Κυριακή 14 Ιουλίου 2024

Ο επισμηναγός της RAF Πατ Πατλ: Ο ήρωας που θυσιάστηκε για την Ελλάδα

Ο Πατ Πατλ γεννήθηκε στο Μπάτεργουωρθ της Νότιας Αφρικής στις 3 Ιουλίου 1914, γιος Άγγλων που είχαν µετοικήσει στη Νότια Αφρική, πέρασε οικονοµικά δύσκολα παιδικά χρόνια. ∆ούλεψε για ένα διάστηµα σε πρατήριο καυσίµων αλλά και σε ορυχεία της Νότιας Αφρικής. Για λόγους βιοπορισµού ο Πατ επιδίδονταν και στο κυνήγι, κάτι που αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιµο για την υπόλοιπη καριέρα του.

Σε ηλικία 18 ετών εντυπωσιάστηκε µε τα αεροπλάνα, κάτι που του έγινε έµµονη ιδέα θέλοντας να γίνει πιλότος. Επιδίωξε την ένταξή του στην Αεροπορία της χώρας του και έτσι αιτήθηκε την ένταξή του στην SAAF το 1932 περιµένοντας για πολλούς µήνες µέχρι να λάβει απάντηση.

Ήταν ένας από 30 συνολικά υποψήφιους που διαγωνίζονταν για τρεις και µόνο θέσεις. Στις 22 Μαρτίου του 1933 κλήθηκε τελικά σε συνέντευξη, αλλά απορρίφθηκε λόγω µη επαρκούς πτητικής εµπειρίας.

Ο Πατλ όµως συνέχισε να αναζητά µια λύση. Πήγε στο Γιοχάνεσµπουργκ, όπου άρχισε να παίρνει µαθήµατα για πιλότος. Για να χρηµατοδοτήσει την προσπάθειά του αυτή δούλεψε ως µηχανικός σε ένα χρυσορυχείο και για να κάποιο διάστηµα το όνειρο να γίνει πιλότος άρχισε να υποχωρεί.

Μια αγγελία όµως από την βρετανική Αεροπορία η οποία ζητούσε εθελοντές βραχύβιας κατάταξης (πέντε έτη) τον οδήγησε στην Βρετανία στις 30 Απριλίου του 1936 όπου έγινε δεκτός στην RAF. Το 1937 αποφοιτά µε τον βαθµό του Ανθυποσµηναγού µε έπαινο στην ευστοχία και µετατίθεται στην 80η Μοίρα της ΡΑΦ.

Υπηρεσία στην Βόρεια Αφρική

Στις 29 Απριλίου του 1938 θα βρεθεί στην Αίγυπτο όπου βρισκόταν η 80η Μοίρα µε κύρια αποστολή την προστασία της διώρυγας του Σουέζ.

Εκεί ο Πατλ αναλαµβάνει διοικητής Σµήνους επιχειρώντας µε τα τελευταία διπλάνα δίωξης της ΡΑΦ, τα Gloster Gladiator.

Ο Πατλ θα σηµειώσει τις δύο πρώτες του καταρρίψεις στις 4 Αυγούστου του 1940 στο Σίντι Μπαράνι, της Αιγύπτου, όπου θα καταρρίψει ένα αεροσκάφος εγγύς υποστήριξης Βa.65 και ένα καταδιωκτικό CR.42, και τα δύο της ιταλικής Αεροπορίας (Regia Aeronautica).

Εκεί θα όµως θα καταρριφθεί και ίδιος και µετά από δύο ηµέρες περιπλάνησης στην έρηµο θα επιστρέψει στη βάση του. Στις 3 Σεπτεµβρίου 1940 προβιβάζεται σε Υποσµηναγό.

Αεροµαχίες στην Ελλάδα

Τον Οκτώβριο του 1940, ο πόλεµος θα εξαπλωθεί στα Βαλκάνια µε την ιταλική εισβολή στην Ελλάδα.

Τον Νοέµβριο του 1940 η Μοίρα του Πατλ µεταφέρεται αρχικά στη Λάρισα. Η εξαίρετη ικανότητά του στις βολές µε απόκλιση αλλά και η πτητική του δεινότητα αξιοποιώντας στο µέγιστο δυνατό βαθµό το Gloster Gladiator το οποίο υστερούσε σε επιδόσεις έναντι των προηγµένων ιταλικών αεροσκαφών (όπως τα Fiat G.50 ή τα Macchi C.200) θα τον φέρουν στην πρώτη σειρά των διακρίσεων έχοντας ήδη 11 καταρρίψεις µέχρι τον ∆εκέµβριο του 1940, όλες στο ελληνο-ιταλικό µέτωπο.

Παρ΄όλα αυτά υπάρχουν ενδείξεις για τουλάχιστον άλλες 10 µε 15 καταρρίψεις, οι οποίες όµως ήταν δύσκολο να επιβεβαιωθούν καθώς τα συντρίµµια των ιταλικών αεροσκαφών ήταν πολύ δύσκολο να εντοπιστούν κάτω από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες στις οροσειρές της βορείου Ηπείρου.

Η Μοίρα του στη συνέχεια θα µεταφερθεί στα Ιωάννινα, στο αεροδρόµιο της Παραµυθιάς. Καθ´όλο τον ∆εκέµβριο του 1940 ο Πατλ οδηγεί το σµήνος του σε νικηφόρες αεροµαχίες που στοιχίζουν ακριβά στην ιταλική Αεροπορία. Εντούτοις οι αντίξοες καιρικές συνθήκες σε συνδυασµό µε το ανύπαρκτο εφοδιαστικό δίκτυο γρήγορα οδήγησαν τα αεροσκάφη της Μοίρας της RAF σε καθήλωση.

Στις 11 Φεβρουαρίου 1941 απονέµεται στον Πατλ ο «Σταυρός ∆ιακριµένων Πτήσεων» (DFC) και στις 18 Μαρτίου 1941, µετά από 3 διαδοχικές καταρρίψεις πάνω από τη Χιµάρα, του προστίθεται και µια διεµβολή (bar), ενώ ως εκείνη τη στιγµή φέρεται να έχει στο ενεργητικό του 23 βεβαιωµένες καταρρίψεις.

Σύντοµα ο Πατλ προάγεται σε Σµηναγό και αναλαµβάνει διοικητής µιας νέας Μοίρας, της 33ης, η οποία εφοδιάζεται µε τα νέα καταδιωκτικά Hawker Hurricane Μκ 1.

Συγκριτικά µε τα διπλάνα Gladiator, ο εξοπλισµός της Μοίρας µε τα Hurricane αντιπροσώπευσε ένα άλµα προς το εµπρός. Γρήγορα, ευέλικτα και εξοπλισµένα για πρώτη φορά µε 8 πολυβόλα τα αεροσκάφη µπορούσαν να ανταγωνιστούν µε καλύτερους όρους τα ιταλικά και αργότερα τα γερµανικά αεροσκάφη, παρά το γεγονός ότι το MkI θεωρείτο ήδη κατώτερο των Bf 109E.

Όποια όµως και αν η ήταν η βελτίωση των επιχειρησιακών συνθηκών για την RAF αυτή εξανεµίστηκε γρήγορα καθώς η υπεροπλία των δυνάµεων του Άξονα ήταν καταθλιπτική.

Πετώντας µε Hawker Hurricane ο Πατλ θα επιφέρει ισχυρό πλήγµα απέναντι στην ιταλική Αεροπορία.

Οι Ιταλοί σαστισµένοι αναφέρουν ότι τους επιτίθενται καταδιωκτικά Spitfire κάτι που όµως δεν ήταν αληθές. Με την γερµανική εισβολή στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941, το έργο των δυνάµεων της RAF θα γίνει ακόµη δύσκολο.

Ο Πατλ δεν θα αργήσει να σηµειώσει τις πρώτες του καταρρίψεις και κατά της Luftwaffe. Πάνω από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα στο Πετρίτσι θα καταρρίψει δύο BF-109E, που ανήκουν στην περίφηµη Μοίρα JG 27 των Γερµανών Άσσων.

Στην συνέχεια καταρρίπτει ακόµα τέσσερα 109Ε, όπου µάλιστα ένα εκ των οποίων θα πραγµατοποιήσει αναγκαστική προσγείωση στο αεροδρόµιο της Λάρισας και του οποίου οι φωτογραφίες εµφανίζονται σύντοµα µε σχετικούς τίτλους στον ελληνικό Τύπο.

Η Μάχη των Αθηνών

Ο τίτλος «Η Μάχη των Αθηνών» αποδόθηκε εκ των υστέρων από τις 14 έως και τις 20 Απριλίου πάνω από την Αττική παραπέµποντας στην «Η Μάχη της Αγγλίας», όπου η ασθενέστερη RAF αντιµετώπισε έναν αριθµητικά ανώτερο αντίπαλο, τη Luftwaffe.

Στην προκείµενη περίπτωση οι αναλογίες είναι κατά πολύ χειρότερες. Με την ελληνική Αεροπορία στο τέλος της οποιασδήποτε αντοχής της και µε τις αγγλικές δυνάµεις σε συνεχή υποχώρηση, η RAF µε τα τελευταία της κατάλοιπα, κάπου 25 αεροσκάφη δίωξης συνολικά, αντιµετώπισε µια αντίπαλη δύναµη που αριθµούσε κάπου 200 αεροσκάφη δίωξης και 300 βοµβαρδιστικά εφορµώντας από τα αεροδρόµια της Λάρισας, του Βόλου, Τανάγρας και Αµφίκλειας.

Υπό αυτές τις συνθήκες η παρουσία της RAF ήταν πλέον περισσότερο συµβολική παρά το γεγονός ότι αυτή η µικρή δύναµη κατάφερε να πραγµατοποιήσει, καταρρίψεις γερµανικών βοµβαρδιστικών που επιτίθονταν κυρίως σε πλοία, στον Βόλο, στη Χαλκίδα και στην Αττική.

∆ύο καταστροφικές µαζικές επιθέσεις της Luftawaffe, καταφέρνουν να σπείρουν το χάρος στον ναύσταθµο της Σαλαµίνας, να καταστρέψουν στο έδαφος αεροπλάνα στη ∆εκέλεια και να κάνουν ζηµιά στην Μοίρα του Πατλ που έχει την βάση της στην Ελευσίνα.

Ο επόµενος στόχος των Γερµανών ήταν τα πλοία που προσπαθούσαν να φυγαδεύσουν τα υποχωρούντα συµµαχικά στρατεύµατα.

Ο Πατλ οδηγεί ακατάπαυστα τα ελάχιστα (12 περίπου στον αριθµό) Hurricane που είχαν αποµείνει εναντίον των γερµανικών βοµβαρδιστικών και µάλιστα µεταξύ 14 και 19 Απριλίου θα καταρρίψει ακόµη έξι.

Η 20η Απριλίου όµως του 1941, έµελλε να είναι και η τελευταία για τον Βρετανό Άσσο.

Μια µεγάλη δύναµη της Luftwaffe συγκεντρώνεται απ’ τον βορρά µε στόχο τον Φαληρικό Κόλπο. Στην Ελευσίνα η 33η Μοίρα παρατάσσει µόνο 12 αξιόµαχα αεροπλάνα.

Η πρώτη δύναµη της Luftwaffe περιλαµβάνει βοµβαρδιστικά – αναγνωριστικά που συντονίζουν την επίθεση και κατ’ αρχήν υπερίπτανται µε κύκλους πάνω από τις περιοχές του Ταύρου και της Καλλιθέας επιβλέποντας το Φάληρο και επιλέγοντας στόχους.

Η 33η Μοίρα απογειώνεται αµέσως µε µια οµάδα 7 αεροσκαφών για να επιτεθεί σε αυτήν την δύναµη, ενώ ο Πατλ απογειώνεται µετά από λίγο µε τα υπόλοιπα 5, υπολογίζοντας να αντικαταστήσει στον αέρα το πρώτο σµήνος όταν θα του εξαντλούνταν τα καύσιµα και τα πυροµαχικά.

Ο Πατλ δεν δίστασε ούτε στιγµή να απογειωθεί και αυτός παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για αποστολή χωρίς επιστροφή.

Όχι λόγω της γερµανικής αριθµητικής υπεροχής, αυτή την αντιµετώπιζαν όλοι οι πιλότοι της 33ης Μοίρας που βρίσκονταν στον αέρα, αλλά γιατί ήταν άρρωστος µε πολύ υψηλό πυρετό (39 C) έχοντας την διαταγή να µην πετάξει «παρά µόνο αν αυτό κρίνονταν απολύτως απαραίτητο».

Με τον ίδιο να «ψήνεται» στον πυρετό, έχοντας εκ των πραγµάτων µειωµένα αντανακλαστικά και αντίληψη της περιβάλλουσας κατάστασης, ο Πατλ ήταν ουσιαστικά σε µια αποστολή αυτοκτονίας. Παρ΄όλα αυτά δεν δίστασε ούτε στιγµή.

Τη στιγµή που το Σµήνος των 5 Hurricane φτάνει πάνω από το Φάληρο και οι συνάδελφοί του αγωνίζονται κυριολεκτικά για την επιβίωσή τους, απέναντι σε δεκάδες γερµανικά Bf-109E και Bf-110C, το βλέµµα του πέφτει αµέσως στον επίσης παλαίµαχο του αλβανικού Μετώπου, τον Γουίλλιαµ Γουντς, τον οποίον κυνηγούν τρία Bf-109.

Ο Γουντς αγωνίζεται να επιστρέψει προς την Ελευσίνα, κάνοντας απελπισµένους ελιγµούς διαφυγής προς τον νότο. Ο Πατλ ακολουθεί τα γερµανικά και καταρρίπτει το ένα, αλλά δέχεται επίθεση από δύο άλλα.

Για τελευταία φορά τον είδαν νεκρό µέσα στο πιλοτήριό του να βυθίζει σχεδόν κάθετα στο ίδιο περίπου σηµείο µε τον Γουντς, κάπου λίγα χιλιόµετρα έξω απ’ την Ψυττάλλεια.

Στην απελπισµένη εκείνη αεροµαχία, εντούτοις, οι σύντροφοι του Πατλ κατέρριψαν συνολικά 22 γερµανικά αεροπλάνα, χάνοντας από την πλευρά τους 5 πράγµα που αποδεικνύει αφενός την εξαιρετική τους αποτελεσµατικότητα κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες, αφ ετέρου δε παρουσιάζει ένα ρεκόρ αναλογίας (1:4) πολύ µεγαλύτερο από εκείνο που παρουσίασαν οι συνάδελφοί τους στην Μάχη της Αγγλίας.

Επίλογος

Ο ιστορικός Αντριου Τόµας στο βιβλίο του Hurricane Aces 1941–1945 αναφέρει ότι το συνολικό «σκορ» του Πατλ ήταν 57 καταρρίψεις.

Αλλά ο Πατλ σκοτώθηκε στις αρχές σχεδόν του 2ου Παγκοσµίου Πολέµου, ενώ πολέµησε σε δευτερεύοντα µάλλον για τους Άγγλους µέτωπα, την ώρα που άλλα ονόµατα µε πολύ λιγότερες νίκες και αρετές έγιναν πασίγνωστα αργότερα κι ενώ το δικό του έπαψε να µνηµονεύεται όσο συχνά θα του άξιζε, αν όχι ίσως και ξεχάστηκε για πολύ µεγάλο διάστηµα.

Το όνοµά του αναφέρεται και στο βιογραφικό έργο του συµπολεµιστή του στην Μάχη των Αθηνών και αργότερα διάσηµου συγγραφέα Ρόαλντ Νταλ, «Going Solo».

Στο βιβλίο αυτό ο Πατλ περιγράφεται σαν ένας µοναδικός πιλότος και ηγέτης, που επηρέασε άµεσα τους συντρόφους του στο δύσκολο έργο που είχαν να αντιµετωπίσουν.

Η προαγωγή του µάλιστα σε Επισµηναγό δεν έφτασε ποτέ στην Ελευσίνα και τα σχετικά έγγραφα της προαγωγής του καταστράφηκαν στην υποχώρηση. Γι’ αυτό το λόγο σε µερικά άρθρα αναφέρεται ως Σµηναγός, τον επίσηµο βαθµό που έφερε την ώρα του θανάτου του.

Το όνοµα του Πατλ αναφέρεται στο Μνηµείο της Κοινοπολιτείας στο Ελ Αλαµέιν αφιερωµένο σε όλους τους πιλότους που πολέµησαν στην Ανατολική Μεσόγειο και Αφρική, αλλά που δεν είχαν την τύχη να έχουν τάφο.

Η Ελλάδα, για την οποία πολέµησε και έπεσε δεν τον τίµησε ποτέ. Ούτε ένας δρόµος, µε το όνοµα του ούτε µια προτοµή κάπου στην Ελευσίνα για να θυµίζουν τον ξεχασµένο ήρωα.

Η Σφαίρα Dyson

Τι θα γινόταν αν οι άνθρωποι μπορούσαν να εκμεταλλευτούν όλη την ενέργεια του ήλιου; Τι θα συμβεί αν οι εξωγήινοι πολιτισμοί έχουν ήδη μάθει να συλλέγουν την ενέργεια των αστεριών; Το 1960, ο φυσικός και αστρονόμος Freeman Dyson πρότεινε τη χρήση ηλιακών συλλεκτών σε τροχιά για να επιτευχθεί αυτό το εκπληκτικό επίτευγμα. Το διερεύνησε αρχικά ως ένα νοητικό πείραμα. Σήμερα, ονομάζουμε αυτές τις γιγάντιες μεγαδομές με το όνομα σφαίρες Dyson. Κάποιοι μάλιστα αστρονόμοι θέλουν να τις ψάξουν!

Τι θα γινόταν αν οι άνθρωποι μπορούσαν να εκμεταλλευτούν όλη την ενέργεια του ήλιου; Τι θα συμβεί αν οι εξωγήινοι πολιτισμοί έχουν ήδη μάθει να συλλέγουν την ενέργεια των αστεριών; Το 1960, ο φυσικός και αστρονόμος Freeman Dyson πρότεινε τη χρήση ηλιακών συλλεκτών σε τροχιά για να επιτευχθεί αυτό το εκπληκτικό επίτευγμα. Το διερεύνησε αρχικά ως ένα νοητικό πείραμα. Σήμερα, ονομάζουμε αυτές τις γιγάντιες μεγαδομές με το όνομα σφαίρες Dyson. Κάποιοι μάλιστα αστρονόμοι θέλουν να τις ψάξουν!

Εικόνα: Η ιδέα ενός καλλιτέχνη για μια σφαίρα Dyson που χτίστηκε από έναν προηγμένο πολιτισμό για να συλλάβει την ενέργεια ενός αστεριού. Μια μεγαδομή που χρησιμοποιεί μεγάλα σε τροχιά πάνελ για τη σύλληψη της ενέργειας.

Δεν έχουμε δει φυσικά ποτέ σφαίρα Dyson. Η ιδέα εξακολουθεί να υπάρχει μόνο στον κόσμο της σκέψης των αστρονόμων. Όλα ξεκίνησαν με τη δισέλιδη εργασία του Dyson στο περιοδικό Science το 1960. Ο τίτλος ήταν Search for Artificial Stellar Sources of Infrared Radiation . Ο Dyson φαντάστηκε μια δομή συλλογής της αστρικής ενέργειας στο μέγεθος ενός ηλιακού συστήματος, ως μια τεχνολογία που θα ήταν αναπόφευκτη για προηγμένους πολιτισμούς στο σύμπαν.

Για παράδειγμα εάν καλύπταμε όλη την επιφάνεια της Γης με ηλιακά πάνελ, η παραγωγή θα ήταν πάνω από 10^17 Joule ενέργειας ανά δευτερόλεπτο, αλλά και πάλι θα χάναμε το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας που εκπέμπει ο Ήλιος, περίπου 10^26 Joule ανά δευτερόλεπτο.

Αν ένας προηγμένος πολιτισμός ήθελε να αξιοποιήσει πλήρως την ενέργεια του μητρικού του άστρου, πρέπει να κατασκευάσει γιγαντιαίες δομές που θα μπορούν να τη συλλέγουν ένα μέρος του φωτός (ενέργεια) του άστρου και μετατρέποντάς την σε ενέργεια για χρήσιμες εφαρμογές πάνω στον πλανήτη.

Ο Freeman Dyson πρότεινε μάλιστα ότι η αναζήτηση αποδείξεων για την ύπαρξη τέτοιων δομών θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανακάλυψη της ευφυούς ζωής στον Γαλαξία μας.

Μια σφαίρα Dyson μπορεί κάλλιστα να είναι κατασκευασμένη εξ ολοκλήρου από ξεχωριστά κάτοπτρα, που περιστρέφονται γύρω από τον ήλιο και στρέφονται κατάλληλα προς τη Γη.

Το μυστήριο του Tabby’s Star

Τα τελευταία χρόνια, οι αστρονόμοι διερεύνησαν μια πραγματική πιθανότητα μιας σφαίρας Dyson. Αφορούσε ένα περίεργο αστέρι με την ένδειξη KIC 8462852 ή που ονομάζεται πιο ευρέως Tabby’s Star. Το όνομα προέρχεται από την ανακάλυψή της αστρονόμου του Yale Tabetha Boyajian. Το φως αυτού του αστεριού είναι παράξενο. Οι αστρονόμοι αρχικά πίστευαν ότι το φως του αστεριού μπορεί να υποδεικνύει μια σφαίρα Dyson. Αυτή η ιδέα έκτοτε απορρίφθηκε, αλλά η συζήτηση για το αστέρι αυτό – ήταν συναρπαστική.

Το 2018 προέκυψαν και άλλες πιθανότητες. Για παράδειγμα, υπήρξε μια πρόταση για χρήση της αποστολής Gaia για την αναζήτηση σφαιρών Dyson.

Έτσι, οι σφαίρες του Dyson παραμένουν αυστηρά στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας ή των επιστημονικών δυνατοτήτων κατά τον 20ό αιώνα. Αλλά η ιδέα τους φαίνεται τώρα αρκετά αληθινή σε μερικούς αστρονόμους που εξετάζουν εξονυχιστικά συγκεκριμένα αστέρια, αναζητώντας κατάλληλα σημάδια τους.

Τι είναι η σφαίρα Dyson;

Πρόκειται για μια υποθετική μεγακατασκευή η οποία περικλείει έναν αστέρα και συσσωρεύει την ενέργεια που ο αστέρας εκπέμπει. Η έννοια της κατασκευής αυτής αναπτύχθηκε αρχικά από τον συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Όλαφ Στάπλεντον στο μυθιστόρημα του με τίτλο Star Maker (1937), ενώ αργότερα η ιδέα προωθήθηκε και έγινε ευρύτερα γνωστή από τον θεωρητικός φυσικό και μαθηματικό Freeman Dyson (γνωστός για τις μελέτες του στην κβαντική ηλεκτροδυναμική, τη φυσική στερεάς κατάστασης, την αστροφυσική και την πυρηνική μηχανική), σε μελέτη που εκπόνησε το 1960 με τίτλο Αναζήτηση για τεχνητές αστρικές πηγές υπέρυθρης ακτινοβολίας.

Ο Dyson εκτίμησε πως η ύπαρξη τέτοιων κατασκευών θα ήταν η λογική συνέπεια των αυξανόμενων αναγκών ενός τεχνολογικού πολιτισμού για ενέργεια και για την αναγκαιότητα διασφάλισης της προς την μακροχρόνια επιβίωση του. Πρότεινε επίσης πως η αναζήτηση για τέτοιου είδους κατασκευές θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανακάλυψη εξελιγμένων και νοήμονων εξωγήινων μορφών ζωής. Θα μπορούσαν να υπάρχουν διάφοροι τύποι σφαιρών και η ικανότητα απορρόφησης ενέργειας τους θα αντιστοιχούσε στις βαθμίδες τεχνολογικής ανάπτυξης της κλίμακας Καρντάσεφ.

Αρχικά, κάποιοι οραματίστηκαν μια σφαίρα Dyson ως μια τεχνητή κούφια σφαίρα ύλης γύρω από ένα αστέρι, και ο Dyson αρχικά χρησιμοποιούσε τη λέξη κέλυφος. Αλλά ο Dyson δεν φανταζόταν τους συλλέκτες ενέργειας σαν ένα συμπαγές κέλυφος. Αργότερα ο Dyson έγραψε τα εξής:

Ένα συμπαγές κέλυφος ή δακτύλιος που περιβάλλει ένα αστέρι είναι μηχανικά αδύνατο. Η μορφή της «βιόσφαιρας» που οραματιζόμουν αποτελείται από μια χαλαρή συλλογή ή ένα σμήνος αντικειμένων που ταξιδεύουν σε ανεξάρτητες τροχιές γύρω από το αστέρι.

Θετικές δηλώσεις και αυτοπεποίθηση

Οι θετικές δηλώσεις, γνωστές και ως affirmations, αποτελούν μια τεχνική που χρησιμοποιείται ευρέως στην ψυχολογία και την αυτοβοήθεια για την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης. Αυτή η πρακτική βασίζεται στην ιδέα ότι οι σκέψεις και οι λέξεις μας έχουν τη δύναμη να διαμορφώσουν την αντίληψή μας για τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας.

Τι είναι οι θετικές δηλώσεις;

Οι θετικές δηλώσεις είναι σύντομες, ενδυναμωτικές φράσεις που επαναλαμβάνονται τακτικά για να επηρεάσουν το υποσυνείδητο και να αλλάξουν αρνητικές σκέψεις και συμπεριφορές. Για παράδειγμα, μια δήλωση όπως «Αξίζω την αγάπη και την ευτυχία» μπορεί να βοηθήσει κάποιον να ξεπεράσει συναισθήματα αναξιότητας και να ενισχύσει την αυτοεκτίμησή του.

Πώς οι θετικές δηλώσεις ενισχύουν την αυτοπεποίθηση;
  1. Επανεκπαίδευση του εγκεφάλου: Σύμφωνα με την νευροπλαστικότητα, ο εγκέφαλός μας μπορεί να αλλάξει και να αναπροσαρμόσει τις συνάψεις του με την επανάληψη νέων σκέψεων και συμπεριφορών. Οι θετικές δηλώσεις βοηθούν στην επανεκπαίδευση του εγκεφάλου να εστιάζει σε θετικές πτυχές της ζωής και του εαυτού μας (Doidge, 2007).
  2. Αντικατάσταση αρνητικών σκέψεων: Συχνά, η έλλειψη αυτοπεποίθησης προέρχεται από αρνητικές και αυτοκαταστροφικές σκέψεις. Οι θετικές δηλώσεις λειτουργούν ως αντίδοτο, αντικαθιστώντας αυτές τις σκέψεις με πιο υποστηρικτικές και ενδυναμωτικές (Seligman, 2011).
  3. Ενίσχυση της αυτοεκτίμησης: Επαναλαμβάνοντας θετικές δηλώσεις, αρχίζουμε να πιστεύουμε αυτά που λέμε. Αυτό μπορεί να ενισχύσει την αυτοεκτίμηση και την εμπιστοσύνη στις ικανότητές μας (Burns, 1980).
  4. Δημιουργία θετικής στάσης: Η τακτική χρήση θετικών δηλώσεων μπορεί να βοηθήσει στη δημιουργία μιας γενικότερης θετικής στάσης προς τη ζωή, μειώνοντας το άγχος και την αίσθηση του άγχους (Fredrickson, 2009). Έρευνες και αποδείξεις

Έρευνες στην ψυχολογία υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα των θετικών δηλώσεων. Μελέτες έχουν δείξει ότι οι θετικές δηλώσεις μπορούν να βελτιώσουν την ψυχική υγεία, να μειώσουν το άγχος και να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα απέναντι στις δυσκολίες (Creswell et al., 2013).

Πρακτικές Συμβουλές για τη Χρήση Θετικών Δηλώσεων
  1. Συγκεκριμένες και ρεαλιστικές δηλώσεις: Οι δηλώσεις πρέπει να είναι συγκεκριμένες και ρεαλιστικές για να είναι αποτελεσματικές. Αντί να λέτε «Είμαι ο καλύτερος σε όλα», προτιμήστε «Είμαι ικανός και μπορώ να αντιμετωπίσω τις προκλήσεις με επιτυχία» (Schiraldi, 2001).
  2. Καθημερινή επανάληψη: Η συνέπεια είναι το κλειδί. Αφιερώστε λίγα λεπτά κάθε μέρα για να επαναλάβετε τις δηλώσεις σας (Hay, 1984).
  3. Χρήση σε στιγμές άγχους: Οι θετικές δηλώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν και σε στιγμές άγχους ή αμφιβολίας για να ανακτήσετε την ηρεμία και την αυτοπεποίθησή σας (Neff, 2011).
  4. Συνοδεία με δράση: Οι δηλώσεις είναι πιο αποτελεσματικές όταν συνοδεύονται από δράση. Εφαρμόστε τις σκέψεις σας στην καθημερινή σας ζωή (Covey, 1989). 
Συμπέρασμα

Οι θετικές δηλώσεις είναι ένα απλό αλλά ισχυρό εργαλείο που μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση της αυτοπεποίθησης και της αυτοεκτίμησης. Ενσωματώνοντάς τις στην καθημερινή μας ζωή, μπορούμε να αναπτύξουμε μια πιο θετική και ενδυναμωτική νοοτροπία, οδηγώντας μας σε μια πιο ευτυχισμένη και επιτυχημένη ζωή.

Η Φιλοσοφία του Δικαίου σχετίζεται άμεσα με την ηθική

thinkerstanford
Η φιλοσοφία του δικαίου ασχολείται με τις γενικές αρχές και την εφαρμογή του δικαίου. Την ενδιαφέρει η εσωτερική φύση του δικαίου σε σχέση με την αλήθεια, τα ήθη και τα έθιμα, και κυρίως η γνώση του αρχετύπου της δικαιοσύνης. Χάρη στη βοήθεια κάποιων από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του δικαίου που γνώρισε η ιστορία, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα από πού πηγάζει αυτό που ονομάζουμε Φυσικό Δίκαιο. Εξάλλου, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε κάτι σε βάθος, χωρίς να ξέρουμε τη φιλοσοφία του.

Δίκαιο και ηθική

Η Φιλοσοφία του Δικαίου σχετίζεται άμεσα με την ηθική, η οποία μελετά τα ανθρώπινα καθήκοντα του άνθρωπου, τι δηλαδή οφείλει να πράξει ένας άνθρωπος και τι να αποφύγει. Στην αρχική τους πηγή, δίκαιο και ηθική είναι υποστάσεις της ανθρωπινής συνείδησης και αυτονομίας, με τη διαφορά ότι η ηθική λειτουργεί ιδίως στον εσωτερικό μας κόσμο, ενώ το δίκαιο στην κοινωνία. Το δίκαιο προϋποθέτει συνείδηση του καθήκοντος, αυτού που πρέπει να γίνει για το κοινό καλό. Για χιλιάδες χρόνια τα όρια της ηθικής και του δικαίου ήταν δυσδιάκριτα και ουσιαστικά ταυτίζονταν. Δίκαιο και ηθική διαχωρίζονται μόλις κατά τους τελευταίους αιώνες, γεγονός με μάλλον δυσμενείς συνέπειες για τις ανθρώπινες κοινωνίες. Ας μην ξεχνάμε ότι σήμερα η διαφθορά-έλλειψη ηθικής θεωρείται το μεγαλύτερο πρόβλημα παγκοσμίως, ενώ ένας ολοκληρωτικός διαχωρισμός ηθικής και δικαίου θα είχε ολέθριες συνέπειες στις ανθρώπινες κοινωνίες.

Το δίκαιο είναι το σύνολο εκείνων των προσταγμάτων που απορρέουν από την ανθρώπινη συνείδηση με σκοπό την πραγμάτωση και τη συντήρηση της κοινωνικής ενότητας και επιβάλλονται ως κοινός κανόνας που διέπει τις σχέσεις του ηθικού κόσμου. Χωρίς τις υποχρεώσεις αυτές, η κοινωνία δεν θα μπορούσε να προχωρήσει. Το δίκαιο συνδέει τους ανθρώπους, κανονίζει τις μεταξύ τους σχέσεις, έστω και αν τα ανθρώπινα πάθη, τα συμφέροντα, ή οι λανθασμένες αντιλήψεις απειλούν να μας αποπλανήσουν. Για τον λόγο αυτό παρουσιάζεται η ανάγκη το δίκαιο να μπορεί να επιβληθεί με τρόπο εξαναγκαστικό. Περνάμε επομένως από τη φάση των ηθών και του εθίμου σε αυτήν των νόμων μίας οργανωμένης κοινωνίας, οι οποίοι στην αρχαιότητα είχαν θεϊκή προέλευση, ακριβώς επειδή ήταν αποτύπωση των ηθικών επιταγών.

Είναι όμως συχνό και το φαινόμενο, δίκαιο και ηθική να συγκρούονται. Η σύγκρουση αυτή είναι ουσιαστικά μία αντίφαση και οφείλεται περισσότερο στον ανθρώπινο εγωισμό και απληστία. Πραγματικά ο νόμος θεσπίζει ή οφείλει να θεσπίζει ό,τι η ηθική επιτάσσει. Στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, η κόρη του Οιδίποδα, Αντιγόνη προσπαθεί να θάψει τον νεκρό αδελφό της Πολυνείκη, παρά την αντίθετη εντολή του βασιλιά της Θήβας, Κρέοντα, θέτοντας την τιμή των θεών και την αγάπη για τον αδερφό της υπεράνω των νόμων των ανθρώπων. Η άρνηση του Κρέοντα φέρνει την οργή των ολύμπιων θεών. Ο Κρέοντας χάνει πρώτα τον γιό του Αίμονα, μετά τη σύζυγό του Ευρυδίκη και τελικά αυτοεξορίζεται. Το σαφές μήνυμα του έργου είναι ότι οι ηθικοί κανόνες οφείλουν πάντα να υπερισχύουν των ανθρώπινων νόμων, όταν οι τελευταίοι γίνονται άδικοι και καταπιεστικοί.

Πλάτωνος Πολιτεία και Νόμοι

Ο Πλάτωνας, στην ιδανική «Πολιτεία» ταυτίζει τη δικαιοσύνη με την ευδαιμονία. Θεωρεί ότι δίκαιος είναι αυτός που γνωρίζει πραγματικά τι είναι η δικαιοσύνη, την οποία ταυτίζει με το να αναλαμβάνει ο καθένας το έργο που πραγματικά του αρμόζει. Επομένως, η θέση που αναλαμβάνει ο καθένας μέσα στην κοινωνία, θα πρέπει να σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με τις ικανότητές του, διαχωρίζοντας του πολίτες στις κοινωνικές τάξεις των αρχόντων, των επίκουρων και των λοιπών πολιτών. Με τον τρόπο αυτό θεμελιώνει την ύπαρξη της δικαιοσύνης τόσο μέσα στην κοινωνία, όσο και μέσα στον άνθρωπο, όπου η κάθε ανθρώπινη όψη (ο Πλάτων χωρίζει την ανθρώπινη ψυχή σε τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμοειδές και το επιθυμητικό), πρέπει να μπει στη θέση της και οι ανώτερες ιδέες και ιδιότητες να κυβερνούν τα κατώτερα πάθη και αδυναμίες. Επομένως, η αρετή-δικαιοσύνη κατακτάται από τη γνώση του αγαθού, των ανώτερων στοιχείων που υπάρχουν σε κάθε άνθρωπο, σε συνδυασμό με την τιθάσευση των επιθυμιών και των ενστίκτων από τον νου.

Στους «Νόμους», ο Πλάτωνας εξηγεί ότι επειδή οι άρχοντες – φιλόσοφοι είναι εξαιρετικά σπάνιοι, είναι αναγκαία η απρόσωπη εξουσία των νόμων. Οι νόμοι ρυθμίζουν το συνήθως συμβαίνον, είναι γενικοί και πρέπει να συνοδεύονται από πειθώ, ώστε οι πολίτες να τους κατανοούν και να συμμορφώνονται με αυτούς, κάνοντας έτσι το θετό δίκαιο προϊόν του ορθού λόγου.

Τη συλλογιστική του Πλάτωνα συνεχίζει ο Αριστοτέλης, που θεωρεί ότι βασική υπευθυνότητα του πολιτικού είναι να θεσπίζει δίκαιους νόμους, ενώ διδάσκει ότι η πολιτική είναι μία ηθική διδασκαλία περί των συλλογικών αγαθών και του τρόπου κατάκτησής τους. Η δικαιοσύνη είναι η ανώτερη αρετή και σημαίνει αφενός να ζούμε σύμφωνα με όσα υποδεικνύει η ηθική, αφετέρου να μην αδικούμε τους άλλους ανθρώπους (λόγω πλεονεξίας, άνισης μεταχείρισης κλπ), διαταράσσοντας την ισορροπία. Σε μία κοινωνία η δικαιοσύνη εκφράζεται μέσα από την υπερίσχυση του συλλογικού έναντι του ατομικού, αλλά και όταν οι θεσμοί προωθούν την ανάπτυξη των αρετών και της ευδαιμονίας των πολιτών.

Διαφωτισμός και Φυσικό Δίκαιο

Την περίοδο του Διαφωτισμού, η φιλοσοφία του δικαίου αναπτύσσεται, ως ξεχωριστός κλάδος (17ος αιώνας μ.Χ.) από τους ρασιοναλιστές, ένα φιλοσοφικό σύστημα το οποίο εμπιστεύεται περισσότερο τη σκέψη παρά τις αισθήσεις. Επαναδιατυπώνεται η ιδέα ότι το δίκαιο είναι κάτι το φυσικό και ότι τα άτομα είναι φύσει ελεύθερα και ικανά να συμβάλ­λονται εκουσίως, ενώ το κράτος αναλαμβάνει να εγγυηθεί τα δικαιώματα αυτά. Ένα από τα χαρακτηριστικά του φυσικού δικαίου είναι ότι δεν εξαρτάται από τις γνώμες των ανθρώπων. Στη θεωρία της Σχολής του νεώτερου φυσικού δικαίου, το φυσικό δίκαιο άφορα στη φυσική κατάσταση του άνθρωπου, όπως ήταν πριν από τη δημιουργία των κοινωνικών θεσμών και του πολιτισμού.

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο

Στο Κοινωνικό Συμβόλαιο (αρχικός τίτλος Περί του Κοινωνικού Συμβολαίου, ή Αρχές του Πολιτικού Δικαίου, εκδ. 1762) του Jean-Jacques Rousseau, ο συγγραφέας αναρωτιέται εάν μπορεί να υπάρξει μια νόμιμη πολιτική εξουσία, για να καταλήξει στο ότι «η ισχύς δεν δημιουργεί δίκαιο, και ότι δεν οφείλουμε υπακοή παρά μόνο στις έννομες δυνάμεις». Επομένως, δεν υπάρχει κανένα καθήκον για υποταγή και υπακοή σε μια δύναμη που δεν είναι νόμιμη. Με την εφαρμογή του κοινωνικού συμβολαίου, όλοι θα είναι ελεύθεροι γιατί θα έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, ενώ επιβάλλονται οι αναγκαίοι περιορισμοί σε κάθε δικαίωμα. Από τη μία υπάρχει ο κυρίαρχος λαός, που αποτελείται από ολόκληρο τον πληθυσμό (άνδρες και γυναίκες, μία θέση αρκετά επαναστατική για την εποχή) και αντιπροσωπεύει τη γενική βούληση, ενώ από την άλλη πλευρά είναι η κυβέρνηση που ασχολείται με την εφαρμογή των νόμων. Όταν η κυβέρνηση ξεπεράσει τα όρια που θέτει ο λαός, είναι αποστολή του λαού να καταργήσει μια τέτοια κυβέρνηση.

Το Κοινωνικό Συμβόλαιο ενέπνευσε πολιτικές μεταρρυθμίσεις και επαναστάσεις στην Ευρώπη, ειδικά στη Γαλλία, αμφισβητώντας την μέχρι τότε αντίληψη ότι οι μονάρχες κυβερνούσαν ελέω Θεού. Ο Rousseau ισχυρίζεται ότι μόνο οι πολίτες είναι κυρίαρχοι και έχουν αυτό το πανίσχυρο δικαίωμα.

Ο Νομικός φορμαλισμός του Kant

Οι παραπάνω αντιλήψεις διαφοροποιούνται από τον Ε. Kant, ο οποίος υποστήριξε ότι «…μόνον ο άνθρωπος ως έλλογο ον μπορεί να βρει τον σκοπό της ύπαρξής του στον εαυτό του», επομένως το δίκαιο είναι προϊόν του ορθού λό­γου. Για τον Kant, το δίκαιο σχετίζεται άμεσα με την ηθική, η οποία είναι η αρχή της ατομικότητας του προσώπου ως ηθικού υποκειμένου. Θεωρεί ότι η υποχρέωση είναι η αναγκαιότητα μιας ελεύθε­ρης πράξης που πρέπει να γίνει, αναφερόμενος στο καθήκον της συμμόρφωσης με τον νόμο.

Στον Kant η υπακοή στον νόμο είναι επιβεβλημένη, ανε­ξαρτήτως της ορθότητάς του, αρκεί να είναι νόμος, μία αντίληψη που μας θυμίζει λίγο τον Σωκράτη, ο οποίος αποδέχθηκε την άδικη καταδίκη του σε θάνατο. Ο νομικός φορμαλισμός του Kant είναι τόσο κατηγορημα­τικός ώστε δεν επιτρέπει την αμφισβήτηση των πρωτείων του θε­τικού δικαίου. Ωστόσο, η θέση αυτή είναι αντίθετη με την επικρατούσα αντίληψη στην αρχαιότητα, όπου το φυσικό δίκαιο πρέπει απαραίτητα να συμφωνεί με το θετό (νόμοι του κράτους). Το φυ­σικό δίκαιο στον Kant είναι μια υπόσχεση δικαίου πού απορροφάται από το κρατικό δίκαιο και επομένως, κάθε αντίσταση ή αντίθεση στη νομοθεσία είναι για τον Kant παραβίαση του νόμου.

Ως φιλοσοφία του δικαίου η Καντιανή θεωρία δεν επικεντρώνεται στο πόσο αγαθή είναι η πράξη, αλλά στην ελευθερία του άνθρωπου και στη συμμόρφωσή του με τον νόμο. Το δε δίκαιο είναι η αρχή της ανθρώπινης συνύπαρξης.

Η ελευθερία του ατόμου του Hegel

Το αντικείμενο της Φιλοσοφίας του Δικαίου είναι για τον Hegel μια έρευνα για την ορθή κατανόηση της έννοιας «ελευθερία» και η πραγμάτωσή της μέσα από τους θεσμούς. Η μετάβαση στην αληθινή ελευθερία πραγματοποιείται στο πολιτικό σύστημα στο πλαίσιο της «θεσμοσύνης» (δηλαδή της ηθικής κοινότητας που μετουσιώνεται στην οικογένεια, την αστική κοινωνία και το κράτος), οπότε το άτομο υποτάσσεται μεν στο σύνολο, διατηρεί όμως την ατομική του ελευθερία, καθώς η θεσμοσύνη υπερισχύει των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων.

Το κράτος δεν νομιμοποιείται από τη λαϊκή ετυμηγορία, αλλά από την αναγνώριση πως τα δικαιώματα και η ευημερία των πολιτών διαφυλάσσονται στην πράξη από το κράτος και τους νόμους του και ότι η ευημερία της κοινωνίας είναι ο αυτοσκοπός του κράτους, επομένως ο Hegel απορρίπτει τις θεωρίες του κοινωνικού συμβολαίου του Rousseau.

Από τη σύντομη παράθεση των ανωτέρω, είναι εμφανές πόσο πολύ κάποιες από τις παραπάνω αντιλήψεις έχουν επηρεάσει όχι μόνο τη σημερινή νομοθεσία, αλλά και τις ζωές μας γενικότερα. Υπάρχει όντως ένα φυσικό δίκαιο ή μήπως πρόκειται για ένα είδος περιορισμού της κρατικής αυθαιρεσίας; Οφείλουμε να υπακούμε στους νόμους του κράτους, έστω και αν είναι άδικοι; Τι είναι τα κοινό περί δικαίου αίσθημα που βρίσκεται στην καρδιά του καθενός και γιατί ο αγώνας για τη δικαιοσύνη συνεχίζεται ακόμα και σήμερα; Στην προσπάθεια των ανθρώπων να απαντήσουν στα παραπάνω ερωτήματα, αλλά και να στηρίξουν ή αποδομήσουν κάποιες από τις θέσεις που εκθέσαμε, έχουν γραφτεί μερικές από τις πιο σημαντικές σελίδες της ιστορίας.

Κάποιες φορές η ζωή σε πάει μόνη της

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος Σε όσους τη νύχτα ονειρεύονταιΚάποιες φορές η ζωή σε πάει μόνη της… Όσα και να σχεδιάσεις, ό,τι και να προγραμματίσεις, όσα «ναι» ή «όχι» και να πεις, όσο σίγουρος κι αν αισθάνεσαι, ξημερώνει μια μέρα και αναρωτιέσαι «ήμουν εγώ ο οδηγός ή η ζωή με πήγε;».

Δημιουργείται αυτόματα ένα ανερμήνευτο συναίσθημα, παύεις να έχεις τον έλεγχο, μα μέσα σου παγιώνεται η ιδέα πως κάποια πράγματα εάν είναι να γίνουν θα γίνουν, ενώ κάποια άλλα όχι.
Όσο κι αν νιώθεις ότι εσύ κατευθύνεις τα πράγματα, φτάνει εκείνη η στιγμή που διαπιστώνεις πως ό,τι κι αν επέλεγες θα έφτανες στο σημείο που βρέθηκες. Πολλές φορές όλα συνωμοτούν, καλά και κακά, για να καταλήξουμε κάπου.

Πάντα κάτι μας διαφεύγει και είναι στιγμές που φαίνονται όλα τόσο μπερδεμένα. Τότε, σαν να τραβιέται από μόνη της μια κλωστή και ως διά μαγείας φτιάχνουν όλα, με έναν τρόπο που δεν υπολόγιζες πως θα υπήρχε, όλα γίνονται καλύτερα, περισσότερο από όσο μπορούσες να φανταστείς.
Κάποιες φορές η ζωή σε πάει μόνη της…

Δεν σε προειδοποιεί για τις ανατροπές. Σε πιάνει απροετοίμαστο και μένεις με το στόμα ανοιχτό. Κι είναι τόσο ωραίο αν οι αλλαγές φέρουν ένα θετικό αποτέλεσμα. Καταλήγεις πως η ζωή μπορεί να είναι γενναιόδωρη, πως δεν σ’ έχει εγκαταλείψει ο θεός σου, πως όλα γίνονται, ναι, για κάποιο λόγο, για να έρθει η μέρα που θα χαμογελάσουν αυτοί που πρέπει να χαμογελάσουν. Λες, επιτέλους.

Ό,τι είναι αληθινό, δεν χάνεται ποτέ…
Ο χρόνος κάνει τα δικά του, κλείνει πληγές, ανοίγει πιο πολύ την καρδιά και τότε χωράνε όλα εκεί, και τα παλιά και τα καινούρια.

Τα παλιά γίνονται σαΐτες και τα προσγειώνουμε εμείς εκεί που θέλουμε… μένουν να τα θυμόμαστε ή λέμε απλά υπήρξαν και πάμε απευθείας παρακάτω.

Τα καινούρια είναι το παρόν που μας καλεί να το ζήσουμε όσο πιο δυνατά μπορούμε!

Ισλάμ: H Ψυχική Παγίδα των Παγκοσμιοποιητών

Η αποδοχή του ταυτίζεται με την εκούσια υποβάθμιση και άρνηση ανάπτυξης.

Τις τελευταίες δεκαετίες ο κόσμος έχει αισθανθεί την ανάσα όχι μόνο της οικονομικής και στρατιωτικής, αλλά και της πολιτιστικής και σημασιολογικής παγκοσμιοποίησης. Η επιθυμία να ενωθεί και να ενοποιηθεί όλη η ανθρωπότητα απαιτούσε την καταστροφή άλλων σχεδίων, τόσο εθνικών (με βάση την παράδοση του εθνοτικού συστήματος) όσο και περιφερειακών (με βάση την θρησκεία ή έναν ηθικό κώδικα). Όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη έπρεπε να μοιάζουν πολύ… Αντί να υπάρχουν πολλά διαφορετικά χρώματα – ο σκοπός ήταν να υπάρξει μόνο ένα, με πιθανές αποχρώσεις, αλλά ένα. Για παράδειγμα, λευκό, όπως οι λαοί του Άπω Βορρά.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Δύση άρχισε να ξαναζωγραφίζει ολόκληρο τον κόσμο, εξηγώντας ότι μεταξύ φιλελεύθερων και υπερφιλελεύθερων υπάρχουν πολλά ενδιάμεσα κράτη. Ωστόσο, ακόμη και ο κεντρισμός, ή καλύτερα ο συντηρητισμός, έχει γίνει πλέον ταμπού.

Ενεργώντας με την λογική του «ένας ελέφαντας πρέπει να φαγωθεί τμηματικά», οι παγκοσμιοποιητές δεν έθεσαν στον εαυτό τους στόχο να αναμορφώσουν αμέσως ολόκληρο τον κόσμο ώστε να ταιριάζει με τις απόψεις τους. Το σύμπλεγμα TNC, το εβραϊκό σχέδιο και το Βατικανό σχεδίαζαν να γίνουν η μητρόπολη του υπερφιλελεύθερου παγκόσμιου συστήματος (βιτρίνα του σχεδίου του «περιεκτικού καπιταλισμού»), για να επαναλάβουν την διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, όχι όμως με οικονομικές, αλλά με πολιτιστικές και κοινωνικές μεθόδους και εργαλεία.

Οι υπερεθνικές ελίτ δεν σχεδίαζαν να αφήσουν τον κοινό πληθυσμό να μπει στο κέντρο του παγκόσμιου συστήματος. Για να γίνουν υποψήφιες για είσοδο στην ημιπεριφέρεια, οι χώρες και τα εθνοτικά συστήματα έπρεπε να αποδεχτούν οικειοθελώς υπερφιλελεύθερες αρχές (διαστροφές, απόρριψη παραδόσεων, θρησκεία κ.λπ.). Η Ευρώπη έκανε την αμετάκλητη, ιστορική και αυτοκτονική επιλογή της, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιστέκονται.

Οι βασικοί στόχοι ήταν να σταματήσουν την ανάπτυξή και να καταστρέψουν τις ρίζες. Έτσι ο χρόνος άρχισε να λειτουργεί υπέρ των παγκοσμιοποιητών και το χάσμα μεγάλωνε συνεχώς. Δόθηκε στις χώρες και τα εθνοτικά συστήματα μια πονηρή επιλογή μεταξύ κακού (αρχαϊσμού και αδιέξοδος ανάπτυξης) ή πολύ κακού (αποδοχή υπερφιλελευθερισμού και απώλεια εαυτού).

Ο ριζοσπαστικός ισλαμισμός (σαλαφισμός, ουαχαμπισμός) είναι μια ψευδαίσθηση κακής επιλογής, μια ψυχική παγίδα, ένα εργαλείο για την απόλυτη καταστροφή, την αποβιομηχάνιση της κοινωνίας, την καταστροφή των παραδόσεων και των μοναδικών χαρακτηριστικών. Η αποδοχή του είναι ταυτόσημη με την εκούσια υποβάθμιση και την άρνηση ανάπτυξης, διαγράφοντας τις συναινετικές ισλαμικές χώρες από το μέλλον για το υπόλοιπο του 21ο αιώνα. Μη μπορώντας να επιτύχουν τον κύριο στόχο τους, οι παγκοσμιοποιητές κατέστρεψαν πιθανούς ανταγωνιστές και διαφωνούντες. Μπορεί να φαίνεται ότι τα δημογραφικά, που παρεμπιπτόντως χειροτερεύουν, θα γίνουν ατού, αλλά αυτό δύσκολα θα συμβεί.

Σε έναν «παγκόσμιο κόσμο για την ελίτ» δεν θα υπάρχει ελευθερία κινήσεων για τον κοινό πληθυσμό, ισότητα και αξία ζωής. Η έλλειψη ηθικής, η ατιμωρησία, η τεχνολογική υπεροχή και μια οιονεί θρησκευτική ιδέα θα μειώσουν τον πληθυσμό του πλανήτη σε 1 δισεκατομμύριο ανθρώπους, ευτυχώς τα αποτελέσματα του covid-19 αναλύονται πολύ προσεκτικά και μελετώνται συνεχώς. Το Τρίτο Ράιχ στις εκκλήσεις του διαβεβαίωνε ότι προστάτευε την Ευρώπη, κερδίζοντας στο πλευρό του διάφορα μικρά έθνη, των οποίων η μοίρα θα ήταν ακριβώς η ίδια με τα υπόλοιπα.

Αυτό το σχέδιο μπορεί να μην πέρασε, αλλά οι δρομολογημένες διαδικασίες, τα έργα, οι θεσμοί και οι δομές που ελέγχονται πλήρως από τους παγκοσμιοποιητές συνεχίζουν να ενεργούν με αδράνεια, συμπεριλαμβανομένων των ριζοσπαστών ισλαμιστών που προετοιμάζουν τους λαούς που τους δέχτηκαν για σφαγή. Κάποτε, διάφοροι ανθρωπιστές έπεισαν ότι δεν υπήρχε ανάγκη για στρατό, υπογράφοντας το ένταλμα θανάτου για όσους το πίστευαν αυτό, και τώρα, οι ισλαμιστές απαγορεύουν την ανάπτυξη και δημιουργούν την βάση για τα επόμενα εξαιρετικά σκληρά μέτρα κατά των πιστών.

Και ναι, ο παγκόσμιος κόσμος καταρρέει, αλλά ο ισλαμισμός είναι εξίσου ταυτόσημος με μια άρνηση ανάπτυξης και μια ιστορική απώλεια συνόρων.

Θα επιμένω μέχρι να πετύχω

Θα επιμένω μέχρι να πετύχω

Δεν ήρθα σε τούτον τον κόσμο να νικηθώ, ούτε η αποτυχία τρέχει στις φλέβες μου. Δεν είμαι πρόβατο περιμένοντας τον βοσκό να με κεντρίσει. Είμαι λιοντάρι και αρνούμαι να μιλάω, να περπατάω, να κοιμάμαι με τα πρόβατα. Δε θα δώσω προσοχή σε αυτούς που θρηνούν και παραπονιούνται, γιατί η αρρώστιά τους είναι κολλητική. Ας τους να πάνε με τα πρόβατα. Το σφαγείο της αποτυχίας δεν είναι ο δικός μου προορισμός.

Θα επιμείνω μέχρι να πετύχω.

Τα βραβεία της ζωής βρίσκονται στο τέλος κάθε ταξιδιού, όχι κοντά στο ξεκίνημα. Και δε μου είναι δεδομένο να ξέρω πόσα βήματα χρειάζονται για να πετύχω τον σκοπό μου. Ίσως συναντήσω την αποτυχία ακόμα και στο χιλιοστό βήμα, και όμως η επιτυχία κρύβεται πίσω από την επόμενη στροφή του δρόμου. Ποτέ δε θα γνωρίζω πόσο κοντά είναι, παρά μόνο όταν γυρίσω στη στροφή.
Πάντα θα κάνω ένα βήμα παραπάνω. Και αν αυτό αποδείχνεται ανώφελο, θα κάνω άλλο ένα και ακόμα ένα. Αλήθεια, ένα βήμα κάθε φορά δεν είναι και τόσο δύσκολο.

Θα επιμένω μέχρι να πετύχω

Στο εξής θα θεωρώ την προσπάθεια κάθε μέρας σαν ένα μόνο χτύπημα με το τσεκούρι μου στον κορμό πανίσχυρης βελανιδιάς. Το πρώτο χτύπημα δε θα ταράξει το ξύλο, ούτε το δεύτερο, ούτε το τρίτο. Κάθε χτύπημα, μόνο του, μπορεί να είναι μηδαμινό, χωρίς καμιά συνέπεια. Και όμως από παιδικά χτυπήματα σιγά σιγά η βελανιδιά θα πέσει. Το ίδιο θα συμβαίνει και με τις σημερινές μου προσπάθειες.

Θα μοιάζω με τη σταγόνα της βροχής που απογυμνώνει το βουνό. Με το έντομο που κατατρώει την τίγρη. Με το αστέρι που φωτίζει την γη. Το δούλο που χτίζει την πυραμίδα. Θα χτίσω το κάστρο μου μ’ ένα τούβλο κάθε φορά, γιατί ξέρω πως μικρές προσπάθειες, όταν επαναλαμβάνονται, θ’ αποτελειώσουν κάθε έργο.

Θα επιμένω μέχρι να πετύχω

Ποτέ δε θα σκεφτώ την αποτυχία και θα πετάξω από το λεξιλόγιό μου λέξεις και φράσεις σαν «σταμάτα, δεν μπορώ, ανίκανος, αδύνατο δεν γίνεται, απίθανο, αποτυχία, ανεφάρμοστο, χωρίς ελπίδα, υποχώρηση», γιατί είναι λέξεις των κουτών. Θα αποφεύγω την απόγνωση, αλλά αν τυχόν αυτή η αρρώστια του μυαλού με μολύνει, θα συνεχίζω να εργάζομαι μέσα στην απόγνωση. Θα μοχθώ και θα υπομένω. Θα αγνοώ τα εμπόδια στα πόδια μου και θα προσηλώνω τα μάτια μου στους σκοπούς πάνω από το κεφάλι μου, γιατί ξέρω πως όπου τελειώνει η άγονη έρημος, εκεί φυτρώνει το πράσινο γρασίδι.

Θα επιμένω μέχρι να πετύχω

Θα θυμάμαι τον αρχαίο νόμο για τον μέσον όρο και θα τον λυγίσω για το καλό μου. Θα επιμένω γνωρίζοντας πως κάθε αποτυχία να πουλήσω κάτι θα αυξάνει την πιθανότητα για επιτυχία στην επόμενη προσπάθεια. Κάθε όχι που ακούω θα με φέρνει πιο κοντά στον ήχο του ναι. Κάθε συνοφρύωμα που συναντάω με προετοιμάζει για το χαμόγελο που έρχεται. Κάθε ατυχία στο δρόμο μου θα έχει μέσα της το σπόρο της αυριανής καλής τύχης. Πρέπει να έχω τη νύχτα για να εκτιμάω τη μέρα. Πρέπει να αποτυχαίνω συχνά για να επιτύχω μια φορά.

Θα επιμένω μέχρι να πετύχω

Θα προσπαθώ, θα προσπαθώ, θα προσπαθώ και θα ξαναπροσπαθώ. Κάθε εμπόδιο θα το θεωρώ σαν μια απλή λοξοδρόμηση προς τον αντικειμενικό μου σκοπό και σαν μια πρόκληση να βελτιώσω το επάγγελμά μου. Θα επιμένω και θα αναπτύξω τις ικανότητές μου, όπως ο ναύτης καλλιεργεί τις δικές του, μαθαίνοντας να υπερνικάει την οργή της κάθε τρικυμίας.

Θα επιμένω μέχρι να πετύχω

Στο εξής θα μάθω και θα εφαρμόζω ένα άλλο μυστικό εκείνων που θριαμβεύουν στη δουλειά μου. Καθώς τελειώνει κάθε μέρα, χωρίς να εξετάζω αν ήταν γεμάτη επιτυχία ή αποτυχία, θα προσπαθώ μία ακόμα πώληση. Όταν οι σκέψεις μου σπρώχνουν το κουρασμένο σώμα μου κατά το σπίτι, θα αντιστέκομαι στον πειρασμό να αναχωρήσω. Θα προσπαθώ πάλι. Θα κάνω άλλη μια προσπάθεια να κλείσω την ημέρα με νίκη, και αν αυτή αποτύχει, θα κάνω κι άλλη μία. Δε θα επιτρέψω ποτέ καμιά μέρα να τελειώσει με αποτυχία. Έτσι θα σπέρνω το σπόρο της αυριανής επιτυχίας και θα κερδίζω ένα ανυπέρβλητο πλεονέκτημα σε σύγκριση με όσους σταματάνε τη δουλειά τους σε μια καθορισμένη ώρα. Όταν οι άλλοι σταματάνε τον αγώνα τους, τότε αρχίζει ο δικός μου, και η συγκομιδή μου θα είναι πλούσια.

Θα επιμένω μέχρι να πετύχω

Ούτε θα επιτρέψω στη χτεσινή επιτυχία να με αποκοιμίσει σε σημερινή νωθρότητα, γιατί αυτό είναι το μεγάλο θεμέλιο της αποτυχίας. Θα ξεχνάω τα γεγονότα της περασμένης ημέρας, αδιάφορο αν ήταν καλά ή άσχημα, και θα χαιρετάω τον καινούργιο ήλιο με εμπιστοσύνη πως αυτή θα είναι η καλύτερη μέρα της ζωής μου.

Όσο υπάρχει αναπνοή μέσα μου, τόσο θα συνεχίσω να επιμένω. Γιατί τώρα ξέρω μία από τις μεγαλύτερες αρχές της επιτυχίας : Αν επιμένω αρκετά, θα νικάω.

Θα επιμένω.
Θα νικάω.

Μοναξιά είναι η αντιληπτή απομόνωση και όχι η αντικειμενική απομόνωση

Η μοναξιά φαίνεται να αποτελεί μια νέα επιδημία. (Bernstein, 2015. Cox, 2016. Murray, 2015. Nutt, 2016, Pennycook, 2016. Sim, 2015)

«Η μοναξιά ορίζεται ως η ασυμφωνία μεταξύ επιθυμητών και πραγματικών επιπέδων κοινωνικών σχέσεων» (Cacioppo & Cacioppo, 2018. Perlman & Peplau, 1982). Η μοναξιά αφορά την αντιληπτή απομόνωση, και όχι την αντικειμενική απομόνωση. «Η μοναξιά είναι μια δυσάρεστη συναισθηματική απάντηση στην αντιληπτή απομόνωση» (Loneliness, 2022).

Κατά τον Weiss (1975) η μοναξιά αποτελεί την αντιληπτή έλλειψη κοινωνικών δεσμών, και διακρίνεται σε μοναξιά συναισθηματικής απομόνωσης, και σε μοναξιά κοινωνικής απομόνωσης. Στη μοναξιά της συναισθηματικής απομόνωσης υπάρχει έλλειψη στενού δεσμού με ένα άλλο άτομο, ενώ η μοναξιά κοινωνικής απομόνωσης προκαλείται από την απουσία επαρκούς κοινωνικού δικτύου. Οι άνθρωποι μπορεί να ζουν μοναχικά, και να μην νιώθουν μοναξιά, και αντίστροφα, μπορεί να ζουν μια φαινομενικά πλούσια κοινωνική ζωή, και ωστόσο να νιώθουν μοναξιά (Hawkley & Cacioppo, 2010).

Τα κοινωνικά είδη, από την μύγα (Drosophila melanogaster) έως τον άνθρωπο (Homo sapiens), επηρεάζονται δραματικά όταν απομονώνονται (Cacioppo & Hawkley, 2009). Η κοινωνική απομόνωση θεωρείται «μια στέρηση της κοινωνικής σύνδεσης» (Zavaleta και συν., 2017, σ. 367). «Το είδος Homo sapiens είναι θεμελιωδώς κοινωνικό και στην οντογένεση και στη φυλογένεση οι άνθρωποι χρειάζονται άλλους για να επιβιώσουν και να ευημερήσουν» (Cacioppo & Hawkley, 2009, σ. 449). «Δεδομένης της εξελικτικής μας κληρονομιάς, ο ανθρώπινος εγκέφαλος και η βιολογία έχουν σμιλευτεί για να αναζητούν ουσιαστικές συνδέσεις με τους άλλους» (ό.π., σ. 451).

Μελέτη νευροαπεικόνισης (fMRI) εξέτασε τις νευρικές συσχετίσεις του κοινωνικού αποκλεισμού και διαπιστώθηκε ότι οι εγκεφαλικές βάσεις του κοινωνικού πόνου είναι παρόμοιες με αυτές του σωματικού πόνου (Eisenberger και συν., 2003). Ο σωματικός πόνος είναι ένα αποτρεπτικό σήμα που εξελίχθηκε για να παρακινήσει κάποιον να αναλάβει δράση, ώστε να ελαχιστοποιήσει τη ζημιά στο σώμα του. Παρόμοια και η μοναξιά είναι ένας κοινωνικός πόνος και ένα αποτρεπτικό μήνυμα που εξελίχθηκε για να παρακινήσει κάποιον να αναλάβει δράση, προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τις απειλές ή τη ζημιά στο κοινωνικό του σώμα (Cacioppo & Hawkley, 2009). «ο πόνος της μοναξιάς μπορεί να χρησίμευε τόσο για την προώθηση των κοινωνικών συνδέσεων που είναι απαραίτητες για την επιβίωση των γονιδίων όσο και ως αποτρεπτικό για εγωιστικές ενέργειες που ήταν επιζήμιες για την ομάδα» (Cacioppo, 2008, αναφ. στο Cacioppo & Hawkley, 2009, σ. 451).

Η μοναξιά συμβάλλει αρνητικά στην ευημερία (Hawkley & Caccioppo, 2010. HoltLunstad και συν., 2015). Σύμφωνα με το εξελικτικό μοντέλο της μοναξιάς (Cacioppo & Hawkley, 2009. Cacioppo και συν., 2006. Hawkley & Cacioppo, 2010) η αντιληπτή κοινωνική απομόνωση ή μοναξιά αυξάνει τις αρνητικές συνέπειες της σωματικής και ψυχικής υγείας (Anyan & Hjemdal, 2022). Η μοναξιά βρέθηκε να συσχετίζεται με συμπτώματα κατάθλιψης και να προβλέπει μελλοντικά καταθλιπτικά συμπτώματα (Cacioppo και συν., 2010. Cacioppo και συν., 2006). Οι έρευνες δείχνουν ότι η αντιληπτή κοινωνική απομόνωση είναι ισχυρός προγνωστικός παράγοντας νοσηρότητας, θνησιμότητας (π.χ., Caspi και συν., 2006. Eaker και συν., 1992. Penninx και συν., 1997. Shiovitz-Ezra & Ayalon, 2010. Thurston & Kubzansky, 2009), και μπορεί να συμβάλει σε χαμηλότερη συνολική γνωστική απόδοση (Schrijver και συν., 2004), ταχύτερη γνωστική έκπτωση (Tilvis και συν., 2004), φτωχότερη εκτελεστική λειτουργία (Cacioppo και συν., 2000), προβλήματα με τον ύπνο (Cacioppo και συν., 2002), αυξημένη αρνητική διάθεση, άγχος, θυμό, αυξημένη ευαισθησία σε κοινωνικές απειλές (Shintel και συν., 2006), κοινωνική προκατάληψη (Cacioppo & Hawkley, 2005), και δυσκολίες στην αυτορρύθμιση (Hawkley και συν., 2009). Η ικανότητα του ατόμου να ρυθμίζει τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του είναι κρίσιμη για την επίτευξη προσωπικών στόχων και για τη ρύθμιση της κοινωνικής του ζωής.

Εκτός των άλλων, μερικά ακόμη από τα πολλά προβλήματα που προκαλεί η μοναξιά, είναι η μείωση, με την πάροδο του χρόνου, της φυσικής δραστηριότητας του ατόμου (Hawkley και συν., 2009), η αύξηση της τάσης για παχυσαρκία και κατάχρησης αλκοόλ. (Åkerlind & Hörnquist, 1992). Τέλος από την μοναξιά επηρεάζεται και το ανοσολογικό σύστημα. Στα μοναχικά άτομα η χημική ανοσολογική απόκριση είναι πιθανό να είναι μειωμένη (Pressman και συν., 2005. Straits-Tröster, 1994). Είναι εκπληκτικό το πόσες πολλές σωματικές ασθένειες προκαλούνται από τη μοναξιά και γενικότερα από ψυχολογικούς παράγοντες, διαμορφώνοντας την νοσηρότητα και τη θνησιμότητα του ανθρώπου. «η αίσθηση ότι δεν έχεις κανένα με τον οποίο να μπορείς να μοιραστείς τα βαθύτερα συναισθήματά σου ή να έχεις μια στενή επαφή-διπλασιάζει τους κινδύνους ασθένειας ή θανάτου» (Goleman, 2009, σ. 254). Πώς είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό;

Η απάντηση δόθηκε από την ανακάλυψη του Robert Ader. O Robert Ader (2000) ανακάλυψε ότι το κεντρικό σύστημα συνδέεται με το ανοσοποιητικό σύστημα, και πως συνεπώς, ο εγκέφαλος όχι μόνο δε διαχωρίζεται από τα συναισθήματα και το σώμα, αλλά συνδέονται άμεσα, αλληλοεπιδρούν και μπορούν να εκπαιδευτούν. Αυτό σημαίνει πως ότι συμβαίνει στο μυαλό επηρεάζει άμεσα τις λειτουργίες του σώματος. Τα αρνητικά συναισθήματα και καταστάσεις, όπως το άγχος, η θλίψη, η κατάθλιψη, η μοναξιά, η απομόνωση, ο φόβος κ.α. έχουν τη δύναμη να μας αρρωστήσουν στην κυριολεξία. Οι επιπτώσεις της πάθησης δεν αποδίδονται σε κάποια ιδιαιτερότητα του χαρακτήρα ενός υποσυνόλου ατόμων, αλλά είναι αποτέλεσμα της υπάρχουσας κατάστασης που επηρεάζει τους απλούς ανθρώπους (Cacioppo και συν., 2015. HoltLunstad, 2015. Miller, 2011).

H μοναξιά είναι μια μοναδική κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως κοινωνικά απομονωμένο ακόμα και όταν βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα άτομα. Οι άνθρωποι που διακατέχονται από μοναξιά, κάνουν αρνητική αυτοαξιολόγηση και έχουν την πεποίθηση ότι θα απορριφθούν από τους άλλους, με αποτέλεσμα να αποφεύγουν τις ευκαιρίες αλληλεπίδρασης, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την υπάρχουσα αίσθηση της μοναξιάς (Anyan και συν., 2020. Rokach, 2015).

Τα απομονωμένα άτομα αντιλαμβάνονται το κοινωνικό περιβάλλον ως απειλητικό, εστιάζουν σε περισσότερες αρνητικές κοινωνικές πληροφορίες, και είναι πολύ επιφυλακτικοί στις κοινωνικές τους σχέσεις. Επίσης έχουν αρνητικές κοινωνικές εντυπώσεις για τους άλλους και όταν αυτές οι εντυπώσεις επιβεβαιώνονται από τη συμπεριφορά των άλλων, τότε τα μοναχικά άτομα αποστασιοποιούνται ενεργά, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος (Murray και συν., 2003). Κατά συνέπεια, τα άτομα που βιώνουν μοναξιά, μπορεί να θεωρούν τους εαυτούς τους θύματα του κοινωνικού κόσμου, αλλά απ’ ότι φαίνεται, συμμετέχουν ενεργά στην κοινωνική απομόνωση (Cacioppo & Hawkley, 2005). Αυτή η αυτοαπόρριψη συνοδεύεται από χαμηλή αυτοεκτίμηση, συναισθήματα εχθρότητας, απαισιοδοξίας και άγχους (Cacioppo και συν., 2006).

Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι ότι οι άνθρωποι στις προηγμένες κοινωνίες έχουν γίνει πιο εξατομικευμένοι (Beck & Beck-Gernsheim, 2001). «Το άτομο έγινε πιο μοναχικό, απομονωμένο, έγινε όργανο στα χέρια συντριπτικά ισχυρών εξωγενών δυνάμεων» (Fromm, 1971, σ. 143). Για τον μοναχικό άνθρωπο η ζωή είναι δύσκολη, γιατί δεν είναι εύκολο μένοντας μόνος να βρίσκεται κανείς σε συνεχή δράση. Μαζί με άλλους όμως αυτό είναι πολύ πιο εύκολο (Hθικά Nικομάχεια 1170a5-6).

Έρμαν Έσσε: Τα δέντρα είναι ιερά

Για μένα τα δέντρα υπήρξαν πάντα οι πιο διεισδυτικοί ιεροκήρυκες. Τα σέβομαι όταν ζουν σε οικογένειες και φυλές, σε δάση και άλση. Και ακόμη περισσότερο τα σέβομαι όταν στέκονται μόνα τους.

Είναι σαν τα μοναχικά άτομα. Όχι σαν τους ερημίτες που έχουν αποσυρθεί μακριά για να κρύψουν κάποια αδυναμία τους, αλλά σαν τα υπέροχα μοναχικά άτομα, όπως ήταν ο Μπετόβεν και ο Νίτσε.

Στα ψηλά κλαδιά τους θροΐζει ο κόσμος, ενώ οι ρίζες τους αναπαύονται στο άπειρο.

Όμως δεν χάνουν τον εαυτό τους, παλεύουν με όλη τους τη δύναμη για ένα και μόνο πράγμα: να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους, να δημιουργήσουν το δικό τους σχηματισμό, να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους.

Τίποτα δεν είναι πιο ιερό, τίποτα δεν είναι πιο υποδειγματικό από ένα όμορφο και δυνατό δέντρο. Όταν ένα δέντρο κόβεται και αποκαλύπτεται η θανατηφόρος πληγή του, μπορεί κανείς να διαβάσει όλη την ιστορία του στο φωτεινό δίσκο του κορμού του: στα δαχτυλίδια του φαίνονται τα χρόνια του, ενώ στα σημάδια του φαίνονται ο αγώνας, τα δεινά , όλες οι ασθένειες, η ευτυχία και η ευημερία, τα δύσκολα χρόνια αλλά και τα ωραία, οι επιθέσεις που άντεξε, οι καταιγίδες που έχει υπομείνει.

Και κάθε νέο παιδί του χωριού σίγουρα γνωρίζει ότι το σκληρότερο και το πιο ευγενές ξύλο είναι αυτό που έχει στενότερα δαχτυλίδια, κι ότι εκεί ψηλά στα βουνά και μέσα στο συνεχή κίνδυνο αναπτύσσεται το πιο άφθαρτο, το ισχυρότερο, το ιδανικό δέντρο.

Τα δέντρα είναι ιερά. Όποιος ξέρει πώς να μιλήσει μαζί τους, όποιος ξέρει πώς να τα ακούσει, μαθαίνει την αλήθεια. Δεν κηρύττουν μάθηση και παραινέσεις, κηρύττουν τον αρχαίο νόμο της ζωής.

To δέντρο λέει: Ένας πυρήνας είναι κρυμμένος μέσα μου, μια σπίθα, μια σκέψη, είμαι ζωή από την αιώνια ζωή. Μοναδικά είναι η μορφή και οι φλέβες του δέρματος μου, το μικρότερο φύλλο στα κλαδιά μου, αλλά και η μικρότερη ουλή στο φλοιό μου. Έγινα για να σχηματοποιήσω και να αποκαλύψω την αιωνιότητα στη μικρότερη μου λεπτομέρεια.’

To δέντρο λέει: Η δύναμή μου είναι η εμπιστοσύνη. Δεν ξέρω τίποτα για τον πατέρα μου, δεν ξέρω τίποτα για τα χιλιάδες παιδιά που κάθε άνοιξη σπέρνονται από μένα. Ζω μέχρι τέλος για το μυστικό του σπόρου μου, και δεν με νοιάζει για τίποτα άλλο. Πιστεύω ότι ο Θεός είναι μέσα μου. Πιστεύω ότι η εργασία μου είναι ιερή. Μ αυτή την αλήθεια ζω.’

Όταν απογοητευόμαστε και δεν μπορούμε να αντέξουμε τη ζωή μας, τότε το δέντρο έχει κάτι να μας πει: Σταθείτε! Σταθείτε! Κοιτάξτε εμένα! Η ζωή δεν είναι εύκολη, η ζωή δεν είναι δύσκολη. Αυτές είναι παιδαριώδεις σκέψεις...

Το σπίτι δεν είναι ούτε εδώ ούτε εκεί. Το σπίτι είναι μέσα σας, αλλιώς δεν είναι πουθενά.

Ενώ τα δέντρα θροΐζουν το βράδυ, ενώ είμαστε ανήσυχοι μέσα στις δικές μας παιδαριώδεις σκέψεις: Τα δέντρα έχουν μακρές σκέψεις, μεγάλες και ξεκούραστες αναπνοές, όπως έχουν και μεγαλύτερη διάρκεια ζωής από τις δικές μας.

Όσο εμείς δεν τα ακούμε, παραμένουν σοφότερα από εμάς. Αλλά όταν μάθουμε πώς να ακούμε τα δέντρα, η στενότητα η ταχύτητα και η παιδική βιασύνη των σκέψεών μας, θα αντικατασταθούν από ανείπωτη χαρά.

Όποιος έχει μάθει πώς να ακούει τα δέντρα δεν θέλει πλέον να είναι ένα δέντρο. Δεν θέλει να είναι τίποτα εκτός από αυτό που είναι.

Hermann Hesse, “Bäume: Betrachtungen und Gedichte” [Δέντρα: Σκέψεις και Ποιήματα]

ΑΙΣΩΠΟΣ: Βρε την καημένη την καλιακούδα

Μια φορά κι έναν καιρό ο Δίας αποφάσισε να επιβάλει βασιλέα στα πουλιά. Τους όρισε λοιπόν προθεσμία για να παρουσιαστούν μπροστά του οι υποψήφιοι.

Η καλιακούδα, που λέτε, είχε συνείδηση του πόσο άσχημη ήταν. Γι᾽ αυτό βάλθηκε να τριγυρνάει γύρω-γύρω και να μαζεύει τα φτερά που έπεφταν χάμω από τα διάφορα πτηνά, έτσι ώστε να τα κολλήσει πάνω της. Αποτέλεσμα: όταν έφτασε η καθορισμένη μέρα, η καλιακούδα είχε πια σκεπαστεί ολόκληρη με πολύχρωμα φτερώματα και έτσι παρουσιάστηκε στον Δία.

Εκείνος, εντυπωσιασμένος από τόση ομορφιά, ήταν έτοιμος να την επιλέξει για βασιλιά. Πάνω στην ώρα, ωστόσο, τα άλλα πετούμενα, που είχαν αγανακτήσει με αυτήν την απάτη, μαζεύτηκαν γύρω από την καλιακούδα και το καθένα τους τράβηξε και πήρε από πάνω της το δικό του φτερό. Με αυτόν τον τρόπο την ξεγύμνωσαν, και φάνηκε αυτό που ήταν στην πραγματικότητα…

ΑΙΣΩΠΟΣ

ΠΑΡΑΛΥΣΗ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Ένα από τα πιο χτυπητά παράδοξα των ημερών μας είναι το ότι, αν και ανασφαλείς, οι άνθρωποι αποφεύγουν να πάρουν τα μέτρα τους. Επικρατεί ένα διάχυτο «μούδιασμα», όλοι το αντιλαμβάνονται, όλοι το νιώθουν. Αλλά η σκέψη τους αποφεύγει να θέτει καθαρά και ανοιχτά το ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τόσοι κίνδυνοι γύρω και ο απειλούμενος να μην μπορεί και σχεδόν να μη θέλει να γίνει εγρήγορος;

Το ζήτημα όμως δεν προέκυψε πρόσφατα. Οι ρίζες του πάνε βαθιά μες στον χρόνο και όποιος κάνει τον κόπο να δει πού πηγαίνουν θα διαπιστώσει πως φθάνουν εκεί όπου αρχίζει η νέα πίστη, η μοναδική πίστη στους νεότερους χρόνους: η πίστη ότι επιτέλους τα πράγματα «θα δουλεύουν από μόνα τους».

Ο αυτοματισμός ανυψώθηκε σε σύγχρονη θεότητα. Ειπώθηκε τόσες φορές αόριστα αυτό που έφθασε να μη σημαίνει τίποτα, να μην αγγίζει καθόλου το πρόβλημα στον πυρήνα του. Διότι τι άλλο μπορούσε να συμβεί με τη θεοποίηση των αυτοματισμών από το να μειωθεί η θέληση για δράση; Και αυτό ακριβώς διαπιστώνεται σήμερα. Η παρατεταμένη εμπιστοσύνη στις λύσεις που θα προσέφεραν κάποιοι «μηχανισμοί» προκάλεσε μια ανεπανόρθωτη βλάβη στην ίδια τη δυνατότητα του ανθρώπινου νου να οδηγείται σε αποφάσεις, να αναθεωρεί, να επιδιορθώνει, να αλλάζει κατεύθυνση. Η ενεργητικότητα του ανθρώπου κρίθηκε μάλλον περιττή, αφού αντ’ αυτού ενεργούσαν καλώδια, αναβόσβηναν φώτα, ανοιγόκλειναν μόνες τους οι πόρτες και εκτοξεύονταν ρουκέτες με ένα πάτημα του κουμπιού. Μοιραία, έτσι, ήλθε η παράλυση.

Πόση διαφορά με προηγούμενες εποχές όπου, επειδή τα υλικά εφόδια ήταν λιγότερα, οι ψυχικές εφεδρείες ήταν περισσότερες. Η αρχαία ελληνική πολιτεία αναζητεί τους φύλακές της και δεν δυσκολεύεται να τους βρει. Η Ρώμη ορίζει κι αυτή στους λεγεωνάριους να κρατούν χαρακτηριστικά το δάχτυλο μπροστά στο στόμα για να διώχνουν την υπνηλία κατά τη βραδινή σκοπιά. Συμβολικά είναι η στάση που λέει: Μείνε ξύπνιος, μην επαναπαύεσαι, αφουγκράσου μέσα στη νύχτα το τι κυοφορείται και δράσε ανάλογα.

Λίγο ως πολύ ο ίδιος κανόνας θα ισχύσει και αργότερα, σε κάθε περίπτωση όπου τόσο τα κράτη όσο και τα άτομα περιζώνονται από απειλές. Οι μεσαιωνικοί ιππότες, οι βυζαντινοί ακρίτες, οι πολιτοφύλακες στη Γαλλική Επανάσταση αντιπροσωπεύουν μερικούς μόνο από τους τύπους αυτής της ετοιμότητας. Είναι, προφανώς, ξένη στα νεότερα ήθη. Μήπως επειδή το παρελθόν στιγματιζόταν περισσότερο από πολεμικές εντάσεις και επέβαλε στον καθένα να είναι μάχιμος; Όμως και η σχετική παγκόσμια ειρήνη σήμερα, παρά τις επιμέρους συρράξεις, είναι από καιρό ναρκοθετημένη. Ο πόλεμος σιγοβράζει κάτω από την επιφάνεια. Αλλά ενώ οι δονήσεις γίνονται ήδη αισθητές, τα νεύρα τελικά ατονούν. Ο πληθυσμός του δυτικού ημισφαιρίου, αν και ανησυχεί περισσότερο, εξακολουθεί να περιμένει «κάτι» που μπορεί να τον απαλλάξει από το μαρτύριο της αβεβαιότητας και κυρίως από την αγωνία του να πάρει αποφάσεις. Αυτό το «κάτι» όμως αργεί να εμφανιστεί. Δεν το κομίζει η αγορά, δεν το αναγγέλλει η τεχνολογία και η επιστήμη προ πολλού σηκώνει τους ώμους της και ξανασκύβει στα μικροσκόπιά της, επιφορτισμένη να ανακαλύψει το ελιξίριο για την παράταση της ζωής.

Στο μεταξύ η ζωή έχει ζαρώσει υπερβολικά από τον φόβο της. Οι πάντες φοβούνται να μην υποστούν κάποιο πλήγμα στα έσοδα ή στην υγεία τους και τρέμοντας το κακό ενδεχόμενο προφυλάγονται ώστε οι μέρες τους να γίνουν έστω και λίγο περισσότερες. Ζούμε για το Λίγο. Αυτό σημαίνει πως αντίθετα με ό,τι διατυμπανίζεται δεν είναι η ζωή και η ευτυχία που ενδιαφέρει τους ανθρώπους, είναι η με κάθε τρόπο αποφυγή του πόνου. Κι όχι μόνο του πόνου. Της παραμικρής δυσχέρειας, της παραμικρής αναποδιάς. Ό,τι έρχεται αντίθετα προς την επιθυμία τον πανικοβάλλει. Πού είναι το τεχνολογικό όπλο, αυτό το εύρημα που θα έσωζε τους απειλούμενους; Τα δελτία ειδήσεων το φωνάζουν σαδιστικά: το νερό στον πλανήτη λιγοστεύει, οι πηγές ενέργειας στερεύουν κ.λπ. Τι θα κάνει η Δύση και ειδικά η Ευρώπη; Μες στην απελπισία της αποσύρει την παλιά προσδοκία της ότι η διάνοιά της θα βρει μια διέξοδο. Το «κάτι» δεν θα έρθει. Οπότε τι άλλο μένει παρά να έρθει ο «κάποιος»; Ένας τολμητίας με αλύγιστη πολιτική βούληση, περιφρονητής κάθε δισταγμού. Έφθασε η ώρα για έναν νέο καισαρισμό, προφήτευε ο (Γερμανός) Σπέγκλερ. Είχε δίκιο; Το όλο ζήτημα θα κριθεί συντόμως. Και όχι βέβαια με κάποιο δημοψήφισμα.

Μικρή Ιστορία της Ψυχολογίας

Οι άνθρωποι από πολύ νωρίς προσπάθησαν να δημιουργήσουν εξηγήσεις και θεωρίες για την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη νόηση, όπως προσπάθησαν να καταλάβουν και τα φυσικά φαινόμενα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Ιστορία της Ψυχολογίας στο πέρασμα των χρόνων.

Η γέννηση της επιστήμης της ψυχολογίας

Καταρχάς, με τον όρο «Ψυχολογία», εννοούμε την «Επιστήμη που σκοπό έχει να περιγράψει και να εξηγήσει τη συμπεριφορά και τις νοητικές διεργασίες του ανθρώπου». Η γέννηση της Ψυχολογίας, ως Επιστήμης, τοποθετείται στο έτος 1879 μ.Χ., τον χρόνο, δηλαδή, που ο Γερμανός Ψυχολόγος Wilhelm Wundt ιδρύει το πρώτο εργαστήριο Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, στη Γερμανία.

Ο προβληματισμός για τα ψυχολογικά φαινόμενα κατά την αρχαιότητα

Παρόλα αυτά, ο προβληματισμός για τα ψυχολογικά φαινόμενα αρχίζει, πολύ νωρίτερα, από Φιλοσόφους, κατά την περίοδο της Αρχαιότητας, έχοντας, με αυτόν τον τρόπο, φιλοσοφικές προσεγγίσεις των ψυχολογικών φαινομένων.

Η Ψυχολογία, κατά τη διάρκεια της Ιστορίας, αρχίζει να παίρνει επιστημονικό χαρακτήρα, με την ευρύτερη έννοια, όταν η παρατήρηση και η λογική ανάλυση αντικαθιστούν τη μαγική σκέψη στην περιγραφή και την αιτιολόγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της νόησης. Αυτό αρχίζει να γίνεται από την περίοδο των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων.

Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι, ιδίως, ο Δημόκριτος (5ος αιώνας π.Χ. – 4ος αιώνας π.Χ.), αλλά και ο Σοφιστής Πρωταγόρας (5ος αιώνας π.Χ.), καθώς και οι Φιλόσοφοι Πλάτωνας και Αριστοτέλης, αργότερα, βάζουν τα θεμέλια της φιλοσοφικής προσέγγισης της Ψυχολογίας.

Ο Πλάτωνας (5ος αιώνας π.Χ. – 4ος αιώνας π.Χ.) διατυπώνει μία δυϊστική ψυχολογία (δηλαδή, το γεγονός, ότι ο άνθρωπος αποτελείται από την ψυχή και το σώμα), η οποία είναι, απόλυτα, συμβατή με τη φιλοσοφική του θεωρία, περί ιδεών.

Πιο συγκεκριμένα, διαιρεί την ψυχή σε τρία (3) μέρη:

(α) το λογιστικό, το οποίο τοποθετεί στο κεφάλι / εγκέφαλο και σχετίζεται με τη νόηση, με τον νου, με τη σκέψη,

(β) το θυμοειδές, το οποίο τοποθετεί στο στήθος / καρδιά και σχετίζεται με τα συναισθήματα, περικλείοντας και τη βούληση και

(γ) το επιθυμητικό, το οποίο τοποθετεί στην κοιλιά / κοιλιακή χώρα και σχετίζεται με τις βιολογικές – ζωτικές επιθυμίες του ανθρώπου, όπως η επιθυμία για βρώση και πόση.
Όσο για το σώμα, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, αυτό είναι φθαρτό και χρησιμεύει, μόνο και μόνο, σαν «όχημα» της ψυχής.

Ο Αριστοτέλης (4ος αιώνας π.Χ.), αργότερα, διατυπώνει τις δικές του απόψεις στο πεδίο προσέγγισης και μελέτης των ψυχολογικών φαινομένων. Ο ίδιος προσπαθεί «να γεφυρώσει» το χάσμα σώματος και ψυχής που άνοιξε ο Πλάτωνας. Πιο συγκεκριμένα, ο Αριστοτέλης θεωρεί το σώμα, ως μία ύλη, η οποία έχει την ικανότητα, να κινείται από μόνη της, μία ικανότητα που της δίνει η ψυχή. Η ψυχή δεν μπορεί να υπάρχει, χωρίς το σώμα, αλλά και το σώμα δεν είναι, παρά το «όργανο» της ψυχής. Από την περίοδο του Αριστοτέλη, έως και την περίοδο της Ύστερης Αρχαιότητας (4ος αιώνας π.Χ. – 3ος αιώνας μ.Χ.), δεν υπάρχει ουσιαστικός επιστημονικός προβληματισμός που να έχει σχέση με την Ψυχολογία.

Η ψυχολογία κατά τους Μέσους Χρόνους

Κατά τους Μέσους Χρόνους (4ος αιώνας μ.Χ. – 15ος αιώνας μ.Χ.), ο επιστημονικός προβληματισμός που αφορά στην Ψυχολογία, σχετίζεται με θρησκευτικές αναφορές, όπως αυτές του Χριστιανισμού. Πιο συγκεκριμένα, τα νοητικά φαινόμενα και η συμπεριφορά του ανθρώπου συνδέονται με την ψυχή, η οποία θεωρείται, ως άυλη, ανεξάρτητη και αιώνια.

Μάλιστα, ο Ιερός Αυγουστίνος (Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, 354 μ.Χ. – 430 μ.Χ.) και αργότερα, ο Θωμάς Ακινάτης (Μεσαιωνικός Φιλόσοφος και Ρωμαιοκαθολικός Θεολόγος, 1225 μ.Χ. – 1274 μ.Χ.) διατυπώνουν χαρακτηριστικές απόψεις για την αθανασία της ψυχής και τη σχέση της με το σώμα, καθώς και εύστοχες παρατηρήσεις για τα ανθρώπινα συναισθήματα. Κατά την περίοδο της Αναγέννησης (15ος αιώνας μ.Χ. – 16ος αιώνας μ.Χ.), η ανάπτυξη της επιστημονικής αναζήτησης στον χώρο της Φυσικής δημιουργεί νέες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της Ψυχολογίας.

Φιλοσοφία και Ψυχολογία

Ο Φιλόσοφος Ρενέ Ντεκάρτ (16ος αιώνας μ.Χ. – 17ος αιώνας μ.Χ.), γνωστός και ως «Καρτέσιος», στη συνέχεια, δίνει ώθηση στη μελέτη των ψυχολογικών φαινομένων.

Αρχίζοντας από τη διατύπωση, ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εμπιστεύεται τις αισθήσεις του, και ότι το μόνο για το οποίο μπορεί να είναι σίγουρος, είναι το γεγονός, ότι σκέφτεται (κατά την περίφημη φράση “cogito ergo sum”, δηλαδή, «σκέφτομαι, άρα, υπάρχω»), ο Ρ. Ντεκάρτ καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι η σκέψη δεν έχει ανάγκη υλικής υπόστασης. Χωρίζοντας, λοιπόν, τη σκέψη και κατ’ επέκταση, την ψυχή από το σώμα, ο Ρ. Ντεκάρτ προχωρά στο να προσφέρει την πρώτη θεωρία της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Επηρεασμένος κι από την Επιστήμη της Μηχανικής στον χώρο της Φυσικής, προτείνει μία μηχανική του σώματος. Βλέπει το σώμα, ως μία μηχανή, η οποία, όμως, ενεργοποιείται από τα πνεύματα της ψυχής, τα οποία – σύμφωνα με τον ίδιο – εδράζονται σε μία ειδική κοιλότητα του εγκεφάλου, την επίφυση.

Ο Φιλόσοφος Τόμας Χομπς (16ος αιώνας μ.Χ. – 17ος αιώνας μ.Χ.), αργότερα, αρνείται την ύπαρξη της ψυχής που δε βασίζεται στην ύλη. Ο ίδιος ήταν υλιστής, και το όνομά του συνδέθηκε με τον αθεϊσμό.

Ο Φιλόσοφος Τζον Λοκ (17ος αιώνας μ.Χ. – 18ος αιώνας μ.Χ.), με τη σειρά του, προτείνει ότι το ανθρώπινο μυαλό είναι ένας «λευκός χάρτης» (“tabula rasa”), κατά τη γέννηση, και ότι όλη η γνώση στον άνθρωπο προσλαμβάνεται, μέσω των αισθήσεων.

Ο Άγγλος Φυσιοδίφης Κάρολος Δαρβίνος (19ος αιώνας μ.Χ.) δημοσιεύει, κατά το έτος 1859, το βιβλίο του “The Origin of Species” (δηλαδή, «Η Καταγωγή των Ειδών»), στο οποίο περιγράφεται η θεωρία της εξέλιξης, μέσω του μηχανισμού της φυσικής επιλογής.

Η θεωρία αυτή είχε κι ως έναν βαθμό, συνεχίζει να έχει μία μεγάλη επίδραση στη διαμόρφωση θεωριών για τα ψυχολογικά φαινόμενα.

Η Ψυχολογία ως επιστήμη

Κατά τον 19ο αιώνα μ.Χ., από τους πιο σημαντικούς υποστηρικτές της ιδέας, ότι η Ψυχολογία είναι μία εμπειρική Επιστήμη, ανεξάρτητη από τη Φιλοσοφία, είναι ο Άγγλος Φιλόσοφος John Stuart Mill (1806 – 1873), ο Σκωτσέζος Φιλόσοφος και Ψυχολόγος Alexander Brain (1818 – 1903) και ο Άγγλος Φιλόσοφος και Κοινωνιολόγος Herbert Spencer (1820 – 1903). Αυτοί πιστεύουν ότι η Ψυχολογία έχει τη θέση της, ανάμεσα στις πειραματικές Επιστήμες κι όχι στη στοχαστική Φιλοσοφία.

Παρόλα αυτά, δε θεωρούνται, ως ιδρυτές της Ψυχολογίας, γιατί δεν ασχολούνται οι ίδιοι, με ψυχολογικές έρευνες, ούτε φροντίζουν να ιδρύσουν εργαστήρια Ψυχολογίας, όπως κάνει ο Wilhelm Wundt. Σε αντίθεση με τους Φιλοσόφους, ο Γερμανός Ερευνητής Wilhelm Wundt (1832 – 1920) εργάζεται, πειραματικά, στον χώρο της Ψυχολογίας και προσπαθεί να επινοήσει κατάλληλες μεθόδους για την ανάπτυξη της Ψυχολογίας, ως εμπειρικής Επιστήμης. Ιδρύει ο ίδιος, κατά το έτος 1879 μ.Χ., το πρώτο εργαστήριο Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, στη Γερμανία, έχοντας, με αυτόν τον τρόπο, την επίσημη γέννηση της Ψυχολογίας, ως Επιστήμης. Από εκείνη τη χρονιά και έπειτα, παρατηρείται ραγδαία ανάπτυξη στην Επιστήμη της Ψυχολογίας.

Κατά το έτος 1885, ο Γερμανός Ψυχολόγος Hermann Ebbinghaus (1850 – 1909) αρχίζει τις πρώτες συστηματικές πειραματικές μελέτες της μνήμης, αρχίζοντας από τον εαυτό του, ως υποκείμενο μελέτης.

Το 1890, ο Αμερικανός Ψυχολόγος William James (1842 – 1910) στο βιβλίο του “Principles of Psychology” (δηλαδή, «Αρχές Ψυχολογίας»), στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, περιγράφει τις βάσεις του Λειτουργισμού, δηλαδή, της Θεωρητικής Σχολής στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, ο σωστός τρόπος μελέτης των ψυχολογικών φαινομένων είναι, μέσω της εξέτασης, της προσαρμοστικής τους αξίας και της λειτουργικότητάς τους.

Το 1898, ο Αμερικανός Ψυχολόγος Edward Thorndike (1874 – 1949) παρουσιάζει τα πρώτα πειράματα, σχετικά με τη μάθηση στα ζώα – συνάγοντας, με αυτόν τον τρόπο, συμπεράσματα και για τους ανθρώπους – και διατυπώνει τον «νόμο του αποτελέσματος». Σύμφωνα με αυτόν, όταν ορισμένες πράξεις οδηγούν στην επιτυχία, τότε, η ευχαρίστηση που ακολουθεί, κάνει αυτές τις πράξεις να αποτυπώνονται. Αντιθέτως, όταν δεν υπάρχει ευχαρίστηση, τότε, οι πράξεις αυτές ξεχνιούνται.

Κατά το έτος 1900, τώρα, ο Αυστριακός Γιατρός και μετέπειτα, Ψυχολόγος Sigmund Freud (1856 – 1939) εκδίδει το βιβλίο του “The Interpretation of Dreams” (δηλαδή, «Η Ερμηνεία των Ονείρων») και παρουσιάζει τις ιδέες του, σχετικά με την Ψυχανάλυση. Η Ψυχανάλυση είναι η Θεωρητική Σχολή στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, όλη η συμπεριφορά του ανθρώπου – από τις καθημερινές παραδρομές της γλώσσας, έως τις σοβαρές μορφές των νοητικών διαταραχών – διαμορφώνεται από ψυχολογικές διαδικασίες και ειδικά, από ασυνείδητες συγκρούσεις, που συμβαίνουν στον ανθρώπινο νου. Μάλιστα, σε περιπτώσεις ανθρώπων, οι οποίοι εμφανίζουν μία ποικιλία ασθενειών, χωρίς να υπάρχει, ωστόσο, κάποιο φανερό παθολογικό αίτιο, τα αίτια των νευρώσεων αυτών των ανθρώπων είναι τραυματικές εμπειρίες από το παρελθόν τους και κυρίως, από την παιδική τους ηλικία, τις οποίες οι άνθρωποι αυτοί έχουν απωθήσει από τη συνείδησή τους.

Κατά το έτος 1905, οι Γάλλοι Ψυχολόγοι Alferd Binet (1857 – 1911) και Theodore Simon (1873 – 1961) κατασκευάζουν τις πρώτες δοκιμασίες νοημοσύνης.

Έναν χρόνο, αργότερα, το 1906, ο Ρώσος Φυσιολόγος Ivan Pavlov (1849 – 1936) δημοσιεύει τα πρώτα αποτελέσματα των μελετών του, σχετικά με την εξαρτημένη μάθηση, γνωστή και ως «κλασική εξάρτηση». Σύμφωνα με αυτή, ένα ουδέτερο ερέθισμα (π.χ., ήχος κουδουνιού), όταν συνδέεται, επαναλαμβανόμενα, με ένα ανεξάρτητο ερέθισμα (π.χ., εμφάνιση τροφής, φαγητού σε τραπέζι), μπορεί να προκαλέσει μία εξαρτημένη αντίδραση στον άνθρωπο ή και στα ζώα (π.χ., έκκριση σιέλου από τους σιελογόνους αδένες για διευκόλυνση της πέψης), παρόμοια με το αρχικό αντανακλαστικό (π.χ., έκκριση σιέλου, απευθείας, με την εμφάνιση τροφής, φαγητού, χωρίς κάποιον ήχο κουδουνιού).

Το 1912, ο Αυστριακός – Ούγγρος Ψυχολόγος Max Wertheimer (1880 – 1943) εισάγει τη Μορφολογική Ψυχολογία (“Gestalt Psychology”), δηλαδή, τη Θεωρητική Σχολή στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, η συνειδητή εμπειρία μπορεί να γίνει, καλύτερα, κατανοητή, ως ένα σύνολο και όχι, ως κάτι, που συγκροτείται από διάφορα επιμέρους στοιχεία. Μάλιστα, όσον αφορά σε φαινόμενα της αντίληψης, ο ανθρώπινος νους προσδίδει δομή / σχήμα / μορφή και νόημα στις αισθήσεις, σχηματοποιώντας τες σε αναλλοίωτα σύνολα.

Κατά το έτος 1929, ο Αμερικανός Ψυχολόγος Karl Lashley (1890 – 1958) δημοσιεύει το βιβλίο “Brain Mechanisms and Intelligence” (δηλαδή, «Εγκεφαλικοί Μηχανισμοί και Νοημοσύνη»).

Το 1938, ο Αμερικανός Ψυχολόγος Burrhus F. Skinner (1904 – 1990) δημοσιεύει το βιβλίο του “Operant Conditioning” (δηλαδή, «Λειτουργική Κατάσταση»), στο οποίο παρουσιάζει τις έρευνές του, σχετικά με τον μηχανισμό της «συντελεστικής εξάρτησης». Σύμφωνα με αυτόν, η ανεξάρτητη συμπεριφορά του ανθρώπου είναι στην πραγματικότητα μία ψευδαίσθηση. Κι αυτό, διότι ο άνθρωπος συμπεριφέρεται, με έναν ορισμένο τρόπο, επειδή, έτσι, έχει μάθει, μέσα από κάποιους κανόνες ορθής συμπεριφοράς, να συμπεριφέρεται, με τέτοιον τρόπο. Η εξάρτηση, δηλαδή, του ανθρώπου από κάποιους κανόνες ορθής συμπεριφοράς συντελεί στο να συμπεριφέρεται αυτός ο άνθρωπος, με έναν ορισμένο τρόπο. Η «καλή κοινωνία» είναι αυτή που βασίζεται στον έλεγχο της συμπεριφοράς των ανθρώπων.

Το 1949, ο Καναδός Ψυχολόγος Donald Hebb (1904 – 1985) στο βιβλίο του “The Organization of Behavior” (δηλαδή, «Η Οργάνωση της Συμπεριφοράς») παρουσιάζει μία θεωρία, η οποία «γεφυρώνει» το χάσμα, ανάμεσα στη Νευροφυσιολογία και την Ψυχολογία.

Κατά το έτος 1954, ο Ελβετός Ψυχολόγος Jean Piaget (1896 – 1980) δημοσιεύει το βιβλίο του “The Construction of Reality in the Child” (δηλαδή, «Η Κατασκευή της Πραγματικότητας στο Παιδί»), βάζοντας, έτσι, τις βάσεις της μελέτης, της γνωστικής ανάπτυξης του ανθρώπου από την παιδική ηλικία, ώς την ενήλικη ζωή.

Το 1957, ο Αμερικανός Γλωσσολόγος Noam Chomsky (γεννημένος, το έτος 1928) δημοσιεύει τη γλωσσολογική του θεωρία – με άμεση επίδραση στην Ψυχολογία – στο βιβλίο “Syntactic Structures” (δηλαδή, «Συντακτικές Δομές»). Σύμφωνα με τη θεωρία του Chomsky, η γλώσσα είναι ένα πολύπλοκο συμβολικό και παραγωγικό σύστημα που αποτελείται από κανόνες, η κατάκτηση των οποίων δεν μπορεί να εξηγηθεί, μέσω του μηχανισμού της εξάρτησης ή της μνήμης. Επιπλέον, μεγάλη προσοχή πρέπει να στραφεί στην εξήγηση της γλωσσικής ικανότητας του ανθρώπου και όχι, στην πρόβλεψη της γλωσσικής του συμπεριφοράς.

Το 1958, ο Αμερικανός Ψυχολόγος Herbert Simon (1916 – 2001) δημοσιεύει το βιβλίο “Elements of a Theory of Human Problem Solving” (δηλαδή, «Στοιχεία μίας Θεωρίας Επίλυσης Προβλημάτων του Ανθρώπου»).

Κατά το έτος 1979, ιδρύονται στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το Περιοδικό “Cognitive Science” (δηλαδή, «Γνωσιακή Επιστήμη») και η Εταιρεία “Cognitive Science”, προωθείται η έρευνα, σχετικά με τις αναπαραστασιακές και υπολογιστικές ικανότητες του ανθρώπινου νου, και γίνεται η μετάβαση στην Ψυχολογία από τον Συμπεριφορισμό στη Γνωστική Ψυχολογία.

Ο Συμπεριφορισμός – ο οποίος εμφανίζεται από το 1930 και μετά – είναι η Θεωρητική Σχολή στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, η ίδια η Επιστήμη της Ψυχολογίας πρέπει να οικοδομηθεί, πάνω στη μελέτη της παρατηρήσιμης συμπεριφοράς του ανθρώπου και όχι, πάνω στην ενασχόληση με τη συνείδηση και όλες τις άλλες υποκειμενικές, μη παρατηρήσιμες νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου.

Η Γνωστική Ψυχολογία, από την άλλη – η οποία εμφανίζεται από το 1960 και μετά – είναι η Θεωρητική Σχολή στην Ψυχολογία, σύμφωνα με την οποία, η ίδια η Επιστήμη της Ψυχολογίας πρέπει να οικοδομηθεί, όχι μόνο, πάνω στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά και πάνω στη μελέτη των νοητικών διεργασιών του ανθρώπου (π.χ., αντίληψη, προσοχή, μνήμη, σκέψη, συνείδηση).

Κι αυτό οφείλει να γίνει, διότι το νοητικό σύστημα επεξεργασίας πληροφοριών, ουσιαστικά, επεξεργάζεται τις πληροφορίες – εξωτερικά ερεθίσματα από το κοινωνικό και το φυσικό περιβάλλον και προετοιμάζει τον άνθρωπο να συμπεριφερθεί, με έναν ορισμένο τρόπο. Η Γνωστική Ψυχολογία, μάλιστα, είναι, σήμερα, το κυρίαρχο θεωρητικό πλαίσιο για την ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της νόησης.

Με βάση όλα τα παραπάνω, γίνεται, εύκολα, αντιληπτό ότι τα ψυχολογικά φαινόμενα απασχόλησαν τους ανθρώπους από τα πολύ παλιά χρόνια, έως τις μέρες μας.

Μέσα από τις επιστημονικές έρευνες και μελέτες, η Ψυχολογία, κατά τη διάρκεια της Ιστορίας της, παρουσίασε και συνεχίζει να παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθιστώντας, περισσότερο, κατανοητή την ίδια την ανθρώπινη φύση.

Στα ομηρικά έπη οι ρίζες τής Ελληνικής αντίληψης τού κόσμου



ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ, ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΙ ΒΟΥΛΗΣΗ

Η εξαθλίωση τού ανθρώπου με την «ασθένεια τής βούλησης».

Πολλά χωρία, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια, παρουσιάζουν ρητά τούς δισταγμούς των ηρώων. Τούς δείχνουν τη στιγμή τής μάχης να αντιπαραθέτουν μέσα τους αντιφατικά πράγματα, αυτό, που θα ονομάσει αργότερα ο Πλάτων «διάλογο ψυχής με τον εαυτό της».

Ο Όμηρος χρησιμοποιεί π.χ. την έκφραση«δίχα θυμόν έχειν», προκειμένου να περιγράψει το πνεύμα τού ήρωα, που αμφιταλαντεύεται μεταξύ δυο αντιφατικών θέσεων (βλ. Οδ. π 73, που επαναλαβάνεται ελαφρώς παραλλαγμένο στην τ 524). Και η λήψη τής απόφασης συνδέεται άρρηκτα με μια ρητή ενδοσκόπηση, με τον έλεγχο των υπέρ και των κατά, των κινήτρων, που οδηγούν τον ήρωα στην πράξη ή στην αδράνεια.

Όλα αυτά είναι απολύτως εμφανή σε όλη την έκταση των επών.

Παρά ταύτα παρεμβάλλεται εδώ μια συζήτηση -δευτερεύουσα σίγουρα- που δεν θα ήθελα όμως να αποφύγω.

Υποστηρίχτηκε, και συνεχίζει να υποστηρίζεται, ότι δεν θα μπορούσε να υπάρξει πραγματική απόφαση στον ελληνικό κόσμο, τουλάχιστον στα ομηρικά έπη, αλλά και πέραν αυτών, μέχρι τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, διότι η αρχαία Ελλάδα αγνοεί την έννοια τής βούλησης.

Βέβαια, η λέξη βούλησις δεν απαντά στον Όμηρο -ούτε και πολύ αργότερα- για να υποδείξει την ψυχική ιδιότητα ή στάση που θα οδηγούσε στην επιλογή μεταξύ δύο πραγμάτων ή που θα στηρίξει την απόφαση.

Γιατί όμως να συμπεράνουμε εξ αυτού την παντελή απουσία τής ίδιας τής έννοιας;...

Υφίσταται εν προκειμένω σύγχυση μεταξύ τής άγνοιας μιας λέξης ή τής μη θεματοποίησης μιας έννοιας από κάποια γλώσσα και τής απουσίας τής ίδιας τής έννοιας. Είναι σχεδόν σαν να υποστηρίζουμε, ότι οι Έλληνες δεν είχαν υποσυνείδητο, επειδή δεν υπάρχει λέξη, που να το ονοματίζει! Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι, γιατί μέχρι μια σχετικά ύστερη χρονολογία δεν θεματοποίησαν τη βούληση.

Προσωπικά πιστεύω, ότι δεν αγνοούσαν καθόλου την έννοια, αλλά ότι γι΄ αυτούς η βούληση δεν αποτελούσε πρόβλημα. Και ότι, πίσω από τη σύγχρονη θεματοποίηση τής έννοιας, στη ρίζα της, υποκρύπτεται κάτι άλλο.

Θα πρέπει εδώ να ακολουθήσουμε μιαν άλλη θεωρητική γενεαλογία, την ιουδαϊκή και τη χριστιανική. Διότι από την εποχή ακριβώς τού χριστιανισμού, αλλά αναμφίβολα ήδη από τον ιουδαϊσμό, ο ανθρώπινος κόσμος κατατρύχεται από μια ουσιαστική ασθένεια: την ασθένεια τής βούλησης, η οποία έχει μια σαφή οντο-θεολογική καταγωγή αναπόσπαστη από την έννοια τού αμαρτήματος ο αέναος φαύλος κύκλος τής χριστιανικής υποταγής:

Aμαρτία - Μετάνοια - Άφεση - Αμαρτία. Οφείλουμε να πράξουμε κάτι, για το οποίο δεν είμαστε ίσως ικανοί, πράγμα, που αποτελεί σφάλμα. Αποδίδουμε επομένως στον εαυτό μας την αιτία αυτής τής ανικανότητας με τη μορφή τής κακής θέλησης ή τής ανεπαρκούς βούλησης.

Στους Έλληνες όμως, δεν υπάρχει αμαρτία, άρα δεν μπορεί να υπάρξει και θεματοποίηση τής σχετικής με τη βούληση προβληματικής. Η ρίζα βρίσκεται εδώ, οι δε απολήξεις της φθάνουν σε όλη τη σύγχρονη λογοτεχνία, τουλάχιστον από τον Άμλετ μέχρι τον Αδόλφο τού Benjamin Constant και τούς μυθιστοριογράφους τού 19ου αιώνα. Ο λιπόψυχος ήρωας είναι γεμάτος ιδέες για να αλλάξει τον κόσμο, είναι όμως αργά για να τις υλοποιήσει, ίσως αύριο...

Όλη αυτή η νεφελώδης θεματική απουσιάζει από το τεράστιο σώμα τής αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, στην οποία βρίσκουμε τον εσωτερικό διάλογο, το δισταγμό, την αμφιβολία και τελικά την απόφαση για δράση ή παραίτηση, δεν βρίσκουμε όμως, παρά μόνο τελείως περιθωριακά, την πρόσθετη αυτή στιγμή τής ασθενούς βούλησης. Δεν πρόκειται, επομένως, για μη ανακάλυψη τής βούλησης από τούς Έλληνες, αλλά για μη ύπαρξη τής ασθένειας τής βούλησης, των «ασθενειών βούλησης», όπως έλεγαν τα εγχειρίδια ψυχιατρικής τού 19ου αιώνα, και τής βούλησης ως ασθένειας.

«Γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»...

Η χριστιανική ηθική βασίζεται στα εφευρήματα τής ένοχης συνείδησης και τής ενοχής, που τελικά αναστέλλουν την ελεύθερη βούληση και επομένως την ίδια την ελεύθερη εξέλιξη τής ζωής. Η έλλειψη βούλησης εξαγιάζεται στο χριστιανισμό κατά τον Ευαγγελισμό, όταν άβουλη η Μαριάμ ακούει και δέχεται μοιρολατρικά αυτά, που τής ανακοινώνει ο Γαβριήλ, ψελλίζοντας: «Ιδού η δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ.1,38).

Ως προς την ατομικότητα, δεν νομίζω, πως είναι αναγκαίο να επιμείνουμε. Αν και υπάρχει στα έπη ασύλληπτος αριθμός δευτερευόντων προσώπων ελάχιστα εξατομικευμένων ή εξατομικευμένων βάσει καθαρά εξωτερικών γνωρισμάτων, είναι απολύτως σαφές, ότι οι μεγάλοι ήρωες, αντιθέτως, αποτελούν πραγματικά πρόσωπα.

Ο Αχιλλέας φυσικά, αλλά και ο Αγαμέμνων, για τον οποίο διαφωνώ με το φίλο Vidal-Naquet, που βλέπει σ΄ αυτόν αποκλειστικά την έκφραση μιας λειτουργίας. Κατά τη γνώμη μου, ο Αγαμέμνων αποτελεί μία τελείως ξεχωριστή προσωπικότητα, τής οποίας η περιγραφή αφήνει μάλιστα να διαφανεί μια πρώτη κριτική τού πολιτεύματος τής βασιλείας. Διότι, εντέλει, στην Ιλιάδα είναι απλώς ένα τεράστιο παράσιτο. Διατάζει βέβαια, οι διαταγές του όμως, διακρίνονται για τη μετριότητα τους. Δεν είναι ούτε γενναίος, ούτε ανδρείος (αναφέρεται όμως αριστεία τού Αγαμένονα, Iλ, Λ), ούτε επιδέξιος, και όμως πάντοτε αυτός παίρνει το καλύτερο μέρος τής λείας! [Βλ. τις κατηγορίες τού Αχιλλέα (Ιλ., Α, 149 κ.εξ.), τού Διομήδη (Ιλ. Ι, 33-49), τού Οδυσσέα (Ιλ. Ξ, 83-102)]. Αλλά ο Αγαμέμνων καθαυτός είναι πράγματι κάποιος, δεν είναι απλώς μια λειτουργία.

Και άλλοι ομηρικοί ήρωες είναι επίσης πραγματικά πρόσωπα: ο Έκτωρ και η Ανδρομάχη είναι φανταστικά πρόσωπα. Η περίπτωση τής Ελένης είναι ακόμα πιο αινιγματική και συγκινητική. Νοσταλγεί βέβαια την πατρίδα της, αλλά δεν επιθυμεί και την καταστροφή τής Τροίας. Αν και αγαπά τον Μενέλαο και αντιπαθεί τον Πάρι, δέχεται παρά ταύτα να κάνει έρωτα μαζί του. Σαν να βρισκόμαστε σε μυθιστόρημα τού Choderlos de Laclos με τη διαφορά, ότι εδώ έχουμε επιπλέον την παρουσία τής Αφροδίτης (Iλ., Γ, 369-447). Ο Όμηρος έπλασε εδώ μια πολύ σύγχρονη προσωπικότητα, πολύ μυστηριώδη, συνεχώς αμφιταλαντευόμενη και αμφίθυμη, όπως σε όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα. Γιατί εγκατέλειψε τον Μενέλαο; Αγαπά πραγματικά τον Πάρι; Στη συνέχεια τής ιστορίας, που δεν βρίσκεται όμως στην Ιλιάδα (Οδ., δ, 242-258 και Ευριπίδης, Εκάβη, 239-250), θα βοηθήσει τον Οδυσσέα, όταν αυτός εισέλθει στην Τροία...

Σε σχέση με άλλες της ιδίας περιόδου, η αρχαία ελληνική ποίηση έδωσε ασυνήθιστα μεγάλη σημασία στο άτομο. Οι περιγραφές χαρακτήρων (π.χ. στα ομηρικά έπη) γίνονται με έμφαση στη λεπτομέρεια, τόσο ως προς την περιγραφή των εμφανισιακών γνωρισμάτων τους, όσο και των σκέψεων, των συναισθημάτων και των αντιδράσεών τους. Σε έπη άλλων αρχαίων λαών, τα πρόσωπα απλώς σκιαγραφούνται και παραμένουν σκιώδη.

Στην αρχαία Ελλάδα η στιγμή τής απόφασης προϋποθέτει βέβαια τη βούληση, η βούληση όμως αυτή δεν είναι αυτονομημένη, δεν αποτελεί χωριστή λειτουργία, που θα μπορούσε επομένως να βρίσκεται σε διαρκή απόσταση (σε σχέση με τη σκέψη και την πράξη), όπως συμβαίνει στον χριστιανικό κόσμο (ας αφήσουμε στην άκρη τούς Εβραίους). Θα το ήθελα, δυστυχώς όμως, δεν μπορώ. Ποιος θέλει πραγματικά; Ποιος ήταν σε θέση να θελήσει μια για πάντα και για όλο τον κόσμο; Μήπως ο θεός ως βούληση; Βούληση όμως ποιου πράγματος; Και ποιο μέρος τής βούλησης αυτής καταχωρείται στον άνθρωπο;

Συναντάμε εδώ όλες τις απορίες γύρω από την ανθρώπινη ελευθερία βούλησης και τη συμφιλίωση της με τη θεία θέληση, την παντογνωσία και την παντοδυναμία τού θεού. Στο χριστιανισμό, ο άνθρωπος, εκπεσόν ον, αμαρτωλός, συγκρούεται συνεχώς -όχι με το θάνατο, αλλά- με τη δική του ανανεούμενη κατάπτωση, με την αδυναμία του να αποδειχθεί άξιος τού κανόνα, που δίνει νόημα στη ζωή του. Κανόνας, που ενσωματώνει άλλωστε, από την ίδια του τη φύση, την κατάπτωση αυτή, διότι πρόκειται για ανεφάρμοστο κανόνα, και κατά συνέπεια ο άνθρωπος παραμένει αναγκαστικά στην αθλιότητά του. Σαν να τού ζητούσαν να πετάξει πρώτα σαν πουλί και μετά να αποφασίσει· δεδομένου, ότι δεν μπορεί να πετάξει, είναι ένοχος. Έτσι είναι οι μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες. Ήθελα όμως μόνο να δείξω, ότι η βούληση δεν παρουσιάζεται σαν το συγκεκριμένο προβλημα στους Έλληνες.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΣΟΦΟΚΛΗΣ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ

ΣΟΦ Αντ 1–99

Πρόλογος: Η Αντιγόνη ανακοινώνει στην Ισμήνη την πρόθεσή της να θάψει τον αδελφό της

Ο Πολυνείκης, που διεκδικούσε τον θρόνο που κατείχε ο Ετεοκλής, παρά τη συμφωνία τους να τον μοιράζονται διαδοχικά ανά χρόνο, εξεστράτευσε μαζί με τον πεθερό του και άλλους πέντε αργείους αρχηγούς εναντίον της Θήβας. Η κατάρα του πατέρα τους, του Οιδίποδα, επιβεβαιώθηκε και τα δύο αδέλφια αλληλοσκοτώθηκαν στη μεταξύ τους μονομαχία. Το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας η πιο δυναμική και δραστήρια από τις δύο κόρες του Οιδίποδα, η Αντιγόνη, καλεί την αδελφή της Ισμήνη έξω από το παλάτι και την πληροφορεί για τη διαταγή του θείου τους Κρέοντα, που είχε στο μεταξύ αναλάβει τη διακυβέρνηση της Θήβας, για την τύχη των νεκρών αδελφών τους.

ΑΝ. Ὦ κοινὸν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα,
ἆρ’ οἶσθ’ ὅ τι Ζεὺς τῶν ἀπ’ Οἰδίπου κακῶν
ὁποῖον οὐχὶ νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ;
Οὐδὲν γὰρ οὔτ’ ἀλγεινὸν οὔτ’ ἄτης ἄτερ
(5) οὔτ’ αἰσχρὸν οὔτ’ ἄτιμόν ἐσθ’, ὁποῖον οὐ
τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ’ ἐγὼ κακῶν.
Καὶ νῦν τί τοῦτ’ αὖ φασι πανδήμῳ πόλει
κήρυγμα θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;
Ἔχεις τι κεἰσήκουσας; ἤ σε λανθάνει
(10) πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά;
ΙΣ. Ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη, φίλων
οὔθ’ ἡδὺς οὔτ’ ἀλγεινὸς ἵκετ’ ἐξ ὅτου
δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο,
μιᾷ θανόντων ἡμέρᾳ διπλῇ χερί·
(15) ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν Ἀργείων στρατὸς
ἐν νυκτὶ τῇ νῦν, οὐδὲν οἶδ’ ὑπέρτερον,
οὔτ’ εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ’ ἀτωμένη.
ΑΝ. Ἤιδη καλῶς, καί σ’ ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν
τοῦδ’ οὕνεκ’ ἐξέπεμπον, ὡς μόνη κλύοις.
(20) ΙΣ. Τί δ’ ἔστι; δηλοῖς γάρ τι καλχαίνουσ’ ἔπος.
ΑΝ. Οὐ γὰρ τάφου νῷν τὼ κασιγνήτω Κρέων
τὸν μὲν προτίσας, τὸν δ’ ἀτιμάσας ἔχει;
Ἐτεοκλέα μέν, ὡς λέγουσι, σὺν δίκῃ
χρησθεὶς δικαίᾳ καὶ νόμῳ, κατὰ χθονὸς
(25) ἔκρυψε τοῖς ἔνερθεν ἔντιμον νεκροῖς,
τὸν δ’ ἀθλίως θανόντα Πολυνείκους νέκυν
ἀστοῖσί φασιν ἐκκεκηρῦχθαι τὸ μὴ
τάφῳ καλύψαι μηδὲ κωκῦσαί τινα,
ἐᾶν δ’ ἄκλαυτον, ἄταφον, οἰωνοῖς γλυκὺν
(30) θησαυρὸν εἰσορῶσι πρὸς χάριν βορᾶς.
Τοιαῦτά φασι τὸν ἀγαθὸν Κρέοντα σοὶ
κἀμοί, λέγω γὰρ κἀμέ, κηρύξαντ’ ἔχειν,
καὶ δεῦρο νεῖσθαι ταῦτα τοῖσι μὴ εἰδόσιν
σαφῆ προκηρύξοντα, καὶ τὸ πρᾶγμ’ ἄγειν
(35) οὐχ ὡς παρ’ οὐδέν, ἀλλ’ ὃς ἂν τούτων τι δρᾷ,
φόνον προκεῖσθαι δημόλευστον ἐν πόλει.
Οὕτως ἔχει σοι ταῦτα, καὶ δείξεις τάχα
εἴτ’ εὐγενὴς πέφυκας, εἴτ’ ἐσθλῶν κακή.
ΙΣ. Τί δ’, ὦ ταλαῖφρον, εἰ τάδ’ ἐν τούτοις, ἐγὼ
(40) λύουσ’ ἂν εἴθ’ ἅπτουσα προσθείμην πλέον;
ΑΝ. Εἰ ξυμπονήσεις καὶ ξυνεργάσῃ σκόπει.
ΙΣ. Ποῖόν τι κινδύνευμα; ποῖ γνώμης ποτ’ εἶ;
ΑΝ. Εἰ τὸν νεκρὸν ξὺν τῇδε κουφιεῖς χερί.
ΙΣ. Ἦ γὰρ νοεῖς θάπτειν σφ’, ἀπόρρητον πόλει;
(45) ΑΝ. Τὸν γοῦν ἐμὸν καὶ τὸν σόν, ἢν σὺ μὴ θέλῃς,
ἀδελφόν· οὐ γὰρ δὴ προδοῦσ’ ἁλώσομαι.
ΙΣ. Ὦ σχετλία, Κρέοντος ἀντειρηκότος;
ΑΝ. Ἀλλ’ οὐδὲν αὐτῷ τῶν ἐμῶν μ’ εἴργειν μέτα.
ΙΣ. Οἴμοι· φρόνησον, ὦ κασιγνήτη, πατὴρ
(50) ὡς νῷν ἀπεχθὴς δυσκλεής τ’ ἀπώλετο,
πρὸς αὐτοφώρων ἀμπλακημάτων διπλᾶς
ὄψεις ἀράξας αὐτὸς αὐτουργῷ χερί·
ἔπειτα μήτηρ καὶ γυνή, διπλοῦν ἔπος,
πλεκταῖσιν ἀρτάναισι λωβᾶται βίον·
(55) τρίτον δ’ ἀδελφὼ δύο μίαν καθ’ ἡμέραν
αὐτοκτονοῦντε τὼ ταλαιπώρω μόρον
κοινὸν κατειργάσαντ’ ἐπαλλήλοιν χεροῖν.
Νῦν δ’ αὖ μόνα δὴ νὼ λελειμμένα σκόπει
ὅσῳ κάκιστ’ ὀλούμεθ’, εἰ νόμου βίᾳ
(60) ψῆφον τυράννων ἢ κράτη παρέξιμεν.
Ἀλλ’ ἐννοεῖν χρὴ τοῦτο μὲν γυναῖχ’ ὅτι
ἔφυμεν, ὡς πρὸς ἄνδρας οὐ μαχουμένα·
ἔπειτα δ’ οὕνεκ’ ἀρχόμεσθ’ ἐκ κρεισσόνων
καὶ ταῦτ’ ἀκούειν κἄτι τῶνδ’ ἀλγίονα.
(65) Ἐγὼ μὲν οὖν αἰτοῦσα τοὺς ὑπὸ χθονὸς
ξύγγνοιαν ἴσχειν, ὡς βιάζομαι τάδε,
τοῖς ἐν τέλει βεβῶσι πείσομαι· τὸ γὰρ
περισσὰ πράσσειν οὐκ ἔχει νοῦν οὐδένα.
ΑΝ. Οὔτ’ ἂν κελεύσαιμ’ οὔτ’ ἄν, εἰ θέλοις ἔτι
(70) πράσσειν, ἐμοῦ γ’ ἂν ἡδέως δρῴης μέτα.
Ἀλλ’ ἴσθ’ ὁποῖά σοι δοκεῖ, κεῖνον δ’ ἐγὼ
θάψω· καλόν μοι τοῦτο ποιούσῃ θανεῖν.
Φίλη μετ’ αὐτοῦ κείσομαι, φίλου μέτα,
ὅσια πανουργήσασ’· ἐπεὶ πλείων χρόνος
(75) ὃν δεῖ μ’ ἀρέσκειν τοῖς κάτω τῶν ἐνθάδε.
Ἐκεῖ γὰρ αἰεὶ κείσομαι· σοὶ δ’ εἰ δοκεῖ,
τὰ τῶν θεῶν ἔντιμ’ ἀτιμάσασ’ ἔχε.
ΙΣ. Ἐγὼ μὲν οὐκ ἄτιμα ποιοῦμαι, τὸ δὲ
βίᾳ πολιτῶν δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος.
(80) ΑΝ. Σὺ μὲν τάδ’ ἂν προὔχοι·, ἐγὼ δὲ δὴ τάφον
χώσουσ’ ἀδελφῷ φιλτάτῳ πορεύσομαι.
ΙΣ. Οἴμοι ταλαίνης ὡς ὑπερδέδοικά σου.
ΑΝ. Μὴ ’μοῦ προτάρβει· τὸν σὸν ἐξόρθου πότμον.
ΙΣ. Ἀλλ’ οὖν προμηνύσῃς γε τοῦτο μηδενὶ
(85) τοὔργον, κρυφῇ δὲ κεῦθε, σὺν δ’ αὔτως ἐγώ.
ΑΝ. Οἴμοι, καταύδα· πολλὸν ἐχθίων ἔσῃ
σιγῶσ’, ἐὰν μὴ πᾶσι κηρύξῃς τάδε.
ΙΣ. Θερμὴν ἐπὶ ψυχροῖσι καρδίαν ἔχεις.
ΑΝ. Ἀλλ’ οἶδ’ ἀρέσκουσ’ οἷς μάλισθ’ ἁδεῖν με χρή.
(90) ΙΣ. Εἰ καὶ δυνήσῃ γ’· ἀλλ’ ἀμηχάνων ἐρᾷς.
ΑΝ. Οὐκοῦν, ὅταν δὴ μὴ σθένω, πεπαύσομαι.
ΙΣ. Ἀρχὴν δὲ θηρᾶν οὐ πρέπει τἀμήχανα.
ΑΝ. Εἰ ταῦτα λέξεις, ἐχθαρῇ μὲν ἐξ ἐμοῦ,
ἐχθρὰ δὲ τῷ θανόντι προσκείσῃ δίκῃ.
(95) Ἀλλ’ ἔα με καὶ τὴν ἐξ ἐμοῦ δυσβουλίαν
παθεῖν τὸ δεινὸν τοῦτο· πείσομαι γὰρ οὐ
τοσοῦτον οὐδὲν ὥστε μὴ οὐ καλῶς θανεῖν.
ΙΣ. Ἀλλ’ εἰ δοκεῖ σοι, στεῖχε· τοῦτο δ’ ἴσθ’, ὅτι
ἄνους μὲν ἔρχῃ, τοῖς φίλοις δ’ ὀρθῶς φίλη.

***
ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ω αγαπημένη αυταδερφή μου Ισμήνη,
ξέρεις ποιο τάχ' απ' τα κακά, που ο Οιδίπους
μας άφησε κληρονομιά, να μένη
που ο Δίας να μην το 'στειλε στις δυο μας
που είμαστε ακόμα στη ζωή; Γιατί
κανένα πόνο και καμιά κατάρα,
καμιά ντροπή κι ούτε καμιά ατιμία
δεν είδα εγώ να λείψη απ' τις δικές σου
κι απ' τις δικές μου συφορές. Και τώρα
τί 'ναι αυτή πάλι η προσταγή, που λένε
πως ότι και διαλάλησε στη χώρα
και σ' όλους τους πολίτες ο άρχοντάς μας;
Ξέρεις κι άκουσες τίποτα; ή δεν έχεις
είδηση πάρη πως κακό ετοιμάζουν
για τους αγαπημένους μας οι εχθροί μας;

ΙΣΜΗΝΗ
Για μένα κανείς λόγος, Αντιγόνη,
μήτε καλός μήτε κακός δεν ήρθε
για φίλους μας, απ' όταν σε μια μέρα
χάσαμε οι δυο τούς δυο τούς αδερφούς μας,
που πέσανε απ' το χέρι ο ένας του άλλου·
κι αφού του Άργους σκορπίστηκε και πάει
τη νύχτ' αυτή ο στρατός, εγώ, δεν ξέρω
τίποτα παραπάνω, είτε αν πως είμαι
πιο ευτυχισμένη, ή πιο συφοριασμένη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ήμουνα βέβαιη και γι' αυτό ίσα ίσα
σ' έφερα εδώ έξω απ' της αυλής τις πύλες
για να τ' ακούσης μόνη.

ΙΣΜΗΝΗ
Μα τι τρέχει;
Δείχνεις πως κάτι βράζει μες στο νου σου.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Και μη δεν έχει ο Κρέοντας τον ένα
τον αδερφό μας με ταφή τιμήση,
ενώ άταφο καταφρονά τον άλλο;
Τον Έτεοκλή, όπως λεν, και με το δίκιο,
πρόσταξε να τον θάψουν, για να πάη
με τιμή στους νεκρούς του Κάτω κόσμου·
μα το άθλιο το κορμί του Πολυνείκη
στους πολίτες διαλάλησε, κανένας
στη γης να μη το κρύψη ούτε το κλάψη,
μα αθρήνητο και άταφο να τ' αφήσουν,
γλυκό για τα όρνια θησαυρό, που γύρω
καρτερούν λιμασμένα για θροφή τους.
Τέτοια ο καλός μας Κρέοντας για σένα
και για μένα ―ναι, λέω και για μένα―
διαλάλησε· και θά 'ρθη, λέγουν, τώρα
ξάστερα εδώ στη μέση να κηρύξη
για όσους δεν το 'χουν μάθη· και το πράμα
το παίρνει όχι έτσι αψήφιστα, μα αν κάποιος
τολμήση κάτι τέτοιο, θάνατος
απ' του λάου τις πέτρες μες στην πόλη
τον περιμένει. Έτσι λοιπόν αυτά ειναι.
Μα τώρα εσύ θα δείξης, αν εισ' άξιο
της γενιάς σου βλαστάρι, ή αν ενώ εισαι
από τέτοιους προγόνους, τους ντροπιάζεις.

ΙΣΜΗΝΗ
Μ' αν έτσι είναι, ώ ταλαίπωρη, το πράμα,
τί παραπάνω εγώ θενά προστέσω
αν βάλω ή αν δε βάλω χέρι;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκέψου
μαζί μου αν θα ενεργήσης και συμπράξης.

ΙΣΜΗΝΗ
Σε ποιο κίνδυνο λες; που πάει ο νους σου;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αν το χέρι αυτό μου εδώ βοηθήσης
το νεκρό να σηκώσωμε.

ΙΣΜΗΝΗ
Μα αλήθεια
να θάψης σκέφθηκες αυτόν, που η πόλη
απαγορεύει;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ναι, τον αδερφό μου
και τον δικό σου, αν εσύ δε θέλης·
γιατί κανένας δε θα πή για μένα
πως τον πρόδωσα εγώ.

ΙΣΜΗΝΗ
Δυστυχισμένη,
μ' όλο που το' χει ο Κρέοντας εμποδίση;

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Κανέν' αυτός δικαίωμα δεν έχει
να με χωρίση απ' τους δικούς μου.

ΙΣΜΗΝΗ
Ωιμένα,
σκέψου, αδερφή μου, πόσο μισημένος
και γιομάτος ντροπές μάς χάθηκε ο
πατέρας μας, αφού απ' τις ανομίες του
που ήρθαν στο φως, ξερίζωσε μονάχος
με το ίδιο του το χέρι τις δυο του όψες.
Έπειτα εκείνη, που 'χε το διπλό
τ' όνομα μάννας και γυναίκας του,
με θηλειά στο λαιμό πήε ντροπιασμένη·
τέλος οι δυο αδερφοί μας σε μια μέρα
σκοτώθηκαν οι δόλιοι μεταξύ τους
δίνοντας θάνατο κοινό με χέρια
επάνω επανωτά ο ένας στον άλλο.
Και τώρα οι δυο μας πόχουμε απομείνη
σκέψου τι τέλος πιο κακό θα βρούμε,
αν το νόμο αψηφώντας πάμε ενάντια
σ' ό,τι έχει αποφασίση η εξουσία.
Κι απ' τ' άλλο, να ξεχνάς αυτό δεν πρέπει,
πρώτα, πως γεννηθήκαμε γυναίκες
να μην μπορή να τα βάζουμε με άντρες·
έπειτα, πως αυτοί που εξουσιάζουν
πιο δύναμη έχουν από μας, κι ανάγκη
να τους ακούμε και σ' αυτά και σ' άλλα
πιο σκληρότερ' ακόμα και από τούτα.
Εγώ λοιπόν αφού παρακαλέσω
τους κάτω απ' τη γη να συχωρήσουν,
αν υποτάσσωμαι έτσι στην ανάγκη,
θα υπακούσω σ' αυτούς που εξουσιάζουν,
γιατί να θέλης ό,τι ξεπερνά
τη δύναμη σου, καθαρή 'ναι τρέλλα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ούτε θα σε παρακαλούσα, μα ούτε
κι αν το' θελες ακόμα θα δεχόμουν
μ' ευχαρίστηση εγώ τη σύμπραξή σου·
μείνε με τις ιδέες σου εσύ, μα εκείνον
θα θάψω εγώ· γλυκός για μένα θα 'ναι,
σαν θα το κάμω, ο θάνατος· μαζί του,
σ' αγαπημένον πλάι αγαπημένη
θα κοίτωμαι, για τ' άγιο αυτό μου κρίμα·
γιατ' ειν' ο χρόνος πιο πολύς που πρέπει
στους κάτω πάρα στους εδώ ν' αρέσω,
αφού με κείνους θα 'μαι αιώνια· εσύ
μπορείς, αν θέλης, να περιφρονής
τα τίμια των θεών.

ΙΣΜΗΝΗ
Εγώ καθόλου
δεν τα περιφρονώ, μα και δε βλέπω,
πώς ενάντια μπορώ να πάω στην πόλη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Φέρν' εσύ αυτές τις πρόφασες, μα εγώ
να σκάψω τάφο του ακριβού αδερφού μου
πηγαίνω.

ΙΣΜΗΝΗ
Ω δυστυχία, τι φόβο πόχω
για σένα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Ησύχασε και μη φοβάσαι
για μένα, τη δικιά σου να φροντίσης
ζωή να εξασφαλίσης.

ΙΣΜΗΝΗ
Κοίτα καν
μην πας κι αλλού το πής, μα κράτα
κρυφό το σχέδιό σου, και 'γώ το ίδιο.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Σκοτιά μου! πρόδωσέ το· πιο θα μού εισαι
εχθρή αν σωπάσης, παρ' αν το κηρύξης
σ' όλον τον κόσμο.

ΙΣΜΗΝΗ
Έχεις καρδιά θερμή
για πράματα ψυχρά.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Φτάνει που ξέρω
πώς σε κείνους που πρέπει θε ν' αρέσω.

ΙΣΜΗΝΗ
Ανίσως και πετύχης· μα ζητάς
τ' αδύνατα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Λοιπόν μόνο αν δε θα' χω
δύναμη πια, τότε κι εγώ θα πάψω.

ΙΣΜΗΝΗ
Μα κι απαρχής να κυνηγά δεν πρέπει
τ' αδύνατα κανείς.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ
Αν μιλάς έτσι,
και το μίσος θε να' χης το δικό μου
και μισημένη απ' τον νεκρό θενά εισαι
πλάι του, σαν πεθάνης, με το δίκιο.
Μ' άφις κι εμέ και την ανεμυαλιά μου
το κακό αυτό να πάθωμε· γιατί, όχι,
δεν έχω τέτοιο τίποτα να πάθω
που εγώ να μην πεθάνω τιμημένα.

ΙΣΜΗΝΗ
Αφού έτσι κρίνεις, πήγαινε· μα ξέρε
πως δίχως νου πηγαίνεις, όμως βέβαια
μ' αγάπη αληθινή στους φίλους φίλη.