Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Τι είναι τα κβάζαρ και γιατί είναι τα πιο λαμπρά αντικείμενα στον Κόσμο

Τα κβάζαρ στην πραγματικότητα είναι οι πυρήνες των ενεργών γαλαξιών, έχοντας έκταση ίση με το ένα εκατομμυριοστό της έκτασης του γαλαξία που τους φιλοξενεί. Είναι τεράστιες ‘κοσμικές μηχανές’ που αντλούν την ενέργεια τους από τον δίσκο συσσώρευσης του υλικού, που βρίσκεται γύρω από τη μαύρη τρύπα στο κέντρο του γαλαξία τους. Εκπέμπουν δε ενέργεια (ραδιοκύματα, φωτεινή ενέργεια, υπεριώδης ακτινοβολία, ακτίνες-Χ μέχρι και ακτίνες-γ) εκατομμύρια φορές αυτής που εκπέμπουν όλα τα άστρα ενός γαλαξία. Η δε ύλη που πέφτει μέσα στις μαύρες τρύπες είναι και ο κινητήριος μηχανισμός αυτής της ‘κοσμικής μηχανής’. Σήμερα υπάρχει συμφωνία μεταξύ των επιστημόνων ότι τα κβάζαρ είναι η συμπαγής άλως του υλικού που περιβάλλει την υπερβαρέα μαύρη τρύπα του ενεργού γαλαξία.

Οι δύο πίδακες με υλικό που εκτοξεύονται λόγω της διατήρησης της ορμής από τον δίσκο συσσώρευσης του κβάζαρ

Πιο αναλυτικά όταν οι γαλαξίες μόλις είχαν σχηματιστεί στις απαρχές του σύμπαντος, υπήρχε πολύ ‘αδέσποτο’ αέριο διαθέσιμο για να πέσει μέσα στις μαύρες τρύπες στο κέντρο των γαλαξιών, και οι μαύρες τρύπες έλαμπαν ως κβάζαρ. Μόλις οι γαλαξίες ‘γέρασαν’, το αέριο που ανεφοδίαζε τις τρύπες καταναλώθηκε και έτσι η λάμψη τους εξασθένισε και ‘έσβησε’.

Για να δημιουργηθεί μια φωτεινότητα των 1040 W (η τυπική φωτεινότητα ενός κβάζαρ), η υπερβαρέα μαύρη τρύπα πρέπει να καταναλώνει ύλη ισοδύναμη με 10 άστρα κάθε χρόνο. Τα πιο φωτεινά γνωστά κβάζαρ καταναλώνουν 1000 ηλιακές μάζες κάθε χρόνο ή μάζα ισοδύναμη με 600 γήινες μάζες την ώρα. Τα κβάζαρ ανάβουν ή σβήνουν ανάλογα με το υλικό του περιβάλλοντος τους, και επειδή τα κβάζαρ δεν μπορούν να συνεχίσουν να τροφοδοτούνται με υψηλούς ρυθμούς για 10 δισεκατομμύρια χρόνια, μόλις τελειώσει η συσσώρευση στο περιβάλλον της μαύρης τρύπας αερίου και σκόνης, το κβάζαρ γίνεται ένας κανονικός γαλαξίας.

Λόγω της μεγάλης λαμπρότητας τους είναι ορατά από μεγάλες αποστάσεις. Έχουν ανακαλυφθεί κβάζαρ με μετατόπιση προς το ερυθρό (redshift) z = 6.2. Ακόμα πιο εκπληκτικό από τη λαμπρότητα τους είναι το μικρό τους μέγεθος. Η ανάλυση δείχνει ότι πρέπει να έχουν μέγεθος παρόμοιο με του ηλιακού συστήματος. Έτσι, τα φωτεινότερα αντικείμενα στο σύμπαν είναι και τα μικρότερα.

Η μόνη θεωρία που έχει αποδειχθεί ικανή να εξηγήσει την καταπληκτική φωτεινότητα των κβάζαρ, λέει ότι εξαρτώνται από τις βαριές μαύρες τρύπες, στα κέντρα των γαλαξιών.

Πώς όμως μπορεί μια μαύρη τρύπα να ‘ακτινοβολεί’ τόσο πολύ;

Είναι από τα πιο παράδοξα φαινόμενα. Θεωρητικά μια μαύρη τρύπα είναι ανίκανη να ακτινοβολήσει, στην πραγματικότητα όμως τα κβάζαρ (η ευρύτερη περιοχή μιας μαύρης τρύπας όπως είπαμε) είναι τα φωτεινότερα γνωστά αντικείμενα στον Κόσμο.

Να θυμηθούμε ότι ο περιορισμός στην ακτινοβολία μιας μαύρης τρύπας, αναφέρεται μόνο στην ύλη που είναι μέσα στον ορίζοντα γεγονότων της μαύρης τρύπας και δεν μπορεί να ακτινοβολήσει. Όμως, η έντονη ακτινοβολία από τα κβάζαρ προέρχεται έξω από αυτήν την περιοχή.

Τα κβάζαρ ακτινοβολούν επειδή το αέριο που πέφτει στη μαύρη τρύπα πρέπει να μειώσει τη μεγάλη στροφορμή που έχει. Δεν είναι εύκολο να πέσει υλικό μέσα σε μια μαύρη τρύπα έχοντας μεγάλη στροφορμή. Ο ορίζοντας γεγονότων γύρω από τη μαύρη τρύπα είναι μικρός, και τα σωματίδια πέφτοντας πρέπει να κατευθύνονται ακριβώς στο κέντρο της. Διαφορετικά ταλαντεύονται γύρω από τον ορίζοντα σε μια τροχιά γύρω από αυτήν. Ένα ανάλογο παράδειγμα είναι το νερό που πέφτει σε ένα νεροχύτη. Το νερό αναπόφευκτα στροβιλίζεται γύρω από την τρύπα του νεροχύτη, και πρέπει να μειώσει τη στροφορμή του προτού να μπορέσει να πάει κάτω. Το αέριο που πέφτει μέσα στη μαύρη τρύπα, όπως το νερό, χάνει τη στροφορμή του με τον ίδιο τρόπο, σχηματίζοντας ένα στροβιλιζόμενο δίσκο του υλικού κοντά στον αγωγό – τον ορίζοντα γεγονότων στην περίπτωση μας.

Το υλικό κοντά στον ‘αγωγό’ περιστρέφεται γρηγορότερα και «τρίβεται» σε σχέση με το υλικό που βρίσκεται πιο μακριά και έτσι περιστρέφεται ολοένα πιο αργά. Η ταχύτητα του υλικού λόγω των τριβών μειώνεται, οπότε κινείται αργά σπειροειδώς προς το κέντρο. Τελικά, πέφτει μέσα στον ορίζοντα γεγονότων και χάνεται για πάντα. Στα κβάζαρ, τέτοιοι περιστρεφόμενοι δίσκοι από υλικό ονομάζονται δίσκοι συσσώρευσης ή προσαύξησης.

Προσέξτε τώρα. Στο στάδιο που τρίβονται μεταξύ τους τα σωματίδια – καθώς περιστρέφονται πολύ γρήγορα τα στρώματα του αερίου και της σκόνης – αποκτούν θερμοκρασίες τεράστιες, ακόμα και εκατομμύρια βαθμούς για αυτά που είναι πιο κοντά στην τρύπα. Το δε αέριο με την πυράκτωση αυτή εκπέμπει έντονη θερμική ακτινοβολία σε λευκό χρώμα. Στα πιο φωτεινά άρα και μεγάλα κβάζαρ, αυτός ο πυρακτωμένος δίσκος του αερίου μπορεί να εκτείνεται σε μια απόσταση 10.000 φορές μεγαλύτερη από την απόσταση της Γης από τον ήλιο, ή περίπου το 5% της απόστασης του ήλιου από το πιο κοντινό μας αστέρι. Φανταστείτε τώρα έναν πυρακτωμένο δίσκο πολύ πιο καυτό από την επιφάνεια ενός άστρου με τόση μεγάλη ακτίνα. Ο συνδυασμός της θερμικής ακτινοβολίας σε λευκό χρώμα συν το μεγάλο μέγεθος του δίσκου, κάνουν τα κβάζαρ τα πιο φωτεινά αντικείμενα στο σύμπαν.

Τελικά, η ενέργεια που ακτινοβολείται από τα κβάζαρ προέρχεται από τη σταδιακή μείωση της ταχύτητας του αερίου καθώς πέφτει στην τρύπα. Το μεγαλύτερο μέρος της της κινητικής ενέργειας γίνεται θερμότητα με τη βοήθεια του έργου των τριβών, και ακτινοβολείται έπειτα ως θερμική ακτινοβολία. Ένα συνηθισμένο κβάζαρ για να στηρίξει τη λαμπρότητα του πρέπει να καταπιεί περίπου 1 ηλιακή μάζα σε αέριο ετησίως, ενώ τα μεγαλύτερα ακόμα και 1000 ηλιακές μάζες.

Οι δίσκοι συσσώρευσης ακτινοβολούν το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς τους στο υπεριώδες, ενώ ένα μεγάλο μέρος της ακτινοβολίας είναι πιθανόν ακτινοβολία σύγχροτρον. Ο δίσκος ενός κβάζαρ λόγω του πάχους του συλλαμβάνει αρκετή από την υπεριώδη ακτινοβολία των κεντρικών του τμημάτων (κοντά στον ορίζοντα γεγονότων της μαύρης τρύπας) και την επανεκπέμπει στο υπέρυθρο.

Πολύ συχνά οι δίσκοι συσσώρευσης των κβάζαρ συνοδεύονται από δύο πίδακες, έναν σε κάθε πλευρά τους. Οι πίδακες αυτοί είναι μαγνητισμένα νέφη ηλεκτρονίων που κινούνται με σχετικιστικές ταχύτητες. Το σχήμα και η συμπεριφορά των πιδάκων διέπονται από τη διατήρηση της ορμής (σε αντιδιαστολή με τη διατήρηση της στροφορμής, που διέπει τους δίσκους συσσώρευσης). Ένας πίδακας εξακολουθεί να κινείται σε ευθεία γραμμή έως ότου επιβραδυνθεί μεταβιβάζοντος την ορμή του στα γύρω αέρια. Καθώς ο πίδακας επιβραδύνεται, μετατρέπει την κινητική του ενέργεια σε θερμότητα και ακτινοβολία, όπως ακριβώς και οι δίσκοι συσσώρευσης.

Η δράση των κβάζαρ έφτασε στο απόγειο της λίγα δισεκατομμύρια χρόνια μετά το Big Bang, γι αυτό τότε υπήρχαν χίλιες φορές περισσότερα κβάζαρ από αυτά που υπάρχουν σήμερα. Θεωρούμε, όπως προαναφέραμε, ότι η εξαφάνιση των κβάζαρ οφείλεται στο τέλος του ανεφοδιασμού τους με καύσιμα. Παλιότερα υπήρχε άφθονο αέριο, προτού να συμπυκνωθεί στα αστέρια. Τώρα το μεγαλύτερο μέρος αυτού του αερίου είναι ‘κλειδωμένο’ και δεν είναι πια διαθέσιμο για να πέσει στις κεντρικές μαύρες τρύπες.

Στο κέντρο του Γαλαξία μας υπάρχει μια υπερβαρέα μαύρη τρύπα με 1 εκατομμύριο ηλιακές μάζες, και σε απόσταση μόνο 30.000 έτη φωτός από τον ήλιο. Αλλά το αέριο που την τροφοδοτούσε τελείωσε και γι αυτό εκπέμπει μόνο μια εξασθενημένη ραδιοακτινοβολία, ένα ‘χλωμό’ φως από αυτό που πρέπει να ήταν πριν μερικά δισεκατομμύρια χρόνια.

Μαινάδα η Ένθεη Τρελή Γυναίκα

terrapapers.com_Mainade_Staatliche_AntikensammlungenΔιόνυσος, ο γιος του Δία και της Σεμέλης, Θεός της έμπνευσης, της φώτισης, της βαθύτερης ενόρασης, της ανθρώπινης συμπόνιας και κατανόησης, αξίες που θεμελιώθηκαν στο νου και την ψυχή μιας ολόκληρης φυλής, μέσα στο πέρασμα των αιώνων.

Θεός της αμπέλου και του ηλιακού οίνου, που προσφέρεται σε δείπνο μυστικό, σε τελετή γαμήλια, στον αποχαιρετισμό μιας ολόκληρης ζωής. Θεός που αμφισβητήθηκε για την ελληνική καταγωγή του, όπως αμφισβητήθηκε και ολάκερη η φυλή που τον λάτρεψε. Θεότητα ελληνική, παρούσα σε περιόδους πανάρχαιας ανιμιστικής λατρείας, παρούσα στην αρχαιότητα και εν δυνάμει παρούσα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Ο Διόνυσος, επίσης Διώνυσος, γιος του Θεού Δία, ανήκει στις ελάσσονες πλην όμως σημαντικές Θεότητες του αρχαιοελληνικού πανθέου, καθώς η λατρεία του επηρέασε σημαντικά τα θρησκευτικά δρώμενα της ελλαδικής επικράτειας. Παρόλο που δεν είναι Ολύμπιος Θεός και ο Όμηρος δείχνει να τον αγνοεί !! ήδη από τον 6ο π.κ.ε. αι. αναπαρίσταται μαζί με τους Ολυμπίους, αν και εμφανίζεται σχετικά απόμακρος. Ενίοτε απεικονίζεται να κάθεται δεξιά του πατρός του στα ολύμπια δώματα. Ο Διόνυσος ως μυθολογική οντότητα «δεν είναι μήτε παιδί ούτε άντρας, αλλά αιώνιος έφηβος, καταλαμβάνοντας μια θέση ανάμεσα στα δύο». Με αυτή τη μορφή, αντιπροσωπεύει «το πνεύμα της ενέργειας και της μεταμορφωτικής δύναμης του παιχνιδιού» γεμάτο πονηριά, εξαπάτηση και στρατηγικές που υποδεικνύουν είτε τη θεϊκή σοφία ή το αρχέτυπο του Κατεργάρη, παρόν σε όλες σχεδόν τις μυθολογίες του κόσμου.

Στην ελληνική μυθολογία, ο Διόνυσος γεννιέται από τον μηρό του πατέρα του, στη νήσο Ικαρία και παραδίδεται σε δώδεκα νύμφες ή υδάτινα πνεύματα, τις Υάδες, οι οποίες γίνονται τροφοί του Θεϊκού παιδιού. Αργότερα, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης την υπηρεσία τους, οι Υάδες εξυψώθηκαν στο ουράνιο στερέωμα όπου λάμπουν ως αστερισμός των Υάδων. Είναι Πυριγενής, και Λιμναίος, φέροντας εγγενώς την ποιότητα της «λίμνης ή του έλους». Ο Διόνυσος είναι επίσης Διθύραμβος, δηλαδή διγενής, γεννημένος πρώτα από τη φωτιά και κατόπιν από το νερό, ακολουθώντας την παράδοση ανάλογων αρχέγονων θεοτήτων. Ο Διόνυσος, επίσης, συνδέεται με τη γονιμότητα, μέσω του εκπληρωμένου έρωτα και το επίγραμμα του Ανακρέοντα στον θεό αρχίζει με τις λέξεις «Ω Κύριε, που σύντροφοί σου στο παιχνίδι είναι ο ισχυρός Έρως, οι μαυρομάτες νύμφες και η Αφροδίτη!»

Γιος του Δία και της Σεμέλης κόρης του Κάδμου, ο Διόνυσος διασώζεται από τις φλόγες που έζωσαν το παλάτι του πατέρα της -μετά από την εμφάνιση του Δία σε όλο του το μεγαλείο- χάρη στην παρέμβαση της Γης, που άφησε τον κισσό να τυλίξει τους κίονες του ανακτόρου και να διασώσει το Θείο Βρέφος. Ο Δίας τοποθέτησε το Βρέφος στον μηρό του εν αγνοία της Ήρας και το έβγαλε στο φως την κατάλληλη στιγμή, όταν ολοκληρώθηκε η κύησή του. Εξαιτίας του γεγονότος ότι γεννήθηκε ανάμεσα στα αστροπελέκια του Δία και την πυρκαγιά του ανακτόρου, ο Διόνυσος έφερε την επωνυμία πυριγενής και εξαιτίας του γεγονότος ότι συνέχισε την κύησή του στον μηρό του πατέρα του μηρορραφής, διμήτωρ και δισσότοκος.

