Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Ο Αριστοτέλης και οι θεσμοί της εξουσίας

Με δεδομένο ότι τα πολιτεύματα αφορούν τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας, είναι απολύτως προφανές ότι ο ρυθμιστικός παράγοντας που καθορίζει τόσο την οργανωτική ισχύ, όσο και τις προθέσεις του πολιτεύματος είναι η δόμηση των διοικητικών αρχών, που συνιστά το θεσμικό πλαίσιο της διακυβέρνησης: «Γιατί, όπως είναι αδύνατο να υπάρξει πόλη χωρίς τις βασικές εξουσίες, έτσι είναι αδύνατο να διοικηθεί σωστά χωρίς τις εξουσίες που ρυθμίζουν την τάξη και την κοσμιότητα». (1321b 6 – 8).

Με άλλα λόγια, οτιδήποτε αφορά τη λειτουργικότητα της κοινωνίας είναι ζήτημα πολιτικής μέριμνας, δηλαδή ευθύνη της εξουσίας την οποία πρέπει να φέρει σε πέρας. Οι αγοροπωλησίες, η δημόσια και ιδιωτική περιουσία, τα ετοιμόρροπα οικοδομήματα, οι χαλασμένοι δρόμοι, η συντήρηση των τειχών, καθετί που αφορά την πόλη, είτε σε επίπεδο πρακτικής διεκπεραίωσης είτε σε επίπεδο εξασφάλισης της αρμονίας στη συνύπαρξη των πολιτών, είναι δημόσιο ζήτημα και πρέπει να εντάσσεται μέσα στο σύνολο των κανόνων που διασφαλίζουν την πολιτειακή ομαλότητα. Η πόλη που αδυνατεί να ρυθμίσει τέτοιου είδους ζητήματα αφήνοντάς τα στην ατομική βούληση, είναι η ανοργάνωτη πόλη που αναπόφευκτα θα διαλυθεί, αφού, επί της ουσίας, αφήνει τους πολίτες απροστάτευτους. Κι εδώ δε γίνεται λόγος για τον περιορισμό, αλλά για την προάσπιση της ελευθερίας μέσα στο πλαίσιο της συμβίωσης.

Με δεδομένη την αναγκαιότητα των θεσμών, ως επί μέρους εξουσίες που διασφαλίζουν τη συνύπαρξη, και με δεδομένη την πολυπλοκότητα και το πλήθος των υποθέσεων που πρέπει να διευθετηθούν, γίνεται αντιληπτή η πληθώρα των υπηρεσιών που πρέπει να στελεχωθούν προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι κοινωνικές ανάγκες.

Ο Αριστοτέλης κατονομάζει την υπηρεσία για την αγορά, που επιβλέπει τα σχετικά με τη διακίνηση των προϊόντων· την αστυνομία, που ασχολείται με τη δημόσια τάξη· τους αγρονόμους και δασονόμους, που διασφαλίζουν το νόμο στις αγροτικές και ημιαστικές περιοχές· την υπηρεσία που ασχολείται με τα δημόσια έσοδα και απασχολεί τους ταμίες της πόλης· την υπηρεσία που συντάσσει τα ιδιωτικά συμφωνητικά και τις δικαστικές αποφάσεις· το στρατό, που αναλαμβάνει τη φρούρηση των συνόρων (με όλα τα επιμέρους τμήματά του και την αντίστοιχη ιεραρχία)· τους ιερείς, που φροντίζουν τα σχετικά με τη λατρεία των θεών, τη συντήρηση των ναών, τη διαχείριση των «ιερών χρημάτων» και τις δημόσιες θυσίες.

Πέρα από αυτές υπάρχουν κι άλλες «ειδικές υπηρεσίες στις πόλεις που ασχολούνται λεπτομερειακά με τη διοίκηση και βρίσκονται σε μεγάλη ευημερία φροντίζοντας περαιτέρω για την καλή δημόσια εικόνα τους» όπως «η υπηρεσία για τις γυναίκες, για την περιφρούρηση των νόμων, η παιδονομία, η γυμνασιαρχία κι επιπλέον η υπηρεσία για τους γυμναστικούς και διονυσιακούς αγώνες και για άλλες τέτοιες πανηγυρικές εκδηλώσεις». (1322b 39 – 1323a 3).

