμένη.

Γι αυτό, εμείς οι αργοπορημένοι άνθρωποι, διεισδύου­με τόσο δύσκολα στις καθοδηγητικές ιδέες που έχουν κυριαρ­χήσει στη διαμόρφωση της ηθικής και, αν κατορθώνουμε να τις ανακαλύψουμε, απεχθανόμαστε να τις κοινοποιήσουμε: γιατί ακούγονται τόσο χονδροειδείς! Ή επειδή μοιάζουν να διαβάλουν την ηθικότητα!

Αυτή είναι ήδη, για παράδειγμα, η βασική αρχή: η ηθικότητα δεν είναι τίποτα άλλο (άρα, προ­πάντων, τίποτα περισσότερο) παρά η υπακοή στα έθιμα, είναι ο παραδοσιακός τρόπος να ενεργείς και να εξελίσσεσαι. Πα­ντού όπου τα έθιμα δεν προστάζουν, δεν υπάρχει ηθικότητα. Και όσο λιγότερο καθορίζεται η ύπαρξη από τα έθιμα, τόσο μι­κρότερος είναι ο κύκλος της ηθικότητας.

Ο ελεύθερος άνθρω­πος είναι ανήθικος, εφόσον σε όλα τα πράγματα, θέλει να εξαρτάται από τον εαυτό του και όχι από τα καθιερωμένα έθι­μα: σε όλες τις πρωτόγονες καταστάσεις της ανθρωπότητας, το “κακό” ισοδυναμεί με το “νοερό”, το “αυθαίρετο”, το “ασυ­νήθιστο”, το “απρόβλεπτο”, το “ανυπολόγιστο”.

Πάντα, ανά­λογα με την αξιολόγηση των ίδιων καταστάσεων, αν μια πράξη εκτελείται όχι επειδή το προστάζει η παράδοση αλλά για άλ­λους λόγους (για παράδειγμα χάρη στην ατομική χρησιμότητά της), και ακόμη για τους ίδιους λόγους που άλλοτε είχαν θεμε­λιώσει το έθιμο, τότε ονομάζεται ανήθικη και θεωρείται ως τέ­τοια, ακόμη και απ’ αυτόν που την εκτελεί: γιατί την ενέπνευσε η υπακοή προς την παράδοση.

Τι είναι όμως η παράδοση; Μια ανώτερη αυθεντία στην οποία υπακούν όχι επειδή προστάζει το ωφέλιμο αλλά επειδή απλά προστάζει.

Σε τι διαφέρει αυτό το αίσθημα της παράδοσης από ένα γενικό αίσθημα φόβου; Είναι ο φόβος ενός ανώτερου πνεύματος που διατάζει εδώ, μια ασύλληπτη και απεριόριστη δύναμη, για κάτι που είναι πε­ρισσότερο από προσωπικό,- υπάρχει δεισιδαιμονία σ’ αυτό τον φόβο.

Άλλοτε, ολόκληρη η παιδεία και οι φροντίδες για την υγεία, τον γάμο, την ιατρική επιστήμη και τη γεωργία, τον πό­λεμο, την ομιλία και τη σιωπή, οι σχέσεις ανάμεσα στους αν­θρώπους και οι σχέσεις με τους θεούς ανήκαν στο πεδίο της ηθικότητας: αυτή απαιτούσε να τηρούν τις εντολές, δίχως να σκέφτονται “καθεαυτούς” σαν άτομα.

Αρχικά λοιπόν όλα εξαρτιόνταν από τα ήθη και τα έθιμα, και όποιος ήθελε να υψωθεί πάνω απ’ αυτά, έπρεπε να γίνει νομοθέτης, θεραπευ­τής και κάτι σαν ημίθεος; δηλαδή έπρεπε να δημιουργήσει ήθη,- πράγμα φοβερό και πολύ επικίνδυνο! – Ποιος είναι ο ηθι­κότερος; Αφ’ ενός αυτός που εφαρμόζει το νόμο συχνότερα: δηλαδή αυτός που, όπως ο βραχμάνος, φέρει τη συνείδηση του νόμου παντού και στην παραμικρή χρονική υποδιαίρεση, έτσι που το μυαλό του επινοεί συνεχώς ευκαιρίες για να εφαρ­μόζει το νόμο. Αφ’ ετέρου, αυτός που εφαρμόζει επίσης το νό­μο στις πιο δύσκολες περιπτώσεις.

Ο ηθικότερος είναι εκείνος που θυσιάζει τα πιο πολλά πράγματα στα ήθη: μα ποιες είναι οι μεγαλύτερες θυσίες; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα ξεδι­πλώνει πολλές διαφορετικές ηθικές: αλλά η πιο σημαντική δια­φορά παραμένει εκείνη που διαχωρίζει την ηθικότητα της συ­χνότερης εκπλήρωσης, της δυσκολότερης εκπλήρωσης. Ας μην ξεγελιόμαστε για τα κίνητρα αυτής της ηθικής που απαιτεί για τεκμήριο της ηθικότητας την εφαρμογή ενός εθίμου στις δυσκολότερες περιπτώσεις!

Η υπερνίκηση του εαυτού μας δεν απαιτείται για χάρη των ωφέλιμων συνεπειών που έχει για το άτομο, αλλά για να προβάλλεται η κυριαρχία των εθίμων και των παραδόσεων, παρ’ όλες τις αντίθετες επιθυμίες και τα ατομικά συμφέροντα: το άτομο πρέπει να θυσιαστεί – αυτό απαιτεί η ηθικότητα των εθίμων.

Αντίθετα, αυτοί οι ηθικολόγοι που, όπως οι διάδοχοι του Σωκράτη, συστήνουν στο άτομο την αυτοκυριαρχία και την εγκράτεια σαν τα πιο ξεχωριστά του προτερήματα , σαν το κλειδί της πιο προσωπικής του ευ­τυχίας, είναι η εξαίρεση – και αν μας φαίνεται διαφορετικά, εί­ναι απλά επειδή έχουμε ανατραφεί κάτω από την επιρροή τους.

Ακολουθούν όλοι ένα καινούριο δρόμο και είναι θύματα της απόλυτης αποδοκιμασίας όλων των εκπροσώπων της ηθι­κότητας των εθίμων, αποκλείονται από την κοινότητα ως ανή­θικοι, και είναι, με τη βαθύτερη έννοια, κακοί. Με τον ίδιο ακρι­βώς τρόπο, ένας ενάρετος Ρωμαίος της παλιάς εποχής θεω­ρούσε κακό κάθε χριστιανό που “επεδίωκε πάνω απ’ όλα τη δι­κή του σωτηρία”. Παντού όπου υπάρχει μια κοινότητα και, κα­τά συνέπεια, μια ηθικότητα των εθίμων, επικρατεί η ιδέα ότι η τιμωρία για την παραβίαση των ηθών θίγει προπάντων την ίδια την κοινότητα: αυτή η υπερφυσική τιμωρία που η εκδήλωσή της και τα όριά της είναι τόσο δυσνόητα και μπορείς να τα εξι­χνιάσεις μόνο με υπερφυσικό φόβο.

Η κοινότητα μπορεί να υποχρεώσει το άτομο να επανορθώσει τη ζημιά που προξένη­σε σε ένα άλλο άτομο ή στην ίδια την κοινότητα. Μπορεί επί­σης να ασκεί ένα είδος εκδίκησης στο άτομο επειδή, εξαιτίας του – σαν μια υποτιθέμενη συνέπεια της πράξης του -, συσσω­ρεύτηκαν στην κοινότητα τα θεϊκά σύννεφα και οι εκρήξεις της θεϊκής του οργής,- αλλά θεωρεί προπάντων, την ενοχή του ατόμου ως δική της ενοχή, και υφίσταται την τιμωρία του ατό­μου ως δική της τιμωρία. – “Τα ήθη έχουν χαλαρώσει”, στενά­ ζει από την ψυχή του καθένας, όταν γίνονται παρόμοιες πρά­ξεις. Κάθε ατομική πράξη, κάθε τρόπος ατομικής σκέψης προ- καλούν ρίγη.

Είναι τελικώς αδύνατο να φανταστεί κανείς πόσο θα υπέφεραν τα σπανιότερα, τα πιο ερευνητικά, τα πιο πρωτό­τυπα πνεύματα στην πορεία της ιστορίας επειδή θεωρούνταν πάντα ως κακές και επικίνδυνες υπάρξεις, επειδή θεωρούσαν οι ίδιοι τους εαυτούς τους έτσι. Κάτω από την κυριαρχία της ηθικότητας των εθίμων, κάθε είδος πρωτοτυπίας είχε κακή συ­νείδηση. Ο ορίζοντας των εκλεκτών φαινόταν ακόμη πιο σκο­τεινός απ’ όσο ήταν.

Νίτσε: Αυγή, Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟΣ

ΙΣΟΚΡ 7.62–70

(ΙΣΟΚΡ 7. Πίστις: §20–76): 

Σύγκριση του ισχύοντος πολιτεύματος με αυτό των Τριάκοντα

[62] Τῶν τοίνυν ἄλλων πόλεων ταῖς ἐπιφανεστάταις καὶ
μεγίσταις, ἢν ἐξετάζειν βουληθῶμεν, εὑρήσομεν τὰς
δημοκρατίας μᾶλλον ἢ τὰς ὀλιγαρχίας συμφερούσας· ἐπεὶ
καὶ τὴν ἡμετέραν πολιτείαν, ᾗ πάντες ἐπιτιμῶσιν, ἢν
παραβάλωμεν αὐτὴν μὴ πρὸς τὴν ὑπ’ ἐμοῦ ῥηθεῖσαν, ἀλλὰ
πρὸς τὴν ὑπὸ τῶν τριάκοντα καταστᾶσαν, οὐδεὶς ὅστις οὐκ
ἂν θεοποίητον εἶναι νομίσειεν. [63] βούλομαι δ’, εἰ καί
τινές με φήσουσιν ἔξω τῆς ὑποθέσεως λέγειν, δηλῶσαι καὶ
διελθεῖν ὅσον αὕτη τῆς τότε διήνεγκεν, ἵνα μηδεὶς οἴηταί
με τὰ μὲν ἁμαρτήματα τοῦ δήμου λίαν ἀκριβῶς ἐξετάζειν,
εἰ δέ τι καλὸν ἢ σεμνὸν διαπέπρακται, ταῦτα δὲ παραλεί-
πειν. ἔσται δ’ ὁ λόγος οὔτε μακρὸς οὔτ’ ἀνωφελὴς τοῖς
ἀκούουσιν.

[64] Ἐπειδὴ γὰρ τὰς ναῦς τὰς περὶ Ἑλλήσποντον
ἀπωλέσαμεν καὶ ταῖς συμφοραῖς ἐκείναις ἡ πόλις περι-
έπεσεν, τίς οὐκ οἶδε τῶν πρεσβυτέρων τοὺς μὲν δημο-
τικοὺς καλουμένους ἑτοίμους ὄντας ὁτιοῦν πάσχειν ὑπὲρ
τοῦ μὴ ποιεῖν τὸ προσταττόμενον, καὶ δεινὸν ἡγουμένους
εἴ τις ὄψεται τὴν πόλιν τὴν τῶν Ἑλλήνων ἄρξασαν,
ταύτην ὑφ’ ἑτέροις οὖσαν, τοὺς δὲ τῆς ὀλιγαρχίας ἐπιθυ-
μήσαντας ἑτοίμως καὶ τὰ τείχη καθαιροῦντας καὶ τὴν
δουλείαν ὑπομένοντας; [65] καὶ τότε μέν, ὅτε τὸ πλῆθος
ἦν κύριον τῶν πραγμάτων, ἡμᾶς τὰς τῶν ἄλλων ἀκροπόλεις
φρουροῦντας, ἐπειδὴ δ’ οἱ τριάκοντα παρέλαβον τὴν πολι-
τείαν, τοὺς πολεμίους τὴν ἡμετέραν ἔχοντας; καὶ κατὰ
μὲν ἐκεῖνον τὸν χρόνον δεσπότας ἡμῶν ὄντας Λακεδαιμο-
νίους, ἐπειδὴ δ’ οἱ φεύγοντες κατελθόντες πολεμεῖν ὑπὲρ
τῆς ἐλευθερίας ἐτόλμησαν καὶ Κόνων ναυμαχῶν ἐνίκησεν,
πρέσβεις ἐλθόντας παρ’ αὐτῶν καὶ διδόντας τῇ πόλει τὴν
ἀρχὴν τὴν τῆς θαλάττης; [66] καὶ μὲν δὴ καὶ τάδε τίς
οὐ μνημονεύει τῶν ἡλικιωτῶν τῶν ἐμῶν, τὴν μὲν δημοκρα-
τίαν οὕτω κοσμήσασαν τὴν πόλιν καὶ τοῖς ἱεροῖς καὶ τοῖς
ὁσίοις, ὥστ’ ἔτι καὶ νῦν τοὺς ἀφικνουμένους νομίζειν αὐτὴν
ἀξίαν εἶναι μὴ μόνον τῶν Ἑλλήνων ἄρχειν ἀλλὰ καὶ τῶν
ἄλλων ἁπάντων, τοὺς δὲ τριάκοντα τῶν μὲν ἀμελήσαντας,
τὰ δὲ συλήσαντας, τοὺς δὲ νεωσοίκους ἐπὶ καθαιρέσει
τριῶν ταλάντων ἀποδομένους, εἰς οὓς ἡ πόλις ἀνήλωσεν
οὐκ ἐλάττω χιλίων ταλάντων; [67] ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τὴν
πραότητα δικαίως ἄν τις ἐπαινέσειεν τὴν ἐκείνων μᾶλλον ἢ
τὴν τοῦ δήμου. οἱ μὲν γὰρ ψηφίσματι παραλαβόντες
τὴν πόλιν πεντακοσίους μὲν καὶ χιλίους τῶν πολιτῶν
ἀκρίτους ἀπέκτειναν, εἰς δὲ τὸν Πειραιᾶ φυγεῖν πλείους ἢ
πεντακισχιλίους ἠνάγκασαν· οἱ δὲ κρατήσαντες καὶ μεθ’
ὅπλων κατιόντες, αὐτοὺς τοὺς αἰτιωτάτους τῶν κακῶν
ἀνελόντες, οὕτω τὰ πρὸς τοὺς ἄλλους καλῶς καὶ νομίμως
διῴκησαν ὥστε μηδὲν ἔλαττον ἔχειν τοὺς ἐκβαλόντας τῶν
κατελθόντων. [68] ὃ δὲ πάντων κάλλιστον καὶ μέγιστον
τεκμήριον τῆς ἐπιεικείας τοῦ δήμου· δανεισαμένων γὰρ
τῶν ἐν ἄστει μεινάντων ἑκατὸν τάλαντα παρὰ Λακεδαιμο-
νίων εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν τὸν Πειραιᾶ κατασχόντων,
ἐκκλησίας γενομένης περὶ ἀποδόσεως τῶν χρημάτων, καὶ
λεγόντων πολλῶν ὡς δίκαιόν ἐστι διαλύειν τὰ πρὸς Λακε-
δαιμονίους μὴ τοὺς πολιορκουμένους, ἀλλὰ τοὺς δανει-
σαμένους, ἔδοξεν τῷ δήμῳ κοινὴν ποιήσασθαι τὴν ἀπό-
δοσιν. [69] καὶ γάρ τοι διὰ ταύτην τὴν γνώμην εἰς
τοιαύτην ἡμᾶς ὁμόνοιαν κατέστησαν καὶ τοσοῦτον ἐπιδοῦ-
ναι τὴν πόλιν ἐποίησαν, ὥστε Λακεδαιμονίους, τοὺς ἐπὶ
τῆς ὀλιγαρχίας ὀλίγου δεῖν καθ’ ἑκάστην τὴν ἡμέραν προσ-
τάττοντας ἡμῖν, ἐλθεῖν ἐπὶ τῆς δημοκρατίας ἱκετεύσοντας
καὶ δεησομένους μὴ περιιδεῖν αὑτοὺς ἀναστάτους γενο-
μένους. τὸ δ’ οὖν κεφάλαιον τῆς ἑκατέρων διανοίας
τοιοῦτον ἦν· οἱ μὲν γὰρ ἠξίουν τῶν μὲν πολιτῶν ἄρχειν,
τοῖς δὲ πολεμίοις δουλεύειν, οἱ δὲ τῶν μὲν ἄλλων ἄρχειν,
τοῖς δὲ πολίταις ἴσον ἔχειν.

[70] Ταῦτα δὲ διῆλθον δυοῖν ἕνεκα, πρῶτον μὲν
ἐμαυτὸν ἐπιδεῖξαι βουλόμενος οὐκ ὀλιγαρχιῶν οὐδὲ πλεο-
νεξιῶν ἀλλὰ δικαίας καὶ κοσμίας ἐπιθυμοῦντα πολιτείας,
ἔπειτα τὰς δημοκρατίας τάς τε κακῶς καθεστηκυίας ἐλατ-
τόνων συμφορῶν αἰτίας γιγνομένας, τάς τε καλῶς πολι-
τευομένας προεχούσας τῷ δικαιοτέρας εἶναι καὶ κοινο-
τέρας καὶ τοῖς χρωμένοις ἡδίους.

***
Εκτός αυτού, αν θελήσουμε να εξετάσουμε το πράγμα πλατύτερα, θα βρούμε ότι στις επιφανέστερες και ισχυρότερες πολιτείες συμφέρει περισσότερο το δημοκρατικό πολίτευμα από την ολιγαρχία, γιατί και το σημερινό μας πολίτευμα, που όλοι το κατακρίνουν, αν το παραβάλουμε όχι με εκείνο που εγώ παρουσίασα προ ολίγου μπροστά σας, αλλά με το πολίτευμα που επεβλήθη από τους τριάκοντα τυράννους, δεν υπάρχει κανείς που να μη το θεωρή θείο δημιούργημα.

Θέλω μάλιστα, μ' όλο που μερικοί θα πουν ότι ξεφεύγω από το θέμα που μας απασχολεί, να παρουσιάσω και να εκθέσω κάπως αναλυτικώτερα πόσο το δημοκρατικό μας πολίτευμα ήταν ανώτερο από το πολίτευμα των τριάκοντα, για να μη μένη κανείς με την εντύπωση ότι τα μειονεκτήματα της δημοκρατίας τα υποβάλλω σε εξέταση περισσότερο εξονυχιστική και ότι ίσως παραλείπω ό,τι ωραίο και σεμνό έχει προσφέρει. Για το σημείο αυτό δεν πρόκειται να πω ούτε πολλά πράγματα ούτε και ανώφελα για κείνους που με ακούνε.

Όταν λοιπόν εχάσαμε το στόλο μας κοντά στον Ελλήσποντο, και η πολιτεία μας έπεσε στη συμφορά που όλοι ξέρουμε, ποιος λησμονεί ότι από τους πρεσβυτέρους οι λεγόμενοι δημοκρατικοί ήσαν πρόθυμοι να υποφέρουν τα πάντα προκειμένου να μη δεχθούν τις προσταγές της επιβαλλόμενης ειρήνης και ότι ενόμιζαν φοβερό να βλέπη κανείς στη διάθεση των εχθρών την πολιτεία εκείνη που ήταν άλλοτε κυρίαρχος της Ελλάδος, ενώ απ' εναντίας εκείνοι που επιθυμούσαν την επιβολή ολιγαρχικού πολιτεύματος, υπέμεναν πρόθυμα και το γκρέμισμα των τειχών και την υποδούλωση των κατοίκων; Και παλαιότερα, όταν ο λαός ήταν κύριος της πολιτικής καταστάσεως, ποιος δεν ξέρει ότι εμείς είχαμε εγκαταστήσει φρουρές και στις ακροπόλεις των άλλων κρατών, ενώ από τη στιγμή που παρέλαβαν οι «τριάκοντα» την πολιτική εξουσία, οι εχθροί κατέλαβαν τη δική μας; Ποιος λησμονεί ακόμα ότι κατά την εποχή εκείνη, αν και οι Λακεδαιμόνιοι ήσαν εξουσιασταί μας, όταν οι φυγάδες ετόλμησαν να επανέλθουν και να πολεμήσουν για την ελευθερία της πολιτείας μας και ο Κόνων ενίκησε στη γνωστή ναυμαχία, ήλθαν απεσταλμένοι Λακεδαιμόνιοι και παρέδωσαν εκ νέου στην πολιτεία μας την ηγεμονία της θαλάσσης; Και τέλος ποιος δεν θυμάται από τους συνομηλίκους μου και μερικά άλλα, ότι δηλαδή η δημοκρατία τόσο ωραία εστόλισε την πόλη μας με τους ναούς και τα άλλα λατρευτικά ιδρύματα, ώστε ακόμη και σήμερα όσοι την επισκέπτονται νομίζουν, ότι η πολιτεία μας είναι άξια να κυβερνά όχι μόνο τους Έλληνας, αλλά και όλους τους άλλους ανθρώπους, ενώ οι τριάκοντα τύραννοι άλλα παραμέλησαν, άλλα εσύλησαν κι' έφτασαν τέλος στο σημείο να επιτρέψουν αντί τριών ταλάντων να γκρεμίσουν τους νεωσοίκους, για την κατασκευή των οποίων η πολιτεία μας είχε ξοδέψει όχι λιγώτερα από χίλια τάλαντα; Εκτός απ' αυτά ούτε και τον ανθρωπισμό τους είναι δυνατόν να επαινέση κανείς περισσότερο από τον ανθρωπισμό των χρόνων της δημοκρατίας. Γιατί οι τριάκοντα, αν και παρέλαβαν την πολιτεία μας με ωρισμένους νόμους που ελειτουργούσαν απαραβίαστα, εφόνευσαν χωρίς την παραμικρή τυπική διαδικασία και αναπολόγητα χίλιους πεντακόσιους πολίτας, ενώ ανάγκασαν παρά πάνω από πέντε χιλιάδες πολίτας να καταφύγουν στον Πειραιά (από το φόβο παρόμοιας τιμωρίας). Αυτοί πάλι, αφού υπερίσχυσαν και επανήρχοντο ωπλισμένοι, αφού ετιμώρησαν με θάνατο τους υπαίτιους όλων αυτών των συμφορών, τόσο ανθρωπιστικά και νόμιμα εκυβέρνησαν τους νομοταγείς πολίτας, ώστε να μη βρίσκωνται σε πλεονεκτική θέση, εκείνοι που εξώρισαν πολλούς πολίτας από τους εξορίστους που γύρισαν πάλι στην πατρίδα τους.