Ο Θεός περιπλανάται στην Αίγυπτο και τη Συρία, τρελός από το μίσος της Ήρας. Θεραπεύεται από τη Ρέα στη Φρυγία. Η Ρέα, επίσης, είναι εκείνη που τον διδάσκει την τελετουργική λατρεία και ορίζει το ένδυμα του Θεού και των Μαινάδων ακολούθων του. Η ακολουθία του Θεού συμπληρώνεται με τους Σατύρους και τους Σειληνούς. Θεός εκπολιτιστής ο Διόνυσος συνέχισε την περιπλάνησή του, διδάσκοντας ανά τον κόσμο τις ιδιαίτερες τελετές του και την καλλιέργεια της αμπέλου. Αλλού έγινε δεκτός ως Θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης άνθρωπος, γεγονός που προκάλεσε σύμφωνα με τον μύθο και ανάλογες αντιδράσεις εκ μέρους του, ευνοώντας τους φίλους και τιμωρώντας τους εχθρούς, όπως φαίνεται στο παράδειγμα του Προίτου, βασιλέα της Τίρυνθας, των τριών θυγατέρων του βασιλέα Μινύα στον Ορχομενό ή τις κόρες του αττικού δήμου των Ελευθερών.

Στον Όμηρο ο Διόνυσος δεν είναι ακόμη Ολύμπιος, Στη ζωοφόρο του Παρθενώνα καταλαμβάνει μια θέση ανάμεσα στους καθισμένους Θεούς περίπου μεταξύ του Όμηρου και της εποχής του Φειδία. Ο Διόνυσος, όποια κι αν ήταν η φύση του, είναι ένας μετανάστης Θεός, που εισέρχεται στην Ελλάδα αργότερα από τους υπόλοιπους Ολύμπιους, από το Βορρά, από την Θράκη. Δεν έρχεται ασυνόδευτος, σαν καθώς πρέπει Θεός που σέβεται τον τίτλο του. Πάντα τον ακολουθεί η θορυβώδης συντροφιά του από τους Σάτυρους και τις Μαινάδες και αυτό επίσης τον ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους Θεούς.

Ο ίδιος ο Θεός των Θεών ο Δίας, ο Άρης, η Αθηνά, ο Ποσειδώνας δεν έχουν τέτοια ακολουθία. Αφού ο άνθρωπος φτιάχνει τους Θεούς του κατ’ εικόνα του, είναι χρήσιμο και διασκεδαστικό να εξετάσουμε την φύση και τις λειτουργίες του Διόνυσου και της φασαριόζικης ακολουθίας του. Κατ αρχάς οι Σάτυροι είναι, τι άλλο θα μπορούσαν να είναι, παρά οι Σάτρες. Αυτοί οι Σάτρες – Σάτυροι έχουν πολλά χαρακτηριστικά με τους περισσότερο μυθολογικούς Κένταυρους. Η μαρτυρία των μακεδονικών νομισμάτων είναι διδακτική. Αλλά εδώ σε αυτό το άρθρο θα επικεντρωθώ στις λιγότερο τερατόμορφες, από την συνοδεία του Θεού Διόνυσου, τις Μαινάδες, μα σε επόμενο θα δούμε τους έκλυτους Σάτυρους-Σειληνούς / Κενταύρους.

Είναι πολύ πιο ευχάριστη, η συντροφιά από τις γυναίκες ακόλουθες του Διόνυσου, τις Μαινάδες. Αυτές οι Μαινάδες είναι τόσο αληθινές όσο και οι Σάτυροι. Ουσιαστικά ακόμη περισσότερο, γιατί κανείς ποιητής ή ζωγράφος δεν επιχείρησε ποτέ να τους αποδώσει οπλές, αυτιά και ουρές αλόγου. Όμως, τόσο επίμονη είναι η απέχθεια για κοινότοπα γεγονότα, ώστε συνεχώς μας λένε ότι οι Μαινάδες είναι καθαρά μυθολογικά πλάσματα και ότι τα όργια των Μαινάδων ποτέ δεν εμφανίστηκαν ιστορικά στην Ελλάδα.

Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τις Μαινάδες ως το γυναικείο απλώς αντίστοιχο των Σάτυρων. Οι Σάτυροι, αντιπροσωπεύουν πρωτόγονους υπόδουλους λαούς, αλλά οι Μαινάδες δεν αντιπροσωπεύουν απλώς τις γυναίκες της ίδιας φυλής. Το όνομά τους δεν είναι παραφθορά κάποιου φυλετικού ονόματος. Αντιπροσωπεύει μια ψυχική και σωματική κατάσταση, είναι σχεδόν ένα λατρευτικό επίθετο. Μαινάδα σημαίνει «τρελή γυναίκα» και οι Μαινάδες είναι γυναίκες-λάτρεις του Διόνυσου οποιοσδήποτε φυλής, κατειλημμένες, μανιασμένες, ή, όπως θα έλεγαν οι αρχαίοι, εμπνευσμένες από το πνεύμα του (έν­θεες).

Μαινάδα είναι μόνο ένα, αν και ίσως το πιο συνηθισμένο, από τα πολλά ονόματα που απευθύνονται σε αυτές τις γυναίκες λάτρεις. Στη Μακεδονία μας λέει ο Πλούταρχος τις αποκαλούσαν Μιμαλλόνες και Κλώδωνες, στην Ελλάδα Βάκχες, Βασσαρίδες, Θυιάδες, Ποτνιάδες και τα παρόμοια. Μερικοί από τους τίτλους μετατράπηκαν σταδιακά σε κύρια ονόματα, άλλοι παρέμειναν συνειδητά επιθετικοί προσδιορισμοί. Κατά βάθος όλοι εκφράζουν την ίδια ιδέα, γυναίκες κατειλημμένες από το πνεύμα του Διόνυσου. Ο Πλούταρχος στη χαριτωμένη πραγματεία του για τη «Δεισιδαιμονία» μας λέει πως όταν ο διθυραμβικός ποιητής Τιμόθεος έψελνε έναν ύμνο στην Άρτεμη, αποκαλούσε την κόρη του Δία έτσι: «Μαινάδα, Θυιάδα, Φοιβάδα, Λυσσάδα» Μπορούμε να αποδώσουμε τους τίτλους ως Τρελή, Ορμητική, Ένθεη, Λυσσασμένη. Ο λυρικός ποιητής Κινεσίας, του οποίου τα άσματα ήταν αναμφίβολα διατυπωμένα σε λιγότερο οργιαστική γλώσσα, σηκώθηκε και είπε: «Εύχομαι να είχες μια τέτοια κόρη.»

Η ιστορία μας διδάσκει δυο πράγματα. Αρχικά δείχνει ότι οι όροι Μαινάδα και Θυιάδα χρησιμοποιούνταν στην εποχή του Τιμόθεου ως επίθετα, δεν είχαν ακόμη αποκρυσταλλωθεί σε κύρια ονόματα και δεν αφορούσαν μόνο τις λάτρεις του Διόνυσου, αλλά οποιαδήποτε οργιαστική Θεότητα. Επιπλέον, το απόσπασμα καταμαρτυρεί σαφώς ότι οι μορφωμένοι άνθρωποι, προς το τέλος του πέμπτου αιώνα π.κ.ε. είχαν αρχίσει να θέτουν υπό συζήτηση τις διαμορφωμένες θεολογικές αντιλήψεις. Ωστόσο οι λατρευτικές τελετές και τα ακόμη περισσότερο λατρευτικά επίθετα απείχαν πολύ από την άποψη των μορφωμένων. Ευτυχώς μπορούμε να αποδείξουμε ότι, σίγουρα το επίθετο Θυιάδα, και πιθανώς τα επίθετα Φοιβάδα και Μαινάδα, αφορούσαν όντως υπαρκτά ιστορικά γυναικεία πρόσωπα. Το επίθετο Λυσσάδα, που σημαίνει «λυσσασμένη», δεν ήταν απίθανο να υπερισχύσει στην ποίηση. Ο χορός στις Βάκχες αυτοαποκαλείται «γοργά κυνηγόσκυλα της Λύσσας», αλλά ο τίτλος προφανώς δε θα είχε απήχηση στις σεβάσμιες δέσποινες.

1 Μαινάδα φέρουσα θύρσο. Θραύσμα αττικού ερυθρόμορφου αγγείου,
περ. 480 π.κ.ε. Μουσείο του Λούβρου.


Οι Θυιάδες
Στους Δελφούς μαθαίνουμε τα περισσότερα για τη φύση και τη λατρεία τους, στους Δελφούς όπου ψηλά στον Παρνασσό, ο Διόνυσος τελούσε τα όργια του. Αυτό δε μπορεί να το αρνηθεί ούτε ο Αισχύλος, αν και υποστηρίζει τον Απόλλωνα. Για τούτο βάζει την ιέρεια στην τελετουργική απαγγελία της των τυπικών δυνάμεων σχεδόν απρόθυμα να επιμαρτυρήσει:
«Και τις Νύμφες τις τιμώ
που κατοικούν εκεί όπου είναι το Κωρύκειο άντρο
το βαθύ, που το συχνάζουν τα πουλιά και μένουν οι θεοί.
Ο Βρόμιος βασιλεύει εκεί -κι ούτε που το ξεχνώ
αφ’ ότου, θεός αυτός, οδήγησε σε πόλεμο τις Βάκχες
κι ύφανε θάνατο -λαγός σαν νάταν- του Πενθέα».

Ο Αισχύλος τείνοντας προς το μονοθεϊσμό, αποδεχόταν πρόθυμα μόνο τις δύο Θεότητες που ήταν ουσιαστικά μία, δηλαδή το Δία και «Διός προφήτης δ’ έστί Λοξίας πατρός» τον Πατέρα και το Γιο, αυτούς και το γένος των αρχαίων χθόνιων θεοτήτων των οποίων ήταν οι διάδοχοι. Όμως η θρησκευτική παράδοση γνώριζε έναν άλλον μετανάστη, το Διόνυσο και ο Αισχύλος δεν μπορεί να τον αγνοήσει εντελώς. Στα αετώματα του μεγάλου ναού παριστάνονταν ανάγλυφα, αναφέρει ο Παυσανίας, στο ένα άκρο ο Απόλλωνας, η Άρτεμις, η Λητώ και οι Μούσες, και στο άλλο άκρο η «δΰσις τε Ήλιου καί Διόνυσός τε καί αί γυναίκες Θυιάδες.» Το τελετουργικό έτος στους Δελφούς ήταν χωρισμένο μεταξύ του Απόλλωνα και του Διόνυσου.

Η αναπαράσταση στην εικόνα (3) από έναν κρατήρα στο Μουσείο Ερμιτάζ στην Αγ. Πετρούπολη είναι σύντομη επιτομή της θρησκευτικής ιστορίας των Δελφών, επισημαίνοντας τα τρία της επίπεδα. Σε πρώτο πλάνο είναι ο ομφαλός της Γαίας καλυμμένος με ταινίες: «Πρώτα στην προσευχή μου αυτή πιο πάνω απ’ όλους τους Θεούς βάζω τη Γαία, τη μάντισσα την πιο παλιά».

Τη Γαία, της οποίας οι διάδοχοι, η Θέμις και η Φοίβη, δεν είναι παρά μορφές δικές της. Ψηλότερα στην εικόνα είναι άλλες θεότητες υπερτιθέμενες αυτής της πρωτόγονης χθόνιας λατρείας. Ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος δίνουν τα χέρια, ενώ γύρω τους είναι μια συντροφιά Μαινάδων και Σάτυρων. Δεν είναι σίγουρο ποιος θεωρείται πρωτοαφιχθείς, αλλά μάλλον είναι ο Διόνυσος, καθώς το ιερό κατοικείται ήδη από τους λάτρεις του. Η αμφίεση του έχει κάτι από την ασιατική λαμπρότητα σε σύγκριση με την ελληνική απλότητα του Απόλλωνα. Ο καθένας φέρει τη χαρακτηριστική του ράβδο, ο Απόλλωνας ένα κλαδί δάφνης, ο Διόνυσος ένα θύρσο.

Στην παράσταση του αγγείου, που χρονολογείται γύρω στην αρχή του τέταρτου αιώνα π.κ.ε. όλα είναι ειρηνικά και αρμονικά και οι θεοί δίνουν τα χέρια. Το δελφικό ιερατείο από παλιά παρουσίαζε δεξιοτεχνία στη συγκάλυψη ανώμαλων μεταβάσεων στην ιστορία της θεολογίας. Ο Απόλλωνας έπρεπε να παλέψει με το αρχαίο μαντικό ΕΡΠΕΤΟ της Γαίας και να το σκοτώσει πριν καταλάβει το χώρο και είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγμή υπήρξε διαμάχη ανάμεσα στους λάτρεις του Απόλλωνα και σε αυτούς του Διόνυσου. Ένα πέπλο λήθης κάλυψε αυτό το παρελθόν που δεν προσφερόταν για διαπαιδαγώγηση ή προπαγάνδα, άλλωστε το ίδιο έγινε αργότερα και με τους χριστιανούς.

Μια θρησκεία που κατακτά τους Δελφούς, ουσιαστικά κατακτά ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Πιθανότατα, τόσο στους Δελφούς όσο και στην Αθήνα, επιτελέστηκε το έργο της αναμόρφωσης, τροποποίησης, προσαρμογής της τραχιάς θρακικής λατρείας, μια διαδικασία αναγκαία για την ευνοϊκή εισαγωγή της νέας λατρείας στην πολιτισμένη Ελλάδα. Αν λοιπόν μπορούμε να βεβαιώσουμε την ιστορική ύπαρξη των Θυιάδων στους Δελφούς, δε χρειάζεται να αμφιβάλλουμε για την ύπαρξη αυτών, ή των αντίστοιχών τους, στη λατρεία του Διόνυσου σε άλλες περιοχές. Ο Παυσανίας, όταν ήταν στον Πανοπέα, προβληματίστηκε γιατί ο Όμηρος ονόμαζε τον τόπο «καλλίχορον».

Αναφέρει ότι του το εξήγησαν οι γυναίκες που οι Αθηναίοι ονομάζουν Θυιάδες. Προσθέτει, προς αποφυγή παρεξήγησης, ότι «αυτές οι Θυιάδες είναι γυναίκες από την Αττική που πηγαίνουν κάθε δεύτερο χρόνο μαζί με τις γυναίκες από τους Δελφούς στον Παρνασσό και εκεί τελούν όργια προς τιμή του Διόνυσου. Καθ’ οδόν σταματούν να χορέψουν στον Πανοπέα, εξ ου και το επίθετο που του αποδίδει ο Όμηρος.» Βέβαια αυτός ο όμιλος ιερών γυναικών, αυτές οι Θυιάδες, είχαν και την επώνυμο πρόγονό τους, τη Θυία.

Ο Παυσανίας, αναφερόμενος στην προέλευση των Δελφών, λέει πως «Μερικοί πιστεύουν ότι υπήρχε ένας αυτόχθων άντρας ονόματι Καστάλιος και τον θέλουν να έχει για θυγατέρα του τη Θυία, η Θυία ήταν η πρώτη ιέρεια του Διόνυσου και τελούσε όργια για το Θεό και λένε ότι μετά από εκείνη όσες καταλαμβάνονται από μανία προς τιμή του Διόνυσου αποκαλούνται Θυιάδες» (όσαι τώ Διονὐσω μαίνονται Θυιάδόας καλεϊσθαί φασιν ύπό άνθρώπων.) Αν «όσες καταλαμβάνονται από μανία προς τιμή του Διόνυσου» δεν είναι ουσιαστικά Μαινάδες, τότε τι άλλο μπορεί να είναι; Είναι ευτύχημα που ο Παυσανίας είδε και μίλησε για αυτές τις γυναίκες, γιατί διαφορετικά οι δηλώσεις του ότι μαίνονται στις ψηλότερες κορυφές του Παρνασσού προς τιμή του Διόνυσου και του Απόλλωνα θα θεωρούνταν απλώς μυθολογικές ιστορίες.

