Κυριακή 30 Ιουνίου 2024

Ελευθερία vs Εθελοδουλεία / De La Boetie Etienne

“Δεν βλέπω κανένα καλό στο να ’χω πολλούς άρχοντες· Αφήστε έναν μόνο να είναι ο αφέντης, αφήστε έναν μόνο να είναι ο βα­σιλιάς”.

Αυτά τα λόγια έβαλε ο Όμηρος στο στόμα του Οδυσσέα, ενώ ο τε­λευταίος απευθυνόταν στο λαό. Αν δεν είχε πει τίποτα άλλο πέρα απ’ το: «Δεν βλέπω κανένα καλό στο να ’χω πολλούς άρχοντες», θα είχε μιλήσει σωστά. Στο όνομα της λογικής θα έπρεπε να υπο­στηρίξει ότι η αρχή των πολλών δεν μπορεί να είναι κάτι καλό, αφού η εξουσία ενός μόνου ανθρώπου, αμέσως μόλις αυτός απο­κτήσει τον τίτλο του άρχοντα, γίνεται καταχρηστική και παρά­λογη. Αντιθέτως, δηλώνει αυτό που μοιάζει τερατώδες: «Αφήστε έναν μόνο να είναι ο αφέντης, αφήστε έναν μόνο να είναι ο βασι­λιάς».

Δεν πρέπει να επικρίνουμε τον Οδυσσέα, που πιθανώς εκείνη την στιγμή ήταν υποχρεωμένος να εκστομίσει αυτά τα λόγια προκειμένου να καταπνίξει μια ανταρσία του στρατού, διαλέγο­ντας γι’ αυτό το λόγο, κατά την γνώμη μου, μια γλώσσα που υπά­κουε στην ανάγκη παρά στην αλήθεια. Όμως, υπό το φως της λογικής, είναι μεγάλη δυστυχία να βρίσκεσαι κάτω από τις δια­ταγές και το κάλεσμα ενός μόνο αφέντη, μιας και με τίποτα δεν μπορείς να είσαι βέβαιος πως αυτός θα είναι ευγενικός, αφού πάντα θα εναπόκειται στην εξουσία του να είναι άσπλαχνος οπο­τεδήποτε το επιθυμήσει.

Όσον αφορά δε το ζήτημα του να έχεις πολλούς αφέντες, σε σύγκριση με το να έχεις έναν, ισοδυναμεί με το να είσαι, αναλογικά, περισσότερες φορές δυστυχισμένος. Αν και δεν επιθυμώ αυτή την στιγμή να συζητήσω αυτό το εξαιρετικά αμφιλεγόμενο ζήτημα, δηλαδή εάν άλλες μορφές διακυβέρνησης είναι προτιμότερες από την μοναρχία, ακόμη θα επιθυμούσα να γνωρίζω, πριν θέσω τις αμφιβολίες μου για την θέση που πρέπει να κατέχει η μοναρχία ανάμεσα στις κοινοπολιτείες, εάν ανήκει ή όχι σ’ αυτήν την κατηγορία, μιας και είναι δύσκολο να πιστέψω ότι υπάρχει οποιοδήποτε κοινό καλό σε μια πολιτεία όπου όλα ανήκουν σ’ έναν αφέντη. Αυτό το ζήτημα όμως, μπορεί να περιμένει μιαν άλλη στιγμή και σίγουρα απαιτεί μια ξεχωριστή με­λέτη, που από την ίδια της την φύση θα συμπεριλάβει όλες τις μορφές της πολιτικής συζήτησης.

Προς το παρόν, θέλω απλώς να καταλάβω πώς συμβαίνει σε τόσους πολλούς ανθρώπους, σε τόσα πολλά χωριά, σε τόσες πολ­λές πόλεις, σε τόσα πολλά έθνη, να υποφέρουν κάποιες φορές κάτω από έναν και μόνο τύραννο, ο οποίος δεν έχει άλλη εξουσία από την εξουσία που του έχουν δώσει- ο οποίος είναι σε θέση να τους βλάψει μόνο στο βαθμό στον οποίο επιθυμούν να τον υπομείνουν· ο οποίος δεν μπορεί να τους κάνει κανένα κακό, εκτός αν προτι­μήσουν να τον ανεχτούν παρά να τον αντιπαλέψουν.

Σίγουρα μια εντυπωσιακή περίπτωση! Έπειτα, είναι τόσο κοινότοπο που κά­ποιος πρέπει περισσότερο να θλίβεται και λιγότερο να διερωτάται στη θέα ενός εκατομμυρίου ανθρώπων υπηρετούντων την αθλιότητα, με τους λαιμούς τους κάτω από το ζυγό, χωρίς να έχουν εξαναγκαστεί από ένα πλήθος μεγαλύτερο απ’ αυτούς, αλλά απλώς, έτσι φαίνεται, κολακευμένοι και γοητευμένοι στο όνομα ενός και μόνο ανθρώπου, του οποίου η εξουσία που χρειάζονται δεν είναι ο φόβος, αφού προφανώς είναι το μόνο πρόσωπο του οποίου οι ικανότητες δεν μπορούν να εκτιμηθούν λόγω της απαν­θρωπιάς και της κτηνωδίας που επιδεικνύει προς αυτούς.

Ένα χα­ρακτηριστικό της αδυναμίας του ανθρώπινου είδους είναι ότι συχνά πρέπει να υπακούσουμε στη δύναμη- πρέπει να κάνουμε πα­ραχωρήσεις- δεν μπορούμε να είμαστε πάντοτε οι δυνατότεροι.

Συνεπώς, όταν ένα έθνος εξαναγκάζεται από την τύχη του πολέ­μου να υπηρετήσει μία και μοναδική κλίκα, όπως συνέβη με την πόλη των Αθηνών και την εξουσία των Τριάκοντα Τυράννων, κά­ποιος δεν πρέπει να εκπλήσσεται που το έθνος υπακούει, αλλά απλώς να θλίβεται από την κατάσταση· ή μάλλον, αντί να εκ­πλήσσεται ή να θλίβεται, να συλλογιέται υπομονετικά το κακό και να προσμένει με ελπίδα ένα ευτυχέστερο μέλλον.

Είναι τέτοια η φύση μας, ώστε τα κοινά καθήκοντα των αν­θρωπίνων σχέσεων καταλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος στην πο­ρεία της ζωής μας. Είναι λογικό να αγαπούμε την αρετή, να εκτιμούμε τις καλές πράξεις, να ευγνωμονούμε το καλό από οποι­αδήποτε πηγή κι αν προέρχεται, και, συχνά, να παραιτούμεθα από κάποιες ανέσεις μας προκειμένου να αυξήσουμε την τιμή και την υπεροχή κάποιων ανθρώπων που αγαπούμε και που το αξίζουν.

Συνεπώς, εάν κάτοικοι μιας χώρας έχουν βρει κάποιο σπουδαίο πρόσωπο, το οποίο έχει επιδείξει σπάνια προνοητικότητα στο να τους προστατεύσει σε μια επείγουσα περίπτωση, σπάνια τόλμη στο να τους υπερασπίσει, σπάνια φροντίδα για να τους κυβερνήσει, και εάν, από εκείνο το σημείο και πέρα, κολλήσουν την κακή συ­νήθεια να τον υπακούουν και να εξαρτώνται απ’ αυτόν σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον προικίσουν με συγκεκριμένα προνόμια, φο­βούμαι ότι μια τέτοια διαδικασία δεν είναι συνετή, καθόσον μετα­κινώντας τον από μια θέση στην οποία έκανε το καλό και προωθώντας τον σε μια άλλη θέση επιβολής, μπορεί να κάνει το κακό.

Σίγουρα ενόσω συνεχίζει να εκδηλώνει καλή θέληση, δεν πρέπει κάποιος να φοβάται ή να περιμένει να πληγωθεί από έναν άνθρωπο που γενικά φαίνεται ευνοϊκά διατεθειμένος.

Αλλά, Ω Μεγαλοδύναμε! Τι παράξενο φαινόμενο είναι αυτό; Τι όνομα πρέπει να του δώσουμε; Ποια είναι η φύση αυτής της δυ­στυχίας; Τι ανηθικότητα είναι αυτή, ή μάλλον τι αθλιότητα; Να βλέπεις έναν ατέλειωτο αριθμό ανθρώπων όχι απλώς να υπακούει, αλλά να οδηγείται στη δουλικότητα; Όχι να κυβερνάται, αλλά να τυραννιέται;

Αυτοί οι φουκαράδες δεν έχουν περιουσία, οικογέ­νεια, γυναίκα, παιδιά, ούτε ακόμη και την ίδια τους τη ζωή που να μπορούν να τη θεωρήσουν δική τους. Υποφέρουν από τη λεη­λασία, την κακοβουλία, τη σκληρότητα, όχι ενός στρατού, όχι μιας βαρβαρικής φυλής, εξαιτίας των οποίων πρέπει να χύσουν το αίμα τους και να θυσιάσουν τις ζωές τους, αλλά από έναν και μόνο άν­θρωπο- όχι από έναν Ηρακλή, ούτε από έναν Σαμψών, αλλά από έναν μοναδικό ανθρωπάκο.

Πολύ συχνά αυτός ο ίδιος ανθρωπάκος είναι ο πιο δειλός και μαλθακός σ’ ολόκληρο το έθνος, ξένος ως προς τον αχό της μάχης και διατακτικός στις άμμους των κονταρομαχιών – όχι μόνο χωρίς την ενεργητικότητα να κατευθύνει τους άνδρες εν όπλοις, αλλά με μόλις την αναγκαία ρώμη για να πλαγιάσει με μια κοινή γυναίκα! Θα πούμε την υποταγή σε έναν τέτοιο ηγέτη, δειλία; Θα αποκαλέσουμε εκείνους που τον υπηρε­τούν δειλούς και λιγόψυχους;

Αν δύο, αν τρεις, αν τέσσερις, δεν υπερασπίζονται τον εαυτό τους από τον έναν, μπορεί να θεωρή­σουμε τη κατάσταση αυτή εκπληκτική, αλλά παρόλα αυτά, κατανοήσιμη. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί κάποιος να δικαιολογηθεί με τη υποψία έλλειψης θάρρους. Αλλά εάν εκατό, εάν χίλιοι υπομένουν τα καπρίτσια ενός μόνου ανθρώπου, μήπως μάλλον πρέπει να πούμε ότι δεν τους λείπει το θάρρος, αλλά η επι­θυμία να υψωθούν εναντίον του και ότι μια τέτοια στάση υποδη­λώνει αδιαφορία παρά δειλία;

Όταν όχι εκατό, όχι χίλιοι άνθρωποι, αλλά εκατό επαρχίες, χίλιες πόλεις, ένα εκατομμύριο άνθρωποι, αρνούνται να επιτεθούν εναντίον ενός άνδρα, από τον οποίο η ευγενέστερη μεταχείριση που αναμένουν είναι η επιβολή της δουλοπαροικίας και η σκλαβιά, πώς θα το αποκαλέσουμε αυτό; Είναι δειλία; Βεβαίως υπάρχει αναπόφευκτα σε κάθε ανηθικότητα κάποιο όριο, πέρα από το οποίο κανείς δεν πάει. Δύο, πιθανόν δέκα, να φοβούνται τον έναν- αλλά όταν χίλιοι, ένα εκα­τομμύριο άνθρωποι, χίλιες πόλεις αποτυγχάνουν να προστατευθούν απέναντι στην κυριαρχία ενός ανθρώπου, αυτό δεν μπορεί να αποκληθεί δειλία, αφού η δειλία δεν πέφτει ποτέ τόσο χαμηλά και η γενναιότητα δεν μπορεί να ταυτιστεί με την προσπάθεια ενός ατόμου να αλώσει ένα οχυρό, να επιτεθεί σε ένα στρατό, ή να κα­τακτήσει ένα βασίλειο.

Τότε, τι είναι αυτή η τερατώδης ανηθικότητα, που ούτε καν της αξίζει να την αποκαλούμε δειλία, μια ανηθικότητα για την οποία δεν μπορεί να βρεθεί ορισμός αρκετά ποταπός, που η ίδια η φύση απαρνείται και οι γλώσσες αρνούνται να την ονομάσουν; Βάλτε από τη μια μεριά πενήντα χιλιάδες ένοπλους άνδρες και από την άλλη τον ίδιο αριθμό- αφήστε τους να συναντηθούν στη μάχη, με τη μια πλευρά να μάχεται για να διατηρήσει την ελευθερία της και την άλλη να θέλει να της την πάρει- σε ποιους, για μαντέψτε, θα έρθει η νίκη- ποιοι άνδρες πιστεύετε ότι θα πο­ρευτούν γενναία στη μάχη – εκείνοι που προεξοφλούν σαν αντα­μοιβή των πόνων τους τη διατήρηση της ελευθερίας τους, ή εκείνοι που δεν μπορούν να περιμένουν οποιοδήποτε άλλο βραβείο για τα χτυπήματα που ανταλλάσσουν από τη σκλαβιά των άλλων;

Η μια πλευρά θα έχει μπροστά στα μάτια της τις ευλογίες του παρελθό­ντος και την ελπίδα μιας παρόμοιας χαράς στο μέλλον οι σκέψεις τους θα βρίσκονται λιγότερο στον συγκριτικά σύντομο πόνο της μάχης, απ’ όσο πιθανώς θα υπομείνουν για πάντα, αυτοί, τα παι­διά τους και όλοι τους οι απόγονοι. Η άλλη πλευρά δεν έχει τίποτα να της εμπνεύσει θάρρος εκτός από την αδύναμη πίεση της απλη­στίας, η οποία ξεθωριάζει μπροστά στον κίνδυνο και η οποία ποτέ δεν μπορεί να είναι τόσο έντονη, έτσι μου φαίνεται, ώστε να μην πτοείται με την ελάχιστη σταγόνα αίμα από τις πληγές.

Σκεφτείτε τις δικαίως διάσημες μάχες του Μιλτιάδη, του Λεωνίδα, του Θεμιστοκλή, ακόμη φρέσκιες στην καταγραμμένη ιστορία και τα μυαλά των ανθρώπων σαν να είχε συμβεί χθες, μάχες που έγιναν στην Ελλάδα για την ευημερία των Ελλήνων και χρησιμεύουν ως παράδειγμα σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ποια δύναμη πιστεύετε ότι έδωσε σε μια τέτοια ελάχιστη χούφτα ανδρών όχι την ισχύ αλλά το θάρρος να αντισταθεί στην επίθεση ενός στόλου τόσο τεράστιου, ώστε ακόμη και οι θάλασσες δεν μπορούσαν να τον σηκώσουν και να νικήσουν τις στρατιές τόσων πολλών εθνών, στρατιών τόσο πελώ­ριων ώστε οι αξιωματικοί τους μόνο, να ξεπερνούν ολόκληρη την ελ­ληνική δύναμη;

Τι άλλο ήταν πέρα από το γεγονός ότι, εκείνες τις ένδοξες ημέρες, αυτός ο αγώνας δεν αντιπροσώπευε τόσο έναν αγώνα μεταξύ Ελλήνων και Περσών, όσο μια νίκη της ελευθερίας επί της κυριαρχίας, της ελευθερίας επί της απληστίας; Μας καταπλήσσει όταν ακούμε τις αφηγήσεις της αξίας της ελευθερίας από τις καρδιές εκείνων που την υπεράσπισαν αλλά ποιος θα μπορούσε να πιστέψει τις αναφορές για το τι συμβαίνει καθημερινά ανάμεσα στους κατοίκους μερικών χωριών, ποιος στ’ αλήθεια θα μπορούσε να πιστέψει ότι ένας μόνο άνθρωπος μπορεί να ταλαιπωρεί εκατοντάδες χιλιάδες και να τους στερεί την ελευ­θερία τους;

Ποιος θα μπορούσε να δώσει βάση σε μια τέτοια ανα­φορά αν απλώς την άκουγε, χωρίς να είναι μάρτυρας του συμβάντος; Κι αν αυτή η κατάσταση συνέβαινε μόνο σε μακρινά εδάφη και σε μας μόνο τη μετέφεραν, ποιος ανάμεσά μας δεν θα τη θεωρούσε μύθο που κάποιος τον φαντάστηκε ή τον εφηύρε και όχι κάτι το πραγματικό; Προφανώς δεν υπάρχει λόγος να αγωνιστεί κάποιος για την ανατροπή αυτού του μοναδικού τυράννου, αφού ο τελευταίος αυτομάτως θα ηττηθεί εφόσον η χώρα αρνηθεί να συναινέσει στη ίδια της τη σκλαβιά: δεν υπάρχει ανάγκη να τον στε­ρήσουμε από κάτι, αλλά απλώς να μην του δώσουμε τίποτα- δεν υπάρχει ανάγκη ώστε η χώρα να προσπαθήσει να κάνει κάτι για την ίδια που θα αποδειχθεί εις βάρος της.

Είναι, συνεπώς, οι ίδιοι οι κάτοικοι που επιτρέπουν, ή μάλλον επιφέρουν, την ίδια τους την υποταγή, αφότου, σταματώντας να υποτάσσονται, θα θέσουν τέρμα στη δουλεία τους. Ένας λαός σκλαβώνεται μόνος του, κόβει τον ίδιο του το λαιμό όταν, έχοντας επιλέξει ανάμεσα στο να είναι υποτελής και στο να είναι ελεύθερος, εγκαταλείπει τις ελευθερίες και μπαίνει στο ζυγό, συναινώντας στην ίδια του τη δυστυχία, ή μάλλον, προφανώς, καλωσορίζοντάς την. Εάν κοστίζει κάτι στους ανθρώπους η ανάκτηση της ελευθερίας τους, δεν θα τονίσω την ανάγκη δράσης προς αυτή την κατεύθυνση, αν και δεν υπάρχει τί­ποτα που ένα ανθρώπινο ον θα μπορούσε να αγαπήσει περισσότερο από την αποκατάσταση του δικού του φυσικού δικαιώματος, να μεταμορφωθεί ο ίδιος από ένα κτήνος με σκυφτή πλάτη σε άν­θρωπο για να το πούμε έτσι. Δεν απαιτώ απ’ αυτόν τέτοια τόλμη- αφήστε τον να προτιμά την αμφίβολη ασφάλεια της άθλιας ζωής όπως την επιθυμεί. Τι γίνεται τότε;

Εάν προκειμένου να έχει την ελευθερία δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από το να την επι­θυμεί, εάν μόνο μια απλή πράξη της θέλησης είναι αναγκαία, υπάρχει κανένα έθνος στον κόσμο που να θεωρεί πως μια απλή επιθυμία έχει τόσο υψηλό τίμημα προκειμένου να ανακτήσει δι­καιώματα, τα οποία οφείλει να είναι έτοιμο να αποκαταστήσει με κόστος το ίδιο του το αίμα, δικαιώματα τέτοια που η απώλειά τους υποβιβάζει όλους τους τίμιους ανθρώπους σε σημείο να νιώ­θουν τη ζωή αφόρητη και τον ίδιο το θάνατο σαν σωτηρία;

Όλοι γνωρίζουν ότι η φωτιά που ξεκινά από έναν μικρό σπιν­θήρα θα μεγαλώσει και θα γίνει φλόγα όσο βρίσκει ξύλο να κάψει- όμως χωρίς να σβηστεί με νερό, αλλά απλώς μη βρίσκοντας άλλο καύσιμο να τροφοδοτηθεί, ξοδεύεται μονάχη της, ξεθυμαίνει, και δεν είναι πια φλόγα. Παρομοίως, όσο περισσότερο οι τύραννοι διαρπάζουν, τόσο περισσότερο λαχταρούν, αφανίζουν και κατα­στρέφουν όσο περισσότερο κάποιος υποχωρεί απέναντί τους και τους υπακούει, τόσο περισσότερο αυτοί γίνονται ισχυρότεροι και τρομερότεροι, έτοιμοι να αφανίσουν και να καταστρέψουν. Αλλά αν ούτε ένα πράγμα δεν υποχωρεί απέναντί τους, αν, χωρίς καμιά βία, απλώς κανείς δεν υπακούει, απογυμνώνονται και εκμηδενί­ζονται, ακριβώς όπως όταν η ρίζα δεν παίρνει τροφή, το κλαδί μα­ραίνεται και πεθαίνει.

Για να καρπωθούν το καλό που επιθυμούν, οι τολμηροί δεν φοβούνται τον κίνδυνο- οι έξυπνοι δεν αρνούνται να υποφέρουν τα βάσανα. Είναι οι χαζοί και οι δειλοί που ούτε είναι σε θέση να υπο­μείνουν τις ταλαιπωρίες, ούτε να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους- σταματούν απλώς στη λαχτάρα γι’ αυτά και χάνουν μέσω της ατολμίας τη γενναιότητα που ξεπηδά από την προσπάθεια διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους, αν και η επιθυμία να τα απο­λαύσουν παραμένει ακόμα ως μέρος της φύσης τους.

Μια κοινή λαχτάρα στους έξυπνους και τους χαζούς, στους γενναίους και τους δειλούς, είναι αυτή για όλα εκείνα τα πράγματα, τα οποία, μόλις αποκτηθούν, τους κάνουν ευτυχισμένους και ικανοποιημέ­νους. Όμως εμφανίζεται να λείπει ένα στοιχείο. Δεν γνωρίζω πώς συμβαίνει η φύση να αποτυγχάνει να τοποθετήσει στις καρδιές των ανθρώπων μια φλογερή επιθυμία για ελευθερία, μια ευλογία τόσο μεγάλη και επιθυμητή, ώστε μόλις χαθεί, να ακολουθούν αμέσως όλα τα κακά, και ακόμη και οι ευλογίες να παραμένουν άγευστες και άνοστες λόγω της διάβρωσής τους από τη δουλεία.

Η ελευθερία είναι η μοναδική χαρά στην οποία οι άνθρωποι δεν φαίνεται να επιμένουν γιατί στα σίγουρα εάν πράγματι την ήθε­λαν, θα την είχαν. Προφανώς αρνούνται αυτό το θαυμάσιο προνό­μιο γιατί το αποκτούν τόσο εύκολα.

Φτωχοί, εξαθλιωμένοι και χαζοί άνθρωποι, έθνη αποφα­σισμένα για την ίδια σας την δυστυχία και τυφλά στο δικό σας καλό! Αφήνεστε να στερήστε μπροστά στα ίδια σας τα μάτια, το καλύτερο μέρος των εσόδων σας, τα χωράφια σας λεηλατούνται, τα σπίτια σας ληστεύονται, τα οικογενειακά σας κειμήλια αφαιρούνται. Ζείτε με έναν τέτοιο τρόπο, ώστε να μην μπορείτε να θε­ωρήσετε ούτε ένα πράγμα δικό σας’ και μάλλον θα θεωρείτε τους εαυτούς σας τυχερούς που δανείζετε την ιδιοκτησία σας, τις οικογένειές σας και την ίδια σας την ζωή.

Όλη αυτή η καταστροφή, αυτή η δυστυχία, αυτή η ερήμωση, πέφτει επάνω σας όχι από ξέ­νους εχθρούς, αλλά από το μοναδικό εχθρό τον οποίο εσείς καθι­στάτε τόσο δυνατό, για τον οποίο πηγαίνετε με γενναιότητα στον πόλεμο, για το μεγαλείο του οποίου δεν αρνείστε να προσφέρετε στο θάνατο τα ίδια σας τα κορμιά. Εκείνος, που έτσι σας καταδυ­ναστεύει, έχει μόνο δύο μάτια, μόνο δύο χέρια, μόνο ένα σώμα, τί­ποτα παραπάνω από όσα διαθέτει και ο τελευταίος άνθρωπος ανάμεσα στους αμέτρητους που κατοικούν στις πόλεις σας- στην πραγματικότητα δεν έχει τίποτα παραπάνω για να σας κατα­στρέψει από τη εξουσία που εσείς του απονείματε.

Πού βρήκε αρ­κετά μάτια για να σας κατασκοπεύσει, εάν δεν του τα δώσατε οι ίδιοι; Πώς μπορεί να έχει τόσα πολλά χέρια για να σας χτυπά, εάν δεν τα δανείστηκε από σας; Τα πόδια με τα οποία ποδοπατά τις πόλεις σας, πού τα βρήκε, αν δεν είναι τα δικά σας; Πώς έχει οποια­δήποτε εξουσία πάνω σας, εκτός μέσα από σας; Πώς θα τολμούσε να σας επιτεθεί, εάν δεν είχε τη συνεργασία σας; Τι θα μπορούσε να σας κάνει, εάν εσείς οι ίδιοι δεν συνεργούσατε με τον κλέφτη που σας ρημάζει, εάν δεν ήσασταν συνένοχοι με τον εγκληματία που σας σκοτώνει, εάν εσείς οι ίδιοι δεν προδίδατε τους εαυτούς σας;

Σπέρνετε τα χωράφια σας ώστε να μπορεί να τα ρημάζει, φτιάχνετε και επιπλώνετε τα σπίτια σας ώστε να του δίνετε αγαθά για να πλιατσικολογήσει- ανατρέφετε τις κόρες σας ώστε να μπο­ρεί να ικανοποιήσει τη λαγνεία του- μεγαλώνετε τα παιδιά σας προκειμένου να ασκήσει πάνω τους το μεγαλύτερο προνόμιο που ξέρει – να οδηγηθούν στις μάχες του, να πάνε στο σφαγείο, να γί­νουν υπηρέτες της απληστίας του και όργανα της εκδίκησής του- παραδίδετε τα κορμιά σας στην σκληρή εργασία προκειμένου να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις απολαύσεις του και να κυλιέται στις αισχρές ηδονές του- αδυνατίζετε προκειμένου να τον κάνετε τον ισχυρότερο και τον ενδοξότερο που θα σας έχει υπό έλεγχο. Από όλες αυτές τις ταπεινώσεις, τέτοιες που ούτε τα κτήνη του αγρού θα υπέμεναν, μπορείτε να απαλλαγείτε, αν το προσπαθήσετε, όχι περνώντας στη δράση, αλλά απλώς επιθυμώντας την ελευθερία.

Αποφασίστε να μην υπηρετείτε πλέον και αμέσως είστε ελεύθεροι.

Δεν σας ζητώ να θέσετε τις χείρες πάνω στον τύραννο για να τον ανατρέψετε, αλλά απλώς να μην τον στηρίζετε πλέον- τότε θα τον δείτε σαν έναν μεγάλο Κολοσσό του οποίου αποσπάστηκε το βάθρο, να πέφτει από το ίδιο του το βάρος και να σπάει σε κομ­μάτια! Οι γιατροί έχουν αναμφίβολα δίκιο όταν μας προειδοποιούν να μην αγγίζουμε τα τραύματα που δεν έχουν ακόμα θεραπευθεί και εν­δεχομένως να κάνω κήρυγμα, καθώς απευθύνομαι σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν χάσει από καιρό όλη τους την ευαισθησία και, καθώς δεν συνειδητοποιούν πλέον την αδυναμία τους, υποφέρουν απλώς από μια θανάσιμη αρρώστια. Αφήστε μας λοιπόν, συνε­πώς, να κατανοήσουμε με τη λογική, αν είναι δυνατόν, πώς συμ­βαίνει αυτή η επίμονη προθυμία προς υποταγή να έχει τόσο βαθιά ριζώσει σ’ ένα έθνος, ώστε η ίδια η αγάπη για την ελευθερία να φαίνεται τώρα αφύσικη.

Κατ’ αρχήν όλοι θα συμφωνήσουν ότι, εάν κατευθύνουμε τις ζωές μας σύμφωνα με τους τρόπους που σχεδίασε η φύση και με τα μαθήματα που αυτή μας δίδαξε, θα πρέπει ενστικτωδώς να υπακούμε στους γονείς μας- αργότερα θα πρέπει να υιοθετήσουμε τη λογική μας οδηγό και να μην είμαστε σκλάβοι κανενός. Όσον αφορά την υπακοή που έχει ο καθένας ενστικτωδώς απέναντι στον πατέρα και στην μητέρα, συμφωνούμε, ο καθένας εκλαμβάνει τον εαυτό του ως υπόδειγμα.

Τώρα, το κατά πόσο η λογική είναι έμ­φυτη ή όχι, αυτό είναι ένα ζήτημα που συζητείται έντονα από τους ακαδημαϊκούς και μ’ αυτό ασχολούνται όλες οι φιλοσοφικές σχο­λές. Προς το παρόν νομίζω ότι δεν σφάλλω αν δηλώσω πως εκεί, στις ψυχές μας, υπάρχει κάποιος αυτόχθων σπόρος της λογικής, ο οποίος, αν καλλιεργηθεί με καλές συμβουλές και άσκηση, θα φτιάξει λουλούδια της αρετής, αλλά ο οποίος, από την άλλη, αν είναι ανίκανος να αντισταθεί στην ανηθικότητα που τον περιβάλ­λει, θα πνιγεί και θα μαραθεί.

Όμως, σίγουρα, αν υπάρχει κάτι σ’ αυτόν τον κόσμο ξεκάθαρο και προφανές, απέναντι στο οποίο κα­νείς δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του, είναι το γεγονός πως η φύση, χειροποίητη από τον θεό και κυβερνούμενη από τους αν­θρώπους, μας έριξε όλους στο ίδιο καλούπι προκειμένου να βλέπουμε ο ένας τον άλλο ως συντρόφους, ή μάλλον, ως αδελφούς.

Εάν στο μοίρασμα των δώρων της η φύση ευνόησε μερικούς πε­ρισσότερο από κάποιους άλλους, όσον αφορά το σώμα ή το πνεύμα, παρόλα αυτά δεν σχεδίασε να μας βάλει σ’ αυτόν τον κόσμο σαν να ήταν ένα πεδίο μάχης και δεν προίκισε τον δυνατό­τερο ή τον εξυπνότερο ώστε αυτοί να δρουν σαν ένοπλοι ληστές στο δάσος και να επιτίθενται στον πιο αδύναμο. Κάποιος πρέπει μάλλον να συμπεράνει ότι μοιράζοντας μεγαλύτερα μερίδια στον έναν και μικρότερα στον άλλο, η φύση σκόπευε να δώσει μια ευ­καιρία να εκδηλωθεί η αδελφική αγάπη, κάποιοι από μας που έχουμε τη δύναμη να βοηθάμε τους άλλους που την χρειάζονται.

Εφεξής, αφού αυτή η ευγενική μητέρα μας έδωσε ολόκληρο τον κόσμο ως τόπο κατοικίας, μας στέγασε στο ίδιο σπίτι, μας έπλασε σύμφωνα με το ίδιο υπόδειγμα εις τρόπον ώστε να αναγνωρίζουμε ο ένας τον άλλο, πρέπει και εμείς να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας- αφού απέμεινε σ’ όλους μας το μεγάλο δώρο της φωνής και της ομιλίας για την αδελφική συσχέτιση, πέτυχε μ’ αυτόν τον τρόπο την κοινή και αμοιβαία δήλωση των σκέψεών μας, την επι­κοινωνία των σκέψεών μας· και αφού προσπάθησε με κάθε τρόπο να στενέψει και να σφίξει τα δεσμά της ένωσης και της συγγένειάς μας· αφού αποκάλυψε με κάθε δυνατό τρόπο την πρόθεσή της, όχι τόσο να μας ενώσει όσο να μας καταστήσει ένα οργανικό όλο, δεν μπορεί να υπάρχει περαιτέρω αμφιβολία ότι είμαστε όλοι εκ φύσεως ελεύθεροι, καθόσον είμαστε όλοι σύντροφοι. Συνεπώς δεν πρέπει κανένας να σκεφτεί ότι η φύση προόρισε μερικούς από μας για δούλους, αφού στην πραγματικότητα μας δημιούργησε όλους καθ’ όμοιο τρόπο.

Άρα είναι άγονη η συζήτηση κατά πόσο η ελευθερία είναι φυ­σική ή όχι, αφού κανείς δεν μπορεί να μείνει σκλάβος χωρίς να έχει κάποιο πρόβλημα, και σ’ έναν κόσμο που κυβερνά η φύση, η οποία είναι λογική, δεν υπάρχει τίποτα τόσο ενάντιο σ’ αυτήν, όσο η αδι­κία. Αφού η ελευθερία είναι η φυσική μας κατάσταση, όχι μόνο την κατέχουμε, αλλά θα πρέπει και να την υπερασπιστούμε.

Τώρα, εάν, παρ’ ελπίδα, κάποιοι θέσουν υπό αμφισβήτηση αυτό το συμπέρασμα και είναι τόσο διεφθαρμένοι ώστε να μην είναι σε θέση να αναγνωρίσουνε τα δικαιώματα και τις έμφυτες τάσεις τους, πρέπει να τους κάνω την τιμή, η οποία στην κυριολεξία είναι δική τους και να τους θέσω, ούτως ειπείν, σαν άγρια κτήνη στον άμβωνα, ώστε να ρίξω φως στη φύση και στην κατάστασή τους. Τα πραγματικά κτήνη, Θεέ μου βοήθα με!, εάν οι άνθρωποι δεν είναι τόσο κουφοί, τους κραυγάζουν «Ζήτω η ελευθερία!». Πολλά από αυτά πεθαίνουν αμέσως μόλις αιχμαλωτιστούν: ακριβώς όπως το ψάρι φεύγει από τη ζωή μόλις βγει από το νερό, έτσι αυτά τα πλάσματα κλείνουν τα μάτια τους στο φως και δεν επιθυμούν να επιβιώσουν όταν χάσουν την φυσική τους ελευθερία. Εάν τα ζώα επρόκειτο να θεσμοθετήσουν μια τάξη στο δικό τους βασί­λειο, οι άρχοντές τους θα επιλέγονταν απ’ αυτόν τον τύπο.

Άλλα, από τα μεγαλύτερα εώς τα μικρότερα, όταν συλλαμβάνονται προ­βάλλουν τέτοια αντίσταση, με τα νύχια, τα κέρατα, το ράμφος, και τα πόδια τους, ώστε δείχνουν αρκετά φανερά πόσο είναι προσκολλημένα σ’ αυτό που χάνουν κατόπιν, στην αιχμαλωσία, εκ­δηλώνουν με τόσα πολλά εμφανή σημάδια τη συναίσθηση της δυστυχίας τους, ώστε είναι εύκολο να δεις ότι μάλλον μαραζώνουν παρά ζουν και συνεχίζουν την ύπαρξή τους περισσότερο μέσα στο θρήνο της χαμένης τους ελευθερίας, παρά στη χαρά της δουλείας τους.

Τι άλλο μπορεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά του ελέφαντα, ο οποίος, αφού αμυνθεί μέχρις εσχάτων και γνωρίζοντας ότι έφτασε η στιγμή που θα πιαστεί, χτυπά με σφοδρότητα τα σαγό­νια του στα δέντρα και σπάζει τους χαυλιόδοντές του, δείχνοντας έτσι τη λαχτάρα του να παραμείνει ελεύθερος όπως ήταν και αποδεικνύοντας την αντίληψη και την ικανότητά του να εξαγοράσει τους κυνηγούς, ελπίζοντας ότι μέσω της θυσίας των χαυλιοδό­ντων του θα του επιτραπεί να προσφέρει το ελεφαντόδοντό του ως λύτρα για την ελευθέρια του;

Ταΐζουμε το άλογο από τη γέννησή του προκειμένου να το εκπαιδεύσουμε να υπακούει στις διαταγές μας. Όμως αν και έχει εξημερωθεί με τόση δυσκολία, όταν πρό­κειται να το ζέψουμε δαγκώνει το χαλινό, σηκώνεται στα πισινά του πόδια στο άγγιγμα του σπιρουνιού, σαν να θέλει να αποκαλύψει το ένστικτό του και να δείξει με τις πράξεις του ότι, εάν υπα­κούει, το κάνει όχι λόγω της ελεύθερης θέλησής του, αλλά κάτω από ανάγκη.

Τι περισσότερο να πούμε; «Ακόμη και τα βόδια κάτω από το βάρος του ζυγού παραπονούνται και τα πουλιά στο κλουβί τους θρηνούν», όπως έγραψα κάποιο καιρό πριν, παίζοντας με τη γαλλική μας ποίηση. Γι’ αυτό δεν διστάζω γράφοντας σε σένα, Ω Λόνγκα, να παρουσιάσω κά­ποιους στίχους μου, τους οποίους ποτέ δεν διάβασα, γιατί η προφανής σου ενθάρρυνση πολύ πιθανόν να με γεμίσει έπαρση.

Και τώρα, αφού όλα τα όντα, επειδή αισθάνονται, υποφέρουν από δυ­στυχία κάτω από τη υποταγή και λαχταρούν την ελευθερία- αφού τα ίδια τα ζώα, αν και έχουν φτιαχτεί για να υπηρετούν τον άν­θρωπο, δεν μπορούν να συνηθίσουν τον έλεγχο χωρίς να διαμαρ­τύρονται, ποια διαβολική αλλαγή απομάκρυνε τόσο τον άνθρωπο από τη φύση ώστε αυτός, το μόνο πλάσμα που πραγματικά γεν­νήθηκε για να είναι ελεύθερο, δεν έχει τη μνήμη της αρχικής του κατάστασης και την επιθυμία να επιστρέψει σ’ αυτήν;

Υπάρχουν τρία είδη τυράννων- κάποιοι αντλούν την υπερή­φανη θέση τους μέσω της εκλογής τους από το λαό, άλλοι με τη δύναμη των όπλων, άλλοι μέσω της κληρονομιάς. Εκείνοι που απέκτησαν την εξουσία τους μέσω μιας πολεμικής ενέργειας, δρουν τόσο έξυπνα, ώστε είναι προφανές ότι κυβερνούν μια κατακτημένη χώρα. Εκείνοι που γεννήθηκαν για να βασιλεύσουν, σπανίως είναι καλύτεροι, γιατί έχουν ανατραφεί στους μαστούς της τυραννίας, έχουν ρουφήξει μαζί με το γάλα τους τα ένστικτα του τυράννου και εκλαμβάνουν τους ανθρώπους υπό την αρχή τους σαν κληρονομημένους δουλοπάροικούς τους- και ανάλογα με την ατο­μική τους προδιάθεση, τσιγκούνικη ή γενναιόδωρη, συμπεριφέ­ρονται στο βασίλειό τους όπως στην περιουσία τους.

Εκείνος που έχει πάρει το χρίσμα από το λαό, όμως, οφείλει να είναι, έτσι νο­μίζω, πιο ανεκτικός και έτσι θα είναι, πιστεύω, εκτός ίσως από την περίπτωση που αμέσως μόλις δει τον εαυτό του πιο ψηλά από τους άλλους, κολακευμένος από εκείνη την ιδιότητα που θα την αποκαλέσουμε μεγαλείο, σχεδιάζει να μην εγκαταλείψει ποτέ αυτή τη θέση.

Ένας τέτοιος άνθρωπος συνήθως υπολογίζει να πε­ράσει στα παιδιά του την αρχή που ο λαός του έχει απονείμει’ και αμέσως μόλις οι κληρονόμοι του πάρουν αυτή τη στάση, είναι πα­ράξενο σε ποιο βαθμό υπερακοντίζουν άλλους τυράννους σε όλες τις μορφές της ανηθικότητας και ιδιαιτέρως στη σκληρότητα, επειδή δεν βρίσκουν άλλα μέσα για να επιβάλλουν αυτή τη νέα τυ­ραννία, απ’ το να σφίξουν τον έλεγχο και να απομακρύνουν τους υπηκόους τους τόσο μακριά από οποιαδήποτε ιδέα ελευθερίας, έτσι ώστε ακόμη και αν η ανάμνησή της είναι φρέσκια, σύντομα να ξεριζωθεί.

Έπειτα, για να είμαστε πιο ακριβείς, αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα σ’ αυτούς τους τρεις τύπους τυραννίας, αλλά όσον αφορά την εκδήλωση μιας προτίμησης, δεν μπορώ να ευνοήσω κανέναν. Γιατί, αν και τα μέσα για να απο­κτηθεί η εξουσία διαφέρουν, η μέθοδος διακυβέρνησης πρακτικά είναι η ίδια- εκείνοι που έχουν εκλεγεί συμπεριφέρονται σαν ευνουχιστές- εκείνοι που είναι κατακτητές κάνουν το λαό λεία τους· εκείνοι που είναι κληρονόμοι σχεδιάζουν να συμπεριφερθούν σαν οι άνθρωποι να ήταν οι φυσικοί τους σκλάβοι.

Σε σχέση μ’ αυτό, ας φανταστούμε μερικά νεογέννητα άτομα, που ούτε είναι εξοικειωμένα με τη σκλαβιά κι ούτε επιθυ­μούν την ελευθερία, στην πραγματικότητα αγνοούν την ουσία των λέξεων. Αν τους επιτραπεί να επιλέξουν ανάμεσα στο να είναι σκλάβοι και ελεύθεροι άνθρωποι, σε τι θα δώσουν την ψήφο τους; Δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι στην πλειοψηφία τους θα προτιμήσουν να οδηγηθούν από τη λογική αυτοπροσώπως, παρά να δέχονται διαταγές σύμφωνα με τα καπρίτσια ενός μόνου ανθρώπου. Η μόνη πιθανή εξαίρεση μπορεί να είναι οι Ισραηλίτες, οι οποίοι, χωρίς καμιά πίεση ή ανάγκη, διόρισαν έναν τύραννο.

Ποτέ δεν μπορώ να διαβάσω την ιστορία τους χωρίς να οργιστώ και ακόμη να γίνω αρκετά απάνθρωπος ώστε να νιώσω ικανοποί­ηση με τα πολλά δεινά που τους συνέβησαν εξαιτίας αυτού του πράγματος. Αλλά σίγουρα όλοι οι άνθρωποι, όσο τουλάχιστον πα­ραμένουν άνθρωποι, πριν αφεθούν να σκλαβωθούν, είτε πρέπει να εξαναγκαστούν με τη βία, είτε να εξαπατηθούν να κατακτηθούν από στρατούς ξένους όπως η Σπάρτη και η Αθήνα από τις δυνά­μεις του Αλεξάνδρου, ή από πολιτικές διαμάχες, όπως συνέβη σε μια πρώιμη περίοδο, που ο έλεγχος των Αθηνών είχε περάσει στα χέρια του Πεισιστράτου.

Όταν οι άνθρωποι χάνουν την ελευθερία τους μέσω της απάτης, δεν προδίδονται τόσο συχνά από τους άλ­λους, όσο παρασύρονται από τους ίδιους τους εαυτούς τους. Αυτό συνέβη με το λαό των Συρακουσών, τη μεγαλύτερη πόλη της Σι­κελίας. Όταν στις οδύνες του πολέμου και παίρνοντας μέτρα απρό­σεκτα μόνο για τον τοτινό κίνδυνο, προώθησαν τον Διόνυσο, τον πρώτο τους τύραννο, αναθέτοντας σε αυτόν την αρχηγία του στρα­τού, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι του είχαν δώσει τέτοια δύναμη ώστε στη νικηφόρα επιστροφή του αυτός ο άξιος άνθρωπος θα συμπεριφερόταν σαν να είχε κατατροπώσει όχι τους εχθρούς, αλλά τους συμπατριώτες του και από αρχηγός έγινε βασιλιάς και κα­τόπιν από βασιλιάς, τύραννος.

Είναι απίστευτο το πώς, μόλις ο άνθρωπος γίνει υπήκοος, ταχέως ξεχνά τόσο ολοκληρωτικά την προηγούμενη ελευθερία του, ώστε πολύ δύσκολα ξεσηκώνεται για να την ξαναποκτήσει, υπακούοντας τόσο εύκολα και με τόση προθυμία στα λεγόμενα του ενός ηγέτη, κι έτσι παρατηρούμε μια κατάσταση όπου αυτός ο άνθρωπος δεν έχει χάσει τόσο την ελευθερία του όσο έχει κερδί­σει την σκλαβιά του. Αληθεύει ότι στην αρχή οι άνθρωποι υπο­τάσσονται κάτω από τον εξαναγκασμό και τη βία αλλά εκείνοι που έρχονται μετά απ’ αυτούς, υπακούουν χωρίς τύψεις και κάνουν πρόθυμα ό,τι και οι προκάτοχοί τους, επειδή πρέπει να το κάνουν.

Γι’ αυτό οι άνθρωποι που γεννιούνται κάτω από το ζυγό και κα­τόπιν ανατρέφονται και μεγαλώνουν στη σκλαβιά, είναι ικανο­ποιημένοι, χωρίς κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια, να ζουν στη κατάσταση που γεννήθηκαν, χωρίς να γνωρίζουν οποιαδήποτε άλλη κατάσταση ή δικαίωμα και θεωρώντας περίπου φυσιολογική την κατάσταση στην οποία έχουν γεννηθεί. Δεν υπάρχει, όμως, κληρονόμος τόσο σπάταλος ή αδιάφορος που να μην ψάχνει κά­ποιες φορές τα λογιστικά βιβλία του πατέρα του, προκειμένου να δει αν απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα της κληρονομιάς του ή εάν, ενδεχομένως, τα δικαιώματά του, όπως και εκείνα του προκατόχου του, έχουν καταπατηθεί.

Παρ’ όλα αυτά είναι αρκετά φανερό πως η ισχυρή επίδραση της συνήθειας δεν είναι πιο υποχρεωτική απ’ όσο σ’ αυτό, δηλαδή την εξοικείωση με την υποταγή. Έχει ει­πωθεί ότι ο Μιθριδάτης εκπαιδεύτηκε στο να πίνει δηλητήριο. Σαν κι αυτόν, μαθαίνουμε να καταπίνουμε και να μην βρίσκουμε πικρό, το δηλητήριο της δουλείας.

Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η φύση επιδρά στη διαμόρφωσή μας σύμφωνα με τη θέλησή της και μας κάνει να αποκαλύπτουμε τα πλούσια ή φτωχικά χαρίσματά μας- όμως πρέπει να παραδεχτούμε ότι έχει λιγότερη δύναμη πάνω μας από τη συνήθεια, για το λόγο ότι το φυσικό χάρισμα, αδιάφορα πόσο καλό είναι, χάνεται εάν δεν υποβοηθηθεί, δοθέντος ότι το περιβάλλον μάς διαμορφώνει πάντοτε με το δικό μας τρόπο, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός, παρά τα δώρα της φύσης.

Ο καλός σπόρος που η φύση μας φυτεύει είναι τόσο αδύναμος και αναξιό­πιστος ώστε να μην μπορεί ν’ αντέξει την ελάχιστη βλάβη από μια κακή ανατροφή- ανθεί δύσκολα, χαλάει, μαραίνεται και χάνεται στο τίποτα. Τα καρποφόρα δέντρα διατηρούν τα ιδιαίτερα χαρα­κτηριστικά τους αν τους επιτραπεί να μεγαλώσουν ανεμπόδιστα, αλλά τα χάνουν ταχέως και βγάζουν παράξενα φρούτα, όχι τα κα­νονικά τους, όταν αναμιγνύονται με άλλα. Κάθε χόρτο έχει τα ιδι­αίτερα χαρακτηριστικά του, τις αρετές και τις ιδιότητές του- όμως ο παγετός, ο καιρός, το έδαφος ή τα χέρια του κηπουρού, δυνα­μώνουν ή μειώνουν την αντοχή του- το φυτό που βλέπουμε σ’ ένα σημείο, δεν αναγνωρίζεται σ’ ένα άλλο.

Οιοσδήποτε μπορούσε να παρατηρήσει τους πρώτους Βενετούς, μια χούφτα άνθρωποι που ζούσαν τόσο ελεύθερα ώστε ακόμη και ο πιο μοχθηρός ανάμεσά τους να μη θέλει να είναι ο βασιλιάς τους, έτσι γεννημένοι και εκπαιδευμένοι ώστε δεν θα συναγωνίζονταν με κάποιον εκτός αν επρόκειτο για το ποιος από τους δυο θα έδινε την καλύτερη συμβουλή και θα καλλιεργούσε πιο προσεκτικά την ελευθερία τους, έτσι δασκαλεμένοι και μεγαλωμένοι από την κούνια τους, που δεν θα άλλαζαν μ’ όλα τα καλά του κόσμου ένα γιώτα από την ελευθερία τους- ποιος, λέω, οικείος με την αρχική φύση τέτοιων ανθρώπων, μπορεί να επι- σκεφτεί σήμερα τα εδάφη του ανθρώπου που είναι γνωστός ως ο Μεγάλος Δόγης και εκεί ψύχραιμα να ατενίσει ανθρώπους απρό­θυμους να ζουν αν δεν τον υπηρετούν και να διατηρεί την εξουσία του με κόστος της ζωής τους;

Ποιος μπορεί να πιστέψει ότι αυτές οι δυο ομάδες ανθρώπων έχουν κοινή καταγωγή; Μήπως κάποιος θα συμπεράνει ότι η πόλη των ανθρώπων έχει μετα­βληθεί σ’ ένα θηριοτροφείο ζώων; Ο Λυκούργος, ο νομοθέτης της Σπάρτης, αναφέρεται ότι είχε μεγαλώσει δυο σκυλιά της ίδιας γέννας, παχαίνοντας το ένα στην κουζίνα και εκπαιδεύοντας το άλλο στους αγρούς με τους ήχους της σάλπιγγας και του κέρατος, προκειμένου να δείξει στους Λακεδαιμονίους ότι οι άνθρω­ποι, επίσης, μεγαλώνουν σύμφωνα με τις αρχικές τους συνήθειες. Έβαλε τα δυο σκυλιά στον ανοιχτό χώρο της αγοράς και ανάμεσά τους τοποθέτησε μια κούπα με σούπα και μια με λαγό. Ο ένας σκύλος έτρεξε στη σούπα και ο άλλος στο λαγό κι όμως ήταν, όπως είχε βεβαιώσει, αδέρφια από τους ίδιους γο­νείς. Μ’ αυτόν τον τρόπο αυτός ο ηγέτης, με τους νόμους και τα έθιμά του διαμόρφωσε και δίδαξε τους Σπαρτιάτες τόσο καλά, ώστε ο καθένας από αυτούς θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να αναγνωρίσει οποιαδήποτε άλλη αρχή πέρα από το νόμο και τη λογική.

Μου προκαλεί ευχαρίστηση να φέρνω στη μνήμη μου τη συ­ζήτηση του παλιού καιρού ανάμεσα στους ευνοούμενους του Ξέρξη, του μεγάλου βασιλιά της Περσίας, και δύο Λακεδαι­μόνιους. Όταν ο Ξέρξης εξόπλισε τον μεγάλο στρατό του για να κατακτήσει την Ελλάδα, έστειλε τους πρεσβευτές του στις ελλη­νικές πόλεις για να ζητήσει γη και ύδωρ. Αυτή ήταν η διαδικασία που υιοθετούσαν οι Πέρσες για να καλέσουν τις Πόλεις να παρα­δοθούν. Όμως δεν είχε στείλει τέτοιους αγγελιοφόρους στην Αθήνα και την Σπάρτη, γιατί αυτούς που έστειλε εκεί ο Δαρείος, οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες άλλους έριξαν σε χαντάκια και άλ­λους σε πηγάδια, με την πρόσκληση να πάρουν ελεύθερα νερό και χώμα για να τα πάνε πίσω στον αφέντη τους.

Εκείνοι οι ‘Ελληνες δεν μπορούσαν να επιτρέψουν ούτε την παραμικρή υποψία προ­σβολής της ελευθερίας τους. Παρ’ όλα αυτά, οι Σπαρτιάτες υπο­ψιάστηκαν ότι είχαν προκαλέσει την οργή των θεών με την πράξη τους, και ιδιαίτερα την οργή του Ταλθύβιου, θεού των αγγελιοφό­ρων προκειμένου να τον κατευνάσουν, αποφάσισαν να στείλουν στον Ξέρξη δύο πολίτες τους, ως εξιλέωση για το σκληρό θάνατο που επέβαλλαν στους πρεσβευτές του πατέρα του. Οι δύο Σπαρ­τιάτες, που τους έλεγαν Σπερθία και Βούλη, εθελουσίως προσφέρθηκαν να θυσιαστούν. ‘Ετσι ανεχώρησαν και καθ’ οδόν έφτασαν στο παλάτι ενός Πέρση που τον έλεγαν Υδάρνη, τοποτηρητή του Βασιλέως σ’ όλες τις παραθαλάσσιες ασιατικές πόλεις.

Τους δέχτηκε με μεγάλες τιμές, τους έκανε το τραπέζι και μετά, λέγοντας το ένα και το άλλο, τους ρώτησε γιατί αρνήθηκαν τόσο άκαμπτα τη φιλία του βασιλιά του. «Σκεφτείτε καλά, Ω Σπαρ­τιάτες» είπε, «και θα καταλάβετε από το παράδειγμά μου ότι ο βασιλιάς γνωρίζει πώς να τιμά αυτούς που το αξίζουν και πιστέψτε το, αν ήσασταν άντρες του θα έκανε το ίδιο και με σας· εάν ανήκατε σ’ αυτόν και σας ήξερε, δεν θα υπήρχε ένας ανάμεσά σας που δεν θα ήταν άρχοντας κάποιας ελληνικής πόλης».

«Μ’ αυτά τα λόγια, Υδάρνη, δεν μας δίνεις καλή συμβουλή» απάντησαν οι Λα­κεδαιμόνιοι, «γιατί έχεις δοκιμάσει μόνο το πλεονέκτημα για το οποίο μιλάς· δεν γνωρίζεις το προνόμιο το οποίο απολαμβάνουμε. Έχεις την τιμή να απολαμβάνεις την εύνοια του βασιλιά- αλλά δεν γνωρίζεις τίποτα για την ελευθερία, τι νοστιμάδα έχει και πόσο είναι γλυκιά. Γιατί αν γνώριζες το παραμικρό γι’ αυτήν, εσύ ο ίδιος θα μας συμβούλευες να την υπερασπιστούμε, όχι με τα δόρατα και τις ασπίδες, αλλά με τα ίδια τα δόντια και τα νύχια».

Μόνο οι Σπαρτιάτες θα μπορούσαν να δώσουν τέτοια απά­ντηση, και σίγουρα και οι δυο τους μιλούσαν σύμφωνα με την εκ­παίδευσή τους. Ήταν αδύνατο για έναν Πέρση να λυπηθεί για την ελευθερία αφού δεν την είχε γνωρίσει, αλλά και αδύνατο για τους Λακεδαιμονίους να υποφέρουν την υποταγή αφού είχαν απολαύ­σει την ελευθερία.

Ο Κάτων ο Ουτικανός, ενώ ήταν ακόμη παιδί κάτω από την επίβλεψη της βέργας, μπορούσε να πηγαινοέρχεται στο σπίτι του δικτάτορα Σύλλα. Λόγω της οικογενειακής του καταγωγής και επειδή ήταν στενός συγγενής του Σύλλα, η πόρτα του σπιτιού ήταν πάντα ανοιχτή. Είχε πάντοτε μαζί του το δάσκαλό του όταν πή­γαινε εκεί, όπως ήταν το έθιμο για τα παιδιά ευγενικής καταγω­γής. Πρόσεξε ότι στο σπίτι του Σύλλα, όταν ήταν παρών ο δικτάτορας ή κατόπιν διαταγής του, κάποιοι άνδρες φυλακίζονταν και άλλοι καταδικάζονταν κάποιος άλλος στραγγαλιζόταν σε κά­ποιον έπαιρναν την περιουσία, σε κάποιον άλλο το κεφάλι- συνοπτικώς, όλοι πήγαιναν εκεί όχι σαν σπίτι ενός δικαστή της πόλης, αλλά του τυράννου του λαού, και συνεπώς αυτό δεν ήταν ένα δι­καστήριο αλλά μάλλον το καταφύγιο ενός τυράννου. Και τότε το νέο παλικάρι είπε στο δάσκαλό του, «Γιατί δεν μου δίνεις ένα στιλέτο; Θα το κρύψω κάτω από τη χλαμύδα μου. Πηγαίνω συχνά στο δωμάτιο του Σύλλα πριν ξυπνήσει και το χέρι μου είναι αρ­κετά δυνατό για να απαλλάξει την πόλη απ’ αυτόν».

Έχουμε εδώ να κάνουμε με λόγια που χαρακτηρίζουν εντελώς τον Κάτωνα- ήταν η πραγματική αρχή αυτού του ήρωα, τόσο άξια του τέλους του. Και δεν θα έπρεπε να μνημονεύσει κανείς το όνομά του ή τη χώρα του, αλλά απλώς να πει τα γεγονότα έτσι όπως συνέβησαν, το επεισόδιο από μόνο του μιλά εύγλωττα και ο καθένας θα μα­ντέψει ότι είναι ένας Ρωμαίος γεννημένος στη Ρώμη τον καιρό που ήταν ελεύθερη. Και γιατί όλα αυτά; Σίγουρα όχι επειδή πιστεύω ότι ο τόπος ή η περιοχή έχει κάποια σχέση μ’ αυτά, αφού σε οποιοδήποτε μέρος και σε οποιοδήποτε κλίμα η υποταγή είναι πικρή και η ελευ­θερία ευχαρίστηση· αλλά απλώς γιατί έχω τη γνώμη ότι κάποιος πρέπει να λυπάται εκείνους οι οποίοι, μόλις γεννηθούν, έχουν τον ζυγό πάνω από το λαιμό τους. Πρέπει να τους απαλλάξουμε και να τους συγχωρήσουμε, αφού ούτε καν έχουν δει τη σκιά της ελευθε­ρίας και, αφού μάλλον δεν τη γνωρίζουν, δεν μπορούν να αντιληφθούν το κακό που υποφέρουν μέσα στη σκλαβιά τους.

Εάν ήταν πράγματι μια χώρα όπως εκείνη των Κυμερίων που αναφέρει ο Όμηρος, όπου ο ήλιος έλαμπε διαφορετικά απ’ ό,τι στη δική μας, ρίχνοντας τη λάμψη του για έξη μήνες συνεχώς και μετά άφηνε την ανθρωπότητα να μισοκοιμάται στο σκοτάδι μέχρι να επιστρέψει στο τέλος του άλλου μισού χρόνου, θα ξαφνιαζόμασταν αν μαθαίναμε ότι εκείνοι που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της μακράς νύχτας μεγαλώνουν τόσο συνηθισμένοι στο τοπικό σκο­τάδι, ώστε αν δεν τους πει κάποιος για τον ήλιο να μην επιθυμούν να δουν το φως; Κανείς δεν μαραζώνει για κάτι που δεν ξέρει- η λαχτάρα έρχεται μόνο μετά την απόλαυση και συνιστά, εν μέσω της εμπειρίας της θλίψης, την ανάμνηση της περασμένης χαράς.

Είναι πράγματι στη φύση του ανθρώπου να είναι ελεύθερος και να επιθυμεί κάτι τέτοιο, όμως ο χαρακτήρας του είναι τέτοιος που ενστικτωδώς ακολουθεί τις τάσεις που η εκπαίδευσή του έχει δώσει.

Ας παραδεχτούμε συνεπώς ότι όλα εκείνα τα πράγματα στα οποία έχει εκπαιδευτεί και συνηθίσει ο άνθρωπος του φαίνονται φυσικά, και μόνο ό,τι είναι πραγματικά εγγενές σ’ αυτόν το λαμ­βάνει με την αρχική του, μη εκπαιδευμένη, ατομικότητα. Συνε­πώς, το έθιμο γίνεται η πρώτη αιτία για την εθελοδουλεία. Οι άνθρωποι είναι σαν τα όμορφα άλογα κούρσας που ενώ στην αρχή δαγκώνουν το χαλινό, αργότερα τους αρέσει, και δεν δέχονται τη σέλα, αν και λίγο μετά μαθαίνουν να χαίρονται όταν τους βάζουν τα χάμουρα και καμαρώνουν υπερήφανα κάτω από τα στολίδια τους.

Παρομοίως οι άνθρωποι μεγαλώνουν συνηθίζοντας την ιδέα ότι ανέκαθεν ήταν υποταγμένοι και οι πατεράδες τους ζούσαν με τον ίδιο τρόπο- θα πιστέψουν ότι είναι υποχρεωμένοι να υποφέ­ρουν αυτό το κακό και θα πείσουν τους εαυτούς τους μέσω παρα­δειγμάτων και της μίμησης των άλλων, δίνοντας κύρος τελικώς σ’ εκείνους που τους διατάζουν μέσω ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, βασισμένοι στην ιδέα ότι έτσι συνέβαινε πάντα.

Υπάρχουν πάντα κάποιοι, περισσότερο προικισμένοι από άλ­λους, που αισθάνονται το βάρος του ζυγού και δεν μπορούν να κρα­τηθούν να μην προσπαθήσουν να τον αποτινάξουν: αυτοί είναι οι άνθρωποι που ποτέ δεν δαμάζονται κάτω από το ζυγό και οι οποίοι πάντοτε, όπως ο Οδυσσέας σε γη και θάλασσα αναζητούσε στα­θερά τον καπνό της καμινάδας του, δεν μπορούν να εμποδίσουν τους εαυτούς τους από το να ψάχνουν για τα φυσικά τους προνό­μια και από το να θυμούνται τους προγόνους και τις πρότερες συ­νήθειές τους.

Αυτοί είναι στην πραγματικότητα οι άνθρωποι οι οποίοι έχοντας καθαρό μυαλό και πνεύμα που βλέπει μακριά, δεν ικανοποιούνται όπως η κτηνώδης μάζα, να βλέπουν μόνο ό,τι βρί­σκεται μπροστά στα πόδια τους, αλλά μάλλον κοιτούν γύρω τους, πίσω και πριν, και ακόμη φέρνουν στη μνήμη τους πράγματα του παρελθόντος προκειμένου να κρίνουν εκείνα του μέλλοντος, και συγκρίνουν και τα δυο με την τωρινή τους κατάσταση. Είναι αυτοί που έχοντας από τη φύση καλά μυαλά, τα εκπαίδευσαν περαιτέρω μέσω της μελέτης και της μάθησης. Ακόμη και αν η ελευθερία είχε εντελώς χαθεί από τη γη, τέτοιοι άνθρωποι θα την εφεύρι­σκαν. Γι’ αυτούς η σκλαβιά δεν έχει χάρες, αδιάφορο πόσο καλά μεταμφιέζεται.

Ο Μεγάλος Σουλτάνος γνώριζε καλά ότι τα βιβλία και η δι­δαχή, πέρα από οτιδήποτε άλλο, δίνουν στους ανθρώπους την αί­σθηση να κατανοούν την ίδια τους τη φύση και να σιχαίνονται την τυραννία. Καταλαβαίνω ότι στην χώρα του υπάρχουν λίγοι μορ­φωμένοι άνθρωποι, αφού δεν θέλει να υπάρχουν πολλοί. Εξαιτίας αυτού του περιορισμού, άνθρωποι μεγάλου ζήλου και αφοσίωσης, οι οποίοι παρά το πέρασμα του χρόνου διατηρούν την αγάπη τους για την ελευθερία, παραμένουν ακόμα αναποτελεσματικοί γιατί, όσο πολυάριθμοι και αν είναι, δεν γνωρίζονται μεταξύ τους- είναι μόνοι τους μέσα στις φιλοδοξίες τους.

Στην πραγματικότητα, ο Μώμος, ο θεός του σαρκασμού, δεν κορόιδευε απλώς όταν έκρινε τον άνθρωπο που είχε πλάσει ο Ήφαιστος, δηλαδή το ότι ο δημι­ουργός δεν είχε αφήσει ούτε ένα μικρό παράθυρο στην καρδιά του πλάσματός του, ώστε να γίνονται φανερές οι σκέψεις του. Αναφέρεται ότι όταν ο Βρούτος, ο Κάσσιος και ο Κάσκας, στην προσπάθειά τους να απελευθερώσουν τη Ρώμη και συνεπώς ολόκληρο τον κόσμο, αρνήθηκαν να συμπεριλάβουν στην παρέα τους τον Κικέρωνα, αυτόν που έτρεφε μεγάλο ενθουσιασμό για τη δημόσια ευημερία, αν ποτέ υπήρξε τέτοιος, γιατί θεώρησαν την καρδιά του πολύ δειλή για μια τόσο ανώτερη πράξη· εμπιστεύθηκαν την επι­θυμία του αλλά δεν ήταν τόσο σίγουροι για το κουράγιο του.

Έπειτα, οποιοσδήποτε μελετήσει τις πράξεις προηγούμενων επο­χών και το χρονικό της αρχαιότητας, δεν θα βρει στην πράξη πα­ράδειγμα ηρώων που απέτυχαν να σώσουν τη χώρα τους από τα κακά χέρια όταν καταπιάστηκαν με το καθήκον με στέρεη, ανε­πιφύλακτη και ειλικρινή πρόθεση. Η ελευθερία, όπως αποκαλύ­πτει η φύση της, φαίνεται πως τους έδωσε καινούργια δύναμη. Ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, ο Θρασύβουλος, ο Βρούτος ο Πρεσβύτερος, ο Βαλεριανός και ο Δίων, πέτυχαν αποτελεσματικά ό,τι σχεδίασαν ενάρετα: γιατί δύσκολα αποτυγχάνει ποτέ η ισχυρή θέ­ληση από την καλή μοίρα. Ο Βρούτος ο Νεώτερος και ο Κάσσιος κατάφεραν να εξαλείψουν τη δουλεία και παρότι χάθηκαν προ­σπαθώντας να αποκαταστήσουν την ελευθερία, δεν πέθαναν άθλια (τι βλασφημία θα ήταν να ειπωθεί πως υπήρχε κάτι το άθλιο σ’ αυτούς τους άντρες, είτε στο θάνατό τους είτε όσο ζούσαν!).

Ο χαμός τους προκάλεσε μεγάλη ζημιά, παντοτινή δυστυχία και ολοκληρωτική καταστροφή της Δημοκρατίας, η οποία φάνηκε να θάβεται μαζί τους. Άλλα, κατοπινά εγχειρήματα εναντίον των Ρωμαίων αυτοκρατόρων ήταν απλά συνωμοσίες φιλόδοξων αν­θρώπων, που δεν τους αξίζει λύπη για τη δυστυχία που τους έπληξε, αφού είναι φανερό ότι δεν σκόπευαν να καταστρέψουν, αλλά απλώς να αρπάξουν το στέμμα, μηχανορραφώντας για την εκδίωξη του τυράννου, αλλά και για την διατήρηση της τυραννίας.

Όσον αφορά εμένα, δεν εύχομαι την επιτυχία τέτοιων ανθρώπων και είμαι ευτυχισμένος που έχουν δείξει με το παράδειγμά τους ότι το ιερό όνομα της Ελευθερίας δεν μπορεί ποτέ να χρησιμοποι­είται για να καλυφθεί ένα κίβδηλο εγχείρημα.

«Πώς συμβαίνει, αυτή η επίμονη προθυμία προς υποταγή να έχει ριζώσει τόσο ώστε η ίδια η αγάπη για την ελευθερία να φαίνεται τώρα αφύσικη;»

Να είσαι ακριβός άνθρωπος! Την φτήνια αγαπούν όσοι επωφελούνται

Να λες αυτά που πιστεύεις και να πολεμάς γι’ αυτά, χωρίς όμως να γίνεσαι αγενής. Μην βαφτίζεις την αγένεια, ειλικρίνεια. Να μην δέχεσαι να αλλάξεις για κανένα και για τίποτα. Να δίνεις μάχη για ό,τι διεκδικείς. Μην αλλάξεις την αυθεντικότητά σου για κανένα φθηνό αντίγραφο και για κανένα χειροκρότημα που δεν σου ανήκει και σε αλλοιώνει σαν προσωπικότητα.

Τα λόγια και οι πράξεις μας, μας χαρακτηρίζουν σαν κάτι αυθεντικό. Τα λόγια σου να συμβαδίζουν με την ζωή και τις πράξεις σου. Να βάζεις μπροστά την αλήθεια σου και να είσαι ξεκάθαρος και ειλικρινής. Οτιδήποτε σε χαλάει να το αφήνεις πίσω και να προχωράς. Με την αλήθεια σου δεν θα βγεις ποτέ ψεύτης. Τα ψέματα αποκαλύπτονται και σε αφήνουν γυμνό. Ξεκινάς με ένα ψέμα και το πρώτο φέρνει το δεύτερο και κάπως έτσι τα ψέματα συνεχίζονται και όλη η ζωή σου είναι ψέμα. Λέγοντας μόνιμα ψέματα, άλλοτε μικρά και άλλοτε μεγάλα, τόσο που κάποια στιγμή και εσύ ο ίδιος φτάνεις να τα πιστεύεις και γίνεσαι ένα με αυτά. Αυτά θα σε φέρουν αντιμέτωπο με μία νέα πραγματικότητα. Θα σε φέρουν απέναντι στους άλλους και ακόμη και οι άνθρωποι που θεωρείς δικοί σου θα απομακρυνθούν και θα σε αφήσουν μόνο.

Μεγάλο μάθημα οι φθηνοί άνθρωποι. Αυτοί που τους λείπει η ευγένεια και η αυθεντικότητα. Αυτοί που το παίζουν κάποιοι και δεν είναι τίποτα. Αυτοί που κρύβονται πίσω από μάσκες ανάλογα την περίπτωση. Στην ζωή σου να έχεις φίλους και όχι διπρόσωπους και χειροκροτητές. Μην επιτρέψεις να έχεις κοντά σου ανθρώπους, απλά και μόνο, επειδή τους ευνοούν οι συνθήκες και τα συμφέροντά τους. Προσωπικά εγώ, αυτούς είναι που δεν αντέχω ούτε την σκιά τους. Για λίγα χειροκροτήματα παραπάνω μην πουλάς κανέναν. Να είσαι ακριβός άνθρωπος… Την φτήνια δεν την αγάπησε κανείς…

Παράθυρο στο Μέλλον

Παράθυρο στο μέλλον: μπαταρίες για την ειρήνη και τον πόλεμο.

Η μάχη για το πυρίτιο, το λίθιο, τον γραφίτη και το νικέλιο έχει ξεκινήσει.

«Η εκθετική ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας θ’ αλλάξει τον κόσμο»

Αυτός είναι ο τίτλος ενός άρθρου στο The Economist με ημερομηνία 20 Ιουνίου 2024. Λέει:

«Έχουν περάσει 70 χρόνια από τότε που τα εργαστήρια Bell της AT&T παρουσίασαν νέα τεχνολογία για την μετατροπή του ηλιακού φωτός σε ενέργεια. Η εταιρεία ήλπιζε ότι θα μπορούσε να αντικαταστήσει τις μπαταρίες που τροφοδοτούν τον εξοπλισμό σε δυσπρόσιτα μέρη. Συνειδητοποίησαν επίσης ότι η τροφοδοσία συσκευών με μόνο φως δείχνει πώς η επιστήμη μπορεί να κάνει το μέλλον υπέροχο. Σήμερα, η ηλιακή ενέργεια έχει περάσει εδώ και καιρό την παιχνιδιάρικη αυτή φάση της. Τα πάνελ καλύπτουν τώρα μια περιοχή περίπου στο μισό μέγεθος της Ουαλίας και θα παρέχουν περίπου το 6% της παγκόσμιας ηλεκτρικής ενέργειας φέτος , σχεδόν τρεις φορές την ηλεκτρική ενέργεια που κατανάλωνε η ​​Αμερική το 1954. Ωστόσο, αυτή η ιστορική ανάπτυξη είναι μόνο το δεύτερο πιο σημαντικό πράγμα στην ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας. Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι απέχει πολύ από το να τελειώσει.

Το να αποκαλούμε την ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας εκθετική δεν είναι υπερβολή. Η εγκατεστημένη ηλιακή δυναμικότητα διπλασιάζεται περίπου κάθε τρία χρόνια και επομένως δεκαπλασιάζεται κάθε δεκαετία. Είναι σπάνιο να δεις τέτοια σταθερή ανάπτυξη σε οτιδήποτε σημαντικό. Αυτό δυσκολεύει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν τι συμβαίνει.

Πριν από δέκα χρόνια, όταν η ηλιακή ενέργεια ήταν το ένα δέκατο του σημερινού της μεγέθους, εξακολουθούσε να θεωρείται οριακή ακόμη και από εκείνους τους ειδικούς που γνώριζαν πόσο γρήγορα αναπτυσσόταν. Η επόμενη 10πλάσια αύξηση θα ισοδυναμούσε με αύξηση ολόκληρου του παγκόσμιου στόλου πυρηνικών αντιδραστήρων κατά οκτώ, σε λιγότερο χρόνο από ό,τι θα χρειαζόταν κανονικά για την κατασκευή μόνο ενός από αυτούς.

Τα ηλιακά πάνελ είναι πιθανό να γίνουν η μεγαλύτερη πηγή ηλεκτρικής ενέργειας στον πλανήτη μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2030. Μέχρι τη δεκαετία του 2040, θα μπορούσαν να γίνουν η μεγαλύτερη πηγή όχι μόνο ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά όλης της ενέργειας γενικότερα.

Σύμφωνα με τις τρέχουσες τάσεις, το συνολικό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγουν υπόσχεται να είναι λιγότερο από το μισό της τιμής της φθηνότερης διαθέσιμης σήμερα. Μεγάλο μέρος του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Αφρικής, όπου 600 εκατομμύρια άνθρωποι ακόμα δεν μπορούν να φωτίσουν τα σπίτια τους, θα αρχίσουν να αισθάνονται πλούσιοι σε ενέργεια. Αυτό το συναίσθημα θα είναι νέο και μεταμορφωτικό για την ανθρωπότητα».

Για να δουν ότι αυτό δεν είναι κάποιο όνειρο οικολογικού πυρετού, οι ειδικοί του περιοδικού εξετάζουν την ηλιακή οικονομία.

«Καθώς αυξάνεται η συνολική παραγωγή ενός βιομηχανοποιημένου αγαθού, το κόστος μειώνεται. Καθώς το κόστος μειώνεται, η ζήτηση αυξάνεται. Καθώς η ζήτηση αυξάνεται, η παραγωγή αυξάνεται και το κόστος συνεχίζει να μειώνεται. Αυτό δεν μπορεί να συνεχίζεται για πάντα. Η παραγωγή, η ζήτηση ή και τα δύο περιορίζονται κάποια στιγμή Με παλαιότερες ενεργειακές μεταβάσεις —από ξύλο σε άνθρακα, από άνθρακα σε πετρέλαιο ή από πετρέλαιο σε αέριο— η παραγωγική απόδοση αυξήθηκε, αλλά τελικά αντισταθμίστηκε από το κόστος εύρεσης ακόμη περισσότερων καυσίμων.

Η ηλιακή ενέργεια δεν αντιμετωπίζει τέτοιους περιορισμούς. Οι πόροι που απαιτούνται για την παραγωγή ηλιακών κυψελών και την εγκατάσταση τους σε ηλιακά αγροκτήματα είναι άμμος πλούσια σε πυρίτιο, ηλιόλουστες τοποθεσίες και ανθρώπινη εφευρετικότητα, τα οποία είναι όλα διαθέσιμα σε αφθονία.

Υπάρχουν όμως και κα΄ποιοι περιορισμοί. Δεδομένης της τάσης των ανθρώπων να ζουν εκτός των ωρών της ημέρας, η ηλιακή ενέργεια πρέπει να συμπληρώνεται από συστήματα αποθήκευσης και άλλες τεχνολογίες. Η βαριά βιομηχανία, οι αερομεταφορές και οι εμπορευματικές μεταφορές θα ήταν δύσκολο να ηλεκτροδοτηθούν. Ευτυχώς, αυτά τα προβλήματα μπορούν να λυθούν καθώς οι μπαταρίες και τα καύσιμα που δημιουργούνται από την ηλεκτρόλυση γίνονται σταδιακά φθηνότερα.

Μια άλλη ανησυχία είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ηλιακών συλλεκτών στον κόσμο, και σχεδόν όλο το εξευγενισμένο πυρίτιο από το οποίο κατασκευάζονται, προέρχονται από την Κίνα. Η ηλιακή βιομηχανία της είναι άκρως ανταγωνιστική, βαριά επιδοτούμενη και μπροστά από την τρέχουσα ζήτηση—λαμβάνοντας υπόψη όλη την ηλιακή δυναμικότητα που εγκαθιστά η Κίνα εντός των συνόρων της. Αυτό σημαίνει ότι η κινεζική χωρητικότητα είναι αρκετά μεγάλη ώστε να συνεχίσει την επέκταση για πολλά χρόνια, ακόμα κι αν ορισμένες από τις εμπλεκόμενες εταιρείες είναι στάσιμες ή ορισμένες επενδύσεις εν τέλη στερέψουν.

Μακροπρόθεσμα, ένας κόσμος στον οποίο παράγεται περισσότερη ενέργεια, χωρίς το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο να προέρχονται από ασταθή ή μη φιλικά μέρη του κόσμου, θα είναι πιο αξιόπιστος. Ωστόσο, αν και το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπορεί να χειραγωγήσει την τιμή του ηλιακού φωτός, με τον τρόπο που ο ΟΠΕΚ προσπαθεί να χειραγωγήσει την τιμή του πετρελαίου».

Αλλά το γεγονός ότι μια ζωτικής σημασίας βιομηχανία βρίσκεται σε μια χώρα που είναι εχθρική προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δύση στο σύνολό της προκαλεί ανησυχία στους ειδικούς του The Economist:

«Η Αμερική αισθάνεται έντονα αυτή την ανησυχία, γι’ αυτό και έχει επιβάλει δασμούς στον κινεζικό ηλιακό εξοπλισμό. Ωστόσο, με σχεδόν όλη τη ζήτηση για ηλιακούς συλλέκτες, θα υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για τον υπόλοιπο κόσμο να εισέλθει στην αγορά. Θα μπορούσε όμως αυτή η κατάσταση να βελτιωθεί, σύμφωνα με τους ειδικούς του περιοδικού, εάν η Αμερική ξεκλείδωνε την μειωμένη ζήτηση, διευκολύνοντας την εγκατάσταση πάνελ στα σπίτια και την σύνδεση στο δίκτυο – η χώρα έχει ένα τεραβάτ νέας ηλιακής ισχύος που περιμένει να συνδεθεί. Η τιμολόγηση του άνθρακα θα μπορούσε να βοηθήσει, όπως συνέβη με την μετάβαση από άνθρακα σε αέριο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα οφέλη ξεκινούν από την αύξηση της παραγωγικότητας. Όλα όσα χρησιμοποιούν οι άνθρωποι σήμερα ενέργεια θα κοστίζουν λιγότερο -και αυτό περιλαμβάνει σχεδόν τα πάντα. Η φθηνή ενέργεια μπορεί να καθαρίσει το νερό και ακόμη και να το αφαλατώσει. Μπορεί να ελέγξει μια μηχανή τεχνητής νοημοσύνης. Αλλά τα πιο σημαντικά πράγματα θα είναι αυτά που κανείς δεν έχει σκεφτεί ακόμα. Στη ριζική αφθονία της, η φθηνότερη ενέργεια θα απελευθερώσει την φαντασία, κάνοντας τις μικροσκοπικές ρόδες του νου να περιστρέφονται με ενθουσιασμό και νέες δυνατότητες».

Οι απαρχές της ελληνικής φιλοσοφίας

Η ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Βασικές αρχές

§1. Η έννοια: η έννοια-όρος «προσωκρατικός» αναφέρεται στην αρχαιότερη φάση της ελληνικής φιλοσοφίας (6ο και 5ο αιώνας π.Χ.) και ταυτόχρονα σε μια πολύ ετερογενή ομάδα στοχαστών. Περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα φιλοσόφων, πέραν εκείνων που προηγήθηκαν του Σωκράτη, και πιο συγκεκριμένα εκείνους από τους συγχρόνους του που δεν περιλαμβάνονται στην κλασική φάση της ελληνικής φιλοσοφίας που εκπροσωπείται από τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Κοινό εξωτερικό στοιχείο όλων αυτών των προσωκρατικών στοχαστών είναι ότι μόνο αποσπάσματα των έργων τους έχουν διασωθεί.

§2. Η απαρχή της σκέψης: τον 6ο αιώνα π.Χ. ο ελληνικός κόσμος γνώρισε βαθιές ανατροπές. Οι παραδοσιακές μορφές διακυβέρνησης αμφισβητήθηκαν, όπως και οι παραδοσιακές μυθικές κοσμοθεωρίες. Η δημοκρατικοποίηση των πολιτευμάτων, η επέκταση του εμπορίου και η περαιτέρω διάδοση της γραφής συνέβαλαν στην ανάδειξη της φιλοσοφίας ως κοινού τόπου για την ορθολογική ερμηνεία του κόσμου και την ανταλλαγή ριζοσπαστικών εν-νοημάτων και επιχειρημάτων. Οι πρώτοι προσωκρατικοί εμφανίστηκαν στις ιωνικές ακτές της Μικράς Ασίας. Έθεσαν το ερώτημα για τις ύστατες αρχές του σύμπαντος, τις οποίες συνδύασαν με το ερώτημα της «αρχής», της αρχέγονης ύλης του κόσμου. Για τον Θαλή αυτή ήταν νερό, για τον Αναξίμανδρο ήταν το άπειρο και για τον Αναξιμένη ο αέρας. Ο Εμπεδοκλής, που καταγόταν από τη Σικελία, είδε τη «ρίζα όλων των πραγμάτων» στα τέσσερα στοιχεία: γη, νερό, φωτιά και αέρα. Ο σύγχρονος του Αναξαγόρας άσκησε μεγάλη επιρροή στη μεταγενέστερη μεταφυσική του Αριστοτέλη με την έννοια του «νου», του καθαρού άπειρου πνεύματος ως πρωταρχή του κόσμου.

§3. Η εξέλιξη της σκέψης: τρεις άλλοι, πολύ διαφορετικοί στοχαστές έγιναν ακόμη πιο σημαντικοί για τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη: ο Πυθαγόρας, ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης. Ο Πυθαγόρας, ο οποίος είναι διάσημος ως μαθηματικός μέχρι και σήμερα, πίστευε ότι η τάξη του Κόσμου μπορούσε να εκφραστεί συμβολικά σε αριθμητικές αναλογίες και υιοθέτησε, από τις ανατολίτικες διδασκαλίες, την ιδέα της μετεμψύχωσης των ψυχών. Ο Ηράκλειτος κατανοούσε τον κόσμο ως μια συνεχή διαδικασία αλλαγής που προκαλείται από τη σύγκρουση των αντιθέτων και γι' αυτό θεωρείται ο πατέρας της διαλεκτικής. Ο Χέγκελ έχει πει σχετικά: «ούτε μια λέξη του Ηράκλειτου δεν υπάρχει που να μην την έχω συμπεριλάβει στη Λογική μου». Ωστόσο, πίστευε επίσης ότι αυτές οι αλλαγές βασίστηκαν στον Λόγο, έναν παγκόσμιο Λόγο που λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους. Ο Παρμενίδης από την Ελέα, ο ιδρυτής της «ελεατικής» σχολής, θεωρούσε κάθε αλλαγή ως απλή εμφάνιση και υποστήριζε ότι η αληθινή ύπαρξη είναι αιώνια και αμετάβλητη. Αυτή η ιδέα ενός αμετάβλητου, αιώνιου όντος επηρέασε κατευθείαν τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα. Μετά τον Ηράκλειτο και τον Παρμενίδη, η προσπάθεια εξήγησης της «αλλαγής» έγινε κεντρικό μέλημα της κλασικής μεταφυσικής.

§4. Διαφωτισμός και Σοφιστές: ένας Διαφωτισμός με τη μορφή θρησκευτικής κριτικής είναι ήδη αισθητός τον 6ο π.Χ. αιώνα από τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο, ο οποίος ερμήνευσε τις θρησκευτικές παραστάσεις και αντιλήψεις που έχουν οι άνθρωποι για τους θεούς ως προβολές του ανθρώπινου κόσμου. Με τους σοφιστές, τους Έλληνες φιλοσόφους του Διαφωτισμού του 5ου αιώνα π.Χ., που συκοφαντήθηκαν από τον Πλάτωνα ως «στρεψόδικοι», η φιλοσοφία/σκέψη στράφηκε στους ανθρώπους και τις πράξεις τους. Η πρόταση του Πρωταγόρα έγινε προγραμματική: «Ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων. Η διάκριση μεταξύ των φυσικών νόμων και των νόμων που έγιναν από τους ανθρώπους άνοιξε το δρόμο για μια ορθολογική κριτική του αδικαιολόγητου κανόνα». Ενάντια σε μια ελιτίστικη άποψη της φιλοσοφίας, οι σοφιστές έβλεπαν τους εαυτούς τους ως επαγγελματίες φιλόσοφους που διαμορφώνουν τον δημόσιο λόγο μέσα από μια διαδικασία επίπονης άσκησης του κάθε ατόμου ως τέτοιου. Δημιούργησαν τη ρητορική ως τεχνική επιχειρηματολογίας, την οποία ο καθένας μπορούσε να μάθει.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

 Ο Αριστοτέλης μιλάει για την αρετή

Νύχτα ακόμη, πολύ προτού φέξει, ξύπνησε εκείνο το πρωί ο Σωκράτης από ένα δυνατό χτύπημα στην εξώθυρα του σπιτιού του, κι όταν οι άνθρωποι του σπιτιού άνοιξαν την πόρτα, όρμησε μέσα, όλος φούρια, ένας νεαρός Αθηναίος, γνωστός του Σωκράτη, ο Ιπποκράτης, ο οποίος δεν άργησε να δείξει το παραξένισμά του που έβρισκε τον Σωκράτη να κοιμάται ακόμη: Πώς μπορούσε, ύ­στερα από το τόσο μεγάλο για την πόλη τους νέο; Είχε ρθει στην Αθήνα ο Πρωταγόρας! Δεν ήταν αυτό ένα πολύ μεγάλο νέο, για να μπορεί κανείς να κοιμάται ήσυχος και αδιάφορος; Ο Σωκράτης ζήτησε να μάθει από τον Ιππο­κράτη τι, στ' αλήθεια, σήμαινε για κείνον το γεγονός αυτό, κι εκείνος του ζήτη­σε τη χάρη, την πιο μεγάλη που θα μπορούσε να του κάνει: να τον συστήσει στον Πρωταγόρα (φιλοξενούνταν στο σπίτι του Κάλλια, του γιου του Ιππόνικου), ώστε να θελήσει ο μεγάλος δάσκαλος να τον δεχτεί για μαθητή του· για λεφτά να μην τον ένοιαζε· ήταν έτοιμος να πληρώσει ό,τι θα του ζητούσε. Ο Σωκράτης προσπάθησε με διάφορες ερωτήσεις να συγκρατήσει την ορμή του νέου: Τι ήταν λοιπόν αυτό το τόσο σημαντικό που μπορούσε να του μάθει ο Πρωταγόρας, έναντι αδρής μάλιστα αμοιβής; Ή - με άλλα λόγια - Τι θα γι­νόταν ο Ιπποκράτης ύστερα από τη μαθητεία του στον Πρωταγόρα; Τα ερωτή­ματα αποδείχτηκαν πολύ δύσκολα για τον νεαρό Ιπποκράτη: τα πράγματα - ό­πως φάνηκε - δεν ήταν καθόλου ξεκαθαρισμένα μέσα στο μυαλό του. Εν πάση περιπτώσει ο Σωκράτης δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να αρνηθεί στον νεαρό του φίλο τη χάρη που εκείνος, με τόση επιμονή και λαχτάρα, του είχε ζητήσει. Κίνη­σαν λοιπόν για το σπίτι του Κάλλια1. Στον διάλογο του Πρωταγόρας ο Πλάτων, αληθινός μάστορης του λόγου, μας περιγράφει ολοζώντανη τη σκηνή που ο Σω­κράτης και ο νεαρός Ιπποκράτης αντίκρυσαν φτάνοντας στο σπίτι του Κάλλια.

Εγώ δεν θα επαναλάβω εδώ όλες τις λεπτομέρειες, θα σας θυμίσω μόνο πως στην ερώτηση —κάποια στιγμή— του Σωκράτη προς τον Πρωταγόρα για το τι επρόκειτο να μάθει από αυτόν ο νεαρός, άμα γινόταν μαθητής του, ο Πρωτα­γόρας απάντησε ότι «τό μάθημα ἐστίν εὐβουλία περί τῶν οἰκείων, ὅπως ἄν ἄριστα τήν αὑτοῦ οἰκίαν διοικοῖ, καί περί τῶν τὴς πόλεως, ὅπως τά τῆς πό­λεως δυνατώτατος ἄν εἴη καί πράττειν καί λέγειν» [με δικά μας λόγια: «Από τη διδασκαλία μου κερδίζει κανείς - άρα και ο νεαρός σου φίλος, Σωκράτη - την ικανότητα να σκέφτεται σωστά για τις υποθέσεις του σπιτιού του (πώς να κυβερνά με τον καλύτερο τρόπο το νοικοκυριό του) και για τις υποθέσεις της πολιτείας (πώς να γίνει ένας ασυναγώνιστος πολιτικός και στα έργα και στους λόγους)»].

Η μικρή ιστορία που σας διηγήθηκα μας μεταφέρει κάπου στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., μια αληθινά ενδιαφέρουσα εποχή, για πολλούς μάλιστα λόγους. Ένας από αυτούς - από τους σημαντικότερους - το ότι ακριβώς εκεί­νη την εποχή άρχισαν να οργανώνονται πάνω σε επιστημονικές - θα λέγαμε ε­μείς σήμερα - βάσεις η αγωγή και η επιστήμη που έχει για θέμα της τις πρά­ξεις των ανθρώπων, η ηθική· γραπτές πραγματείες με αυτό το περιεχόμενο άρ­χισαν τότε να προσφέρονται άφθονες στο πλατύ κοινό, και, φυσικά, πρώτη υ­ποχρέωση των «επιστημών» αυτών ήταν να δηλώνουν με τρόπο σαφή τι τέλος πάντων ήταν σε θέση να προσφέρουν στον άνθρωπο.

Όπως η ιατρική, η αρχι­τεκτονική και διάφορες άλλες τέχνες (έτσι έλεγαν τότε αυτό περίπου που εμείς σήμερα ονομάζουμε επιστήμες) ήταν σε θέση να δηλώνουν ποια ήταν ακριβώς η συμβολή τους, την ίδια υποχρέωση είχαν και αυτές οι επιστήμες. Έτσι άρχι­σαν τότε να κάνουν την εμφάνιση τους διάφορες λέξεις-όροι, που απαντούσαν σ' αυτό ακριβώς το ερώτημα: «Πού αποβλέπει η ηθική ως επιστήμη; Τι επιδιώ­κει να αποκαλύψει ή να διδάξει στον άνθρωπο;» Την απάντηση του Πρωταγό­ρα την ακούσαμε μόλις πριν από λίγο - τη σχετική, βέβαια, διήγηση τη χρω­στούμε στον Πλάτωνα, φαίνεται όμως πως δεν έχουμε κανέναν λόγο να αμφι­βάλλουμε πως ήταν πράγματι του Πρωταγόρα η λέξη που έβαλε στο στόμα του μεγάλου σοφιστή ο Πλάτων. Ο Πρωταγόρας λοιπόν δίδασκε την εὐβουλίαν - κι εμείς ακούσαμε πριν από λίγο το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, όπως αυτό συνοψιζόταν σ' αυτόν τον όρο. Την ίδια περίπου εποχή ένας άλλος μεγά­λος σοφός, ο Δημόκριτος, χρησιμοποιούσε, αντίθετα, τον όρο ευθυμία, θέλον­τας αυτός να δηλώσει την πιο επιθυμητή για τον άνθρωπο κατάσταση2. Δεν είναι, έμοιαζε να λέει ο Δημόκριτος, οι πράξεις το μεγαλύτερο για τον άνθρωπο αγαθό· στην πραγματικότητα, η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται - πρέπει να σήμαινε η λέξη αυτή του Δημόκριτου - στην ηρεμία του θυμικού, που δεν πρέ­πει να ταράσσεται ούτε από την υπερβολική φιλοδοξία ούτε από τον φόβο μπροστά στα πράγματα που υπάρχουν επάνω ή κάτω από τη γη. Η παράδοση, πάλι, μας πληροφορεί ότι ο Δάμων3, φίλος του Περικλή και δάσκαλος του στη μουσική, μιλούσε - στα ίδια πάντοτε μέσα συμφραζόμενα - για την εὐκοσμίαν, λέξη-όρο με την οποία ο πρώτος αυτός Αθηναίος σοφιστής πρέπει να εννοούσε κυρίως την πειθαρχία του πολίτη, ενώ κάποιος Σωκρατικός, πολεμώντας όλους αυτούς τους όρους, πρέπει να χρησιμοποίησε τον όρο ευτυ­χία4, διακηρύσσοντας - προφανώς - ότι δεν έχει καμιά σημασία ποιες ικανό­τητες έχει ο κάθε άνθρωπος, αφού - στο τέλος - το παν εξαρτάται από την καλή του τύχη.

Είπα να περιδιαβάσουμε κάπως στον χώρο αυτό, για να σας θυμίσω πως εδώ ανήκει και ο όρος εὐδαιμονία, ένας όρος με τον οποίο το μεγάλο τέκνο των Σταγείρων, ο Αριστοτέλης, έκρινε σκοπιμότερο να ονοματίσει το «ἀκρότατον τῶν πρακτῶν ἀγαθῶν», όπως εκείνος είπε, το ύψιστο δηλαδή από τα α­γαθά που πετυχαίνουν με τις πράξεις τους οι άνθρωποι5. Η λέξη, όπως βέβαια δείχνουν τα συστατικά της, σήμαινε αρχικά την εύνοια του δαίμονος, του θεί­ου, βρισκόταν επομένως ο όρος αυτός πολύ κοντά, θα λέγαμε, στον όρο ευτυ­χία, αφού, όπως εκεί (στην ευτυχία), έτσι και εδώ (στην ευδαιμονία) εννοείται κάτι που δεν το πετυχαίνει ο άνθρωπος δι' εαυτού, αλλά κάτι που για να το α­ποκτήσει, πρέπει να το ζητήσει με προσευχή από το θεό. Είμαστε, από την άλ­λη, σε θέση να βεβαιωθούμε πως η λέξη αυτή είχε μια περίεργη σημασιολογική εξέλιξη. Ήδη ο Ηράκλειτος, ο μεγάλος Εφέσιος σοφός που έζησε γύρω στο 500 π.Χ., είχε πει ότι «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων»6, «δαίμων για τον άνθρωπο δεν εί­ναι παρά ο χαρακτήρας του». Το ίδιο είχε πει και ο Δημόκριτος, αυτός μάλι­στα με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια· εὐδαιμονίη ψυχῆς καί κακοδαιμονίη διαβάζουμε στο απόσπασμα Β 170 7, και θέλει να πει: «είναι υπόθεση της ψυχής η ευδαιμονία και η κακοδαιμονία», ενώ σε ένα άλλο απόσπασμα (Β 171)7 δια­βάζουμε ότι ἡ εὐδαιμονίη οὐκ ἐν βοσκήμασιν οἰκεῖ οὐδέ ἐν χρυσῷ· ψυχή οἰκητήριον δαίμονος, που πάει να πει: «η ευδαιμονία δεν κατοικεί = δεν έχει να κάνει με τα πλούσια κοπάδια και με το χρυσάφι· η ψυχή είναι η κατοικία του δαίμονος = με την ψυχή έχει να κάνει ο δαίμων» (ίσως ήθελε να πει: η ευ­δαιμονία και η κακοδαιμονία). Όλα αυτά θέλουν να πουν πως αυτό ακριβώς που ο άνθρωπος περιμένει από τον δαίμονα, από το θείον, το έχει, στην πραγ­ματικότητα, μέσα στον ίδιο τον εαυτό του· με άλλα λόγια: όλοι οι άνθρωποι ε­πιζητούν την ευδαιμονία, μόνο όμως από τις δικές τους πράξεις εξαρτάται αν θα φτάσουν κάποτε ή όχι σ' αυτήν. Όλες λοιπόν αυτές οι ιδέες πρέπει, στο τέ­λος, να έγιναν καθοριστικές για του Αριστοτέλη τη σκέψη· το αποτέλεσμα ήταν ο ορισμός του της ευδαιμονίας όπως τον διαβάζουμε στα Ηθικά του Νικομάχεια8: «ἡ εὐδαιμονία ἐστί ψυχῆς ἐνέργειά τις κατ' ἀρετήν τελείαν». Ενέρ­γεια λοιπόν, κατά τον Αριστοτέλη, η ευδαιμονία του ανθρώπου, όχι κατάστα­ση, και πάντως ενέργεια της ψυχής του, με τους κανόνες της τέλειας αρετής.

Στην πραγματικότητα με τις παρατηρήσεις αυτές φτάσαμε στο κεντρικότε­ρο σημείο της ηθικής διδασκαλίας του Αριστοτέλη: πως το μέσο για την επί­τευξη του ύψιστου για τους ανθρώπους αγαθού - ο ίδιος το έλεγε, είπαμε, εὐδαιμονία - είναι η αρετή. Εύκολα, τότε, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί ο προσδιορισμός του περιεχομένου της έννοιας αρετή - αντίστοιχης, από κά­ποια άποψη, προς την έννοια αγαθόν— πρέπει να ήταν η μόνιμη έγνοια του Αριστοτέλη σε όλη τη διάρκεια της φιλοσοφικής - και της διδακτικής - του δραστηριότητας: πώς αλλιώς, πράγματι, να εξηγήσουμε από τη μια το γεγονός ότι για να απαντήσει στο ερώτημα αυτό ο Αριστοτέλης έγραψε τελικά τρία ο­λόκληρα έργα, όχι μάλιστα από τα μικρότερα του (τα Ηθικά μεγάλα, τα Ηθικά Ευδήμια και τα Ηθικά Νικομάχεια - το τελευταίο την εποχή των πιο ώριμων χρόνων του), και από την άλλη το γεγονός ότι και σε άλλα έργα του, με εντε­λώς άλλο περιεχόμενο, δεν παρέλειπε να εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία που του πρόσφεραν τα θέματα του για να θέτει το ερώτημα που τον απασχολού­σε - μαζί, φυσικά, και για να αναζητεί μιαν ικανοποιητική απάντηση σ' αυτό;

Τέτοιου «ευκαιριακού» λόγου παράδειγμα μας προσφέρει, ας πούμε, το έ­κτο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου της Ρητορικής. Το θέμα που πραγματεύεται εκεί ο Αριστοτέλης είναι το «συμβουλευτικόν γένος των λόγων»· η συζήτηση έχει κάνει φανερό ότι το έργο του συμβουλευτικού ρήτορα είναι η προτροπή και η αποτροπή· αυτό σημαίνει, διδάσκει ο Αριστοτέλης, ότι ο συμβουλευτικός ρήτορας οφείλει να γνωρίζει «περί ποῖα ἀγαθά ἤ κακά» πρέπει να είναι έτοι­μος να δίνει τις συμβουλές του στο ακροατήριο του· αυτό θα δώσει στον Αριστοτέλη την αφορμή να αναζητήσει - για λογαριασμό του ρήτορα, στην πραγ­ματικότητα όμως για να ανταποκριθεί σε μια δική του, μόνιμη λαχτάρα - τον ορισμό του αγαθου9.

Τα Τοπικά, το έργο που κατά τη γνώμη ειδικών μελετητών πρέπει να είναι από τα παλιότερα του αριστοτελικού Corpus, μας προσφέρουν ένα δεύτερο α­νάλογο παράδειγμα: Στο πρώτο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου ο λόγος είναι για τον τόπον «πότερον αἱρετώτερον ἤ βέλτιον δυεῖν ἤ πλειόνων» (= ποιο από δύο ή περισσότερα πράγματα είναι προτιμότερο ή καλύτερο)· η συζήτηση οδη­γεί στην απαρίθμηση διάφορων «βελτιόνων», που είναι, ή πρέπει να είναι, γι' αυτό «αἱρετώτερα»· μια ομάδα από αυτά δηλώνονται με την έκφραση «ὅσα οἱ πλείους αἰροῦνται ἤ πάντες ἤ πάντα» (= «όσα προτιμούν οι περισσότεροι ή όλοι ή όλα») - αυτή όμως είναι ή περίπτωση του αγαθόν: ο ορισμός του αγαθόν που ακολουθεί10 είναι στην πραγματικότητα ένα από τα πολλά χωρία των Το­πικών που μπορούν να δείξουν από πόσο παλιά είχε αρχίσει να απασχολεί τον Αριστοτέλη το ερώτημα - μαζί, φυσικά, και η επιθυμία του να δώσει ο ί­διος μια συγκεκριμένη και ικανοποιητική απάντηση σ' αυτό.

Από πολύ νωρίς λοιπόν ο Αριστοτέλης είχε βεβαιωθεί πως μόνο με έναν σαφή και οριστικό καθορισμό του περιεχομένου της έννοιας αγαθόν θα γινό­ταν επιτέλους δυνατό να προσδιορισθεί το περιεχόμενο του «ἀκρότατου τῶν πρακτῶν ἀγαθῶν», της ανθρώπινης ευδαιμονίας, όπως είδαμε παραπάνω11, η οποία, στο κάτω κάτω, αποτελεί τον τελικό πρακτικό στόχο όλων αυτών των θεωρητικών αναζητήσεων. Ακριβώς ο ορισμός του της ευδαιμονίας υποχρέω­σε, είδαμε, τον Αριστοτέλη να αναζητήσει επίμονα, αλλά με πολύ ρεαλισμό12, τον ορισμό της αρετής: στην πραγματικότητα τα Ηθικά Νικομάχεια είναι, σχε­δόν στο σύνολο τους, μια διεξοδικότατη διερεύνηση του ενδιαφέροντος αυτού θέματος.

Η ανάλυση του στα Ηθικά Νικομάχεια αρχίζει με το δεύτερο βιβλίο13, ήδη όμως στο τελευταίο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου οι αρετές διακρίνονται σε ηθικές και διανοητικές «κατά την διαφοράν» που παρουσιάζουν μεταξύ τους τα μέρη της ψυχής14 (η πρώτη αριστοτελική «διαίρεση» της ψυχής στα μέρη «ἄλογον» και «λόγον ἔχον» οδηγεί στην τελική διάκριση μεταξύ των «μερών» που παίρνουν τελικά τα ονόματα «φυτικόν», «ἐπιθυμητικόν» και «τό κυρίως λόγον ἔχον»15). Των διανοητικών αρετών το κύριο γνώρισμα είναι ότι «τό πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχουσι καί τήν γένεσιν καί τήν αὔξησιν» και επομέ­νως η απόκτηση τους προϋποθέτει «ἐμπειρίαν και χρόνον»: είναι φανερός ο πρωταρχικός ρόλος που στην περίπτωση τους ο Αριστοτέλης αναθέτει στον διδάσκοντα. Σε αντίθεση με αυτές οι ηθικές αρετές «περιγίνονται ἐξ ἔθους» (= είναι αποτέλεσμα εθισμού, συνήθειας): είναι φανερό πως στην περίπτωση αυτή το βάρος πέφτει κατά κύριο λόγο στο ίδιο το άτομο που ενδιαφέρεται για την απόκτηση αυτών των αρετών, αφού - σε τελευταία ανάλυση - αυτή εξαρτάται από τη δική του αδιάκοπη άσκηση. Τις λογικές συνέπειες του ορισμού των ηθι­κών αρετών ο Αριστοτέλης θα τις συναγάγει αμέσως από την αρχή: Αν οι ηθι­κές αρετές «περιγίνονται ἐξ ἔθους», τότε: α) «οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται» (= καμιά ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως, εκ γενετής), αφού «οὐθεν τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται» (= σε κανένα ον δεν μπορούν να αλλάξουν με τη διαδικασία του εθισμού τα φυσικά του χαρα­κτηριστικά) και οι ηθικές αρετές είναι αποτέλεσμα εθισμού· β) μολονότι οι ηθικές αρετές δεν είναι έμφυτες στον άνθρωπο, η απόκτηση τους δεν είναι κάτι αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση: στην πραγματικότητα ο άνθρωπος είναι προικισμένος από τη φύση με την ικανότητα να τις δέχεται, μόνο που η έμφυτη αυτή ικανότητα είναι απαραίτητο να συνδυάζεται με την άσκηση: η τελείωση του ανθρώπου στην αρετή γίνεται, λέει ο Αριστοτέλης, «οἷα τοῦ ἔθους». Η α­πόκτηση μιας ηθικής αρετής είναι, επομένως, από κάποια άποψη, κάτι ανάλο­γο με την εκμάθηση των τεχνών: τεχνίτης γίνεται κανείς μόνο αν ασκηθεί με ε­πιμονή στην τέχνη του («οἰκοδομοῦντες οἰκοδόμοι γίνονται καί κιθαρίζοντες κιθαρισταί»), με τον ίδιο όμως τρόπο γίνεται κανείς - λέει πάντοτε ο Αριστοτέλης - και δίκαιος ή σώφρων ή ανδρείος. «Πράττοντες», πράγματι, «τά ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρός τούς ἀνθρώπους γινόμεθα δίκαιοι», ό­πως «πράττοντες τά ἐν τοῖς δεινοῖς καί ἐθιζόμενοι θαρρεῖν γινόμεθα ἀνδρεῖοι» (με δικά μας λόγια: «η καθημερινή, συνεχής και αδιάλειπτη συναλ­λαγή μας με τους ανθρώπους είναι που μας κάνει δίκαιους», όπως ακριβώς «η αδιάλειπτη άσκηση μας να μένουμε θαρραλέοι μπροστά στους κινδύνους μας κάνει ανδρείους». Προσοχή όμως, γιατί με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε και άδι­κοι ή δειλοί, «πράττοντες» πάλι «τά ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρός τούςἀανθρώπους» ή «πράττοντες τά ἐν τοῖς δεινοῖς καί ἐθιζόμενοι» - αυτή τη φορά - «φοβεῖσθαι». Και, φυσικά, το πράγμα δεν είναι καθόλου διαφορετικό - και αυτή τη φορά - από αυτό που γίνεται στις τέχνες· μήπως και εκεί «ἐκ τοῦ κακῶς οἰκοδομεῖν» ή «ἐκ τοῦ κακῶς κιθαρίζειν» δεν είναι που γίνονται, επί­σης, οι κακοί οικοδόμοι και οι κακοί κιθαριστές; Όλα αυτά θα πουν πως οι ι­διότητες που τελικά αποκτούμε - το ίδιο και οι καλές και οι κακές - είναι α­ποτέλεσμα της επανάληψης «ομοίων ενεργειών», είναι απότοκες του «πολλά­κις πράττειν» «ὄντως ἤ ὄντως», πράγμα που δείχνει, βέβαια, ολοκάθαρα τη μεγάλη σημασία που έχει ἡ προαίρεσίς του ατόμου, η ελεύθερη δηλαδή επιλογή του- γιατί μπορεί, βέβαια, να «ὀργιζόμεθα» ή να «φοβούμεθα ἀπροαιρέτως»16, χωρίς δηλαδή να χρειάζεται να λειτουργεί καμία διαδικασία επιλογής (το γιατί θα το ακούσουμε σε λίγο), η αρετή όμως - και η κακία - (και εδώ το γιατί θα το ακούσουμε παρακάτω) είναι αποτέλεσμα επιλογής.

Ας παρακολουθήσουμε όμως από κοντύτερα την προσπάθεια του Αριστο­τέλη να βρει και να δώσει τον ορισμό της αρετής:

Τρία είναι - δέχεται ο Αριστοτέλης - «τά ἐν τῇ ψυχῇ γινόμενα»: τα πάθη, αἱ δυνάμεις και αἱ ἕξεις17. Αφού, επομένως, ένα από αυτά θα πρέπει, κατά τον Αριστοτέλη, να είναι η αρετή (ὡς «ἐν τῇ ψυχῇ γινομένη»), η προσπά­θεια του από δω και πέρα θα είναι να δείξει ότι η αρετή δεν είναι ούτε «πά­θος» ούτε «δύναμη»: στην πραγματικότητα ο ορισμός της αρετής θα δουλευτεί από τον Αριστοτέλη με τη διαδικασία του αποκλεισμού των δύο από τα τρία ενδεχόμενα· στο τέλος, δηλαδή, ο Αριστοτέλης δεν θα χρειαστεί καν να αποδεί­ξει ότι η αρετή είναι «έξη», αφού με τον αποκλεισμό των «παθών» και των «δυνάμεων», μόνο «έξη» θα απομένει να είναι πια η αρετή. Πάθη λοιπόν ονο­μάζει - μας λέει ο Αριστοτέλης - την επιθυμία, την οργή, τον φόβο, το θάρ­ρος, τον φθόνο, τη χαρά, τη φιλία, το μίσος, τον πόθο, τη ζήλεια, την ευσπλα­χνία, γενικά «οἷς ἕπεται ἡδονή ἤ λύπη», όλα δηλαδή όσα ακολουθούνται από ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια. Η συνήθης απόδοση των αριστοτελικών αυτών «παθών» ως «συναισθημάτων» δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Κατά τη γνώμη μου τα αριστοτελικά πάθη (που αλλού χαρακτηρίζονται από τον ίδιο τον Αριστοτέλη ως «άλογες παρορμήσεις της ψυχής»18) δεν είναι - εδώ - πα­ρά καθαρά βιολογικές ιδιότητες του ανθρώπου, ιδιότητες δηλαδή που έχει ο άνθρωπος μόνο ως βιολογικό είδος, θέλω να πω: μόνο και μόνο γιατί είναι άν­θρωπος. Δεν εννοώ διάκριση από τα ζώα· θέλω απλώς να πω ότι τα αριστοτελικά αυτά πάθη δεν χαρακτηρίζουν ακόμη τον άνθρωπο ως καλόν ή κακό: ο άνθρωπος αισθάνεται τα πάθη αυτά επειδή έτσι το όρισε γι' αυτόν η φύση· αυ­τό θα πει ότι ο άνθρωπος χαίρεται ή μισεί, φθονεί ή ευσπλαχνίζεται, φοβάται ή οργίζεται χωρίς ούτε το ένα από αυτά να τον κάνει (ηθικά) καλόν ούτε το άλ­λο (ηθικά) κακόν. Ότι με τα πάθη βρισκόμαστε ακόμη στον χώρο της φυσιολο­γίας, στον χώρο της βιολογίας, όχι λοιπόν ακόμη στον χώρο της ηθικής, φαίνε­ται καθαρότερα στον αριστοτελικό ορισμό των δυνάμεων, του δεύτερου από τα «γινόμενα ἐν τῇ ψυχῇ»: «λέγω δέ δυνάμεις», λέει ο Αριστοτέλης, «καθ' ἅς παθητικοί τούτων (δηλαδή των παθών) λεγόμεθα», για να εξηγήσει ο ίδιος αμέσως μετά: «οἷον καθ' ἅς δυνατοί ἐσμέν ὀργισθῆναι ἤ λυπηθῆναι ἤ ἐλεῆσαι». Δεν φτάνει λοιπόν που η φύση έβαλε στην ψυχή του βιολογικού εί­δους άνθρωπος τα πάθη που μνημονεύθηκαν πιο πάνω· αυτά θα ήταν τελικά ασήμαντα, θα έλεγες: ανύπαρκτα, αν κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος, το κάθε συγκεκριμένο άτομο, δεν είχε επίσης προικισθεί από τη φύση με τη δύναμη, τη δυνατότητα μετοχής σ' αυτά· η φύση, επομένως, μας κάνει ικανούς να μετέ­χουμε, με τα δικά του μάλιστα ο καθένας «ποσοστά», στα διάφορα επιμέρους πάθη. Ούτε και από αυτήν, άρα, την άποψη, την άποψη των δυνάμεων, χαρα­κτηρίζονται ακόμη οι άνθρωποι - το κάθε συγκεκριμένο άτομο - καλοί ή κα­κοί. Για τις ιδιότητες αυτές - καλός ή κακός - ο λόγος αρχίζει μόνο από τη στιγμή που ο καθένας μας «ἔχει πως» = κρατά μια ορισμένη στάση απέναντι στα πάθη, από τη στιγμή που «ἔχει εὖ ἤ κακῶς» προς αυτά, από τη στιγμή δη­λαδή που κρατάει σωστή ή όχι σωστή στάση απέναντι στα πάθη. (Να λοιπόν από πού έρχεται η λέξη έξη: από το θέμα του ρήματος έχω). Το ερώτημα, φυσι­κά, που προβάλλει ύστερα από αυτά είναι «Ποια είναι η σωστή και ποια η όχι σωστή στάση απέναντι στα πάθη;». Η απάντηση του Αριστοτέλη έχει τη μορφή: «Κακῶς ἔχομεν πρός τά πάθη», «εἰ ἔχομεν πρός αὐτά σφοδρῶς ἤ ἀνειμένως», μια απάντηση που ολοφάνερα θα οδηγήσει στο λογικό συμπέρα­σμα πως σωστό είναι, επομένως, το αντίθετο του σφοδρῶς και του ἀνειμένως: η λέξη που ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί για την περίπτωση αυτή είναι η λέξη μέσως. Όλα αυτά θα πουν πως αν ο λόγος μας είναι π.χ. για την οργή, λάθος είναι α) να οργιζόμαστε σφοδρά, άγρια, β) να οργιζόμαστε χλια­ρά, «ανειμένα», όπως το λέει ο Αριστοτέλης = χαλαρά· σωστή, επομένως, είναι η μετρημένη, η μέση οργή. Συμπέρασμα: Δεν είναι αρχήθεν λάθος η οργή· ίσα ίσα, η οργή, αλλά στο σωστό μέτρο, στη σωστή δόση, όπως θα λέγαμε εμείς στην τεχνοκρατική σημερινή μας γλώσσας, είναι, αρετή· είναι το δέον · λάθος = κακία είναι η υπερβολική ή η ελλειμματική, η ελλιπής οργή· εξίσου μάλιστα λά­θος = κακία και η μία και η άλλη.

Έτσι όμως φτάσαμε στο κεντρικότερο, το κρισιμότερο σημείο της διδασκαλίας του Αριστοτέλη περί αρετής —γιατί είναι κρίσιμο, πράγματι, το ερώτημα «Πώς, αλήθεια, ορίζεται, έστω αναγνωρίζεται αυτό το μέσον,». Στο σημείο αυ­τό σας προτείνω να διαβάσουμε μαζί μια πολύ ενδιαφέρουσα και κατατοπιστι­κή σελίδα από τα Ηθικά Νικομάχεια19:

Ἐν παντί δή συνεχεῖ καί διαιρετῷ ἐστί λαβεῖν τό μέν πλεῖον τό δ' ἔλαττον τό δ' ἴσον, καί ταῦτα ἤ κατ' αὐτό τό πρᾶγμα ἤ πρός ἡμᾶς· τό δ ' ἴσον μέσον τι ὑπερ­βολῆς καί ἐλλείψεως, λέγω δέ τοῦ μέν πράγματος μέσον τό ἴσον ἀπέχον ἀφ ' ἑκατέρου τῶν ἄκρων, ὅπερ ἐστίν ἕν καί τό αὐτό πᾶσιν, πρός ἡμᾶς δέ ὅ μήτε πλεονάζει μήτε ἐλλείπει· τοῦτο δ' οὐχ ἕν, οὐδέ ταὐτόν πᾶσιν. οἷον εἰ τά δέκα πολλά τά δέ δύο ὀλίγα, τά ἕξ μέσα λαμβάνουσι κατά τό πρᾶγμα· ἴσῳ γάρ ὑπερέχει τε καί ὑπερέχεται· τοῦτο δέ μέσον ἐστί κατά τήν ἀριθμητικήν ἀναλογίαν. τό δέ πρός ἡμᾶς οὐχ οὕτω ληπτέον· οὐ γάρ εἰ τῳ δέκα μναῖ φαγεῖν πολύ δύο δέ ὀλίγον, ὁ ἀλείπτης ἕξ μνᾶς προστάξει· ἐστί γάρ ἴσως καί τοῦτο πολύ τῷ ληψομένῳ ἤ ὀλίγον· Μίλωνι μέν γάρ ὀλίγον, τῷ δέ ἀρχομένῳ τῶν γυμνασίων πολύ. Ὁμοίως ἐπί δρόμου καί πάλης, οὕτω δή πᾶς ἐπιστήμων τήν ὑπερβολήν μέν καί τήν ἔλλειψιν φεύ­γει, τό δέ μέσον ζητεῖ καί τοῦθ' αἱρεῖται, μέσον δέ οὐ τό τοῦ πράγματος ἀλλά τό πρός ἡμᾶς.

Ας δοκιμάσουμε να ξαναπούμε με δικά μας λόγια το αριστοτελικό αυτό κείμενο:

«Διαιρώντας κάτι που έχει για γνωρίσματα του τη συνέχεια και τη διαιρε­τότητα μπορούμε να έχουμε ή δύο άνισα, μεταξύ τους, μέρη (ένα μικρότερο και ένα μεγαλύτερο) ή δύο ίσα μέρη, κι αυτό ή σε σχέση με το ίδιο το πράγμα20 ή σε σχέση με εμάς21· ίσο θα πεί: κάτι που βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Όταν λέω “μέσον σε σχέση με το πράγμα”, εννοώ “αυτό που απέ­χει εξίσου από καθένα από τα δύο άκρα”· αυτό βέβαια είναι ένα και το ίδιο για όλους· όταν, πάλι, λέω “μέσον σε σχέση με εμάς”, εννοώ «αυτό που δεν είναι ούτε υπερβολικά πολύ ούτε υπερβολικά λίγο», κάτι που, βέβαια, δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους. Παράδειγμα: Αν τα δέκα είναι πολλά και τα δύο λίγα, μέσον εν σχέσει με το πράγμα λέμε πως είναι το έξι, αφού αυτό υπερέχει και υπερέχεται κατά τον ίδιο αριθμό μονάδων. Αυτό, βέβαια, είναι το μέσον ό­πως το διδάσκει η αριθμητική. Το μέσον όμως το σε σχέση με εμάς δεν ορίζεται έτσι· γιατί αν για ένα άτομο είναι πολύ το να φάει δέκα «μερίδες» και λίγο το να φάει δύο, δεν θα πει πως ο προπονητής θα ορίσει έξι «μερίδες», γιατί και αυτή η ποσότητα μπορεί να είναι πολλή γι’ αυτόν που θα τη φάει ή λίγη· λίγη για έναν Μίλωνα, πολλή για τον αρχάριο στη γύμναση· και φυσικά το ίδιο ι­σχύει και στο τρέξιμο, και στην πάλη. Συμπέρασμα: Ο ειδήμονας αποφεύγει την υπερβολή ή την έλλειψη και ψάχνει να βρει το μέσον αυτό είναι η τελική του προτίμηση - φυσικά, όχι το μέσον το σε σχέση με το πράγμα, αλλά το σε σχέση με εμάς».

Είναι φανερό πως με την υποκειμενική, την ξεχωριστή δηλαδή για κάθε συγ­κεκριμένο άτομο μεσότητα που δέχτηκε για την ηθική αρετή, ο Αριστοτέλης έκα­νε την αρετή αυτή υπόθεση προσωπική του καθενός. Ο καθένας, μετά λόγου γνώσεως, αναζητεί για τον εαυτό του το δικό του μέσον και ορίζει ο ίδιος στον εαυτό του τον τρόπο με τον οποίο θα το πετύχει. Η έξις, η τελική κατοχή ενός συγκεκριμένου, αυτό θα πει: ενός μόνιμου και σταθερού τρόπου συμπεριφο­ράς, δεν προϋποθέτει μόνο την επιλογή - την προαίρεσιν - μεταξύ του καλού και του κακού (στην ουσία - όπως είδαμε - μεταξύ της καλής και της κακής χρήσης των «παθών»)· προϋποθέτει και την αποδοχή και αναγνώριση του πό­σο δύσκολο έργο είναι η απόκτηση της αρετής - μια αποδοχή που εφοδιάζει τελικά το άτομο με τη διάθεση για υπομονετική εμμονή στην άσκηση. Όλοι ξέ­ρουμε πόσο δύσκολη είναι στο παιχνίδι της σκοποβολής η επίτευξη του στό­χου, πόσο «ῥᾴδιον» (= εύκολο) είναι «το άποτυχείν του άκοπου» και πόσο «χαλεπόν» (= δύσκολο) «τό ἐπιτυχεῖν», πόσο περισσότερες, επομένως, είναι οι περιπτώσεις αποτυχίας και μόνο μία η περίπτωση της επιτυχίας. Το ίδιο δύ­σκολο είναι και το «σπουδαίον είναι», να είναι κανείς φορέας της αρετής: «έ­νας ο τρόπος για νά 'μαστε καλοί, κακοί όμως είμαστε με χίλιους τόσους τρό­πους»22. Αν λοιπόν έχεις αποφασίσει να «στοχάζεσαι» = να έχεις στόχο σου το μέσον, το πρώτο που πρέπει να κάνεις είναι να «αποχωρείς», να αποφεύγεις αυτό που σε αντιμάχεται περισσότερο· γιατί από τα δύο κακά, που είναι η υ­περβολή και η έλλειψη, το ένα είναι μεγαλύτερος εχθρός σου - εσύ ξέρεις ποιο· αυτό λοιπόν καλύτερα να αποφεύγεις σε μια πρώτη φάση, αφού είναι τόσο δύσκολο να τα βάλεις - συγχρόνως - και με τους δύο εχθρούς σου· με τον λιγό­τερο δυνατό εχθρό σου έχεις περισσότερες ελπίδες να απαλλαγείς από αυτόν - ή, έστω, να μειώσεις στο ελάχιστο τη δύναμη του - ευκολότερα και γρηγο­ρότερα· καλύτερα να δεις τότε πια τι θα κάνεις με τον άλλον, τον δυνατότερο εχθρό σου23. Ο δεύτερος τρόπος για να φτάσεις τελικά, κάποια στιγμή, στο μέ­σον είναι να κοιτάξεις να δεις - το γρηγορότερο - σε τι είσαι από τη φύση σου «εὐκατάφορος», προς ποια δηλαδή πράγματα σε παρασύρει η φυσική ρο­πή σου- όταν κάνεις τις επισημάνσεις σου, τότε «δεῖ ἀφέλκειν εἰς τοὐναντίον» τον εαυτό σου· αυτό δεν κάνουν και όσοι θέλουν να ισιώσουν ένα στραβό δεν­τράκι; τραβώντας το προς την αντίθετη πλευρά καταφέρνουν στο τέλος να το «ορθώσουν». Μη σε ενοχλεί τότε, που άλλοτε γέρνεις (ἀποκλίνεις είναι η λέ­ξη του Αριστοτέλη) προς την πλευρά της υπερβολής και άλλοτε προς την πλευρά της έλλειψης· είναι ο μόνος τρόπος να επιτύχεις κάποτε το μέσον24,

Μένεις, αλήθεια, έκπληκτος από την ανθρωπιά που αποπνέει η σκέψη του Αριστοτέλη. Είναι σαν να σου λέει ο μεγάλος σοφός: «Σημασία έχει τελικά ο στόχος σου· οι αστοχίες σου ώσπου να τον πετύχεις ούτε εσένα τον ίδιο πρέ­πει να αποθαρρύνουν ούτε στους άλλους πρέπει να γίνονται αφορμή για να σε μεμφθούν και να σε ψέξουν». Τόση κατανόηση μακάρι να την είχε ο καθένας μας για τον διπλανό του, ιδίως όμως μακάρι να την είχαν οι γονείς για τα παι­διά τους ή οι δάσκαλοι για τους μαθητές τους. Η «παιδαγωγία» θα είχε τότε σωστότερους στόχους και - προπαντός - πολύ περισσότερο επιτεύξιμους. Για την κοινωνική όμως διάσταση της «αρετής» ο λόγος μας θα είναι και πα­ρακάτω.

Μεσότητα λοιπόν κατά τον Αριστοτέλη η αρετή, μεσότητα μεταξύ υπερβο­λής και ελλείψεως-και: αν η υπερβολή και η έλλειψη αποτελούν πάντοτε λάθος και γι’ αυτό ψέγονται από τους ανθρώπους, το μέσον, η μεσότητα επισύρει τον έπαινο, γιατί είναι το ορθό· το μᾶλλον (= το περισσότερο) και το ἧττον (= το λιγότερο) είναι πάντοτε λάθη, οὐκ εὖ, ενώ το μέσον είναι το άριστον, μια λέξη που και από μόνη της θυμίζει την αρετή25. «Λιγότερο» όμως, αλήθεια, από τι; Και πάλι - από την άλλη - «περισσότερο» από τι; Η απάντηση του Αριστοτέ­λη είναι απλή: «περισσότερο» ή «λιγότερο» από «αυτό που πρέπει», από «το δέον». «Το να οργισθείς», λέει ο Αριστοτέλης, «το να δείξεις φόβο ή θάρρος, να επιθυμήσεις ή να σπλαχνιστείς, γενικά το να χαρείς ή να λυπηθείς τη στιγμή που πρέπει, εν σχέσει με τα πράγματα που πρέπει, εν σχέσει με τους ανθρώπους που πρέπει, για τον λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, αυτό είναι το μέσον και το άριστον».

Στην πραγματικότητα η διδασκαλία αυτή του Αριστοτέλη, πως η αρετή εί­ναι μεσότητα μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως, υποχρεώνει τον μελετητή να θέσει δύο —κυρίως— ερωτήματα. Το πρώτο αφορά στην πρωτοτυπία της δι­δασκαλίας αυτής· αν όχι, τότε στην ιστορία της. Η αλήθεια είναι πως την αρε­τή δεν την είχε συλλάβει με αυτόν τον τρόπο κανένας πριν από τον Αριστοτέ­λη. Η πλατωνική π.χ. σύλληψη της αρετής και του αγαθού ως ιδέας, απόμα­κρης σε έναν κόσμο νοητό και μεταφυσικό, είχε σχεδόν αφαιρέσει από την αρε­τή τα χαρακτηριστικά μιας ανθρώπινης ιδιότητας και την είχε περιβάλει με χα­ρακτηριστικά θεϊκά ή τουλάχιστον με τα χαρακτηριστικά μιας ιδιότητας που μόνο κατά παραχώρηση ή εύνοια των θεών μπορούσε να γίνει κτήμα του αν­θρώπου. Ας θυμηθούμε επίσης πως στον Όμηρο π.χ., τότε που η λέξη αρετή εί­χε ακόμη τη σημασία γενικά της ικανότητας, της όποιας επιμέρους ικανότητας, ο κιθαρωδός Φήμιος βεβαίωνε (το διαβάζουμε στους στίχους 347-8 της ραψω­δίας χ της Οδύσσειας) πως ήταν κάποιος θεός που έβαλε μέσα στο νου και στην ψυχή του λογής λογής τραγούδια, ενώ στον Πίνδαρο διαβάζουμε (στον έ­νατο, συγκεκριμένα, Ολυμπιόνικο)26: τό δέ φυᾷ κράτιστον ἅπαν· πολλοί δέ διδακταῖς/ἀνθρώπων ἀρεταῖς κλέος/ ὤρουσαν ἀρέσθαι (ας το πούμε και με δικά μας λόγια: «απ' όλα το καλύτερο είναι οι χάρες πού 'χει ο άνθρωπος από φυσικού του· πολλοί όμως άνθρωποι ορέχτηκαν να κερδίσουν δόξα με αξιοσύνες διδαχτές»): όλα αυτά θέλουν να πουν πως άνθρωπος που δεν έχει φνάν = κάτι το θεϊκό μέσα του, αλλά θέλει να είναι αγαθός (- ικανός και επιτήδειος σε κάτι) μόνο με ό,τι καταφέρνει ο ίδιος να μάθει, στην ουσία προσπαθεί να οικειοποιηθεί κάτι που δεν του ταιριάζει.

Την τεράστια απόσταση που χωρίζει τον Αριστοτέλη από τις τέτοιας λογής σκέψεις δεν θα την αποδώσουμε, βέβαια, ούτε μόνο στην εντωμεταξύ αλλαγή των περί του θείου αντιλήψεων ούτε μόνο στο ότι ο Αριστοτέλης, άνθρωπος - από τη φύση του - εξίσου της εμπειρίας και της θεωρίας, μελέτησε τα θέμα­τα αυτά έχοντας στόχο του όχι τόσο να κερδίσει ο ίδιος και να μεταβιβάσει ύ­στερα στους άλλους απλές θεωρητικές γνώσεις όσο να γίνει ο πρακτικός οδη­γός τους στις επιμέρους πράξεις τους27· πέρα από όλα αυτά δεν έχουμε αμφιβολία ότι σημαντικότατο ρόλο στη διαμόρφωση των αντιλήψεων του Αριστο­τέλη έπαιξαν οι διδασκαλίες των παλαιότερων στοχαστών, τις οποίες, γνω­στός για τη βουλιμία με την οποία διάβαζε τα έργα τους, ο Αριστοτέλης τις α­φομοίωνε με τρόπο δημιουργικό. Αναφέρομαι κατά πρώτο λόγο στους λεγόμε­νους προσωκρατικούς φιλοσόφους που, ξεκινώντας από την προσπάθεια να ερμηνεύσουν τον κόσμο που περιβάλλει τον άνθρωπο, γρήγορα έφτασαν να συνειδητοποιήσουν ότι οι νόμοι που κυβερνούν τον μακρόκοσμο, τον έναστρο πάνω μας ουρανό και τη γύρω μας φύση, κυβερνούν και τον μικρόκοσμο, τον άνθρωπο. Έφτασαν δηλαδή στο συμπέρασμα πως κάθε ερμηνεία που θα μπο­ρούσε να δοθεί στον πρώτο, θα μπορούσε να βρει και στον δεύτερο απόλυτη ε­φαρμογή, και ότι η μέθοδος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη διε­ρεύνηση των φαινομένων της φύσης, θα μπορούσε να βρει εφαρμογή και στη διερεύνηση των ανθρώπινων φαινομένων. Έτσι, ας πούμε, διερεύνησαν - οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι - και ερμήνευσαν τα φαινόμενα της υγείας, της αρ­ρώστιας και της ίασης. Οι παλιότεροι Πυθαγόρειοι π.χ. και ο σύγχρονος τους Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης δέχονταν ως αρχές των όντων τα ἐναντία, ζευγάρια δηλαδή αντίθετων μεταξύ τους δυνάμεων πιστεύοντας λοιπόν ότι στη βάση του κόσμου βρίσκονται αντιθέσεις, που δένονται όμως τελικά σε μια «τάξη», σε μιαν αρμονία, σ' έναν κόσμο (αυτή τη λέξη, που σήμαινε στολίδι, φαίνεται πως είχε χρησιμοποιήσει ήδη ο Πυθαγόρας για να δηλώσει το Σύμπαν, εξαι­τίας της τάξης και της αρμονίας που το διέπουν), δεν άργησαν να αντιμετωπί­σουν και τον άνθρωπο ως μέρος αυτής της «τάξης», με αποτέλεσμα να αναζη­τήσουν - σ' αυτήν επάνω τη βάση - τους ορισμούς των εννοιών ὑγεία, νόσος, ἴασις. Αυτό που γεννάει και συντηρεί την υγεία - είπαν - είναι η τήρηση του μέτρου και της ἁρμονίας, η ισορροπία (ἰσονομία έλεγε ο Αλκμαίων) των α­ντίθετων δυνάμεων, π.χ. του υγρού και του ξηρού, του ψυχρού και του θερμού, του πικρού και του γλυκού κ.ά. Η αιτία που γεννάει την αρρώστια ήταν, λοι­πόν, για τους φιλοσόφους αυτούς η επικράτηση του ενός από τα ἐναν-τία (μο­ναρχία ήταν τώρα η λέξη του Αλκμαίωνα)· η ίαση, επομένως, δεν ήταν παρά η αποκατάσταση της ισορροπίας28. Γίνεται, ελπίζω, από όλα αυτά (παρά τη συ­ντομία με την οποία εκτέθηκαν εδώ) φανερή η αρχή της αριστοτελικής διδα­σκαλίας της μεσότητας — με την αποδοχή, βέβαια, ενός σημαντικότατου, προς την ίδια κατεύθυνση, ενδιάμεσου σταθμού, που ήταν η ιπποκρατική ιατρική. Μοιάζει λοιπόν ο Αριστοτέλης απλώς να μετέφερε τους όρους και τις προϋποθέσεις της σωματικής υγείας στην ηθική υγεία του ατόμου με την αναγωγή της έννοιας της μεσότητας σε γενική ηθική αρχή.

Μιλήσαμε όμως για δύο - κυρίως - ερωτήματα με τα οποία δεν μπορεί παρά να βρεθεί αντιμέτωπος ο μελετητής των περί ηθικής διδασκαλιών του Αριστοτέλη. Καιρός να αναφερθούμε - με συντομία πάλι - και στο δεύτερο. Μνημονεύσαμε πρωτύτερα την απλή, όπως την χαρακτηρίσαμε εκεί, απάντηση του Αριστοτέλη στο ερώτημα: «Αν υπερβολή είναι το μᾶλλον = το περισσότε­ρο και έλλειψη το ἧττον = το λιγότερο, τότε "περισσότερο" ή "λιγότερο" από τι;» Η «απλή» απάντηση του Αριστοτέλη ήταν: «Από αυτό που πρέπει». Η λέ­ξη, βέβαια, του Αριστοτέλη ήταν στην περίπτωση αυτή η ίδια με εκείνην που χρησιμοποιούσε ο κάθε Έλληνας στην εποχή του φιλοσόφου — αλλά και στις παλιότερες εποχές: η λέξη δει. Αλήθεια, τι ακριβώς εννοούμε κι εμείς, όταν χρησιμοποιούμε στον λόγο μας - τόσο συχνά μάλιστα - τη λέξη πρέπει; Τι α­κριβώς π.χ. διδάσκουμε στα παιδιά μας όταν τους υποδεικνύουμε τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να κάνουν; Ας αφήσουμε όμως καλύτερα τη δική μας εποχή και ας ξαναγυρίσουμε στους αρχαίους Έλληνες· γι' αυτούς είναι αυτή τη στιγμή ο λόγος μας. θα συμφωνήσετε, ελπίζω, μαζί μου πως φράσεις όπως αυτή του Αριστοτέλη που μας γέννησε την απορία, μας φέρνουν αντιμέτωπους με ένα από τα πιο αγωνιώδη ερωτήματα που ορθώνονται μπροστά στους μελετητές του αρχαίου ελληνικού κόσμου, αφού φράσεις όπως αυτή μοιάζουν να λένε κάτι το πολύ σημαντικό, δίχως ωστόσο να το δηλώνουν, στην πραγματικότη­τα, με τον σαφέστερο που θα επιθυμούσαμε εμείς τρόπο. Τι να εννοεί, αλήθεια, στο αριστοτελικό χωρίο το κρίσιμο αυτό δει, γύρω από το οποίο, σαν γύρω από ένα κέντρο ζωής, οργανώνεται και η σκέψη και ο λόγος που θα την υπηρε­τήσει; Βρισκόμαστε μπροστά σε μια λέξη αθέλητα ή θεληματικά ασαφή, ή μή­πως - αντίθετα - μπροστά σε μια λέξη με δεδομένο το αυτονόητο περιεχόμε­νο της, τουλάχιστο για τον αρχαίο χρήστη ή ακροατή της; Έτσι είχε μιλήσει π.χ. και ο Πλάτων στους Νόμους του: «Όταν οι άνθρωποι συζητούν για νό­μους», λέει ο Πλάτων, «όλη τους σχεδόν η συζήτηση είναι για το τι είναι ἡδύ και τι είναι λυπηρόν και στης πόλης τη ζωή και στων ανθρώπων την προσωπι­κή ζωή· γιατί αυτές είναι πράγματι οι δύο μεγάλες φυσικές πηγές - ο λόγος εί­ναι πάντοτε του Πλάτωνα - και όποιος αντλεί από την πηγή που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει και στην ποσότητα που πρέπει, αυτός - μόνο αυτός - είτε είναι απλό άτομο είτε μια πόλη ολόκληρη, έχει την ελπίδα να κερδίσει μια μέ­ρα την ευδαιμονία»29. Ίδιος ήταν ο λόγος και του συγγραφέα του ψευδοπλατωνικού διαλόγου Περί δικαίου : «Κατά τη γνώμη μου», είπε ο άγνωστος μας συγγραφέας, «όλα όσα γίνονται τη στιγμή και με τον τρόπο που πρέπει, είναι δίκαια, ενώ είναι άδικα όσα δεν γίνονται ούτε τη στιγμή ούτε με τον τρόπο που πρέπει»30. Και, φυσικά, ας μη δημιουργηθεί μέσα μας η εντύπωση πως μόνο στον φιλοσοφικό λόγο ήταν συνήθεις οι τέτοιες διατυπώσεις· με ανάλογο τρόπο ήταν π.χ. διατυπωμένος ο λόγος και σ' εκείνη την ανεπανάληπτη σκηνή του σοφόκλειου Οιδίποδα τυράννου, όπου ο τραγικός ήρωας, έτοιμος να βγά­λει με τα ίδια του τα χέρια τα μάτια του, αποχαιρετά το φως του ήλιου31:

ὦ φῶς, τελευταῖόν σε προσβλέψαιμι νῦν,
ὅστις πέφασμαι φύς τ' ἀφ' ὧν οὐ χρῆν, ξύν οἷς τ'
οὐ χρῆν ὁμιλῶν, οὕς τε μ ' οὐκ ἔδει κτατών

ω φως, στερνή φορά να σ’ αντικρύσω
τώρα που φανερώθηκα πως είμαι
παιδί εκείνων που δεν έπρεπε να ήμουν,
πως ζω με όποιους δεν έπρεπε να ζούσα,
κι είμαι αυτών που δεν έπρεπε φονιάς32.

Τι είναι άραγε που δίνει στον Οιδίποδα - τον κάθε Έλληνα - τη βεβαιό­τητα ότι γνωρίζει τι πρέπει και τι δεν πρέπει, ποια πράξη του είναι ορθή και ποια όχι;

Ας μην προχωρήσουμε σε άλλα παραδείγματα, ας ξαναπούμε όμως την απο­ρία μας: Τι ήταν στην πραγματικότητα που έδινε στον αρχαίο Έλληνα τη βεβαι­ότητα πως οι πράξεις του ήταν ορθές; Διέθετε άραγε κριτήρια που να τον βοη­θούσαν να βεβαιώνει κάθε φορά τον εαυτό του για την ορθότητα των πράξεων του; Πώς μπορούσε ο αρχαίος Έλληνας να έχει τη βεβαιότητα ότι αυτό που θε­ωρούσε ο ίδιος σωστό ήταν και για τους άλλους - για όλους τους άλλους συ­μπολίτες του - το σωστό; Γεμάτος ο αρχαίος ελληνικός κόσμος από «πράξεις», «πράξεις» του ατόμου και «πράξεις» της πόλης· και ο αρχαίος Έλληνας έτοι­μος κάθε στιγμή να ασκήσει το κριτικό του έργο, για να επισημάνει το σωστό και το λάθος, το ὀρθόν και την ἁμαρτίαν. Με τι κριτήρια, αλήθεια;

Στον Κρίτωνα του ο Πλάτων παρουσιάζει τους νόμους της πόλης να έρχον­ται προσωποποιημένοι να υποδείξουν στον Σωκράτη ποιο είναι το ορθό που ο­φείλει να πράξει. Στη σκηνή αυτή πρέπει, πιστεύω, να διακρίνουμε ένα βαθύτε­ρο νόημα: Όταν μιλούμε για την προαλεξανδρινή αρχαιότητα, δεν μας διαφεύ­γει ότι ένα από τα κυριότερα γνωρίσματα αυτής της εποχής είναι η πόλις-κράτος, τις πιο πολλές όμως φορές ξεχνούμε ότι εδώ δεν πρόκειται μόνο για ένα διοικητικό, για ένα πολιτειακό, αν θέλετε, μόνο φαινόμενο, αλλά για κάτι ου­σιαστικότερο: η πόλις είναι η συγκεκριμενοποίηση, η συνισταμένη ενός πνεύ­ματος που τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τα διασφαλίζει η συνέχεια, η πα­ράδοση· για τον Έλληνα του 5ου αι. π.Χ. - το ίδιο και για τον Αριστοτέλη - η πόλις είναι το «πνεύμα της κοινότητας», είναι οι άγραφοι παραδοσιακοί κανό­νες συμβιώσεως· αυτοί ακριβώς οι άγραφοι κανόνες παρουσιάζονται μπροστά στον Σωκράτη - ο Πλάτων μας βοηθεί να καταλάβουμε ότι ένας από τους πιο βασικούς κριτές που αποφασίζουν τι οφείλει να πράξει σ' αυτήν ή σ' εκείνη τη συγκεκριμένη περίπτωση το άτομο-πολίτης - αυτό θα πει: η αρχή που αποφα­σίζει τι είναι το ορθό και τι το μη ορθό στην κάθε ξεχωριστή περίπτωση - εί­ναι η πόλις = το «πνεύμα της κοινότητας».

Ένα δεύτερο κριτήριο μας το προσφέρει ο ίδιος ο Αριστοτέλης σε ένα από τα λογικά του έργα, μέσα σε εντελώς τυχαία επομένως για το θέμα μας συμ­φραζόμενα — δεν θα το περιμέναμε ασφαλώς έτσι: Στα Αναλυτικά ύστερα, ό­που ο λόγος είναι για την απόκτηση της γνώσης με τη βοήθεια της απόδειξης και του ορισμού, ο Αριστοτέλης θέτει — πάντα σε σχέση με τους μηχανισμούς του ορισμού και, πάντως, δείγματος χάριν — ένα κρίσιμο για το δικό μας θέ­μα ερώτημα33: «Τι θα έπρεπε να κάνουμε, αν θέλαμε π.χ. να βρούμε τι είναι η μεγαλοψυχία;» «Δεν έχουμε άλλο να κάνουμε», είναι η απάντηση του Αριστο­τέλη, «παρά να φέρουμε στο νου μας μερικούς γνωστούς μας μεγαλόψυχους, ώστε να μπορέσουμε να διαπιστώσουμε ποιο είναι —μέσα στις διαφορές τους— το κοινό χαρακτηριστικό τους που μας υποχρεώνει να τους αποδώσου­με την ιδιότητα του μεγαλόψυχου». Και συνεχίζει: «Μεγαλόψυχοι είναι π.χ. ο Αλκιβιάδης, ο Αχιλλέας ή ο Αίαντας. Ποιο είναι λοιπόν το κοινό χαρακτηρι­στικό τους;» «Το ότι δεν ανέχονταν τις προσβολές»34, επισημαίνει ο φιλόσοφος, και συνεχίζει: «Πραγματικά, ο πρώτος πολέμησε για τον λόγο αυτό, ο άλ­λος κυριεύτηκε από τρομερό θυμό, ο τρίτος έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του. Και φυσικά», προσθέτει ο Αριστοτέλης, «θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε και άλλους, τον Λύσανδρο π.χ. ή τον Σωκράτη».

Το συμπέρασμα έρχεται πλέον από μόνο του: Κατά τον Αριστοτέλη, ένα τέ­τοιο κριτήριο ορθότητας των πράξεων του - ένα από αυτά που αναζητούμε - ήταν για τον αρχαίο Έλληνα η παράδοση του τόπου του, η παλαιότερη αλλά και η κοντινότερη· σ' αυτήν μπορούσε να ανατρέχει - σε κάθε περίπτωση της ζωής του - αφού αυτή είχε δημιουργήσει τα πρότυπα, τους άνδρες-φορείς των αρετών, τους σπουδαίους άνδρας, όπως ήταν η αρχαία έκφραση. Είχε ε­πομένως ο αρχαίος Έλληνας - για να προετοιμάσει τις πράξεις του ή για να τις ζυγίσει εκ των υστέρων - πρότυπα και υποδείγματα - και όλα αυτά γεννή­ματα του δικού του τόπου - για να αποφασίζει στην κάθε συγκεκριμένη περί­πτωση αν η πράξη του βρισκόταν ή όχι κοντά στην αρετή που τα πρότυπα του εκπροσωπούσαν.

(Επιτρέψτε μου ν' ανοίξω στο σημείο αυτό μια σύντομη παρένθεση, ίσα ίσα για να σας θυμίσω —χωρίς κανένα σχόλιο— μερικούς στίχους του Ελύτη από το Άσμα ηρωικό και πένθιμο:

Μνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο· κι αλλού:

Βοηθός και σκέπη μας Άη Κανάρη!

Βοηθός και σκέπη μας Άη Μιαούλη!

Βοηθός και σκέπη μας Αγιά Μαντώ!)

Θα ήθελα τώρα να σας διαβάσω το τέλος των Ηθικών Νικομαχείων, του ω­ριμότερου, καθώς φαίνεται, όπως είπαμε, από τα ηθικού περιεχομένου έργα του Αριστοτέλη: παραλιπόντων οὖν τῶν προτέρων ἀνερεύνητον τό περί τῆς νομοθεσίας, αὐτούς ἐπισκέψασθαι μᾶλλον βέλτιον ἴσως, καί ὅλως δή περί πολιτείας, ὅπως εἰς δύναμιν ἡ περί τά ἀνθρώπεια φιλοσοφία τελειωθῇ. Πρῶτον μέν οὖν εἴ τι κατά μέρος εἴρηται καλῶς ὑπό τῶν προγενεστέρων πειραθῶμεν ἐπελθεῖν, εἶτα ἐκ τῶν συνηγμένων πολιτειῶν θεωρῆσαι τά ποῖα σώζει καί φθείρει τάς πόλεις καί τά ποῖα ἑκάστας τῶν πολιτειῶν, καί διά τίνας αἰτίας αἵ μέν καλῶς αἵ δέ τοὐναντίον πολιτεύονται, θεωρηθέντων γάρ τούτων τάχ' ἄν μᾶλλον συνίδοιμεν καί ποία πολιτεία ἀρίστη, καί πῶς ἐκά­στη ταχθεῖσα, καί τίσι νόμοις καί ἔθεσι χρωμένη. λέγωμεν οὖν ἀρξάμενοι35.

Ας πούμε τώρα και αυτό το κείμενο με δικά μας λόγια: «Αφού οι παλαιότεροι άφησαν ανερεύνητο το θέμα της νομοθεσίας, το καλύτερο είναι ίσως να το εξε­τάσουμε και αυτό εμείς (γενικότερα μάλιστα το θέμα των πολιτευμάτων), ώστε να ολοκληρωθεί, κατά το δυνατόν, η σχετική με τον άνθρωπο και τα ανθρώπι­να πράγματα φιλοσοφία μας. Πρώτη μας προσπάθεια θα είναι να εκθέσουμε ό,τι σωστό είπαν για το θέμα αυτό οι παλαιότεροι· ύστερα, με τη βοήθεια των 'συνταγμάτων' που έχουμε συγκεντρώσει θα ψάξουμε να δούμε τι είναι αυτό που σώζει και τι αυτό που φθείρει τις πολιτείες και τα επιμέρους πολιτεύμα­τα· ακόμη θα ψάξουμε να βρούμε γιατί άλλες πολιτείες κυβερνιούνται σωστά και άλλες το αντίθετο. Όταν θα τα έχουμε εξετάσει όλα αυτά, τότε πια θα κα­τανοήσουμε καλύτερα ποιο είναι το καλύτερο πολίτευμα, ποια είναι τα βασικά συστατικά του καθενός τους, κι ακόμη ποιους νόμους και ποια έθη εφαρμόζει στην πράξη το καθένα τους. Εμπρός λοιπόν, ας ξεκινήσουμε».

Να είναι αυτό το τέλος ενός βιβλίου, είναι ασφαλώς παράδοξο. Να λέει ένα βιβλίο ποιο είναι το επόμενο θέμα του, το επόμενο, θα λέγαμε εμείς, κεφάλαιο του — και αμέσως να τελειώνει! Κάτι παραπάνω: Να λέει πως αρχίζει την πραγμάτευση του εξαγγελθέντος θέματος — και αμέσως ο λόγος να τελειώνει! Για ένα πράγμα πάντως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε κανέναν λόγο να σκεφτούμε απώλεια κειμένου, να σκεφτούμε δη­λαδή ότι τα Ηθικά Νικομάχεια έφτασαν ως εμάς κολοβωμένα. Γιατί όλα αυτά τα επιμέρους θέματα που εξαγγέλλονται στο τέλος των Ηθικών Νικομαχείων γίνονται αντικείμενο εξονυχιστικής έρευνας σε ένα άλλο, πασίγνωστο έργο του Αριστοτέλη, στα Πολιτικά — καλύτερα: είναι τα θέματα που πραγματεύονται τα Πολιτικά.

Αν τα αναφέρω όλα αυτά, είναι για να αντιληφθούμε με τον πιο άμεσο τρό­πο —ο Αριστοτέλης το λέει σαφώς· το ακούσαμε μόλις τώρα— πως η «πολιτι­κή», όπως θα λέγαμε, «φιλοσοφία» του Αριστοτέλη δεν είναι παρά το δεύτερο κεφάλαιο της «περί τα ανθρώπεια φιλοσοφίας» του- το πρώτο είναι η «ηθική φιλοσοφία»· με άλλη διατύπωση: Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά πραγματεύ­ονται ενιαίο θέμα: το θέμα της συμπεριφοράς του ανθρώπου. Δεν θα μπούμε, βέβαια, εδώ σε λεπτομέρειες αυτού του θέματος. Αν το ανακινώ, είναι γιατί το θεωρώ απαραίτητο να πούμε πως η λεγόμενη ηθική αρετή είναι στην πραγματι­κότητα (με την ευρύτερη έννοια) πολιτική αρετή · αν η αρχαία ελληνική λέξη πολίτης σήμαινε στην πραγματικότητα συμπολίτης, κι αν τα επίθετα που συ­νόδευαν το ουσιαστικό πολίτης ήταν στην πραγματικότητα το επίθετο αγαθός και το αντίθετο του, τα ίδια δηλαδή που συνόδευαν και το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό ἀνήρ, τη γενική λέξη που σήμαινε το κάθε συγκεκριμένο άτομο, τό­τε όλα όσα είπαμε μόλις τώρα δηλώνουν πως για τον Αριστοτέλη -ας γενικεύσουμε: για τον αρχαίο Έλληνα- δεν ίσχυε η διάκριση μεταξύ ηθικής και πολι­τικής αρετής· με τα ίδια μέσα και για τον ίδιο σκοπό ήταν κανείς ἀγαθός ἀνήρ ή το αντίθετο του και ἀγαθός πολίτης ή το αντίθετο του· με άλλα λόγια: το κάθε συγκεκριμένο άτομο φρόντιζε να κάνει δικές του τις επιμέρους αρετές, για να μπορέσει να λειτουργήσει σωστά ως πολίτης, ως συμπολίτης· δεν την ή­θελε για άλλον λόγο ο αρχαίος Έλληνας τη σωφροσύνη, δεν την ήθελε για άλ­λον λόγο την ανδρεία, δεν την ήθελε για άλλον λόγο την ελευθεριότητα (την ι­διότητα που τον έκανε σωστό στη σχέση του με το χρήμα), δεν την ήθελε για άλλον λόγο την πραότητα, την αλήθεια, την ευτραπελία, τη φιλία, τη δικαιοσύ­νη παρά μόνο για να μπορεί να λειτουργεί σωστά μέσα στην πόλη του. Ἄξιος τῆς πόλεως, ιδού ο στόχος του Έλληνα πολίτη - και, φυσικά, πολύ βαριά η ι­διότητα του ανάξιου πολίτη.

Θα κλείσω την ομιλία μου αυτή θέτοντας ένα ακόμη ερώτημα, που το κρί­νω και αυτό σημαντικό. Εννοώ το ερώτημα αν θα μπορούσαμε, τάχα, να δε­χτούμε ότι ο Αριστοτέλης δημιούργησε ένα σύστημα ηθικής για όλους τους κα­τοίκους της γνωστής στην εποχή του «οικουμένης». Κατά τη γνώμη μου η απάν­τηση στο ερώτημα αυτό δεν θα μπορούσε να μην είναι αρνητική:

Όταν πέθανε ο προστάτης κάποτε του Αριστοτέλη, αργότερα πολύ στενός του φίλος, ο Ερμιάς ο τύραννος του Αταρνέα, ο Αριστοτέλης έγραψε στη μνή­μη του έναν ύμνο· στην πραγματικότητα έγραψε έναν ύμνο στην αρετή, αφού προσωποποίηση της θεωρούσε τον με άγριο τρόπο δολοφονημένο φίλο του. Εδώ θα σας θυμίσω την αρχή αυτού του ύμνου:

Ἀρετά, πολύμοχθε γένει βροτείῳ,
θήραμα κάλλιστον 6ίῳ,
σᾶς πέρι, παρθένε, μορφᾶς
καί θανεῖν ζηλωτός ἐν Ἑλλάδι πότμος36.

Ας ξανακούσουμε τους στίχους του Αριστοτέλη στη μετάφραση του Σίμου Μενάρδου37:

Αρετή, πολυβάσανη αγάπη τ' ανθρώπου,
συ καμάρι ακριβό της ζωής,
και να σβήσει για χάρη σου, κόρη, κανείς
είναι μοίρα γλυκιά, ζηλευτή στην Ελλάδα!

Θα το προσέξατε: η διατύπωση δεν αφήνει καμιά αμφιβολία πως ο Αριστο­τέλης μιλάει για την ελληνική αρετή, θέλω να πω: για την αρετή όπως τη συλ­λαμβάνει ένας Έλληνας: ο λόγος για τον οποίο θυσιάζει κανείς τη ζωή του μπορεί πράγματι να είναι διαφορετικός από τόπο σε τόπο - κι αυτό μπορεί, πράγματι, να οφείλεται σε διάφορους λόγους· εμείς απλώς επισημαίνουμε εδώ την πράγματι, κατά τη γνώμη μου, ελληνοκεντρική αριστοτελική σκέψη και διατύπωση.

Σε ένα από τα χαμένα έργα του Αριστοτέλη, που αποσπάσματα του διασώ­θηκαν σε άλλους αρχαίους συγγραφείς, ο Σταγειρίτης φιλόσοφος φαίνεται πως έδινε συμβουλές στον άλλοτε μαθητή του, τον διάδοχο τότε του μακεδονικού θρόνου, τώρα κυρίαρχο του κόσμου, τον Αλέξανδρο38. (Προτού σας διαβάσω ένα από τα αποσπάσματα αυτά, σας θυμίζω πως η λέξη βάρβαρος είχε αρχική σημασία «ο κάθε μη ελληνόφωνος», «ο κάθε», επομένως, «μη Έλληνας»). Συμβούλευε λοιπόν ο Αριστοτέλης τον Αλέξανδρο «τοῖς μέν Ἕλλησιν ἡγεμονικῶς, τοῖς δέ βαρβάροις δεσποτικῶς χρῆσθαι καί τῶν μέν ὡς φίλων καί οἰκείων ἐπιμελεῖσθαι, τοῖς δέ ὡς ζῴοις ἤ φυτοῖς προσφέρεσθαι» (= «η συμπεριφορά του προς τους Έλληνες να είναι η συμπεριφορά ενός αρχηγού, η συμπεριφορά του όμως προς τους βαρβάρους να είναι συμπεριφορά αφέντη· τους Έλληνες να τους νοιάζεται ως συγγενείς και φίλους, σε όλους όμως τους άλλους να φέρεται σαν να είναι ζώα ή φυτά»). Είναι φανερό πως ο άνθρωπος που μιλάει με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορεί να προόριζε και για τους «βαρβά­ρους» (για όλον, δηλαδή, τον υπόλοιπο κόσμο) αρχές και ηθικά αξιώματα που τα δεχόταν ισχυρά για τον ελληνικό κόσμο. (Παρένθεση: Μια και η κουβέντα μας αυτή γίνεται εδώ στις Βρυξέλλες, δεν θα ήταν άσκοπο να προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο ο Αριστοτέλης αισθανόταν πως έπρεπε να μιλήσουν μεταξύ τους δύο Μακεδόνες· στην ουσία αισθανόταν πως μια ολόκληρη άβυσσος τους χώριζε από τον βαρβαρικό, τον υπόλοιπο κόσμο: η ίδια άβυσσος που δεχόταν ο κάθε Έλληνας να τον χωρίζει από ολόκληρο τον μη ελληνικό κόσμο. Ποια λοι­πόν —και αυτή τη φορά— η διαφορά μεταξύ Μακεδόνων και Ελλήνων;)

Τέλος δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να σημειώσουμε ότι άδικα θα ψά­χναμε να βρούμε στα Ηθικά Νικομάχεια οποιονδήποτε απόηχο από το κοσμο­ϊστορικό γεγονός —εντελώς παράδοξο για την εποχή της φαινόμενο— που ή­ταν η ίδρυση από τον Αλέξανδρο μιας απέραντης, σχεδόν αχανούς αυτοκρατορίας: θαρρείς πως το γεγονός αυτό δεν υπέπεσε καν στην προσοχή του Αριστο­τέλη!

Τέτοιου είδους παρατηρήσεις μας οδηγούν με βεβαιότητα στη γνώμη πως η ηθική του Αριστοτέλη δεν είναι (= δεν γράφτηκε για να είναι) μια πανανθρώ­πινη ηθική· βάση της ήταν η ελληνική έννοια «πόλις-κράτος», αυτή που θυμη­θήκαμε - σε άλλα συμφραζόμενα - και λίγο πρωτύτερα στον λόγο μας. Φυσι­κά, η διαπίστωση αυτή, που δίνει έναν ιστορικό προσδιορισμό στη σκέψη του Αριστοτέλη, δεν αφαιρεί τίποτε από τη σημασία που η ηθική διδασκαλία του Αριστοτέλη έχει για τον σημερινό, τον ευρωπαϊκό ιδίως, κόσμο, που διαμορ­φώθηκε με τη βοήθεια όχι λίγων αρχαιοελληνικών ιδεών.

Στα πλαίσια-όρια μιας ομιλίας προσπάθησα να σας παρουσιάσω βασικές έννοιες και κεντρικά σημεία της ηθικής διδασκαλίας του Αριστοτέλη. Κλείνον­τας θα ήθελα να σας θυμίσω ένα από αυτά. «Σημεῖον», είπε ο Αριστοτέλης39 = στοιχείο ελέγχου του πραγματικού χαρακτήρα των ανθρώπινων πράξεων είναι η «ἐπιγινομένη τοῖς ἔργοις ἡδονή ἤ λύπη», το αίσθημα της ευχαρίστησης ή της δυσαρέσκειας που τις ακολουθεί· «σώφρονα π.χ. θα ονομάσουμε», σημειώ­νει ο Αριστοτέλης, «τον άνθρωπο που απέχει από τις σωματικές ηδονές και αυτό του προκαλεί ευχαρίστηση· είναι ακόλαστος τότε» —ο λόγος είναι πάν­τοτε του Αριστοτέλη— «αυτός που απέχοντας από τις σωματικές ηδονές αι­σθάνεται γι' αυτό δυσαρέσκεια»· το ανάλογο στις άλλες περιπτώσεις αρετών και κακιών. «Μήπως δεν το ξέρουμε όλοι», λέει ο Αριστοτέλης, «ὅτι διά τήν ἡδονήν τά φαῦλα πράττομεν, διά δέ τήν λύπην τῶν καλῶν ἀπεχόμεθα;» «Να γιατί θεωρώ", καταλήγει ο Αριστοτέλης, «ότι σωστότερη παιδεία και αγω­γή είναι αυτή που μας μαθαίνει «χαίρειν τε καί λυπεῖσθαι οἷς δεῖ», να χαιρό­μαστε και να ευχαριστιούμαστε, να λυπούμαστε και να δυσαρεστούμαστε με αυτά που πρέπει». Το μόνο δικό μου σχόλιο ας είναι: Δεν ξέρω, στ' αλήθεια, καλύτερον ορισμό της παιδείας. Δεν είναι κρίμα, τόσο υψηλές συλλήψεις να μένουν στη ζωή μας απλά όνειρα; Κι ίσως - στο τέλος τέλος - να μην είναι και τόσο δύσκολη η πραγματοποίηση τους.
---------------------------
1 Βλ. ολόκληρη τη «διήγηση» από το 310 a 8 εξ
2 Βλ. Diels-Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, απόσπ. Β 3.
3 Βλ. Diels-Kranz, ό.π., [37].
4 Βλ. LSJ, στη λ.
5 Ηθ. Νικομ. 1095 a 16.
6 Βλ. Diels-Kranz, ό.π., απόσπ. Β 119.
7 Βλ. Diels-Kranz, ό.π.
8 1102 a 5.
9 Ρητορ. 1362 a 21 εξ.
10Τοπ. 116a 19.
11 Βλ. παραπάνω σημ. 8.
12 ΗΘ.Νιχομ. 1103 b 26.
13 1103a 14 εξ.
14 1103 a 3.
15 Ηθ. Νιχομ. 1102 a 26 εξ.
16 1106 a 2.
17 ΗΘ.Νικομ. 1095 b 19 εξ.
18 Πβλ. Πολιτικά 1342 a 8, 1312 b 29 και Ηθ. Νικομ. 1179 b 29.
19 1106 a 26 εξ.
20 Εμείς ίσως θα λέγαμε σήμερα: "με κριτήρια απολύτως αντικειμενικά".
21 Εμείς ίσως θα λέγαμε σήμερα: "με κριτήρια υποκειμενικά".
22 ΗΘ. Νιχομ. 1106h 29 εξ.
23 Ηθ. Νικομ. 1109 a 30 εξ.
24 Ηθ. Νικομ. 1109 b Ι εξ.
25 Ηθ. Νικομ. 1106 b 18 εξ.
26 100 εξ.
27 Βλ. παραπάνω σημ. 12.
28 Βλ. Αριστοτ. Μετά τα φυσικά 986 a 22 εξ. και Diels-Kram, ό.π., απόσπ. 24 Β 4.
29 636 d 5 εξ: νόμων δέ περί διασκοπουμένων ἀνθρώπων ὀλίγου πᾶσά ἐστίν ἡ σκέψις περί τε τάς ἡδονάς καί τάς λύπας ἔν τε πόλεσιν καί ἐν ἰδίοις ἤθεσιν δύο γάρ αὗται πηγαί μεθεῖνται φύσει ῥεῖν, ὧν ὁ μέν ἀρυτόμενος ὅθεν τε δεῖ καί ὁπότε καί ὁπόσον εὐδαιμονεῖ, καί πόλις ὁμοίως καί ἰδιώτης.
30 375 a 4: ὁ μέν ἄρα ἐν τῷ δέοντι ἕκαστα τούτων ποιῶν δίκαια ποιεῖ, ὁ δέ μή ἐν τῶ δέοντι ἄδικα.
31 1183-1185.
32 Η μετάφραση είναι δική μου.
33 97 b 15-21.
34 97b 19: τό μή ἀνέχεσθαι ὑβριζόμενοι.
35 1181 b 12 εξ.
36 Απόσπ. 675 Rose = W. D. Ross, Aristotelis fragmenta selecta, Οξφόρδη 1955, σ. 147.
37 Στέφανος. Εκλογαί αρχαίων ποιημάτων, Αθήνα 1924, σ. 12 (21971, σ. 18).
38 'Αλέξανδρος ή υπέρ αποίκων, απόσπ. 658 Rosé = Ross, ό.π., σ. 63.
39 ΗΘ.Νίκομ. I104b3ei.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΦΑΙΔΩΝ
ΠΛ Φαιδ 110b–112e

(ΠΛ Φαιδ 110b–115a: Ο κοσμολογικός–εσχατολογικός μύθος του "Φαίδωνα") Περιγραφή της γης – Πού κατοικούν οι άνθρωποι

Προκειμένου να αποδείξει τις απόψεις του περί αθανασίας της ψυχής, ο Σωκράτης υποστήριξε ότι η γη δεν είναι, ούτε κατά τη σύσταση ούτε κατά το μέγεθος, όπως τη φαντάζονται οι περισσότεροι: οι άνθρωποι κατοικούν σε κάποια κοιλότητά της και όχι στην επιφάνειά της και πιστεύουν ότι βλέπουν τον αληθινό ουρανό, αντίληψη που θα την αναιρούσαν, αν είχαν τη δυνατότητα να πετάξουν μέχρι την άκρη του. Ο Σωκράτης και ο πυθαγορικός Σιμμίας συμφώνησαν τότε να διηγηθεί ο πρώτος έναν μύθο.


Λέγεται τοίνυν, ἔφη, ὦ ἑταῖρε, πρῶτον μὲν εἶναι τοιαύτη
ἡ γῆ αὐτὴ ἰδεῖν, εἴ τις ἄνωθεν θεῷτο, ὥσπερ αἱ δωδεκάσκυ-
τοι σφαῖραι, ποικίλη, χρώμασιν διειλημμένη, ὧν καὶ τὰ
ἐνθάδε εἶναι χρώματα ὥσπερ δείγματα, οἷς δὴ οἱ γραφῆς
[110c] καταχρῶνται. ἐκεῖ δὲ πᾶσαν τὴν γῆν ἐκ τοιούτων εἶναι, καὶ
πολὺ ἔτι ἐκ λαμπροτέρων καὶ καθαρωτέρων ἢ τούτων· τὴν
μὲν γὰρ ἁλουργῆ εἶναι [καὶ] θαυμαστὴν τὸ κάλλος, τὴν δὲ
χρυσοειδῆ, τὴν δὲ ὅση λευκὴ γύψου ἢ χιόνος λευκοτέραν,
καὶ ἐκ τῶν ἄλλων χρωμάτων συγκειμένην ὡσαύτως, καὶ ἔτι
πλειόνων καὶ καλλιόνων ἢ ὅσα ἡμεῖς ἑωράκαμεν. καὶ γὰρ
αὐτὰ ταῦτα τὰ κοῖλα αὐτῆς, ὕδατός τε καὶ ἀέρος ἔκπλεα
[110d] ὄντα, χρώματός τι εἶδος παρέχεσθαι στίλβοντα ἐν τῇ τῶν
ἄλλων χρωμάτων ποικιλίᾳ, ὥστε ἕν τι αὐτῆς εἶδος συνεχὲς
ποικίλον φαντάζεσθαι. ἐν δὲ ταύτῃ οὔσῃ τοιαύτῃ ἀνὰ
λόγον τὰ φυόμενα φύεσθαι, δένδρα τε καὶ ἄνθη καὶ τοὺς
καρπούς· καὶ αὖ τὰ ὄρη ὡσαύτως καὶ τοὺς λίθους ἔχειν ἀνὰ
τὸν αὐτὸν λόγον τήν τε λειότητα καὶ τὴν διαφάνειαν καὶ τὰ
χρώματα καλλίω· ὧν καὶ τὰ ἐνθάδε λιθίδια εἶναι ταῦτα τὰ
ἀγαπώμενα μόρια, σάρδιά τε καὶ ἰάσπιδας καὶ σμαράγδους
[110e] καὶ πάντα τὰ τοιαῦτα· ἐκεῖ δὲ οὐδὲν ὅτι οὐ τοιοῦτον εἶναι καὶ
ἔτι τούτων καλλίω. τὸ δ’ αἴτιον τούτου εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι οἱ
λίθοι εἰσὶ καθαροὶ καὶ οὐ κατεδηδεσμένοι οὐδὲ διεφθαρμένοι
ὥσπερ οἱ ἐνθάδε ὑπὸ σηπεδόνος καὶ ἅλμης ὑπὸ τῶν δεῦρο
συνερρυηκότων, ἃ καὶ λίθοις καὶ γῇ καὶ τοῖς ἄλλοις ζῴοις τε
καὶ φυτοῖς αἴσχη τε καὶ νόσους παρέχει. τὴν δὲ γῆν αὐτὴν
κεκοσμῆσθαι τούτοις τε ἅπασι καὶ ἔτι χρυσῷ τε καὶ ἀργύρῳ καὶ
[111a] τοῖς ἄλλοις αὖ τοῖς τοιούτοις. ἐκφανῆ γὰρ αὐτὰ πεφυκέναι,
ὄντα πολλὰ πλήθει καὶ μεγάλα καὶ πανταχοῦ τῆς γῆς, ὥστε
αὐτὴν ἰδεῖν εἶναι θέαμα εὐδαιμόνων θεατῶν. ζῷα δ’ ἐπ’
αὐτῇ εἶναι ἄλλα τε πολλὰ καὶ ἀνθρώπους, τοὺς μὲν ἐν
μεσογαίᾳ οἰκοῦντας, τοὺς δὲ περὶ τὸν ἀέρα ὥσπερ ἡμεῖς
περὶ τὴν θάλατταν, τοὺς δ’ ἐν νήσοις ἃς περιρρεῖν τὸν ἀέρα
πρὸς τῇ ἠπείρῳ οὔσας· καὶ ἑνὶ λόγῳ, ὅπερ ἡμῖν τὸ ὕδωρ τε
καὶ ἡ θάλαττά ἐστι πρὸς τὴν ἡμετέραν χρείαν, τοῦτο ἐκεῖ
[111b] τὸν ἀέρα, ὃ δὲ ἡμῖν ἀήρ, ἐκείνοις τὸν αἰθέρα. τὰς δὲ ὥρας
αὐτοῖς κρᾶσιν ἔχειν τοιαύτην ὥστε ἐκείνους ἀνόσους εἶναι καὶ
χρόνον τε ζῆν πολὺ πλείω τῶν ἐνθάδε, καὶ ὄψει καὶ ἀκοῇ καὶ
φρονήσει καὶ πᾶσι τοῖς τοιούτοις ἡμῶν ἀφεστάναι τῇ αὐτῇ
ἀποστάσει ᾗπερ ἀήρ τε ὕδατος ἀφέστηκεν καὶ αἰθὴρ ἀέρος
πρὸς καθαρότητα. καὶ δὴ καὶ θεῶν ἄλση τε καὶ ἱερὰ αὐτοῖς
εἶναι, ἐν οἷς τῷ ὄντι οἰκητὰς θεοὺς εἶναι, καὶ φήμας τε καὶ
μαντείας καὶ αἰσθήσεις τῶν θεῶν καὶ τοιαύτας συνουσίας
[111c] γίγνεσθαι αὐτοῖς πρὸς αὐτούς· καὶ τόν γε ἥλιον καὶ σελήνην
καὶ ἄστρα ὁρᾶσθαι ὑπ’ αὐτῶν οἷα τυγχάνει ὄντα, καὶ τὴν
ἄλλην εὐδαιμονίαν τούτων ἀκόλουθον εἶναι.

Καὶ ὅλην μὲν δὴ τὴν γῆν οὕτω πεφυκέναι καὶ τὰ περὶ
τὴν γῆν· τόπους δ’ ἐν αὐτῇ εἶναι κατὰ τὰ ἔγκοιλα αὐτῆς
κύκλῳ περὶ ὅλην πολλούς, τοὺς μὲν βαθυτέρους καὶ ἀνα-
πεπταμένους μᾶλλον ἢ ἐν ᾧ ἡμεῖς οἰκοῦμεν, τοὺς δὲ βαθυ-
τέρους ὄντας τὸ χάσμα αὐτοὺς ἔλαττον ἔχειν τοῦ παρ’ ἡμῖν
[111d] τόπου, ἔστι δ’ οὓς καὶ βραχυτέρους τῷ βάθει τοῦ ἐνθάδε
εἶναι καὶ πλατυτέρους. τούτους δὲ πάντας ὑπὸ γῆν εἰς
ἀλλήλους συντετρῆσθαί τε πολλαχῇ καὶ κατὰ στενότερα καὶ
εὐρύτερα καὶ διεξόδους ἔχειν, ᾗ πολὺ μὲν ὕδωρ ῥεῖν ἐξ
ἀλλήλων εἰς ἀλλήλους ὥσπερ εἰς κρατῆρας, καὶ ἀενάων
ποταμῶν ἀμήχανα μεγέθη ὑπὸ τὴν γῆν καὶ θερμῶν ὑδάτων
καὶ ψυχρῶν, πολὺ δὲ πῦρ καὶ πυρὸς μεγάλους ποταμούς,
πολλοὺς δὲ ὑγροῦ πηλοῦ καὶ καθαρωτέρου καὶ βορβορωδε-
[111e] στέρου, ὥσπερ ἐν Σικελίᾳ οἱ πρὸ τοῦ ῥύακος πηλοῦ ῥέοντες
ποταμοὶ καὶ αὐτὸς ὁ ῥύαξ· ὧν δὴ καὶ ἑκάστους τοὺς τόπους
πληροῦσθαι, ὡς ἂν ἑκάστοις τύχῃ ἑκάστοτε ἡ περιρροὴ γιγνο-
μένη. ταῦτα δὲ πάντα κινεῖν ἄνω καὶ κάτω ὥσπερ αἰώραν
τινὰ ἐνοῦσαν ἐν τῇ γῇ· ἔστι δὲ ἄρα αὕτη ἡ αἰώρα διὰ φύσιν
τοιάνδε τινά. ἕν τι τῶν χασμάτων τῆς γῆς ἄλλως τε
[112a] μέγιστον τυγχάνει ὂν καὶ διαμπερὲς τετρημένον δι’ ὅλης τῆς
γῆς, τοῦτο ὅπερ Ὅμηρος εἶπε, λέγων αὐτό

τῆλε μάλ’, ᾗχι βάθιστον ὑπὸ χθονός ἐστι βέρεθρον·
ὃ καὶ ἄλλοθι καὶ ἐκεῖνος καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν ποιητῶν Τάρ-
ταρον κεκλήκασιν. εἰς γὰρ τοῦτο τὸ χάσμα συρρέουσί τε
πάντες οἱ ποταμοὶ καὶ ἐκ τούτου πάλιν ἐκρέουσιν· γίγνονται
δὲ ἕκαστοι τοιοῦτοι δι’ οἵας ἂν καὶ τῆς γῆς ῥέωσιν. ἡ δὲ
[112b] αἰτία ἐστὶν τοῦ ἐκρεῖν τε ἐντεῦθεν καὶ εἰσρεῖν πάντα τὰ
ῥεύματα, ὅτι πυθμένα οὐκ ἔχει οὐδὲ βάσιν τὸ ὑγρὸν τοῦτο.
αἰωρεῖται δὴ καὶ κυμαίνει ἄνω καὶ κάτω, καὶ ὁ ἀὴρ καὶ τὸ
πνεῦμα τὸ περὶ αὐτὸ ταὐτὸν ποιεῖ· συνέπεται γὰρ αὐτῷ καὶ
ὅταν εἰς τὸ ἐπ’ ἐκεῖνα τῆς γῆς ὁρμήσῃ καὶ ὅταν εἰς τὸ ἐπὶ
τάδε, καὶ ὥσπερ τῶν ἀναπνεόντων ἀεὶ ἐκπνεῖ τε καὶ ἀναπνεῖ
ῥέον τὸ πνεῦμα, οὕτω καὶ ἐκεῖ συναιωρούμενον τῷ ὑγρῷ τὸ
πνεῦμα δεινούς τινας ἀνέμους καὶ ἀμηχάνους παρέχεται καὶ
[112c] εἰσιὸν καὶ ἐξιόν. ὅταν τε οὖν ὑποχωρήσῃ τὸ ὕδωρ εἰς τὸν
τόπον τὸν δὴ κάτω καλούμενον, τοῖς κατ’ ἐκεῖνα τὰ ῥεύματα
[διὰ] τῆς γῆς εἰσρεῖ τε καὶ πληροῖ αὐτὰ ὥσπερ οἱ ἐπαν-
τλοῦντες· ὅταν τε αὖ ἐκεῖθεν μὲν ἀπολίπῃ, δεῦρο δὲ ὁρμήσῃ,
τὰ ἐνθάδε πληροῖ αὖθις, τὰ δὲ πληρωθέντα ῥεῖ διὰ τῶν
ὀχετῶν καὶ διὰ τῆς γῆς, καὶ εἰς τοὺς τόπους ἕκαστα ἀφικνού-
μενα, εἰς οὓς ἑκάστοις ὡδοποίηται, θαλάττας τε καὶ λίμνας
καὶ ποταμοὺς καὶ κρήνας ποιεῖ· ἐντεῦθεν δὲ πάλιν δυόμενα
[112d] κατὰ τῆς γῆς, τὰ μὲν μακροτέρους τόπους περιελθόντα καὶ
πλείους, τὰ δὲ ἐλάττους καὶ βραχυτέρους, πάλιν εἰς τὸν
Τάρταρον ἐμβάλλει, τὰ μὲν πολὺ κατωτέρω <ἢ> ᾗ ἐπην-
τλεῖτο, τὰ δὲ ὀλίγον· πάντα δὲ ὑποκάτω εἰσρεῖ τῆς ἐκροῆς,
καὶ ἔνια μὲν καταντικρὺ <ἢ> ᾗ [εἰσρεῖ] ἐξέπεσεν, ἔνια δὲ
κατὰ τὸ αὐτὸ μέρος· ἔστι δὲ ἃ παντάπασιν κύκλῳ περιελ-
θόντα, ἢ ἅπαξ ἢ καὶ πλεονάκις περιελιχθέντα περὶ τὴν γῆν
ὥσπερ οἱ ὄφεις, εἰς τὸ δυνατὸν κάτω καθέντα πάλιν ἐμβάλλει.
[112e] δυνατὸν δέ ἐστιν ἑκατέρωσε μέχρι τοῦ μέσου καθιέναι, πέρα
δ’ οὔ· ἄναντες γὰρ ἀμφοτέροις τοῖς ῥεύμασι τὸ ἑκατέρωθεν
γίγνεται μέρος.

***
― Λέγεται λοιπόν, σύντροφε, είπεν ο Σωκράτης, πρώτον μεν ότι η γη, όταν την παρατηρήση κανείς απ' επάνω, έχει την όψιν των σφαιρών εκείνων, αι οποίαι κατασκευάζονται από δώδεκα τεμάχια δέρματος, είναι δηλ. σφαίρα πολύχρωμος και τα μέρη της διακρίνονται από τα χρώματα, τα οποία έχουν και των οποίων απομιμήσεις είναι όσα χρώματα μεταχειρίζονται εδώ κάτω οι ζωγράφοι. Εκεί επάνω λοιπόν η γη έχει τοιαύτα χρώματα και μάλιστα πολύ λαμπρότερα και καθαρώτερα από αυτά εδώ· αλλού μεν είναι καταπόρφυρος και θαυμαστόν το κάλλος της, αλλού δε χρυσοειδής και αλλού πάλιν κατάλευκη, λευκοτέρα από τον γύψον ή την χιόνα· και τα άλλα χρώματα, από τα οποία σύγκειται, είναι ομοίως περισσότερα και ωραιότερα από όσα ημείς έχομεν ιδεί. Ακόμη και αυταί αι κοιλότητες της γης, καθώς είναι τελείως πεπληρωμέναι με ύδωρ και αέρα, λαμποκοπούν μέσα εις την ποικιλίαν των άλλων χρωμάτων και παίρνουν έν είδος χρώματος, εις τρόπον ώστε η γη παρουσιάζει την όψιν μιας συνεχούς πολυχρωμίας με ενιαίον τόνον. Εις την γην δε αυτήν, η οποία είναι τοιαύτη την σύστασιν, τα φυόμενα δένδρα και άνθη και καρποί, φύονται με αναλογίαν. Ομοίως και τα όρη· και οι λίθοι της έχουν κατά την αυτήν αναλογίαν ωραιότερα και την λειότητα και την διαφάνειαν και τα χρώματα· αυτών των λίθων θρύψαλα είναι τα πετράδια, που εδώ κάτω τα θεωρούμεν πολύτιμα, τα σάρδια και οι ιάσπιδες και οι σμάραγδοι και όλα τα τοιαύτα· εκεί επάνω δε τίποτε δεν υπάρχει, που να μη είναι τοιούτον και ακόμη ωραιότερον απ' αυτά. Και αιτία τούτου είναι, ότι οι λίθοι εκείνοι είναι καθαροί και δεν έχουν ούτε καταφαγωθή ούτε καταστραφή, όπως οι εδώ, από την σήψιν και την άλμην που οφείλονται είς όσας ύλας έχουν συρρεύσει εις τους εδώ τόπους· αυτά είναι ακριβώς που φέρουν ασχημίας και νόσους εις τους λίθους και εις την γην και εις τα άλλα ζώα και φυτά. Η δε γη είναι κεκοσμημένη και με όλους αυτούς τους πολυτίμους λίθους και επί πλέον με χρυσόν και με άργυρον και με τα άλλα επίσης τα τοιαύτα. Και ο διάκοσμος αυτός φύσει προσφέρεται αφ' εαυτού εις τους οφθαλμούς και είναι απ' αυτήν την φύσιν του έκδηλος και τόσον άφθονος, τόσον μεγαλοπρεπής και απλωμένος πανταχού της γης, ώστε αυτή με την όψιν της ν' αποτελή θέαμα δι' ευδαίμονας θεατάς.

Επ' αυτής δε υπάρχουν ζώα διάφορα από τα εδώ και πολλά και άνθρωποι, εκ των οποίων άλλοι μεν κατοικούν εις το μέσον αυτής, άλλοι δε γύρω από τον αέρα, καθώς ημείς γύρω από την θάλασσαν, άλλοι δε εις νήσους, αι οποίαι περιρρέονται από τον αέρα και ευρίσκονται πλησίον της στερεάς. Και με ένα λόγον ό,τι είναι εδώ διά τας ανάγκας μας το ύδωρ και η θάλασσα, είναι εκεί ο αήρ· ό,τι δε εις ημάς ο αήρ, είναι εις εκείνους ο αιθήρ. Είναι δε αι εποχαί των κατά τοιούτον τρόπον μετριασμέναι, ώστε οι άνθρωποι εκείνοι είναι απηλλαγμένοι νόσων και ζουν πολύ περισσότερον χρόνον από τους εδώ. Και ως προς την όρασιν, την ακοήν, την διανόησιν και όλα τα τοιαύτα έχουν από ημάς την ιδίαν ακριβώς απόστασιν, την οποίαν έχει ο αήρ από το ύδωρ και ο αιθήρ από τον αέρα ως προς την καθαρότητα. Εννοείται ότι έχουν και άλση διά τους θεούς και ιερά, όπου τω όντι κατοικούν οι θεοί και ότι οι θεοί ομιλούν εις αυτούς και δίδουν χρησμούς και γίνονται αισθητοί εις τους ανθρώπους· τοιουτοτρόπως έρχονται εις επικοινωνίαν εκεί οι άνθρωποι προς τους θεούς πρόσωπον προς πρόσωπον. Και ο ήλιος επίσης και η σελήνη και τα άστρα γίνονται ορατά απ' αυτούς όπως είναι εις την πραγματικότητα. Μαζί με αυτά έχουν και το επακόλουθόν των, την ευδαιμονίαν.

Τοιαύτη λοιπόν είναι η φύσις και της γης εν τω συνόλω της και των περί την γην. Υπάρχουν δε εντός της γης εις όλην την περιφέρειάν της και κατά τα κοίλα μέρη αυτής τόποι πολλοί· και άλλοι μεν είναι βαθύτεροι και περισσότερον αναπεπταμένοι εν συγκρίσει προς εκείνον, όπου ημείς κατοικούμεν, άλλοι δε βαθύτεροι μεν, αλλά ολιγώτερον αναπεπταμένοι από τον ιδικόν μας τόπον· υπάρχουν τέλος άλλοι οι οποίοι έχουν μικρότερον βάθος από τον εδώ και είναι πλατύτεροι. Όλοι αυτοί συγκοινωνούν αναμεταξύ των υπό την γην εις πολλά μέρη με οπάς άλλοτε στενωτέρας και άλλοτε ευρυτέρας και έχουν διεξόδους. Εκεί και πολύ ύδωρ ρέει από τους μεν εις τους δε, όπως εις μεγάλα δοχεία, ούτω δε σχηματίζονται από την γην μέγιστοι και αστείρευτοι ποταμοί με θερμά και ψυχρά ύδατα· και πολύ πυρ και έτσι σχηματίζονται και μεγάλοι ποταμοί πυρός· υπάρχουν τέλος και πολλοί ποταμοί υγρού πηλού καί καθαρωτέρου και βορβορωδεστέρου, όπως ακριβώς και εις την Σικελίαν ρέουν προ της λάβας ποταμοί πηλού και κατόπιν η ιδία η λάβα. Από τους ποταμούς λοιπόν τούτους πληρούται ο κάθε τόπος σύμφωνα με την διεύθυνσιν κατά την οποίαν εκάστοτε και δι' έκαστον γίνεται η περιρροή. Όλα δε αυτά κινούν άνω και κάτω την γην σαν να ενυπάρχη εις αυτήν μία δύναμις αιωρήσεως· η αιτία δε της αιωρήσεως ταύτης είναι η εξής:

Μεταξύ των χασμάτων της γης υπάρχει έν, το οποίον είναι μέγιστον και διαπερνά ολόκληρον την γην από το έν άκρον αυτής έως το άλλο· περί αυτού ακριβώς ομιλεί ο Όμηρος λέγων:

«πολύ μακριά, εκεί όπου κάτω από την γην υπάρχει
ένα βαθύτατον βάραθρον»

αυτό δε εις άλλο μέρος και εκείνος και άλλοι πολλοί ποιηταί ωνόμασαν Τάρταρον. Εις τούτο λοιπόν το χάσμα συρρέουν όλοι οι ποταμοί και εξ αυτού πάλιν εκρέουν, λαμβάνει δε έκαστος των ποταμών τούτων τα ιδιαίτερα γνωρίσματά του εκ της συστάσεως του εδάφους, το οποίον διασχίζει κατά την ροήν του. Η δε αιτία, διά την οποίαν και εκρέουν απ' εδώ και εισρέουν όλα τα ρεύματα είναι ότι το υγρόν τούτο ούτε πυθμένα έχει ούτε βάσιν· αιωρείται λοιπόν και φέρεται κυματιστά πότε προς τα άνω και πότε προς τα κάτω. Και ο αήρ και η περί τον αέρα πνοή το αυτό πράττουν∙ διότι παρακολουθούν το ύδωρ και όταν τούτο ορμά προς το απ' εκεί μέρος της γης και όταν ορμά προς το απ' εδώ· και καθώς συμβαίνει εις την αναπνοήν, κατά την οποίαν η πνοή ρέει πάντοτε πότε προς τα έξω και πότε προς τα μέσα, έτσι και εκεί καθώς η πνοή συναιωρείται μετά του υγρού, προκαλεί με την είσοδον και την έξοδόν της ανέμους ισχυρούς και βίαιους. Όταν λοιπόν υποχωρήση το ύδωρ εις τον τόπον, τον ονομαζόμενον κάτω, εισρέει διά μέσου του εδάφους εις τα μέρη, όπου γίνεται η κάθοδος των ρευμάτων και τα γεμίζει, καθώς ακριβώς συμβαίνει εις τας αντλίας μας· όταν δε πάλιν αφήση τα μέρη εκείνα και ορμήση προς τα εδώ, γεμίζει πάλιν τα εδώ. Το ύδωρ των μερών, που έχουν κατ' αυτόν τον τρόπον γεμίσει, ρέει διά των οχετών και του εδάφους και αφού φθάση εις τους τόπους, προς τους οποίους έχει ανοίξει μόνον του δρόμον, σχηματίζει θαλάσσας και λίμνας και ποταμούς και κρήνας. Έπειτα εισδύουν πάλιν τα ύδατα μέσα εις την γην και αφού περιέλθουν, άλλα μεν μακροτέρους και περισσοτέρους, άλλα δε ολιγωτέρους και μικροτέρας εκτάσεως τόπους, χύνονται πάλιν εις τον Τάρταρον∙ τα μεν πολύ χαμηλότερα εν σχέσει προς το μέρος, από το οποίον προηγουμένως ηντλήθησαν, τα δε ολιγώτερον χαμηλά ― όλα πάντως εισρέουν χαμηλότερα εν σχέσει προς το σημείον της εκροής· και μερικά μέν χύνονται κάτω εις σημείον ευρισκόμενον απέναντι του τόπου της εισροής, μερικά δε προς το αυτό με τον τόπον εκείνον μέρος· υπάρχουν δε και μερικά, των οποίων η διαδρομή σχηματίζει τέλειον κύκλον∙ αυτά αφού στριφογυρίσουν την γην μίαν ή και περισσοτέρας φοράς, σαν τα φίδια, κατέρχονται όσον το δυνατόν χαμηλά διά να εκχυθούν∙ είναι δε δυνατόν να κατέλθουν μόνον μέχρι του κέντρου τόσον προς την μίαν όσον και προς την άλλην διεύθυνσιν, όχι δε και πέραν αυτού· διότι το εκατέρωθεν του κέντρου μέρος της γης και διά τα δύο ρεύματα γίνεται ανηφορικόν.