Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Και όμως γυρίζει...!

Αποτέλεσμα εικόνας για η Γη γυρίζει«Πρέπει να δεχόµαστε τους θεούς και να τους αφήνουµε όπως ο καθένας, σύµφωνα µε το νόµο και το έθιµο, είναι διατεθειµένος να αντιλαµβάνεται»
Πλούταρχος, Περί κοινών εννοιών προς Στωικούς, 1074, 31.

Ο πρώτος που ισχυρίστηκε ότι η Γη γυρίζει γύρω από τον Ήλιο ήταν ο Αρίσταρχος ο Σάμιος, ο οποίος γεννήθηκε το 310 π.Χ....

Για αυτό τον λόγο, ο Στωικός φιλόσοφος Κλεάνθης πρότεινε στους Αθηναίους την καταδίκη του «αιρετικού» Αρίσταρχου του Σάμιου, µε τη δικαιολογία, ότι κινούσε την Εστία των θεών και των ανθρώπων.

Υποστήριζε πως : «Οι Έλληνες θα πρέπει να υποβάλουν τον Αρίσταρχο τον Σάµιο σε δίκη επί ασέβεια, διότι προσπαθεί να κινήσει την Εστία του κόσµου (τη γη)». Η συγκεκριμένη κατηγορία, έχει διασωθεί από τον Πλούταρχο, στο έργο του Περί του εµφαινοµένου προσώπου τω κύκλω της σελήνης.

Ο Πλούταρχος αναφέρει στη συνέχεια: «Μόνο φίλε, πρόσεξε µη µας εµπλέξεις σε κατηγορία επί ασεβεία, όπως άλλοτε ο Κλεάνθης ενόµιζε ότι έπρεπε να κάνει µε τον Αρίσταρχο τον Σάµιο, και προσκάλεσε γι’ αυτό όλους τους Έλληνες, διότι αυτός (ο Αρίσταρχος) κινούσε του κόσµου την Εστία, όταν προσπαθούσε ο άνθρωπος να διασώσει την ερµηνεία των διαφόρων φαινομένων, και δίδασκε ότι ο Ουρανός µένει ακίνητος, ενώ η Γη κινείται κατά λοξό κύκλο και συγχρόνως γύρω από τον άξονά της».

Ο Αρίσταρχος τελικά αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα προκειμένου ν’ αποφύγει την καταδίκη. Για να ερμηνεύσουμε την στάση του Κλέανθη θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, πως οι Στωικοί είναι εκείνοι οι οποίοι υποστήριζαν την αλληγορική ερμηνεία των µύθων, µετά τον Θεαγένη τον Ρηγίνο, ο οποίος πρώτος προσπάθησε τον 6ο π.Χ. αι. να ερμηνεύσει αλληγορικά τον Όµηρο.

Ο Κλεάνθης υπήρξε ο κατ’ εξοχήν εισηγητής της αλληγορικής ερμηνείας, ενώ στη συνέχεια ο Χρύσιππος συστηματοποίησε αυτή τη μέθοδο. Έτσι µέσα από τους μύθους τους σχετικούς µε τους θεούς, ο φιλόσοφος, προσπαθούσε να εξηγήσει και να βάλει σε τάξη όχι πλέον τη ζωή των θεών αλλά τη ζωή των ανθρώπων.

Ο ουρανός αποτελούσε για τον Κλέανθη το θέατρο των αλληγορικών του θεωρήσεων, και το μοντέλο του Αρίσταρχου μάλλον του ανέτρεπε αυτό το μοντέλο ερμηνείας...…!

Οι λέξεις που δε λέμε: Γιατί πρέπει να εκφράζεις αυτό που σκέφτεσαι

Αποτέλεσμα εικόνας για Το ταξίδι της Ψυχολογίας ανά τους αιώνεςΟι λέξεις που δε λέμε…

Πόσες άραγε λέξεις θέλουμε να πούμε καθημερινά τις οποίες τελικά δε λέμε

Αν σκεφτεί ο καθένας μας σίγουρα θα βρει πολλές. Από το ευχαριστώ, το παρακαλώ και το σ’αγαπώ μέχρι καρκίνος, αυτισμός, σύνδρομο down, νοητική καθυστέρηση, ψύχωση και τόσες άλλες… Πόσο δύσκολο να αποδεχτώ ότι το παιδί μου έχει μία δυσκολία..πόσο δύσκολο να πω στους φίλους και τους συγγενείς ότι διεγνώσθηκα με καρκίνο και φοβάμαι...

Είναι μόνο μία λέξη κι όμως σημαίνει τόσα πολλά..αλλά και τίποτα... δίνουμε νόημα στις λέξεις… κι άλλες φορές βάζουμε ταμπέλα με τις λέξεις… πόση δύναμη κρύβει μέσα της μία λέξη… πόση δύναμη της δίνουμε εμείς…

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να αποδεχτώ ότι κάποιος με βοήθησε και να του πω ευχαριστώ, να αποδεχτώ τη χαρά που μου δίνει η παρουσία του άλλου στη ζωή μου και να του πω σ’αγαπώ. Η λέξη είναι άραγε ή τα συναισθήματα που βιώνουμε ακούγοντάς τη ή λέγοντάς τη... όταν λέω σ’αγαπώ έρχομαι σε επαφή με τα συναισθήματα αγάπης, συνεργασίας, όταν λέω πονάω έρχομαι σε επαφή με τη μοναξιά μου… τα αντέχω όλα αυτά;; Και φοβάμαι την έκθεση, την κριτική, το στιγματισμό από τους άλλους. Μιλώντας για την αδυναμία μου καταρρίπτονται οι προσδοκίες που είχα για μένα, για το παιδί μου. Πώς να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι το παιδί μου έχει μαθησιακές δυσκολίες, πώς να έρθω σε επαφή με τα συναισθήματα που βιώνω κάθε μέρα όταν βλέπω το παιδί μου με αυτισμό και δεν μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του, όταν έχει μία χρόνια ασθένεια και δεν ξέρω την έκβασή της. Πώς να μετατρέψω αυτή την αγωνία και το φόβο, σε πίστη και ελπίδα; Με το να αφήσω τον εαυτό μου να νιώσει τον πόνο και να του επιτρέψω να νιώσει τη χαρά. Να βιώσω τη θλίψη της απώλειας της υγείας, της σχέσης και να ζήσω με τον αυτισμό, τον καρκίνο, το χωρισμό. Και τελικά τον πόνο να τον κάνω δημιουργία.

Η ζωή είναι στιγμές που καλούμε να τις αντέχω και να δημιουργώ άλλες καλύτερες. Να αποδεχτώ την ύπαρξη του θανάτου και να χαρώ με τη ζωή… ο θάνατος και η ζωή υπάρχουν καθημερινά μέσα από τα γεγονότα, μέσα από τα συναισθήματα και τις σκέψεις . Η αποδοχή, η επαφή με αυτά, η έκφρασή τους μας κάνει καλύτερους, μας μειώνει το βάρος, μας δίνει δύναμη. Γι’αυτό μίλα, μοιράσου όσα νιώθεις, όσα σκέφτεσαι, πάντα βγαίνεις κερδισμένος... είναι απλό να πεις… ντρέπομαι… φοβάμαι… πονάω… σ’αγαπώ…

Το ταξίδι της Ψυχολογίας ανά τους αιώνες

Αποτέλεσμα εικόνας για Το ταξίδι της Ψυχολογίας ανά τους αιώνεςΗ ψυχολογία δεν έχει ένα ευρέως αποδεκτό παράδειγμα αλλά ανταγωνιστικές σχολές που συνυπάρχουν (συμπεριφορικές, λειτουργικές, γνωστικές, νευροφυσιολογικές, ψυχαναλυτικές, εξελικτικές και ανθρωπιστικές). Ως επιστήμη η ψυχολογία διχάζει καθώς θεωρείται ότι υπάρχουν πλευρές της επιστημονικές και άλλες όχι.

Αυτό ίσως μπορεί να διαχωριστεί μέσω της αιτιοκρατίας. Οι ψυχολόγοι που υιοθετούν την ύπαρξη φυσικής και ψυχικής αιτιοκρατίας έχουν έναν επιστημονικό προσανατολισμό, όσοι αντιτίθενται σε αυτό στηρίζουν μια πιο ελεύθερη θεώρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Ένας ακόμα λόγος, για να δημιουργηθούν ερωτήματα και διχασμοί σχετικά με την ψυχολογία είναι ο δυισμός που γεννάται ανάμεσα στην αλληλεπίδραση σώματος και πνεύματος. Μία θέση του Descartes, σύμφωνα με την οποία το πνεύμα είναι ικανό να προκαλεί συμπεριφορές στο σώμα, που έχει υιοθετηθεί από τους περισσότερους ανθρωπιστές και υπαρξιστές.

Σίγουρα, οι κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες της κάθε περιόδου επηρεάζει τον τομέα και τον τρόπο που θα δοθεί έμφαση στη ψυχολογία. Η ιστορία της ψυχολογίας δύναται να μας δώσει μια εικόνα της φύσης και της πορείας της και μπορούμε να ορίσουμε την ψυχολογία ανάλογα με τις διαφοροποιήσεις της μέσα στους αιώνες.

ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Όσων αφορά την δική μας εκκίνηση της ιστορίας της ψυχολογίας βρίσκεται στους αρχαίους Έλληνες οι οποίοι έδωσαν πολλά ψυχολογικά ψήγματα. Οι πρωτόγονοι πιστεύοντας ότι όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί έχουν ψυχή (ψυχοκρατία) και προβάλλοντας στη φύση συναισθήματα (ανθρωπομορφισμός) έδωσαν τη σκυτάλη στους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους.

Οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι όπως ο Ηράκλειτος και ο Θαλής έδιναν τις εξηγήσεις για την ζωή μέσω της φύσης, ενώ ο Πυθαγόρας μέσω των αριθμών. Ο μονισμός των πρώτων φιλοσόφων τους οδηγούσε στη μη διάκριση σώματος και πνεύματος, σε αντίθεση με τον Πυθαγόρα που έθεσε πρώτος τα θεμέλια αυτού του δυισμού.

Η ψυχή αποκτά, όμως, υπόσταση από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Ο Πλάτωνας επηρεασμένος από τους πυθαγόρειους διατυπώνει τη θεωρία των Ιδεών και μιλά για την ανάμνηση της ψυχής πριν εμφυτευθεί στο σώμα. Ο Αριστοτέλης, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα στήριξε ότι ο άνθρωπος κατέχει τη λογική ψυχή που διαχωρίζεται στον παθητικό νου που επεξεργάζεται τις πληροφορίες των πέντε αισθήσεων και τον ποιητικό νου που απομονώνει σταθερές έννοιες εκδηλωμένες μέσω της αισθητηριακής εμπειρίας.

Την Αριστοτέλεια θεωρία διαδέχθηκε ο σκεπτικισμός και ο κυνισμός. Ο κυνισμός με εκφραστές τον Αντισθένη και τον Διογένη πίστευε στην επιστροφή στη φύση και σε μια ζωή απαλλαγμένη από πάθη. Μια μετριοπαθή στάση ζωής στήριζε και ο Επίκουρος εστιασμένος στην ηδονή (ευχαρίστηση) που δεν προέρχεται από τη απόκτηση πολλών αγαθών. Όλοι οι φιλόσοφοι είχαν ως κοινό σημείο την ηθική μέχρι που με την εμφάνιση των θρησκειών το σκηνικό άρχισε να αλλάζει. Μέσω του θεϊκού στοιχείου ο νους και η ψυχή άρχισαν να αποκτούν μια διαφορετική υπόσταση με τομή τον Αυγουστίνο ο οποίος για πρώτη φορά θέτει την σημασία της ενδοσκόπησης με σκοπό την επαφή με το Θεό. Ο Αυγουστίνος όμως άνοιξε και άλλους δρόμους πάντα υπό το πρίσμα του θεϊκού στοιχείου όπως ανθρώπινη ελεύθερη βούληση, το κακό αποτελεί αποτέλεσμα επιλογής, οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι για τη μοίρα τους και παρόν, παρελθόν και μέλλον εξαρτώμενα από αισθητηριακές εντυπώσεις και αναμνήσεις.

Μολονότι η ψυχή άρχισε να αποκτά μορφή την περίοδο της άνθησης του χριστιανισμού οι δεισιδαιμονίες και ο φόβος οδήγησαν σε ένα κλίμα σκοταδισμού που τίποτα δεν μπορούσε να ερευνηθεί σε βάθος. Ακόμα και οι απόπειρες συσχετισμού της αριστοτελικής με την χριστιανική θεωρία απέβη άκαρπη. Μάλιστα οι ψυχικά ασθενείς εκείνη την περίοδο αντιμετωπίζονταν με έντονη διάκριση.

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΣ

Την περίοδο της Αναγέννησης εντοπίζονται οι απαρχές μιας πιο επιστημονικής θεώρησης της ψυχολογίας. Ο Descartes ήταν ο πρώτος που πρότεινε την αναζήτηση της αλήθειας μέσω της ενδοσκόπησης και της αισθητηριακής εμπειρίας κάνοντας, μάλιστα, μια πιο εμπεριστατωμένη θεώρηση για τους αισθητηριακούς υποδοχείς, μιλώντας για την συμπεριφορά που προκύπτει από τα νεύρα του εγκεφάλου. Έθεσε και εκείνος το ζήτημα του δυισμού πνεύματος και σώματος και την αλληλεπίδραση τους φέροντας ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για την πορεία της ψυχολογίας, αυτό του αντανακλαστικού. Η πεποίθηση του ότι ο νους έχει έμφυτες ιδέες απορρίφθηκε από τους εμπειριστές.

Ο Hobbes στήριξε την υλιστική άποψη, ενώ ο Locke παρότι ήταν εμπειριστής και χωρίς να απορρίπτει τον υλικό κόσμο δεν απέρριψε εντελώς την αισθητηριακή εμπειρία χρησιμοποιώντας, επίσης, τους νόμους του συνειρμού για την εξήγηση αφύσικων συνειρμών. Χρησιμοποίησε, δηλαδή, έναν όρο που σε άλλη βάση θα παίξει στη συνέχεια έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία της ψυχολογίας. Η αισθητηριακή εμπειρία η οποία διατηρήθηκε και στις θεωρίες των ορθολογιστών αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο ώστε ο ορθολογισμός να έχει μια έντονη επίδραση στη σύγχρονη ψυχολογία. Για παράδειγμα ο Herbart στήριξε την άποψη περί συνειδητών ιδεών και ιδεών που βρίσκονται στο ασυνείδητο.

Ιδιαίτερης σημασίας ήταν η ψυχολογία της μορφής του Κant, σύμφωνα με την οποία, η φύση του νου είναι ανεξάρτητη από την εμπειρία. Ο νους, δηλαδή, προσθέτει κάτι στην συνειδητή μας εμπειρία που ο αισθητηριακός ερεθισμός δεν περιέχει. Τα ρεύματα της Αναγέννησης διαδέχθηκαν τα ρεύματα του Διαφωτισμού όπως ήταν ο Ρομαντισμός και ο Υπαρξισμός που έθεσαν τις βάσεις για την ψυχαναλυτική θεωρία. Σημαντική μορφή του ρομαντισμού για την ψυχολογία θεωρείται ο Schopenhauer, ο οποίος έθεσε ως το πιο ισχυρό κίνητρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς τη βούληση για επιβίωση κάτι που καθιστά τους νοήμονες οργανισμούς πιο δυστυχισμένους αφού έχουν επίγνωση των αναγκών τους. Την άποψη αυτή ασπάστηκε και ο υπαρξιστής Nietzsche, που διαφώνησε στο ότι οι επιθυμίες πρέπει να απωθούνται στηρίζοντας την έκφραση της ανθρώπινης συμπεριφοράς τονίζοντας τη σημασία του θάρρους.

ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Με αυτές τις θεωρίες ως προάγγελο η πειραματική ψυχολογία δεν άργησε να κάνει την εμφάνιση της και για πρώτη φορά εισάγεται ο όρος ενέργεια στην ιστορία της ψυχολογίας. Ο Muller και ο Helmholtz αν και με αντίθετες θεωρίες εστίασαν στην ενέργεια που λαμβάνει το οπτικό νεύρο αλλά και τα υπόλοιπα αισθητικά νεύρα από την αίσθηση του φωτός. Η θεωρία του Helmholtz για την ενέργεια των οπτικών νεύρων συνδυάστηκε με αυτή του Young. Ο Helmholtz συνέδεσε το δόγμα των ειδικών νευρικών ενεργειών και με την ακουστική αντίληψη. Σημαντική ήταν και οι Gall και Spurzheim για τη διεύρυνση της ψυχολογίας των φυσικών ικανοτήτων αναδεικνύοντας την σε φρενολογία. Τα άτομα, δηλαδή, διαφέρουν σύμφωνα με τις φυσικές ικανότητες τους που έχουν έδρα συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου. Ο Wundt ο κύριος ιδρυτής της πειραματικής ψυχολογίας διατυπώνοντας την θεωρία και σχολή της βουλησιαρχίας με κύριο πυρήνα το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να εστιάσουν την προσοχή τους μόνο σε ότι επιθυμούν.

Οι μελέτες του Wundt τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι η ενδοσκόπηση είναι ένα μέσον μελέτης του νου. Την αξία της ενδοσκόπησης αναγνώρισε τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά ο Titchener της σχολής του δομισμού, σύντομα όμως η ενδοσκόπηση θεωρήθηκε αναξιόπιστη.

ΔΑΡΒΙΝΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ

Μια από τις σημαντικότερες τομές στην ιστορία της ψυχολογίας αποτέλεσε η επίδραση της θεωρίας του Darwin. H προσαρμοστικότητα, η κληρονομικότητα, η επίδραση τους στη νοημοσύνη και ο κοινωνικός Δαρβινισμός μέσα από πολλούς εκφραστές του, όπως του Cattell με το πείραμα της νοητικής δοκιμασίας, αποτελούν τον προάγγελο της εξελικτικής ψυχολογίας.

Από τον λειτουργισμό ως την γνωστική ψυχολογία

Η δαρβινική επίδραση στη ψυχολογία οδήγησε στη γέννηση του λειτουργισμού και του συμπεριφορισμού. Η διαφορά που επήλθε ήταν ο διαχωρισμός της ψυχολογίας από τη θρησκεία. Ο James με το έργο του Αρχές (1890) έθεσε τις βάσεις του λειτουργισμού.

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΣΜΟΣ

Ο λειτουργισμός εστίασε στη λειτουργία των νοητικών διαδικασιών απαλλαγμένος από τη στοιχειοκρατία μελετώντας τη συμπεριφορά από μια διαφορετική σκοπιά στο πλαίσιο ενός δαρβίνειου προτύπου και με επίκεντρο τα κίνητρα και περισσότερο τις διαφορές των προσωπικοτήτων παρά τις ομοιότητες. Ο James έδωσε στη ψυχολογία τόσο κοινωνιολογική βάση (κοινωνικός εαυτός), όσο και ψυχαναλυτική (το Εγώ της προσωπικότητας). Τυπολογικά η σύγχρονη ψυχολογία ταυτίζεται με την ψυχολογία που περιέγραψε ο James. Ένας από τους σημαντικότερους λειτουργιστές θεωρείται ο Thorndike, ο οποίος μελετώντας τα ζώα και μετά από απορρίψεις του ιδίου προς τις θεωρίες του κατέληξε στη σημασία των θετικών συνεπειών σε ένα συνειρμό και ότι η μάθηση μεταβιβάζεται από μια κατάσταση σε μία άλλη στο βαθμό που υπάρχουν κοινά στοιχεία.

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΣΜΟΣ - ΝΕΟΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΙΣΜΟΣ

Ο Pavlov ανακάλυψε στη διάρκεια της μελέτης του τα ψυχικά αντανακλαστικά. Το πασίγνωστο πείραμα του Pavlov τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κάθε συμπεριφορά είναι έμφυτη, είναι προϊόν μάθησης και λειτουργεί αντανακλαστικά. Συγκεκριμένα ο Pavlov πίστευε ότι κάποια ερεθίσματα προκαλούν διέγερση και άλλα συστολή. Όταν τα ίδια ερεθίσματα προκαλούν τόσο διέγερση ,όσο και συστολή τότε έχουμε την πειραματική νεύρωση. Αυτό σε συνδυασμό με τις λέξεις που λειτουργούν ως εξαρτημένα ερεθίσματα συμβάλλουν στην συμπεριφορά του ατόμου.

Ιδρυτής του συμπεριφορισμού θεωρείται ο Watson με μεγάλο του αντίπαλο τον McDougall, υποστηρικτή της σκόπιμης και της ενστικτώδους συμπεριφοράς. Από την άλλη, ο Watson αρνήθηκε την ύπαρξη νοητικών γεγονότων και των ενστίκτων στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Για τον Watson η σκέψη ταυτίζεται με τις μυϊκές κινήσεις. Ο νεοσυμπεριφορισμός δεν διαφοροποιήθηκε αρκετά από τον συμπεριφορισμό αλλά διαφώνησε ως προς την αποφυγή αφηρημένων οντοτήτων καθώς υπήρχε η άποψη ότι πρέπει να ελέγχεται οποιοσδήποτε όρος είναι σχετικός με την συμπεριφορά. Για παράδειγμα, ο Tolman δεν μελετούσε την αντανακλαστική συμπεριφορά αλλά τη στοχοκεντρική. Σημαντική συμβολή του στη ψυχολογία που τον έκανε ιδιαίτερα αποδεκτό από τη σημερινή ψυχολογία αποτέλεσε η άποψη ότι ένα σύνολο πεποιθήσεων συνιστούν ένα γνωστικό χάρτη.

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

Η ψυχολογία της μορφής του Kant άνοιξε το δρόμο για την Gestalt (ολότητα- μορφή). Οι θεμελιωτές της gestaltέδιναν ιδιαίτερη έμφαση στις συμπεριφορικές θεωρίες. Στην ψυχολογία της μορφής συναντάμε ως βάση την αισθητηριακή εμπειρία (Kant) εγκέφαλο κατανέμονται ομαλά και αλληλεπιδρούν με τις αισθητηριακές εμπειρίες με αποτέλεσμα την συνειδητή εμπειρία (ψυχοφυσικός ισομορφισμός). Στην Gestalt ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αντίληψη με βασική την αλληλεπίδραση της μορφής και του υπόβαθρου και γίνεται διάκριση μεταξύ υλικού και υποκειμενικού περιβάλλοντος που το δεύτερο διέπει τη συμπεριφορά.

Αδιαμφισβήτητα, η σημασία της ψυχολογίας της μορφής έγκειται σε μια πιο ολιστική και εσωτερική θεώρηση της συμπεριφοράς και σε αυτό συνέβαλαν ιδιαίτερα ο Lewin και ο Ζeigarnik. Ο πρώτος τονίζει την επιρροή που έχει ένα ψυχολογικό γεγονός στη ζωή ενός ανθρώπου και πόσο μπορεί να καθορίσει όλες τις πτυχές της ζωής του τη δεδομένη στιγμή και ο δεύτερος παρατηρεί την αποφυγή ενός ανεπιθύμητου πράγματος όταν επιθυμεί ένα άλλο (σύγκρουση προθέσεων). Η ψυχολογία της μορφής διατηρείται και επηρεάζει ιδιαίτερα τη σύγχρονη ψυχολογία.

ΨΥΧΑΝΑΛΥΣΗ

Οι απαρχές της ψυχανάλυσης βρίσκονται στις μελέτες και πειραματισμούς του Freud σε συνεργασία με τον Breuer. Ο Freud αποτελεί μια σημαντική μορφή όχι μόνο για την παγίωση της ψυχανάλυσης αλλά και της ψυχολογίας γενικότερα. Η διαδικασία της ψυχοθεραπείας πήρε για πρώτη φορά πνοή από τον Freud εστιαζόμενος κυρίως στους ελεύθερους συνειρμούς με σκοπό να εκμαιεύσει απωθημένες αναμνήσεις. Για πρώτη φορά μπαίνει στο μικροσκόπιο η σημασία της σεξουαλικής επιθυμίας (libido) στο ψυχισμό του ατόμου και αναλύονται τα ψυχοσεξουαλικά στάδια ανάπτυξης.

Στα πλαίσια του ταξιδιού του Freud στην ανθρώπινη σεξουαλικότητα έχουμε και την ανάλυση αλλά και τον σημαντικό ρόλο εννοιών όπως ο σαδισμός και ο μαζοχισμός. Παρά τις επικρίσεις που δέχθηκε το έργο του Freud δεν μπορεί να αναιρεθεί η συμβολή του στον ψυχισμό της ανθρώπινης ύπαρξης, με κύριο παράδειγμα την εισαγωγή όρων, όπως το ΕΓΩ, το ΥΠΕΡΕΓΩ και το ΑΥΤΟ. Δεν μπορούμε να μην κατατάξουμε στους μεγάλους εκφραστές της ψυχανάλυσης και τον Jung, ο οποίος αν και οπαδός του Freud διατύπωσε μια δική του θεωρία.

Η θεωρία του Jung είχε μια πιο μεταφυσική χροιά. Διαφοροποιήθηκε ως προς τη θεωρία του προσωπικού ασυνειδήτου χωρίς να το απορρίπτει αλλά προσθέτοντας το συλλογικό ασυνείδητο που στηρίζεται στην ιστορία της ανθρώπινης ύπαρξης και τα αρχέτυπα. Η απλή σεξουαλική ενέργεια, επίσης, του Freud για τον Jung ήταν μια δεξαμενή ενέργειας που μπορεί να οδηγήσει σε μια θετική ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Ακόμα o Freud έδωσε ερμηνεία στα όνειρα που θεωρούσε σημαντικά για το ταξίδι στο ασυνείδητο ενώ ο Jung ενθάρρυνε την ερμηνεία του ασθενή για το όνειρο του. Τέλος, ο Adler ακολουθώντας ένα τελείως διαφορετικό δρόμο εστίασε την προσοχή του στην παρεμπόδιση του ατόμου να εκπληρώσει το στόχο του από τα συμπλέγματα κατωτερότητας, τα οποία εντόπιζε στην αδυναμία της βρεφικής ηλικίας. Μέλημά του ήταν να αναπληρώσει το μειονέκτημα ενός ατόμου με άλλες ικανότητες ή να το μετατρέψει σε δύναμη.

Η 3η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ - ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Οι πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης που δεν συμπεριλήφθηκαν στις θεωρίες της ψυχανάλυσης και του συμπεριφορισμού οδήγησε στην ανάγκη για την γέννηση της ανθρωπιστικής ψυχολογίας που χαρακτηρίστηκε και ως 3η δύναμη. Μια στροφή προς την πιο συναισθηματική και δημιουργική πλευρά του ανθρώπου, η ανθρωπιστική ψυχολογία συνδυάζει την υπαρξιστική φιλοσοφία με τις ρομαντικές ιδέες για την ανθρώπινη ύπαρξη. Μολονότι έπαιξαν ρόλο στη γέννησή της ανθρωπιστικής ψυχολογίας οι υπαρξιστές είχαν μια διαφορετική οπτική από τους ανθρωπιστές.