Ο Πλούταρχος ήταν ιερέας στη πατρίδα του τη Χαιρώνεια και βαθιά εξοικειωμένος με τις τελετουργίες των Δελφών. Μία καλή του φίλη, η Κλέα, ήταν «αρχηγός» των Θυιάδων στους Δελφούς. Τις αναφέρει πάνω από μια φορά. Γράφοντας στο Φαβωρίνο «περί της Πρώτης Αρχής για το Ψύχος» διατείνεται ότι το ψύχος έχει τις δικές του ιδιαίτερες ιδιότητες, πυκνότητα, σταθερότητα, ακαμψία, και δίνει ως παράδειγμα το ψύχος της νύχτας έξω στον Παρνασσό.

«Έχεις ακούσει ο ίδιος στους Δελφούς πώς οι άνθρωποι, που ανέβηκαν στον Παρνασσό για να βοηθήσουν τις Θυιάδες, έπεσαν σε μια βίαιη χιονοθύελλα και τα παλτά τους πάγωσαν και έγιναν σαν ξύλα, ώστε, όταν τα τέντωσαν, θρυμματίστηκαν και κόπηκαν σε κομμάτια.» Τα θρυμματισμένα πανωφόρια μοιάζουν απόκρυφα, αλλά οι Θυιάδες που βρίσκονταν έξω στο ψύχος είναι πολύ αληθινές. Δεν αντιμετωπίζεις μια ορεινή χιονοθύελλα για να συντρέξεις τα μυθολογικά «πνεύματα της άνοιξης»

Ίσως έμαθε από τη φίλη του την Κλέα ο Πλούταρχος την ευχάριστη ιστορία των Θυιάδων και των γυναικών της Φωκίδας, που καταγράφει στην πραγματεία του «Γυναικών Αρεταί» «Όταν οι τύραννοι της Φωκίδας είχαν καταλάβει τους Δελφούς και διεξήγαγαν εναντίον τους το γνωστό ως Ιερό Πόλεμο, οι ακόλουθες του Διόνυσου που ονομάζονταν Θυιάδες αλλόφρονες, περιφέρονταν μακριά από την περιοχή τους και χωρίς να το γνωρίζουν έφθασαν στην Άμφισσα. Όντας φοβερά εξουθενωμένες και χωρίς να έχουν βρει ακόμη τα λογικά τους, ξάπλωσαν στην αγορά για να κοιμηθούν εκεί όπου βρέθηκαν. [εικ. 12]

Τότε οι γυναίκες της Άμφισσας φοβήθηκαν μήπως, καθώς η πόλη τους ήταν σύμμαχος με τους Φωκείς και ο τόπος ήταν γεμάτος στρατιώτες των τυράννων, πάθουν κακό οι Θυιάδες. Άφησαν λοιπόν τα σπίτια τους και έτρεξαν στην αγορά. Σχημάτισαν έναν κύκλο σιωπής γύρω τους και στάθηκαν εκεί χωρίς να τις ενοχλούν καθώς κοιμούνταν. Όταν ξύπνησαν, τις περιποιήθηκαν ιδιαίτερα, τους έφεραν τροφή και τελικά πήραν άδεια από τους συζύγους τους να τις συνοδεύσουν με ασφάλεια στο δρόμο τους ως τα βουνά»

Αυτές οι Θυιάδες είναι το ιστορικό αντίστοιχο των Μαινάδων αμέτρητων αγγείων και ανάγλυφων, η ίδια μανία, η ίδια πλήρης εξουθένωση και ο καταγής ύπνος. Είναι οι ίδιες όπως στις Βάκχες του Ευριπίδη στις πλαγιές του Κιθαιρώνα: «Κοιμοΰνταν όλες με λυμένα απ’ τον κόπο τα κορμιά τους, σε τούφα ελάτου αρμόζοντας τις πλάτες, σε δρυόφυλλα άλλες χάμου το κεφάλι σεμνά-σεμνά ακουμπώντας»

Από το σεβασμό που έδειξαν οι γυναίκες της Άμφισσας καταλαβαίνουμε ότι, ενώ οι Θυιάδες ήταν αληθινές γυναίκες, ήταν ταυτόχρονα κάτι παραπάνω από αληθινές. Αυτό μας οδηγεί σε ένα άλλο λατρευτικό επίθετο που παραθέτει ο Τιμόθεος, «Φοιβάδα». Η Φοιβάδα είναι το γυναικείο αντίστοιχο του Φοίβου, επίθετο που έχουμε την τάση να το συσχετίζουμε αποκλειστικά με τον Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας, ονομαζόταν Φοίβος λόγω της αγνής και ακτινοβόλου ομορφιάς της νιότης. Το επίθετο αφορά περισσότερο την αγνότητα παρά την ακτινοβόλο ομορφιά- και αν αφορά την ομορφιά, τότε είναι η «ομορφιά της ιερότητας».

Ο Πλούταρχος αναφερόμενος στην επωνυμία του Απόλλωνα κάνει την ακόλουθη ενδιαφέρουσα δήλωση: «Οι παλαιοί, μου φαίνεται, ονομάζουν καθετί που είναι αγνό και καθαγιασμένο φοίβον, όπως ακόμη οι Θεσσαλοί -νομίζω- λένε ότι, όταν οι ιερείς τους ζουν σε απομόνωση κάποιες ορισμένες ημέρες, ζουν φοιβικά» Το νόημα σε αυτό το απόσπασμα, που κυριολεκτικά δεν μπορούμε να το μεταφράσουμε, είναι σαφές. Η ρίζα της λέξης Φοίβος σήμαινε «σε κατάσταση τελετουργικής αγνότητας, ιερός κατά μια τελετουργική έννοια» και ως τέτοιος είναι ένθεος και υπό την προστασία ενός Θεού, ενός ταμπού. Ο Απόλλωνας πιθανόν να πήρε την προσωνυμία Φοίβος από το παλιό τάγμα γυναικείων Θεοτήτων τις οποίες διαδέχτηκε. Ήταν τρίτος στη διαδοχή μετά τη Γαία και τη Θέμιδα. «Μια άλλη Τιτανίδα, κόρη της Γης, η Φοίβη, κάθισε (στο μαντικό θρόνο) και δώρο αυτή γενέθλιο του Φοίβου του το δίνει. Κι από τη Φοίβη πήρε το όνομά του αυτός»

Ο Απόλλωνας, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, δεν πήρε το γενέθλιο δώρο του χωρίς ουσιαστικές εκχωρήσεις. Όχι απλώς πήρε το όνομα της αρχαίας Φοίβης, κόρης της Γης, αλλά και αναγκάστηκε, μισογύνης όπως ήταν πάντα, να εκφωνεί τις μαντείες του μέσω του στόματος μιας μαινόμενης ιέρειας, μιας Φοιβάδας. Ο Ηρόδοτος στο απόσπασμα που έχουμε ήδη παραθέσει, ορθά παρατηρεί ότι στην απομακρυσμένη χώρα των Βησσών, όπως και στους Δελφούς, οι χρησμοί εκστομίζονταν από μια ιέρεια. Η Κασσάνδρα ήταν μια ακόμη από εκείνες τις γυναίκες-μάντεις της Γαίας. Προφήτευε στο βωμό-ομφαλό της Θύμβρης, ένα ιερό που πήρε ο Απόλλωνας όπως και τους Δελφούς. Η μανία της κατά του Απόλλωνα δεν είναι απλά η πικρία της προδομένης παρθένας. Είναι η οργή της μάντισσας της παλιάς τάξης που αμφισβητήθηκε, απογυμνώθηκε από τη νέα. Σπάζει τη ράβδο της, σχίζει τις ταινίες της και φωνάζει. «Καί νϋν ό μάντις μάντιν έκπράξας έμέ»

Η ιέρεια στους Δελφούς, αν και κατ’ ουσία μια Φοιβάδα, ονομαζόταν Πυθία, αλλά το επίσημο όνομα της ιέρειας Κασσάνδρας ήταν, όπως γνωρίζουμε, Φοιβάς «ή Φοιβάς ήν καλοΰσι Κασσάνδραν Φρύγες» και ο τίτλος, «η τελετουργικά αγνή», δίνει μια πικρή ειρωνεία στα λόγια που εκφράζουν τη ντροπή της Εκάβης. Η λέξη Φοιβάδες, δε χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τις Βάκχες, αν και η χρήση της στους Δελφούς οφείλεται στην επίδραση του Διόνυσου, στην οποία επίσης οφείλεται και το επίθετο Ποτνιάδες. Στις Βάκχες όταν ο αγγελιοφόρος επιστρέφει από τον Κιθαιρώνα, λέει στον Πενθέα: «Είδα τις μαινόμενες βάκχες, που σαν τρελές τα λευκά μέλη γοργά κίνησαν φεύγοντας από δω. Ήρθα, γιατί θέλω να πω σ’ εσένα και στην πόλη, βασιλιά, πως απίστευτα πράματα κάνουν και πιο πολύ από θαυμαστά»

Οι «μαινόμενες βάκχες» (βάκχας ποτνιάδας) βρίσκονται σε ιερατική κατάσταση ιερής μανίας, από όπου και οι θαυμαστές μαγνητικές δυνάμεις τους. Ο Φώτιος δίνει μια περίεργη απόχρωση στο ρήμα με το οποίο συνδέονται οι «Ποτνιάδες». Λέει ότι κανονικά χρησιμοποιείται για να εκφράσει μια κατάσταση όπου μια γυναίκα «έχει πάθει κάποιο κακό και ικετεύει μια Θεά» και «αν κάποιος χρησιμοποιούσε τη λέξη για άντρα, θα ήταν ανακριβής». Η φράση «κακόν τι πάσχη» μπορεί να σημαίνει μόνο ότι είχε καταληφθεί από τη Θεά (ένθεος ή κάτοχος) και μπορεί να είχε κατά νου τις Μαινάδες και τις παρόμοιες λάτρεις. Τη μανία μπορεί να την προκαλέσει η Μητέρα των Θεών ή ο Διόνυσος, ουσιαστικά κάθε οργιαστική Θεότητα.

Ίσως υπάρξει η αντίρρηση ότι οι Μαινάδες δεν είναι ίδιες με τις Θυιάδες ή τις Φοιβάδες. Η άποψή μου είναι ότι είναι. Η ουσιαστική βάση της αντίληψης είναι οι γυναίκες- λάτρεις του Θεού από αυτές δημιουργήθηκαν αργότερα οι μυθικές ακόλουθές του. Αυτή είναι η φυσική τάξη της μυθολογικής γέννησης. Ο Διόδωρος, όπως οι περισσότεροι σύγχρονοι μυθολόγοι, αντιστρέφει αυτή τη φυσική συνέχεια και η αντιστροφή αυτή είναι διδακτική.

Περιγράφοντας τη θριαμβευτική επιστροφή του Διόνυσου από τις Ινδίες λέει: «Και οι Βοιωτοί και οι άλλοι Έλληνες και οι Θράκες σε ανάμνηση τις Ινδικής αποστολής καθιέρωσαν τις διετείς θυσίες στο Διόνυσο και πίστευαν ότι σε αυτά τα διαστήματα ο Θεός εμφανίζεται (Επιφάνεια-Θεοφάνεια) στους θνητούς. Έτσι σε πολλές ελληνικές πόλεις κάθε δεύτερο χρόνο συναντιούνται βακχικοί όμιλοι γυναικών και συνηθίζεται οι παρθένες να μεταφέρουν θύρσους και να μαίνονται προς δόξα και τιμή του Θεού, και οι παντρεμένες να λατρεύουν το Θεό σε οργανωμένους θιάσους και να μαίνονται, και να γιορτάζουν με κάθε τρόπο την παρουσία του Διόνυσου κατ’ απομίμηση των Μαινάδων, οι οποίες λέγεται ότι συνόδευαν το Θεό.» Ο Διόδωρος είναι ένα έξοχο παράδειγμα λανθασμένης μυθοπλασίας. Η μυθολογία εφευρίσκει ένα λόγο για κάποιο γεγονός, δε βασίζει ένα γεγονός σε μια φαντασίωση.

Καθόλου δεν αρνούμαστε ότι οι Μαινάδες έγιναν μυθικές.
Όταν ο Σοφοκλής λέει: «και στο ιερό δάσος του Θεού με τους αμέτρητους καρπούς, που ούτε ο ήλιος ούτε ο άνεμος της θύελλας διαπερνά, εκεί ο Διόνυσος περιδιαβαίνει συνέχεια συνεπαρμένος από την ιερή του μανία και πίσω του ακολουθούν οι Θεές που τον ανέθρεψαν» δεν αναφέρεται σε αυτό τον κόσμο και οι νύμφες που τον ανατρέφουν είναι «Θεές» αλλά Θεές που, όπως πάντα, είναι κατ’ εικόνα του ανθρώπου που τις δημιούργησε.

Η δυσκολία και η ανακολουθία στις γνώμες όσον αφορά την ύπαρξη των Μαινάδων οφείλονται κυρίως σε παρανόηση λέξεων. Μαινάδα είναι κύριο όνομα, μια καθορισμένη και αποκρυσταλλωμένη προσωπικότητα το ίδιο και η Θυιάδα, αλλά στην αρχή δεν ήταν έτσι. Μαινάδα είναι η Μαινόμενη, Θυιάδα η Έξαλλη ή κάτι παρόμοιο, ούτως ή άλλως είναι επιθετικοί προσδιορισμοί. Μαινόμενη, Έξαλλη, Αγνή είναι απλώς τρόποι περιγραφής μιας ένθεης γυναίκας και ο Θεός είναι ο Διόνυσος.

Θυιάδα και Φοιβάδα διατηρήθηκαν ως λατρευτικά ονόματα, ενώ η Μαινάδα έτεινε να περάσει στη μυθολογία. Ίσως αυτό ήταν φυσικό. Όταν ένας λαός φτάνει σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού, υπάρχει η τάση να μη θεωρείται η τρέλα, εκτός από τους ποιητές και τους φιλοσόφους, ως θεϊκή, όπως στ’ αληθινά είναι, έτσι τείνουν να αποβάλλουν το επίθετο τρελός και η άχρωμη Θυιάδα γίνεται όλο και περισσότερο κύριο όνομα. Πάντως το Μαινάδα, ως όνομα αληθινής ιέρειας, δεν είχε χαθεί εντελώς.
Μια επιγραφή της εποχής του Αδριανού, που βρέθηκε στη Μαγνησία και τώρα είναι στο Τσινλί στην Κωνσταντινούπολη, παρέχει μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία. Αυτή η επιγραφή ιστορεί ένα μικρό θαύμα. Ένας πλάτανος καταστράφηκε από καταιγίδα και μέσα του βρέθηκε μια εικόνα του Διόνυσου. Αμέσως έστειλαν μάντεις στους Δελφούς για να ρωτήσουν τι πρέπει να γίνει. Η απάντηση ήταν αναμενόμενη. Οι Μαγνήσιοι είχαν παραλείψει να φτιάξουν «καλοχτισμένους ναούς» στο Διόνυσο και έπρεπε να επανορθώσουν. Για να γίνει αυτό σωστά έπρεπε να πάνε στη Θήβα και να πάρουν τρεις Μαινάδες από το γένος της Καδμείας Ινούς. Αυτές θα μάθαιναν στους Μαγνήσιους όργια και καλά έθιμα. Πήγαν στη Θήβα και έφεραν πίσω τρεις «Μαινάδες» των οποίων τα ονόματα δίνονται: Κοσκώ, Βαυβώ και Θεττάλη. Αυτές ήρθαν και ίδρυσαν τρεις θιάσους ή ιερούς ομίλους σε τρία σημεία της πόλης.

Βέβαια η επιγραφή είναι ύστερη οι Βαυβώ και Κοσκώ είναι πιθανόν ορφικές, αλλά το κύριο θέμα είναι σαφές: στην εποχή του Αδριανού τουλάχιστον τρεις υπαρκτές γυναίκες ενός συγκεκριμένου γένους ονομάζονταν «Μαινάδες».

Είναι τόσο προκατειλημμένος ο σύγχρονος μελετητής, από μια σειρά αντιλήψεων-πεποιθήσεων βασισμένων στην Αθήνα της εποχής του Περικλή, από ιδέες περί τάξεως, νόμου, λογικής και ορίων, που έχει την τάση να απορρίπτει ως «μυθολογήματα» οτιδήποτε δεν ταιριάζει στη στερεότυπη και εμφυτευμένη αυτή πεποίθηση. Οι άντρες και οι αδελφοί των γυναικών στις ιστορικές εποχές, μας λένε, δε θα άφηναν τις γυναίκες τους να μαίνονται στα βουνά, είναι αδιανόητο σε σχέση με την αυστηρή ανατολίτικη απομόνωση των γυναικών της εποχής του Περικλή.

Ότι κάθε γυναίκα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να έχει την ελευθερία που είχε μια Μαινάδα είναι σίγουρα απίθανο, αλλά και μια Μαινάδα δεν ήταν η κάθε γυναίκα, επίσης πολλά μπορούν να ανεχτούν ακόμη και οι άντρες και οι αδελφοί, όταν επιβάλλονται από τη λατρευτική θεϊκή παράδοση. Οι άντρες, ακόμη και στη Μακεδονία, όπου τα ήθη ήταν σίγουρα τραχύτερα, δεν αρέσκονταν στην τέλεση των βακχικών οργίων. Ο Βάκχος είναι βέβαιο πως δεν ήρθε για να φέρει ειρήνη, όπως εξ άλλου ούτε και ο Χριστός. Ο Πλούταρχος συμπεραίνει ότι σε αυτά τα βακχικά όργια οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό η τεταμένη σχέση μεταξύ της μητέρας Ολυμπιάδας και του πατέρα Φιλλίπου του Μακεδόνα Αλέξανδρου.

Είχαν δει ένα φίδι να κείτεται στο πλευρό της Ολυμπιάδας και ο Φίλιππος φοβήθηκε ότι ήταν μάγισσα, ή, ακόμη χειρότερα, ότι το φίδι ήταν φορέας κάποιου Θεού. Από κείμενα (Σχόλια εις Λυκόφρων 1237 [E. Sheer], Λυκόφρων Αλεξάνδρα 1236-1239 [E. Sheer]) σχετικά με το θέμα συγκεντρώνουμε τις εξής πληροφορίες: Στη Βοιωτία υπάρχει όρος που ονομάζεται Λαφύστιον. Λατρεύεται ο Διόνυσος με το επίθετο Λαφύστιος ή Λαφυστίας. Στο όρος Κισσός της Μακεδονίας οι Μαινάδες ονομάζονται Λαφύστιες. Οι Λαφύστιες Μαινάδες κερατοφορούν μιμούμενες τον Διόνυσο πρόκειται μάλλον για κέρατα ταύρου, μια και ο Διόνυσος ενδύεται πολλές φορές τη μορφή του ταύρου. Οι Μαινάδες της Μακεδονίας παραδίδονται με τα εξής ονόματα: Λαφύστιες, Μιμαλλόνες, Κλώδωνες, Μακέται, Βασσάραι, Λυδαί.
Λαφύστιες < λαφύσσω = μετά ποιού ήχου, αναρροφώ, λάπτω, απλήστως καταπίνω, καταβροχθίζω, σπαράσσω, μεταφορ., επί του πυρός, καταναλίσκω, αφανίζω, κατακαίω, απλήστως εσθίω, τρώγω λαιμάργως. (Liddel – Scott, Μέγα Λεξικόν, λ. λαφύσσω). Λαφύστιος = λαίμαργος (Σούδα)
Μιμαλλών = «αι βάκχαι και βοηδρόμοι, ήτοι αι μετά βοής και εκπλήξεως, δια το κάτοχοι είναι, προϊούσαι δρόμωι» (Μέγα Ετυμολογικόν Λεξικόν = Λαμπροπούλου (1999, 658).
Κλώδωνες < κλώζω = κρώζω, εκβάλλω όμοιον ήχον εις σημείον αποδοκιμασίας, συρίττω (Liddel – Scott, Μέγα Λεξικόν, λ. Κλώζω).
Μακέται: «αι Μακέται, αι καλούμενοι Μιμαλλόνες και Βασσάραι και Λυδαί, κατακεχυμέναι τας τρίχας και εστεφανωμέναι τινες μεν όφεσιν, αι δε μίλακι και αμπέλωι και κισσώι κατείχον δε ταις χερσίν αι μεν εγχειρίδια, αι δε όφεις» (Λαμπροπούλου 1999, 659).
Βασσάραι = χιτών των εν Θράκηι βακχών, πιθανώς πεποιημένος εκ δέρματος αλώπεκος. Βασσαρικός = βακχικός (Liddel – Scott, Μέγα Λεξικόν, λ. βασσάρα. Πρβλ. το δράμα του Αισχύλου
Βασσάραι ή Βασσαρίδες, όπου οι γυναικείοι χοροί ταυτίζονται με τις Μαινάδες που σπαράζουν τον Ορφέα.
ἕτερος δὲ περὶ τούτων ἐστὶ λόγος͵ ὡς πᾶσαι μὲν αἱ τῇδε γυναῖκες ἔνοχοι τοῖς Ὀρφικοῖς οὖσαι καὶ τοῖς περὶ τὸν Διόνυσον ὀργιασμοῖς ἐκ τοῦ πάνυ παλαιοῦ͵ Κλώδωνές τε καὶ Μιμαλλόνες ἐπωνυ μίαν ἔχουσαι͵ πολλὰ ταῖς Ἠδωνίσι καὶ ταῖς περὶ τὸν 2.8 Αἷμον Θρῄσσαις ὅμοια δρῶσιν· ἀφ΄ ὧν δοκεῖ καὶ τὸ θρησκεύειν ὄνομα ταῖς κατακόροις γενέσθαι καὶ περιέργοις 2.9 ἱερουργίαις· ἡ δ΄ Ὀλυμπιὰς μᾶλλον ἑτέρων ζηλώσασα τὰς κατοχάς͵ καὶ τοὺς ἐνθουσιασμοὺς ἐξάγουσα βαρβαρικώ τερον͵ ὄφεις μεγάλους χειροήθεις ἐφείλκετο τοῖς θιάσοις͵ οἳ πολλάκις ἐκ τοῦ κιττοῦ καὶ τῶν μυστικῶν λίκνων παραναδυόμενοι καὶ περιελιττόμενοι τοῖς θύρσοις τῶν γυναικῶν καὶ τοῖς στεφάνοις͵ ἐξέπληττον τοὺς ἄνδρας. (Πλουτ. Αλέξ. 2.7.1-2.9.6)

[Απόδοση]
«Άλλη παράδοση σχετική με αυτά λέει πως όλες οι γυναίκες αυτές της περιοχής που ενέχονται στα ορφικά και στα διονυσιακά όργια από πολύ παλιά και έχουν την επωνυμία Κλώδωνες και Μιμαλλόνες, κάνουν πολλά πράγματα όμοια με τις Ηδωνίδες γυναίκες και τις Θρακιώτισσες που ζουν στην περιοχή του Αίμου, φαίνεται ότι απ’ αυτές και η θρησκευτική λατρεία έγινε συνώνυμο των οργιαστικών και αλλόκοτων τελετουργιών, η Ολυμπιάδα, λοιπόν, δείχνοντας ζήλο μεγαλύτερο από άλλους για την καταληψία και εξωθώντας την έκσταση σε πιο βαρβαρικούς τρόπους, έφερε στους βακχικούς θιάσους μεγάλα φίδια εξημερωμένα, τα οποία πολλές φορές έβγαιναν από τον κισσό και από τα κρυμμένα κάνιστρα, και καθώς τυλίγονταν γύρω από τις ράβδους των γυναικών και τα στεφάνια, τρόμαζαν τους άνδρες»

Πάντως, όσο και αν αντιπαθούσαν οι Μακεδόνες αυτά τα όργια, ήταν σαφώς πολύ φοβισμένοι για να τα σταματήσουν. Οι γυναίκες ήταν κατειλημμένες, μαγικές και επικίνδυνες για να τις καθοδηγήσεις. Σκηνές σαν αυτές που περιέγραψε ο Πλούταρχος, που όντως συνέβαιναν στη Μακεδονία, αναπαριστάνονται σε πλήθος αγγεία.

2 Μαινάδα που χορεύει. Ελληνικό αγαλματίδιο του 3ου αιώνα π.κ.ε. από τον Τάραντα.


Διονυσιακή λατρεία στην Μακεδονία
Η Μακεδονία δεν είναι Αθήνα, αλλά οι μεταρρυθμίσεις του Επιμενίδη, μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε, ότι και οι Αθηναίοι αδελφοί και σύζυγοι είχαν και εκείνοι τα προβλήματα τους. Ξανά ο Πλούταρχος είναι ο πληροφοριοδότης μας. Η Αθήνα κατακλυζόταν από δεισιδαιμονίες, φόβους και περίεργα φαινόμενα. Κάλεσαν από την Κρήτη τον Επιμενίδη, άντρα αγαπητό στους θεούς και ικανό στους τύπους της θρησκείας, κυρίως σε σχέση με ενθουσιαστικές και μυστικές τελετές. Έγινε φίλος με το Σόλωνα και η ουσία της θρησκευτικής του μεταρρύθμισης ήταν η εξής: «απλοποίησε τις λατρευτικές τους τελετές και έκανε ηπιότερες τις τελετουργίες του θρήνου, εισάγοντας κάποιες μορφές θυσίας στην ταφική σοβαρότητά τους και καταργώντας τα σκληρά και βαρβαρικά στοιχεία στα οποία είχαν εθιστεί οι γυναίκες. Αλλά το σοβαρότερο όλων ήταν ότι, με καθάρσεις και εξιλεώσεις και την εδραίωση λατρειών, καθαγίασε και καθοσίωσε την πόλη και την έκανε να υποβοηθά τη δικαιοσύνη και να τείνει περισσότερο προς την ενότητα»
 
Σίγουρα το απόσπασμα δεν είναι τόσο σαφές όσο θα θέλαμε, αλλά οι λέξεις που χρησιμοποιεί, «κατοργιάσας» και «καθοσιώσας», μαζί με το γεγονός ότι ο Επιμενίδης ήταν ειδικός στις εκστατικές τελετές ώστε του δόθηκε το όνομα νέος Κούρης (Κούρος), καθώς και η ιδιαίτερη προσοχή στις τελετές των γυναικών, αν και αναφέρονται σε σχέση με την ταφή, καθιστούν αρκετά σαφές ότι μερικές από τις βαρβαρικές υπερβολές σχετίζονταν με βακχικά όργια.
 
Αυτή η άποψη ισχυροποιείται όταν θυμηθούμε πως πολλές από τις μεταρρυθμίσεις του ίδιου του Σόλωνα στρέφονταν κατά των υπερβολών των γυναικών. «Καθόρισε», μας λέει ο Πλούταρχος, «τις εξόδους των γυναικών, τα μοιρολόγια τους και τις γιορτές τους, απαγορεύοντας δια νόμου κάθε υπερβολή και αναταραχή» Μεταξύ αυτών των πληκτικών κανονισμών έρχεται και ο χαρακτηριστικός σύγχρονος τόνος ότι δεν πρέπει να βγαίνουν τη νύχτα «παρά μέσα σε άμαξα και με φως εμπρός τους» Την νυχτερινή έξοδο ήταν που δεν μπορούσε να αντέξει ο Πενθέας. Όταν μαθαίνει για τις διονυσιακές τελετές, ρωτάει το Θεό: «Πενθέας: Και νΰχτα λειτουργάς, αλήθεια, ή μέρα; Διόνυσος: Πιο τη νύχτα. Αγιοσέβαστο το σκότος. Πενθέας: Κακή παγίδα αυτό για τις γυναίκες»
 
Οι Μαινάδες επομένως είναι οι αλλόφρονες, καθαγιασμένες γυναίκες, αφιερωμένες στην λατρεία του Θεού Διόνυσου. Αλλά είναι και κάτι ακόμη περισσότερο, φροντίζουν τον Θεό, μιας και εμπνέονται απ αυτόν. Όταν τις πρωτοσυναντάμε στον Όμηρο, είναι οι «τροφοί» (τίθηναι) του. Ένα από τα χαμένα έργα του Αισχύλου είχε τον τίτλο «Διονύσου Τροφός» και ο Σοφοκλής, που τόσο συχνά εμπνεόταν από τον Όμηρο βάζει τον χορό να λέει: «εκεί θα με πάει ο γλεντοκόπος Διόνυσος με τις νύμφες τις τροφούς τους»
 
Μαινάδες η θηλυκή συνοδεία του Θεού Διόνυσου Λικνίτη
Οι Μαινάδες διακρίνονται στην τέχνη, από τις άλλες γυναικείες μορφές. Στις αρχαίες ελληνικές αγγειογραφίες απεικονίζονται πολλές φορές να χορεύουν με Σειληνούς – Σατύρους, ή την ώρα που προσφέρουν θυσία στον Διόνυσο, ή κατά τη σκηνή της τιμωρίας του Πενθέα και του Ορφέα. Στην κλασική και μεταγενέστερη τέχνη, οι Μαινάδες απεικονίζονται επίσης μαζί με τη Θεά Αφροδίτη και τον κύκλο της, ή μαζί με την Ειρήνη και τις Μούσες. Από τις γλυπτές αναπαραστάσεις των Μαινάδων ξεχωρίζουν δύο αγάλματα Μαινάδων που χορεύουν. Το ένα από αυτά, που φυλάσσεται στη Δρέσδη, σχετίζεται με τον γλύπτη Σκόπα, ενώ το άλλο ανάγεται στην Ελληνιστική Εποχή.
Οι Μαινάδες φορούσαν στεφάνια από κισσό, σμίλακα και νεβρίδες, ελαφριά φορέματα από δέρμα νεβρού (= ελαφιού). Διέτρεχαν τα βουνά και μπορούσαν να συναναστρέφονται με τα άγρια ζώα, τα οποία έπαιρναν στα χέρια τους και τα θήλαζαν. Λάτρευαν τον Θεό με τραγούδια, με «μανικούς» χορούς και με κραυγές. Πάνω στον ενθουσιασμό τους μπορούσαν να ξεριζώσουν δέντρα και να σκοτώσουν δυνατά θηρία. Τόση ήταν η δύναμή τους, άλωλστε είναι γνωστό πως η ενεργοποίηση, η έκσταση δίνει υπεράνθρωπες δυνάμεις. Κυνηγούσαν ζώα κι έτρωγαν το κρέας τους ωμό. Ωστόσο, συνδέονται και με ειρηνικά έργα, όπως ο τρύγος και η οινοποιία, όπως αναπαριστώνται σε αγγειογραφίες.
 
Ορφικός ύμνος Διονύσου (θυμίαμα στύρακα)
«Τον Διόνυσον προσκαλώ, τον θορυβώδη πού φωνάζει ευά (επιφώνημα ενθουσιώδες), τον πρωτογενή, πού έχει δύο φύσεις, και εγεννήθη τρεις φορές, τον Βακχικόν βασιλέα, τον ζώντα εις τους αγρούς, τον ανέκφραστον. τον απόκρυφον, πού έχει δύο κέρατα και δύο μορφάς τον γεμάτο από κισσό, πού έχει πρόσωπο ταύρου, τον πολεμικόν τον βακχικόν. τον αγνόν. πού τρώγει ωμά κρέατα, τον τριετή, πού τρέφει τα σταφύλια και έχει για πέπλο βλαστάρια. Ω Ευβουλέα, πολυμήχανε, πού εγεννήθης στα απερίγραπτα κρεββάτια του Διός και της Περσεφόνης αθάνατε δαίμονα (θεέ) άκουσε, μακάριε, την φωνήν μου και σπεύσε με γλυκύτητα και με προσήνεια. έχων ευμενή διάθεσιν μαζί με τις καλλίζωνες συντρόφους σου (τις Μαινάδες και τις Βάκχες)»
 
«Κικλήσκω Διόνυσον ἐρίβρομον, εὐαστῆρα, πρωτόγονον, διφυῆ, τρίγονον, Βακχεῖον ἄνακτα, ἄγριον, ἄρρητον, κρύφιον, δικέρωτα, δίμορφον, κισσόβρυον, ταυρωπόν, Ἀρήιον, εὔιον, ἁγνόν, ὠμάδιον, τριετῆ, βοτρυηφόρον, ἐρνεσίπεπλον. Εὐβουλεῦ, πολύβουλε, Διὸς καὶ Περσεφονείης ἀρρήτοις λέκτροισι τεκνωθείς, ἄμβροτε δαῖμον· κλῦθι, μάκαρ, φωνῆς, ἡδὺς δ᾽ ἐπίπνευσον ἀμεμ[φ]ής εὐμενὲς ἦτορ ἔχων, σὺν ἐυζώνοισι τιθήναις.»
 