Διευκρινίζοντας ότι οι παιδονόμοι ασχολούνταν με τη διαπαιδαγώγηση και την ευταξία των παιδιών και οι γυναικονόμοι με τη διατήρηση των ηθών από την πλευρά της γυναίκας, ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Μερικές από αυτές τις αρχές δεν είναι δημοκρατικές ολοφάνερα, όπως η υπηρεσία για τις γυναίκες και η παιδονομία, διότι οι άποροι αναγκάζονται να χρησιμοποιούν και τις γυναίκες και τα παιδιά στις δουλειές ως βοηθούς, επειδή δεν έχουν δούλους». (1323a 3 – 6).

Το ότι τελικά οι γυναίκες και τα παιδιά των φτωχών δεν προστατεύονται από τη νομοθεσία και αναγκάζονται να δουλεύουν (ελλείψει δούλων) είναι ξεκάθαρο δημοκρατικό πλήγμα, αφού καταλύει κάθε έννοια ισότητας. Η πεποίθηση του Αριστοτέλη ότι η διαφορά ανάμεσα σε δημοκρατία και ολιγαρχία είναι ο διαφορετικός ταξικός προσανατολισμός που υπάρχει είναι ο λόγος που θεωρεί αντιδημοκρατικό οτιδήποτε αναπαράγει τις ταξικές διαφορές. Ο υποβιβασμός της γυναίκας και του παιδιού στη θέση του δούλου λόγω φτώχειας είναι η αναπαραγωγή της ταξικής ανισότητας κι αυτό δεν ανήκει στις δημοκρατικές πρακτικές.

Η πιο εκτενής αναφορά όμως γίνεται στο θεσμό που φροντίζει την εκτέλεση των ποινών μετά από τις δικαστικές αποφάσεις: «… πάρα πολύ αναγκαία και σχεδόν η πιο δύσκολη από τις εξουσίες είναι εκείνη που αρμοδιότητά της είναι οι εκτελέσεις των ποινών όσων καταδικάστηκαν, η αναγραφή στους δημόσιους πίνακες των ονομάτων εκείνων οι οποίοι καταδικάστηκαν σε πρόστιμο και η φρούρηση των φυλακισμένων». (1321b 41 – 44).

Ο λόγος που η εξουσία αυτή κρίνεται «πάρα πολύ αναγκαία» είναι προφανής, αφού πρόκειται για την εφαρμογή του νόμου, δηλαδή για την υλοποίηση της δικαιοσύνης: «… οπωσδήποτε είναι […] αναγκαία, επειδή καμία ωφέλεια δεν προκύπτει, όταν γίνονται οι δίκες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των πολιτών, αλλά δεν καταλήγουν σε αποφάσεις». (1322a 3 – 4). Η μη επιβολή ποινών ισοδυναμεί με ακύρωση του νόμου και η ατιμωρησία δεν μπορεί παρά να επιφέρει την κοινωνική αναταραχή: «Κατά συνέπεια καθίσταται αδύνατη η επικοινωνία των πολιτών μεταξύ τους, αν δεν εκδίδονται δικαστικές αποφάσεις, το ίδιο κι αν μένουν ανεκτέλεστες». (1322a 4 – 6).

Το να επιχειρηματολογεί, λοιπόν, κανείς για την αναγκαιότητα της εφαρμογής του νόμου είναι μάλλον περιττό, αφού κοινωνική γαλήνη (και κατ’ επέκταση συνοχή) χωρίς νόμο είναι αδύνατο να επιτευχθεί. Το ζήτημα είναι η ενδεχόμενη απροθυμία στην ανάληψη αυτών των καθηκόντων: «Είναι επομένως αντίξοη αυτή η εξουσία, γιατί προκαλεί μεγάλη απέχθεια, με αποτέλεσμα όπου δεν υπάρχει προσδοκία του μεγάλου κέρδους, δεν υπάρχει και προθυμία να την αναλάβουν και, αν την αναλάβουν, δεν είναι διατεθειμένοι να την ασκήσουν τηρώντας τους νόμους». (1321b 44 – 1322a 2).

Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Αριστοτέλης εντοπίζει κι επιπλέον δυσκολίες: «… όταν τα ίδια πρόσωπα καταδικάζουν κι εκτελούν την καταδίκη, διπλασιάζεται η αποστροφή, αλλά και στην περίπτωση που οι ίδιοι πάντοτε έχουν την ευθύνη της εκτέλεσης κάθε δικαστικής απόφασης και αυτοί επίσης προκαλούν την έχθρα όλων». (1322a 16 – 19).

Αν τα ίδια άτομα αναλαμβάνουν εξολοκλήρου την απόδοση της δικαιοσύνης (τόσο ορίζοντας τις ποινές, όσο κι εφαρμόζοντάς τες), υπάρχει περίπτωση να γίνουν απεχθή σε βαθμό που να κινδυνεύουν. Εξάλλου, δεν υπάρχει τίποτε πιο συνηθισμένο από τον κατάδικο που θεωρεί ότι αδικείται. Η στοχοποίηση των ανθρώπων που απονέμουν τη δικαιοσύνη είναι η υπονόμευση του νόμου, αφού, υπό αυτούς τους όρους, είναι αδύνατη η εφαρμογή του.

Η διαμοίραση των καθηκόντων συνιστά και τη διαμοίραση των ευθυνών, που, σε τελική ανάλυση, θα διασφαλίσει την ακεραιότητα του νόμου: «Γι’ αυτό είναι προτιμότερο να ανατίθεται αυτό το έργο όχι σε μία αρχή αλλά σε διάφορα πρόσωπα που προέρχονται από διαφορετικά δικαστήρια… Ακόμη σε ορισμένες περιπτώσεις είναι καλύτερο να εκτελούν τις αποφάσεις διαφορετικές αρχές από εκείνες που τις εξέδωσαν… και από τις αρχές που μόλις ανέλαβαν, άλλη πρέπει να είναι εκείνη που καταδικάζει από εκείνη που εκτελεί. Για παράδειγμα είναι καλύτερο οι αστυνόμοι να εκτελούν τις αποφάσεις των αγορανόμων και άλλοι τις δικές τους, διότι όσο μικρότερη απέχθεια προκαλείται για τους εκτελεστές των αποφάσεων, τόσο ευκολότερη γίνεται η τελική εκτέλεσή τους». (1322a 6 – 7, 12 – 16).

Κι αυτή ακριβώς είναι η έννοια της διαμοίρασης των εξουσιών που μοναδικό στόχο έχει την κοινωνική ομαλότητα. Η δικαιοσύνη, ως θεμέλιο της συνύπαρξης, θα ήταν αδύνατο να επιτελεσθεί από έναν μόνο φορέα. Η εξουσία που αφορά ελάχιστα πρόσωπα είναι πάντα επίφοβη, καθώς οι λίγοι είναι εύκολο είτε να σφάλλουν είτε να διαφθαρούν υπηρετώντας προσωπικά συμφέροντα: «Επιβάλλεται […] οι αρχές που καταδικάζουν, να επιμερίζουν την αρμοδιότητα της εκτέλεσης των αποφάσεών τους σε άλλες». (1322a 28 – 29).

Και βέβαια, θα ήταν αδύνατο να μη γίνει ειδική αναφορά στον έλεγχο της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος: «Με δεδομένο όμως ότι μερικές αρχές, ίσως και όλες, διαχειρίζονται πολλά δημόσια χρήματα, αναγκαστικά πρέπει να υπάρχει άλλη, χωριστή αρχή, για να ασκεί έλεγχο στους λογαριασμούς και να αποδίδει ευθύνες, χωρίς βέβαια η ίδια να διαχειρίζεται τίποτε άλλο». (1322b 7 – 10).

Ο θεσμός που λειτουργεί ελεγκτικά και που έχει στη δικαιοδοσία του την απόδοση των ευθυνών, χωρίς να ασχολείται με τίποτε άλλο, είναι η αναγκαιότητα της επίβλεψης των θεσμικών εκπροσώπων ή, αν θέλουμε να το θέσουμε διαφορετικά, η παραδοχή ότι η εξουσία διαφθείρει κι ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο μηχανισμός αυτός αναφέρεται ως εποπτεία των χρημάτων της πόλης. Οι άνθρωποι που έχουν πρόσβαση στο δημόσιο πλούτο οφείλουν να ελέγχονται, όχι μόνο γιατί το ανεξέλεγκτο θα γεννήσει πειρασμούς, αλλά και για να εξασφαλιστεί η διαφάνεια, που θα λειτουργήσει ως ύψιστη δικαιοσύνη.

Η συνοχή της πόλης και η αρμονία που θα αποτρέψει κάθε αναταραχή δεν είναι τίποτε άλλο από την εμπιστοσύνη στους θεσμούς, που πρέπει να είναι έτσι δομημένοι, ώστε να εντοπίζουν όλες τις ατασθαλίες: «Τους λειτουργούς της άλλοι τους αποκαλούν ευθύνους, άλλοι λογιστές, άλλοι εξεταστές και άλλοι συνηγόρους. Είναι η πλέον σημαντική αρχή για όλα τα θέματα δίπλα σε όλες αυτές τις αρχές, γιατί συχνά αποφασίζει για τα ζητήματα και προτείνει τα προς συζήτηση θέματα ή προεδρεύει στην εκκλησία του δήμου, όπου ο λαός είναι κυρίαρχος, διότι κατά λογική αναγκαιότητα κυρίαρχη αρχή του πολιτεύματος είναι εκείνη που συγκαλεί το κυρίαρχο σώμα του». (1322b 10 – 15).

Με άλλα λόγια, μιλάμε για την ανώτερη αρχή που πέρα από ελεγκτικό έχει και συντονιστικό ρόλο: «Οι λειτουργοί της αλλού ονομάζονται πρόβουλοι, επειδή προβουλεύονται, ενώ όπου υπάρχει δημοκρατία, βουλή μάλλον». (1322b 16 – 17).

Η ορθή λειτουργία των θεσμών είναι η προϋπόθεση του ιδανικού πολιτεύματος. Η διαφάνεια, η δικαιοσύνη, η εφαρμογή του νόμου, η αξιοκρατία, η εδαφική ακεραιότητα, όλα αυτά που δομούν την πόλη εξασφαλίζοντας τη συνοχή και την ομαλότητα είναι ζητήματα που αφορούν τη διαχείριση της εξουσίας, που δεν μπορεί παρά να διαμοιράζεται καλύπτοντας όλες τις ανάγκες. Η επιλογή των κατάλληλων προσώπων στα ανάλογα κέντρα εξουσίας είναι η ορθή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Σε τελική ανάλυση, οι πολίτες είναι η δύναμη της πόλης κι αυτούς οφείλουν να υπηρετούν οι θεσμοί, που αλληλοσυμπληρώνονται ολοκληρώνοντας την εικόνα του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Η μετατροπή της θέσης εξουσίας σε προσωπική επιβολή ή σε αδιαπραγμάτευτο ατομικό κύρος που δρα καταπιεστικά είναι η αλαζονεία, που γεννιέται από τη διαστρέβλωση. Κι εδώ βρίσκονται οι λεπτές ισορροπίες που με κάθε τρόπο πρέπει να διασφαλιστούν. Από τη μια το γόητρο της εξουσίας, που όμως δεν πρέπει να ταυτιστεί με την έπαρση ή τον κομπασμό, κι από την άλλη το ανθρώπινο πρόσωπο, που όμως δεν πρέπει να οδηγήσει στην απαξία. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η συλλογικότητα. Γιατί οι θέσεις εξουσίας έχουν αξία ως διάσταση συλλογική κι όχι ατομική. Ο φορέας της εξουσίας που το αντιλαμβάνεται αυτό είναι εκείνος που θα υλοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο του. Έχει επίγνωση της ευθύνης και ταυτόχρονα θα λειτουργήσει απαλλαγμένος από κάθε ματαιοδοξία. Αναγκαστικά, ερχόμαστε και πάλι στο ζήτημα της παιδείας.
 
Αριστοτέλης: «Πολιτικά»

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου