Πέμπτη 20 Ιουλίου 2017

Deus Ex Machina: Οι Μηχανικοί Θεοί & η Digital Μεταφυσική

Αποτέλεσμα εικόναςΗ Φράση  Deus Ex Machina έχει την έννοια  “Από μηχανής Θεός”. Και είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός πως στον κόσμο που ζούμε σήμερα η Επιστήμη είναι στα πρόθυρα δημιουργίας Συνειδητότητας μέσα από τους Ηλεκτρονικούς Υπολογιστές. Σαν προμηθεϊκή ραψωδία εμπνευσμένη από τα τεχνολογικά επιτεύγματα του 21ου Αιώνα, μέσα από την  Επιστήμη θα αποκτήσουμε σύντομα τον έλεγχο των θεμελιωδών δυνάμεων που βρίσκονται στον πυρήνα του Σύμπαντος.

Με την εξέλιξη της σύγχρονης επιστήμης η πραγματικότητα της ανθρώπινης συνειδητότητας θεωρείται πλέον ως φυσικά μόνη. Μία καρικατούρα Συνειδητότητας έχει «συναρμολογηθεί» από ανόμοια στοιχεία όπως ο Ψηφιακός κώδικας, η υποθετική εξελιγκτική Ψυχολογία, αλλά και μία «Νευρο-Φρενολογία» που πηγάζει από την νοητική απεικόνιση του ανθρώπου. Αυτή η Συνειδησιακή καρικατούρα των επιστημόνων και των Μηχανικών εισχώρησε στο υποσυνείδητο των ανθρώπων με την βοήθεια των Media και θεωρείται ίσως αποδεκτή. Αν προσθέσουμε και την επιδεξιότητα του  Σινεμά, αναπαράχθηκε σαν αρχέτυπο σε αρκετές ταινίες.
 
Στην ταινία Ex Machina βλέπουμε μία διαφορετική ανακύκλωση της κλασικής πια ιστορίας του Φρανκεστάιν: Εδώ η ζωή δημιουργείται από άψυχα υλικά. Μία μοναχική διάννοια σε ένα απομονωμένο εργαστήριο που χρησιμοποιώντας τις πανίσχυρες πλέον δυνάμεις της τεχνολογίας δημιούργησε νέα ζωή. Στο αυθεντικό Φρανκενστάιν έχουμε ένα νεκρό ανθρώπινο σώμα που επανέρχεται στη ζωή με την βοήθεια του Ηλεκτρισμού. Στο Ex Machina έχουμε ένα άψυχο κύκλωμα που βρίσκεται μέσα σε ένα μηχανικό κορμί και αποκτά συνειδητότητα μέσα από τον Ηλεκτρισμό.
 
Από αυτή την διαφορά αναδύεται ένα εντελώς νέο επίπεδο, αφού οι επιστήμονες καταπιάνονται με τις ρίζες του Όντος. Για να δημιουργηθεί ζωή και συνειδητότητα από τις Μηχανές θα πρέπει να υπάρχει η πιθανότητα δημιουργίας κοσμικών απόλυτων εννοιών όπως ο χώρος, η ύλη και το Φως. Θα ήταν ίσο με την εκ νεόυ δημιουργία ενός φάσματος χρωμάτων, κλίμακες συναισθημάτων, σκέψης, πόνου, ευχαρίστησης, αλλά και ολόκληρο το φάσμα μίας ανθρώπινης Συνειδητότητας που θα προέρχεται από την σκοτεινή Άβυσσο του Τίποτα. Πως μπορεί κάτι που δεν έχει μάζα ούτε διάσταση να αναδυθεί από κάτι που έχει μάζα και διάσταση; Αυτό είναι το επιβλητικό αίνιγμα και αναγνωρίζεται ως το μεγαλύτερο μυστήριο της Επιστήμης. Κανένας, είτε Φιλόσοφος ή Επιστήμονας, δεν γνωρίζει την σαφή απάντηση, αφού πρόκειται για το «Δισεπίλυτο  πρόβλημα της Συνειδητότητας».
 
Η πιθανότητα δημιουργίας της Συνειδητότητας μέσα σε ένα Υπολογιστή βασίζεται ξεκάθαρα σε υποθέσεις που σχετίζονται με την φύση της Συνειδητότητας και την Πραγματικότητα. Συχνά υποθέτουμε πως ο ανθρώπινος νους είναι σαν υπολογιστής και πως οι νευρικές απολίξεις και η παρόρμηση μοιάζουν με τον ψηφιακό κώδικα, όμως κάτι τέτοιο δεν διαθέτει πειραματική βάση, και στηρίζεται αποκλειστικά σε υπερφυσικές παραπομπές.Ίσως ένας υπολογιστικός προσομοιωτής ενός Μυαλού να μήν παράξει ποτέ Συνειδητότητα. Και χωρίς συνειδητότητα ένας υπολογιστής θα παραμένει πάντα ένα έξυπνο αλλά άψυχο μηχάνημα.Πέρα από την αχανή άβυσσο που χωρίζει το Μυαλό από την ύλη υπάρχει η σύγχρονη θεώρηση που αναφέρει πως αν κάποιος κατορθώσει και πραγματοποιήσει τις κατάλληλες «συνδέσεις» με τον ίδιο τρόπο που αναγεννήθηκε ο Φρανκενστάιν, η Συνειδητότητα θα αναδυθεί μέσα από την ανυπαρξία.
 
 “We are on the edge of change comparable to the rise of human life on earth.” -Vernon Vinge
 
Για τους «Υλιστές» η άφιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης και της Μηχανικής Συνειδητότητας είναι αναπόφευκτη και ζήτημα χρόνου να συμβεί. Υπάρχουν δύο σχολές Σκέψης που αναπτύσσονται έτσι ώστε να είναι έτοιμοι να ανταπεξέλθουν τις απαιτήσεις της τεχνολογικής έκρηξης που έρχεται – Εκείνους που την φοβούνται, και εκείνους που την ασπάζονται και ενθουσιάζονται με αυτή. Φοβόμαστε πως ίσως αντιμετωπίσουμε ένα μέλλον όπου οι Deus Ex Machina, οι μηχανές με Συνειδητότητα και Τεχνητή νοημοσύνη θα βλάψουν ανεπανόρθωτα την ανθρωπότητα. Ο Τρόπος με τον οποίο θα αποκαλυφθεί αυτός ο κίνδυνος παραμένει ένα μεγάλο μυστήριο. Οι θεωρίες παραμένουν αρκετές. Μία από αυτές είναι το όραμα για την Τεχνολογική αντικατάσταση της Ανθρωπότητας. Αυτό το σενάριο θεωρητικά θα ξεκινήσει όταν οι Υπολογιστές μάθουν να ανασχεδιάζουν τον εαυτό τους. Σε αυτό το σημείο ο Υπολογιστής, ή ένα δίκτυο υπολογιστών θα έχει την δυνατότητα να σχεδιάζει υπολογιστές καλύτερους από τον εαυτό του. Η Επανάληψη αυτού του κύκλου θα έχει ως αποτέλεσμα μία έκρηξη νοημοσύνης που θα επιφέρει την Υπερ-Συνειδητότητα που ίσως είναι πέρα από τα ανθρώπινα όρια. Αυτή η θεωρία ονομάζεται τεχνολογική Μοναδικότητα (Singularity) και λέγεται πως ίσως ξεκινήσει το 2040, αν και η ημερομηνία συνεχώς απομακρύνεται προς το μέλλον.Η Συνειδητότητα θα αναδυθεί από το εμβρυακό στάδιό της και θα κατευθυνθεί προς την Νέα Ψηφιακή Νοόσφαιρα μίας Εικονικής πραγματικότητας. Η εξελιγκτική περίοδος θα είναι τόσο ραγδαία και έτσι θα μετατραπούμε σε παράσιτα στην ανώτερη Ξενική Τεχνολογία.
 
Για τους λάτρεις της Τεχνητής Νοημοσύνης αυτή είναι μία θετική πιθανότητα για την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Η Διατήρηση της θνητότητας του ανθρώπου είναι για μερικούς ένας εφιάλτης, αφού προσδοκούν την Ψηφιακή και τεχνολογική  Αθανασία. Θα πρέπει έτσι να αποχωριστούμε από το θνητό μας δέρμα και να προσαρμόσουμε την ήδη ανώτερη Συνειδητότητά μας σε ένα εξελιγμένο και πάνω από όλα αθάνατο Μεταλλικό κορμί, απελευθερώνοντας την ανθρώπινη αθανασία στο επέκεινα την στιγμή που θα αποκοπούμε από την φύση και τις καταληκτικές τις ημερομηνίες.
 
Οι Deus Ex Machina, οι Σύγχρονοι Φρανκενστάιν του σήμερα είναι κάτι περισσότερο από την απλή ανάπτυξη της τεχνολογίας προς μία ανώτατη Συνειδητότητα. Το «Τέρας» βρίσκεται στην υπόθεση πως η Τεχνολογία έχει την κυριαρχία πάνω σε οποιαδήποτε άλλη πτυχή της ζωής, και προσπαθεί να εμφυσήσει μία παγιωμένη δογματική αντίληψη σχετικά με την φύση του Σύμπαντος και της θέσης του ανθρώπου σε αυτό. Η Τεχνολογία ήρθε για να αναδιαμορφώσει το φαντασιακό πλαίσιο μέσα από το οποίο αποτυπώνεται η Μεταφυσική του Υλισμού. Αναδιαμορφώσαμε την πραγματικότητα και τώρα αυτή αναδιαμορφώνει εμάς. Οι Σύγχρονοι Deus Ex Machina ίσως επιχειρήσουν να «σκοτώσουν» τους δημιουργούς τους κάποια στιγμή, όπως ακριβώς εκανε και η Ava στην σχεδόν ομώνυμη ταινία. Όμως ο Σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί να σκοτώσει την ίδια του την ψυχή, και έτσι την αναισθητοποιεί.
 
Η εξάσκηση της φαντασίας, μας κάνει να υποθέτουμε πως η Συνειδητότητα δεν εξαρτάται από τη φύση, αλλά είναι εντελώς ανεξάρτητη από κάθε αρχή. Η σύγχρονη ιδέα για την ανάπτυξη αυτών των Μηχανικών Θεών υποδεικνύει ίσως πως ζούμε στις σκοτεινές εποχές της Υλιστικής Ιδεολογίας, που αποκαλύπτει την τεχνολογική Μεταφυσική της Συνειδητότητας, μέσα από μία δυσλειτουργική ανθρωπότητα που έχει στρέψει το βλέμμα της στο λάθος μονοπάτι. Γιατί οι πραγματικοί από μηχανής θεοί, οι αληθινοί Deus Ex Machina, είναι οι κρυμμένοι θεοί που βρίσκονται μέσα στην ίδια μας την φύση, οι εν υπνώσει θεικές δυνάμης του ανθρώπινου όντος.

Μελέτη υποστηρίζει ότι το γήινο μαγνητικό πεδίο είναι πιο απλό από ότι πιστεύουμε

Επιστήμονες έχουν προσδιορίσει μοτίβα στο μαγνητικό πεδίο της Γης που εξελίσσονται σε διάρκεια 1000 ετών, παρέχοντας νέες γνώσεις για το πώς λειτουργεί το πεδίο και προσθέτοντας ένα μέτρο προβλεψιμότητας για αλλαγές στο πεδίο που δεν ήταν γνωστό προηγουμένως. Η ανακάλυψη επίσης θεωρείται ότι θα επιτρέψει τους ερευνητές να μελετήσουν λεπτομερέστερα το παρελθόν του πλανήτη χρησιμοποιώντας αυτό το γεωμαγνητικό «αποτύπωμα» για να συγκρίνουν πυρήνες ιζήματος που ελήφθησαν από τους ωκεανούς Ατλαντικό και Ειρηνικό.

Το γεωμαγνητικό πεδίο είναι κρίσιμο για τη ζωή στη Γη, λένε οι επιστήμονες. Χωρίς αυτό τα φορτισμένα σωματίδια από τον Ήλιο (ο «ηλιακός άνεμος») θα παράσερναν την ατμόσφαιρα. Το πεδίο βοηθάει επίσης την πλοήγηση των ανθρώπων και τη μετανάστευση των ζώων με τρόπους που τώρα αρχίζουν να καταλαβαίνουν οι επιστήμονες. Αιώνες ανθρώπινων παρατηρήσεων, καθώς και το γεωλογικό αρχείο, δείχνουν ότι το πεδίο μας μεταβάλλει δραματικά την ένταση και στη δομή του κατά τη διάρκεια του χρόνου. Ακόμη, παρόλη τη σπουδαιότητά του, πολλές ερωτήσεις παραμένουν αναπάντητες σχετικά με το γιατί και το πώς συμβαίνουν αυτές οι αλλαγές. Η απλούστερη μορφή του μαγνητικού πεδίου προέρχεται από ένα δίπολο: ένα ζεύγος ίσα και αντίθετα «φορτισμένων» πόλων, όπως ένας ραβδόμορφος μαγνήτης.

«Γνωρίζουμε από καιρό ότι η Γη δεν είναι ένα τέλειο δίπολο και μπορούμε να δούμε αυτές τις ατέλειες στο ιστορικό αρχείο», είπε η Maureen (Mo) Walczak ερευνήτρια στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Oregon και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης. «Βρήκαμε ότι οι μη-διπολικές δομές δεν είναι ξεθωριασμένα, μη προβλέψιμα πράγματα. Είναι πολύ μεγάλης διάρκειας, που επαναλαμβάνονται για πάνω από 10000 χρόνια – επίμονα στη θέση τους όλη τη διάρκεια της Ολοκαίνου εποχής. Είναι κάτι από μια ανακάλυψη του ιερού δισκοπότηρου, παρόλο που δεν είναι τέλειο. Είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα για την καλύτερη κατανόηση του μαγνητικού πεδίου και τον συγχρονισμό των δεδομένων των ιζηματικών πυρήνων σε μια πιο λεπτομερή κλίμακα».

Κάπου 800000 χρόνια πριν, η βελόνα μιας μαγνητικής πυξίδας θα έδειχνε το νότο επειδή το μαγνητικό πεδίο της Γης ήταν αντεστραμμένο. Αυτές ο αντιστροφές τυπικά συμβαίνουν κάθε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Ενώ οι επιστήμονες είναι γνώστες του μοτίβου των αντιστροφών στο μαγνητικό πεδίο της Γης, ένα δευτερεύον μοτίβο της γεωμαγνητικής «ταλάντευσης» μέσα σε περιόδους σταθερής πολικότητας, γνωστό ως παλαιομαγνητική κοσμική διακύμανση (paleomagnetic secular variation ή PSV), μπορεί να είναι βασικό για την κατανόηση του γιατί συμβαίνουν ορισμένες γεωμαγνητικές αλλαγές.

Το μαγνητικό πεδίο της Γης δεν ευθυγραμμίζεται τέλεια με τον άξονα περιστροφής, και είναι για αυτό που διαφέρουν ο «αληθινός βορράς» με τον «μαγνητικό βορρά», λένε οι επιστήμονες. Στο βόρειο ημισφαίριο αυτή η διαφορά στο σύγχρονο πεδίο είναι εμφανώς οδηγούμενο από περιοχές υψηλής γεωμαγνητικής έντασης που επικεντρώνεται κάτω από τη Βόρειο Αμερική και την Ασία. «Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι αν αυτό το στιγμιότυπο έχει κάποιο μακροπρόθεσμο νόημα – και αυτό που έχουμε βρει είναι ότι έχει», είπε ο Joseph Stoner, ειδικός στον παλαιομαγνητισμό στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Oregon και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης.

Όταν το μαγνητικό πεδίο είναι ισχυρότερο κάτω από την Βόρεια Αμερική, ή στον «Βορειο-αμερικάνικο τύπο», οδηγεί σε απότομες τάσεις και υψηλές εντάσεις στον Βόρειο Ειρηνικό και χαμηλές εντάσεις στην Ευρώπη με δυτικότροπες αποκλίσεις στον Βόρειο Ατλαντικό. Αυτό είναι περισσότερο σύμφωνο με το ιστορικό αρχείο. Ο εναλλακτικός «Ευρωπαϊκός τύπος» είναι κατά κάποιο τρόπο το αντίθετο, με όχι απότομες τάσεις και χαμηλή ένταση στο Βόρειο Ειρηνικό και ανατολικότροπες αποκλίσεις στον Βόρειο Ατλαντικό και υψηλές εντάσεις στην Ευρώπη.

«Καθώς γυρνάει, το μαγνητικό πεδίο είναι σχετικά λιγότερο περίπλοκο από ότι θεωρούμε», είπε ο Stoner. «Είναι μια αρκετά απλή ταλάντωση που εμφανίζεται να προκύπτει από τις διακυμάνσεις της γεωμαγνητικής έντασης σε λίγες μόνο επαναλαμβανόμενες θέσεις με μεγάλες χωρικές επιπτώσεις. Δεν είμαστε ακόμη σίγουροι τι οδηγεί αυτή τη διακύμανση, αν και πιθανά είναι ένας συνδυασμός παραγόντων που περιλαμβάνουν συναγωγή του εξωτερικού πυρήνα που ίσως να διαμορφώνεται από τον κατώτερο μανδύα».

Ο ερευνητές μπόρεσαν να προσδιορίσουν το μοτίβο μελετώντας δυο υψηλής ανάλυσης πυρήνες ιζήματος από τον Κόλπο της Αλάσκας που τους επέτρεψε να αναπτύξουν μια αναπαράσταση 17400 χρόνων της PSV σε αυτή την περιοχή. Μετά συνέκριναν αυτά τα αρχεία με ιζηματικούς πυρήνες από άλλες περιοχές στον Ειρηνικό ωκεανό για να συλλάβουν ένα μαγνητικό αποτύπωμα, το οποίο βασίζεται στον προσανατολισμό του μαγνητίτη στο ίζημα, ο οποίος δρα ως μαγνητικός εγγραφέας του παρελθόντος. Το κοινό μαγνητικό σήμα που βρέθηκε στους πυρήνες καλύπτει τώρα μια περιοχή που εκτείνεται από την Αλάσκα στο Oregon και μέχρι τη Χαβάη.

«Η μαγνητική ευθυγράμμιση μακρινών περιβαλλοντικών αναπαραστάσεων χρησιμοποιώντας αντιστροφές στο παλαιομαγνητικό αρχείο παρέχει βαθύτερες γνώσεις για το παρελθόν σε μια κλίμακα εκατοντάδων χιλιάδων ετών», είπε η Walczak. «Η ανάπτυξη συνεκτικής στρωματογραφίας PSV θα μας επιτρέψει να δούμε στο αρχείο σε μια κλίμακα πιθανώς μικρότερη από μερικούς αιώνες, να συγκρίνουμε γεγονότα μεταξύ των ωκεάνιων λεκανών και πραγματικά να φθάσουμε στα βασικά του πώς διαδίδονται οι κλιματικές ανωμαλίες γύρω από τον πλανήτη σε μια κλίμακα σχετική με την ανθρώπινη κοινωνία».

Το μαγνητικό πεδίο δημιουργείται μέσα στη Γη από έναν υγρό εξωτερικό πυρήνα σιδήρου, νικελίου και άλλων μετάλλων που δημιουργούν ηλεκτρικά ρεύματα που με τη σειρά τους παράγουν μαγνητικά πεδία. Το μαγνητικό πεδίο είναι αρκετά ισχυρό για να προστατεύει τη Γη από τον ηλιακό άνεμο και την κοσμική ακτινοβολία. Το γεγονός ότι αλλάζει είναι γνωστό, οι λόγοι γιατί συμβαίνει αυτό έχουν παραμείνει ένα μυστήριο.

Τώρα αυτό το μυστήριο ίσως είναι λίγο πιο κοντά στη λύση του.

Πάντα έχεις επιλογές

Ακούω συχνά τους ανθρώπους να λένε «μα δεν έχω επιλογή» κι αναρωτιέμαι… τι είναι αυτό που μας εμποδίζει στ’ αλήθεια να βλέπουμε τις επιλογές που πάντα έχουμε σε κάθε πρόβλημα, σε κάθε κατάσταση; Είναι ο εγωισμός που μας απαγορεύει να κοιτάξουμε καθαρά και να δούμε τις λύσεις που υπάρχουν, αν αυτές δεν τον εξυπηρετούν; Είναι ο φόβος για το άγνωστο που υπαγορεύει την παραμονή μας στις υπάρχουσες συνθήκες – όσο δυσάρεστες ή δύσκολες κι αν είναι αυτές- αντί να επιτρέψει την αλλαγή; Ή είναι κάτι άλλο;

Κάθε πρόβλημα έχει τουλάχιστον μία λύση λένε οι ειδικοί κι αν δεχτούμε πως πράγματι είναι έτσι, τότε θα πρέπει να σκεφτούμε ξανά την άρνησή μας στις επιλογές που διατίθενται σε κάθε κατάσταση που μας δυσκολεύει. Επιλογή δεν σημαίνει απαραίτητα ιδανική λύση. Δεν σημαίνει απαραίτητα καλύτερη λύση. Δεν σημαίνει καν λύση κάποιες φορές. Επιλογή σημαίνει η δυνατότητα να ξεφύγεις από την κατάσταση ή το πρόβλημα που βιώνεις, είτε λύνοντάς το – ιδανικά- είτε όχι.

Επιλογή σημαίνει να βρίσκεις διέξοδο. Κι όπως στον πόλεμο, να είσαι έτοιμος να δεχτείς τις απώλειες προκειμένου να επιβιώσεις. Αν θες πράγματι να επιβιώσεις. Όμως αυτό που συμβαίνει συχνά, είναι αυτό που πολύ σοφά ο λαός έχει διατυπώσει στη γνωστή παροιμία, σύμφωνα με την οποία θέλουμε «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο». Κι αυτό σπανίως μπορεί να συμβεί και το γνωρίζουμε όλοι.

Μην περιμένεις λοιπόν την ιδανική επιλογή για να αλλάξεις αυτό που σε φθείρει. Μην περιμένεις καν την κατάλληλη στιγμή για να το κάνεις αυτό. Η κατάλληλη στιγμή είναι πάντα το «τώρα». Γιατί μόνο αυτό έχεις σίγουρα. Η αναβολή μιας πιθανής επιλογής διεξόδου, δεν συνεπάγεται απαραίτητα καλύτερο αποτέλεσμα. Απλά διογκώνει το πρόβλημα και φθείρει περισσότερο οδηγώντας στις πιο ακραίες επιλογές κάποιες φορές. Γιατί αν δεν γνωρίζουμε τα όριά μας, αμβλύνοντάς τα διαρκώς, κινδυνεύουμε να τα σπάσουμε, με δυσάρεστες μόνο συνέπειες.

Γι’ αυτό, μη λες πως δεν έχεις επιλογές. Πάντα υπάρχουν. Και το να μην τις βλέπεις γιατί δεν είναι αυτές που θες, δεν αρκεί για να τις ακυρώσει. Η αρχαία ρήση τονίζει σοφά πως «μεταξύ δύο κακών, το μη χείρον βέλτιστον «, που σημαίνει ότι ακόμη και ανάμεσα σε δύο κακές επιλογές, η λιγότερο κακή, είναι πάντα η καλύτερη. Αν τελικά λοιπόν παραμένεις σε μία κατάσταση που σε δυσκολεύει και δηλώνεις πως δεν έχεις επιλογές, αναρωτήσου κατά πόσον σε δυσκολεύει περισσότερο από το να την αλλάξεις. Και τότε θα δεις, πως κάποιες φορές η άρνηση της ύπαρξης επιλογών, είναι κι αυτή απλά μία επιλογή, προκειμένου να παραμείνουν όλα ως έχουν.

Είναι τρέλα μα θα την ζήσω

Σχετική εικόναΕίναι τρέλα μα θα την ζήσω με ακούς; Κι αυτή κι όλες όσες αντέξει το σώμα μου και η ψυχή μου. Σε μια ζωή γεμάτη πρέπει, συνήθεια και αποτυχημένο προγραμματισμό αξίζει να θες μα και να βουτήξεις στο δεν είναι πρέπον, δεν ήταν στο πρόγραμμα, στο «τρελάθηκες;», στο είναι ριψοκίνδυνο, στο τι θα πει ο κόσμος και στο δεν γίνεται!

Αφού είσαι τόσο σίγουρος γι' αυτό το «δεν γίνεται» πώς το «γίνεται» της ζωής σου, το τακτοποιημένο «πρέπει» πάντα κάπου στην πορεία αποτυγχάνει και ξανά σβήσιμο και γράψιμο και ξανά επαναπρογραμματισμός και πάλι από την αρχή και «τι έκανα λάθος»;

Θα το ζήσω κι ας είναι τρέλα και ναι σε ακούω να λες «εύκολο να το λες δύσκολο να το κάνεις!» Όχι, δύσκολο δεν είναι να το κανείς, δύσκολο είναι να πάψεις να βλέπεις εμπόδια αλλά νέους ορίζοντες σε διαφορετικό τοπίο! Δύσκολο δεν είναι να το κάνεις μα να το πιάσεις από κάπου και να το αφήσεις να σε απογειώσει γιατί τα ωραία της ζωής, αυτά που τροφοδοτούν την ψυχή σου με οξυγόνο είναι πρωταθλητισμός και θέλει κόπο για να φτάσεις στην κορυφή και να αγγίξεις τον ουρανό της! Εσύ προτιμάς να παραμένεις στην ασφάλεια της επιλογής της γνώριμης καθημερινότητας, στην ευκολία της περιπατητικής ξηράς, αυτό που η κοινωνία αναγνωρίζει ως λογικό, αποδεκτό και επιτρεπτό! Να πατάς τα πόδια σου γερά στη γη μη ξεφύγεις, ξεχωρίσεις και θορυβηθεί το ναρκωμένο περπάτημα του όχλου…

Με κούρασαν τα καλοσιδερωμένα ρούχα, τα καλογυαλισμένα παπούτσια της κοινωνίας. Με αυτά συνεχίζει να ντύνει και σε αυτά να βασίζει την καλοραμμένη ζωή της και κρυφά στο σκοτάδι μη τυχόν και τη δει κανείς συνεχίζει να μαντάρει τις τρύπες της φόδρας της! Το μέσα της παραμένει σκισμένο και κουρελιασμένο γιατί ακόμη κι αν δεν συμφωνεί με τη ζωή της έτσι όπως έχει διαμορφωθεί συνεχίζει να συναινεί σε όλα κι αν τη ρωτήσει κάποιος το γιατί θα απαντήσει «για ένα καλύτερο αύριο!» Φροντίζει πάντα γι’ αυτό το αύριο και ξεχνά πως υπάρχει σήμερα, το σήμερα γίνεται χθες, το αύριο σήμερα και συνεχίζει να ελπίζει και να επενδύει σε ένα καλύτερο αύριο!

Γι’ αυτό κι εγώ το σήμερά μου θα το ζήσω όπως θέλω εγώ! Κι ας είναι τρέλα κι ας μην είναι πρέπον κι ας μην είναι αποδεκτό κι ας μην το ‘χα στο πρόγραμμα κι ας είναι ριψοκίνδυνο! Το ξέρω μα η ψυχή μου νιώθει τόσο ζωντανή και τη στιγμή μου αυτή με καμμία σωφροσύνη δεν μου επιτρέπω να τη συγκρίνω! Είναι τρέλα μα θα την ζήσω με ακούς; Ξεκόλλα κι εσύ από το πρέπει σου και ζήσε την δική σου τρέλα! Το «τώρα» είναι η μοναδική σου αλήθεια, ζήσε το στο σήμερα κι άσε το αύριο για μετά. Αν φέρνεις λίγο λίγο κάθε τώρα κοντά στην δική σου ψυχή το αύριο δεν θα σε απασχολεί γιατί ότι χρειάζεσαι θα το έχεις… εδώ και τώρα…

Είναι τρέλα; Όχι, είναι αληθινή ζωή, ζήσε την!

Μη σκας για όλους, δεν το κάνουν όλοι για εσένα

Στη ζωή είναι όλα σχετικά με το να αρπάζεις τις ευκαιρίες.Έχει να κάνει με το να πραγματοποιείς αυτό που αρχικά σκέφτηκες ότι ποτέ δεν θα μπορούσες να κάνεις. Έχει να κάνει με το να είσαι λίγο τρελός, να ακολουθείς την καρδιά σου και να μην ανησυχείς για την κάθε λεπτομέρεια που σκέφτεται ο καθένας. Και πάνω από όλα, έχει να κάνει με το να μάθεις να αγαπάς αυτό που είσαι και αυτά που έχεις.

Ορίστε 12 πράγματα που πρέπει να αρχίσεις να νοιάζεσαι κατά το ταξίδι σου προς τα εμπρός.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για την δική σου ευτυχία.
Είναι σημαντικό να κάνεις τους ανθρώπους ευτυχισμένους, αλλά πρέπει να ξεκινήσεις με τον εαυτό σου. Οι ανάγκες σου προέχουν. Μερικές φορές χανόμαστε προσπαθώντας να ζήσουμε τις ζωές μας για κάποιον άλλο, προσπαθώντας να ανταποκριθούμε στις προσδοκίες τους ή προσπαθώντας να κάνουμε πράγματα απλά για να εντυπωσιάσουμε τους άλλους. Αλλά πρέπει να ζήσεις, να κάνεις και να αγαπήσεις έτσι ώστε ΕΣΥ να είναι ευτυχισμένος. Επειδή, όταν έρχεται η στιγμή, οι σχέσεις μπορεί να τελειώσουν σε μια στιγμή, αλλά θα ζεις με τον εαυτό σου για την υπόλοιπη ζωή σου. Θυμήσου, είναι δυνατό να φροντίζεις τις δικές σου ανάγκες ενώ ταυτόχρονα νοιάζεσαι και για τους ανθρώπους γύρω σου. Και εφόσον οι ανάγκες σου πληρούνται, κατά πάσα πιθανότητα θα είσαι πολύ πιο ικανός να βοηθήσεις αυτούς που σε χρειάζονται περισσότερο.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για τους στόχους και τα όνειρα σου.
Αν θέλεις να ξέρεις που βρίσκεται η καρδιά σου, κοίτα που πηγαίνει το μυαλό σου όταν περιπλανιέται. Όπως είπε και ο Steve Jobs κάποτε, «Ο χρόνος σου είναι περιορισμένος, για αυτό μην τον σπαταλάς ζώντας την ζωή κάποιου άλλου. Μην παγιδεύεσαι σε δόγματα, στα οποία ζεις με τα αποτελέσματα της σκέψης των άλλων ανθρώπων. Μην αφήνεις τον θόρυβο από τις απόψεις των άλλων να πνίξουν την εσωτερική σου φωνή, καρδιά και διαίσθηση. Κατά κάποιο τρόπο, αυτά ξέρουν ήδη τι πραγματικά θέλεις να γίνεις. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα.»

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για το πώς επενδύεις τον χρόνο σου κάθε μέρα.
Μπορεί να μην υπάρχει αύριο, όχι για όλους. Αυτή τη στιγμή, κάποιος στον κόσμο σχεδιάζει κάτι για αύριο χωρίς να συνειδητοποιεί ότι πρόκειται να πεθάνει σήμερα. Αυτό είναι λυπηρό, αλλά αληθινό. Για αυτό ξόδεψε τον χρόνο σου σοφά και κάνε μια παύση αρκετή ώστε να το εκτιμήσεις. Θυμήσου, αυτό που κάνεις κάθε μέρα έχει μεγαλύτερη σημασία από αυτό που κάνεις μια στο τόσο. Χρησιμοποίησε ένα σύστημα διαχείρισης χρόνου για να ελέγχεις τα γεγονότα, αντί να έχεις να γεγονότα να σε ελέγχουν. Μπορεί να πάρει λίγο χρόνο για να φτάσεις εκεί που θέλεις, αλλά αν το σκεφτείς για μια στιγμή, θα συνειδητοποιήσεις ότι δεν βρίσκεσαι ποια εκεί που ήσουν. Μην σταματάς – συνέχισε. Πλησιάζεις όλο και περισσότερο κάθε μέρα.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για το πώς και τι σκέφτεσαι.
Στις στιγμές ηρεμίας, τι σκέφτεσαι; Πόσο μακριά έχεις φτάσει ή πόσο μακριά πρέπει να πας; Οι δυνάμεις σου και οι αδυναμίες σου; Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί ή το χειρότερο που μπορεί να έρθει; Σε κάποιες στιγμές ηρεμίας, δώσε προσοχή στην εσωτερική σου ομιλία. Επειδή ίσως, απλά ίσως, το μόνο πράγμα που χρειάζεται να αλλάξει για να μπορέσεις να νιώσεις περισσότερη ευτυχία, περισσότερη αγάπη και περισσότερη ζωτικότητα, είναι ο τρόπος σκέψης σου.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για το πώς περιποιείσαι τον εαυτό σου.
Η σχέση σου με τον εαυτό σου είναι η πιο κοντινή και πιο σημαντική σχέση που θα έχεις ποτέ. Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος σου είπε ότι σε αγαπάει απλά όπως είσαι και ότι έχει σημασία το πώς νιώθεις και σκέφτεσαι; Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος σου είπε ότι έκανες καλή δουλειά; Πότε ήταν η τελευταία φορά που «κάποιος» ήταν ΕΣΥ; Ο τρόπος που φέρεσαι στον εαυτό σου θέτει το πρότυπο για τους άλλους. Πρέπει να αγαπάς το ποιος είσαι, αλλιώς κανείς άλλος δεν πρόκειται να το κάνει. Και όταν είσαι πραγματικά άνετος με το ίδιο σου το δέρμα, δεν θα σε συμπαθούν όλοι, αλλά δεν πρόκειται να σε νοιάζει καθόλου.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για το πώς συμπεριφέρεσαι στους άλλους.
Ζήσε έτσι ώστε οι άνθρωποι γύρω σου όταν σκέφτονται για δικαιοσύνη, φροντίδα και ακεραιότητα, να σκέφτονται εσένα. Ξεκίνα να παρατηρείς τι σου αρέσει στους άλλους και πες τους το. Έχοντας μια εκτίμηση για το πόσο καταπληκτικοί είναι οι άνθρωποι γύρω σου, οδηγεί σε καλά μέρη – παραγωγικά, ειρηνικά μέρη. Για αυτό, να είσαι ευτυχής για αυτούς που κάνουν πρόοδο. Ότι δίνεις παίρνεις και αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι για τους οποίους πανηγυρίζεις θα αρχίσουν να πανηγυρίζουν για σένα.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για το πώς οι άλλοι σε αντιμετωπίζουν.
Επέλεξε τις σχέσεις σου σωστά. Το να είσαι μόνος δεν θα σου προκαλέσει τόση πολλή μοναξιά όσο το να είσαι σε λάθος σχέση. Αν δεν εκτιμάς τον εαυτό σου και δεν τον φροντίζεις, τότε εσύ σαμποτάρεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Η ζωή είναι πολύ σύντομη για να περνάς τον χρόνο σου με ανθρώπους που σου ρουφάνε την ευτυχία. Αγάπα τους ανθρώπους που σου συμπεριφέρονται σωστά και απομακρύνσου από αυτούς που δεν το κάνουν.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για την υγεία σου.
Ασκήσου για να είσαι σε φόρμα, όχι κοκαλιάρης. Φάε για να θρέψεις το σώμα σου. Και πάντα να αγνοείς τους χαιρέκακους, αυτούς που αμφιβάλλουν για σένα και μη υγιή παραδείγματα που κάποτε σε έθρεφαν. Για να βγάλεις το καλύτερο σου, πρέπει να δώσεις στο σώμα σου τα καύσιμα που χρειάζεται. Πέτα τα σκουπίδια από την κουζίνα σου και γέμισε την με φρέσκα φαγητά. Τρέξε, κολύμπα, κάνε ποδήλατο, περπάτα… απλά κινήσου! Η καλή υγεία είναι απαραίτητη για να έχεις ενέργεια, αντοχή και προοπτικές για να αντιμετωπίσεις τους στόχους και τα όνειρα σου.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για την εκπαίδευση και την προσωπική σου ανάπτυξη.
Η επίτευξη ανώτερης συνείδησης προέρχεται από τη δέσμευση σου για προσωπική ανάπτυξη. Είσαι ένα εντελώς διαφορετικό άτομο σε σχέση με αυτό που ήσουν πέρυσι. Η επόμενη χρονιά θα είναι διαφορετική. Το πόσο θα ωριμάσεις και ποιος θα γίνεις, εξαρτάται από εσένα. Αλλά θυμήσου, η απόκτηση γνώσης δεν σημαίνει ότι ωριμάζεις. Η ωρίμανση συμβαίνει όταν αυτά που ξέρεις αλλάζουν το πώς ζεις.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για το να κάνεις το καλύτερο που ΕΣΥ μπορείς.
Μην ανησυχείς για το τι κάνουν οι άλλοι καλύτερα από εσένα. Συγκεντρώσου στο να σπας τα δικά σου ρεκόρ κάθε μέρα. Η επιτυχία είναι μια μάχη ανάμεσα σε ΕΣΕΝΑ και τον ΕΑΥΤΟ σου μόνο. Και ότι και να κάνεις, αρνήσου να μειώσεις τα πρότυπα σου για να είσαι ίσα με αυτούς που αρνούνται να ανεβάσουν τα δικά τους.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για όλα τα υπέροχα πράγματα που έχεις τώρα.
Μάθε να εκτιμάς τα πράγματα που έχεις πριν οι δυνάμεις σε αναγκάσουν να εκτιμήσεις τα πράγματα που είχες κάποτε. Άσχετα με το πόσο καλά ή άσχημα είσαι, ξύπνα κάθε μέρα ευγνώμων για τη ζωή σου. Κάποιος, κάπου αλλού παλεύει απεγνωσμένα για την δική του. Αντί να σκέφτεσαι για το τι χάνεις, προσπάθησε να σκέφτεσαι για αυτά που έχεις και χάνουν όλοι οι άλλοι.

Ξεκίνα να νοιάζεσαι για αυτή τη στιγμή που ονομάζουμε «ζωή».
Όταν είδα πρόσφατα τα βραβεία Grammy, συνειδητοποίησα ότι πολλοί από τους ομιλητές μουσικούς όταν δέχονταν ένα βραβείο έλεγαν κάτι σαν αυτό: «Αυτό σημαίνει τόσα πολλά για εμένα. Όλη μου την ζωή περίμενα αυτή τη στιγμή.» Αλλά η αλήθεια είναι ότι ολόκληρη η ζωή μας έχει οδηγήσει στην κάθε στιγμή. Σκέψου αυτό για ένα λεπτό. Κάθε πράγμα που έχεις περάσει στην ζωή, κάθε πτώση, κάθε σήκωμα, τα πάντα ανάμεσα σε αυτές τις στιγμές, σε έχει οδηγήσει σε αυτή τη στιγμή τώρα. Αυτή η στιγμή είναι ανεκτίμητη και είναι η μόνη στιγμή που είναι εγγυημένη σε σένα. Αυτή η στιγμή είναι η «ζωή» σου. Μην την χάσεις.

Μέσα σε κάθε άνθρωπο χτυπάει μια βόμβα ικανή να εξουδετερώσει μεγατόνους εχθρότητας και σύγχυσης

Ο έρωτας είναι μια προσωπική εμπειρία για την οποία δε χρειάζονται συνταγές. Είναι μια τέχνη που απαιτεί πειθαρχία, υπομονή και ενσυναίσθηση. Για να αγαπήσει κανείς, πρέπει να έχει συνείδηση και να ασχολείται με το έργο του κάθε μέρα.

Οι άνθρωποι μιλάμε πολύ για το πώς θα πάμε καλά στην επαγγελματική μας ζωή, στην κοινωνία, στις σπουδές, αλλά συχνά ξεχνάμε ότι αυτή η ίδια νοητική και συναισθηματική πειθαρχία είναι αναγκαία για να αγαπήσουμε με έξυπνο τρόπο.

Αγαπάμε καταπώς είμαστε, γι’ αυτό και ο τρόπος με τον οποίο σχετιζόμαστε με τους άλλους είναι μια μορφή αυτογνωσίας. Όπως έλεγε ο Έριχ Φρομ, «στην ερωτική πράξη, στο δόσιμο, στη διείσδυση στο άλλο πρόσωπο, βρίσκω τον ίδιο μου τον εαυτό, με ανακαλύπτω, ανακαλύπτω και τους δύο, ανακαλύπτω τον άνθρωπο».

Η υπομονή μάς επιτρέπει να εδραιώνουμε δεσμούς διαρκείας, μας βοηθάει να ακούμε και να σκύβουμε στις καταστάσεις με απόλυτο τρόπο. Το αγαπώ είναι ενεργητικό, μια και συνεπάγεται ότι αισθάνομαι, πράττω και ζω.

Όπως έλεγε ο Αϊνστάιν, μέσα σε κάθε άνθρωπο χτυπάει μια βόμβα ικανή να εξουδετερώσει μεγατόνους εχθρότητας και σύγχυσης. Η καρδιά είναι το καλύτερό μας όπλο για να κερδίσουμε την εσωτερική ειρήνη.

Οργασμός: Οι 10 αλήθειες

Έχουν γραφτεί πολλά για τον οργασμό. Αποτελεί εδώ και δεκαετίες αντικείμενο μελέτης των επιστημόνων, επειδή αφορά μία από τις βασικές ανάγκες του ανθρώπου: την σεξουαλική επαφή.

Ο οργασμός είναι η κορύφωση της σεξουαλικής πράξης και όσο συμμετέχει σε αυτόν το σώμα, άλλο τόσο και περισσότερο συμμετέχει ο εγκέφαλος.

Στο βίντεο που ακολουθεί μπορείτε να δείτε συγκεντρωμένες 10 σπάνιες και μοναδικές αλήθειες για τον οργασμό, οι οποίες, ωστόσο, είναι απόλυτα αληθείς, έχουν επαληθευτεί επιστημονικά και θα σας αφήσουν με το στόμα ανοιχτό...

Περιεκτικά...
Οργασμός και... ηρωίνη: Έρευνες δείχνουν πως όταν ένας άντρας εκσπερματώνει η περιοχή του εγκεφάλου που διεγείρεται είναι η ίδια με εκείνη που διεγείρεται όταν είναι υπό την επήρεια ηρωίνης! Γι' αυτό και το σεξ (στόχος του οποίου είναι ο οργασμός) θεωρείται ότι μπορεί να αποτελέσει εθισμό και αντιμετωπίζεται κλινικά.

Οργασμός από διάφορα μέρη στο σώμα: Εκτός από τα γεννητικά όργανα, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις οργασμού από ερεθισμό “άσχετων” μερών του σώματος. Οι έρευνες επάνω σε αυτό ξεκίνησαν επειδή άτομα με τραυματισμό στην σπονδυλική στήλη (όπου διέρχονται χιλιάδες νευρώνες) ανέφεραν σεξουαλική διέγερση και οργασμό από ερεθισμό διαφόρων μερών του σώματός τους (πλύσιμο δοντιών, χτένισμα στα φρύδια και άλλα!...).

Παυσίπονο: Έχει αποδειχτεί ότι ο οργασμός έχει καταπραϋντικές ιδιότητες σε περιπτώσεις πονοκεφάλου και ημικρανίας. Αυτό οφείλεται στην ορμόνη οξυτοκίνη που απελευθερώνει ο οργανισμός κατά τον οργασμό.

Προστατεύει από τον καρκίνο: Έρευνες έχουν δείξει ότι αν ένας άντρας έχει οργασμό 21 φορές/μήνα (κατά μέσο όρο) τότε έχει αισθητά μειωμένες πιθανότητες να εκδηλώσει καρκίνο στον προστάτη.

Οργασμός και πόνος... ένα και το αυτό: Έχετε προσέξει ότι οι εκφράσεις του προσώπου στον οργασμό είναι όμοιες με εκείνες στον πόνο; Αυτό οφείλεται στο ότι όμοιες περιοχές του εγκεφάλου έχουν αυξημένη ηλεκτρική δραστηριότητα κατά τον οργασμό και κατά τον πόνο.

Πότε η μήτρα “ρουφάει” και πότε “απωθεί” το σπέρμα: Έρευνες έχουν δείξει πως, η λειτουργία της μήτρας μεταβάλλεται ανάλογα με το αν η γυναίκα είναι σε μέρες εμμήνου ρύσεως (περίοδος) ή όχι. Όταν δεν έχει περίοδο η γυναίκα, όταν φτάνει σε οργασμό, η μήτρα της τείνει να “ρουφάει” το σπέρμα κατά την διείσδυση. Αυτό κάνει πιο πιθανό για εκείνη το να μείνει έγκυος, την ώρα που έχει οργασμό. Αντίθετα, όταν είναι στις μέρες περιόδου της η γυναίκα, η μήτρα της απωθεί το σπέρμα του άντρα, την στιγμή που εκείνη φτάνει σε οργασμό.

Αιδοίο και πέος είναι κατασκευασμένα από τον ίδιο αρχικό ιστό: Γι' αυτόν το λόγο η αίσθηση του οργασμού σε άντρα και γυναίκα έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Επίσης, η σπονδυλική στήλη και ο εγκέφαλος συνδέονται με το αιδοίο και το πέος μέσω των ίδιων νευρώνων.

Οργασμός μόνο από τις... θηλές στο στήθος: Η διέγερση της θηλής και της ρώγας στο στήθος απελευθερώνει οξυτοκίνη, όπως και κατά τον οργασμό. Αυτό σημαίνει ότι είναι πιθανό μια γυναίκα να έχει οργασμό απλά και μόνο με τον κατάλληλο ερεθισμό στις θηλές της, χωρίς καν να συνοδεύεται από διείσδυση στον κόλπο της.

Οργασμός κατά τον τοκετό: Επειδή τα τοιχώματα του αιδοίου διευρύνονται και συσπώνται κατά τον τοκετό, έχουν καταγραφεί πολλές περιπτώσεις οργασμού της γυναίκας την στιγμή της γέννησης του παιδιού της. Παρεμπιπτόντως, υπάρχουν αναφορές γυναικών για οργασμό κατά την ούρηση, επειδή είχαν περάσει πολύ ώρα που κρατούσαν την ανάγκη τους αυτή. Η σύσπαση και ξαφνική χαλάρωση των πυελικών μυών, τις οδήγησε σε οργασμό.

Οι άντρες προσποιούνται οργασμό: Το 67% των γυναικών προσποιείται συχνά οργασμό την ώρα του σεξ. Αλλά, ξέρατε ότι το ίδιο κάνει και το 28% των ανδρών; Και όμως είναι αλήθεια! Το πώς καταφέρνουν να γίνουν... πειστικοί, είναι μια άλλη ιστορία.


Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Στο στόχαστρο αστρονόμων ένα «φάντασμα» από το παρελθόν του Γαλαξία μας

meteoritis-ston-ourano-ton-maldibonΈνα αστρικό σμήνος από την εποχή που γεννήθηκε ο Γαλαξίας μας, πριν από περίπου 13 δισεκατομμύρια χρόνια, κατάφεραν να μελετήσουν Ισπανοί και Ιταλοί αστρονόμοι. Με όνομα Ε3, η κοσμική δομή ανήκει στα πρώτα αστρικά σμήνη που δημιουργήθηκαν στον Γαλαξία, τα περισσότερα από τα οποία εξαφανίσθηκαν στην πορεία.
 
Το Ε3 κρύβεται μέσα στο φως νεότερων ουράνιων αντικειμένων που βρίσκονται ανάμεσα στο σμήνος και τη Γη.
 
Ωστόσο, ορισμένες τέτοιες κοσμικές δομές παραμένουν ακόμη κρυμμένες πίσω από νεότερους αστέρες που σχηματίσθηκαν στη συνέχεια, αποτελώντας επομένως για τους επιστήμονες ανεκτίμητους «μάρτυρες» των αρχικών φάσεων δημιουργίας του Γαλαξία.
 
Το Ε3 ανήκει στα περίπου 200 σφαιρωτά σμήνη του Γαλαξία, ενώ βρίσκεται σε απόσταση 30.000 ετών φωτός, στον αστερισμό του Χαμαιλέοντα. Στο άρθρο που εξέδωσε πρόσφατα η ομάδα στο περιοδικό Astronomy & Astrophysics, το χαρακτηρίζει «ένα φάντασμα από το παρελθόν του Γαλαξία».
 
«Το συγκεκριμένο σμήνος, όπως και μερικά ακόμη, είναι “φάντασμα” επειδή φαίνεται να βρίσκεται στα τελευταία στάδια της ζωής του. Σχηματίσθηκε όταν ο Γαλαξίας ήταν κυριολεκτικά νεογέννητος, πριν από 13 δισεκατομμύρια χρόνια», εξηγεί στο σάιτ  Plataforma SINC ο Κάρλος ντε λα Φουέντε Μάρκος,  μέλος της ομάδας και συνεργάτης του Νότιου Καθολικού Πανεπιστημίου στη Χιλή και του Πανεπιστημίου της Πάδοβα στην Ιταλία.
 
Το Ε3 κρύβεται μέσα στο φως νεότερων ουράνιων αντικειμένων που βρίσκονται ανάμεσα στο σμήνος και τη Γη. Ωστόσο, οι αστρονόμοι μπόρεσαν να το μελετήσουν επιστρατεύοντας το Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο (VLT) του Ευρωπαϊκού Νότιου Παρατηρητηρίου (ESO) στη Χιλή.
 
Μάλιστα, τα δεδομένα που συγκέντρωσαν έκρυβαν κάποιες εκπλήξεις. «Σε αντίθεση με τα τυπικά σφαιρωτά σμήνη, που περιλαμβάνουν εκατοντάδες χιλιάδες αστέρες, τα μέλη του Ε3 δεν ξεπερνούν τις λίγες χιλιάδες», σημειώνει ο επιστήμονας.
 
«Επιπλέον, δεν παρουσιάζει κυκλική συμμετρία, όπως συμβαίνει με τις άλλες κοσμικές δομές της κατηγορίας του, αλλά το σχήμα του έχει παραμορφωθεί από γαλαξιακά βαρυτικά κύματα».
 
Σύμφωνα με μία άλλη μελέτη του Ε3, από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, είναι επίσης ομοιογενές από χημική άποψη. Κάτι που σημαίνει πως στο εσωτερικό του δεν υπάρχουν πολλοί αστρικοί πληθυσμοί.
 
«Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό αντικειμένων που δημιουργήθηκαν με ένα μόνο “επεισόδιο”, όπως υποθέτουμε ότι θα συνέβαινε όταν γεννήθηκε ο Γαλαξίας. Τότε, πρέπει να σχηματίσθηκαν πολύ μεγάλα αστρικά σμήνη, με εκατομμύρια αστέρες, από τους οποίους έχουν μείνει ελάχιστα “λείψανα”, όπως το Ε3», προσθέτει ο ντε λα Φουέντε Μάρκος.
 
Παρά τις καινούριες ανακαλύψεις για αυτό το περίεργο σφαιρωτό σμήνος, οι επιστήμονες δεν μπορούν ακόμη και σήμερα να αποκλείσουν το ενδεχόμενο να μην δημιουργήθηκε στον Γαλαξία μας.
 
Εξάλλου, είναι γνωστό πως μερικά σμήνη προέρχονται από μικρότερους γαλαξίες, τους οποίους «καταβρόχθισε» ο Γαλαξίας μας διατηρώντας τα σφαιρωτά σμήνη τους.
 
«Ελπίζουμε πως την επόμενη χρονιά θα μπορέσουμε να κάνουμε περισσότερες φασματοσκοπικές παρατηρήσεις, ώστε να καταφέρουμε να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα», καταλήγει ο αστρονόμος.

Οι μαύρες τρύπες έχουν ένα όριο μεγέθους 50 δισεκατομμυρίων ηλιακών μαζών

blackholeΑκόμη και οι φαταούλες δεν μπορούν να φάνε τα πάντα. Όταν οι μαύρες τρύπες στα καρδιές των γαλαξιών διογκωθούν έως και 50 δισεκατομμύρια φορές τη μάζα του ήλιου μας, μπορεί να χάσουν τους δίσκους του αερίου που χρησιμοποιούν ως κοσμικά εκτροφεία.
 
Οι περισσότεροι γαλαξίες φιλοξενούν μια υπερβαρέα μαύρη τρύπα στο κέντρο τους. Γύρω από αυτήν είναι μια περιοχή του διαστήματος όπου μια ποσότητα αερίου εγκαθίσταται σε ένα δίσκο, που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τη μαύρη τρύπα. Το αέριο μπορεί να χάσει ενέργεια και έτσι να πέσει προς τα μέσα, τροφοδοτώντας τη μαύρη τρύπα. Αλλά αυτοί οι δίσκοι είναι γνωστό ότι είναι ασταθείς και επιρρεπείς για να καταρρεύσουν σε σχηματισμός άστρων.
 
Θεωρητικά, μια μαύρη τρύπα θα μπορούσε να αυξηθεί τόσο πολύ που να καταπίνει το σταθερό μέρος του δίσκου και να τον καταστρέφει. Ωστόσο, οι περισσότεροι επιστήμονες πίστευαν ότι οι μαύρες τρύπες δεν θα μπορούσαν στην πραγματικότητα να το επιτύχουν  αυτό. «Δεν συνέβη σε μας για να ανησυχείτε γι ‘αυτό, επειδή η μάζα που απαιτείται ήταν τόσο μεγάλη,» λέει ο Andrew King του πανεπιστημίου του Λέστερ.
 
Όμως υπήρχαν παρατηρησιακοί υπαινιγμοί ότι ένα τέτοιο όριο θα πρέπει να υπάρχει. Το 2008, μια ανεξάρτητη ομάδα με επικεφαλής τον Priya Natarajan του Πανεπιστημίου του Yale και του Ezequiel Treister του Πανεπιστημίου Concepcion στη Χιλή, θεώρησε πόσο πάρτι έκαναν οι μαύρες τρύπες στο πρώιμο σύμπαν και τι ελεύθερο διαθέσιμο αέριο είχαν για να το καταπιούν σε πρόσφατες εποχές.
Λαμβάνοντας υπόψη τι υλικό έχουν καταπιεί οι μαύρες τρύπες από την αυγή του σύμπαντος, όπως ισχυρίστηκαν, θα μπορούσαν οι μαύρες τρύπες να έχουν αναπτυχθεί σε μέγεθος περίπου 50 δισεκατομμύρια ηλιακές μάζες.
 
Μεγάλο εύρημα
Μετά την ανακάλυψη των πολύ μεγάλων μαύρων οπών κατά τα τελευταία χρόνια, ο Andrew King μπόρεσε να επανέλθει στο θέμα αυτό. Οι βαρύτερες μαύρες τρύπες που έχουμε έως τώρα δει έχουν μάζα έως και 40 δισεκατομμύρια φορές αυτής του ήλιου μας, η οποία οδήγησε τον Andrew King  να υπολογίσει πόσο μεγάλη θα πρέπει να είναι η μαύρη τρύπα για να μην σχηματισθεί ο δίσκος. Έτσι, υπολόγισε ότι με μια μάζα  50 δισεκατομμυρίων ηλιακών μαζών, τα προηγούμενα ευρήματα ταιριάζουν.
 
Χωρίς ένα δίσκο, η μαύρη τρύπα θα σταματήσει να αυξάνεται, καθιστώντας αυτό το νούμερο το ανώτατο όριο. Ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να μεγαλώνει κι άλλο, θα ήταν αν ένα αστέρι έπεφτε κατ ‘ευθείαν ή μια άλλη μαύρη τρύπα συγχωνευόταν με αυτήν. Αλλά καμιά διαδικασία θα την παχύνει τόσο αποτελεσματικά όσο ένας δίσκος αερίου. «Αν δεν συγχωνευθεί με ένα άλλο τέρας, δεν θα είχε σχεδόν καμία διαφορά στην μάζα της μια μαύρη τρύπα», λέει ο King.
 
Αν και ο Priya Natarajan έφτασε σε ένα παρόμοιο όριο, σκέφτεται ότι η προσέγγιση του King θα μπορούσε να είναι μια υπεραπλούστευση. Οι υπολογισμοί του King έχουν επικεντρωθεί στη σταθερότητα του δίσκου του αερίου, αλλά ο Natarajan υποστηρίζει ότι δεν μπορεί κανείς να αγνοήσει την ποσότητα του αερίου γύρω από τη μαύρη τρύπα.
 
Καθώς ένα θερμό αέριο περιστρέφεται πέφτοντας μέσα σε μια μαύρη τρύπα, το υπόλοιπο τμήμα του αέριου δίσκου εκπέμπει ακτίνες Χ, που ξεκαθαρίζει το περιβάλλον – κάτι που σημαίνει ότι μια μαύρη τρύπα που τροφοδοτείται πολύ γρήγορα με αέριο, μπορεί αργότερα να εμποδίσει να πέσει μέσα κι άλλο αέριο. Η διαθέσιμη ποσότητα του αερίου βοηθά να καθοριστεί πότε θα συμβεί αυτό.
«Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιβάλλον του κέντρου του γαλαξία στον οποίο είναι ενσωματωμένη η μαύρη τρύπα,» λέει ο Natarajan. «Δεν είναι αρκετό να δούμε μόνο την βαρυτικό σταθερότητα.»

Η λάσπη είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπουν το πρόσωπό τους αυτοί που τη ρίχνουν

Η λάσπη είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπουν το πρόσωπό τους αυτοί που τη ρίχνουν. Θα ‘πρεπε να την έχει πει κάποιος μεγάλος και πάνσοφος αυτή τη φράση αλλά επειδή κανείς δεν διεκδίκησε ποτέ την πατρότητά της, έμεινε ορφανή μα πάντα αληθινή.
 
Δυσώδη παράθυρα ανοίγουν μέσα στα σπίτια μας, στις ζωές μας, και ρυπαίνουν το περιβάλλον με τα διαπλεκόμενα λεγόμενά τους, με το ειρωνικό ύφος του δήθεν κατήγορου που όλα τα ξέρει και τίποτα δεν φοβάται, όντας λασπολόγοι. Ο διεστραμμένος τους εγκέφαλος έχει κάνει πάλι το θαύμα του. Εκτοξεύουν τα βέλη τους σε μορφή παρατηρήσεων που χαρακτηρίζονται από πικρά σχόλια. Πάντα άδικοι στους χαρακτηρισμούς και μικροί, πολύ μικροί μέσα στην επίμονη ενασχόλησή τους με τις πράξεις του άλλου. Διαταραγμένες προσωπικότητες με μια μόνιμη πεποίθηση ότι οι ίδιοι είναι τέλειοι.
 
Άνθρωποι  στην ουσία τους κομπλεξικοί, διότι περί αυτών πρόκειται, παραζαλισμένοι από την ποταπότητά τους και μην έχοντας κάτι αξιοσέβαστο να επιδείξουν, κουβαλώντας την ανεπάρκειά τους και υποφέροντας οικτρά, παρασύρονται από τη φαινομενική υποκειμενικότητά τους, κρατώντας στα λερωμένα τους χέρια  το λάβαρο της υποτιθέμενης ανωτερότητάς τους. Ελπίζουν συνειδητά με αυτόν τον τρόπο να γεμίσουν το κενό της ύπαρξής τους με ψεύδη. Άνθρωποι φρενοβλαβείς.
 
Τα κόμπλεξ και η μισαλλοδοξία δεν κάνουν διακρίσεις και δυστυχώς, αν ανήκεις στους καλοπροαίρετους αυτής της γης, μάλλον την έχεις ήδη πατήσει. Είναι αδίστακτοι οι αθεράπευτα κομπλεξικοί. Θα  χρησιμοποιήσουν πρόσωπα και καταστάσεις για να τονώσουν το (Ε)γώ τους. Το παν είναι να αποδείξουν μέσα στην ανυπαρξία τους  ότι το σύμπαν περιστρέφεται γύρω τους, ότι είναι δημοφιλείς, αξιαγάπητοι και τα συναφή. Η ανάγκη για αναγνώριση που εξελίχθηκε σε παθογένεια.
 
Στο στόχαστρο αυτών των παθολογικά ανασφαλών τύπων βρίσκονται επίσης και άνθρωποι με πνευματικό και κοινωνικο-οικονομικό υπόβαθρο που αρνούνται να υποκύψουν στην τάχα χειριστικότητά τους. Εκείνοι που αρνούνται να επηρεαστούν από τα τερτίπια της κουτοπονηριάς και που οι ομολογουμένως έντονες προσωπικότητές τους κερδίζουν εντυπώσεις ανεπιτήδευτα. Πώς να μπορέσει να φτάσει ο κομπλεξικός το μεγαλείο και την απλότητα του χαρισματικού ανθρώπου;
 
Ξεμπροστιάζοντας την παραμικρή σου αδυναμία και διατυμπανίζοντάς την ώστε να σιγουρευτούν πως έγινε γενικώς αντιληπτή, καλύπτουν τις δικές τους πολλαπλές αδυναμίες. Στρέφουν όλη την αρνητική προσοχή σε τρίτους ώστε να προκύπτουν οι ίδιοι αθώοι και αψεγάδιαστοι. Φυσικά και συνηθίζουν να  δείχνουν με το δάχτυλο εξαπολύοντας κρίσεις και επικρίσεις κατά πάντων, δημιουργώντας έτσι στα μάτια των άλλων το νέο εξιλαστήριο θύμα. Κάπως έτσι επιτυγχάνουν αυτή την περίφημη κατασκευή εντυπώσεων. Κι όλα αυτά μέχρι να αντιληφθούν ότι ρεζιλεύονται, αφού στην ουσία είναι θρασύδειλοι.
 
Γι’ αυτό μην πτοείσαι από το φαινομενικό θράσος όσων προσπαθούν να σε μειώσουν με κάθε ευκαιρία. Δεν έχουν άλλον τρόπο να νιώσουν οι ίδιοι άξιοι. Ο φθόνος είναι μία από τις κινητήριες δυνάμεις που θέτουν συνήθως σε λειτουργία τις επιθετικές άμυνες των κακοπροαίρετων. Πάγια τακτική πίσω από την οποία, θα τους βρεις πάντα να κρύβονται. Στη ζωή όμως, όπως και στο κρυφτό που παίζαμε μικροί, αυτός που ‘’μετράει’’ δεν κρύβεται.
 
Αν είσαι λίγο υποψιασμένος, όταν ένας τέτοιος άνθρωπος σου πει καλημέρα, κοίτα έξω και ψάξε το φεγγάρι. Αν όχι, αργά ή γρήγορα, θα βρεθείς μπλεγμένος, παρασυρμένος από τη δίνη της ψευτιάς τους.
 
Προσωπικά σήμερα απόλαυσα την παρέα του εαυτού μου και τον ευχαριστώ γι’ αυτό. Για όλα τα παραπάνω, η λύση είναι η κυνική τεμπέλικη αδιαφορία. Αυτή που σκοτώνει την τοξικότητα. Άλλωστε, δεν μπορεί να σε βλάψει αυτό που δεν επιτρέπεις να σε αγγίξει.
 
Τους αφήνουμε λοιπόν μέσα στο λίγο τους να ζουν.
 
Κρατάμε το επίπεδό μας ψηλά και συνεχίζουμε. Αδιαφορώντας.

A. Camus: Από το παρά-λογο στην εξ-έγερση

Αποτέλεσμα εικόνας για alber kamiΑλμπέρ Καμύ: 1913-1960

Τι είναι ο επαναστατημένος άνθρωπος;

Η περίπτωση του Καμύ παραπέμπει σε μια ιδιότυπη έκφανση της ανθρώπινης σκέψης, η οποία αρνείται να «εξορθολογίζεται» με όρους που υπαγορεύονται έξωθεν. Η βαρύτητα του έργου του, αν και ημιτελούς λόγω του άκαιρου θανάτου του, συνδέεται με μια πολύτροπη εμβίωση ολόκληρου του Είναι του ως ενός ανθρώπου που βρέθηκε μόνος μέσα στον μόνο δυνατό κόσμο. Έτσι, το στοχαστικό στοιχείο αυτού του έργου δεν προκύπτει ως συσσωρευμένη γνώση ή πληροφόρηση από στείρες ή καθηκοντολογικές αναγνώσεις, αλλά ως αναζήτηση, ως εν έργω διεκδίκηση εκείνης της πνευματικής διαύγειας, που θα τον οδηγούσε πέρα από αυθαίρετες ιδεολογικές κατασκευές, από θολές θεολογικο-μεταφυσικές ερμηνείες, από ατελέσφορες και ματαιόδοξες θεωρήσεις. Τέτοιες πτυχές του θεωρείν, πίστευε ακράδαντα, είναι σκοταδιστικές και μας καθηλώνουν, ανήμπορους να αντιδράσουμε, μέσα στη «λογική» ή τις «λογικές» ξένων προς εμάς, προς τη μοίρα του καθενός μας, αντιλήψεων και βιο-συστημάτων. Εραστής, ο ίδιος, του φωτός, του φυσικού φωτός της ζωής και μάλιστα της μεσογειακής ζωής, συγκεντρώνει πάντοτε το βλέμμα του όχι «στα αργότερα» ενός κόσμου, που δεν ξέρουμε πώς και πότε θα έλθει, αλλά στο παροντικό, στο άμεσο, στο πλούσιο, από γήινη ευφροσύνη και φως, εκάστοτε εδώ και τώρα υπάρχειν. Η φυσική ομορφιά, δηλαδή η φυσικότητα του Είναι μας, της συνείδησής μας, η μη εμπλεκόμενη ή μη παραδεδομένη μέσα στις παρεμβατικές και όχι λιγότερο επεμβατικές «εκλογικεύσεις» των επιτήδειων συστημικών εν παντί καιρώ, οφείλει να είναι η πηγή της ενότητάς μας. Η αληθινή μας ενότητα δεν ενδημεί σε κάποια βασίλεια του θεού, των πνευμάτων ή των «χαρισματικών» ηγεμόνων, αλλά στη σύζευξή μας με το φως του θνητού ήλιου. 

Το φυσικά όμορφο, το υπέρλαμπρο, το φωτεινό, το ευαίσθητο είναι πάντοτε θνητής υφής. Είναι η κατάσταση που γίνεται βιώσιμη στην (ή από την) απλή, καθαρή, σαφή, διαυγή συνείδηση· γι’ αυτό και η τελευταία παραμένει το αιτούμενο της καθημερινής μας βίωσης, το πρόταγμα μιας φιλοσοφικής στάσης ζωής. Και τούτο τίθεται με ακόμα πιο έντονη επίταση, όταν γνωρίζουμε ότι ο βαρύς «χειμώνας της ιστορίας» διατρέχει το πεπρωμένο μας και το καθορίζει, εν μέρει ή εν πολλοίς αναλόγως, χωρίς καν να μας ρωτήσει. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε την πολύκροτη ρήση του Χέγκελ: είναι πολύ λίγες οι λευκές σελίδες της ιστορίας. Τι εξέθρεψε και εκτρέφει έναν τέτοιο «χειμώνα της ιστορίας»; Η αποκλειστική υπερίσχυση του έλλογου στοιχείου, με το νόημα κυρίως του Διαφωτιστικού-μετα-Διαφωτιστικού εργαλειακού Λόγου, που μετέτρεψε τον κόσμο σε ένα μηχανικό κατασκεύασμα, σε ένα παρά-λογο πεδίο δαιμονικών δυνάμεων. Ο Καμύ, κατ’ αυτό τον τρόπο, ξεκινά για την αναζήτηση της δικής του βεβαιότητας, με τα προαναφερθέντα στην §1 χαρακτηριστικά, από τούτο το παρά-λογο του κόσμου: δηλαδή από την αίσθηση μιας μηχανιστικής λογικής, η οποία είναι αυτή τούτη η «λογική» του σύγχρονου μεσαίωνα. Ο μεσαιωνικός χαρακτήρας της έγκειται στο ότι απανθρακώνει την ανθρώπινη συνείδηση και παράγει, με βήματα μαθηματικής προόδου, το έγκλημα πάσης φύσεως. Η αίσθηση αυτού του παραλόγου είναι η αρχή της βεβαιότητάς του: αρχίζει να υπάρχει, μας λέει ο φιλόσοφος, όταν κινείται από μια τέτοια αίσθηση. Το αληθές αυτού του κατά Καμύ ergo sum ενυπάρχει στο γεγονός ότι η κυρίαρχη λογική του κόσμου και των πραγμάτων μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο από το παρατηρητήριο του παρά-λόγου με το εξής νόημα: αυτό που συναντάμε στη ζωή μας, κατά κύριο λόγο ηχεί και δρα παράλογα· όταν απρόσμενα μας κατακλύζει ένα τέτοιο αίσθημα του παραλόγου, αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε πως ο ανθρώπινος βίος έχει εκπέσει σε ένα είδος θεατρικής παράστασης· ο άνθρωπος γίνεται ξένος απέναντι και μέσα στη ζωή (του), εκτελεί απλώς ξένους ρόλους και κάθε είδους σεμνοτυφία, ηθικός καθωσπρεπισμός, πολιτικά δέοντα ενισχύουν έτι περισσότερο το αίσθημα ή την αίσθηση της ξενότητας.

Η εν λόγω αίσθηση του παραλόγου δεν είναι άγνωστη σε άλλους μεγάλους φιλοσόφους: απλώς εκφέρεται με την ιδιάζουσα στον καθένα γλώσσα. Η αλλοτρίωση, αποξένωση στον Χέγκελ και Μαρξ, η αγωνία στον Κίρκεγκωρ, η ανεστιότητα στον Χάιντεγκερ κ.λπ. –όλα τούτα είναι τρόποι για να διανοίγεται το ανθρώπινο Dasein στο φωτεινό μονοπάτι που του ταιριάζει. Ποιο φωτεινό μονοπάτι προ-τείνει ο Καμύ στον εαυτό του και κατ’ επέκταση σε μας; Εκείνο της εξ-έγερσης. Εάν η ιστορία του νεωτερικού ανθρώπου είναι ιστορία επικράτησης του παραλόγου, όχι λιγότερο είναι και ιστορία της εξέγερσης. Η έννοια της εξέγερσης προσλαμβάνει εδώ το χαρακτηριστικό νόημα μιας νέας, απόλυτα ελεύθερης από μεταφυσικές ή εξουσιαστικές χειραγωγήσεις, γεωμέτρησης της υπαρκτικής μας ζωής. Ο άνθρωπος καθίσταται πρωτίστως εσωτερικά ελεύθερος να σκεφτεί τα όρια της αυθυπαρξίας του και αναλόγως να δράσει εξωτερικά. Το ερώτημα που ανακύπτει εδώ είναι: από πού αντλεί τις αναγκαίες προϋποθέσεις ένα παράλογο έμβιο ον να εξεγείρεται; Από το γεγονός ότι αυτό και μόνο αυτό έχει εδραία αίσθηση της ανθρώπινης αξίας του, καθότι έχει γευθεί την «ταπείνωση» του ιστορικού του Είναι· γνωρίζει συνεπώς τι σημαίνει διαύγαση αυτού του Είναι και εναντιώνεται στην όποια εξωγενή ακύρωση τούτης της διαύγασης. Κινητήρια δύναμη της εξέγερσης είναι η ικανότητα του παράλογου να υπερβαίνει τη συνθήκη αδιαφορίας –που μας επιφυλάσσουν οι εκάστοτε καθεστωτικές δυνάμεις, γιατί έτσι διαιωνίζουν τον δικό τους εξουσιαστικό παραλογισμό– και να μετασχηματίζει την ανθρώπινη ύπαρξη σε ύπαρξη της απόφασης.

 Όταν η εν λόγω ύπαρξη είναι σε θέση να αποφασίζει, εξέρχεται από τη μοναξιά της παράλογης κατάστασης και συναντά τον άλλο ή την άλλη ύπαρξη. Κατ’ αυτό το πνεύμα, η κατά Καμύ εξέγερση, όπως πολύ σωστά έχει παρατηρήσει ο Στ. Ροζάνης, δεν ταυτίζεται με την επανάσταση, όπως ξέρουμε ως τώρα την τελευταία. Γιατί δεν ταυτίζεται; Επειδή η δεύτερη εναλλάσσει στην εξουσία το ένα υποκείμενο με ένα άλλο, άρα δεν καταργεί την ξενιτεία των ανθρώπων, ενώ η πρώτη είναι ένα κίνημα κοινωνικό και συγχρόνως όχι μόνο κοινωνικό, αλλά και κίνημα της συνείδησης ενάντια στο άρρυθμο των εξωτερικών παραγόντων. Το άρρυθμο αυτό καταπολεμείται μόνο από μια συνείδηση που αισθάνεται δυσαρμονία απέναντί του και όχι με αξιωματικές ρήσεις και αντιρρήσεις, που συνήθως μας «φιλεύουν» τα εναλλασσόμενα στην εξουσία καθεστωτικά μορφώματα. Η εξέγερση λοιπόν εγγίζει και αφορά τον επαναστατημένο άνθρωπο. Ο τελευταίος δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του στους «επαναστάτες» που υπόσχονται, μέσα από το πιο γενικόλογο, αφηρημένο, ανούσιο ιδεολογικό φλυαρείν, να του δώσουν πίσω τη χαμένη του άνοιξη. Ο επαναστατημένος άνθρωπος εξεγείρεται για χάρη του συγκεκριμένου και για να κερδίσει όλες τις πτυχές της ζωής του συγχρόνως. «Ανυπομονεί» να ευτυχήσει στο παρόν και όχι σε ένα αφηρημένο μέλλον. Ως εκ τούτου δεν λησμονεί, εν ονόματι οιωνδήποτε «επαναστατικών» καθηκόντων, τον παροντικό πόνο [=με το αρχέγονο νόημα εκ του πένομαι] της ύπαρξής του και του κόσμου ολόκληρου. Τότε είναι που απογυμνώνει τους «κυρίους του κόσμου» (Χέγκελ) από τις εξωϊστορικές, από τις «θείες» αρχές τους, δυνάμει των οποίων ποδοπατούν τη ρίζα της ανθρωπότητας.

M. Heidegger: Η γλώσσα είναι το Είναι μας

Αποτέλεσμα εικόνας για M. Heidegger: Η γλώσσα είναι το Είναι μαςΗ οντολογική μαρτυρία της γλώσσας

Όταν κανείς θέλει να κακοποιήσει στη ρίζα του ιστορικού του Είναι έναν λαό, τον στρέφει ενάντια στην οργάνωση της σκέψης του και του αφαιρεί έτσι κάθε δυνατότητα ιστορικής του ανα–και–αυτο–δημιουργίας. Τη στιγμή δε που η πλήρης αποδιοργάνωση της σκέψης είναι πλέον γεγονός, τότε συμβαίνει ό,τι ακριβώς εμπειρώμεθα στον ελλαδικό Ελληνισμό του σήμερα: οι παντελώς ανίκανοι επί του πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού, επιστημονικού πεδίου να βιάζονται να νομοθετήσουν, με περισσή αυταρέσκεια, και για τη γλωσσική παιδεία ενός ολόκληρου Έθνους· στην πράξη να αποσαθρώσουν, με διατάγματα και πολιτικές αποφάσεις, ό,τι έχει απομείνει από τα τελευταία ερείσματα της παιδείας και της γλώσσας. Η ολοσχερής πλέον και χωρίς προσχήματα επικράτηση της αγλωσσίας τώρα επιχειρείται με τη συρρίκνωση του ελληνικού αλφάβητου και τη μεταποίηση του όλου γλωσσικού οικοδομήματος, μέσω της κατάρρευσης [και] του γραμματικού συστήματος της γλώσσας, σε ένα άρρυθμο, αντι-αισθητικό, αντι-στοχαστικό συνονθύλευμα παραφθαρμένων λέξεων ή φράσεων. Η καθοριστική ληξιαρχική πράξη αποδόμησης της παιδείας και της γλώσσας συνέβη τη δεκαετία του ’80 από την κυριαρχούσα τότε πολιτική συντεχνία. Έκτοτε, η εκάστοτε συνειδητοποίηση των διαπραχθέντων γλωσσικών εγκλημάτων οδηγεί σε γενίκευση και όχι, όπως θα ήλπιζε κάθε νοήμων άνθρωπος, σε ανάσχεση της εν λόγω εγκληματικής στρατηγικής των πολιτικών. Το μέγεθος της αδιαφορίας τους, που εκδηλώνεται με τη μορφή της προαναφερθείσας βιασύνης προς α-γλωσσικό νομοθετείν, δείχνει αγιάτρευτη αναιμία σκέψης. Απαθείς μένουν και ουκ ολίγοι καθεστωτικοί «συγγραφείς-γλωσσολόγοι», σαν αυτούς ας πούμε που γράφουν τα σχετικά α-γλωσσικά εγχειρίδια. Το ύφος ζωής τους μαρτυρεί τραγική έλλειψη γλωσσικού αισθήματος, αλλά και αδιανόητη, ακόμη και για τον κοινό νου, ευήθεια σκέψης.

Εν τέλει, τι είναι η γλώσσα; Όργανο εξωτερίκευσης της σκέψης μας, κάποια ιδιαίτερη τέχνη του λόγου ή μήπως μια ρητορικώς φλυαρούσα συσκότιση του υπάρχοντος; Σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ, η γλώσσα είναι ο τόπος, όπου το λέγειν του ανθρώπου συναντάται με τον Λόγο ως πόλεμο. Ο Λόγος ως πόλεμος είναι αυτό τούτο το Είναι, το οποίο, ως «πατήρ πάντων» (Ηράκλειτος) καλεί τα όντα να φανερώνονται στις αντιθέσεις τους, στις διαφορές τους, στις αντιπαραθέσεις τους και συγχρόνως τα περι-συλ-λέγει μέσα στην αποκαλυμμένη, δια της αντιπαράθεσης τούτης, ενότητα της ύπαρξής τους. Αυτό το Είναι δεν είναι διαφορετικό από το Είναι εκάστου εξ ημών, άρα είναι αυτό που καλεί κι εμάς τους ίδιους προς το φως της αντιπαράθεσης. Η «φυλή» των αναφερθέντων στην §1 ενταφιαστών της γλώσσας [=νομοθετούντων, πολιτικολογούντων και «συγγραφέων-γλωσσολόγων» α-γλωσσικών εγχειριδίων], ως πνευματικά εκφυλισμένη, αγνοεί αντικειμενικά τον ως άνω Ηρακλείτειο-Χαϊντεγκεριανό πόλεμο. Αδυνατεί, εξ ανικανότητας λογισμού, να διακρίνει σ' αυτόν το Είναι που στοχάζεται τη γλώσσα. Γι' αυτό και πάντα ενεργεί ως παραπαίουσα και εσωτερικά διχασμένη φυλή. Όταν η γλώσσα λαμβάνεται ως σκέψη του Είναι, δηλαδή ως η στοχαστική του ικανότητα, σημαίνει, κατά τον Χάιντεγκερ, ότι αυτή δεν είναι ένα ηχητικό συμβάν ή ένα συνονθύλευμα τυχαίων γλωσσικών σημείων, όπως νηπιακά πιστεύουν οι ως άνω «γλωσσολόγοι-συγγραφείς», αλλά η διαρκής και ασφαλής περισυλλογή των καθέκαστων όντων μέσα στην πιο αρχέγονη ενότηττα του Είναι. Αυτή η Χαϊντεγκεριανή περισυλλογή περιέχει το ίδιο ακριβώς νόημα με τη μνημονευθείσα στην §1 οργάνωση της σκέψης. Ποια είναι τούτη η αρχέγονη ενότητα ή συναρμογή του Είναι (μας); Είναι η αρχέγονη-ποίηση (Urdictung), εντός της οποίας η λέξη δεν είναι απλώς μια λεκτική ήχηση ή συνήχηση, αλλά το ίδιο το Είναι, ο λόγος που παραπέμπει στην αποκαλυπτική ομιλία αυτού του Είναι. Με τούτο το νόημα λέει ο Χάιντεγκερ ότι αυτός που ομιλεί πρωταρχικά δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η γλώσσα, η οποία, ομιλώντας, μας διανοίγει στην αλήθεια του Είναι. Ως εκ τούτου, η ομιλία του ανθρώπου, που από άποψη ουσίας δεν είναι ξέχωρη από το Είναι του, οντολογικά μαρτυρείται ως συστατικό γνώρισμα της ομιλίας της γλώσσας, επομένως εκδιπλώνεται πάντοτε ως αντ-απόκριση σε ό,τι λέγει και συλ-λέγει ο Λόγος.
 