Στον Όμηρο, τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή μολονότι ο Διόνυσος έχει τις Θεϊκές τροφούς του, δεν είναι νήπιο. Αφού δεν είναι πια παιδί γλεντά μαζί τους ως συνομήλικος. Ευτυχώς ο Πλούταρχος μας έχει αφήσει μια μαρτυρία ανεπαρκή αλλά σημαντική, για την αληθινή τελετουργία των Θυιάδων κι από ‘κει μαθαίνουμε ό,τι λάτρευαν και πρόσεχαν όχι έναν ενήλικα θεό, αλλά ένα μωρό από την κούνια του.
 
Η λατρεία των γυναικών προς τον Διόνυσο Λικνίτη, το νήπιο στο λίκνο, αντανακλά ένα πρωτόγονο στάδιο κοινωνίας, μια εποχή κατά την οποία η κύρια συνειδητοποιημένη λειτουργία της γυναίκας ήταν η μητρότητα, (για την διαιώνιση του είδους) ενώ η περισσότερο πολιτισμένη αλλά λιγότερο στοιχειώδης λειτουργία της γυναίκας ως ύπαρξης, είχε ελάχιστα εξερευνηθεί. Ο Διόνυσος Λικνίτης ήταν ο γιός της Μητέρας του. Η λατρεία της Μητέρας και της Κόρης μας είναι γνωστή. Αντανακλά όχι τόσο τις σχέσεις μητέρας και κόρης, αλλά τα δύο στάδια στην ζωή μιας γυναίκας, της γυναίκας-κόρης και της γυναίκας-μητέρας. Η σχέση πατέρα και γιός, Δίας και Απόλλωνας αντανακλούν μια μετέπειτα εξέλιξη του πολιτισμού.
 
Έχει ενδιαφέρον πως οι Μαινάδες – Θυιάδες δεν λατρεύουν μονάχα τον Λικνίτη, το νήπιο στο Λίκνο, αλλά και την μητέρα που το γέννησε τη Σεμέλη, κι αυτό επίσης στους Δελφούς. Η σχέση του Διόνυσου με τον πατέρα του τον Δία είναι ουσιαστικά ασήμαντη και τεχνητή. Ο Διόνυσος είναι παιδί της Μητέρας του «παιδί της Σεμέλης» κι εδώ προκύπτει το ερώτημα, «Ποιά είναι η Σεμέλη;»
 
3 Η αναπαράσταση στην εικόνα επάνω, από έναν κρατήρα στο Μουσείο Ερμιτάζ στην Αγ. Πετρούπολη είναι σύντομη επιτομή της θρησκευτικής ιστορίας των Δελφών, επισημαίνοντας τα τρία της επίπεδα. Σε πρώτο πλάνο είναι ο ομφαλός της Γαίας καλυμμένος με ταινίες: «Πρώτα στην προσευχή μου αυτή πιο πάνω απ’ όλους τους θεούς βάζω τη Γαία, τη μάντισσα την πιο παλιά»


4 Η όμορφη μαινόμενη Μαινάδα κάτω από το κέντρο ενός κύλικα με λευκό φόντο από το Μόναχο είναι εξαίρετο παράδειγμα. Φορά το τυπικό ένδυμα Μαινάδας, τη νεβρίδα πάνω από τη συνηθισμένη ένδυση και φέρει το θύρσο, ουσιαστικά φέρει ολόκληρη την ενδυμασία (σκευή) του Διόνυσου. Όταν ο Πενθέας υποκρίνεται τη Βακχίδα, ακριβώς έτσι παρουσιάζεται, φορά το μακρύ πτυχωτό χιτώνα και από πάνω την ποικιλόχρωμη νεβρίδα, τα μαλλιά πέφτουν ελεύθερα και στα χέρια έχει το θύρσο. Για μίτρα στο κεφάλι της η Μαινάδα έχει δέσει ένα μεγάλο φίδι.


5 Στην εικόνα βλέπουμε μια άλλη Μαινάδα. Τη χαρακτηρίζουν μόνο τα δυο φίδια που κρατά στα χέρια της. Αν δε φορούσε το μακρύ πτυχωτό ένδυμά της, θα μπορούσε να ήταν και Ερινύα.
6. Τα φίδια που ξεπροβάλλουν από την ιερή κίστη αναπαριστάνονται στην ομάδα νομισμάτων που είναι γνωστά ως κιστοφόροι, δείγμα των οποίων βλέπουμε στην εικόνα. Αυτά τα νομίσματα, τα οποία έχουν ομοιόμορφο τύπο, σύμφωνα με τον Δρ. Ιμχούφ, προήλθαν από την Έφεσο λίγο πριν το 200 π.κ.ε. και εξαπλώθηκαν σε όλη την επικράτεια του Αττάλου του Πρώτου. Απεικονίζουν μια φάση της Διονυσιακής λατρείας στη Μικρά Ασία στενά συγγενική με εκείνη της Μακεδονίας.

7 Η Ολυμπιάδα με ένα τεράστιο ερπετό αγκαλιά στο κρεβάτι. Γνωρίζουμε τη μεγάλη σημασία της διονυσιακής λατρείας στη Μακεδονία, όπου ανακρατούνταν έντονα τα στοιχεία του Μαιναδισμού. Ποια όμως είναι η προέλευσή του; Είναι μια παράδοση που μεταφέρθηκε από βορρά προς νότο, με τη διέλευση του Διόνυσου από Θράκη και Μακεδονία και την κάθοδό του στη Θήβα; Ή, αντίστροφα, ήταν μια παράδοση που μεταφυτεύτηκε εκεί από μυκηναίους έποικους; Δεν αποκλείεται βέβαια να ταυτίστηκε και με επιχώριες πράξεις.

8 Ο μύθος του Διονύσου ενσάρκωσε την ελπίδα μιας ζωής πέρα για πέρα ευτυχισμένης από τους Ρωμαίους της εποχής. Αυτό το είδος της ρωμαϊκής σαρκοφάγου ήταν αποκλειστικά για τους πολύ πλούσιους Ρωμαίους.
terrapapers.com_ Maenads (8)

9. 10. 11 Μαινάδες στο Λούβρο
terrapapers.com_9 Menades_dansant_Louvre_Ma_ (1)
terrapapers.com_9 Menades_dansant_Louvre_Ma_A (3)
terrapapers.com_11Menades_dansant_Louvre_Ma_ A(2)

12. Οι γυναίκες της Άμφισσας προστατεύουν τις Μαινάδες, από τον Lawrence Alma-Tadema
The women of Amphissa, by Lawrence Alma-Tadema

13. Χαραγμένη απεικόνιση μιας Μαινάδας. Αρχαία ελληνικά έργα τέχνης, 3ος-2ος αι. π.κ.ε. Λούβρου, στο Παρίσι.
terrapapers.com_ Maenads ring

14. Έξαλλη Μαινάδα, που μεταφέρει έναν θυρσό και μια λεοπάρδαλη, με ένα φίδι τυλιγμένο πάνω από το κεφάλι της. Αρχαία Ελληνική Λευκή αττική κύλικα 490-480 π.κ.ε. Κρατική αρχαιολογική συλλογή Μονάχου, Γερμανία.
terrapapers.com_Mainade_Staatliche_Antikensammlungen

Μία άγνωστη αναφορά στην μυθική Ατλαντίδα από τον Θεόφραστο

Ένα απόσπασμα του Αιμιλιανού ο οποίος διέσωσε μία άγνωστη αναφορά στην μυθική Ατλαντίδα του Θεόφραστου * (σύγχρονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου). Πρόκειται περί ενός διαλόγου μεταξύ του Μίδα ( του Φρυγός) και του Σειληνού.

Η περιγραφή έχει ως εξής:
«Ο Θεόπομπος διηγείται μία συνομιλία του Μίδου του Φρυγός και του Σειληνού. Ο Σειληνός είναι τέκνο νύμφης, Θεού μεν αφανέστατος κατά την φύσιν ανθρώπου κρείτων, αφού ήτο και αθάνατος. Πολλά μεν άλλα μεταξύ αλλήλων διεξήχθησαν, αλλά τα ακόλουθα ήσαν τα σπουδαιότερα εξ όσων έλεγε ο Σειληνό, εν τη ανωτέρα του σοφία προς τον Μίδα:
Έλεγε λοιπόν πως η Ευρώπη, η Ασία, και η Αφρική είναι νήσοι εν παραβολή προς την Ήπειρον, την υπάρξασαν εις αρχαιότατους καιρούς, πέραν του γνωστού κόσμου. Τόσο απέραντον ήτο το μέγεθος αυτής. Η ήπειρος αυτή ήτο η τελευταία, η οποία έτρεφεν επ΄ αυτής ζώα γιγάντια, οι δε επ’ αυτής ζώντες άνθρωποι ήσαν διπλάσιοι κατά το μέγεθος των ανθρώπων της εποχής καθ’ ην η διήγησης έλαβε χώρα.
Ο δε χρόνος της ζωής των δεν ήτο όσον ζώμεν ημείς αλλά διπλάσιος. Και πολλά μεν ήσαν αι επ’ αυτής πόλεις και διάφοροι οι βίοι των ιδωτών, οι δε νόμοι των ήσαν αντίθετοι των ιδικών μας. Αι δε πόλεις των ήσαν πλουσιώτατοι, μία δε εκ των πόλεων εκείνων είχε πληθυσμόν ανώτερου του ενός εκατομμυρίου. Ο χρυσός και ο άργιλος ευρίσκοντο παρ’ αυτό εις μεγάλη ποσότητα.
Στην συνέχεια ο Αιλιανός διηγήται πως υπήρχε διαρκής πόλεμος κυρίως μεταξύ δύο πόλεων, εκ των οποίων η μία ονομάζετο Μάχιμος, η δε ετέρα Ευσεβής. Οι μεν λοιπόν Ευσεβείς διήγον εν ειρήνη και βαθύν πλούτον, έλάμβανον δε τους καρπούς εκ της γης άνευ αρότρων και βιών, διότι εις αυτούς άσπαρτα και ανήτροτα τα πάντα εφύοντο. Διετελούσι δε καθ’ όλον τον βίον υγιείς και άνοσο, πέθνησκον δε γελώντες και τερπόμενοι εξαιτερικώς.
Τόσον δε αναμφισβήτως ήσαν δίκαιοι, ώστε και οι Θεοί δεν ησθάνοντο την ανάγκη να επιφοιτώσι παρ’ αυτοίς. Οι δε κάτοικοι της Μαχίμου πόλεως και μαχιμώτατοι ήσαν και ένοπλοι, διαρκώς πολεμούντες και υποδουλούντες τους όμορους. Τοιουτοτρόπως η πόλις αυτή άρχει πάμπολλων εθνών. Αποθνήσκουσι δε σπανιότατα υπό νόσου, διότι οι πλείστοι υποκύπτουν κατά τους πολέμους.
Τοιαύτη δε ήτο η παρ’ αυτοίς αφθονία του χρυσού και του αργύρου, ώστε είχον μικρότεραν παρ’ αυτοίς αξίαν , ή όσο έχει παρ’ ημίν ο σίδηρος.
Επιχείρησαν δε κάποτε να διαβώσιν ούτοι εις τα ιδικά μας χώρας, και διαπλεύσαντες τον Ωκεανόν με απειράριθμα στρατεύματα, έφθασαν δε μέχρι των Υπερβορείων. Αντιληφθέντες όμως την αθλιότητα, εις την οποία ζώμεν, καταφρόνησαν να προχωρήσουν περαιτέρω. …»
-------------------
* Ο Θεόφραστος (372 π.Χ. – περ. 287/5 π.Χ.) ήταν φιλόσοφος της αρχαιότητας. Θεωρείται συνεχιστής του έργου του Αριστοτέλη τον οποίο και διαδέχτηκε στη διεύθυνση της Περιπατητικής σχολής.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΠΛΑΤΩΝ - Τίμαιος 24d6-25d6

Ο μύθος της Ατλαντίδας

Στον Τίμαιο, ένα από τα τελευταία έργα του Πλάτωνα, που άσκησε τεράστια επίδραση κατά τον Μεσαίωνα και μέχρι τους Νεότερους Χρόνους, εκτίθεται η πλατωνική κοσμολογία, η δημιουργία δηλαδή του κόσμου, του ανθρώπου και των άλλων ζωντανών οργανισμών από τον δημιουργό, τον θείο "τεχνίτη". Στον σύντομο διάλογο που υπάρχει στην αρχή τον έργου λαμβάνουν μέρος εκτός του Σωκράτη ο (άγνωστος από άλλες πηγές) Τίμαιος από τους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας, ο οποίος εκθέτει αργότερα στον λόγο τον την κοσμολογική θεωρία, ο συντηρητικός Αθηναίος πολιτικός Κριτίας και ο γνωστός από την εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία στρατηγός των Συρακοσίων Ερμοκράτης. Πριν από τον λόγο του Τίμαιου, ο Κριτίας αφηγείται τον περίφημο μύθο της Ατλαντίδας, όπως -υποτίθεται- τον είχε ακούσει ο Σόλων από Αιγύπτιους ιερείς, οι οποίοι πάλι τον γνώριζαν, επειδή ήταν καταγραμμένος στις ιερές γραφές τους. Πρόκειται για τον ίδιο μύθο που ο Πλάτων αφηγείται εκτενέστερα στον Κριτία. Τα εξιστορούμενα συμβάντα εκτυλίσσονται 9.000 χρόνια πριν από την εποχή του Σόλωνα, όταν μια άλλη, αρχέγονη Αθήνα, απέκρουσε την επίθεση του πανίσχυρου νησιού του Ατλαντικού, της Ατλαντίδας. Αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το αρχέγονο αυτό κράτος της Αθήνας έμοιαζε εμφανώς με την Αθήνα των Περσικών πολέμων και διέφερε εντελώς από τη σύγχρονη τον Πλάτωνα ναυτική Αθήνα, αντιλαμβάνεται εύκολα το πολιτικό περιεχόμενο του μύθου. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο Αιγύπτιος ιερέας, αφού έχει αφηγηθεί τα σχετικά με την αρχέγονη Αθήνα, περιγράφει την Ατλαντίδα, τη σύγκρουση των δύο δυνάμεων και την ολοκληρωτική εξαφάνισή τους.