Το πιο ωραίο μάλιστα και το πιο αξιομνημόνευτο παράδειγμα της επιεικείας που έδειχνε το δημοκρατικό πολίτευμα, είναι τούτο: Όταν αυτοί που έμειναν στην πόλη, οι ολιγαρχικοί δηλαδή, εδανείστηκαν από τους Λακεδαιμονίους εκατό τάλαντα για να πολιορκήσουν τους δημοκρατικούς που κατέλαβαν τον Πειραιά και συνήλθε η εκκλησία του δήμου για να πάρη απόφαση για την επιστροφή των χρημάτων, και ενώ πολλοί υπεστήριζαν, ότι πρέπει να τακτοποιήσουν τον λογαριασμό τους με τους Λακεδαιμονίους όχι εκείνοι που επολιορκήθηκαν στον Πειραιά, αλλ' αυτοί που έκαμαν το δάνειο, εφάνη φρόνιμο στο λαό και επεκράτησε η άποψη να εξοφλήσουν από κοινού το χρέος. Είναι λοιπόν φανερό, ότι επειδή είχαν τέτοιες αντιλήψεις, κατώρθωσαν να μας φέρουν σε τέτοια ομόνοια και συνετέλεσαν να προκόψη σε τέτοιο βαθμό η πολιτεία μας, ώστε οι Λακεδαιμόνιοι, που κατά τις ημέρες της ολιγαρχίας σχεδόν κάθε μέρα μας έδιναν διαταγές, ήλθαν αργότερα στην εποχή της Δημοκρατίας για να μας θερμοπαρακαλέσουν και να μας ικετεύσουν να μη τους αφήσουμε να αναστατωθούν από την επιδρομή των Θηβαίων. Τέτοια λοιπόν περίπου ήταν η κεντρική γραμμή της σκέψεως των δημοκρατικών από το ένα μέρος και των ολιγαρχικών από το άλλο. Οι ολιγαρχικοί δηλ. είχαν την αξίωση να εξουσιάζουν τους πολίτας και να είναι δούλοι των εχθρών, ενώ οι δημοκρατικοί εφρόντιζαν να είναι άρχοντες των άλλων πόλεων, αλλά ίσοι με τους συμπολίτας των.

Και όλα αυτά σας τα είπα για δυο λόγους: Πρώτα πρώτα γιατί ήθελα να σας αποδείξω, ότι εγώ δεν έχω καμμιά επιθυμία για ολιγαρχικά πολιτεύματα και για πλεονεκτήματα εις βάρος των άλλων πολιτών, αλλά μονάχα για ένα δίκαιο και αξιοπρεπές πολίτευμα, και κατά δεύτερο λόγο για να αποδείξω ότι και τα κακοδιοικούμενα ακόμη δημοκρατικά πολιτεύματα προξενούν στους πολίτας μικρότερες συμφορές από τα ολιγαρχικά, ενώ εκείνα (τα δημοκρατικά) που λειτουργούν κανονικά, ξεχωρίζουν γιατί είναι δικαιότερα και δημοφιλέστερα και περισσότερο ευχάριστα στους πολίτας που διοικούνται μ' αυτά.

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (23.1-23.68)

Ραψωδία ψ' Ὀδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης ἀναγνωρισμός


Γρηῢς δ᾽ εἰς ὑπερῷ᾽ ἀνεβήσετο καγχαλόωσα,
δεσποίνῃ ἐρέουσα φίλον πόσιν ἔνδον ἐόντα·
γούνατα δ᾽ ἐρρώσαντο, πόδες δ᾽ ὑπερικταίνοντο.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ὑπὲρ κεφαλῆς καί μιν πρὸς μῦθον ἔειπεν·
5 «ἔγρεο, Πηνελόπεια, φίλον τέκος, ὄφρα ἴδηαι
ὀφθαλμοῖσι τεοῖσι τά τ᾽ ἔλδεαι ἤματα πάντα.
ἦλθ᾽ Ὀδυσεὺς καὶ οἶκον ἱκάνεται, ὀψέ περ ἐλθών.
μνηστῆρας δ᾽ ἔκτεινεν ἀγήνορας, οἵ θ᾽ ἑὸν οἶκον
κήδεσκον καὶ κτήματ᾽ ἔδον βιόωντό τε παῖδα.»
10 Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια·
«μαῖα φίλη, μάργην σε θεοὶ θέσαν, οἵ τε δύνανται
ἄφρονα ποιῆσαι καὶ ἐπίφρονά περ μάλ᾽ ἐόντα,
καί τε χαλιφρονέοντα σαοφροσύνης ἐπέβησαν·
οἵ σέ περ ἔβλαψαν· πρὶν δὲ φρένας αἰσίμη ἦσθα.
15 τίπτε με λωβεύεις πολυπενθέα θυμὸν ἔχουσαν
ταῦτα παρὲξ ἐρέουσα καὶ ἐξ ὕπνου μ᾽ ἀνεγείρεις
ἡδέος, ὅς μ᾽ ἐπέδησε φίλα βλέφαρ᾽ ἀμφικαλύψας;
οὐ γάρ πω τοιόνδε κατέδραθον, ἐξ οὗ Ὀδυσσεὺς
οἴχετ᾽ ἐποψόμενος Κακοΐλιον οὐκ ὀνομαστήν.
20 ἀλλ᾽ ἄγε νῦν κατάβηθι καὶ ἂψ ἔρχευ μέγαρόνδε.
εἰ γάρ τίς μ᾽ ἄλλη γε γυναικῶν, αἵ μοι ἔασι,
ταῦτ᾽ ἐλθοῦσ᾽ ἤγγειλε καὶ ἐξ ὕπνου ἀνέγειρε,
τῷ κε τάχα στυγερῶς μιν ἐγὼν ἀπέπεμψα νέεσθαι
αὖτις ἔσω μέγαρον· σὲ δὲ τοῦτό γε γῆρας ὀνήσει.»
25 Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε φίλη τροφὸς Εὐρύκλεια·
«οὔ τί σε λωβεύω, τέκνον φίλον, ἀλλ᾽ ἔτυμόν τοι
ἦλθ᾽ Ὀδυσεὺς καὶ οἶκον ἱκάνεται, ὡς ἀγορεύω,
ὁ ξεῖνος, τὸν πάντες ἀτίμων ἐν μεγάροισι.
Τηλέμαχος δ᾽ ἄρα μιν πάλαι ᾔδεεν ἔνδον ἐόντα,
30 ἀλλὰ σαοφροσύνῃσι νοήματα πατρὸς ἔκευθεν,
ὄφρ᾽ ἀνδρῶν τίσαιτο βίην ὑπερηνορεόντων.»
Ὣς ἔφαθ᾽, ἡ δ᾽ ἐχάρη καὶ ἀπὸ λέκτροιο θοροῦσα
γρηῒ περιπλέχθη, βλεφάρων δ᾽ ἀπὸ δάκρυον ἧκε,
καί μιν φωνήσασ᾽ ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
35 «εἰ δ᾽ ἄγε δή μοι, μαῖα φίλη, νημερτὲς ἐνίσπες,
εἰ ἐτεὸν δὴ οἶκον ἱκάνεται, ὡς ἀγορεύεις,
ὅππως δὴ μνηστῆρσιν ἀναιδέσι χεῖρας ἐφῆκε
μοῦνος ἐών, οἱ δ᾽ αἰὲν ἀολλέες ἔνδον ἔμιμνον.»
Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε φίλη τροφὸς Εὐρύκλεια·
40 «οὐ ἴδον, οὐ πυθόμην, ἀλλὰ στόνον οἶον ἄκουσα
κτεινομένων· ἡμεῖς δὲ μυχῷ θαλάμων εὐπήκτων
ἥμεθ᾽ ἀτυζόμεναι, σανίδες δ᾽ ἔχον εὖ ἀραρυῖαι,
πρίν γ᾽ ὅτε δή με σὸς υἱὸς ἀπὸ μεγάροιο κάλεσσε
Τηλέμαχος· τὸν γάρ ῥα πατὴρ προέηκε καλέσσαι.
45 εὗρον ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆα μετὰ κταμένοισι νέκυσσιν
ἑσταόθ᾽· οἱ δέ μιν ἀμφὶ κραταίπεδον οὖδας ἔχοντες
κείατ᾽ ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν· ἰδοῦσά κε θυμὸν ἰάνθης
αἵματι καὶ λύθρῳ πεπαλαγμένον ὥς τε λέοντα.
νῦν δ᾽ οἱ μὲν δὴ πάντες ἐπ᾽ αὐλείῃσι θύρῃσιν
50 ἁθρόοι, αὐτὰρ ὁ δῶμα θεειοῦται περικαλλές,
πῦρ μέγα κηάμενος· σὲ δέ με προέηκε καλέσσαι.
ἀλλ᾽ ἕπευ, ὄφρα σφῶϊν ἐϋφροσύνης ἐπιβῆτον
ἀμφοτέρω φίλον ἦτορ, ἐπεὶ κακὰ πολλὰ πέποσθε.
νῦν δ᾽ ἤδη τόδε μακρὸν ἐέλδωρ ἐκτετέλεσται·
55 ἦλθε μὲν αὐτὸς ζωὸς ἐφέστιος, εὗρε δὲ καὶ σὲ
καὶ παῖδ᾽ ἐν μεγάροισι· κακῶς δ᾽ οἵ πέρ μιν ἔρεζον
μνηστῆρες, τοὺς πάντας ἐτίσατο ᾧ ἐνὶ οἴκῳ.»
Τὴν δ᾽ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια·
«μαῖα φίλη, μή πω μέγ᾽ ἐπεύχεο καγχαλόωσα.
60 οἶσθα γὰρ ὥς κ᾽ ἀσπαστὸς ἐνὶ μεγάροισι φανείη
πᾶσι, μάλιστα δ᾽ ἐμοί τε καὶ υἱέϊ, τὸν τεκόμεσθα·
ἀλλ᾽ οὐκ ἔσθ᾽ ὅδε μῦθος ἐτήτυμος, ὡς ἀγορεύεις,
ἀλλά τις ἀθανάτων κτεῖνε μνηστῆρας ἀγαυούς,
ὕβριν ἀγασσάμενος θυμαλγέα καὶ κακὰ ἔργα.
65 οὔ τινα γὰρ τίεσκον ἐπιχθονίων ἀνθρώπων,
οὐ κακὸν οὐδὲ μὲν ἐσθλόν, ὅτις σφέας εἰσαφίκοιτο·
τῷ δι᾽ ἀτασθαλίας ἔπαθον κακόν· αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
ὤλεσε τηλοῦ νόστον Ἀχαιΐδος, ὤλετο δ᾽ αὐτός.»

***
Ολόχαρη η γερόντισσα στο υπερώο ανέβαινε,
το μήνυμα να πει στη δέσποινά της,
πως ο καλός της είναι σπίτι του.
Αναστηλώθηκαν τα γόνατα, παραπατούσαν τρέχοντας
τα πόδια της, ωσότου στήθηκε πάνω απ᾽ την κεφαλή της
και της μίλησε:
«Ξύπνα σου λέω, Πηνελόπη, κόρη της καρδιάς μου, τα μάτια σου
να δουν όσα χρόνια και χρόνια λαχταρούσες.
Ο Οδυσσέας γύρισε, βρίσκεται μέσα στο παλάτι, κι ας ήλθε αργά·
τους σκότωσε τους άνομους μνηστήρες που ρήμαξαν τον οίκο του,
κατέφαγαν το βιος του, παίδεψαν τον γιο του.»
10 Της αντιμίλησε όμως λογική και φρόνιμη η Πηνελόπη:
«Μανούλα μου, παλάβωσες, κάποιοι θεοί σ᾽ έχουν τρελάνει,
όσοι μπορούν να παλαβώνουν τον πιο φρόνιμο,
και πάλι φρόνιμο να κάνουνε τον σαλεμένο.
Αυτοί κι εσένα σ᾽ αποτρέλαναν, μόλο που είσαι τόσο μυαλωμένη.
Τι σ᾽ έπιασε αλήθεια, κι εμένα, μια ψυχή στο πένθος βουτηγμένη,
με εμπαίζεις άσχημα με τα παράλογά σου λόγια; γιατί κόβεις
στη μέση τον γλυκό μου ύπνο, που σκέπασε τα βλέφαρά μου
και δάμασε τον πόνο μου;
Ποτέ μου δεν κοιμήθηκα τόσο γλυκά, αφότου ο Οδυσσέας
μίσεψε να πάει εκεί στο Κακοΐλιο — ας μείνει ακατονόμαστο.
20 Αλλά, πάρε τώρα τα πόδια σου, και τράβα πάλι κάτω·
αν κάποια άλλη απ᾽ τις γυναίκες που παραδουλεύουν σπίτι μου
ερχόταν να μου πει τέτοιο μαντάτο, κόβοντας τον ύπνο μου,
κακήν κακώς θα την ξαπόστελνα, να πάει στην κάμαρή της —
εσένα μόνο τα γεράματα θα σε γλιτώσουν.»
Πήρε τον λόγο η καλή της παραμάνα, μίλησε η Ευρύκλεια πάλι:
«Δεν σε εμπαίζω, φυλλοκάρδι μου, σου λέω την αλήθεια μόνο·
ο Οδυσσέας ήλθε, βρίσκεται πια στο σπίτι του, ήταν ο ξένος
που τον αψηφούσαν όλοι στο παλάτι.
Το γνώριζε από μέρες ο Τηλέμαχος ότι κουρνιάζει εδώ,
30 αλλά τον συγκρατούσε η σωφροσύνη, κρύβοντας του πατέρα του
το φρόνημα· ωσότου εκείνος εκδικήθηκε των μνηστήρων
την παράνομη βία.»
Έτσι της μίλησε, και τότε η Πηνελόπη χαρούμενη πετιέται
από την κλίνη της, με τη γερόντισσα αγκαλιάστηκε, το δάκρυ στάζοντας
στα βλέφαρά της, κι αμέσως την προσφώνησε με λόγια
που πετούσαν σαν πουλιά:
«Έλα, μανούλα μου, και πες μου τώρα την αλήθεια· αν, όπως λες,
στο σπίτι ξαναγύρισε, πώς έβαλε στο χέρι
τόσους ξεδιάντροπους μνηστήρες — ένας αυτός κι οι άλλοι
τσούρμο μέσα στο παλάτι.»
Τον λόγο πήρε η καλή της παραμάνα, ξαναμιλώντας η Ευρύκλεια:
40 «Δεν είδα και δεν ήξερα, άκουσα όμως το βαρύ τους
βογγητό την ώρα του θανατικού. Εμείς οι σκλάβες, φοβισμένες,
στο παραγώνι τραβηχτήκαμε, διπλομανταλωθήκαμε στην κάμαρή μας
την καλοχτισμένη· ώσπου ο Τηλέμαχος, ο γιος σου, βγαίνοντας
με φωνάζει — τον έστειλε ο πατέρας του να με καλέσει.
Και βρήκα τότε τον Οδυσσέα ορθό, να στέκει ανάμεσα
σε σώματα σφαγμένα, κι αυτοί στο πατημένο χώμα σωριασμένοι,
ένας πάνω στον άλλον. Αν έβλεπες κι εσύ, θα ᾽νιωθες
το αίμα σου ν᾽ ανάβει· έσταζε το κορμί λύθρο και αίμα — σωστό λιοντάρι.
Μα τώρα αυτοί, όλοι τους στοιβαγμένοι στις αυλόθυρες,
50 κι ο Οδυσσέας άναψε φωτιά μεγάλη, θειαφίζει
το πάγκαλο παλάτι. Εκείνος μ᾽ έστειλε να σε φωνάξω.
Έλα λοιπόν ξωπίσω μου, οι δυο να σμίξετε σε αμοιβαία χαρά,
μετά από τόσα πάθη.
Τώρα επιτέλους συντελέστηκε η ατέρμονή σας προσμονή·
εφέστιος γύρισε εκείνος ζωντανός και ξαναβρήκε στο παλάτι
εσένα και τον γιο του· όσο για τους μνηστήρες
με τ᾽ ανόσια έργα, όλους τούς εκδικήθηκε
μέσα στο ίδιο του το σπίτι.»
Της αντιμίλησε η Πηνελόπη, λογική και φρόνιμη:
«Μη μου ξιπάζεσαι, μανούλα, με λόγια μεγαλόστομα στην τόση σου χαρά.
60 Το ξέρεις πόσο ποθητός θα ᾽ταν εκείνος στον καθένα,
φανερωμένος στο παλάτι — σ᾽ εμένα περισσότερο
και στο βλαστάρι μας, τον γιο μας.
Αλλά δεν είναι αληθινός ο λόγος που ομολόγησες·
κάποιος θεός τούς σκότωσε τους μεγαλόφρονες μνηστήρες,
με την απάνθρωπή τους ύβρη οργισμένος, την άτιμή τους πράξη·
που δεν τιμούσαν άνθρωπο στη γη ασήμαντο ή και λαμπρό,
αν κάποιος έφτανε στην πόρτα τους. Αυτό το ανόμημα
το πλήρωσαν με τον χαμό τους. Ο Οδυσσέας όμως
έχασε τον νόστο του, μακριά από τα δικά μας μέρη —
ο ίδιος χάθηκε και πάει.»

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 14. Όριεντ Εξπρές

14.1. Ένα παιδί μετράει αυτοκράτορες


Ερώτηση: Ποιοι ήταν οι πιο βραχύβιοι αυτοκράτορες της Ρώμης και ποιος τους διαδέχτηκε;

Σωστή απάντηση: Μετά τον θάνατο του Νέρωνα, βρέθηκαν για λίγους μήνες στην εξουσία ο Γάλβας, ο Όθων και ο Βιτέλλιος. Αυτό συνέβη το έτος 69 μ.Χ., που ονομάστηκε «το έτος των τεσσάρων αυτοκρατόρων» επειδή, πριν τελειώσει η χρονιά, τέταρτος στη σειρά αυτοκράτορας ανακηρύχθηκε ο Βεσπασιανός που αποδείχθηκε πιο ανθεκτικός, κράτησε την εξουσία για δέκα χρόνια μέχρι το 79 μ.Χ., και σαν καλός πατέρας εξασφάλισε τη διαδοχή των δυο γιων του, του Τίτου, που άντεξε μόνο δυο χρόνια, και του Δομιτιανού, που έφτασε αισίως τα δεκαέξι, από το 81 μέχρι το 96 μ.Χ.

Ερώτηση: Ποιους και τι εννοούμε όταν μιλάμε για τους «πέντε καλούς αυτοκράτορες»;

Σωστή απάντηση: Έτσι ονομάζονται συνήθως ο Νέρβας, ο Τραϊανός, ο Αδριανός, ο Αντωνίνος Πίος και ο Μάρκος Αυρήλιος, που κυριάρχησαν στη Ρώμη από το 96 μέχρι το 180 μ.Χ. Θεωρούνται καλοί επειδή σκέφτονταν αξιοκρατικά και έχριζαν διαδόχους τους πρόσωπα που είχαν πείρα και ικανότητες. Εξάλλου, όλοι τους έδειξαν ζωηρό ενδιαφέρον για την ευημερία των κατοίκων της απέραντης αυτοκρατορίας και χειρίστηκαν με σύνεση την οικονομία. Ορισμένοι, όπως ο Αδριανός, είχαν καλλιεργημένες ευαισθησίες και ευνόησαν την πνευματική και καλλιτεχνική ζωή. Ο Αντωνίνος, που η επωνυμία του Πίος (pius) σημαίνει «ευσεβής», χάρισε στη Ρώμη είκοσι τέσσερα χρόνια γαλήνης και ασφάλειας (από το 137 μέχρι το 161 μ.Χ.), ενώ ο Μάρκος Αυρήλιος υπήρξε ο πιο επιτυχημένος συνδυασμός κυβερνήτη και φιλοσόφου. Το μοναδικό, αλλά τραγικό, λάθος του ήταν ότι προώθησε στον αυτοκρατορικό θρόνο τον γιο του τον Κόμμοδο, που ήταν τόσο διεφθαρμένος όσο ήταν και ανίκανος.

Ερώτηση: Οι αυτοκράτορες που άσκησαν την εξουσία στη Ρώμη από το 69 μ.Χ. μέχρι το 193 μ.Χ. ανήκουν στις δυναστείες των Φλαβίων και των Αντωνίνων. Απαριθμήστε όσους αυτοκράτορες μπορείτε να θυμηθείτε από τον θάνατο του Κόμμοδου το 193 μ.Χ. μέχρι την ανάρρηση στον θρόνο του Διοκλητιανού το 284 μ.Χ.

Απάντηση: Σεπτίμιος Σεβήρος, Καρακάλλας, Ελαγάβαλος, Αλέξανδρος Σεβήρος, Μαξιμίνος, Φίλιππος, Αιμιλιανός, Βαλεριανός, Γαλλιηνός, Τάκιτος, Πρόβος, Νουμεριανός, Διοκλητιανός.

Αυτή η Βαθιά Σιωπή

Η Αντίληψη Από την Φύση της Είναι Ελεύθερη, Απεριόριστη κι Αιώνια…

Κι όταν Αυτή η Αντίληψη ενσαρκώνεται στο σώμα, και γεννιέται ο άνθρωπος, Δεν χάνει την Φύση της.

Το ότι η Αντίληψη είναι κάτι διαφορετικό και ξεχωριστό από το σώμα κι απλά «συνδέεται» και λειτουργεί μέσα στο σώμα αποδεικνύεται εμπειρικά (μπορούμε να εξηγήσουμε «πως» σε όποιον ενδιαφέρεται…).

Η Αντίληψη «Εδρεύει» στην κορυφή του κεφαλιού και Διοχετεύεται σε ολόκληρο το σώμα. Στις διάφορες περιοχές του σώματος (και μέσα από συγκεκριμένα «όργανα») έχει διάφορες δραστηριότητες (επιτελεί διάφορες «λειτουργίες»)… Στο πρόσθιο μέρος του εγκεφάλου «γίνεται» σκέψη, κλπ.

Η Αντίληψη «Λειτουργεί» μέσα στον άνθρωπο σαν Υπόστρωμα Επίγνωσης για ό,τι γίνεται αντιληπτό, είναι παρούσα σε όλες τις λειτουργίες και δραστηριότητες του ανθρώπου… τις Υποστηρίζει αλλά δεν ταυτίζεται απόλυτα μαζί τους.

Έτσι η Αντίληψη Υπάρχει στο Βάθος της Ύπαρξής μας σαν Καθαρή Αντίληψη και σαν Υποστήριγμα κάθε δραστηριότητας και ταυτόχρονα χωρίς να χάνει την Φύση της και χωρίς να ταυτίζεται με τις επιμέρους λειτουργίες της γίνεται σκέψη μέσα στον εγκέφαλο, συναίσθημα (συγκίνηση), αισθήσεις και σωματικές δραστηριότητες ( στα εγκεφαλικά νεύρα, στο περιφερικό νευρικό σύστημα και στο σώμα).

(Για να κατανοήσουμε την «Σχέση» Φύσης-Δραστηριότητας, μπορούμε να δούμε την σχέση του Νερού με την «κίνησή» του – άλλο είναι η «ουσία» του νερού κι άλλο είναι η «κίνησή» του…).

Όταν η Αντίληψη περιορίζεται στην περιοχή του εγκεφάλου, όταν δηλαδή παραμένει Αντίληψη (στην Φύση της) και ταυτόχρονα γίνεται σκέψη (στην δραστηριότητά της), αναδύεται η αντίληψη μιας ξεχωριστής ύπαρξης (μιας οντότητας), που λειτουργεί σαν υποκείμενο απέναντι στον κόσμο. Δημιουργείται δηλαδή ένας περιορισμός κι ένας διαχωρισμός από τον κόσμο… γύρω από το ψυχολογικό κέντρο του υποκειμένου συσσωρεύονται γνώσεις, εμπειρίες, δραστηριότητες και οικοδομείται σιγά-σιγά το «εγώ»…

Στην πραγματικότητα είναι η Αντίληψη που περιορίζεται που γίνεται σκέψη κι είναι η σκέψη που δημιουργεί όλα τα υπόλοιπα… όλα είναι σκέψη, η αντίληψη μιας οντότητας, το υποκείμενο, το εγώ, το περιεχόμενο του σκεπτόμενου εγώ, η γνώση, η μνήμη, οι εμπειρίες, όλα είναι σκέψη.

Όταν λοιπόν η Αντίληψη περιορίζεται στο κεφάλι, στη λειτουργία της σκέψης, στη σκέψη, αισθανόμαστε περιορισμένοι, εδώ στο σώμα, κι ο κόσμος είναι «εκεί έξω»… κινούμαστε μέσα σε αυτόν (αλλά είναι πάντα «έξω»).

Όσο κι αν προσπαθούμε – μέσα στον εγκέφαλο, μέσα από την σκέψη – ό,τι κι αν κάνουμε, δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον περιορισμό, τον διαχωρισμό από τον κόσμο… την αίσθηση της μικρότητας και της ανημποριάς μέσα στον απέραντο κόσμο και στο (συχνά) εχθρικό κοινωνικό περιβάλλον (που είναι δήθεν πολιτισμένο, αλλά στην πραγματικότητα είναι ζούγκλα) και στις «ανάγκες» της επιβίωσης.

Τελικά, τι «νομίζετε» πως είναι η «Φώτιση»;

Η Φώτιση είναι η Απελευθέρωση της Αντιληπτικής Ενέργειας από τον εγκέφαλο, από τον χώρο όπου εκδηλώνεται η σκέψη και δημιουργούνται οι ψευδαισθήσεις της ατομικότητας, του υποκειμένου, του εγώ και των «εμπειριών» του… η Ανύψωση της Αντίληψης στο ανώτερο κέντρο της, από όπου αντιλαμβανόμαστε με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο κι από όπου «χειριζόμαστε» τις δραστηριότητες της Αντίληψης στα διάφορα κέντρα του σώματος με ένα τελείως διαφορετικό τρόπο… κι όπου ανοίγονται πλέον όλοι οι Ορίζοντες της Ύπαρξης…

Χρειάζεται η Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες αυτές τις νοητικές δραστηριότητες (στον μετωπικό εγκέφαλο) – τελείως – και να υπάρξει Απόλυτη Σιωπή, για να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε ότι Υπάρχει Μια Εμπειρία, Μια Κατάσταση Ύπαρξης και Δράσης πέρα από την σκέψη.

Μέσα στη Σιωπή – της νοητικής δραστηριότητας - υπάρχει μονάχα η Αντίληψη (που Επανέρχεται σιγά-σιγά στην «Έδρα» της)… Μια Αντίληψη που «Απελευθερώνεται» που Επεκτείνεται και τα Αγκαλιάζει Όλα… Υπάρχει Εδώ Απεριόριστος Χώρος όπου Υπάρχουμε κι Υπάρχουν Όλα, σε μια Αληθινή Ενότητα, όπου δεν υφίσταται πλέον κανένας διαχωρισμός (ούτε «ξεχωριστή ατομικότητα», ούτε υποκείμενο-αντικείμενο, ούτε εγώ, ούτε εμπειρίες του εγώ, μνήμες, γνώσεις, αντιλήψεις, κρίσεις… τίποτα. Έχουμε Ένα Καθαρό Όραμα της Ύπαρξης, του Κόσμου, που τα περιλαμβάνει όλα.

Υπάρχει μια Βαθύτερη Σύνδεση με Όλα. Είναι η Ενότητα που Μετουσιώνεται σε Αγάπη και καθώς (μέσα από την Ενότητα και μέσα από την Ενεργό Αγάπη, καταλύεται κάθε «διαχωρισμός») δεν υπάρχουν διαχωρισμοί, δεν υπάρχει απόσταση με τα πράγματα, τα νοιώθεις, τα αγγίζεις, συμμετέχεις στην ύπαρξή τους… νοιώθεις την απεραντοσύνη του ουρανού, κυματίζεις με την θάλασσα, ανυψώνεσαι μαζί με το πουλί που πετά ψηλά, είσαι το άρωμα του λουλουδιού, είσαι το κάθε τι, είσαι ένα με όλα…

Χρειάζεται, η Αντίληψη να απελευθερωθεί από όλες τις νοητικές δραστηριότητες, να Υπάρχει ΑΥΤΗ Η ΒΑΘΙΑ ΣΙΩΠΗ, για να είσαι Ελεύθερος, να Είσαι το Όλο, η Ενότητα, Όλα τα πράγματα.

Χρειάζεται, η Αντίληψη να Ελευθερωθεί, να Είναι Ελεύθερη για να Κατανοήσει τι Είναι Ελευθερία.

Χρειάζεται, η Αντίληψη να Είναι Ολότητα για να Κατανοήσει τι Είναι Ολότητα.

Χρειάζεται, η Αντίληψη, να Είναι Ενοποιημένη για να Κατανοήσει τι Είναι Ενότητα της Ύπαρξης.

Χρειάζεται, να τα Νοιώσουμε Όλα Αυτά, να Έχουμε Πραγματική Εμπειρία τους, για να Κατανοήσουμε τι Είναι Όλα Αυτά.

Μιλάμε για Ύπαρξη και Δραστηριότητα της Αντίληψης, για «Κατάσταση» της Αντίληψης πέραν της σκέψης. Εδώ που υπάρχει Μόνο Αντίληψη, Όραμα του Κόσμου σαν Ενότητας, Πραγματική Ζωή.

(Μιλάμε για Μια Αντίληψη που Είναι Μόνο Αντίληψη, κι όπου δεν υπάρχει «παρατηρητής», «υποκείμενο», «κάποιος να έχει εμπειρία»… Κι όταν χρησιμοποιούμε την σκέψη, το συναίσθημα, το σώμα, τις υλικές δραστηριότητες, το κάνουμε χωρίς να απορροφιόμαστε σε αυτές τις λειτουργίες, χωρίς να «χανόμαστε»…).

Γνωρίζουμε πως κάποιοι φίλοι θα έχουν απορίες…

Κάποιοι νομίζουν πως όλη η ύπαρξή τους είναι η σκέψη – δεν γνωρίζουν άλλο τρόπο να «υπάρχουν» - και νομίζουν πως αν σταματήσει η σκέψη θα βρεθούν σε κάποιο υπαρξιακό κενό, κι είναι φυσικό να «αντιδρούν» σε μια τέτοια προοπτική…

Είναι όμως έτσι;

Η Αντίληψη Είναι όχι μόνο κάτι διαφορετικό από την σκέψη και το σώμα… αλλά είναι επίσης η «γενική επίγνωση» που είναι παρούσα σε όλα, σε όλες τις δραστηριότητες.

Όταν σταματά η σκέψη η Αντίληψη Εξακολουθεί να Υπάρχει και να Λειτουργεί (πλέον) σε ένα Βαθύτερο Επίπεδο.

Θυμηθείτε το παράδειγμα με το Νερό και την Κίνησή του… Το Νερό, σαν Ουσία, (και σαν Φύση με όλες τις ιδιότητές της), δεν χάνεται όταν σταματά η κίνηση… Το ίδιο γίνεται και με την Αντίληψη και την σκέψη (που είναι απλά μια «κίνηση» της Αντίληψης)… Κι όπως το Νερό απελευθερώνεται από την κίνηση και μένει ήσυχο στην ουσία του, στη φύση του… έτσι κι η Αντίληψη, απελευθερώνεται από τις κινήσεις της και Μένει Ήσυχη στην Ουσία της, στην Φύση της…

Είναι όλα αυτά κατανοητά;

Μετά, αν όλα αυτά είναι κατανοητά, ποιο είναι το επόμενο βήμα;

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ: ΤΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΜΑΣ

Ὁ Γκαῖτε ἦταν ὅσο κανείς ἄλλος ὑπεύθυνος γιά τήν ἰδέα ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν προπάντων ἐραστές του ὡραίου. Μολαταύτα ὁ ἴδιος παρέχει καί μιάν ἐπιδιόρθωση σ’ αὐτήν τήν ἄποψη γιά τόν Ἑλληνισμό. Λέγει κάπου ὅτι τό διακριτικό σημάδι τῶν Ἑλλήνων ἦταν τό πάθος ὄχι γιά τήν ὀμορφιά, ἀλλά γιά τήν ἀλήθεια. Δέν ἐννοοῦσε φυσικά ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔλεγαν πάντοτε τήν ἀλήθεια: ὁλοφάνερα, λίγα ἔθνη ἔχουν ἱστορία τόσο γεμάτη ἀπό ἀνερυθρίαστα ψέματα· στούς ὑστερώτερους μάλιστα χρόνους ἡ Graeca levitas[1] ἀντικατέστησε τήν Punicam fidem[2] σάν καταφρονητική ἐπωνυμία τοῦ ἔντιμου Ρωμαίου. Οὔτε ἔννοοῦσε ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔβλεπαν πάντα τό σωστό: φιλαλήθεια μ’ αὐτό τό νόημα δέν ἔχει δοθῆ στόν ἄνθρωπο. Ἐννοοῦσε ὅτι οἱ Ἕλληνες συνολικά κοίταζαν ἴσια τή ζωή, καί τήν ἔβλεπαν, ὅπως πραγματικά εἶναι· ὅτι εἶχαν αὐτό πού ὀνόμασε ὁ Ματθαῖος Ἀρνολντ «ἀνέφελη διαύγεια τοῦ νοῦ». Μ’ αὐτό τό νόημα παρμένα τά λόγια τοῦ Γκαῖτε δέν εἶναι δύσκολο νά δικαιολογηθοῦν. Εἶναι βέβαιο, ὅτι διαβάζοντας τήν Ἑλληνική λογοτεχνία ἀδιάκοπα γευόμαστε μέσα σ’ αὐτήν, σάν συστατικό πού «Ἀδιάκοπα ἐπανέρχεται, κάποια ποιότητα πού μᾶς ὠθεῖ νά τήν ὀνομάσωμε φιλαλήθεια, ἄν καί τό ὄνομα δύσκολα σκεπάζει τό πράγμα. Ἔχομε τή συναίσθηση, ὅτι κοιτάζομε ἕναν πίνακα, πού εἶναι πιστή προσωπογραφία: ὅτι ἀτενίζομε ἕνα κρύσταλλο πού ἀποκαλύπτει τή ζωή ὄχι συννεφιασμένα καί συγκεχυμένα, ἀλλά μέ τό χρῶμα τό σωστό καί τίς καθαρές γραμμές, χωρίς κηλίδες. Δέν ὑπάρχουν πολλές λογοτεχνίες τέτοιου εἴδους. Στα Ἰρλανδικά παραμύθια τοῦ Finn[3] και τοῦ Cuchulain[4] γίνεται πολύ λόγος για ὀμορφιά και ἡρωϊσμό και μυθολογήματα: ἀλλά ὁ κόσμος τους εἶναι, ὀλοφάνερα, πραγματικός και ὄχι ἀνθρώπινος. Λόφοι πού ἐκπέμπουν ἄσπρα πουλιά και ἄτρωτους χοίρους, βλαστοί ἀπό γαϊδουράγκαθο και σφῖρες ἀπό σκόνη και χνούδι, πού παίρνουν την ἐμφάνιση στρατιῶν, μάγισσες πού τοξεύουν τους ἥρωες μέσα ἀπό την τρύπα ἑνός φύλλου, σκύλοι πού μεταβάλλουν ἀνθρώπους σε γαϊδούρια με την ἀναπνοή τους ἤ βγάζουν από το στόμα τους μεγάλες ποσότητες χρυσάφι και ἀσήμι, ἅρπες, πού πηδοῦν προς τους κυρίους τους και σκοτώνουν ἐννιά ἀνθρώπους στο πέρασμά τους, ἀσπίδες πού μουγκρίζουν ἡ μια στην ἄλλη και τους ἀπαντοῦν τά Τρία Κύματα ταῆς Ἰρλανδίας· θέματα σαν αὐτά μπορεῖ να βρεθοῦν και στον Ὅμηρο, ἀλλά ὁ Ἰρλανδός συγγραφέας εἶναι ὀλότελα παραδομένος σ’ αὐτά. Το παράξενο και το ὑπερφυσικό ἐπικρατοῦν ἐδῶ ἀπεριόριστα στο φυσικό και στο ἀνθρώπινο. Ἡ είκόνα τοῦ Ἰρλανδοῦ δεν εἶναι εἰκόνα τοῦ πραγματικοῦ κόσμου και τῆς πραγματικῆς ζωῆς πού οἱ ἄνθρωποι ζοῦν σ’ αυτόν. Μπροστά ἀπό τά μάτια μας περνᾶ ἕνα ἀπατηλό, ὄχι πραγματικό ὀνειροπόλημα, μια ὀμορφιά ἀλλόκοτη μόνο και φανταστική.

Πολύ διαφορετική εἶναι ἡ Ἑλληνική λογοτεχνία. Ὁ Ἕλληνας τῶν Ἱστορικῶν χρόνων ἀναμφίβολα εἶχε παράλογες καί προληπτικές ἰδέες· μόλις ἀρχίζομε μέ δυσκολία νά ἀνακαλύπτωμε τή φύση τους, ἀπό ἐσφαλμένους ὑπαινιγμούς σ’ αὐτές. Ἀλλά ἡ σκοτεινότητα τοῦ ὅλου θέματος δείχνει πόσο λίγο τό θέμα αὐτό ἐπηρέασε τήν Ἑλληνική λογοτεχνία, καί ἡ λογοτεχνία αὐτή εἶναι ὅ,τι μᾶς ἐνδιαφέρει. Μέσα σ’ αὐτήν ὁ Ἕλληνας παρουσιάζεται νά βλέπη τή ζωή μέ μάτια πού πολύ μοιάζουν μέ τά δικά μας. Ἦταν κίνδυνος νά χαθοῦμε μέσα στόν κόσμο τῆς Ἰρλανδικῆς παράδοσης· δέ θά ξέραμε τί νά ποῦμε στό Finn ἤ στόν Cuchulain· θά μπορούσαμε ἀπό εὐγένεια νά προσαρμοστοῦμε πρός τίς ἀποψείς τους, ἀλλά ποτέ δέ θά μπορούσαμε νά μποῦμε μέσα σ’ αὐτες. Ἀλλά ποιός δέ θά ἦταν σά στό σπίτι του, δέ θά ἐνίωθε κάποια κοινότητα ψυχῆς μέ τό Νέστορα, τόν Ἀχιλλέα, τόν Ὀδυσσέα; Κι ἀκόμη περισσότερο, ὅταν φεύγωμε ἀπό τους ἐπικούς ἥρωες καί ἐρχόμαστε στόν Ἀλκαῖο, τό Σιμωνίδη, τό Σοφοκλῆ καί τούς ἄλλους. Αἰσθανόμαστε ὅτι εἶδαν τόν κόσμο ἀληθινά, σωστά, ὄχι σάν κονίστρα γιά γητειές καί μαγεῖες καί γιά συμβατικό ἡρωισμό, ἄλλα ὅπως πραγματικά εἶναι.

Καί ὅταν ἀφήνωμε τήν τραχειά καί συγκεχυμένη ἄποψη τῆς ζωῆς πού ἔχουν οἱ λίγο-πολύ κοινοί ἄνθρωποι καί ἐρχόμαστε στούς ἀνθρώπους τῆς σκέψης τῆς Ἑλλάδας, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει. Βρίσκομε τίς θεωρήσεις των γιά τή φύση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου λογικές, σωστές, καί ἐκπληκτικά σύγχρονες. Ὁ Εὐριπίδης γράφει:

Ὦ γῆς ὄχημα κἀπί γῆς ἔχων ἕδραν,
ὅστις ποτ’ εἶ σύ, δυστόπαστος εἰδέναι,
Ζεύς, εἴτ’ ἀνάγκη φύσεως εἴτε νοῦς βροτῶν,
προσηυξάμηυ σέ· πάντα γάρ δι’ ἀψόφου
βαίνων κελεύθου κατά δίκην τά θνήτ’ ἄγεις
[5].

Παρατηροῦμε ὅτι συγκεφαλαιώνει μέ ἁδρές γραμμές στόν τρίτο καί τέταρτο στίχο τίς δύο σύγχρονες φιλοσοφίες, τήν ὑλοκρατία καί τήν ἰδεοκρατία καί ὅτι συνολικά ὁ ἴδιος ἐκφράζει μιά σύγχρονή μας πίστη αἰσιόδοξου ἀγνωστικισμοῦ. Ὁ Πλάτων γράφει: «Θεός οὐδαμῇ οὐδαμῶς ἄδικος, ἄλλ’ ὡς οἷον τέ δικαιότατος, καί οὐκ ἔστιν αὐτῷ ὁμοιότερον οὐδέν ἤ ὅς ἄν ἡμῶν αὖ γένηται ὅτι δικαιότατος»[6]. Ἀναγνωρίζομε σ’ αὐτά τόσο ὑπέροχη ἰδέα γιά τή θεότητα ὅσο καί ἡ χριστιανική. Ἄν στραφοῦμε πρός τήν Πλατωνική Πολιτεία βρίσκομε ἐκεῖ τά βαθύτερα προβλήματα τῆς πολιτικῆς νά τά συζητοῦν μέ ἐλευθερία, βάθος καί ἀγχίνοια πού δέν ξεπεράστηκαν ἀπό καμιά μεταγενέστερη ἐποχή. Πραγματικά οἱ Ἕλληνες παίρνουν μιά λογικήν άποψη τοῦ κόσμου, ἐντελῶς στόν ἴδιο μέ μάς βαθμό· και αὐτό ὀφείλεται σ’ αὐτό πού ὁ Γκαῖτε ὀνόμασε φιλαλήθειά τους.

Ἄν συνεχίσωμε τήν ἀνάλυση καί ρωτήσωμε γιατί οἱ θεωρήσεις τοῦ Εὐριπίδη καί τοῦ Πλάτωνα προχώρησαν ὅσο μακριά καί οἱ δικές μας, βρίσκομε δύο αἰτίες, δύο συστατικά σ’ αὐτή τήν ἀρετή της φιλαλήθειας. Τό πρῶτο ἀπ’ αὐτά εἶναι ἡ ἀπεριόριστη πραγματική ἐλευθερία γιά θεώρηση, θρησκευτική, ἠθική καί πολιτική. Ἴση ἐλευθερία χαίρεται καί ἡ δική μας ἐποχή. Ἀλλά εἶναι ἐκπληκτικό ὅτι ἕνα ἔθνος τήν ἀπόκτησε τόσο νωρίς στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Μποροῦμε νά τήν ὀνομάσωμε γνώρισμα τῆς Ἐλευθερίας. Ὁ Ἕλληνας θά τήν ὀνόμαζε «παρρησία».

Τή ζωή μερικῶν ἐθνῶν τήν προσδιορίζουν σέ μεγάλη ἔκταση θεολογικές ἀπόψεις. Ὑπάρχουν τά ἔθνη αὐτα γιά νά ὑπηρετοῦν τό Θεό. Ὁρισμένες πράξεις, κάποτε ὁλόκληρες πλευρές τῆς ζωῆς, ἀποκλείονται, γιατί φαίνονται ἀσυμβίβαστες πρός αὐτό τό σκοπό. Ὁ Θεός πού λατρεύουν εἶναι ζηλότυπος Θεός.

Στό Μωαμεθανό εῖναι ἀπαγορευμένο νά ζωγραφίζη ἤ νά σκαλίζη τήν ἀνθρώπινη μορφή, γιατί ἡ γλυπτική καί ἡ ζωγραφική ὁδηγοῦν στήν εἰδωλολατρεία. Ὁ Ἑβραῖος ὀφείλει νά ἀπέχη μιά μέρα τήν ἑβδομάδα ἀπό ἐργασία καί τέρψη, γιατί τό Σάββατο εἶναι ἱερό. Στό Χριστιανό τῶν Σκοτεινῶν Αἰώνων ἦταν ἀπαγορευμένο νά πιστεύη τόν «γραώδη μύθον» γιά τούς Ἀντίποδες· εἶχε στά χέρια του μιά «Χριστιανική Τοπογραφία τοῦ σύμπαντος θεμελιωμένη ἐπάνω σέ ἀπόψεις τῆς Θείας Γραφῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν εἶναι νόμιμο γιά τό Χριστιανό ν’ ἀμφιβάλλη»[7]. Συναντοῦσε ἐμπόδια στό ἐμπόριο, ἐπειδή ὁ Μωσαϊκός Νόμος ἀπαγόρευε τήν τοκογλυφία· καί τούς ὑστερώτερους ἀπογόνους του[8] τούς ἀπότρεπε ν’ ἀκολουθήσουν θεατρικό ἐπάγγελμα - ἡ αἰώνια καταδίκη πού βάραινε τή θέση τοῦ ἠθοποιοῦ.