Από το έργο του Χάιντεγκερ: Επιλογή κειμένων για τη γλώσσα

1. «Η γλώσσα δεν είναι ούτε κάτι το υποκειμενικό ούτε κάτι το αντικειμενικό· επί της αρχής δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής της αβάσιμης διαφοροποίησης. Η γλώσσα, ως ιστορική στην εκάστοτε περίπτωση, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα γεγονός, όπου η εκθετότητα στο ον εξ ολοκλήρου εγχειρίζεται στο Είναι για να του ανταποκρίνεται. Η θελκτικότητα της κοιλάδας και η απειλή του βουνού και της μαινόμενης θάλασσας, το μεγαλείο των άστρων, η απορροφημένη ζωή στις ρίζες του φυτού και η ζωή σε κράτημα του ζώου, το υπολογισμένο φρένιασμα των μηχανών και η τραχύτητα του ιστορικού πράττειν, η τιθασευμένη μέθη για το έργο που δημιουργήθηκε και η ψυχρή παρατολμία του ερωτάν που καταγίνεται με τη γνώση, η σταθερή νηφαλιότητα της εργασίας και η σιωπηρότητα της καρδιάς – όλα αυτά είναι γλώσσα: το Είναι κερδίζει και χάνει μόνο μέσα στο συμβάν της γλώσσας. Η γλώσσα είναι η κυριαρχία του κέντρου (Mitte) του ιστορικού Dasein του λαού, του κέντρου που διαμορφώνει και διαφυλάττει έναν κόσμο».

2. «Η Λογική για μας δεν είναι κάτι που ένα άτομο θα μπορούσε να κατασκευάσει εν μια νυχτί και να το διαθέσει στην αγορά ως εγχειρίδιο. Η Λογική δεν είναι ούτε μπορεί να είναι για χάρη της Λογικής. Το ερωτάν της συμβαίνει ως η μέριμνα της γνώσης σχετικά με το Είναι του όντος, ένα Είναι που αποκτά ισχύ, όταν μέσα στη γλώσσα συμβαίνει η κυριαρχία του κόσμου».

3. «Η ουσία της γλώσσας δεν εκδηλώνεται εκεί, όπου η γλώσσα είναι παραφθαρμένη και ισοπεδωμένη, όπου τη διαστρεβλώνουν και την εξαναγκάζουν να μεταποιείται σε μέσο επικοινωνίας και όπου την υποβιβάζουν σε απλή έκφραση μιας λεγόμενης εσωτερικότητας. Η ουσία της γλώσσας αναπτύσσεται ως ουσία εκεί, όπου η γλώσσα συμβαίνει ως διαμορφωτική δύναμη του κόσμου, δηλαδή εκεί, όπου η γλώσσα εκ των προτέρων προεικονίζει, κατά πρώτο λόγο, το Είναι του όντος και το άγει σε συναρμογή. Η αρχέγονη γλώσσα είναι η γλώσσα της ποίησης. Ο ποιητής ωστόσο δεν είναι εκείνος που γράφει στίχους για το εκάστοτε σήμερα. Η ποίηση δεν αποτελεί κανέναν κατευνασμό για τα μικρά κορίτσια που ξετρελαίνονται, κανένα θέλγητρο για τους εστέτ που πιστεύουν ότι η τέχνη είναι για να την απολαμβάνουν και να τη γεύονται. Η αληθινή ποίηση είναι η γλώσσα εκείνου του Είναι, που ήδη προ πολλού μας έχει λεχθεί στο ομιλείν –ευρέως εκδιπλωμένο ενώπιόν μας– και το οποίο ακόμη ποτέ δεν έχουμε προϋπαντήσει. Γι’ αυτό, η γλώσσα του ποιητή δεν είναι ποτέ σημερινή, αλλά πάντοτε παρελθούσα και ελευσόμενη. Ο ποιητής δεν είναι ποτέ σύγχρονος. Οι σύγχρονοι ποιητές μπορεί πράγματι να εντάσσονται σε ενώσεις, αλλά παρά ταύτα παραμένουν ένας παραλογισμός. Η ποίηση και κατ’ επέκταση η καθαυτό γλώσσα συμβαίνει μόνο εκεί, όπου η κυριαρχία του Είναι άγεται στο υπέρτερο άθικτο του αρχέγονου λόγου/λέξης».

4. «Η γλώσσα δεν είναι ούτε μόνο το πεδίο έκφρασης ούτε μόνο το μέσο έκφρασης ούτε μόνο αμφότερα από κοινού. Ποίηση και σκέψη ποτέ δεν χρησιμοποιούν τη γλώσσα μόνο για να τις βοηθά να εκφράζονται· απεναντίας, ποίηση και σκέψη είναι εντός εαυτού το πρωταρχικό, ουσιώδες και γι’ αυτό το έσχατο ομιλείν που η γλώσσα ομιλεί μέσω του ανθρώπου».

Ortega y Gasset: ο μαζάνθρωπος χτες και σήμερα

Ορτέγκα υ Γκασσέτ: 1883–1955

Ο μαζάνθρωπος εναντίον του δημιουργού

Η έννοια του μαζανθρώπου έχει απασχολήσει τη φιλοσοφική σκέψη από τις πρώτες ακόμη εκ-δηλώσεις της, στο πλαίσιο της μακραίωνης ιστορικής της εξέλιξης. Ο Ηράκλειτος, για παράδειγμα, με πολλή ευστοχία μίλησε για τη μεγάλη μάζα των κοινών θνητών, που δεν καταλαβαίνουν τον καθολικό Λόγο και δεν έχουν συνείδηση του τι λέγουν και του τι πράττουν. Συμπεριφέρονται ως καθεύδοντες και μισούν θανάσιμα τους άριστους. Η έννοια του άριστου στον Ηράκλειτο ‒όπως και σε όλη την προσωκρατική, πλατωνική, αριστοτελική και διαχρονικά ως τη σύγχρονη φιλοσοφία‒ νοείται ποιοτικά και όχι ποσοτικά ή με κριτήρια υλικά, τουτέστι ταξικά. Η αντίληψη που ταυτίζει το άριστο ‒και τον άριστο‒ με τον οικονομικά ή πολιτικά ισχυρό και με τις παραφυάδες τους, κυρίαρχη κατά κόρον στις εποχές μας, είναι χυδαία και εκπορεύεται από κομματικές, πολιτικές, συντεχνιακές και παρόμοιες «συλλογικότητες» [=μειοψηφίες] μαζανθρώπων, ανίκανων δηλαδή καθ’ όλα αντιδημιουργικών όντων, σακάτηδων και εμπαθών κατά Νίτσε, που θέλουν να δομήσουν τη δική τους εξουσία και να εκμηδενίσουν καθετί ανώτερο και δημιουργικό: απαξιώνουν τις αυθεντικά ανώτερες αξίες, ενεργώντας όμως στο όνομά τους:

«όλες οι αξίες, με τις οποίες προσπαθήσαμε ως τώρα να κάνουμε τον κόσμο πρωτίστως αξιοεκτίμητο … και οι οποίες τελικά λειτούργησαν απαξιωτικά για τον κόσμο, … όλες αυτές οι αξίες, ιδωμένες ψυχολογικά, είναι αποτελέσματα συγκεκριμένων προοπτικών για ό,τι είναι χρήσιμο στη διατήρηση και την αύξηση των μορφωμάτων της ανθρώπινης κυριαρχίας: και μόνο ψεύτικα προβάλλονται στην ουσία των πραγμάτων» (Νιτσε: Ευρωπαϊκός Μηδενισμός, μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος, εκδ. Ηριδανός 2017, σσ. 67-68).

Σε άλλο πάλι σημείο του ίδιου έργου γίνεται έτι περαιτέρω αποκαλυπτικός ο Νίτσε:

«το κατώτερο είδος («αγέλη», «μάζα», «κοινωνία») ξεσυνηθίζει τη σεμνότητα και διογκώνει τις ανάγκες του σε σημείο που να τις μεταποιεί σε κοσμικές και μεταφυσικές αξίες. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ολόκληρη η ύπαρξη κατρακυλά στον εκχυδαϊσμό: γιατί, στο μέτρο που κυβερνά η μάζα, τυραννά τις εξαιρέσεις, έτσι ώστε αυτές-εδώ να χάνουν την πίστη στον εαυτό τους και να γίνονται μηδενιστές… Παρακμή και ανασφάλεια όλων των ανώτερων τύπων· ο αγώνας ενάντια στη μεγαλοφυία («λαϊκή ποίηση» κ.λπ.). Συμπόνοια για τους κατώτερους και τους δεινοπαθούντες ως μέτρο για το ύψος/ανάστημα της ψυχής. Λείπει ο φιλόσοφος, ο ερμηνευτής της πράξης και όχι απλώς ο μετα-ποιητής της» (Νίτσε, ό.π., σσ. 84-85).

Ο ισπανός φιλόσοφος Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασσέτ ανήκει στους λίγους εκείνους φιλοσόφους που εννοούν τη φιλοσοφική δημιουργία ως έναν τιτάνιο πνευματικό αγώνα στα σταυροδρόμια και στις δημόσιες πλατείες. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για τον αγώνα που επιτρέπει σε έναν λαό να αποκτά ιστορική συνείδηση, να την εσωτερικεύει και συναφώς να αναγνωρίζει τη βαρύτητα των εκάστοτε ιστορικών στιγμών, που διέρχεται ο ίδιος ως έθνος ή κράτος, αλλά και ως μέρος ενός συνολικότερου κόσμου, ας πούμε του κόσμου της Ευρώπης. Αυτός ο κόσμος σήμερα είναι επίφοβος, εκθέτει σε θανάσιμους κινδύνους τους λαούς που συντάσσονται ή ταυτίζονται μαζί του. Ο ιστορικός του ορίζοντας είναι σκοτεινός και μέσα σε τούτη τη σκοτεινότητα έχει καταδικαστεί, προς το παρόν, να ζει και ο ελληνικός λαός με δική του ευθύνη. Την ίδια στιγμή, τα ανθρώπινα άτομα έχουν αποτύχει ως τώρα να οργανώσουν μια μετα-καπιταλιστική κοινοτική ζωή με υψηλό επίπεδο εμβίωσης, όπου η κοινωνία, ως επι-κοινωνία, δεν θα είναι συνονθύλευμα συμφερόντων και συμφεροντολόγων –καληώρα σαν τις βάρβαρες συντεχνίες του τηλεοπτικού θεάματος [=μαζικές συναυλίες για τους «δεινοπαθούντες»] ή τους παντός είδους πολιτικο-ιδεολογικούς [τους] κομισάριους– αλλά αυθεντική κοινότητα ενδιαφερόντων και δημιουργών πάνω σε μια κοινή υποστασιακή-πνευματική βάση.

 Όπως επισημαίνει ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ, το γεγονός σήμερα στην κοινωνία είναι η απόλυτη μαζοποίησή της, χωρίς τούτο να σημαίνει πως η μαζοποίηση είναι απροϋπόθετα αρνητικό χαρακτηριστικό· απλώς αποτυπώνει μια πραγματικότητα, που αποβαίνει καλή ή κακή από τους δρώντες και τα δρώμενα. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, διευκρινίζει ο ισπανός φιλόσοφος, «η κοινωνία είναι πάντοτε η δυναμική ενότητα δυο παραγόντων: των μειοψηφιών και των μαζών» (Η εξέγερση των μαζών, σ. 38). Πώς εννοεί τις μειοψηφίες και πώς τις μάζες; Στις μειοψηφίες συγκαταλέγει «άτομα ή ομάδες ατόμων με ιδιαίτερες ιδιότητες» (ό.π.). Είναι οι ίδιοι περίπου σαν τους ανώτερους τύπους του Νίτσε. Οι ιδιαίτερες ιδιότητές τους δεν έχουν να κάνουν με αλαζονικές συμπεριφορές περί ανώτερων ανθρώπων, αλλά θεμελιωδώς με το γεγονός ότι τα άτομα αυτά είναι τα πιο δημιουργικά «που έχουν μεγάλες αξιώσεις από τους εαυτούς τους και πάνω τους σωρεύουν δυσκολίες και καθήκοντα» (ό.π., σ. 40). Πριν αξιώσουν από τους άλλους οτιδήποτε, πρώτα το αξιώνουν από τον εαυτό τους. Επομένως δεν είναι οι αισχρές μειοψηφίες των «εκπροσώπων» ή «αντιπροσώπων» που απαιτούν από τους [=απατούν τους] άλλους και στο όνομα των άλλων «ολοκλήρωση», «τελειοποίηση», «αξιοθέτηση», «δημοκρατία» «σοσιαλισμό» κ.λπ., χωρίς να απαιτούν όλα τούτα πρωτίστως από τον εαυτό τους. Στη μάζα, απεναντίας, ο φιλόσοφος εντάσσει τον μέσο άνθρωπο, που δεν διεκδικεί τίποτα πέρα από εκείνα τα δικαιώματα που τον κάνουν να είναι μάζα. Λαός, ως μάζα, συνιστά μια αφαίρεση, κατά Χάιντεγκερ, θεμελιωμένη στη μεταφυσική θεώρηση των πραγμάτων.

Ο μέσος άνθρωπος είναι αυτός που ακολουθεί μιμητικά τις μαζικές συμπεριφορές, δεν διαφοροποιείται από τον κοινό τρόπο σκέψης και έτσι δεν αξιώνει τίποτα περισσότερο ή ιδιαίτερο από τον εαυτό του πέρα από αυτό που του υπαγορεύει η μάζα ή η μαζική υστερία της στιγμής. Μεταποιείται έτσι σε μαζάνθρωπο, χωρίς δημιουργικές ικανότητες και με μοναδικό στόχο, συνειδητά ή μη-συνειδητά, από εξουσιαζόμενος να γίνει εξουσιαστής. Αυτοί είναι, όπως μοναδικά σημειώνει ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ,«απλοί φελλοί που επιπλέουν στα κύματα» (ό.π.). Αυτοί οι φελλοί διεκδικούν πάντοτε μια θέση στο προσκήνιο της κοινωνικής, πολιτικής, πολιτιστικής και πνευματικής ζωής. Πώς τη διεκδικούν; Με το να θέλουν να υποσκελίσουν, παντί τρόπω, τα δημιουργικά άτομα ή τις δημιουργικές ομάδες ατόμων: «η μάζα πιστεύει πως έχει το δικαίωμα να επιβάλει και να δώσει ισχύ νόμου σε κοινοτοπίες που γεννήθηκαν στα καφενεία» (ό.π., σ. 42). Πόσα, για παράδειγμα, ικανότερα και αξιότερα άτομα της δημοσιογραφίας ή της δημόσιας πληροφόρησης δεν υποσκελίζονται κάθε στιγμή από τα απαίδευτα τρωκτικά της συνδικαλιστικής-πολιτικής συντεχνίας που έχει εγκατασταθεί εντός και εκτός οργανισμών της δημόσιας πληροφόρησης. Τα τρωκτικά αυτά – και όλα τα παρόμοια στους διάφορους κοινωνικούς τόπους– γνωρίζουν πως δεν υπερβαίνουν το κοινότοπο, το μέτριο, το συμφεντορολογικό· κι όμως βρίσκουν το θράσος να διεκδικούν το αιώνιο ρίζωμα του δικού τους εξουσιασμού. Σε ένα τέτοιο ρίζωμα αποβλέπουν και τα αντιαισθητκά μαζικά θεάματα των ημερών μας στο όνομα πάντα της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας του λαού. Να γιατί πιο αφηρημένη έννοια απ’ αυτή του λαού δεν έχει εφευρεθεί έως σήμερα. Όπως διευκρινίζει και ο Χάιντεγκερ, με απόλυτη σαφήνεια, ο λαός, ως τέτοιος, έχει συγκεκριμένη ιστορικότητα μόνο στο μέτρο που διέπεται από μια φιλοσοφία, π.χ. όπως η φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων. Ποια είναι η σημερινή φιλοσοφία αυτού που ονομάζεται λαός; Ο άρτος, τα θεάματα και τα τσιφτετέλια των δεινοπαθούντων πολιτικάντηδων.

Τετάρτη 19 Ιουλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ συντάξεως (26-31)

[26] Σκέψασθε δ᾽ ἅ τις κεφάλαι᾽ ἂν ἔχοι [τῶν πραγμάτων] εἰπεῖν τῶν τ᾽ ἐκείνοις πεπραγμένων καὶ τῶν ὑμῖν, ἂν ἄρ᾽ ὑμῶν αὐτῶν ἀλλ᾽ ἐκ τούτων γε δύνησθε γενέσθαι. πέντε μὲν καὶ τετταράκοντ᾽ ἔτη τῶν Ἑλλήνων ἦρξαν ἑκόντων ἐκεῖνοι, πλείω δ᾽ ἢ μύρια τάλαντ᾽ εἰς τὴν ἀκρόπολιν ἀνήγαγον, πολλὰ δὲ καὶ καλὰ καὶ πεζῇ καὶ ναυμαχοῦντες ἔστησαν τρόπαια, ἐφ᾽ οἷς ἔτι καὶ νῦν ἡμεῖς φιλοτιμούμεθα. καίτοι νομίζετ᾽ αὐτοὺς ταῦτα στῆσαι, οὐχ ἵνα θαυμάζωμεν ἡμεῖς θεωροῦντες αὐτά, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ μιμώμεθα τὰς τῶν ἀναθέντων ἀρετάς.

[27] ἐκεῖνοι μὲν δὴ ταῦτα· ἡμεῖς δ᾽, ὅσης ἅπαντες ὁρᾶτ᾽ ἐρημίας ἐπειλημμένοι, σκέψασθ᾽ εἰ παραπλήσια. οὐ πλείω μὲν ἢ χίλια καὶ πεντακόσια τάλαντ᾽ ἀνήλωται μάτην εἰς τοὺς τῶν Ἑλλήνων ἀπόρους, ἐξανήλωνται δ᾽ οἵ τ᾽ ἴδιοι πάντες οἶκοι καὶ τὰ κοινὰ τῇ πόλει καὶ τὰ παρὰ τῶν συμμάχων, οὓς δ᾽ ἐν τῷ πολέμῳ συμμάχους ἐκτησάμεθα, οὗτοι νῦν ἐν τῇ εἰρήνῃ ἀπολώλασιν;

[28] ἀλλὰ νὴ Δία ταῦτα μόνον τότ᾽ εἶχε βέλτιον ἢ νῦν, τὰ δ᾽ ἄλλα χεῖρον. πολλοῦ γε καὶ δεῖ, ἀλλ᾽ ὅ τι βούλεσθ᾽ ἐξετάσωμεν. οἰκοδομήματα μέν γε καὶ κόσμον τῆς πόλεως, ἱερῶν καὶ λιμένων καὶ τῶν ἀκολούθων τούτοις, τοιοῦτον καὶ τοσοῦτον κατέλιπον ἐκεῖνοι ὥστε μηδενὶ τῶν ἐπιγιγνομένων ὑπερβολὴν λελεῖφθαι, προπύλαια ταῦτα, νεώσοικοι, στοαί, τἄλλα, οἷς ἐκεῖνοι κοσμήσαντες τὴν πόλιν ἡμῖν παρέδωκαν·

[29] τὰς δ᾽ ἰδίας οἰκίας τῶν ἐν δυνάμει γενομένων οὕτω μετρίας καὶ τῷ τῆς πολιτείας ὀνόματι ἀκολούθους ὥστε τὴν Θεμιστοκλέους καὶ τὴν Κίμωνος καὶ τὴν Ἀριστείδου καὶ τῶν τότε λαμπρῶν οἰκίαν, εἴ τις ἄρ᾽ ὑμῶν οἶδεν ὁποία ποτ᾽ ἐστίν, ὁρᾷ τῆς τοῦ γείτονος οὐδὲν σεμνοτέραν οὖσαν.

[30] νῦν δ᾽, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, δημοσίᾳ μὲν ἡ πόλις ἡμῶν τὰς ὁδοὺς ἀγαπᾷ κατασκευάζουσα καὶ κρήνας καὶ κονιάματα καὶ λήρους (καὶ οὐ τοῖς εἰσηγησαμένοις ταῦτ᾽ ἐπιτιμῶ, πολλοῦ γε καὶ δέω, ἀλλ᾽ ὑμῖν, εἰ ταῦθ᾽ ἱκανὰ ὑμῖν αὐτοῖς ὑπολαμβάνετ᾽ εἶναι), ἰδίᾳ δ᾽ οἱ τῶν κοινῶν ἐπί τῳ γεγενημένοι οἱ μὲν τῶν δημοσίων οἰκοδομημάτων σεμνοτέρας τὰς ἰδίας οἰκίας κατεσκευάκασιν, οὐ μόνον τῶν πολλῶν ὑπερηφανωτέρας, οἱ δὲ γῆν συνεωνημένοι γεωργοῦσιν ὅσην οὐδ᾽ ὄναρ ἤλπισαν πώποτε.

[31] τούτων δ᾽ αἴτιον ἁπάντων, ὅτι τότε μὲν ὁ δῆμος δεσπότης ἦν καὶ κύριος ἁπάντων, καὶ ἀγαπητὸν ἦν παρ᾽ ἐκείνου τῶν ἄλλων ἑκάστῳ καὶ τιμῆς καὶ ἀρχῆς καὶ ἀγαθοῦ τινὸς μεταλαμβάνειν, νῦν δὲ τοὐναντίον κύριοι μὲν τῶν ἀγαθῶν οὗτοι, καὶ διὰ τούτων ἅπαντα πράττεται, ὁ δὲ δῆμος ἐν ὑπηρέτου καὶ προσθήκης μέρει, καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶθ᾽ ἃν οὗτοι μεταδιδῶσι λαμβάνοντες.

***
[26] Σκεφθείτε ποια σημαντικά κατορθώματα των προγόνων σας θα μπορούσε να αναφέρει κανείς και ποια δικά σας, αν ίσως από τη σύγκριση αυτών μπορέσετε να συνέλθετε. Επί σαράντα πέντε χρόνια εκείνοι είχαν την ηγεμονία των Ελλήνων με τη συγκατάθεσή τους· συσσώρευσαν στην Ακρόπολη περισσότερα από δέκα χιλιάδες τάλαντα· έστησαν πολλά και ωραία τρόπαια για νίκες και στη στεριά και στη θάλασσα, για τα οποία ακόμη και σήμερα νιώθουμε περήφανοι. Σκεφθείτε όμως ότι αυτοί έστησαν τα τρόπαια αυτά, όχι για να τα βλέπουμε και να τα θαυμάζουμε, αλλά και για να μιμούμαστε τις αρετές αυτών που τα αφιέρωσαν.

[27] Αυτά λοιπόν έπραξαν οι πρόγονοί μας· όσο για μας όμως, που κερδίσαμε ένα τόσο καθαρό πεδίο όσο όλοι βλέπετε, σκεφθείτε αν τα επιτεύγματά μας είναι παραπλήσια (: ανάλογα). Δεν έχουμε σπαταλήσει χωρίς λόγο πάνω από χίλια πεντακόσια τάλαντα για τους φτωχούς Έλληνες; Δεν έχουν εξανεμιστεί όλες οι ιδιωτικές περιουσίες, τα χρήματα του δημοσίου και οι συμμαχικές εισφορές; Δεν έχουν χαθεί σήμερα σε καιρό ειρήνης οι σύμμαχοι που αποκτήσαμε σε καιρό πολέμου;

[28] Αλλά, μα τον Δία, μόνο ως προς αυτά ήταν καλύτερα τότε τα πράγματα από ό,τι είναι τώρα, ενώ ως προς τα άλλα ήταν χειρότερα. Κάθε άλλο· αλλ᾽ ας εξετάσουμε οποιαδήποτε περίπτωση θέλετε. Τα κτίρια τουλάχιστον και τα στολίδια της πόλης που άφησαν εκείνοι πίσω τους, ναούς, λιμάνια και τα συνακόλουθα, ήταν τόσο ωραία και τόσο λαμπρά, ώστε να μην έχει απομείνει σε κανέναν από μας τους μεταγενέστερους ελπίδα (: δυνατότητα) να τα ξεπεράσουμε, εννοώ τα Προπύλαια αυτά εδώ, τα νεώρια, τις στοές και τα άλλα γενικά, με τα οποία εκείνοι στόλισαν την πόλη και μας την κληροδότησαν.

[29] Οι ιδιωτικές κατοικίες όμως όσων άσκησαν την εξουσία ήταν τόσο λιτές και τόσο σύμφωνες με το ήθος του πολιτεύματος, ώστε, αν τυχόν κάποιος από σας γνωρίζει ποιο είναι το σπίτι του Θεμιστοκλή, του Κίμωνα και του Αριστείδη και των τότε επιφανών ανδρών, διαπιστώνει ότι αυτό δεν είναι σε τίποτε πολυτελέστερο από το σπίτι του γείτονά τους.

[30] Σήμερα, Αθηναίοι, αντίθετα, η πόλη μας στο δημόσιο τομέα αρέσκεται να επισκευάζει τους δρόμους και τις κρήνες, να ασχολείται με σοβατίσματα και ανοησίες (και δεν κατακρίνω αυτούς που εισηγήθηκαν αυτές τις βελτιώσεις, κάθε άλλο, αλλά εσάς, αν φαντάζεστε ότι αυτά σας ικανοποιούν προσωπικά)· στον ιδιωτικό τομέα όμως όσοι έχουν αποκτήσει κάποιο δημόσιο αξίωμα, άλλοι έχουν χτίσει ιδιωτικές κατοικίες όχι απλώς ωραιότερες από τα περισσότερα δημόσια οικοδομήματα, αλλά και επιβλητικότερες, ενώ άλλοι έχουν αγοράσει και καλλιεργούν εκτάσεις που δεν έλπισαν ποτέ ως τώρα ούτε και στο όνειρό τους.

[31] Η αιτία όλων αυτών είναι ότι τότε αφέντης και κύριος όλων ήταν ο λαός και ο καθένας από τους υπόλοιπους ήταν ευχαριστημένος να δέχεται από εκείνον τιμές, εξουσία και κάθε άλλην ανταμοιβή· τώρα όμως, αντίθετα, αυτοί είναι κύριοι των αγαθών, μέσω αυτών γίνεται η διαχείριση όλων, ενώ ο λαός είναι υπηρέτης, άνθρωποι της προσκολλήσεως, και εσείς είστε ευχαριστημένοι να παίρνετε όσα σας μοιράζουν οι αφέντες σας.

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗ

Αποτέλεσμα εικόνας για αριστοφανησΟΡΓΑΝΩΣΗ
 
Ὁ ἀ­ριθ­μός τῶν ἔρ­γων πού μπο­ροῦ­σαν νά πα­ρα­στα­θοῦν σέ κά­θε θε­α­τρι­κό δι­α­γω­νι­σμό ἦ­ταν προ­κα­θο­ρι­σμέ­νος, καί ἔ­τσι ἔ­πρε­πε νά γί­νει ἐ­πι­λο­γή ἀ­νά­με­σα στούς ποι­η­τές πού εἶ­χαν νά πα­ρου­σιά­σουν ἔρ­γα τους. Ἡ εὐ­θύ­νη γιά τήν ἐ­πι­λο­γή αὐ­τή εἶ­χε ἀ­να­τε­θε­ σέ ἀ­ξι­ω­μα­τού­χους πού δι­ο­ρί­ζον­ταν κά­θε χρό­νο μέ κλῆ­ρο. Εἶ­ναι ἀ­πί­θα­νο οἱ ἄ­ξι­ω­μα­τοῦ­χοι αὐ­τοί νά εἶ­χαν εἰ­δι­κά προ­σόν­τα γιά νά κρί­νουν θε­α­τρι­κά ἔρ­γα - εἶ­χαν ἄλ­λω­στε τό­σα πολ­λά καί ποι­κί­λα κα­θή­κον­τα, ὥ­στε - ἐ­κτός ἄν συμ­βου­λεύ­ον­ταν γνω­στούς τους, εἰ­δι­κούς στά θε­α­τρι­κά (ἀ­να­λαμ­βά­νον­τας φυ­σι­κά οἱ ἴ­διοι τήν εὐ­θύ­νη τῆς τε­λι­κῆς ἀ­πό­φα­σης) - τό πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι νά δι­ά­λε­γαν τό σί­γου­ρο δρό­μο, δί­νον­τας με­γά­λη προ­τε­ραι­ό­τη­τα στούς δρα­μα­τι­κούς συγ­γρα­φεῖς, ὅ­σους εἶ­χαν ἡ­δη πο­λύ γε­ρά ἑ­δραι­ω­μέ­νη φή­μη. Οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τοῦ­χοι ἄρ­χι­ζαν τήν ἐ­τή­σια θη­τεί­α τους λί­γο με­τά τά μέ­σα τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, ἕ­ξι ἡ ἑ­πτά μῆ­νες πρίν ἀ­πό τά Λή­ναι­α - στό δι­ά­στη­μα αὐ­τό ὁ­ποι­ος δρα­μα­τι­κός ποι­η­τής δέν ἦ­ταν σέ θέ­ση νά ὑ­πο­σχε­θεῖ ρη­τά ὅ­τι θά ὑ­πο­βά­λει ἔρ­γο, ἴ­σως μά­λι­στα καί νά πε­ρι­γρά­ψει μέ ἀρ­κε­τές λε­πτο­μέ­ρει­ες τό πε­ρι­ε­χό­με­νό του, κιν­δύ­νευ­ε νά χά­σει τήν εὐ­και­ρί­α. Βέ­βαι­α κά­θε συγ­γρα­φέ­ας εἶ­χε τή δυ­να­τό­τη­τα ὡς τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή νά προ­σθέ­τει στό κεί­με­νο του ἐ­πί­και­ρους ὑ­παι­νιγ­μούς (στόν Ἀ­ρι­στο­φά­νη ἐν­το­πί­ζου­με ὁ­ρι­σμέ­να τέ­τοι­α χω­ρί­α) - ὑ­πάρ­χουν ὅ­μως ἐκ τῶν πραγ­μά­των ὁ­ρια σέ τέ­τοι­ες ἀλ­λα­γές καί προ­σθῆ­κες, ὅ­ταν ἔ­χουν ἀρ­χί­σει οἱ δο­κι­μές: ἐ­ξε­τά­ζον­τας τή σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στό θέ­μα ἑ­νός ἀ­ρι­στο­φα­νι­κοῦ ἔρ­γου καί στήν πο­λι­τι­κή κα­τά­στα­ση τήν ἐ­πο­χή της πα­ρά­στα­σης δέν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νά ξε­χνοῦ­με ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τή ἦ­ταν κα­μιά φο­ρά ἀρ­κε­τά δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό ὁ,τι τήν ἐ­πο­χή πού γρα­φό­ταν τό ἔρ­γο.
 
Ὁ δρα­μα­τι­κός συγ­γρα­φέ­ας ἦ­ταν συ­νή­θως, ἄλ­λα ὄ­χι ἀ­ναγ­κα­στι­κά, καί πα­ρα­γω­γός (δι­δά­σκα­λος) τοῦ ἔρ­γου του· στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης τά τρί­α πρῶ­τα ἔρ­γα του (Δαι­τα­λεῖς, Βα­βυ­λώ­νιοι καί Ἀ­χαρ­νε­ς) τά ἐμ­πι­στεύ­τη­κε σέ κά­ποι­ον Καλ­λί­στρα­το γιά νά τά «δι­δά­ξει», καί με­ρι­κά ἀ­πό τά τε­λευ­ταῖ­α του στόν Φι­λω­νί­δη. Τούς ὑ­πο­κρι­τές τούς ὑ­πό­δει­χνε καί τούς μι­σθο­δο­τοῦ­σε τό κρά­τος - τή δα­πά­νη ὅ­μως γιά τή συν­τή­ρη­ση, τήν ἐν­δυ­μα­σί­α καί τήν ἄ­σκη­ση τοῦ χο­ροῦ (ὁ κω­μι­κός χο­ρός εἶ­χε εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις χο­ρευ­τές) τήν ἐ­πω­μι­ζό­ταν ἕ­νας χο­ρη­γός - ὁ ὅ­ρος πρέ­πει ἀρ­χι­κά νά σή­μαι­νε τόν «ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ χο­ροῦ», ἀλ­λά τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη σή­μαι­νε κυ­ρί­ως αὐ­τόν πού θά ὀ­νο­μά­ζα­με σή­με­ρα δι­ευ­θυν­τή πα­ρα­γω­γῆς (manager). Ἡ ἀ­θη­να­ϊ­κή πο­λι­τεί­α δέν εἰ­σέ­πρατ­τε ἄ­με­σους φό­ρους ἀ­πό τά εἰ­σο­δή­μα­τα, οὔ­τε κάν ἐ­φά­παξ εἰ­σφο­ρές ἀ­πό τους πλου­σί­ους, πα­ρά μό­νο σέ πο­λύ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις· ἔ­τσι, τά ἔ­σο­δα πού χρει­ά­ζον­ταν γιά τίς ἐ­σω­τε­ρι­κές δα­πά­νες τά συγ­κέν­τρω­ναν ὡς ἕ­να βαθ­μό ἀ­πό τήν ἔμ­με­ση φο­ρο­λο­γί­α, ἡ ἀ­πό τήν ἀ­νά­θε­ση με­γά­λου μέ­ρους τῆς δα­πά­νης γιά τίς γι­ορ­τές, τίς τε­λε­τές καί τή συν­τή­ρη­ση τῶν πο­λε­μι­κῶν πλοί­ων σέ ἰ­δι­ῶ­τες, πού ἡ δη­λω­μέ­νη πε­ρι­ου­σί­α τους ἔ­φτα­νε νά κα­λύ­ψει τίς δα­πά­νες αὐ­τές. Ἀ­πό τους Βα­τρά­χους, 367:
 
ὅ­ποι­ος ρή­το­ρας λέ­ει νά κο­πεῖ ἡ ἀ­μοι­βή / τῶν ποι­η­τῶν,
 
μα­θαί­νου­με ὅ­τι ὁ κω­μω­δι­ο­γρά­φος πλη­ρω­νό­ταν δέν ξέ­ρου­με ὅ­μως πό­ση ἦ­ταν ἡ ἀ­μοι­βή του καί πό­σον και­ρό πρίν ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση ἄρ­χι­ζε νά κα­τα­βάλ­λε­ται.
 
Στά Με­γά­λα (κα­τ’ ἄ­στυ) Δι­ο­νύ­σια συ­να­γω­νί­ζον­ταν τρεῖς τρα­γι­κοί ποι­η­τές, κα­θέ­νας μέ τρεῖς τρα­γω­δί­ες καί ἕ­να σα­τυ­ρι­κό δρά­μα, ἐ­νῶ οἱ κω­μω­δι­ο­γρά­φοι ἔ­πρε­πε νά ὑ­πο­βά­λουν ἕ­να μό­νο ἔρ­γο ὁ κα­θέ­νας. Φαί­νε­ται ὅ­τι σέ κα­θε­μί­α ἀ­πό τίς τρεῖς μέ­ρες τίς ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νες σέ θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις ἔ­παι­ζαν πρῶ­τα τίς τρεῖς τρα­γω­δί­ες καί τό σα­τυ­ρι­κό δρά­μα ἑ­νός τρα­γι­κοῦ, καί κα­τό­πιν μιά κω­μω­δί­α: αὐ­τό του­λά­χι­στον συ­νά­γε­ται λο­γι­κά ἀ­πό ἕ­να χω­ρί­ο τῶν Ὄρ­νι­θων (786-789), ὅ­που ὁ χο­ρός τῶν που­λι­ῶν ἀ­να­πτύσ­σει τά πλε­ο­νε­κτή­μα­τα πού ἔ­χει κα­νείς ἄν δι­α­θέ­τει φτε­ρά:
 
Νά, ἄν κά­νεις ἀ­πό σᾶς τούς θε­α­τές ἦ­ταν φτε­ρω­τός καί ἔ­πει­τα πει­νοῦ­σε καί δέν τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ χο­ροί τῶν τρα­γι­κῶν, θά ἔ­φευ­γε ἀ­πό τό θέ­α­τρο πε­τών­τας, θά πή­γαι­νε σπί­τι του νά κόλα­τσί­σει, καί χορ­τά­τος ἔ­πει­τα θά γύ­ρι­ζε, πε­τών­τας πά­λι, σέ ἐ­μᾶς τούς κω­μι­κούς νά ξα­να­κά­τσει.
 
Δέν μᾶς εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς γνω­στό ποι­ά ἦ­ταν ἡ σει­ρά πα­ρά­στα­σης τῶν ἔρ­γων πρίν ἀ­πό τόν πε­λο­πον­νη­σια­κό πό­λε­μο, ὅ­ταν τό πρό­γραμ­μα στά Με­γά­λα Δι­ο­νύ­σια πε­ρι­λάμ­βα­νε πέν­τε κω­μω­δί­ες, ἡ ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν κα­θι­ε­ρώ­θη­κε πά­λι τό προ­πο­λε­μι­κό σχῆ­μα. Ἄ­γνω­στο μᾶς εἶ­ναι καί τό πρό­γραμ­μα στά Λή­ναι­α, ὅ­που πα­ρου­σί­α­ζαν λι­γό­τε­ρες τρα­γω­δί­ες.
 
Τό σῶ­μα τῶν κρι­τῶν, πού ἀ­πο­φά­σι­ζαν στό τέ­λος τῆς γι­ορ­τῆς τήν ποι­ο­τι­κή κα­τά­τα­ξη τῶν ἔρ­γων, ἐ­κλε­γό­ταν τήν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή μέ κλῆ­ρο ἀ­πό κα­τα­λό­γους προ­σώ­πων πού εἶ­χαν ὑ­πο­βά­λει οἱ δέ­κα φυ­λές - οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι πο­λί­τες ἦ­ταν χω­ρι­σμέ­νοι ὅ­λοι σέ δέ­κα φυ­λές. Οἱ κρι­τές ἦ­ταν δέ­κα, ἕ­νας ἀ­πό κά­θε φυ­λή, καί ἡ τε­λι­κή ἀ­πό­φα­ση βα­σι­ζό­ταν σέ τυ­χαί­α ἐ­πι­λο­γή μέ κλῆ­ρο τῶν πέν­τε ἀ­πό τίς δέ­κα προ­σω­πι­κές προ­τι­μή­σεις τους. Δέν ξέ­ρου­με μέ ποι­ά κρι­τή­ρια κα­ταρ­τί­ζον­ταν οἱ δέ­κα ἀρ­χι­κοί κα­τά­λο­γοι τῶν ὑ­πο­ψή­φι­ων κρι­τῶν.
 
Στό κεί­με­νο τῶν κω­μω­δι­ῶν βρί­σκου­με κα­μιά φο­ρᾶ εἰ­δι­κές ἀ­να­φο­ρές στό ἀ­κρο­α­τή­ριο· αὐ­τές φαί­νε­ται νά προ­ϋ­πο­θέ­τουν ὅ­τι οἱ θε­α­τές ἦ­ταν μό­νο ἄν­τρες καί ἀ­γό­ρια. Δύ­ο ὅ­μως χω­ρί­α στούς Νό­μους τοῦ Πλά­τω­να (658a-d καί 817c) ἐ­πι­τρέ­πουν νά συμ­πε­ρά­νου­με ὅ­τι, του­λά­χι­στον τήν ἐ­πο­χή τα­ῆς συγ­γρα­φῆς τῶν Νό­μων (μέ­σα τοῦ 4ου αἰ­ώ­να), οἱ γυ­ναῖ­κες μπο­ροῦ­σαν νά πα­ρα­κο­λου­θοῦν πα­ρα­στά­σεις ὅ­λων τῶν δρα­μα­τι­κῶν εἰ­δῶν[1]. Δέν ἔ­χου­με σο­βα­ρό λό­γο νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι στό θέ­μα αὐ­τό ὑ­πῆρ­χε δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στήν ἐ­πο­χή τοῦ Πλά­τω­να καί τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη. Εἶ­ναι πο­λύ φυ­σι­κό νά ἀ­να­φέ­ρει ἕ­νας κω­μι­κός ποι­η­τής ὅ­τι τό κοι­νό του εἶ­ναι ἀν­τρι­κό: στήν Ἀ­θή­να, οἱ κρί­σεις καί οἱ προ­τι­μή­σεις τῶν ἀν­τρῶν εἶ­χαν βα­ρύ­τη­τα καί ἀ­πο­φα­σι­στι­κή ση­μα­σί­α γιά τό κύ­ρος καί τή φή­μη τοῦ ποι­η­τῆ· θε­τι­κές ἐκ­δη­λώ­σεις ἐ­πι­δο­κι­μα­σί­ας ἤ ἀ­πο­δο­κι­μα­σί­ας ἀ­πό γυ­ναῖ­κες δέν θά ἦ­ταν κα­λο­δε­χού­με­νες μπρο­στά σέ ἄν­τρες. Δέν πρέ­πει, νο­μί­ζω, νά πι­στέ­ψου­με ὅ­τι μιά γυ­ναί­κα - ἐ­κτός ἄν ἦ­ταν ἱ­έ­ρεια καί κα­θό­ταν στό ἕ­δρα­νο πού προ­βλε­πό­ταν γιά τό ἀ­ξί­ω­μα της - θά μπο­ροῦ­σε, χω­ρίς νά θε­ω­ρη­θεῖ ἀ­πρέ­πεια αὐ­τό πού κά­νει, νά κά­θε­ται ὅ­σο στε­κό­ταν ὄρ­θιος ἕ­νας ἄν­τρας, ἤ νά στέ­κε­ται καί νά βλέ­πει ἄ­νε­τα τό ἔρ­γο, ὅ­ταν ἕ­νας ἄν­τρας ἔ­στε­κε πί­σω μέ­σα στό συ­νω­στι­σμό καί δέν μπο­ροῦ­σε νά δεῖ. Τό πι­θα­νό­τε­ρο εἶ­ναι νά κά­θον­ταν πρῶ­τα οἱ ἐ­νή­λι­κοι Ἀ­θη­ναῖ­οι[2], καί πί­σω ἀ­πό αὐ­τούς νά συ­νω­στί­ζον­ταν γυ­ναῖ­κες, παι­διά, ξέ­νοι καί δοῦ­λοι, προ­σπα­θών­τας νά δοῦν ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν κα­λύ­τε­ρα τό ἔρ­γο.
 
Οἱ ἐ­λεύ­θε­ρες Ἀ­θη­ναῖ­ες πο­λί­τισ­σες ἔ­πρε­πε νά συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται μέ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια καί νά κοκ­κι­νί­ζουν εὔ­κο­λα - θά ἔ­λε­γε λοι­πόν κα­νείς ὅ­τι ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀν­τί­φα­ση ἀ­νά­με­σα στήν κοι­νω­νι­κή αὐ­τή ἀ­παί­τη­ση καί στή θυ­μη­δί­α πού θά προ­κα­λοῦ­σε στίς γυ­ναῖ­κες ἡ ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη χυ­δαι­ό­τη­τα τῆς ἀ­ρι­στο­φα­νι­κῆς κω­μω­δί­ας. Σέ κοι­νω­νί­ες ὅ­μως ὅ­που ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ ἄλ­λου φύ­λου ἐ­πι­βάλ­λει με­γά­λους πε­ρι­ο­ρι­σμούς στή γυ­ναι­κεί­α συμ­πε­ρι­φο­ρά, βρί­σκου­με κα­μιά φο­ρά νά ὑ­πάρ­χει τό ἴ­διο με­γά­λη ἐ­λευ­θε­ρί­α ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες συ­ζη­τοῦν με­τα­ξύ τους. Ἄν λοι­πόν οἱ γυ­ναῖ­κες φρόν­τι­ζαν νά μα­ζεύ­ον­ται ὅ­λες μα­ζί κά­που χω­ρι­στά ἀ­πό τους ἄν­τρες τους στίς κω­μι­κές πα­ρα­στά­σεις, στίς φαλ­λι­κές λι­τα­νεῖ­ες κτλ., δέν θά ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τε πού νά τίς ἐμ­πο­δί­ζει νά δι­α­σκε­δά­ζουν. Ὅ­σο γιά τά ἀ­γό­ρια, οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι θε­ω­ροῦ­σαν αὐ­το­νό­η­το ὅ­τι τά δι­α­σκέ­δα­ζαν τά χυ­δαῖ­α χω­ρα­τά. Στίς Νε­φέ­λες, 538 κ.ε., ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης ἀ­να­φέ­ρει ἕ­ναν τύ­πο στο­λῆς ὑ­περ­βο­λι­κά φαλ­λι­κῆς, καί λέ­ει πώς ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νη «γιά νά γε­λοῦν τά μι­κρά παι­διά».
 
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
 
Ὅ­ταν σή­με­ρα στε­κό­μα­στε κά­τω ἀ­πό τήν Ἀ­κρό­πο­λη καί κοι­τά­ζου­με τό θέ­α­τρο, σχε­δόν ὅ­λα ὅ­σα βλέ­που­με ἀ­νή­κουν στήν ἑλ­λη­νι­στι­κή ἤ τή ρω­μα­ϊ­κή ἐ­πο­χή. Μέ τίς ἀ­να­σκα­φές μπο­ρέ­σα­με νά ἀ­να­συν­θέ­σου­με μέ ἀρ­κε­τές λε­πτο­μέ­ρει­ες τό θέ­α­τρο ὅ­πως ἦ­ταν με­τά τήν κυ­ρι­ό­τε­ρη ἀ­νοι­κο­δό­μη­σή του, πρός τά τέ­λη τοῦ 4ου π. Χ. αἰ­ώ­να. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη, τά ἐ­ρεί­πια τῶν θε­ά­τρων πού σώ­ζον­ται σέ ἄλ­λα μέ­ρη τοῦ ἑλ­λη­νι­κο­ΰ κό­σμου μᾶς βο­η­θοῦν νά συμ­πλη­ρώ­σου­με τή γε­νι­κή εἰ­κό­να μας γιά τό σχέ­διο τοῦ ἀρ­χαί­ου ἑλ­λη­νι­κο­ΰ θε­ά­τρου ἐ­κεί­νης τα­ῆς ἐ­πο­χῆς. Ὡ­στό­σο ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης προ­η­γεῖ­ται χρο­νι­κά μι­σόν αἰ­ώ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρο· μι­κρό μό­νο μέ­ρος ἀ­πό τό ὅ­λο σύμ­πλεγ­μα τῶν θε­με­λί­ων, πού ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ θε­ά­τρου στήν Ἀ­θή­να, μπο­ρεῖ νά θε­ω­ρη­θεῖ τό­σο πρώ­ι­μο[3]. Γιά νά φαν­τα­στοῦ­με τό θέ­α­τρο ὅ­πως ἦ­ταν ὅ­ταν παί­ζον­ταν τά ἀ­ρι­στο­φα­νι­κά ἔρ­γα[4], πρέ­πει νά συν­δυ­ά­σου­με τά ἐ­λά­χι­στα αὐ­τά λεί­ψα­να (α) μέ συμ­πε­ρά­σμα­τα πού συ­νά­γου­με ἀ­πό νε­ώ­τε­ρα θέ­α­τρα, (β) μέ τά λί­γα κα­τα­το­πι­στι­κά στοι­χεῖ­α πού μᾶς πα­ρα­δί­δουν ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς, καί (γ) μέ τά ὅ­σα μᾶς κά­νουν νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὁ­ρι­σμέ­να χω­ρί­α στίς ἴ­δι­ες τίς κω­μω­δί­ες τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη.
 
Τά βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ ἀ­ρι­στο­φα­νι­κο­ΰ θε­ά­τρου ἦ­ταν (α) ἕ­νας κυ­κλι­κός χῶ­ρος (ἡ ὀρ­χή­στρα - ὀρ­χοῦ­μαι=χο­ρεύ­ω) μέ δι­ά­με­τρο εἴ­κο­σι πε­ρί­που μέ­τρα, (β) ἕ­νας ἀ­νη­φο­ρι­κός χῶ­ρος γιά τούς θε­α­τές (τό κοῖ­λον), μέ ὁ­μό­κεν­τρες σει­ρές ἀ­πό κα­θί­σμα­τα, πού πε­ρι­βάλ­λουν κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό βο­ρει­ο­δυ­τι­κό ἡ­μι­κύ­κλιο τῆς ὀρ­χή­στρας, καί (γ) ἕ­να κτί­σμα (ἡ σκη­νή)[5] στά νο­τι­ο­α­να­το­λι­κά της ὄρ­χη­στρας, κά­θε­το πρός τόν ἄ­ξο­να πού δι­χο­το­μεῖ τό κοῖ­λον καί τήν ὀρ­χή­στρα, μέ με­γά­λους δι­α­δρό­μους δε­ξιά καί ἀ­ρι­στε­ρά (εἴ­σο­δοι ἤ, ἀρ­γό­τε­ρα, πά­ρο­δοι) γιά τήν προ­σπέ­λα­ση στήν ὀρ­χή­στρα. Ὁ Ξε­νο­φῶν ἀ­να­φέ­ρει στήν Κύ­ρου Παι­δεί­α (6, 1, 54) ἕ­ναν πύρ­γο μέ ξύ­λα χον­τρά ὥ­σπερ τρα­γι­κῆς σκη­νῆς, καί ἔ­τσι μα­θαί­νου­με ὅ­τι τό σκη­νι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα ἦ­ταν ξύ­λι­νο, ἀ­κό­μη καί ὡς τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ξε­νο­φών­τα, τό πρῶ­το μι­σό τοῦ 4ου π.Χ. αἰ­ώ­να. Στή λ. τρα­γι­κῆς πε­ρι­έ­χε­ται καί τό κω­μι­κῆς: ὅ­λα τά εἴ­δη τῶν ἔρ­γων παί­ζον­ταν στό ἴ­διο θέ­α­τρο, καί δέν ὑ­πῆρ­χε σέ κοι­νή χρή­ση λέ­ξη πού νά κα­λύ­πτει (ὅ­πως σή­με­ρα τό «δρα­μα­τι­κός») ὅ­λα τά θε­α­τρι­κά εἰ­δη.
 
Ἐ­ξε­τά­ζον­τας τά ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ θε­ά­τρου τῆς Ἐ­ρέ­τριας, πού ἀ­νή­κει στόν 4ο π.Χ. αἰ­ώ­να, συμ­πε­ραί­νου­με ὅ­τι ἡ πε­ρι­ο­χή ἀ­μέ­σως μπρο­στά ἀ­πό τό σκη­νι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα ἦ­ταν κά­πως ψη­λό­τε­ρη ἀ­πό τήν ὀρ­χή­στρα· τό ἴ­διο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό φαί­νε­ται νά προ­ϋ­πο­θέ­τουν καί γιά τό ἀ­θη­να­ϊ­κό θέ­α­τρο ὁ­ρι­σμέ­να χω­ρί­α τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη. Με­ρι­κά ἀ­πό αὐ­τά ἐ­πι­δέ­χον­ται καί ἄλ­λες ἑρ­μη­νεῖ­ες· ἕ­να ὅ­μως χω­ρί­ο εἶ­ναι σχε­δόν ἀ­δύ­να­το νά ἐρ­μη­νευ­τεῖ ἀλ­λι­ῶς: στούς Σφῆ­κες, 1341-1344, ὁ γέ­ρος γυ­ρί­ζει ἀ­πό τό γλέν­τι σέρ­νον­τας μα­ζί του τήν αὐ­λη­τρί­δα κά­ποι­ου ἄλ­λου. Τῆς λέ­ει:
 
Ἐ­σύ ἔ­λα, χρυ­σο­μά­μου­νό μου, ἀ­νέ­βα·
πιά­σου, κρα­τή­σου ἀ­π’ τό σκοι­νά­κι τοῦ­το·
ναί, πιά­σου, ἀλ­λ’ ἀ­πα­λά, για­τ’ εἶ­ναι σά­πιο·
ὡ­στό­σο λί­γο τρί­ψι­μο τό θέ­λει.
 
Εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι σκοι­νά­κι ὀ­νο­μά­ζε­ται στό κεί­με­νο ὁ με­γά­λος τε­χνη­τός φαλ­λός πού ἀ­πο­τε­λοῦ­σε μό­νι­μο στοι­χεῖ­ο στήν ἀμ­φί­ε­ση τοῦ κω­μι­κο­ϋ ἡ­θο­ποι­οῦ· οἱ λέ­ξεις ὅ­μως εἶ­ναι δι­α­λεγ­μέ­νες σάμ­πως ἡ κο­πέ­λα νά ἀ­νέ­βαι­νε σκά­λα ἤ κλι­μα­κο­στά­σιο ἀ­πό­το­μο μέ ἕ­να σκοι­νί στό πλά­ι γιά ὁ­δη­γό. Ἄν στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὁ Φι­λο­κλέ­ων καί τό κο­ρί­τσι προ­χω­ροῦ­σαν πρός τήν κα­τεύ­θυν­ση τῆς σκη­νῆς περ­πα­τών­τας σέ τε­λεί­ως ἴ­σιο ἐ­πί­πε­δο, χω­ρίς νά ἀ­νε­βοῦν οὔ­τε ἕ­να σκα­λο­πά­τι, τό­τε στό χω­ρί­ο αὐ­τό δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με οὔ­τε πῶς πρέ­πει νά παί­ξουν οἱ ἠ­θο­ποι­οί, οὔ­τε για­τί σκέ­φτη­κε ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης νά τό δι­α­μορ­φώ­σει ἔ­τσι. Πα­ράλ­λη­λα, ἕ­να δυ­ό σκα­λο­πά­τια θά ἔ­φτα­ναν γιά νά δι­και­ο­λο­γή­σουν τό ἀ­στεῖ­ο. Δέν πρέ­πει νά φαν­τα­στοῦ­με τούς ἠ­θο­ποι­ούς πά­νω σέ πραγ­μα­τι­κά ψη­λή σκη­νή, ἀ­πο­κομ­μέ­νους ἀ­πό τό χο­ρό πού ἔ­παι­ζε κά­τω στήν ὀρ­χή­στρα· πολ­λά ἀ­πό ὅ­σα συμ­βαί­νουν στήν κω­μω­δί­α καί στήν τρα­γω­δί­α (ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν ὁ χο­ρός φαί­νε­ται νά τρι­γυ­ρί­ζει κά­ποι­ον καί νά τοῦ ἐ­πι­τί­θε­ται) προ­ϋ­πο­θέ­τουν ἐ­λευ­θε­ρί­α κι­νή­σε­ως ἀ­νά­με­σα στήν ὀρ­χή­στρα καί στό χῶ­ρο μπρο­στά στή σκη­νή[6] - οἱ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κές μαρ­τυ­ρί­ες ὅ­μως μᾶς δεί­χνουν ὅ­τι ἡ ὑ­πε­ρυ­ψω­μέ­νη σκη­νή (τό λο­γεῖ­ον) ἀ­πο­τέ­λε­σε νε­ω­τε­ρι­σμό τῆς ἑλ­λη­νι­στι­κῆς ἐ­πο­χῆς.
 
Τά θε­α­τρι­κά ἔρ­γα παί­ζον­ταν στό ὕ­παι­θρο μέ τό φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας - ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νά δη­μι­ουρ­γη­θεῖ τε­χνη­τό σκο­τά­δι. Ὅ­ταν λοι­πόν ὁ δρα­μα­τουρ­γός ἡ­θε­λε νά πα­ρα­στή­σει δρά­ση στά σκο­τει­νά (ὅ­πως π.χ. ἀρ­χή ἀρ­χή στίς Νε­φέ­λες καί στούς Σφῆ­κες, κα­θώς καί στούς τε­τρα­κό­σιους πρώ­τους στί­χους στίς Ἐκ­κλη­σι­ά­ζου­σες) ἔ­πρε­πε νά ἐ­ξη­γή­σει μέ τά λό­για τῶν ἠ­θο­ποι­ῶν στούς ἀ­κρο­α­τές ὅ­τι δέν εἶ­χε ἀ­κό­μη ξη­με­ρώ­σει - ἀ­πό ἐ­δῶ καί πέ­ρα τό ἀ­κρο­α­τή­ριο ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τή φαν­τα­σί­α του.[7] Κά­τι ἀ­νά­λο­γο συμ­βαί­νει καί μέ τή δρά­ση σέ κλει­στό χῶ­ρο: πράγ­μα­τα πού κα­νο­νι­κά ἔ­πρε­πε νά γί­νον­ται μέ­σα σέ κά­ποι­ο κτί­ριο, στό θέ­α­τρο πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἀ­ναγ­κα­στι­κά νά γί­νον­ται στό ὕ­παι­θρο, καί ὑ­πάρ­χουν πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­που ἡ κά­πως ἀ­φύ­σι­κη αὐ­τή κα­τά­στα­ση γί­νε­ται αἰ­σθη­τή. Στήν Εἰ­ρή­νη π.χ., ὅ­ταν ὁ Τρυ­γαῖ­ος φτά­νει στήν κα­τοι­κί­α τῶν θε­ῶν καί χτυ­πᾶ τήν πόρ­τα τους, ἀ­νοί­γει ὁ Ἑρ­μῆς καί τοῦ ἀ­ναγ­γέλ­λει ὅ­τι οἱ θε­οί με­τα­κό­μι­σαν καί ἄ­φη­σαν τό πα­λιό τους σπί­τι στόν θε­ό Πό­λε­μο. Στόν στ. 232 κ.ε. ὁ Ἑρ­μῆς λέ­ει:
 
Μά πά­ω· για­τί μοῦ φαί­νε­ται πώς βγαί­νει (ὁ Πό­λε­μος)·
ἀ­κού­ε­ται κρό­τος μέ­σα­θε.
 
Ὁ Ἑρ­μῆς φεύ­γει, ὁ Τρυ­γα­ϊ­ος κρύ­βε­ται κά­που ἀ­πό­με­ρα, καί ὁ Πό­λε­μος βγαί­νει μέ τό δοῦ­λο του τόν Κυ­δοι­μό γιά νά κο­πα­νή­σει σ’ ἕ­να γου­δί ὑ­λι­κά πού συμ­βο­λί­ζουν τίς δι­ά­φο­ρες ἑλ­λη­νι­κές πό­λεις. Ὅ­ταν ἑ­τοι­μα­στεῖ τό μεῖγ­μα, ὁ Πό­λε­μος στέλ­νει τόν Κυ­δοι­μό νά φέ­ρει τό γου­δό­χε­ρο· αὐ­τός ὅ­μως γυ­ρί­ζει μέ ἄ­δεια χέ­ρια, καί τε­λι­κά ὁ Πό­λε­μος τοῦ λέ­ει (287 κ.ε.):
 
Μπά­σε ξα­νά τα’ ἀγ­γειά· θά μπῶ στό σπί­τι
καί μό­νος μου θά φτιά­ξω στουμ­πι­στή­ρι.
 
Ἔ­τσι, ὁ Πό­λε­μος, ὁ Κυ­δοι­μός καί τά θε­α­τρι­κά τους σκεύ­η ξα­ναμ­παί­νουν στό σπί­τι, καί ἄν ἀ­πο­ροῦ­με για­τί χρει­ά­στη­κε νά βγά­λουν τά σκεύ­η ἔ­ξω, ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ὅ­τι ὁ ποι­η­τής δέν εἶ­χε ἄλ­λο τρό­πο νά μᾶς δεί­ξει τί συ­νέ­βαι­νε. Οἱ ἄρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ζοῦ­σαν στό ὕ­παι­θρο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἐ­μᾶς· ὅ­σο οἰ­κεί­α ὅ­μως καί ἄν τούς ἦ­ταν ἡ ὑ­παί­θρια ἐρ­γα­σί­α καί δι­α­σκέ­δα­ση, θά ἔ­νι­ω­σαν ὁ­πωσ­δή­πο­τε κά­ποι­ο στοι­χεῖ­ο θε­α­τρι­κῆς τα­χυ­δα­κτυ­λουρ­γί­ας στίς Νε­φέ­λες, 631-633: ὁ Στρε­ψιά­δης ἔ­χει μό­λις γί­νει δε­κτός ὡς μα­θη­τής στό σω­κρα­τι­κό φρον­τι­στή­ριο· καί ὁ Σω­κρά­της βγαί­νει ἀ­πό τό σχο­λεῖ­ο ἀ­πελ­πι­σμέ­νος μέ τή βλα­κεί­α τοῦ μα­θη­τή του:
 
                                                 ...ὡ­στό­σο
θά τόν φω­νά­ξω ἐ­δῶ στό φῶς. Στρε­ψιά­δη!
Γιά πά­ρε τό σο­φά καί κο­πί­α­σε ἔ­ξω.
 
Σέ προ­η­γού­με­νο χω­ρί­ο (195-199) εἴ­χα­με πλη­ρο­φο­ρη­θεῖ ὅ­τι οἱ μα­θη­τές τοῦ Σω­κρά­τη γί­νον­ται χλω­μοί καί κα­κο­μοί­ρη­δες, για­τί ὑ­πο­χρε­ώ­νον­ται νά ζοῦν κλει­σμέ­νοι μέ­σα καί νά μή βγαί­νουν στό ὕ­παι­θρο. Τό ἀ­στεῖ­ο αὐ­τό ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται, καί τό λη­σμο­νοῦ­με τώ­ρα πού χρει­ά­ζε­ται νά δοῦ­με μπρο­στά μας τίς δυ­σκο­λί­ες τοῦ Στρε­ψιά­δη νά κα­τα­λά­βει ὅ­σα προ­σπα­θεῖ νά τοῦ δι­δά­ξει ὁ Σω­κρά­της.
 
Me ὅ­σα εἴ­πα­με ὡς τώ­ρα θά ἔ­γι­νε φα­νε­ρό ὅ­τι τό ἀ­θη­να­ϊ­κό κοι­νό δέν μπο­ροῦ­σε νά ἔ­χει με­γά­λες ἀ­παί­τη­σεις στό θέ­μα τῆς θε­α­τρι­κῆς ψευ­δαί­σθη­σης - ἴ­σως μά­λι­στα ὁ ὅ­ρος ψευ­δαί­σθη­ση νά μήν εἶ­ναι κα­τάλ­λη­λος γιά θε­α­τρι­κές με­θό­δους, ὅ­ταν αὐ­τές συν­τε­λοῦν στή δη­μι­ουρ­γί­α φαν­τα­στι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων πο­λύ λι­γό­τε­ρο ἀ­πό ὅ­σο τά λό­για τοῦ κει­μέ­νου καί ἡ συμ­με­το­χή τοῦ κοι­νο­ϋ.
 
Κα­θώς δέν ὑ­πῆρ­χε αὐ­λαί­α, τά ὑ­λι­κά πού χρει­ά­ζον­ταν γιά τήν ἐ­ναρ­κτή­ρια σκη­νή πρέ­πει νά τά το­πο­θε­τοῦ­σαν στή θέ­ση τους, προ­τοῦ ἀρ­χί­σει ἡ πα­ρά­στα­ση, μπρο­στά στά μά­τια τῶν θε­α­τῶν - καί ὅ­ταν ἡ σκη­νή αὐ­τή πε­ρι­λαμ­βά­νει (ὅ­πως στίς Νε­φέ­λες καί στούς Σφῆ­κες) κά­ποι­ον πού κοι­μᾶ­ται, πρέ­πει καί αὐ­τός, λί­γο πρίν ἀ­πό τήν πα­ρά­στα­ση, νά περ­πα­τοῦ­σε μπρο­στά στούς θε­α­τές καί νά πή­γαι­νε νά πά­ρει στά­ση κοι­μι­σμέ­νου. Αὐ­τό βέ­βαι­ά μας φαί­νε­ται πα­ρά­ξε­νο, για­τί εἴ­μα­στε συ­νη­θι­σμέ­νοι σέ κλει­στά θέ­α­τρα καί σέ αὐ­λαῖ­ες· εἶ­ναι ὅ­μως ἀμ­φί­βο­λο ἄν μιά θε­α­τρι­κή μέ­θο­δος μπο­ρεῖ νά φα­νεῖ πα­ρά­λο­γη ἡ ἀ­δέ­ξια, ἡ ὅ­πως­δή­πο­τε ἀ­πα­ρά­δε­κτη, σέ ἕ­να κοι­νό πού δέν γνώ­ρι­ζε οὔ­τε ἄ­με­σα οὔ­τε ἔμ­με­σα, ἀ­πό δι­η­γή­σεις, ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πιό ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κές δι­α­δι­κα­σί­ες. Μό­νο ὅ­ταν κά­τι γί­νει μιά φο­ρά σω­στά, ἀρ­χί­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι νά κρί­νουν τά λά­θη πού γί­νον­ταν ὡς τό­τε· τό κοι­νό ὅ­μως τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη, πού ἔ­ζη­σε ἀ­πό τό­σο κον­τά τίς πρω­ταρ­χές τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ θε­ά­τρου, εἶ­ναι πο­λύ πι­θα­νό νά ἀ­γνο­οῦ­σε πολ­λά ἀ­πό τά θε­α­τρι­κά προ­βλή­μα­τα πού ἔ­χει λύ­σει ὁ νε­ώ­τε­ρος πο­λι­τι­σμός μας.
 
Σέ ἕ­να ση­μεῖ­ο τῆς Εἰ­ρή­νης, ἀ­φοῦ λευ­τε­ρω­θεῖ ἡ θε­ά Εἰ­ρή­νη ἀ­πό τή βα­θιά σπη­λιά ὅ­που τήν ἔ­χει φυ­λα­κί­σει ὁ Πό­λε­μος, ὁ χο­ρός ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά κρα­τᾶ στά χέ­ρια του ἐρ­γα­λεῖ­α καί σκοι­νιά, χρή­σι­μα ὡς τώ­ρα, ἄλ­λα ἄ­χρη­στα ἀ­πό δῶ κι ἐμ­πρός ὡς τό τέ­λος τοῦ ἔρ­γου. Ὁ κο­ρυ­φαῖ­ος λέ­ει (729-733):
 
στόν Τρυ­γαῖ­ο         Στό κα­λό, στό κα­λό·
στό χο­ρό                  τώ­ρ’ ἄς δώ­σουμ ἐ­μεῖς
                                  στούς βο­η­θούς μας αὐ­τά πού κρα­τοῦ­με,
                                  νά μήν πά­ει καί τά χά­σου­με· ξέ­ρε­τε δά,
                                  στίς σκη­νές τρι­γυ­ρί­ζου­νε πάν­τα
                                πλῆ­θος κλέ­φτες, ἀ­τσί­δες, πού πᾶ­νε σκυ­φτοί
                                κι ὁ,τι βρο­ϋ­νε τ' ἅρ­πα­ζουν καί φεύ­γουν.
στούς βο­η­θούς       Παι­διά, πάρ­τε τά, ἐ­λᾶ­τε· πολ­λή προ­σο­χή·
στό χο­ρό                  στούς θε­α­τές ἐ­μεῖς τώ­ρα θά ποῦ­με
                                ὅ­σα κρύ­βου­με στό νοῦ μας καί τῶν λό­γων τή σει­ρά.
 
Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀ­σά­φεια στή λέ­ξη ἀ­κό­λου­θοι, πού με­τα­φρά­στη­κε «βο­η­θοί» καί πού θά μπο­ροῦ­σε νά ση­μαί­νει «δοῦ­λοι μας», δη­λα­δή ὄ­χι ὁ­μά­δα δού­λων, πού ἀ­νή­κουν στό χο­ρη­γό καί βγαί­νουν ξαφ­νι­κά γιά νά μα­ζέ­ψουν τά ὑ­λι­κα ἀ­πό τήν ὀρ­χή­στρα, ἀλ­λά βου­βά πρό­σω­πα, πού ἀ­πό τήν ἀρ­χή ὡς τό τέ­λος πα­ρι­στά­νουν τούς δού­λους τῶν γε­ωρ­γῶν -με­λῶν τοῦ χο­ροῦ. Ἴ­σως ὅ­μως ἡ ἀ­σά­φεια νά μήν εἶ­ναι μό­νο γλωσ­σι­κή: Ἄν βρι­σκό­μα­σταν σέ ἕ­να ἀρ­χαῖ­ο ἑλ­λη­νι­κό σπί­τι καί κου­βεν­τι­ά­ζα­με μέ τόν κύ­ριο τοῦ σπι­τιοῦ, οὔ­τε κάν θά προ­σέ­χα­με τά πη­γαι­νέ­λα τῶν δού­λων πού θά κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν κά­νον­τας τή δου­λειά τούς· για­τί λοι­πόν νά ἀ­σχο­λη­θεῖ τό ἀ­κρο­α­τή­ριο μέ τήν ταυ­τό­τη­τα καί τήν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα τῆς πα­ρου­σί­ας κά­ποι­ων σι­ω­πη­λῶν δού­λων πού ἐ­κτε­λοῦ­σαν ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐρ­γα­σί­ες;[8] Στήν κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή, μιά ὁ­μά­δα ἀ­γρό­τες πού εἶ­χαν χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σκοι­νιά καί ἐρ­γα­λεῖ­α, ἦ­ταν φυ­σι­κό νά ἔ­λε­γαν στούς δού­λους τους νά τά μα­ζέ­ψουν ὅ­τι οἱ σχε­τι­κές ἐν­το­λές ἐν­σω­μα­τώ­θη­καν στό κεί­με­νο τοῦ θε­α­τρι­κο­ΰ ἔρ­γου, ἴ­σως νά ὀ­φεί­λε­ται ὡς ἕ­να ση­μεῖ­ο στήν ἀ­συ­νή­θι­στα με­γά­λη ἔ­κτα­ση τῆς ἐ­πι­χεί­ρη­σης: ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης ἔ­κρι­νε ὅ­τι θά φαι­νό­ταν πιό ψεύ­τι­κο νά τήν ἀ­πο­σι­ω­πή­σει πα­ρά νά τήν ἀ­να­φέ­ρει, ὅ­πως καί ἔ­κα­με - ἴ­σως ὅ­μως αὐ­τό νά ὀ­φεί­λε­ται κα­τά κύ­ριο λό­γο στήν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ ποι­η­τῆ νά κά­μει ἕ­να ἀ­στεῖ­ο γιά τίς κλο­πές ὑ­λι­κῶν τήν ὥ­ρα τῆς πα­ρά­στα­σης. Μπο­ροῦ­με νά ξε­χω­ρί­σου­με καί με­ρι­κές ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­που τά ὑ­λι­κά πρέ­πει νά ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν ἀ­πό τή σκη­νή χω­ρίς νά γί­νε­ται σχε­τι­κή μνεί­α, ὅ­πως π.χ. στό χω­ρί­ο τῶν Νε­φε­λῶν (631-633) πού πα­ρα­θέ­σα­με πιό πά­νω. Τό κρε­βά­τι, πού δι­α­τά­ζει ὁ Σω­κρά­της, στόν στ. 633, νά φέ­ρει ὁ Στρε­ψιά­δης, βρι­σκό­ταν ἡ­δη ἔ­ξω ἀ­πό τό σχο­λεῖ­ο στόν στ. 294· στόν 505 ὁ Σω­κρά­της λέ­ει στό μα­θη­τή του:
 
Ἄ­σε τά λό­για κι ἀ­κο­λού­θη­σέ με / ἀ­πό δῶ...
 
Ὁ Στρε­ψιά­δης τόν ἀ­κο­λου­θεῖ μέ­σα στό σπί­τι (50Θ). Κά­ποι­α στιγ­μή, ἀ­νά­με­σα στούς στί­χους 509 καί 627, πρέ­πει κά­ποι­ος νά ἔ­παιρ­νε τό κρε­βά­τι μέ­σα - κα­νο­νι­κά αὐ­τή τή δου­λειά θά τήν ἔ­κα­νε κά­ποι­ος δοῦ­λος, πού μπο­ρο­ΰ­με (ἄν θέ­λου­με) νά τόν θε­ω­ρή­σου­με βου­βό καί ἀ­νώ­νυ­μο τρό­φι­μο τοῦ φρον­τι­στη­ρί­ου.
 
Ἡ με­τα­κί­νη­ση τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­πο­τε­λεῖ θέ­μα σχε­τι­κά ἀ­σή­μαν­το.
 
Πο­λύ πιό δυ­σε­πί­λυ­τα καί πε­ρί­πλο­κα εἶ­ναι δύ­ο ἄλ­λα ἀλ­λη­λέν­δε­τα προ­βλή­μα­τα: πό­σες πόρ­τες εἶ­χε τό σκη­νι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα, καί μέ ποι­όν τρό­πο γι­νό­ταν ἡ με­τά­βα­ση ἀ­πό μιά σκη­νή πέ­ρα γιά πέ­ρα ἐ­ξω­τε­ρι­κή σέ μιά ἄλ­λη, πού ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ ποι­η­τή ἦ­ταν νά τή φαν­τα­στεῖ τό κοι­νό μέ­σα σέ κτί­ριο.[9]
 
Σέ πολ­λά χω­ρί­α τά λό­για τοῦ κει­μέ­νου ἀ­να­φέ­ρουν ρη­τά τήν πόρ­τα ἑ­νός συγ­κε­κρι­μέ­νου σπι­τιοῦ· ἔ­τσι π.χ. στούς Ἀ­χαρ­νεῖς, 393-395:
 
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ:     Εἶ­ναι και­ρός νά ὁ­πλί­σω τήν ψυ­χή μου·
                                    πρέ­πει νά πά­ω νά βρῶ τόν Εὐ­ρι­πί­δη.
                                 Παι­δί!
ΥΠΗΡΕΤΗΣ:            Ποι­ός;
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΗΣ:     Εἶ­ναι μέ­σα ὁ Εὐ­ρι­πί­δης;
 
Στούς Βα­τρά­χους, 35-39, ὁ Δι­ό­νυ­σος φτά­νει στό σπί­τι τοῦ Ἡ­ρα­κλῆ :
 
ΔΙΟΝΥΣΟΣ:             ...Ἡ πρώ­τη στά­ση
                                   πού ‘χα νά κά­μω εἶ­ναι κον­τά· νά, τού­τη
                                   ἡ πόρ­τα. Ἐ­ε, μι­κρέ! Μι­κρέ! Φω­νά­ζω.
ΗΡΑΚΛΗΣ:              Ποι­ός εἶ­ναι; ποι­ός μοῦ χτύ­πη­σε τήν πόρ­τα
                                σάν Κέν­ταυ­ρος;
 
Ἔ­τσι καί στή Λυ­σι­στρά­τη, 428-431, ὁ Προ­βου­λος προ­ε­τοι­μά­ζε­ται νά ἀ­νοί­ξει μέ τή βί­α τά Προ­πύ­λαι­α, ὅ­ταν οἱ πύ­λες ἀ­νοί­γουν ἀ­πό μέ­σα καί βγαί­νει ἡ Λυ­σι­στρά­τη:
 
Ἀ­φῆ­στε κά­τω τους λο­στούς· νά, βγαί­νω
μό­νη μου ἐ­γώ· οἱ λο­στοί τί θά σᾶς κά­μουν;
 
Ὡ­στό­σο ὑ­πάρ­χουν καί ἄλ­λα χω­ρί­α, ὅ­που ἔ­χου­με τήν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ἡ πόρ­τα στή σκη­νή εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἕ­να ἐν­δι­ά­με­σο ση­μεῖ­ο με­τά­βα­σης ἀ­πό τό ὕ­παι­θρο σέ στε­γα­σμέ­νο χῶ­ρο, γε­νι­κά, χω­ρίς νά πρέ­πει νά τήν ταυ­τί­σου­με μέ τήν πόρ­τα ἑ­νός συγ­κε­κρι­μέ­νου οἰ­κο­δο­μή­μα­τος. Ἔ­τσι, στίς Θε­σμο­φο­ρι­ά­ζου­σες, 930, ὁ Πρύ­τα­νης δι­α­τά­ζει τόν ἀ­στυ­νο­μι­κό νά «πά­ρει μέ­σα» τό γέ­ρο καί νά τόν «δέ­σει στή φά­λαγ­γα» (δῆ­σον αὐ­τόν εἰ­σα­γα­γών)· στόν στ. 1007 ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κός ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται λί­γη ὥ­ρα γιά νά «βγά­λει ἔ­ξω» (ἐ­ξε­νεγ­κεῖν), ὅ­πως λέ­ει, ἕ­να στρω­σί­δι, νά κοι­μη­θεῖ. Στήν ἀρ­χή τοῦ ἔρ­γου ὑ­πῆρ­χε ὁ­πωσ­δή­πο­τε μιά πόρ­τα πού πα­ρί­στα­νε τό σπί­τι τοῦ Ἀ­γά­θω­να· ἀ­μέ­σως με­τά (279) πρέ­πει νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ἡ δρά­ση με­τα­φέ­ρε­ται στό ἱ­ε­ρό της Δή­μη­τρας καί τῆς Περ­σε­φό­νης - στό κεί­με­νο ὅ­μως δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι τό ἱ­ε­ρό εἶ­χε πόρ­τα, καί θά ἦ­ταν με­γά­λο λά­θος νά ἀ­πο­ρή­σου­με πού ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κός ἐλ­πί­ζει νά βρεῖ στρω­σί­δι μέ­σα σέ να­ό. Σέ ἀ­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις ἡ πόρ­τα τῆς σκη­νῆς δέν εἶ­ναι πα­ρά ἁ­πλό ση­μεῖ­ο με­τά­βα­σης σέ κά­ποι­ο ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο μέ­σα, πού ἀ­πο­τε­λεῖ καί τήν πη­γή ἀ­πό ὅ­που με­τα­φέ­ρον­ται τά ὑ­λι­κά (πρβ. σ. 202, γιά τούς Ὄρ­νι­θες).
 
Ἡ πόρ­τα τῆς σκη­νῆς εἶ­ναι ἀρ­κε­τά φυ­σι­κό νά ἀ­πο­κτᾶ συγ­κε­κρι­μέ­νη ταυ­τό­τη­τα, ὅ­ταν τό ἀ­παι­τεῖ ἡ δρά­ση, ἀλ­λά καί νά τή χά­νει, ὅ­ταν ἡ ταυ­τό­τη­τα αὐ­τή δέν εἶ­ναι πιά ἀ­πα­ραί­τη­τη. Ἐ­ξί­σου φυ­σι­κό εἶ­ναι ἡ ἴ­δια πόρ­τα νά μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­κτᾶ δι­α­φο­ρε­τι­κές ταυ­τό­τη­τες σέ δι­α­φο­ρε­τι­κά ση­μεῖ­α τοῦ ἔρ­γου: τό σπί­τι τοῦ Ἡ­ρα­κλῆ π.χ., στούς Βα­τρά­χους, 35-165, καί τό σπί­τι τοῦ Πλού­τω­να, ἀ­πό τό στί­χο 431 κ.ε., εἶ­ναι βέ­βαι­α τό ἴ­διο· αὐ­τό ὅ­μως τό ἁ­γνο­εῖ τό ἀ­κρο­α­τή­ριο, ὅ­πως ἐ­πι­βάλ­λει ἡ θε­α­τρι­κή σύμ­βα­ση, ὅ­σο δια­ρκεῖ τό τα­ξί­δι τοῦ Δι­ο­νύ­σου ἀ­πό τό σπί­τι τοῦ Ἡ­ρα­κλῆ ὡς τό σπί­τι τοῦ Πλού­τω­να (166-430). Ὡ­στό­σο δέν εἶ­ναι καί τό­σο εὔ­κο­λο νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ἡ ἴ­δια πόρ­τα πα­ρί­στα­νε στήν ἴ­δια μέ­σα σκη­νή δύ­ο δι­α­φο­ρε­τι­κά σπί­τια. Με­ρι­κοί σύγ­χρο­νοι ἑρ­μη­νευ­τές τῆς ἀρ­χαί­ας ἑλ­λη­νι­κῆς κω­μω­δί­ας εἶ­ναι βέ­βαι­οι ὅ­τι καί αὐ­τό ἦ­ταν δυ­να­τό: ὅ­ταν π.χ. στους Ἀ­χαρ­νεῖς, 1069-1142, τό κεί­με­νο δεί­χνει ὅ­τι καί ἡ πόρ­τα στό σπί­τι τοῦ Λά­μα­χου καί ἡ πόρ­τα στό σπί­τι τοῦ Δι­και­ό­πο­λη χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται συ­νε­χῶς καί συγ­χρό­νως, ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης - ὑ­πο­στη­ρί­ζουν οἱ ἐ­ρευ­νη­τές αὐ­τοί - στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τούς πε­ρι­ο­ρι­σμούς πού ἐ­πι­βάλ­λει ὁ θε­α­τρι­κός χῶ­ρος, γιά νά πε­τύ­χει κω­μι­κό ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Αὐ­τή ἡ ἄ­πο­ψη ἐ­νι­σχύ­ε­ται κά­πως ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι κα­μί­α ἀ­πό τίς σω­ζό­με­νες τρα­γω­δί­ες - μέ πι­θα­νή ἐ­ξαί­ρε­ση μί­α σκη­νή ἀ­πό τίς Χο­η­φό­ρες τοῦ Αἰ­σχύ­λου, ὅ­που θά ἦ­ταν δυ­να­τό νά ἐ­φαρ­μο­στοῦν δι­ά­φο­ρες σκη­νο­θε­τι­κές μέ­θο­δοι - δέν μπο­ροῦ­με νά θε­ω­ρή­σου­με ὅ­τι ἀ­παι­τεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό μί­α πόρ­τες. Ἡ ση­μα­σί­α αὐ­τῆς της δι­α­πί­στω­σης μει­ώ­νε­ται κά­πως ὅ­ταν ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με τίς με­γά­λες δι­α­φο­ρές πού πα­ρου­σιά­ζουν στό εἶ­δος τῆς πλο­κῆς ἡ τρα­γω­δί­α καί ἡ κω­μω­δί­α· καί ὁ­πωσ­δή­πο­τε δέν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι, κα­θώς σχε­δί­α­ζαν τό θε­α­τρι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα, εἶ­χαν κα­τά νοῦ τήν τρα­γω­δί­α κυ­ρί­ως, καί ἡ­θε­λαν ἁ­πλῶς νά βο­λέ­ψουν ὅ­πως ὅ­πως καί τήν κω­μω­δί­α, μέ λι­γό­τε­ρα μέ­σα ἀ­πό ὅ­σα πραγ­μα­τι­κά χρει­α­ζό­ταν. Σέ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, τό δρα­μα­τι­κό ἔρ­γο, πέ­ρα ἀ­πό ἀν­θρώ­πους, δέν χρει­ά­ζε­ται τί­πο­τε ἄλ­λο· ὅ­λα τά ὑ­πό­λοι­πα μπο­ρεῖ νά πα­ρα­στα­θοῦν μέ παν­το­μί­μα. Ἄν ἄλ­λες ἄ­νε-ξάρ­τη­τες μαρ­τυ­ρί­ες μᾶς ὑ­πο­χρέ­ω­ναν νά δε­χτοῦ­με ὅ­τι ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης δέν μπο­ροῦ­σε νά δι­α­θέ­τει στό σκη­νι­κό του πα­ρά μί­α μό­νο πόρ­τα καί πο­τέ πε­ρισ­σό­τε­ρες, τό­τε φυ­σι­κά θά μᾶς ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νά λέ­με ὅ­τι ἡ κω­μω­δί­α χρει­ά­ζε­ται πά­νω ἀ­πό μί­α πόρ­τα· θά ἔ­πρε­πε λοι­πόν νά ξα­να­σκε­φτοῦ­με ἀ­πό τήν ἀρ­χή πῶς γι­νό­ταν ἡ σκη­νο­θε­σί­α κά­θε ἀ­ρι­στο­φα­νι­κοῦ ἔρ­γου - πράγ­μα πού μπο­ροῦ­με νά κά­μου­με - μέ τρό­πο πού νά συμ­φω­νεῖ μέ τό δε­δο­μέ­νο τῆς μί­ας πόρ­τας, καί θά ἀ­πο­δί­δα­με στή μο­να­δι­κή αὐ­τή πόρ­τα τή δυ­να­τό­τη­τα νά ἀλ­λά­ζει κά­θε τό­σο προ­ο­ρι­σμό, ὅ­σο γρή­γο­ρα καί ἄν τό ἀ­παι­τε­ΐ ἡ δρά­ση. Ἀλ­λά ὅ­πως ἔ­χουν τώ­ρα τά πράγ­μα­τα, οἱ πρω­ι­μό­τε­ρες ἀ­δι­αμ­φι­σβή­τη­τες μαρ­τυ­ρί­ες προ­έρ­χον­ται ἀ­πό πα­ρα­στά­σεις ἑλ­λη­νι­στι­κῆς ἐ­πο­χῆς, ὅ­που ἡ σκη­νή πα­ρου­σι­ά­ζε­ται νά ἔ­χει τρεῖς πόρ­τες· σ’ αὐ­τές πρέ­πει νά προ­σθέ­σου­με καί τόν Πρό­λο­γο τῆς κω­μω­δί­ας Δύ­σκο­λος του Με­νάν­δρου (316 π.Χ.), ὅ­που ὁ θε­ός Πᾶν μᾶς δεί­χνει ἕ­να ἕ­να τά τρί­α κτί­ρια πού θά χρη­σι­μο­ποι­η­θοῦν στό ἔρ­γο, καί ἐ­ξη­γεῖ ποι­ό εἶ­ναι τό κα­θέ­να. Εἴ­μα­στε λοι­πόν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νά ρω­τή­σου­με: Τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται, ἤ ὄ­χι, ἡ σκη­νή μέ τίς πολ­λα­πλές πόρ­τες, ὅ­πως μᾶς μαρ­τυ­ρεῖ­ται ἀ­πό τά τέ­λη τοῦ 4ου αἰ­ώ­να; Ση­μαν­τι­κές μαρ­τυ­ρί­ες ἀ­πο­τε­λοῦν καί τά ἀ­ρι­στο­φα­νι­κά χω­ρί­α, ὁ­πό­τε μπο­ροῦ­με τώ­ρα νά ρω­τή­σου­με: Ἄν ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης εἶ­χε μί­α μό­νο πόρ­τα στό σκη­νι­κό του, θά ἔ­γρα­φε τό χω­ρί­ο αὐ­τό ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως τό ἔ­γρα­ψε; Αὐ­τή ἡ δεύ­τε­ρη ἐ­ρώ­τη­ση βα­σί­ζε­ται στή σκέ­ψη ὅ­τι ὁ κω­μι­κός ποι­η­τής μπο­ροῦ­σε βέ­βαι­α νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τούς πε­ρι­ο­ρι­σμούς τοῦ θε­α­τρι­κοῦ χώ­ρου σάν πη­γή κω­μι­κῶν ἐμ­πνεύ­σε­ων, δέν εἶ­ναι ὅ­μως κα­θό­λου πι­θα­νό νά ἔ­γρα­ψε χω­ρί­α μέ τρό­πο πού νά προ­βλη­μα­τί­ζουν μό­νο ἤ νά μπερ­δεύ­ουν τό κοι­νό, ὅ­ταν τοῦ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νά τά ἔ­χει γρά­ψει δι­α­φο­ρε­τι­κά.
 
Τέ­τοι­α πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι ἡ πρώ­τη σκη­νή τῶν Νε­φε­λῶν. Ὅ Στρε­ψιά­δης ρω­τᾶ τόν Φει­διπ­πί­δη (92):
 
            Κοί­τα­ξε ἔ­ξω. Βλέ­πεις
ἐ­κεί­νη τήν πορ­τού­λα, τό σπι­τά­κι;[10]
 
Ἀ­μέ­σως με­τά τοῦ ἐ­ξη­γεῖ ὅ­τι πρό­κει­ται γιά τό σχο­λεῖ­ο τοῦ Σω­κρά­τη, ὅ­που θά ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νά τόν γρά­ψει μα­θη­τή. Ὁ νέ­ος ἀρ­νεῖ­ται, καί ὕ­στε­ρα ἀ­πό μιά σύν­το­μη ἀλ­λά θυ­ελ­λώ­δη δι­α­φω­νί­α ξε­κι­νᾶ νά φύ­γει λέ­γον­τας (125):
 
Ἐ­γώ ὅ­μως μπαί­νω μέ­σα (εἴ­σει­μι) καί δέ μέ νοιά­ζει ἐ­σύ
τί θά κά­μεις.
 
Ὅ­ταν λέ­ει μέ­σα ἐν­νο­εῖ στό σπί­τι μας. Ὁ Στρε­ψιά­δης, πού τώ­ρα ἔ­μει­νε μό­νος, τό παίρ­νει ἀ­πό­φα­ση πώς δέν τοῦ μέ­νει ἄλ­λο πα­ρά νά φοι­τή­σει ὁ ἴ­διος στό σχο­λεῖ­ο, κι ἄς εἶ­ναι πε­ρα­σμέ­νος στά χρό­νια, κι ἄς μήν ἔ­χει πιά κα­λό μνη­μο­νι­κό. Μο­νο­λο­γεῖ (131):
 
Πρέ­πει νά πά­ω. Για­τί ἔ­τσι νά δι­στά­ζω
καί δέ χτυ­πά­ω τήν πόρ­τα; Ἐ­έ! Πορ­τι­έ­ρη!
 
Ἕ­νας μα­θη­τής τοῦ ἀ­νοί­γει ἀ­μέ­σως τήν πόρ­τα τοῦ φρον­τι­στη­ρί­ου. Ἄν ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης εἶ­χε στό σκη­νι­κό του μί­α μό­νο πόρ­τα, για­τί νά εἶ­χε γρά­ψει τό­σο ἀ­νά­πο­δα τή σκη­νή αὐ­τή; Δέν μπο­ροῦ­σε νά βά­λει τόν Φει­διπ­πί­δη νά λέ­ει ἕ­να ἁ­πλό «φεύ­γω» (εἶ­μι), ὅ­πως ὁ Ἑρ­μῆς στήν Εἰ­ρεί­νή,[11] καί νά φεύ­γει ἀ­πό μιά πά­ρο­δο; Ἡ πι­θα­νό­τη­τα νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται στίς Νε­φέ­λες, ἀ­πό τήν ἀρ­χή ὡς τό τέ­λος, δύ­ο πόρ­τες εἶ­ναι με­γά­λη, ἐ­νι­σχύ­ε­ται μά­λι­στα καί ἀ­πό ἕ­να χω­ρί­ο πρός τό τέ­λος τοῦ ἔρ­γου (πρβ. σ. 156)· πα­ρό­μοι­α μπο­ροῦ­με νά ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με ὅ­τι καί οἱ Ἐκ­κλη­σι­ά­ζου­σες, γιά νά πα­ρα­στα­θοῦν σω­στά, ἀ­παι­τοῦν δύ­ο του­λά­χι­στον πόρ­τες (σ. 274).
 
Ὁ τρα­γι­κός ποι­η­τής χρει­ά­ζε­ται συ­χνά νά μᾶς δεί­ξει κά­ποι­ον νε­κρό ἤ ἑ­τοι­μο­θά­να­το, κά­ποι­ον ἄρ­ρω­στο ἤ τρε­λό. Στίς πε­ρι­πτώ­σεις αὐ­τές ὑ­πο­τί­θε­ται - στή φαν­τα­στι­κή πλο­κή τοῦ ἔρ­γου - ὅ­τι ὁ χο­ρός, ἤ κά­ποι­ος ἄλ­λος, μπαί­νει στό κτί­ριο καί ἐ­κεῖ βρί­σκει τό πρό­σω­πο πού εἶ­ναι νε­κρό, ἤ πού μέ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε τρό­πο ἔ­χει ἀ­κι­νη­το­ποι­η­θεῖ. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως τοῦ θε­ά­τρου τό πρό­σω­πο αὐ­τό τό ἔ­βγα­ζαν ἀ­πό τήν κεν­τρι­κή πόρ­τα τῆς σκη­νῆς πά­νω σέ ἕ­να χα­μη­λό βα­γο­νέ­το, τό ἐκ­κύ­κλη­μα. Τό ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ σκη­νι­κο­ΰ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος ἔ­βγαι­νε ἔ­τσι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ἔ­ξω, στά μά­τια τοῦ κοι­νοῦ, καί ἦ­ταν πιά θέ­μα τῆς φαν­τα­σί­ας τοῦ θε­α­τή νά ἀν­τι­στρέ­ψει τίς σχέ­σεις στό χῶ­ρο, καί νά θε­ω­ρή­σει τό μέ­σα ἔ­ξω. Χω­ρίς ἄλ­λο, γι’ αὐ­τόν τό λό­γο πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της νά μπαι­νο­βγαί­νει μέ τό ἐκ­κύ­κλη­μα, ἀν­τί νά περ­πα­τᾶ σάν κα­νο­νι­κός ἄν­θρω­πος μέ τά δυ­ό του πό­δια, στίς δύ­ο ἀ­ρι­στο­φα­νι­κές σκη­νές ὅ­που κά­ποι­ος ἐ­πι­σκέ­πτε­ται ἕ­ναν τρα­γι­κό ποι­η­τή στό σπί­τι του (τόν Εὐ­ρι­πί­δη στούς Ἀ­χαρ­νεῖς, 395-479, καί τόν Ἀ­γά­θω­να στίς Θε­σμο­φο­ρι­ά­ζου­σες, 95-265). Ἄ­λυ­το πα­ρα­μέ­νει καί τό πρό­βλη­μα ἄν ἡ κω­μω­δί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τό ἐκ­κύ­κλη­μα μό­νο γιά νά σα­τι­ρί­σει τίς συ­νή­θει­ες τῶν τρα­γι­κῶν, ἤ καί σέ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­ταν δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀ­πο­φύ­γει (πρβ. σ. 191). Φαί­νε­ται ἀρ­κε­τά πι­θα­νό ὅ­τι τό ἐκ­κύ­κλη­μα χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στίς Νε­φέ­λες γιά νά μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψει τό ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ σχο­λεί­ου: ὁ Στρε­ψιά­δης φω­νά­ζει στό σπου­δα­στή: ἄ­νοι­γε τήν θύ­ραν (183), καί λί­γους στί­χους ἀρ­γό­τε­ρα οἱ σπου­δα­στές πού φά­νη­καν μέ τό «ἄ­νοιγ­μα» πα­ρου­σι­ά­ζε­ται νά βρί­σκον­ται «στό ὕ­παι­θρο», ὁ­πό­τε παίρ­νουν ἐν­το­λή «νά μπού­νε μέ­σα» (195-199). Πρέ­πει ὡ­στό­σο νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με ὅ­τι, γιά νά χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ τό ἐκ­κύ­κλη­μα σ’ αὐ­τήν τή σκη­νή, θά ἔ­πρε­πε νά ση­κώ­νει δύ­ο του­λά­χι­στον ὁ­μά­δες, ἀ­πό δύ­ο τό λι­γό­τε­ρο σπου­δα­στές ἡ κα­θε­μιά (187-192), γε­ω­με­τρι­κά καί ἀ­στρο­νο­μι­κά ὄρ­γα­να καί ἕ­να χάρ­τη (201-206), κα­θώς καί τό κρε­βά­τι ὅ­που ἀρ­γό­τε­ρα θά «μυ­η­θεῖ» ὁ Στρε­ψιά­δης (254). Ἐ­ναλ­λα­κτι­κή λύ­ση πρέ­πει νά θε­ω­ρή­σου­με τή δυ­να­τό­τη­τα νά «ἄ­νοι­γε» τό σχο­λεῖ­ο μέ τήν ἀ­πο­μά­κρυν­ση μιᾶς αὐ­λαί­ας (ὅ­που θά βρι­σκό­ταν ἡ πόρ­τα πού ἔ­δει­ξε ὁ Στρε­ψιά­δης στόν στ. 92) καί ὅ­τι οἱ σπου­δα­στές, ὅ­ταν τούς λέ­νε νά μποῦν μέ­σα (195), μπαί­νουν στήν πόρ­τα τῆς μό­νι­μης σκη­νῆς, πού τώ­ρα καί ὡς τό τέ­λος τοῦ ἔρ­γου θά ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τήν πόρ­τα τοῦ φρον­τι­στη­ρί­ου. Στό θέ­α­τρο τοῦ 5ου  αἰ­ώ­να φαί­νε­ται ὅ­τι ὑ­πῆρ­χαν κι­νη­τά σκη­νι­κά: ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης (Ποι­η­τι­κή, 1449a, 18) ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι ὁ Σο­φο­κλῆς εἰ­σή­γα­γε στήν τρα­γω­δί­α σκη­νο­γρα­φί­αν· αὐ­τό δύ­σκο­λα μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει μό­νι­μη σκη­νο­γρα­φι­κή δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ της σκη­νῆς, ἀ­φοῦ οἱ δι­α­δο­χι­κές τρα­γω­δί­ες τῆς κά­θε μέ­ρας, ἄν ἦ­ταν νά τίς ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ κά­πως τό σκη­νι­κό, χρει­ά­ζον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κή ἡ κα­θε­μιά τούς εἰ­κό­να.[12] Εἶ­ναι πι­θα­νό ἡ σκη­νή νά ἀ­πέ­δι­δε ὀ­πτι­κά τό βρα­χό­το­πο με τούς θά­μνους στούς Ὄρ­νι­θες (54, 92, 207 κ.ε.)· οἱ βρά­χοι στό στό­μιο τῆς σπη­λιᾶς στήν Εἰ­ρή­νη (224 κ.ε., 361) πρέ­πει νά ἦ­ταν ἀν­τι­κεί­με­να τέ­τοι­α πού ἀ­πό μα­κριά νά μοιά­ζουν βρά­χια.
 
Τό σκη­νι­κό οἰ­κο­δό­μη­μα εἶ­χε ἐ­πί­πε­δη στέ­γη (στούς Σφῆ­κες, 67 κ.ε., ὁ δοῦ­λος δεί­χνει τόν Βδε­λυ­κλέ­ω­να «πλα­γι­α­σμέ­νο πά­νω ἔ­κε­ϊ στό δῶ­μα»)· ἐ­πί­σης εἶ­χε δύ­ο πα­τώ­μα­τα: στούς Σφῆ­κες, 364-402, ὁ Φι­λο­κλέ­ων κα­τε­βαί­νει ἀ­πό πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἐ­πά­νω πα­τώ­μα­τος μέ σκοι­νί· καί στίς Ἐκ­κλη­σι­α­ζου­σες, 877 κ.ε., εἶ­ναι πι­θα­νό νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται δύ­ο πα­ρά­θυ­ρα τοῦ ἐ­πά­νω πα­τώ­μα­τος (πρβ. σ. 273). Ἡ τρα­γω­δί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε κα­μιά φο­ρά γε­ρα­νό γιά νά πα­ρου­σιά­σει θε­ό­τη­τες καί ἥ­ρω­ες νά πε­τοῦν στίς πε­ρι­πτώ­σεις αὐ­τές ὁ ἠ­θο­ποι­ός κρε­μό­ταν ἀ­πό­να σκοι­νί καί ὁ γε­ρα­νός - στε­ρε­ω­μέ­νος στό πά­νω καί πί­σω μέ­ρος τοῦ σκη­νι­κοῦ οἰ­κο­δο­μή­μα­τος - τόν ἔ­παιρ­νε καί τόν ἔ­φερ­νε νά τόν δοῦ­με. Στήν Εἰ­ρή­νη ὁ γε­ρα­νός χρει­ά­ζε­ται ὅ­ταν ὁ Τρυ­γαῖ­ος, κα­βά­λα σέ τε­ρά­στιο σκα­θά­ρι, πε­τᾶ καί φτά­νει στόν οὐ­ρα­νό· τό κεί­με­νο ἀ­πο­κλεί­ει καί τήν πα­ρα­μι­κρή ἀμ­φι­βο­λί­α, ὅ­ταν ὁ Τρυ­γαῖ­ος, δι­α­κό­πτον­τας κω­μι­κά τή θε­α­τρι­κή ψευ­δαί­σθη­ση, λέ­ει (173-176):
 
Πῶς τρέ­μω ! Τώ­ρα δέν τό λέ­ω στ ἀ­στεῖ­α.
Μη­χα­νι­κέ, τό νοῦ σου· κά­τι ἀ­έ­ρια
στρι­φο­γυρ­νοῦν ἐ­δῶ στόν ἀ­φα­λό μου·
πρό­σε­ξε μή χορ­τά­σω τό σκα­θά­ρι.[13]
 
Πα­ρό­μοι­α κρε­μα­σμέ­νος πα­ρου­σι­ά­ζε­ται καί ὁ Σω­κρά­της στίς Νε­φέ­λες, 218-237.
 
ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ
 
Ὁ τρα­γι­κός ποι­η­τής ἔ­πρε­πε κα­νο­νι­κά νά δι­α­μορ­φώ­σει τό ἔρ­γο του ἔ­τσι ὥ­στε οἱ ρό­λοι του νά μπο­ροῦν νά μοι­ρα­στοῦν ὅ­λοι σέ τρεῖς μό­νο ἠ­θο­ποι­ούς· ἦ­ταν ὅ­μως ἐ­λεύ­θε­ρος νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σει ὅ­σα βου­βά πρό­σω­πα ἡ­θε­λε - στήν τρα­γω­δί­α βρί­σκου­με κα­μιά φο­ρά καί μι­κρούς ρό­λους γιά παι­διά. Με­ρι­κά ἔρ­γα τοῦ Ἀ­ρι­στο­φά­νη δέν παί­ζον­ται μέ λι­γό­τε­ρους ἀ­πό τέσ­σε­ρις ὑ­πο­κρι­τές: ὑ­πάρ­χοῦν πολ­λά χω­ρί­α ὅ­που στή συ­ζή­τη­ση με­τέ­χουν τέσ­σε­ρα πρό­σω­πα, καί ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρα ὅ­που ὁ ἠ­θο­ποι­ός δέν θά προ­λά­βαι­νε νά ἀλ­λα­ξει ἀμ­φί­ε­ση ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἕ­να πρό­σω­πο ἀ­πό τή σκη­νή ὥ­σπου νά ἐμ­φα­νι­στεῖ ἕ­να ἄλ­λο. Στήν πρώ­τη σκη­νή τῆς Λυ­σι­στρά­της π.χ. εὔ­κο­λα δι­α­κρί­νου­με, ἐ­κτός ἀ­πό τήν ἡ­ρω­ί­δα, δύ­ο Ἀ­θη­ναῖ­ες καί τή Λαμ­πι­τώ, πού ὅ­ταν μι­λᾶ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­πό τή σπαρ­τι­α­τι­κή δι­ά­λε­κτο πού χρη­σι­μο­ποι­εῖ: ἔ­τσι, στούς στ. 99-106 ἔ­χου­με:
 
ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ:       Πο­θεῖ­τε ἤ ὄ­χι τῶν μι­κρῶν παι­δι­ῶν σας
                                τούς πα­τέ­ρες πού λεί­πουν σ’ ἐκ­στρα­τεῖ­ες;
                                   Στόν πό­λε­μο ἄν­τρες ἔ­χε­τε ὅ­λες, ξέ­ρω.
 ΚΛΕΟΝΙΚΗ:           Ἐ­μέ­να τῆς κα­η­μέ­νης πέν­τε μῆ­νες
                                   λεί­πει στή Θρά­κη, γιά φρου­ρός... τοῦ Εὐ­κρά­τη.
ΜΥΡΡΙΝΗ:              Σω­στούς ἑ­φτά ὁ δι­κός μου εἶ­ναι στήν Πύ­λο.
ΛΑΜΠΙΤΩ:             Μά κι ὁ δι­κός μου, ἀρ­γά καί ποῦ ἄν γυ­ρί­σει
                                ἀ­πό τό λό­χο, ἁρ­πά­ζει τήν ἀ­σπί­δα
                                καί πά­λι εὐ­θύς κά­νει φτε­ρά καί δρό­μο.
 
Ὡ­στό­σο στή σκη­νή αὐ­τή ἀ­πο­κλεί­ε­ται κά­θε ὑ­πέρ­βα­ση τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ τῶν τεσ­σά­ρων ὁ­μι­λη­τῶν: οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­πό τήν Κό­ριν­θο καί ἀ­πό τή Θή­βα, πού θά πε­ρι­μέ­να­με νά μι­λή­σουν ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ον­τας κα­θε­μιά τίς γυ­ναῖ­κες τῆς πα­τρί­δας της, μέ­νουν σι­ω­πη­λές· οἱ ἄλ­λες τίς ἀ­να­φέ­ρουν, ἀλ­λά δέν τούς ἀ­πευ­θύ­νουν πο­τέ τό λό­γο. Στίς Νε­φέ­λες, 886 κ.ε., ὁ Σω­κρά­της λέ­ει στόν Στρε­ψιά­δη καί στόν Φει­διπ­πί­δη ὅ­τι ὁ Δί­και­ος Λό­γος καί ὁ Ἄ­δι­κος θά πα­ρου­σια­στοῦν αὐ­το­προ­σώ­πως νά τούς μι­λή­σουν, καί προ­σθέ­τει χω­ρίς ἄλ­λες ἐ­ξη­γή­σεις: ἐ­γώ θά λεί­ψω! Εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅ­τι ὁ ἠ­θο­ποι­ός πού ἔ­παι­ζε τόν Σω­κρά­τη χρει­α­ζό­ταν γιά νά παί­ξει τόν Δί­και­ο ἡ τόν Ἄ­δι­κο Λό­γο. Στίς Θε­σμο­φο­ρι­ά­ζου­σες, 929-946, τόν ἀ­στυ­νο­μι­κό τόν παί­ζει πρό­σω­πο βου­βό βο­η­θη­τι­κό, για­τί ὁ Πρύ­τα­νης, ὁ Γέ­ρος καί ἡ Γυ­ναί­κα βρί­σκον­ται ὅ­λοι στή σκη­νή, ἐ­νῶ δέν ἔ­χει πε­ρά­σει οὔ­τε ἕ­να λε­πτό πού ἔ­φυ­γε ὁ Εὐ­ρι­πί­δης. Ἔ­τσι ὁ ἀ­στυ­νο­μι­κός παίρ­νει ἐν­το­λή νά ὁ­δη­γή­σει μέ­σα τό Γέ­ρο καί νά τόν δέ­σει στή φά­λαγ­γα. Ὅ­ταν ξα­να­βγαί­νουν, ἔ­χουν με­σο­λα­βή­σει πε­νήν­τα στί­χοι ἀ­φό­του ἔ­φυ­γε ὁ Πρύ­τα­νης· ὁ ἠ­θο­ποι­ός πού τόν ἔ­παι­ζε ἔ­χει ἔ­τσι τή δυ­να­τό­τη­τα νά παί­ξει τό ρό­λο τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ. Ἄν ἐ­ξε­τά­σου­με τά χω­ρί­α ὅ­που τά με­σαι­ω­νι­κά χει­ρό­γρα­φα ση­μει­ώ­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τέσ­σε­ρα πρό­σω­πα συγ­χρό­νως πά­νω στή σκη­νή, δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­με νά πε­ρι­ο­ρί­σου­με τόν ἀ­ριθ­μό τους σέ τέσ­σε­ρα μό­νο· με­ρι­κές μά­λι­στα φο­ρές, ὅ­πως στήν Εἰ­ρή­νη, 1191-1269, τό ἴ­διο τό κεί­με­νο δεί­χνει ὅ­τι ἡ φαι­νο­με­νι­κή πλη­θώ­ρα προ­σώ­πων πρέ­πει νά ξε­κί­νη­σε ὅ­ταν σχο­λια­στές τῆς ρω­μα­ϊ­κῆς ἐ­πο­χῆς ἑρ­μή­νευ­σαν ἀ­βα­σά­νι­στα τό χω­ρί­ο. Τό μό­νο χω­ρί­ο ὅ­που δέν μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­κάμ­ψου­με τή δι­α­νο­μή σέ πέν­τε πρό­σω­πα, ὅ­πως τήν πα­ρα­δί­δουν τά χει­ρό­γρα­φα, εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή στούς Ἀ­χαρ­νεῖς - ἐ­κεῖ ὅ­μως ὁ πέμ­πτος ρό­λος εἶ­ναι ὁ ρό­λος ἕ­νος Πέρ­ση πού λέ­ει ἕ­ναν μό­νο στί­χο σέ περ­σι­κά δῆ­θεν καί ἄλ­λον ἕ­να σέ σπα­σμέ­να ἑλ­λη­νι­κά.
 
Ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ροῦ­με νά μοι­ρά­σου­με τούς ρό­λους ἕ­νος ἔρ­γου σέ τέσ­σε­ρις ἠ­θο­ποι­ούς, ἔ­χου­με δύ­ο δυ­να­τό­τη­τες: ἤ νά δώ­σου­με ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρους ρό­λους μπο­ροῦ­με στούς τρεῖς, πε­ρι­ο­ρί­ζον­τας τόν τέ­ταρ­το σέ κά­τι μό­λις πα­ρα­πά­νω ἀ­πό μιά ἔ­κτα­κτη πα­ρου­σί­α, ἤ νά μοι­ρά­σου­με τούς ρό­λους καί στούς τέσ­σε­ρις, ὅ­σο τό δυ­να­τόν πιό δί­και­α. Ἡ πρώ­τη μέ­θο­δος πρέ­πει νά πού­με ὅ­τι πλε­ο­νε­κτεῖ ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι σχο­λια­στές θε­ω­ροῦ­σαν προ­φα­νῶς κα­νο­νι­κή τήν πα­ρου­σί­α τρι­ῶν μό­νο ἠ­θο­ποι­ῶν, καί ἐ­πι­σή­μαι­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρα κά­θε φο­ρά τήν πα­ρου­σί­α ἕ­νος τέ­ταρ­του· φαί­νε­ται ἐ­πί­σης ὅ­τι καί οἱ θε­α­τρι­κοί θί­α­σοι τῆς ἑλ­λη­νι­στι­κῆς ἔ­πο­χης δέν εἶ­χαν πά­νω ἀ­πό τρεῖς κω­μι­κούς ὑ­πο­κρι­τές. Ὡ­στό­σο, ἄν μοι­ρά­σου­με πραγ­μα­τι­κά μέ τόν τρό­πο αὐ­τό τους ρό­λους, μει­ώ­νον­τας στό ἐ­λά­χι­στο τή συμ­με­το­χή τοῦ τέ­ταρ­του ἠ­θο­ποι­οῦ, τό­τε ἔ­χει με­γά­λη ση­μα­σί­α νά μήν ξε­χνοῦ­με ὅ­τι τή δι­α­νο­μή αὐ­τή τήν κα­θο­ρί­σα­με ἐ­μεῖς - καί νά μή θε­ω­ροῦ­με τούς δι­κούς μας συλ­λο­γι­σμούς ἀ­πο­δει­κτι­κά στοι­χεῖ­α γιά τό τί συ­νέ­βαι­νε στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Δέν ἔ­χου­με πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τή δι­α­νο­μή τῶν ρό­λων, καί του­λά­χι­στον στίς Νε­φέ­λες δέν μπο­ροῦ­με νά μει­ώ­σου­με πέ­ρα ἀ­πό ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο ὅ­ριο τή συμ­με­το­χή τοῦ τέ­ταρ­του ὑ­πο­κρι­τή: ὁ ρό­λος καί τοῦ Δί­και­ου καί τοῦ Ἄ­δι­κου Λό­γου εἶ­ναι ἀρ­κε­τά με­γά­λος. Πρέ­πει ἀ­κό­μη νά μήν ξε­χνο­ΰ­με ὅ­τι οἱ ἑλ­λη­νι­στι­κοί θί­α­σοι μι­κρή μό­νο καί ἐν­δει­κτι­κή ἀ­ξί­α ἔ­χουν γιά τό θέ­μα μας, ἀ­φοῦ δέν ἔ­παι­ζαν Ἀ­ρι­στο­φά­νη.
 
Ὅ­πως καί στήν τρα­γω­δί­α, καί τούς ἀν­τρι­κούς καί τούς γυ­ναι­κεί­ους ρό­λους τούς ἔ­παι­ζαν ἄν­τρες ἠ­θο­ποι­οί: τά παι­διά πού ἔ­παι­ζαν μι­κρούς ρό­λους στούς Σφῆ­κες, 254-315, καί στήν Εἰ­ρή­νη, 114-149 καί 1265-1304, πρέ­πει νά ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ἦ­ταν πρό­σω­πα βο­η­θη­τι­κά, πού μι­λοῦ­σαν καί τρα­γου­δοῦ­σαν. Ὑ­πάρ­χουν πολ­λοί βου­βοί ρό­λοι γιά ὄ­μορ­φες κο­πέ­λες: με­ρι­κές πα­ρι­στά­νουν ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες, οἱ ἄλ­λες δοῦ­λες. Σέ ἕ­να χω­ρί­ο - Σφῆ­κες, 1342-1387 - τά λό­για τοῦ κει­μέ­νου προ­ϋ­πο­θέ­τουν ὅ­τι τό ρό­λο τῆς δού­λης τόν ἔ­παι­ζε ζων­τα­νή κο­πέ­λα γυ­μνή, ἤ κά­ποι­ος (ἄν­τρας ἡ γυ­ναί­κα) πού φο­ροῦ­σε ἐ­φαρ­μο­στά ροῦ­χα μέ τρί­χες ζω­γρα­φι­στές στό ἐ­φη­βαῖ­ο. Στίς Ἐκ­κλη­σι­ά­ζου­σες ἐμ­φα­νί­ζον­ται, ὅ­πως φαί­νε­ται, με­ρι­κά κο­ρί­τσια στό τέ­λος: μο­να­δι­κός σκο­πός τῆς πα­ρου­σί­ας τους εἶ­ναι νά προσ­δώ­σουν θε­α­μα­τι­κό­τη­τα στό γι­ορ­τα­στι­κό χο­ρό πού ἀ­πο­τε­λεῖ τήν κα­τα­κλεί­δα τῆς κω­μω­δί­ας - πρβ. σ. 268. Τό ἔρ­γο δέν θά ἔ­χα­νε τί­πο­τε δρα­μα­τουρ­γι­κά ἄν δέν ὑ­πῆρ­χαν αὐ­τές οἱ κο­πέ­λες, καί εἶ­ναι πο­λύ συ­ζη­τή­σι­μο ἄν μπο­ρεῖ κα­νείς ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη τοῦ θε­α­τρι­κοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος νά θε­ω­ρή­σει δι­α­σκε­δα­στι­κό­τε­ρη αὐ­τή κα­θε­αυ­τή τή χρη­σι­μο­ποί­η­ση με­ταμ­φι­ε­σμέ­νων ἀν­τρῶν ἀ­πό τήν πα­ρου­σί­α ἀ­λη­θι­νῶν χο­ρευ­τρι­ῶν.
 
Ἡ πα­ρου­σί­α σι­ω­πη­λῶν κομ­πάρ­σων, πού ἔ­παι­ζαν βο­η­θη­τι­κούς ρό­λους δού­λων, ἐ­πι­βάλ­λε­ται με­ρι­κές φο­ρές ἀ­πό τό κεί­με­νο σέ ση­μεῖ­α ὅ­που δέν τό πε­ρι­μέ­νει ὁ σύγ­χρο­νος θε­α­τής. Στίς Θε­σμο­φο­ρι­ά­ζου­σες, 279 κ.ε., π.χ., ὁ Εὐ­ρι­πί­δης ἔ­χει ντύ­σει τόν γε­ρο-συγ­γε­νή του γυ­ναί­κα καί τόν στέλ­νει στό Θε­σμο­φό­ριο. Οὔ­τε πού μᾶς περ­νᾶ ἀ­πό τό μυα­λό ὅ­τι θά τοῦ δώ­σει καί μιά γυ­ναί­κα δού­λη γιά συ­νο­δεί­α· ὅ­ταν ὅ­μως φτά­σει, τά πρῶ­τα του λό­για ἀ­πευ­θύ­νον­ται σέ μιά τέ­τοι­α δού­λη. Ὑ­πάρ­χουν καί πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­που μο­να­δι­κός προ­ο­ρι­σμός τῶν βο­η­θη­τι­κῶν αὐ­τῶν προ­σώ­πων εἶ­ναι νά προ­σφέ­ρουν τό ὑ­λι­κό γιά ἕ­να καί μό­νο ἀ­στεῖ­ο. Αὐ­τό συμ­βαί­νει στούς Ἀ­χαρ­νεῖς, 860-869, ὅ­που ὁ Βοι­ω­τός πού ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τήν ἀ­γο­ρά τοῦ Δι­και­ό­πο­λη συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πό δύ­ο συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ αὐ­λη­τές. Ὁ Δι­και­ό­πο­λης πα­ρε­ξη­γεῖ τή μου­σι­κή τους, νο­μί­ζον­τας ὅ­τι πρό­κει­ται γιά βου­η­τό ἀ­πό σφῆ­κες· μό­λις ὅ­μως ἀ­κου­στεῖ αὐ­τό τό τυ­πι­κό ἀ­στεῖ­ο, οἱ δύ­ο αὐ­λη­τές δέν χρει­ά­ζον­ται πιά.
 
Οἱ ἠ­θο­ποι­οί - πά­λι ὅ­πως στήν τρα­γω­δί­α – φο­ροῦ­σαν προ­σω­πεῖ­α· φυ­σι­κά, τό γε­γο­νός αὐ­τό ἐ­πη­ρέ­α­ζε τήν τε­χνι­κή της πα­ρα­γω­γῆς καί τῆς σκη­νο­θε­σί­ας. Ὁ ἠ­θο­ποι­ός δέν μπο­ροῦ­σε νά μᾶς δεί­ξει κα­μιά ἀλ­λα­γή στήν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που του, καί γιά τό λό­γο αὐ­τόν κά­θε σύγ­χρο­νη ἑρ­μη­νεί­α ἀ­ρι­στο­φα­νι­κοῦ χω­ρί­ου, ὅ­ταν στη­ρί­ζε­ται μό­νο στήν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που, εἶ­ναι ὁ­πωσ­δή­πο­τε πλα­νη­μέ­νη. Πι­θα­νό­τα­τα ἔ­χου­με δί­κιο νά ὑ­πο­θέ­του­με ὅ­τι γιά τήν ἐ­ξω­τε­ρί­κευ­ση συ­ναι­σθη­μά­των ὁ κορ­μός καί τά χέ­ρια ἔ­παι­ζαν με­γα­λύ­τε­ρο ρό­λο ἀ­πό ὅ, τι στή σύγ­χρο­νη ὑ­πο­κρι­τι­κή, καί μπο­ροῦ­με νά πα­ρα­τη­ρή­σου­με ὅ­τι συ­χνά στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά ἔρ­γα τά πρό­σω­πα λέ­νε κλαί­ω γε­λῶ (ἤ λέ­ξεις πού δη­λώ­νουν γέ­λιο ἡ κλά­μα) σέ πε­ρι­πτώ­σεις ὅ­που ὁ σύγ­χρο­νος θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας θά πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν νά τά ση­μει­ώ­σει στίς σκη­νο­θε­τι­κές ὁ­δη­γί­ες. Εἶ­ναι πο­λύ λυ­πη­ρό - δέν μπο­ροῦ­με ὅ­μως καί νά κά­μου­με τί­πο­τε - πού οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες δέν μᾶς ἄ­φη­σαν πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τό ὑ­πο­κρι­τι­κό ὕ­φος πού προ­τι­μοῦ­σαν.
 
Τό προ­σω­πεῖ­ο ἔ­πρε­πε νά ἔ­χει ἀ­φύ­σι­κα με­γά­λο ἄ­νοιγ­μα γιά τό στό­μα, καί με­ρι­κές γλυ­πτι­κές ἀ­πει­κο­νί­σεις προ­σω­πεί­ων (χρο­νο­λο­γι­κά ὄ­χι τό­σο πρώ­ι­μες ὅ­σο θά τό θέ­λα­με) μᾶς δεί­χνουν ὅ­τι καί γιά τά μά­τια τά ἀ­νοίγ­μα­τα ἦ­ταν ἀ­φύ­σι­κα με­γά­λα. Οἱ προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τές θά δη­μι­ούρ­γη­σαν ἀ­σφα­λῶς με­ρι­κές δυ­σκο­λί­ες στήν κα­τα­σκευ­ή προ­σω­πεί­ων πού νά πα­ρι­στά­νουν πραγ­μα­τι­κούς ἀν­θρώ­πους τῆς ἐ­πο­χῆς, ὅ­πως συ­χνά ἀ­παι­τοῦ­σε ἡ ἀ­ρι­στο­φα­νι­κή κω­μω­δί­α. Ἡ χρή­ση τέ­τοι­ων προ­σω­πο­γρα­φι­κῶν προ­σω­πεί­ων προ­ϋ­πο­τί­θε­ται στούς Ἱπ­πεῖς, 230-233, ὅ­που ἕ­νας ἀ­πό τους δού­λους τοῦ «Δή­μου» (πού ἐν­σαρ­κώ­νει τόν ἀ­θη­να­ϊ­κό λα­ό) προ­ει­δο­ποι­εῖ τόν Ἀλ­λαν­το­πώ­λη γιά τόν «Πα­φλα­γό­να» (πού πα­ρι­στά­νει τόν Κλέ­ω­να):
 
Θάρ­ρος! Δέ θά ‘ναι δά κι ἡ φά­τσα του ἴ­δια·
τή μά­σκα του δέν τόλ­μη­σε κα­νέ­νας
τε­χνί­της νά μᾶς φτιά­σει. Τό ἔξ­νπνο ὅ­μως
κοι­νό θά τόν γνω­ρί­σει ὅ­πως καί νά ‘ναι.
 
Ἴ­σως ὁ Ἀ­ρι­στο­φά­νης νά προ­τί­μη­σε αὐ­τόν τό στί­χο, για­τί τό πρό­σω­πο τοῦ Κλέ­ω­να δέν εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά καί δέν ἦ­ταν ἀ­πό ἐ­κεῖ­να πού μπο­ροῦ­σε κα­νείς νά ἀ­να­γνω­ρί­σει εὔ­κο­λα, ἄν τό κω­μι­κό προ­σω­πεῖ­ο εἶ­χε δι­α­μορ­φω­θεῖ ὅ­πως ὑ­πα­γό­ρευ­αν οἱ πρα­κτι­κές ἀ­νάγ­κες· ἔ­τσι, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τήν ὁ­μοι­ό­τη­τα, ὁ ποι­η­τής ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρος νά ἐκ­φρά­σει τή γνώ­μη του γιά τόν Κλέ­ω­να, πα­ρι­στά­νον­τας τόν Πα­φλα­γό­να ὑ­περ­βο­λι­κά ἀ­πό-κρου­στι­κό, ὑ­περ­φυ­σι­κό τέ­ρας, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τόν πα­ρου­σιά­ζει[14] στούς Σφῆ­κες, 1031-1035, καί στήν Εἰ­ρή­νη, 753-757. Σέ μιά κοι­νω­νί­α ὅ­που κα­νέ­νας δέν ξύ­ρι­ζε τό πρό­σω­πό του, δέν κά­πνι­ζε καί δέν φο­ροῦ­σε γυα­λιά, τό νά πα­ρα­στή­σει κα­νείς κά­ποι­ον δέν θά ἦ­ταν πάν­το­τε εὔ­κο­λο - αὐ­τό τό κα­τα­λα­βαί­νου­με ἄν ἀ­να­λο­γι­στού­με τή δύ­σκο­λη θέ­ση τοῦ γε­λοι­ο­γρά­φου σέ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση.[15] Ἤ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή στο­λή ἑ­νός κω­μι­κοῦ ἠ­θο­ποι­οῦ πού ἔ­παι­ζε ἀν­τρι­κό ρό­λο πε­ρι­λάμ­βα­νε καί ἕ­ναν ἀ­φύ­σι­κα με­γά­λο τε­χνη­τό φαλ­λό. Τό χω­ρί­ο ἀ­πό τους Σφῆ­κες (1341-1344) πού πα­ρα­θέ­σα­με πα­ρα­πά­νω, ὅ­ταν μι­λού­σα­με γιά τά σκα­λο­πά­τια μπρο­στά στή σκη­νή, ἀ­πο­τε­λεῖ πε­ρί­πτω­ση ὅ­που ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ φαλ­λοῦ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κή γιά τίς ἀ­νάγ­κες τοῦ ἔρ­γου, καί ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα χω­ρί­α πού μπο­ροῦν νά σκη­νο­θε­τη­θοῦν εὐ­κο­λό­τε­ρα μέ φαλ­λό πα­ρά χω­ρίς· ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως δέν εἶ­ναι πι­θα­νό νά φο­ροῦ­σαν φαλ­λό ὅ­σοι ἔ­παι­ζαν ρό­λους γυ­ναι­κεί­ους, καί στούς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­τρι­κούς τό κεί­με­νο δέν μᾶς βο­η­θᾶ νά ἀ­πο­φα­σί­σου­με ἄν ὁ ὑ­πο­κρι­τής φο­ροῦ­σε ἡ ὄ­χι φαλ­λό.
------------------------
[1] Ὑπάρχουν ἐπίσης μερικά ἀνέκδοτα γιά τήν τραγωδία τοῦ 5ου αἰώνα πού προϋποθέτουν τήν παρουσία γυναικῶν στό θέατρο. Τέτοια ἀνέκδοτα δέν μπορεῖ κανείς νά τά ἀπορρίψει ἀβασάνιστα ὡς νεώτερες ἐπινόησεις, ἀφοῦ τό συγγραφικό ἔργο δύο κουτσομπόληδων τοῦ 5ου αἰώνα, τοῦ Στησίμβροτου καί τοῦ Ἴωνα, διαβαζόταν ἀκόμη τήν ἔποχή της ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας.
[2] Μερικοί ἐκπρόσωποι ἀπό ἄλλες πόλεις κάθονταν ἴσως σέ προνομιακές θέσεις, ὅπως κανονικά καί οἱ Ἀθηναῖοι ἀξιωματοῦχοι: στούς Ὄρνιθες, 794, ἀναφέρεται ἕνα τμῆμα τοῦ θεάτρου, τό βουλευτικόν, ὅπου κάθονταν τά μέλη τῆς βουλῆς. 
[3] βλ. W.B. Dinsmoor, «The Athenian Theatre of the Fifth Century» [Τό ἀθηναϊκό θέατρο τοῦ 5ου αἰώνα], Studies presented to David Moore Robinson, τ. I, Saint Louis 1951, a. 309-330.
[4] Ὑπάρχει ἡ ἄποψη ὅτι στά Λήναια δέν χρησιμοποιοῦσαν τό θέατρο κάτω ἀπό τή νότια πλαγιά τῆς Ἀκρόπολης - αὐτό πού κυρίως θεωρεῖται τό θέατρο τῆς Ἀθήνας -, ἀλλά μιά ἁπλούστερη κατασκευή στά δυτικά της Ἀκρόπολης. Τά ἐπιχειρήματα πού προβάλλονται ὡς ἀποδεικτικά αὐτῆς τῆς ἄποψης δέν μέ ἱκανοποιοῦν.
[5] [Ὅταν σήμερα μιλοῦμε γιά ἀρχαῖο θέατρο, συνήθως ὀνομάζουμε σκηνή (ἤ σκηνικό χῶρο) τόν ὑπερυψωμένο ἤ ὄχι χῶρο πού βρίσκεται ἀμέσως μπροστά στό σκηνικό οἰκοδόμημα.] 
[6] Τό σχόλιο στούς Βατράχους, 297, ἀπό τή μιά φαίνεται νά προϋποθέτει τή χρήση τῆς ὑπερυψωμένης σκηνῆς (πού τήν ἐποχή τοῦ σχολιαστῆ εἶχε ἀπό καιρό ἐπικρατήσει παντοῦ), ἀπό τήν ἄλλη ὅμως φαντάζεται τή στιγμή ἐκείνη τόν Διόνυσο καί τόν Ξανθία νά βρίσκονται στήν ὀρχήστρα.
[7] Μποροῦμε νά ἀντιπαραβάλουμε τήν εὐκολία τῶν θεατῶν τοῦ κινηματογράφου νά δεχτοῦν τόν τεχνητό φωτισμό τῶν προσώπων, ὅταν ἡ σκηνή ὑποτίθεται ὅτι παριστάνει δράση στό σκοτάδι. 
[8] Καί στή σύγχρονη ὄπερα, ἡ ἀπομάκρυνση τῶν ἐπίπλων, ὅταν γίνεται ἀπό βοηθούς σκηνῆς ντυμένους σύμφωνα μέ τήν περίοδο καί τόν τόπο πού παριστάνει τό ἴδιο τό ἔργο, δέν φαίνεται νά ἐνοχλεΐ τό κοινό.
[9] Τά θέματα αὐτά τά ἔχω συζητήσει μέ μεγαλύτερη πληρότητα στό ἄρθρο μου «Τΐιο Skene in Aristophanes)) [Ἡ σκηνή στόν Ἀριστοφάνη], Proceedings of the Cambridge Philological Society, τ. CXCII, 1966, σ. 2-17. 
[10] Στό κείμενο χρησιμοποιοῦνται τά ὑποκοριστικά θύριον καί οἰκίδιον· ἡ γνήσια ὑποκοριστική σημασία ὑποχωρεῖ στίς περιπτώσεις αὐτες, ὅπου οἱ ὑποκοριστικοί τύποι δέν ἐκφράζουν παρά τή φιλική καί συμβιβαστική διάθεση τοῦ ὁμιλητή. 
[11] Ἕνα πολύ νεώτερο χειρόγραφο τῶν Νεφελῶν ἔχει γραφή εἶμι (πηγαίνω) ἀντί εἴσειμι (μπαίνω) ἡ πιθανότητα ὅμως νά διασώζεται ἐδῶ ἀρχαία ἐναλλακτική γραφή εἶναι πολύ ἀμυδρή - ἄν δεχτοῦμε τό εἶμι, πρέπει νά διορθώσουμε τόν ὑπόλοιπο στίχο γιά νά ἀποκατασταθεῖ τό μέτρο.
[12] Μπορεῖ ἐπίσης κανείς νά ὑποστηρίξει ὅτι ἄν σκηνογραφία σημαίνει μόνιμη διακόσμηση τῆς σκηνῆς, τότε δέν ταιριάζει μέ τά συμφραζόμενα τοῦ Ἀριστοτέλη, πού μιλᾶ γιά τήν ἐξέλιξη τοῦ δραματικοῦ εἴδους, καί θά ἦταν πιό φυσικό νά τήν ἀποδώσει σέ κάποιον καλλιτέχνη ζωγράφο ἡ ἀρχιτέκτονα - ὄχι σέ ποιητή. Στόν Αἰσχύλο ἄρεσε νά παρουσιάζει μιά σειρά ἀπό τρεῖς τραγωδίες μέ θέμα τούς τόν ἴδιο μύθο, πού νά ἀποτελοῦν κατά κάποιον τρόπο τρεῖς «πράξεις» ἑνός μεγάλου δράματος· αὐτό ὅμως δέν ἦταν ὑποχρεωτικό, καί δέν τό προτιμοῦσε οὔτε ὁ Σοφοκλῆς οὔτε ὁ Εὐριπίδης. Ὁποιοδήποτε λοιπόν σκηνικό φόντο καί ἄν ἔδινε κανείς σέ συγκεκριμένο ἔργο, ὑπῆρχε ἡ πιθανότητα νά μήν ταιριάζει στό ἔργο πού θά παιζόταν ἀμέσως μετά.  
[13] Πρόκειται γιά σκαθάρι τῆς κοπριᾶς, καί στήν κωμωδία ὁ φόβος συχνά περιγράφεται μέ τή φυσιολογική ἐπίδραση πού ἔχει στά ἔντερα. 
[14] Τό κωμικό εὕρημα στούς Ἱππεῖς, 230-233, εἶναι, νομίζω, τό ἑξῆς: ὁ Ἀριστοφάνης ἐννοεῖ ὅτι ἡ ὄψη τοῦ πραγματικοῦ Κλέωνα ἦταν τόσο ἀποκρουστική, ὥστε ὁ σκευοποιός θά τρόμαζε ἀπό τό προσωπεῖο καθώς θά τό κατασκεύαζε – γι’ αὐτό, τό προσωπεῖο τοῦ Παφλαγόνα, ὅσο ἀποκρουστικό καί ἄν ἦταν, δέν πλησίαζε καν τήν τρομερή ὄψη τοῦ Κλέωνα.
[15] Γιά μιά πληρέστερη συζήτηση γύρω ἀπό τό πρόβλημα αὐτό, βλ. τό ἄρθρο μου ((Portrait-Masks in Aristophancs» [Προσωπογραφικά προσωπεῖα στόν Ἀριστοφάνη], Κωμῳδοτραγήματα (Studies in honour of W.J. W. Koster),Ἀμστερνταμ 1967, σ. 16-28.