Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ: ΤΟ ΓΝΩΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΜΑΣ

Ὁ Γκαῖτε ἦταν ὅσο κανείς ἄλλος ὑπεύθυνος γιά τήν ἰδέα ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν προπάντων ἐραστές του ὡραίου. Μολαταύτα ὁ ἴδιος παρέχει καί μιάν ἐπιδιόρθωση σ’ αὐτήν τήν ἄποψη γιά τόν Ἑλληνισμό. Λέγει κάπου ὅτι τό διακριτικό σημάδι τῶν Ἑλλήνων ἦταν τό πάθος ὄχι γιά τήν ὀμορφιά, ἀλλά γιά τήν ἀλήθεια. Δέν ἐννοοῦσε φυσικά ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔλεγαν πάντοτε τήν ἀλήθεια: ὁλοφάνερα, λίγα ἔθνη ἔχουν ἱστορία τόσο γεμάτη ἀπό ἀνερυθρίαστα ψέματα· στούς ὑστερώτερους μάλιστα χρόνους ἡ Graeca levitas[1] ἀντικατέστησε τήν Punicam fidem[2] σάν καταφρονητική ἐπωνυμία τοῦ ἔντιμου Ρωμαίου. Οὔτε ἔννοοῦσε ὁ Γκαΐτε ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔβλεπαν πάντα τό σωστό: φιλαλήθεια μ’ αὐτό τό νόημα δέν ἔχει δοθῆ στόν ἄνθρωπο. Ἐννοοῦσε ὅτι οἱ Ἕλληνες συνολικά κοίταζαν ἴσια τή ζωή, καί τήν ἔβλεπαν, ὅπως πραγματικά εἶναι· ὅτι εἶχαν αὐτό πού ὀνόμασε ὁ Ματθαῖος Ἀρνολντ «ἀνέφελη διαύγεια τοῦ νοῦ». Μ’ αὐτό τό νόημα παρμένα τά λόγια τοῦ Γκαῖτε δέν εἶναι δύσκολο νά δικαιολογηθοῦν. Εἶναι βέβαιο, ὅτι διαβάζοντας τήν Ἑλληνική λογοτεχνία ἀδιάκοπα γευόμαστε μέσα σ’ αὐτήν, σάν συστατικό πού «Ἀδιάκοπα ἐπανέρχεται, κάποια ποιότητα πού μᾶς ὠθεῖ νά τήν ὀνομάσωμε φιλαλήθεια, ἄν καί τό ὄνομα δύσκολα σκεπάζει τό πράγμα. Ἔχομε τή συναίσθηση, ὅτι κοιτάζομε ἕναν πίνακα, πού εἶναι πιστή προσωπογραφία: ὅτι ἀτενίζομε ἕνα κρύσταλλο πού ἀποκαλύπτει τή ζωή ὄχι συννεφιασμένα καί συγκεχυμένα, ἀλλά μέ τό χρῶμα τό σωστό καί τίς καθαρές γραμμές, χωρίς κηλίδες. Δέν ὑπάρχουν πολλές λογοτεχνίες τέτοιου εἴδους. Στα Ἰρλανδικά παραμύθια τοῦ Finn[3] και τοῦ Cuchulain[4] γίνεται πολύ λόγος για ὀμορφιά και ἡρωϊσμό και μυθολογήματα: ἀλλά ὁ κόσμος τους εἶναι, ὀλοφάνερα, πραγματικός και ὄχι ἀνθρώπινος. Λόφοι πού ἐκπέμπουν ἄσπρα πουλιά και ἄτρωτους χοίρους, βλαστοί ἀπό γαϊδουράγκαθο και σφῖρες ἀπό σκόνη και χνούδι, πού παίρνουν την ἐμφάνιση στρατιῶν, μάγισσες πού τοξεύουν τους ἥρωες μέσα ἀπό την τρύπα ἑνός φύλλου, σκύλοι πού μεταβάλλουν ἀνθρώπους σε γαϊδούρια με την ἀναπνοή τους ἤ βγάζουν από το στόμα τους μεγάλες ποσότητες χρυσάφι και ἀσήμι, ἅρπες, πού πηδοῦν προς τους κυρίους τους και σκοτώνουν ἐννιά ἀνθρώπους στο πέρασμά τους, ἀσπίδες πού μουγκρίζουν ἡ μια στην ἄλλη και τους ἀπαντοῦν τά Τρία Κύματα ταῆς Ἰρλανδίας· θέματα σαν αὐτά μπορεῖ να βρεθοῦν και στον Ὅμηρο, ἀλλά ὁ Ἰρλανδός συγγραφέας εἶναι ὀλότελα παραδομένος σ’ αὐτά. Το παράξενο και το ὑπερφυσικό ἐπικρατοῦν ἐδῶ ἀπεριόριστα στο φυσικό και στο ἀνθρώπινο. Ἡ είκόνα τοῦ Ἰρλανδοῦ δεν εἶναι εἰκόνα τοῦ πραγματικοῦ κόσμου και τῆς πραγματικῆς ζωῆς πού οἱ ἄνθρωποι ζοῦν σ’ αυτόν. Μπροστά ἀπό τά μάτια μας περνᾶ ἕνα ἀπατηλό, ὄχι πραγματικό ὀνειροπόλημα, μια ὀμορφιά ἀλλόκοτη μόνο και φανταστική.

Πολύ διαφορετική εἶναι ἡ Ἑλληνική λογοτεχνία. Ὁ Ἕλληνας τῶν Ἱστορικῶν χρόνων ἀναμφίβολα εἶχε παράλογες καί προληπτικές ἰδέες· μόλις ἀρχίζομε μέ δυσκολία νά ἀνακαλύπτωμε τή φύση τους, ἀπό ἐσφαλμένους ὑπαινιγμούς σ’ αὐτές. Ἀλλά ἡ σκοτεινότητα τοῦ ὅλου θέματος δείχνει πόσο λίγο τό θέμα αὐτό ἐπηρέασε τήν Ἑλληνική λογοτεχνία, καί ἡ λογοτεχνία αὐτή εἶναι ὅ,τι μᾶς ἐνδιαφέρει. Μέσα σ’ αὐτήν ὁ Ἕλληνας παρουσιάζεται νά βλέπη τή ζωή μέ μάτια πού πολύ μοιάζουν μέ τά δικά μας. Ἦταν κίνδυνος νά χαθοῦμε μέσα στόν κόσμο τῆς Ἰρλανδικῆς παράδοσης· δέ θά ξέραμε τί νά ποῦμε στό Finn ἤ στόν Cuchulain· θά μπορούσαμε ἀπό εὐγένεια νά προσαρμοστοῦμε πρός τίς ἀποψείς τους, ἀλλά ποτέ δέ θά μπορούσαμε νά μποῦμε μέσα σ’ αὐτες. Ἀλλά ποιός δέ θά ἦταν σά στό σπίτι του, δέ θά ἐνίωθε κάποια κοινότητα ψυχῆς μέ τό Νέστορα, τόν Ἀχιλλέα, τόν Ὀδυσσέα; Κι ἀκόμη περισσότερο, ὅταν φεύγωμε ἀπό τους ἐπικούς ἥρωες καί ἐρχόμαστε στόν Ἀλκαῖο, τό Σιμωνίδη, τό Σοφοκλῆ καί τούς ἄλλους. Αἰσθανόμαστε ὅτι εἶδαν τόν κόσμο ἀληθινά, σωστά, ὄχι σάν κονίστρα γιά γητειές καί μαγεῖες καί γιά συμβατικό ἡρωισμό, ἄλλα ὅπως πραγματικά εἶναι.

Καί ὅταν ἀφήνωμε τήν τραχειά καί συγκεχυμένη ἄποψη τῆς ζωῆς πού ἔχουν οἱ λίγο-πολύ κοινοί ἄνθρωποι καί ἐρχόμαστε στούς ἀνθρώπους τῆς σκέψης τῆς Ἑλλάδας, τό ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει. Βρίσκομε τίς θεωρήσεις των γιά τή φύση τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀνθρώπου λογικές, σωστές, καί ἐκπληκτικά σύγχρονες. Ὁ Εὐριπίδης γράφει:

Ὦ γῆς ὄχημα κἀπί γῆς ἔχων ἕδραν,
ὅστις ποτ’ εἶ σύ, δυστόπαστος εἰδέναι,
Ζεύς, εἴτ’ ἀνάγκη φύσεως εἴτε νοῦς βροτῶν,
προσηυξάμηυ σέ· πάντα γάρ δι’ ἀψόφου
βαίνων κελεύθου κατά δίκην τά θνήτ’ ἄγεις
[5].

Παρατηροῦμε ὅτι συγκεφαλαιώνει μέ ἁδρές γραμμές στόν τρίτο καί τέταρτο στίχο τίς δύο σύγχρονες φιλοσοφίες, τήν ὑλοκρατία καί τήν ἰδεοκρατία καί ὅτι συνολικά ὁ ἴδιος ἐκφράζει μιά σύγχρονή μας πίστη αἰσιόδοξου ἀγνωστικισμοῦ. Ὁ Πλάτων γράφει: «Θεός οὐδαμῇ οὐδαμῶς ἄδικος, ἄλλ’ ὡς οἷον τέ δικαιότατος, καί οὐκ ἔστιν αὐτῷ ὁμοιότερον οὐδέν ἤ ὅς ἄν ἡμῶν αὖ γένηται ὅτι δικαιότατος»[6]. Ἀναγνωρίζομε σ’ αὐτά τόσο ὑπέροχη ἰδέα γιά τή θεότητα ὅσο καί ἡ χριστιανική. Ἄν στραφοῦμε πρός τήν Πλατωνική Πολιτεία βρίσκομε ἐκεῖ τά βαθύτερα προβλήματα τῆς πολιτικῆς νά τά συζητοῦν μέ ἐλευθερία, βάθος καί ἀγχίνοια πού δέν ξεπεράστηκαν ἀπό καμιά μεταγενέστερη ἐποχή. Πραγματικά οἱ Ἕλληνες παίρνουν μιά λογικήν άποψη τοῦ κόσμου, ἐντελῶς στόν ἴδιο μέ μάς βαθμό· και αὐτό ὀφείλεται σ’ αὐτό πού ὁ Γκαῖτε ὀνόμασε φιλαλήθειά τους.

Ἄν συνεχίσωμε τήν ἀνάλυση καί ρωτήσωμε γιατί οἱ θεωρήσεις τοῦ Εὐριπίδη καί τοῦ Πλάτωνα προχώρησαν ὅσο μακριά καί οἱ δικές μας, βρίσκομε δύο αἰτίες, δύο συστατικά σ’ αὐτή τήν ἀρετή της φιλαλήθειας. Τό πρῶτο ἀπ’ αὐτά εἶναι ἡ ἀπεριόριστη πραγματική ἐλευθερία γιά θεώρηση, θρησκευτική, ἠθική καί πολιτική. Ἴση ἐλευθερία χαίρεται καί ἡ δική μας ἐποχή. Ἀλλά εἶναι ἐκπληκτικό ὅτι ἕνα ἔθνος τήν ἀπόκτησε τόσο νωρίς στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας. Μποροῦμε νά τήν ὀνομάσωμε γνώρισμα τῆς Ἐλευθερίας. Ὁ Ἕλληνας θά τήν ὀνόμαζε «παρρησία».

Τή ζωή μερικῶν ἐθνῶν τήν προσδιορίζουν σέ μεγάλη ἔκταση θεολογικές ἀπόψεις. Ὑπάρχουν τά ἔθνη αὐτα γιά νά ὑπηρετοῦν τό Θεό. Ὁρισμένες πράξεις, κάποτε ὁλόκληρες πλευρές τῆς ζωῆς, ἀποκλείονται, γιατί φαίνονται ἀσυμβίβαστες πρός αὐτό τό σκοπό. Ὁ Θεός πού λατρεύουν εἶναι ζηλότυπος Θεός.

Στό Μωαμεθανό εῖναι ἀπαγορευμένο νά ζωγραφίζη ἤ νά σκαλίζη τήν ἀνθρώπινη μορφή, γιατί ἡ γλυπτική καί ἡ ζωγραφική ὁδηγοῦν στήν εἰδωλολατρεία. Ὁ Ἑβραῖος ὀφείλει νά ἀπέχη μιά μέρα τήν ἑβδομάδα ἀπό ἐργασία καί τέρψη, γιατί τό Σάββατο εἶναι ἱερό. Στό Χριστιανό τῶν Σκοτεινῶν Αἰώνων ἦταν ἀπαγορευμένο νά πιστεύη τόν «γραώδη μύθον» γιά τούς Ἀντίποδες· εἶχε στά χέρια του μιά «Χριστιανική Τοπογραφία τοῦ σύμπαντος θεμελιωμένη ἐπάνω σέ ἀπόψεις τῆς Θείας Γραφῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία δέν εἶναι νόμιμο γιά τό Χριστιανό ν’ ἀμφιβάλλη»[7]. Συναντοῦσε ἐμπόδια στό ἐμπόριο, ἐπειδή ὁ Μωσαϊκός Νόμος ἀπαγόρευε τήν τοκογλυφία· καί τούς ὑστερώτερους ἀπογόνους του[8] τούς ἀπότρεπε ν’ ἀκολουθήσουν θεατρικό ἐπάγγελμα - ἡ αἰώνια καταδίκη πού βάραινε τή θέση τοῦ ἠθοποιοῦ.

Τή ζωή ἄλλων ἐθνῶν τήν προσδιορίζουν πολιτικές ἀποψεις. Τήν τέχνη καί τή λογοτεχνία τίς βλέπουν ὕποπτα σάν ἐπικίνδυνες γιά τήν εὐδαιμονία τοῦ κράτους. Ἀθῶες κοινωνικές διασκεδάσεις ἀπαγορεύονται. Ἡ οἰκογενειακή ζωή παίρνει ἰδιόρρυθμο χρῶμα για πολιτικούς λόγους· ὁ σύζυγος ἀποκτᾶ ἰδιότυπη ὑπεροχή· ἡ σύζυγος μετατρέπεται σέ μηχανή, πού γεννᾶ παιδιά γιά τό καλό τοῦ κράτους. Τό κράτος πού ὁ Πλάτων σχεδιογράφησε στήν Πολιτεία του εἶναι ἕνα ἀκρότατο παράδειγμα γι’ αὐτή τήν ὑποδούλωση τοΰ ἄτομου στό συμφέρον τῆς κοινότητας· ἀλλά ἡ ἱστορία τῆς Σπάρτης καί τῆς Ρώμης καί, ἀλήθεια, τῶν πιό πολλῶν χωρῶν, εἶναι γεμάτη ἀπό τέτοια παραδείγματα. Ἀπό τίς ποικίλες μωρίες, τίς ἁμαρτίες καί τίς καταστρεπτικές ὑπερβολές στίς ὁποῖες τόσο ρέπει ὁ ἄνθρωπος, τίς περισσότερες φορές προφυλάσσεται στηριζόμενος στίς ἀρχές ὅτι καθῆκον του εἶναι νά φοβᾶται τό Θεό καί νά ὑπηρετῆ τή χώρα του. Ὁλόκληρες τάξεις πράξεων τοῦ ἀπαγορεύονται. Δέν πρέπει νά κάμη τοῦτο, πρέπει νά κάμη ἐκεῖνο. Κολοβωμένος καί ἀκρωτηριασμένος, μ’ ἕνα χέρι ἤ μ’ ἕνα μάτι, μπαίνει στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Τοῦτο ἀληθεύει γιά ὅλα σχεδόν τά ἔθνη ἐκτός ἀπό τήν Ἑλλάδα. Μόνο ἐδῶ δέ θυσιαζόταν ὁ ἄνθρωπος στό Θεό του ἤ στή χώρα του, ἄλλα τοῦ ἐπιτρεπόταν «νά βλέπη τή ζωή σταθερά καί νά τή βλέπη ὁλόκληρη». Ἀλλοῦ, λόγοι τοῦ κράτους ἤ λόγοι τῆς θρησκείας διέστρεφαν τήν ἔρευνα ἤ στένευαν τό πεδίο της. Ἦταν ἀπαγορευμένο στούς ἀνθρώπους καί νά σκέπτωνται μερικά θέματα ἤ ἀναγκάζονταν νά ἔχουν γι’ αὐτά ὁρισμένες προδιαγραμμένες ἀπόψεις. Ὁλόκληρες περιοχές τῆς ζωῆς τίς ἀπέσυραν ἀπό τή συζήτηση - με πολλές ἐξαίρετες συνέπειες, ἀλλά καί μέ περιστολή τῆς σκοπιᾶς τῆς ἀλήθειας, μέ περιορισμό τῶν πιθανοτήτων της ν’ ἀνακαλύψη τόν ἑαυτό της καί νά τόν κατακτήση. Γιά τούς Ἕλληνες ὅμως δέν ὑπῆρχαν φραγμοί οὔτε περιοχές ἀποχωρισμένες, στίς ὁποῖες δέ θά μποροῦσε νά πατήση· ἦταν παντοῦ ἐλεύθερος νά δράση καί νά σκεφτῆ, νά βρῆ τήν ἀλήθεια ἤ νά πέση σέ πλάνη, νά κάμη τό σωστό ἤ ν’ ἁμαρτήση. Στήν Ἑλλάδα οὔτε ἡ θρησκεία οὔτε ἡ πολιτική ἦταν δυνάμεις πού τόν ἐμπόδιζαν νά βλέπη τά πράγματα ὅπως εἶναι.