Τή ζωή ἄλλων ἐθνῶν τήν προσδιορίζουν πολιτικές ἀποψεις. Τήν τέχνη καί τή λογοτεχνία τίς βλέπουν ὕποπτα σάν ἐπικίνδυνες γιά τήν εὐδαιμονία τοῦ κράτους. Ἀθῶες κοινωνικές διασκεδάσεις ἀπαγορεύονται. Ἡ οἰκογενειακή ζωή παίρνει ἰδιόρρυθμο χρῶμα για πολιτικούς λόγους· ὁ σύζυγος ἀποκτᾶ ἰδιότυπη ὑπεροχή· ἡ σύζυγος μετατρέπεται σέ μηχανή, πού γεννᾶ παιδιά γιά τό καλό τοῦ κράτους. Τό κράτος πού ὁ Πλάτων σχεδιογράφησε στήν Πολιτεία του εἶναι ἕνα ἀκρότατο παράδειγμα γι’ αὐτή τήν ὑποδούλωση τοΰ ἄτομου στό συμφέρον τῆς κοινότητας· ἀλλά ἡ ἱστορία τῆς Σπάρτης καί τῆς Ρώμης καί, ἀλήθεια, τῶν πιό πολλῶν χωρῶν, εἶναι γεμάτη ἀπό τέτοια παραδείγματα. Ἀπό τίς ποικίλες μωρίες, τίς ἁμαρτίες καί τίς καταστρεπτικές ὑπερβολές στίς ὁποῖες τόσο ρέπει ὁ ἄνθρωπος, τίς περισσότερες φορές προφυλάσσεται στηριζόμενος στίς ἀρχές ὅτι καθῆκον του εἶναι νά φοβᾶται τό Θεό καί νά ὑπηρετῆ τή χώρα του. Ὁλόκληρες τάξεις πράξεων τοῦ ἀπαγορεύονται. Δέν πρέπει νά κάμη τοῦτο, πρέπει νά κάμη ἐκεῖνο. Κολοβωμένος καί ἀκρωτηριασμένος, μ’ ἕνα χέρι ἤ μ’ ἕνα μάτι, μπαίνει στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τοῦτο ἀληθεύει γιά ὅλα σχεδόν τά ἔθνη ἐκτός ἀπό τήν Ἑλλάδα. Μόνο ἐδῶ δέ θυσιαζόταν ὁ ἄνθρωπος στό Θεό του ἤ στή χώρα του, ἄλλα τοῦ ἐπιτρεπόταν «νά βλέπη τή ζωή σταθερά καί νά τή βλέπη ὁλόκληρη». Ἀλλοῦ, λόγοι τοῦ κράτους ἤ λόγοι τῆς θρησκείας διέστρεφαν τήν ἔρευνα ἤ στένευαν τό πεδίο της. Ἦταν ἀπαγορευμένο στούς ἀνθρώπους καί νά σκέπτωνται μερικά θέματα ἤ ἀναγκάζονταν νά ἔχουν γι’ αὐτά ὁρισμένες προδιαγραμμένες ἀπόψεις. Ὁλόκληρες περιοχές τῆς ζωῆς τίς ἀπέσυραν ἀπό τή συζήτηση - με πολλές ἐξαίρετες συνέπειες, ἀλλά καί μέ περιστολή τῆς σκοπιᾶς τῆς ἀλήθειας, μέ περιορισμό τῶν πιθανοτήτων της ν’ ἀνακαλύψη τόν ἑαυτό της καί νά τόν κατακτήση. Γιά τούς Ἕλληνες ὅμως δέν ὑπῆρχαν φραγμοί οὔτε περιοχές ἀποχωρισμένες, στίς ὁποῖες δέ θά μποροῦσε νά πατήση· ἦταν παντοῦ ἐλεύθερος νά δράση καί νά σκεφτῆ, νά βρῆ τήν ἀλήθεια ἤ νά πέση σέ πλάνη, νά κάμη τό σωστό ἤ ν’ ἁμαρτήση. Στήν Ἑλλάδα οὔτε ἡ θρησκεία οὔτε ἡ πολιτική ἦταν δυνάμεις πού τόν ἐμπόδιζαν νά βλέπη τά πράγματα ὅπως εἶναι.

Δέ φτάνομε, βέβαια, νά ὑποθέσωμε ὅτι ἡ ἐλεύθερη σκέψη στή θρησκεία δέν προκαλοῦσε καθόλου δυσάρεστα συναισθήματα. Τέσσερεις σημαντικές καταδιώξεις μᾶς ἀποδείχνουν ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ζηλότυποι γιά τή θρησκεία τους. Ὁ Σωκράτης θανατώθηκε καί ὁ Ἀναξαγόρας ἐξορίστηκε, γιατί πρόσβαλαν παραδομένες πεποιθήσεις: ὁ Πρωταγόρας καί ὁ Διαγόρας ὁ Μήλιος ἔφυγαν, γιά ν’ ἀποφύγουν τίς συνέπειες ποινικῆς δίωξης. Ἀλλά ἄς παραβάλωμε αὐτή τήν ἐπίδοση μέ τόν ἀριθμό τών θρησκευτικών διωγμών πενήντα έτών τής Ιταλικής Α­ναγέννησης. Ἀνάμεσα στά 1566 καί 1619 «ὁ Καρνεζέκι κάηκε ζωντανός· ὁ Παλεάριο κάηκε ζωντανός ὁ Μπρούνο κάηκε ζωντανός· αὐτοί οἱ τρεῖς στή Ρώμη. Ὁ Βανίνι κάηκε στήν Τουλούζα. Ὁ Βαλεντίνο Τζεντίλι θανατώθηκε ἀπό Καλβινιστές στή Βέρνη. Τόν Καμπανέλλα σκληρά τόν βασάνισαν καί τόν φυλάκισαν εἴκοσι ἑφτά χρόνια στή Νεάπολη. Ὁ Γαλιλαῖος ὑποχρεώθηκε νά ταπεινώση τόν ἑαυτό του μπροστά σέ ἀμαθεῖς καί ἀγέρωχους μοναχούς καί νά κρύψη τήν κεφαλή του σέ ἐξοχική ἔπαυλη. Ὁ Σάρπι δοκίμασε τό μαχαίρι δολοφόνου... Μ’ αὐτό τόν τρόπο καταβρόχθισε ἡ Ιταλία τά φωτισμένα παιδιά τῆς»[9]. Αὐτά, φυσικά, εἶναι διάσημα θύματα. Ὁ Symonds ὑπολογίζει ὅτι μόνο στήν Ἰσπανία ἀνάμεσα στά 1481 καί 1525, καταδικάστηκαν 234.526 ἄτομα ὡς αἱρετικοί ἀπό τήν Ἱερή Ἐξέταση[10]. Συγκρίνετε μ’ αὐτή τήν ἐπίμονη καί ἀποστειρωτική τυραννία τίς συμπτωματικές παραβιάσεις τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης στήν Ἑλλάδα καί θά αἰσθανθῆτε ὅτι ἡ θέση τοῦ Ἕλληνα στοχαστῆ δέν ἦταν χειρότερη ἀπό τή θέση τοῦ Χόμπς τό δέκατο ἕβδομο αἰώνα, οὔτε χειρότερη ἀπό τή θέση τοῦ Μαρμοντέλ, πού, μέσα στόν αἰώνα τοῦ Λόγου, τόν ἔστειλαν στή Βαστίλλη, γιά ἕναν ἀμφίβολο λίβελλο ἐναντίον κάποιου δούκα, καί μόλις χειρότερη ἀπό τή θέση τῶν Γερμανῶν φιλοσόφων πού πρίν ἕνα αἰώνα τούς ἐδίωξαν ἀπό τίς ἕδρες των γιά ἔλλειψη ὀρθοδοξίας, - ἀκόμη καί σήμερα τούς ἀπαγορεύεται νά διδάσκουν δημόσια τίς ἀρχές τῆς Σοσιαλιστικῆς Δημοκρατίας[11].

Πολλές αἰτίες ἔχει ἡ Ἑλληνική ἐλευθερία τῆς σκέψης. Ἕνας λόγος εἶναι ὅτι τήν Ἑλληνική φιλοσοφία δέν τήν ἐπιδοτοῦσε τό Κράτος· εἶναι λιγότερο εὔκολο νά καταστείλης τόν ἐλεύθερο λόγο, ὅταν δέν ἔρχεται ἀπό τους ἄμβωνες καί τίς αἴθουσες παραδόσεων τοῦ κράτους. Ἀλλά ὑπάρχουν πιό θεμελιώδεις λόγοι ἀπ’ αὐτόν, λόγοι πού βρίσκονται στή φύση τῆς ἴδιας της Ἑλληνικῆς θρησκείας.

Στό σημεῖο τοῦτο βρισκόμαστε σ’ ἐπικίνδυνο ἔδαφος. Οἱ θρησκευτικές δοξασίες τοῦ ἕκτου καί τοῦ πέμπτου αἰώνα δέν ἔχουν ἕως τώρα ὁλοκληρωτικά ἐξακριβωθῆ. Ἡ χώρα μόνο ὡς ἕνα μέρος ἔχει χαρτογραφηθῆ, καί ὅποιος πατήση τό πόδι τοῦ ἐπάνω της κινδυνεύει νά χάση τό δρόμο του. Ἄλλοτε νόμιζαν ὅτι τήν Ἑλληνική θρησκεία τή συγκεφαλαίωνε ἡ λατρεία τοῦ Δία, τῆς Ἥρας καί τῶν Ὀλύμπιων θεῶν. Τώρα, γνωρίζομε ἄλλες λατρεῖες· τά Ὀρφικά μυστήρια, μέ ὑψηλή πνευματική διδασκαλία· τή Διονυσιακή λατρεία, συναισθηματική καί ἐνθουσιαστική, πού ἦρθε στήν Ἑλλάδα ἀπό τά βόρεια. Ἀκόμη καί οἱ Ὀλύμπιοι δέν εἶναι ἐντελῶς ὅπως φαίνονταν. Ὁ Ἀπόλλων πού ἀποπλάνησε τή Δάφνη, ὁ προστάτης τῆς Τροίας, ἄσκησε μέ τούς προφῆτες του τῶν Δελφῶν πλατιά ἐπιρροή πρός τό καλό στήν Ἑλληνική ἠθικη καί πολιτική. Τέλος, μᾶς λέγουν σήμερα ὅτι ἡ πιό δυνατή θρησκεία στήν Ἀθήνα ἦταν ἡ ἐξευμένιση φοβερῶν χθονίων θεοτήτων. Εἶναι φανερό ὅτι ὀφείλομε νά ὁρίσωμε τί ἐννοῦμε μέ τήν Ἑλληνική θρησκεία.

Δέν προσπαθοῦμε νά δώσωμε ὁλόκληρο τό σχεδιάγραμμά της. Τωόντι, θά πρέπει νά ἀγνοήσωμε ἐντελῶς τίς πιό εύγενεῖς πλευρές της. Ἐρωτοῦμε μόνο γιατί ἡ σκέψη ἦταν ἔλευθερη στην Ἀθήνα στα χρόνια πού θά μποροῦσε κανείς να περιμενη τό διωγμό της, δηλαδή στή διάρκεια τοῦ πέμπτου αἰώνα καί τοῦ τέταρτου. Μποροῦμε, λοιπόν, νά ἀγνοήσωμε θρησκεῖες πού ἦταν μεταγενέστερες. Μποροῦμε, ἀκόμη, νά ἀγνοήσωμε ἐκεῖνες πού τίς δέχονταν μικρά μόνο τμήματα τῆς κοινότητας. Ἄν μιά θρησκεία πρόκειται νά κάμη διωγμούς, θά πρέπει νά ἐξουσιάζη τήν πλειονότητα σ’ ἕνα κράτος. Οἱ Κουάκεροι ἤ οἱ Ἑνωτικοί ποτέ δέν μπόρεσαν νά κάμουν διωγμούς. Οὔτε (κι ἄν το ἐπιθυμοῦσαν) μποροῦσαν οἱ Πλατωνικοί, οἱ Περιπατητικοί ἤ οἱ Στωϊκοί. Δέν ἐνδιαφερόμαστε λοιπόν ἐδῶ γιά τίς θρησκεῖες ἤ τίς φιλοσοφίες ἀπόλυτα. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ κρατική θρησκεία, πού δίδαξε τούς Ἀθηναίους νά νιώθουν τό σεβασμό σάν παιδιά, πού διαπέρασε τήν ἐθνική λογοτεχνία, πού στεφάνωνε τίς ὑψηλές τοποθεσίες τῆς πόλης μέ τούς ναούς της, πού καθιέρωνε τήν εἰρήνη καί τόν πόλεμο καί καθετί τό ἐπίσημο καί τελετουργικό στή ζωή τοῦ πολίτη, πού μέ τή στενή της συνάφεια μ’ αὐτά τά πράγματα ἀπόκτησε ἐκεῖνο τό στήριγμα ἀπό αἴσθημα σάν ἔνστικτο, ἰσχυρότερο ἀπό ὅποια ἠθική ἤ διανοητική κύρωση. Ὁ Ὀρφισμός δέν ἱκανοποιεῖ αὐτούς τούς ὅρους· οὔτε οἱ χθόνιες θεότητες. Ἡ θρησκεία πού γυρεύομε εἶναι ἡ λατρεία τῶν Ὀλύμπιων.

Τελευταία οἱ Ὀλύμπιοι ἔπεσαν σέ ἄδικη ἀνυποληψία, γιατί μᾶς ξαφνιάζει τό γεγονός ὅτι πολίτης σάν τόν Αἰσχύλο, μποροῦσε ἀκόμη νά λατρεύη τόσο ἀλλόκοτες θεότητες. Ἀλλά ἡ δική μας ἔκπληξη δέν ἀποδείχνει τίποτε. Οἱ θρησκευτικές δοξασίες τῶν ἐθνῶν πάντα ἀπογοητεύουν ἐκείνους πού ἐφαρμόζουν σ’ αὐτές τά κριτήρια τῆς ἀπόλυτης λογικότητας. Μπορεῖ κανείς νά τίς κρίνη μόνο ἄν ἐξέταση τί τά μέλη τοῦ ἔθνους λέγουν καί κάνουν. Σέ κάθε ἐποχή συνυπάρχουν διαφορετικές βαθμίδες πίστης. Προτάσεις πού δέ θά μποροῦσαν νά κυριαρχήσουν στή συγκατάθεση τοῦ νοϋ, ὑποστηρίζονται ἀκόμη ἀπό τό αἴσθημα καί τή συνήθεια. Οἱ πεθαμένες δοξασίες, ὅπως οἱ πεθαμένοι ἄνθρωποι, ποτέ δέν πεθαίνουν, ἀλλά κατά ἕνα νόμο τῆς κληρονομικότητας φοιτοῦν στό αἷμα τῶν ὑστερώτερων γενιῶν. Ἔτσι ἔγινε καί στήν Ἀθήνα. Ὁ ἴδιος ὁ Πίνδαρος πού σέβεται τούς θεούς καί ἀπορρίπτει ἕνα μύθο ἀνθρωποφαγίας τῶν θεῶν, παριστάνει τόν Ἀπόλλωνα ὑποκριτή καί δελεαστῆ[12]. Ὁ Αἰσχύλος, πού σέβεται τούς θεούς καί δημιούργησε γιά τόν ἑαυτό του ἕνα τόσο ἔξοχο θεϊσμό, μιλᾶ σέ μερικά ἀποσπάσματα γιά τό θεό ὡς δόλιο, καί σκληρό[13]. Ὁ Σοφοκλῆς, πού ἔγραψε τό μεγαλόπρεπο ὕμνο στούς αἰώνιους νόμους, ὀνομάζει ἕνα μέλος[14] τοῦ Πανθέου «θεόν πού οἱ θεοί τόν ἀτιμάζουν», καί καλεΐ τούς συντρόφους του θεούς νά τόν ἐξαφανίσουν. Τέτοιες ἀνακολουθίες δέ θά μᾶς ἐκπλήξουν, ἄν θυμόμαστε πώς ἄνθρωποι μέ τήν Καινή Διαθήκη στά χέρια τους, ἐπέτρεψαν στόν ἑαυτό τους νά ἐμπνέεται ἀπό βαρβαρότητες τῆς Παλαιᾶς. Ὁπωσδήποτε, τό γεγονός παραμένει. Τά ὀνόματα τῶν Ὀλυμπίων γεμίζουν τίς σελίδες τῆς Ἑλληνικῆς τραγωδίας. Αὐτοί, καί ὄχι κάποια χθόνια λατρεία διεγείρει τίς ἐπιθέσεις τοῦ Εὐριπίδη. Ὁ Πλάτων, ὅταν θέλη νά σχεδιάση μιάν ἰδεώδη ἀγωγή, πρίν ἀπό κάθε ἄλλο καταπιάνεται μέ τούς ἀποτελεσματικοΰς γιά τήν ἠθικότητα τῶν νέων κινδύνους πού κατά τή γνώμη του περιέχει ἡ Θεολογία τῶν Ὀλυμπίων. Τέλος, οἱ Ὀλύμπιοι θεοί ἐξακολουθοῦν νά λατρεύωνται στήν Ἑλλάδα ὅσον καιρό ἐπιζῆ ἡ εἴδωλολατρεία, καί οἱ ἀδυναμίες των παραμένουν ἀποτελεσματικά ὅπλα στά χέρια τῶν σκεπτικῶν, πού εἶναι μέσα στή μάντρα, ὅπως ὁ Λουκιανός, καί τῶν ἐχθρῶν, ἔξω ἄπ’ αὐτήν, ὅπως ὁ Αὐγουστίνος.

Καί τώρα, γιά νά γυρίσωμε στό κύριο ζήτημά μας. Γιατί αὐτή ἡ θρησκεία ἄφηνε τόσο ἐλεύθερη τή σκέψη;

Πρῶτα πρῶτα ἦταν ἀνθρωπομορφική, καί οἱ ἀνθρωπομορφικές θρησκεῖες εἶναι οὐσιαστικά εὔπλαστες. Ἐπιδέχονται κριτικόν ἔλεγχο καί ἀνάπλαση. Σχεδόν τά προσκαλοῦν. Μιά ματιά στούς Ἑλληνικούς θεούς θά μᾶς δείξη γιατί. Ὁ Ὅμηρος καί ὁ Ἡσίοδος, λέγει ὁ Ξενοφάνης, «ἀπέδωσαν στούς θεούς τά ἐλαττώματα τῶν ἄνθρωπων[15]. Ἔκαμαν τούς θεούς κατά τή δική τους εἰκόνα, μέ τήν ὁμοιότητα πού ἔχει μιά εἰκόνα τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου. Sua cuique deus fit cupido. «Τό φοβερό του πάθος γίνεται στόν καθένα θεός του». Μάλιστα, καί ὄχι μόνο τά πάθη, ἀλλά κάθε ὁρμή, κάθε βλέψη, κάθε εὔθυμη διάθεση, κάθε ἀρετή, κάθε οἶστρος. Σέ καθεμιά ἀπό τίς ἐνέργειες του ὁ Ἕλληνας εὔρισκε κάτι τό θαυμαστό, καί τό ὀνόμαζε Θεό: ἡ ἕστια στήν ὁποία ζεσταινόταν καί ἔψηνε τό φαγητό του, ὁ δρόμος στόν ὁποῖο ἦταν τό σπίτι του, τό ἄλογο πού ἵππευε, τά ζῶα πού ἔβοσκε, ἡ γυναίκα πού παντρεύτηκε, τό παιδί πού τοῦ γεννήθηκε, ὁ λοιμός ἀπό τόν ὁποῖο πέθανε ἤ ἀπό τόν ὁποῖον ἀνέλαβε, τό καθένα γεννοῦσε μιά ἰσότητα, καί τήν ἔβαζε νά κυβερνᾶ τό καθένα. Τό ἴδιο καί μέ ἰδιότητες καί δυνάμεις πιό ἀφηρημένες. Ἡ Βία, ὁ Φόβος, ἡ Στάση, ἡ Διασκέδαση, ἡ Μέθη, ἡ Δημοκρατία, ἡ Μανία, ὁ Φθόνος, τό Ὄργιο, ἡ Πειθώ, ὁ Ὕπνος, ἡ Πείνα, εἶναι προσωποποιημένα καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις λατρεύονται. Κάθε πράγμα ἔχει τή λατρεία του, ἀκόμη καί ὁ «ἄγνωστος θεός». (Γι’ αὐτό, ἀποβλέποντας στή θρησκεία του, εἶναι δυνατό νά φανταστοῦμε τόν Ἕλληνα θαῦμα ἀρετῆς ἤ κακίας). Ἐπιθυμοῦσε νά μεθύση ὁ Ἕλληνας, καί νά ὁ Διόνυσος ἦταν προστάτης του· ἄν ἐπιθυμοῦσε τή διαφθορά, στρεφόταν στήν «Πάνδημον Ἀφροδίτην». Ἦταν κλέφτης, μποροῦσε νά βασίζεται στή βοήθεια τοῦ Ἑρμῆ· εἶχε πάθος γιά τήν ἀγνεία, νά ἡ λατρεία τῆς Ἀρτέμιδας. Θεοί ἄρκετοι· ἀλλά δέν εἶναι ἀρχικά, πρωτότυπα ὄντα μέ ἀνεξάρτητες δυνάμεις. Εἶναι οἱ σκιές τοῦ ἀνθρώπου, πού τίς ἔφτιασε, τίς ἐκάλεσε στήν ὕπαρξη γιά νά προστατεύουν τίς πράξεις τοῦ δημιουργοῦ τους, νά προφέρουν τίς λέξεις πού αὐτός ἔβαλε στό στόμα τους, νά χαμογελοῦν, νά προστάζουν τά λάθη καί τίς ἀρετές του μέ καλοκάγαθη καί ἀκλόνητη εὐγένεια[16].

Αὐτο εἶναι ἀρκετό γιά νά ἐξηγήσωμε γιατί δέν ὑπῆρχε θρησκευτική τυραννία στήν Ἑλλάδα. Θεοί τέτοιου εἴδους δέν ἔμοιαζαν νά ἔχουν δραστική ἐπίδραση στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἡ καταγωγή τους καί ὁ χαρακτήρας τους ἐξασθενοῦσε, χωρίς πραγματικά καί νά ἀφανίζεται ἡ δύναμή τους ἐπάνω στούς πιστούς τους. Στό κάτω κάτω ἦταν μόνο ἔργο τῶν χειρῶν τῶν ἀνθρώπων, καί οἱ ἄνθρωποι ἀπό ἔνστικτο ἀπόκτησαν ἐλευθερίες μέ τά δημιουργήματά τους. Ὁ Ἀριστοφάνης, πού ἦταν ὑποστηρικτής τῆς καθιερωμένης θρησκείας, παρουσιάζει τό Διόνυσο ἀπάνω στή σκηνή μπροστά στή συνέλευση τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κοινοῦ μέ τόν ἀνάμικτο χαραχτήρα ἑνός καυχησιάρη, ἑνός ἄναντρου καί ἑνός γελωτοποιοῦ[17] καί ἦταν ὁ Διόνυσος, ὅπως ἡ Harrison τονίζει, ὁ θεός μιᾶς γνήσια πνευματικῆς λατρείας. Ὁ Ἀριστοφάνης φέρνεται καί στό Δία μέ ἴση ἀνευλάβεια· τόν συσχετίζει σ’ ἕνα μέρος μέ μιάν ἀφόρητα βλάσφημη θεωρία γιά τή βροχή, σ’ ἄλλο πάλι συζητεῖ μέ θαυμαστή σοβαρότητα, ὅτι εἶναι βέβαιο, πώς ὁ Ἡρακλῆς θά ἀποκληρωθῆ, γιατί εἶναι νόθος γιός τοῦ Βασιλιᾶ τοῦ Οὐρανοῦ[18]. Τό ἴδιο καί μέ συγγραφεῖς λιγότερο ἀπρόσεκτους ἀπό τόν Ἀριστοφάνη, καί σέ βήματα μέ λιγότερο ἐλαφρή καρδιά ἀπό τό βῆμα τῆς Κωμωδίας. Λέγεται γιά τόν Ἀγησιπολη ὅτι «ἀφοῦ συμβουλεύτηκε τό μαντεῖο τῆς Ὀλυμπίας, πῆγε νά ρωτήση καί τό θεό τῶν Δελφῶν, ἄν εἶχε τήν ἴδια γνώμη μέ τόν πατέρα του, μέ τήν ἰδέα ὅτι θά ἦταν αἰσχρό νά πῆ τά ἀντίθετα»[19]. Καί ὁ Θέογνις παρατηρώντας τίς ἀνισότητες τῆς θεϊκῆς δικαιοσύνης ἔτσι προσφωνεῖ τό Δία, «Ζεῦ φίλε, θαυμάζω σέ»[20]. Εἶναι ὁ τόνος μέ τόν ὁποῖο θά μποροῦσε ἕνα παιδί νά μιλήση στό μεγαλύτερο ἄδερφο του - ὁ Πίνδαρος εἶχε τή σκέψη ὅτι οἱ θεοί ἦταν ἀδερφοί μας - καί ὑποβάλλει τή σκέψη ὅτι σέ περιπτώσεις ὅπου ὁ οὐρανός εἶπε κάτι καί ὁ λαός ἐπιθυμοῦσε ἄλλο, οἱ θεοί τῶν 'Ἑλλήνων θά ἔκλιναν πρός τήν κοινή γνώμη.

Αὐτό ἦταν τό πρόστιμο πού οἱ Ἕλληνες πλήρωναν, γιατί ἔβλεπαν τή θεότητα μέ πολλές μορφές. Κέρδισαν σέ πλάτος, ἄλλα ἔχασαν σέ ἔνταση. ¨Ο θεός τους ἦταν πάντα πάρα πολύ δημιούργημα τῶν πιστῶν του καί δέν μποροῦσε νά γίνη ἀπόλυτος. Ἦταν ἕνας συνταγματικός μονάρχης, πού οἱ ὑπήκοοί του δέν ξεχνοῦσαν ποτέ ἐντελῶς ὅτι αὐτοί τόν ἔβαλαν στό θρόνο του. Βασιλιάς τους στή θεωρία, στήν πράξη ἦταν ὁ ἀντιπρόσωπός τους, ὑποχρεωμένος νά ἐκπληρώνη τίς ἐπιθυμίες τους. Καί ἀνάμέσα σ’ αὐτές ἦταν ἡ ἐπιθυμία νά εἶναι ἐλεύθεροι.

Αὐτό εἶναι ἡ μιά ἐπίδραση πού ἔκαμε τό ἔργο τῆς Ἑλληνικῆς θρησκείας χαλαρό. Μιά δεύτερη εἶναι συγγενική μ’ αὐτήν. Δέν ὑπῆρχε Ἑλληνική Βίβλος.

Αὐτό εὐνοεῖ τήν ἐλευθερία στήν πρώτη ἀρχή. Μιά Βίβλος ἔχει ἄπειρα πλεονεκτήματα γιά ἐκείνους πού μποροῦν νά τή χρησιμοποιοῦν, ἀλλά γιά τόν κόσμο γενικά ἔχει τούς κινδύνους της. Σκεφτῆτε πόσο εὔκολα ὁ γραπτός λόγος, ἑρμηνευμένος ἀπό τήν αὐστηρότητα τῆς ἀμάθειας, μπορεῖ σφιχτά νά περιορίση τήν ἀλήθεια. Ὁ Ψαλμωδός εἶπεν ὅτι ὁ ἥλιος «περιτρέχει τόν οὐρανό ἀπό τό ἕνα ἄκρο στό ἄλλο» καί ὅτι «τά θεμέλια του σφαιρικοῦ κόσμου εἶναι τόσο καλά στερεωμένα πού δέν μποροῦν νά μετακινηθοῦν». Πῶς τότε μπόρεσε ὁ Γαλιλαῖος νά ὑποστήριξη ὅτι ἡ γῆ κινεῖται γύρω ἀπό τόν ἥλιο; Νά, ἐδῶ ὁλόκληρη ἡ ἐγγύηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιά τό ἀντίθετο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς εἶπεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι καμωμένοι νά ζοῦν «ἐπί τοῦ προσώπου τῆς γῆς». Ἕπεται λοιπόν ὅτι δέ ζοῦν σέ περισσότερα ἀπό ἕνα πρόσωπα τῆς γής ἤ «ἐπί τῶν νώτων τῆς γῆς». Μέ τέτοιο χωρίο μπροστά στά μάτια του, ἕνας χριστιανός δέν ἤθελε οὔτε νά μιλήση γιά τούς Ἀντίποδες[21]. Ἔτσι οἱ θεολόγοι τοῦ Μεσαίωνα συζητοῦσαν, χρησιμοποιώντας τή Βίβλο ὄχι γιά νά τή ζωντανέψουν, ἀλλά γιά νά τήν ἀπολιθώσουν. Καί μέ ἀμέτρητους τρόπους λιγότερο σοβαρούς ἀπό αὐτούς, τυχαῖες παρατηρήσεις πού παρανοήθηκαν, ὠμές ἀντιλήψεις πρωτόγονης ἐποχῆς, ἠθικές ἐντολές γιά πρωτόγονο λαό, ὅλα αὐτά περιβλήθηκαν μέ θεϊκό κύρος καί σφυρηλάτησαν μ’ αὐτά ἁλυσίδες γιά την ἐλευθερία τῆς σκέψης, μόνο καί μόνο γιατί βρέθηκαν μέσα στό Ἱερό Βιβλίο.

Ἀπό τέτοιους κινδύνους οἱ Ἕλληνες ἦταν ἐλεύθεροι. Δέν εἶχαν Βίβλο.Ὀνομάζομε συχνά τόν Ὅμηρο ἑλληνική Βίβλο.Ἀλλά ἡ φράση εἶναι παραπλανητική, γιατί ὁ Ὅμηρος, δέν εἶχε τό ἀμετάκλητο κύρος τοῦ Νόμου, πού μιά φορά προχειρίστηκε καί δεσμεύει γιά πάντα, ἀλλά τή λεπτή ἐπίδραση ἑνός βιβλίου, πού βρίσκεται στά χέρια τοῦ καθενός. Οἱ Δελφικοί χρησμοί πλησιάζουν πολύ τόν Ἑβραϊκό Νόμο, γιατί ἦταν ἄμεσες ἔντολες τοῦ Ἀπόλλωνα. Ἀλλά δέν ἔγιναν ποτέ μηχανές τυραννίας, γιατί τούς ἔδιναν γιά ν’ ἀντιμετωπίσουν εἰδικές περιστάσεις, καί ἦταν αὐστηρά προσωρινές στίς ἐφαρμογές τους. Ἡ Ὀρφική λατρεία εἶχε, ἀλήθεια, ἱερά βιβλία. Ἀλλά γιά τούς μεγάλους θεούς τοῦ Ὀλυμπου δέν ὑπῆρχε Βιβλίο ἤ γιά ὁποιαδήποτε ἀπό τίς θεότητες, πού λάτρευαν στήν Ἑλλάδα. Γιά τόν Ἀπόλλωνα καί τό Δία κυκλοφοροῦσαν πολλές παραδόσεις, κανείς ὅμως δέν ἔνοχλήθηκε νά τίς ἐναρμονίση, καί οἱ πιστοί τους, χωρίς νά ἐπιμένουν σέ ἀκριβολογημένο ὁρισμό, ἦταν εὐχαριστημένοι ἀπό μιά γενική «εὐσέβεια». Γί αὐτό λοιπόν ὁ Πλάτων μποροῦσε νά ἐπίνοήση μιάν ἀφήγηση τῆς Δημιουργίας γιά νά ὑποστηρίξη ἕνα ἰδιαίτερο πολίτευμα, γιατί, ὅπως λέγει, «δέν ξέρομε τήν ἀλήθεια για τά παλιά»[22]. Τά λόγια του φέρνουν πάλι στο νοῦ μᾶς πόσο διαφορετική ἦταν ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἑβραίου μέ τό βιβλίο τοῦ τῆς «Γενέσεως» καί τήν ἀκριβολογημένη ἀφήγησή του γιά τήν ἀρχή τοῦ κόσμου. Καί γενικά τό ἴδιο· ἡ σκέψη στήν Ἑλλάδα μποροῦσε νά δουλέψη ἀνεμπόδιστη, γιατί δέν ὑπῆρχεν ἐκεῖ ὁρισμένος γνώμωνας μέ τόν ὁποῖο νά τήν ἀναχαιτίζουν.

Ἀπό δῶ προέρχεται μιά στάση ἀπέναντι ταῆς θρησκείας πολύ ἀνόμοια πρός τή στάση τῶν Ἑβραίων. Ὁ Ἑβραῖος δέχεται τό θεό, πού τοΰ ἀποκαλύφτηκε: ὁ Ἕλληνας μεταβάλλει μέ τή σκέψη του τούς θεούς του. Ἄν ὁ Ἑβραῖος βρισκόταν σέ ἀμφιβολία, τοῦ ἦταν εὔκολο νά πάρη ἀπόφαση. Ὁ Θεός του εἶχε ἐκδώσει διαταγές· δέν ἦταν γραμμένες μέσα στά βιβλία τοῦ Μωϋσῆ; Ἀλλά ὁ Ἕλληνας δέν εἶχε νά ἐπικαλεστῆ τέτοιες αὐθεντίες. Ἔπρεπε πίσω πάλι νά ριχτῆ στό δικό του τό λόγο, στή δική του τήν αἴσθηση γιά τό δίκαιο καί τό ἀληθινό. Αὐτό ἦταν τό ἐργαστήρι μέσα στό ὁποῖο σφυρηλατοῦσε τίς πεποιθήσεις του. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε τόν Πλάτωνα νά προβαίνη σέ κάθαρση τῶν ἀφηγήσεων γιά τά οὐράνια, νά τούς δίνη νέα τροπή καί νέες ἑρμηνεῖες, νά φτιάνη καί νά χαλᾶ τή θεολογία κατά τήν κρίση του. Ἄν κάτι στήν παραδομένη θεολογία πρόσβάλλη τό ἠθικό του αἴσθημα, τό ἀπορρίπτει φανερά[23]. Τό ἴδιο καί μέ συγγραφεῖς λιγότερο ὀρθολογιστικούς ἀπό τόν Πλάτωνα. Ὁ Πίνδαρος ἦταν ὀρθόδοξος καί συντηρητικός. Μολαταῦτα, ὅταν διασταυρώθηκε μέ μιάν ἀηδιαστική παράδοση γιά τούς θεούς, τήν ἀρνήθηκε ἀπόλυτα:

«Ἐμοί δ’ ἄπορα γαστρίμαργον
μακάρων τιν’ εἰπεῖν· ἀφίσταμαι
»[24]

Δέν ἔχει τίποτε νά πῆ γιά μύθο ποῦ ἀναστατώνει τό ἠθικό του αἴσθημα. Ἄς ἔχη ὅλη τήν παράδοση μέ τό μέρος του, πρέπει νά εἶναι ψεύτικος: ὁ Πίνδαρος ἐμπιστεύεται στά δικά του ἔνστικτα καί τόν ἀπορρίπτει. Μιά τέτοια στάση μπορεῖ νά ἔχη τό ἀντίστοιχό της στήν Ἑβραϊκή λογοτεχνία, ἀλλά ἐκεῖ δέν εἶναι κοινή. Συνολικά ὁ Ἑβραῖος ὑποτασσόταν στήν παράδοση, ενώ ο Έλληνας είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στο λόγο του.

Ας πάρωμε ένα περίφημο παράδειγμα. Η Ελληνική κι η Εβραϊκή λογοτεχνία περιέ­χουν η καθεμιά τους την ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου που ο ουρανός του έστειλε μια άδικη δυστυχία. Ο Ιώβ «...ἄνθρωπος... ἀληθινός, ἄμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, ἀπεχόμενος παντός πονηροῦ πράγματος», έχασε τα αγαθά του, την οικογένεια του, και την υγεία τα από αιφνίδιο βούλευμα του ουρανού. Ο Προμηθέας, ο μεγάλος Τιτάνας, που είδε το ανθρώ­πινο γένος να εξολοθρεύεται παραμελημένο, το λυπήθηκε, δε φοβήθηκε τη θεϊκή οργή, έδωσε το πυρ στους ανθρώπους, και για τιμωρία του ο Δίας τον κάρφωσε σ’ ένα απότομο κρημνό, επάνω στον Καύκασο. Οι δύο «πάσχοντες» είναι σε πολύ ίδια κατάσταση: ο Προμηθέας υποφέρει, γιατί ακολούθησε τις υπαγορεύσεις της ευσπλαχνίας· ο Ιώβ υποφέρει παρά την καθαρότητα της ζωής του. Αν ένας από τους δύο άξιζε τη μοίρα του, αυτός ήταν ο Προμηθέας. Η καθεμιά ιστορία ακολουθεί την ίδια πορεία. Και οι δύο άνθρωποι θρηνούν για τα βάσανά τους και διακηρύττουν την αθωότητα τους. Φίλοι τους επισκέπτονται και τους συμβουλεύουν υποταγή στη θέληση του ουρανού. Ο Προμηθέας απαντά, ότι η προσβολή που έκαμε ήταν εσκεμμένη και ότι ποτέ δε θα υποχωρήση στο Δία· ο Ιώβ επιμένει ότι κανένα κα­κό δεν έκαμε. Ως εδώ οι ιστορίες συμπίπτουν. Αλλά παρατηρήστε πόσο διαφορετική είναι η ηθική που ο Έλληνας και ο Εβραίος συγγραφέας συνάγουν αντίστοιχα από τις δυστυχίες αυτών των δύο. Μέσα από την έρημο βγαίνει «λαίλαψ και νέφη» και μια φωνή ακούγεται που μιλά στον Ιώβ πείθοντας τον, όπως παράξενα λέγει η επικεφαλίδα του κεφαλαίου, ότι είνα αμαθής και ηλίθιος. Τι είναι αυτός με όλη τη γνώση του, που θα ήθελε να ελέγχη τα συ­στήματα του Κυρίου; Πού ήσουν, του λέγει, «ἐν τῷ θεμελιοῦν με τήν γῆν;». Μπορεί ο Ιώβ να κάμη χιόνι ή πάγο ή βροχή; μπορεί να οδηγή και να διατάζη τους αστερισμούς; Τι ξέρει για τον Παντοδύναμο και «τάς ὁδούς» του; Και ο Ιώβ με ήρεμη ευπείθια δέχεται την απόφαση του Θεού. «Το βλέπω, είμαι μηδαμινός... ξεστόμισα πράγματα που δεν καταλάβαινα… πράγματα πολύ θαυμαστά για μένα, που δεν τα ήξερα. Γι αυτό σιχαίνομαι τον εαυτό μου, και μετανοώ μέσα στη σκόνη και στη σποδό». Παρατηρήστε ότι ο Θεός δεν έδικαιολόγησε την ποινή του Ιώβ, ούτε ο Ιώβ δέχτηκε ότι έπεσε σε σφάλμα. Μόνο που ανακάλεσε τα λόγια του και ταπείνωσε τον εαυτό του. Τα δεινοπαθήματά του παραμένουν μυστήρια ανεξήγητα Αλλά ποιος είναι αυτός που θα έλεγχε «τάς ὁδούς τοῦ Κυρίου»;

Αυτή η λύση, μπορούμε με ασφάλεια να μαντέψωμε, θα ήταν ακατανόητη για τον Έλληνα - ο Αισχύλος δεν την αποδέχεται. «Ο Θεός πείθει τον Ιώβ πως βρίσκεται σε αμάθεια και βλακεία»: δεν υπάρχει ίχνος για τέτοια κατάληξη στην περίπτωση του Προμηθέα. Όταν ο Δίας προστάζη και απειλή, ο Προμηθέας ανταπαντά με υβριστική πρόκληση: κάνει ό,τι δε θα κάμη ποτέ ο Ιώβ: καταριέται το Θεό. Και τον καταριέται, χωρίς να τιμωρηθή ή να πάθη τίποτε περισσότερο. Ανόμοια προς τον Εβραίο ο Αισχύλος κλείνει την ιστορία του, όχι με θε­τική δικαίωση. Ο χρόνος και η Ειμαρμένη φέρνουν τον Ηρακλή, ο οποίος σκοτώνει το βα­σανιστικό γύπα: ο Δίας πείθεται να σπάση τις αλυσίδες του Προμηθέα, και για αντάλλαγμα μαθαίνει ένα μυστικό κίνδυνο που απειλεί το θρόνο του. Αλλά ο Τιτάνας δεν ταπεινώνεται, ούτε ο Θεός εξυψώνεται: μια συμφωνία χαράζεται ανάμεσα στους δυο και καταλήγουν σε όρους[25]. Από τον πρώτο ως τον τελευταίο στίχο ποτέ δεν έρχεται στο νου του Αισχύλου ότι μπορεί ο Προμηθέας να έχει στενή αντίληψη για τη δικαιοσύνη, και ότι, όταν οι λογαριασμοί θα ανακεφαλαιώνονταν, θα μπορούσε ο Δίας να βγάλη το συμπέρασμα ότι στο κάτω κάτω είχε δίκιο. Χωρίς υποψία ότι θα μπορούσε να υποπέση σε λάθος, ο Αισχύλος προσάγει το Θεό και τον Τιτάνα μπροστά στη δικαστική έδρα του ανθρώπινου λόγου. Κρίνει και τους δύο σ’ αυτό το δικαστήριο χωρίς ευνοϊκή προκατάληψη για κανέναν από τους δύο, και όταν ο Θε­ός φαίνεται άδικος, τον καταδικάζει αδίστακτα[26].

Πόσο διαφορετικός σε όλα αυτά από τις θεότητες του Ελληνισμού είναι ο Ιεχωβά! Πόσο διαφορετική θέση κατέχει στη ζωή του λαού Του! Είναι ζηλότυπος και αυθαίρετος Θε­ός: δεσπόζει τους πιστούς του και τους κάνει νάνους. Ο Ιεχωβά υπάρχει πριν από την ύπαρ­ξη του λαού Του, τον γνωρίζουν μόνο από την αποκάλυψη που έκαμε του Εαυτού του, και βρί­σκονται μέσα στη χούφτα του χεριού Του. Ο Έλληνας λέγει για τον Απόλλωνα και το Δία: υπάρχουν ο Ιεχωβά λέγει στο λαό Του: ΥΠΑΡΧΩ· οι Εβραίοι συγγραφείς δείχνουν αυτό-υποταγή και αυτό-ταπείνωση σ’ Αυτόν, καθόλου Ελληνική. Τους βασάνιζε η αίσθηση Του. Αυτός εμπνέει ό,τι υπάρχει μεγάλο και αξιομνημόνευτο στα γραφόμενά τους. Υπάρχουν τριάντα εννέα βιβλία στην Παλαιά Διαθήκη. Εκτός από ένα, όλα ασχολούνται συνεχώς με τις σχέ­σεις του Θεού με τον άνθρωπο· δέκα εννιά - το Βιβλίο του Ιώβ, οι Ψαλμοί, τα βιβλία των Προ­φητών - δεν έχουν άλλο θέμα. Δε συμβαίνει το ίδιο με την Ελληνική λογοτεχνία. Δε βρίσκε­ται από πίσω της, σαν αμετάβλητο βάθος, πάλη ανάμεσα στη θέληση του ανθρώπου και στη θέληση του Θεού. Δεν έχει επανειλημμένες διαμαρτυρίες εναντίον ενός αποστάτη λαού, που τ’ αυτιά του είναι συνεχώς βουλωμένα και χοντρές οι καρδιές του. Κι αυτό δεν οφείλε­ται σε καμιά εξαιρετική αγάπη της δικαιοσύνης από τους Έλληνες. Είναι προπάντων, γιατί η θρησκεία δεν ήταν το ίδιο πράγμα για τον Όμηρο ή τον Αισχύλο και για το Μωϋσή ή τον Ησαΐα. Στο σχέδιο τους για τον κόσμο ο Θεός δεν ήταν το παν. Ήταν ένα μέρος της ζωής τους, σημαντικό μέρος, αλλά όχι περισσότερο. Υπήρχε για να προσφέρη την προστασία Του στις απασχολήσεις τους και τα συμφέροντα τους, αλλά όχι να τους διευθύνη, να δεσπόζη, να τους καταπονή. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στους πιο «θρήσκους» Έλληνες. Όταν ο Πλά­των οικοδομή την ιδανική πολιτεία του, η πρώτη λέξη στις σελίδες του δεν είναι ο Θεός, η πρώτη σκέψη του συγγραφέα δεν είναι πώς θα ευχαρίστηση το Θεό. Πολύ αργότερα μέσα στην πραγματεία του φτάνομε σε τέτοιες απόψεις. Διαβάστε την Πολιτεία του Πλάτωνα ύστερα από ένα από τα βιβλία των προφητών και η διαφορετική διάθεση είναι φανερή.

Οἱ δύο πόλεις Ἀθήνα και Ἱερουσαλήμ ἀντανακλούν καλά τον ἀντίστοιχο χαρακτήρα ταῆς θρησκείας τους. Ἔνδοξοι εἶναι οἱ ναοί πού στέφουν την Ἀκρόπολη και καθαγιάζουν τη ζωή ού σάλευε κάτω ἀπ’αὐτήν. Άλλά βρίσκονται ἐκεῖ μόνο σά στοιχεῖα ἁρμονικοῦ συνόλου, σά μιά ὀμορφιά ἀνάμεσα σέ πολλές ἄλλες. Ἡ θέα ἀπό τό Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν ὑποβάλλει πολύ διαφορετικές σκέψεις. Μέσα ἀπό τήν κοιλάδα ἐπάνω στούς λόφους της κεῖται ἡ Ἱερουσαλήμ, συγκεχυμένη μάζα ἀπό θόλους καί πύργους καί ἐπίπεδες στέγες, ὅλα τόσο σφιχτά συσσωρευμένα πού τό μάτι δέ βλέπει ἴχνος ἀπό ἀνοιχτούς χώρους ἤ ἀπό δρόμους πού νά τά διασχίζουν. Γιά μιά στιγμή φαίνεται σά μιά ἀπό τίς λιγότερο ἑλκυστικές πόλεις τῆς Ἀνατολῆς, σάν πολιτεία ἀπό τρῶγλες καμωμένες γιά ἕνα λαό χωρίς φαντασία, ἤ ἰδανικό ἤ αἴσθηση τοῦ ὡραίου. Ἔτσι φαίνεται, ἤ θά φαινόταν ἐκτός ἀπό ὁρισμένους ἀνοικτούς χώρους, ἀκριβῶς μέσα, ἀπό τό τεῖχος τῆς πόλης καί πρίν ἀρχίσουν τά σπίτια: πελώρια προαύλια μέ θολωτά οἰκοδομήματα καί λίγα κυπαρίσσια πού ὑψώνονταν ἀπό τό πεζοδρόμι τους. Εἶναι τά μόνα μεγάλα πράματα πού βλέπει τό μάτι· ἡ Ἱερουσαλήμ δίπλα τους γίνεται νάνος· καί τά πελώρια τεμένη πιό μέσα ἀπό τά προαύλια φαίνονται χαμένα μέσα στό χῶρο τους. Τά τεμένη εἶναι οἱ αὐλές τοῦ Ναοῦ. Τοῦτο ἐδῶ εῖναι τό μέρος πού ὁ Ἑβραῖος, ἐνῶ κρατοῦσε τήν πόλη του ἄθλια καί ἄχαρη, ἀφιέρωσε στή λατρεία τοΰ Ἰεχωβᾶ· ἐδῶ εῖναι οἱ αὐλές τοῦ Οἴκου τοῦ Θεοῦ του.

Εἶναι δύσκολο νά μιλᾶ κανείς μ’ αὐτό τόν τρόπο, χωρίς νά δίνη τήν ἐντύπωση ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν ἄθρησκοι. Φυσικά, ὡς σύνολο ἦταν ἐντελῶς τό ἀντίθετο· μαρτυρεῖ ἡ κατάπληξή τους γιά τόν ἀκρωτηριασμό τῶν Ἑρμῶν. Ἀλλά ἦταν θρῆσκοι μέ τόν τρόπο πού τό σημερινό κοινό τακτικό ἐκκλησίασμα εἶναι θρῆσκο. Δέ θά ἔφταναν ἴσως ὡς τό σημεῖο νά συμφωνήσουν μέ τό μακαρίτη αἰδεσιμότατο Mark Pattison ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι καλός ὑπηρέτης ἄλλα κακός κύριος[27]· ἄλλα νά, ὑπῆρχαν πολλά ἄλλα ἐνδιαφέροντα στή ζωή τους ἐκτός ἀπό τό Θεό. Κανείς τους δέν ἦταν θρῆσκος μέ τό νόημα ποῦ ἔδιναν στή λέξη ὁ Αὐγουστίνος, ἤ ὁ Πασκάλ ἤ ὁ Νιούμαν ἤ ὁ Τολστόϊ. Εἶναι δύσκολο νά βροῦμε στήν Ἑλληνική λογοτεχνία παράλληλα χωρία σάν τό ἀκόλουθο: «Ὑπάρχουν δύο Θεοί. Εἶναι ὁ Θεός πού πιστεύει ὁ λαός γενικά - ἕνας Θεός πού ἔχει ἔργο του νά τούς ὑπηρετῆ (κάποτε μέ πολύ λεπτό τρόπο, ἴσως μέ τό νά δίνη ἁπλῶς εἰρήνη στό πνεῦμα τους). Αὐτός ὁ Θεός δέν ὑπάρχει. Ἀλλά ὁ Θεός πού ὁ λαός ξεχνά - ὁ Θεός πού ὅλοι ἔχομε νά ὑπηρετοῦμε – αὐτός ὑπάρχει καί εἶναι ἡ πρώτη αἰτία τῆς ὕπαρξής μας καί ὅλων ὅσα βλέπομε»[28]· ἤ, πάλι, σάν τά λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ: «τόσο μωρός ἤμουν καί ἅμαθος, σά νά ἦταν ἕνα ζῶο μπροστά Σου... Ποιόν ἔχω στόν οὐρανό ἄλλον ἀπό Σένα, ἀλλά κι ἐδῶ στή γῆ δέν εἶναι κανείς πού νά τόν ἀποζητῶ συγκρίνοντας τον μέ σένα. Ἡ σάρκα μου καί ἡ καρδιά μου ἔσφαλαν ἀλλά ὁ Θεός εἶναι ἡ δύναμη τῆς καρδιᾶς μου καί ἡ παντοτεινή του δόσις». Ποιός Ἕλληνας σκέφτηκέ ποτέ γιά τή θρησκεία του ὅπως ὁ Πασκάλ σκέπτεται γιά τή μεταστροφή[29]: «Ἡ ἀληθινή μεταστροφή εἶναι νά ἐκμηδενιστῆς μπροστά σ’ αὐτό τό καθολικό ὄν, πού τόσες φορές τό ἔχεις ἐξοργίσει καί πού μπορεεῖ κάθε ὥρα νά σ’ ἔξολοθρέψη ἔννομα· ν’ ἀναγνωρίσης ὅτι τίποτε δέ δύνεσαι χωρίς αὐτόν, καί ὅτι δέν ἔγινες ἄξιος γιά τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τή δυσμένειά του»; Ἤ ὅπως σκέπτεται ὁ Νιούμαν γιά τόν καθολικισμό: «Μιλῶ γι’ αὐτόν μέ τήν ἰδέα ὅτι διδάσκει στήν ἐρειπωμένη φύση τοῦ ἄνθρωπου τήν τέλεια ἀνικανότητά του νά κερδίση τόν οὐρανό μέ τίποτε πού μπορεῖ νά τό κάμη ὁ ἴδιος· τήν ἠθική βεβαιότητα γιά τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του, ἄν ἀφεθῆ στίς δυνάμεις του· τήν ἀπόλυτη ἀπουσία δικαιωμάτων καί ἀξιώσεων ἀπό τήν πλευρά τοῦ πλάσματος, ὅταν εἶναι παρών ὁ Δημιουργός· τίς ἀπεριόριστες ἀπαιτήσεις τοῦ Δημιουργοῦ γιά τήν ὑπηρεσία τοῦ πλάσματος»[30]; καί ἄλλοι πολλοί.

Τά χωρία αὐτά ἀποδίνουν τή γνήσια διάθεση τοῦ Ἠσαΐα καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀλλά ποῦ θά βροῦμε τά ἀντίστοιχά τους στήν Ἑλληνική λογοτεχνία; Ἐκεῖνος πού περισσότερο τά πλησιάζει εἶναι ὁ λόγος τοῦ Πλάτωνα ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε «ἕν τῶν κτημάτων»[31] τῶν Θεῶν ἤ ὁ περίφημος ὕμνος τοΰ Στωικοῦ Κλεάνθη. Θά ἀσχοληθοῦμε μέ τόν Πλάτωνα ἀργότερα. Ὅσο γιά τόν ὕμνο, πρέπει νά ὑπενθυμίσωμέ ὅτι ἡ Στωική φιλοσοφία εἶχε ἀκμάσει τόν τρίτο αἰώνα, ὅτι οἱ ἱδρυτές καί οἱ κύριοι διδάσκαλοί της εἶχαν Ἀσιατική προέλευση καί ὅτι ὁ Θεός τοῦ Κλεάνθη εἶναι ἀπρόσωπη δύναμη. Καί σκέπτομαι ὅτι πολλοί πού διαβάζουν τόν ὕμνο θά καταλάβουν ὅτι, παρά τήν ἐπιφανειακή ὁμοιότητα, τά λόγια του ἄπειρα ἀπέχουν ἀπό τή διανοητική αὐτο-ἀπάρνηση τοϋ Νιούμαν ἤ τό ἔντονο πάθος τοῦ Ψαλμωδοῦ.

Ἔχομε λοιπόν τώρα τρεῖς ἐπιδράσεις πού ὑπόθαλψαν τήν Παρρησία στήν Ἀθήνα· τήν ἀπουσία τῆς Βίβλου· ἕνα ἔνστικτο πρός ὀρθολογισμό· καί τή διάθεση πού γέννησε ἡ ἀνθρωπομορψική θρησκεία. Αὐτές μετασχηματίζονται σέ μιάν ἄλλην ἐπίδραση καί μαζί μ’ αὐτήν ἐξηγοῦν γιατί, ἄν κάτι ἐμπόδιζε τόν Ἕλληνα νά βλέπη τή ζωή ὅπως εἶναι, αὐτό δέν εἶναι οἱ θεοί του.

Ἄν ἡ θρησκεία ἄφηνε ἐλεύθερούς τους Ἕλληνες, τό ἴδιο ἔκανε καί ἡ πολιτική. Ἄν καί συνδέονταν τόσο στενά ἡ ζωή τοῦ πολίτη καί ἡ ἰδιωτική ζωή, ἄν καί ἀπαιτοῦσε τό Ἑλληνικό Κράτος ἀπό τους πολίτες του τόσο πολύ περισσότερα ἀπό ὅσα τό δικό μας, μολαταῦτα τό ἄτομο δέν ἔγινε ποτέ ἕνα ἀπλό τίποτε σ’ ἕνα φύλλο ἀπογραφῆς, ἀλλά διατήρησε καί διεκδίκησε τήν ἀτομικότητά του.

Ὁ πολιτικός ἀτομικισμός εἶναι πλατιά χαραγμένος στή διαδρομή τῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδας. Στίς χειρότερές του στιγμές φαίνεται στήν ἔλλειψη αὐτοελέγχου, στήν ἀνικανότητα νά συνενώση, στήν ἀπρόσεκτη φιλαυτία, ὅλα πράγματα πού ἦταν τόσο δυσαρέστως κοινά. Δέν ἦταν σπάνιο γιά ἕναν ἐξορισμένο πολίτη νά ἑνωθῆ μέ τούς ἐχθρούς τῆς πατρίδας του καί νά προσπαθῆ νά τήν καταστρέψη. Ὀλιγαρχικοί καί δημοκρατικοί πολεμοῦσαν κατά τῶν ἑστιῶν ἀπό τίς ὁποῖες εἶχαν ἐξοριστῆ. Ἕλληνες ἐξόριστοι ὑποδαύλιζαν καί συνόδευαν καί τίς δύο ἐπιδρομές τῶν Περσῶν. Ὁ Ἀλκιβιάδης τή μιά μέρα κυβερνοῦσε ἕναν Ἀθηναϊκό στόλο, τήν ἄλλη ἔδειχνε στή Σπάρτη τίς ἀσθενεῖς θέσεις γιά τήν ἄμυνα τῆς χώρας του. Ὅπως, γιά νά γίνη ἀρεστός, λέγει: «τῇ ἐμαυτοῦ μετά τῶν πολεμιωτάτων, φιλόπολίς ποτε δοκῶν εἶναι, νῦν ἐγκρατῶς ἐπέρχομαι»[32].

Ἀλλά ὁ Ἑλληνικός ἀτομικισμός πῆρε καλύτερες μορφές ἀπό αὐτές. Κάποτε ὁ ἀτομικισμός ἔφερε πίσω στά σπίτια τους ἀπό τόν Εὐφράτη δέκα χιλιάδες Ἕλληνες. Τίποτε δέν εἶναι τόσο διδακτικό σ’ ἐκείνη τήν Ἱστορία τοῦ Ξενοψώντα, πού καθοδήγησε τόσο πολλούς μαθητές στήν Ἑλληνική γλώσσα, ὅσο ἡ ὀργάνωση τοῦ στρατοῦ· τίποτε δέν εἶναι πιό χαρακτηριστικά Ἑλληνικό. Δέν εἶναι στρατός σέ πορεία, ἄλλα κοινοβούλιο ἀπό 10.000 μέλη. Ἄν δημιουργῆται κάποια κρίση, οἱ στρατιῶτες συγκροτοῦν συνέλευση, οἱ στρατηγοί τούς ἐκθέτουν τήν κατάσταση, ὁμιλητές ἀγορεύουν ὑπέρ ἤ κατά, ὁ στρατός ψηφίζει, καί ἡ πορεία ξαναρχίζει. Στρατηγούς πού εἶναι ἀναρμόδιοι ἤ ὕποπτοι τούς καταγγέλνουν δημοσία: ὁ στρατός ἀθωώνει, ἐπιβάλλει πρόστιμο ἤ θάνατο. Μοιάζει σάν ὀνειροπόλημα τοῦ Gilbert καί τοῦ Sullivan[33]. Μολαταῦτα οἱ δέκα χιλιάδες βάδιζαν - καί οἱ ἴδιοι ψήφιζαν μέσα σέ χειμωνιάτικη κακοκαιρία - ἐπάνω σέ μεγάλη ἔκταση τῆς πιό δύσκολης χώρας τοῦ κόσμου. Καί αὐτό ἦταν ἀτομικισμός.

Τό πνεῦμα αὐτό, παρόν ἀσφαλῶς ἀπό τήν ἀρχή, ἔγινε δραστήριο τόν ἕβδομο καί τούς ἀκόλουθους αἰῶνες, ὅταν ἡ ἀνάπτυξη τῶν τυραννιῶν ἔκαμε τήν Ἑλλάδα νά συναισθανθῆ πόσο πολλή ἐλευθερία ἔχασε. Ὁ Ἡρόδοτος, πού ἀφηγεῖται τήν ἀνύψωση καί τήν πτώση πολλῶν ἀπ’ αὐτες τίς ἡγεμονίες, λέγει γιατί ἦταν μισητές ἀπό τό λαό. Ἔκαναν πιέσεις. Ὁ τύραννος «...νόμαια τέ κινέει πάτρια καί βιᾶται γυναίκας κτείνει τέ ἀκρίτους»[34]. Ἀλλά οἱ τύραννοι ἦταν καί ξένοι πρός τό χαρακτήρα τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Ἀθηναῖοι, λέγει ὁ Ἡρόδοτος, ὅσον καιρό τούς κυβερνοῦσαν οἱ Πεισιστρατίδες, δέν ἦταν καλύτεροι πολεμιστές ἀπό τους γειτόνους τους, ἀλλά, ὅταν ἐλευθερώθηκαν, ἀμέσως τούς ξεπέρασαν: αὐτό δείχνει ὅτι «κατεχόμενοι μέν ἔθελοκάκεον ὡς δεσπότῃ ἐργαζόμενοι, ἐλευθερωθέντων δέ αὐτός ἕκαστος ἑωυτῷ προεθυμέετο κατεργάζεσθαι»[35]. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ λέξη πού χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἐλευθερία εἶναι ἡ ἰσηγορίη - ἐλευθερία τοῦ λόγου - δέν ἦταν ἱκανοποιημένοι μέ ἐλευθερία μόνο στήν πράξη. Ἡ ἴδια δυνατή ἐπιθυμία ἀκούεται στήν παράξενη ἀπάντηση τῶν Σπαρτιατῶν σ’ ἕναν Πέρση στρατηγό, πού τούς ἐπίεζε νά ὑποταχτοῦν στόν Ξέρξη: «Ὕδαρνες, οὐκ ἐξ ἴσου γίνεται ἡ συμβουλίη ἡ ἐς ἡμέας τείνουσα. Τοῦ μέν γάρ πεπειρημένος συμβουλεύεις, τοῦ δέ ἄπειρος ἐών· τό μέν γάρ δοῦλος εἶναι ἐξεπίστεαι, ἐλευθερίης δέ οὔκω ἐπειρήθης, οὔτ’ εἰ ἔστι γλυκύ οὔτ’ εἰ μή. Εἰ γάρ αὐτῆς πειρήσαιο, οὐκ ἄν δόρασι συμβουλεύοις ἡμῖν περί αὐτῆς μάχεσθαι, ἀλλά καί πελέκεσι»[36].

Ἐκεῖνοι ὅμως πού ἀνέπτυξαν τήν ἀντίληψη τῆς παρρησίας, ἐπάνω στήν ὁποία, ἀλήθεια, κάθε πραγματική δημοκρατία ὀφείλει νά στηρίζεται, ἦταν ὁ Περικλῆς καί ἡ Ἀθηναϊκή δημοκρατία. Κάτω ἀπό τούς γραφτούς νόμους λέγει ὁ Εὐριπίδης:

...ὅ τ’ ἀσθενής
ὁ πλούσιος τέ τήν δίκην ἴσην ἔχει.
Ἐστιν δ’ ἐνισπεῖν τοῖσιν ἀσθενεστέροις
τόν εὐτυχοῦντα ταὔθ’, ὅταν κλύη κακῶς·
νικᾶ δ’ ὁ μείων τόν μέγαν δίκαι’ ἔχων.
Τούλεύθερον δ’ ἐκεῖνο· «Τίς θέλει πόλει
χρηστόν τί βούλευμ’ ἔς μέσον φέρειν ἔχων;»
Καί ταῦθ’ ὁ χρήζων λαμπρός ἐσθ’, ὁ μή θέλων
Σιγᾷ. Τί τούτων ἔστ’ ἰσαίτερον πόλει;»[37].

Αὐτά τά λόγια τά λέγει ἕνας βασιλιάς τῶν Ἀθηνῶν καί ὁ Εὐριπίδης, πού τά ἔβαλε στό στόμα του, ὀνομάζει ἀλλοῦ τήν ἐλευθερία τοῦ λόγου «ἕνα μεγάλο πράγμα», καί αἰσθάνεται φρίκη στή σκέψη ἀνθρώπου μέ δεμένη τή γλώσσα. «Δοῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού δέν μπορεῖ νά ἐκφράση τή σκέψη του»[38]. Λίγα χρόνια πρίν γράψη ὁ Εὐριπίδης αὐτά τά λόγια ἕνας Ἀθηναϊκός στόλος νικημένος καί ἀποθαρρημένος εἶχε πέσει σέ παγίδα μακριά ἀπό τήν πατρίδα. Τήν ὥρα πού οἱ ναῦτες ἔμπαιναν στά πλοῖα γιά μία τελευταία ἀπόπειρα νά διασπάσουν τόν κλοιό, ὁ ἀρχηγός τους ἔκαμε μιά τελευταία ἔκκληση στούς τριηράρχους. Τά πρῶτα λόγια πού τούς εἶπε εἶναι σημαντικά: «τούς θύμισε ὅτι ἔχουν τήν πιό ἐλεύθερη στόν κόσμο πατρίδα καί ὅτι στή χώρα τους δέν ὑπῆρχε καμιά ἐπέμβαση στήν καθημερινή ζωή τοῦ καθενός»[39].

Ἀσφαλῶς μικρή ἐπέμβαση ὑπῆρχε σέ ὅ,τι καθένας ἔλεγε. Ἡ Ἑλληνική κωμωδία δίνει μιά ἰδέα ὡς ποιό βαθμό ἡ παρρησία μποροῦσε νά εἶναι ἀδέσμευτη. Οἱ ἐπικρίσεις τοῦ τελευταίου Νότιο-αφρικανικοῦ πολέμου, πού ἐπισύρανε στήν κεφαλή τοῦ Λόϋδ Τζώρτζ καί ἄλλων τά βίαια βλήματα τοῦ ὀργισμένου πλήθους, ἦταν ἤπιες, ἄν τίς συγκρίνωμε μέ τίς ἐπικρίσεις πού ἐΐχε τό δικαίωμα νά κάνη ὁ Ἀριστοφάνης στό κρατικό θέατρο γιά τόν ἀγώνα τῶν συμπατριωτῶν του ἐναντίον τῶν Πελοποννησίων. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἦταν συνήθεια στή χώρα μας τά θεατρικά ἔργα νά παρουσιάζωνται στό κοινό «τή Δευτέρα τοῦ Πάσχα στό Albert Hall, κάτω ἀπό τήν προστασία τοΰ Κράτους, καί μπροστά σέ ἀκροατήριο πού νά μή περιλαβαίνη μόνο λειτουργούς κάθε εἴδους καί βαθμοῦ, ἀλλά καί σπουδαστές τῶν Πανεπιστημίων καί μαθητές τῶν σχολείων»[40]. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἐνῶ ἡ Ἀγγλία εἶχε μπλέξει σέ ἀπεγνωσμένο πόλεμο, κάποιος ποιητής, παρουσιάζοντας τό ἔργο του σ’ αὐτή τή γιορτή, συνηγοροῦσε γιά τήν εἰρήνη καί καταφερόταν κατά τοΰ πολέμου μέ ὄχι μετρημένα λόγια, κατηγοροῦσε τόν Τσάμπερλαιν γιά κατάχρηση, ἔδειχνε τόν Τζών Μπούλλ παχύ, λαίμαργο, μωρόπιστο, ἄμαθο γέρο, πού τόν ἐξαπατοῦσε καί τόν ἐλήστευε ἡ κυβέρνηση, πού ἦταν στήν ἐξουσία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἀνέβαζαν τόν ἴδιο τό Λόρδο Ρόμπερτς στή σκηνή, γελοιογραφημένο σάν κομψευόμενο καυχησιάρη, νά τόν εἰρωνεύεται δημοσία ὁ αὐθάδης ὄχλος καί στό τέλος νά τόν μεταφέρνουν στό νοσοκομεῖο βαριά πληγωμένο, ἐνῶ οἱ ὀπαδοί τῆς εἰρήνης μ’ ἐμπαικτικούς ἀλαλαγμούς γιά τά ἀτυχήματα του ἀποσύρονται σέ πλούσιο δεῖπνο· ἄς ὑποθέσωμε ?τι ἕνας σύγχρονος συγγραφέας τολμοῦσε νά γράψη ἕνα τέτοιο θεατρικό ἔργο· θά τό ἀνεχόταν καί γιά μία στιγμή ἕνα ἀγγλικό κοινό; Καί ὅμως κατά τή διάρκεια τοῦ Πελοποννησιακοΰ πολέμου, ὁ Ἀριστοφάνης, παρουσιάζοντας ἐπάνω στή σκηνή τό Ἀθηναϊκό κοινό, τούς κρατικούς του ἀρχηγούς, καί ἕναν ἀπό τούς πιό διακεκριμένους του στρατηγούς δέν τούς γελοιογράφησε μέ λιγότερο χοντρό τρόπο[41].

Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κωμωδία εἶχε μιάν ἰδιόρρυθμη ἀκολασία στήν Ἑλλάδα. Ἀλλά αὐτό δέν ἀλλοιώνει τό γεγονός τῆς ἀκολασίας. Ὁ κανόνας τῆς παρρησίας βάσταξε πάντα στήν Ἀθήνα. Οὔτε τόν καιρό τῆς χειρότερης καταστροφῆς, οὔτε ὅταν ἡ Ἀθήνα δέν πολεμοῦσε πιά γιά τή νίκη, ἀλλά γιά τήν ὕπαρξή της, οὔτε ὅταν τά δοκάρια τοῦ στόλου της εἶχαν διαλυθῆ πάνω στίς ἀκρογιαλιές τῶν Συρακουσῶν καί ὁ στρατός τῆς σάπιζε στά λατομεῖα τους, ἀκόμη οὔτε ὕστερα ἀπό τή συμφορά τῶν Αἰγός ποταμῶν περιορίστηκε ἡ ἔλευθερία τοΰ λόγου. Ἡ ἐκκλησία τοΰ δήμου ἀκόμη συνεδρίαζε, ὁ κήρυκας ἀκόμη ρωτοῦσε τις ἀγορεύειν βουλεται;[42].

Αὐτή ἦταν ἡ πράξη στήν Ἀθήνα. Ἀκολουθοῦσε μιά θεωρία πού εἶχαν ὁρίσει, ἐρευνήσει καί καθαρά ἀναπτύξει. Ὅλοι οἱ πολιτικοί θεωρητικοί στήν Ἑλλάδα, μ’ ἐξαίρεση τόν Πλάτωνα, μιλοῦν γιά τό κράτος μέ τήν ἰδέα ὅτι ὑπάρχει γιά το άτομο. Ἕνας ἀπό αὐτούς, φίλος καί θαυμαστῆς τοῦ Περικλῆ, πού ἐγνώρισε ἀπό κοντά τά πολιτικά πράγματα, γιά τά ὁποῖα ἔγραψε, μᾶς ἄφησε στό ἔργο του τό ἰδεῶδες της Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Σώζεται ἀγέραστο σά Χάρτης τῆς Δημοκρατίας, σάν Καινή Διαθήκη τοῦ Φιλελευθερισμοῦ.

Στόν Ἐπιτάφιο Λόγο πού τόν βάζει στά χείλη τοῦ Περικλῆ, ὁ Θουκυδίδης παρουσιάζει τόν Περικλῆ νά διακηρύσση τήν ἀντίληψή του γιά τό τί εἶναι ἡ Ἀθήνα καί τί κάθε κράτος ὄφειλε νά εἶναι. Μᾶς κάνει ἀμέσως ἐντύπωση, ὅταν διαβάζωμε τό λόγο, ἡ ὁλοκληρωμένη ἐλευθερία τοῦ Ἀθηναίου πολίτη, ἡ ἀπουσία κάθε προσπάθειας νά τόν κάμουν καλό μέ νόμους, ἡ ἀπουσία κάθε προστασίας ἐναντίον στήν ἔλλειψη πατριωτισμοῦ, καί, ἀλήθεια, ἡ ἀπουσία κάθε φόβου γι’ αὐτό. Βρισκόμαστε μέσα σέ ἀτμόσφαιρα πολύ διαφορετική ἀπό τή σύγχρονη πολιτική σκέψη. Δέ γίνεται λόγος γιά ταξικό μίσος καί γιά ταξικό ἐγωισμό πού πρέπει νά ἱκανοποιηθοῦν μέ ὁρισμένο σύστημα ἀπό ἐπιταγές καί ἰσοζύγια καί ἀντισταθμίσεις, οὔτε γιά ὑποχρεωτική στρατιωτική θητεία ἀναγκαία γιά νά ἐγχαράξη τόν πατριωτισμό, νά βάλη σέ πειθαρχία καί νά κατευθύνή τίς ἀνώμαλες ἐνεργητικότητες τοῦ ὄχλου, οὔτε γιά συντάξεις, βγαλμένες ἀπό κρατήσεις ἐπιθυμητές γιά νά γεννήσουν τήν ἰδέα γιά ἀποταμίευση, οὔτε γιά νόμο προορισμένο νά προστατέψη τούς πολίτες ἀπό τή μέθη, γιά ἐκκλησιαστικά σχολεῖα καί γιά θρησκευτική ἐκπαίδευση, πού χωρίς αὐτήν ὁ ἄνθρωπος πίσω πάλι θά πέση στό βόρβορο ἀπ’ ὅπού βγῆκε. Ὁ Περικλῆς ζῆ μέσα σέ ἕναν ἰδανικόν, ἴσως πολύ ἰδανικόν, κόσμο. Δέν τοῦ ἔτυχε νά φοβηθῆ μήπως ἡ τέρψη θά περισπάση τόν Ἀθηναῖο ἀπό τό καθῆκον του, κάθε ὑποψία γιά τίς τέρψεις ἀπουσιάζει τελείως ἀπό τό λόγο του. Τέτοια πράγματα τά θεωρεῖ οὐσιαστικό στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. «Καί μήν καί τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἄγωσι μέν γέ καί θυσίαις διετησίοις νομίζοντες...»[43]. Οὔτε φοβᾶται μήπως ἡ ψυχική καλλιέργεια καί ἡ παιδεία ὑποσκάψουν τίς ρίζες τοῦ χαρακτήρα, ἐκθηλύνοντας τούς ἄντρες, κάνοντάς τους καλύτερους νά σκέπτωνται παρά νά ἀποφασίζουν. «Φιλοκαλοῦμεν γάρ μετ’ εὐτέλειας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας»[44].

Ὑπῆρχε στήν Ἑλλάδα ἕνα κράτος ὅπου τέτοια πράγματα τά θεωροῦσαν ἐπικίνδυνα. Ἡ Σπάρτη ἦταν ὀργανωμένη μέ ἀρχές περισσότερο ἀπό Ρωμαϊκές, καί οἱ πολίτες της ἀνατρέ- φονταν μέ μιά σειρά γυμνάσια, μέ συσσίτια καί λεπτομερειακούς κανονισμούς γιά νά γίνουν ἀφοσιωμένοι ὑπηρέτες τοῦ κράτους. Ἡ Ἀθήνα θά φαινόταν ἀλλόκοτος τόπος σ’ ἕνα Σπαρτιάτη ἐπισκέπτη. Πρῶτα πρῶτα θά τοῦ ἦταν ἀλλόκοτο, ὅτι θά ἦταν μέσα στήν Ἀθήνα τόσο ἐλεύθερος, γιατί στή δική του πατρίδα εἶχαν τή συνήθεια νά κάνουν ξενηλασίες, περιοδικές ἐξορίες τῶν ξένων. Καί ἔπειτα πόσο διαφορετική ἦταν ἡ ζωή τοῦ Ἀθηναίου ἀπό τή ζωή πού εῖχε συνηθίσει στόν τόπο του! Ἑφτά χρονῶ τόν εἶχαν πάρει μακριά ἀπό τήν οἰκογένειά του στό Συσσίτιον, εἶδος ἀρχαίου δημόσιου σχολείου, καί ἀπό κεῖ καί πέρα «ζοῦσε κανονικά δημόσια ζωή ἀπό κοινοῦ, πάντοτε κάτω ἀπό τά δεσμά καί τούς τύπους ἑνός κανονισμοῦ ὡς ἕνα μέρος στρατιωτικοῦ, ὡς ἕνα μέρος μοναστικού - ἀποξενωμένος ἀπό τήν ἀνεξαρτησία τῆς χωριστῆς ἐστίας - βλεποντας τή γυναίκα του, κατά τά πρῶτα ἔτη μετά τό γάμο, μόνο κρυφά, καί διατηρώντας μέ τά παιδιά του λίγες ἰδιόρρυθμες σχέσεις. Ἡ ἐπιτήρηση ὄχι μόνο τῶν συμπολιτῶν του, ἀλλά καί ἐξουσιοδοτημένων ἐλεγκτῶν ἤ λοχαγῶν διορισμένων ἀπό τό κράτος ἦταν κάτι πού ἀδιάκοπα τόν ἀκολουθοῦσε· τήν ἡμέρα του τήν περνοῦσε σέ δημόσιες γυμναστικές ἀσκήσεις καί σέ κοινά γεύματα, τίς νύχτες του στό δημόσιο στρατώνα στόν ὁποῖον ἀνῆκέ»[45]. Ξυπολυσιά, ἕνα μόνο ἔνδυμα χειμώνα καλοκαίρι, μαστιγώσεις σ’ ἕνα ἐπιχώριο ἱερό (εῖχε δεῖ παιδιά νά πεθαίνουν κάτω ἀπό τους ραβδισμούς), περιορισμένη τροφή, καί γιά ψυχαγωγία κυνήγι καί χορός - αυτα ἦταν ὁ κλῆρος του ἀπό παιδί. Στό κάτω κάτω, σκέφτονταν οἱ Σπαρτιάτες, ὀφείλετε νά κάμετε τούς ἀνθρώπους πατριῶτες, καί ποιός ἄλλος δρόμος ὑπάρχει νά τούς κάμετε;

Ὁ Περικλῆς σκέφτηκε ὅτι ὑπῆρχαν ἄλλοι τρόποι, καί ὀνομαστικά καταδικάζει τό σπαρτιατικό σύστημα. «Καί ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μέν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθύς νέοι ὄντές τό ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δέ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδέν ἧσσον ἐπί τούς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν... καίτοι εἰ ρᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἤ πόνων μελέτῃ καί μή μετά νόμων τό πλεῖον ἤ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τέ μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μή προκάμνειν, καί ἐς αὐτά ἐλθοῦσι μή ἀτολμοτέρους τῶν ἀεί μοχθούντων φαίνεσθαι...»[46]. Ἀφῆστε τό ἄτομο στόν ἑαυτό του καί μπορεῖ νά ἔχετε ἐμπιστοσύνη ὅτι θά κάμη τό καθῆκον του, αὐτή εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ Περικλῆ. Καταπίεση, περιορισμός, ἀπαγόρευση, εἶναι λέξεις πού δέν τίς βρίσκομε στήν πολιτική θεωρία του. Ἐμπιστοσύνη στό λαό συγκερασμένη μέ προβλεπτική προσοχή, ἦταν ὁ ὁρισμός τοῦ Γλάδστωνα γιά τό φιλελευθερισμό. Ἀφῆστε κατά μέρος τίς τέσσερεις τελευταῖες λέξεις καί ἔχετε τίς ἀρχές τοῦ Περικλῆ. Αὐτό ἦταν τό Ἑλληνικό ἰδεῶδες - ἀπεριόριστη ἐλευθερία. Εἶναι παράξενο ὅτι μέ τέτοιες ἀρχές τό Ἑλληνικό πνεῦμα παράμεινε ἀδιάφθορο;

Ἡ ἐλευθερία αὐτή ἦταν σπάνιο προνόμιο στήν ἀρχαιότητα. Σκεφτῆτε γιά μιά στιγμή τή Ρώμη. Ὁ Πλούταρχος λέγει γιά τό λαό της ὅτι «εἶχαν τή γνώμη, ὅτι δέν ἔπρεπε νά ἀφήνουν τους πολίτες νά παντρεύωνται, νά κάνουν παιδιά, νά ζοῦν ἰδιωτική ζωή μόνοι τους, νά κάνουν γιορτές καί συμπόσια κατά τήν ἐπιθυμία τους, ἄλλα ὅτι θά ἔπρεπε νά ἔχουν τό φόβο ὅτι θά ἐλεγχτοῦν καί θά ἐξεταστοῦν ἀπό τους ἄρχοντες· καί ὅτι δέν ἦταν καλό νά δώσουν στόν καθένα τήν ἐλευθερία νά κάνη ὅ,τι θά ἤθελε ἀκολουθώντας τήν ἐπιθυμία του καί τήν προαίρεσή του»[47].

Αὐτή ἦταν ἡ γνώμη τοῦ Πλούταρχου γιά τούς Ρωμαίους, καί αὐτή ἦταν ἡ γνώμη τοῦ ὑπάτου πού ἀνέβηκε στό βῆμα ἕνα πρωί στά 186 π.Χ. καί ἀνακοίνωσε στό ἀκροατήριό του τά μέτρα πού ἡ σύγκλητος σκόπευε νά λάβη γιά νά ἀποτρέψη τά Βακκανάλια[48]. Ἦταν μία Ρωμαϊκή θρησκευτική ὀργάνωση γιά τή λατρεία τοΰ Διονύσου, πού εἶχε χρησιμοποιήσει τίς συγκεντρώσεις της γιά χοντρές ἀκοσμίες καί, ἀκόμη, γιά συνωμοσία ἐνάντιον τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Βρώμικη ὑπόθεση, χωρίς ἀμφιβολία· καί ἀκριβῶς ὁ ὕπατος τήν εἶδε σάν ἀπειλῆ κατά τῆς ἠθικῆς καί τοῦ κράτους. Ὁμως σημειῶστε τά λόγια μέ τά ὁποῖα ἐπιτιμᾷ τό ἀκροατήριό του. «Οἱ πρόγονοί σας δέν ἤθελαν ἀκόμη καί τυχαία νά συγκεντρώνεστε, ἤ ἀπό σύμπτωση. Ἐκτός ἄν ἔπρεπε νά ὁδηγηθῆ ἔξω ὁ στρατός γιά ἐκλογικούς σκοπούς, ἤ οἱ δήμαρχοι συγκαλοῦσαν τό λαό σέ συνέλευση, ἤ ἕνας ἄρχοντας καλοῦσε συγκέντρωση. Ὁπου μαζευόταν πλῆθος, εἶχαν τή γνώμη ὅτι ἐκεῖ ἔπρεπε νά εἶναι ἕνας τακτικός ἀξιωματοῦχος γιά νά τούς ἐλέγχη»[49]. Βρισκόμαστε ἐδῶ πολύ μακριά ἀπό τά ἰδεώδη τοῦ Περικλῆ.

Ἡ συνέχεια ἀπό τά λόγια τοῦ ὑπάτου εἶναι καί αὐτή διδακτική. «Δέν εἶναι τίποτε περισσότερο εὐπρόσωπο ἤ περισσότερο ἀπατηλό ἀπό μιά μιαρήν εὐσέβεια. Ὁταν ἡ θεϊκή ἐξουσία γίνεται πρόφαση γιά ἔγκλημα, φοβούμαστε νά τιμωρήσωμε τήν ἀνθρώπινη κακοήθεια, μή τυχόν κάνοντας αὐτό παραβιάζωμε κάποιο νόμο τοῦ οὐρανοῦ μέ τόν ὁποῖο σχετίζεται». Τά αἰσθήματα αὐτά θά μᾶς παρασύρουν νά συγκρίνωμε τή Ρωμαϊκή ἄποψη γιά τά Βακκανάλια μέ τίς τύχες τοῦ Διόνυσου στήν Ἑλλάδα, καί νά βγάλωμε ἕνα ἐπιμύθιο ἀπό τήν ἀντιπαραβολή. Καί στήν Ἑλλάδα ἡ λατρεία τοῦ θεοῦ αὐτοῦ ἦταν advecta religio[50], πού ἦλθε καί καρφώθηκε ἀνάμεσα στίς πρωτόγονες λατρεῖες. Καί ἐκεῖ - αν καί ἀπαλλαγμένη ἀπό τήν χοντροκομμένη ἀνηθικότητα καϊ ἀπό τήν πολιτική μαφία τῶν Ἰταλικῶν Βακκαναλίων - πανηγυριζοταν μέ ὄργια ἐπάνω στούς λόφους, στά ὁποῖα ἡ μέθη ἦταν γενικό καί ἡ ἀνηθικότητα ὄχι ἀσυνήθιστο χαρακτηριστικό. Μολαταῦτα ὅταν ὁ Πενθέας ἀκολουθώντας τήν ἄποψη τοῦ ὕπατου, ἀπαγόρεψε στίς γυναῖκες τῆς πόλης του νά περιφέρωνται στούς λόφους, ἕνας Ἀθηναῖος δραματουργός τόν παράστησε στή σκηνή νά ἀνταμείβεται γιά τήν κακά ρυθμισμένη ἀγάπη τῆς διαταγῆς του μέ τό διαμελισμό του σέ κομμάτια στά χέρια τῆς ἴδιας ταῆς μητέρας του. Ἄν καί μπορεῖ νά μήν ἀντιπροσωπεύουν τή γνώμη τοῦ ποιητῆ, προξενοῦν ἐντύπωση τά λόγια πού ὁ Εὐριπίδης δίνει στούς ἀγγέλους πού ἀντικρούουν τήν πράξη τοῦ Πενθέα. Τοῦ θυμίζουν ὅτι ἔρχεται σέ σύγκρουση μ’ ἕνα Θεό, ὅτι, στό κάτω κάτω, τό κρασί κάνει τούς ἀνθρώπους νά ξεχνοῦν τίς λύπες των, καί ὅτι, ἄν οἱ γυναῖκες θέλουν νά εἶναι ἀνήθικες, θά εἶναι καί χωρίς νά πηγαίνουν στά βουνά:

Τόν δαίμον’ οὖν τόνδ’ ὅστις ἔστ’, ὦ δέσποτα,
δέχου πόλει τῇδ’, ὡς τ’ ἄλλ’ ἐστίν μέγας,
κάκεῖνο φασιν αὐτόν, ὡς ἔγω κλύω,
τήν παυσίλυπον ἄμπελον δοῦναι βροτοΐς.
Οἴνου δέ μηκέτ’ ὄντος οὐκ ἔστιν κύπρις
οὔδ’ ἄλλο τερπνόν οὐδέν ἀνθρώποις ἔτι[51].

Ἔτσι, μέ ἕνα μεῖγμα αἰσθησιακοῦ ἐπικουρισμοῦ καί ἐπιχειρημάτων ἀπό τόν τότε σέ ὑπόληψη φιλελευθερισμό, ὑποστηρίχτηκαν τά Βακκανάλια. Φανταστῆτε τή βλοσυρή φυσιογνωμία τοῦ Ρωμαίου ὕπατου, ὅταν θά ἄκουε μιά τέτοια ἀπολογία.

Δέν πρέπει νά προχωρήσωμε σ’ αὐτό τόν παραλληλισμό πολύ κοντά. Πλατιά ἄβυσσος βρίσκεται ἀνάμεσα στήν Ἑλληνική καί τήν Ἰταλική λατρεία τοῦ Βάκχου, καί ὁ Εὐριπίδης δέν ἦταν πολιτικός, ἀλλά ποιητής. Ἀλλά ἡ διαφορετική στάση σ’ αὐτά τά ζητήματα τῶν Ρωμαίων καί τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀναμφισβήτητη. Οἱ Ρωμαῖοι δέν ἐνθάρρυναν νεωτερισμούς στή σκέψη ἤ στή θρησκεία, οὔτε χειροκροτοῦσαν ὄμορφες φράσεις γιά ἀνεξιθρησκεία. Ἐπιχειρήματα γιά ἐλευθερία στήν ἔρευνα, γιά ἀνεμπόδιστη Τέχνη, γιά τά δικαιώματα τῆς Λογοτεχνίας, ἔπεφταν στ’ αὐτιά τούς χωρίς νά τ’ ἀκοῦν. Κάθε λίγο τίς ξένες θρησκεῖες τίς ἔδιωχναν πίσω στίς ἑστίες τους μέ τά καράβια τους. Ὁ Κάτων θά ἤθελε νά κάμη τό ἴδιο καί γιά τήν Ἑλληνική Πρεσβεία καί παρακάλεσε τή σύγκλητο νά τούς ἀποπέμψη. «Κατηγόρησε φανερά τή Σύγκλητο ὅτι ἡ Πρεσβεία τῶν Ἑλλήνων κάθηται πολύν χρόνον ἄπρακτος, παρατηρώντας ὅτι ἦταν πανοῦργοι ἄνθρωποι, πού μποροῦσαν εὔκολα νά πείσουν τούς ἄλλους ὅ,τι ἤθελαν. Καί ἄν κανένας ἄλλος λόγος δέν ὑπῆρχε, αὐτός καί μόνο θά μποροῦσε νά πείση τή Σύγκλητο ν’ ἀποφασίση νά τούς δώση κάποια ἀπάντηση καί ἔτσι νά τούς στείλη πίσω πάλι στήν πατρίδα τους στίς σχολές τους, νά διδάσκουν τά παιδιά τῶν Ἑλλήνων, καί ν’ ἀφήσουν ἥσυχα τά παιδιά τῶν Ρωμαίων, νά μποροῦν νά σπουδάζουν πῶς νά ὑπακούουν στούς νόμους καί στούς ἄρχοντες ὅπως καί πρίν. Κι αὐτά τά εἶπε στή Σύγκλητο, γιατί γενικά μισοῦσε τή φιλοσοφία καί ἀπό φιλοδοξία καί ἐγωισμό καταφρονοῦσε πάσαν Ἑλληνικήν μοῦσαν καί παιδείαν»[52].

Φιλοκατήγορη ἐπέμβαση στήν ἰδιωτική ἐλευθερία γιά λόγους σάν αὐτούς ἦταν κάτι τό κοινό στή Ρώμη. Στά 161 π.Χ. οἱ πραίτορες ἐξουσιοδοτήθηκαν νά ἀποπέμψουν ἀπό τή Ρώμη τούς Ἕλληνες φιλοσόφους καί τούς ρητοροδιδασκάλους. Μερικοί ἐπικούρειοι ἐξορίστηκαν – πιθανῶς στά 184. Ἀκόμη καί στό 92 π.Χ. ἔβγαλαν οἱ τιμητές τό ἀκόλουθο διάταγμα: «Ἔχομε τήν πληροφορία ὅτι μερικά πρόσωπα σύστησαν νέα μορφή διδασκαλίας, καί ὅτι oi νέοι φοιτοῦν στά σχολεῖα τους: ὅτι τά πρόσωπα αὐτά παρουσίασαν τόν ἑαυτό τους ὡς Λατίνους ρητοροδιδασκάλους: ὅτι οἱ νέοι δαπανοῦν ὁλόκληρες μέρες μαζί τους. Οἱ πατέρες μᾶς ὅρισαν τί ἔπρεπε νά μάθουν τά παιδιά τους καί σέ τί λογής σχολεῖα θά φοιτοῦσαν. Αὐτά τά νέα σχολεῖα, πού εἶναι ἀντίθετα πρός τά ἤθη καί τήν παράδοση τῶν πατέρων μας, οὔτε ἐπιθυμητά μας φαίνονται οὔτε σωστά. Γι’ αὐτό σκεφτόμαστε ὅτι εἶναι σωστό νά ἐκφράσωμε τά αἰσθήματά μας στούς ἰδιοκτήτες ταῶν σχολείων αὐτῶν καί στούς μαθητές τους». Τά ἀλύγιστα αἰσθήματα καί τό βραχυλόγο ὕφος μᾶς μεταφέρνουν σέ κόσμο ὁπού πρῶτο ἦταν τό κράτος καί τό ἄτομο πουθενά. Τά δικαιώματα τοῦ ἄτομου δέν -πήγαιναν μακρύτερα ἀπό τό καθῆκον νά ὑπακούη.