Η υπαρξιστική ψυχολογία πήρε μορφή για πρώτη φορά στις ΗΠΑ από τον May που διαχώρισε το φυσιολογικό από το νευρωσικό άγχος. Για τον May η διαδικασία στην οποία καλείται ο άνθρωπος να ζήσει απαλλαγμένος από ενοχές και με αυθεντικότητα περιλαμβάνει την μια είσοδο στο άγνωστο, κάτι που γεννά ένα φυσιολογικό άγχος. Αν δεν μπορέσει να αυτό να το αποδεχτεί το άγχος αυτό θα μετατραπεί σε νευρωσικό. Σε αντίθεση με τους υπαρξιστές οι ανθρωπιστές στηρίχτηκαν σε μια αρχή, επηρεασμένοι από τον Rousseau, ότι η ανθρώπινη ύπαρξη έχει μία ροπή προς την καλοσύνη. Ο Maslow, βασικός ιδρυτής της 3ης δύναμης στηρίχθηκε σε μια θεωρία ιεραρχίας των αναγκών που χρειάζεται η ανθρώπινη ύπαρξη για να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση (το υπέρτατο σημείο ολοκλήρωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας), τη λεγόμενη πυραμίδα του Maslow. Ο Rogers ασπάστηκε την αυτοπραγμάτωση του Μaslow και πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα την ανθρωπιστική ψυχολογία εισήγαγε την σημασία της ανάγκης της ανθρώπινης ύπαρξης για άνευ όρων αποδοχή που αποτελεί σήμερα και βασική αρχή της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας στις περισσότερες προσεγγίσεις.

ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Η εξελικτική ψυχολογία ήρθε μέσα από την ψυχοβιολογία να δώσει μια πιο επιστημονική χροιά βιολογικής οπτικής αυτή τη φορά και εξελίχτηκε μέσα από μελέτες κοινωνιοβιολόγων. Ουσιαστικά, μελετώνται οι γενετικές επιδράσεις στην συμπεριφορά δίνοντας έναν σημαντικό αλλά και αμφιλεγόμενο πολλές φορές ρόλο στην κληρονομικότητα αλλά και στη δομή του εγκεφάλου γενικότερα ως προς τη συμπεριφορά αλλά και τις διαταραχές που μπορεί να παρουσιάσει ένα άτομο. Από την άλλη, η γνωστική ψυχολογία ενώ κινείται, επίσης, σε ένα επιστημονικό πλαίσιο ως προς τη συμπεριφορά εστιάζει κυρίως στην επεξεργασία μιας πληροφορίας από έναν εγκέφαλο και δίνει έμφαση σε στοιχεία όπως αυτά της μνήμης και της αντίληψης.

Οι ψυχολόγοι της θεωρίας της Μορφής, ο Rogers, o Hebb και πολλοί άλλοι ήταν εκείνοι που άνοιξαν το δρόμο για την γνωστική ψυχολογία. Σημαντική τομή αποτέλεσε η τεχνητή νοημοσύνη του Turing για να αναλυθεί και να συγκριθεί με αυτήν η ανθρώπινη νοημοσύνη. Τόσο η εξελικτική όσο και η γνωστική ψυχολογία είναι ένα πολύ σημαντικό όπλο για την σύγχρονη ψυχολογία, αφού κάλυψαν επιστημονικά κενά για την ανθρώπινη ύπαρξη

Η σύγχρονη ψυχολογία υπάρχει μέσα από όλες αυτές τις θεωρίες και τις μελέτες που έγιναν ανά τους αιώνες συμπεριλαμβάνοντας όμως διαφορετικές και αντικρουόμενες απόψεις για την ανθρώπινη ύπαρξη. Δεν μπορούμε, όμως, να μην δεχτούμε τη συμβολή της ψυχολογίας στην ανθρωπότητα εφόσον φώτισε βασικά σημεία όπως είναι η μνήμη, η μάθηση η εγκεφαλική λειτουργία και γενικότερα η ψυχή και η σκέψη. Πολλά βέβαια κομμάτια της ανθρώπινης ψυχής είναι αμφιλεγόμενα και η ψυχολογία έχει να μας προσφέρει ακόμα πολλές αλήθειες για το πιο περίπλοκο πλάσμα πάνω στη γη, τον άνθρωπο.

Το βάρος των μεγάλων προσδοκιών

Αποτέλεσμα εικόνας για smoking hdΌταν είσαι μικρός βιάζεσαι να μεγαλώσεις και όταν αυτό γίνει πια πραγματικότητα συνήθως δε σου αρέσει. Εκφράσεις, όπως «Αχ να γινόμουν και πάλι παιδί!» ή «Μα τι ωραία αυτά τα παιδικά χρόνια» πλημυρίζουν συχνά το μυαλό. Τι είναι αυτό που σε αγχώνει, όμως, τόσο και μόνο στην ιδέα ότι φορτώνεσαι άλλον έναν χρόνο στην «πλάτη» σου;

Πολλοί και σπουδαίοι θεωρητικοί στο χώρο της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, όπως ο Freud αλλά και από την αρχαιότητα ακόμη, όπως ο Επίκουρος επικαλέστηκαν το άγχος θανάτου, το φόβο του ανθρώπου ότι πλησιάζει σε κάτι που δεν επιθυμεί, στο να μη ζει.

Μα πόσο αυτός ο φόβος σε αφήνει πραγματικά να ζήσεις και να χαρείς τις στιγμές σου; Δεν είναι στο χέρι του καθενός το πόσο θα ζήσει αλλά είναι το πώς! Γι’ αυτό το λόγο οι αρνητικές σκέψεις είναι μάταιες καθώς φέρνουν μόνο άγχος και φόβο. Φόβο στο να χαρείς την καθημερινότητα σου, να ζήσεις, να δεθείς και να επενδύσεις σε κάτι.

Ίσως κάποιες φορές να συμβάλλουν σε αυτό οι προσδοκίες που έχει ο καθένας για τον εαυτό του ή και ακόμη πιο συχνά οι προσδοκίες των άλλων για τον ίδιο για το τι τελικά θα έχει καταφέρει μέχρι κάποια ηλικία. Προσδοκίες που όταν απέχουν αρκετά από την εκπλήρωση τους φέρνουν στο άτομο απογοήτευση και άγχος. Στιγμές όπως τα γενέθλια ή αλλαγή του χρόνου φέρνουν τέτοιες σκέψεις και συναισθήματα, ως απόρροια ενός απολογισμού ζωής.

Η λεγόμενη «κρίση των 30» να είναι άραγε μια κατάσταση τυχαία ή επηρεασμένη από τις προσδοκίες και τα στερεότυπα της κοινωνίας; Η ηλικία των 30 θεωρείται ένα ορόσημο, όπου θα έχεις δουλειά, σύντροφο και ίσως και να έχεις δημιουργήσει και τη δική σου οικογένεια. Πόσο δεσμευτικό και αγχωτικό όμως μπορεί να βάζεις τη ζωή σου σε κουτάκια; Ωστόσο, από τη στιγμή που οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίδιοι, ούτε έχουν τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια όνειρα πως είναι δυνατόν να ζουν και να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο;

Στην πραγματικότητα δε γερνάς από τα χρόνια αλλά από τις αρνητικές σκέψεις, αυτές που σε κάνουν να στεναχωριέσαι πιστεύοντας πως περνούν τα χρόνια και εσύ μένεις στάσιμος να τα παρατηρείς ως θεατής χωρίς να έχεις καταφέρει όλα όσα θες να επιτύχεις. Τα χρόνια περνούν αλλά μένουν οι αναμνήσεις και οι εμπειρίες, αυτές που σε ωριμάζουν και σε κάνουν να βλέπεις τα πράγματα από μια καινούργια οπτική γωνία.

Κάθε ηλικία έχει τη δική της χάρη, το μόνο που χρειάζεται είναι να το συνειδητοποιήσεις και τελικά να τη ζήσεις χωρίς να βιάζεσαι και να περιμένεις συγκεκριμένα αποτελέσματα. Οι όμορφες στιγμές είναι στα απλά πράγματα, στα καθημερινά και στους ανθρώπους που αγαπάς, όμως χρειάζεται να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, να τις δεις και να χαλαρώσεις για να καταφέρεις εντέλει να τις χαρείς. Χρειάζεται, επίσης, να βάζεις στόχους όχι μεγάλους, γενικούς και αόριστους αλλά μικρούς που γίνεται να επιτευχθούν για να παίρνεις ικανοποίηση ότι τα καταφέρνεις! Βήμα-βήμα έρχεται η αλλαγή και αυτό που αναζητάς!

Η ευτυχία δεν κρύβεται στα μεγάλα εντυπωσιακά πράγματα, ούτε είναι προνόμιο των μικρών ηλικιών. Στο χέρι σου είναι να ζεις, να χαίρεσαι και να κυνηγάς τα όνειρα σου. Αυτά που έκανες εσύ για τον εαυτό σου και όχι οι άλλοι για εσένα. Τα όνειρα δεν έχουν ηλικία. Τα όνειρα, όμως, σε ξανανιώνουν, δίνουν νόημα στη ζωή σου και μπορούν να σε κάνουν πιο δυνατό να αντιμετωπίσεις το φόβο που κυριεύει την κάθε ανθρώπινη ψυχή, τον φόβο του να πάψεις να ζεις! 

Praemeditatio κατά Σενέκα

Επειδή οι μακρές περίοδοι γενναιοδωρίας της Φορτούνα (τύχη) εμπεριέχουν τον κίνδυνο να μας αποκοιμίσουν, ο Σενέκας μας εξορκίζει να αφιερώνουμε λίγο χρόνο κάθε μέρα για να τη σκεφτόμαστε. Δεν ξέρουμε τι θα συμβεί στη συνέχεια: οφείλουμε να περιμένουμε κάτι. Νωρίς το πρωί πρέπει να πραγματοποιούμε αυτό που ο Σενέκας ονόμασε praemeditatio, έναν προκαταβολικό διαλογισμό για όλα τα βάσανα του μυαλού και του σώματος στα οποία η θεά μπορεί στη συνέχεια να μας εκθέσει.

 [Οι συνετοί] ξεκινούν τη μέρα τούς με μία σκέψη…

Η Φορτούνα δεν μας προσφέρει τίποτα που να είναι πραγματικά κτήμα μας.

Τίποτα, δημόσιο ή ιδιωτικό, δεν είναι σταθερό˙ το πεπρωμένο των ανθρώπων, πόσω δε μάλλον αυτών των πόλεων, στροβιλίζεται διαρκώς. Όποια κατασκευή κι αν έχει δημιουργηθεί με το πέρασμα πολλών χρόνων, με μεγάλο κόπο και μέσα από την άφθαστη καλοσύνη των θεών, σκορπίζεται στους τέσσερις ανέμους μέσα σε μία μέρα. Όχι, όποιος πει «μία μέρα» παραχωρεί υπερβολικά μεγάλη αναβολή στη δυστυχία που χτυπά σαν αστραπή˙ μια ώρα, μια στιγμή, αρκεί για να καταλυθούν αυτοκρατορίες.

Πόσο συχνά πόλεις στην Ασία, πόσο συχνά στην Αχαΐα, δεν έχουν ισοπεδωθεί μ’ ένα και μόνο πλήγμα του σεισμού; Πόσες πόλεις στη Συρία, πόσες στη Μακεδονία δεν έχουν καταβαραθρωθεί; Πόσο συχνά μια τέτοια καταστροφή δεν έχει ερημώσει την Κύπρο;

Ζούμε ανάμεσα σε πράγματα που όλα τους είναι προορισμένα να πεθάνουν.

Θνητοί γεννηθήκατε και θνητούς γεννάτε.

Τα πάντα να σταθμίζετε, τα πάντα να περιμένετε.

Η ηθική ως δημόσια υποχρέωση

Η επιδίωξη ηθικών σκοπών μέσω του καταναγκασμού μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική

Η καντιανή ηθική ως σύνολο ιδεών, θέσεων και αρχών, που εκκινούν από την καντιανή φιλοσοφία αλλά σε πολλά σημεία την υπερβαίνουν και την επανεξετάζουν, αποτελεί έναν σταθερό πυλώνα της σύγχρονης συζήτησης για το αγαθό και το δίκαιο. Η αντιπαράθεση αυτής της ηθικής με την αριστοτελική αρετολογία και τον ωφελιμισμό συνθέτουν ένα παζλ που δεν μπορεί να αφήνει αδιάφορο τον σύγχρονο κοινωνικό προβληματισμό. Μέσα σ’ αυτήν την αντιπαράθεση ενσωματώνονται πολιτικά διακυβεύματα, που αφορούν την αντίθεση του πολιτικού φιλελευθερισμού με τον κοινοτισμό, τον ωφελιμιστικό νεοφιλελευθερισμό, τον εθνοκεντρικό συντηρητισμό και τον πολιτιστικό σχετικισμό των μετανεωτερικών θεωρήσεων.

Ο Καντ κινείται από τη φιλοσοφία της ιστορίας «Ιδέα για μια γενική ιστορία με πρόθεση κοσμοπολίτικη» (1784) στην ανάλυση των γνωσιοθεωρητικών ζητημάτων «Κριτική του καθαρού λόγου» (1781) και από εκεί στα πρακτικά (δηλαδή ηθικά) προβλήματα, τα οποία αποτελούν το θέμα τριών κυρίως έργων του, της «Θεμελίωσης στη Μεταφυσική των ηθών» (1785), της «Κριτικής του πρακτικού λόγου» (1788) και της «Μεταφυσικής των ηθών» (1797). Για να καταλήξει στα τεράστια ζητήματα που προκύπτουν από τη σχέση του Λόγου με το ωραίο «Κριτική της Κριτικής δύναμης» (1790), με τη θρησκεία «Ηθική εντός των ορίων του Λόγου και μόνο» (1793) και με την επιστήμη «Η Διένεξη των Σχολών» (1798).

Η φιλοσοφία της θρησκείας του Καντ έχει την αφετηρία της στη φιλοσοφία της ηθικής. Αν λάβουμε υπόψη μας πως στις καντιανές κριτικές η ηθική στηρίζεται σε πρακτικούς λόγους και όχι, για παράδειγμα, σε θεωρητικές διδασκαλίες για την ύπαρξη της Αγίας Τριάδας, για την ενσάρκωση του Θεού, για την ύπαρξη του σώματος στη μεταθανάτια ζωή, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ο φιλόσοφος εξάγει την ηθική συμπεριφορά από τον Λόγο και όχι από την πίστη. Η καντιανή ηθική θεμελιώνεται στη βάση της ελευθερίας του ανθρώπου, ο οποίος όμως δεσμεύεται από τον Λόγο με απόλυτους νόμους. Ο άνθρωπος για να είναι ηθικά καλός δεν χρειάζεται την Ιδέα ενός άλλου όντος πάνω απ’ αυτόν, αλλά μόνο να γνωρίζει τους έλλογους κανόνες που καθορίζονται από την αυτάρκεια του καθαρού πρακτικού Λόγου.

Κατά τον μεγάλο φιλόσοφο, στον άνθρωπο ενυπάρχουν οι καταβολές τήρησης του αγαθού. Παρ’ όλα αυτά εκκινεί από τη θεωρία για το ριζικό κακό στον άνθρωπο. Αυτό το κακό δεν είναι απότοκο παραπλάνησης, ούτε βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου ή στη διαφθορά του ίδιου του Λόγου, ούτε έχει καμία σχέση με το προπατορικό αμάρτημα. Απλώς συνίσταται στις κυρίαρχες ροπές του ανθρώπου, ο οποίος θέτει την ευδαιμονία του πάνω από την ηθικότητα. Το θεμέλιο του κακού βρίσκεται στους κανόνες της θέλησης, όπως αυτές πηγάζουν από την ίδια την ελευθερία. Αν το κακό δεν βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου αλλά στην ελευθερία του, τότε εκεί μπορεί να αναζητήσει και το καλό.

Η αποκατάσταση της πρωταρχικής καταβολής του καλού μέσα στον άνθρωπο είναι η αποκατάσταση της καθαρότητας του ηθικού νόμου ως ανώτατου θεμελίου όλων των γνωμόνων της ηθικής συμπεριφοράς. Αυτή η αποκατάσταση δεν μπορεί να είναι απόρροια μικροϋπολογισμών για την επίτευξη της ουράνιας βασιλείας, αλλά αποτέλεσμα της επαναφοράς των ηθικών κανόνων στην προσπάθεια αναζήτησης της ευδαιμονίας επί της γης. Μόνον τότε ο αγώνας της αγαθής αρχής επί της κακής μετατρέπεται σε αγώνα για την τήρηση των ανθρώπινων ηθικών εντολών στο επίπεδο της βασιλείας του Θεού επί της γης.

Από εδώ ξεκινά και η καντιανή στήριξη στην έλλογη θρησκεία. Αυτή η θρησκεία δεν χρειάζεται τα θαύματα, τις τελετουργίες, τις λατρείες και ξεχωριστούς λειτουργούς για να επιβάλει τη Βασιλεία του Θεού επί της γης. Η επιδίωξη να επιβάλει κανείς με τον φόβο ή με καταναγκασμούς την εφαρμογή ηθικών σκοπών είναι καταστροφική και κατά βάθος ανήθικη πράξη.

Εκκλησιαστική και έλλογη θρησκεία

Βεβαίως ο Καντ θεωρεί πως η ηθική συμπεριφορά προϋποθέτει την ιδέα μιας ηθικής κοινότητας. Μια τέτοια ηθική ένωση πολλών ανθρώπων χρειάζεται μια δημόσια υποχρέωση, η οποία βασίζεται στην εκκλησιαστική μορφή και πίστη. Σαν μια ηθική κοινότητα και μόνο βρίσκει αναγκαία την ύπαρξη της Εκκλησίας και της εκκλησιαστικής πίστης. Αυτή η πίστη όμως δεν μπορεί να είναι δεσπόζουσα στη σχέση μας με τον Θεό, αφού πρέπει να εκλαμβάνεται μόνον ως μέσο με ιστορική αρχή και πέρας για την προσέγγιση της έλλογης θρησκευτικής πίστης. Η εκκλησιαστική πίστη είναι ιστορικά αναγκαία, είναι όμως και πεπερασμένη, γιατί αποτελεί το προστάδιο για την κυριαρχία της μόνης αληθινής πίστης, που είναι ή έλλογη δικαιολόγηση των ηθικών πράξεων. Η καθαρή θρησκευτική πίστη γνωρίζει πως χρειαζόμαστε μια θεσπισμένη νομοθεσία, γνωστοποιημένη από την αποκάλυψη για να συμπεριφερθούμε ως πολίτες σε μια θεϊκή πολιτεία επί της γης. Ως άνθρωποι όμως χρειαζόμαστε καθαρούς ηθικούς νόμους για να προσεγγίσουμε τη φυσική ή την έλλογη θρησκεία.

Με γνώμονα τα παραπάνω ο Καντ μας παρουσιάζει μια γήινη ερμηνεία των Γραφών. Μια ερμηνεία που οδηγεί σε μια συμβολική χριστολογία, η οποία αποτελεί το θρησκευτικό πρότυπο του ανθρώπινου ηθικού προτύπου και κανόνα ζωής. Εδώ έχουμε έναν «Ιδρυτή της Εκκλησίας» που δεν έχει να κάνει με την ιστορική και μερική πίστη, αλλά με ένα πρότυπο μιας άδολης και ασυμφεροντολογικής συμπεριφοράς. Μια ηθικής που νομιμοποιείται όχι από την, κατά Καντ, ψευδολατρία του παπαδαριού, αλλά μιας ηθικής που ξεκινά και τελειώνει στον ίδιο τον Λόγο και μόνο. Γιατί στην ουσία «Η θρησκεία εντός των ορίων του Λόγου και Μόνο» σε εισαγωγικά, δεν είναι τίποτε άλλο από μια Ηθική εντός των ορίων του Λόγου και Μόνο, χωρίς εισαγωγικά.

Η ηθική βελτίωση δεν μπορεί να στηρίζεται ούτε στη δογματική και άψυχη ορθοδοξία της βιβλικής αυθεντίας ούτε και στον νατουραλιστικό ντεϊσμό (εκκλησιαστική πίστη άνευ Βίβλου). Τελικά η σχέση της φυσικής θρησκείας με την εκκλησιαστική είναι τέτοια που ο καθολικός ανθρώπινος Λόγος της φυσικής θρησκείας πρέπει να αναγνωρίζεται από τη χριστιανική πίστη ως ανώτατη επιτακτική αρχή, ενώ η διδασκαλία της αποκάλυψης, στην οποία θεμελιώνεται η Εκκλησία, αποτελεί το ύψιστο σεβαστό μέσο που θα καθιστά τον Λόγο κατανοητό σ’ όλους. Η θρησκευτική πίστη που αποσκοπεί να βελτιώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά δεν έχει ανάγκη να επαληθεύσει τις επιταγές της στηριγμένη στις βιβλικές εντολές, τής αρκεί η συμφωνία με τις επιταγές του πρακτικού Λόγου.

Είναι προφανές πως όλα τα προαναφερόμενα αποτελούν θανάσιμες μαχαιριές στην αυθεντία του ιερατικού και κάθε παρόμοιου εξουσιαστικού λόγου. Ο Καντ αρνείται τις βιβλικές και οποιεσδήποτε άλλες βεβαιότητες που πηγάζουν από χώρους εκτός της ανθρώπινης υπόστασης και αυτονομίας. Ο μεγάλος φιλόσοφος περιγράφει τους λόγους για τους οποίους η Εκκλησία και η Αποκάλυψη (με την απαίτησή τους να ερμηνεύσουν την ανθρώπινη κατάσταση ως αυθεντίες, χωρίς να επιδιώκουν να βαπτισθούν στα ύδατα της ανθρώπινης αυταξίας) αποτελούν ασυμφιλίωτους εχθρούς της ανθρώπινης προόδου.

Κινδυνεύουμε να χαρακτηρισθούμε γραφικοί, αν ακόμα μία φορά εκθειάσουμε το μεταφραστικό έργο, τις ουσιαστικές σημειώσεις και τον διεισδυτικό επίλογο του πανεπιστημιακού Κώστα Ανδρουλιδάκη. Ομως το «ηθικό μας καθήκον» προτιμά την κατηγορία της γραφικότητας, από το να αποσιωπήσει το πόσα χρωστάμε -πέραν από την επιστημονική του προσφορά- στις προσπάθειες του συγκεκριμένου επιστήμονα για την άρτια μεταφορά στα ελληνικά των έργων της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας.

Σε εποχές που οι τηλεοπτικοί δίαυλοι δεν σέβονται ούτε προσωπικά δεδομένα ούτε την αξία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας, θα ήταν μάλλον ουτοπική η παράκλησή μας να προσεχθούν οι αξίες που μεταφέρει η καντιανή ηθική. Αλλά επειδή είμαστε αθεράπευτοι οπαδοί της θεωρίας πως σε τελική ανάλυση η ανθρωπότητα βαδίζει προς το καλό και το καλύτερο, δεν θα παύσουμε να κραυγάζουμε υπέρ της επικαιρότητας τέτοιων έργων.

Τι είναι η αυτοπεποίθηση;

H αυτοπεποίθηση δεν είναι η εγωκεντρική, ναρκισσιστική αίσθηση έπαρσης και ανωτερότητας. Είναι η συναίσθηση της ικανότητας να ανταποκρίνεται κανείς στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και η επίγνωση της σημαντικότητάς του ως ιδιαίτερο πρόσωπο.

Η συναίσθηση ότι ως άνθρωποι είμαστε σημαντικοί και έχουμε αξία θεμελιώνεται σε τρεις κυρίως παράγοντες:

– Στις πρακτικές ικανότητες που μας επιτρέπουν να τα καταφέρνουμε στις επαγγελματικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και αθλητικές μας δραστηριότητες.
– Στην αναγνώριση, την αποδοχή και την αγάπη, των άλλων.
– Στη δυνατότητά μας να αντιμετωπίζουμε με δυναμισμό και αξιοπρέπεια τις κρίσιμες καταστάσεις τις προσωπικής μας ζωής όπως είναι η ασθένεια, ο χωρισμός, η απώλεια θέσης εργασίας, ο θάνατος αγαπημένου προσώπου κλπ.

Η αυτοπεποίθηση εκφράζεται με συγκεκριμένες γόνιμες συμπεριφορές και υγιή συναισθήματα όπως υπευθυνότητα, πρωτοβουλία, αξιοπρέπεια, αυτοέλεγχο, ανεκτικότητα και σεβασμό των άλλων, επιδίωξη αξιόλογων στόχων κλπ.

Η αυτοπεποίθηση συνοδεύεται από ένα αίσθημα επάρκειας των ικανοτήτων μας, δημιουργική επικοινωνία, γόνιμο προβληματισμό, κατάλληλο σχεδιασμό, σωστές αποφάσεις και από την συναίσθηση ότι με τις προσπάθειές μας μπορούμε να πετύχουμε τα αποτελέσματα που επιθυμούμε.

Η αυτοπεποίθηση δεν καλλιεργείται μόνο με τα ενισχυτικά και υποστηρικτικά λόγια των άλλων αλλά κυρίως με την ρεαλιστική και έγκυρη αυτο-αξιολόγηση, μέσα από την ανάληψη ευθυνών, την εμπειρία της αγάπης και την δυναμική στάση απέναντι στις καθημερινές δυσκολίες και τις αναπόφευκτες αντιξοότητες.

Παιδαγωγικές τακτικές ενίσχυσης της αυτοπεποίθησης.

Επικοινωνώ με το παιδί με ειλικρίνεια και ενδιαφέρον. Του δείχνω ότι χαίρομαι που μιλάω μαζί του και δεν το κάνω σαν αγγαρεία. Εκδηλώνω με σωματικό τρόπο την αγάπη μου με αγκαλιές και χάδια.

Ξεκινώ την επικοινωνία μου με το παιδί εστιάζοντας πάντοτε την προσοχή μου στα θετικά του χαρακτηριστικά και στα χαρίσματά του.

Στις συζητήσεις μας με το παιδί δεν επιβάλλω ευγενικά τις απόψεις μου. Προσπαθώ να είμαι διαλλακτικός και αληθινά δημοκρατικός.

Ομολογώ στο παιδί ότι κάποια από τα αισθήματα που το τρομάζουν είναι ή ήταν και δικά μου αισθήματα. Το παιδί δέχεται τον εαυτό του καλύτερα όταν συνειδητοποιεί ότι τα πρόσωπα που θεωρεί σημαντικά έχουν περάσει ανάλογες δυσκολίες με τις δικές του.

Προτείνω στο παιδί να τοποθετήσει μικρά, έγχρωμα, αυτοκόλλητα χαρτάκια σε διάφορα σημεία του χώρου του, με θετικά μηνύματα που ενισχύουν την αυτοπεποίθηση. Για παράδειγμα: «Ανακαλύπτω τις δυνάμεις που κρύβονται μέσα μου». «Μαθαίνω να σέβομαι τις αδυναμίες μου και να μαθαίνω από αυτές». «Εισπνέω βαθιά, χαλαρώνω το σώμα και μένω ήρεμος.». «Αυτοπεποίθηση». «Δυναμισμός». «Αγάπη».

Ενθαρρύνω το παιδί να αντιμετωπίζει με χιούμορ ακόμη και δυσάρεστα γεγονότα.

Εξηγώ στο παιδί πως αν κάποιος θυμώνει μαζί του, το κοροϊδεύει ή του επιτίθεται, αυτό δεν σημαίνει ότι φταίει ή ότι είναι κακό παιδί.

Εξηγώ στο παιδί πως μέσα του κρύβονται απεριόριστες δυνατότητες που αν τις αξιοποιήσει με συστηματική προσπάθεια μπορεί να πετύχει σε όλους τους τομείς αξιόλογη πρόοδο.

Προτρέπω ευγενικά το παιδί να επιδιώκει υψηλότερες επιδόσεις. Θεμελιώνω όμως τις προσδοκίες μου σε μια ρεαλιστική εκτίμηση των ικανοτήτων του παιδιού και όχι σε πιέσεις που ασκούνται από το κοινωνικό-πολιτιστικό μου περιβάλλον ή από προσωπικές μου ανάγκες για προβολή και επιτυχία.

Προτρέπω το παιδί να βάζει στόχους, να παίρνει αποφάσεις και να λύνει προβλήματα. Το βοηθώ να σχεδιάζει το δρόμο προς την επιτυχία με μια συγκεκριμένη σειρά σταδιακών επιδιώξεων με μικρά και συγκεκριμένα βήματα.

Το βοηθώ να υπομένει, να επιμένει, και να αγωνίζεται μέχρι να πετύχει τους στόχους του.

Το προτρέπω να αποδέχεται χωρίς ταραχή τον έπαινο και την κοροϊδία.

Το ενθαρρύνω να εκφράζει ειλικρινά τις προσωπικές του απόψεις και να εξωτερικεύει ξεκάθαρα τα αισθήματά του.

Το βοηθώ να αναπτύξει αυτοέλεγχο. Να επιλέγει τη συναισθηματική του αντίδραση αντί να αντιδρά παρορμητικά στις προκλήσεις του περιβάλλοντος.

Του μαθαίνω να απορρίπτει την άδικη κριτική αλλά να δέχεται και να αξιοποιεί την καλοπροαίρετη κριτική.

Εξηγώ στο παιδί ότι είναι φυσικό μερικές φορές να μην πηγαίνουν τα πράγματα όπως θα ήθελε.

Επιβραβεύω κάθε μικρή πρόοδο που κάνει το παιδί. Ενισχύω την που κάνει ακόμη και όταν δεν τα καταφέρνει.

Προτρέπω το παιδί να σέβεται και να εκτιμά τον εαυτό του ανεξάρτητα από το πόσο αποδίδει.

Προτείνω στο παιδί να γράψει ένα γράμμα σε ένα άλλο (υποθετικό) παιδί που αντιμετωπίζει ανάλογες δυσκολίες με τις δικές του. Να του γράψει συμβουλές σχετικά με το πώς θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του και να νιώσει καλύτερα. Η αναζήτηση και ο προβληματισμός του παιδιού σε νοητικό και συναισθηματικό επίπεδο, είναι πολύ εποικοδομητική.

Προσπαθώ χωρίς να το καταπιέζω να βάλω τάξη και δομή στην καθημερινή του ζωή.

Προτρέπω το παιδί να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του και να διεκδικεί τα δικαιώματά του.

Βοηθώ το παιδί να αναζητά και να αναγνωρίζει τις θετικές πτυχές της κάθε κατάστασης. (Να βλέπει το μισό ποτήρι γεμάτο).

Βοηθώ το παιδί να αντιμετωπίζει δημιουργικά το φόβο, τον κίνδυνο και την αποτυχία. Να διαχειρίζεται τις δύσκολες καταστάσεις με υπομονή και δυναμισμό. Να συμφιλιώνεται με τους φόβους και να τους αντιμετωπίζει αντί να τους αφήνει να το κυριεύουν και να ελέγχουν τη ζωή του. Να μαθαίνει από τα λάθη του. Να χάνει χωρίς να θίγεται η αξιοπρέπειά του.

Βοηθώ το παιδί να επιλέγει τη συναισθηματική του αντίδραση απέναντι στα γεγονότα. Να καταλάβει ότι δεν είναι τα γεγονότα και οι περιστάσεις που προσδιορίζουν τη ζωή μας αλλά ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα.

Εξηγώ στο παιδί τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες που μπορούν να συμβάλλουν στη δημιουργία και τη διατήρηση μιας υγιούς σχέσης.

Βοηθώ το παιδί να αντιλαμβάνεται τις επιθετικές προκλήσεις των άλλων και να τις απενεργοποιεί ή να αδιαφορεί.

Το προτρέπω να μπαίνει στη θέση του άλλου και να βλέπει τα γεγονότα μέσα από τα δικά του μάτια. Του μαθαίνω να είναι ανεκτικός και να σέβεται την διαφορετικότητα.

Το προτρέπω να σκέφτεται θετικά και να οραματίζεται τη θετική έκβαση των γεγονότων αλλά να μην απογοητεύεται όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως θα ήθελε.

Εξηγώ στο παιδί ότι μπορεί μειώσει το θυμό, το άγχος και το φόβο του με την παρακάτω απλή τεχνική: Εισπνέω βαθιά, χαλαρώνω τους μύες του σώματός μου και συγκεντρώνω την προσοχή μου σε μια υποστηρικτική θετική σκέψη όπως για παράδειγμα «Είμαι σημαντικός ανεξάρτητα από τι πιστεύουν οι άλλοι για μένα» ή «Αντιμετωπίζω το φόβο και γίνομαι πιο δυνατός» ή «μπορώ να ελέγχω τον εαυτό μου και να χαλαρώνω». Ακόμη το προτρέπω να συγκεντρώσει την προσοχή του σε κάτι ουδέτερο όπως, να μετρήσει μέχρι το δέκα ή να παρατηρήσει αναλυτικά τις λεπτομέρειες της μορφής ενός αντικειμένου που είναι κοντά μου (πόρτα, μολύβι, πίνακας)».

Εξηγώ στο παιδί τον τρόπο με οποίο η εικόνα που δίνει στους άλλους (εμφάνιση, στάση του σώματος, τρόπος κοιτάγματος, χειρονομίες, μιμική έκφραση του προσώπου, τόνος, χροιά και ένταση της φωνής) μπορεί να αποκαλύπτει φόβο και ανασφάλεια ή αυτοπεποίθηση και δυναμισμό.

Η εικόνα της ανασφάλειας μαζί με κάποιες άλλες ακατάλληλες συμπεριφορές, προκαλούν αυτούς που αναζητούν κάποιο στόχο για να εκφράσουν την επιθετικότητά τους.

Εξηγώ στο παιδί συμπεριφορές που δηλώνουν ή οδηγούν στην ενίσχυση και την προβολή της αυτοπεποίθησης. (κατάλληλη στάση του σώματος, χειρονομίες, μιμική του προσώπου και τόνος της φωνής που φανερώνουν δυναμισμό).

Εξηγώ στο παιδί την διαφορά ανάμεσα στις παρακάτω συμπεριφορές:

Παθητική Συμπεριφορά: Ανασφάλεια, μπλοκάρισμα αισθημάτων, υποχωρητικότητα, φόβος. Τα θέλω μου και οι ανάγκες μου είναι λιγότερο σημαντικές από των άλλων.

Δυναμική Συμπεριφορά: Υπεράσπιση και διεκδίκηση των ατομικών δικαιωμάτων με τρόπο που δεν θίγει τον άλλο. Τα θέλω μου και οι ανάγκες μου είναι εξίσου σημαντικές με των άλλων. Ειλικρινής εξωτερίκευση των αισθημάτων.

Επιθετική Συμπεριφορά: Παραβίαση των δικαιωμάτων του άλλου, εξωτερίκευση των αισθημάτων με παρενόχληση. Τα θέλω μου και οι ανάγκες μου είναι περισσότερο σημαντικές από των άλλων.

Εξηγώ στο παιδί πώς να κερδίζει την προσοχή και το ενδιαφέρον των άλλων με δημιουργικές – θετικές συμπεριφορές και όχι με προκλήσεις, αταξίες και απαράδεκτα αστεία.

Βοηθώ το παιδί να αξιολογεί και να αποτιμά την βελτίωση που κατορθώνει μέσα από τις προσπάθειές του.

Πώς να διδάξουμε στα παιδιά αξίες της ζωής

Αποτέλεσμα εικόνας για Πώς να διδάξουμε στα παιδιά αξίες της ζωήςΑλήθεια αν σας ζητούσε κάποιος να επιλέξετε ποιες θα ήταν οι πιο σημαντικές αξίες στη ζωή σας; Ο σεβασμός; Η τιμιότητα; Η ειλικρίνεια; Η γενναιοδωρία; Η αγάπη; 

Ο ισπανός συγγραφέας, πανεπιστημιακός και παιδαγωγός Εστέβε Πουχόλ Ι Πονς είχε την εξαιρετική ιδέα να συγκεντρώσει τις πιο σημαντικές από τις αρετές που είναι απαραίτητες για την ομαλή μας συνύπαρξη – ας μην ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος είναι φύσει κοινωνικό όν – και να τις παρουσιάσει στο περίφημο Δέντρο των Αξιών. Το Δέντρο αυτό φανερώνει με τον πιο άμεσο τρόπο το πώς οι αξίες μας συνδέονται και αλληλοσυμπληρώνονται για να μας οδηγήσουν στην αρμονική συμβίωση, δηλαδή στην Ειρήνη. 

Οι αξίες της ζωής είναι οι παρακάτω:

-Σεβασμός,
-υπομονή,
-σταθερότητα,
-σύνεση,
-κοινωνικότητα,
-υπευθυνότητα,
-ειλικρίνεια,
-εμπιστοσύνη,
-διάλογος,
-ανεκτικότητα,
-δημιουργικότητα,
-συνεργασία,
-συμπόνια,
-γενναιοδωρία,
-φιλία,
-ελευθερία,
-δικαιοσύνη,
-ειρήνη.


Στον κορμό του Δέντρου βρίσκεται μια αξία πολύτιμη για όλες τις υπόλοιπες: Ο σεβασμός. Δίχως σεβασμό προς το συνάνθρωπό μας, τίποτε καλό δεν μπορεί να γίνει, καμιά άλλη αξία δεν μπορεί να αναπτυχθεί. Σύμφωνα με το συγγραφέα, η λέξη "σέβομαι" έρχεται από το λατινικό «respectare» που σημαίνει «κοιτάζω γύρω μου». Κοιτάζω γύρω μου λοιπόν και βλέπω ότι δεν είμαι μόνος μου σε αυτόν τον κόσμο. Από αυτή τη μεγάλη αλήθεια πηγάζουν όλες οι υπόλοιπες αξίες της ανθρώπινης συνύπαρξης για να καταλήξουν στην κορυφή του δέντρου, στη χαρά, την αγάπη και τελικά στην ειρήνη.

Υπάρχουν ακόμα τρεις αξίες που βρίσκονται κοντά στον κορμό του δέντρου και χαρίζουν ισορροπία σε όλες τις υπόλοιπες: η υπομονή, η σταθερότητα και η σύνεση. Τίποτε δεν μπορεί να γίνει χωρίς υπομονή, επιμονή, πίστη και σύνεση, αυτό το ισορροπημένο μείγμα εμπειρίας, εξυπνάδα και κοινής λογικής. Οι τρεις αυτές αρετές είναι επίσης πολύ σημαντικές επειδή όταν λείπουν οποιαδήποτε αξία χάνει την «αξία» της και μετατρέπεται σε μια καρικατούρα.

Στο πρώτο μεγάλο κλαδί του δέντρου η ατομική υπευθυνότητα οδηγεί μέσω της ευγένειας, της πειθαρχίας και της καλοσύνης στην αρμονική συμβίωση.

Το άλλο μεγάλο κλαδί αφορά την ελευθερία, την τιμιότητα και τη δικαιοσύνη που οδηγούν στην ειρηνική συνύπαρξη.

Στο τρίτο κλαδί του Δέντρου των Αξιών βρίσκεται η συνεργασία και περιλαμβάνει αξίες όπως η ειλικρίνεια, η εμπιστοσύνη, ο διάλογος, η ανεκτικότητα.

Το τελευταίο μεγάλο κλαδί είναι το πιο «ανθρώπινο», με αξίες όπως η συμπόνια και η γενναιοδωρία που είναι οι βάσεις για τη φιλία και την αγάπη.

Σκεφτείτε τώρα πόσο πιο όμορφος θα ήταν κόσμος μας, αν όλες αυτές οι ανθρώπινες αξίες γινόντουσαν κτήμα μας από την παιδική ηλικία, όπως ακριβώς η γραφή και η ανάγνωση.

Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου είναι αφιερωμένο σε μια αξία. Ο συγγραφέας, ξεχωριστός δάσκαλος στην πατρίδα του την Ισπανία, αφηγείται πασίγνωστες ιστορίες και παραμύθια και δίνει κατευθύνσεις για το πώς μπορούμε να εξηγήσουμε αυτές τις άλλοτε απλές άλλοτε πιο σύνθετες έννοιες στα παιδιά.

Ένας καλός τρόπος είναι μέσα από τις αντιθέσεις. Δίνοντας τις αντίθετες έννοιες, το παιδί καταλαβαίνει καλύτερα τις παραπλανητικές σημασίες αλλά και τα όρια της κάθε αξίας. Για παράδειγμα, τι λένε τα υπεύθυνα άτομα; Τι λένε τα ανεύθυνα άτομα; Ποια είναι τα όρια της ευγένειας; Ποια της υποκρισίας; Σύμφωνα με τη γνωστή παιδαγωγική ρήση «αν μου πεις κάτι, θα το ξεχάσω· αν μου διδάξεις κάτι, θα το θυμάμαι· αν με αφήσεις να ασχοληθώ μαζί του, τότε θα το μάθω για πάντα. Οι αξίες είναι χωρισμένες ανάλογα με την ηλικία του παιδιού (μέχρι τα 7 και μέχρι τα 12) και μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα στην απλή καθημερινή ζωή της οικογένειας.

Η σειρά προτεραιότητας των αξιών δεν έχει καμιά σημασία. Ακόμη και η ίδια η επιλογή εμπεριέχει την έννοια της απόρριψης. Μπορεί κάποιες αξίες να είναι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές για κάποιον αλλά, όπως θα δείτε, οι ανθρώπινες αξίες πλέκονται μεταξύ τους και καμιά φορά είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την μια από την άλλη καθώς αλληλοσυμπληρώνονται. Πώς θα ήταν η ειρήνη χωρίς την ανεκτικότητα ή το διάλογο; Πώς θα ήταν η κοινωνικότητα χωρίς τον σεβασμό; Υπάρχει φιλία χωρίς σεβασμό και ειλικρίνεια; 

Οι «αξίες της ζωής» που έρχονται να μας υπενθυμίσουν όλες εκείνες τις αρετές που μπορεί να έχουμε ξεχάσει με τα χρόνια που περνούν και με όλα όσα βλέπουμε να συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας.

Οι αστρονόμοι ανακάλυψαν στον πολύ μακρινό γαλαξία «A2744 YD4» μια πελώρια μάζα αστρόσκονης

Οι αστρονόμοι χρησιμοποίησαν τη μεγάλη διάταξη τηλεσκοπίων ALMA (Atacama Large Millimeter/submillimeter Array) του Ευρωπαϊκού Νοτίου Παρατηρητηρίου στη Χιλή για να ανακαλύψουν σε ένα πολύ μακρινό γαλαξία μια πελώρια μάζα αστρόσκονης, όταν ακόμη το σύμπαν είχε ηλικία 600 εκατομμυρίων ετών, δηλαδή είχε μόλις το 4% της σημερινής ηλικίας του, σε μια εποχή που δημιουργούνταν οι πρώτες γενιές άστρων και γαλαξιών.

Πρόκειται για τον πιο νεαρό και πιο μακρινό γαλαξία -τον A2744_YD4- όπου έχει ποτέ ανιχνευθεί διαστρική σκόνη, η οποία δημιουργείται από την καταστροφή προηγούμενων άστρων με μορφή σούπερ-νόβα. Ταυτόχρονα, η παρατήρηση αποτελεί την πιο μακρινή ανίχνευση οξυγόνου στο σύμπαν. Από κοινού, τα δύο ευρήματα φωτίζουν περισσότερο τη γέννηση και τον εκρηκτικό θάνατο των πρώτων άστρων.

Οι αστρονόμοι από διάφορες χώρες, με επικεφαλής τον Νίκολας Λαπόρτε του University College του Λονδίνου (UCL), έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστροφυσικής "Astrophysical Journal Letters'.

Η κοσμική σκόνη αποτελείται κυρίως από πυριτία, άνθρακα και αλουμίνιο, σε κόκκους μικρούς όσο ένα εκατομμυριοστό του εκατοστού του μέτρου. Τα χημικά στοιχεία της σκόνης δημιουργούνται στο εσωτερικό των άστρων και διασκορπίζονται στο σύμπαν, όταν τα άστρα πεθαίνουν, ιδίως με τις θεαματικές εκρήξεις των υπερκαινοφανών αστέρων (σούπερ-νόβα).

 Η άφθονη πια σήμερα αστρόσκονη αποτελεί θεμέλιο λίθο για το σχηματισμό νέων άστρων και πλανητών. Όμως στο πρώιμο σύμπαν ήταν σπάνια, επειδή μόλις τότε πέθαιναν οι πρώτες γενιές άστρων, που την είχαν δημιουργήσει και άρχισαν να τη διασπείρουν στο διάστημα. Η ανίχνευση τόσο πρώιμης αστρόσκονης βοηθά, μεταξύ άλλων, να προσδιορισθεί πότε εξερράγησαν οι πρώτες σούπερ-νόβα.

Οι αστρονόμοι εκτιμούν ότι η ποσότητα σκόνης του γαλαξία A2744_YD4 ήταν έξι εκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του Ήλιου μας, ενώ η συνολική μάζα των άστρων που αυτός περιείχε, ήταν δύο δισεκατομμύρια φορές μεγαλύτερη από τη μάζα του δικού μας άστρου. Τα άστρα σε αυτό τον νεαρό γαλαξία εκτιμάται ότι δημιουργούνταν με ρυθμό 20 ηλιακές μάζες το χρόνο, έναντι μόλις μίας ηλιακής μάζας ετησίως στο δικό μας γαλαξία σήμερα.

Τα κοσμικά κενά φανερώνουν μυστικά του Σύμπαντος

sumpan-diastimaΤο Σύμπαν διαστέλλεται και μάλιστα με επιταχυνόμενο ρυθμό χωρίς όμως να είναι γνωστή η γενεσιουργός αιτία αυτού του φαινομένου. Για το λόγο αυτό, επινοήθηκε από τους επιστήμονες η έννοια της σκοτεινής ενέργειας, μιας αγνώστου μορφής ενέργειας που αντιστοιχεί στο 72% περίπου της συνολικής μάζας και ενέργειας που εμπεριέχονται στο Σύμπαν. Ένα ποσοστό δυσθεώρητο αν αναλογιστεί κανείς πως όλο το ορατό Σύμπαν που παρατηρούμε με τα τηλεσκόπια μας δεν είναι παρά το 4.6% του συνόλου των πραγμάτων που υπάρχουν εκεί έξω, με το υπόλοιπο 23% να αντιστοιχεί στη σκοτεινή ύλη.

Όλο το ορατό Σύμπαν που παρατηρούμε με τα τηλεσκόπια μας δεν είναι παρά το 4.6% του συνόλου των πραγμάτων που υπάρχουν εκεί έξω.
 
Ένα από τα επικρατέστερα μοντέλα για την εξήγηση της σκοτεινής ενέργειας είναι η ενσωμάτωσή αυτής της μορφής ενέργειας στις εγγενείς ιδιότητες του κενού χώρου, μία ιδέα που έχει εμφανιστεί ξανά στις εξισώσεις της φυσικής με τη μορφή της κοσμολογικής σταθεράς*.
 
Υπάρχουν όμως και πολλές άλλες ιδέες γύρω από την εξήγηση του φαινομένου της επιταχυνόμενης διαστολής του Σύμπαντος, με μία από αυτές να αναπτύσσεται στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης από τον ερευνητή Δρ. Μάρτιν Σαλέν και τους συνεργάτες τους. Η συγκεκριμένη ομάδα εργάζεται σε ένα μοντέλο όπου στην κοσμολογική σταθερά προστίθεται ένα νέο πεδίο, το οποίο επηρεάζει την πυκνότητα της σκοτεινής ενέργειας και σχετίζεται αντιστρόφως ανάλογα με την τοπική πυκνότητα της συνηθισμένης ύλης.
 
Ο συγκεκριμένος συλλογισμός οδηγεί στην παρατήρηση πως η πυκνότητα της σκοτεινής ύλης μεταβάλλεται με το χρόνο, αφού στα πρώιμα χρόνια της δημιουργίας του Σύμπαντος η πυκνότητα της ύλης ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή, και συνεπώς η επιρροή της σκοτεινής ενέργειας θα ήταν τότε μηδαμινή, σύμφωνα με τους ερευνητές. Όσο όμως το Σύμπαν διαστελλόταν και η πυκνότητα της ύλης μειωνόταν η σκοτεινή ενέργεια ξεκίνησε να διαδραματίζει ολοένα και πιο σημαντικό ρόλο, με αποτέλεσμα σήμερα να επιταχύνει τη διαστολή του Σύμπαντος.
 
Το καλό νέο είναι πως η νέα αυτή θεωρία μπορεί να επαληθευθεί από παρατηρήσεις αφού προϋποθέτει πως μεγάλες και καθόλου πυκνές περιοχές στο Σύμπαν, τα κοσμικά κενά, θα πρέπει να συμπεριφέρονται διαφορετικά από ότι προβλέπουν θεωρίες που περιέχουν μόνο την κοσμολογική σταθερά. Για την ακρίβεια, όταν περιοχές με μεγάλη πυκνότητα όπως τα γαλαξιακά σμήνη συμπεριφέρονται ως βαρυτικοί φακοί, συγκεντρώνοντας την ακτινοβολία γύρω τους όπως και ένα μεγεθυντικός φακός συγκεντρώνει τις ακτίνες του Ήλιου, έτσι και τα κοσμικά κενά θα πρέπει να στρέφουν το φως μακριά όπως ένας κοίλος φακός, ένα φαινόμενο που μπορεί να παρατηρηθεί με τα σύγχρονα μέσα.
 
Μια ακόμη πρόβλεψη της θεωρίας είναι πως το γκραβιτόνιο*, το σωματίδιο που είναι υπεύθυνο για τη βαρύτητα, θα έχει και μία μικρή μάζα, κάτι που βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με τις σημερινές αντιλήψεις, και που σημαίνει πως εάν η συγκεκριμένη θεωρία ευσταθεί θα οδηγήσει σε μία νέα θεωρία βαρύτητας.
 
Θετικό στοιχείο για τους ερευνητές είναι πως τον περασμένο Σεπτέμβριο μία αστρονομική ομάδα είχε ανακοινώσει τα πρώτα ευρήματα απο-μεγένθυσης από κοσμικά κενά. Ωστόσο τα δεδομένα αυτά δεν είναι αρκετά για να βοηθήσουν τους επιστήμονες να αποφανθούν υπέρ της Γενικής Σχετικότητας ή υπέρ μιας θεωρίας με γκραβιτόνια που έχουν μάζα. Νέα όμως παρατηρητήρια και πειραματικές διατάξεις, όπως το ευρωπαϊκό διαστημικό τηλεσκόπιο Ευκλείδης (Euclid) το οποίο αναμένεται να εκτοξευθεί το 2020, θα μπορέσουν να δώσουν οριστικές απαντήσεις στο πρόβλημα.
 
Λεξικό:
Κοσμολογική Σταθερά: όρος που εισήγαγε ο Αϊνστάιν στις εξισώσεις της Γενικής Σχετικότητας, ώστε αυτές να περιγράφουν ένα στατικό Σύμπαν, όπως όριζε η αντίληψη της εποχής. Όταν μετέπειτα ανακαλύφθηκε από τον Χαμπλ η διαστολή του Σύμπαντος, ο Αϊνστάιν την αποκάλεσε «το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του». Μετά την ανακάλυψη της σκοτεινής ενέργειας, η κοσμολογική σταθερά έχει επιστρέψει στο προσκήνιο.
 
Γκραβιτόνιο: Όλες οι δυνάμεις στη φύση φέρονται από τα αντίστοιχα σωματίδια. Το σωματίδιο που προκύπτει από τα βαρυτικά πεδία είναι το γκραβιτόνιο, το μόνο από τα στοιχειώδη σωματίδια που έχουν προβλεφθεί και δεν έχει ακόμη παρατηρηθεί πειραματικά, εξαιτίας της χαμηλής ενέργειας της βαρύτητας σε σχέση με τις υπόλοιπες τρεις δυνάμεις (ηλεκτρομαγνητισμός, ασθενής και ισχυρή πυρηνική). Το σωματίδιο δεν έχει ηλεκτρικό φορτίο, έχει σπιν 2 και η Γενική Σχετικότητα προβλέπει πως έχει μηδενική μάζα.  

Αποδείξεις για την ύπαρξη της σκοτεινής ενέργειας

dark_energy_became_player1. ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΣΟΥΠΕΡΝΟΒΩΝ
Σε έναν σύμπαν που επεκτείνεται, οι γαλαξίες κινούνται μακριά ο ένας από τον άλλο με μια ταχύτητα που εξαρτάται από την μεταξύ τους απόσταση. Οι σουπερνόβες προσφέρουν έναν τρόπο για να μετρήσουμε αυτό το φαινόμενο: Η μετατόπιση προς το ερυθρό των φασμάτων τους αποκαλύπτει την ταχύτητα που έχουν οι γαλαξίες μέσα στους οποίους βρίσκονται, και η φωτεινότητά τους αποκαλύπτει την απόσταση.
 
Η σκοτεινή ενέργεια γίνεται σημαντική: Όλες αυτές οι παρατηρήσεις μπορούν να αφορούν ένα απλό γεγονός: ότι καθώς το σύμπαν επεκτάθηκε, η ύλη διασκορπίστηκε σε πολύ περισσότερο χώρο, και μόλις η πυκνότητά της πλησίασε αυτή της σκοτεινής ενέργειας (η πυκνότητα της οποίας είναι σταθερή στο πιο απλό μοντέλο), ο ρυθμός διαστολής άρχισε να μεταπηδά από την επιβράδυνση στην επιτάχυνση. Οι γαλαξίες απομακρύνονται γρηγορότερα και έγινε λιγότερο πιθανό να συγκρουστούν ή να απορροφήσουν αέριο σαν καύσιμο για το σχηματισμό νέων άστρων.

Αποδεικνύεται πως οι γαλαξίες δισεκατομμύρια έτη πριν κινούνταν πιο αργά, από ότι ο σημερινός ρυθμός επέκτασης θα υπονοούσε. Ο ρυθμός διαστολής πρέπει να έχει αυξηθεί από την εποχή που παρατηρούμε τους υπερκαινοφανείς μέχρι σήμερα  – Κι αυτή είναι η σφραγίδα της σκοτεινής ενέργειας.
 
cmb2. ΚΟΣΜΙΚΗ ΜΙΚΡΟΚΥΜΑΤΙΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ ΥΠΟΒΑΘΡΟΥ

Εικόνες της ακτινοβολίας υποβάθρου περιέχουν σημεία των οποίων το προφανές μέγεθος αντανακλά τη γενική γεωμετρία του χώρου και επομένως την πυκνότητα του Κόσμου. Αυτή η ποσότητα ξεπερνά το ποσό της ύλης (και την συνηθισμένη και την εξωτική σκοτεινή ύλη), έτσι η διαφορά πρέπει να οφείλεται σε ένα κρυφό συστατικό, όπως η σκοτεινή ενέργεια. Επιπλέον, η ακτινοβολία υποβάθρου έχει ελαφρώς αναθεωρηθεί από τα πεδία βαρύτητας των κοσμικών δομών. Το ποσό της αναθεώρησης εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο έχει αλλάξει ο ρυθμός διαστολής κατά τη διάρκεια του χρόνου και ταιριάζει με το ρόλο της σκοτεινής ενέργειας.
 
3. ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΓΑΛΑΞΙΩΝ
Οι γαλαξίες δεν διασκορπίζονται τυχαία μέσα στον ουρανό. Αντίθετα τακτοποιούνται με μοτίβα, ένα από τα οποία μοιάζει με τα σημεία στο υπόβαθρο μικροκυμάτων. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μετρήσουμε τη συνολική μάζα του Κόσμου και επιβεβαιώνει την ανάγκη για τη σκοτεινή ενέργεια.
 
4. ΒΑΡΥΤΙΚΟΣ ΕΣΤΙΑΣΜΟΣ
Μια συμπαγής μάζα μπορεί να χρησιμεύσει ως ένας φακός. Το φως κάμπτεται από τη βαρύτητα. Ένας τέτοιος φακός μπορεί να παραγάγει πολλαπλάσιες εικόνες του πρωτότυπου, όπως ένας καθρέφτης σε ένα τσίρκο, εάν το φως προέρχεται από μια πηγή που είναι ακριβώς πίσω από αυτό το αντικείμενο (φακό), μια ευθυγράμμιση που γίνεται περισσότερο πιθανό όσο μεγαλύτερος είναι ο Κόσμος, κάτι που εξαρτάται στη συνέχεια από την ποσότητα της σκοτεινής ενέργειας. Ένας πιο ασθενής φακός μπορεί ακόμα να κάμψει το φως με μια μικρή γωνία, που εξαρτάται από τη μάζα του. Μελέτες αυτής της διαδικασίας μας έχουν αποκαλύψει με ποιο τρόπο μεγάλες εκτάσεις από ύλη έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια του χρόνου, και έχουν βρει τη σφραγίδα από τη σκοτεινή ενέργεια.
 
5. ΣΜΗΝΗ ΓΑΛΑΞΙΩΝ
Οι παρατηρήσεις με ακτίνες X επισημαίνουν την εξέλιξη της μάζας των σμηνών των γαλαξιών. Και είναι αναγκαία η παρουσία της σκοτεινής ενέργειας για να εξηγήσει πότε και πώς διαμορφώθηκαν.

Αυτοεκπαιδευόμενοι υπολογιστές μέσω μάθησης με ενίσχυση

women in computingΈνα πολύ ενδιαφέρον πείραμα έγινε σε μεγάλο συνέδριο τεχνητής νοημοσύνης στην Βαρκελώνη τον Δεκέμβριο του 2016. Σε μια σχετικά απλή προσομοίωση με υπολογιστή μια ομάδα αυτόνομων αυτοκινήτων εκτελούν απότομες μανούβρες σε ένα δρόμο τεσσάρων λωρίδων. Τα μισά οχήματα προσπαθούν να κινηθούν με ταχύτητα προς τα δεξιά ενώ τα άλλα μισά κάνουν το ίδιο προς τα αριστερά. Kαι ενώ φαινόταν ότι τελικά τα οχήματα θα μπλεχτούν μεταξύ τους τελικά κατάφεραν να αλλάξουν λωρίδες και θέσεις με απόλυτη ακρίβεια.

Το εντυπωσιακό σε αυτό το πείραμα είναι ότι δεν υπήρχε πίσω από την κίνηση των οχημάτων το απαραίτητο λογισμικό που ήλεγχε την κίνηση τους. Δεν ήταν προγραμματισμένα για να κινούνται έτσι αλλά και να βρίσκουν τρόπο να μην βγουν εκτός πορείας ή να συγκρουστούν. Το λογισμικό της προσομοίωσης μέσα από την επανάληψη των κινήσεων έμαθε μόνο του να καθοδηγεί με ασφάλεια τα αυτοκίνητα. Μέχρι τώρα αυτή την ικανότητα οι υπολογιστές την είχαν αναπτύξει μόνο για να παίζουν παιχνίδια με τους ανθρώπους. Όπως φαίνεται τώρα αρχίζουν να αναπτύσσουν ικανότητες αυτό-εκπαίδευσης για πιο σύνθετες διεργασίες. Ο τομέας των αυτόνομων οχημάτων είναι σύμφωνα με τους ειδικούς ο πρώτος στον οποίο πρέπει η τεχνητή νοημοσύνη να εισχωρήσει και σιγά σιγά να διεισδύσει και σε άλλους τομείς της καθημερινότητάς μας.
 
Αυτή η προσέγγιση, γνωστή ως μάθηση με ενίσχυση, βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στον AlphaGo, έναν υπολογιστή που ονομάζεται DeepMind και που αναπτύχθηκε από μια θυγατρική της Google, ο οποίος παίζει το απίστευτα περίπλοκο επιτραπέζιο παιχνίδι Go και μπόρεσε να νικήσει έναν από τους καλύτερους παίκτες του ανθρώπου στον κόσμο σε έναν αγώνα υψηλού προφίλ πέρυσι. Τώρα η ενίσχυση της μάθησης μπορεί σύντομα να υπάρξει με μεγαλύτερη νοημοσύνη σε πράγματα μεγαλύτερης δυσκολίας από ό, τι τα παιχνίδια. Εκτός από τη βελτίωση της αυτο-οδήγησης αυτοκινήτων, η τεχνολογία μπορεί να κάνει ένα ρομπότ να πιάσει αντικείμενα που δεν έχει δει ποτέ πριν, και να καταλάβει τη βέλτιστη διαμόρφωση του εξοπλισμού σε ένα κέντρο δεδομένων.
 
Η ενίσχυση της μάθησης αντιγράφει μια πολύ απλή αρχή από τη φύση. Ο ψυχολόγος Edward Thorndike την έχει τεκμηριώσει περισσότερο από 100 χρόνια πριν. Ο Thorndike τοποθέτησε γάτες μέσα σε κουτιά από τα οποία θα μπορούσαν να ξεφύγουν μόνο με το πάτημα ενός μοχλού. Μετά από ένα σημαντικό χρόνο πειραματισμού και τυχαίας κίνησης τους, τα ζώα κάποτε θα πατήσουν τελικά το μοχλό κατά τύχη. Μετά αφού έμαθαν να συνδέουν αυτή τη συμπεριφορά με το επιθυμητό αποτέλεσμα, αυτές τελικά δραπέτευαν με αυξανόμενη ταχύτητα.

Το αγρόκτημα του μέλλοντος;

Υπάρχει μια νέα τάση στον τομέα της γεωργίας που ονομάζεται κάθετη γεωργία. Η κάθετη γεωργία, ως στοιχείο της αστικής γεωργίας, είναι μια μέθοδος καλλιέργειας εντός ενός πολυόροφου θερμοκηπίου ή σε κάθετες επιφάνειες.

Καθώς οι άνθρωποι έμαθαν να καλλιεργούν, τακτοποίησαν τα φυτά σε οριζόντια πεδία, και ανακάλυψαν την  άρδευση και τα λιπάσματα για να αναπτυχθούν πλήρεις καλλιέργειες. Αλλά με τη σύγχρονη τεχνολογία, τις ανάγκες και την εξυπνάδα των αγροτών, μπορούμε τώρα να τακτοποιήσμε τα πεδία κάθετα, όπως ακριβώς στοιβάζονται οι  κατοικίες και οι πολυκατοικίες.

Μετακίνηση φυτών σε εσωτερικούς χώρους έχει πολλά πλεονεκτήματα: Τα φυτά δεν είναι στο έλεος των καιρικών συνθηκών, λιγότερη ερημιά από τα χωράφια, και είναι πιο εύκολο να ελέγχουν την απορροή λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Αλλά η επιλογή του φωτισμού μπορεί καθορίσει το κόστος ενός κάθετου αγροκτήματος και να επηρεάσει το πόσο καιρό μπορεί να πάρει για την αστική γεωργία να ανθίσει.


Αριστοτέλης: Η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα

Συνήθως, οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι, όση και να έχουν αρετή, είναι αρκετή, ενώ για τον πλούτο, τα χρήματα, την ισχύ, τη δόξα, και όλα τα σχετικά, πιστεύουν πως, όσα και να έχουν, δε φθάνουν.

Ο Αριστοτέλης, σε όλους αυτούς, διαμηνύει να προσέξουν ότι δεν αποκτούν και δεν μπορούν να διαφυλάξουν τις αρετές με τα εξωτερικά αγαθά, αλλά, αντίθετα, εκείνα με αυτές.

Την ευτυχισμένη ζωή, είτε υπάρχει στη χαρά, είτε στην αρετή, είτε και στα δυο, περισσότερο τη βρίσκουμε σ’ εκείνους που έχουν καλλιεργήσει στο έπακρο το ήθος τους και τη διάνοια, ενώ παραμένουν μετριοπαθείς και μετρημένοι όταν πρόκειται για την κτήση εξωτερικών αγαθών’ όχι, όμως, σ’ εκείνους που διαθέτουν αγαθά περισσότερα από τα χρήσιμα, ενώ, την ίδια στιγμή, υπολείπονται στο ήθος και τη διάνοια. Γιατί τα εξωτερικά αγαθά εξαντλούνται, και περισσότερο αποτελούν μέσο, όπως καθετί που χρησιμεύει σε κάτι άλλο’ η υπερεπάρκειά τους, όμως, αναγκαστικά, είτε βλάπτει είτε, τελικά, δεν ωφελεί καθόλου όσους τα διαθέτουν.

Τα αγαθά, τώρα, που αφορούν στην ψυχή, όσο κι αν αφθονούν, τόσο πιο πολύ είναι χρήσιμα’ εφόσον, βέβαια, πρέπει να ζητούμε και σ’ αυτά, όχι μόνο το ωραίο αλλά και το χρήσιμο. Αν επιπλέον, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η ψυχή είναι πολυτιμότερη από την περιουσία και το σώμα, θα πρέπει, για το καθένα, να εξασφαλίσουμε την καλύτερη εκδοχή, σύμφωνα με την ιεραρχία που εγκαθιστούμε ανάμεσά τους. Άλλωστε, από τη φύση, επιβάλλεται να επιλέγουμε τα εξωτερικά αγαθά προς όφελος της ψυχής, πράγμα που πρέπει να κάνουν όλοι όσοι σκέφτονται σωστά,’ και όχι να υποτάσσουμε την ψυχή στην αναζήτηση των εξωτερικών αγαθών.

Καθένας, τώρα, αξιώνεται την ευδαιμονία στο βαθμό που διαθέτει αρετή και φρόνηση, και φροντίζει να ενεργεί σύμφωνα με αυτές. Τον εσωστρεφή προσανατολισμό, και την εσωτερική διάσταση της ευδαιμονίας, ο Αριστοτέλης την κατοχυρώνει με την αναφορά στο θεό. Εκείνος είναι ευδαίμων και μακάριος όχι εξαιτίας των εξωτερικών αγαθών, αλλά χάρη στον εαυτό του και σε αυτό που είναι από τη φύση.

Γι’ αυτό, αναγκαστικά, η ευδαιμονία διακρίνεται από την ευτυχία. Η δεύτερη αφορά στα αγαθά που δεν έχουν να κάνουν με την ψυχή’ γι’ αυτά αρμόδια είναι η τύχη. Δίκαιος και σώφρων, όμως, δεν είναι κανένας από τύχη. Το ίδιο, ακριβώς, ισχύει και για την πόλη που θέλει να ζει ευτυχισμένα. Είναι αδύνατο να ευτυχούν εκείνοι που δεν ενεργούν σωστά. Κανένα έργο, ανθρώπου ή πόλης, δεν είναι καλό, που δε συνοδεύεται ή δεν απορρέει από την αρετή και τη φρόνηση. Επομένως, άριστος βίος, τόσο μεμονωμένα, για τον κάθε άνθρωπο, όσο και γενικά, για τις πόλεις, είναι εκείνος που συνέχεται από αρετή σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι πράξεις που έχει να επιδείξει, να είναι πράξεις αρετής.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η αρετή έχει να κάνει με τη χαρά, την αγάπη και το μίσος που κατευθύνονται σωστά, «ορθώς». Η εισαγωγή στο βίο της αρετής, είναι, πρώτα, έργο της παιδείας, και συγκεκριμένα της μουσικής, που περιλαμβάνει την ποίηση, την όρχηση και το μέλος, και αποστολή της είναι να διδάσκει και να εθίζει στην ορθή κρίση, αλλά και στη χαρά με τα ευγενή ήθη και τις ωραίες πράξεις.

Οι ρυθμοί και οι μελωδίες εξομοιώνουν, διαμορφώνουν ομοιώματα ηθών όπως η οργή, η πραότητα, η ανδρεία και η σωφροσύνη, αλλά και τα αντίθετα σε αυτά. Στην πράξη, μάλιστα, η ψυχή υφίσταται μεταβολή, όταν ακούγονται παρόμοιοι ρυθμοί και μελωδίες. Έτσι, καθώς οι άνθρωποι συνηθίζουν να λυπούνται και να χαίρονται με τις εξομοιώσεις, φθάνουν, και σε πραγματικές συνθήκες, σε αληθινές περιστάσεις, να νιώθουν με τον ίδιο τρόπο...

Οι άλλοι αντικατοπτρίζουν αυτό που είμαστε

Ο αρχικός προγραμματισμός [ενός παιδιού] είναι δύο ειδών: άμεση διδασκαλία και παραδειγματική επιρροή. Ωστόσο αυτά τα δύο δεν ταιριάζουν πάντα, εφόσον είναι εύκολο να πεις σε κάποιον τι να κάνει, τι είναι σωστό και τι λάθος, αλλά πολύ δύσκολο να εφαρμόσεις αυτές τις θεωρίες στην καθημερινή πράξη. Είμαστε όλοι υποκριτές, σε κάποιο βαθμό, και απέχουμε από το να βάλουμε σε εφαρμογή αυτά που κηρύσσουμε, όσο και αν το προσπαθούμε και όσο και αν διαμαρτυρόμαστε για το αντίθετο.

Παρόλα αυτά, δεν είναι οι πράξεις των γονέων ή οι διδαχές τους αυτές που μας επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά, αλλά οι διάφοροι τρόποι αντίδρασής μας στην συμπεριφορά τους και την μεταχείρισή τους προς εμάς. Ή τους αντιγράψαμε, ή επαναστατήσαμε εναντίον τους, όμως καθώς καμία από τις δύο επιλογές δεν επιτρέπει στον αληθινό εαυτό να εκδηλωθεί, είναι πολύ σημαντικό να δούμε αυτές τις αντιδράσεις πιο καθαρά και να προσπαθήσουμε να τις καταλάβουμε, έτσι ώστε να ανακαλύψουμε ποιοι πραγματικά είμαστε κάτω από την ψεύτικη πρόσοψη των δανεικών απόψεων. Μόνο τότε θα μπορέσουμε συνειδητά να αποφασίσουμε ποια χαρακτηριστικά έχουν αξία και πρέπει να διατηρηθούν και ποια πρέπει να εγκαταλειφθούν.

Οι αντιδράσεις μάς οδηγούν απ’ευθείας σε αξιολογικές κρίσεις: αυτό που βλέπουμε ή βιώνουμε είτε μας αρέσει, είτε όχι. Εάν είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με τον εαυτό μας, θα πρέπει να συμφωνήσουμε στο ότι, όταν κρίνουμε τους άλλους με ισχυρή συναισθηματική ένταση, λειτουργεί μια από δύο εναλλακτικές. Η κριτική μας προς τους άλλους μπορεί να αποτελεί προβολή δικών μας λαθών, τα οποία δεν έχουμε συνειδητοποιήσει. Είναι πολύ ευκολότερο να κατακρίνουμε κάποιον άλλον επειδή είναι εγωιστής, ανέντιμος, αγενής, ή εγωκεντρικός, παρά να παραδεχθούμε ότι έχουμε και εμείς τα ίδια ελαττώματα. Όσο περισσότερη συναισθηματική ένταση έχει η κριτική μας, τόσο πιο πιθανό είναι να είμαστε και εμείς ένοχοι για τα ίδια λάθη ή τις αδυναμίες. Η αιτία γι’ αυτό είναι ότι είμαστε πολύ κοντά στις δικές μας αδυναμίες και είτε δεν τις βλέπουμε, είτε είμαστε πολύ τεμπέληδες για να τις παραδεχθούμε και να τις διορθώσουμε.

Αλλά υπάρχει και μια άλλη, κρυφή και μάλλον ανεπαίσθητη αιτία για το λόγο που επικρίνουμε τους άλλους, η οποία συχνά παραβλέπεται. Αυτές οι πράξεις ή τα χαρακτηριστικά των άλλων για τα οποία διαφωνούμε μπορεί να είναι μεγεθυμένα παραδείγματα αυτών ακριβώς των ιδιοτήτων που μας λείπουν, που είτε φοβόμαστε είτε ντρεπόμαστε να εκφράσουμε και που πρέπει να αναπτύξουμε στον εαυτό μας για να αποκτήσουμε περισσότερη ισορροπία. Αισθανόμαστε ένοχοι και ανεπαρκείς, οπότε επικρίνουμε εκείνους που είναι ελεύθεροι να εκφραστούν με ένα ορισμένο, αν και συχνά κραυγαλέο τρόπο, αντί να αναπτύξουμε και εμείς αυτές τις ιδιότητες για να αποκτήσουμε περισσότερη ισορροπία. Για παράδειγμα, συχνά ένα πολύ ντροπαλό άτομο θα κοροϊδέψει κάποιον που είναι πολύ εξωστρεφής και επιθετικός, αντί να τον χρησιμοποιήσει σαν ένα καθρέφτη που θα αποκαλύψει μια έλλειψη που πρέπει να συνειδητοποιηθεί και να δουλευτεί. Σ’ αυτή την περίπτωση, η κριτική καλύπτει μια υποφώσκουσα ζήλια και ένα αίσθημα ανεπάρκειας.

Όσο συνεχίζουμε να λειτουργούμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δεν μπορούμε να μάθουμε ποιοι πραγματικά είμαστε κάτω από τις αντιδράσεις. Μόνο όταν είμαστε πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουμε κάθε άνθρωπο που συναντάμε σαν ένα καθρέφτη μέσα στον οποίο θα δούμε μια αναλαμπή του εαυτού μας, μόνο τότε θα μπορέσουμε να εγκαταλείψουμε τις άμυνές μας και να κοιτάξουμε μέσα μας για να ανακαλύψουμε ποιοι πραγματικά είμαστε.

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (129-137)

Σχετική εικόνα[129] Καὶ μηδεὶς ὑπολάβῃ με δυσκόλως ἔχειν, ὅτι τραχύτερον τούτων ἐμνήσθην, προειπὼν ὡς περὶ διαλλαγῶν ποιήσομαι τοὺς λόγους· οὐ γὰρ ἵνα πρὸς τοὺς ἄλλους διαβάλω τὴν πόλιν τὴν Λακεδαιμονίων οὕτως εἴρηκα περὶ αὐτῶν, ἀλλ᾽ ἵν᾽ αὐτοὺς ἐκείνους παύσω, καθ᾽ ὅσον ὁ λόγος δύναται, τοιαύτην ἔχοντας τὴν γνώμην.

[130] ἔστιν δ᾽ οὐχ οἷόν τ᾽ ἀποτρέπειν τῶν ἁμαρτημάτων, οὐδ᾽ ἑτέρων πράξεων πείθειν ἐπιθυμεῖν, ἢν μή τις ἐρρωμένως ἐπιτιμήσῃ τοῖς παροῦσιν· χρὴ δὲ κατηγορεῖν μὲν ἡγεῖσθαι τοὺς ἐπὶ βλάβῃ τοιαῦτα λέγοντας, νουθετεῖν δὲ τοὺς ἐπ᾽ ὠφελείᾳ λοιδοροῦντας. τὸν γὰρ αὐτὸν λόγον οὐχ ὁμοίως ὑπολαμβάνειν δεῖ, μὴ μετὰ τῆς αὐτῆς διανοίας λεγόμενον.

[131] ἐπεὶ καὶ τοῦτ᾽ ἔχομεν αὐτοῖς ἐπιτιμᾶν ὅτι τῇ μὲν αὑτῶν πόλει τοὺς ὁμόρους εἱλωτεύειν ἀναγκάζουσιν, τῷ δὲ κοινῷ τῷ τῶν συμμάχων οὐδὲν τοιοῦτον κατασκευάζουσιν, ἐξὸν αὐτοῖς τὰ πρὸς ἡμᾶς διαλυσαμένοις ἅπαντας τοὺς βαρβάρους περιοίκους ὅλης τῆς Ἑλλάδος καταστῆσαι.

[132] καίτοι χρὴ τοὺς φύσει καὶ μὴ διὰ τύχην μέγα φρονοῦντας τοιούτοις ἔργοις ἐπιχειρεῖν πολὺ μᾶλλον ἢ τοὺς νησιώτας δασμολογεῖν, οὓς ἄξιόν ἐστιν ἐλεεῖν, ὁρῶντας τούτους μὲν διὰ σπανιότητα τῆς γῆς ὄρη γεωργεῖν ἀναγκαζομένους, τοὺς δ᾽ ἠπειρώτας δι᾽ ἀφθονίαν τῆς χώρας τὴν μὲν πλείστην αὐτῆς ἀργὸν περιορῶντας, ἐξ ἧς δὲ καρποῦνται τοσοῦτον πλοῦτον κεκτημένους.

[133] Ἡγοῦμαι δ᾽ εἴ τινες ἄλλοθεν ἐπελθόντες θεαταὶ γένοιντο τῶν παρόντων πραγμάτων, πολλὴν ἂν αὐτοὺς καταγνῶναι μανίαν ἀμφοτέρων ἡμῶν, οἵτινες οὕτω περὶ μικρῶν κινδυνεύομεν, ἐξὸν ἀδεῶς πολλὰ κεκτῆσθαι, καὶ τὴν ἡμετέραν αὐτῶν χώραν διαφθείρομεν, ἀμελήσαντες τὴν Ἀσίαν καρποῦσθαι.

[134] καὶ τῷ μὲν οὐδὲν προὐργιαίτερόν ἐστιν ἢ σκοπεῖν ἐξ ὧν μηδέποτε παυσόμεθα πρὸς ἀλλήλους πολεμοῦντες· ἡμεῖς δὲ τοσούτου δέομεν συγκρούειν τι τῶν ἐκείνου πραγμάτων ἢ ποιεῖν στασιάζειν ὥστε καὶ τὰς διὰ τύχην αὐτῷ γεγενημένας ταραχὰς συνδιαλύειν ἐπιχειροῦμεν, οἵτινες καὶ τοῖν στρατοπέδοιν τοῖν περὶ Κύπρον ἐῶμεν αὐτὸν τῷ μὲν χρῆσθαι, τὸ δὲ πολιορκεῖν, ἀμφοτέροιν αὐτοῖν τῆς Ἑλλάδος ὄντοιν.

[135] οἵ τε γὰρ ἀφεστῶτες πρὸς ἡμᾶς τ᾽ οἰκείως ἔχουσιν καὶ Λακεδαιμονίοις σφᾶς αὐτοὺς ἐνδιδόασιν, τῶν τε μετὰ Τειριβάζου στρατευομένων καὶ τοῦ πεζοῦ τὸ χρησιμώτατον ἐκ τῶνδε τῶν τόπων ἤθροισται, καὶ τοῦ ναυτικοῦ τὸ πλεῖστον ἀπ᾽ Ἰωνίας συμπέπλευκεν, οἳ πολὺ ἂν ἥδιον κοινῇ τὴν Ἀσίαν ἐπόρθουν ἢ πρὸς ἀλλήλους ἕνεκα μικρῶν ἐκινδύνευον.

[136] ὧν ἡμεῖς οὐδεμίαν ποιούμεθα πρόνοιαν, ἀλλὰ περὶ μὲν τῶν Κυκλάδων νήσων ἀμφισβητοῦμεν, τοσαύτας δὲ τὸ πλῆθος πόλεις καὶ τηλικαύτας τὸ μέγεθος δυνάμεις οὕτως εἰκῇ τῷ βαρβάρῳ παραδεδώκαμεν. τοιγαροῦν τὰ μὲν ἔχει, τὰ δὲ μέλλει, τοῖς δ᾽ ἐπιβουλεύει, δικαίως ἁπάντων ἡμῶν καταπεφρονηκώς.

[137] διαπέπρακται γὰρ ὃ τῶν ἐκείνου προγόνων οὐδεὶς πώποτε· τήν τε γὰρ Ἀσίαν διωμολόγηται καὶ παρ᾽ ἡμῶν καὶ παρὰ Λακεδαιμονίων βασιλέως εἶναι, τάς τε πόλεις τὰς Ἑλληνίδας οὕτω κυρίως παρείληφεν ὥστε τὰς μὲν αὐτῶν κατασκάπτειν, ἐν δὲ ταῖς ἀκροπόλεις ἐντειχίζειν. καὶ ταῦτα πάντα γέγονεν διὰ τὴν ἡμετέραν ἄνοιαν, ἀλλ᾽ οὐ διὰ τὴν ἐκείνου δύναμιν.

***
ΘΕΜΑ Β’. Η ανάγκη του πολέμου κατά των Περσών.
[129] Και ας μη νομίσει κανείς πως προκαλώ δυσχέρειες που ανακάλεσα στη μνήμη σας με τόσο σκληρό τρόπο τα γεγονότα αυτά, τη στιγμή μάλιστα που από την αρχή σάς δήλωσα πως θα μιλήσω για συνδιαλλαγή. Μίλησα έτσι όχι βέβαια για να διαβάλω την πόλη των Σπαρτιατών μπροστά στους άλλους Έλληνες, αλλά για να αναγκάσω αυτούς τους ίδιους να αλλάξουν νοοτροπία — μέσα στα πλαίσια φυσικά της δύναμης που έχει ένας λόγος.

[130] Μα ούτε και είναι δυνατό να αποτρέψεις από σφάλματα ή να κάνεις κάποιον να επιθυμήσει πράξεις διαφορετικές, αν δε θα κατακρίνεις με τρόπο αποφασιστικό την τωρινή κακή διαγωγή του. Κατήγορους πρέπει να θεωρούμε μονάχα όσους επικρίνουν με αυτό τον τρόπο με σκοπό να βλάψουν κάποιον· αντίθετα, αυτούς που μιλούν για το καλό θα πρέπει να τους ονομάζουμε συμβούλους. Και αυτό γιατί τον ίδιο λόγο, όταν δεν ξεκινάει και από την ίδια πρόθεση, δεν πρέπει να τον κρίνουμε και με το ίδιο πνεύμα.

[131] Άλλωστε έχουμε να τους κατακρίνουμε και για άλλο λόγο ακόμα: Τους γείτονες της χώρας τους τούς αναγκάζουν να είναι είλωτες στην πόλη τους, ενώ τίποτα τέτοιο δε φροντίζουν να πετύχουν για το κοινό συμφέρον των συμμάχων, παρόλο που είναι στο χέρι τους να διαλύσουν την έχθρα τους με εμάς και να αναγκάσουν όλους τους βαρβάρους να γίνουν οι περίοικοι όλης της Ελλάδας.

[132] Και όμως αυτοί που νιώθουν δίκαιη περηφάνια για τα φυσικά τους προτερήματα και όχι γιατί η τύχη τούς τα έφερε όλα βολικά, έχουν υποχρέωση να καταπιάνονται με πράξεις τέτοιες βέβαια, και όχι να ορίζουν τους δασμούς για τους κατοίκους των νησιών, τους ανθρώπους δηλαδή που αξίζουν μόνο να τους λυπούνται: Τους βλέπουν κάθε μέρα που αναγκάζονται να οργώνουν τα βουνά, έτσι που η γη τους είναι στείρα και άγονη, ενώ οι στεριανοί, που έχουν στη διάθεσή τους χωράφια άφθονα και γόνιμα, τα πιο πολλά τα αφήνουν αδούλευτα· μα και από τα λίγα που δουλεύουν αποκομίζουν πλούτη αμέτρητα.

[133] Έχω τη γνώμη πως, αν κάποιος ξένος ερχόταν από αλλού και αντίκριζε την τωρινή κατάσταση της χώρας μας, σίγουρα θα μας νόμιζε τρελούς και εμάς και τους Σπαρτιάτες: Παλεύουμε μεταξύ μας για τιποτένια πράγματα, τη στιγμή που χωρίς κανένα φόβο μπορούμε να αποχτήσουμε πολλά, ρημάζουμε τη χώρα τη δικιά μας και δε μας νοιάζει διόλου να αποχτήσουμε και να χαρούμε τα πλούτη της Ασίας.

[134] Και για το βασιλιά βέβαια της Περσίας τίποτα δεν είναι πιο ωφέλιμο, από το να λογαριάζει διαρκώς με ποιόν ακριβώς τρόπο δε θα πάψουμε στιγμή εμείς να πολεμούμε μεταξύ μας. Εμείς όμως τόσο μακριά βρισκόμαστε από το να προκαλέσουμε συγκρούσεις μέσα στους δικούς του υποτελείς ή να τους κάνουμε να επαναστατήσουν, ώστε ακόμα και τις ταραχές, που γίνονται ολότελα τυχαία, τον βοηθούμε να τις καταπνίξει· αφού και από τα δυο στρατόπεδα που βρίσκονται στην Κύπρο, τη στιγμή που και το ένα και το άλλο είναι το ίδιο ελληνικά, του επιτρέπουμε να χρησιμοποιεί το ένα ελεύθερα για τους σκοπούς του και το άλλο να το πολιορκεί.

[135] Ωστόσο οι αποστάτες τα έχουν καλά μαζί μας, αλλά και στους Σπαρτιάτες θα εμπιστεύονταν την τύχη τους. Μα και από όσους εξεστράτευσαν μαζί με τον Τειρίβαζο και του πεζικού το εκλεκτότερο κομμάτι από ελληνικούς τόπους στρατολογήθηκε και του ναυτικού το μεγαλύτερο μέρος συγκεντρώθηκε από τα ιωνικά παράλια· και αυτοί με μεγαλύτερη χαρά θα εκπορθούσαν την Ασία παρά θα πολεμούσαν μεταξύ τους για ασήμαντα ζητήματα.

[136] Για όλους αυτούς καμιά έγνοια δεν έχουμε παρά φιλονικούμε μεταξύ μας ποιός θα κατέχει τις Κυκλάδες και παραδώσαμε στο βάρβαρο με τόση απερισκεψία αμέτρητες πόλεις και εξαιρετικά υπολογίσιμες δυνάμεις. Έτσι άλλες τις έχει κιόλας μες στα χέρια του, άλλες κοντεύει να τις πάρει και για άλλες καιροφυλακτεί, γιατί —και με το δίκιο του— νιώθει μια περιφρόνηση για όλους μας.

[137] Κατάφερε δηλαδή ό,τι δεν μπόρεσε κανείς από τους προγόνους του ώς τώρα: Αναγνωρίστηκε επίσημα και από μας και από τους Σπαρτιάτες πως η Ασία ανήκει αποκλειστικά στον Πέρση βασιλιά. Και τέτοια απόλυτη κυριαρχία ασκεί πάνω στις πόλεις τις ελληνικές, ώστε άλλες τις καταστρέφει από τα θεμέλια και σε άλλες οχυρώνει ακροπόλεις. Και όλα αυτά έγιναν φυσικά από τη δικιά μας κουταμάρα μόνο, και όχι από τις δικές του τις δυνάμεις.

Αθηναίοι Δημαγωγοί

Αποτέλεσμα εικόνας για Αθηναίοι ΔημαγωγοίΌταν τα νέα της ήττας τους στη Σικελία το 413 π.Χ. έφτασαν στους Αθηναίους, τα δέχθηκαν με δυσπιστία. Χρειάστηκε να περάσει κάποιος χρόνος για να συνειδητοποιήσει ο λαός την έκταση της καταστροφής, οπότε, γράφει ο Θουκυδίδης (8.1.1.), «εξεμάνη κατά των ρητόρων που είχαν συμβάλλει στην προπαγάνδιση της εκστρατείας ωσάν να μην την είχε ο ίδιος [ο λαός] αποφασίσει [στην Εκκλησία]». Στο χωρίο αυτό ο Τζορτζ Γκρότ έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Από τις τελευταίες αυτές λέξεις θα μπορούσε να δοθεί εντύπωση ότι ο Θουκυδίδης θεωρούσε πως οι Αθηναίοι, από τη στιγμή που υιοθέτησαν την εκστρατεία με τις ψήφους τους, αποποιήθηκαν το δικαίωμα της μομφής κατά των ρητόρων εκείνων που είχαν πρωτοστατήσει, συνιστώντας να προχωρήσουν σε μια τέτοια ενέργεια. Δεν συμμερίζομαι καθόλου την άποψή του. Ο εισηγητής κάθε σημαντικού μέτρου είναι πάντοτε ηθικά υπεύθυνος για την ορθότητα, τη χρησιμότητα και την πρακτικότητα του μέτρου, και πολύ σωστά πέφτει, λιγότερο ή περισσότερο ανάλογα με την περίπτωση, σε δυσμένεια, αν έχει αποτελέσματα ολότελα αντίθετα από εκείνα που είχε προβλέψει»1.
 
Οι δυο αντιτιθέμενες αυτές παραπομπές φέρνουν στην επιφάνεια όλα τα θεμελιώδη εγγενή προβλήματα της αθηναϊκής δημοκρατίας: προβλήματα χάραξης πολιτικής και ηγεσίας, αποφάσεων και ευθύνης γι’ αυτές. Δυστυχώς ο Θουκυδίδης (6.1-25) μας λέγει πολύ λίγα για τους ρήτορες που υποστήριξαν επιτυχώς στην Εκκλησία την απόφαση για την πραγματοποίηση της μεγάλης εισβολής στη Σικελία. Στην πραγματικότητα, δεν μας λέγει τίποτα το συγκεκριμένο για τη συνεδρίαση, παρά μόνο ότι ο λαός υπήρξε θύμα παραπλάνησης εκ μέρους μιας αντιπροσωπείας από τη σικελική πόλη της Σεγέστας και από αυτούς τους ίδιους τους δικούς του απεσταλμένους που μόλις είχαν επιστρέψει από τη Σικελία, και ότι οι περισσότεροι απ’ όσους ψήφισαν αγνοούσαν σε τέτοιο βαθμό την όλη υπόθεση, ώστε δεν γνώριζαν ούτε καν το μέγεθος του νησιού ή τον πληθυσμό του.
 
Πέντε μέρες αργότερα έγινε μια δεύτερη συνεδρίαση της Εκκλησίας για να εγκριθεί ο απαραίτητος οπλισμός. Ο στρατηγός Νικίας άρπαξε την ευκαιρία για να επιδιώξει την ματαίωση του όλου προγράμματος. Αντιτάχθηκε ένας αριθμός ομιλητών, Αθηναίοι και Σικελοί, οι οποίοι ούτε κατονομάζονται, ούτε περιγράφονται μ’ έναν οποιονδήποτε τρόπο από τον ιστορικό. Αντιτάχθηκε και ο Αλκιβιάδης, ο οποίος εξεφώνησε ένα λόγο που ρίχνει άπλετο φως στον ίδιο τον Θουκυδίδη και στην κρίση του για τον Αλκιβιάδη, αλλά δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα για τα άμεσα θέματα που αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης ούτε για τα ευρύτερα εκείνα που αφορούν τη δημοκρατική διαδικασία και την ηγεσία. Το αποτέλεσμα ήταν μία ολοκληρωτική ήττα για το Νικία. Όλοι τους, παραδέχεται ο Θουκυδίδης, αδημονούσαν τώρα περισσότερο από πριν να προχωρήσει η εφαρμογή του σχεδίου - οι γέροι και οι νέοι, οι οπλίτες (που προέρχονταν από το ευπορότερο τμήμα του λαϊκού πληθυσμού) και οι κοινοί άνθρωποι το ίδιο. Οι λίγοι που παρέμειναν αντίθετοι, συμπεραίνει ο Θουκυδίδης, απέφυγαν να ψηφίσουν από το φόβο μήπως εμφανιστούν ως μη πατριώτες.
 
Η σκοπιμότητα της εκστρατείας στη Σικελία είναι ένα πολύ δύσκολο θέμα. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης είχε περισσότερες από μία απόψεις σε διάφορες περιόδους της ζωής του. Πάντως δεν φαίνεται να έχει αλλάξει γνώμη για τους ρήτορες: επέβαλαν την εκστρατεία για εσφαλμένους λόγους και κέρδισαν τη μάχη ποντάροντας στην άγνοια και το πάθος της Εκκλησίας. Αναφέρει ότι ο Αλκιβιάδης άσκησε μεγαλύτερη πίεση απ’ όλους γιατί επιθυμούσε να χαλάσει τα σχέδια του Νικία, γιατί είχε προσωπικές φιλοδοξίες και ήλπιζε να κερδίσει δόξα και πλούτο από τη στρατηγία του στην εκστρατεία και γιατί οι υπερβολικές και ελευθέριες αρέσκειες του υπερέβαιναν τις οικονομικές του δυνατότητες. Αλλού, εκφραζόμενος με πιο γενικούς όρους, ο Θουκυδίδης λέγει το εξής (2.65.9-11): υπό τον Περικλή «η κυβέρνηση ήταν δημοκρατία ονομαστικά ενώ πραγματικά ενός ανδρός αρχή. Οι διάδοχοί του ήσαν περισσότερο ίσοι μεταξύ τους, καθώς δε προσπαθούσε κάθε ένας να γίνει ο πρώτος άνδρας, θυσίαζαν ακόμη και το χειρισμό των υποθέσεων στα καπρίτσια του λαού. Αυτό, όπως ήταν επόμενο για ένα μεγάλο κράτος που διηύθυνε μια αυτοκρατορία, οδήγησε σε πολλά λάθη».
 
Με λίγα λόγια, μετά από το θάνατο του Περικλή, η Αθήνα έπεσε στα χέρια των δημαγωγών και καταστράφηκε. Ο Θουκυδίδης δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «δημαγωγός» σε κανένα από τα χωρία που έχω σχολιάσει. Είναι μια λέξη που δεν την συνηθίζει ο ίδιος2, όπως γενικά και η ελληνική γραμματεία, πράγμα που θα μπορούσε να ιδωθεί σαν έκπληξη, αν ληφθεί υπόψη ότι δεν υπάρχει πιο οικείο θέμα στο αθηναϊκό περιβάλλον (ανεξάρτητα από τη σπανιότητα της λέξης) από το δημαγωγό και τον υπαρχηγό του, το συκοφάντη. Ο δημαγωγός είναι ένα κακό πράγμα: το «οδηγώ το λαό» σημαίνει παραπλανώ - πάνω απ’ όλα, παραπλανώ με το ν’ αποτυγχάνω να οδηγώ. Ο δημαγωγός καθοδηγείται από το προσωπικό του συμφέρον, από την επιθυμία να γίνει ισχυρότερος και μέσω της εξουσίας πλουσιότερος. Για να κατορθώσει κάτι τέτοιο απαρνιέται όλες τις αρχές, κάθε ηγετική εντιμότητα και υποθάλπει στο λαό κάθε ιδιοτροπία - σύμφωνα με τα λόγια του Θουκυδίδη, θυσίαζαν ακόμα και το χειρισμό των υποθέσεων στα καπρίτσια του λαού. «Η εικόνα αυτή παρουσιάζει όχι μόνο την καλή αλλά και την ανάποδη όψη». Να, για παράδειγμα, η εικόνα που έχει ο Θουκυδίδης για το σωστό είδος ηγέτη (2.65-8): «Χάρη στο κύρος του, στην ευφυΐα του και τη γνωστή του ακεραιότητα σε ότι αφορά τα χρήματα, ο Περικλής ήταν σε θέση να κατευθύνει το λαό όπως θα έπρεπε να κάνει ένας ελεύθερος άνθρωπος. Τον κατηύθυνε αντί να κατευθύνεται απ’ αυτόν. Δεν είχε ανάγκη, διεκδικώντας την εξουσία, να τους εξευμενίζει· αντίθετα, η φήμη του ήταν τέτοια που μπορούσε να τους πηγαίνει κόντρα και να προκαλεί την οργή τους».
 
Αυτό δεν γινόταν απ’ όλους αποδεκτό. Ο Αριστοτέλης τοποθετεί το ρήγμα νωρίτερα: ήταν από τότε που ο Εφιάλτης άρπαξε την εξουσία από τη Βουλή του Αρείου Πάγου που εγκαινιάζεται το πάθος της δημαγωγίας. Ο Περικλής, συνεχίζει, απέκτησε εν πρώτοις πολιτική επιρροή καταγγέλλοντας τον Κίμωνα για κακή διαχείριση, εν συνεχεία ακολούθησε δραστήρια μια πολιτική ναυτικής ισχύος «η οποία έδωσε στις κατώτερες τάξεις τη δυνατότη­τα να πάρουν βαθμιαία στα χέρια τους την πολιτική ηγεσία», και τέλος εισήγαγε την αμοιβή των ενόρκων, δωροδοκώντας έτσι το λαό με τα ίδια του τα χρήματα. Αυτά ήσαν δημαγωγικά μέτρα και έφεραν τον Περικλή στην εξουσία, την οποία αυτός κατόπιν άσκησε, ο Αριστοτέλης συμφωνεί, με σωστό και καθαρό τρόπο3.
 
Αυτό που μ’ ενδιαφέρει όμως δεν είναι ούτε η αξιολόγηση του Περικλή ως ατόμου ούτε η λεξικογραφική εξέταση της λέξης «δημαγωγία». Το ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο ήταν κατά κανόνα αόριστο και μη ακριβές, εκτός από τους επίσημους τίτλους ατομικών ή συλλογικών αξιωμάτων (και πολύ συχνά ούτε και τότε ακόμη). Όλοι οι συγγραφείς δέχονταν την αναγκαιότητα της πολιτικής ηγεσίας σαν κάτι το αυτονόητο. Το πρόβλημά τους ήταν να διακρίνουν μεταξύ καλών και κακών ειδών. Όσον αφορά την Αθήνα και τη δημοκρατία της, η λέξη «δημαγωγός» έγινε για λόγους ευνόητους ο απλούστερος τρόπος χαρακτηρισμού του κακού είδους και δεν έχει καμιά απολύτως σημασία αν η λέξη εμφανίζεται ή όχι σ’ ένα δεδομένο κείμενο. Υποθέτω ότι ήταν ο Αριστοφάνης εκείνος που καθιέρωσε το μοντέλο του δημαγωγού στην προσωπογραφία του Κλέωνα κι ας μη χρησιμοποίησε ποτέ άμεσα το επίθετο «δημαγωγός» γι’ αυτόν η οποιονδήποτε άλλο4. Ο Θουκυδίδης πίστευε ασφαλώς παρομοίως, ότι ο Κλεοφών, ο Υπέρβολος και ορισμένοι, αν όχι όλοι, από τους ρήτορες τους υπεύθυνους για την καταστροφή στη Σικελία ήσαν δημαγωγοί, πλην όμως δεν απέδωσε το χαρακτηρισμό σε κανέναν απ’ αυτούς.
 
Ενδιαφέρει να τονιστεί η λέξη «είδος» γιατί το θέμα που έθεσαν οι Έλληνες συγγραφείς είναι ένα θέμα ουσιαστικών προσόντων του ηγέτη, όχι (ειμή μόνο εντελώς δευτερευόντως) των μεθόδων του ή της τεχνικής του ικανότητας, ούτε καν (ειμή μόνο κατά ένα πολύ γενικό τρόπο) του προγράμματος και της πολιτικής του. Η βασική διάκριση είναι μεταξύ εκείνου που ασκεί την ηγεσία με αποκλειστικό γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, κι εκείνου που το ατομικό του συμφέρον κάνει πρωταρχικής σημασίας το θέμα της δικής του θέσης και τον σπρώχνει να κολακεύει το λαό. Ο πρώτος μπορεί να κάνει ένα λάθος και να υιοθετήσει εσφαλμένη πολιτική σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση. Ο δεύτερος μπορεί κατά διαστήματα να κάνει ορθές προτάσεις, όπως όταν ο Αλκιβιάδης απέτρεψε το στόλο που βρισκόταν στη Σάμο να διακυβεύσει τη ναυτική θέση καταπλέοντας εσπευσμένα πίσω στην Αθήνα το 411 π.Χ. για να ανατρέψει τους ολιγαρχικούς που είχαν καταλάβει εκεί την εξουσία, μιαν ενέργεια που ο Θουκυδίδης (8.86) επιδοκιμάζει ρητά. Ωστόσο αυτές δεν είναι θεμελιώδεις διαφορές. Αλλά ούτε και ορισμένα γνωρίσματα που αποδίδονται σε συγκεκριμένους δημαγωγούς: η συνήθεια του Κλέωνα να ωρύεται όταν απευθυνόταν στην Εκκλησία, η προσωπική ανεντιμότητα σε χρηματικά θέματα και ούτω καθεξής. Αυτά τα πράγματα τονίζουν απλώς την εικόνα. Από τον Αριστοφάνη ως τον Αριστοτέλη, η επίθεση κατά των δημαγωγών επανέρχεται πάντοτε στο ένα και μοναδικό κεντρικό ερώτημα: για ποιανού το συμφέρον ηγείται ο ηγέτης;
 
Πίσω από αυτή τη διατύπωση του ερωτήματος βρίσκονται τρεις προτάσεις. Η πρώτη είναι ότι οι άνθρωποι δεν είναι ίσοι, τόσο όσον αφορά την ηθική αξία και ικανότητά τους όσο και την κοινωνική και οικονομική τους θέση. Η δεύτερη είναι ότι κάθε κοινότητα τείνει να χωρίζεται σε πολιτικές μερίδες από τις οποίες σημαντικότερες είναι αφενός οι πλούσιοι και οι ευγενείς και αφετέρου οι φτωχοί, κάθε μια με τις δικές της αρετές, τις δικές της δυνατότητες και τα δικά της συμφέροντα. Η τρίτη πρόταση είναι ότι καλά οργανωμένο και προοδευτικό κράτος είναι εκείνο που υπερβαίνει τις διαιρέσεις και χρησιμεύει σαν όργανο ευζωίας.
 
Η πολιτική διαίρεση (faction) είναι το μεγαλύτερο κακό και ο συνηθέστερος κίνδυνος. Η λέξη «faction» είναι μια συμβατική αγγλική μετάφραση του ελληνικού όρου στάσις, από τις πιο αξιοσημείωτες λέξεις που μπορεί να βρεθούν σε ανθρώπινη γλώσσα. Η αρχική της σημασία είναι «τοποθέτηση», «στήσιμο» ή «ανάστημα», «στάθμευση». Η έκταση των πολιτικών σημασιών της μπορεί κάλιστα να δειχθεί με την απλή παράθεση των ορισμών που βρίσκονται στο λεξικό: «κόμμα», «κόμμα με στασιαστικό σκοπό», «πολιτική μερίδα», «στασίαση», «διχόνοια», «διαίρεση», «αποστασία» και τέλος, μια αναμφισβήτητη σημασία που το λεξικό ακατανόητα παραλείπει, συγκεκριμένα η σημασία «εμφύλιος πόλεμος» ή «επανάσταση». Αντίθετα από τον όρο «δημαγωγός» η λέξη στάσις απαντάται πολύ συχνά στο γραπτό λόγο και έχει κατά κανόνα αρνητική σημασία. Περιέργως είναι μία έννοια σχετικά παραμελημένη από τους σύγχρονους μελετητές της ελληνικής ιστορίας. Δεν έχει αποδοθεί, πιστεύω, η δέουσα σημασία στο γεγονός, ότι μια λέξη που έχει την αρχική σημασία της «στάθμευσης» ή της «τοποθέτησης» και η οποία σε αφηρημένη λογική, θα μπορούσε να έχει μία εξίσου ουδέτερη έννοια κάθε φορά που χρησιμοποιείται σ’ ένα πολιτικό πλαίσιο, στην πράξη δεν κάνει τίποτα του είδους, αλλά παίρνει αμέσως τις χειρότερες αποχρώσεις. Μία πολιτική τοποθέτηση, μια κομματική τοποθέτηση - αυτό είναι το αναπόσπαστο επακόλουθο - είναι ένα κακό πράγμα, που οδηγεί στη στάση, στον εμφύλιο πόλεμο και στη διάλυση του κοινωνικού οικοδομήματος. Η ίδια δε αυτή τάση επαναλαμβάνεται σε όλο το φάσμα της γλώσσας. Σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχει κανείς αιώνιος νόμος που να υπαγορεύει ότι ο «δημαγωγός», ένας «ηγέτης του λαού», πρέπει να γίνει «παραπλανητής του λαού». Ή ακόμα ότι η εταιρεία, μια παλιά ελληνική λέξη που σημαίνει, μεταξύ άλλων «λέσχη» ή «κοινωνία», θα έπρεπε στην Αθήνα του πέμπτου αιώνα να έχει καταλήξει να σημαίνει ταυτόχρονα «συνωμοσία» και «στασιαστική οργάνωση». Όποια κι αν είναι η εξήγηση, δεν βρίσκεται στη φιλολογία αλλά στην ίδια την ελληνική κοινωνία.
 
Κανείς απ’ όσους διάβασαν τους Έλληνες πολιτικούς συγγραφείς δεν μπορεί να μην πρόσεξε την ταυτότητα γραμμής απ’ αυτή την άποψη. Όποιες κι αν ήσαν οι μεταξύ τους διαφωνίες, επιμένουν όλοι ότι το κράτος πρέπει να μείνει μακριά από τα ταξικά ή άλλα παραταξιακά συμφέροντα. Οι σκοποί και οι στόχοι του είναι ηθικοί, αχρονικοί και γενικοί και μπορεί να επιτευχθούν - πιο σωστά να προσεγγιστούν - μόνο με την παιδεία, την ηθική διαγωγή (ιδιαίτερα εκ μέρους εκείνων που κατέχουν την εξουσία), την ηθικά ορθή νομοθεσία και την εκλογή των κατάλληλων κυβερνητών. Η ύπαρξη βέβαια τάξεων και συμφερόντων, ως εμπειρικό γεγονός, δεν αμφισβητείται. Εκείνο που αμφισβητείται είναι ότι η επιλογή πολιτικών στόχων μπορεί νόμιμα να συνδεθεί με αυτές τις τάξεις και τα συμφέροντα ή ακόμη ότι το δημόσιο συμφέρον μπορεί να προωθηθεί χωρίς ν’ αγνοηθούν (αν όχι να καταργηθούν) τα ιδιωτικά συμφέροντα.
 
Εκείνος που ακολούθησε αυτή τη γραμμή από τη συλλογιστική της ως τις πιο ριζικές λύσεις της ήταν ο Πλάτων. Στον Γοργία (502E-519D) είχε ισχυριστεί ότι ούτε καν οι μεγάλες αθηναϊκές πολιτικές μορφές του παρελθόντος - ο Μιλτιάδης, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων και ο Περικλής - δεν ήσαν αληθινοί δημόσιοι άνδρες. Απλώς τα κατάφεραν καλύτερα από τους διαδόχους τους να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του δήμου σε πλοία, τείχη και ναυπηγεία. Είχαν αποτύχει να κάνουν τους πολίτες καλύτερους ανθρώπους, το ν’ αποκαλούνται επομένως «δημόσιοι άνδρες» μοιάζει με το να συγχέουμε το ζαχαροπλάστη με το γιατρό. Εν συνεχεία στην Πολιτεία, ο Πλάτων πρότεινε να συγκεντρωθεί όλη η εξουσία στα χέρια μιας μικρής, επίλεκτης, κατάλληλα εκπαιδευμένης τάξης, η οποία θα έπρεπε ν ’ αποδεσμευθεί απ ’ όλα τα ειδικά συμφέροντα με τα πιο ριζοσπαστικά μέτρα: απαγορεύοντας στα μέλη της τόσο την ατομική ιδιοκτησία όσο και την οικογένεια. Μόνο κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες θα συμπεριφερόντουσαν ως τέλειοι ηθικοί φορείς, κατευθύνοντας το κράτος προς τους δικούς του στόχους, χωρίς τη δυνατότητα να παρεισφρήσει οποιοδήποτε ιδιωτικό συμφέρον.
 
Ο Πλάτων, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, ήταν ένας εντελώς ιδιότυπος άνθρωπος. Δεν μπορεί όμως κανείς με ασφάλεια να γενικεύσει από τον Πλάτωνα για όλους τους Έλληνες, ούτε καν μάλιστα για κάποιον άλλο μεμονωμένο Έλληνα. Ποιος άλλος συμμεριζόταν την απόλυτη πεποίθησή του ότι «προσοντούχοι ειδικοί - οι φιλόσοφοι - μπορούσαν να λαμβάνουν (και θα έπρεπε επομένως να εξουσιοδοτηθούν να το κάνουν) γενικά και απολύτως ορθές και αδιαφιλονίκητες αποφάσεις σε θέματα ευζωίας και ενάρετης ζωής, πράγμα το οποίο κι αποτελεί το μοναδικό σκοπό του κράτους»6; Πάντως, όσον αφορά το πρόβλημα που μ’ ενδιαφέρει άμεσα - τα ιδιωτικά συμφέροντα και το κράτος - ο Πλάτων συνέπιπτε με πολλούς Έλληνες συγγραφείς (όσο κι αν διαφωνούσαν μαζί του ως προς τις λύσεις). Στη μεγάλη τελική σκηνή των Ευμενίδων του Αισχύλου ο χορός εκφράζει ρητά την πίστη: η ευημερία του κράτους μπορεί να στηρίζεται μόνο στην αρμονία και την απουσία κάθε διαίρεσης. Ο Θουκυδίδης το υπαινίσσεται αυτό περισσότερο από μία φορά7. Η τοποθέτηση αυτή αποτελεί τη βάση της θεωρίας του μεικτού συντάγματος όπως το βρίσκουμε ήδη στα Πολιτικά τον Αριστοτέλη.
 
Ο εμπειρικότερος από τους Έλληνες φιλόσοφους, ο Αριστοτέλης, συνέλεξε τεράστιες ποσότητες στοιχείων για την πρακτική των ελληνικών κρατών, μεταξύ των οποίων και γεγονότα σχετικά με τη στάση. Τα Πολιτικά περιλαμβάνουν μία συστηματική ταξινόμηση των στάσεων και μάλιστα συμβουλεύουν για το πώς είναι δυνατόν να αποφευχθεί η στάσις κάτω από διάφορες συνθήκες. Οι κανόνες ωστόσο και οι στόχοι του Αριστοτέλη ήσαν ηθικοί, το έργο του ένας κλάδος της ηθικής φιλοσοφίας. Έβλεπε την πολιτική συμπεριφορά τελολογικά, σύμφωνα με τους ηθικούς σκοπούς που ο άνθρωπος έχει από τη φύση του και πίστευε ότι οι σκοποί αυτοί υπονομεύονταν αν οι άρχοντες λαμβάνουν τις αποφάσεις τους στη βάση προσωπικών ή ταξικών συμφερόντων. Αυτό ήταν το κριτήριο στη βάση του οποίου διέκρινε μεταξύ των τριών «σωστών» μορφών διακυβέρνησης («σύμφωνα με την απόλυτη δικαιοσύνη») και των εκφυλισμένων μορφών τους: η μοναρχία μετατρέπεται σε τυραννία όταν ένα άτομο κυβερνά για το δικό του συμφέρον αντί για εκείνο του συνόλου. Παρομοίως, η αριστοκρατία μετατρέπεται σε ολιγαρχία.
 
Τέλος, η πολιτεία μετατρέπεται σε δημοκρατία (ή στη γλώσσα του Πολύβιου η δημοκρατία μετατρέπεται σε οχλοκρατία)8. Εξάλλου, μεταξύ των δημοκρατιών εκείνες των αγροτικών κοινοτήτων θα είναι ανώτερες επειδή οι αγρότες είναι πάρα πολύ απασχολημένοι για να μπορούν να παρακολουθούν συνεδριάσεις ενώ αντίθετα για τους τεχνίτες και μαγαζάτορες της πόλης είναι εύκολο να το κάνουν, και άνθρωποι του είδους αυτού «είναι γενικά ένα κακό συνοθύλευμα»9.
 
Η μεγάλη διαφορά μεταξύ πολιτικής ανάλυσης και ηθικής κρίσης δεν θα μπορούσε να παρουσιαστεί καλύτερα απ’ ότι στο χωρίο του «γηραιού ολιγαρχικού» που ανέφερα στο πρώτο κεφάλαιο: «Όσο για το αθηναϊκό σύστημα διακυβέρνησης, δεν μου αρέσει. Από τη στιγμή πάντως που οι Αθηναίοι αποφάσισαν να γίνουν δημοκρατία, μου φαίνεται ότι διαφυλάττουν καλά τη δημοκρατία τους»10. «Μην ξεγελαστείτε», λέγει ο συγγραφέας, στην πραγματικότητα: Εγώ και μερικοί από εσάς αντιπαθούμε τη δημοκρατία, ωστόσο μια λελογισμένη εξέταση των γεγονότων μας δείχνει ότι αυτό που εμείς καταδικάζουμε πάνω σε ηθική βάση είναι εξαιρετικά ισχυρό σαν πρακτική δύναμη και η ισχύς του βασίζεται στον μη ηθικό χαρακτήρα του. Αυτό αντιπροσωπεύει μια ιδιαίτερα ελπιδοφόρα πορεία έρευνας, η οποία όμως δεν ακολουθήθηκε στην αρχαιότητα. Αντίθετα, οι στοχαστές εκείνοι, των οποίων ο προσανατολισμός ήταν αντιδημοκρατικός, εξακολούθησαν να είναι προσηλωμένοι στην πολιτική φιλοσοφία. Κι εκείνοι που έμεναν στο πλευρό της δημοκρατίας; Ο Α.Χ.Μ. Τζόουνς προσπάθησε να διαμορφώσει τη δημοκρατική θεωρία από αποσπασματικές μαρτυρίες που υπάρχουν στα κείμενα που σώζονται, κυρίως του τέταρτου αιώνα11. Έπειτα ο Έρικ Χάβελοκ έκανε μία εντονότατη προσπάθεια να ανακαλύψει αυτό που αποκάλεσε «φιλελεύθερη ιδιοσυγκρασία» στην πολιτική της Αθήνας του πέμπτου αιώνα, κυρίως από τα αποσπάσματα των προ- σωκρατικών φιλοσόφων. Ανασκοπώντας το βιβλίο του, ο Μομιλιάνο υποστήριξε ότι η προσπάθεια αυτή ήταν εξαρχής καταδικασμένη γιατί «δεν είναι απόλυτα βέβαιο ότι υπήρχε κατά τον πέμπτο αιώνα μια ολοκληρωμένη δημοκρατική θεωρία» 12.
 
Στο προηγούμενο κεφάλαιο επισήμανα ήδη ότι κατά τη γνώμη μου δεν υπήρξε ποτέ στην Αθήνα μια ολοκληρωμένη δημοκρατική θεωρία. Υπήρχαν ιδέες, γνωμικά, γενικότητες - που τα συγκέντρωσε ο Τζόουνς - αυτά όμως δεν καταλήγουν σε μια συστηματική θεωρία. Και γιατί πράγματι θα έπρεπε να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Είναι μία περίεργη εσφαλμένη αντίληψη το να υποθέτει κανείς ότι κάθε ιστορικό κοινωνικό ή κυβερνητικό σύστημα πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται από ένα ολοκληρωμένο θεωρητικό σύστημα. Όπου συμβαίνει αυτό είναι συχνά έργο νομομαθών, η δε Αθήνα δεν είχε νομικούς στην πραγματική έννοια. Ή μπορεί να είναι το έργο φιλοσόφων, πλην όμως οι συστηματικοί φιλόσοφοι αυτής της περιόδου διαπνέονται από αντιλήψεις και αξίες ασυμβίβαστες με τη δημοκρατία. Πρέπει να προσπαθήσουμε μόνοι μας να κάνουμε την ανάλυση που δεν μπόρεσαν να κάνουν οι Αθηναίοι.
 
Κανείς απολογισμός της αθηναϊκής δημοκρατίας δεν μπορεί να έχει την παραμικρή εγκυρότητα αν παραλειφθούν τέσσερα σημεία, καθένα από τα οποία είναι αυτονόητο. Το πρώτο είναι ότι επρόκειτο για άμεση δημοκρατία, οσαδήποτε δε κοινά σημεία μπορεί ένα τέτοιο σύστημ j να έχει με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τα δύο αυτά συστήματα διαφέρουν μεταξύ τους σε ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα και ιδίως όσον αφορά τα ίδια αυτά τα θέματα με τα οποία ασχολούμαι εδώ. Το δεύτερο σημείο είναι εκείνο που ο Έρενμπεργκ ονομάζει «στενότητα χώρου» της ελληνικής πόλης-κράτους, μία διαπίστωση της οποίας τόνισε δίκαια τη μεγάλη σημασία για την κατανόηση της πολιτικής ζωής13. Οι συνέπειες συνοψίστηκαν από τον Αριστοτέλη σ’ ένα περίφημο χωρίο: «Ένα κράτος που αποτελείται από πάρα πολλούς... δεν θα είναι ένα αληθινό κράτος, για τον απλούστατο λόγο ότι δύσκο­λα μπορεί να έχει ένα αληθινό σύνταγμα. Ποιος μπορεί να είναι στρατηγός σ’ έναν τόσο υπερβολικά πολυάριθμο στρατό; Και ποιος άλλος από τον Στέντορα μπορεί να είναι κήρυκας;» (Πολιτικά, 1326b3-7).
 
Το τρίτο σημείο είναι ότι η Εκκλησία ήταν το αποκορύφωμα του συστήματος, έχοντας το δικαίωμα και την ικανότητα να λαμβάνει όλες τις πολιτικές αποφάσεις με ελάχιστους στην πράξη περιορισμούς από κάποιο προηγούμενο ή κάποια σκοπιμότητα. (Για ν’ ακριβολογήσουμε, οι αποφάσεις της Εκκλησίας εκαλούντο στα λαϊκά δικαστήρια τα οποία αποτελούντο από ένα μεγάλο αριθμό μη ειδικών. Παρ ’ όλα αυτά δεν τα λαμβάνω υπόψη μου τα δικαστήρια σε πολλά, αν και όχι σε όλα, από τα όσα ακλουθούν, γιατί πιστεύω, όπως το πίστευαν και οι ίδιοι οι Αθηναίοι, ότι μολονότι τα δικαστήρια περιέπλεκαν την πρακτική λειτουργία της πολιτικής, αποτελούσαν έκφραση και όχι μείωση της απόλυτης ισχύος του λαού που ενεργούσε άμεσα. Και γιατί πιστεύω ακόμα ότι η λειτουργική ανάλυση που προσπαθώ να κάνω, δεν θα αλλοιωνόταν σημαντικά και ίσως να συσκοτιζόταν αν στο σύντομο αυτό περίγραμμα δεν συγκέντρωνα το ενδιαφέρον μου στο θέμα της Εκκλησίας). Τελικά η Εκκλησία δεν ήταν τίποτα άλλο από μία υπαίθρια μαζική συγκέντρωση πάνω στο λόφο που ονομάζεται Πνύκα. Το τέταρτο επομένως σημείο είναι ότι έχουμε να κάνουμε με προβλήματα συμπεριφοράς του πλήθους. Η ψυχολογία και οι κανόνες συμπεριφοράς στα πλαίσια των εργασιών της Εκκλησίας δεν θα μπορούσαν να είναι ταυτόσημοι μ’ εκείνους των εργασιών της μικρής ομάδας ή ακόμα και του ευρύτερου εκείνου είδους σώματος του οποίου το σύγχρονο κοινοβούλιο είναι ένα παράδειγμα (αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι σήμερα δεν μπορούμε να κάνουμε σχεδόν περισσότερο παρά μόνο να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη αυτών των επιρροών).
 
Ποιοι αποτελούσαν την Εκκλησία; Είναι μία ερώτηση στην οποία δεν μπορούμε ν ’ απαντήσουμε ικανοποιητικά. Κάθε άρρην πολίτης αποκτούσε αυτόματα το δικαίωμα να παρίσταται στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας όταν έφθανε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του και διατηρούσε αυτό το προνόμιο ως το θάνατό του (εκτός από ένα μικρό αριθμό που έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα για τον ένα ή τον άλλο λόγο). Τον καιρό του Περικλή ο αριθμός των δικαιούχων ήταν της τάξης των 35.000 με 40.000. Οι γυναίκες αποκλείονταν· το ίδιο και οι αρκετά πολυάριθμοι μή-πολίτες, οι οποίοι ήσαν ελεύθεροι, σχεδόν όλοι τους Έλληνες, αλλά έξω από την πολιτική σφαίρα. Το ίδιο συνέβαινε άλλωστε και με τους κατά πολύ πολυαριθμότερους δούλους. Όλες οι εκτιμήσεις είναι υποθετικές, όμως δεν θα ήταν εξωφρενικά ανακριβές να υποστηριχθεί ότι οι ενήλικες άρρενες πολίτες αποτελούσαν περίπου το ένα έκτο του συνολικού πληθυσμού (πόλης και υπαίθρου μαζί). Ωστόσο η κρίσιμη ερώτηση στην οποία πρέπει να δοθεί απάντηση είναι πόσοι από τους 40.000 πήγαιναν πραγματικά στις συνεδριάσεις. Είναι λογικό να φανταστούμε ότι σε φυσιολογικές συνθήκες οι παρόντες προέρχονται κυρίως από τους κατοίκους της πόλης. Λιγότεροι αγρότες θα έκαναν το ταξίδι για να παραστούν σε μία συνεδρίαση της Εκκλησίας14. Έτσι, ένα μεγάλο τμήμα του εκλόγιμου πληθυσμού αποκλειόταν υπό την έννοια της άμεσης συμμετοχής. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να γνωρίζουμε, πλην όμως δεν μας πηγαίνει πολύ μακριά. Για παράδειγμα, μπορούμε να εικάσουμε, με τη βοήθεια ορισμένων υπαινιγμών των πηγών, ότι κάτω από φυσιολογικές συνθήκες η σύνθεση έγερνε προς το μέρος των πιο ηλικιωμένων και των πιο ευκατάστατων πολιτών — αυτό όμως δεν είναι παρά εικασία, όσο δε για το βαθμό στον οποίο συνέβαινε κάτι τέτοιο, αυτό ξεπερνά ακόμα και την εικασία.
 
Μπορεί, ακόμα να επισημανθεί ένα σημαντικό γεγονός, συγκεκριμένα ότι κάθε συνεδρίαση της Εκκλησίας ήταν μοναδική στη σύνθεσή της. Δεν υπήρχαν ορισμένα μέλη της Εκκλησίας εν γένει, ειμή μόνο μέλη μιας δεδομένης Εκκλησίας μιας συγκεκριμένης ημέρας. Ίσως οι αλλαγές να μην ήσαν σημαντικές από συνεδρίαση σε συνεδρίαση σε ήσυχους, ειρηνικούς καιρούς, όταν δεν συζητιόντουσαν ζωτικά θέματα. Αλλά ακόμα και τότε έλειπε ένα σοβαρό στοιχείο πρόβλεψης. Κανείς από τους διαμορφωτές της πολιτικής γραμμής δεν μπορούσε να είναι εντελώς βέβαιος όταν έμπαινε στην Εκκλησία ότι δεν είχε μεσολαβήσει μία αλλαγή στη σύνθεση του ακροατηρίου είτε από ατύχημα ή λίγο-πολύ από μια οργανωμένη κινητοποίηση ενός ιδιαίτερου τμήματος του πληθυσμού, που θα μπορούσε να ανατρέψει την ισορροπία των ψήφων σε βάρος μιας απόφασης που είχε ληφθεί σε μία προηγούμενη συνεδρίαση. Οι καιροί ωστόσο δεν ήσαν ούτε ειρηνικοί ούτε φυσιολογικοί. Για να πάρουμε ένα ακραίο παράδειγμα, στην τελευταία δεκαετία του Πελοποννησιακού πολέμου ολόκληρος ο αγροτικός πληθυσμός εξαναγκάστηκε να εγκαταλείψει την ύπαιθρο και να ζήσει εντός των τειχών της πόλης. Είναι λογικά αδύνατο να πιστέψει κανείς ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν σύχναζε στις συνεδριάσεις ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό κατοίκων της υπαίθρου απ’ ό, τι συνήθως. Μια παρόμοια κατάσταση επικρατούσε για μικρότερες περιόδους σε άλλους καιρούς, όταν διεξήγαγε επιχειρήσεις στην Αττική ένας εχθρικός στρατός. Δεν χρειάζεται να ερμηνεύσουμε τον Αριστοφάνη κατά γράμμα όταν ανοίγει τους Ἀχαρνεῖς μ’ έναν σολοικισμό ενός αγρότη που κάθεται στην Πνύκα περιμένοντας ν ’ αρχίσει η Εκκλησία και μονολογώντας για το πόσο μισεί την πόλη και τους κατοίκους της και για το πόσο διατεθειμένος είναι να σκοτώσει κάθε ομιλητή που θα προτείνει οτιδήποτε άλλο εκτός από ειρήνη. Ο Κλέων δεν θα μπορούσε όμως να έχει την πολυτέλεια ν’ αγνοήσει αυτό το περίεργο πλάσμα που καθόταν στην πλαγιά του λόφου μπροστά του. Τέτοια άτομα θα μπορούσαν να ανατρέψουν μια πολιτική γραμμή που θα του ήταν δυνατό να περάσει όταν η Εκκλησία θα είχε μια πλειοψηφία κατοίκων της πόλης.
 
Το όλο αυτό θέμα ξεκαθάρισε το 411. Τότε η Εκκλησία δεχόταν μία τρομακτική πίεση να ψηφίσει το τέλος της δημοκρατίας και δεν ήταν ασφαλώς τυχαίο ότι αυτό συνέβη σε μιά στιγμή που ο στόλος σε γενική επιστράτευση στάθμευε στο νησί της Σάμου.
 
Οι πολίτες που υπηρετούσαν στο ναυτικό προέρχονταν από τους φτωχούς και ήσαν γνωστοί ως οι πιστότεροι υποστηρικτές του δημοκρατικού συστήματος στη μορφή που αυτό είχε στα τέλη του πέμπτου αιώνα. Η απουσία τους από την Αθήνα έδινε τη δυνατότητα στους ολιγαρχικούς να κερδίσουν τη μάχη με μία πλειοψηφία στην Εκκλησία, που δεν ήταν μόνο μία μειοψηφία των εκλόγιμων μελών αλλά και μία άτυπη μειοψηφία. Το είδος της γνώσης που οι πηγές θέτουν στη διάθεσή μας δεν μας επιτρέπει να μελετήσουμε την ιστορία της αθηναϊκής πολιτικής συστηματικά, οι άνδρες όμως που διηύθυναν την Αθήνα είχαν σαφή γνώση της δυνατότητας μιας αλλαγής στη σύνθεση της Εκκλησίας, κάτι που ελάμβαναν υπόψη κατά τους τακτικούς χειρισμούς.
 
Κάθε, άλλωστε, συνεδρίαση ήταν αυτοτελής. Ακόμα κι αν θεωρηθεί σαν δεδομένο ότι γινόταν αρκετή προπαρασκευαστική εργασία από τη Βουλή, ότι επροηγείτο μια άτυπη λεπτομερής εξέταση και ότι υπήρχαν ορισμένοι μηχανισμοί ελέγχου και αποφυγής επιπόλαιων ή ανεύθυνων προτάσεων, εξακολουθεί παρ ’ όλα αυτά να είναι αληθές ότι η κανονική διαδικασία για μία πρόταση ήταν να εισαχθεί, να συζητηθεί και είτε να γίνει αποδεκτή (με ή χωρίς τροπολογίες) ή ν’ απορριφθεί σε μία μοναδική συνεχή συνεδρίαση. Πρέπει να λάβουμε επομένως υπόψη μας όχι μόνο τη στενότητα χώρου αλλά και τη στενότητα χρόνου, καθώς επίσης και τις πιέσεις που ασκούνταν ιδίως στους ηγέτες (και τους επίδοξους ηγέτες). Έχω ήδη μνημονεύσει την περίπτωση της εκστρατείας στη Σικελία, που αποφασίστηκε κατ’ αρχήν σε μία ημέρα και μετά σχεδιάστηκε, για να το πούμε έτσι, πέντε μέρες αργότερα, όταν συζητήθηκε και ψηφίστηκε η έκταση και το κόστος.
 
Μία άλλου είδους περίπτωση είναι η γνωστή συζήτηση για το ζήτημα της Μυτιλήνης. Στις αρχές του Πελοποννησιακού πολέμου η πόλη της Μυτιλήνης εξεγέρθηκε κατά της αθηναϊκής αυτοκρατορίας. Η εξέγερση συνετρίβη και η αθηναϊκή Εκκλησία αποφάσισε να τιμωρήσει παραδειγματικά τους Μυτιληναίους, θανατώνοντας το σύνολο του αρσενικού πληθυσμού. Σημειώθηκε αμέσως μια μεταστροφή των αισθημάτων, το ζήτημα επανατέθηκε σε μιαν άλλη συνεδρίαση την αμέσως επόμενη μέρα και η απόφαση ανετράπη. (Θουκυδίδης, 3.27-50). Ο Κλέων, την εποχή εκείνη η σημαντικότερη πολιτική μορφή της Αθήνας, συνηγορούσε υπέρ της πολιτικής του τρόμου. Η δεύτερη αυτή Εκκλησία ήταν μία προσωπική ήττα γι’ αυτόν - είχε συμμετάσχει στις συζητήσεις και των δύο ημερών - αν κι αυτό δεν φαίνεται να είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει, ούτε καν προσωρινά, το κύρος του (όπως θα μπορούσε θαυμάσια να είχε συμβεί). Πώς θα μπορούσε όμως κανείς να καταμετρήσει την ψυχολογική επίδραση που είχε πάνω του μια τέτοια μεταστροφή μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες; Πώς θα μπορούσε να εκτιμήσει, όχι μόνο τον αντίκτυπο της αλλά και την επίγνωση που θα είχε σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του ως ηγέτη ότι μία τέτοια δυνατότητα ήταν ένας σταθερός παράγοντας της αθηναϊκής πολιτικής; Μου είναι αδύνατο να δώσω συγκεκριμένη απάντηση σε τέτοιες ερωτήσεις, έχω όμως τη γνώμη ότι το βάρος δεν θα ήταν αμελητέο. Ασφαλώς ο Κλέων αντιλαμβανόταν, πράγμα αδύνατο για μας, το τι σήμαινε, για ανθρώπους σαν αυτόν, το γεγονός ότι στο δεύτερο χρόνο του Πελοποννησιακού Πολέμου, τη στιγμή που το ηθικό είχε προσωρινά τσακιστεί από την πανώλη, ο λαός στράφηκε εναντίον του Περικλή, του επέβαλλε βαρύτατο πρόστιμο και τον έπαυσε για μία σύντομη περίοδο από το αξίωμα του στρατηγού (Θουκυδίδης 2.65.1-4). Αν αυτό μπορούσε να συμβεί στον Περικλή, ποιος ήταν άτρωτος;
 
Στην περίπτωση της Μυτιλήνης η αφήγηση του Θουκυδίδη δείχνει ότι η πρόταση του Κλέωνα ήταν καταδικασμένη τη δεύτερη μέρα, ότι προσπάθησε να πείσει την Εκκλησία να εγκαταλείψει τη γραμμή πλεύσης που είχαν την πρόθεση να ακολουθήσουν από τη στιγμή που άρχισε η συνεδρίαση και ότι απέτυχε. Ωστόσο η ιστορία της συνεδρίασης του 411, όπως την περιγράφει ο Θουκυδίδης (8.53-54) είναι διαφορετική. Ο Πίσανδρος άνοιξε τη συζήτηση με την πρόταση, που είχε εναντίον της το λαϊκό αίσθημα, ότι θα έπρεπε να εξεταστεί το ενδεχόμενο εγκαθίδρυσης μιας ολιγαρχικής κυβέρνησης και την έκλεισε με μία νίκη. Η συζήτηση που διεξήχθη είχε σαν αποτέλεσμα να μετακινηθούν αρκετοί ψήφοι πράγμα που του εξασφάλισε την πλειοψηφία.
 
Συζήτηση με σκοπό την ψηφοθηρία, σ’ ένα υπαίθριο ακροατήριο που απαριθμεί πολλές χιλιάδες σημαίνει ρητορική, στη στενή έννοια του όρου. Ήταν επομένως απόλυτη ακριβολογία το ν ’ αποκαλούνται οι πολιτικοί ηγέτες «ρήτορες», κάτι που γινόταν αντιληπτό σαν ένα συνώνυμο και όχι απλώς, όπως θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς σήμερα, σαν σημάδι μιας ιδιαίτερης επιδεξιότητας ενός συγκεκριμένου πολιτικού ανδρός15. Κάτω από τις αθηναϊκές συνθήκες αυτό πάντως σημαίνει πολύ περισσότερα πράγματα. Η εικόνα της Εκκλησίας που προσπαθώ να δώσω προϋποθέτει όχι μόνο τη ρητορική αλλά επίσης και έναν «αυθορμητισμό» όσον αφορά τη συζήτηση και την απόφαση, κάτι που η κοινοβουλευτική δημοκρατία στερείται, τουλάχιστον στις μέρες μας16. Κάθε πολίτης, ομιλητές και ακροατήριο το ίδιο, γνώριζαν ότι πριν νυχτώσει πρέπει να ληφθεί απόφαση για το θέμα, ότι κάθε πολίτης που είναι παρών θα έπρεπε να ψηφίσει «ελεύθερα» [χωρίς φόβο κομματικού εξαναγκασμού (whips)   ή άλλου ελέγχου] και με περίσκεψη, και ότι επομένως κάθε ομιλία, κάθε επιχείρημα πρέπει να ζητά να πείσει το ακροατήριο πάραυτα, ότι τέλος το όλο πράγμα ήταν ένα σοβαρό έργο τόσο ως σύνολο όσο και στα επιμέρους στοιχεία του.
 
Βάζω τη λέξη «ελεύθερα» σε εισαγωγικά γιατί το τελευταίο πράγμα που επιθυμώ να επικαλεστώ με τον όρο αυτόν είναι η δραστηριότητα μιας ελεύθερης άϋλης ορθολογικής ικανότητας, η αγαπημένη εκείνη αυταπάτη ενός πολύ μεγάλου μέρους της πολιτικής θεωρίας από την εποχή του διαφωτισμού και μετά. Τα μέλη της Εκκλησίας ήσαν απαλλαγμένα από τους ελέγχους που δεσμεύουν τα μέλη ενός κοινοβουλίου: δεν κατείχαν κανένα αξίωμα, δεν ήσαν εκλεγμένα και συνεπώς δεν μπορούσαν ούτε να τιμωρηθούν ούτε να αμειφθούν σε επόμενες εκλογές για τον τρόπο που ψηφίζουν. Ωστόσο δεν έμεναν ανεπηρέαστα από την ανθρώπινη κατάσταση, από τη συνήθεια και την παράδοση, από την επιρροή της οικογένειας και των φίλων, της τάξης και της κοινωνικής θέσης, των προσωπικών εμπειριών, των προκαταλήψεων, αξιών, φιλοδοξιών και φόβων, πολλά από τα οποία βρίσκονταν στο υποσυνείδητο. Όλα αυτά τα έπαιρναν μαζί τους όταν πήγαιναν στην Πνύκα και με αυτά παρακολουθούσαν τις συζητήσεις και αποφάσιζαν κάτω από συνθήκες πολύ διαφορετικές από τις ψηφοθηρικές συνήθειες των ημερών μας. Υπάρχει μία τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να ψηφίζει κανείς από καιρό σε καιρό για έναν άνθρωπο ή ένα κόμμα και στο να "ψηφίζει κάθε λίγο και λιγάκι κατευθείαν γι ’ αυτά τα ίδια τα θέματα. Στην εποχή του Αριστοτέλη η Εκκλησία συνερχόταν τέσσερις τουλάχιστον φορές μέσα σε μια περίοδο τριανταέξι ημερών. Το αν αποτελούσε αυτό επίσης τον κανόνα κατά τον πέμπτο αιώνα δεν είναι γνωστό, υπήρχαν ωστόσο περιπτώσεις, όπως στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, όπου οι συνεδριάσεις γίνονταν σε συχνότερα ακόμα χρονικά διαστήματα.
 
Έπειτα υπήρχαν και οι δύο άλλοι παράγοντες που έχω ήδη μνημονεύσει, το μικρό μέγεθος του αθηναϊκού κόσμου, όπου κάθε μέλος της Εκκλησίας γνώριζε προσωπικά πολλούς άλλους που συνεδρίαζαν στην Πνύκα και η μαζικότητα - μία κατάσταση που δεν έχει πραγματικά καμιά σχέση με την απρόσωπη πράξη του να σταυρώνουμε ένα ψηφοδέλτιο σε φυσική απομόνωση από κάθε άλλο ψηφοφόρο, μία πράξη που άλλωστε επιτελούμε με γνώση ότι εκατομμύρια άλλοι, άνδρες και γυναίκες, κάνουν την ίδια στιγμή το ίδιο πράγμα σε πολλά μέρη, από τους οποίους ορισμένοι εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Όταν, για παράδειγμα, ο Αλκιβιάδης και ο Νικίας σηκώθηκαν στην Εκκλησία του 415, ο ένας για να προτείνει την εκστρατεία στη Σικελία, ο άλλος για να αναπτύξει τα επιχειρήματά του εναντίον της εκστρατείας, γνώριζαν και οι δυο τους ότι σε περίπτωση που η πρόταση θα γινόταν αποδεκτή, ο ένας απ’ αυτούς, ή και οι δύο, θα μπορούσε να κληθούν ως διοικητές στο πεδίο της μάχης. Στο δε ακροατήριο υπήρχαν πολλοί που εκαλούντο να ψηφίσουν το αν οι ίδιοι, προσωπικά, θα έπρεπε να εκστρατεύσουν σε λίγες μέρες, ως αξιωματικοί, στρατιώτες, ή πλήρωμα του στόλου. Ανάλογα παραδείγματα μπορούν ν ’ αντληθούν από έναν αριθμό άλλων λιγότερο ζωτικών τομέων: φορολογία, τροφοδοσία, αποζημίωση για δικαστικά καθήκοντα, επέκταση πολιτικών δικαιωμάτων, νομοθεσία για το καθεστώς του πολίτη και ούτω καθ’ εξής.
 
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητας της Εκκλησίας ήταν χαμηλότερου επιπέδου και αφορούσε σε μεγάλο βαθμό τεχνικά μέτρα (όπως κανονισμούς λατρείας) ή τελετουργικές δραστηριότητες (όπως τιμητικές διακρίσεις για μία μεγάλη ποικιλία ατόμων). Θα ήταν λάθος να φανταστούμε την Αθήνα σαν μια πόλη όπου κάθε εβδομάδα συζητούνταν και λύνονταν μεγάλα προβλήματα που δίχαζαν το λαό. Από την άλλη όμως μεριά, ελάχιστες ήσαν οι χρονικές περίοδοι (και ασφαλώς μικρότερες της δεκαετίας) κατά τις οποίες να μην ανέκυψε κάποιο μεγάλο θέμα: οι δύο περσικές εισβολές, η μακριά σειρά μέτρων που ολοκλήρωσαν τη διαδικασία της δημοκρατικοποίησης, η αυτοκρατορία, ο Πελοποννησιακός πόλεμος (που κάλυψε είκοσι επτά χρόνια), και τα δύο ολιγαρχικά του διαλείμματα, οι ατέλειωτοι διπλωματικοί ελιγμοί και οι πόλεμοι του τέταρτου αιώνα, με τις συνακόλουθες οικονομικές κρίσεις, όλα αυτά αποκορυφώθηκαν στις δεκαετίες του Φίλιππου και του Αλέξανδρου. Δε συνέβαινε συχνά, όπως με τον Κλέωνα στη διαμάχη για τη Μυτιλήνη, ένας πολιτικός να έχει ν ’ αντιμετωπίσει μια επαναληπτική αναμέτρηση την επόμενη μέρα. Η Εκκλησία ωστόσο συνερχόταν σταθερά, χωρίς μακρές περιόδους διακοπών ή αναστολής των εργασιών. Το θέμα της διεξαγωγής ενός πολέμου, για παράδειγμα, έπρεπε να περνά από την Εκκλησία κάθε βδομάδα, σαν να ήταν ο Γούινστον Τσόρτσιλ εξαναγκασμένος να κερδίζει ένα δημοψήφισμα πριν από κάθε κίνηση στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και εν συνεχεία ν ’ αντιμετωπίζει μια άλλη ψηφοφορία μετά από την πραγματοποίηση της κίνησης, στη Βουλή ή στα δικαστήρια προκειμένου να καθοριστεί όχι μόνο ποιο θα έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα αλλά επίσης αν θα έπρεπε να παραιτηθεί και να εγκαταλειφθούν τα σχέδιά του ή μήπως θα έπρεπε μάλιστα να κατηγορηθεί ως ένοχος εγκληματικής συμπεριφοράς και να τιμωρηθεί σε πρόστιμο ή μ’ εξορία ή ενδεχομένως να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου είτε γι’ αυτή την ίδια την πρόταση ή για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η προηγούμενη κίνηση. Αποτελούσε μέρος του αθηναϊκού κυβερνητικού συστήματος το ότι εκτός από τη συνεχή πρόκληση στην Εκκλησία, ένας πολιτικός είχε ν ’ αντιμετωπίσει, το ίδιο αδιάκοπα, την απειλή νομικών διώξεων για πολιτικούς λόγους.
 
Το ότι επιμένω στην ψυχολογική όψη των πραγμάτων, δεν σημαίνει ότι αγνοώ την αξιόλογη πολιτική εμπειρία πολλών πολιτών που ψήφιζαν στην Εκκλησία - εμπειρία που είχαν αποκτήσει στη Βουλή, στα δικαστήρια, στους δήμους και σ’ αυτή την ίδια την Εκκλησία - ούτε ότι το κάνω απλώς για ν’ αντικρούσω αυτό που αποκάλεσα αντίληψη άϋλου ορθολογισμού (di­sembodied rationalism). Θέλω να τονίσω κάτι πολύ θετικό, συγκεκριμένα τον έντονο βαθμό ανάμειξης, που συνεπαγόταν η συμμετοχή στις συνεδριάσεις της αθηναϊκής Εκκλησίας. Η ένταση δε αυτή χαρακτήριζε εξίσου (αν όχι εντονότερα) και τους ρήτορες, γιατί κάθε ψηφοφορία έκρινε τόσο τους ίδιους όσο και το θέμα για το οποίο έπρεπε να ληφθεί απόφαση. Αν έπρεπε να επιλέξω μία λέξη που θα χαρακτήριζε καλύτερα την υπαρξιακή κατάσταση ενός πολιτικού ηγέτη της Αθήνας, η λέξη αυτή θα ήταν «ένταση».
 
Σε κάποιο βαθμό αυτό είναι αλήθεια για όλους τους πολιτικούς που έχουν ν ’ αντιμετωπίσουν μια ψηφοφορία. «Η απελπισία της πολιτικής και της εξουσίας», είναι η εύγλωττη φράση του Ρ.Β. Μακάλομ, την οποία έπειτα ανέπτυξε ως εξής: «Ασφαλώς μια χροιά κυνισμού και κόπωσης από τους χειρισμούς και τα καμώματα των κομματικοποιημένων πολιτικών είναι κάτι το φυσικό και μέχρις ενός σημείου ίδιον ανθρώπων που έχουν το χάρισμα της διορατικότητας και δημοσίων υπαλλήλων που μπορούν να σκέπτονται ανεξάρτητα και με άνεση για τα έργα των ταλαίπωρων κυρίων τους της κυβέρνησης. Αυτό φαίνεται όμως να απορρέει από μία εσκεμμένη απόρριψη... των στόχων και των ιδανικών των κομματικοποιημένων δημοσίων ανδρών και των οπαδών τους και από τη συνεχή ευθύνη για την ασφάλεια και την ευημερία του κράτους. Κατά ένα λόγο οι ηγέτες των κομμάτων είναι με κάποια έννοια απόστολοι, αν και όλοι δεν είναι δυνατό να είναι Γλάδστωνες. Υπάρχουν πολιτικές στις οποίες αφιερώνονται ολόψυχα και άλλες που τους ταράσσουν και τους τρομοκρατούν».17
 
Πιστεύω ότι η περιγραφή αυτή ταιριάζει επίσης και στους Αθηναίους ηγέτες, ανεξάρτητα από την απουσία πολιτικών κομμάτων, και ότι ισχύει εξίσου τόσο για το Θουκυδίδη όσο και τον Αριστοτέλη, για τον Περικλή όσο και τον Κίμωνα, για τον Κλέωνα όσο και το Νικία. Κι αυτό γιατί, πράγμα που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, αυτό το είδος κρίσης είναι ανεξάρτητο από κάθε κρίση για τις αρετές ή τις αδυναμίες ενός συγκεκριμένου προγράμματος ή πολιτικής. Θα ήμουνα ακριβέστερος αν έλεγα ότι αυτό αμβλύνει την περίπτωση των Αθηναίων. Οι ηγέτες τους δεν έπαιρναν ανάσα. Επειδή η επιρροή τους έπρεπε να εξασφαλίζεται και ν’ ασκείται άμεσα και απευθείας - μία αναγκαία συνέπεια της άμεσης, σε αντίθεση με την αντιπροσωπευτική, δημοκρατίας - ήσαν υποχρεωμένοι να ηγούνται αυτοπροσώπως καθώς επίσης και να υφίστανται αυτοπροσώπως τον κύριο όγκο των επιθέσεων της αντιπολίτευσης. Ακόμα περισσότερο, ακολουθούσαν μια μονήρη πορεία. Είχαν βέβαια τους υπαρχηγούς τους και άλλωστε οι πολιτικοί σύναπταν ο ένας με τον άλλο συμμαχίες. Αυτές όμως ήσαν βασικά προσωπικοί δεσμοί, συχνά μεταβαλλόμενοι, χρήσιμοι στο να βοηθήσουν να εφαρμοστεί ένα συγκεκριμένο μέτρο ή κι ακόμα μια σειρά μέτρων, χωρίς όμως να διαθέτουν το είδος εκείνο στήριξης, εκείνο το αντέρεισμα ή θώρακα που εξασφαλίζει η γραφειοκρατία ή ένα πολιτικό κόμμα, αλλιώς ειπωμένο, ένα θεσμοποιημένο όργανο σαν τη ρωμαϊκή Γερουσία. Το βασικό στοιχείο είναι ότι δεν υπήρχε «κυβέρνηση» με τη σύγχρονη έννοια. Υπήρχαν θέσεις και αξιώματα αλλά κανένα δεν είχε την παραμικρή βαρύτητα στην Εκκλησία. Ένας πολίτης ήταν ηγέτης σε συνάρτηση αποκλειστικά με την προσωπική και στην κυριολεξία με την ανεπίσημη θέση που είχε μέσα στην ίδια αυτή την Εκκλησία. Η διαβεβαίωση για το αν είχε αυτή τη θέση γινόταν με την απλή διαπίστωση του κατά πόσο η Εκκλησία ψήφιζε ή όχι σύμφωνα με την επιθυμία του, άρα η διαπίστωση αυτή έπρεπε να γίνεται ειδικά για κάθε πρόταση.
 
Αυτές ήσαν οι συνθήκες με τις οποίες είχαν να κάνουν όλοι οι ηγέτες στην Αθήνα, κι όχι μόνο εκείνοι τους οποίους ο Θουκυδίδης και ο Πλάτων απέρριπταν ως «δημαγωγούς», ούτε μόνο εκείνοι που ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί αποκαλούν άστοχα «ριζοσπαστικούς δημοκράτες», αλλά όλοι εκείνοι, αριστοκράτες ή κοινοί πολίτες, αλτρουιστές ή ιδιοτελείς, ικανοί ή ανίκανοι, που σύμφωνα με την έκφραση του Τζορτζ Γκροτ «έστεκαν μπροστά κυρίαρχα για να συμβουλέψουν» τους Αθηναίους. Χωρίς αμφιβολία τα κίνητρα που παρακινούσαν τους πολίτες να σταθούν μπροστά ήσαν πολυποίκιλα. Αυτό όμως δεν παίζει εδώ κανένα ρόλο, γιατί όλοι τους χωρίς εξαίρεση, επέλεγαν να επιδιώξουν, και να εργαστούν δραστήρια και να διεκδικήσουν την ηγεσία, γνωρίζοντας με ακρίβεια το τι συνεπαγόταν αυτό, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων. Μέσα σε στενά όρια, όλοι τους ήσαν επίσης υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουν τις ίδιες μεθόδους. Η ρητορική του Κλέωνα μπορεί να ήταν άκομψη και θορυβώδης, πόσο σοβαρή μπορεί όμως να είναι η επισήμανση του Αριστοτέλη (Ἀθηναίων Πολιτεία 28.3) ότι αυτός «ήταν ο πρώτος πολίτης που κραύγαζε και επιτιμούσε»; Μήπως πρέπει άραγε να υποθέσουμε ότι ο Θουκυδίδης, ο γιος του Μηλεσία (και συγγενής του ιστορικού) και ο Νικίας, ψιθύριζαν όταν απευθύνονταν στην Εκκλησία αντιπαρατιθέμενοι αντίστοιχα στον Περικλή και τον Κλέωνα; Ή ότι ο Θουκυδίδης κουβαλούσε τους αριστοκράτες οπαδούς του στην Εκκλησία και τους έβαζε να κάθονται μαζί ώστε να γίνονται μία συμπαγής ομάδα υποστήριξης (claque)18;
 
Προφανώς αυτή είναι μία επιπόλαιη προσέγγιση. Όπως σημείωσε ο Αριστοτέλης (Ἀθηναίων Πολιτεία 28.1), ο θάνατος του Περικλή αποτελεί μία καμπή στην κοινωνική ιστορία της αθηναϊκής ηγεσίας. Ως τότε φαίνεται ότι τα μέλη της προέρχονταν από τις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες των γαιοκτημόνων, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ήσαν υπεύθυνοι για την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που ολοκλήρωσαν τη δημοκρατία. Μετά τον Περικλή ανέρχεται μία νέα τάξη ηγετών. Παρά τις συχνές κριτικές αναφορές στον Κλέωνα το βυρσοδέψη ή στον Κλεοφώντα το λυροποιό, οι άνδρες αυτοί δεν ήσαν στην πραγματικότητα φτωχοί, ούτε τεχνίτες ή εργάτες που το γύρισαν στην πολιτική, αλλά άνθρωποι με μέσα στη διάθεσή τους, οι οποίοι δεν διέφεραν από τους προκατόχους τους παρά μόνο ως προς την καταγωγή και την εξωτερική εμφάνιση, άνθρωποι που προκαλούσαν αποστροφή και εχθρότητα για τη φιλοδοξία τους να σπάσουν το παλαιό μονοπώλιο της ηγεσίας19. Όταν αναζητείται η εξήγηση συμπεριφορών αυτού του είδους μπορεί πάντα κανείς να στρέ­φεται προς τον Ξενοφώντα για να βρει μια απάντηση του χαμηλότερου δυνατού επιπέδου (χωρίς να είναι για το λόγο αυτό απαραίτητα και λανθασμένη). Ένας από τους πιο σημαντικούς μεταξύ των νέων ηγετών ήταν ένας άνδρας ονομαζόμενος Άνυτος, ο οποίος, όπως ο Κλέων πριν από αυτόν, αντλούσε τον πλούτο του από ένα βυρσοδεψείο δούλων. Ο Άνυτος είχε μια μακρά και ξεχωριστή σταδιοδρομία, ωστόσο ήταν επίσης ο κύριος πρωταγωνιστής στη δίωξη του Σωκράτη. Ποια είναι η εξήγηση του Ξενοφώντα; Απλώς, ότι ο Σωκράτης είχε επιτιμήσει δημόσια τον Άνυτο για το γεγονός ότι ανέθρεψε το γιο του για ν ’ ακολουθήσει το επάγγελμά του αντί να του παράσχει μιαν εκπαίδευση αληθινού κυρίου και ότι ο Άνυτος από αντεκδίκηση, για την προσωπική αυτή προσβολή, έσυρε το Σωκράτη στα δικαστήρια και τα κατάφερε να εκτελεστεί (’Απολογία 30-32).
 
Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να διαψεύσει το ότι υπάρχουν εξαιρετικά σοβαρά θέματα πίσω από την παχιά βιτρίνα της προκατάληψης και της κατάχρησης. Σε όλη τη διάρκεια του πέμπτου αιώνα υπήρχε το δίδυμο δημοκρατία (ή ολιγαρχία) και αυτοκρατορία, που έφτασε στο αποκορύφωμά του στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Η ήττα στον πόλεμο σήμαινε το τέλος της αυτοκρατορίας καθώς επίσης και της συζήτησης για το είδος κυβέρνησης που επρόκειτο να έχει η Αθήνα. Η ολιγαρχία έπαψε ν’ απασχολεί σοβαρά την πρακτική πολιτική. Μόνο η επιμονή των φιλοσόφων δημιουργεί μία σχετική ψευδαίσθηση. Συνέχισαν να επιχειρηματολογούν για θέματα του πέμπτου αιώνα στον τέταρτο αιώνα αλλά σ ’ ένα πολιτικό κενό. Μέχρι τα μέσα του τέταρτου αιώνα, τα τρέχοντα πολιτικά ζητήματα ήσαν ίσως λιγότερο δραματικά από πριν, αν και όχι αναγκαστικά λιγότερο ζωτικά για τους ενδιαφερόμενους: όπως το θέμα του ναυτικού, της οικονομίας, των εξωτερικών σχέσεων τόσο με την Περσία όσο και με τα άλλα ελληνικά κράτη και το αιώνιο πρόβλημα του εφοδιασμού σε σιτηρά. Τότε έγινε η τελική μεγάλη σύγκρουση με την ανερχόμενη μακεδονική δύναμη. Αυτή η συζήτηση συνεχίστηκε κάπου τρεις δεκαετίες και δεν έληξε παρά ένα χρόνο μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όταν ο μακεδονικός στρατός έβαλε ένα τέλος σ’ αυτή την ίδια τη δημοκρατία της Αθήνας.
 
Όλα αυτά ήσαν ερωτήματα σχετικά με τα οποία οι πολίτες μπορούσαν νόμιμα να διαφωνούν, και μάλιστα με πάθος. Τα επιχειρήματα για παράδειγμα του Πλάτωνα σχετικά με τα θέματα αυτά απαιτούν εμβάθυνση, στο μέτρο όμως μόνο που ο ίδιος αναφερόταν σ ’ αυτά. Η εισαγωγή στην πολεμική της κατηγορίας για δημαγωγία ανατρέχει στη νοοτροπία εκείνη που προσφεύγει στα απαράλλαχτα εκείνα απαράδεκτα διαδικαστικά κόλπα, για τα οποία καταδικάζονται οι λεγόμενοι δημαγωγοί. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο Θουκυδίδης είχε δίκιο όταν απέδιδε τη συνηγορία του Αλκιβιάδη υπέρ της εκστρατείας στη Σικελία στην προσωπική του εκκεντρικότητα και σε διάφορα ανέντιμα ιδιωτικά κίνητρα. Τι σχέση έχει αυτό με τις θετικές πλευρές αυτής καθεαυτής της πρότασης; Θα μπορούσε η εκστρατεία της Σικελίας να αποτελούσε, ως στρατιωτικό μέτρο, μία καλύτερα ιδέα αν ο Αλκιβιάδης αντιπροσώπευε μία χρυσή νεολαία; Η υποβολή της ερώτησης ισοδυναμεί με την απόρριψή της και μαζί με την απόρριψη και κάθε άλλου τέτοιου επιχειρήματος. Πρέπει να κανείς ν ’ απορρίπτει έτσι συνοπτικά τις αντιρρήσεις προς τη ρητορική: εξ ορισμού το να θέλεις να ηγηθείς της Αθήνας, συνεπάγεται την υποχρέωση να προσπαθήσεις να πείσεις την Αθήνα, ένα ουσιαστικό δε μέρος αυτής της προσπάθειας συνίστατο στη δημόσια ρητορεία.
 
Βέβαια, μπορεί κανείς να προβεί σε διακρίσεις. Θα όφειλα ν’ αποδεχθώ το χαρακτηρισμό «δημαγωγός» με την πιο αρνητική του έννοια, για παράδειγμα, αν μία προεκλογική εκστρατεία είχε βασιστεί σε υποσχέσεις που μία κλίκα ρητόρων ούτε προτίθετο ούτε μπορούσε να τηρήσει. Είναι όμως αρκετά ενδεικτικό ότι η κατηγορία αυτή σπάνια στρέφεται εναντίον των καλούμενων δημαγωγών, η μόνη δε αναμφισβήτητη περίπτωση που γνωρίζουμε σχετικά προέρχεται από το άλλο στρατόπεδο. Η ολιγαρχία του 411 π.Χ. επιβλήθηκε στους Αθηναίους με την αιτιολογία ότι ήταν ο μόνος τρόπος να εξασφαλιστεί η περσική υποστήριξη και επομένως να κερδηθεί ο διαφορετικά χαμένος πόλεμος. Και στην ευνοϊκότερη ακόμα περίπτωση, όπως σαφέστατα το δείχνει ο Θουκυδίδης (8.68-91), ο Πείσανδρος και ορισμένοι από τους συντρόφους του ίσως αρχικά να το εννοούσαν, αλλά πολύ γρήγορα εγκατέλειψαν κάθε φιλοδοξία να προσπαθήσουν να κερδίσουν τον πόλεμο, για να συγκεντρώσουν τις προσπάθειές τους στη διατήρηση της νέο κατακτημένης ολιγαρχίας σε μία όσο το δυνατό στενότερη βάση. Αυτό είναι που θα έπρεπε ν’ αποκαλέσουν «δημαγωγία» για ν ’ αξίζει η λέξη την αρνητική της σημασία. Αυτό αποτελεί «παραπλάνηση του λαού» στην κυριολεξία.
 
Τι γίνεται όμως τότε με το ενδιαφέρον ερώτημα της υποτιθέμενης σύγκρουσης μεταξύ των συμφερόντων του κράτους στο σύνολό του και των συμφερόντων μίας μερίδας ή ενός τμήματος του κράτους; Είναι κρίμα που δεν έχουμε καμιά άμεση μαρτυρία (ούτε και καμιά έμμεση κάποιας αξίας) σχετική με τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθηκε η μακρά αυτή συζήτηση μεταξύ του 508 π.Χ., όταν ο Κλεισθένης εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία στην πρωτόγονη μορφή της, και των τελευταίων ετών της κυριαρχίας του Περικλή. Στη διάρκεια των ετών αυτών ήταν που πιθανότατα τα ταξικά συμφέροντα θα εκτέθηκαν ανοιχτά και χωρίς περιστροφές. Πραγματικοί λόγοι σώζονται μόνο από το τέλος του πέμπτου αιώνα και μετά και αποκαλύπτουν αυτό που θα μπορούσε να μαντέψει κάθε πολίτης που δεν είχε τυφλωθεί από τον Πλάτωνα και τους άλλους, δηλαδή, ότι επρόκειτο συνήθως για εθνική και όχι για παραταξιακή έκκληση. Δεν υποθάλπεται ανοιχτά παρά σε πολύ μικρό βαθμό η εχθρότητα των φτωχών για τους πλούσιους, των γεωργών για την πόλη ή της πόλης για τους γεωργούς. Γιατί πράγματι θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο;
 
Την ίδια στιγμή ένας πολιτικός δεν μπορεί ν ’ αγνοεί τα ταξικά ή τοπικά συμφέροντα ή τις συγκρούσεις μεταξύ τους είτε πρόκειται για μια σημερινή εκλογική περιφέρεια είτε για την Εκκλησία της αρχαίας Αθήνας. Οι μαρτυρίες για την Αθήνα δείχνουν ότι σε πολλά θέματα - για παράδειγμα, η αυτοκρατορία και ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, ή οι σχέσεις με το Φίλιππο της Μακεδονίας - οι διαφωνίες γύρω από την ακολουθητέα πολιτική δεν υπαγορεύονταν απολύτως από ταξικά ή τοπικά συμφέροντα. Ωστόσο άλλα ζητήματα, όπως εκείνο της επέκτασης του λειτουργήματος του άρχοντος και άλλων αξιωμάτων σε πολίτες των μικρότερων περιουσιών ή εκείνο για την αμοιβή των μελών των δικαστηρίων ή, τον τέταρτο αιώνα, το ζήτημα της χρηματοδότησης του στόλου ή των θεωρικών ήσαν από τη φύση τους ταξικά θέματα. Οι εισηγητές και από τις δύο πλευρές το γνώριζαν αυτό και γνώριζαν ακόμα το πώς και πότε να κάνουν (ή να μην κάνουν) τις εκκλήσεις τους ώστε ν’ ανταποκρίνονται στα πράγματα, την ίδια στιγμή που ο καθένας απ ’ αυτούς ανέπτυσσε τα επιχειρήματά του και πίστευε ότι μόνο οι αντίστοιχες δικές του απόψεις θα προωθούσαν την Αθήνα ως σύνολο. Το να υποστηρίξει κανείς ενάντια στον Εφιάλτη και τον Περικλή ότι η ευνομία, το καλά οργανωμένο κράτος που διέπεται από το δίκαιο, αντιπροσωπεύει την υψηλότερη ηθική διεκδίκηση, δεν ήταν παρά μία καθαρή συνηγορία υπέρ του status quo «φέρουσα πορφυρούν μανδύα»20.
 
Στο μικρό του βιβλίο για το αθηναϊκό πολίτευμα, ο Αριστοτέλης έγραφε (27.3-4) τα εξής: «Ο Περικλής ήταν εκείνος που καθιερώνει αμοιβή για δικαστικά καθήκοντα, ως δημαγωγικό μέτρο για να καταπολεμήσει τον πλούτο του Κίμωνα. Ο τελευταίος αυ­τός διέθετε περιουσία ενός τυράννου... υποστήριξε πολλούς από τους συνδημότες του, που μπορούσαν ελεύθερα να πηγαίνουν κάθε μέρα και να παίρνουν απ ’ αυτόν τα αναγκαία προς το ζην. Άλλωστε κανένα από τα κτήματά του δεν ήταν κλειστό έτσι που όποιος ήθελε μπορούσε να πάρει απ’ αυτά τους καρπούς που χρειαζόταν. Η περιουσία του Περικλή δεν επέτρεπε τέτοιες απλοχεριές και με συμβουλή του Δαμονίδη... διένειμε στο λαό από τα δικά τους κι έτσι εισήγαγε την αμοιβή για τους ενόρκους ».
 
Ο ίδιος ο Αριστοτέλης, όπως το έδειξα πιο πάνω, εγκωμίαζε το καθεστώς του Περικλή και αρνιόταν την ευθύνη γι ’ αυτή την εξήγηση, ωστόσο άλλοι που την επανέλαβαν τόσο πριν όσο και μετά απ ’ αυτόν, είχαν τη γνώμη ότι επρόκειτο για μία εύγλωττη περίπτωση δημαγωγίας που υποθάλπει τις αδυναμίες των κοινών ανθρώπων. Η εύλογη ανταπάντηση είναι η ερώτηση κατά πόσο τα όσα έκανε ο Κίμων δεν αποτελούσαν εξίσου κάτι ανάλογο ή κατά πόσο η αντίθεση στην αμοιβή για δικαστικά καθήκοντα δεν αποτελούσε επίσης υπόθαλψη αυτού του είδους, αλλά στην προκειμένη περίπτωση προς την κατεύθυνση των ευκατάστατων πολιτών. Καμία χρήσιμη ανάλυση δεν είναι δυνατή με παρόμοιους όρους, γιατί αυτοί χρησιμεύουν αποκλειστικά για ν’ υποκρυφθούν οι πραγματικοί λόγοι διαφωνίας. Αν κάποιος αντιτίθεται στην απόλυτη δημοκρατία ως μορφή διακυβέρνησης, τότε είναι λάθος να ενθαρρύνεται η λαϊκή συμμετοχή στα δικαστήρια βάση αμοιβής. Είναι όμως λάθος επειδή ο στόχος είναι λανθασμένος, όχι επειδή ο Περικλής έγινε ηγετική μορφή, προτείνοντας και εφαρμόζοντας το μέτρο. Και αντίστροφα, αν κάποιος ευνοεί το δημοκρατικό σύστημα.
 
Αυτό που προκύπτει απ ’ όλα αυτά είναι μία πολύ απλή πρόταση, δηλαδή ότι οι δημαγωγοί — χρησιμοποιώ τη λέξη με μιά ουδέτερη σημασία - ήταν ένα δομικό στοιχείο στο αθηναϊκό πολιτικό σύστημα. Μ’ αυτό εννοώ πρώτον, ότι το σύστημα δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να λειτουργήσει χωρίς αυτούς· δεύτερον, ότι ο όρος εφαρμόζεται εξίσου σε όλους τους ηγέτες, ανεξάρτητα από τάξεις ή απόψεις· και τρίτον, ότι μέσα σ’ ένα ευρύ μάλλον πλαίσιο πρέπει αυτοί να κρίνονται ατομικά όχι από τους τρόπους ή τις μεθόδους τους αλλά από την επίδοσή τους. (Και μόλις που χρειάζεται να προσθέσω ότι έτσι ακριβώς κρίνον- τανστη ζωή, αν όχι στα βιβλία). Μέχρι ενός σημείου μπορεί κανείς εύκολα να παραλληλίσει τον Αθηναίο δημαγωγό με το σύγχρονο πολιτικό, πλην έρχεται όμως σύντομα η στιγμή όπου πρέπει να γίνουν διακρίσεις, όχι απλώς επειδή το έργο της κυβέρνησης έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό περιπλοκότερο αλλά για βασικότερους λόγους, συγκεκριμένα λόγω των διαφορών μεταξύ άμεσης και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Έχω ήδη διεξέλθει τις μαζικές συνεδριάσεις (με την αβέβαιη σύνθεσή τους), την απουσία γραφειοκρατίας και κομματικού συστήματος και το κλίμα συνεχούς ως εκ τούτου έντασης στο οποίο ζούσε και εργαζόταν ο Αθηναίος δημαγωγός. Υπάρχει όμως μία συνέπεια που χρειάζεται μια κάποια εξέταση, δεδομένου ότι αυτό το κλίμα αποτελεί ένα σημαντικό μέρος (αν όχι το σύνολο) της εξήγησης ενός φαινομενικά αρνητικού χαρακτηριστικού της αθηναϊκής πολιτικής και γενικότερα της ελληνικής πολιτικής. Ο Ντέιβιντ Χιούμ θέτει το ζήτημα ως εξής: «Το ν ’ αποκλείσει κανείς την διαμάχη από μιαν ελεύθερη κυβέρνηση, είναι πολύ δύσκολο, αν όχι εντελώς ανεφάρμοστο. Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή, τέτοιο άσβεστο μίσος μεταξύ παρατάξεων και τέτοιους αιμοσταγείς αφορισμούς βρίσκουμε μόνο μεταξύ θρησκευτικών κομμάτων. Στην αρχαία ιστορία, βλέπουμε πάντοτε ότι όταν επικρατούσε ένα κόμμα, οι ευγενείς ή ο λαός αδιάφορο (γιατί δεν μπορώ να δω καμιά διαφορά από την άποψη αυτή) επακολουθούσαν αμέσως σφαγιασμοί ... και εξορίες... Απουσία κάθε είδους διαδικασίας, νόμου, δίκης, συγνώμης... Οι άνθρωποι αυτοί λάτρευαν την ελευθερία, αλλά φαίνεται να μην την κατάλαβαν πολύ καλά»21.
 
Το αξιοθαύμαστο για την Αθήνα είναι το πόσο κόντεψε να γίνει η απόλυτη εξαίρεση σ’ αυτό που ορθά παρατήρησε ο Χιουμ, δηλαδή ελεύθερη, με άλλα λόγια να λυτρωθεί από τη στάση στην τελική έννοια του όρου. Η δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε το 508 π.Χ. μετά από έναν σύντομο εμφύλιο πόλεμο. Έκτοτε, στην ιστορία της των δύο σχεδόν αιώνων, η ένοπλη τρομοκρατία, ο σφαγιασμός χωρίς δίκη ή νόμο, χρησιμοποιήθηκαν μόνο σε δύο περιστάσεις, το 411 και το 404, και τις δύο φορές από ολιγαρχικές μερίδες που άρπαξαν την κρατική εξουσία για σύντομες περιόδους. Τη δεύτερη δε, ιδίως, φορά η δημοκρατική μερίδα, όταν επανάκτησε την εξουσία, υπήρξε τόσο γενναιόδωρη και νομοταγής στη μεταχείριση των ολιγαρχικών που ακόμα και ο Πλάτων τους απέδωσε φόρο τιμής. Γράφοντας για την παλινόρθωση του 403, υποτίθεται πως είπε ότι «κανείς δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται που ορισμένοι άνδρες πήραν άγρια προσωπική εκδίκηση κατά των εχθρών τους σ ’ αυτήν την επανάσταση, γενικά όμως το κόμμα που επανήλθε συμπεριφέρθηκε δίκαια»22. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο αιώνες ήσαν τελείως απαλλαγμένοι από ατομικές πράξεις αδικίας και ωμότητας. Ο Χιουμ - ομιλώντας γενικά για την Ελλάδα και όχι ειδικά για την Αθήνα - δεν έβλεπε «καμία διαφορά απ’ αυτή την άποψη» μεταξύ των παρατάξεων. Η εικόνα της Αθήνας, όπως αντανακλάται στον παραμορφωτικό καθρέφτη ανδρών όπως ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφών και ο Πλάτων δεν είναι ιδιαίτερα καθαρή. Η εικόνα αυτή μεγεθύνει τα σπάνια περιστατικά ακραίας δημοκρατικής αδιαλλαξίας - όπως η δίκη και η εκτέλεση των στρατηγών που νίκησαν στη ναυμαχία των Αργινουσών και τη δίκη και εκτέλεση του Σωκράτη - ενώ ελαχιστοποιεί και συχνά εξαλείφει καθ’ ολοκληρία, τη συμπεριφορά της άλλης πλευράς, για παράδειγμα, την πολιτική δολοφονία του Εφιάλτη, το 462 ή 461 και του Ανδροκλή το 411, οι οποίοι ήσαν στην εποχή τους οι λαϊκοί ηγέτες με τη μεγαλύτερη επιρροή.
 
Αν η Αθήνα απέφευγε σ’ ένα μεγάλο βαθμό τις ακραίες μορφές στάσεως, πράγμα τόσο συνηθισμένο αλλού, δεν μπορούσε ν ’ αποφύγει τις ηπιότερες εκδηλώσεις της. Η Αθηναϊκή πολιτική είχε έναν ακραίο χαρακτήρα. Ο αντικειμενικός σκοπός κάθε πλευράς δεν ήταν απλώς να καταβάλει την αντιπολίτευση αλλά να την συντρίψει, να την αποκεφαλίσει καταστρέφοντας τους ηγέτες της. Πολύ δε συχνά το παιγνίδι αυτό παιζόταν στο εσωτερικό κάθε πλευράς, καθώς ένας αριθμός ανδρών διεκδικούσε την ηγεσία. Η κατ’ εξοχήν τεχνική ήταν η πολιτική δίκη, τα δε κατ’ εξοχήν όργανα, οι λέσχες συμποσίων και οι συκοφάντες. Ακόμα κι αυτά, θα μπορούσα να πω ότι αποτελούσαν δομικά ένα μέρος του συστήματος, και όχι ένα τυχαίο ή αποφευκτέο απόβλητο. Ο οστρακισμός, η λεγάμενη γραφή παρανόμων και ο αυστηρός λαϊκός έλεγχος των αρχόντων, των στρατηγών και των άλλων αξιωματούχων είχαν σκοπίμως εισαχθεί ως ασφαλιστικοί μηχανισμοί, είτε ενάντια στην υπερβολική ατομική εξουσία (και ενδεχόμενη τυραννία), είτε ενάντια στη διαφθορά και την κακοήθεια ή την απερίσκεπτη σπουδή και το πάθος στην ίδια την Εκκλησία. Είναι γενικά και αφηρημένα αρκετά εύκολο να καταδειχθεί, οσοδήποτε αξιέπαινοι κι αν ήσαν ως προς τις προθέσεις τους, ότι οι μηχανισμοί αυτοί παρείχαν αναπόφευκτα έδαφος για καταχρήσεις. Το ενοχλητικό είναι ότι οι μηχανισμοί αυτοί ήσαν οι μόνοι διαθέσιμοι, κι αυτό για το λόγο και πάλι ότι η δημοκρατία ήταν άμεση, χωρίς κομματικούς μηχανισμούς και ούτω καθ’ εξής. Οι ηγέτες και οι επίδοξοι ηγέτες δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση παρά να κάνουν χρήση των μηχανισμών αυτών και να αναζητούν κι άλλους ακόμα τρόπους παρενόχλησης και συντριβής των ανταγωνιστών και αντιπάλων τους.
 
Όσο σκληρός κι αν ήταν χωρίς αμφιβολία ο απροκάλυπτος αυτός πόλεμος για τους ενεργούς πολίτες, και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις άδικος και φαύλος, δεν έπεται κι ότι αντιπροσώπευε ένα απόλυτο κακό για την κοινότητα ως σύνολο. Οι περιουσιακές ανισότητες, οι σοβαρές συγκρούσεις συμφερόντων και οι εύλογες διαφορές απόψεων ήταν πραγματικές και έντονες. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η σύγκρουση δεν είναι μόνο αναπόφευκτη αλλά και δημοκρατική αρετή, γιατί είναι σύγκρουση συνδυαζόμενη με συναίνεση, όχι μόνο συναίνεση, η οποία προφυλάσσει τη δημοκρατία από το να εκφυλιστεί σε ολιγαρχία. Στο θέμα του πολιτεύματος που δέσποζε τόσο κατά τον πέμπτο αιώνα, ήσαν οι υπερασπιστές της λαϊκής δημοκρατίας εκείνοι που θριάμβευσαν και το κατάφεραν επειδή ακριβώς αγωνίστηκαν γι ’ αυτό και μάλιστα σκληρά. Αποδύθηκαν σ’ έναν ενθουσιώδη αγώνα και ο γηραιός ολιγαρχικός διέγνωσε σωστά όταν απέδιδε σ’ αυτό ακριβώς την ισχύ της Αθήνας. Βέβαια, η διορατικότητά του, ή ίσως η τιμιότητά του, δεν ήταν αρκετή για να σημειώσει το γεγονός ότι στις μέρες του οι ηγέτες της δημοκρατίας ήσαν ακόμα άνθρωποι του πλούτου και συχνά αριστοκρατικής καταγωγής: όχι μόνο ο Περικλής, αλλά ο Κλέων και ο Κλεοφών και έπειτα ο Θρασύβουλος και ο Άνυτος. Οι δύο τελευταίοι οδήγησαν τη δημοκρατική παράταξη στην ανατροπή των Τριάκοντα Τυράννων το 403 και στην μεγαλόψυχη, μετά τη νίκη τους, αμνηστία. Ο ενθουσιώδης αγώνας δεν ήταν ένας καθαρός ταξικός αγώνας· βρήκε επίσης υποστήριξη από πλούσιους και ευγενείς. Ούτε και επρόκειτο για αγώνα χωρίς κανόνες ή αθέμιτο. Το δημοκρατικό αντισύνθημα στην ευνομία ήταν η ισονομία και όπως έχει πει ο Βλαστός, οι Αθηναίοι επιδίωκαν «το στόχο της πολιτικής ισότητας... όχι παραγνωρίζοντας αλλά ενισχύοντας την κυριαρχία του νόμου». Οι φτωχοί Αθηναίοι, σημειώνει, δεν ήγειραν ούτε μία φορά το μόνιμο ελληνικό αίτημα - τον αναδασμό - σε όλη τη διάρκεια του πέμπτου και τέταρτου αιώνα23.
 
Στη διάρκεια των δύο αυτών αιώνων η Αθήνα ήταν αποδεδειγμένα, με όλους τους δυνατούς τρόπους, το μεγαλύτερο ελληνικό κράτος, ένα κράτος με πανίσχυρο το αίσθημα της κοινότητας, με μία σκληρότητα και ανθεκτικότητα που μετριάζονταν, ακόμα και με δεδομένες τις αυτοκρατορικές της φιλοδοξίες, από έναν ανθρωπισμό κι ένα αίσθημα ισότητας και ευθύνης εντελώς ασυνήθιστα για την εποχή της (και για πολλές άλλες επίσης εποχές). Ο λόρδος Άκτον ήταν ένας από τους λίγους ιστορικούς που συνέλαβαν την ιστορική σημασία της αμνηστίας του 403. «Οι εχθρικές παρατάξεις», έγραφε, «συμφιλιώθηκαν και κήρυξαν αμνηστία, την πρώτη στην ιστορία»24. Την πρώτη στην ιστορία, παρ ’ όλες τις γνωστές αδυναμίες, παρά την ψυχολογία του όχλου, τους δούλους, την προσωπική φιλοδοξία πολλών ηγετών, την έλλειψη ανοχής της πλειοψηφίας έναντι της αντιπολίτευσης. Ούτε και ήταν αυτή [η αμνηστία] ο μόνος αθηναϊκός νεωτερισμός: το οικοδόμημα και ο μηχανισμός της δημοκρατίας ήταν εξολοκλήρου δική τους επινόηση, δεδομένου ότι αναζητούσαν ψηλαφητά να βρουν κάτι χωρίς προηγούμενο, μην έχοντας τίποτα άλλο για στήριγμα από την ίδια τους την ιδέα της ελευθερίας, την κοινωνική τους αλληλεγγύη, την προθυμότητά τους για έρευνα (ή τουλάχιστον να δεχθούν τις συνέπειες της έρευνας) και την ευρέως συμμεριζόμενη πολιτική τους εμπειρία.
 
Ένα μεγάλο μέρος της τιμής για το αθηναϊκό επίτευγμα οφείλεται στην πολιτική ηγεσία του κράτους. Πιστεύω ότι δεν χωρεί συζήτηση πάνω σ ’ αυτό. Ασφαλώς δεν θα διαφωνούσε μαζί μου σχετικά ο μέσος Αθηναίος. Παρ ’ όλη την ένταση και τις αβεβαιότητες, τις περιστασιακές αιφνίδιες αποφάσεις και τη χωρίς λόγο μεταβολή γνώμης, ο λαός υποστήριζε τον Περικλή για περισσότερο από δύο δεκαετίες, με τον ίδιο τρόπο που στήριξε αργότερα ένα πολύ διαφορετικό είδος ανθρώπου, το Δημοσθένη, κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες, έναν αιώνα αργότερα. Οι άνδρες αυτοί και άλλοι παρόμοιοι (λιγότερο γνωστοί τώρα) ήσαν ικανοί να φέρουν επιτυχώς σε πέρας ένα λίγο-πολύ σταθερό και επιτυχές πρόγραμμα για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Αποτελεί κανονική διαστροφή το ν’ αγνοεί κανείς αυτό το γεγονός ή το ν’ αγνοεί τη δομή της πολιτικής ζωής με την οποία η Αθήνα έγινε αυτό που ήταν, και ακολουθώντας τη γραμμή του Αριστοφάνη ή του Πλάτωνα να εξετάζει μόνο τις προσωπικότητες των πολιτικών, ή τους απατεώνες και τους αποτυχημένους από αυτούς, ή κάποιους ηθικούς κανόνες μίας ιδανικής ύπαρξης.
 
Τελικά η Αθήνα έχασε την ελευθερία και ανεξαρτησία της, καταβλήθηκε από μία ανώτερη εξωτερική δύναμη. Έπεσε μαχόμενη με μια επίγνωση, του τι διακυβευόταν, σαφέστερη από εκείνη που είχαν πολλοί κριτικοί σε μεταγενέστερες εποχές. Της τελικής αυτής μάχης ηγήθηκε ο Δημοσθένης, ένας δημαγωγός. Δεν μπορούμε να κάνουμε ταυτόχρονα και το ένα και το άλλο: να επαινούμε και να θαυμάζουμε το επίτευγμα δύο αιώνων και την ίδια στιγμή να απορρίπτουμε τους δημαγωγούς που ήσαν οι αρχιτέκτονες του πολιτικού πλαισίου και οι διαμορφωτές της πολιτικής, ή την Εκκλησία μέσα στην οποία και μέσω της οποίας επιτέλεσαν αυτοί το έργο τους.
----------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1.  A History of Grcece, νέα εκδ. (Λονδίνο 1862), τ. V, σ. 317, σημ. 3.
2.  Χρησιμοποιείται μόνο στο 4.21.3, και «δημαγωγία» στο 8.65.2.
3.   ’Αθηναίων Πολιτεία, 27-28· σύγκρ. Πολιτικά, 1274 α 3-10. Ο A.W. Gomme, A Historical Commentary on Thycydides (Οξφόρδη 1956), II, σ. 193, υπογραμμίζει ότι «ο Πλούταρχος διήρεσε την πολιτική σταδιοδρομία του Περικλή σε δυο μισά, το πρώτο όταν πράγματι χρησιμοποίησε δημαγωγικές τεχνικές για να κερδίσει την εξουσία, το δεύτερο όταν είχε κερδίσει την εξουσία και την χρησιμοποίησε με τον ευγενέστερο τρόπο».
4.  Ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί μόνο μια φορά «δημαγωγία» και «δημαγωγός» στους 'Ιππείς, στ. 191 και 217 αντίστοιχα. Εκτός αυτού στα σωζόμενα έργα του υπάρχει μόνο το ρήμα δημαγωγεῖν, το οποίο επίσης χρησιμοποιείται μια φορά (Βάτραχοι, 419).
5.  Το βιβλίο του A.W. Lintott, Violence, Civil Strife and Revolution in the Classical City (Λονδίνο 1982), δεν είναι ικανοποιητικό. Πρέπει κανείς ακόμα να ανατρέξει στην εναρκτήρια διάλεξη του D. Loenen, Stasis ( Άμστερνταμ 1953), ο οποίος είδε, αντίθετα από την επικρατούσα ά­ποψη μεταξύ των συγχρόνων συγγραφέων, ότι «η παρανομία ακριβώς δεν είναι το μόνιμο στοιχείο της στάσεως» (σ. 5).
6.  Δες R. Babrough, «Plato’s Political Analogies», στο Philosophy, Politics and Society, εκδ. Peter Laslett (Οξφόρδη 1956), σ. 98-115.
7.  Αναπτύσσεται πληρέστατα στον εκτεταμένο απολογισμό του (3.69-85) της στάσεως στην Κέρκυρα το 427 π.Χ.
8.  Πολιτικά, 1278 b-79b- 1293b-94b· σύγκρ. Πολύβιος, 6.3-9.
9.  Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1319 α 19-32· σύγκρ. Ξενοφών, 'Ελληνικά, 5.2.5. 7.
10.  Ψευδο-Ξενοφών, Ά&ηναίων Πολιτεία, 3.1.· δες A. Fuks, «The Old Oligar­ch», Scripta Hierosolymitana, 1 (1954), σ. 21-35.
11.  Athenian Democracy (Οξφόρδη 1957), κεφ. 3.
12.  E.A. Haveloc, The Liberal Temper in Greek Politics (Λονδίνο 1957), και η βιβλιοκρισία του από τον A. Momigliano στο Rivista storica italiana, 72 (1960), σ. 534-41.
13.  Aspects of the Ancient Work! (Οξφόρδη 1946), σ. 40-45.
14.  Για τη συμμετοχή στις συνελεύσεις της αθηναϊκής Εκκλησίας, δες τα δυο άρθρα του Μ.Η. Hansen, στο Greek, Roman and Byzantine Studies, 17 (1976), σ. 115-34 και 23 (1982), σ. 241-49, αναδημοσιευμένα με προσθήκες στο έργο του The Athenian Ecclesia (Κοπεγχάγη 1983), κεφ. 1—2.
15.  Δες Μ.Η. Hansen, «The Athenian Politicians, 403-322 B.C.», Greek, Roman
      and Byzantine Studies, (1983), σ. 33-55, και «Rhetores and Strategoi in Fourth-Century
      Athens», στο ίδιο, σ. 151-80.
16. Δες το πολύτιμο άρθρο του Ο. Reverdin, «Remarques sur la vie politique d Athenes au Vc siecle», Museum Helveticum 2 (1945), σ. 201-12· και γενικά το δικό μου Politics in the Ancient World (Κέμπριτζ 1983), ιδιαίτερα κεφ. 4.
17. Βιβλιοκρισία στο The Listener(2 Φεβρουάριου 1961), σ. 233.
18. Πλούταρχος, Περικλής, 11.2. Ενάντια τέτοιου είδους τακτικής η επανορθωμένη Δημοκρατία το 410 απαιτούσε από τα μέλη της Βουλής να ορκίζονται ότι θα επιλέγουν τη θέση τους με κλήρο: Φιλόχορος, 328 F 140.
19. Δες W.R. Connor, The New Politicians of Fifth-Century Athens (Πρίνσετον 1971), με βιβλιοκρισία του A. Campolo στο Archeologia Classica, 27 (1975), σ. 95-100.
20. «Η ευνομία... το ιδεώδες του παρελθόντος και του Σόλωνα ακόμα... τώρα σήμαινε το καλύτερο πολίτευμα, βασισμένο στην ανισότητα. Ήταν πλέ­ον το ιδεώδες της ολιγαρχίας»: Ehrenberg, Aspects, σ. 92.
21. «Of the Popylousness of Ancient Nations», Essays (εκδ. World’s Classics, Λονδίνο 1903), σ. 405-6. Σύγκρ. Jacob Burckhardt, Griechiche Kulturge- schichte (ανατύπωση Ντάρμσταντ 1956), II, σ. 80-81.
22.  ’Επιστολή 7, 325 Β· σύγκρ. Ξενοφών, 'Ελληνικά, 2.4.43· Αριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 40.
23. G. Vlastos, «Isonomia», American Journal of Philology, 74 (1953), σ. 337- 66. Σύγκρ. Jones, Democracy, a. 52: «Γενικά... οι δημοκράτες είχαν την τάση, όπως ο Αριστοτέλης, να θεωρούν τους νόμους σαν ένα κώδικα που καταγράφτηκε μια για πάντα από έναν σοφό νομοθέτη... οι οποίοι, ενώ κατ’ αρχήν ήταν αναλλοίωτοι, μπορούσαν ενδεχομένως να απαιτήσουν διευκρινήσεις και συμπληρώσεις». Η «εξουσία του νόμου» είναι ένα περίπλοκο θέμα αφεαυτό, δεν είναι όμως το θέμα αυτού του κεφαλαίου. Ούτε και η εκτίμηση ατομικών δημαγωγών.
24. «The History of Freedom in Antiquity», στο Essays on Freedom and Power, εκδ. G. Himmelfarb (Λονδίνο 1956), σ. 64.