Δέ φτάνομε, βέβαια, νά ὑποθέσωμε ὅτι ἡ ἐλεύθερη σκέψη στή θρησκεία δέν προκαλοῦσε καθόλου δυσάρεστα συναισθήματα. Τέσσερεις σημαντικές καταδιώξεις μᾶς ἀποδείχνουν ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ἦταν ζηλότυποι γιά τή θρησκεία τους. Ὁ Σωκράτης θανατώθηκε καί ὁ Ἀναξαγόρας ἐξορίστηκε, γιατί πρόσβαλαν παραδομένες πεποιθήσεις: ὁ Πρωταγόρας καί ὁ Διαγόρας ὁ Μήλιος ἔφυγαν, γιά ν’ ἀποφύγουν τίς συνέπειες ποινικῆς δίωξης. Ἀλλά ἄς παραβάλωμε αὐτή τήν ἐπίδοση μέ τόν ἀριθμό τών θρησκευτικών διωγμών πενήντα έτών τής Ιταλικής Α­ναγέννησης. Ἀνάμεσα στά 1566 καί 1619 «ὁ Καρνεζέκι κάηκε ζωντανός· ὁ Παλεάριο κάηκε ζωντανός ὁ Μπρούνο κάηκε ζωντανός· αὐτοί οἱ τρεῖς στή Ρώμη. Ὁ Βανίνι κάηκε στήν Τουλούζα. Ὁ Βαλεντίνο Τζεντίλι θανατώθηκε ἀπό Καλβινιστές στή Βέρνη. Τόν Καμπανέλλα σκληρά τόν βασάνισαν καί τόν φυλάκισαν εἴκοσι ἑφτά χρόνια στή Νεάπολη. Ὁ Γαλιλαῖος ὑποχρεώθηκε νά ταπεινώση τόν ἑαυτό του μπροστά σέ ἀμαθεῖς καί ἀγέρωχους μοναχούς καί νά κρύψη τήν κεφαλή του σέ ἐξοχική ἔπαυλη. Ὁ Σάρπι δοκίμασε τό μαχαίρι δολοφόνου... Μ’ αὐτό τόν τρόπο καταβρόχθισε ἡ Ιταλία τά φωτισμένα παιδιά τῆς»[9]. Αὐτά, φυσικά, εἶναι διάσημα θύματα. Ὁ Symonds ὑπολογίζει ὅτι μόνο στήν Ἰσπανία ἀνάμεσα στά 1481 καί 1525, καταδικάστηκαν 234.526 ἄτομα ὡς αἱρετικοί ἀπό τήν Ἱερή Ἐξέταση[10]. Συγκρίνετε μ’ αὐτή τήν ἐπίμονη καί ἀποστειρωτική τυραννία τίς συμπτωματικές παραβιάσεις τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης στήν Ἑλλάδα καί θά αἰσθανθῆτε ὅτι ἡ θέση τοῦ Ἕλληνα στοχαστῆ δέν ἦταν χειρότερη ἀπό τή θέση τοῦ Χόμπς τό δέκατο ἕβδομο αἰώνα, οὔτε χειρότερη ἀπό τή θέση τοῦ Μαρμοντέλ, πού, μέσα στόν αἰώνα τοῦ Λόγου, τόν ἔστειλαν στή Βαστίλλη, γιά ἕναν ἀμφίβολο λίβελλο ἐναντίον κάποιου δούκα, καί μόλις χειρότερη ἀπό τή θέση τῶν Γερμανῶν φιλοσόφων πού πρίν ἕνα αἰώνα τούς ἐδίωξαν ἀπό τίς ἕδρες των γιά ἔλλειψη ὀρθοδοξίας, - ἀκόμη καί σήμερα τούς ἀπαγορεύεται νά διδάσκουν δημόσια τίς ἀρχές τῆς Σοσιαλιστικῆς Δημοκρατίας[11].

Πολλές αἰτίες ἔχει ἡ Ἑλληνική ἐλευθερία τῆς σκέψης. Ἕνας λόγος εἶναι ὅτι τήν Ἑλληνική φιλοσοφία δέν τήν ἐπιδοτοῦσε τό Κράτος· εἶναι λιγότερο εὔκολο νά καταστείλης τόν ἐλεύθερο λόγο, ὅταν δέν ἔρχεται ἀπό τους ἄμβωνες καί τίς αἴθουσες παραδόσεων τοῦ κράτους. Ἀλλά ὑπάρχουν πιό θεμελιώδεις λόγοι ἀπ’ αὐτόν, λόγοι πού βρίσκονται στή φύση τῆς ἴδιας της Ἑλληνικῆς θρησκείας.

Στό σημεῖο τοῦτο βρισκόμαστε σ’ ἐπικίνδυνο ἔδαφος. Οἱ θρησκευτικές δοξασίες τοῦ ἕκτου καί τοῦ πέμπτου αἰώνα δέν ἔχουν ἕως τώρα ὁλοκληρωτικά ἐξακριβωθῆ. Ἡ χώρα μόνο ὡς ἕνα μέρος ἔχει χαρτογραφηθῆ, καί ὅποιος πατήση τό πόδι τοῦ ἐπάνω της κινδυνεύει νά χάση τό δρόμο του. Ἄλλοτε νόμιζαν ὅτι τήν Ἑλληνική θρησκεία τή συγκεφαλαίωνε ἡ λατρεία τοῦ Δία, τῆς Ἥρας καί τῶν Ὀλύμπιων θεῶν. Τώρα, γνωρίζομε ἄλλες λατρεῖες· τά Ὀρφικά μυστήρια, μέ ὑψηλή πνευματική διδασκαλία· τή Διονυσιακή λατρεία, συναισθηματική καί ἐνθουσιαστική, πού ἦρθε στήν Ἑλλάδα ἀπό τά βόρεια. Ἀκόμη καί οἱ Ὀλύμπιοι δέν εἶναι ἐντελῶς ὅπως φαίνονταν. Ὁ Ἀπόλλων πού ἀποπλάνησε τή Δάφνη, ὁ προστάτης τῆς Τροίας, ἄσκησε μέ τούς προφῆτες του τῶν Δελφῶν πλατιά ἐπιρροή πρός τό καλό στήν Ἑλληνική ἠθικη καί πολιτική. Τέλος, μᾶς λέγουν σήμερα ὅτι ἡ πιό δυνατή θρησκεία στήν Ἀθήνα ἦταν ἡ ἐξευμένιση φοβερῶν χθονίων θεοτήτων. Εἶναι φανερό ὅτι ὀφείλομε νά ὁρίσωμε τί ἐννοῦμε μέ τήν Ἑλληνική θρησκεία.

Δέν προσπαθοῦμε νά δώσωμε ὁλόκληρο τό σχεδιάγραμμά της. Τωόντι, θά πρέπει νά ἀγνοήσωμε ἐντελῶς τίς πιό εύγενεῖς πλευρές της. Ἐρωτοῦμε μόνο γιατί ἡ σκέψη ἦταν ἔλευθερη στην Ἀθήνα στα χρόνια πού θά μποροῦσε κανείς να περιμενη τό διωγμό της, δηλαδή στή διάρκεια τοῦ πέμπτου αἰώνα καί τοῦ τέταρτου. Μποροῦμε, λοιπόν, νά ἀγνοήσωμε θρησκεῖες πού ἦταν μεταγενέστερες. Μποροῦμε, ἀκόμη, νά ἀγνοήσωμε ἐκεῖνες πού τίς δέχονταν μικρά μόνο τμήματα τῆς κοινότητας. Ἄν μιά θρησκεία πρόκειται νά κάμη διωγμούς, θά πρέπει νά ἐξουσιάζη τήν πλειονότητα σ’ ἕνα κράτος. Οἱ Κουάκεροι ἤ οἱ Ἑνωτικοί ποτέ δέν μπόρεσαν νά κάμουν διωγμούς. Οὔτε (κι ἄν το ἐπιθυμοῦσαν) μποροῦσαν οἱ Πλατωνικοί, οἱ Περιπατητικοί ἤ οἱ Στωϊκοί. Δέν ἐνδιαφερόμαστε λοιπόν ἐδῶ γιά τίς θρησκεῖες ἤ τίς φιλοσοφίες ἀπόλυτα. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ κρατική θρησκεία, πού δίδαξε τούς Ἀθηναίους νά νιώθουν τό σεβασμό σάν παιδιά, πού διαπέρασε τήν ἐθνική λογοτεχνία, πού στεφάνωνε τίς ὑψηλές τοποθεσίες τῆς πόλης μέ τούς ναούς της, πού καθιέρωνε τήν εἰρήνη καί τόν πόλεμο καί καθετί τό ἐπίσημο καί τελετουργικό στή ζωή τοῦ πολίτη, πού μέ τή στενή της συνάφεια μ’ αὐτά τά πράγματα ἀπόκτησε ἐκεῖνο τό στήριγμα ἀπό αἴσθημα σάν ἔνστικτο, ἰσχυρότερο ἀπό ὅποια ἠθική ἤ διανοητική κύρωση. Ὁ Ὀρφισμός δέν ἱκανοποιεῖ αὐτούς τούς ὅρους· οὔτε οἱ χθόνιες θεότητες. Ἡ θρησκεία πού γυρεύομε εἶναι ἡ λατρεία τῶν Ὀλύμπιων.

Τελευταία οἱ Ὀλύμπιοι ἔπεσαν σέ ἄδικη ἀνυποληψία, γιατί μᾶς ξαφνιάζει τό γεγονός ὅτι πολίτης σάν τόν Αἰσχύλο, μποροῦσε ἀκόμη νά λατρεύη τόσο ἀλλόκοτες θεότητες. Ἀλλά ἡ δική μας ἔκπληξη δέν ἀποδείχνει τίποτε. Οἱ θρησκευτικές δοξασίες τῶν ἐθνῶν πάντα ἀπογοητεύουν ἐκείνους πού ἐφαρμόζουν σ’ αὐτές τά κριτήρια τῆς ἀπόλυτης λογικότητας. Μπορεῖ κανείς νά τίς κρίνη μόνο ἄν ἐξέταση τί τά μέλη τοῦ ἔθνους λέγουν καί κάνουν. Σέ κάθε ἐποχή συνυπάρχουν διαφορετικές βαθμίδες πίστης. Προτάσεις πού δέ θά μποροῦσαν νά κυριαρχήσουν στή συγκατάθεση τοῦ νοϋ, ὑποστηρίζονται ἀκόμη ἀπό τό αἴσθημα καί τή συνήθεια. Οἱ πεθαμένες δοξασίες, ὅπως οἱ πεθαμένοι ἄνθρωποι, ποτέ δέν πεθαίνουν, ἀλλά κατά ἕνα νόμο τῆς κληρονομικότητας φοιτοῦν στό αἷμα τῶν ὑστερώτερων γενιῶν. Ἔτσι ἔγινε καί στήν Ἀθήνα. Ὁ ἴδιος ὁ Πίνδαρος πού σέβεται τούς θεούς καί ἀπορρίπτει ἕνα μύθο ἀνθρωποφαγίας τῶν θεῶν, παριστάνει τόν Ἀπόλλωνα ὑποκριτή καί δελεαστῆ[12]. Ὁ Αἰσχύλος, πού σέβεται τούς θεούς καί δημιούργησε γιά τόν ἑαυτό του ἕνα τόσο ἔξοχο θεϊσμό, μιλᾶ σέ μερικά ἀποσπάσματα γιά τό θεό ὡς δόλιο, καί σκληρό[13]. Ὁ Σοφοκλῆς, πού ἔγραψε τό μεγαλόπρεπο ὕμνο στούς αἰώνιους νόμους, ὀνομάζει ἕνα μέλος[14] τοῦ Πανθέου «θεόν πού οἱ θεοί τόν ἀτιμάζουν», καί καλεΐ τούς συντρόφους του θεούς νά τόν ἐξαφανίσουν. Τέτοιες ἀνακολουθίες δέ θά μᾶς ἐκπλήξουν, ἄν θυμόμαστε πώς ἄνθρωποι μέ τήν Καινή Διαθήκη στά χέρια τους, ἐπέτρεψαν στόν ἑαυτό τους νά ἐμπνέεται ἀπό βαρβαρότητες τῆς Παλαιᾶς. Ὁπωσδήποτε, τό γεγονός παραμένει. Τά ὀνόματα τῶν Ὀλυμπίων γεμίζουν τίς σελίδες τῆς Ἑλληνικῆς τραγωδίας. Αὐτοί, καί ὄχι κάποια χθόνια λατρεία διεγείρει τίς ἐπιθέσεις τοῦ Εὐριπίδη. Ὁ Πλάτων, ὅταν θέλη νά σχεδιάση μιάν ἰδεώδη ἀγωγή, πρίν ἀπό κάθε ἄλλο καταπιάνεται μέ τούς ἀποτελεσματικοΰς γιά τήν ἠθικότητα τῶν νέων κινδύνους πού κατά τή γνώμη του περιέχει ἡ Θεολογία τῶν Ὀλυμπίων. Τέλος, οἱ Ὀλύμπιοι θεοί ἐξακολουθοῦν νά λατρεύωνται στήν Ἑλλάδα ὅσον καιρό ἐπιζῆ ἡ εἴδωλολατρεία, καί οἱ ἀδυναμίες των παραμένουν ἀποτελεσματικά ὅπλα στά χέρια τῶν σκεπτικῶν, πού εἶναι μέσα στή μάντρα, ὅπως ὁ Λουκιανός, καί τῶν ἐχθρῶν, ἔξω ἄπ’ αὐτήν, ὅπως ὁ Αὐγουστίνος.