Ἡ ἀντίθεση αὐτή ἀνάμεσα στήν Ἑλλάδα καί τή Ρώμη εἶναι εὔκολο νά ἐξηγηθῆ. Πολλές αἰτίες μπορεῖ νά συνεργάστηκαν γι’ αὐτήν, ἀλλά ἡ κύρια ἀνάμεσά τους εἶναι ἡ διαφορετική ἱστορία τῶν δύο λαῶν, 600 χρόνια, χωρίς στιγμή σχεδόν γι’ ἀνάπαψη, πολλές φορές νικημένη καί παλεύοντας κάθε στιγμή γιά τήν ὕπαρξή της, ἡ Ρώμη διάνοιξε τέλος τό δρόμο της πρός τή νίκη. Ἀπό τήν ἄσημη πόλη τους οἱ πρῶτοι της πολίτες μποροῦσαν νά βλέπουν τούς λόφους τῶν ἐχθρῶν τους καί τά φρούρια πού τούς ἔφραζαν κάθε διάβαση. Ἐτρούσκους, Λατίνους, Αἰκούους, Οὐόλσκους, Ἐρνίκους, Σαυνίτες, Γαλάτες - με ὅλους αὐτούς ἔπρεπε νά χτυπηθῆ καί νά τούς καταβάλη. Καί ὕστερα ἀπό αὐτούς οἱ μεγαλύτεροι ἀνταγωνιστές, ὁ Πύρρος, ὁ Ἀννίβας, ὁ Φίλιππος, ὁ Ἀντιοχος, καί οἱ στρατοί τῆς Ἀφρικῆς καί τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ πάλη αὐτή πού βάσταξε αἰῶνες δέν ἔδωσε καλούπι γιά χαρακτήρα ἀνεκτικό. Σταθερότητα, ἐνεργητικότητα, ἀποφασιστικότητα, συμπαγῆ ὄγκο, ἦταν οἱ ἀρετές πού ζητοῦσαν ἀπό τους Ρωμαίους πολίτες. Ἡ ἀντοχή τους δέν ἔπρεπε νά εἶναι ἀντοχή εὐλυγισίας· ἔπρεπε νά εἶναι σιδερένιοι ἄνθρωποι. Δέν ἦταν δουλειά τους νά μιλοῦν, ἀκόμη λιγότερο ν’ ἀμφιβάλλουν. Δέν εἶχαν καιρό νά στήνουν σοφιστεῖες γύρω στήν ὕπαρξη τῶν θεῶν, πού τούς χρειάζονταν νά τούς δίνουν τή νίκη, ἤ γύρω στά δικαιώματα τοῦ ἀτόμου ἐναντίον τοῦ κράτους, τήν ὥρα πού ἡ πατρίδα τους μποροῦσε νά κυριευτῆ καί νά λεηλατηθῆ μέσα στό ἑπόμενο εἰκοσιτετράωρο· ἤ γύρω στή φύση τοῦ σύμπαντος, τήν ὥρα πού οἱ Ἔρνικοι ἔκαιαν τή συγκομιδή τους. Δράση τούς χρειαζόταν καί ὄχι λογικά ἐπιχειρήματα, πού θά ἀδυνάτιζαν μόνο τή δράση.

Ἡ Ἑλλάδα λίγο πολύ ἦταν εὐτυχισμένη. Εἶχε βέβαια περίοδο ἔντασης, ἄλλα πέρασε εὔκολα καί σύντομα στή χαλιναγωγημένη εἰρήνη τῶν ἱστορικῶν χρόνων. Στήν Ἀθήνα τοῦ πέμπτου αἰώνα δέ χρονοτριβεῖ ἡ μνήμη σέ ἐποχές μέ βίαια παθήματα, γιατί ἡ Ἑλληνική ἱστορία δέν ἦταν populi iam octingentesimum bellantis annum res[53], «ἡ ἱστορία ἕνος λαοῦ πού πολεμοῦσε 800 τώρα χρόνια». Καί γι’ αὐτό ὁ χαρακτήρας τῶν Ἑλλήνων ἦταν μαλακότερος. Δέν εῖχαν ὑποχρεωθῆ νά ἀσκηθοῦν στήν περιστολή καί τήν αὐτο-ἐξάλειψη, ὥσπου ἡ περιστολή καί ἡ αὐτο-ἐξάλειψη τούς ἔγινε δεύτερη φύση. Οἱ Ἕλληνες ἦταν πιό ὁρμέμψυτοι καί φυσικοί, καί γι’ αὐτό περισσότερο ἐλεύθεροι: Στήν ὄψη τῆς Ρωμαϊκῆς ζωῆς, ὅπως καί στά βλοσυρά χαρακτηριστικά τῶν Ρωμαίων ἀρχόντων, εῖναι ἀποτυπωμένη ἡ σκληρότητα, τό ἔνστικτο γιά τόν ἔλεγχο καί τήν ἀπαγόρεψη, πράγματα πού παρατηροῦμε σέ λαούς πού ὁ κόσμος τους ἦταν σκληρός. Ἀλλά τό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδας ἔχει κάτι ἀπό τή γαλήνη, πού οἱ γλύπτες της ἀγαποῦσαν νά ἀπεικονίζουν.

Παρασυρθήκαμε σέ σύγκριση τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Ρώμης. Ἀλλά δέν πρόκειται γιά ἐπίκριση. Οἱ συμπάθειές μας ἐδῶ θά πᾶνε σύμφωνα μέ τή φύση μας, καί δέ μᾶς ἀπασχολεῖ ποιό ἦταν τό σωστό. Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι καί στή θεωρία καί, γενικά, στήν πράξη τό Ἑλληνικό κράτος ἀπόφευγε νά ἐμποδίζη τούς πολίτες του. Καί ἐδῶ ὁ Ἕλληνας ἀφηνόταν ἐλεύθερος, ἐλεύθερος νά δῆ τή ζωή κανονικά καί νά τή δῆ στό σύνολό της. Οὔτε ἱερεῖς οὔτε πολιτικοί τόν τυραννοῦσαν ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι του.
---------------------------
[1] Ἡ ἑλληνική ἐλαφρότητα (ἐπιπολαιότητα, ἀστασία)

[2] Την καρχηδονιακή πίστη, το λόγο, τη συνέπεια στο λόγο πού δίνει κανείς.

[3] Finn ἤ Fion , κυβερνήτης τῆς Fianna, στις ἀρχές περίπου τοῦ 3ου αἰώνα. Πατέρας τοῦ Ὄσσιαν. Τον περιγράφουν σά μεγάλο ἥρωα και γίγαντα. 

[4] Ὁ πιο μεγάλος ἥρωας τοῦ Red Branch, στρατιωτικοῦ τάγματος τῶν ἡρωϊκῶν χρόνων.

[5] Τρωάδες 884-88.

(Ὤ ἐσύ, τό στήριγμα τῆς γής καί πού ἀπάνω στή γῆ ἔχεις τό θρόνο σου, ὅποιος κι ἄν εἶσαι, πού εἶσαι δύσκολος νά σέ ἀπεικάσωμε γιά νά σέ γνωρίσωμε, Δία, εἴτε εἶσαι ἡ ἀνάγκη πού δένει τή φύση εἴτε εἶσαι ἡ διάνοια πού κυβερνάει τούς θνητούς σέ σένα ἔστειλα τήν προσευχή μου· γιατί διασχίζοντας σιωπηλό δρόμο ὅλα τά θνητά, δίκαια τά καθοδηγεῖς.)

[6] Θεαίτητος 176 BC. Ὁ θεός δέν εἶναι καθόλου ἄδικος, μέ κανένα τρόπο· εἶναι τέλεια δίκαιος. Καί τίποτα δέν τοῦ μοιάζει περισσότερο ἀπό ἐκεῖνον ἀπό μας πού θά γινόταν πάρα πολύ δίκαιος.

[7] Cosmos, Topographia Christiana. Ἡ παραπομπή εἶναι παρμένη ἀπό τόν Lecky, Hist, of Rationalism I, 269 (ἔκδ. 1910).

[8] Ἕως τό 1694 μ. X. (ὄπ. παραπάνω II, 318).

[9] Symonds, The Catholic Reaction, II, 138.

[10] Ὅπ.παρ.I, 196. Τόν Ἀριστοτέλη τόν ἀπείλησαν μέ διωγμό τυπικά γιά ἀθεΐα, στήν πραγματικότητα γιά τίς Μακεδονικές του συμπάθειες. Ἄν ὁ διωγμός τοῦ Διαγόρα ἔγινε στά 415 π. X., ὅπως λέγει ὁ Διόδωρος, μπορεΐ νά ὀφείλεται σέ πολιτικούς λόγους, γιατί ἦταν ἀπό τή Μῆλο. Ἡ ἀγανάκτηση τῶν Ἀθηναίων ἐναντίον τῶν Ἑρμοκοπιδῶν δέν εἶναι ἐπιχείρημα ἐναντίον στήν ἄποψη τοΰ κειμένου, γιατί δέν εἶναι διωγμός τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης. Ἄν σήμερα μερικοί ἄνθρωποι ἐμίαιναν τούς βωμούς δλων τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Λονδίνου, θά προκαλοῦσαν τήν ἀγανάκτηση τοΰ λαοῦ· ἀλλά μιά τέτοια ἀγανάκτηση δέ θά ἔδειχνε γενική σύγκρουση μέ τήν ἐλευθερία τοῦ θεωρητικοῦ λόγου.

[11] Ὁ ἀναγνώστης πρέπει καί σ’ αὐτό τό σημεῖο καί σέ πολλά ἄλλα νά ἔχη ὑπόψή του, ὅτι τό ἔργο τοΰ Λίβινξτον εἶναι γραμμένο πρίν ἀπό τον πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο. Πρωτοδημοσιεύτηκε στα 1912.

[12] Πύθιον. 9.

[13] Ἀπόσπασμα πού ἀναφέρεται ἀπό τόν Πλάτωνα : Πολιτεία 383.

[14] Πρόκειται γιά τόν Ἄρη. «...τόν ἀπότιμον ἐν θεοΐς θεόν.» Οἰδ. Τύρ. σ. 191-215.

[15] Πάντα θεοῖς ἀνέθηκαν Ὁμηρός θ’ Ἡσίοδος τε
ὅσσά παρ’ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καί ψόγος ἔστϊν
καί πλεῖστ’ ἐφθέγξαντο θεῶν ἀθεμίστια ἔργα, 
κλέπτειν, μοιχεύειν τέ καί ἄλληλους ἀπατεύειν. (Ἀπόσπ. 7)

[16] Κατά τόν Bent (The Cyclades, p. 373) ὑπάρχει σήμερα στήν Πάρο μοναστήρι ἀφιερωμένο στό Μεθυσμένον Ἄϊ-Γιώργη. «Στίς 3 Νοεμβρίου συνήθως οἱ Παριανοϊ ἀνοίγουν τό νέο τους κρασί καί μεθοῦν χορεύουν καί παίζουν μιά σκηνή κραιπάλης μπροστά ἀπό αὐτή τήν ἐκκλησία· ἐξαγνίζεται ὅμως ἡ σκηνή ἀπό τήν παρουσία τῶν ἱερέων». Τό πνεῦμα πού δημιούργησε τούς Ὀλύμπιους θεούς δέν πέθανε ἀκόμη.

[17] Βάτραχοι.

[18] Ὄρνιθες, 1649 κ. ε.

[19]Ἄριστοτ. Ρητορ. 1398b 32.

[20] Ἀπόσπ. 78.

[21] Cosmos, Topogrophio Christiana παραπομπή τοΰ Lecky, Hist, of Rationalism, I 267 κ. ε.

[22] Πολιτεία, 382, 414 κ. έ.

[23] Λόγου χάρη στήν Πολιτεία, στό 2ο βιβλίο καί σέ μέρη τοῦ τρίτου

[24] Ὀλύμπιον. Α΄., 53-4. «Ὄχι, δέν μπορῶ νά ὀνομάσω καννίβαλο κανέναν ἀπό τους θεούς. Ἀρνιέμαι».

[25] Είναι ίσως αλόγιστο να στηρίζη κανείς επιχείρημα επάνω στην πλοκή του: "Προμηθεύς λυόμενος" που δε σώ­ζεται. Αλλά, όσο ξέρω, κανένας σύγχρονος συγγραφέας, εκτός από τον καθηγητή Blockie, δεν διατύπωσε τη γνώμη, ότι δικαίωνε την αρχική συμπεριφορά του Δία.

[26] Αποτόλμησα να παραλάβω την ιδέα της εξεικόνισης από το βιβλίο του μακαρίτη καθηγητή Butcher, Harvard Lectures, κάνοντας της διαφορετική εφαρμογή.

[27] Memoirs σ. 97.

[28] Τολστόϊ. Δέν κατόρθωσα νά ἐπαληθέψω καί ὁ ἴδιος τό χωρίο. Ἀντιπαραθέστε τό ἐπιχείρημα τοῦ Ὁμήρου γιά τή θρησκεία, «πάντες δέ θεῶν χατέουσ’ ἄνθρωποι» (ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη θεῶν) Ὄδ. Γ. 48.

[29] Pensees, 508 (ἔκδ. Brunschvicgg).

[30] Scope and Nature of University Education, κέφ. 7.

[31] Φαίδων, 62 β.

[32] Θούκ. 6, 92. (Τήν πατρίδα μου, μαζί μέ τούς χειρότερους ἐχθρούς της, ἐγώ ποῦ εἶχα τή φήμη ὅτι ἤμουν ἄλλοτε «φιλόπολις», τώρα ἔρχομαι νά τή χτυπήσω μ’ ὅλή μου τή δύναμη.)

[33] Ἄγγλοι εὐθυμογράφοι τοῦ περασμένου αἰώνα.

[34] Ἡροδ. 3,80 (ὁ τύραννος ἀνατρέπει τά πατροπαράδοτα ἔθιμα, βιάζει τίς γυναῖκες καί σκοτώνει ἀνθρώπους χωρίς νά τούς δικάση).

[35] Ἔνθ. ἄν. 5,78 (ὁτι ὅταν ἦταν κάτω ἀπό τους τυράννους ἦταν σκόπιμα δειλοί, γιατί δούλευαν γιά τό δεσπότη, ὅταν ὅμως ἐλευθερωθησαν καθένας τότε μέ προθυμία δούλευε γιά τόν ἑαυτό του).

[36] Ἔνθ. ἄν. 7,135. (Ὑδάρνη ἡ συμβουλή πού μᾶς δίνεις δέν πηγάζει ἀπό ἴση ἐμπειρία. Τό ἕνα πού μᾶς συμβουλεύεις τό ἔχεις δοκιμάσει, τό ἄλλο ὄχι· γιατί ξέρεις καλά τί εἶναι νά εἶσαι δοΰλος, μά τήν ἐλευθερία ποτέ δέν τή δοκίμασες οὔτε ἄν εἶναι γλυκιά, οὔτε ἄν δέν εἶναι. Γιατί, ἄν τή δοκίμαζες, δέ θά μᾶς συμβούλευες νά πολεμοῦμε γι’ αὐτήν μέ δόρατα μόνο, ἀλλά καί μέ πελέκεις).

[37] Ἱκετ. 433-441· (καί ὁ φτωχός καί ὁ πλούσιος ἔχουν τά ἴδια δικαιώματα. Οἱ ἀδύνατοι μποροῦν νά ἀπαντήσουν τά ἴδια στούς εὐτυχοῦντες, ὅταν αὐτοί τούς ὑβρίζουν κι ὁ πιό μικρός νικᾶ τό μεγάλο, ἄν ἔχη δίκιο. Ὅσο γιά τήν ἐλευθερία νά, ποιά εἶναι: «ποιός θέλει νά δώση στήν πατρίδα μιά χρηστή γνώμη, ἄν ἔχη;». Κι ὅποιος θέλει δοξάζεται, κι ὅποιος δέ θέλει σωπαίνει. Ἀπ’ αὐτή ποιά καλύτερη ἰσότητα θά ὑπάρξη στήν πατρίδα;).

[38] Φοίν. 391. Βλέπε καί: Ἴων 672, Ἱππολ. 422.

[39] Θούκ. 7, 69

[40] Verrall, Four Plays of Euripides.

[41] Οἱ ἐπκρίσεις του γιά τόν Κλέωνα σέ πολλά ἔργα, γιά τόν Ἀθηναϊκό Δῆμο στούς Ἱππῆς, καί γιά τό Λάμαχο στους Ἀχαρνῆς, εἶναι ἡ βάση γιά τήν παραπάνω ἀναλογία.

[42] Ἔγιναν ὅμως κάποιες ἀπόπειρες νά περιορίσουν τήν ἀσυδοσία τῶν κωμικῶν. Ψηφίστηκε στά 440 νόμος πού ἀπαγόρευε νά ἀσχολοΰνται μέ τή σύγχρονη πολιτική, ἀλλά ἀκυρώθηκε στά 437. Παρόμοιο θέσπισμα ἔγινε στά 416· ἀπαγόρευε τό ὀνομαστί κωμφδεῖν, τίς προσωπικές ἐπιθέσεις: καί ὅμως στά 414 ὁ Ἀριστοφάνης ἔγραψε τούς Ὄρνιθας. Δύο φορές ὁ Κλέων ἔσυρε στό δικαστήριο τόν ποιητή Τίποτε τό θετικό δέν ξέρομε ἀπό τίς λεπτομέρειες αὐτῶν τῶν ἐπιθέσεών του: ἀλλά εἶναι φανερό ὅτι ὁ Κλέων δέν πέτυχε ἀπόφαση ἐναντίον τοῆ ποιητῆ σέ καμιά δίκη, κι ἀκόμη ὅτι οὔτε ἐσταμάτησε τίς προσωπικές ἐπιθέσεις του. Τήν πρώτη δίκη, ἀλήθεια, στά 426, ἀκολούθησαν ὕστερα ἀπό δύο χρόνια οἱ Ἱππῆς. Εἶναι πιθανό ὅτι στά τέλη τοῦ πέμπτου αἰώνα ὑπῆρχε ἄλλος περιοριστικός νόμος: πάντως ἡ Κωμωδία χάνει τότε τήν ἀσυδοσία της. Χαρακτηριστικό τῶν τριάκοντα τυράννων εἶναι ὅτι ἔβαλαν ὁρισμένους περιορισμούς στήν πνευματική ἐλευθερία. (Ξέν. Ἄπομν. 1. 2. 31).

[43] Θούκ. 2, 38, 1. (Ὡστόσο καί ἀπό τους κόπους φροντίσαμε νά βροῦμε ὅσο γινόταν πιό πολλές ξεκούρασες στό πνεῦμα μας, μέ τό νά κρατοῦμε τή συνήθεια νά κάνουμε ἀγῶνες καί θυσίες τή μιά μετά τήν ἄλλη ὅλο τό χρόνο).

[44] Ἔνθ. ἄν. 40. 1. (Ἀγαποῦμε τό ὡραῖο καί κρατοῦμε τήν ἁπλότητά μας, ἀγαποῦμε τή θεωρία καί δε χάνομε τήν ἐνεργητικότητά μας).

[45] Grote, Hist, of Greece, II, 298

[46] Θούκ. 39, 1-2 καί 4: (Ὕστερα στήν ἀνατροφή, ἐκεῖνοι (οἱ Λακεδαιμόνιοι) ἀπό παιδιά ἀκόμη παλεύουν μέ σκληρή ἄσκηση νά γίνουν ἀντρεΐοϊ· ἐμεῖς περνοῦμε τή ζωή μας ξέγνοιαστα κι ὅμως τραβοῦμε γιά ν’ ἀντικρύσουμε ἕναν κίντυνο τό ἴδιο μεγάλον μέ καθόλου λιγότερη ἀπό ἐκείνους ὁρμή... Μιά φορά ἀν ἐμεῖς θέλουμε νά παίρνουμε πάνω μας τόν κίντυνο ζώντας μιά ζωή ἀνέμελη πιό πολύ παρά γεμάτη ἔγνοιες κουραστικές, μέ μιάν ἀντρεία, πού δέ μᾶς τήν ἐπιβάλλουν τόσο οἱ νόμοι, ὅσο μᾶς τή δίνει ὁ τρόπος ποί ζοῦμε, τότε ἔχουμε ἕνα κέρδος πάρα πάνω ἐμεῖς· ἀπό τή μιά δέν κουραζόμαστε ἀπό πρίν γιά τίς στενόχωρες ὧρες πού εἶναι νά ἔρθουν, ἀπό τήν ἄλλη, ὅταν βρεθοῦμε μέσα σ’ αὐτές, δέ δειχνόμαστε λιγότερο τολμηροί ἀπό ἐκείνους, πού βασανίζονται σέ ὅλή τούς τή ζωή).

[47] Κάτων, 16.

[48] Τά Βακχεῖα, τά ὄργια τοῦ Διονύσου.

[49] Λίβιος, 39, 15.

[50] Θρησκεία πού ἦρθε ἀπέξω.

[51] Βάκχοι 769 κ.ε. (Δέξου λοιπόν, βασιλιά, αὐτό τό θεϊκό πνεῦμα,ὅποιο κι ἄν εἶναι, σέ τούτην ἐδῶ τήν πόλη. Γιατί νά, καί στά ἄλλα εἶναι μεγάλος θεός καί, λένε, γι’ αὐτόν καί κεῖνο, ὅπως ἀκούω, ὅτι ἔδωσε στούς θνητούς τό παυσίλυπο ἀμπέλι. Κι ὅταν δέν ὑπάρχη πιά κρασί, οὔτε Κύπρις (Ἀφροδίτη) ὑπάρχει, οὔτε τίποτε ἄλλο εὐχάριστο μένει πιά στούς ἄνθρωπους).

[52] Πλούταρχος, Κάτων, 22-23. Πρόκειται γιά τήν πρεσβεία τῶν φιλοσόφων πού ἡ Ἀθήνα ἔστειλε στή Ρώμη νά συνηγορήση γιά ν’ ἀπαλλάξουν τήν πόλη ἀπό βαρύ πρόστιμο.

[53] Λίβιος, περιγραφή τῆς Ρώμης, 9, 18.