Τίμαιος 24d6-25d6

[24d] «… πολλὰ μὲν οὖν ὑμῶν καὶ μεγάλα ἔργα τῆς πόλεως τῇδε γεγραμμένα θαυμάζεται, [24e] πάντων μὴν ἓν ὑπερέχει μεγέθει καὶ ἀρετῇ· λέγει γὰρ τὰ γεγραμμένα ὅσην ἡ πόλις ὑμῶν ἔπαυσέν ποτε δύναμιν ὕβρει πορευομένην ἅμα ἐπὶ πᾶσαν Εὐρώπην καὶ Ἀσίαν, ἔξωθεν ὁρμηθεῖσαν ἐκ τοῦ Ἀτλαντικοῦ πελάγους. τότε γὰρ πορεύσιμον ἦν τὸ ἐκεῖ πέλαγος· νῆσον γὰρ πρὸ τοῦ στόματος εἶχεν ὃ καλεῖτε, ὥς φατε, ὑμεῖς Ἡρακλέους στήλας, ἡ δὲ νῆσος ἅμα Λιβύης ἦν καὶ Ἀσίας μείζων, ἐξ ἧς ἐπιβατὸν ἐπὶ τὰς ἄλλας νήσους τοῖς τότε ἐγίγνετο πορευομένοις, [25a] ἐκ δὲ τῶν νήσων ἐπὶ τὴν καταντικρὺ πᾶσαν ἤπειρον τὴν περὶ τὸν ἀληθινὸν ἐκεῖνον πόντον. τάδε μὲν γάρ, ὅσα ἐντὸς τοῦ στόματος οὗ λέγομεν, φαίνεται λιμὴν στενόν τινα ἔχων εἴσπλουν· ἐκεῖνο δὲ πέλαγος ὄντως ἥ τε περιέχουσα αὐτὸ γῆ παντελῶς ἀληθῶς ὀρθότατ᾽ ἂν λέγοιτο ἤπειρος. ἐν δὲ δὴ τῇ Ἀτλαντίδι νήσῳ ταύτῃ μεγάλη συνέστη καὶ θαυμαστὴ δύναμις βασιλέων, κρατοῦσα μὲν ἁπάσης τῆς νήσου, πολλῶν δὲ ἄλλων νήσων καὶ μερῶν τῆς ἠπείρου· [25b] πρὸς δὲ τούτοις ἔτι τῶν ἐντὸς τῇδε Λιβύης μὲν ἦρχον μέχρι πρὸς Αἴγυπτον, τῆς δὲ Εὐρώπης μέχρι Τυρρηνίας. αὕτη δὴ πᾶσα συναθροισθεῖσα εἰς ἓν ἡ δύναμις τόν τε παρ᾽ ὑμῖν καὶ τὸν παρ᾽ ἡμῖν καὶ τὸν ἐντὸς τοῦ στόματος πάντα τόπον μιᾷ ποτὲ ἐπεχείρησεν ὁρμῇ δουλοῦσθαι. τότε οὖν ὑμῶν, ὦ Σόλων, τῆς πόλεως ἡ δύναμις εἰς ἅπαντας ἀνθρώπους διαφανὴς ἀρετῇ τε καὶ ῥώμῃ ἐγένετο· πάντων γὰρ προστᾶσα εὐψυχίᾳ καὶ τέχναις ὅσαι κατὰ πόλεμον, [25c] τὰ μὲν τῶν Ἑλλήνων ἡγουμένη, τὰ δ᾽ αὐτὴ μονωθεῖσα ἐξ ἀνάγκης τῶν ἄλλων ἀποστάντων, ἐπὶ τοὺς ἐσχάτους ἀφικομένη κινδύνους, κρατήσασα μὲν τῶν ἐπιόντων τρόπαιον ἔστησεν, τοὺς δὲ μήπω δεδουλωμένους διεκώλυσεν δουλωθῆναι, τοὺς δ᾽ ἄλλους, ὅσοι κατοικοῦμεν ἐντὸς ὅρων Ἡρακλείων, ἀφθόνως ἅπαντας ἠλευθέρωσεν. ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ σεισμῶν ἐξαισίων καὶ κατακλυσμῶν γενομένων, μιᾶς ἡμέρας καὶ νυκτὸς χαλεπῆς ἐπελθούσης, [25d] τό τε παρ᾽ ὑμῖν μάχιμον πᾶν ἁθρόον ἔδυ κατὰ γῆς, ἥ τε Ἀτλαντὶς νῆσος ὡσαύτως κατὰ τῆς θαλάττης δῦσα ἠφανίσθη· διὸ καὶ νῦν ἄπορον καὶ ἀδιερεύνητον γέγονεν τοὐκεῖ πέλαγος, πηλοῦ κάρτα βραχέος ἐμποδὼν ὄντος, ὃν ἡ νῆσος ἱζομένη παρέσχετο.»

***
(24) «... Τα έργα της πόλης σας ήταν πολλά και μεγάλα· τα έχουμε γραμμένα εδώ και τα θαυμάζουμε.
(e) Όμως ένα τα ξεπερνά όλα και σε μεγαλείο και σε αρετή. Τα κείμενά μας λένε πως η πόλη σας καταπόνεσε κάποτε μια δύναμη που όρμησε με αλαζονεία καταπάνω της Ευρώπης ολόκληρης και συνάμα ολόκληρης της Ασίας· ξεκινούσε απ᾽ έξω, από το Ατλαντικό πέλαγος, γιατί τότε ταξιδευότανε εκείνο το πέλαγος. Είχε ένα νησί εμπρός α­πό το στόμιό του, αυτό που ονομάζεται, καθώς λέτε, Στήλες του Ηρακλή.1 Και το νησί ήταν μεγαλύτερο από την Ασία και τη Λιβύη2 μαζί. Και οι ταξιδιώτες μπορούσαν να περάσουν από αυτό το νησί στα άλλα νησιά και από τα νησιά σ᾽ ολόκληρη την ήπειρο, [25] στην αντίπερα όχθη αυτής της πραγματικής θάλασσας. Και μέσα στο στόμιο που λέγαμε μοιάζει να είναι ένα λιμάνι με στενή είσοδο· όμως έξω από το άλλο μέρος είναι πραγματικό πέλαγος και τη στεριά που το περιστοιχίζει θα τη λέγαμε πολύ σωστά και με την κυριολεξία ήπειρο.3 Λοιπόν σ᾽ αυτό το νησί, την Ατλαντίδα, βασιλιάδες είχαν δημιουργήσει μια μεγάλη και θαυμαστή δύναμη, που κυριαρχούσε πάνω σ᾽ ολόκληρο το νησί και πολλά άλλα νησιά και μέρη της ηπείρου. Κι ακόμη κρατούσε τη Λιβύη ώς την Αίγυπτο, (b) και την Ευρώπη ώς την Τυρρηνία. Κι αυτή η δύναμη, αφού συγκεντρώθηκε σύσσωμη, επεχείρησε να υποδουλώσει με μια ορμή όλα τα μέρη σας και τα δικά μας και όσα βρίσκονται μέσα στο στόμιο. Τότε, Σόλων, φανερώθηκε σε όλους τους ανθρώπους η δύναμη της πόλης σας με την αρετή και τη ρώμη της. Γιατί ξεπέρασε όλες τις άλλες σε ψυχική αντοχή και σε πολεμική τέχνη. (c) Στην αρχή επικεφαλής των Ελλήνων, κι έπειτα, όταν οι άλλοι την εγκατέλειψαν, αναγκασμένη να πολεμήσει μόνη, αφού άγγιξε τον έσχατο κίνδυνο, νίκησε τους εισβολείς, έστησε τρόπαιο, και δεν άφησε να υποδουλωθούν αυτοί που ποτέ δεν είχαν γίνει δούλοι. Κι εμάς τους άλλους, όσοι κατοικούμε δώθε από τις Ηράκλειες Στήλες, γενναιόδωρα όλους μας ελευθέρωσε. Όμως αργότερα ήρθαν τρομεροί σεισμοί και κατακλυσμοί και μέσα σε μια μέρα και μια νύχτα φρίκης, (d) ολόκληρος ο στρατός σας βούλιαξε μονομιάς μέσα στη γη και το νησί η Ατλαντίδα βούλιαξε στη θάλασσα και αφανίστηκε. Γι᾽ αυτό και σήμερα ακόμη το πέλαγος σ᾽ εκείνα τα μέρη είναι δυσκολοταξίδευτο και ανεξερεύνητο· το εμπόδιο είναι η ρηχή λάσπη που άφησε το νησί καθώς καταποντιζότανε...»
-----------------
1 "Στήλες του Ηρακλή" (Ἡρακλέους στῆλαι) ονομάζονταν τα δύο ακρωτήρια που σχηματίζονται στα στενά του Γιβραλτάρ.
2 Λιβύη ονομαζόταν στην αρχαιότητα η Αφρική. Όπως φαίνεται, ο Πλάτων θεωρούσε την Αίγυπτο τμήμα όχι της Αφρικής αλλά της Ασίας.
3 Ο Πλάτων συνδέει μάλλον τη λέξη "ήπειρος" με τη λέξη "άπειρος".

Ο Αριστοτέλης και οι θεσμοί της εξουσίας

Με δεδομένο ότι τα πολιτεύματα αφορούν τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας, είναι απολύτως προφανές ότι ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τόσο την οργανωτική ισχύ, όσο και τις προθέσεις του πολιτεύματος είναι η δόμηση των διοικητικών αρχών, που συνιστά το θεσμικό πλαίσιο της διακυβέρνησης: «Γιατί, όπως είναι αδύνατο να υπάρξει πόλη χωρίς τις βασικές εξουσίες, έτσι είναι αδύνατο να διοικηθεί σωστά χωρίς τις εξουσίες που ρυθμίζουν την τάξη και την κοσμιότητα». (1321b 6 – 8).

Με άλλα λόγια, οτιδήποτε αφορά τη λειτουργικότητα της κοινωνίας είναι ζήτημα πολιτικής μέριμνας, δηλαδή ευθύνη της εξουσίας την οποία πρέπει να φέρει σε πέρας. Οι αγοροπωλησίες, η δημόσια και ιδιωτική περιουσία, τα ετοιμόρροπα οικοδομήματα, οι χαλασμένοι δρόμοι, η συντήρηση των τειχών, καθετί που αφορά την πόλη, είτε σε επίπεδο πρακτικής διεκπεραίωσης είτε σε επίπεδο εξασφάλισης της αρμονίας στη συνύπαρξη των πολιτών, είναι δημόσιο ζήτημα και πρέπει να εντάσσεται μέσα στο σύνολο των κανόνων που διασφαλίζουν την πολιτειακή ομαλότητα. Η πόλη που αδυνατεί να ρυθμίσει τέτοιου είδους ζητήματα αφήνοντάς τα στην ατομική βούληση, είναι η ανοργάνωτη πόλη που αναπόφευκτα θα διαλυθεί, αφού, επί της ουσίας, αφήνει τους πολίτες απροστάτευτους. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για τον περιορισμό, αλλά για την προάσπιση της ελευθερίας μέσα στο πλαίσιο της συμβίωσης.

Με δεδομένη την αναγκαιότητα των θεσμών, ως επί μέρους εξουσίες που διασφαλίζουν τη συνύπαρξη, και με δεδομένη την πολυπλοκότητα και το πλήθος των υποθέσεων που πρέπει να διευθετηθούν, γίνεται αντιληπτή η πληθώρα των υπηρεσιών που πρέπει να στελεχωθούν προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι κοινωνικές ανάγκες.

Ο Αριστοτέλης κατονομάζει την υπηρεσία για την αγορά, που επιβλέπει τα σχετικά με τη διακίνηση των προϊόντων· την αστυνομία, που ασχολείται με τη δημόσια τάξη· τους αγρονόμους και δασονόμους, που διασφαλίζουν το νόμο στις αγροτικές και ημιαστικές περιοχές· την υπηρεσία που ασχολείται με τα δημόσια έσοδα και απασχολεί τους ταμίες της πόλης· την υπηρεσία που συντάσσει τα ιδιωτικά συμφωνητικά και τις δικαστικές αποφάσεις· το στρατό, που αναλαμβάνει τη φρούρηση των συνόρων (με όλα τα επιμέρους τμήματά του και την αντίστοιχη ιεραρχία)· τους ιερείς, που φροντίζουν τα σχετικά με τη λατρεία των θεών, τη συντήρηση των ναών, τη διαχείριση των «ιερών χρημάτων» και τις δημόσιες θυσίες.

Πέρα από αυτές υπάρχουν κι άλλες «ειδικές υπηρεσίες στις πόλεις που ασχολούνται λεπτομερειακά με τη διοίκηση και βρίσκονται σε μεγάλη ευημερία φροντίζοντας περαιτέρω για την καλή δημόσια εικόνα τους» όπως «η υπηρεσία για τις γυναίκες, για την περιφρούρηση των νόμων, η παιδονομία, η γυμνασιαρχία κι επιπλέον η υπηρεσία για τους γυμναστικούς και διονυσιακούς αγώνες και για άλλες τέτοιες πανηγυρικές εκδηλώσεις». (1322b 39 – 1323a 3).

Διευκρινίζοντας ότι οι παιδονόμοι ασχολούνταν με τη διαπαιδαγώγηση και την ευταξία των παιδιών και οι γυναικονόμοι με τη διατήρηση των ηθών από την πλευρά της γυναίκας, ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Μερικές από αυτές τις αρχές δεν είναι δημοκρατικές ολοφάνερα, όπως η υπηρεσία για τις γυναίκες και η παιδονομία, διότι οι άποροι αναγκάζονται να χρησιμοποιούν και τις γυναίκες και τα παιδιά στις δουλειές ως βοηθούς, επειδή δεν έχουν δούλους». (1323a 3 – 6).

Το ότι τελικά οι γυναίκες και τα παιδιά των φτωχών δεν προστατεύονται από τη νομοθεσία και αναγκάζονται να δουλεύουν (ελλείψει δούλων) είναι ξεκάθαρο δημοκρατικό πλήγμα, αφού καταλύει κάθε έννοια ισότητας. Η πεποίθηση του Αριστοτέλη ότι η διαφορά ανάμεσα σε δημοκρατία και ολιγαρχία είναι ο διαφορετικός ταξικός προσανατολισμός που υπάρχει είναι ο λόγος που θεωρεί αντιδημοκρατικό οτιδήποτε αναπαράγει τις ταξικές διαφορές. Ο υποβιβασμός της γυναίκας και του παιδιού στη θέση του δούλου λόγω φτώχειας είναι η αναπαραγωγή της ταξικής ανισότητας κι αυτό δεν ανήκει στις δημοκρατικές πρακτικές.

Η πιο εκτενής αναφορά όμως γίνεται στο θεσμό που φροντίζει την εκτέλεση των ποινών μετά από τις δικαστικές αποφάσεις: «… πάρα πολύ αναγκαία και σχεδόν η πιο δύσκολη από τις εξουσίες είναι εκείνη που αρμοδιότητά της είναι οι εκτελέσεις των ποινών όσων καταδικάστηκαν, η αναγραφή στους δημόσιους πίνακες των ονομάτων εκείνων οι οποίοι καταδικάστηκαν σε πρόστιμο και η φρούρηση των φυλακισμένων». (1321b 41 – 44).

Ο λόγος που η εξουσία αυτή κρίνεται «πάρα πολύ αναγκαία» είναι προφανής, αφού πρόκειται για την εφαρμογή του νόμου, δηλαδή για την υλοποίηση της δικαιοσύνης: «… οπωσδήποτε είναι […] αναγκαία, επειδή καμία ωφέλεια δεν προκύπτει, όταν γίνονται οι δίκες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών, αλλά δεν καταλήγουν σε αποφάσεις». (1322a 3 – 4). Η μη επιβολή ποινών ισοδυναμεί με ακύρωση του νόμου και η ατιμωρησία δεν μπορεί παρά να επιφέρει την κοινωνική αναταραχή: «Κατά συνέπεια καθίσταται αδύνατη η επικοινωνία των πολιτών μεταξύ τους, αν δεν εκδίδονται δικαστικές αποφάσεις, το ίδιο κι αν μένουν ανεκτέλεστες». (1322a 4 – 6).

Το να επιχειρηματολογεί, λοιπόν, κανείς για την αναγκαιότητα της εφαρμογής του νόμου είναι μάλλον περιττό, αφού κοινωνική γαλήνη (και κατ’ επέκταση συνοχή) χωρίς νόμο είναι αδύνατο να επιτευχθεί. Το ζήτημα είναι η ενδεχόμενη απροθυμία στην ανάληψη αυτών των καθηκόντων: «Είναι επομένως αντίξοη αυτή η εξουσία, γιατί προκαλεί μεγάλη απέχθεια, με αποτέλεσμα όπου δεν υπάρχει προσδοκία του μεγάλου κέρδους, δεν υπάρχει και προθυμία να την αναλάβουν και, αν την αναλάβουν, δεν είναι διατεθειμένοι να την ασκήσουν τηρώντας τους νόμους». (1321b 44 – 1322a 2).

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Αριστοτέλης εντοπίζει κι επιπλέον δυσκολίες: «… όταν τα ίδια πρόσωπα καταδικάζουν κι εκτελούν την καταδίκη, διπλασιάζεται η αποστροφή, αλλά και στην περίπτωση που οι ίδιοι πάντοτε έχουν την ευθύνη της εκτέλεσης κάθε δικαστικής απόφασης και αυτοί επίσης προκαλούν την έχθρα όλων». (1322a 16 – 19).

Αν τα ίδια άτομα αναλαμβάνουν εξολοκλήρου την απόδοση της δικαιοσύνης (τόσο ορίζοντας τις ποινές, όσο κι εφαρμόζοντάς τες), υπάρχει περίπτωση να γίνουν απεχθή σε βαθμό που να κινδυνεύουν. Εξάλλου, δεν υπάρχει τίποτε πιο συνηθισμένο από τον κατάδικο που θεωρεί ότι αδικείται. Η στοχοποίηση των ανθρώπων που απονέμουν τη δικαιοσύνη είναι η υπονόμευση του νόμου, αφού, υπό αυτούς τους όρους, είναι αδύνατη η εφαρμογή του.