Καί τώρα, γιά νά γυρίσωμε στό κύριο ζήτημά μας. Γιατί αὐτή ἡ θρησκεία ἄφηνε τόσο ἐλεύθερη τή σκέψη;

Πρῶτα πρῶτα ἦταν ἀνθρωπομορφική, καί οἱ ἀνθρωπομορφικές θρησκεῖες εἶναι οὐσιαστικά εὔπλαστες. Ἐπιδέχονται κριτικόν ἔλεγχο καί ἀνάπλαση. Σχεδόν τά προσκαλοῦν. Μιά ματιά στούς Ἑλληνικούς θεούς θά μᾶς δείξη γιατί. Ὁ Ὅμηρος καί ὁ Ἡσίοδος, λέγει ὁ Ξενοφάνης, «ἀπέδωσαν στούς θεούς τά ἐλαττώματα τῶν ἄνθρωπων[15]. Ἔκαμαν τούς θεούς κατά τή δική τους εἰκόνα, μέ τήν ὁμοιότητα πού ἔχει μιά εἰκόνα τοῦ φθαρτοῦ ἀνθρώπου. Sua cuique deus fit cupido. «Τό φοβερό του πάθος γίνεται στόν καθένα θεός του». Μάλιστα, καί ὄχι μόνο τά πάθη, ἀλλά κάθε ὁρμή, κάθε βλέψη, κάθε εὔθυμη διάθεση, κάθε ἀρετή, κάθε οἶστρος. Σέ καθεμιά ἀπό τίς ἐνέργειες του ὁ Ἕλληνας εὔρισκε κάτι τό θαυμαστό, καί τό ὀνόμαζε Θεό: ἡ ἕστια στήν ὁποία ζεσταινόταν καί ἔψηνε τό φαγητό του, ὁ δρόμος στόν ὁποῖο ἦταν τό σπίτι του, τό ἄλογο πού ἵππευε, τά ζῶα πού ἔβοσκε, ἡ γυναίκα πού παντρεύτηκε, τό παιδί πού τοῦ γεννήθηκε, ὁ λοιμός ἀπό τόν ὁποῖο πέθανε ἤ ἀπό τόν ὁποῖον ἀνέλαβε, τό καθένα γεννοῦσε μιά ἰσότητα, καί τήν ἔβαζε νά κυβερνᾶ τό καθένα. Τό ἴδιο καί μέ ἰδιότητες καί δυνάμεις πιό ἀφηρημένες. Ἡ Βία, ὁ Φόβος, ἡ Στάση, ἡ Διασκέδαση, ἡ Μέθη, ἡ Δημοκρατία, ἡ Μανία, ὁ Φθόνος, τό Ὄργιο, ἡ Πειθώ, ὁ Ὕπνος, ἡ Πείνα, εἶναι προσωποποιημένα καί σέ ὁρισμένες περιπτώσεις λατρεύονται. Κάθε πράγμα ἔχει τή λατρεία του, ἀκόμη καί ὁ «ἄγνωστος θεός». (Γι’ αὐτό, ἀποβλέποντας στή θρησκεία του, εἶναι δυνατό νά φανταστοῦμε τόν Ἕλληνα θαῦμα ἀρετῆς ἤ κακίας). Ἐπιθυμοῦσε νά μεθύση ὁ Ἕλληνας, καί νά ὁ Διόνυσος ἦταν προστάτης του· ἄν ἐπιθυμοῦσε τή διαφθορά, στρεφόταν στήν «Πάνδημον Ἀφροδίτην». Ἦταν κλέφτης, μποροῦσε νά βασίζεται στή βοήθεια τοῦ Ἑρμῆ· εἶχε πάθος γιά τήν ἀγνεία, νά ἡ λατρεία τῆς Ἀρτέμιδας. Θεοί ἄρκετοι· ἀλλά δέν εἶναι ἀρχικά, πρωτότυπα ὄντα μέ ἀνεξάρτητες δυνάμεις. Εἶναι οἱ σκιές τοῦ ἀνθρώπου, πού τίς ἔφτιασε, τίς ἐκάλεσε στήν ὕπαρξη γιά νά προστατεύουν τίς πράξεις τοῦ δημιουργοῦ τους, νά προφέρουν τίς λέξεις πού αὐτός ἔβαλε στό στόμα τους, νά χαμογελοῦν, νά προστάζουν τά λάθη καί τίς ἀρετές του μέ καλοκάγαθη καί ἀκλόνητη εὐγένεια[16].

Αὐτο εἶναι ἀρκετό γιά νά ἐξηγήσωμε γιατί δέν ὑπῆρχε θρησκευτική τυραννία στήν Ἑλλάδα. Θεοί τέτοιου εἴδους δέν ἔμοιαζαν νά ἔχουν δραστική ἐπίδραση στή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἡ καταγωγή τους καί ὁ χαρακτήρας τους ἐξασθενοῦσε, χωρίς πραγματικά καί νά ἀφανίζεται ἡ δύναμή τους ἐπάνω στούς πιστούς τους. Στό κάτω κάτω ἦταν μόνο ἔργο τῶν χειρῶν τῶν ἀνθρώπων, καί οἱ ἄνθρωποι ἀπό ἔνστικτο ἀπόκτησαν ἐλευθερίες μέ τά δημιουργήματά τους. Ὁ Ἀριστοφάνης, πού ἦταν ὑποστηρικτής τῆς καθιερωμένης θρησκείας, παρουσιάζει τό Διόνυσο ἀπάνω στή σκηνή μπροστά στή συνέλευση τοῦ Ἀθηναϊκοῦ κοινοῦ μέ τόν ἀνάμικτο χαραχτήρα ἑνός καυχησιάρη, ἑνός ἄναντρου καί ἑνός γελωτοποιοῦ[17] καί ἦταν ὁ Διόνυσος, ὅπως ἡ Harrison τονίζει, ὁ θεός μιᾶς γνήσια πνευματικῆς λατρείας. Ὁ Ἀριστοφάνης φέρνεται καί στό Δία μέ ἴση ἀνευλάβεια· τόν συσχετίζει σ’ ἕνα μέρος μέ μιάν ἀφόρητα βλάσφημη θεωρία γιά τή βροχή, σ’ ἄλλο πάλι συζητεῖ μέ θαυμαστή σοβαρότητα, ὅτι εἶναι βέβαιο, πώς ὁ Ἡρακλῆς θά ἀποκληρωθῆ, γιατί εἶναι νόθος γιός τοῦ Βασιλιᾶ τοῦ Οὐρανοῦ[18]. Τό ἴδιο καί μέ συγγραφεῖς λιγότερο ἀπρόσεκτους ἀπό τόν Ἀριστοφάνη, καί σέ βήματα μέ λιγότερο ἐλαφρή καρδιά ἀπό τό βῆμα τῆς Κωμωδίας. Λέγεται γιά τόν Ἀγησιπολη ὅτι «ἀφοῦ συμβουλεύτηκε τό μαντεῖο τῆς Ὀλυμπίας, πῆγε νά ρωτήση καί τό θεό τῶν Δελφῶν, ἄν εἶχε τήν ἴδια γνώμη μέ τόν πατέρα του, μέ τήν ἰδέα ὅτι θά ἦταν αἰσχρό νά πῆ τά ἀντίθετα»[19]. Καί ὁ Θέογνις παρατηρώντας τίς ἀνισότητες τῆς θεϊκῆς δικαιοσύνης ἔτσι προσφωνεῖ τό Δία, «Ζεῦ φίλε, θαυμάζω σέ»[20]. Εἶναι ὁ τόνος μέ τόν ὁποῖο θά μποροῦσε ἕνα παιδί νά μιλήση στό μεγαλύτερο ἄδερφο του - ὁ Πίνδαρος εἶχε τή σκέψη ὅτι οἱ θεοί ἦταν ἀδερφοί μας - καί ὑποβάλλει τή σκέψη ὅτι σέ περιπτώσεις ὅπου ὁ οὐρανός εἶπε κάτι καί ὁ λαός ἐπιθυμοῦσε ἄλλο, οἱ θεοί τῶν 'Ἑλλήνων θά ἔκλιναν πρός τήν κοινή γνώμη.

Αὐτό ἦταν τό πρόστιμο πού οἱ Ἕλληνες πλήρωναν, γιατί ἔβλεπαν τή θεότητα μέ πολλές μορφές. Κέρδισαν σέ πλάτος, ἄλλα ἔχασαν σέ ἔνταση. ¨Ο θεός τους ἦταν πάντα πάρα πολύ δημιούργημα τῶν πιστῶν του καί δέν μποροῦσε νά γίνη ἀπόλυτος. Ἦταν ἕνας συνταγματικός μονάρχης, πού οἱ ὑπήκοοί του δέν ξεχνοῦσαν ποτέ ἐντελῶς ὅτι αὐτοί τόν ἔβαλαν στό θρόνο του. Βασιλιάς τους στή θεωρία, στήν πράξη ἦταν ὁ ἀντιπρόσωπός τους, ὑποχρεωμένος νά ἐκπληρώνη τίς ἐπιθυμίες τους. Καί ἀνάμέσα σ’ αὐτές ἦταν ἡ ἐπιθυμία νά εἶναι ἐλεύθεροι.

Αὐτό εἶναι ἡ μιά ἐπίδραση πού ἔκαμε τό ἔργο τῆς Ἑλληνικῆς θρησκείας χαλαρό. Μιά δεύτερη εἶναι συγγενική μ’ αὐτήν. Δέν ὑπῆρχε Ἑλληνική Βίβλος.

Αὐτό εὐνοεῖ τήν ἐλευθερία στήν πρώτη ἀρχή. Μιά Βίβλος ἔχει ἄπειρα πλεονεκτήματα γιά ἐκείνους πού μποροῦν νά τή χρησιμοποιοῦν, ἀλλά γιά τόν κόσμο γενικά ἔχει τούς κινδύνους της. Σκεφτῆτε πόσο εὔκολα ὁ γραπτός λόγος, ἑρμηνευμένος ἀπό τήν αὐστηρότητα τῆς ἀμάθειας, μπορεῖ σφιχτά νά περιορίση τήν ἀλήθεια. Ὁ Ψαλμωδός εἶπεν ὅτι ὁ ἥλιος «περιτρέχει τόν οὐρανό ἀπό τό ἕνα ἄκρο στό ἄλλο» καί ὅτι «τά θεμέλια του σφαιρικοῦ κόσμου εἶναι τόσο καλά στερεωμένα πού δέν μποροῦν νά μετακινηθοῦν». Πῶς τότε μπόρεσε ὁ Γαλιλαῖος νά ὑποστήριξη ὅτι ἡ γῆ κινεῖται γύρω ἀπό τόν ἥλιο; Νά, ἐδῶ ὁλόκληρη ἡ ἐγγύηση τῆς Ἁγίας Γραφῆς γιά τό ἀντίθετο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς εἶπεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι καμωμένοι νά ζοῦν «ἐπί τοῦ προσώπου τῆς γῆς». Ἕπεται λοιπόν ὅτι δέ ζοῦν σέ περισσότερα ἀπό ἕνα πρόσωπα τῆς γής ἤ «ἐπί τῶν νώτων τῆς γῆς». Μέ τέτοιο χωρίο μπροστά στά μάτια του, ἕνας χριστιανός δέν ἤθελε οὔτε νά μιλήση γιά τούς Ἀντίποδες[21]. Ἔτσι οἱ θεολόγοι τοῦ Μεσαίωνα συζητοῦσαν, χρησιμοποιώντας τή Βίβλο ὄχι γιά νά τή ζωντανέψουν, ἀλλά γιά νά τήν ἀπολιθώσουν. Καί μέ ἀμέτρητους τρόπους λιγότερο σοβαρούς ἀπό αὐτούς, τυχαῖες παρατηρήσεις πού παρανοήθηκαν, ὠμές ἀντιλήψεις πρωτόγονης ἐποχῆς, ἠθικές ἐντολές γιά πρωτόγονο λαό, ὅλα αὐτά περιβλήθηκαν μέ θεϊκό κύρος καί σφυρηλάτησαν μ’ αὐτά ἁλυσίδες γιά την ἐλευθερία τῆς σκέψης, μόνο καί μόνο γιατί βρέθηκαν μέσα στό Ἱερό Βιβλίο.

Ἀπό τέτοιους κινδύνους οἱ Ἕλληνες ἦταν ἐλεύθεροι. Δέν εἶχαν Βίβλο.Ὀνομάζομε συχνά τόν Ὅμηρο ἑλληνική Βίβλο.Ἀλλά ἡ φράση εἶναι παραπλανητική, γιατί ὁ Ὅμηρος, δέν εἶχε τό ἀμετάκλητο κύρος τοῦ Νόμου, πού μιά φορά προχειρίστηκε καί δεσμεύει γιά πάντα, ἀλλά τή λεπτή ἐπίδραση ἑνός βιβλίου, πού βρίσκεται στά χέρια τοῦ καθενός. Οἱ Δελφικοί χρησμοί πλησιάζουν πολύ τόν Ἑβραϊκό Νόμο, γιατί ἦταν ἄμεσες ἔντολες τοῦ Ἀπόλλωνα. Ἀλλά δέν ἔγιναν ποτέ μηχανές τυραννίας, γιατί τούς ἔδιναν γιά ν’ ἀντιμετωπίσουν εἰδικές περιστάσεις, καί ἦταν αὐστηρά προσωρινές στίς ἐφαρμογές τους. Ἡ Ὀρφική λατρεία εἶχε, ἀλήθεια, ἱερά βιβλία. Ἀλλά γιά τούς μεγάλους θεούς τοῦ Ὀλυμπου δέν ὑπῆρχε Βιβλίο ἤ γιά ὁποιαδήποτε ἀπό τίς θεότητες, πού λάτρευαν στήν Ἑλλάδα. Γιά τόν Ἀπόλλωνα καί τό Δία κυκλοφοροῦσαν πολλές παραδόσεις, κανείς ὅμως δέν ἔνοχλήθηκε νά τίς ἐναρμονίση, καί οἱ πιστοί τους, χωρίς νά ἐπιμένουν σέ ἀκριβολογημένο ὁρισμό, ἦταν εὐχαριστημένοι ἀπό μιά γενική «εὐσέβεια». Γί αὐτό λοιπόν ὁ Πλάτων μποροῦσε νά ἐπίνοήση μιάν ἀφήγηση τῆς Δημιουργίας γιά νά ὑποστηρίξη ἕνα ἰδιαίτερο πολίτευμα, γιατί, ὅπως λέγει, «δέν ξέρομε τήν ἀλήθεια για τά παλιά»[22]. Τά λόγια του φέρνουν πάλι στο νοῦ μᾶς πόσο διαφορετική ἦταν ἡ τοποθέτηση τοῦ Ἑβραίου μέ τό βιβλίο τοῦ τῆς «Γενέσεως» καί τήν ἀκριβολογημένη ἀφήγησή του γιά τήν ἀρχή τοῦ κόσμου. Καί γενικά τό ἴδιο· ἡ σκέψη στήν Ἑλλάδα μποροῦσε νά δουλέψη ἀνεμπόδιστη, γιατί δέν ὑπῆρχεν ἐκεῖ ὁρισμένος γνώμωνας μέ τόν ὁποῖο νά τήν ἀναχαιτίζουν.

Ἀπό δῶ προέρχεται μιά στάση ἀπέναντι ταῆς θρησκείας πολύ ἀνόμοια πρός τή στάση τῶν Ἑβραίων. Ὁ Ἑβραῖος δέχεται τό θεό, πού τοΰ ἀποκαλύφτηκε: ὁ Ἕλληνας μεταβάλλει μέ τή σκέψη του τούς θεούς του. Ἄν ὁ Ἑβραῖος βρισκόταν σέ ἀμφιβολία, τοῦ ἦταν εὔκολο νά πάρη ἀπόφαση. Ὁ Θεός του εἶχε ἐκδώσει διαταγές· δέν ἦταν γραμμένες μέσα στά βιβλία τοῦ Μωϋσῆ; Ἀλλά ὁ Ἕλληνας δέν εἶχε νά ἐπικαλεστῆ τέτοιες αὐθεντίες. Ἔπρεπε πίσω πάλι νά ριχτῆ στό δικό του τό λόγο, στή δική του τήν αἴσθηση γιά τό δίκαιο καί τό ἀληθινό. Αὐτό ἦταν τό ἐργαστήρι μέσα στό ὁποῖο σφυρηλατοῦσε τίς πεποιθήσεις του. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς βλέπομε τόν Πλάτωνα νά προβαίνη σέ κάθαρση τῶν ἀφηγήσεων γιά τά οὐράνια, νά τούς δίνη νέα τροπή καί νέες ἑρμηνεῖες, νά φτιάνη καί νά χαλᾶ τή θεολογία κατά τήν κρίση του. Ἄν κάτι στήν παραδομένη θεολογία πρόσβάλλη τό ἠθικό του αἴσθημα, τό ἀπορρίπτει φανερά[23]. Τό ἴδιο καί μέ συγγραφεῖς λιγότερο ὀρθολογιστικούς ἀπό τόν Πλάτωνα. Ὁ Πίνδαρος ἦταν ὀρθόδοξος καί συντηρητικός. Μολαταῦτα, ὅταν διασταυρώθηκε μέ μιάν ἀηδιαστική παράδοση γιά τούς θεούς, τήν ἀρνήθηκε ἀπόλυτα:

«Ἐμοί δ’ ἄπορα γαστρίμαργον
μακάρων τιν’ εἰπεῖν· ἀφίσταμαι
»[24]

Δέν ἔχει τίποτε νά πῆ γιά μύθο ποῦ ἀναστατώνει τό ἠθικό του αἴσθημα. Ἄς ἔχη ὅλη τήν παράδοση μέ τό μέρος του, πρέπει νά εἶναι ψεύτικος: ὁ Πίνδαρος ἐμπιστεύεται στά δικά του ἔνστικτα καί τόν ἀπορρίπτει. Μιά τέτοια στάση μπορεῖ νά ἔχη τό ἀντίστοιχό της στήν Ἑβραϊκή λογοτεχνία, ἀλλά ἐκεῖ δέν εἶναι κοινή. Συνολικά ὁ Ἑβραῖος ὑποτασσόταν στήν παράδοση, ενώ ο Έλληνας είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στο λόγο του.

Ας πάρωμε ένα περίφημο παράδειγμα. Η Ελληνική κι η Εβραϊκή λογοτεχνία περιέ­χουν η καθεμιά τους την ιστορία ενός δίκαιου ανθρώπου που ο ουρανός του έστειλε μια άδικη δυστυχία. Ο Ιώβ «...ἄνθρωπος... ἀληθινός, ἄμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, ἀπεχόμενος παντός πονηροῦ πράγματος», έχασε τα αγαθά του, την οικογένεια του, και την υγεία τα από αιφνίδιο βούλευμα του ουρανού. Ο Προμηθέας, ο μεγάλος Τιτάνας, που είδε το ανθρώ­πινο γένος να εξολοθρεύεται παραμελημένο, το λυπήθηκε, δε φοβήθηκε τη θεϊκή οργή, έδωσε το πυρ στους ανθρώπους, και για τιμωρία του ο Δίας τον κάρφωσε σ’ ένα απότομο κρημνό, επάνω στον Καύκασο. Οι δύο «πάσχοντες» είναι σε πολύ ίδια κατάσταση: ο Προμηθέας υποφέρει, γιατί ακολούθησε τις υπαγορεύσεις της ευσπλαχνίας· ο Ιώβ υποφέρει παρά την καθαρότητα της ζωής του. Αν ένας από τους δύο άξιζε τη μοίρα του, αυτός ήταν ο Προμηθέας. Η καθεμιά ιστορία ακολουθεί την ίδια πορεία. Και οι δύο άνθρωποι θρηνούν για τα βάσανά τους και διακηρύττουν την αθωότητα τους. Φίλοι τους επισκέπτονται και τους συμβουλεύουν υποταγή στη θέληση του ουρανού. Ο Προμηθέας απαντά, ότι η προσβολή που έκαμε ήταν εσκεμμένη και ότι ποτέ δε θα υποχωρήση στο Δία· ο Ιώβ επιμένει ότι κανένα κα­κό δεν έκαμε. Ως εδώ οι ιστορίες συμπίπτουν. Αλλά παρατηρήστε πόσο διαφορετική είναι η ηθική που ο Έλληνας και ο Εβραίος συγγραφέας συνάγουν αντίστοιχα από τις δυστυχίες αυτών των δύο. Μέσα από την έρημο βγαίνει «λαίλαψ και νέφη» και μια φωνή ακούγεται που μιλά στον Ιώβ πείθοντας τον, όπως παράξενα λέγει η επικεφαλίδα του κεφαλαίου, ότι είνα αμαθής και ηλίθιος. Τι είναι αυτός με όλη τη γνώση του, που θα ήθελε να ελέγχη τα συ­στήματα του Κυρίου; Πού ήσουν, του λέγει, «ἐν τῷ θεμελιοῦν με τήν γῆν;». Μπορεί ο Ιώβ να κάμη χιόνι ή πάγο ή βροχή; μπορεί να οδηγή και να διατάζη τους αστερισμούς; Τι ξέρει για τον Παντοδύναμο και «τάς ὁδούς» του; Και ο Ιώβ με ήρεμη ευπείθια δέχεται την απόφαση του Θεού. «Το βλέπω, είμαι μηδαμινός... ξεστόμισα πράγματα που δεν καταλάβαινα… πράγματα πολύ θαυμαστά για μένα, που δεν τα ήξερα. Γι αυτό σιχαίνομαι τον εαυτό μου, και μετανοώ μέσα στη σκόνη και στη σποδό». Παρατηρήστε ότι ο Θεός δεν έδικαιολόγησε την ποινή του Ιώβ, ούτε ο Ιώβ δέχτηκε ότι έπεσε σε σφάλμα. Μόνο που ανακάλεσε τα λόγια του και ταπείνωσε τον εαυτό του. Τα δεινοπαθήματά του παραμένουν μυστήρια ανεξήγητα Αλλά ποιος είναι αυτός που θα έλεγχε «τάς ὁδούς τοῦ Κυρίου»;

Αυτή η λύση, μπορούμε με ασφάλεια να μαντέψωμε, θα ήταν ακατανόητη για τον Έλληνα - ο Αισχύλος δεν την αποδέχεται. «Ο Θεός πείθει τον Ιώβ πως βρίσκεται σε αμάθεια και βλακεία»: δεν υπάρχει ίχνος για τέτοια κατάληξη στην περίπτωση του Προμηθέα. Όταν ο Δίας προστάζη και απειλή, ο Προμηθέας ανταπαντά με υβριστική πρόκληση: κάνει ό,τι δε θα κάμη ποτέ ο Ιώβ: καταριέται το Θεό. Και τον καταριέται, χωρίς να τιμωρηθή ή να πάθη τίποτε περισσότερο. Ανόμοια προς τον Εβραίο ο Αισχύλος κλείνει την ιστορία του, όχι με θε­τική δικαίωση. Ο χρόνος και η Ειμαρμένη φέρνουν τον Ηρακλή, ο οποίος σκοτώνει το βα­σανιστικό γύπα: ο Δίας πείθεται να σπάση τις αλυσίδες του Προμηθέα, και για αντάλλαγμα μαθαίνει ένα μυστικό κίνδυνο που απειλεί το θρόνο του. Αλλά ο Τιτάνας δεν ταπεινώνεται, ούτε ο Θεός εξυψώνεται: μια συμφωνία χαράζεται ανάμεσα στους δυο και καταλήγουν σε όρους[25]. Από τον πρώτο ως τον τελευταίο στίχο ποτέ δεν έρχεται στο νου του Αισχύλου ότι μπορεί ο Προμηθέας να έχει στενή αντίληψη για τη δικαιοσύνη, και ότι, όταν οι λογαριασμοί θα ανακεφαλαιώνονταν, θα μπορούσε ο Δίας να βγάλη το συμπέρασμα ότι στο κάτω κάτω είχε δίκιο. Χωρίς υποψία ότι θα μπορούσε να υποπέση σε λάθος, ο Αισχύλος προσάγει το Θεό και τον Τιτάνα μπροστά στη δικαστική έδρα του ανθρώπινου λόγου. Κρίνει και τους δύο σ’ αυτό το δικαστήριο χωρίς ευνοϊκή προκατάληψη για κανέναν από τους δύο, και όταν ο Θε­ός φαίνεται άδικος, τον καταδικάζει αδίστακτα[26].

Πόσο διαφορετικός σε όλα αυτά από τις θεότητες του Ελληνισμού είναι ο Ιεχωβά! Πόσο διαφορετική θέση κατέχει στη ζωή του λαού Του! Είναι ζηλότυπος και αυθαίρετος Θε­ός: δεσπόζει τους πιστούς του και τους κάνει νάνους. Ο Ιεχωβά υπάρχει πριν από την ύπαρ­ξη του λαού Του, τον γνωρίζουν μόνο από την αποκάλυψη που έκαμε του Εαυτού του, και βρί­σκονται μέσα στη χούφτα του χεριού Του. Ο Έλληνας λέγει για τον Απόλλωνα και το Δία: υπάρχουν ο Ιεχωβά λέγει στο λαό Του: ΥΠΑΡΧΩ· οι Εβραίοι συγγραφείς δείχνουν αυτό-υποταγή και αυτό-ταπείνωση σ’ Αυτόν, καθόλου Ελληνική. Τους βασάνιζε η αίσθηση Του. Αυτός εμπνέει ό,τι υπάρχει μεγάλο και αξιομνημόνευτο στα γραφόμενά τους. Υπάρχουν τριάντα εννέα βιβλία στην Παλαιά Διαθήκη. Εκτός από ένα, όλα ασχολούνται συνεχώς με τις σχέ­σεις του Θεού με τον άνθρωπο· δέκα εννιά - το Βιβλίο του Ιώβ, οι Ψαλμοί, τα βιβλία των Προ­φητών - δεν έχουν άλλο θέμα. Δε συμβαίνει το ίδιο με την Ελληνική λογοτεχνία. Δε βρίσκε­ται από πίσω της, σαν αμετάβλητο βάθος, πάλη ανάμεσα στη θέληση του ανθρώπου και στη θέληση του Θεού. Δεν έχει επανειλημμένες διαμαρτυρίες εναντίον ενός αποστάτη λαού, που τ’ αυτιά του είναι συνεχώς βουλωμένα και χοντρές οι καρδιές του. Κι αυτό δεν οφείλε­ται σε καμιά εξαιρετική αγάπη της δικαιοσύνης από τους Έλληνες. Είναι προπάντων, γιατί η θρησκεία δεν ήταν το ίδιο πράγμα για τον Όμηρο ή τον Αισχύλο και για το Μωϋσή ή τον Ησαΐα. Στο σχέδιο τους για τον κόσμο ο Θεός δεν ήταν το παν. Ήταν ένα μέρος της ζωής τους, σημαντικό μέρος, αλλά όχι περισσότερο. Υπήρχε για να προσφέρη την προστασία Του στις απασχολήσεις τους και τα συμφέροντα τους, αλλά όχι να τους διευθύνη, να δεσπόζη, να τους καταπονή. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στους πιο «θρήσκους» Έλληνες. Όταν ο Πλά­των οικοδομή την ιδανική πολιτεία του, η πρώτη λέξη στις σελίδες του δεν είναι ο Θεός, η πρώτη σκέψη του συγγραφέα δεν είναι πώς θα ευχαρίστηση το Θεό. Πολύ αργότερα μέσα στην πραγματεία του φτάνομε σε τέτοιες απόψεις. Διαβάστε την Πολιτεία του Πλάτωνα ύστερα από ένα από τα βιβλία των προφητών και η διαφορετική διάθεση είναι φανερή.

Οἱ δύο πόλεις Ἀθήνα και Ἱερουσαλήμ ἀντανακλούν καλά τον ἀντίστοιχο χαρακτήρα ταῆς θρησκείας τους. Ἔνδοξοι εἶναι οἱ ναοί πού στέφουν την Ἀκρόπολη και καθαγιάζουν τη ζωή ού σάλευε κάτω ἀπ’αὐτήν. Άλλά βρίσκονται ἐκεῖ μόνο σά στοιχεῖα ἁρμονικοῦ συνόλου, σά μιά ὀμορφιά ἀνάμεσα σέ πολλές ἄλλες. Ἡ θέα ἀπό τό Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν ὑποβάλλει πολύ διαφορετικές σκέψεις. Μέσα ἀπό τήν κοιλάδα ἐπάνω στούς λόφους της κεῖται ἡ Ἱερουσαλήμ, συγκεχυμένη μάζα ἀπό θόλους καί πύργους καί ἐπίπεδες στέγες, ὅλα τόσο σφιχτά συσσωρευμένα πού τό μάτι δέ βλέπει ἴχνος ἀπό ἀνοιχτούς χώρους ἤ ἀπό δρόμους πού νά τά διασχίζουν. Γιά μιά στιγμή φαίνεται σά μιά ἀπό τίς λιγότερο ἑλκυστικές πόλεις τῆς Ἀνατολῆς, σάν πολιτεία ἀπό τρῶγλες καμωμένες γιά ἕνα λαό χωρίς φαντασία, ἤ ἰδανικό ἤ αἴσθηση τοῦ ὡραίου. Ἔτσι φαίνεται, ἤ θά φαινόταν ἐκτός ἀπό ὁρισμένους ἀνοικτούς χώρους, ἀκριβῶς μέσα, ἀπό τό τεῖχος τῆς πόλης καί πρίν ἀρχίσουν τά σπίτια: πελώρια προαύλια μέ θολωτά οἰκοδομήματα καί λίγα κυπαρίσσια πού ὑψώνονταν ἀπό τό πεζοδρόμι τους. Εἶναι τά μόνα μεγάλα πράματα πού βλέπει τό μάτι· ἡ Ἱερουσαλήμ δίπλα τους γίνεται νάνος· καί τά πελώρια τεμένη πιό μέσα ἀπό τά προαύλια φαίνονται χαμένα μέσα στό χῶρο τους. Τά τεμένη εἶναι οἱ αὐλές τοῦ Ναοῦ. Τοῦτο ἐδῶ εῖναι τό μέρος πού ὁ Ἑβραῖος, ἐνῶ κρατοῦσε τήν πόλη του ἄθλια καί ἄχαρη, ἀφιέρωσε στή λατρεία τοΰ Ἰεχωβᾶ· ἐδῶ εῖναι οἱ αὐλές τοῦ Οἴκου τοῦ Θεοῦ του.

Εἶναι δύσκολο νά μιλᾶ κανείς μ’ αὐτό τόν τρόπο, χωρίς νά δίνη τήν ἐντύπωση ὅτι οἱ Ἕλληνες ἦταν ἄθρησκοι. Φυσικά, ὡς σύνολο ἦταν ἐντελῶς τό ἀντίθετο· μαρτυρεῖ ἡ κατάπληξή τους γιά τόν ἀκρωτηριασμό τῶν Ἑρμῶν. Ἀλλά ἦταν θρῆσκοι μέ τόν τρόπο πού τό σημερινό κοινό τακτικό ἐκκλησίασμα εἶναι θρῆσκο. Δέ θά ἔφταναν ἴσως ὡς τό σημεῖο νά συμφωνήσουν μέ τό μακαρίτη αἰδεσιμότατο Mark Pattison ὅτι ἡ θρησκεία εἶναι καλός ὑπηρέτης ἄλλα κακός κύριος[27]· ἄλλα νά, ὑπῆρχαν πολλά ἄλλα ἐνδιαφέροντα στή ζωή τους ἐκτός ἀπό τό Θεό. Κανείς τους δέν ἦταν θρῆσκος μέ τό νόημα ποῦ ἔδιναν στή λέξη ὁ Αὐγουστίνος, ἤ ὁ Πασκάλ ἤ ὁ Νιούμαν ἤ ὁ Τολστόϊ. Εἶναι δύσκολο νά βροῦμε στήν Ἑλληνική λογοτεχνία παράλληλα χωρία σάν τό ἀκόλουθο: «Ὑπάρχουν δύο Θεοί. Εἶναι ὁ Θεός πού πιστεύει ὁ λαός γενικά - ἕνας Θεός πού ἔχει ἔργο του νά τούς ὑπηρετῆ (κάποτε μέ πολύ λεπτό τρόπο, ἴσως μέ τό νά δίνη ἁπλῶς εἰρήνη στό πνεῦμα τους). Αὐτός ὁ Θεός δέν ὑπάρχει. Ἀλλά ὁ Θεός πού ὁ λαός ξεχνά - ὁ Θεός πού ὅλοι ἔχομε νά ὑπηρετοῦμε – αὐτός ὑπάρχει καί εἶναι ἡ πρώτη αἰτία τῆς ὕπαρξής μας καί ὅλων ὅσα βλέπομε»[28]· ἤ, πάλι, σάν τά λόγια τοῦ Ψαλμωδοῦ: «τόσο μωρός ἤμουν καί ἅμαθος, σά νά ἦταν ἕνα ζῶο μπροστά Σου... Ποιόν ἔχω στόν οὐρανό ἄλλον ἀπό Σένα, ἀλλά κι ἐδῶ στή γῆ δέν εἶναι κανείς πού νά τόν ἀποζητῶ συγκρίνοντας τον μέ σένα. Ἡ σάρκα μου καί ἡ καρδιά μου ἔσφαλαν ἀλλά ὁ Θεός εἶναι ἡ δύναμη τῆς καρδιᾶς μου καί ἡ παντοτεινή του δόσις». Ποιός Ἕλληνας σκέφτηκέ ποτέ γιά τή θρησκεία του ὅπως ὁ Πασκάλ σκέπτεται γιά τή μεταστροφή[29]: «Ἡ ἀληθινή μεταστροφή εἶναι νά ἐκμηδενιστῆς μπροστά σ’ αὐτό τό καθολικό ὄν, πού τόσες φορές τό ἔχεις ἐξοργίσει καί πού μπορεεῖ κάθε ὥρα νά σ’ ἔξολοθρέψη ἔννομα· ν’ ἀναγνωρίσης ὅτι τίποτε δέ δύνεσαι χωρίς αὐτόν, καί ὅτι δέν ἔγινες ἄξιος γιά τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό τή δυσμένειά του»; Ἤ ὅπως σκέπτεται ὁ Νιούμαν γιά τόν καθολικισμό: «Μιλῶ γι’ αὐτόν μέ τήν ἰδέα ὅτι διδάσκει στήν ἐρειπωμένη φύση τοῦ ἄνθρωπου τήν τέλεια ἀνικανότητά του νά κερδίση τόν οὐρανό μέ τίποτε πού μπορεῖ νά τό κάμη ὁ ἴδιος· τήν ἠθική βεβαιότητα γιά τήν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς του, ἄν ἀφεθῆ στίς δυνάμεις του· τήν ἀπόλυτη ἀπουσία δικαιωμάτων καί ἀξιώσεων ἀπό τήν πλευρά τοῦ πλάσματος, ὅταν εἶναι παρών ὁ Δημιουργός· τίς ἀπεριόριστες ἀπαιτήσεις τοῦ Δημιουργοῦ γιά τήν ὑπηρεσία τοῦ πλάσματος»[30]; καί ἄλλοι πολλοί.