Η διαμοίραση των καθηκόντων συνιστά και τη διαμοίραση των ευθυνών, που, σε τελική ανάλυση, θα διασφαλίσει την ακεραιότητα του νόμου: «Γι’ αυτό είναι προτιμότερο να ανατίθεται αυτό το έργο όχι σε μία αρχή αλλά σε διάφορα πρόσωπα που προέρχονται από διαφορετικά δικαστήρια… Ακόμη σε ορισμένες περιπτώσεις είναι καλύτερο να εκτελούν τις αποφάσεις διαφορετικές αρχές από εκείνες που τις εξέδωσαν… και από τις αρχές που μόλις ανέλαβαν, άλλη πρέπει να είναι εκείνη που καταδικάζει από εκείνη που εκτελεί. Για παράδειγμα είναι καλύτερο οι αστυνόμοι να εκτελούν τις αποφάσεις των αγορανόμων και άλλοι τις δικές τους, διότι όσο μικρότερη απέχθεια προκαλείται για τους εκτελεστές των αποφάσεων, τόσο ευκολότερη γίνεται η τελική εκτέλεσή τους». (1322a 6 – 7, 12 – 16).

Κι αυτή ακριβώς είναι η έννοια της διαμοίρασης των εξουσιών που μοναδικό στόχο έχει την κοινωνική ομαλότητα. Η δικαιοσύνη, ως θεμέλιο της συνύπαρξης, θα ήταν αδύνατο να επιτελεσθεί από έναν μόνο φορέα. Η εξουσία που αφορά ελάχιστα πρόσωπα είναι πάντα επίφοβη, καθώς οι λίγοι είναι εύκολο είτε να σφάλλουν είτε να διαφθαρούν υπηρετώντας προσωπικά συμφέροντα: «Επιβάλλεται […] οι αρχές που καταδικάζουν, να επιμερίζουν την αρμοδιότητα της εκτέλεσης των αποφάσεών τους σε άλλες». (1322a 28 – 29).

Και βέβαια, θα ήταν αδύνατο να μη γίνει ειδική αναφορά στον έλεγχο της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος: «Με δεδομένο όμως ότι μερικές αρχές, ίσως και όλες, διαχειρίζονται πολλά δημόσια χρήματα, αναγκαστικά πρέπει να υπάρχει άλλη, χωριστή αρχή, για να ασκεί έλεγχο στους λογαριασμούς και να αποδίδει ευθύνες, χωρίς βέβαια η ίδια να διαχειρίζεται τίποτε άλλο». (1322b 7 – 10).

Ο θεσμός που λειτουργεί ελεγκτικά και που έχει στη δικαιοδοσία του την απόδοση των ευθυνών, χωρίς να ασχολείται με τίποτε άλλο, είναι η αναγκαιότητα της επίβλεψης των θεσμικών εκπροσώπων ή, αν θέλουμε να το θέσουμε διαφορετικά, η παραδοχή ότι η εξουσία διαφθείρει κι ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μηχανισμός αυτός αναφέρεται ως εποπτεία των χρημάτων της πόλης. Οι άνθρωποι που έχουν πρόσβαση στο δημόσιο πλούτο οφείλουν να ελέγχονται, όχι μόνο γιατί το ανεξέλεγκτο θα γεννήσει πειρασμούς, αλλά και για να εξασφαλιστεί η διαφάνεια, που θα λειτουργήσει ως ύψιστη δικαιοσύνη.

Η συνοχή της πόλης και η αρμονία που θα αποτρέψει κάθε αναταραχή δεν είναι τίποτε άλλο από την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, που πρέπει να είναι έτσι δομημένοι, ώστε να εντοπίζουν όλες τις ατασθαλίες: «Τους λειτουργούς της άλλοι τους αποκαλούν ευθύνους, άλλοι λογιστές, άλλοι εξεταστές και άλλοι συνηγόρους. Είναι η πλέον σημαντική αρχή για όλα τα θέματα δίπλα σε όλες αυτές τις αρχές, γιατί συχνά αποφασίζει για τα ζητήματα και προτείνει τα προς συζήτηση θέματα ή προεδρεύει στην εκκλησία του δήμου, όπου ο λαός είναι κυρίαρχος, διότι κατά λογική αναγκαιότητα κυρίαρχη αρχή του πολιτεύματος είναι εκείνη που συγκαλεί το κυρίαρχο σώμα του». (1322b 10 – 15).

Με άλλα λόγια, μιλάμε για την ανώτερη αρχή που πέρα από ελεγκτικό έχει και συντονιστικό ρόλο: «Οι λειτουργοί της αλλού ονομάζονται πρόβουλοι, επειδή προβουλεύονται, ενώ όπου υπάρχει δημοκρατία, βουλή μάλλον». (1322b 16 – 17).

Η ορθή λειτουργία των θεσμών είναι η προϋπόθεση του ιδανικού πολιτεύματος. Η διαφάνεια, η δικαιοσύνη, η εφαρμογή του νόμου, η αξιοκρατία, η εδαφική ακεραιότητα, όλα αυτά που δομούν την πόλη εξασφαλίζοντας τη συνοχή και την ομαλότητα είναι ζητήματα που αφορούν τη διαχείριση της εξουσίας, που δεν μπορεί παρά να διαμοιράζεται καλύπτοντας όλες τις ανάγκες. Η επιλογή των κατάλληλων προσώπων στα ανάλογα κέντρα εξουσίας είναι η ορθή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Σε τελική ανάλυση, οι πολίτες είναι η δύναμη της πόλης κι αυτούς οφείλουν να υπηρετούν οι θεσμοί, που αλληλοσυμπληρώνονται ολοκληρώνοντας την εικόνα του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Η μετατροπή της θέσης εξουσίας σε προσωπική επιβολή ή σε αδιαπραγμάτευτο ατομικό κύρος που δρα καταπιεστικά είναι η αλαζονεία, που γεννιέται από τη διαστρέβλωση. Κι εδώ βρίσκονται οι λεπτές ισορροπίες που με κάθε τρόπο πρέπει να διασφαλιστούν. Από τη μια το γόητρο της εξουσίας, που όμως δεν πρέπει να ταυτιστεί με την έπαρση ή τον κομπασμό, κι από την άλλη το ανθρώπινο πρόσωπο, που όμως δεν πρέπει να οδηγήσει στην απαξία. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η συλλογικότητα. Γιατί οι θέσεις εξουσίας έχουν αξία ως διάσταση συλλογική κι όχι ατομική. Ο φορέας της εξουσίας που το αντιλαμβάνεται αυτό είναι εκείνος που θα υλοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο του. Έχει επίγνωση της ευθύνης και ταυτόχρονα θα λειτουργήσει απαλλαγμένος από κάθε ματαιοδοξία. Αναγκαστικά, ερχόμαστε και πάλι στο ζήτημα της παιδείας.
 
Αριστοτέλης: «Πολιτικά»

Αποκρηαίς

Κι' ἐγὼ τραγούδια νέα θὰ τονίσω
σ' αὐτὸ τὸν μασκαρένιο μας καιρό,
καὶ μασκαρᾶς ἐμπρός σας θὰ πηδήσω
νὰ σύρω ἀποκρηάτικο χορό.
Ὄπ! Ὄπ! στὸ γῦρο ὅλοι... τιριρί...,
καρσιλαμᾶ ἡ λύρα μου βαρεῖ.

Στοὺς τωρινοὺς καιροὺς τῆς Ρωμηοσύνης
τραγούδια δὲν μᾶς πρέπουν σοβαρά,
οὔτε κλωνάρια δάφνης καὶ μυρσίνης,
μᾶς φθάνει μουσικὴ τοῦ ταμπουρᾶ.
Γυναῖκες, ἄνδρες ὅλοι τὸ χορό,
καὶ σᾶς κρατῶ τὸ ἴσο... τιριρό.

Ὅλο τὸ χρόνο εἴμαστε μπερλίναις,
κι' ὅμως βαστοῦμε ὕφος σοβαρό,
καὶ γιὰ τῇς δόξαις σκούζουμε ἐκείναις,
ποὺ ἄλλοτε τῇς εἴχαμε σωρό.
Ὄπ! Ὄπ! στὸ γῦρο ὅλοι... τιριρά...,
γιὰ βάλετε στὰ πόδια σας φτερά.

Μὰ σὰν ἐλθῇ τρελλὸ τὸ καρναβάλι,
ἀφίνομε τὴν πόζα τὴν πλαστή,
γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀλλάζομε κεφάλι,
καὶ μασκαράδες βγαίνομε σωστοί.
Ὄπ! Ὄπ! πηδᾶτε ὅλοι σας ψηλά,
ἡ φτέρναις σας ν' ἀνάψουν... τραλαλά.

Ὅλα σ' αὐτὴ τὴ γῆ μασκαρευτῆκαν,
ὀνείρατα, ἐλπίδες καὶ σκοποί,
ἡ μούραις μας μουτσούναις ἐγινῆκαν,
δὲν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
Ὄπ! Ὄπ! στὸ γῦρο ὅλοι... τραλλαλό...,
κι' ἐγὼ μασκαρεμμένος σᾶς γελῶ.

Γεώργιος Σουρής Φεβρουάριος 1880

Ζευγάρια χωρίς ερωτική ζωή

Πολλά ζευγάρια, κατά την πορεία της συμβίωσης ή του γάμου, δηλώνουν μείωση της ερωτικής τους επιθυμίας αλλά και μείωση της συχνότητας με την οποία έχουν ερωτική επαφή με τον σύντροφό τους.

Συχνά η μείωση αυτή οδηγεί σταδιακά σε πλήρη απομάκρυνση από τη σεξουαλική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα η ζωή του ζευγαριού να συνεχίζει να ‘υπάρχει’ σε μια νέα -συχνά απροσδόκητη- πραγματικότητα: την απουσία του σεξ. Πολλές οι αιτίες και οι δικαιολογίες που αναφέρονται, όπως η κούραση, η συνήθεια, οι απαιτήσεις της καθημερινότητας, το άγχος της δουλειάς…

Οι αιτίες αυτές είναι πράγματι σημαντικές και θα δικαιολογούσαν την παροδική μείωση της ερωτικής διάθεσης ή και τη μείωση της συχνότητας των ερωτικών επαφών, όχι όμως και την ανυπαρξία της.

Είναι γεγονός ότι σε πολλά ζευγάρια η ερωτική διάθεση δεν επανέρχεται ποτέ, συχνά μάλιστα συνοδεύεται και από σταδιακή απομάκρυνση ακόμη και από σκέψεις, εικόνες, σεξουαλικές φαντασιώσεις κοκ. Μοιάζει σαν να γίνεται ‘συνήθεια’ και το ζευγάρι δεν ενδιαφέρεται πια για σεξουαλική δραστηριότητα.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, που είναι και οι πιο δύσκολες, λέγεται χαρακτηριστικά ότι το ζευγάρι δεν έχει πλέον ούτε την επιθυμία για να επιθυμήσει τη σεξουαλική δραστηριότητα!

Μια τέτοια εξέλιξη όμως πληγώνει βαθιά το ζευγάρι και προκαλεί έντονη δυσαρέσκεια και αμηχανία και στους δύο συντρόφους. Οι ίδιοι δεν θέλουν να συνειδητοποιήσουν την κατάσταση και κρύβουν το ‘μυστικό’ ακόμη και από τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ένα αίσθημα ντροπής επικρατεί… Σε συζητήσεις φίλων ή γνωστών, όταν αναφέρεται το θέμα της σεξουαλικής δραστηριότητας, γελούν αμήχανα, δεν ξέρουν τι να πουν.

Αναφέρουν κάτι τετριμμένο ή λένε ψέματα νιώθοντας μειονεκτικά γι’ αυτό που τους συμβαίνει. Πώς γίνεται αλήθεια να τους συμβαίνει αυτό… Μήπως οι ίδιοι δεν είναι δύο απλοί και φυσιολογικοί άνθρωποι;

Αίσθηση απαξίωσης

Η σεξουαλική δραστηριότητα, πέρα από την εκπλήρωση βιολογικών αναγκών, αποτελεί για κάθε άνθρωπο ένα βαθύτερο εσωτερικό κομμάτι του εαυτού του που αναζητεί έκφραση και εξωτερίκευση.

Ο άνθρωπος που νιώθει ότι δεν μπορεί να εκφράσει αυτό το κομμάτι του εαυτού του μοιάζει να ζει ‘κουβαλώντας’ τον εαυτό του, με μια αίσθηση απογοήτευσης ότι δεν επικοινωνεί και δεν εκφράζεται στους άλλους γύρω του. Ένα βαθύτερο κομμάτι του ψυχισμού του αναζητά αναγνώριση και επιβεβαίωση η οποία ποτέ δεν έρχεται…

Η απογοήτευση είναι μεγάλη… Μήπως κάτι πάει στραβά με τον ίδιο; Αρνητικές εικόνες και σενάρια για τον εαυτό του επικρατούν στη σκέψη του και τον διχάζουν. Οι άλλοι ζουν φυσιολογικά, ενώ ο ίδιος όχι. Ο ίδιος νιώθει μειονεκτικά…

Η αίσθηση απαξίωσης που διαμηνύεται από τον σύντροφο μέσω της ανυπαρξίας της ερωτικής διάθεσης είναι επίσης έντονη. Το σώμα, η συμπεριφορά, η παρουσία του γενικότερα δεν βρίσκει ανταπόκριση και αναγνώριση στο πρόσωπο συντρόφου του.

Άλλωστε, η ερωτική επιθυμία του άλλου μπορεί να ζωντάνευε και τη δική του επιθυμία, να ένιωθε και ο ίδιος (η ίδια) πιο επιθυμητός. Η απογοήτευση και η θλίψη επικρατούν...

Συσσώρευση θυμού

Τι μπορεί να έχει οδηγήσει ένα ζευγάρι σε μια τόσο ριζική διακοπή της επικοινωνίας του; Το ζευγάρι που απομακρύνεται ερωτικά έχει αρχίσει και συσσωρεύει έντονο θυμό στη σχέση του, τον οποίο μάλιστα δεν συνειδητοποιεί και δεν εκφράζει.

Πολλές απογοητεύσεις και ρήξεις που οφείλονται σε καθημερινά και ρεαλιστικά ζητήματα μπορεί να έχουν συμβάλει σε αυτό.

Σημαντικές αντιπαλότητες, διεκδικήσεις και συγκρούσεις μπορεί να επικρατούν. Άλλα προβλήματα μπορεί να έχουν υπάρξει πιο σοβαρά… Το βέβαιο πάντως είναι ότι η ‘εικόνα’, το πρότυπο και η φαντασίωση που είχε ο ένας για τον άλλον έχουν σημαντικά τροποποιηθεί.

Πριν ήταν αλλιώς, τώρα ο ίδιος άνθρωπος μοιάζει σαν να είναι ένας ‘άλλος’, ένας άνθρωπος που προκαλεί κατά βάση αρνητικά συναισθήματα.

Μέσα στη ροή της καθημερινότητας, τα αρνητικά αυτά συναισθήματα συχνά καλύπτονται με διάφορες εκλογικεύσεις. Κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής όμως, όπου επικρατεί το ένστικτο και ο παρορμητισμός, ο έλεγχος αυτός δεν επαρκεί για να απωθηθούν τα βαθύτερα συναισθήματα και οι επιθυμίες των δύο συντρόφων.

Ο θυμός, η αντιπάθεια, η μη αποδοχή εκδηλώνονται με διάφορους τρόπους, όπως την τάση απομάκρυνσης, την αποφυγή της εγγύτητας, των χαδιών και γενικότερα την τάση απομάκρυνσης και συνεύρεσης με τον άλλον.

Άρνηση έκφρασης

Παράλληλα, το ίδιο το ζευγάρι δεν επικοινωνεί και δεν συζητά για την εξέλιξη της σχέσης του. Παρατηρείται σημαντική άρνηση έκφρασης και αντιμετώπισης της κατάστασης που μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους: το φόβο του χωρισμού και της εγκατάλειψης, την τάση ενοχοποίησης ότι κάποιος από τους δύο ‘φταίει’ περισσότερο για την αποφυγή της σεξουαλικής δραστηριότητας, ότι κάποιος από τους δύο είναι ‘προβληματικός’ στο σεξ κοκ.

Παράλληλα, οι δύο σύντροφοι που βιώνουν μια τέτοια εξέλιξη στη σχέση τους είναι συχνά πολύ ‘μπερδεμένοι’ οι ίδιοι σχετικά με τα αίτια του προβλήματος. Η καταπιεσμένη ερωτική διέγερση και έκφραση σε συνδυασμό με τη θλίψη και το πένθος για μια σχέση που τη βιώνουν σιγά σιγά να σβήνει, δημιουργούν πολλά αντιφατικά συναισθήματα.

Σταδιακά, ένα τείχος υψώνεται ανάμεσα στους δύο συντρόφους που τους απομακρύνει περισσότερο. Η σχέση ‘παγώνει’ σεξουαλικά, καθώς η συναισθηματική επικοινωνία ανάμεσα στο ζευγάρι έχει πλέον διακοπεί. Η σεξουαλική δραστηριότητα αποτελεί εξάλλου πάντα ένα ‘παράθυρο’ μέσα από το οποίο μπορεί κανείς να παρατηρήσει με τον καλύτερο τρόπο τη συναισθηματική επαφή, την επικοινωνία αλλά και την εξέλιξη μιας σχέσης στην πορεία του χρόνου.

Πολλοί άντρες και γυναίκες αναζητούν συχνά ιατρική/ φαρμακευτική βοήθεια προς ανεύρεση της χαμένης τους λίμπιντο, αρνούμενοι ουσιαστικά να παρατηρήσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους αλλά και την κατάσταση στην οποία έχει υπεισέλθει η σχέση τους μέσα από αυτό το ‘παράθυρο’.

Εκεί που όλα φαίνονται τόσο καθαρά...

Ματαίωση προσδοκιών

Δύο σύντροφοι που απομακρύνονται συναισθηματικά και ερωτικά νιώθουν κατά βάθος ότι οι προσδοκίες που είχαν από τον σύντροφό τους έχουν ματαιωθεί. Κάθε άντρας ή γυναίκα εισέρχεται σε μια σχέση με τις προσωπικές του επιθυμίες και προσδοκίες για το μέλλον, για αυτό που ο ίδιος επιθυμεί η σχέση να εκπληρώσει για εκείνον, για τα όνειρα που έχει κάνει για τη ζωή και για το ρόλο που επιθυμεί να παίξει στη ζωή του ο σύντροφός του.

Η αίσθηση ότι η σχέση δεν εκπληρώνει πια το σκοπό για τον οποίο είχε αρχικά -συνειδητά ή ασυνείδητα- δημιουργηθεί, οδηγεί το ζευγάρι σε συναισθηματική απομάκρυνση, απογοήτευση, επομένως και σε σεξουαλική απομάκρυνση.

Η δυσκολία όμως εδώ αφορά ουσιαστικά το γεγονός ότι ο καθένας μας ατομικά συνήθως δεν γνωρίζει ο ίδιος τις προσδοκίες με τις οποίες εισέρχεται σε μια σχέση. Δεν γνωρίζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο επιθυμεί να εκπληρωθούν.

Παράλληλα, συμβαίνει κάτι παράξενο! Όταν αρχίσουμε να νιώθουμε ότι κάποια προσδοκία μας δεν εκπληρώνεται, μεταφέρουμε, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, στο πρόσωπο του συντρόφου και της παρούσας σχέσης και όλες τις προηγούμενες απογοητεύσεις και ματαιώσεις που έχουμε βιώσει σε προηγούμενες σχέσεις μας, ερωτικές ή μη.

Οι προβολές αυτές είναι έντονες και μας μπερδεύουν περισσότερο.

Παράλληλα, το πρόσωπο στο οποίο χρεώνουμε όλες τις ματαιώσεις του παρελθόντος δεν γνωρίζει καν τους ‘ανοιχτούς λογαριασμούς’ που εμείς διαπραγματευόμαστε στο μυαλό μας. Πολλές παρανοήσεις και παρεξηγήσεις ξεκινούν με αυτόν τον τρόπο, έλλειψη συνεννόησης, λογομαχία, και το ζευγάρι δεν συνειδητοποιεί πώς κάθε φορά φτάνει σε έναν καβγά χωρίς να το καταλαβαίνει.

Οι συγκρούσεις μοιάζει να ξεκινούν από το τίποτα…

Επίλογος

Τα σεξουαλικά προβλήματα είναι πάντοτε προβλήματα συναισθηματικής φύσης και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζονται. Οι προσπάθειες ανανέωσης και αναζωογόνησης μιας σχέσης με διάφορους τρόπους βοηθούν περιστασιακά, αλλά το κύριο βάρος πέφτει πάντα στη βελτίωση της ποιότητας της σχέσης του ζευγαριού.

Η βελτίωση της επικοινωνίας διαρρηγνύει τις άμυνες που έχει ορθώσει ο ένας σύντροφος απέναντι στον άλλον και τον έχουν απομακρύνει από τη σχέση. Οι άμυνες αυτές τον κάνουν άλλωστε, ενώ επιθυμεί πολλά θετικά από τη σχέση, να είναι πάντα σε επιφυλακή για μια αρνητική έκβαση…

Η συνήθης συμβουλή λοιπόν της άμεσης συζήτησης και επικοινωνίας λαμβάνει ιδιαίτερη βαρύτητα. Έτσι διασαφηνίζονται οι παρεξηγήσεις, τα προβλήματα λαμβάνουν εξαρχής τις σωστές τους διαστάσεις και αφορούν, αν μη τι άλλο, τα πρόσωπα στα οποία πραγματικά ανήκουν! Με αυτό τον τρόπο το ζευγάρι νιώθει ότι αποκτά και πάλι έλεγχο στη ροή και την πορεία της σχέσης και ορίζει ζωντανά την εξέλιξή της.

Δεν λιμνάζει στη σχέση, αλλά είναι ο κύριος και βασικός πρωταγωνιστής της!

Καθαρά Δευτέρα: τι να φάμε και τι να προσέξουμε

Ετοιμάζεστε για ταραμοσαλάτες, λαγάνες και όλα τις νοστιμιές της Καθαράς Δευτέρας; έτσι ώστε να δούμε πώς να φάμε, χωρίς να το παρακάνουμε.

Η Καθαρά Δευτέρα είναι η πρώτη ημέρα της Σαρακοστής, δηλαδή της περιόδου των 40 ημερών μέχρι το Πάσχα. Σύμφωνα με τα χριστιανικά έθιμα είναι η πρώτη ημέρα της νηστείας, όπου το άτομο δεν πρέπει να καταναλώσει οτιδήποτε σχετίζεται με κρέας, αυγό, ψάρι, γάλα, τυρί, βούτυρο κ.λπ. μέχρι και την ημέρα του Πάσχα. Το γεγονός, όμως, ότι τα τρόφιμα της Καθαράς Δευτέρας είναι νηστίσιμα, δεν σημαίνει ότι είναι και απολύτως ακίνδυνα. Ας δούμε περισσότερο αναλυτικά τι και πόσο μπορούμε να φάμε.

Θαλασσινά
Όλα τα θαλασσινά περιέχουν λίγες θερμίδες και έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε λίπος. Όμως τα οστρακοειδή και τα μαλακόστρακα περιέχουν, επίσης, σημαντικές ποσότητες χοληστερίνης και η κατανάλωσή τους από άτομα με αυξημένη χοληστερίνη θα πρέπει να είναι χαμηλή. Ιδιαίτερα προσεκτικοί στην κατανάλωση θαλασσινών θα πρέπει να είναι και όσοι έχουν κάποια πάθηση του θυρεοειδούς (βρογχοκήλη υπέρ ή υποθυρεοειδισμό). Τα θαλασσινά αποτελούν μία από τις σημαντικότερες πηγές ιωδίου, που είναι απαραίτητο για τον σχηματισμό των θυρεοειδών ορμονών. Αν και το ιώδιο είναι απαραίτητο για την λειτουργία του θυρεοειδούς, η υπερβολική πρόσληψη του από άτομα που έχουν κάποια ευπάθεια και κυρίως από τα άτομα που λαμβάνουν αντιθυρεοειδικά φάρμακα μπορεί να προκαλέσει απορρύθμιση του θυρεοειδούς. Επομένως, και επειδή «παν μέτρον άριστον», η κατανάλωση θαλασσινών θα πρέπει να είναι περίπου:

1-2 τεμάχια μαλακόστρακα: Οι γαρίδες, οι καραβίδες, τα καβούρια και ο αστακός που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, την Καθαρά Δευτέρα μαγειρεύονται βραστά, στη σχάρα ή με κάποια σάλτσα. Περιέχουν λίγες θερμίδες και καθόλου λίπος. Τα μαλακόστρακα, όμως, έχουν αρκετή χοληστερίνη. Ενδεικτικά, μία μερίδα νερόβραστου αστακού περιέχει 100mg χοληστερόλης, μία μερίδα γαρίδες 150mg και μία μερίδα καβούρι 100mg, ποσά αρκετά υψηλά αν αναλογιστούμε ότι η ημερήσια πρόσληψη χοληστερόλης δεν πρέπει να ξεπερνά τα 300mg. Τα μαλακόστρακα θα πρέπει να αποφεύγονται από άτομα με υψηλές τιμές χοληστερόλης.

4-5 τεμάχια οστρακοειδή: Στα οστρακοειδή κατατάσσονται τα μύδια, τα στρείδια, τα κυδώνια, οι γυαλιστερές κ.λπ. Συνήθως μαγειρεύονται αχνιστά ή με σάλτσα ντομάτας, ενώ κάποια τρώγονται και ωμά. Από θρεπτικής άποψης αποτελούν σημαντικές πηγές σιδήρου, τα κυδώνια όμως περιέχουν και νάτριο, που μπορεί να προκαλέσει κατακράτηση υγρών και αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Η περιεκτικότητα σε χοληστερίνη είναι μικρότερη από τα οστρακοειδή, όμως πάλι θα πρέπει να καταναλώνονται με προσοχή, καθώς είναι εύκολο κάποιος να φάει μεγάλη ποσότητα και έτσι συνολικά να έχει προσλάβει μεγάλα ποσά χοληστερόλης. Όσον αφορά τα οστρακοειδή θα πρέπει, επίσης, να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί, καθώς υπάρχει και ο κίνδυνος δηλητηρίασης. Θα πρέπει να προτιμάμε οστρακοειδή που προέρχονται από οστρακοκαλλιέργειες και όχι τα «ελευθέρας βοσκής». Επίσης θα πρέπει όταν τα αγοράζουμε να είναι ζωντανά, κάτι που μπορούμε να καταλάβουμε επειδή το κέλυφός τους είναι κλειστό και ανοίγει όταν τα βράζουμε. Όσα τρώγονται ωμά θα πρέπει να κουνιούνται όταν τα ανοίξουμε και τους ρίξουμε λεμόνι. Τα οστρακοειδή που δεν είναι ζωντανά θα πρέπει οπωσδήποτε να μην καταναλώνονται.

100 γρ. (1 μικρό πλοκάμι) μαλάκια: Στα μαλάκια κατατάσσονται το χταπόδι, η σουπιά και το καλαμάρι, τα οποία την Καθαρά Δευτέρα συνήθως μαγειρεύονται βραστά, ψητά, στην σχάρα ή στην κατσαρόλα με σάλτσα. Τα μαλάκια έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε νερό και δεν περιέχουν σχεδόν καθόλου λίπος και χοληστερίνη. Επομένως μπορούν να καταναλωθούν από τα άτομα με υψηλά επίπεδα χοληστερόλης και μάλλον θα πρέπει να αποτελέσουν το κύριο γεύμα τους.

Λαχανικά
Την Καθαρά Δευτέρα, τα λαχανικά τρώγονται ως ωμή σαλάτα (από τα οποία μπορείτε να φάτε άφθονα), αλλά και ως τουρσί. Το τουρσί είναι μία μέθοδος συντήρησης των λαχανικών, όμως η περιεκτικότητά του σε αλάτι είναι πολύ υψηλή. Αυτό σημαίνει ότι η κατανάλωση του, και μάλιστα σε υψηλή ποσότητα, όπως συνηθίζεται την Καθαρά Δευτέρα, μπορεί να προκαλέσει μεγάλη κατακράτηση υγρών και επομένως πρήξιμο και αυξημένη αρτηριακή πίεση. Τα άτομα λοιπόν με υπέρταση, καθώς και όσοι λαμβάνουν διουρητικά και αντιυπερτασικά φάρμακα, καλό είναι να αποφύγουν το τουρσί και να προτιμήσουν την ωμή ή βραστή σαλάτα. Επίσης, το τουρσί μπορεί να προκαλέσει ενόχληση στο στομάχι λόγω της υψηλής οξύτητάς του.

Όσπρια
Τα όσπρια την Καθαρά Δευτέρα μαγειρεύονται χωρίς λάδι και συχνά προστίθενται μέσα στην σαλάτα (π.χ. σαλάτα με μαυρομάτικα). Αρκετά άτομα, όμως, τα αποφεύγουν, είτε γιατί τα θεωρούν άνοστα, είτε γιατί τους δημιουργούν κάποιο πεπτικό πρόβλημα. Τα όσπρια αποτελούν μία πολύ θρεπτική τροφή πλούσια σε πρωτεΐνες, φυτικές ίνες και βιταμίνες του συμπλέγματος Β και είναι μία καλή επιλογή για την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας, γιατί εκτός των άλλων προκαλούν κορεσμό. Τα άτομα που πάσχουν από κολίτιδα μπορούν να καταναλώσουν, εφόσον το επιθυμούν, μία μικρή ποσότητα οσπρίων (π.χ. 1 κουταλιά) αποφεύγοντας την ταυτόχρονη κατανάλωση λαχανικών (μαρούλι, λάχανο, χόρτα κ.λ.π) που θα προκαλέσουν φούσκωμα.

Άλλα ορεκτικά
Την Καθαρά Δευτέρα καταναλώνονται και διάφορα ορεκτικά (το τραπέζι της Καθαράς Δευτέρας άλλωστε αποτελεί «μπουφέ» και δεν υπάρχει κυρίως πιάτο), όπως ντολμαδάκια, ταραμοσαλάτα, ελιές και πατάτες. Το κακό με όλα αυτά είναι ότι συνήθως τρώμε αρκετές μερίδες, καθώς πρόκειται για τροφές που είναι σε μικρή ποσότητα κι έτσι σερβιριζόμαστε ξανά και ξανά χάνοντας το μέτρο. Το μυστικό λοιπόν με αυτές τις τροφές είναι να βάλουμε από 2-3 τεμάχια στο πιάτο μας και να μην σερβιριστούμε ξανά. Όσον αφορά την ταραμοσαλάτα θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί όσον αφορά την ποσότητα, γιατί περιέχει μεγάλα ποσά αλατιού, αλλά και λίπους. Δύο κουταλιές είναι αρκετές για όσους δεν έχουν πρόβλημα υπέρτασης, ενώ τα άτομα με αυξημένη πίεση καλό είναι να καταναλώνουν ακόμα λιγότερο.

Λαγάνα
Η λαγάνα είναι το παραδοσιακό ψωμί της Καθαράς Δευτέρας. Και σε αυτό θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όσον αφορά την ποσότητα και να μην καταναλώσουμε περισσότερο από 1-2 φέτες.

Γλυκά
Το παραδοσιακό γλυκό της ημέρας είναι ο χαλβάς, αν και μπορεί να καταναλωθεί και κάποιο γλυκό του κουταλιού ή του ταψιού. Μπορείτε να απολαύσετε μία μερίδα γλυκού χωρίς τύψεις, ακόμα και αν ακολουθείτε κάποιο πρόγραμμα απώλειας βάρους. Μην ξεχνάτε όμως ότι μία μερίδα χαλβά είναι περίπου 2 δάχτυλα!

Ποτό
Η ημέρα επιβάλλει ούζο, το οποίο μπορείτε να πιείτε άφοβα αν δεν ξεπεράσετε τα 4-5 δάχτυλα, αν και είναι καλύτερα να προτιμήσετε το κρασί, από το οποίο μπορείτε να καταναλώσετε 2-3 ποτηράκια. Ιδιαίτερα προσεκτικοί με το ποτό θα πρέπει να είναι όσοι έχουν υπέρταση.
Και αφού ευχαριστηθείτε το φαγητό σας, το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε είναι να απολαύσετε και την φύση, επιλέγοντας να περπατήσετε μαζί με τα αγαπημένα σας πρόσωπα στην ελληνική ύπαιθρο ή να πετάξετε τον χαρταετό. Άλλωστε, μην ξεχνάμε ότι οι μέρες αυτές προσφέρονται για χαλάρωση, ξεκούραση και καλή διάθεση που δεν απαιτούν την υπερβολική κατανάλωση φαγητού, αλλά μια καλή παρέα και χαμόγελο!

Καλή διασκέδαση!