Τά χωρία αὐτά ἀποδίνουν τή γνήσια διάθεση τοῦ Ἠσαΐα καί τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀλλά ποῦ θά βροῦμε τά ἀντίστοιχά τους στήν Ἑλληνική λογοτεχνία; Ἐκεῖνος πού περισσότερο τά πλησιάζει εἶναι ὁ λόγος τοῦ Πλάτωνα ὅτι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε «ἕν τῶν κτημάτων»[31] τῶν Θεῶν ἤ ὁ περίφημος ὕμνος τοΰ Στωικοῦ Κλεάνθη. Θά ἀσχοληθοῦμε μέ τόν Πλάτωνα ἀργότερα. Ὅσο γιά τόν ὕμνο, πρέπει νά ὑπενθυμίσωμέ ὅτι ἡ Στωική φιλοσοφία εἶχε ἀκμάσει τόν τρίτο αἰώνα, ὅτι οἱ ἱδρυτές καί οἱ κύριοι διδάσκαλοί της εἶχαν Ἀσιατική προέλευση καί ὅτι ὁ Θεός τοῦ Κλεάνθη εἶναι ἀπρόσωπη δύναμη. Καί σκέπτομαι ὅτι πολλοί πού διαβάζουν τόν ὕμνο θά καταλάβουν ὅτι, παρά τήν ἐπιφανειακή ὁμοιότητα, τά λόγια του ἄπειρα ἀπέχουν ἀπό τή διανοητική αὐτο-ἀπάρνηση τοϋ Νιούμαν ἤ τό ἔντονο πάθος τοῦ Ψαλμωδοῦ.

Ἔχομε λοιπόν τώρα τρεῖς ἐπιδράσεις πού ὑπόθαλψαν τήν Παρρησία στήν Ἀθήνα· τήν ἀπουσία τῆς Βίβλου· ἕνα ἔνστικτο πρός ὀρθολογισμό· καί τή διάθεση πού γέννησε ἡ ἀνθρωπομορψική θρησκεία. Αὐτές μετασχηματίζονται σέ μιάν ἄλλην ἐπίδραση καί μαζί μ’ αὐτήν ἐξηγοῦν γιατί, ἄν κάτι ἐμπόδιζε τόν Ἕλληνα νά βλέπη τή ζωή ὅπως εἶναι, αὐτό δέν εἶναι οἱ θεοί του.

Ἄν ἡ θρησκεία ἄφηνε ἐλεύθερούς τους Ἕλληνες, τό ἴδιο ἔκανε καί ἡ πολιτική. Ἄν καί συνδέονταν τόσο στενά ἡ ζωή τοῦ πολίτη καί ἡ ἰδιωτική ζωή, ἄν καί ἀπαιτοῦσε τό Ἑλληνικό Κράτος ἀπό τους πολίτες του τόσο πολύ περισσότερα ἀπό ὅσα τό δικό μας, μολαταῦτα τό ἄτομο δέν ἔγινε ποτέ ἕνα ἀπλό τίποτε σ’ ἕνα φύλλο ἀπογραφῆς, ἀλλά διατήρησε καί διεκδίκησε τήν ἀτομικότητά του.

Ὁ πολιτικός ἀτομικισμός εἶναι πλατιά χαραγμένος στή διαδρομή τῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδας. Στίς χειρότερές του στιγμές φαίνεται στήν ἔλλειψη αὐτοελέγχου, στήν ἀνικανότητα νά συνενώση, στήν ἀπρόσεκτη φιλαυτία, ὅλα πράγματα πού ἦταν τόσο δυσαρέστως κοινά. Δέν ἦταν σπάνιο γιά ἕναν ἐξορισμένο πολίτη νά ἑνωθῆ μέ τούς ἐχθρούς τῆς πατρίδας του καί νά προσπαθῆ νά τήν καταστρέψη. Ὀλιγαρχικοί καί δημοκρατικοί πολεμοῦσαν κατά τῶν ἑστιῶν ἀπό τίς ὁποῖες εἶχαν ἐξοριστῆ. Ἕλληνες ἐξόριστοι ὑποδαύλιζαν καί συνόδευαν καί τίς δύο ἐπιδρομές τῶν Περσῶν. Ὁ Ἀλκιβιάδης τή μιά μέρα κυβερνοῦσε ἕναν Ἀθηναϊκό στόλο, τήν ἄλλη ἔδειχνε στή Σπάρτη τίς ἀσθενεῖς θέσεις γιά τήν ἄμυνα τῆς χώρας του. Ὅπως, γιά νά γίνη ἀρεστός, λέγει: «τῇ ἐμαυτοῦ μετά τῶν πολεμιωτάτων, φιλόπολίς ποτε δοκῶν εἶναι, νῦν ἐγκρατῶς ἐπέρχομαι»[32].

Ἀλλά ὁ Ἑλληνικός ἀτομικισμός πῆρε καλύτερες μορφές ἀπό αὐτές. Κάποτε ὁ ἀτομικισμός ἔφερε πίσω στά σπίτια τους ἀπό τόν Εὐφράτη δέκα χιλιάδες Ἕλληνες. Τίποτε δέν εἶναι τόσο διδακτικό σ’ ἐκείνη τήν Ἱστορία τοῦ Ξενοψώντα, πού καθοδήγησε τόσο πολλούς μαθητές στήν Ἑλληνική γλώσσα, ὅσο ἡ ὀργάνωση τοῦ στρατοῦ· τίποτε δέν εἶναι πιό χαρακτηριστικά Ἑλληνικό. Δέν εἶναι στρατός σέ πορεία, ἄλλα κοινοβούλιο ἀπό 10.000 μέλη. Ἄν δημιουργῆται κάποια κρίση, οἱ στρατιῶτες συγκροτοῦν συνέλευση, οἱ στρατηγοί τούς ἐκθέτουν τήν κατάσταση, ὁμιλητές ἀγορεύουν ὑπέρ ἤ κατά, ὁ στρατός ψηφίζει, καί ἡ πορεία ξαναρχίζει. Στρατηγούς πού εἶναι ἀναρμόδιοι ἤ ὕποπτοι τούς καταγγέλνουν δημοσία: ὁ στρατός ἀθωώνει, ἐπιβάλλει πρόστιμο ἤ θάνατο. Μοιάζει σάν ὀνειροπόλημα τοῦ Gilbert καί τοῦ Sullivan[33]. Μολαταῦτα οἱ δέκα χιλιάδες βάδιζαν - καί οἱ ἴδιοι ψήφιζαν μέσα σέ χειμωνιάτικη κακοκαιρία - ἐπάνω σέ μεγάλη ἔκταση τῆς πιό δύσκολης χώρας τοῦ κόσμου. Καί αὐτό ἦταν ἀτομικισμός.

Τό πνεῦμα αὐτό, παρόν ἀσφαλῶς ἀπό τήν ἀρχή, ἔγινε δραστήριο τόν ἕβδομο καί τούς ἀκόλουθους αἰῶνες, ὅταν ἡ ἀνάπτυξη τῶν τυραννιῶν ἔκαμε τήν Ἑλλάδα νά συναισθανθῆ πόσο πολλή ἐλευθερία ἔχασε. Ὁ Ἡρόδοτος, πού ἀφηγεῖται τήν ἀνύψωση καί τήν πτώση πολλῶν ἀπ’ αὐτες τίς ἡγεμονίες, λέγει γιατί ἦταν μισητές ἀπό τό λαό. Ἔκαναν πιέσεις. Ὁ τύραννος «...νόμαια τέ κινέει πάτρια καί βιᾶται γυναίκας κτείνει τέ ἀκρίτους»[34]. Ἀλλά οἱ τύραννοι ἦταν καί ξένοι πρός τό χαρακτήρα τῶν Ἑλλήνων. Οἱ Ἀθηναῖοι, λέγει ὁ Ἡρόδοτος, ὅσον καιρό τούς κυβερνοῦσαν οἱ Πεισιστρατίδες, δέν ἦταν καλύτεροι πολεμιστές ἀπό τους γειτόνους τους, ἀλλά, ὅταν ἐλευθερώθηκαν, ἀμέσως τούς ξεπέρασαν: αὐτό δείχνει ὅτι «κατεχόμενοι μέν ἔθελοκάκεον ὡς δεσπότῃ ἐργαζόμενοι, ἐλευθερωθέντων δέ αὐτός ἕκαστος ἑωυτῷ προεθυμέετο κατεργάζεσθαι»[35]. Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ λέξη πού χρησιμοποιεῖ γιά τήν ἐλευθερία εἶναι ἡ ἰσηγορίη - ἐλευθερία τοῦ λόγου - δέν ἦταν ἱκανοποιημένοι μέ ἐλευθερία μόνο στήν πράξη. Ἡ ἴδια δυνατή ἐπιθυμία ἀκούεται στήν παράξενη ἀπάντηση τῶν Σπαρτιατῶν σ’ ἕναν Πέρση στρατηγό, πού τούς ἐπίεζε νά ὑποταχτοῦν στόν Ξέρξη: «Ὕδαρνες, οὐκ ἐξ ἴσου γίνεται ἡ συμβουλίη ἡ ἐς ἡμέας τείνουσα. Τοῦ μέν γάρ πεπειρημένος συμβουλεύεις, τοῦ δέ ἄπειρος ἐών· τό μέν γάρ δοῦλος εἶναι ἐξεπίστεαι, ἐλευθερίης δέ οὔκω ἐπειρήθης, οὔτ’ εἰ ἔστι γλυκύ οὔτ’ εἰ μή. Εἰ γάρ αὐτῆς πειρήσαιο, οὐκ ἄν δόρασι συμβουλεύοις ἡμῖν περί αὐτῆς μάχεσθαι, ἀλλά καί πελέκεσι»[36].

Ἐκεῖνοι ὅμως πού ἀνέπτυξαν τήν ἀντίληψη τῆς παρρησίας, ἐπάνω στήν ὁποία, ἀλήθεια, κάθε πραγματική δημοκρατία ὀφείλει νά στηρίζεται, ἦταν ὁ Περικλῆς καί ἡ Ἀθηναϊκή δημοκρατία. Κάτω ἀπό τούς γραφτούς νόμους λέγει ὁ Εὐριπίδης:

...ὅ τ’ ἀσθενής
ὁ πλούσιος τέ τήν δίκην ἴσην ἔχει.
Ἐστιν δ’ ἐνισπεῖν τοῖσιν ἀσθενεστέροις
τόν εὐτυχοῦντα ταὔθ’, ὅταν κλύη κακῶς·
νικᾶ δ’ ὁ μείων τόν μέγαν δίκαι’ ἔχων.
Τούλεύθερον δ’ ἐκεῖνο· «Τίς θέλει πόλει
χρηστόν τί βούλευμ’ ἔς μέσον φέρειν ἔχων;»
Καί ταῦθ’ ὁ χρήζων λαμπρός ἐσθ’, ὁ μή θέλων
Σιγᾷ. Τί τούτων ἔστ’ ἰσαίτερον πόλει;»[37].

Αὐτά τά λόγια τά λέγει ἕνας βασιλιάς τῶν Ἀθηνῶν καί ὁ Εὐριπίδης, πού τά ἔβαλε στό στόμα του, ὀνομάζει ἀλλοῦ τήν ἐλευθερία τοῦ λόγου «ἕνα μεγάλο πράγμα», καί αἰσθάνεται φρίκη στή σκέψη ἀνθρώπου μέ δεμένη τή γλώσσα. «Δοῦλος εἶναι ἐκεῖνος πού δέν μπορεῖ νά ἐκφράση τή σκέψη του»[38]. Λίγα χρόνια πρίν γράψη ὁ Εὐριπίδης αὐτά τά λόγια ἕνας Ἀθηναϊκός στόλος νικημένος καί ἀποθαρρημένος εἶχε πέσει σέ παγίδα μακριά ἀπό τήν πατρίδα. Τήν ὥρα πού οἱ ναῦτες ἔμπαιναν στά πλοῖα γιά μία τελευταία ἀπόπειρα νά διασπάσουν τόν κλοιό, ὁ ἀρχηγός τους ἔκαμε μιά τελευταία ἔκκληση στούς τριηράρχους. Τά πρῶτα λόγια πού τούς εἶπε εἶναι σημαντικά: «τούς θύμισε ὅτι ἔχουν τήν πιό ἐλεύθερη στόν κόσμο πατρίδα καί ὅτι στή χώρα τους δέν ὑπῆρχε καμιά ἐπέμβαση στήν καθημερινή ζωή τοῦ καθενός»[39].

Ἀσφαλῶς μικρή ἐπέμβαση ὑπῆρχε σέ ὅ,τι καθένας ἔλεγε. Ἡ Ἑλληνική κωμωδία δίνει μιά ἰδέα ὡς ποιό βαθμό ἡ παρρησία μποροῦσε νά εἶναι ἀδέσμευτη. Οἱ ἐπικρίσεις τοῦ τελευταίου Νότιο-αφρικανικοῦ πολέμου, πού ἐπισύρανε στήν κεφαλή τοῦ Λόϋδ Τζώρτζ καί ἄλλων τά βίαια βλήματα τοῦ ὀργισμένου πλήθους, ἦταν ἤπιες, ἄν τίς συγκρίνωμε μέ τίς ἐπικρίσεις πού ἐΐχε τό δικαίωμα νά κάνη ὁ Ἀριστοφάνης στό κρατικό θέατρο γιά τόν ἀγώνα τῶν συμπατριωτῶν του ἐναντίον τῶν Πελοποννησίων. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἦταν συνήθεια στή χώρα μας τά θεατρικά ἔργα νά παρουσιάζωνται στό κοινό «τή Δευτέρα τοῦ Πάσχα στό Albert Hall, κάτω ἀπό τήν προστασία τοΰ Κράτους, καί μπροστά σέ ἀκροατήριο πού νά μή περιλαβαίνη μόνο λειτουργούς κάθε εἴδους καί βαθμοῦ, ἀλλά καί σπουδαστές τῶν Πανεπιστημίων καί μαθητές τῶν σχολείων»[40]. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἐνῶ ἡ Ἀγγλία εἶχε μπλέξει σέ ἀπεγνωσμένο πόλεμο, κάποιος ποιητής, παρουσιάζοντας τό ἔργο του σ’ αὐτή τή γιορτή, συνηγοροῦσε γιά τήν εἰρήνη καί καταφερόταν κατά τοΰ πολέμου μέ ὄχι μετρημένα λόγια, κατηγοροῦσε τόν Τσάμπερλαιν γιά κατάχρηση, ἔδειχνε τόν Τζών Μπούλλ παχύ, λαίμαργο, μωρόπιστο, ἄμαθο γέρο, πού τόν ἐξαπατοῦσε καί τόν ἐλήστευε ἡ κυβέρνηση, πού ἦταν στήν ἐξουσία. Ἄς ὑποθέσωμε ὅτι ἀνέβαζαν τόν ἴδιο τό Λόρδο Ρόμπερτς στή σκηνή, γελοιογραφημένο σάν κομψευόμενο καυχησιάρη, νά τόν εἰρωνεύεται δημοσία ὁ αὐθάδης ὄχλος καί στό τέλος νά τόν μεταφέρνουν στό νοσοκομεῖο βαριά πληγωμένο, ἐνῶ οἱ ὀπαδοί τῆς εἰρήνης μ’ ἐμπαικτικούς ἀλαλαγμούς γιά τά ἀτυχήματα του ἀποσύρονται σέ πλούσιο δεῖπνο· ἄς ὑποθέσωμε ?τι ἕνας σύγχρονος συγγραφέας τολμοῦσε νά γράψη ἕνα τέτοιο θεατρικό ἔργο· θά τό ἀνεχόταν καί γιά μία στιγμή ἕνα ἀγγλικό κοινό; Καί ὅμως κατά τή διάρκεια τοῦ Πελοποννησιακοΰ πολέμου, ὁ Ἀριστοφάνης, παρουσιάζοντας ἐπάνω στή σκηνή τό Ἀθηναϊκό κοινό, τούς κρατικούς του ἀρχηγούς, καί ἕναν ἀπό τούς πιό διακεκριμένους του στρατηγούς δέν τούς γελοιογράφησε μέ λιγότερο χοντρό τρόπο[41].

Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κωμωδία εἶχε μιάν ἰδιόρρυθμη ἀκολασία στήν Ἑλλάδα. Ἀλλά αὐτό δέν ἀλλοιώνει τό γεγονός τῆς ἀκολασίας. Ὁ κανόνας τῆς παρρησίας βάσταξε πάντα στήν Ἀθήνα. Οὔτε τόν καιρό τῆς χειρότερης καταστροφῆς, οὔτε ὅταν ἡ Ἀθήνα δέν πολεμοῦσε πιά γιά τή νίκη, ἀλλά γιά τήν ὕπαρξή της, οὔτε ὅταν τά δοκάρια τοῦ στόλου της εἶχαν διαλυθῆ πάνω στίς ἀκρογιαλιές τῶν Συρακουσῶν καί ὁ στρατός τῆς σάπιζε στά λατομεῖα τους, ἀκόμη οὔτε ὕστερα ἀπό τή συμφορά τῶν Αἰγός ποταμῶν περιορίστηκε ἡ ἔλευθερία τοΰ λόγου. Ἡ ἐκκλησία τοΰ δήμου ἀκόμη συνεδρίαζε, ὁ κήρυκας ἀκόμη ρωτοῦσε τις ἀγορεύειν βουλεται;[42].

Αὐτή ἦταν ἡ πράξη στήν Ἀθήνα. Ἀκολουθοῦσε μιά θεωρία πού εἶχαν ὁρίσει, ἐρευνήσει καί καθαρά ἀναπτύξει. Ὅλοι οἱ πολιτικοί θεωρητικοί στήν Ἑλλάδα, μ’ ἐξαίρεση τόν Πλάτωνα, μιλοῦν γιά τό κράτος μέ τήν ἰδέα ὅτι ὑπάρχει γιά το άτομο. Ἕνας ἀπό αὐτούς, φίλος καί θαυμαστῆς τοῦ Περικλῆ, πού ἐγνώρισε ἀπό κοντά τά πολιτικά πράγματα, γιά τά ὁποῖα ἔγραψε, μᾶς ἄφησε στό ἔργο του τό ἰδεῶδες της Ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Σώζεται ἀγέραστο σά Χάρτης τῆς Δημοκρατίας, σάν Καινή Διαθήκη τοῦ Φιλελευθερισμοῦ.

Στόν Ἐπιτάφιο Λόγο πού τόν βάζει στά χείλη τοῦ Περικλῆ, ὁ Θουκυδίδης παρουσιάζει τόν Περικλῆ νά διακηρύσση τήν ἀντίληψή του γιά τό τί εἶναι ἡ Ἀθήνα καί τί κάθε κράτος ὄφειλε νά εἶναι. Μᾶς κάνει ἀμέσως ἐντύπωση, ὅταν διαβάζωμε τό λόγο, ἡ ὁλοκληρωμένη ἐλευθερία τοῦ Ἀθηναίου πολίτη, ἡ ἀπουσία κάθε προσπάθειας νά τόν κάμουν καλό μέ νόμους, ἡ ἀπουσία κάθε προστασίας ἐναντίον στήν ἔλλειψη πατριωτισμοῦ, καί, ἀλήθεια, ἡ ἀπουσία κάθε φόβου γι’ αὐτό. Βρισκόμαστε μέσα σέ ἀτμόσφαιρα πολύ διαφορετική ἀπό τή σύγχρονη πολιτική σκέψη. Δέ γίνεται λόγος γιά ταξικό μίσος καί γιά ταξικό ἐγωισμό πού πρέπει νά ἱκανοποιηθοῦν μέ ὁρισμένο σύστημα ἀπό ἐπιταγές καί ἰσοζύγια καί ἀντισταθμίσεις, οὔτε γιά ὑποχρεωτική στρατιωτική θητεία ἀναγκαία γιά νά ἐγχαράξη τόν πατριωτισμό, νά βάλη σέ πειθαρχία καί νά κατευθύνή τίς ἀνώμαλες ἐνεργητικότητες τοῦ ὄχλου, οὔτε γιά συντάξεις, βγαλμένες ἀπό κρατήσεις ἐπιθυμητές γιά νά γεννήσουν τήν ἰδέα γιά ἀποταμίευση, οὔτε γιά νόμο προορισμένο νά προστατέψη τούς πολίτες ἀπό τή μέθη, γιά ἐκκλησιαστικά σχολεῖα καί γιά θρησκευτική ἐκπαίδευση, πού χωρίς αὐτήν ὁ ἄνθρωπος πίσω πάλι θά πέση στό βόρβορο ἀπ’ ὅπού βγῆκε. Ὁ Περικλῆς ζῆ μέσα σέ ἕναν ἰδανικόν, ἴσως πολύ ἰδανικόν, κόσμο. Δέν τοῦ ἔτυχε νά φοβηθῆ μήπως ἡ τέρψη θά περισπάση τόν Ἀθηναῖο ἀπό τό καθῆκον του, κάθε ὑποψία γιά τίς τέρψεις ἀπουσιάζει τελείως ἀπό τό λόγο του. Τέτοια πράγματα τά θεωρεῖ οὐσιαστικό στοιχεῖο τῆς ἐθνικῆς ζωῆς. «Καί μήν καί τῶν πόνων πλείστας ἀναπαύλας τῇ γνώμῃ ἐπορισάμεθα, ἄγωσι μέν γέ καί θυσίαις διετησίοις νομίζοντες...»[43]. Οὔτε φοβᾶται μήπως ἡ ψυχική καλλιέργεια καί ἡ παιδεία ὑποσκάψουν τίς ρίζες τοῦ χαρακτήρα, ἐκθηλύνοντας τούς ἄντρες, κάνοντάς τους καλύτερους νά σκέπτωνται παρά νά ἀποφασίζουν. «Φιλοκαλοῦμεν γάρ μετ’ εὐτέλειας καί φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας»[44].

Ὑπῆρχε στήν Ἑλλάδα ἕνα κράτος ὅπου τέτοια πράγματα τά θεωροῦσαν ἐπικίνδυνα. Ἡ Σπάρτη ἦταν ὀργανωμένη μέ ἀρχές περισσότερο ἀπό Ρωμαϊκές, καί οἱ πολίτες της ἀνατρέ- φονταν μέ μιά σειρά γυμνάσια, μέ συσσίτια καί λεπτομερειακούς κανονισμούς γιά νά γίνουν ἀφοσιωμένοι ὑπηρέτες τοῦ κράτους. Ἡ Ἀθήνα θά φαινόταν ἀλλόκοτος τόπος σ’ ἕνα Σπαρτιάτη ἐπισκέπτη. Πρῶτα πρῶτα θά τοῦ ἦταν ἀλλόκοτο, ὅτι θά ἦταν μέσα στήν Ἀθήνα τόσο ἐλεύθερος, γιατί στή δική του πατρίδα εἶχαν τή συνήθεια νά κάνουν ξενηλασίες, περιοδικές ἐξορίες τῶν ξένων. Καί ἔπειτα πόσο διαφορετική ἦταν ἡ ζωή τοῦ Ἀθηναίου ἀπό τή ζωή πού εῖχε συνηθίσει στόν τόπο του! Ἑφτά χρονῶ τόν εἶχαν πάρει μακριά ἀπό τήν οἰκογένειά του στό Συσσίτιον, εἶδος ἀρχαίου δημόσιου σχολείου, καί ἀπό κεῖ καί πέρα «ζοῦσε κανονικά δημόσια ζωή ἀπό κοινοῦ, πάντοτε κάτω ἀπό τά δεσμά καί τούς τύπους ἑνός κανονισμοῦ ὡς ἕνα μέρος στρατιωτικοῦ, ὡς ἕνα μέρος μοναστικού - ἀποξενωμένος ἀπό τήν ἀνεξαρτησία τῆς χωριστῆς ἐστίας - βλεποντας τή γυναίκα του, κατά τά πρῶτα ἔτη μετά τό γάμο, μόνο κρυφά, καί διατηρώντας μέ τά παιδιά του λίγες ἰδιόρρυθμες σχέσεις. Ἡ ἐπιτήρηση ὄχι μόνο τῶν συμπολιτῶν του, ἀλλά καί ἐξουσιοδοτημένων ἐλεγκτῶν ἤ λοχαγῶν διορισμένων ἀπό τό κράτος ἦταν κάτι πού ἀδιάκοπα τόν ἀκολουθοῦσε· τήν ἡμέρα του τήν περνοῦσε σέ δημόσιες γυμναστικές ἀσκήσεις καί σέ κοινά γεύματα, τίς νύχτες του στό δημόσιο στρατώνα στόν ὁποῖον ἀνῆκέ»[45]. Ξυπολυσιά, ἕνα μόνο ἔνδυμα χειμώνα καλοκαίρι, μαστιγώσεις σ’ ἕνα ἐπιχώριο ἱερό (εῖχε δεῖ παιδιά νά πεθαίνουν κάτω ἀπό τους ραβδισμούς), περιορισμένη τροφή, καί γιά ψυχαγωγία κυνήγι καί χορός - αυτα ἦταν ὁ κλῆρος του ἀπό παιδί. Στό κάτω κάτω, σκέφτονταν οἱ Σπαρτιάτες, ὀφείλετε νά κάμετε τούς ἀνθρώπους πατριῶτες, καί ποιός ἄλλος δρόμος ὑπάρχει νά τούς κάμετε;

Ὁ Περικλῆς σκέφτηκε ὅτι ὑπῆρχαν ἄλλοι τρόποι, καί ὀνομαστικά καταδικάζει τό σπαρτιατικό σύστημα. «Καί ἐν ταῖς παιδείαις οἱ μέν ἐπιπόνῳ ἀσκήσει εὐθύς νέοι ὄντές τό ἀνδρεῖον μετέρχονται, ἡμεῖς δέ ἀνειμένως διαιτώμενοι οὐδέν ἧσσον ἐπί τούς ἰσοπαλεῖς κινδύνους χωροῦμεν... καίτοι εἰ ρᾳθυμίᾳ μᾶλλον ἤ πόνων μελέτῃ καί μή μετά νόμων τό πλεῖον ἤ τρόπων ἀνδρείας ἐθέλομεν κινδυνεύειν, περιγίγνεται ἡμῖν τοῖς τέ μέλλουσιν ἀλγεινοῖς μή προκάμνειν, καί ἐς αὐτά ἐλθοῦσι μή ἀτολμοτέρους τῶν ἀεί μοχθούντων φαίνεσθαι...»[46]. Ἀφῆστε τό ἄτομο στόν ἑαυτό του καί μπορεῖ νά ἔχετε ἐμπιστοσύνη ὅτι θά κάμη τό καθῆκον του, αὐτή εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ Περικλῆ. Καταπίεση, περιορισμός, ἀπαγόρευση, εἶναι λέξεις πού δέν τίς βρίσκομε στήν πολιτική θεωρία του. Ἐμπιστοσύνη στό λαό συγκερασμένη μέ προβλεπτική προσοχή, ἦταν ὁ ὁρισμός τοῦ Γλάδστωνα γιά τό φιλελευθερισμό. Ἀφῆστε κατά μέρος τίς τέσσερεις τελευταῖες λέξεις καί ἔχετε τίς ἀρχές τοῦ Περικλῆ. Αὐτό ἦταν τό Ἑλληνικό ἰδεῶδες - ἀπεριόριστη ἐλευθερία. Εἶναι παράξενο ὅτι μέ τέτοιες ἀρχές τό Ἑλληνικό πνεῦμα παράμεινε ἀδιάφθορο;

Ἡ ἐλευθερία αὐτή ἦταν σπάνιο προνόμιο στήν ἀρχαιότητα. Σκεφτῆτε γιά μιά στιγμή τή Ρώμη. Ὁ Πλούταρχος λέγει γιά τό λαό της ὅτι «εἶχαν τή γνώμη, ὅτι δέν ἔπρεπε νά ἀφήνουν τους πολίτες νά παντρεύωνται, νά κάνουν παιδιά, νά ζοῦν ἰδιωτική ζωή μόνοι τους, νά κάνουν γιορτές καί συμπόσια κατά τήν ἐπιθυμία τους, ἄλλα ὅτι θά ἔπρεπε νά ἔχουν τό φόβο ὅτι θά ἐλεγχτοῦν καί θά ἐξεταστοῦν ἀπό τους ἄρχοντες· καί ὅτι δέν ἦταν καλό νά δώσουν στόν καθένα τήν ἐλευθερία νά κάνη ὅ,τι θά ἤθελε ἀκολουθώντας τήν ἐπιθυμία του καί τήν προαίρεσή του»[47].

Αὐτή ἦταν ἡ γνώμη τοῦ Πλούταρχου γιά τούς Ρωμαίους, καί αὐτή ἦταν ἡ γνώμη τοῦ ὑπάτου πού ἀνέβηκε στό βῆμα ἕνα πρωί στά 186 π.Χ. καί ἀνακοίνωσε στό ἀκροατήριό του τά μέτρα πού ἡ σύγκλητος σκόπευε νά λάβη γιά νά ἀποτρέψη τά Βακκανάλια[48]. Ἦταν μία Ρωμαϊκή θρησκευτική ὀργάνωση γιά τή λατρεία τοΰ Διονύσου, πού εἶχε χρησιμοποιήσει τίς συγκεντρώσεις της γιά χοντρές ἀκοσμίες καί, ἀκόμη, γιά συνωμοσία ἐνάντιον τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Βρώμικη ὑπόθεση, χωρίς ἀμφιβολία· καί ἀκριβῶς ὁ ὕπατος τήν εἶδε σάν ἀπειλῆ κατά τῆς ἠθικῆς καί τοῦ κράτους. Ὁμως σημειῶστε τά λόγια μέ τά ὁποῖα ἐπιτιμᾷ τό ἀκροατήριό του. «Οἱ πρόγονοί σας δέν ἤθελαν ἀκόμη καί τυχαία νά συγκεντρώνεστε, ἤ ἀπό σύμπτωση. Ἐκτός ἄν ἔπρεπε νά ὁδηγηθῆ ἔξω ὁ στρατός γιά ἐκλογικούς σκοπούς, ἤ οἱ δήμαρχοι συγκαλοῦσαν τό λαό σέ συνέλευση, ἤ ἕνας ἄρχοντας καλοῦσε συγκέντρωση. Ὁπου μαζευόταν πλῆθος, εἶχαν τή γνώμη ὅτι ἐκεῖ ἔπρεπε νά εἶναι ἕνας τακτικός ἀξιωματοῦχος γιά νά τούς ἐλέγχη»[49]. Βρισκόμαστε ἐδῶ πολύ μακριά ἀπό τά ἰδεώδη τοῦ Περικλῆ.

Ἡ συνέχεια ἀπό τά λόγια τοῦ ὑπάτου εἶναι καί αὐτή διδακτική. «Δέν εἶναι τίποτε περισσότερο εὐπρόσωπο ἤ περισσότερο ἀπατηλό ἀπό μιά μιαρήν εὐσέβεια. Ὁταν ἡ θεϊκή ἐξουσία γίνεται πρόφαση γιά ἔγκλημα, φοβούμαστε νά τιμωρήσωμε τήν ἀνθρώπινη κακοήθεια, μή τυχόν κάνοντας αὐτό παραβιάζωμε κάποιο νόμο τοῦ οὐρανοῦ μέ τόν ὁποῖο σχετίζεται». Τά αἰσθήματα αὐτά θά μᾶς παρασύρουν νά συγκρίνωμε τή Ρωμαϊκή ἄποψη γιά τά Βακκανάλια μέ τίς τύχες τοῦ Διόνυσου στήν Ἑλλάδα, καί νά βγάλωμε ἕνα ἐπιμύθιο ἀπό τήν ἀντιπαραβολή. Καί στήν Ἑλλάδα ἡ λατρεία τοῦ θεοῦ αὐτοῦ ἦταν advecta religio[50], πού ἦλθε καί καρφώθηκε ἀνάμεσα στίς πρωτόγονες λατρεῖες. Καί ἐκεῖ - αν καί ἀπαλλαγμένη ἀπό τήν χοντροκομμένη ἀνηθικότητα καϊ ἀπό τήν πολιτική μαφία τῶν Ἰταλικῶν Βακκαναλίων - πανηγυριζοταν μέ ὄργια ἐπάνω στούς λόφους, στά ὁποῖα ἡ μέθη ἦταν γενικό καί ἡ ἀνηθικότητα ὄχι ἀσυνήθιστο χαρακτηριστικό. Μολαταῦτα ὅταν ὁ Πενθέας ἀκολουθώντας τήν ἄποψη τοῦ ὕπατου, ἀπαγόρεψε στίς γυναῖκες τῆς πόλης του νά περιφέρωνται στούς λόφους, ἕνας Ἀθηναῖος δραματουργός τόν παράστησε στή σκηνή νά ἀνταμείβεται γιά τήν κακά ρυθμισμένη ἀγάπη τῆς διαταγῆς του μέ τό διαμελισμό του σέ κομμάτια στά χέρια τῆς ἴδιας ταῆς μητέρας του. Ἄν καί μπορεῖ νά μήν ἀντιπροσωπεύουν τή γνώμη τοῦ ποιητῆ, προξενοῦν ἐντύπωση τά λόγια πού ὁ Εὐριπίδης δίνει στούς ἀγγέλους πού ἀντικρούουν τήν πράξη τοῦ Πενθέα. Τοῦ θυμίζουν ὅτι ἔρχεται σέ σύγκρουση μ’ ἕνα Θεό, ὅτι, στό κάτω κάτω, τό κρασί κάνει τούς ἀνθρώπους νά ξεχνοῦν τίς λύπες των, καί ὅτι, ἄν οἱ γυναῖκες θέλουν νά εἶναι ἀνήθικες, θά εἶναι καί χωρίς νά πηγαίνουν στά βουνά:

Τόν δαίμον’ οὖν τόνδ’ ὅστις ἔστ’, ὦ δέσποτα,
δέχου πόλει τῇδ’, ὡς τ’ ἄλλ’ ἐστίν μέγας,
κάκεῖνο φασιν αὐτόν, ὡς ἔγω κλύω,
τήν παυσίλυπον ἄμπελον δοῦναι βροτοΐς.
Οἴνου δέ μηκέτ’ ὄντος οὐκ ἔστιν κύπρις
οὔδ’ ἄλλο τερπνόν οὐδέν ἀνθρώποις ἔτι[51].

Ἔτσι, μέ ἕνα μεῖγμα αἰσθησιακοῦ ἐπικουρισμοῦ καί ἐπιχειρημάτων ἀπό τόν τότε σέ ὑπόληψη φιλελευθερισμό, ὑποστηρίχτηκαν τά Βακκανάλια. Φανταστῆτε τή βλοσυρή φυσιογνωμία τοῦ Ρωμαίου ὕπατου, ὅταν θά ἄκουε μιά τέτοια ἀπολογία.

Δέν πρέπει νά προχωρήσωμε σ’ αὐτό τόν παραλληλισμό πολύ κοντά. Πλατιά ἄβυσσος βρίσκεται ἀνάμεσα στήν Ἑλληνική καί τήν Ἰταλική λατρεία τοῦ Βάκχου, καί ὁ Εὐριπίδης δέν ἦταν πολιτικός, ἀλλά ποιητής. Ἀλλά ἡ διαφορετική στάση σ’ αὐτά τά ζητήματα τῶν Ρωμαίων καί τῶν Ἑλλήνων εἶναι ἀναμφισβήτητη. Οἱ Ρωμαῖοι δέν ἐνθάρρυναν νεωτερισμούς στή σκέψη ἤ στή θρησκεία, οὔτε χειροκροτοῦσαν ὄμορφες φράσεις γιά ἀνεξιθρησκεία. Ἐπιχειρήματα γιά ἐλευθερία στήν ἔρευνα, γιά ἀνεμπόδιστη Τέχνη, γιά τά δικαιώματα τῆς Λογοτεχνίας, ἔπεφταν στ’ αὐτιά τούς χωρίς νά τ’ ἀκοῦν. Κάθε λίγο τίς ξένες θρησκεῖες τίς ἔδιωχναν πίσω στίς ἑστίες τους μέ τά καράβια τους. Ὁ Κάτων θά ἤθελε νά κάμη τό ἴδιο καί γιά τήν Ἑλληνική Πρεσβεία καί παρακάλεσε τή σύγκλητο νά τούς ἀποπέμψη. «Κατηγόρησε φανερά τή Σύγκλητο ὅτι ἡ Πρεσβεία τῶν Ἑλλήνων κάθηται πολύν χρόνον ἄπρακτος, παρατηρώντας ὅτι ἦταν πανοῦργοι ἄνθρωποι, πού μποροῦσαν εὔκολα νά πείσουν τούς ἄλλους ὅ,τι ἤθελαν. Καί ἄν κανένας ἄλλος λόγος δέν ὑπῆρχε, αὐτός καί μόνο θά μποροῦσε νά πείση τή Σύγκλητο ν’ ἀποφασίση νά τούς δώση κάποια ἀπάντηση καί ἔτσι νά τούς στείλη πίσω πάλι στήν πατρίδα τους στίς σχολές τους, νά διδάσκουν τά παιδιά τῶν Ἑλλήνων, καί ν’ ἀφήσουν ἥσυχα τά παιδιά τῶν Ρωμαίων, νά μποροῦν νά σπουδάζουν πῶς νά ὑπακούουν στούς νόμους καί στούς ἄρχοντες ὅπως καί πρίν. Κι αὐτά τά εἶπε στή Σύγκλητο, γιατί γενικά μισοῦσε τή φιλοσοφία καί ἀπό φιλοδοξία καί ἐγωισμό καταφρονοῦσε πάσαν Ἑλληνικήν μοῦσαν καί παιδείαν»[52].

Φιλοκατήγορη ἐπέμβαση στήν ἰδιωτική ἐλευθερία γιά λόγους σάν αὐτούς ἦταν κάτι τό κοινό στή Ρώμη. Στά 161 π.Χ. οἱ πραίτορες ἐξουσιοδοτήθηκαν νά ἀποπέμψουν ἀπό τή Ρώμη τούς Ἕλληνες φιλοσόφους καί τούς ρητοροδιδασκάλους. Μερικοί ἐπικούρειοι ἐξορίστηκαν – πιθανῶς στά 184. Ἀκόμη καί στό 92 π.Χ. ἔβγαλαν οἱ τιμητές τό ἀκόλουθο διάταγμα: «Ἔχομε τήν πληροφορία ὅτι μερικά πρόσωπα σύστησαν νέα μορφή διδασκαλίας, καί ὅτι oi νέοι φοιτοῦν στά σχολεῖα τους: ὅτι τά πρόσωπα αὐτά παρουσίασαν τόν ἑαυτό τους ὡς Λατίνους ρητοροδιδασκάλους: ὅτι οἱ νέοι δαπανοῦν ὁλόκληρες μέρες μαζί τους. Οἱ πατέρες μᾶς ὅρισαν τί ἔπρεπε νά μάθουν τά παιδιά τους καί σέ τί λογής σχολεῖα θά φοιτοῦσαν. Αὐτά τά νέα σχολεῖα, πού εἶναι ἀντίθετα πρός τά ἤθη καί τήν παράδοση τῶν πατέρων μας, οὔτε ἐπιθυμητά μας φαίνονται οὔτε σωστά. Γι’ αὐτό σκεφτόμαστε ὅτι εἶναι σωστό νά ἐκφράσωμε τά αἰσθήματά μας στούς ἰδιοκτήτες ταῶν σχολείων αὐτῶν καί στούς μαθητές τους». Τά ἀλύγιστα αἰσθήματα καί τό βραχυλόγο ὕφος μᾶς μεταφέρνουν σέ κόσμο ὁπού πρῶτο ἦταν τό κράτος καί τό ἄτομο πουθενά. Τά δικαιώματα τοῦ ἄτομου δέν -πήγαιναν μακρύτερα ἀπό τό καθῆκον νά ὑπακούη.

Ἡ ἀντίθεση αὐτή ἀνάμεσα στήν Ἑλλάδα καί τή Ρώμη εἶναι εὔκολο νά ἐξηγηθῆ. Πολλές αἰτίες μπορεῖ νά συνεργάστηκαν γι’ αὐτήν, ἀλλά ἡ κύρια ἀνάμεσά τους εἶναι ἡ διαφορετική ἱστορία τῶν δύο λαῶν, 600 χρόνια, χωρίς στιγμή σχεδόν γι’ ἀνάπαψη, πολλές φορές νικημένη καί παλεύοντας κάθε στιγμή γιά τήν ὕπαρξή της, ἡ Ρώμη διάνοιξε τέλος τό δρόμο της πρός τή νίκη. Ἀπό τήν ἄσημη πόλη τους οἱ πρῶτοι της πολίτες μποροῦσαν νά βλέπουν τούς λόφους τῶν ἐχθρῶν τους καί τά φρούρια πού τούς ἔφραζαν κάθε διάβαση. Ἐτρούσκους, Λατίνους, Αἰκούους, Οὐόλσκους, Ἐρνίκους, Σαυνίτες, Γαλάτες - με ὅλους αὐτούς ἔπρεπε νά χτυπηθῆ καί νά τούς καταβάλη. Καί ὕστερα ἀπό αὐτούς οἱ μεγαλύτεροι ἀνταγωνιστές, ὁ Πύρρος, ὁ Ἀννίβας, ὁ Φίλιππος, ὁ Ἀντιοχος, καί οἱ στρατοί τῆς Ἀφρικῆς καί τῆς Ἀνατολῆς. Ἡ πάλη αὐτή πού βάσταξε αἰῶνες δέν ἔδωσε καλούπι γιά χαρακτήρα ἀνεκτικό. Σταθερότητα, ἐνεργητικότητα, ἀποφασιστικότητα, συμπαγῆ ὄγκο, ἦταν οἱ ἀρετές πού ζητοῦσαν ἀπό τους Ρωμαίους πολίτες. Ἡ ἀντοχή τους δέν ἔπρεπε νά εἶναι ἀντοχή εὐλυγισίας· ἔπρεπε νά εἶναι σιδερένιοι ἄνθρωποι. Δέν ἦταν δουλειά τους νά μιλοῦν, ἀκόμη λιγότερο ν’ ἀμφιβάλλουν. Δέν εἶχαν καιρό νά στήνουν σοφιστεῖες γύρω στήν ὕπαρξη τῶν θεῶν, πού τούς χρειάζονταν νά τούς δίνουν τή νίκη, ἤ γύρω στά δικαιώματα τοῦ ἀτόμου ἐναντίον τοῦ κράτους, τήν ὥρα πού ἡ πατρίδα τους μποροῦσε νά κυριευτῆ καί νά λεηλατηθῆ μέσα στό ἑπόμενο εἰκοσιτετράωρο· ἤ γύρω στή φύση τοῦ σύμπαντος, τήν ὥρα πού οἱ Ἔρνικοι ἔκαιαν τή συγκομιδή τους. Δράση τούς χρειαζόταν καί ὄχι λογικά ἐπιχειρήματα, πού θά ἀδυνάτιζαν μόνο τή δράση.

Ἡ Ἑλλάδα λίγο πολύ ἦταν εὐτυχισμένη. Εἶχε βέβαια περίοδο ἔντασης, ἄλλα πέρασε εὔκολα καί σύντομα στή χαλιναγωγημένη εἰρήνη τῶν ἱστορικῶν χρόνων. Στήν Ἀθήνα τοῦ πέμπτου αἰώνα δέ χρονοτριβεῖ ἡ μνήμη σέ ἐποχές μέ βίαια παθήματα, γιατί ἡ Ἑλληνική ἱστορία δέν ἦταν populi iam octingentesimum bellantis annum res[53], «ἡ ἱστορία ἕνος λαοῦ πού πολεμοῦσε 800 τώρα χρόνια». Καί γι’ αὐτό ὁ χαρακτήρας τῶν Ἑλλήνων ἦταν μαλακότερος. Δέν εῖχαν ὑποχρεωθῆ νά ἀσκηθοῦν στήν περιστολή καί τήν αὐτο-ἐξάλειψη, ὥσπου ἡ περιστολή καί ἡ αὐτο-ἐξάλειψη τούς ἔγινε δεύτερη φύση. Οἱ Ἕλληνες ἦταν πιό ὁρμέμψυτοι καί φυσικοί, καί γι’ αὐτό περισσότερο ἐλεύθεροι: Στήν ὄψη τῆς Ρωμαϊκῆς ζωῆς, ὅπως καί στά βλοσυρά χαρακτηριστικά τῶν Ρωμαίων ἀρχόντων, εῖναι ἀποτυπωμένη ἡ σκληρότητα, τό ἔνστικτο γιά τόν ἔλεγχο καί τήν ἀπαγόρεψη, πράγματα πού παρατηροῦμε σέ λαούς πού ὁ κόσμος τους ἦταν σκληρός. Ἀλλά τό πρόσωπο τῆς Ἑλλάδας ἔχει κάτι ἀπό τή γαλήνη, πού οἱ γλύπτες της ἀγαποῦσαν νά ἀπεικονίζουν.

Παρασυρθήκαμε σέ σύγκριση τῆς Ἑλλάδας καί τῆς Ρώμης. Ἀλλά δέν πρόκειται γιά ἐπίκριση. Οἱ συμπάθειές μας ἐδῶ θά πᾶνε σύμφωνα μέ τή φύση μας, καί δέ μᾶς ἀπασχολεῖ ποιό ἦταν τό σωστό. Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι καί στή θεωρία καί, γενικά, στήν πράξη τό Ἑλληνικό κράτος ἀπόφευγε νά ἐμποδίζη τούς πολίτες του. Καί ἐδῶ ὁ Ἕλληνας ἀφηνόταν ἐλεύθερος, ἐλεύθερος νά δῆ τή ζωή κανονικά καί νά τή δῆ στό σύνολό της. Οὔτε ἱερεῖς οὔτε πολιτικοί τόν τυραννοῦσαν ἐπάνω ἀπό τό κεφάλι του.
---------------------------
[1] Ἡ ἑλληνική ἐλαφρότητα (ἐπιπολαιότητα, ἀστασία)

[2] Την καρχηδονιακή πίστη, το λόγο, τη συνέπεια στο λόγο πού δίνει κανείς.

[3] Finn ἤ Fion , κυβερνήτης τῆς Fianna, στις ἀρχές περίπου τοῦ 3ου αἰώνα. Πατέρας τοῦ Ὄσσιαν. Τον περιγράφουν σά μεγάλο ἥρωα και γίγαντα. 

[4] Ὁ πιο μεγάλος ἥρωας τοῦ Red Branch, στρατιωτικοῦ τάγματος τῶν ἡρωϊκῶν χρόνων.

[5] Τρωάδες 884-88.

(Ὤ ἐσύ, τό στήριγμα τῆς γής καί πού ἀπάνω στή γῆ ἔχεις τό θρόνο σου, ὅποιος κι ἄν εἶσαι, πού εἶσαι δύσκολος νά σέ ἀπεικάσωμε γιά νά σέ γνωρίσωμε, Δία, εἴτε εἶσαι ἡ ἀνάγκη πού δένει τή φύση εἴτε εἶσαι ἡ διάνοια πού κυβερνάει τούς θνητούς σέ σένα ἔστειλα τήν προσευχή μου· γιατί διασχίζοντας σιωπηλό δρόμο ὅλα τά θνητά, δίκαια τά καθοδηγεῖς.)

[6] Θεαίτητος 176 BC. Ὁ θεός δέν εἶναι καθόλου ἄδικος, μέ κανένα τρόπο· εἶναι τέλεια δίκαιος. Καί τίποτα δέν τοῦ μοιάζει περισσότερο ἀπό ἐκεῖνον ἀπό μας πού θά γινόταν πάρα πολύ δίκαιος.

[7] Cosmos, Topographia Christiana. Ἡ παραπομπή εἶναι παρμένη ἀπό τόν Lecky, Hist, of Rationalism I, 269 (ἔκδ. 1910).

[8] Ἕως τό 1694 μ. X. (ὄπ. παραπάνω II, 318).

[9] Symonds, The Catholic Reaction, II, 138.

[10] Ὅπ.παρ.I, 196. Τόν Ἀριστοτέλη τόν ἀπείλησαν μέ διωγμό τυπικά γιά ἀθεΐα, στήν πραγματικότητα γιά τίς Μακεδονικές του συμπάθειες. Ἄν ὁ διωγμός τοῦ Διαγόρα ἔγινε στά 415 π. X., ὅπως λέγει ὁ Διόδωρος, μπορεΐ νά ὀφείλεται σέ πολιτικούς λόγους, γιατί ἦταν ἀπό τή Μῆλο. Ἡ ἀγανάκτηση τῶν Ἀθηναίων ἐναντίον τῶν Ἑρμοκοπιδῶν δέν εἶναι ἐπιχείρημα ἐναντίον στήν ἄποψη τοΰ κειμένου, γιατί δέν εἶναι διωγμός τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψης. Ἄν σήμερα μερικοί ἄνθρωποι ἐμίαιναν τούς βωμούς δλων τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ Λονδίνου, θά προκαλοῦσαν τήν ἀγανάκτηση τοΰ λαοῦ· ἀλλά μιά τέτοια ἀγανάκτηση δέ θά ἔδειχνε γενική σύγκρουση μέ τήν ἐλευθερία τοῦ θεωρητικοῦ λόγου.

[11] Ὁ ἀναγνώστης πρέπει καί σ’ αὐτό τό σημεῖο καί σέ πολλά ἄλλα νά ἔχη ὑπόψή του, ὅτι τό ἔργο τοΰ Λίβινξτον εἶναι γραμμένο πρίν ἀπό τον πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο. Πρωτοδημοσιεύτηκε στα 1912.

[12] Πύθιον. 9.

[13] Ἀπόσπασμα πού ἀναφέρεται ἀπό τόν Πλάτωνα : Πολιτεία 383.

[14] Πρόκειται γιά τόν Ἄρη. «...τόν ἀπότιμον ἐν θεοΐς θεόν.» Οἰδ. Τύρ. σ. 191-215.

[15] Πάντα θεοῖς ἀνέθηκαν Ὁμηρός θ’ Ἡσίοδος τε
ὅσσά παρ’ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καί ψόγος ἔστϊν
καί πλεῖστ’ ἐφθέγξαντο θεῶν ἀθεμίστια ἔργα, 
κλέπτειν, μοιχεύειν τέ καί ἄλληλους ἀπατεύειν. (Ἀπόσπ. 7)

[16] Κατά τόν Bent (The Cyclades, p. 373) ὑπάρχει σήμερα στήν Πάρο μοναστήρι ἀφιερωμένο στό Μεθυσμένον Ἄϊ-Γιώργη. «Στίς 3 Νοεμβρίου συνήθως οἱ Παριανοϊ ἀνοίγουν τό νέο τους κρασί καί μεθοῦν χορεύουν καί παίζουν μιά σκηνή κραιπάλης μπροστά ἀπό αὐτή τήν ἐκκλησία· ἐξαγνίζεται ὅμως ἡ σκηνή ἀπό τήν παρουσία τῶν ἱερέων». Τό πνεῦμα πού δημιούργησε τούς Ὀλύμπιους θεούς δέν πέθανε ἀκόμη.

[17] Βάτραχοι.

[18] Ὄρνιθες, 1649 κ. ε.

[19]Ἄριστοτ. Ρητορ. 1398b 32.

[20] Ἀπόσπ. 78.

[21] Cosmos, Topogrophio Christiana παραπομπή τοΰ Lecky, Hist, of Rationalism, I 267 κ. ε.

[22] Πολιτεία, 382, 414 κ. έ.

[23] Λόγου χάρη στήν Πολιτεία, στό 2ο βιβλίο καί σέ μέρη τοῦ τρίτου

[24] Ὀλύμπιον. Α΄., 53-4. «Ὄχι, δέν μπορῶ νά ὀνομάσω καννίβαλο κανέναν ἀπό τους θεούς. Ἀρνιέμαι».

[25] Είναι ίσως αλόγιστο να στηρίζη κανείς επιχείρημα επάνω στην πλοκή του: "Προμηθεύς λυόμενος" που δε σώ­ζεται. Αλλά, όσο ξέρω, κανένας σύγχρονος συγγραφέας, εκτός από τον καθηγητή Blockie, δεν διατύπωσε τη γνώμη, ότι δικαίωνε την αρχική συμπεριφορά του Δία.

[26] Αποτόλμησα να παραλάβω την ιδέα της εξεικόνισης από το βιβλίο του μακαρίτη καθηγητή Butcher, Harvard Lectures, κάνοντας της διαφορετική εφαρμογή.

[27] Memoirs σ. 97.

[28] Τολστόϊ. Δέν κατόρθωσα νά ἐπαληθέψω καί ὁ ἴδιος τό χωρίο. Ἀντιπαραθέστε τό ἐπιχείρημα τοῦ Ὁμήρου γιά τή θρησκεία, «πάντες δέ θεῶν χατέουσ’ ἄνθρωποι» (ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη θεῶν) Ὄδ. Γ. 48.

[29] Pensees, 508 (ἔκδ. Brunschvicgg).

[30] Scope and Nature of University Education, κέφ. 7.

[31] Φαίδων, 62 β.

[32] Θούκ. 6, 92. (Τήν πατρίδα μου, μαζί μέ τούς χειρότερους ἐχθρούς της, ἐγώ ποῦ εἶχα τή φήμη ὅτι ἤμουν ἄλλοτε «φιλόπολις», τώρα ἔρχομαι νά τή χτυπήσω μ’ ὅλή μου τή δύναμη.)

[33] Ἄγγλοι εὐθυμογράφοι τοῦ περασμένου αἰώνα.

[34] Ἡροδ. 3,80 (ὁ τύραννος ἀνατρέπει τά πατροπαράδοτα ἔθιμα, βιάζει τίς γυναῖκες καί σκοτώνει ἀνθρώπους χωρίς νά τούς δικάση).

[35] Ἔνθ. ἄν. 5,78 (ὁτι ὅταν ἦταν κάτω ἀπό τους τυράννους ἦταν σκόπιμα δειλοί, γιατί δούλευαν γιά τό δεσπότη, ὅταν ὅμως ἐλευθερωθησαν καθένας τότε μέ προθυμία δούλευε γιά τόν ἑαυτό του).

[36] Ἔνθ. ἄν. 7,135. (Ὑδάρνη ἡ συμβουλή πού μᾶς δίνεις δέν πηγάζει ἀπό ἴση ἐμπειρία. Τό ἕνα πού μᾶς συμβουλεύεις τό ἔχεις δοκιμάσει, τό ἄλλο ὄχι· γιατί ξέρεις καλά τί εἶναι νά εἶσαι δοΰλος, μά τήν ἐλευθερία ποτέ δέν τή δοκίμασες οὔτε ἄν εἶναι γλυκιά, οὔτε ἄν δέν εἶναι. Γιατί, ἄν τή δοκίμαζες, δέ θά μᾶς συμβούλευες νά πολεμοῦμε γι’ αὐτήν μέ δόρατα μόνο, ἀλλά καί μέ πελέκεις).

[37] Ἱκετ. 433-441· (καί ὁ φτωχός καί ὁ πλούσιος ἔχουν τά ἴδια δικαιώματα. Οἱ ἀδύνατοι μποροῦν νά ἀπαντήσουν τά ἴδια στούς εὐτυχοῦντες, ὅταν αὐτοί τούς ὑβρίζουν κι ὁ πιό μικρός νικᾶ τό μεγάλο, ἄν ἔχη δίκιο. Ὅσο γιά τήν ἐλευθερία νά, ποιά εἶναι: «ποιός θέλει νά δώση στήν πατρίδα μιά χρηστή γνώμη, ἄν ἔχη;». Κι ὅποιος θέλει δοξάζεται, κι ὅποιος δέ θέλει σωπαίνει. Ἀπ’ αὐτή ποιά καλύτερη ἰσότητα θά ὑπάρξη στήν πατρίδα;).

[38] Φοίν. 391. Βλέπε καί: Ἴων 672, Ἱππολ. 422.

[39] Θούκ. 7, 69

[40] Verrall, Four Plays of Euripides.

[41] Οἱ ἐπκρίσεις του γιά τόν Κλέωνα σέ πολλά ἔργα, γιά τόν Ἀθηναϊκό Δῆμο στούς Ἱππῆς, καί γιά τό Λάμαχο στους Ἀχαρνῆς, εἶναι ἡ βάση γιά τήν παραπάνω ἀναλογία.

[42] Ἔγιναν ὅμως κάποιες ἀπόπειρες νά περιορίσουν τήν ἀσυδοσία τῶν κωμικῶν. Ψηφίστηκε στά 440 νόμος πού ἀπαγόρευε νά ἀσχολοΰνται μέ τή σύγχρονη πολιτική, ἀλλά ἀκυρώθηκε στά 437. Παρόμοιο θέσπισμα ἔγινε στά 416· ἀπαγόρευε τό ὀνομαστί κωμφδεῖν, τίς προσωπικές ἐπιθέσεις: καί ὅμως στά 414 ὁ Ἀριστοφάνης ἔγραψε τούς Ὄρνιθας. Δύο φορές ὁ Κλέων ἔσυρε στό δικαστήριο τόν ποιητή Τίποτε τό θετικό δέν ξέρομε ἀπό τίς λεπτομέρειες αὐτῶν τῶν ἐπιθέσεών του: ἀλλά εἶναι φανερό ὅτι ὁ Κλέων δέν πέτυχε ἀπόφαση ἐναντίον τοῆ ποιητῆ σέ καμιά δίκη, κι ἀκόμη ὅτι οὔτε ἐσταμάτησε τίς προσωπικές ἐπιθέσεις του. Τήν πρώτη δίκη, ἀλήθεια, στά 426, ἀκολούθησαν ὕστερα ἀπό δύο χρόνια οἱ Ἱππῆς. Εἶναι πιθανό ὅτι στά τέλη τοῦ πέμπτου αἰώνα ὑπῆρχε ἄλλος περιοριστικός νόμος: πάντως ἡ Κωμωδία χάνει τότε τήν ἀσυδοσία της. Χαρακτηριστικό τῶν τριάκοντα τυράννων εἶναι ὅτι ἔβαλαν ὁρισμένους περιορισμούς στήν πνευματική ἐλευθερία. (Ξέν. Ἄπομν. 1. 2. 31).

[43] Θούκ. 2, 38, 1. (Ὡστόσο καί ἀπό τους κόπους φροντίσαμε νά βροῦμε ὅσο γινόταν πιό πολλές ξεκούρασες στό πνεῦμα μας, μέ τό νά κρατοῦμε τή συνήθεια νά κάνουμε ἀγῶνες καί θυσίες τή μιά μετά τήν ἄλλη ὅλο τό χρόνο).

[44] Ἔνθ. ἄν. 40. 1. (Ἀγαποῦμε τό ὡραῖο καί κρατοῦμε τήν ἁπλότητά μας, ἀγαποῦμε τή θεωρία καί δε χάνομε τήν ἐνεργητικότητά μας).

[45] Grote, Hist, of Greece, II, 298

[46] Θούκ. 39, 1-2 καί 4: (Ὕστερα στήν ἀνατροφή, ἐκεῖνοι (οἱ Λακεδαιμόνιοι) ἀπό παιδιά ἀκόμη παλεύουν μέ σκληρή ἄσκηση νά γίνουν ἀντρεΐοϊ· ἐμεῖς περνοῦμε τή ζωή μας ξέγνοιαστα κι ὅμως τραβοῦμε γιά ν’ ἀντικρύσουμε ἕναν κίντυνο τό ἴδιο μεγάλον μέ καθόλου λιγότερη ἀπό ἐκείνους ὁρμή... Μιά φορά ἀν ἐμεῖς θέλουμε νά παίρνουμε πάνω μας τόν κίντυνο ζώντας μιά ζωή ἀνέμελη πιό πολύ παρά γεμάτη ἔγνοιες κουραστικές, μέ μιάν ἀντρεία, πού δέ μᾶς τήν ἐπιβάλλουν τόσο οἱ νόμοι, ὅσο μᾶς τή δίνει ὁ τρόπος ποί ζοῦμε, τότε ἔχουμε ἕνα κέρδος πάρα πάνω ἐμεῖς· ἀπό τή μιά δέν κουραζόμαστε ἀπό πρίν γιά τίς στενόχωρες ὧρες πού εἶναι νά ἔρθουν, ἀπό τήν ἄλλη, ὅταν βρεθοῦμε μέσα σ’ αὐτές, δέ δειχνόμαστε λιγότερο τολμηροί ἀπό ἐκείνους, πού βασανίζονται σέ ὅλή τούς τή ζωή).

[47] Κάτων, 16.

[48] Τά Βακχεῖα, τά ὄργια τοῦ Διονύσου.

[49] Λίβιος, 39, 15.

[50] Θρησκεία πού ἦρθε ἀπέξω.

[51] Βάκχοι 769 κ.ε. (Δέξου λοιπόν, βασιλιά, αὐτό τό θεϊκό πνεῦμα,ὅποιο κι ἄν εἶναι, σέ τούτην ἐδῶ τήν πόλη. Γιατί νά, καί στά ἄλλα εἶναι μεγάλος θεός καί, λένε, γι’ αὐτόν καί κεῖνο, ὅπως ἀκούω, ὅτι ἔδωσε στούς θνητούς τό παυσίλυπο ἀμπέλι. Κι ὅταν δέν ὑπάρχη πιά κρασί, οὔτε Κύπρις (Ἀφροδίτη) ὑπάρχει, οὔτε τίποτε ἄλλο εὐχάριστο μένει πιά στούς ἄνθρωπους).

[52] Πλούταρχος, Κάτων, 22-23. Πρόκειται γιά τήν πρεσβεία τῶν φιλοσόφων πού ἡ Ἀθήνα ἔστειλε στή Ρώμη νά συνηγορήση γιά ν’ ἀπαλλάξουν τήν πόλη ἀπό βαρύ πρόστιμο.

[53] Λίβιος, περιγραφή τῆς Ρώμης, 9, 18.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου