Ο θρύλος του Ζάλμοξι
«Σύμφωνα με όσα έμαθα από τους Έλληνες που κατοικούν στον Ελλήσποντο και στον Πόντο -λέει ο Ηρόδοτος- αυτός ο Ζάλμοξις ήταν ένας άνθρωπος που ζούσε στη Σάμο σαν σκλάβος. Ήταν δούλος του Πυθαγόρα, του γιου του Μνησάρχου. Στην συνέχεια, κερδίζοντας την ελευθερία του, λέγεται ότι συγκέντρωσε μια τεράστια περιουσία και πλουτίζοντας, επέστρεψε στην πατρίδα του. Και καθώς οι θράκες (Γέτες) διήγαγαν μια μίζερη ζωή και ήταν απαίδευτοι, εκείνος ο Ζάλμοξις, που ανατράφηκε στα ιωνικά ήθη και είχε μια μόρφωση πιο στέρεα από ότι εκείνη των θρακών, λόγω του ότι ήταν σε επαφή με τους Έλληνες και ιδίως με έναν από τους πιο σημαντικούς Έλληνες φιλοσόφους, με τον Πυθαγόρα, έβαλε να του χτίσουν μια αίθουσα για την υποδοχή και την φιλοξενία των πιο επιφανών συμπολιτών του, όπου τους δίδασκε πως ούτε αυτός, ούτε εκείνοι, ούτε κανείς από όσους θα γεννηθούν ανάμεσά τους δεν θα χαθούν, αλλά θα πάνε σε ένα μέρος όπου θα ζούνε αιωνίως, απολαμβάνοντας όλα τα αγαθά. Όταν έκανε αυτές τις αποκαλύψεις και μίλησε έτσι, έσκαψε μια υπόγεια κατοικία και, αμέσως μόλις την τελείωσε, έγινε άφαντος για τους θράκες. Κατεβαίνοντας στην υπόγεια κατοικία, έμεινε κρυμμένος εκεί για τρία χρόνια.
Οι Θράκες τον πένθησαν και τον έκλαψαν σαν νεκρό. Τον τέταρτο χρόνο όμως, τους επανεμφανίστηκε, επιβεβαιώνοντας έτσι τα λεγόμενα του. Αυτά τα έλεγαν οι Έλληνες”. «Σε ό,τι με αφορά», προσθέτει ο Ηρόδοτος, «εγώ ούτε τα θέτω εν αμφιβόλω, αλλά ούτε και πιστεύω εξ ολοκλήρου αυτή τη διήγηση του Ζάλμοξι και της υπογείου κατοικίας του. Η άποψή μου είναι πως ο Ζάλμοξις έζησε πολλά χρόνια προ του Πυθαγόρα. Και πιστεύω ότι είναι αρκετά τα όσα είπα, είτε στην περίπτωση που υπήρξε ένας άνθρωπος με το όνομα Ζάλμοξις, είτε ήταν μια γηγενής θεότητα των Γετών». Η εξήγηση του Ηροδότου, που γνώριζε καλά τους Γέτες αφού έκανε τον γύρο των ακτών του πόντου, συμπληρώνεται αργότερα από τον Στράβωνα με νέες λεπτομέρειες περί του Ζάλμοξη. «Αυτός ο Γέτης» λέει ο Στράβων, «δέχθηκε από τον Πυθαγόρα τις γνώσεις περί των άστρων, τις οποίες εμπλούτισε αργότερα στην Αίγυπτο, όπου διήγε βίο περιπλανωμένου. Όταν γύρισε στην πατρίδα του, έλκυσε την προσοχή του λαού και των ηγετών με τις μαντείες τις οποίες έκανε από τα σημάδια και τα ουράνια φαινόμενα και έφτασε μέχρι να πείσει τον βασιλιά να μοιραστεί την εξουσία με έναν άνθρωπο όπως αυτός, που μπορούσε να διερμηνεύσει την θέληση των θεών. Έγινε έτσι ο μεγάλος ιερέας του θεού τον οποίον οι Γέτες σέβονταν ιδιαιτέρως, και μετά έφτασε να υπολογίζεται αυτός ο ίδιος ως θεός. Και βρίσκοντας σε ένα μέρος όπου ήταν δυσπρόσιτο μια βαθιά σπηλιά, μπήκε σε αυτήν, μη βγαίνοντας πια από εκεί παρά μόνο πολύ σπανίως και μη έχοντας επικοινωνία με κανέναν άλλον εκτός από τον βασιλιά και τους συμβούλους του». Αργότερα θεωρήθηκε ιερό ακόμα και το σπήλαιο στο οποίο αποτραβήχτηκε ο Ζάλμοξις και ονομάστηκε, μας λέει ο Στράβων, ιερό βουνό, ενώ το αληθινό του όνομα, το οποίο έδωσε και σε ένα ποτάμι που κυλούσε στους πρόποδες του ήταν Κογκαϊόνον. Από τον Στράβωνα επίσης γνωρίζουμε ότι ο μεγάλος ιερέας του Ζάλμοξη την εποχή του βασιλιά Βοϊρεβίστα, εναντίον του οποίου ο Καίσαρ ήταν έτοιμος να ξεκινήσει πόλεμο, ήταν ο Δεκένεος.
Η φήμη του θεού Ζάλμοξη, περί του οποίου ο Ηρόδοτος δεν ήξερε να πει εάν ήταν αληθινός θεός ή άνθρωπος, έφτασε, παρ’ όλον τον ελληνικό σκεπτικισμό, μέχρι την Αθήνα, όπου η σοφία του ήταν δεδομένη σαν παράδειγμα και εξετάζεται με προσοχή όχι από οποιονδήποτε άλλον παρά από τον ίδιον τον Πλάτωνα. Στον διάλογο του «Χαρμίδης», ο Πλάτων διδάσκει τους Έλληνες περί της υγείας του σώματος και της ψυχής και τους μιλά για τον Ζάλμοξη: «όπως γνωρίζεις και εσύ Χαρμίδη, -λέει ο φιλόσοφος- από τους έμπειρους γιατρούς που λένε, όταν τους ζητά κανείς κάποια συμβουλή για μια ασθένεια των ματιών, ότι τα μάτια δεν μπορούν να γιατρευτούν χωρίς να γιατρευτεί πρώτα το κεφάλι, ο νους, έτσι επίσης είναι παράλογο να ζητάς να γιατρευτεί ένα άρρωστο κεφάλι χωρίς να γιατρευτεί πιο πριν ολόκληρο το σώμα… έτσι είναι και με αυτόν τον εξορκισμό μας. Τον έμαθα στον στρατό από κάποιον από τη Θράκη, μεταξύ των γιατρών του Ζάλμοξι, περί του οποίου λέγεται ότι έκανε αθανάτους τους ανθρώπους… Ο Ζάλμοξις, ο βασιλιάς μας, που είναι θεός, – έλεγε αυτός ο Θράκας “ισχυριζόταν ότι, όπως τα μάτια δεν μπορούν να γιατρευτούν χωρίς ολόκληρο το κεφάλι και ούτε το κεφάλι χωρίς ολόκληρο το σώμα, έτσι το ούτε το σώμα δεν μπορεί να γιατρευτεί χωρίς την ψυχή, αλλά αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι περισσότεροι από τους Έλληνες γιατρούς αποτυχαίνουν σε σχέση με πολλές ασθένειες, επειδή δεν γνωρίζουν το όλον το οποίον πρέπει να γιατρέψουν, γιατί εάν δεν πάει αυτό καλά, ούτε τα μέρη δεν μπορούν να πάνε καλά». (Ο Χαρμίδης υπερηφανευόταν ότι ήξερε ένα γιατρικό και ένα ξόρκι εναντίον των πονοκεφάλων, (Πλάτων, Χαρμίδης, 155 e).
H τόσο υψηλή σοφία αυτού του πυθαγορικού θεού που λατρευότανε στις κορυφές των Καρπαθίων κατόρθωσε να οργανώσει τις πολυάριθμες θρακικές φυλές των Γετοδακών σε μια ενότητα η οποία, χωρίς την μεσολάβηση ενός φωτισμένου και δυναμικού ηγέτη, όπως συμβαίνει πάντοτε στην ιστορία, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Τους δίδαξε τις αγροτικές εργασίες και τους έμαθε να κατασκευάζουν κοινότητες και εγκαταλείποντας τον νομαδικό τρόπο ζωής τους, εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε έναν τόπο. Ο Στράβων ένεκα τούτου τον ονομάζει «ιδρυτή πόλεων». Τις φυλές που εξουσίασε τις οργάνωσε σε μια βάση αλληλεγγύης, εθνικής ενότητας και δικαιοσύνης που παρήγαγε ομοφωνία και αδελφική αγάπη. Επίσης επέβαλλε ανοχή, που ηρεμεί τα ένστικτα και ενέπνευσε έναν πατριωτισμό. Αλλά κυρίως μέσα από μια βαθιά θρησκευτική πίστη, την οποία αναμόρφωσε και τελειοποίησε σύμφωνα με τα ορφικό-πυθαγορικά πρότυπα, επέφερε την φυλετική συνοχή που ήταν η κορωνίδα του αναμορφωτικού του έργου.
Εμφύτευσε στην ψυχή των Γετών την ιδέα της αθανασίας. Από τον Ηρόδοτο γνωρίζουμε επίσης αυτήν την ιδέα, καθώς και τις παράξενες πρακτικές που συνδέονταν με αυτήν. «Οι Γέτες δεν πιστεύουν ότι πεθαίνουν», λέει ο Ηρόδοτος “αλλά ότι εκείνοι οι οποίοι μακαρίζονται πηγαίνουν στον θεό τους Ζάλμοξη, τον οποίον ονομάζουν και Γκεμπελεΐση. Κάθε πέντε χρόνια αυτοί στέλνουν έναν δικό τους, επιλεγμένο στην τύχη, σαν απεσταλμένο στον Ζάλμοξη, εμπιστευόμενοι σε αυτόν όλα όσα ο καθένας είχε να ζητήσει.» Και ο ιστορικός μας λέει πως γινόταν αυτή η ασυνήθιστη ανάληψη αποστολής: «Κάθονταν» λέει «μια ομάδα από αυτούς στην σειρά και έπαιρναν ο καθένας από τρία ακόντια. Οι άλλοι, αδράχνοντας από τα χέρια και τα πόδια εκείνον τον οποίον αποφάσισαν να στείλουν, τον σήκωναν ψηλά και τον πετούσαν στις αιχμές των δοράτων. Εάν κατά την πτώση τρυπιόταν και πέθαινε, πίστευαν ότι ο θεός είναι ευμενής. Εάν δεν πέθαινε, κατηγορούσαν εκείνον που στάλθηκε και έλεγαν ότι είναι κακός άνθρωπος. Αφού έριχναν την ενοχή απάνω σε αυτόν, έστελναν άλλον στην θέση του». Οι οδηγίες δίνονταν στο θύμα όταν ήταν ακόμα εν ζωή.
«Επίσης αυτοί οι Θράκες», προσθέτει ο Ηρόδοτος «όταν αστράφτει και βροντά, πετούν τα δόρατα προς τον ουρανό για να φοβερίσουν την θεότητα, επειδή δεν πιστεύουν ότι υπάρχει θεός άλλος από τον δικό τους.» Αλλά αυτός ο λαός, που λάτρευε τον θεό σε μοναχικές κορφές είχε μάθει να φυλάει τα μυστικά του σε τέτοιο μέτρο, τόσο που ούτε σήμερα οι ιστορικοί δεν μπορούν να κάνουν μια ευκρινή διάκριση μεταξύ του μύθου και της ιστορίας του. Ο ίδιος ο θεός του, μολονότι φωτεινός (θεός του ουρανού και της αθανασίας) παρέμενε κρυφός. Δεν γνώρισε ιερά ούτε μορφή. Σύμφωνα με κάποιους μαγικούς κανονισμούς, παριστάνεται όχι ως θεϊκή προσωπικότητα, αλλά ως η αντίθετη και ηττημένη αρχή, ως ένας δράκος με κεφάλι λύκου, που υπηρετεί, και προστατεύει, μολονότι κάποτε εξεγείρεται, και δίνει την μάχη του Ζάλμοξη στα σύννεφα. (Οι Δάκες έφτιαχναν αυτά τα είδωλα και τα λάτρευαν, αλλά έριχναν βέλη στον ουρανό όταν ξεσπούσε θύελλα). Αυτός ο δράκος υιοθετήθηκε ως σύμβολο ενότητας στον ρωμαϊκό στρατό και λατρεύτηκε μέχρι την Ιταλία. Ο θεός αυτού του λαού απόκρυψε το πρόσωπο του και το όνομά του σε ό,τι αφορούσε την λατρεία. Τον ονόμασαν Ζάμολξι ή Ζάλμοξι, όμως κάποτε και Γκεμπελεΐση, ενώ αργότερα, ποιος θα το πίστευε; – σε μια γραφή, Jupiter Optimus Maximus Paternus Aepilofius. Η τελευταία ιδιότητα τον προδίδει: «θεός από βράχο». Πανούργος θεός. Βγήκε από την Δακία, υποκατέστησε άλλον και λατρεύτηκε μεταξύ των ξένων.
Θεός λοιπόν ή άνθρωπος; Όπως είδαμε, ο Ηρόδοτος διηγείται πως οι Έλληνες ισχυρίζονταν ότι υπήρξε δούλος του Πυθαγόρα. Και φυσικά ένας σκλάβος του Πυθαγόρα δεν μπορεί παρά να είναι άνθρωπος, ακόμα και αν αυτός τον οποίον υπηρετεί λέγεται Πυθαγόρας. Αφότου απελευθερώθηκε επέστρεψε στην χώρα του ως κάτοχος μιας μεγάλης περιουσίας, και φυσικά αυτοί που συλλέγουν περιουσίες είναι οι άνθρωποι και όχι οι θεοί. Σύγχυση γύρω από την ιστορική του ύπαρξη δημιούργησε η θεοποίηση του από τους Γετοδάκες. Ο μύθος όμως που τον θέλει σκλάβο του Πυθαγόρα δεν διασώζει κανένα στοιχείο για την μετέπειτα θεοποίηση του, όπως δεν υπάρχει, ή δεν σώζεται τουλάχιστον, άλλος μύθος που να αναφέρεται σε αυτήν του την εξέλιξη.
Όπως είδαμε, ο Ηρόδοτος και ο Πλάτων τον αναφέρουν ως άνθρωπο αλλά λένε ότι οι Γετοδάκες θεωρούσαν τον βασιλιά τους ως θεό. ‘Ίσως εδώ βρίσκεται η ρίζα της θεοποιήσεως του. (Αν και ο ίδιος δεν υπήρξε βασιλιάς αλλά ιερέας του βασιλιά). Ο Ζάλμοξις, ακολουθώντας πιστά την ορφική διδασκαλία περί αθανασίας της ψυχής και μετενσαρκώσεως, «επανέλαβε» με τον τρόπο του, όπως είδαμε, τον μύθο της καθόδου του Ορφέως στον Άδη. Έφτιαξε μια υπόγεια κατοικία στην οποία και διέμεινε επί μια τετραετία και μετά επέστρεψε πάνω στην γη για να δηλώσει, όπως ισχυριζόταν, με την πράξη του αυτή, την αθανασία της ψυχής. Ωστόσο αυτή η διαμονή του κάτω από την γη και η «ανάσταση» του στην επίγεια ζωή σηματοδοτεί την τοποθέτησή του στην μυθολογική σκηνή. Παρόμοιες περιπτώσεις συναντούνται στις μυθολογίες όλων των λαών.
Τελικά πέθανε και ο λαός τον θρήνησε και τον πένθησε, σύμφωνα πάντα με τον Ηρόδοτο. Και φυσικά το γεγονός του θανάτου του, καθώς και η μαρτυρούμενη θλίψη που εξεδήλωσε ο λαός για αυτόν καταδεικνύουν απερίφραστα την ανθρώπινη ιδιότητά του. Εξάλλου και το ότι λατρευότανε στην υπόγεια σπηλιά που κατοικούσε, φανερώνει μια γνήσια ελληνική συνήθεια, σε μια φάση της εξελίξεως της αρχαίο-ελληνικής πίστεως, όπου όταν κάποια μεγάλη μορφή που παρελθόντος η οποία δεν κατάφερνε να συγκαταλεγεί μεταξύ των Ολυμπίων, δεν χανόταν η ψυχή της ως σκιά στον Ομηρικό Άδη, αλλά της παρεχωρείτο μια υπόγεια κατοικία σε ένα καθορισμένο μέρος, κοντά στους ζωντανούς με την δυνατότητα να τους βοηθάει.
Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024
Πώς ο Αριστοτέλης διαμόρφωσε τον χαρακτήρα και τα επιτεύγματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου
Ας το κάνουμε λίγο εικόνα. Ο πιο επιδραστικός φιλόσοφος την εποχής, καταφθάνει στην αυλή του πιο ισχυρού βασιλιά στη Μεσόγειο. Ο στόχος του είναι να διδάξει το νεαρό πρίγκιπα Αλέξανδρο τον Γ’ και συνάμα τους γόνους της αριστοκρατίας της Μακεδονίας. Η σχέση του Αλέξανδρου με τον Αριστοτέλη, θα ήταν μια σχέση αμοιβαίου σεβασμού και αναζήτησης της αλήθειας μέσα από διαφορετικές οπτικές.
O στόχος άλλωστε του Αριστοτέλη, ήταν να διαμορφώσει έναν ηγεμόνα μέσα από την Αρετή και την Αλήθεια, ώστε να μπορέσει να γίνει ένα δίκαιος βασιλιάς για τους υπηκόους του. Παρόλα του τα παραπτώματα σαν χαρακτήρας, ο Φίλιππος ο Β΄ επένδυσε στις σπουδές του γιου του, καθιστώντας τον Αριστοτέλη όχι μόνο δάσκαλο του νεαρού πρίγκιπα, αλλά υπεύθυνο για την ανατροφή του. Για πάνω από τρία χρόνια, διαμόρφωσε τη σκέψη του Αλέξανδρου για τα πάντα, από την ηγεσία και τη φυλή έως τις φυσικές επιστήμες, τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Η προσέγγιση του Αριστοτέλη ήταν ολιστική, με στόχο να καλλιεργήσει όχι μόνο τη διάνοια αλλά και τον χαρακτήρα του βασιλικού μαθητή του.
Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου υπό τον Αριστοτέλη δεν περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο παιδαγωγικό χώρο. Ο φιλόσοφος εκμεταλλεύτηκε το φυσικό περιβάλλον, οδηγώντας τον Αλέξανδρο σε περιπάτους στους κήπους και εμπλέκοντάς τον σε συζητήσεις για τον φυσικό κόσμο. Αυτές οι εξερευνήσεις ενθάρρυναν μια αίσθηση θαυμασμού και περιέργειας στον Αλέξανδρο, ιδιότητες που θα τον εξυπηρετούσαν καλά στις μεταγενέστερες κατακτήσεις του και που θα τον οδηγούσαν -από ένα σημείο και μετά- να οδηγήσει τον στρατό του μέχρι την Ινδία. Ο Αλέξανδρος από πρίγκιπας έγινε κατακτητής, από κατακτητής ηγεμόνας, από ηγεμόνας νομοθέτης και από νομοθέτης εξερευνητής. Και αυτό, επειδή οι διδασκαλίες του Αριστοτέλη δεν ήταν αφηρημένες. Βασίστηκαν στην παρατήρηση και την εμπειρία, ενθαρρύνοντας τον Αλέξανδρο να σκέφτεται κριτικά και αναλυτικά για οτιδήποτε αντίκριζε στο φάσμα της Αλήθειας του. Ο Αριστοτέλης βρήκε στον Αλέξανδρο ένα δεκτικό και διερευνητικό μυαλό, πρόθυμο να εμβαθύνει σε πολύπλοκα θέματα και να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες ιδέες. Ο Αλέξανδρος, με τη σειρά του, βρήκε στον Αριστοτέλη έναν μέντορα που θα μπορούσε να τον καθοδηγήσει στις περιπλοκές της διακυβέρνησης, της ηθικής και της ηγεσίας. Οι αλληλεπιδράσεις τους χαρακτηρίστηκαν και βασίστηκαν στο διάλογο και τη συζήτηση, ενισχύοντας το δυναμικό μαθησιακό περιβάλλον του νεαρού πρίγκιπα. Πώς όμως η διδασκαλία του Αριστοτέλη καθόρισε τις μεταγενέστερες επιτυχίες του Αλέξανδρου;
Αρχικά πρέπει να θυμηθούμε πως ο Αλέξανδρος πήρε την εξουσία όταν ήταν μόλις 20 ετών. Βρέθηκε αντιμέτωπος με προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένης της διαφωνίας με τους Μακεδόνες αριστοκράτες και τις αναταραχές των κατακτηθέντων κρατών που είχε υποτάξει ο πατέρας του. Η απάντησή του ήταν γρήγορη και αποφασιστική. Εδραίωσε τη δύναμή του, κατέπνιξε τις εξεγέρσεις και διεκδίκησε την εξουσία του ως ο νέος βασιλιάς της Μακεδονίας.
Τα μαθήματα που είχε μάθει υπό την καθοδήγηση του Αριστοτέλη, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής οξυδέρκειας και της ηθικής ηγεσίας, δοκιμάστηκαν καθώς αντιμετώπιζε αυτές τις πρώτες προκλήσεις. Με εξασφαλισμένη τη θέση του στη Μακεδονία, ο Αλέξανδρος έστρεψε το βλέμμα του προς τα ανατολικά, ξεκινώντας μια εκστρατεία που θα γινόταν ένα από τα πιο αξιόλογα στρατιωτικά εγχειρήματα στην ανθρώπινη ιστορία. Η κατάκτηση της Περσικής Αυτοκρατορίας που ήταν απλά μία ιδέα από την εποχή του Μιλτιάδη και του Θεμιστοκλή, ξεκίνησε το 334 π.Χ., και από την αρχή, ήταν σαφές ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν απλώς ένας πολεμιστής βασιλιάς, αλλά ένας στρατηγικός και οραματιστής ηγέτης. Οι νίκες του στο Γρανικό ποταμό, στην Ισσό, στα Γαυγάμηλα, έδειξαν όχι μόνο τη στρατιωτική του ικανότητα αλλά και το ταλέντο να εμπνέει τα στρατεύματά του. Ο σημερινός κόσμος σε ένα μεγάλο ποσοστό, αδυνατεί να καταλάβει το εγχείρημα του Αλέξανδρου για την εποχή του.
Οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου δεν οδηγήθηκαν -αποκλειστικά- από δίψα για δύναμη και δόξα. Ήταν προϊόν της Ελληνιστικής Περιόδου που διένυε ο τότε γνωστός κόσμο, με το νεαρό βασιλιά να είναι μεγαλωμένος με την αίσθηση μίας κατ’ επέκταση πολιτιστικής αποστολής και την επιθυμία διάδοσης ελληνικών ιδεών και αξιών. Καθώς περνούσε στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο και την Περσία, προώθησε ενεργά τη συγχώνευση ελληνικών και τοπικών πολιτισμών, μια πολιτική που αργότερα θα γινόταν γνωστή από τους ιστορικούς ως εξελληνισμός. Ίδρυσε πόλεις, ενθάρρυνε τους γάμους μεταξύ των στρατιωτών του και των ντόπιων πληθυσμών και η προσέγγισή του ήταν τόσο ρεαλιστική όσο και ιδεαλιστική, αντανακλώντας μια διαφοροποιημένη κατανόηση της διακυβέρνησης και της πολιτισμικής δυναμική. Αυτός ο οραματισμός ήταν κάτι που όχι μόνο δεν υπήρχε εκείνη την εποχή, αλλά όπως αποδείχτηκε και ιστορικά, οι Διάδοχοι δεν κατάφεραν να κρατήσουν το όνειρό του ούτε στο απειροελάχιστο. Για την ακρίβεια, οι Πόλεμοι των Διαδόχων είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα για την προηγμένη αντίληψη του Αλέξανδρου, τη στιγμή που οι Μακεδόνες στρατηγοί του συνέχιζαν να επιθυμούν δόξα και πλούτη. H διάδοση αυτή των ιδεών στους «βάρβαρους» ήταν μάλιστα κόντρα στα πρότυπα του Αριστοτέλη όπου, από την οπτική του φιλόσοφου, οι Έλληνες μπορούν να αντιμετωπιστούν ίσοι και γενναιόδωρα ως φίλοι, αλλά οι μη Έλληνες, οι βάρβαροι, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ζώα ή φυτά. Ανέφερε επίσης ότι οι άνθρωποι των οποίων το δέρμα ήταν πολύ σκούρο ήταν δειλοί, όπως οι Αιγύπτιοι και οι Αιθίοπες. Ο βασιλιάς κράτησε τα μαθήματα του Αριστοτέλη, αλλά για να κυβερνήσει μία χαοτική αυτοκρατορία κατάλαβε ότι έπρεπε να αλλαξεί το σκεπτικό - εξού και ο εξελληνισμός.
Η σχέση του Αριστοτέλη με τον Αλέξανδρο, κάποτε στενή και συνεργατική, έγινε τεταμένη στο τελευταίο διάστημα της βασιλείας του. Η πολιτική δυναμική στην Αθήνα και στον ευρύτερο ελληνιστικό κόσμο ήταν πολύπλοκη και ο Αριστοτέλης βρέθηκε παγιδευμένος, ενώ ο θάνατος του βασιλιά το 323 π.Χ., αποσταθεροποίησε περαιτέρω την περιοχή και ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε κατηγορίες για ασέβεια, με αποτέλεσμα να φύγει από την Αθήνα για να αποφύγει μια μοίρα παρόμοια με εκείνη του Σωκράτη.
Η κληρονομιά αυτής της υπέροχης σχέσης μεταξύ Αλέξανδρου και Αριστοτέλη, εκτείνεται πέρα από τα ατομικά τους επιτεύγματα. Συμβολίζει την πιθανή συνέργεια μεταξύ σκέψης και δράσης, θεωρίας και πράξης, διάνοιας και φιλοδοξίας. Λειτουργεί ως υπενθύμιση της μεταμορφωτικής δύναμης της εκπαίδευσης και της καθοδήγησης και του ρόλου που μπορούν να διαδραματίσουν στη διαμόρφωση των ηγετών και να επηρεάσουν την πορεία της ιστορίας. Είναι ο λόγος που η ιστορία της σχέσης τους είναι γνωστή μέχρι σήμερα, προσφέροντας μαθήματα και ιδέες που είναι τόσο επίκαιρες σήμερα όσο ήταν και τότε στην αρχαία Μακεδονία.
Στο ευρύτερο πλαίσιο της ιστορίας, η σχέση Αλέξανδρου και Αριστοτέλη συνέβαλε στη διάδοση του ελληνιστικού πολιτισμού και στη συγχώνευση ανατολικών και δυτικών παραδόσεων. Έθεσε τις βάσεις για την εμφάνιση ενός κοσμοπολίτικου πολιτισμού που θα επηρέαζε την τέχνη, τη λογοτεχνία, την επιστήμη και τη φιλοσοφία για τους επόμενους αιώνες. Η κληρονομιά της σχέσης τους είναι πολύπλευρη, αντικατοπτρίζοντας την πολυπλοκότητα και τον πλούτο των ατομικών συνεισφορών τους και τον μοναδικό δεσμό που μοιράζονταν.
Όμως χάρη στον μεγάλο φιλόσοφο και τα διδάγματα του, κατάφερε να γίνει ο Μέγας Αλέξανδρος που γνωρίζουμε σήμερα.
O στόχος άλλωστε του Αριστοτέλη, ήταν να διαμορφώσει έναν ηγεμόνα μέσα από την Αρετή και την Αλήθεια, ώστε να μπορέσει να γίνει ένα δίκαιος βασιλιάς για τους υπηκόους του. Παρόλα του τα παραπτώματα σαν χαρακτήρας, ο Φίλιππος ο Β΄ επένδυσε στις σπουδές του γιου του, καθιστώντας τον Αριστοτέλη όχι μόνο δάσκαλο του νεαρού πρίγκιπα, αλλά υπεύθυνο για την ανατροφή του. Για πάνω από τρία χρόνια, διαμόρφωσε τη σκέψη του Αλέξανδρου για τα πάντα, από την ηγεσία και τη φυλή έως τις φυσικές επιστήμες, τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Η προσέγγιση του Αριστοτέλη ήταν ολιστική, με στόχο να καλλιεργήσει όχι μόνο τη διάνοια αλλά και τον χαρακτήρα του βασιλικού μαθητή του.
Η εκπαίδευση του Αλέξανδρου υπό τον Αριστοτέλη δεν περιορίστηκε σε ένα συγκεκριμένο παιδαγωγικό χώρο. Ο φιλόσοφος εκμεταλλεύτηκε το φυσικό περιβάλλον, οδηγώντας τον Αλέξανδρο σε περιπάτους στους κήπους και εμπλέκοντάς τον σε συζητήσεις για τον φυσικό κόσμο. Αυτές οι εξερευνήσεις ενθάρρυναν μια αίσθηση θαυμασμού και περιέργειας στον Αλέξανδρο, ιδιότητες που θα τον εξυπηρετούσαν καλά στις μεταγενέστερες κατακτήσεις του και που θα τον οδηγούσαν -από ένα σημείο και μετά- να οδηγήσει τον στρατό του μέχρι την Ινδία. Ο Αλέξανδρος από πρίγκιπας έγινε κατακτητής, από κατακτητής ηγεμόνας, από ηγεμόνας νομοθέτης και από νομοθέτης εξερευνητής. Και αυτό, επειδή οι διδασκαλίες του Αριστοτέλη δεν ήταν αφηρημένες. Βασίστηκαν στην παρατήρηση και την εμπειρία, ενθαρρύνοντας τον Αλέξανδρο να σκέφτεται κριτικά και αναλυτικά για οτιδήποτε αντίκριζε στο φάσμα της Αλήθειας του. Ο Αριστοτέλης βρήκε στον Αλέξανδρο ένα δεκτικό και διερευνητικό μυαλό, πρόθυμο να εμβαθύνει σε πολύπλοκα θέματα και να αμφισβητήσει τις κυρίαρχες ιδέες. Ο Αλέξανδρος, με τη σειρά του, βρήκε στον Αριστοτέλη έναν μέντορα που θα μπορούσε να τον καθοδηγήσει στις περιπλοκές της διακυβέρνησης, της ηθικής και της ηγεσίας. Οι αλληλεπιδράσεις τους χαρακτηρίστηκαν και βασίστηκαν στο διάλογο και τη συζήτηση, ενισχύοντας το δυναμικό μαθησιακό περιβάλλον του νεαρού πρίγκιπα. Πώς όμως η διδασκαλία του Αριστοτέλη καθόρισε τις μεταγενέστερες επιτυχίες του Αλέξανδρου;
Αρχικά πρέπει να θυμηθούμε πως ο Αλέξανδρος πήρε την εξουσία όταν ήταν μόλις 20 ετών. Βρέθηκε αντιμέτωπος με προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένης της διαφωνίας με τους Μακεδόνες αριστοκράτες και τις αναταραχές των κατακτηθέντων κρατών που είχε υποτάξει ο πατέρας του. Η απάντησή του ήταν γρήγορη και αποφασιστική. Εδραίωσε τη δύναμή του, κατέπνιξε τις εξεγέρσεις και διεκδίκησε την εξουσία του ως ο νέος βασιλιάς της Μακεδονίας.
Τα μαθήματα που είχε μάθει υπό την καθοδήγηση του Αριστοτέλη, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής οξυδέρκειας και της ηθικής ηγεσίας, δοκιμάστηκαν καθώς αντιμετώπιζε αυτές τις πρώτες προκλήσεις. Με εξασφαλισμένη τη θέση του στη Μακεδονία, ο Αλέξανδρος έστρεψε το βλέμμα του προς τα ανατολικά, ξεκινώντας μια εκστρατεία που θα γινόταν ένα από τα πιο αξιόλογα στρατιωτικά εγχειρήματα στην ανθρώπινη ιστορία. Η κατάκτηση της Περσικής Αυτοκρατορίας που ήταν απλά μία ιδέα από την εποχή του Μιλτιάδη και του Θεμιστοκλή, ξεκίνησε το 334 π.Χ., και από την αρχή, ήταν σαφές ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν απλώς ένας πολεμιστής βασιλιάς, αλλά ένας στρατηγικός και οραματιστής ηγέτης. Οι νίκες του στο Γρανικό ποταμό, στην Ισσό, στα Γαυγάμηλα, έδειξαν όχι μόνο τη στρατιωτική του ικανότητα αλλά και το ταλέντο να εμπνέει τα στρατεύματά του. Ο σημερινός κόσμος σε ένα μεγάλο ποσοστό, αδυνατεί να καταλάβει το εγχείρημα του Αλέξανδρου για την εποχή του.
Οι κατακτήσεις του Αλεξάνδρου δεν οδηγήθηκαν -αποκλειστικά- από δίψα για δύναμη και δόξα. Ήταν προϊόν της Ελληνιστικής Περιόδου που διένυε ο τότε γνωστός κόσμο, με το νεαρό βασιλιά να είναι μεγαλωμένος με την αίσθηση μίας κατ’ επέκταση πολιτιστικής αποστολής και την επιθυμία διάδοσης ελληνικών ιδεών και αξιών. Καθώς περνούσε στη Μικρά Ασία, την Αίγυπτο και την Περσία, προώθησε ενεργά τη συγχώνευση ελληνικών και τοπικών πολιτισμών, μια πολιτική που αργότερα θα γινόταν γνωστή από τους ιστορικούς ως εξελληνισμός. Ίδρυσε πόλεις, ενθάρρυνε τους γάμους μεταξύ των στρατιωτών του και των ντόπιων πληθυσμών και η προσέγγισή του ήταν τόσο ρεαλιστική όσο και ιδεαλιστική, αντανακλώντας μια διαφοροποιημένη κατανόηση της διακυβέρνησης και της πολιτισμικής δυναμική. Αυτός ο οραματισμός ήταν κάτι που όχι μόνο δεν υπήρχε εκείνη την εποχή, αλλά όπως αποδείχτηκε και ιστορικά, οι Διάδοχοι δεν κατάφεραν να κρατήσουν το όνειρό του ούτε στο απειροελάχιστο. Για την ακρίβεια, οι Πόλεμοι των Διαδόχων είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα για την προηγμένη αντίληψη του Αλέξανδρου, τη στιγμή που οι Μακεδόνες στρατηγοί του συνέχιζαν να επιθυμούν δόξα και πλούτη. H διάδοση αυτή των ιδεών στους «βάρβαρους» ήταν μάλιστα κόντρα στα πρότυπα του Αριστοτέλη όπου, από την οπτική του φιλόσοφου, οι Έλληνες μπορούν να αντιμετωπιστούν ίσοι και γενναιόδωρα ως φίλοι, αλλά οι μη Έλληνες, οι βάρβαροι, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν ζώα ή φυτά. Ανέφερε επίσης ότι οι άνθρωποι των οποίων το δέρμα ήταν πολύ σκούρο ήταν δειλοί, όπως οι Αιγύπτιοι και οι Αιθίοπες. Ο βασιλιάς κράτησε τα μαθήματα του Αριστοτέλη, αλλά για να κυβερνήσει μία χαοτική αυτοκρατορία κατάλαβε ότι έπρεπε να αλλαξεί το σκεπτικό - εξού και ο εξελληνισμός.
Η σχέση του Αριστοτέλη με τον Αλέξανδρο, κάποτε στενή και συνεργατική, έγινε τεταμένη στο τελευταίο διάστημα της βασιλείας του. Η πολιτική δυναμική στην Αθήνα και στον ευρύτερο ελληνιστικό κόσμο ήταν πολύπλοκη και ο Αριστοτέλης βρέθηκε παγιδευμένος, ενώ ο θάνατος του βασιλιά το 323 π.Χ., αποσταθεροποίησε περαιτέρω την περιοχή και ο Αριστοτέλης αντιμετώπισε κατηγορίες για ασέβεια, με αποτέλεσμα να φύγει από την Αθήνα για να αποφύγει μια μοίρα παρόμοια με εκείνη του Σωκράτη.
Η κληρονομιά αυτής της υπέροχης σχέσης μεταξύ Αλέξανδρου και Αριστοτέλη, εκτείνεται πέρα από τα ατομικά τους επιτεύγματα. Συμβολίζει την πιθανή συνέργεια μεταξύ σκέψης και δράσης, θεωρίας και πράξης, διάνοιας και φιλοδοξίας. Λειτουργεί ως υπενθύμιση της μεταμορφωτικής δύναμης της εκπαίδευσης και της καθοδήγησης και του ρόλου που μπορούν να διαδραματίσουν στη διαμόρφωση των ηγετών και να επηρεάσουν την πορεία της ιστορίας. Είναι ο λόγος που η ιστορία της σχέσης τους είναι γνωστή μέχρι σήμερα, προσφέροντας μαθήματα και ιδέες που είναι τόσο επίκαιρες σήμερα όσο ήταν και τότε στην αρχαία Μακεδονία.
Στο ευρύτερο πλαίσιο της ιστορίας, η σχέση Αλέξανδρου και Αριστοτέλη συνέβαλε στη διάδοση του ελληνιστικού πολιτισμού και στη συγχώνευση ανατολικών και δυτικών παραδόσεων. Έθεσε τις βάσεις για την εμφάνιση ενός κοσμοπολίτικου πολιτισμού που θα επηρέαζε την τέχνη, τη λογοτεχνία, την επιστήμη και τη φιλοσοφία για τους επόμενους αιώνες. Η κληρονομιά της σχέσης τους είναι πολύπλευρη, αντικατοπτρίζοντας την πολυπλοκότητα και τον πλούτο των ατομικών συνεισφορών τους και τον μοναδικό δεσμό που μοιράζονταν.
Όμως χάρη στον μεγάλο φιλόσοφο και τα διδάγματα του, κατάφερε να γίνει ο Μέγας Αλέξανδρος που γνωρίζουμε σήμερα.
Πλάτων: πώς γίνεται κανείς φιλόσοφος;
ΠΛΑΤΩΝ: ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ;
1. Τοποθετώντας την φιλοσοφία στην κατηγορία των ανθρώπινων αγαθών, ο Πλάτων τη χαρακτηρίζει ως το ύψιστο Αγαθό, που δώρισαν οι θεοί στους ανθρώπους:«Ουδέν μεγαλύτερο αγαθό ούτε υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ στο ανθρώπινο γένος ως δώρο των θεών» (Τίμαιος, 47b).
Η θέση του Πλάτωνος σχετικά με τη φιλοσοφία δεν είναι αυτή της γνώσης, της σοφίας, αλλά της αγάπης ή της επιθυμίας, του έρωτος της σοφίας:
«Γι’ αυτό ακριβώς μπορούμε τώρα να πούμε ότι οι ήδη σοφοί δεν φιλοσοφούν, είτε είναι θεοί είτε άνθρωποι» (Λύσις, 218a).
Φιλοσοφία είναι το όνομα του τρόπου ζωής αυτού που επιθυμεί να αποκτήσει τη σοφία. Από την επιθυμία αυτή ονομάστηκε: φιλό-σοφος). Υπ’ αυτή τη μορφή, η φιλοσοφία είναι η συνεκτική, διαλεκτική βάση των Πλατωνικοί διαλόγων, που με τη σειρά τους προσδιορίζουν τη φιλοσοφία ως εκείνο τον τρόπο ζωής που επιτρέπει στον εαυτό του να καθορίζεται από τη φιλοδοξία για γνώση και από την πρακτική της.
2. Στο Συμπόσιο βρίσκουμε ένα πορτρέτο του δαίμονα Έρωτα ως φιλόσοφου. Ο δαίμων είναι ένα είδος ημίθεου: ο Έρως είναι γιος της θνητής Πενίας και του θεού Πόρου, δηλαδή της φτώχειας και της αφθονίας. Αυτός, ο απόγονός τους, είναι και τα δυο, είναι ένα ενδιάμεσο ον, μεταξύ θεών και ανθρώπων, μεταξύ πλούτου και εξαθλίωσης. Ο φιλόσοφος Έρως ποτέ δεν είναι τελείως άπορος, ανέστιος, εξαθλιωμένος, όπως επίσης και εντελώς πλούσιος. Απ’ αυτή την άποψη,
«είναι κάτι μεταξύ σοφίας και αμάθειας. Στην πραγματικότητα δηλαδή συμβαίνει το εξής: από τους θεούς κανείς δεν είναι φιλόσοφος ούτε θέλει να γίνει σοφός, γιατί είναι. Ούτε κανείς άλλος, αν είναι σοφός, δεν φιλοσοφεί. Ούτε πάλι οι αμαθείς και αγράμματοι είναι φιλόσοφοι ούτε θέλουν να γίνουν σοφοί· γιατί αυτό είναι ακριβώς το κακό της αμάθειας: το να μην είναι κάποιος ούτε όμορφος ούτε αγαθός ούτε σοφός και να νομίζει ότι είναι καλά έτσι που είναι. “ποιοι λοιπόν είναι αυτοί που φιλοσοφούν, Διοτίμα, είπα εγώ, αν δεν είναι ούτε οι σοφοί ούτε οι αγράμματοι”. Αυτό δα είναι φανερό και σε ένα παιδί ακόμα, είπε, ότι είναι αυτοί που βρίσκονται μεταξύ τούτων των δύο και απ’ αυτούς είναι και ο Έρως. Γιατί η σοφία ανήκει στα ωραιότερα πράγματα και ο Έρως είναι έρως κάποιου σχετικού με την ομορφιά, κατ’ ανάγκη επομένως ο Έρως είναι φιλόσοφος και ως φιλόσοφος είναι μεταξύ του σοφού και του αγράμματου» (Συμπόσιον, 204a-b).
Με τον δικό του τρόπο, συνακόλουθα, ο φιλόσοφος, ως ανθρώπινο ον, ζει από μια θεϊκή επιθυμία, την επιθυμία να γνωρίσει την πραγματικότητα στο σύνολό της. Όπως μας λέει ο Πλάτων προς το τέλος του Φαίδρου (278d) μόνο ένας θεός μπορεί να ανακηρυχθεί σοφός, γιατί μόνο αυτός μπορεί να αποκτήσει την αληθινή γνώση. Ο άνθρωπος, από την άλλη, επειδή δεν μοιράζεται την τελειότητα, θα παραμένει πάντα ένας φιλόσοφος, ένα ον «που φιλοδοξεί να αποκτήσει γνώση». Πιο συγκεκριμένα, ο φιλόσοφος ζει από μια επιθυμία που ζωντανεύει ό,τι είναι θεϊκό μέσα στον άνθρωπο: τη νοημοσύνη. Αυτό είναι που διακρίνει τον φιλόσοφο από τους άλλους ανθρώπους, γιατί λίγοι είναι εκείνοι που επιλέγουν να βάλουν σε τάξη τη ζωή τους με βάση τον ρυθμό της άσκησης της νοημοσύνης τους, και αυτό, κατά κάποιον τρόπο, τον υποχρεώνει να αγωνίζεται για να δαμάσει κάθε είδους γνώση και στη συνάφεια τούτη τον «καταδικάζει» σε ένα έργο που δεν τελειώνει ποτέ.
3. Ο φιλόσοφος είναι αυτός που με το έργο του μπορεί να κάνει την πολιτεία να είναι αληθινά υγιής και να πάψει να ψήνεται στον πυρετό, παραδεδομένη μονόπλευρα στον υλικό πλούτο πέραν των αναγκαίων ορίων, στη χλιδή, στην ηδονοθηρία και τελικά στη σήψη (Πολιτεία 372e-373a,d). Ο φιλόσοφος έτσι σκέφτεται την πραγματικότητα συστηματικά και σε βάθος, αλλά αντικειμενικά συμβαίνει συγχρόνως να κατανοεί μόνο εν μέρει την πραγματικότητα που σκέφτεται. Η κατανοητή πραγματικότητα είναι προσβάσιμη σε αυτόν, αλλά δεν είναι στο σύνολό της: περικλείει πάρα πολλά, αναμενόμενα ή μη συμβάντα, τροπές, επιδιώξεις, αποτυχίες ή επιτυχίες κ.λπ. για ένα μεμονωμένο άτομο και πάρα πολλά, πάνω απ' όλα, για μια ζωή περιορισμένη στο χρόνο. Η φιλοσοφία, στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι ένα είδος επιστημονικού κλάδου ούτε μια ορισμένη περιοχή γνώσης ή η ύψιστη μορφή γνώσης, αλλά παραπέμπει σε μια επιθυμία, σε μια αγάπη για μάθηση, ήτοι σε εκείνη τη συγκεκριμένη φιλομάθεια, που δεν ξεχωρίζει από την ίδια τη φιλοσοφία (Πολιτεία 376b), καθώς αυτός που αγαπάει τη γνώση, την αγαπάει, επειδή του αρέσει να μαθαίνει. Και όσο μαθαίνει, τόσο γίνεται θεωρητικά επαρκής, ώστε να καταστήσει την πράξη (πολιτική, ηθική κ.λπ.) πιο πραγματοποιήσιμη. Από εδώ προκύπτει και η ανάγκη εσωτερικής προσέγγισης πολιτικής πράξης και φιλοσοφίας, ώστε να ευτυχήσουν τόσα τα καθέκαστα άτομα όσο και η πολιτική κοινότητα ως σύνολο:
«Αν δεν συμβεί, είπα εγώ, ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή ν’ ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, άδολα και άξια, αυτοί που τώρα τους αποκαλούν βασιλιάδες και άρχοντες, έτσι ώστε η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία να συμπέσουν στο ίδιο πρόσωπο· κι αν όλοι αυτοί, που σήμερα πορεύονται χωριστά προς τα εδώ ή προς τα εκεί, δεν εμποδιστούν δια της βίας να το κάνουν αυτό, δεν θα έχουν τελειωμό, φίλε Γλαύκων, οι συμφορές για τις πολιτείες ούτε και για το ανθρώπινο γένος …» (Πολιτεία 473 c11-d6).
Αυτή η διάκριση ανάμεσα στους φιλοσόφους, ικανούς από τη φύση τους να κυβερνήσουν την πολιτεία και πραγματικούς ηγέτες της πόλεως, και τους μη φιλοσόφους, δηλαδή πολιτικούς και άλλες παρόμοιες κατηγορίες ανθρώπινων ατόμων, που απέχουν πόρρω από τις ηγετικές ικανότητες των αληθινών (κατά Πλάτωνα) φιλοσόφων, δηλαδή των φιλοσόφων «που χαίρονται να αντικρίζουν την αλήθεια» (ό.π., 475e4), και δεν έχουν παρά να ακολουθούν τους φιλοσόφους-ηγέτες, είναι δυνατή, γιατί οι φιλόσοφοι ποθούν τη σοφία ολόκληρη και όχι απλώς τη μια ή την άλλη όψη της. Έτσι ανέρχονται σε έναν άλλο, ανώτερο τρόπο ζωής, που τους επιτρέπει να σκέπτονται πάντα το δίκαιο και τη δικαιοσύνη και να μην ασχολούνται με τα τιποτένια πράγματα της καθημερινότητας.
4. Οι φιλόσοφοι λοιπόν, ως εκ της φυσικής τους ιδιοσυστασίας, δεν χορταίνουν να μαθαίνουν και μάλιστα να μαθαίνουν με ερωτικό πόθο και πάθος ειδικά ό,τι εκάστοτε αποκαλύπτει κάτι για την καθεαυτότητα του όντος και την ουσία του που υπάρχει πάντοτε και δεν γνωρίζει από γένεση και φθορά. Οι αληθινοί φιλόσοφοι, επομένως, και όχι όσοι προσποιούνται τον φιλόσοφο,
«μπορούν να συλλαμβάνουν εκείνο, που πάντοτε, από κάθε άποψη, μένει απαράλλαχτα αμετάβλητο» (ό.π., 484a).
Αυτό τους ανυψώνει πάνω από κάθε είδους φιλοχρηματία και φιληδονία, έτσι ώστε να τους διέπει η φρόνηση και, σε αντίθεση με τους κοινούς θνητούς (=τους φιλήδονες, τους φιλοχρήματους, τους μικροπρεπείς, τους υπερφίαλους, τους θρασύδειλους και παρόμοιες άλλες ιδιοσυγκρασίες), να ενδιαφέρονται για τις ηδονές της ψυχής αυτής καθεαυτήν και όχι εκείνες του σώματος. Βλέπουμε λοιπόν στους Διαλόγους τη φιλοσοφία να προσδιορίζει μια επιθυμία που έρχεται να θρέψει και να διεγείρει, σε αυτόν που την κάνει αρχή της ύπαρξής του, ένα σύνολο απαιτήσεων και πρακτικών. Αυτή η επιθυμία είναι που οδηγεί ορισμένους ανθρώπους στη σοφία, η οποία πρέπει να γίνεται κατανοητή και ως αυτή η εμπειρία της σκέψης που βρίσκει την εκπλήρωσή της στη γνώση του τι είναι, στη σύλληψη των νοητών Μορφών, αλλά και ως αυτή η μεταστροφή της ψυχής που αποδεικνύει ότι είναι η προϋπόθεση της καλής και ευτυχισμένης ζωής. Και στις δύο περιπτώσεις, η φιλοσοφία διακρίνεται ως προσπάθεια, μια μορφή της πεισματικής επιμονής απέναντι στις απολαύσεις της γνώσης.
5. Η ανθρώπινη φύση που έχει κλίση προς τη φιλοσοφία διακρίνεται πάντα για το ελεύθερο φρόνημα (ό.π., 486a), γιατί δεν ταιριάζει η ανελευθερία και η δειλία στην ψυχή, που προορίζεται να φέρνει μέσα της εσαεί έναν διακαή πόθο για το θεϊκό αλλά και για το ανθρώπινο στην ολότητά τους και στην πληρότητά τους. Η ανελεύθερη, μη φιλοσοφική φύση φοβάται τον θάνατο και αντικρίζει τη ζωή ως ένα σπουδαίο πράγμα, χωρίς να ενδιαφέρεται ή να μπορεί να της δώσει προς τούτο κάποιο συγκεκριμένο και ανώτερο περιεχόμενο. Για να είναι σε θέση να δώσει στη ζωή το νόημα που της αναλογεί, χρειάζεται να κάνει ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που κάνει ως τώρα: δηλαδή να σκέφτεται ήρεμα, ευπρεπώς, κοσμίως, διαλεκτικά, με δικαιοσύνη, με μέτρο, με συμμετρία και ανάλογη αρμονία. Η φιλοσοφική ψυχή ξεχωρίζει σε όλα από τη μη φιλοσοφική ψυχή: είναι προικισμένη με εκείνη τη δύναμη που της επιτρέπει να εποπτεύει πάνω στην ολότητα του χρόνου και των αληθινών όντων και να μην εξιδανικεύει τον ανθρώπινο βίο αποκόπτοντάς τον, στη θεώρησή του, από τη συνέχεια του θανάτου (ό.π., 486a κ.εξ.). Επίσης η φιλοσοφική ψυχή έχει εύκολη πρόσβαση στη μάθηση και τη γνώση, σε αντίθεση με τις εγγενείς δυσκολίες της μη φιλοσοφικής ψυχής στο να μαθαίνει γρήγορα και εύκολα. Αυτές οι δυσκολίες καθιστούν την τελευταία ανενεργή, άδεια από γνώση και χωρίς κάποια διάθεση ή έλξη για οποιοδήποτε έργο όμορφο και καλό. Πώς θα μπορούσε να αγαπήσει το καλό και να ορέγεται τη γνώση του, όταν, πέραν των προαναφερθέντων, δεν διαθέτει ούτε στοιχειωδώς ισχυρή μνήμη, με αποτέλεσμα να μισήσει και τον εαυτό της και το έργο που προορίζεται να κάνει; Αυτή η αφιλοσόφητη, ακαλλιέργητη ψυχή, τη μόνη τάση ή προδιάθεση που διαθέτει είναι εκείνη προς την αμετρία και τη δυσαναλογία (ό.π. 486d). Απεναντίας, η φιλοσοφική ψυχή,
«έχει από τη φύση της καλό μνημονικό, ευχέρεια στη μάθηση, μεγαλοπρέπεια, χάρη, αγάπη και συγγένεια με την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη σωφροσύνη» (ό.π., 487a).
6. Ο Πλάτων, στην Πολιτεία, κρίνει την λεπταίσθητη φύση του ανθρώπου και την αληθινή φιλοσοφική ψυχή με βάση τη σφαιρική της ικανότητα να διαχειριστεί τα θέματα της πολιτικής εξουσίας με σύνεση και δικαιοσύνη και ενάντια στην ασυνεννοησία και τη δυστροπία. Έτσι, η ενασχόληση με τη φιλοσοφία δεν είναι απλώς ένα μέσο ή τρόπος για να δια-μορφωθούν καλοί κυβερνήτες, αλλά ένα έργο που διαρκεί καθ’ όλο τον βίο του ανθρώπου και συνυφαίνεται με την ίδια του την πνευματική πορεία, έστω κι αν η τελευταία για το σύνολο σχεδόν των αφιλοσόφητων ανθρώπων εκλαμβάνεται ως κάτι το αλλόκοτο, ως ανεξήγητη παρέκκλιση από τον συνήθη δρόμο της ζωής, που περνάει ως ο ορθός, αλλά στην ουσία είναι ανορθολογικός. Ακριβώς επειδή για τους πολλούς, για την κοινή γνώμη, ο δρόμος της φιλοσοφικής ψυχής προς την Ιδέα των αληθινών όντων είναι κάτι το ακατανόητο, οι φιλόσοφοι θεωρούνται άχρηστοι για την πολιτεία (ό.π., 489b κ.εξ.). Υπεύθυνοι όμως για την αχρηστία τούτη των φιλοσόφων δεν είναι οι ίδιοι οι άξιοι φιλόσοφοι, αλλά εκείνοι οι κυβερνήτες της πολιτείας που δεν χρησιμοποιούν τους τελευταίους με βάση την αξία τους, αλλά τους αφήνουν στο περιθώριο κρίνοντάς τους ως μη άξιους. Οι αληθινοί φιλόσοφοι δεν έχουν λόγο να παρακαλούν τους κυβερνώμενους για να τους κυβερνήσουν· αντιθέτως, οι τελευταίοι έχουν ανάγκη να πηγαίνουν προς τους άξιους φιλοσόφους και να ζητούν να τους κυβερνήσουν, γιατί οι αληθινοί κυβερνήτες είναι τούτοι οι φιλόσοφοι και όχι οι τωρινοί άρχοντες της πολιτείας (ό.π., 489c). Τέτοιοι αληθινοί κυβερνήτες, άξιοι δηλαδή φιλόσοφοι, είναι πολύ λίγοι και αποτελούν μια χαρακτηριστική εξαίρεση μέσα στον κόσμο των πολλών κακιών, συμπεριλαμβανομένων και ουκ ολίγων διεφθαρμένων επαγγελματιών «φιλοσόφων», που λόγω κακής αγωγής είναι χειρότεροι και πιο επικίνδυνοι ακόμη και από όλες τις αφιλοσόφητες ψυχές.
1. Τοποθετώντας την φιλοσοφία στην κατηγορία των ανθρώπινων αγαθών, ο Πλάτων τη χαρακτηρίζει ως το ύψιστο Αγαθό, που δώρισαν οι θεοί στους ανθρώπους:«Ουδέν μεγαλύτερο αγαθό ούτε υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ στο ανθρώπινο γένος ως δώρο των θεών» (Τίμαιος, 47b).
Η θέση του Πλάτωνος σχετικά με τη φιλοσοφία δεν είναι αυτή της γνώσης, της σοφίας, αλλά της αγάπης ή της επιθυμίας, του έρωτος της σοφίας:
«Γι’ αυτό ακριβώς μπορούμε τώρα να πούμε ότι οι ήδη σοφοί δεν φιλοσοφούν, είτε είναι θεοί είτε άνθρωποι» (Λύσις, 218a).
Φιλοσοφία είναι το όνομα του τρόπου ζωής αυτού που επιθυμεί να αποκτήσει τη σοφία. Από την επιθυμία αυτή ονομάστηκε: φιλό-σοφος). Υπ’ αυτή τη μορφή, η φιλοσοφία είναι η συνεκτική, διαλεκτική βάση των Πλατωνικοί διαλόγων, που με τη σειρά τους προσδιορίζουν τη φιλοσοφία ως εκείνο τον τρόπο ζωής που επιτρέπει στον εαυτό του να καθορίζεται από τη φιλοδοξία για γνώση και από την πρακτική της.
2. Στο Συμπόσιο βρίσκουμε ένα πορτρέτο του δαίμονα Έρωτα ως φιλόσοφου. Ο δαίμων είναι ένα είδος ημίθεου: ο Έρως είναι γιος της θνητής Πενίας και του θεού Πόρου, δηλαδή της φτώχειας και της αφθονίας. Αυτός, ο απόγονός τους, είναι και τα δυο, είναι ένα ενδιάμεσο ον, μεταξύ θεών και ανθρώπων, μεταξύ πλούτου και εξαθλίωσης. Ο φιλόσοφος Έρως ποτέ δεν είναι τελείως άπορος, ανέστιος, εξαθλιωμένος, όπως επίσης και εντελώς πλούσιος. Απ’ αυτή την άποψη,
«είναι κάτι μεταξύ σοφίας και αμάθειας. Στην πραγματικότητα δηλαδή συμβαίνει το εξής: από τους θεούς κανείς δεν είναι φιλόσοφος ούτε θέλει να γίνει σοφός, γιατί είναι. Ούτε κανείς άλλος, αν είναι σοφός, δεν φιλοσοφεί. Ούτε πάλι οι αμαθείς και αγράμματοι είναι φιλόσοφοι ούτε θέλουν να γίνουν σοφοί· γιατί αυτό είναι ακριβώς το κακό της αμάθειας: το να μην είναι κάποιος ούτε όμορφος ούτε αγαθός ούτε σοφός και να νομίζει ότι είναι καλά έτσι που είναι. “ποιοι λοιπόν είναι αυτοί που φιλοσοφούν, Διοτίμα, είπα εγώ, αν δεν είναι ούτε οι σοφοί ούτε οι αγράμματοι”. Αυτό δα είναι φανερό και σε ένα παιδί ακόμα, είπε, ότι είναι αυτοί που βρίσκονται μεταξύ τούτων των δύο και απ’ αυτούς είναι και ο Έρως. Γιατί η σοφία ανήκει στα ωραιότερα πράγματα και ο Έρως είναι έρως κάποιου σχετικού με την ομορφιά, κατ’ ανάγκη επομένως ο Έρως είναι φιλόσοφος και ως φιλόσοφος είναι μεταξύ του σοφού και του αγράμματου» (Συμπόσιον, 204a-b).
Με τον δικό του τρόπο, συνακόλουθα, ο φιλόσοφος, ως ανθρώπινο ον, ζει από μια θεϊκή επιθυμία, την επιθυμία να γνωρίσει την πραγματικότητα στο σύνολό της. Όπως μας λέει ο Πλάτων προς το τέλος του Φαίδρου (278d) μόνο ένας θεός μπορεί να ανακηρυχθεί σοφός, γιατί μόνο αυτός μπορεί να αποκτήσει την αληθινή γνώση. Ο άνθρωπος, από την άλλη, επειδή δεν μοιράζεται την τελειότητα, θα παραμένει πάντα ένας φιλόσοφος, ένα ον «που φιλοδοξεί να αποκτήσει γνώση». Πιο συγκεκριμένα, ο φιλόσοφος ζει από μια επιθυμία που ζωντανεύει ό,τι είναι θεϊκό μέσα στον άνθρωπο: τη νοημοσύνη. Αυτό είναι που διακρίνει τον φιλόσοφο από τους άλλους ανθρώπους, γιατί λίγοι είναι εκείνοι που επιλέγουν να βάλουν σε τάξη τη ζωή τους με βάση τον ρυθμό της άσκησης της νοημοσύνης τους, και αυτό, κατά κάποιον τρόπο, τον υποχρεώνει να αγωνίζεται για να δαμάσει κάθε είδους γνώση και στη συνάφεια τούτη τον «καταδικάζει» σε ένα έργο που δεν τελειώνει ποτέ.
3. Ο φιλόσοφος είναι αυτός που με το έργο του μπορεί να κάνει την πολιτεία να είναι αληθινά υγιής και να πάψει να ψήνεται στον πυρετό, παραδεδομένη μονόπλευρα στον υλικό πλούτο πέραν των αναγκαίων ορίων, στη χλιδή, στην ηδονοθηρία και τελικά στη σήψη (Πολιτεία 372e-373a,d). Ο φιλόσοφος έτσι σκέφτεται την πραγματικότητα συστηματικά και σε βάθος, αλλά αντικειμενικά συμβαίνει συγχρόνως να κατανοεί μόνο εν μέρει την πραγματικότητα που σκέφτεται. Η κατανοητή πραγματικότητα είναι προσβάσιμη σε αυτόν, αλλά δεν είναι στο σύνολό της: περικλείει πάρα πολλά, αναμενόμενα ή μη συμβάντα, τροπές, επιδιώξεις, αποτυχίες ή επιτυχίες κ.λπ. για ένα μεμονωμένο άτομο και πάρα πολλά, πάνω απ' όλα, για μια ζωή περιορισμένη στο χρόνο. Η φιλοσοφία, στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι ένα είδος επιστημονικού κλάδου ούτε μια ορισμένη περιοχή γνώσης ή η ύψιστη μορφή γνώσης, αλλά παραπέμπει σε μια επιθυμία, σε μια αγάπη για μάθηση, ήτοι σε εκείνη τη συγκεκριμένη φιλομάθεια, που δεν ξεχωρίζει από την ίδια τη φιλοσοφία (Πολιτεία 376b), καθώς αυτός που αγαπάει τη γνώση, την αγαπάει, επειδή του αρέσει να μαθαίνει. Και όσο μαθαίνει, τόσο γίνεται θεωρητικά επαρκής, ώστε να καταστήσει την πράξη (πολιτική, ηθική κ.λπ.) πιο πραγματοποιήσιμη. Από εδώ προκύπτει και η ανάγκη εσωτερικής προσέγγισης πολιτικής πράξης και φιλοσοφίας, ώστε να ευτυχήσουν τόσα τα καθέκαστα άτομα όσο και η πολιτική κοινότητα ως σύνολο:
«Αν δεν συμβεί, είπα εγώ, ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή ν’ ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, άδολα και άξια, αυτοί που τώρα τους αποκαλούν βασιλιάδες και άρχοντες, έτσι ώστε η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία να συμπέσουν στο ίδιο πρόσωπο· κι αν όλοι αυτοί, που σήμερα πορεύονται χωριστά προς τα εδώ ή προς τα εκεί, δεν εμποδιστούν δια της βίας να το κάνουν αυτό, δεν θα έχουν τελειωμό, φίλε Γλαύκων, οι συμφορές για τις πολιτείες ούτε και για το ανθρώπινο γένος …» (Πολιτεία 473 c11-d6).
Αυτή η διάκριση ανάμεσα στους φιλοσόφους, ικανούς από τη φύση τους να κυβερνήσουν την πολιτεία και πραγματικούς ηγέτες της πόλεως, και τους μη φιλοσόφους, δηλαδή πολιτικούς και άλλες παρόμοιες κατηγορίες ανθρώπινων ατόμων, που απέχουν πόρρω από τις ηγετικές ικανότητες των αληθινών (κατά Πλάτωνα) φιλοσόφων, δηλαδή των φιλοσόφων «που χαίρονται να αντικρίζουν την αλήθεια» (ό.π., 475e4), και δεν έχουν παρά να ακολουθούν τους φιλοσόφους-ηγέτες, είναι δυνατή, γιατί οι φιλόσοφοι ποθούν τη σοφία ολόκληρη και όχι απλώς τη μια ή την άλλη όψη της. Έτσι ανέρχονται σε έναν άλλο, ανώτερο τρόπο ζωής, που τους επιτρέπει να σκέπτονται πάντα το δίκαιο και τη δικαιοσύνη και να μην ασχολούνται με τα τιποτένια πράγματα της καθημερινότητας.
4. Οι φιλόσοφοι λοιπόν, ως εκ της φυσικής τους ιδιοσυστασίας, δεν χορταίνουν να μαθαίνουν και μάλιστα να μαθαίνουν με ερωτικό πόθο και πάθος ειδικά ό,τι εκάστοτε αποκαλύπτει κάτι για την καθεαυτότητα του όντος και την ουσία του που υπάρχει πάντοτε και δεν γνωρίζει από γένεση και φθορά. Οι αληθινοί φιλόσοφοι, επομένως, και όχι όσοι προσποιούνται τον φιλόσοφο,
«μπορούν να συλλαμβάνουν εκείνο, που πάντοτε, από κάθε άποψη, μένει απαράλλαχτα αμετάβλητο» (ό.π., 484a).
Αυτό τους ανυψώνει πάνω από κάθε είδους φιλοχρηματία και φιληδονία, έτσι ώστε να τους διέπει η φρόνηση και, σε αντίθεση με τους κοινούς θνητούς (=τους φιλήδονες, τους φιλοχρήματους, τους μικροπρεπείς, τους υπερφίαλους, τους θρασύδειλους και παρόμοιες άλλες ιδιοσυγκρασίες), να ενδιαφέρονται για τις ηδονές της ψυχής αυτής καθεαυτήν και όχι εκείνες του σώματος. Βλέπουμε λοιπόν στους Διαλόγους τη φιλοσοφία να προσδιορίζει μια επιθυμία που έρχεται να θρέψει και να διεγείρει, σε αυτόν που την κάνει αρχή της ύπαρξής του, ένα σύνολο απαιτήσεων και πρακτικών. Αυτή η επιθυμία είναι που οδηγεί ορισμένους ανθρώπους στη σοφία, η οποία πρέπει να γίνεται κατανοητή και ως αυτή η εμπειρία της σκέψης που βρίσκει την εκπλήρωσή της στη γνώση του τι είναι, στη σύλληψη των νοητών Μορφών, αλλά και ως αυτή η μεταστροφή της ψυχής που αποδεικνύει ότι είναι η προϋπόθεση της καλής και ευτυχισμένης ζωής. Και στις δύο περιπτώσεις, η φιλοσοφία διακρίνεται ως προσπάθεια, μια μορφή της πεισματικής επιμονής απέναντι στις απολαύσεις της γνώσης.
5. Η ανθρώπινη φύση που έχει κλίση προς τη φιλοσοφία διακρίνεται πάντα για το ελεύθερο φρόνημα (ό.π., 486a), γιατί δεν ταιριάζει η ανελευθερία και η δειλία στην ψυχή, που προορίζεται να φέρνει μέσα της εσαεί έναν διακαή πόθο για το θεϊκό αλλά και για το ανθρώπινο στην ολότητά τους και στην πληρότητά τους. Η ανελεύθερη, μη φιλοσοφική φύση φοβάται τον θάνατο και αντικρίζει τη ζωή ως ένα σπουδαίο πράγμα, χωρίς να ενδιαφέρεται ή να μπορεί να της δώσει προς τούτο κάποιο συγκεκριμένο και ανώτερο περιεχόμενο. Για να είναι σε θέση να δώσει στη ζωή το νόημα που της αναλογεί, χρειάζεται να κάνει ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που κάνει ως τώρα: δηλαδή να σκέφτεται ήρεμα, ευπρεπώς, κοσμίως, διαλεκτικά, με δικαιοσύνη, με μέτρο, με συμμετρία και ανάλογη αρμονία. Η φιλοσοφική ψυχή ξεχωρίζει σε όλα από τη μη φιλοσοφική ψυχή: είναι προικισμένη με εκείνη τη δύναμη που της επιτρέπει να εποπτεύει πάνω στην ολότητα του χρόνου και των αληθινών όντων και να μην εξιδανικεύει τον ανθρώπινο βίο αποκόπτοντάς τον, στη θεώρησή του, από τη συνέχεια του θανάτου (ό.π., 486a κ.εξ.). Επίσης η φιλοσοφική ψυχή έχει εύκολη πρόσβαση στη μάθηση και τη γνώση, σε αντίθεση με τις εγγενείς δυσκολίες της μη φιλοσοφικής ψυχής στο να μαθαίνει γρήγορα και εύκολα. Αυτές οι δυσκολίες καθιστούν την τελευταία ανενεργή, άδεια από γνώση και χωρίς κάποια διάθεση ή έλξη για οποιοδήποτε έργο όμορφο και καλό. Πώς θα μπορούσε να αγαπήσει το καλό και να ορέγεται τη γνώση του, όταν, πέραν των προαναφερθέντων, δεν διαθέτει ούτε στοιχειωδώς ισχυρή μνήμη, με αποτέλεσμα να μισήσει και τον εαυτό της και το έργο που προορίζεται να κάνει; Αυτή η αφιλοσόφητη, ακαλλιέργητη ψυχή, τη μόνη τάση ή προδιάθεση που διαθέτει είναι εκείνη προς την αμετρία και τη δυσαναλογία (ό.π. 486d). Απεναντίας, η φιλοσοφική ψυχή,
«έχει από τη φύση της καλό μνημονικό, ευχέρεια στη μάθηση, μεγαλοπρέπεια, χάρη, αγάπη και συγγένεια με την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη σωφροσύνη» (ό.π., 487a).
6. Ο Πλάτων, στην Πολιτεία, κρίνει την λεπταίσθητη φύση του ανθρώπου και την αληθινή φιλοσοφική ψυχή με βάση τη σφαιρική της ικανότητα να διαχειριστεί τα θέματα της πολιτικής εξουσίας με σύνεση και δικαιοσύνη και ενάντια στην ασυνεννοησία και τη δυστροπία. Έτσι, η ενασχόληση με τη φιλοσοφία δεν είναι απλώς ένα μέσο ή τρόπος για να δια-μορφωθούν καλοί κυβερνήτες, αλλά ένα έργο που διαρκεί καθ’ όλο τον βίο του ανθρώπου και συνυφαίνεται με την ίδια του την πνευματική πορεία, έστω κι αν η τελευταία για το σύνολο σχεδόν των αφιλοσόφητων ανθρώπων εκλαμβάνεται ως κάτι το αλλόκοτο, ως ανεξήγητη παρέκκλιση από τον συνήθη δρόμο της ζωής, που περνάει ως ο ορθός, αλλά στην ουσία είναι ανορθολογικός. Ακριβώς επειδή για τους πολλούς, για την κοινή γνώμη, ο δρόμος της φιλοσοφικής ψυχής προς την Ιδέα των αληθινών όντων είναι κάτι το ακατανόητο, οι φιλόσοφοι θεωρούνται άχρηστοι για την πολιτεία (ό.π., 489b κ.εξ.). Υπεύθυνοι όμως για την αχρηστία τούτη των φιλοσόφων δεν είναι οι ίδιοι οι άξιοι φιλόσοφοι, αλλά εκείνοι οι κυβερνήτες της πολιτείας που δεν χρησιμοποιούν τους τελευταίους με βάση την αξία τους, αλλά τους αφήνουν στο περιθώριο κρίνοντάς τους ως μη άξιους. Οι αληθινοί φιλόσοφοι δεν έχουν λόγο να παρακαλούν τους κυβερνώμενους για να τους κυβερνήσουν· αντιθέτως, οι τελευταίοι έχουν ανάγκη να πηγαίνουν προς τους άξιους φιλοσόφους και να ζητούν να τους κυβερνήσουν, γιατί οι αληθινοί κυβερνήτες είναι τούτοι οι φιλόσοφοι και όχι οι τωρινοί άρχοντες της πολιτείας (ό.π., 489c). Τέτοιοι αληθινοί κυβερνήτες, άξιοι δηλαδή φιλόσοφοι, είναι πολύ λίγοι και αποτελούν μια χαρακτηριστική εξαίρεση μέσα στον κόσμο των πολλών κακιών, συμπεριλαμβανομένων και ουκ ολίγων διεφθαρμένων επαγγελματιών «φιλοσόφων», που λόγω κακής αγωγής είναι χειρότεροι και πιο επικίνδυνοι ακόμη και από όλες τις αφιλοσόφητες ψυχές.
Η σωκρατική ειρωνεία
1. Ο Σωκράτης δεν υπήρξε μόνο κορυφαίος ηθικός φιλόσοφος. Υπήρξε παραλλήλως και ανεπανάληπτος είρων [1]. Καθώς μας τον παρουσιάζει ο Αλκιβιάδης, σ' όλο του τον βίο συμπεριφερόταν προς τους ανθρώπους ειρωνικά και περιπαικτικά [2]. Η ειρωνεία ήταν για το Σωκράτη όχι μόνον τ' αλάτι πού 'δινε χάρη και γοητεία στο λόγο του, αλλά κυριολεκτικά ένας ξεχωριστός τρόπος της δικής του ζωής. Μ' άλλα λόγια η ειρωνεία ήταν για το Σωκράτη βίωμα, καθώς τούτο κυρίως επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο κατ' εξοχήν άνθρωπος της ορθολογικής θεώρησης, που καθ' υπερβολή είχε αδικηθεί από τη φύση στη σωματική του διάπλαση και μορφή, είχε παραλλήλως αναδειχθεί στο αντικείμενο του παθιασμένου κι εξατομικευμένου έρωτα της αφρόκρεμας της αθηναϊκής νεολαίας, και ιδίως του πιο χαρισματικού και πεντάμορφου πλουσιόπαιδου, του Αλκιβιάδη [3].
2. Σε τί συνίστατο αυτή η σταθερή ειρωνική και περιπαικτική διάθεσή του;
(α) Θα 'λεγα, στο φιλικό χαμόγελο και τον εμφαντικό έπαινο, που επιστράτευε για να ενθαρρύνει το συνομιλητή του, πως τάχα ευγνωμόνως αποδέχεται όσες εκείνος μόλις είχε εκστομίσει ανοησίες. Για να επακολουθήσει -κατά κανόνα- το ακαριαίο χτύπημα, με την τεκμηριωμένη ανατροπή.
(β) Υπήρχαν όμως και φορές, που η ειρωνεία του έπαιρνε τη μορφή ζαβολιάς.
- Στα νεανικά χρόνια του, όταν πρωτοσυνάντησε τον Πρωταγόρα, περιζήτητο σοφιστή, που -με τη διδασκαλία του- φημιζόταν πως είχε συγκεντρώσει πλούτο μεγαλύτερο εκείνου του γλύπτη Φειδία, ο Σωκράτης εξομολογείται πως, όταν, στο πλαίσιο της συζήτησης που είχε με τον Πρωταγόρα, εκείνος έκανε μια εύστοχη παρατήρηση που ενθουσίασε τους ακροατές του, τόσο που τον χειροκρότησαν, ο Σωκράτης ένιωσε ταπεινωμένος [4] κι αντεπιτέθηκε με σοφίσματα [5]. Και δεν ησύχασε παρα μόνον όταν οι ακροατές τους είχαν πιά συνειδητοποιήσει τη δική του νίκη, ενώ ο Πρωταγόρας έδειξε να ντρέπεται και, κάτω από τις πιέσεις των παρόντων, με δυσκολία πήρε την απόφαση να συνεχίσει τη συζήτηση, με την παράκληση να τον ερωτά ο Σωκράτης κι εκείνος ν' απαντά [6]. Οπότε ο Σωκράτης άρχισε να προσποιείται, με τη γνωστή ειρωνική διάθεσή του, διαβεβαιώνοντας ότι εκείνος συζητεί με τον Πρωταγόρα μόνο και μόνο για να 'χει ευκαιρία να διερευνήσει ζητήματα, για τα οποία ο ίδιος κάποτε βρίσκεται τάχα σε απορία [7].
- Όμως τις περισσότερες φορές κατέφευγε σε ζαβολιές, με το να μετέχει στη φλυαρία των σοφιστών, με δικές του σοφιστικές ανακολουθίες. Αναμένοντας από το συνομιλητή του να δείξει, αν όχι πιά πως είναι κάτοχος της γνώσης, τουλάχιστον πως έχει την ευφυΐα να εντοπίσει τις παγίδες που εκείνος του έστηνε και ν' αποκαλύψει τη λογική ανακολουθία τους.
Προς αυτήν τη δεύτερη κατεύθυνση της ειρωνείας του, κάποτε, είπε στο Γοργία μ' εξομολογητική επιθετικότητα: αν θα 'σουν απ' τη δική μου πάστα ανθρώπου, με πολλή χαρά θ' ανέμενα να με ρωτάς εσύ. Ειδεμή παράτα με. Και ποιάς πάστας άνθρωπος είμ' εγώ; Χαίρω να με ελέγχουν, αν τολμώ να ξεστομίζω αναλήθειες. Όμοια όπως και γλεντώ να ελέγχω εκείνους που μου σερβίρουν ανοησίες. Και μάλιστα χαίρω να μ' ελέγχουν παρά να ελέγχω τους άλλους. Γιατ' είναι πρόδηλο πως έχει μεγαλύτερη αξία το να σ' απαλλάσσουν από τις πλάνες σου, αντί του ν' απαλλάσσεις σύ άλλους [8].
Μ' άλλα λόγια, ο Σωκράτης πίστευε ότι η αλήθεια ποτέ δεν μπορεί να νικηθεί στο πλαίσιο οποιουδήποτε ελέγχου [9]. Και όργανο γι' αυτόν το θρίαμβό της δεν είναι μόνον η μαιευτική του μέθοδος, αλλά και η ειρωνεία, με τις δυό προαναφερόμενες κατευθύνσεις της.
3. Είναι φανερό πως, με την ειρωνεία του, ο Σωκράτης έκρυβε τις πραγματικές σκέψεις και διαθέσεις του κάτω από μια μάσκα [10]. Ο Αλκιβιάδης τονίζει τούτο μ' έμφαση: βάλτε το καλά μέσ' στην καρδιά σας, πως κανένας σας δεν τον ξέρει πραγματικά [11]. Και τούτο, γιατί στην εξωτερική εμφάνιση παρουσιάζεται σαν ευτράπελος Σιληνός. Ενώ μέσα του πλημμυρίζει η σωφροσύνη [12].
Ο Βλαστός εύστοχα προωθεί αυτήν την παρατήρηση του Αλκιβιάδη έν' αποφασιστικό βήμα πιο πέρα: μέσα του ο Σωκράτης δεν είχε μόνον ακαταμάχητη σωφροσύνη. Πολύ περισσότερο τον πλημμύριζε μέσα του η ευδαιμονία της επίγνωσης πως ήταν κύριος αυτής της σωφροσύνης [13]. Αυτή άλλωστε η ικανότητά του να είναι κάποιος κυρίαρχος του εαυτού του, ήταν για 'κείνον η άριστη μορφή εξουσίας [14]. Να υποτάσσει τις αυθόρμητες ροπές του και κάθε επιθυμία του στη δύναμη της σωφροσύνης.
4. Έχει παρατηρηθεί ότι τον ειρωνικό Σωκράτη συναντούμε μόνο στα πλατωνικά κείμενα. Όχι και σ' εκείνα του Ξενοφώντα [15]. Η παρατήρηση όμως δεν είναι ιδιαιτέρως πειστική. Ο διάλογος που φέρεται να διεξάγει ο Σωκράτης με τη Θεοδότη, στ' Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, επιβεβαιώνει την ειρωνική του διάθεση [16] και στα -κατά κανόνα στεγνά- κείμενα του Ξενοφώντα.
5. Θα χρειάζονταν εκατοντάδες σελίδων για να καταχωριστούν τα χωρία των κειμένων, όπου θριαμβεύει η σωκρατική ειρωνεία.
Νομίζω όμως ότι η περιπαικτική του διάθεση κορυφώνεται κατά τρόπο δραματικό, όσο και ανεπανάληπτα γοητευτικό, καθώς αποχαιρετίζει τους δικαστές του: Αλλά τώρα είναι -βέβαια- ώρα να πηγαίνουμε. Εγώ μεν στο θάνατο. Σεις δε στη ζωή. Όμως ποιοί από μας παίρνουν τον καλύτερο δρόμο, είναι άγνωστο σ' όλους, εκτός απ' το θεό [17].
---------------------------------
[1] Βλ. τον εύγλωττο τίτλο της περισπούδαστης μονογραφίας του Γρ. Βλαστού, Σωκράτης: ειρωνευτής και ηθικός φιλόσοφος.
[2] Πλάτων, Συμπόσιον, 216 e: ειρωνευόμενος δε και παίζων πάντα τον βίον προς τους ανθρώπους διατελεί. Πρβλ. και 218 d: και ούτος ακούσας μάλα ειρωνικώς και σφόδρα εαυτού τε και ειωθότως έλεξεν.
[3] J. Anton, ο.π. , Το διονυσιακό στοιχείο στους πλατωνικούς διαλόγους, σελ. 22.
[4] Πλάτων, Πρωταγόρας, 339 e: ειπών ουν [ο Πρωταγόρς] ταύτα πολλοίς θόρυβον παρέσχε και έπαινον των ακουόντων. Και εγώ το μεν πρώτον, ωσπερεί υπό αγαθού πύκτου πληγείς, εσκοτώθην τε και ιλιγγίασα ειπόντος αυτού ταύτα και των άλλων επιθορυβησάντων.
[5] Βλ. Πλάτωνα, Πρωταγόρας, 342 a - 343 c.
[6] Πλάτων, Πρωταγόρας, 348 b - c: και ο Πρωταγόρας αισχυνθείς, ως γ' εμοί έδοξε, τού τε Αλικβιάδου ταύτα λέγοντος και του Καλλία δεομένου και των άλλων σχεδόν τι των παρόντων, μόγις προυτράπετο εις το διαλέγεσθαι και εκέλευεν ερωτάν αυτόν ως αποκρινούμενος.
[7] Πλάτων, Πρωταγόρας, 348 c: Είπον δη εγώ. Ω Πρωταγόρα, μη οίου διαλέγεσθαί με σοι άλλο τι βουλόμενον ή ά αυτός απορώ εκάστοτε, ταύτα διασκέψασθαι.
[8] Πλάτων, Γοργίας, 458 a: εγώ ουν, εί μεν και σύ ει των ανθρώπων ώνπερ και εγώ, ηδέως άν σε διερωτώην. Ει δε μη, εώην αν. Εγώ δε τίνων ειμί; Των ηδέως μεν ελεγχθέντων, εί τι μη αληθές λέγω, ηδέως δ' αν ελεγξάντων, εί τις μη αληθές λέγει, ουκ αηδέστερον μεντάν ελεγχθέντων ή ελεγξάντων. Μείζον γαρ αυτό αγαθόν ηγούμαι, όσωπερ μείζον αγαθόν εστιν αυτόν απαλλαγήναι κακού μεγίστου ή άλλον απαλλάξαι.
[9] Πλάτων, Γοργίας, 473 b: το γαρ αληθές ουδέποτε ελέγχεται.
[10] Βλαστός, ο.π. σελ. 79.
[11] Πλάτων, Συμπόσιον, 216 c: εύ γαρ ίστε ότι ουδείς υμών τούτον γιγνώσκει.
[12] Πλάτων, Συμπόσιον, 216 d: σφόδρα γε, τούτο γαρ ούτος έξωθεν περιβέβληται, ώσπερ ο γεγλυμμένος Σιληνός. Ένδοθεν δε ανοιχθείς πόσης οίεσθε γέμει, ω άνδρες συμπόται, σωφροσύνης;
[13] Βλαστός, ο.π. σελ. 83.
[14] Στοβαίος, 2, 8, 29, 2: Σωκράτης έφη μεγίστην μεν αρχήν είναι την βασιλείαν, αρίστην δε το εαυτού άρχειν.
[15]Figal, ο.π. σελ. 61.
[16] Βλ. σχετικώς πιο πάνω, 9 - ο ερωτικός Σωκράτης.
[17] Πλάτων, Απολογία, 42: αλλά γάρ ηδη ώρα απιέναι, εμοί μεν αποθανουμένω, υμίν δε βιωσομένοις. Οπότεροι δε ημών έρχονται επί άμεινον πράγμα, άδηλον παντί πλήν ή τω θεώ.
2. Σε τί συνίστατο αυτή η σταθερή ειρωνική και περιπαικτική διάθεσή του;
(α) Θα 'λεγα, στο φιλικό χαμόγελο και τον εμφαντικό έπαινο, που επιστράτευε για να ενθαρρύνει το συνομιλητή του, πως τάχα ευγνωμόνως αποδέχεται όσες εκείνος μόλις είχε εκστομίσει ανοησίες. Για να επακολουθήσει -κατά κανόνα- το ακαριαίο χτύπημα, με την τεκμηριωμένη ανατροπή.
(β) Υπήρχαν όμως και φορές, που η ειρωνεία του έπαιρνε τη μορφή ζαβολιάς.
- Στα νεανικά χρόνια του, όταν πρωτοσυνάντησε τον Πρωταγόρα, περιζήτητο σοφιστή, που -με τη διδασκαλία του- φημιζόταν πως είχε συγκεντρώσει πλούτο μεγαλύτερο εκείνου του γλύπτη Φειδία, ο Σωκράτης εξομολογείται πως, όταν, στο πλαίσιο της συζήτησης που είχε με τον Πρωταγόρα, εκείνος έκανε μια εύστοχη παρατήρηση που ενθουσίασε τους ακροατές του, τόσο που τον χειροκρότησαν, ο Σωκράτης ένιωσε ταπεινωμένος [4] κι αντεπιτέθηκε με σοφίσματα [5]. Και δεν ησύχασε παρα μόνον όταν οι ακροατές τους είχαν πιά συνειδητοποιήσει τη δική του νίκη, ενώ ο Πρωταγόρας έδειξε να ντρέπεται και, κάτω από τις πιέσεις των παρόντων, με δυσκολία πήρε την απόφαση να συνεχίσει τη συζήτηση, με την παράκληση να τον ερωτά ο Σωκράτης κι εκείνος ν' απαντά [6]. Οπότε ο Σωκράτης άρχισε να προσποιείται, με τη γνωστή ειρωνική διάθεσή του, διαβεβαιώνοντας ότι εκείνος συζητεί με τον Πρωταγόρα μόνο και μόνο για να 'χει ευκαιρία να διερευνήσει ζητήματα, για τα οποία ο ίδιος κάποτε βρίσκεται τάχα σε απορία [7].
- Όμως τις περισσότερες φορές κατέφευγε σε ζαβολιές, με το να μετέχει στη φλυαρία των σοφιστών, με δικές του σοφιστικές ανακολουθίες. Αναμένοντας από το συνομιλητή του να δείξει, αν όχι πιά πως είναι κάτοχος της γνώσης, τουλάχιστον πως έχει την ευφυΐα να εντοπίσει τις παγίδες που εκείνος του έστηνε και ν' αποκαλύψει τη λογική ανακολουθία τους.
Προς αυτήν τη δεύτερη κατεύθυνση της ειρωνείας του, κάποτε, είπε στο Γοργία μ' εξομολογητική επιθετικότητα: αν θα 'σουν απ' τη δική μου πάστα ανθρώπου, με πολλή χαρά θ' ανέμενα να με ρωτάς εσύ. Ειδεμή παράτα με. Και ποιάς πάστας άνθρωπος είμ' εγώ; Χαίρω να με ελέγχουν, αν τολμώ να ξεστομίζω αναλήθειες. Όμοια όπως και γλεντώ να ελέγχω εκείνους που μου σερβίρουν ανοησίες. Και μάλιστα χαίρω να μ' ελέγχουν παρά να ελέγχω τους άλλους. Γιατ' είναι πρόδηλο πως έχει μεγαλύτερη αξία το να σ' απαλλάσσουν από τις πλάνες σου, αντί του ν' απαλλάσσεις σύ άλλους [8].
Μ' άλλα λόγια, ο Σωκράτης πίστευε ότι η αλήθεια ποτέ δεν μπορεί να νικηθεί στο πλαίσιο οποιουδήποτε ελέγχου [9]. Και όργανο γι' αυτόν το θρίαμβό της δεν είναι μόνον η μαιευτική του μέθοδος, αλλά και η ειρωνεία, με τις δυό προαναφερόμενες κατευθύνσεις της.
3. Είναι φανερό πως, με την ειρωνεία του, ο Σωκράτης έκρυβε τις πραγματικές σκέψεις και διαθέσεις του κάτω από μια μάσκα [10]. Ο Αλκιβιάδης τονίζει τούτο μ' έμφαση: βάλτε το καλά μέσ' στην καρδιά σας, πως κανένας σας δεν τον ξέρει πραγματικά [11]. Και τούτο, γιατί στην εξωτερική εμφάνιση παρουσιάζεται σαν ευτράπελος Σιληνός. Ενώ μέσα του πλημμυρίζει η σωφροσύνη [12].
Ο Βλαστός εύστοχα προωθεί αυτήν την παρατήρηση του Αλκιβιάδη έν' αποφασιστικό βήμα πιο πέρα: μέσα του ο Σωκράτης δεν είχε μόνον ακαταμάχητη σωφροσύνη. Πολύ περισσότερο τον πλημμύριζε μέσα του η ευδαιμονία της επίγνωσης πως ήταν κύριος αυτής της σωφροσύνης [13]. Αυτή άλλωστε η ικανότητά του να είναι κάποιος κυρίαρχος του εαυτού του, ήταν για 'κείνον η άριστη μορφή εξουσίας [14]. Να υποτάσσει τις αυθόρμητες ροπές του και κάθε επιθυμία του στη δύναμη της σωφροσύνης.
4. Έχει παρατηρηθεί ότι τον ειρωνικό Σωκράτη συναντούμε μόνο στα πλατωνικά κείμενα. Όχι και σ' εκείνα του Ξενοφώντα [15]. Η παρατήρηση όμως δεν είναι ιδιαιτέρως πειστική. Ο διάλογος που φέρεται να διεξάγει ο Σωκράτης με τη Θεοδότη, στ' Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, επιβεβαιώνει την ειρωνική του διάθεση [16] και στα -κατά κανόνα στεγνά- κείμενα του Ξενοφώντα.
5. Θα χρειάζονταν εκατοντάδες σελίδων για να καταχωριστούν τα χωρία των κειμένων, όπου θριαμβεύει η σωκρατική ειρωνεία.
Νομίζω όμως ότι η περιπαικτική του διάθεση κορυφώνεται κατά τρόπο δραματικό, όσο και ανεπανάληπτα γοητευτικό, καθώς αποχαιρετίζει τους δικαστές του: Αλλά τώρα είναι -βέβαια- ώρα να πηγαίνουμε. Εγώ μεν στο θάνατο. Σεις δε στη ζωή. Όμως ποιοί από μας παίρνουν τον καλύτερο δρόμο, είναι άγνωστο σ' όλους, εκτός απ' το θεό [17].
---------------------------------
[1] Βλ. τον εύγλωττο τίτλο της περισπούδαστης μονογραφίας του Γρ. Βλαστού, Σωκράτης: ειρωνευτής και ηθικός φιλόσοφος.
[2] Πλάτων, Συμπόσιον, 216 e: ειρωνευόμενος δε και παίζων πάντα τον βίον προς τους ανθρώπους διατελεί. Πρβλ. και 218 d: και ούτος ακούσας μάλα ειρωνικώς και σφόδρα εαυτού τε και ειωθότως έλεξεν.
[3] J. Anton, ο.π. , Το διονυσιακό στοιχείο στους πλατωνικούς διαλόγους, σελ. 22.
[4] Πλάτων, Πρωταγόρας, 339 e: ειπών ουν [ο Πρωταγόρς] ταύτα πολλοίς θόρυβον παρέσχε και έπαινον των ακουόντων. Και εγώ το μεν πρώτον, ωσπερεί υπό αγαθού πύκτου πληγείς, εσκοτώθην τε και ιλιγγίασα ειπόντος αυτού ταύτα και των άλλων επιθορυβησάντων.
[5] Βλ. Πλάτωνα, Πρωταγόρας, 342 a - 343 c.
[6] Πλάτων, Πρωταγόρας, 348 b - c: και ο Πρωταγόρας αισχυνθείς, ως γ' εμοί έδοξε, τού τε Αλικβιάδου ταύτα λέγοντος και του Καλλία δεομένου και των άλλων σχεδόν τι των παρόντων, μόγις προυτράπετο εις το διαλέγεσθαι και εκέλευεν ερωτάν αυτόν ως αποκρινούμενος.
[7] Πλάτων, Πρωταγόρας, 348 c: Είπον δη εγώ. Ω Πρωταγόρα, μη οίου διαλέγεσθαί με σοι άλλο τι βουλόμενον ή ά αυτός απορώ εκάστοτε, ταύτα διασκέψασθαι.
[8] Πλάτων, Γοργίας, 458 a: εγώ ουν, εί μεν και σύ ει των ανθρώπων ώνπερ και εγώ, ηδέως άν σε διερωτώην. Ει δε μη, εώην αν. Εγώ δε τίνων ειμί; Των ηδέως μεν ελεγχθέντων, εί τι μη αληθές λέγω, ηδέως δ' αν ελεγξάντων, εί τις μη αληθές λέγει, ουκ αηδέστερον μεντάν ελεγχθέντων ή ελεγξάντων. Μείζον γαρ αυτό αγαθόν ηγούμαι, όσωπερ μείζον αγαθόν εστιν αυτόν απαλλαγήναι κακού μεγίστου ή άλλον απαλλάξαι.
[9] Πλάτων, Γοργίας, 473 b: το γαρ αληθές ουδέποτε ελέγχεται.
[10] Βλαστός, ο.π. σελ. 79.
[11] Πλάτων, Συμπόσιον, 216 c: εύ γαρ ίστε ότι ουδείς υμών τούτον γιγνώσκει.
[12] Πλάτων, Συμπόσιον, 216 d: σφόδρα γε, τούτο γαρ ούτος έξωθεν περιβέβληται, ώσπερ ο γεγλυμμένος Σιληνός. Ένδοθεν δε ανοιχθείς πόσης οίεσθε γέμει, ω άνδρες συμπόται, σωφροσύνης;
[13] Βλαστός, ο.π. σελ. 83.
[14] Στοβαίος, 2, 8, 29, 2: Σωκράτης έφη μεγίστην μεν αρχήν είναι την βασιλείαν, αρίστην δε το εαυτού άρχειν.
[15]Figal, ο.π. σελ. 61.
[16] Βλ. σχετικώς πιο πάνω, 9 - ο ερωτικός Σωκράτης.
[17] Πλάτων, Απολογία, 42: αλλά γάρ ηδη ώρα απιέναι, εμοί μεν αποθανουμένω, υμίν δε βιωσομένοις. Οπότεροι δε ημών έρχονται επί άμεινον πράγμα, άδηλον παντί πλήν ή τω θεώ.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ
ΠΛ Πολιτ 274e–275e
Ο Ξένος υποστήριξε ότι η ζωή κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κρόνου (βλ. σχετικά και ΠΛ Πολιτ 271a–272b) ήταν ευτυχέστερη για τους ανθρώπους σε σχέση με τη ζωή όσων έζησαν και ζουν κατά τη βασιλεία του Δία, καθώς τους κυβερνούσαν οι ίδιοι οι θεοί και έτσι οι τότε άνθρωποι, απαλλαγμένοι από την ανάγκη της επιβίωσης, επιδίδονταν στη φιλοσοφία. Στη συνέχεια, όμως, αναγκάστηκαν να επιβιώσουν σε ένα εχθρικό φυσικό περιβάλλον, κάτι που έγινε τελικά εφικτό χάρη στην παρέμβαση του Προμηθέα ή στις προσφορές διάφορων θεών. Τελειώνοντας τον μύθο για τη ζωή των ανθρώπων κατά την προηγούμενη κυκλική περιφορά της γης, οπότε βασίλευε ο Κρόνος, ο Ξένος επισήμανε ότι είχαν κάνει ένα λάθος.
ΝΕ. ΣΩ. Πῶς οὖν καὶ πόσον ἁμάρτημα φῂς εἶναι γεγονὸς
ἡμῖν;
ΞΕ. Τῇ μὲν βραχύτερον, τῇ δὲ μάλα γενναῖον καὶ πολλῷ
μεῖζον καὶ πλέον ἢ τότε.
ΝΕ. ΣΩ. Πῶς;
ΞΕ. Ὅτι μὲν ἐρωτώμενοι τὸν ἐκ τῆς νῦν περιφορᾶς καὶ
γενέσεως βασιλέα καὶ πολιτικὸν τὸν ἐκ τῆς ἐναντίας περιόδου
[275a] ποιμένα τῆς τότε ἀνθρωπίνης ἀγέλης εἴπομεν, καὶ ταῦτα θεὸν
ἀντὶ θνητοῦ, ταύτῃ μὲν πάμπολυ παρηνέχθημεν· ὅτι δὲ
συμπάσης τῆς πόλεως ἄρχοντα αὐτὸν ἀπεφήναμεν, ὅντινα
δὲ τρόπον οὐ διείπομεν, ταύτῃ δὲ αὖ τὸ μὲν λεχθὲν ἀληθές,
οὐ μὴν ὅλον γε οὐδὲ σαφὲς ἐρρήθη, διὸ καὶ βραχύτερον ἢ
κατ’ ἐκεῖνο ἡμαρτήκαμεν.
ΝΕ. ΣΩ. Ἀληθῆ.
ΞΕ. Δεῖ τοίνυν τὸν τρόπον, ὡς ἔοικε, διορίσαντας τῆς
ἀρχῆς τῆς πόλεως οὕτω τελέως τὸν πολιτικὸν ἡμῖν εἰρῆσθαι
προσδοκᾶν.
ΝΕ. ΣΩ. Καλῶς.
[275b] ΞΕ. Διὰ ταῦτα μὴν καὶ τὸν μῦθον παρεθέμεθα, ἵνα ἐν
δείξαιτο περὶ τῆς ἀγελαιοτροφίας μὴ μόνον ὡς πάντες αὐτῆς
ἀμφισβητοῦσι τῷ ζητουμένῳ τὰ νῦν, ἀλλὰ κἀκεῖνον αὐτὸν
ἐναργέστερον ἴδοιμεν, ὃν προσήκει μόνον κατὰ τὸ παράδειγμα
ποιμένων τε καὶ βουκόλων τῆς ἀνθρωπίνης ἐπιμέλειαν ἔχοντα
τροφῆς τούτου μόνον ἀξιωθῆναι τοῦ προσρήματος.
ΝΕ. ΣΩ. Ὀρθῶς.
ΞΕ. Οἶμαι δέ γ’, ὦ Σώκρατες, τοῦτο μὲν ἔτι μεῖζον ἢ
[275c] κατὰ βασιλέα εἶναι τὸ σχῆμα τὸ τοῦ θείου νομέως, τοὺς δ’
ἐνθάδε νῦν ὄντας πολιτικοὺς τοῖς ἀρχομένοις ὁμοίους τε
εἶναι μᾶλλον πολὺ τὰς φύσεις καὶ παραπλησιαίτερον παιδείας
μετειληφέναι καὶ τροφῆς.
ΝΕ. ΣΩ. Πάντως που.
ΞΕ. Ζητητέοι γε μὴν οὐδὲν ἂν εἴησαν οὔθ’ ἧττον οὔτε
μᾶλλον, εἴθ’ οὕτως εἴτ’ ἐκείνως πεφύκασιν.
ΝΕ. ΣΩ. Πῶς γὰρ οὔ;
ΞΕ. Τῇδε δὴ πάλιν ἐπανέλθωμεν. ἣν γὰρ ἔφαμεν αὐτ-
επιτακτικὴν μὲν εἶναι τέχνην ἐπὶ ζῴοις, οὐ μὴν ἰδίᾳ γε ἀλλὰ
[275d] κοινῇ τὴν ἐπιμέλειαν ἔχουσαν, καὶ προσείπομεν δὴ τότε εὐθὺς
ἀγελαιοτροφικήν ―μέμνησαι γάρ;
ΝΕ. ΣΩ. Ναί.
ΞΕ. Ταύτης τοίνυν πῃ διημαρτάνομεν. τὸν γὰρ πολιτικὸν
οὐδαμοῦ συνελάβομεν οὐδ’ ὠνομάσαμεν, ἀλλ’ ἡμᾶς ἔλαθεν κατὰ
τὴν ὀνομασίαν ἐκφυγών.
ΝΕ. ΣΩ. Πῶς;
ΞΕ. Τοῦ τὰς ἀγέλας ἑκάστας τρέφειν τοῖς μὲν ἄλλοις
που πᾶσι μέτεστι νομεῦσι, τῷ πολιτικῷ δὲ οὐ μετὸν ἐπηνέγ-
[275e] καμεν τοὔνομα, δέον τῶν κοινῶν ἐπενεγκεῖν τι σύμπασιν.
ΝΕ. ΣΩ. Ἀληθῆ λέγεις, εἴπερ ἐτύγχανέ γε ὄν.
ΞΕ. Πῶς δ’ οὐκ ἦν τό γε θεραπεύειν που πᾶσι κοινόν,
μηδὲν διορισθείσης τροφῆς μηδέ τινος ἄλλης πραγματείας;
ἀλλ’ ἤ τινα ἀγελαιοκομικὴν ἢ θεραπευτικὴν ἢ καί τινα
ἐπιμελητικὴν αὐτὴν ὀνομάσασιν ὡς κατὰ πάντων ἐξῆν περι-
καλύπτειν καὶ τὸν πολιτικὸν ἅμα τοῖς ἄλλοις, ἐπειδὴ δεῖν
τοῦτ’ ἐσήμαινεν ὁ λόγος.
ΠΛ Πολιτ 274e–275e
Τα συμπεράσματα της μυθικής διδαχής: λόγος περί πολιτικού–ποιμένα
Ο Ξένος υποστήριξε ότι η ζωή κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Κρόνου (βλ. σχετικά και ΠΛ Πολιτ 271a–272b) ήταν ευτυχέστερη για τους ανθρώπους σε σχέση με τη ζωή όσων έζησαν και ζουν κατά τη βασιλεία του Δία, καθώς τους κυβερνούσαν οι ίδιοι οι θεοί και έτσι οι τότε άνθρωποι, απαλλαγμένοι από την ανάγκη της επιβίωσης, επιδίδονταν στη φιλοσοφία. Στη συνέχεια, όμως, αναγκάστηκαν να επιβιώσουν σε ένα εχθρικό φυσικό περιβάλλον, κάτι που έγινε τελικά εφικτό χάρη στην παρέμβαση του Προμηθέα ή στις προσφορές διάφορων θεών. Τελειώνοντας τον μύθο για τη ζωή των ανθρώπων κατά την προηγούμενη κυκλική περιφορά της γης, οπότε βασίλευε ο Κρόνος, ο Ξένος επισήμανε ότι είχαν κάνει ένα λάθος.
ΝΕ. ΣΩ. Πῶς οὖν καὶ πόσον ἁμάρτημα φῂς εἶναι γεγονὸς
ἡμῖν;
ΞΕ. Τῇ μὲν βραχύτερον, τῇ δὲ μάλα γενναῖον καὶ πολλῷ
μεῖζον καὶ πλέον ἢ τότε.
ΝΕ. ΣΩ. Πῶς;
ΞΕ. Ὅτι μὲν ἐρωτώμενοι τὸν ἐκ τῆς νῦν περιφορᾶς καὶ
γενέσεως βασιλέα καὶ πολιτικὸν τὸν ἐκ τῆς ἐναντίας περιόδου
[275a] ποιμένα τῆς τότε ἀνθρωπίνης ἀγέλης εἴπομεν, καὶ ταῦτα θεὸν
ἀντὶ θνητοῦ, ταύτῃ μὲν πάμπολυ παρηνέχθημεν· ὅτι δὲ
συμπάσης τῆς πόλεως ἄρχοντα αὐτὸν ἀπεφήναμεν, ὅντινα
δὲ τρόπον οὐ διείπομεν, ταύτῃ δὲ αὖ τὸ μὲν λεχθὲν ἀληθές,
οὐ μὴν ὅλον γε οὐδὲ σαφὲς ἐρρήθη, διὸ καὶ βραχύτερον ἢ
κατ’ ἐκεῖνο ἡμαρτήκαμεν.
ΝΕ. ΣΩ. Ἀληθῆ.
ΞΕ. Δεῖ τοίνυν τὸν τρόπον, ὡς ἔοικε, διορίσαντας τῆς
ἀρχῆς τῆς πόλεως οὕτω τελέως τὸν πολιτικὸν ἡμῖν εἰρῆσθαι
προσδοκᾶν.
ΝΕ. ΣΩ. Καλῶς.
[275b] ΞΕ. Διὰ ταῦτα μὴν καὶ τὸν μῦθον παρεθέμεθα, ἵνα ἐν
δείξαιτο περὶ τῆς ἀγελαιοτροφίας μὴ μόνον ὡς πάντες αὐτῆς
ἀμφισβητοῦσι τῷ ζητουμένῳ τὰ νῦν, ἀλλὰ κἀκεῖνον αὐτὸν
ἐναργέστερον ἴδοιμεν, ὃν προσήκει μόνον κατὰ τὸ παράδειγμα
ποιμένων τε καὶ βουκόλων τῆς ἀνθρωπίνης ἐπιμέλειαν ἔχοντα
τροφῆς τούτου μόνον ἀξιωθῆναι τοῦ προσρήματος.
ΝΕ. ΣΩ. Ὀρθῶς.
ΞΕ. Οἶμαι δέ γ’, ὦ Σώκρατες, τοῦτο μὲν ἔτι μεῖζον ἢ
[275c] κατὰ βασιλέα εἶναι τὸ σχῆμα τὸ τοῦ θείου νομέως, τοὺς δ’
ἐνθάδε νῦν ὄντας πολιτικοὺς τοῖς ἀρχομένοις ὁμοίους τε
εἶναι μᾶλλον πολὺ τὰς φύσεις καὶ παραπλησιαίτερον παιδείας
μετειληφέναι καὶ τροφῆς.
ΝΕ. ΣΩ. Πάντως που.
ΞΕ. Ζητητέοι γε μὴν οὐδὲν ἂν εἴησαν οὔθ’ ἧττον οὔτε
μᾶλλον, εἴθ’ οὕτως εἴτ’ ἐκείνως πεφύκασιν.
ΝΕ. ΣΩ. Πῶς γὰρ οὔ;
ΞΕ. Τῇδε δὴ πάλιν ἐπανέλθωμεν. ἣν γὰρ ἔφαμεν αὐτ-
επιτακτικὴν μὲν εἶναι τέχνην ἐπὶ ζῴοις, οὐ μὴν ἰδίᾳ γε ἀλλὰ
[275d] κοινῇ τὴν ἐπιμέλειαν ἔχουσαν, καὶ προσείπομεν δὴ τότε εὐθὺς
ἀγελαιοτροφικήν ―μέμνησαι γάρ;
ΝΕ. ΣΩ. Ναί.
ΞΕ. Ταύτης τοίνυν πῃ διημαρτάνομεν. τὸν γὰρ πολιτικὸν
οὐδαμοῦ συνελάβομεν οὐδ’ ὠνομάσαμεν, ἀλλ’ ἡμᾶς ἔλαθεν κατὰ
τὴν ὀνομασίαν ἐκφυγών.
ΝΕ. ΣΩ. Πῶς;
ΞΕ. Τοῦ τὰς ἀγέλας ἑκάστας τρέφειν τοῖς μὲν ἄλλοις
που πᾶσι μέτεστι νομεῦσι, τῷ πολιτικῷ δὲ οὐ μετὸν ἐπηνέγ-
[275e] καμεν τοὔνομα, δέον τῶν κοινῶν ἐπενεγκεῖν τι σύμπασιν.
ΝΕ. ΣΩ. Ἀληθῆ λέγεις, εἴπερ ἐτύγχανέ γε ὄν.
ΞΕ. Πῶς δ’ οὐκ ἦν τό γε θεραπεύειν που πᾶσι κοινόν,
μηδὲν διορισθείσης τροφῆς μηδέ τινος ἄλλης πραγματείας;
ἀλλ’ ἤ τινα ἀγελαιοκομικὴν ἢ θεραπευτικὴν ἢ καί τινα
ἐπιμελητικὴν αὐτὴν ὀνομάσασιν ὡς κατὰ πάντων ἐξῆν περι-
καλύπτειν καὶ τὸν πολιτικὸν ἅμα τοῖς ἄλλοις, ἐπειδὴ δεῖν
τοῦτ’ ἐσήμαινεν ὁ λόγος.
***
ΝΕ. ΣΩ. Πού λοιπόν είναι αυτό το σφάλμα που έχομε κάνει και ποια είναι η σπουδαιότητά του;
ΞΕ. Σ' ένα μέρος μικρότερο και σ' άλλο πολύ σπουδαίο και πολύ μεγάλο και σοβαρότερο από τότε.
ΝΕ. ΣΩ. Πώς;
ΞΕ. Να! Όταν μας ζητούσαν να ορίσουμε βασιλιά και τον πολιτικό της τωρινής κυκλικής περιφοράς και γενέσεως και είπαμε τον από την αντίθετη περίοδο ποιμένα, που κυβερνούσε την τότε ανθρώπινη αγέλη, και μάλιστα θεό και όχι θνητό, πέσαμε σε πολύ μεγάλη πλάνη. Όταν όμως τον παρουσιάσαμε σαν άρχοντα ολόκληρης της πόλεως, χωρίς να πούμε ωρισμένως κατά ποιόν τρόπο είναι τέτοιος, τότε πάλι εκείνο που είπαμε ήταν αληθινό, δεν ήταν όμως η αλήθεια ολόκληρη και καθαρή, γι' αυτό και το τελευταίο σφάλμα μας ήταν μικρότερο από το πρώτο.
ΝΕ. ΣΩ. Αλήθεια.
ΞΕ. Πρέπει λοιπόν, καθώς φαίνεται, αφού ωρίσαμε τον τρόπο της εξουσίας που ασκεί ο πολιτικός στην πόλη, να ελπίζουμε ότι έχουμε δώσει γι' αυτόν ένα τέλειο ορισμό.
ΝΕ. ΣΩ. Είναι αλήθεια.
ΞΕ. Γι' αυτό λοιπόν παραθέσαμε και το μύθο, για να δείξουμε ότι όχι μόνο όλοι διαφιλονικούν προς τον ζητούμενον (βασιλικόν τύπον) τον τίτλον του τροφού της αγέλης, άλλα για να ιδούμε και καθαρώτερα αυτόν τον ίδιο (τον βασιλέα) που, αφού κατά το παράδειγμα των βοσκών και των βουκόλων, φροντίζει να τρέφη το ανθρώπινο ποίμνιο του, μόνος αξίζει να τιμηθή με παρόμοιο τίτλο.
ΝΕ. ΣΩ. Σωστά.
ΞΕ. Νομίζω, Σωκράτη, ότι αυτή η μορφή του θείου ποιμένα είναι ακόμη πολύ υψηλή για ένα βασιλιά και ότι οι εδώ τώρα βρισκόμενοι πολιτικοί μας μοιάζουν περισσότερο με τους υπηκόους τους κατά τη γέννηση τους και είναι σχεδόν παρόμοιοι με τα μαθήματα και την αγωγή που έχουν πάρει.
ΝΕ. ΣΩ. Χωρίς άλλο, νομίζω.
ΞΕ. Δε θα μπορούσαν να εξετασθούν από μας ούτε λιγώτερο ούτε περισσότερο, είτε έτσι είτε αλλιώς έχουν γεννηθή.
ΝΕ. ΣΩ. Πώς όχι;
ΞΕ. Ας επανέλθουμε πάλι στην πρώτη μας συζήτηση. Αυτή η τέχνη για την οποία μιλήσαμε ότι έχει στα ζώα μια δύναμη απόλυτη και φροντίζει γι' αυτά όχι ατομικά αλλά για όλα μαζί και που την καλέσαμε τότε αμέσως : τέχνη που τρέφει τις αγέλες ― το θυμάσαι;
ΝΕ. ΣΩ. Μάλιστα.
ΞΕ. Σ' αυτή λοιπόν κάπως κάναμε λάθος. Γιατί τον πολιτικό πουθενά δεν τον περιλάβαμε στην ομιλία μας ούτε διατυπώσαμε τ' όνομά του, αλλά μας ξέφυγε χωρίς να λάβουμε τα μέτρα μας τότε που πιστεύαμε πως τον ωνομάσαμε.
ΝΕ. ΣΩ. Πώς;
ΞΕ. Στο να τρέφουν τις αγέλες τους μετέχουν νομίζω όλοι οι άλλοι ποιμένες, αλλά στον πολιτικό αποδώσαμε το όνομα, αν και δεν μετέχη, ενώ θα έπρεπε να δώσουμε σε όλους συγχρόνως κάποιο από τα κοινά ονόματα.
ΝΕ. ΣΩ. Σωστά, αν τύχαινε να υπάρχη ένα.
ΞΕ. Πως δεν τους ήταν κοινή, νομίζω, σε όλους η ενέργεια να λαβαίνουν πρόνοια, ενώ δεν τη διακρίναμε ούτε σαν τροφή ούτε σαν κάποια άλλη απασχόληση; Αλλά μιλώντας για την τέχνη που ασχολείται με τις αγέλες ή τις περιποιείται ή έχει κάποιαν άλλη φροντίδα γι' αυτές, είχαμε ένα ορισμό κατάλληλο να καλύψουμε τον πολιτικό μαζί με όλους τους άλλους αντιπάλους του, επειδή ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός της έρευνάς μας.
ΝΕ. ΣΩ. Πού λοιπόν είναι αυτό το σφάλμα που έχομε κάνει και ποια είναι η σπουδαιότητά του;
ΞΕ. Σ' ένα μέρος μικρότερο και σ' άλλο πολύ σπουδαίο και πολύ μεγάλο και σοβαρότερο από τότε.
ΝΕ. ΣΩ. Πώς;
ΞΕ. Να! Όταν μας ζητούσαν να ορίσουμε βασιλιά και τον πολιτικό της τωρινής κυκλικής περιφοράς και γενέσεως και είπαμε τον από την αντίθετη περίοδο ποιμένα, που κυβερνούσε την τότε ανθρώπινη αγέλη, και μάλιστα θεό και όχι θνητό, πέσαμε σε πολύ μεγάλη πλάνη. Όταν όμως τον παρουσιάσαμε σαν άρχοντα ολόκληρης της πόλεως, χωρίς να πούμε ωρισμένως κατά ποιόν τρόπο είναι τέτοιος, τότε πάλι εκείνο που είπαμε ήταν αληθινό, δεν ήταν όμως η αλήθεια ολόκληρη και καθαρή, γι' αυτό και το τελευταίο σφάλμα μας ήταν μικρότερο από το πρώτο.
ΝΕ. ΣΩ. Αλήθεια.
ΞΕ. Πρέπει λοιπόν, καθώς φαίνεται, αφού ωρίσαμε τον τρόπο της εξουσίας που ασκεί ο πολιτικός στην πόλη, να ελπίζουμε ότι έχουμε δώσει γι' αυτόν ένα τέλειο ορισμό.
ΝΕ. ΣΩ. Είναι αλήθεια.
ΞΕ. Γι' αυτό λοιπόν παραθέσαμε και το μύθο, για να δείξουμε ότι όχι μόνο όλοι διαφιλονικούν προς τον ζητούμενον (βασιλικόν τύπον) τον τίτλον του τροφού της αγέλης, άλλα για να ιδούμε και καθαρώτερα αυτόν τον ίδιο (τον βασιλέα) που, αφού κατά το παράδειγμα των βοσκών και των βουκόλων, φροντίζει να τρέφη το ανθρώπινο ποίμνιο του, μόνος αξίζει να τιμηθή με παρόμοιο τίτλο.
ΝΕ. ΣΩ. Σωστά.
ΞΕ. Νομίζω, Σωκράτη, ότι αυτή η μορφή του θείου ποιμένα είναι ακόμη πολύ υψηλή για ένα βασιλιά και ότι οι εδώ τώρα βρισκόμενοι πολιτικοί μας μοιάζουν περισσότερο με τους υπηκόους τους κατά τη γέννηση τους και είναι σχεδόν παρόμοιοι με τα μαθήματα και την αγωγή που έχουν πάρει.
ΝΕ. ΣΩ. Χωρίς άλλο, νομίζω.
ΞΕ. Δε θα μπορούσαν να εξετασθούν από μας ούτε λιγώτερο ούτε περισσότερο, είτε έτσι είτε αλλιώς έχουν γεννηθή.
ΝΕ. ΣΩ. Πώς όχι;
ΞΕ. Ας επανέλθουμε πάλι στην πρώτη μας συζήτηση. Αυτή η τέχνη για την οποία μιλήσαμε ότι έχει στα ζώα μια δύναμη απόλυτη και φροντίζει γι' αυτά όχι ατομικά αλλά για όλα μαζί και που την καλέσαμε τότε αμέσως : τέχνη που τρέφει τις αγέλες ― το θυμάσαι;
ΝΕ. ΣΩ. Μάλιστα.
ΞΕ. Σ' αυτή λοιπόν κάπως κάναμε λάθος. Γιατί τον πολιτικό πουθενά δεν τον περιλάβαμε στην ομιλία μας ούτε διατυπώσαμε τ' όνομά του, αλλά μας ξέφυγε χωρίς να λάβουμε τα μέτρα μας τότε που πιστεύαμε πως τον ωνομάσαμε.
ΝΕ. ΣΩ. Πώς;
ΞΕ. Στο να τρέφουν τις αγέλες τους μετέχουν νομίζω όλοι οι άλλοι ποιμένες, αλλά στον πολιτικό αποδώσαμε το όνομα, αν και δεν μετέχη, ενώ θα έπρεπε να δώσουμε σε όλους συγχρόνως κάποιο από τα κοινά ονόματα.
ΝΕ. ΣΩ. Σωστά, αν τύχαινε να υπάρχη ένα.
ΞΕ. Πως δεν τους ήταν κοινή, νομίζω, σε όλους η ενέργεια να λαβαίνουν πρόνοια, ενώ δεν τη διακρίναμε ούτε σαν τροφή ούτε σαν κάποια άλλη απασχόληση; Αλλά μιλώντας για την τέχνη που ασχολείται με τις αγέλες ή τις περιποιείται ή έχει κάποιαν άλλη φροντίδα γι' αυτές, είχαμε ένα ορισμό κατάλληλο να καλύψουμε τον πολιτικό μαζί με όλους τους άλλους αντιπάλους του, επειδή ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός της έρευνάς μας.
Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2024
Άγια καθάρματα: Ο απατεώνας Μέγας και Άγιος Φώτιος
Σκηνές από τη βυζαντινή ιλαροτραγωδία
Ο άγιος Μέγας Φώτιος, παλατιανός πρωτοσπαθάριος, άνδρας από βασιλική γενιά και ανιψιός του παλιότερου πατριάρχη άγιου Ταράσιου (σκεύους εκλογής της παιδοκτόνου αγίας Ειρήνης της Αθηναίας), ανέβηκε δυο φορές (858-867, 877-886) στον πατριαρχικό θρόνο. Την πρώτη φορά τα κατάφερε με την εύνοια του ακόλαστου Καίσαρα Βάρδα, εκθρονίζοντας τον πατριάρχη άγιο Ιγνάτιο, αφού διεξήλθε σε έξι ημέρες, όπως και ο αισχρός θείος του, όλες τις ιερατικές βαθμίδες. Θα αρκούσαν αυτά (βαρύνεται με πολλά ακόμη), δηλαδή η διακωμώδηση του “μυστηρίου” της ιεροσύνης, η με ευθύνη του επέμβαση της κοσμικής εξουσίας στα εκκλησιαστικά και ο σφετερισμός, για να τον κατατάξει η εκκλησιαστική Ιστορία στα ιερά σκουπίδια. Όμως τιμάται ως Άγιος και Μέγας μαζί με δεκάδες όμοιούς του ή και πολύ χειρότερους, χωρίς να νιώθει σήμερα κανένα μέλος ή αξιωματούχος της κρατικής Εκκλησίας την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτό, αν και κατά το Κανονικό Δίκαιο είναι το λιγότερο ένας ‘μοιχεπιβάτης’ του πατριαρχικού θρόνου, που τον κατέλαβε με μπαμπεσιά.
Ο παραδυναστεύων Βάρδας, δεξί χέρι του ανιψιού του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ του μέθυσου, του έκφυλου γιού της αδελφής του της μέγαιρας αγίας Θεοδώρας, θέλησε να την ξεφορτωθεί κλείνοντάς την σε μοναστήρι. Ο άγιος Ιγνάτιος, γιός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄, ευνουχισμένος από πολύ νέος από το διάδοχο του πατέρα του Λέοντα τον Αρμένιο για να εξουδετερωθεί ως δικαιούχος του βασιλικού θρόνου, αρνήθηκε, γι’ αυτό ο Βάρδας καιροφυλακτούσε εναντίον του. Στα Θεοφάνεια ο Ιγνάτιος δεν του χορήγησε τη θεία κοινωνία, όχι για τις ατελείωτες κακουργίες του, αλλά επειδή συζούσε με τη γυναίκα του γιου του, αφού στην υποκριτική ηθική των παπάδων, οι κρεβατοκάμαρες έχουν τον πρώτο και σχεδόν μοναδικό λόγο, μαζί με την κατηγορία της «αίρεσης». Ο πατριάρχης εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα, που πείστηκε από τον Βάρδα πως συνωμοτούσε μαζί με την μάνα του εναντίον του. Ο Βάρδας ήταν ήδη συνεννοημένος με τον αρρωστημένα φιλόδοξο Φώτιο και μεθόδευσε με πονηριές, πιέσεις και ψεύτικα ταξίματα την ψήφισή του από τους Αρχιερείς, ακόμη κι από αυτούς που υποστήριζαν τον Ιγνάτιο. Πρόκειται για μια ακόμη πονηρή μεθόδευση, που διεκδικεί τη θέση της στα εκτεταμένα Άπαντα των ευρηματικών αθλιοτήτων της εκάστοτε πατριαρχικής εκλογής, που σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε ομαλή. Το έσχατο πρόσχημα των ενδοτικών Αρχιερέων, η υπογραφή από το Φώτιο δήλωσης πως θα σεβαστεί τον ξεπεσμένο Ιγνάτιο, έπεσε όταν ο νέος πατριάρχης κατάφερε να εξαφανίσει το χαρτί και μαζί του και τις υποσχέσεις του. Ο Φώτιος στο μεταξύ μέσα σε λίγες μέρες είχε χριστεί διαδοχικά καλόγερος, αναγνώστης, υποδιάκος, διάκος, παπάς και περίμενε ανυπόμονος την ψήφο της Συνόδου, που του δόθηκε τελικά μετά και από αυτοκρατορικούς ελιγμούς και ο αθεόφοβος έγινε επίσκοπος και πατριάρχης ανήμερα τα Χριστούγεννα, το ίδιο ταχύτατα με το θείο του τον άγιο Ταράσιο, το άθλιο προηγούμενο του οποίου καθώς και αυτό του μιμητή και διαδόχου του Νικηφόρου Α΄, που άνοιξαν το δρόμο σε υπερταχείες χειροτονίες, επικαλέστηκε απαντώντας στον έλεγχο του πάπα, αφού πρώτα είχε κάνει το δύσκολο, γράφοντας πως δήθεν θεωρεί τον εαυτό του «ανάξιον» «και του αρχιερατικού βαθμού και της ποιμαντικής εγχειρήσεως». Καρφί δεν του καιγόταν πως με την τρίτη επανάληψη αυτής της καθεστωτικής ασχήμιας μέσα σε τόσο σύντομο χρόνο, εξαχρειωνόταν η πατριαρχική αξία και τα όποια λείψανα της αυτονομίας της Εκκλησίας και έμπαιναν στον ίδιο πειρασμό και οι μελλοντικοί μονάρχες. Mάλιστα γνώριζε ότι δυο εξέχοντες ηγούμενοι του Στουδίου, οι όσιοι Πλάτων και Θεόδωρος ο Ομολογητής, όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος διόρισε πατριάρχη το λαϊκό Νικηφόρο απείλησαν με σχίσμα και αντέταξαν «το μη δειν από λαϊκών αθρόως εις επισκοπήν ανατρέχειν», κινδυνεύοντας να τιμωρηθούν για την αποκοτιά τους (Θεοφάνης ‘Chronographia’, σελ.747).
Για να είναι εξασφαλισμένος ο Φώτιος ήθελε την παραίτηση του Ιγνάτιου, αυτός όμως αρνιόταν. Υποβλήθηκε σε βασανιστήρια, από εγκάθετους του Φώτιου και του αυτοκράτορα, «πυγμαίς τα πρόσωπα και τους οδόντας συνθλάσαντες». Τον γρονθοκόπησαν δηλαδή και τον ξεδόντιασαν κυριολεκτικά και τον έκλεισαν, απογυμνωμένο από κάθε ιερό διάσημό του, στον τάφο του εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου, όπου πήγαιναν βασανιστές που τον ανάγκαζαν σε συνεχή ορθοστασία χωρίς φαγητό, για να του αποσπάσουν την παραίτησή του, πράγμα που πέτυχαν, όχι εθελούσια αλλά με τη βία, βάζοντάς του μια πένα στο χέρι και κατευθύνοντάς την (‘Scriptores post Theophanem’, 195). Δίκαια λοιπόν ο χρονογράφος Συμεών ο Λογοθέτης έγραψε για την «τυραννίδα Φωτίου». Δεν ήταν ασφαλώς ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που δυο άγιοι πατριάρχες διευθετούσαν τις διαφορές τους μέσα σε τόση αηδιαστική βαρβαρότητα. Τα ίδια και χειρότερα είχε υποστεί άλλος ένας άγιος πατριάρχης ο ευνούχος Μεθόδιος ο Ομολογητής, που διαβεβαίωνε πως τα γεννητικά του όργανα τα είχε κόψει το φάντασμα του Αγ.Πέτρου στη Ρώμη για να μην μπαίνει σε πειρασμό. Ο ίδιος είχε ξεβρακωθεί μπροστά στη Σύνοδο για να αποδείξει πως δεν μπορούσε να πάει με γυναίκα. Αυτόν τον απατεώνα λοιπόν ο εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος, αφού τον ξεδόντιασε τσακίζοντάς του τα σαγόνια, τον έκλεισε σε βαθύ τάφο μαζί με δυο κλέφτες, ο ένας από τους οποίους πέθανε και το σώμα του αφέθηκε να σαπίσει μέσα στην ειρκτή. Ο θεομπαίχτης άγιος Μεθόδιος δεν του κράτησε κακία κι όταν επανακατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο, έκανε το χατίρι στην ηλίθια χήρα του Θεόφιλου, την εικονόδουλη αγία Θεοδώρα και είπε πως τάχα Άγγελος Κυρίου έσβησε το όνομα του Θεόφιλου από το αφοριστήριο κατά των Εικονομάχων, που είχε αφήσει πάνω στην Αγ. Τράπεζα. Ασφαλώς ο Φώτιος ήταν ίσως ο πλέον μορφωμένος άνθρωπος της Αυτοκρατορίας και της εποχής του, όπου βεβαίως η μόρφωση προσφερόταν σε ελάχιστους, ένας άλλος Μιχαήλ Ψελλός, ένας λόγιος ρασοφόρος, που υπηρετεί την τυραννική εξουσία, αλλά αυτό τον καθιστά ακόμη πιο ένοχο, αφού του αφαιρεί το ελαφρυντικό της συνηθισμένης καλογερικής αμορφωσιάς, μωρίας και έλλειψης κάθε συναίσθησης. Άλλωστε κίνητρο της φιλομάθειάς του ήταν η ακόρεστη φιλοδοξία του, μελετούσε για να ανεβεί: ««πλέον δε πάντων ο της δόξης έρως, δι’ ον αυτώ και νύκτες άϋπνοι περί την ανάγνωσιν εμμελώς εσχολακότι» (Νικήτας Παφλαγών, 509).
Ο επαγγελματίας εραστής, σλαβικής ή αρμένικης καταγωγής, αγράμματος αλλά ρωμαλέος παλαιστής και ιπποκόμος Βασίλειος ο Μακεδόνας, καταφέρνει και γίνεται παρακοιμώμενος και σύντροφος του έκφυλου και μέθυσου Μιχαήλ Γ΄ και αργότερα χρίζεται από το Φώτιο συμβασιλέας του. Συνήθως οι παρακοιμώμενοι ήταν ευνούχοι, αλλά ο Βασίλειος όχι μόνο δεν ήταν, αλλά είχε πριν την κοινωνική του άνοδο, κάποια συνάντηση με κάποιον παπαδίσκο ενός μοναστηριού, τον προσμονάριο Νικόλαο, όταν ήταν ζητιάνος, που πολλοί (κακόπιστοι) την θεωρούν παρεξηγήσιμη. Ο παπάς πήρε λέει εντολή από το Θεό (!) να φιλοξενήσει το μελλοντικό βασιλιά, που κοιμόταν κουρελής στο κατώφλι της Μονής κι αυτός το παράκανε λιγάκι, πλένοντάς τον ο ίδιος στο λουτρό κλπ. «Εξελθών ουν μετά σπουδής σύντρομος και εύρων Βασίλειον μετά πήρας και ράβδου, εισήγαγεν έσωθεν της εκκλησίας. Και τη δευτέρα ημέρα απελθών μετ’ αυτού εις το λουτρόν έλουσεν αυτόν και ήλλαξε και ελθών εν τη εκκλησία εποίησεν αδελφοποίησιν, και συνηυφραίνοντο εν αλλήλοις. Τη δε επαύριον λούσας αυτόν και ιμάτιον περιβολών, πνευματικόν αδελφόν εποιήσατο και ομώροφον είχε και ομοδίαιτον» (Γεωργίου Μοναχού, «Βίοι των νέων Βασιλέων»). Έτσι ξεκίνησε η σταδιοδρομία του στην Πόλη, αφού ο εξαιρετικά περιποιητικός παπάς, όχι επειδή υπήρξε εραστής του, όπως ερμηνεύουν πολλοί (κακοήθεις), αλλά εκτελώντας οδηγίες του θεού του, που φαίνεται πως εκτιμούσε ιδιαίτερα τον πανάθλιο Βασίλειο και πως άνοιγε ψιλοκουβέντα με το ρασοφόρο λουτράρη του, του έδειξε με τις γνωριμίες του την πόρτα της εισόδου στην ‘καλή κοινωνία’, μέσω του κοντού και ασθενικού άρχοντα Θοφιλίτζη, που του άρεσε να περιβάλλεται από ρωμαλέους άνδρες, που τους έντυνε πλούσια και τους επιδείκνυε στην Πόλη. Για όσους καχύποπτους αναρωτηθούν από πότε οι παπάδες περιμαζεύουν ζητιάνους, τους πλένουν τους ντύνουν και τους προάγουν όπου δει, θα υπενθυμίσω πως όλα έγιναν με τη θεία βούληση, που άλλη δουλειά δεν είχε από το να προωθεί καθάρματα στον ανατολικό ρωμαϊκό θρόνο.
Ο Βασίλειος, δολοφονεί το Βάρδα με τη συναίνεση του αυτοκράτορα. Ο μασκαράς ο Φώτιος για να σώσει το τομάρι του έστειλε γράμμα στο Μιχαήλ στην οποία εκφράζει τη χαρά του για το χαμό του ευεργέτη του, που τώρα τον αποκαλεί «ταπεινόν άνθρωπον». Ο Μιχαήλ βέβαια, που ήξερε τι κουμάσι ήταν, δεν δίσταζε να διακηρύσσει ότι «δικός μου πατριάρχης είναι ο Γρύλος» (Νικήτας, 520), ο γελωτοποιός του, που όπως μαρτυρεί ο Κεδρηνός, ντυνόταν αρχιεπίσκοπος της Κολωνίας και ασχημονούσε παλιότερα με αισχρό και δύσοσμο τρόπο μπροστά στη βασίλισσα αγία Θεοδώρα, την ώρα που η ξεμωραμένη αμαρτωλή γριά έσκυβε να του φιλήσει το χέρι, πριν ο γιός της κουρέψει με το στανιό αυτήν και τις αδελφές του, καλόγριες. Η μάνα του μέθυσου αυτοκράτορα, κάποτε είχε πιεί τόσο αίμα ‘αιρετικών’, ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία ευγνωμονούσα την ανακήρυξε αγία. Ο στρατός της δολοφόνησε εκατό χιλιάδες Παυλικανούς, παλουκώνοντας, σφάζοντας ή πνίγοντάς τους. «Τους μεν ξύλω ανήρτων, τους δε ξίφει παρεδίδουν, τους δε τω τη θαλάσση βυθώ.» Ακόμη και ο συντηρητικός Παπαρρηγόπουλος κατηγορεί την αγία λάμια: «Παρασυρθείσα υπό κακώς νενοημένου θρησκευτικού ζήλου, εξέθηκεν εαυτήν, ή μάλλον εξέθηκε τον χριστιανισμόν της Ανατολής εις δεινοτάτας συμφοράς». Αυτή η κακούργα σήμερα προστατεύει λέει την Κέρκυρα, εκ περιτροπής με τη μούμια του τσοπάνη Σπυρίδωνα, που τις νύχτες κόβει βόλτες στην πόλη με τις ιαματικές παντόφλες της.
Ο πάπας είχε χίλιους λόγους να επωφεληθεί και συγκρούστηκε με το Φώτιο και με τον αυτοκράτορα και τους αναθεμάτισε υπερασπιζόμενος τάχα τον Ιγνάτιο, για τον οποίο ο Φώτιος τον είχε κοροϊδέψει πως παραιτήθηκε με τη θέλησή του. Ο Φώτιος δεν δίστασε να δώσει, σε αυτήν την καθαρά προσωπική, εξουσιαστική και διοικητικής υφής (ο πάπας διεκδικούσε την προσάρτηση περιοχών) σύγκρουση, προσχηματικά δογματικά χαρακτηριστικά και αφόρισε κι αυτός τον πάπα προκαλώντας έτσι προσωρινό αλλά κρίσιμο Σχίσμα με τη δυτική Εκκλησία, προάγγελο του οριστικού. Ο Βασίλειος, κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα, χώρισε τη γυναίκα του και παντρεύτηκε, για να τον καλύψει, με τη βασιλική ερωμένη Ευδοκία Ιγγερίνα, την κόρη ενός Βάραγγου μισθοφόρου. Ταυτόχρονα βολεύεται ερωτικά με την αδελφή του Μιχαήλ. Με την Ιγγερίνα απέκτησε και τρεις γιούς, χωρίς η πατρότητά των δυο πρώτων (του αυτοκράτορα Λέοντα και του πατριάρχη άγιου Στέφανου) να είναι βέβαιη, αφού η Ιγγερίνα δεν είχε διακόψει τη σχέση της με το Μιχαήλ. Αργότερα ο Βασίλειος δολοφονεί και το Μιχαήλ και στέφεται από το Φώτιο αυτοκράτορας. Ήταν μεγάλη η αχαριστία του αλητήριου τυχοδιώκτη Bασίλειου, που είχε ανέβει στο θρόνο με ρουσφέτι του ορθόδοξου θεού, γιατί η «του βασιλέως αγάπη προς τον Βασίλειον εξέχυτο και τούτον μόνον είναι τον θεραπευτήν αυτού» (Γεωργίου μοναχού, ‘Βασιλεία Μιχαήλ…’, 18). Για να καλοπιάσει τον πάπα και τους πολυπληθείς οπαδούς του Ιγνάτιου, επανέφερε το δεύτερο στο θρόνο. Μάταια λοιπόν ο Φώτιος είχε φτιάξει ένα ψεύτικο γενεαλογικό δέντρο για τον τιποτένιο Βασίλειο, στο οποίο τον κολάκευε εμφανίζοντάς τον ως απόγονο των Αρμενίων βασιλιάδων Αρσάκου και Μιθριδάτη, γιατί όπως σωστά παρατηρεί ο Παπαρηγόπουλος (βιβλ. 11ο, κεφ.6ο) «ο Φώτιος αρχήν είχε να περιποιείται πάντα κυριάρχην».
Πρώτη κίνηση του Ιγνάτιου ήταν να αναθεματίσει τον Φώτιο. Ο Φώτιος εξορίστηκε, οι οπαδοί του έστησαν δική τους Εκκλησία, αλλά ο ίδιος είχε την εξυπνάδα να καθίσει φρόνιμα και έτσι το ο αυτοκράτορας τον κάλεσε πίσω στο παλάτι ως δάσκαλο των γιών του. Το 878 πέθανε ο Ιγνάτιος και σχεδόν αυτόματα τον διαδέχθηκε ο Φώτιος που πρώτη του φροντίδα ήταν η επαναπροσέγγιση με τη μητρική Εκκλησία της Ρώμης, γεγονός που επιτεύχθηκε με μεγάλη Σύνοδο, δυο χρόνια μετά. Ο Φώτιος παραμέρισε ή και έλυσε όλα τα αστεία δογματικά προσχήματα, που είχε επινοήσει για να διασφαλίσει τη θέση του από τις δικαιολογημένες επεμβάσεις του αρχηγού της Εκκλησίας. Παρ’ όλα αυτά ο πάπας θεώρησε λίγο μετά πως η Κωνσταντινούπολη τον ξεγέλασε και αναθεμάτισε τον Φώτιο. Επί Βασιλείου, η μεγάλη σύνοδος που συνήλθε το 879, υπήγαγε οριστικά στην Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως την Ελλάδα, που παλιότερα ανήκε στον πάπα που δεν είχε πάψει να τη διεκδικεί. Το 886 πέθανε ο Βασίλειος και τον διαδέχθηκε ο γιός του Λέων, ο οποίος εκθρόνισε το δάσκαλό του Φώτιο και διόρισε πατριάρχη τον ανήλικο ευνουχισμένο αδελφό του άγιο Στέφανο τον Α΄. Ο Φώτιος εξορίστηκε στην Αρμενία και μετά κάμποσα χρόνια πέθανε βυθισμένος στην αφάνεια.
Αυτός ο αδίστακτος άνθρωπος προκάλεσε για να σταθεί στον πατριαρχικό θρόνο που άνομα κατέλαβε, το πρώτο Σχίσμα των Εκκλησιών, επινοώντας και επικαλούμενος γελοίες δογματικές διαφορές σαν το Filioque, στερούμενες το ελάχιστο ηθικό ή ουσιαστικό για την πίστη περιεχόμενο, που δεν απασχολούν κανένα λογικό πιστό, έξω από ανισόρροπους και διαστροφικούς καλόγερους, που κάνουν την τρίχα τριχιά, φανατίζοντας και χειραγωγώντας με κουταμάρες, για δικό τους όφελος, τον όχλο των θρησκόληπτων και των υποκριτών. Υπηρέτησε συνειδητά, έχοντας πλήρη επίγνωση της απαξίας του, ένα ολότελα αισχρό σύστημα εξουσίας, όπως όλοι σχεδόν οι βυζαντινοί πατριάρχες, αν και αρκετοί συγκρούστηκαν με το παλάτι για ζητήματα εξουσιαστικού φατριασμού ή παπαδίστικης ηθικής ή δογματικών λεπτομερειών ή λατρείας των Εικόνων, χωρίς να αμφισβητούν το άθλιο εξουσιαστικό οικοδόμημα, που και μόνο ο τρόπος που απένεμε «Δικαιοσύνη» προκαλεί ρίγος φρίκης. Στον 21ο αιώνα αποτελεί παράνοια η κρατική Εκκλησία να διαφθείρει το λαό προσφέροντας του, σε λατρευτική μάλιστα σχέση, τόσο αχρεία πρόσωπα. Το ελληνικό σχολείο έχει αναλάβει να εξωραΐσει τον άνδρα και η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να πορεύεται φορτωμένη με έναν ακόμη ανίερο μύθο, κοντά στα υπόλοιπα εκατοντάδες παραμύθια, που της σκοτίζουν το μυαλό και τα ήθη, αφού το χειρότερο είδος ανθρώπου, ο θεομπαίχτης, άρπαγας και φιλόδοξος πνευματικός δυνάστης, παρουσιάζεται ως πρότυπο αρετής.
Εκκλησιαστικές έριδες. Οι πατριάρχες Ιγνάτιος και Φώτιος
Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Πατριάρχης Οικουμενικός επί του Μιχαήλ και του Βάρδα ήτο ο Ιγνάτιος, ανήρ αυστηρών ηθών και υπερηφάνου αριστοκρατικού χαρακτήρος, καταγόμενος εκ γένους βασιλικού, άτε ων υιός του βασιλέως Μιχαήλ Α’ και εγγονός από θυγατρός (της Προκοπίας) του Νικηφόρου Α’. Ο Ιγνάτιος γινώσκων τον ανήθικον βίον του Βάρδα, διατελούντος εν αθεμίτοις σχέσεσι προς την νύμφην αυτού, απεστέρησεν αυτόν δημοσία της μεταλήψεως των Αχράντων Μυστηρίων. Τούτο, ως εικός, παρώργισε τον καίσαρα Βάρδαν, όστις προέβη νυν εις την εν τω θρόνω τω Πατριαρχικώ αντικατάστασιν του Ιγνατίου διά του Φωτίου, ανδρός λογιωτάτου πάντων των συγχρόνων αυτού και συγγραφέως πολυμαθεστάτου και πολυγραφωτάτου. Ο Φώτιος δεν ήτο κληρικός, προήχθη δ’ ευθύς από λαϊκού εις το υπέρτατον αξίωμα της Ιερωσύνης και εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, διελθών εντός ολίγων ημερών πάσας τας βαθμίδας της χειροτονίας.
Αλλ’ η του Ιγνατίου από του Οικουμενικού θρόνου νόμιμος και οριστική απομάκρυνσις δεν ήτο κατορθωτή, ενόσω δεν παρητείτο αυτός ή δεν καθηρείτο υπό κανονικής Συνόδου αρχιερέων. Αλλ’ ούτε το πρώτον εγίνετο ούτε το δεύτερον. Ο δε Βάρδας προς εκτέλεσιν του βουλεύματος αυτού προέβη εις την αυθαίρετον χρήσιν υλικής βίας, εξορίσας τον Ιγνάτιον εις τι εν τη Προποντίδι έρημον νησίδιον και καταδιώκων πάντας τους μένοντας πιστούς εις τον Ιγνάτιον κληρικούς. Αλλά τούτο επήνεγκε δεινάς ταραχάς εν Κωνσταντινουπόλει, ένθα μεγάλη μερίς κλήρου και λαού απεκήρυττον τον Φώτων και ως πατριάρχην νόμιμον ανεγνώριζον τον εξόριστον Ιγνάτιον. Προς τούτοις οι περί τον Ιγνάτιον επεκαλέσαντο νυν και την υπέρ αυτών επέμβασιν του τότε πάπα Ρώμης Νικολάου Α’. Η τοιαύτη υπό μερίδος του εν Κωνσταντινουπόλει κλήρου επίκλησις της διαιτησίας του Πάπα εγένετο ακριβώς καθ’ όν χρόνον η παπική εξουσία είχεν ανέλθει εν τη Δύσει εις μεγάλην περιωπήν ηθικήν και μεγίστην εκέκτητο δύναμιν ηθικήν αξιούσα να δικάζη και δικάζουσα μάλιστα έριδας μεταξύ ηγεμόνων ως υπέρτατος άρχων και διαιτητής του χριστιανικού κόσμου. Ο Νικόλαος Α’ λοιπόν εθεώρησε νυν την περίστασιν κατάλληλον ίνα επεκτείνη την δύναμιν αυτού και επί την Ανατολήν. Και εν αρχή μεν απεδοκίμασε σφοδρώς τα κατά Ιγνατίου γενόμενα εν Κωνσταντινουπόλει, αλλ’ είτα δελεασθείς υπό τινων ελπίδων συνήνεσεν εις την σύγκλησιν Οικουμενικής Συνόδου προς λύσιν της έριδος. Η Σύνοδος αύτη συνήλθεν εν Κωνσταντινουπόλει τω 861 και συναινούντων και των εν αυτή παρισταμένων ληγάτων, ήτοι απεσταλμένων του Πάπα, καθήρεσε τον Ιγνάτιον και επεκύρωσε την εκλογήν του Φωτίου. Αλλ’ ο πάπας ψευσθείς των ελπίδων αυτού, συγκαλέσας ιδίαν τοπικήν Σύνοδον εν Ρώμη, κατεδίκασε την τ’ εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον και τους ιδίους αυτού επιτρόπους ως υπερβάντας τα όρια της δοθείσης αυτοίς εντολής, αφώρισε δε και τον Φώτιον. Αλλά και ο Φώτιος μετ’ ολίγον (τω 867) απέστειλεν εγκύκλιον εις όλας τας Εκκλησίας της Ανατολής, εν ή δεινώς εμέμφετο την πολιτείαν και τας πράξεις του επισκόπου Ρώμης, καταγγέλλων προς τοις άλλοις την παπικήν Εκκλησίαν και επί καινοτομία αιρετική γενομένη εν τω Συμβόλω της πίστεως. Σύνοδος δε οικουμενική συνελθούσα τω αυτώ έτει κατεδίκασε και ανεθεμάτισε τον πάπαν. Αλλά τω αυτώ έτει, καθ’ ό ταύτα εποίει ο Φώτιος, ο υπό του Μιχαήλ μετά τον υπ’ αυτού γενόμενον φόνον του καίσαρος Βάρδα εις το αξίωμα τούτο υψωθείς πρώην ιπποκόμος αυτού Βασίλειος ο Μακεδών φονεύσας αυτόν ανήλθεν εις τον θρόνον γενόμενος ιδρυτής νέας βασιλικής δυναστείας, της Μακεδονικής καλουμένης. Ο Βασίλειος ευθύς μετά την εις τον θρόνον άνοδον κατέπαυσε τας εκκλησιαστικάς έριδας και επανήγαγε παροδικώς και την προς τον Πάπαν ειρήνην ανακαλέσας από της εξορίας τον Ιγνάτιον και αποκαταστήσας αυτόν εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν, εξορίσας δε τον Φώτιον και είτα διά Συνόδου Οικουμενικής, επέτυχε την επικύρωσιν των γενομένων (869)· ο δε Ιγνάτιος έμεινεν επί του θρόνου εν ειρήνη μέχρι του θανάτου (879). Ότε δε πάλιν ο Βασίλειος επανήγαγεν εις τον θρόνον τον Φώτιον, Σύνοδος Οικουμενική συνελθούσα, εις ήν παρίστατο και Επίτροπος του Πάπα, επεκύρωσε την του Φωτίου ανάρρησιν.
Ούτω τα γεγονότα ταύτα τα περί τον Ιγνάτιον και Φώτιον δεν επήνεγκον οριστικόν σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών· αλλ’ η του Φωτίου σθεναρά προς την παπικήν Εκκλησίαν πολιτεία συνετέλεσεν εις τον βαθύτερον χωρισμόν των δύο Εκκλησιών. Ως δε είπομεν εν τοις έμπροσθεν, ο μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χωρισμός προήρχετο εκ γενικωτέρων ιστορικών αιτίων, εις ά νυν προσετέθησαν και οι λόγοι οι θρησκευτικοί, οι επιτείναντες την διάστασιν και επενεγκόντες μετά τινα χρόνον το οριστικόν μεταξύ των δύο Εκκλησιών σχίσμα.
Ο άγιος Μέγας Φώτιος, παλατιανός πρωτοσπαθάριος, άνδρας από βασιλική γενιά και ανιψιός του παλιότερου πατριάρχη άγιου Ταράσιου (σκεύους εκλογής της παιδοκτόνου αγίας Ειρήνης της Αθηναίας), ανέβηκε δυο φορές (858-867, 877-886) στον πατριαρχικό θρόνο. Την πρώτη φορά τα κατάφερε με την εύνοια του ακόλαστου Καίσαρα Βάρδα, εκθρονίζοντας τον πατριάρχη άγιο Ιγνάτιο, αφού διεξήλθε σε έξι ημέρες, όπως και ο αισχρός θείος του, όλες τις ιερατικές βαθμίδες. Θα αρκούσαν αυτά (βαρύνεται με πολλά ακόμη), δηλαδή η διακωμώδηση του “μυστηρίου” της ιεροσύνης, η με ευθύνη του επέμβαση της κοσμικής εξουσίας στα εκκλησιαστικά και ο σφετερισμός, για να τον κατατάξει η εκκλησιαστική Ιστορία στα ιερά σκουπίδια. Όμως τιμάται ως Άγιος και Μέγας μαζί με δεκάδες όμοιούς του ή και πολύ χειρότερους, χωρίς να νιώθει σήμερα κανένα μέλος ή αξιωματούχος της κρατικής Εκκλησίας την ανάγκη να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτό, αν και κατά το Κανονικό Δίκαιο είναι το λιγότερο ένας ‘μοιχεπιβάτης’ του πατριαρχικού θρόνου, που τον κατέλαβε με μπαμπεσιά.
Ο παραδυναστεύων Βάρδας, δεξί χέρι του ανιψιού του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ του μέθυσου, του έκφυλου γιού της αδελφής του της μέγαιρας αγίας Θεοδώρας, θέλησε να την ξεφορτωθεί κλείνοντάς την σε μοναστήρι. Ο άγιος Ιγνάτιος, γιός του αυτοκράτορα Μιχαήλ Α΄, ευνουχισμένος από πολύ νέος από το διάδοχο του πατέρα του Λέοντα τον Αρμένιο για να εξουδετερωθεί ως δικαιούχος του βασιλικού θρόνου, αρνήθηκε, γι’ αυτό ο Βάρδας καιροφυλακτούσε εναντίον του. Στα Θεοφάνεια ο Ιγνάτιος δεν του χορήγησε τη θεία κοινωνία, όχι για τις ατελείωτες κακουργίες του, αλλά επειδή συζούσε με τη γυναίκα του γιου του, αφού στην υποκριτική ηθική των παπάδων, οι κρεβατοκάμαρες έχουν τον πρώτο και σχεδόν μοναδικό λόγο, μαζί με την κατηγορία της «αίρεσης». Ο πατριάρχης εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα, που πείστηκε από τον Βάρδα πως συνωμοτούσε μαζί με την μάνα του εναντίον του. Ο Βάρδας ήταν ήδη συνεννοημένος με τον αρρωστημένα φιλόδοξο Φώτιο και μεθόδευσε με πονηριές, πιέσεις και ψεύτικα ταξίματα την ψήφισή του από τους Αρχιερείς, ακόμη κι από αυτούς που υποστήριζαν τον Ιγνάτιο. Πρόκειται για μια ακόμη πονηρή μεθόδευση, που διεκδικεί τη θέση της στα εκτεταμένα Άπαντα των ευρηματικών αθλιοτήτων της εκάστοτε πατριαρχικής εκλογής, που σχεδόν ποτέ της δεν υπήρξε ομαλή. Το έσχατο πρόσχημα των ενδοτικών Αρχιερέων, η υπογραφή από το Φώτιο δήλωσης πως θα σεβαστεί τον ξεπεσμένο Ιγνάτιο, έπεσε όταν ο νέος πατριάρχης κατάφερε να εξαφανίσει το χαρτί και μαζί του και τις υποσχέσεις του. Ο Φώτιος στο μεταξύ μέσα σε λίγες μέρες είχε χριστεί διαδοχικά καλόγερος, αναγνώστης, υποδιάκος, διάκος, παπάς και περίμενε ανυπόμονος την ψήφο της Συνόδου, που του δόθηκε τελικά μετά και από αυτοκρατορικούς ελιγμούς και ο αθεόφοβος έγινε επίσκοπος και πατριάρχης ανήμερα τα Χριστούγεννα, το ίδιο ταχύτατα με το θείο του τον άγιο Ταράσιο, το άθλιο προηγούμενο του οποίου καθώς και αυτό του μιμητή και διαδόχου του Νικηφόρου Α΄, που άνοιξαν το δρόμο σε υπερταχείες χειροτονίες, επικαλέστηκε απαντώντας στον έλεγχο του πάπα, αφού πρώτα είχε κάνει το δύσκολο, γράφοντας πως δήθεν θεωρεί τον εαυτό του «ανάξιον» «και του αρχιερατικού βαθμού και της ποιμαντικής εγχειρήσεως». Καρφί δεν του καιγόταν πως με την τρίτη επανάληψη αυτής της καθεστωτικής ασχήμιας μέσα σε τόσο σύντομο χρόνο, εξαχρειωνόταν η πατριαρχική αξία και τα όποια λείψανα της αυτονομίας της Εκκλησίας και έμπαιναν στον ίδιο πειρασμό και οι μελλοντικοί μονάρχες. Mάλιστα γνώριζε ότι δυο εξέχοντες ηγούμενοι του Στουδίου, οι όσιοι Πλάτων και Θεόδωρος ο Ομολογητής, όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος διόρισε πατριάρχη το λαϊκό Νικηφόρο απείλησαν με σχίσμα και αντέταξαν «το μη δειν από λαϊκών αθρόως εις επισκοπήν ανατρέχειν», κινδυνεύοντας να τιμωρηθούν για την αποκοτιά τους (Θεοφάνης ‘Chronographia’, σελ.747).
Για να είναι εξασφαλισμένος ο Φώτιος ήθελε την παραίτηση του Ιγνάτιου, αυτός όμως αρνιόταν. Υποβλήθηκε σε βασανιστήρια, από εγκάθετους του Φώτιου και του αυτοκράτορα, «πυγμαίς τα πρόσωπα και τους οδόντας συνθλάσαντες». Τον γρονθοκόπησαν δηλαδή και τον ξεδόντιασαν κυριολεκτικά και τον έκλεισαν, απογυμνωμένο από κάθε ιερό διάσημό του, στον τάφο του εικονομάχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου, όπου πήγαιναν βασανιστές που τον ανάγκαζαν σε συνεχή ορθοστασία χωρίς φαγητό, για να του αποσπάσουν την παραίτησή του, πράγμα που πέτυχαν, όχι εθελούσια αλλά με τη βία, βάζοντάς του μια πένα στο χέρι και κατευθύνοντάς την (‘Scriptores post Theophanem’, 195). Δίκαια λοιπόν ο χρονογράφος Συμεών ο Λογοθέτης έγραψε για την «τυραννίδα Φωτίου». Δεν ήταν ασφαλώς ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που δυο άγιοι πατριάρχες διευθετούσαν τις διαφορές τους μέσα σε τόση αηδιαστική βαρβαρότητα. Τα ίδια και χειρότερα είχε υποστεί άλλος ένας άγιος πατριάρχης ο ευνούχος Μεθόδιος ο Ομολογητής, που διαβεβαίωνε πως τα γεννητικά του όργανα τα είχε κόψει το φάντασμα του Αγ.Πέτρου στη Ρώμη για να μην μπαίνει σε πειρασμό. Ο ίδιος είχε ξεβρακωθεί μπροστά στη Σύνοδο για να αποδείξει πως δεν μπορούσε να πάει με γυναίκα. Αυτόν τον απατεώνα λοιπόν ο εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος, αφού τον ξεδόντιασε τσακίζοντάς του τα σαγόνια, τον έκλεισε σε βαθύ τάφο μαζί με δυο κλέφτες, ο ένας από τους οποίους πέθανε και το σώμα του αφέθηκε να σαπίσει μέσα στην ειρκτή. Ο θεομπαίχτης άγιος Μεθόδιος δεν του κράτησε κακία κι όταν επανακατέλαβε τον πατριαρχικό θρόνο, έκανε το χατίρι στην ηλίθια χήρα του Θεόφιλου, την εικονόδουλη αγία Θεοδώρα και είπε πως τάχα Άγγελος Κυρίου έσβησε το όνομα του Θεόφιλου από το αφοριστήριο κατά των Εικονομάχων, που είχε αφήσει πάνω στην Αγ. Τράπεζα. Ασφαλώς ο Φώτιος ήταν ίσως ο πλέον μορφωμένος άνθρωπος της Αυτοκρατορίας και της εποχής του, όπου βεβαίως η μόρφωση προσφερόταν σε ελάχιστους, ένας άλλος Μιχαήλ Ψελλός, ένας λόγιος ρασοφόρος, που υπηρετεί την τυραννική εξουσία, αλλά αυτό τον καθιστά ακόμη πιο ένοχο, αφού του αφαιρεί το ελαφρυντικό της συνηθισμένης καλογερικής αμορφωσιάς, μωρίας και έλλειψης κάθε συναίσθησης. Άλλωστε κίνητρο της φιλομάθειάς του ήταν η ακόρεστη φιλοδοξία του, μελετούσε για να ανεβεί: ««πλέον δε πάντων ο της δόξης έρως, δι’ ον αυτώ και νύκτες άϋπνοι περί την ανάγνωσιν εμμελώς εσχολακότι» (Νικήτας Παφλαγών, 509).
Ο επαγγελματίας εραστής, σλαβικής ή αρμένικης καταγωγής, αγράμματος αλλά ρωμαλέος παλαιστής και ιπποκόμος Βασίλειος ο Μακεδόνας, καταφέρνει και γίνεται παρακοιμώμενος και σύντροφος του έκφυλου και μέθυσου Μιχαήλ Γ΄ και αργότερα χρίζεται από το Φώτιο συμβασιλέας του. Συνήθως οι παρακοιμώμενοι ήταν ευνούχοι, αλλά ο Βασίλειος όχι μόνο δεν ήταν, αλλά είχε πριν την κοινωνική του άνοδο, κάποια συνάντηση με κάποιον παπαδίσκο ενός μοναστηριού, τον προσμονάριο Νικόλαο, όταν ήταν ζητιάνος, που πολλοί (κακόπιστοι) την θεωρούν παρεξηγήσιμη. Ο παπάς πήρε λέει εντολή από το Θεό (!) να φιλοξενήσει το μελλοντικό βασιλιά, που κοιμόταν κουρελής στο κατώφλι της Μονής κι αυτός το παράκανε λιγάκι, πλένοντάς τον ο ίδιος στο λουτρό κλπ. «Εξελθών ουν μετά σπουδής σύντρομος και εύρων Βασίλειον μετά πήρας και ράβδου, εισήγαγεν έσωθεν της εκκλησίας. Και τη δευτέρα ημέρα απελθών μετ’ αυτού εις το λουτρόν έλουσεν αυτόν και ήλλαξε και ελθών εν τη εκκλησία εποίησεν αδελφοποίησιν, και συνηυφραίνοντο εν αλλήλοις. Τη δε επαύριον λούσας αυτόν και ιμάτιον περιβολών, πνευματικόν αδελφόν εποιήσατο και ομώροφον είχε και ομοδίαιτον» (Γεωργίου Μοναχού, «Βίοι των νέων Βασιλέων»). Έτσι ξεκίνησε η σταδιοδρομία του στην Πόλη, αφού ο εξαιρετικά περιποιητικός παπάς, όχι επειδή υπήρξε εραστής του, όπως ερμηνεύουν πολλοί (κακοήθεις), αλλά εκτελώντας οδηγίες του θεού του, που φαίνεται πως εκτιμούσε ιδιαίτερα τον πανάθλιο Βασίλειο και πως άνοιγε ψιλοκουβέντα με το ρασοφόρο λουτράρη του, του έδειξε με τις γνωριμίες του την πόρτα της εισόδου στην ‘καλή κοινωνία’, μέσω του κοντού και ασθενικού άρχοντα Θοφιλίτζη, που του άρεσε να περιβάλλεται από ρωμαλέους άνδρες, που τους έντυνε πλούσια και τους επιδείκνυε στην Πόλη. Για όσους καχύποπτους αναρωτηθούν από πότε οι παπάδες περιμαζεύουν ζητιάνους, τους πλένουν τους ντύνουν και τους προάγουν όπου δει, θα υπενθυμίσω πως όλα έγιναν με τη θεία βούληση, που άλλη δουλειά δεν είχε από το να προωθεί καθάρματα στον ανατολικό ρωμαϊκό θρόνο.
Ο Βασίλειος, δολοφονεί το Βάρδα με τη συναίνεση του αυτοκράτορα. Ο μασκαράς ο Φώτιος για να σώσει το τομάρι του έστειλε γράμμα στο Μιχαήλ στην οποία εκφράζει τη χαρά του για το χαμό του ευεργέτη του, που τώρα τον αποκαλεί «ταπεινόν άνθρωπον». Ο Μιχαήλ βέβαια, που ήξερε τι κουμάσι ήταν, δεν δίσταζε να διακηρύσσει ότι «δικός μου πατριάρχης είναι ο Γρύλος» (Νικήτας, 520), ο γελωτοποιός του, που όπως μαρτυρεί ο Κεδρηνός, ντυνόταν αρχιεπίσκοπος της Κολωνίας και ασχημονούσε παλιότερα με αισχρό και δύσοσμο τρόπο μπροστά στη βασίλισσα αγία Θεοδώρα, την ώρα που η ξεμωραμένη αμαρτωλή γριά έσκυβε να του φιλήσει το χέρι, πριν ο γιός της κουρέψει με το στανιό αυτήν και τις αδελφές του, καλόγριες. Η μάνα του μέθυσου αυτοκράτορα, κάποτε είχε πιεί τόσο αίμα ‘αιρετικών’, ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία ευγνωμονούσα την ανακήρυξε αγία. Ο στρατός της δολοφόνησε εκατό χιλιάδες Παυλικανούς, παλουκώνοντας, σφάζοντας ή πνίγοντάς τους. «Τους μεν ξύλω ανήρτων, τους δε ξίφει παρεδίδουν, τους δε τω τη θαλάσση βυθώ.» Ακόμη και ο συντηρητικός Παπαρρηγόπουλος κατηγορεί την αγία λάμια: «Παρασυρθείσα υπό κακώς νενοημένου θρησκευτικού ζήλου, εξέθηκεν εαυτήν, ή μάλλον εξέθηκε τον χριστιανισμόν της Ανατολής εις δεινοτάτας συμφοράς». Αυτή η κακούργα σήμερα προστατεύει λέει την Κέρκυρα, εκ περιτροπής με τη μούμια του τσοπάνη Σπυρίδωνα, που τις νύχτες κόβει βόλτες στην πόλη με τις ιαματικές παντόφλες της.
Ο πάπας είχε χίλιους λόγους να επωφεληθεί και συγκρούστηκε με το Φώτιο και με τον αυτοκράτορα και τους αναθεμάτισε υπερασπιζόμενος τάχα τον Ιγνάτιο, για τον οποίο ο Φώτιος τον είχε κοροϊδέψει πως παραιτήθηκε με τη θέλησή του. Ο Φώτιος δεν δίστασε να δώσει, σε αυτήν την καθαρά προσωπική, εξουσιαστική και διοικητικής υφής (ο πάπας διεκδικούσε την προσάρτηση περιοχών) σύγκρουση, προσχηματικά δογματικά χαρακτηριστικά και αφόρισε κι αυτός τον πάπα προκαλώντας έτσι προσωρινό αλλά κρίσιμο Σχίσμα με τη δυτική Εκκλησία, προάγγελο του οριστικού. Ο Βασίλειος, κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα, χώρισε τη γυναίκα του και παντρεύτηκε, για να τον καλύψει, με τη βασιλική ερωμένη Ευδοκία Ιγγερίνα, την κόρη ενός Βάραγγου μισθοφόρου. Ταυτόχρονα βολεύεται ερωτικά με την αδελφή του Μιχαήλ. Με την Ιγγερίνα απέκτησε και τρεις γιούς, χωρίς η πατρότητά των δυο πρώτων (του αυτοκράτορα Λέοντα και του πατριάρχη άγιου Στέφανου) να είναι βέβαιη, αφού η Ιγγερίνα δεν είχε διακόψει τη σχέση της με το Μιχαήλ. Αργότερα ο Βασίλειος δολοφονεί και το Μιχαήλ και στέφεται από το Φώτιο αυτοκράτορας. Ήταν μεγάλη η αχαριστία του αλητήριου τυχοδιώκτη Bασίλειου, που είχε ανέβει στο θρόνο με ρουσφέτι του ορθόδοξου θεού, γιατί η «του βασιλέως αγάπη προς τον Βασίλειον εξέχυτο και τούτον μόνον είναι τον θεραπευτήν αυτού» (Γεωργίου μοναχού, ‘Βασιλεία Μιχαήλ…’, 18). Για να καλοπιάσει τον πάπα και τους πολυπληθείς οπαδούς του Ιγνάτιου, επανέφερε το δεύτερο στο θρόνο. Μάταια λοιπόν ο Φώτιος είχε φτιάξει ένα ψεύτικο γενεαλογικό δέντρο για τον τιποτένιο Βασίλειο, στο οποίο τον κολάκευε εμφανίζοντάς τον ως απόγονο των Αρμενίων βασιλιάδων Αρσάκου και Μιθριδάτη, γιατί όπως σωστά παρατηρεί ο Παπαρηγόπουλος (βιβλ. 11ο, κεφ.6ο) «ο Φώτιος αρχήν είχε να περιποιείται πάντα κυριάρχην».
Πρώτη κίνηση του Ιγνάτιου ήταν να αναθεματίσει τον Φώτιο. Ο Φώτιος εξορίστηκε, οι οπαδοί του έστησαν δική τους Εκκλησία, αλλά ο ίδιος είχε την εξυπνάδα να καθίσει φρόνιμα και έτσι το ο αυτοκράτορας τον κάλεσε πίσω στο παλάτι ως δάσκαλο των γιών του. Το 878 πέθανε ο Ιγνάτιος και σχεδόν αυτόματα τον διαδέχθηκε ο Φώτιος που πρώτη του φροντίδα ήταν η επαναπροσέγγιση με τη μητρική Εκκλησία της Ρώμης, γεγονός που επιτεύχθηκε με μεγάλη Σύνοδο, δυο χρόνια μετά. Ο Φώτιος παραμέρισε ή και έλυσε όλα τα αστεία δογματικά προσχήματα, που είχε επινοήσει για να διασφαλίσει τη θέση του από τις δικαιολογημένες επεμβάσεις του αρχηγού της Εκκλησίας. Παρ’ όλα αυτά ο πάπας θεώρησε λίγο μετά πως η Κωνσταντινούπολη τον ξεγέλασε και αναθεμάτισε τον Φώτιο. Επί Βασιλείου, η μεγάλη σύνοδος που συνήλθε το 879, υπήγαγε οριστικά στην Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως την Ελλάδα, που παλιότερα ανήκε στον πάπα που δεν είχε πάψει να τη διεκδικεί. Το 886 πέθανε ο Βασίλειος και τον διαδέχθηκε ο γιός του Λέων, ο οποίος εκθρόνισε το δάσκαλό του Φώτιο και διόρισε πατριάρχη τον ανήλικο ευνουχισμένο αδελφό του άγιο Στέφανο τον Α΄. Ο Φώτιος εξορίστηκε στην Αρμενία και μετά κάμποσα χρόνια πέθανε βυθισμένος στην αφάνεια.
Αυτός ο αδίστακτος άνθρωπος προκάλεσε για να σταθεί στον πατριαρχικό θρόνο που άνομα κατέλαβε, το πρώτο Σχίσμα των Εκκλησιών, επινοώντας και επικαλούμενος γελοίες δογματικές διαφορές σαν το Filioque, στερούμενες το ελάχιστο ηθικό ή ουσιαστικό για την πίστη περιεχόμενο, που δεν απασχολούν κανένα λογικό πιστό, έξω από ανισόρροπους και διαστροφικούς καλόγερους, που κάνουν την τρίχα τριχιά, φανατίζοντας και χειραγωγώντας με κουταμάρες, για δικό τους όφελος, τον όχλο των θρησκόληπτων και των υποκριτών. Υπηρέτησε συνειδητά, έχοντας πλήρη επίγνωση της απαξίας του, ένα ολότελα αισχρό σύστημα εξουσίας, όπως όλοι σχεδόν οι βυζαντινοί πατριάρχες, αν και αρκετοί συγκρούστηκαν με το παλάτι για ζητήματα εξουσιαστικού φατριασμού ή παπαδίστικης ηθικής ή δογματικών λεπτομερειών ή λατρείας των Εικόνων, χωρίς να αμφισβητούν το άθλιο εξουσιαστικό οικοδόμημα, που και μόνο ο τρόπος που απένεμε «Δικαιοσύνη» προκαλεί ρίγος φρίκης. Στον 21ο αιώνα αποτελεί παράνοια η κρατική Εκκλησία να διαφθείρει το λαό προσφέροντας του, σε λατρευτική μάλιστα σχέση, τόσο αχρεία πρόσωπα. Το ελληνικό σχολείο έχει αναλάβει να εξωραΐσει τον άνδρα και η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να πορεύεται φορτωμένη με έναν ακόμη ανίερο μύθο, κοντά στα υπόλοιπα εκατοντάδες παραμύθια, που της σκοτίζουν το μυαλό και τα ήθη, αφού το χειρότερο είδος ανθρώπου, ο θεομπαίχτης, άρπαγας και φιλόδοξος πνευματικός δυνάστης, παρουσιάζεται ως πρότυπο αρετής.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Πατριάρχης Οικουμενικός επί του Μιχαήλ και του Βάρδα ήτο ο Ιγνάτιος, ανήρ αυστηρών ηθών και υπερηφάνου αριστοκρατικού χαρακτήρος, καταγόμενος εκ γένους βασιλικού, άτε ων υιός του βασιλέως Μιχαήλ Α’ και εγγονός από θυγατρός (της Προκοπίας) του Νικηφόρου Α’. Ο Ιγνάτιος γινώσκων τον ανήθικον βίον του Βάρδα, διατελούντος εν αθεμίτοις σχέσεσι προς την νύμφην αυτού, απεστέρησεν αυτόν δημοσία της μεταλήψεως των Αχράντων Μυστηρίων. Τούτο, ως εικός, παρώργισε τον καίσαρα Βάρδαν, όστις προέβη νυν εις την εν τω θρόνω τω Πατριαρχικώ αντικατάστασιν του Ιγνατίου διά του Φωτίου, ανδρός λογιωτάτου πάντων των συγχρόνων αυτού και συγγραφέως πολυμαθεστάτου και πολυγραφωτάτου. Ο Φώτιος δεν ήτο κληρικός, προήχθη δ’ ευθύς από λαϊκού εις το υπέρτατον αξίωμα της Ιερωσύνης και εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, διελθών εντός ολίγων ημερών πάσας τας βαθμίδας της χειροτονίας.
Αλλ’ η του Ιγνατίου από του Οικουμενικού θρόνου νόμιμος και οριστική απομάκρυνσις δεν ήτο κατορθωτή, ενόσω δεν παρητείτο αυτός ή δεν καθηρείτο υπό κανονικής Συνόδου αρχιερέων. Αλλ’ ούτε το πρώτον εγίνετο ούτε το δεύτερον. Ο δε Βάρδας προς εκτέλεσιν του βουλεύματος αυτού προέβη εις την αυθαίρετον χρήσιν υλικής βίας, εξορίσας τον Ιγνάτιον εις τι εν τη Προποντίδι έρημον νησίδιον και καταδιώκων πάντας τους μένοντας πιστούς εις τον Ιγνάτιον κληρικούς. Αλλά τούτο επήνεγκε δεινάς ταραχάς εν Κωνσταντινουπόλει, ένθα μεγάλη μερίς κλήρου και λαού απεκήρυττον τον Φώτων και ως πατριάρχην νόμιμον ανεγνώριζον τον εξόριστον Ιγνάτιον. Προς τούτοις οι περί τον Ιγνάτιον επεκαλέσαντο νυν και την υπέρ αυτών επέμβασιν του τότε πάπα Ρώμης Νικολάου Α’. Η τοιαύτη υπό μερίδος του εν Κωνσταντινουπόλει κλήρου επίκλησις της διαιτησίας του Πάπα εγένετο ακριβώς καθ’ όν χρόνον η παπική εξουσία είχεν ανέλθει εν τη Δύσει εις μεγάλην περιωπήν ηθικήν και μεγίστην εκέκτητο δύναμιν ηθικήν αξιούσα να δικάζη και δικάζουσα μάλιστα έριδας μεταξύ ηγεμόνων ως υπέρτατος άρχων και διαιτητής του χριστιανικού κόσμου. Ο Νικόλαος Α’ λοιπόν εθεώρησε νυν την περίστασιν κατάλληλον ίνα επεκτείνη την δύναμιν αυτού και επί την Ανατολήν. Και εν αρχή μεν απεδοκίμασε σφοδρώς τα κατά Ιγνατίου γενόμενα εν Κωνσταντινουπόλει, αλλ’ είτα δελεασθείς υπό τινων ελπίδων συνήνεσεν εις την σύγκλησιν Οικουμενικής Συνόδου προς λύσιν της έριδος. Η Σύνοδος αύτη συνήλθεν εν Κωνσταντινουπόλει τω 861 και συναινούντων και των εν αυτή παρισταμένων ληγάτων, ήτοι απεσταλμένων του Πάπα, καθήρεσε τον Ιγνάτιον και επεκύρωσε την εκλογήν του Φωτίου. Αλλ’ ο πάπας ψευσθείς των ελπίδων αυτού, συγκαλέσας ιδίαν τοπικήν Σύνοδον εν Ρώμη, κατεδίκασε την τ’ εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον και τους ιδίους αυτού επιτρόπους ως υπερβάντας τα όρια της δοθείσης αυτοίς εντολής, αφώρισε δε και τον Φώτιον. Αλλά και ο Φώτιος μετ’ ολίγον (τω 867) απέστειλεν εγκύκλιον εις όλας τας Εκκλησίας της Ανατολής, εν ή δεινώς εμέμφετο την πολιτείαν και τας πράξεις του επισκόπου Ρώμης, καταγγέλλων προς τοις άλλοις την παπικήν Εκκλησίαν και επί καινοτομία αιρετική γενομένη εν τω Συμβόλω της πίστεως. Σύνοδος δε οικουμενική συνελθούσα τω αυτώ έτει κατεδίκασε και ανεθεμάτισε τον πάπαν. Αλλά τω αυτώ έτει, καθ’ ό ταύτα εποίει ο Φώτιος, ο υπό του Μιχαήλ μετά τον υπ’ αυτού γενόμενον φόνον του καίσαρος Βάρδα εις το αξίωμα τούτο υψωθείς πρώην ιπποκόμος αυτού Βασίλειος ο Μακεδών φονεύσας αυτόν ανήλθεν εις τον θρόνον γενόμενος ιδρυτής νέας βασιλικής δυναστείας, της Μακεδονικής καλουμένης. Ο Βασίλειος ευθύς μετά την εις τον θρόνον άνοδον κατέπαυσε τας εκκλησιαστικάς έριδας και επανήγαγε παροδικώς και την προς τον Πάπαν ειρήνην ανακαλέσας από της εξορίας τον Ιγνάτιον και αποκαταστήσας αυτόν εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν, εξορίσας δε τον Φώτιον και είτα διά Συνόδου Οικουμενικής, επέτυχε την επικύρωσιν των γενομένων (869)· ο δε Ιγνάτιος έμεινεν επί του θρόνου εν ειρήνη μέχρι του θανάτου (879). Ότε δε πάλιν ο Βασίλειος επανήγαγεν εις τον θρόνον τον Φώτιον, Σύνοδος Οικουμενική συνελθούσα, εις ήν παρίστατο και Επίτροπος του Πάπα, επεκύρωσε την του Φωτίου ανάρρησιν.
Ούτω τα γεγονότα ταύτα τα περί τον Ιγνάτιον και Φώτιον δεν επήνεγκον οριστικόν σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών· αλλ’ η του Φωτίου σθεναρά προς την παπικήν Εκκλησίαν πολιτεία συνετέλεσεν εις τον βαθύτερον χωρισμόν των δύο Εκκλησιών. Ως δε είπομεν εν τοις έμπροσθεν, ο μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χωρισμός προήρχετο εκ γενικωτέρων ιστορικών αιτίων, εις ά νυν προσετέθησαν και οι λόγοι οι θρησκευτικοί, οι επιτείναντες την διάστασιν και επενεγκόντες μετά τινα χρόνον το οριστικόν μεταξύ των δύο Εκκλησιών σχίσμα.
![]() |
| Η απαράμιλλη βυζαντινή ευσέβεια. Ο ναύαρχος Nικήτας Ωορύφας στα χρόνια του Βασιλείου του Μακεδόνα, ανάμεσα στα πολλά θηριώδη βασανιστήρια που χρησιμοποιούσε, κρεμούσε τους εξωμότες με τροχαλία πάνω σε καζάνια με καυτή πίσσα και τους άφηνε, χαλαρώνοντας τις αλυσίδες, να βυθιστούν κοροϊδεύοντας πως τους βαφτίζει (Μαδρίτη, Εθν.Βιβλιοθήκη, χειρόγραφο Σκυλίτζη). |
Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024
Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία
0.2. Αρχαία ελληνικά γράμματα
Είπαμε ότι η γραμματολογία «μελετά τα γράμματα μιας ορισμένης γλώσσας και εποχής». Έτσι, η δική μας Αρχαία ελληνική γραμματολογία μελετά όλα τα μνημεία του λόγου που είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, όπως τη μίλησαν και την έγραψαν όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και πολλοί ξένοι στους είκοσι και παραπάνω αιώνες της αρχαιότητας. Το αντικείμενο είναι τεράστιο: χιλιάδες κείμενα, μικρά μεγάλα, που σωστό είναι, για να τα μελετήσουμε, να τα χωρίσουμε σε κατηγορίες (α) ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενό τους, και (β) ανάλογα με την εποχή της συγγραφής τους.
Ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενο τα κείμενα κατατάσσονται, σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. Ο πίνακας είναι σωστός· όχι όμως και ολοκληρωμένος, καθώς καθεμιά από τις κατηγορίες της τρίτης στήλης περιλαμβάνει πολλά ακόμα επιμέρους είδη, που θα τα γνωρίζουμε ένα ένα, όταν τα συναντούμε.

Κατάταξη των αρχαίων ελληνικών κειμένων ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενό τους
Χρονολογικά, η αρχή της ελληνικής αρχαιότητας τοποθετείται γύρω στο 2000 π.Χ., όταν τα πρώτα ινδοευρωπαϊκά φύλα άρχισαν να διεισδύουν στον ελλαδικό χώρο· το τέλος της ορίζεται συμβατικά στο 330 μ.Χ., τότε που η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης σηματοδότησε το ξεκίνημα της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Πιο δύσκολος είναι ο χωρισμός της ελληνικής αρχαιότητας σε περιόδους. Ο πρώτος χωρισμός σε μια προϊστορική και μιαν ιστορική περίοδο γίνεται συνήθως με κριτήριο τη γραφή: στην προϊστορία ανήκουν οι πολλοί αιώνες πριν από την επινόηση της γραφής, στην ιστορία οι αιώνες μετά την επινόηση και τη χρήση της. Τι να πούμε όμως, όταν η γραμμική Β γραφή των Μυκηναίων, που χρησιμοποιήθηκε από το 1600 ως το 1200 π.Χ., ξεχάστηκε, και μεσολάβησαν αρκετοί αιώνες ώσπου να σχηματιστεί μια νέα γραφή, βασισμένη στα φοινικικά γράμματα.
Γραμμένα στη γλώσσα μας, τα κείμενα των μυκηναϊκών πινακίδων ανήκουν στην ελληνική γραμματεία. Ωστόσο, όσες πινακίδες βρέθηκαν και διαβάστηκαν ως τώρα δεν περιέχουν παρά σημειώσεις για διοικητικά και οικονομικά θέματα. Έτσι, από την άποψη του απαρτισμένου ελληνικού λόγου, τα ελληνικά γράμματα και μαζί τους η ιστορική περίοδος της ελληνικής αρχαιότητας ξεκινούν τον 8ο π.Χ. αι. με τα ομηρικά έπη.
Στην ιστορική περίοδο της ελληνικής αρχαιότητας ξεχωρίζουμε τις ακόλουθες εποχές:
Ομηρική εποχή: 8ος π.Χ. αι.
Αρχαϊκή εποχή: 7ος και 6ος π.Χ. αι.
Κλασική εποχή: 5ος και 4ος π.Χ. αι. - Από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας (508 π.Χ.) ως τον θάνατο του Μεγαλέξανδρου (323 π.Χ.)
Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική εποχή: 3ος, 2ος και 1ος π.Χ. αι. - Από τον θάνατο του Μεγαλέξανδρου (323 π.Χ.) ως τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.)
Ελληνορωμαϊκή εποχή: 1ος, 2ος και 3ος μ.Χ. αι. - Από τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.) ως την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (330 μ.Χ.)
Κάθε περίοδος παρουσιάζει ορισμένα κυρίαρχα χαρακτηριστικά, που θα τα μελετήσουμε στο αντίστοιχο κεφάλαιο· πρέπει όμως να τονίσουμε ότι ο διαχωρισμός μιας ιστορικής εξέλιξης σε περιόδους, σε φάσεις κλπ. είναι αυθαίρετος, όπως αυθαίρετο είναι και να καθορίζεται κάποια χρονολογία ως όριο ανάμεσα στη μία και την άλλη περίοδο. Παράδειγμα: όσο σημαντικός και να ήταν ως γεγονός ο θάνατος του Μεγαλέξανδρου, τα χαρακτηριστικά της Κλασικής εποχής δεν εξαφανίστηκαν και τα χαρακτηριστικά της Ελληνιστικής εποχής δεν εμφανίστηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Αντίθετα: η ροή του χρόνου είναι αδιάκοπη, οι εξελίξεις αργές και κάθε εποχή διατηρεί πολλά από τα προηγούμενα και προλαβαίνει πολλά απ᾽ όσα θα ακολουθήσουν. Αν παρ᾽ όλα αυτά ξεχωρίζουμε περιόδους και ορίζουμε κάποιες σημαδιακές χρονολογίες ως όρια, είναι γιατί αυτό μας βοηθά να κατατάξουμε τα δεδομένα, να οργανώσουμε τη μελέτη και να συστηματοποιήσουμε τη γνώση μας.
Είπαμε ότι η γραμματολογία «μελετά τα γράμματα μιας ορισμένης γλώσσας και εποχής». Έτσι, η δική μας Αρχαία ελληνική γραμματολογία μελετά όλα τα μνημεία του λόγου που είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα, όπως τη μίλησαν και την έγραψαν όχι μόνο οι Έλληνες αλλά και πολλοί ξένοι στους είκοσι και παραπάνω αιώνες της αρχαιότητας. Το αντικείμενο είναι τεράστιο: χιλιάδες κείμενα, μικρά μεγάλα, που σωστό είναι, για να τα μελετήσουμε, να τα χωρίσουμε σε κατηγορίες (α) ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενό τους, και (β) ανάλογα με την εποχή της συγγραφής τους.
Ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενο τα κείμενα κατατάσσονται, σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα. Ο πίνακας είναι σωστός· όχι όμως και ολοκληρωμένος, καθώς καθεμιά από τις κατηγορίες της τρίτης στήλης περιλαμβάνει πολλά ακόμα επιμέρους είδη, που θα τα γνωρίζουμε ένα ένα, όταν τα συναντούμε.

Κατάταξη των αρχαίων ελληνικών κειμένων ανάλογα με τη μορφή και το περιεχόμενό τους
Χρονολογικά, η αρχή της ελληνικής αρχαιότητας τοποθετείται γύρω στο 2000 π.Χ., όταν τα πρώτα ινδοευρωπαϊκά φύλα άρχισαν να διεισδύουν στον ελλαδικό χώρο· το τέλος της ορίζεται συμβατικά στο 330 μ.Χ., τότε που η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης σηματοδότησε το ξεκίνημα της βυζαντινής αυτοκρατορίας.
Πιο δύσκολος είναι ο χωρισμός της ελληνικής αρχαιότητας σε περιόδους. Ο πρώτος χωρισμός σε μια προϊστορική και μιαν ιστορική περίοδο γίνεται συνήθως με κριτήριο τη γραφή: στην προϊστορία ανήκουν οι πολλοί αιώνες πριν από την επινόηση της γραφής, στην ιστορία οι αιώνες μετά την επινόηση και τη χρήση της. Τι να πούμε όμως, όταν η γραμμική Β γραφή των Μυκηναίων, που χρησιμοποιήθηκε από το 1600 ως το 1200 π.Χ., ξεχάστηκε, και μεσολάβησαν αρκετοί αιώνες ώσπου να σχηματιστεί μια νέα γραφή, βασισμένη στα φοινικικά γράμματα.
Γραμμένα στη γλώσσα μας, τα κείμενα των μυκηναϊκών πινακίδων ανήκουν στην ελληνική γραμματεία. Ωστόσο, όσες πινακίδες βρέθηκαν και διαβάστηκαν ως τώρα δεν περιέχουν παρά σημειώσεις για διοικητικά και οικονομικά θέματα. Έτσι, από την άποψη του απαρτισμένου ελληνικού λόγου, τα ελληνικά γράμματα και μαζί τους η ιστορική περίοδος της ελληνικής αρχαιότητας ξεκινούν τον 8ο π.Χ. αι. με τα ομηρικά έπη.
Στην ιστορική περίοδο της ελληνικής αρχαιότητας ξεχωρίζουμε τις ακόλουθες εποχές:
Ομηρική εποχή: 8ος π.Χ. αι.
Αρχαϊκή εποχή: 7ος και 6ος π.Χ. αι.
Κλασική εποχή: 5ος και 4ος π.Χ. αι. - Από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας (508 π.Χ.) ως τον θάνατο του Μεγαλέξανδρου (323 π.Χ.)
Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική εποχή: 3ος, 2ος και 1ος π.Χ. αι. - Από τον θάνατο του Μεγαλέξανδρου (323 π.Χ.) ως τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.)
Ελληνορωμαϊκή εποχή: 1ος, 2ος και 3ος μ.Χ. αι. - Από τη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.) ως την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης (330 μ.Χ.)
Κάθε περίοδος παρουσιάζει ορισμένα κυρίαρχα χαρακτηριστικά, που θα τα μελετήσουμε στο αντίστοιχο κεφάλαιο· πρέπει όμως να τονίσουμε ότι ο διαχωρισμός μιας ιστορικής εξέλιξης σε περιόδους, σε φάσεις κλπ. είναι αυθαίρετος, όπως αυθαίρετο είναι και να καθορίζεται κάποια χρονολογία ως όριο ανάμεσα στη μία και την άλλη περίοδο. Παράδειγμα: όσο σημαντικός και να ήταν ως γεγονός ο θάνατος του Μεγαλέξανδρου, τα χαρακτηριστικά της Κλασικής εποχής δεν εξαφανίστηκαν και τα χαρακτηριστικά της Ελληνιστικής εποχής δεν εμφανίστηκαν από τη μια μέρα στην άλλη. Αντίθετα: η ροή του χρόνου είναι αδιάκοπη, οι εξελίξεις αργές και κάθε εποχή διατηρεί πολλά από τα προηγούμενα και προλαβαίνει πολλά απ᾽ όσα θα ακολουθήσουν. Αν παρ᾽ όλα αυτά ξεχωρίζουμε περιόδους και ορίζουμε κάποιες σημαδιακές χρονολογίες ως όρια, είναι γιατί αυτό μας βοηθά να κατατάξουμε τα δεδομένα, να οργανώσουμε τη μελέτη και να συστηματοποιήσουμε τη γνώση μας.
Η Ελληνική Αρχαιότητα: Πόλεμος - Πολιτική - Πολιτισμός 7. Η ρωμαϊκή ηγεμονία
7.5. Ας βρούμε τα σημάδια που αποκαλύπτουν κατάλληλα την ψυχή του καθενός
Στις ρητορικές σχολές της Ρόδου και της Μικράς Ασίας αναπτύχθηκε σταδιακά ένα εξεζητημένο ύφος γραφής, που βασιζόταν στην ελληνιστική κοινή αλλά τη διακοσμούσε με περίτεχνα σχήματα λόγου. Η σαφήνεια και η λιτότητα των Αττικών ρητόρων εγκαταλείφθηκε. Μακρές αλλά ισοζυγισμένες προτάσεις με ηθελημένες παρηχήσεις και περιττά επίθετα σχεδόν νανούριζαν τον ακροατή, προσφέροντας ηδυπαθή χαλάρωση. Η παλαιά ποικιλομορφία του τόνου χάθηκε προς όφελος ενός ρυθμικού συντονισμού με τη συγκίνηση. Το πάθος εξάρθηκε. Ένας κυματιζόμενος και ανθηρός λόγος, κατάλληλος για ανάγνωση ή αισθητική ακρόαση, πήρε τη θέση της λεκτικής αμεσότητας στο δικαστήριο ή την Εκκλησία του Δήμου.
Η αντίδραση προήλθε από κύκλους λογίων που ένιωσαν νοσταλγία για την αττική διάλεκτο και τον επιδέξιο χειρισμό της από τον Λυσία ή τον Δημοσθένη. Η νέα τάση επιστροφής στο παρελθόν ονομάστηκε Αττικισμός, και ο άλλοτε νωχελικός και άλλοτε εμφορούμενος από πάθος αντίπαλός της χαρακτηρίστηκε Ασιανισμός, αφού είχε αναπτυχθεί στην Ασία και ίσως ταίριαζε καλύτερα στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της Ανατολής.
Ο Αττικισμός χαρακτηρίζεται συχνά ως βίαιη προσπάθεια παρεμπόδισης της φυσικής εξέλιξης στη γλώσσα. Ωστόσο, ήδη από τον Όμηρο, η αρχαιότητα διέθετε λογοτεχνικές διαλέκτους, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο αποκομμένες από τη φυσική ομιλία. Οι διάλεκτοι αυτές συνόδευαν συγκεκριμένα γραμματειακά είδη και μετασχηματίζονταν με τρόπους διαφορετικούς από την αβίαστη εξέλιξη των φυσικών γλωσσών.
Ο Αττικισμός εμφανίστηκε κατά τον 1ο αιώνα π.Χ. ως φαινόμενο γλωσσικό και υφολογικό. Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, ένας ιστορικός και οξυδερκής κριτικός της λογοτεχνίας που έζησε την περίοδο του Αυγούστου, είναι ο παλαιότερος γνωστός εκφραστής αυτής της τάσης. Επειδή όμως η γλώσσα επηρεάζει τη σκέψη και τις αξιολογήσεις, από τα σπλάχνα του Αττικισμού γεννήθηκε ένα κίνημα εγγράμματης παιδείας που είχε ως πρότυπο την αθηναϊκή πεζογραφία του 5ου και του 4ου αιώνα, δηλαδή της εποχής που ονομάστηκε κλασική. Το κίνημα αυτό έμεινε γνωστό ως Δεύτερη Σοφιστική και είχε πολλούς και ποικίλους εκπροσώπους κατά την αυτοκρατορική περίοδο.
Η θεματολογία και τα ειδικά ενδιαφέροντα των ιδιαίτερα καλλιεργημένων αυτών ανθρώπων διέφεραν πολύ, και τα έργα τους κυμαίνονταν από τη φιλοσοφική εμβρίθεια έως την πλέον ασπόνδυλη ευρυμάθεια. Όλοι τους όμως συμμερίζονταν την αγάπη για την αρχαία γραμματεία και όλοι τους θαύμαζαν το ύφος του Ομήρου, του Πλάτωνα και του Δημοσθένη. Άλλοι ήθελαν απλώς να διδαχτούν, άλλοι προσπαθούσαν επίσης να μιμηθούν. Ορισμένοι πέτυχαν την πρωτοτυπία που συνεπάγεται η επιρροή όταν συνδυάζεται με αυθεντική αίσθηση του παρόντος. Ο 2ος αιώνας μ.Χ. απείχε πολύ, και όχι μόνο χρονικά, από την κλασική εποχή. Εκτός από τις εξαιρετικά διαφορετικές πολιτικές συνθήκες (οικουμενική αυτοκρατορία έναντι αυτόνομης πόλης, σταθερή μοναρχία έναντι μεταβαλλόμενης δημοκρατίας), απουσίαζε πλέον και ο πόλεμος. Με λίγες αλλά σημαντικές εξαιρέσεις, η περίοδος στην οποία άνθισε η Δεύτερη Σοφιστική υπήρξε εποχή ειρήνης για αρκετές επαρχίες.
Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες του 2ου αιώνα (Τραϊανός, Αδριανός, Αντωνίνος Ευσεβής, Μάρκος Αυρήλιος) υπήρξαν φιλέλληνες και καλλιεργημένοι. Ενθάρρυναν με τα λόγια και στήριξαν με τα έργα τους την ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών, ιδίως της μνημειακής αρχιτεκτονικής. Η Αθήνα κοσμήθηκε με πολυτελή οικοδομήματα που είχε να δει από την εποχή του Περικλή. Με απόφαση του Μάρκου Αυρήλιου, το 176 ιδρύθηκαν στην πόλη τέσσερις έδρες φιλοσοφίας για να εκπροσωπούνται επίσημα οι σπουδαιότερες τάσεις (πλατωνική, περιπατητική, επικούρεια και στωική). Το μέτρο αποσκοπούσε στην οικονομική ενίσχυση και θεσμική κατοχύρωση σχολών που λειτουργούσαν ήδη από αιώνες. Σχετική ειρήνη και πολιτική βούληση συνεργάστηκαν για την πολιτιστική παραγωγή του 2ου αιώνα.
Ο Πλούταρχος (περ. 50-120) γεννήθηκε και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας. Καταγόταν από εύπορη και καλλιεργημένη οικογένεια, σπούδασε στην πλατωνική Ακαδημία και ταξίδεψε μέχρι την Ασία, την Αίγυπτο και την Ιταλία. Κάποια διαστήματα μάλιστα διέμεινε στη Ρώμη, όπου και έδωσε διαλέξεις, ενώ τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του υπήρξε ιερέας του μαντείου των Δελφών. Πάντοτε ήταν ευσεβής. Μεγάλες ψυχικές διακυμάνσεις, αμφιβολίες ή μεταστροφές δεν χαρακτήριζαν την πνευματική πορεία του.
Ο Πλούταρχος αποτελεί υποδειγματική περίπτωση ευρυμαθούς και πολυγραφότατου άνδρα, που συνδυάζει τη ρητορική ευφράδεια με τη φιλοσοφική παιδεία, τις ιστορικές γνώσεις με την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και τις υψηλές γνωριμίες με την πολιτική δράση στον περιορισμένο ορίζοντα της πατρίδας του. Αν και θεωρούσε ότι οι Ρωμαίοι είχαν στερήσει την ελευθερία από τις ελληνικές πόλεις, είχε ωστόσο καλές σχέσεις με την εξουσία τους και μάλιστα συνέβαλε σημαντικά ώστε να φανούν οι γραμμές συνέχειας ανάμεσα στην αρχαία ελληνική και τη ρωμαϊκή αντίληψη του κόσμου. Του απονεμήθηκε άλλωστε η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Κύριο μέλημά του στάθηκε η ηθική διαπαιδαγώγηση των συγχρόνων του.
Τα έργα του χωρίζονται σε πολυάριθμες φιλοσοφικοϊστορικές πραγματείες ή διάλογους (που αποκαλούνται Ηθικά) και σε βιογραφίες σημαντικών πολιτικών προσωπικοτήτων της Ελλάδας και της Ρώμης. Κατά τη συγγραφή των βιογραφιών στόχος του δεν ήταν ούτε η πληρότητα στην παρουσίαση των δεδομένων ούτε η πλήρης ένταξη των προσώπων στα ιστορικά τους συμφραζόμενα. Όπως δηλώνει ο ίδιος, τον ενδιέφερε η ανάδειξη του ἤθους, της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας καθενός προσώπου, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράδειγμα για τον αναγνώστη. Ο Πλούταρχος προτιμούσε να αφηγηθεί εκτενώς ένα επουσιώδες συμβάν στη ζωή του ήρωά του, αν αυτό διέθετε συμβολική και ηθικοδιδακτική αξία, παρά να καταγράψει με αντικειμενική αμεροληψία όλες τις πράξεις του βίου του. Η μεγάλη πρωτοτυπία του όμως συνίσταται στην απόφασή του να παρουσιάσει τα ήθη των περισσότερων ηρώων του κατά ζεύγη, έτσι ώστε ένας Έλληνας να βρίσκει τον ομόλογό του σε έναν νεότερο Ρωμαίο. Με αυτή την ευφυή μέθοδο αντίστιξης ανέδειξε τον παραλληλισμό μεταξύ Ελλάδας και Ρώμης στις πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές και ιδίως στο πολιτικό ήθος. Ταυτόχρονα προώθησε τη λατρεία της σημαντικής προσωπικότητας που ήταν σύμφωνη με το πνεύμα της εποχής.
Ο Πλούταρχος δεν είχε μιμητές στη συγγραφή παράλληλων βίων. Η βιογραφία όμως γνώρισε μεγάλη δόξα. Ο Φιλόστρατος (περ. 170-250), που πρώτος διέκρινε την Αρχαία από τη Δεύτερη Σοφιστική, παρουσίασε ένα έργο με βιογραφίες σημαντικών εκπροσώπων και των δύο τάσεων καθώς και έναν μυθιστορηματικό βίο του Απολλώνιου Τυανέα. Αργότερα ο Διογένης Λαέρτιος (3ος-4ος αιώνας) και ο Ευνάπιος (4ος αιώνας) έκαναν το ίδιο με παλαιότερους και νεότερους σοφιστές και φιλοσόφους. Συχνά το ενδιαφέρον τους, όπως και του Φιλόστρατου, είλκυαν περισσότερο οι πεποιθήσεις των βιογραφουμένων προσώπων παρά οι λεπτομέρειες του βίου τους. Η ζωή και οι σκέψεις ήταν αξεδιάλυτα δεμένες στα μάτια τους. Τα έργα τους είναι περισσότερο δοξογραφικά παρά αμιγώς βιογραφικά. Ακόμη και ιστορικοί, όπως ο Σουητώνιος και ο Ηρωδιανός, επέλεξαν να γράψουν ιστορία δίνοντάς της τη μορφή αυτοκρατορικών βιογραφιών.
Ο Ηρώδης ο Αττικός (περ. 101-177), Έλληνας ρήτορας και πολιτικός με υψηλές διασυνδέσεις, διέθετε τεράστιο πλούτο και ευρεία παιδεία. (Ο Φιλόστρατος υπήρξε ένθερμος θαυμαστής του.) Καταγόταν από μια πολύ επιφανή οικογένεια της Αθήνας. Ο πατέρας του ήταν ο πρώτος ελληνικής καταγωγής Ρωμαίος πολίτης που κατόρθωσε να αποκτήσει το αξίωμα του υπάτου. Ύπατος έγινε και ο ίδιος. Ο Ηρώδης έφτασε να διαθέτει τόσο μεγάλη πολιτική ισχύ στην Αθήνα, ώστε κατηγορήθηκε για τυραννία. Ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (161-180), που συνδεόταν φιλικά μαζί του, προσπάθησε να διασκεδάσει τις κατηγορίες και να δώσει τέλος στην αντιπαράθεση. Αιτία της δεν ήταν μόνο ο φθόνος, αλλά και η ιδιοσυγκρασία του Ηρώδη. Μεγάλος ευεργέτης, έχοντας δαπανήσει τεράστια ποσά για οικοδομικά έργα σε όλη την Ελλάδα και όχι μόνο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, δεν δίσταζε να συγκρουστεί με σπουδαία πρόσωπα. Δεν γνωρίζουμε τα κίνητρα της αντιπαράθεσής του με δύο αδελφούς που είχαν από κοινού διοριστεί κυβερνήτες της ρωμαϊκής Αχαΐας, αλλά η σύγκρουσή του με έναν διάσημο Ρωμαίο ρητοροδιδάσκαλο πρέπει να οφειλόταν σε διάσταση ιδεών. Γνωστή ήταν άλλωστε και η επίθεση που εξαπέλυσε εναντίον του ο Περεγρίνος. Από τη ρητορική παραγωγή του σώζεται μόνο ένας αμφισβητούμενος λόγος Περὶ πολιτείας. Μαθητής του λέγεται ότι υπήρξε ο Αίλιος Αριστείδης (117-189), μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία της εποχής.
Η παρατήρηση του ουρανού και η εμπειρία των ονείρων είναι οι δύο πιο σημαντικές πηγές της θρησκευτικότητας. Αυτό τουλάχιστον πίστευε ο Αριστοτέλης. Και δεν εννοούσε μόνο το δέος του νυχτερινού θόλου, αλλά επίσης τις εναρμόνιες -ημερήσιες, μηνιαίες, ετήσιες- μετατοπίσεις του Ήλιου και τις αυξομειώσεις της Σελήνης. Ούτε αναφερόταν απλώς στα ενύπνια. Αυτό που μάλλον τον παρακίνησε να θεωρήσει τον ύπνο ως προνομιακή δίοδο επικοινωνίας με τον θεϊκό χώρο ήταν η συνταρακτική εμπειρία των ιδιαίτερα συμβολικών ονείρων.
Στην ελληνική παράδοση πολλά συνεργούσαν σε μια τέτοια αντίληψη. Ήδη στον Όμηρο υπάρχουν θεόσταλτα όνειρα. Οι επικοί και τραγικοί ποιητές είχαν εκμεταλλευτεί δεόντως την προφητική σημασία τους για τους σκοπούς της δράσης. Κάποιοι θρησκευτικοί συγγραφείς και αλληγοριστές (όπως ο άγνωστος συγγραφέας ενός πρόσφατα δημοσιευμένου παπύρου που βρέθηκε στο Δερβένι, έξω από τη Θεσσαλονίκη) είχαν θεωρήσει ότι από όλες τις καταστάσεις αλλοιωμένης συνείδησης η ονειρική αποτελεί την πιο εύκολη και διαδεδομένη οδό γνώσης των θεϊκών βουλών. Στα ιερά του Ασκληπιού μια συνηθισμένη μέθοδος θεραπείας ήταν η ἐγκοίμησις: ο ασθενής πλάγιαζε μέσα στον ιερό χώρο, και στον ύπνο ο θεός τού παρείχε ίαση - κυριολεκτικά ή συμβολικά. Η ερμηνεία των ονείρων απασχολούσε πολύ και τους Ρωμαίους.
Ενώ τα όνειρα εκείνα που κατακλύζουν τον κοιμώμενο με μια αύρα ιερότητας είχαν γίνει αντικείμενο εξονυχιστικής μελέτης από τους εντεταλμένους ερμηνευτές των θεών, κανένας, όσο γνωρίζουμε, δεν είχε σκεφτεί να κρατήσει καθημερινό ημερολόγιο των ενυπνίων του. Αυτά μέχρι την εποχή του Αίλιου Αριστείδη.
Γόνος εύπορης οικογένειας από τη Μικρά Ασία, ο Αίλιος Αριστείδης μελέτησε και ταξίδεψε πολύ. Οι ρητορικές του ικανότητες ήταν εκπληκτικές και από νεαρή ηλικία γνώρισε τον απροσποίητο θαυμασμό των συγχρόνων του. Στα είκοσί του χρόνια έφτασε στη Ρώμη, όχι ως κάποιος τυχαίος που ψάχνει τον δρόμο του, αλλά ως ένας ήδη φτασμένος ρήτορας. Η υγεία του όμως ήταν εξαιρετικά ασταθής. Υπέφερε από κάθε είδους νόσημα. Όλα τους είχαν ψυχοσωματική προέλευση.
Στην προσπάθειά του να καταλάβει τι συμβαίνει, ο Αίλιος Αριστείδης άρχισε να καταγράφει τα όνειρά του. Το εκτενέστατο αυτό έργο ονομάστηκε Ἱεροί λόγοι, γιατί περιλάμβανε συμβολικά συμβάντα των οποίων η πηγή πιστευόταν ότι βρίσκεται έξω από την ανθρώπινη ψυχή. Στην περίπτωση του Αίλιου Αριστείδη ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ψυχικό δράμα ενός ανθρώπου, στον οποίο η ακόρεστη φιλοδοξία συγκρούεται με ένα εξίσου αφόρητο αίσθημα προσωπικής ενοχής.
Τελικά ο Αίλιος Αριστείδης κατόρθωσε να γιατρευτεί μόνος του. Την αυτοΐασή του την απέδωσε, όπως θα έκαναν πολλοί την εποχή του, στην επιτυχή εξιλέωση δαιμονικών δυνάμεων και στη συνδρομή των θεών. Αν δεν ήταν η πολύ επιτυχημένη υπεράσπιση της ρητορικής έναντι της φιλοσοφίας που επιχείρησε ο Αριστείδης στο πλαίσιο μιας φανταστικής αντιπαράθεσης με τον Πλάτωνα, πιθανόν δεν θα γνωρίζαμε το προσωπικό δράμα ενός μεγάλου Αττικιστή. Τα κείμενά του θα είχαν περιπέσει στην αφάνεια και θα είχαν πιθανότατα χαθεί. Το προσωπικό και ονειρικό δράμα του διασώθηκε επειδή ήταν έξοχος ρήτορας.
Τα όνειρα έχουν ανάγκη αποκρυπτογράφησης. Πολύ σπάνια μιλούν με κυριολεξίες. Τις περισσότερες φορές είναι σύμβολα που λειτουργούν με βάση τις αρχές της αναλογίας, της υποκατάστασης και της μετωνυμίας. Τη συστηματική ερμηνεία τους ανέλαβε ο Αρτεμίδωρος από τη Δάλδη στο πρώτο σωζόμενο έργο αρχαίας ονειροκριτικής. Ενώ η μέθοδος του Αρτεμίδωρου διαφέρει πολύ από τη σύγχρονη ψυχαναλυτική τάση, η αρχαία και η νεότερη ερμηνευτική συμφωνούν στη διάκριση του φαινομενικού από το βαθύ περιεχόμενο των ονείρων και στον εγγενή δυναμισμό των ψυχικών παραστάσεων, που μετασχηματίζονται σαν τον Πρωτέα. Όπως όλα τα φαινόμενα της ζωής, δεν υπάρχουν ποτέ δύο πανομοιότυπα όνειρα. Η αναγνώριση της ομοιότητας ή και ταυτότητας μέσα στην ποικιλόμορφη διαφορά είναι ένδειξη πραγματικής τέχνης. Ο Αρτεμίδωρος, αν και ονειροκρίτης, ανήκει και αυτός στο αρχαιότροπο κίνημα της Δεύτερης Σοφιστικής.
Σύγχρονος του Αίλιου Αριστείδη και του Αρτεμίδωρου ήταν ο Γαληνός (129 - περ. 200), ο μεγαλύτερος γιατρός που γνώρισε η αρχαιότητα μετά τον Ιπποκράτη. Γεννημένος στο Πέργαμο, ο Γαληνός έδειξε από νεαρή ηλικία ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον για όλους σχεδόν τους τομείς του επιστητού. Η οικογένειά του είχε παράδοση στη γνώση. Μελέτησε μόνος του αστρονομία, αρχιτεκτονική, βοτανική, φιλοσοφία και υπηρέτησε ως θεραπευτής στο Ασκληπιείο της πόλης του, πριν φύγει για σπουδές στη Σμύρνη, την Κόρινθο και την Αλεξάνδρεια. Τελικά βρέθηκε στη Ρώμη να δίνει διαλέξεις στα ελληνικά και να υπηρετεί ως προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου.
Ο Γαληνός ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις ανατομές ζώων, από τις οποίες απέκτησε μια εξαιρετική κατ᾽ αναλογία γνώση της ανθρώπινης ανατομίας, και στη συνέχεια αποπειράθηκε να κάνει πρωτόγνωρες εγχειρήσεις στους ασθενείς του - κάποιοι ήταν τραυματισμένοι μονομάχοι του ιπποδρόμου. Οι επιτυχίες που είχε του προσέδωσαν τη φήμη μεγάλου θαυματουργού.
Ο Γαληνός αναγνώριζε, δίπλα στις καθαρά σωματικές ασθένειες, τις αρρώστιες της ψυχής - με ή χωρίς σωματικά συμπτώματα. Ταυτόχρονα υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας, όχι μόνο στον ειδικό τομέα της ιατρικής (και ιδίως στα πεδία της φυσιολογίας και της ανατομίας), αλλά και σε κλάδους όπως η γνωσιοθεωρία, η μεθοδολογία της επιστήμης και η λογική. Προσπάθησε μάλιστα να εναρμονίσει σε μια ενιαία σύνθεση την αριστοτελική με τη στωική λογική. Τόσο πολυάριθμα ήταν τα συγγράμματά του, ώστε αναγκάστηκε ο ίδιος να συντάξει δύο ειδικούς καταλόγους των έργων του. Μεγάλος θαυμαστής του Ιπποκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, δεν δίσταζε να διαφωνεί μαζί τους όταν η προσωπική του πείρα είχε δείξει άλλο δρόμο για την επίλυση ενός ζητήματος. Μέχρι την περίοδο της Αναγέννησης, οι γνώσεις ανατομίας που διέθεταν οι γιατροί προέρχονταν, άμεσα ή έμμεσα, από τις δικές του ανακαλύψεις. Κατά τη γνώμη του, ο αληθινός γιατρός έπρεπε να είναι ταυτόχρονα γνώστης του κόσμου, ικανός χειρουργός και αγαθός άνθρωπος.
Ο όρος Δεύτερη Σοφιστική περιλαμβάνει μια πληθώρα ετερόκλητων συγγραφέων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν επίσης ο Παυσανίας, που περιηγήθηκε τον ελλαδικό χώρο στο μέσον του 2ου αιώνα και ενδιαφέρθηκε να καταγράψει, με θρησκευτική ζέση, τα σημαντικά μνημεία και τους μύθους του παρελθόντος (σε ένα έργο που επιγράφεται Ἑλλάδος περιήγησις), και ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα της Συρίας, ο οποίος την ίδια εποχή έστρεφε το καυστικό πνεύμα του προς όλες τις κατευθύνσεις, ιδίως τις θρησκοληπτικές, δίχως οίκτο για την ανθρώπινη αδυναμία και δίχως προσκόλληση σε ένα συγκεκριμένο γραμματειακό είδος ή σε μία και μόνο λογοτεχνική διάλεκτο.
Μερικοί οπαδοί της Δεύτερης Σοφιστικής δημιούργησαν βοηθήματα για τη μελέτη της κλασικής γραμματείας. Ο Αρποκρατίων και ο Πολυδεύκης υπήρξαν λεξικογράφοι, ο Αθηναίος συλλέκτης ετερόκλητων πληροφοριών. Άλλοι αφιέρωσαν τον μόχθο τους στην επιστημονική μελέτη της ρητορικής. Ο Ερμογένης από την Ταρσό της Κιλικίας ενδιαφέρθηκε για την ταξινόμηση όλων των δυνατών βασικών θέσεων (στάσεων) που μπορεί ο ρήτορας να χρησιμοποιήσει σε έναν λόγο, ιδίως δικανικό, προκειμένου να ενισχύσει, όσο είναι εφικτό, την επιχειρηματολογία του.
Η Δεύτερη Σοφιστική ήταν τόσο πολύμορφη όσο και οι χαρακτήρες των εκπροσώπων της. Η πολιτική και πολιτιστική ενοποίηση της ανατολικής Μεσογείου παρείχε τον κοινό χώρο δράσης, όχι ομοιόμορφη μονοτονία.
Στις ρητορικές σχολές της Ρόδου και της Μικράς Ασίας αναπτύχθηκε σταδιακά ένα εξεζητημένο ύφος γραφής, που βασιζόταν στην ελληνιστική κοινή αλλά τη διακοσμούσε με περίτεχνα σχήματα λόγου. Η σαφήνεια και η λιτότητα των Αττικών ρητόρων εγκαταλείφθηκε. Μακρές αλλά ισοζυγισμένες προτάσεις με ηθελημένες παρηχήσεις και περιττά επίθετα σχεδόν νανούριζαν τον ακροατή, προσφέροντας ηδυπαθή χαλάρωση. Η παλαιά ποικιλομορφία του τόνου χάθηκε προς όφελος ενός ρυθμικού συντονισμού με τη συγκίνηση. Το πάθος εξάρθηκε. Ένας κυματιζόμενος και ανθηρός λόγος, κατάλληλος για ανάγνωση ή αισθητική ακρόαση, πήρε τη θέση της λεκτικής αμεσότητας στο δικαστήριο ή την Εκκλησία του Δήμου.
Η αντίδραση προήλθε από κύκλους λογίων που ένιωσαν νοσταλγία για την αττική διάλεκτο και τον επιδέξιο χειρισμό της από τον Λυσία ή τον Δημοσθένη. Η νέα τάση επιστροφής στο παρελθόν ονομάστηκε Αττικισμός, και ο άλλοτε νωχελικός και άλλοτε εμφορούμενος από πάθος αντίπαλός της χαρακτηρίστηκε Ασιανισμός, αφού είχε αναπτυχθεί στην Ασία και ίσως ταίριαζε καλύτερα στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της Ανατολής.
Ο Αττικισμός χαρακτηρίζεται συχνά ως βίαιη προσπάθεια παρεμπόδισης της φυσικής εξέλιξης στη γλώσσα. Ωστόσο, ήδη από τον Όμηρο, η αρχαιότητα διέθετε λογοτεχνικές διαλέκτους, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο αποκομμένες από τη φυσική ομιλία. Οι διάλεκτοι αυτές συνόδευαν συγκεκριμένα γραμματειακά είδη και μετασχηματίζονταν με τρόπους διαφορετικούς από την αβίαστη εξέλιξη των φυσικών γλωσσών.
Ο Αττικισμός εμφανίστηκε κατά τον 1ο αιώνα π.Χ. ως φαινόμενο γλωσσικό και υφολογικό. Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς, ένας ιστορικός και οξυδερκής κριτικός της λογοτεχνίας που έζησε την περίοδο του Αυγούστου, είναι ο παλαιότερος γνωστός εκφραστής αυτής της τάσης. Επειδή όμως η γλώσσα επηρεάζει τη σκέψη και τις αξιολογήσεις, από τα σπλάχνα του Αττικισμού γεννήθηκε ένα κίνημα εγγράμματης παιδείας που είχε ως πρότυπο την αθηναϊκή πεζογραφία του 5ου και του 4ου αιώνα, δηλαδή της εποχής που ονομάστηκε κλασική. Το κίνημα αυτό έμεινε γνωστό ως Δεύτερη Σοφιστική και είχε πολλούς και ποικίλους εκπροσώπους κατά την αυτοκρατορική περίοδο.
Η θεματολογία και τα ειδικά ενδιαφέροντα των ιδιαίτερα καλλιεργημένων αυτών ανθρώπων διέφεραν πολύ, και τα έργα τους κυμαίνονταν από τη φιλοσοφική εμβρίθεια έως την πλέον ασπόνδυλη ευρυμάθεια. Όλοι τους όμως συμμερίζονταν την αγάπη για την αρχαία γραμματεία και όλοι τους θαύμαζαν το ύφος του Ομήρου, του Πλάτωνα και του Δημοσθένη. Άλλοι ήθελαν απλώς να διδαχτούν, άλλοι προσπαθούσαν επίσης να μιμηθούν. Ορισμένοι πέτυχαν την πρωτοτυπία που συνεπάγεται η επιρροή όταν συνδυάζεται με αυθεντική αίσθηση του παρόντος. Ο 2ος αιώνας μ.Χ. απείχε πολύ, και όχι μόνο χρονικά, από την κλασική εποχή. Εκτός από τις εξαιρετικά διαφορετικές πολιτικές συνθήκες (οικουμενική αυτοκρατορία έναντι αυτόνομης πόλης, σταθερή μοναρχία έναντι μεταβαλλόμενης δημοκρατίας), απουσίαζε πλέον και ο πόλεμος. Με λίγες αλλά σημαντικές εξαιρέσεις, η περίοδος στην οποία άνθισε η Δεύτερη Σοφιστική υπήρξε εποχή ειρήνης για αρκετές επαρχίες.
Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες του 2ου αιώνα (Τραϊανός, Αδριανός, Αντωνίνος Ευσεβής, Μάρκος Αυρήλιος) υπήρξαν φιλέλληνες και καλλιεργημένοι. Ενθάρρυναν με τα λόγια και στήριξαν με τα έργα τους την ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών, ιδίως της μνημειακής αρχιτεκτονικής. Η Αθήνα κοσμήθηκε με πολυτελή οικοδομήματα που είχε να δει από την εποχή του Περικλή. Με απόφαση του Μάρκου Αυρήλιου, το 176 ιδρύθηκαν στην πόλη τέσσερις έδρες φιλοσοφίας για να εκπροσωπούνται επίσημα οι σπουδαιότερες τάσεις (πλατωνική, περιπατητική, επικούρεια και στωική). Το μέτρο αποσκοπούσε στην οικονομική ενίσχυση και θεσμική κατοχύρωση σχολών που λειτουργούσαν ήδη από αιώνες. Σχετική ειρήνη και πολιτική βούληση συνεργάστηκαν για την πολιτιστική παραγωγή του 2ου αιώνα.
Ο Πλούταρχος (περ. 50-120) γεννήθηκε και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας. Καταγόταν από εύπορη και καλλιεργημένη οικογένεια, σπούδασε στην πλατωνική Ακαδημία και ταξίδεψε μέχρι την Ασία, την Αίγυπτο και την Ιταλία. Κάποια διαστήματα μάλιστα διέμεινε στη Ρώμη, όπου και έδωσε διαλέξεις, ενώ τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του υπήρξε ιερέας του μαντείου των Δελφών. Πάντοτε ήταν ευσεβής. Μεγάλες ψυχικές διακυμάνσεις, αμφιβολίες ή μεταστροφές δεν χαρακτήριζαν την πνευματική πορεία του.
Ο Πλούταρχος αποτελεί υποδειγματική περίπτωση ευρυμαθούς και πολυγραφότατου άνδρα, που συνδυάζει τη ρητορική ευφράδεια με τη φιλοσοφική παιδεία, τις ιστορικές γνώσεις με την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης και τις υψηλές γνωριμίες με την πολιτική δράση στον περιορισμένο ορίζοντα της πατρίδας του. Αν και θεωρούσε ότι οι Ρωμαίοι είχαν στερήσει την ελευθερία από τις ελληνικές πόλεις, είχε ωστόσο καλές σχέσεις με την εξουσία τους και μάλιστα συνέβαλε σημαντικά ώστε να φανούν οι γραμμές συνέχειας ανάμεσα στην αρχαία ελληνική και τη ρωμαϊκή αντίληψη του κόσμου. Του απονεμήθηκε άλλωστε η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη. Κύριο μέλημά του στάθηκε η ηθική διαπαιδαγώγηση των συγχρόνων του.
Τα έργα του χωρίζονται σε πολυάριθμες φιλοσοφικοϊστορικές πραγματείες ή διάλογους (που αποκαλούνται Ηθικά) και σε βιογραφίες σημαντικών πολιτικών προσωπικοτήτων της Ελλάδας και της Ρώμης. Κατά τη συγγραφή των βιογραφιών στόχος του δεν ήταν ούτε η πληρότητα στην παρουσίαση των δεδομένων ούτε η πλήρης ένταξη των προσώπων στα ιστορικά τους συμφραζόμενα. Όπως δηλώνει ο ίδιος, τον ενδιέφερε η ανάδειξη του ἤθους, της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας καθενός προσώπου, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράδειγμα για τον αναγνώστη. Ο Πλούταρχος προτιμούσε να αφηγηθεί εκτενώς ένα επουσιώδες συμβάν στη ζωή του ήρωά του, αν αυτό διέθετε συμβολική και ηθικοδιδακτική αξία, παρά να καταγράψει με αντικειμενική αμεροληψία όλες τις πράξεις του βίου του. Η μεγάλη πρωτοτυπία του όμως συνίσταται στην απόφασή του να παρουσιάσει τα ήθη των περισσότερων ηρώων του κατά ζεύγη, έτσι ώστε ένας Έλληνας να βρίσκει τον ομόλογό του σε έναν νεότερο Ρωμαίο. Με αυτή την ευφυή μέθοδο αντίστιξης ανέδειξε τον παραλληλισμό μεταξύ Ελλάδας και Ρώμης στις πολιτικές αντιλήψεις και πρακτικές και ιδίως στο πολιτικό ήθος. Ταυτόχρονα προώθησε τη λατρεία της σημαντικής προσωπικότητας που ήταν σύμφωνη με το πνεύμα της εποχής.
Ο Πλούταρχος δεν είχε μιμητές στη συγγραφή παράλληλων βίων. Η βιογραφία όμως γνώρισε μεγάλη δόξα. Ο Φιλόστρατος (περ. 170-250), που πρώτος διέκρινε την Αρχαία από τη Δεύτερη Σοφιστική, παρουσίασε ένα έργο με βιογραφίες σημαντικών εκπροσώπων και των δύο τάσεων καθώς και έναν μυθιστορηματικό βίο του Απολλώνιου Τυανέα. Αργότερα ο Διογένης Λαέρτιος (3ος-4ος αιώνας) και ο Ευνάπιος (4ος αιώνας) έκαναν το ίδιο με παλαιότερους και νεότερους σοφιστές και φιλοσόφους. Συχνά το ενδιαφέρον τους, όπως και του Φιλόστρατου, είλκυαν περισσότερο οι πεποιθήσεις των βιογραφουμένων προσώπων παρά οι λεπτομέρειες του βίου τους. Η ζωή και οι σκέψεις ήταν αξεδιάλυτα δεμένες στα μάτια τους. Τα έργα τους είναι περισσότερο δοξογραφικά παρά αμιγώς βιογραφικά. Ακόμη και ιστορικοί, όπως ο Σουητώνιος και ο Ηρωδιανός, επέλεξαν να γράψουν ιστορία δίνοντάς της τη μορφή αυτοκρατορικών βιογραφιών.
Ο Ηρώδης ο Αττικός (περ. 101-177), Έλληνας ρήτορας και πολιτικός με υψηλές διασυνδέσεις, διέθετε τεράστιο πλούτο και ευρεία παιδεία. (Ο Φιλόστρατος υπήρξε ένθερμος θαυμαστής του.) Καταγόταν από μια πολύ επιφανή οικογένεια της Αθήνας. Ο πατέρας του ήταν ο πρώτος ελληνικής καταγωγής Ρωμαίος πολίτης που κατόρθωσε να αποκτήσει το αξίωμα του υπάτου. Ύπατος έγινε και ο ίδιος. Ο Ηρώδης έφτασε να διαθέτει τόσο μεγάλη πολιτική ισχύ στην Αθήνα, ώστε κατηγορήθηκε για τυραννία. Ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (161-180), που συνδεόταν φιλικά μαζί του, προσπάθησε να διασκεδάσει τις κατηγορίες και να δώσει τέλος στην αντιπαράθεση. Αιτία της δεν ήταν μόνο ο φθόνος, αλλά και η ιδιοσυγκρασία του Ηρώδη. Μεγάλος ευεργέτης, έχοντας δαπανήσει τεράστια ποσά για οικοδομικά έργα σε όλη την Ελλάδα και όχι μόνο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, δεν δίσταζε να συγκρουστεί με σπουδαία πρόσωπα. Δεν γνωρίζουμε τα κίνητρα της αντιπαράθεσής του με δύο αδελφούς που είχαν από κοινού διοριστεί κυβερνήτες της ρωμαϊκής Αχαΐας, αλλά η σύγκρουσή του με έναν διάσημο Ρωμαίο ρητοροδιδάσκαλο πρέπει να οφειλόταν σε διάσταση ιδεών. Γνωστή ήταν άλλωστε και η επίθεση που εξαπέλυσε εναντίον του ο Περεγρίνος. Από τη ρητορική παραγωγή του σώζεται μόνο ένας αμφισβητούμενος λόγος Περὶ πολιτείας. Μαθητής του λέγεται ότι υπήρξε ο Αίλιος Αριστείδης (117-189), μια ιδιαίτερη φυσιογνωμία της εποχής.
Η παρατήρηση του ουρανού και η εμπειρία των ονείρων είναι οι δύο πιο σημαντικές πηγές της θρησκευτικότητας. Αυτό τουλάχιστον πίστευε ο Αριστοτέλης. Και δεν εννοούσε μόνο το δέος του νυχτερινού θόλου, αλλά επίσης τις εναρμόνιες -ημερήσιες, μηνιαίες, ετήσιες- μετατοπίσεις του Ήλιου και τις αυξομειώσεις της Σελήνης. Ούτε αναφερόταν απλώς στα ενύπνια. Αυτό που μάλλον τον παρακίνησε να θεωρήσει τον ύπνο ως προνομιακή δίοδο επικοινωνίας με τον θεϊκό χώρο ήταν η συνταρακτική εμπειρία των ιδιαίτερα συμβολικών ονείρων.
Στην ελληνική παράδοση πολλά συνεργούσαν σε μια τέτοια αντίληψη. Ήδη στον Όμηρο υπάρχουν θεόσταλτα όνειρα. Οι επικοί και τραγικοί ποιητές είχαν εκμεταλλευτεί δεόντως την προφητική σημασία τους για τους σκοπούς της δράσης. Κάποιοι θρησκευτικοί συγγραφείς και αλληγοριστές (όπως ο άγνωστος συγγραφέας ενός πρόσφατα δημοσιευμένου παπύρου που βρέθηκε στο Δερβένι, έξω από τη Θεσσαλονίκη) είχαν θεωρήσει ότι από όλες τις καταστάσεις αλλοιωμένης συνείδησης η ονειρική αποτελεί την πιο εύκολη και διαδεδομένη οδό γνώσης των θεϊκών βουλών. Στα ιερά του Ασκληπιού μια συνηθισμένη μέθοδος θεραπείας ήταν η ἐγκοίμησις: ο ασθενής πλάγιαζε μέσα στον ιερό χώρο, και στον ύπνο ο θεός τού παρείχε ίαση - κυριολεκτικά ή συμβολικά. Η ερμηνεία των ονείρων απασχολούσε πολύ και τους Ρωμαίους.
Ενώ τα όνειρα εκείνα που κατακλύζουν τον κοιμώμενο με μια αύρα ιερότητας είχαν γίνει αντικείμενο εξονυχιστικής μελέτης από τους εντεταλμένους ερμηνευτές των θεών, κανένας, όσο γνωρίζουμε, δεν είχε σκεφτεί να κρατήσει καθημερινό ημερολόγιο των ενυπνίων του. Αυτά μέχρι την εποχή του Αίλιου Αριστείδη.
Γόνος εύπορης οικογένειας από τη Μικρά Ασία, ο Αίλιος Αριστείδης μελέτησε και ταξίδεψε πολύ. Οι ρητορικές του ικανότητες ήταν εκπληκτικές και από νεαρή ηλικία γνώρισε τον απροσποίητο θαυμασμό των συγχρόνων του. Στα είκοσί του χρόνια έφτασε στη Ρώμη, όχι ως κάποιος τυχαίος που ψάχνει τον δρόμο του, αλλά ως ένας ήδη φτασμένος ρήτορας. Η υγεία του όμως ήταν εξαιρετικά ασταθής. Υπέφερε από κάθε είδους νόσημα. Όλα τους είχαν ψυχοσωματική προέλευση.
Στην προσπάθειά του να καταλάβει τι συμβαίνει, ο Αίλιος Αριστείδης άρχισε να καταγράφει τα όνειρά του. Το εκτενέστατο αυτό έργο ονομάστηκε Ἱεροί λόγοι, γιατί περιλάμβανε συμβολικά συμβάντα των οποίων η πηγή πιστευόταν ότι βρίσκεται έξω από την ανθρώπινη ψυχή. Στην περίπτωση του Αίλιου Αριστείδη ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ψυχικό δράμα ενός ανθρώπου, στον οποίο η ακόρεστη φιλοδοξία συγκρούεται με ένα εξίσου αφόρητο αίσθημα προσωπικής ενοχής.
Τελικά ο Αίλιος Αριστείδης κατόρθωσε να γιατρευτεί μόνος του. Την αυτοΐασή του την απέδωσε, όπως θα έκαναν πολλοί την εποχή του, στην επιτυχή εξιλέωση δαιμονικών δυνάμεων και στη συνδρομή των θεών. Αν δεν ήταν η πολύ επιτυχημένη υπεράσπιση της ρητορικής έναντι της φιλοσοφίας που επιχείρησε ο Αριστείδης στο πλαίσιο μιας φανταστικής αντιπαράθεσης με τον Πλάτωνα, πιθανόν δεν θα γνωρίζαμε το προσωπικό δράμα ενός μεγάλου Αττικιστή. Τα κείμενά του θα είχαν περιπέσει στην αφάνεια και θα είχαν πιθανότατα χαθεί. Το προσωπικό και ονειρικό δράμα του διασώθηκε επειδή ήταν έξοχος ρήτορας.
Τα όνειρα έχουν ανάγκη αποκρυπτογράφησης. Πολύ σπάνια μιλούν με κυριολεξίες. Τις περισσότερες φορές είναι σύμβολα που λειτουργούν με βάση τις αρχές της αναλογίας, της υποκατάστασης και της μετωνυμίας. Τη συστηματική ερμηνεία τους ανέλαβε ο Αρτεμίδωρος από τη Δάλδη στο πρώτο σωζόμενο έργο αρχαίας ονειροκριτικής. Ενώ η μέθοδος του Αρτεμίδωρου διαφέρει πολύ από τη σύγχρονη ψυχαναλυτική τάση, η αρχαία και η νεότερη ερμηνευτική συμφωνούν στη διάκριση του φαινομενικού από το βαθύ περιεχόμενο των ονείρων και στον εγγενή δυναμισμό των ψυχικών παραστάσεων, που μετασχηματίζονται σαν τον Πρωτέα. Όπως όλα τα φαινόμενα της ζωής, δεν υπάρχουν ποτέ δύο πανομοιότυπα όνειρα. Η αναγνώριση της ομοιότητας ή και ταυτότητας μέσα στην ποικιλόμορφη διαφορά είναι ένδειξη πραγματικής τέχνης. Ο Αρτεμίδωρος, αν και ονειροκρίτης, ανήκει και αυτός στο αρχαιότροπο κίνημα της Δεύτερης Σοφιστικής.
Σύγχρονος του Αίλιου Αριστείδη και του Αρτεμίδωρου ήταν ο Γαληνός (129 - περ. 200), ο μεγαλύτερος γιατρός που γνώρισε η αρχαιότητα μετά τον Ιπποκράτη. Γεννημένος στο Πέργαμο, ο Γαληνός έδειξε από νεαρή ηλικία ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον για όλους σχεδόν τους τομείς του επιστητού. Η οικογένειά του είχε παράδοση στη γνώση. Μελέτησε μόνος του αστρονομία, αρχιτεκτονική, βοτανική, φιλοσοφία και υπηρέτησε ως θεραπευτής στο Ασκληπιείο της πόλης του, πριν φύγει για σπουδές στη Σμύρνη, την Κόρινθο και την Αλεξάνδρεια. Τελικά βρέθηκε στη Ρώμη να δίνει διαλέξεις στα ελληνικά και να υπηρετεί ως προσωπικός γιατρός του αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου.
Ο Γαληνός ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις ανατομές ζώων, από τις οποίες απέκτησε μια εξαιρετική κατ᾽ αναλογία γνώση της ανθρώπινης ανατομίας, και στη συνέχεια αποπειράθηκε να κάνει πρωτόγνωρες εγχειρήσεις στους ασθενείς του - κάποιοι ήταν τραυματισμένοι μονομάχοι του ιπποδρόμου. Οι επιτυχίες που είχε του προσέδωσαν τη φήμη μεγάλου θαυματουργού.
Ο Γαληνός αναγνώριζε, δίπλα στις καθαρά σωματικές ασθένειες, τις αρρώστιες της ψυχής - με ή χωρίς σωματικά συμπτώματα. Ταυτόχρονα υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας, όχι μόνο στον ειδικό τομέα της ιατρικής (και ιδίως στα πεδία της φυσιολογίας και της ανατομίας), αλλά και σε κλάδους όπως η γνωσιοθεωρία, η μεθοδολογία της επιστήμης και η λογική. Προσπάθησε μάλιστα να εναρμονίσει σε μια ενιαία σύνθεση την αριστοτελική με τη στωική λογική. Τόσο πολυάριθμα ήταν τα συγγράμματά του, ώστε αναγκάστηκε ο ίδιος να συντάξει δύο ειδικούς καταλόγους των έργων του. Μεγάλος θαυμαστής του Ιπποκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, δεν δίσταζε να διαφωνεί μαζί τους όταν η προσωπική του πείρα είχε δείξει άλλο δρόμο για την επίλυση ενός ζητήματος. Μέχρι την περίοδο της Αναγέννησης, οι γνώσεις ανατομίας που διέθεταν οι γιατροί προέρχονταν, άμεσα ή έμμεσα, από τις δικές του ανακαλύψεις. Κατά τη γνώμη του, ο αληθινός γιατρός έπρεπε να είναι ταυτόχρονα γνώστης του κόσμου, ικανός χειρουργός και αγαθός άνθρωπος.
Ο όρος Δεύτερη Σοφιστική περιλαμβάνει μια πληθώρα ετερόκλητων συγγραφέων. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν επίσης ο Παυσανίας, που περιηγήθηκε τον ελλαδικό χώρο στο μέσον του 2ου αιώνα και ενδιαφέρθηκε να καταγράψει, με θρησκευτική ζέση, τα σημαντικά μνημεία και τους μύθους του παρελθόντος (σε ένα έργο που επιγράφεται Ἑλλάδος περιήγησις), και ο Λουκιανός από τα Σαμόσατα της Συρίας, ο οποίος την ίδια εποχή έστρεφε το καυστικό πνεύμα του προς όλες τις κατευθύνσεις, ιδίως τις θρησκοληπτικές, δίχως οίκτο για την ανθρώπινη αδυναμία και δίχως προσκόλληση σε ένα συγκεκριμένο γραμματειακό είδος ή σε μία και μόνο λογοτεχνική διάλεκτο.
Μερικοί οπαδοί της Δεύτερης Σοφιστικής δημιούργησαν βοηθήματα για τη μελέτη της κλασικής γραμματείας. Ο Αρποκρατίων και ο Πολυδεύκης υπήρξαν λεξικογράφοι, ο Αθηναίος συλλέκτης ετερόκλητων πληροφοριών. Άλλοι αφιέρωσαν τον μόχθο τους στην επιστημονική μελέτη της ρητορικής. Ο Ερμογένης από την Ταρσό της Κιλικίας ενδιαφέρθηκε για την ταξινόμηση όλων των δυνατών βασικών θέσεων (στάσεων) που μπορεί ο ρήτορας να χρησιμοποιήσει σε έναν λόγο, ιδίως δικανικό, προκειμένου να ενισχύσει, όσο είναι εφικτό, την επιχειρηματολογία του.
Η Δεύτερη Σοφιστική ήταν τόσο πολύμορφη όσο και οι χαρακτήρες των εκπροσώπων της. Η πολιτική και πολιτιστική ενοποίηση της ανατολικής Μεσογείου παρείχε τον κοινό χώρο δράσης, όχι ομοιόμορφη μονοτονία.
Η Ανθρώπινη Επίγνωση
(Στον Ιερό Περίβολο της Πραγματικότητας)
Ο Χώρος της Επίγνωσης (και της Ανθρώπινης Επίγνωσης επίσης) είναι ο Μόνος Πραγματικός Χώρος, της Ύπαρξης, της Εμπειρίας, της Ζωής: Οποιοδήποτε γνωστικό γεγονός Προϋποθέτει την Επίγνωση (τον Παρατηρητή) ή τον Χώρο Εποπτείας και το παρατηρούμενο (που δεν είναι παρά μεταβολές στις σχέσεις των στοιχείων του παρατηρούμενου χώρου).
Η Επίγνωση Θεωρείται σαν ένα Ολοκληρωμένο Σύστημα Εμπειρίας της Ύπαρξης στο Οποίο Τίθενται εξαρχής το Υποκείμενο και το αντικείμενο. Πως όμως αντιλαμβάνεται το Υποκείμενο, τι αντιλαμβάνεται κι είναι αληθινό ό,τι αντιλαμβάνεται; Αυτό που συλλαμβάνεται είναι η Πραγματικότητα;
Πραγματικότητα είναι Αυτό (ο Χώρος, οι Καταστάσεις, τα όντα, οι σχέσεις, οι μεταβολές του παρατηρούμενου… όλα συλλήψεις της Αντίληψης) που Υπάρχει από Μόνο του, που δεν είναι κατασκευασμένο. Ένας τέτοιος ορισμός της Πραγματικότητας όμως είναι διφορούμενος. Αν Εφαρμοσθεί Κυριολεκτικά μπορεί να Οδηγήσει όντως στην Πραγματικότητα, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα, στην Υπερβατική Πραγματικότητα, στην Αντικειμενικότητα Πέραν του Υποκειμένου, αλλά αν εφαρμοσθεί επιπόλαια, επιφανειακά οδηγεί σε μια τελείως εσφαλμένη αντίληψη της αντικειμενικότητας και της πραγματικότητας. Οι Σοφοί ακολουθούν τον Πρώτο Δρόμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι διολισθαίνουν στην πλαστή πραγματικότητα και στο όνειρο.
Ας το εξηγήσουμε με απλά λόγια: Εφόσον ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης κι Εμπειρίας και Γνώσης είναι η Επίγνωση (δηλαδή το Υποκείμενο), μπορούμε να Οδηγηθούμε στην Αντικειμενική Πραγματικότητα (όπως την ορίσαμε πιο πάνω σαν το μη κατασκευασμένο) μόνον Μέσα στο Υποκείμενο, Υπερβαίνοντας το «Υποκείμενο», τις υποκειμενικές διαδικασίες, αντιλήψεις και βιώματα. Είναι αυτή ακριβώς η Υπέρβαση, η Έξοδος από το Υποκείμενο, που υποδείχθηκε από τους Σοφούς και την Μυστική Παράδοση σαν η Μόνη Οδός που Οδηγεί στην Αλήθεια, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως ακολουθούν εντελώς αντίθετο δρόμο. Ενώ, όπως είπαμε ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης, Εμπειρίας, Γνώσης, είναι η Επίγνωση σαν Σύστημα Υποκειμένου- αντικειμένου (ο κόσμος της δυαδικότητας), το Υποκείμενο καθηλώνεται, οχυρώνεται στον «εαυτό» του και τοποθετεί απέναντί του το αντικειμενικό: αυτό που συλλαμβάνει είναι το άμεσα αντικειμενικό, το οποίο με την παρατήρηση και την επαλήθευση και την διυποκειμενική σύμβαση μεταξύ των ανθρώπων, θεωρείται σαν «αντικειμενικό». Από μια άποψη είναι αντικειμενικό, αλλά δεν είναι η Αντικειμενική Πραγματικότητα.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων προσέγγισης του Αντικειμενικού; Στην Πρώτη Περίπτωση Βγαίνουμε τελείως έξω από το Σύστημα της Επίγνωσης, το Δυαδικό σύστημα, σε μια Κατάσταση Επίγνωσης Ανώτερη, Ευρύτερη και Πλήρη που Αγκαλιάζει τα πάντα: Βιώνουμε ένα Ανοιχτό Σύστημα Αντίληψης, πέρα από την δυαδικότητα, Βιώνουμε την Ενότητα της Ύπαρξης, Βιώνουμε την Πραγματικότητα. Στην Δεύτερη Περίπτωση όμως παραμένουμε μέσα στο Δυαδικό Σύστημα, αποκλεισμένοι στο υποκείμενο και τοποθετώντας τον αντικειμενικό κόσμο απέναντί μας σαν κάτι ξένο: Βιώνουμε όχι μια ολοκληρωμένη εμπειρία της ύπαρξης, αλλά τον διχασμό, την αποξένωση από το περιβάλλον κι αναρωτιόμαστε για τον λόγο ύπαρξής μας, την θέση μας στον κόσμο, τη σχέση μας με τον κόσμο και τους άλλους (όλα αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα που τυραννούν τους ανθρώπους χιλιάδες χρόνια). Ο Πρώτος Δρόμος απαιτεί μια Σαφή Αντίληψη του τι συμβαίνει, απαιτεί μια Πνευματική Ανάπτυξη, μια Υπέρβαση της παρούσας υποκειμενικής κατάστασης, μια Απελευθέρωση της Επίγνωσης από τα υποκειμενικά στοιχεία, μια Διεύρυνση της Επίγνωσης πέρα από τα όρια, στο Χωρίς Όρια. Είναι η στενή και τεθλιμμένη Οδός που Οδηγεί στην Αληθινή Ζωή. Ο Δεύτερος Δρόμος είναι ο εύκολος δρόμος των ανθρώπων που δεν επιθυμούν καμιά πνευματική ανάπτυξη αλλά μια απλή (πολλές φορές μη αξιοπρεπή) επιβίωση και διαβίωση μέσα σε ένα χιλιοκομματιασμένο κόσμο, σε μια ζωώδη κοινωνία που ο πολιτισμός της ανέχεται την αδικία, την φτώχεια, τη δυστυχία…
Πραγματικότητα είναι η Χωρίς Διαφοροποιήσεις Συνεχής Παρουσία που Ανανεώνεται κάθε στιγμή κι είναι πάντα Πλήρης… δεν είναι απλά η απουσία αντίληψης, το «πνευματικό κενό». Η Ηρεμία είναι η Πλήρης Δράση κι η Φωτισμένη Δράση είναι η Απαρασάλευτη Ηρεμία.
Η Επίγνωση Αυθόρμητη, Ανεμπόδιστη, Ανόθευτη, είναι η Πραγματικότητα: Αντίληψη και Περιεχόμενο της Αντίληψης Ταυτίζονται. Αυτός είναι ο λόγος που όλα συλλαμβάνονται, γίνονται γνωστά, χωρίς προσπάθεια. Βιώνουμε την Ύπαρξη σαν Ενότητα, κι όλα Περιέχονται σε αυτή την Εμπειρία.
Πραγματικότητα είναι Αυτό που συλλαμβάνεται (από την Επίγνωση, Πέραν του Υποκειμένου σαν το Αληθινά Αντικειμενικό) άμεσα χωρίς γνωστικές ενέργειες ή διαδικασίες, αυθόρμητα χωρίς παρεμβάσεις: Πραγματικότητα είναι Αυτό που Υπάρχει πριν και μετά την ανθρώπινη σκέψη, πέρα από την ανθρώπινη σκέψη: Μια Πλήρης Αποδοχή Όλου του Χώρου Ύπαρξης σαν Μιας Ενότητας: Μια Αποκάλυψη που δεν οφείλει τίποτα σε δικές μας προσπάθειες: η Μη Κατασκευασμένη Πραγματικότητα.
Οποιαδήποτε προσπάθεια να διευκρινισθεί, να αναλυθεί, ή να ερμηνευθεί το περιεχόμενο της αντίληψης αποτελεί μια αυθαίρετη κατασκευή, μια προβολή των περιοριστικών δραστηριοτήτων στην Πραγματικότητα που μας οδηγεί μέσα στον αδιέξοδο κύκλο της δυαδικότητας, σε μια εικονική πραγματικότητα, σε μια μαζική φρεναπάτη.
Όταν αυτό γίνεται ενστικτωδώς, καθώς αφηνόμαστε στο Ρεύμα της Ζωής, που μας πετάει στις ακτές του άμεσα αντικειμενικού, οδηγούμαστε σε διάφορες αντιλήψεις της Πραγματικότητας. Αυτός είναι στην ουσία του ο μηχανισμός της μετανάστευσης των όντων μέσα στην δημιουργία, στους διάφορους κόσμους. Όταν αυτό γίνεται με συγκεκριμένες προσδιορισμένες διαδικασίες μιλάμε για Πεδία Εκδήλωσης της Ύπαρξης. Κι όταν γίνεται με συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες (που αναγνωρίζουμε σαν νόμους της φύσης) τότε έχουμε μπροστά μας την διαφοροποίηση των (μετρήσιμων) αντικειμενικών κόσμων, του κόσμου του πνεύματος, του νου, της ψυχής, του υλικού κόσμου…
Ανεξάρτητα από το σε ποιο Πεδίο ή Κόσμο Εκδηλώνεται η Επίγνωση η Ίδια η Επίγνωση Είναι Χώρος που Υπερβαίνει τα Πάντα ενώ ταυτόχρονα τα περιλαμβάνει όλα σαν ένα πολύ μικρό μέρος της πραγματικότητάς της… καθώς Επεκτείνεται σε Απέραντα Βάθη Μακριά από όλα.
Η Επίγνωση ακόμα κι όταν Εκδηλώνεται με ένα υλικό φορέα (σώμα) στην Πραγματικότητα Προηγείται του σώματος, είναι Ανεξάρτητη από το Σώμα και Ελεύθερη να Ανυψωθεί πάνω από τον κόσμο της δυαδικότητας και να Πετάξει Προς τα Ανεξερεύνητα Βάθη του Αληθινού Όντος. Εξαρτάται από εμάς να το επιδιώξουμε, να το πραγματοποιήσουμε, να το Βιώσουμε.
Εμείς οι ίδιοι, σαν Επίγνωση, Ανυψωνόμαστε Πέρα από τα Όρια, η θέτουμε όρια, Εκδηλωνόμαστε πνευματικά πέρα από τους ψυχοσωματικούς περιορισμούς (σε μια μεταφυσική πορεία στους αόρατους κόσμους μέχρι την Θεότητα), ή περιοριζόμαστε μέσα στις ψυχοσωματικές λειτουργίες, στην μίζερη ζωούλα μας, σε ένα κόσμο που παραζαλισμένος γυρίζει γύρω από τις αυταπάτες του.
Είμαστε Υπεύθυνοι της Ύπαρξής μας: Αληθινά Κυρίαρχοι, ή δούλοι της μοίρας μας… ανάλογα με το πώς την οικοδομούμε…
Ο Χώρος της Επίγνωσης (και της Ανθρώπινης Επίγνωσης επίσης) είναι ο Μόνος Πραγματικός Χώρος, της Ύπαρξης, της Εμπειρίας, της Ζωής: Οποιοδήποτε γνωστικό γεγονός Προϋποθέτει την Επίγνωση (τον Παρατηρητή) ή τον Χώρο Εποπτείας και το παρατηρούμενο (που δεν είναι παρά μεταβολές στις σχέσεις των στοιχείων του παρατηρούμενου χώρου).
Η Επίγνωση Θεωρείται σαν ένα Ολοκληρωμένο Σύστημα Εμπειρίας της Ύπαρξης στο Οποίο Τίθενται εξαρχής το Υποκείμενο και το αντικείμενο. Πως όμως αντιλαμβάνεται το Υποκείμενο, τι αντιλαμβάνεται κι είναι αληθινό ό,τι αντιλαμβάνεται; Αυτό που συλλαμβάνεται είναι η Πραγματικότητα;
Πραγματικότητα είναι Αυτό (ο Χώρος, οι Καταστάσεις, τα όντα, οι σχέσεις, οι μεταβολές του παρατηρούμενου… όλα συλλήψεις της Αντίληψης) που Υπάρχει από Μόνο του, που δεν είναι κατασκευασμένο. Ένας τέτοιος ορισμός της Πραγματικότητας όμως είναι διφορούμενος. Αν Εφαρμοσθεί Κυριολεκτικά μπορεί να Οδηγήσει όντως στην Πραγματικότητα, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα, στην Υπερβατική Πραγματικότητα, στην Αντικειμενικότητα Πέραν του Υποκειμένου, αλλά αν εφαρμοσθεί επιπόλαια, επιφανειακά οδηγεί σε μια τελείως εσφαλμένη αντίληψη της αντικειμενικότητας και της πραγματικότητας. Οι Σοφοί ακολουθούν τον Πρώτο Δρόμο. Οι περισσότεροι άνθρωποι διολισθαίνουν στην πλαστή πραγματικότητα και στο όνειρο.
Ας το εξηγήσουμε με απλά λόγια: Εφόσον ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης κι Εμπειρίας και Γνώσης είναι η Επίγνωση (δηλαδή το Υποκείμενο), μπορούμε να Οδηγηθούμε στην Αντικειμενική Πραγματικότητα (όπως την ορίσαμε πιο πάνω σαν το μη κατασκευασμένο) μόνον Μέσα στο Υποκείμενο, Υπερβαίνοντας το «Υποκείμενο», τις υποκειμενικές διαδικασίες, αντιλήψεις και βιώματα. Είναι αυτή ακριβώς η Υπέρβαση, η Έξοδος από το Υποκείμενο, που υποδείχθηκε από τους Σοφούς και την Μυστική Παράδοση σαν η Μόνη Οδός που Οδηγεί στην Αλήθεια, στην Αντικειμενική Πραγματικότητα.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως ακολουθούν εντελώς αντίθετο δρόμο. Ενώ, όπως είπαμε ο Μόνος Πραγματικός Χώρος Ύπαρξης, Εμπειρίας, Γνώσης, είναι η Επίγνωση σαν Σύστημα Υποκειμένου- αντικειμένου (ο κόσμος της δυαδικότητας), το Υποκείμενο καθηλώνεται, οχυρώνεται στον «εαυτό» του και τοποθετεί απέναντί του το αντικειμενικό: αυτό που συλλαμβάνει είναι το άμεσα αντικειμενικό, το οποίο με την παρατήρηση και την επαλήθευση και την διυποκειμενική σύμβαση μεταξύ των ανθρώπων, θεωρείται σαν «αντικειμενικό». Από μια άποψη είναι αντικειμενικό, αλλά δεν είναι η Αντικειμενική Πραγματικότητα.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ των δύο τρόπων προσέγγισης του Αντικειμενικού; Στην Πρώτη Περίπτωση Βγαίνουμε τελείως έξω από το Σύστημα της Επίγνωσης, το Δυαδικό σύστημα, σε μια Κατάσταση Επίγνωσης Ανώτερη, Ευρύτερη και Πλήρη που Αγκαλιάζει τα πάντα: Βιώνουμε ένα Ανοιχτό Σύστημα Αντίληψης, πέρα από την δυαδικότητα, Βιώνουμε την Ενότητα της Ύπαρξης, Βιώνουμε την Πραγματικότητα. Στην Δεύτερη Περίπτωση όμως παραμένουμε μέσα στο Δυαδικό Σύστημα, αποκλεισμένοι στο υποκείμενο και τοποθετώντας τον αντικειμενικό κόσμο απέναντί μας σαν κάτι ξένο: Βιώνουμε όχι μια ολοκληρωμένη εμπειρία της ύπαρξης, αλλά τον διχασμό, την αποξένωση από το περιβάλλον κι αναρωτιόμαστε για τον λόγο ύπαρξής μας, την θέση μας στον κόσμο, τη σχέση μας με τον κόσμο και τους άλλους (όλα αυτά τα βασανιστικά ερωτήματα που τυραννούν τους ανθρώπους χιλιάδες χρόνια). Ο Πρώτος Δρόμος απαιτεί μια Σαφή Αντίληψη του τι συμβαίνει, απαιτεί μια Πνευματική Ανάπτυξη, μια Υπέρβαση της παρούσας υποκειμενικής κατάστασης, μια Απελευθέρωση της Επίγνωσης από τα υποκειμενικά στοιχεία, μια Διεύρυνση της Επίγνωσης πέρα από τα όρια, στο Χωρίς Όρια. Είναι η στενή και τεθλιμμένη Οδός που Οδηγεί στην Αληθινή Ζωή. Ο Δεύτερος Δρόμος είναι ο εύκολος δρόμος των ανθρώπων που δεν επιθυμούν καμιά πνευματική ανάπτυξη αλλά μια απλή (πολλές φορές μη αξιοπρεπή) επιβίωση και διαβίωση μέσα σε ένα χιλιοκομματιασμένο κόσμο, σε μια ζωώδη κοινωνία που ο πολιτισμός της ανέχεται την αδικία, την φτώχεια, τη δυστυχία…
Πραγματικότητα είναι η Χωρίς Διαφοροποιήσεις Συνεχής Παρουσία που Ανανεώνεται κάθε στιγμή κι είναι πάντα Πλήρης… δεν είναι απλά η απουσία αντίληψης, το «πνευματικό κενό». Η Ηρεμία είναι η Πλήρης Δράση κι η Φωτισμένη Δράση είναι η Απαρασάλευτη Ηρεμία.
Η Επίγνωση Αυθόρμητη, Ανεμπόδιστη, Ανόθευτη, είναι η Πραγματικότητα: Αντίληψη και Περιεχόμενο της Αντίληψης Ταυτίζονται. Αυτός είναι ο λόγος που όλα συλλαμβάνονται, γίνονται γνωστά, χωρίς προσπάθεια. Βιώνουμε την Ύπαρξη σαν Ενότητα, κι όλα Περιέχονται σε αυτή την Εμπειρία.
Πραγματικότητα είναι Αυτό που συλλαμβάνεται (από την Επίγνωση, Πέραν του Υποκειμένου σαν το Αληθινά Αντικειμενικό) άμεσα χωρίς γνωστικές ενέργειες ή διαδικασίες, αυθόρμητα χωρίς παρεμβάσεις: Πραγματικότητα είναι Αυτό που Υπάρχει πριν και μετά την ανθρώπινη σκέψη, πέρα από την ανθρώπινη σκέψη: Μια Πλήρης Αποδοχή Όλου του Χώρου Ύπαρξης σαν Μιας Ενότητας: Μια Αποκάλυψη που δεν οφείλει τίποτα σε δικές μας προσπάθειες: η Μη Κατασκευασμένη Πραγματικότητα.
Οποιαδήποτε προσπάθεια να διευκρινισθεί, να αναλυθεί, ή να ερμηνευθεί το περιεχόμενο της αντίληψης αποτελεί μια αυθαίρετη κατασκευή, μια προβολή των περιοριστικών δραστηριοτήτων στην Πραγματικότητα που μας οδηγεί μέσα στον αδιέξοδο κύκλο της δυαδικότητας, σε μια εικονική πραγματικότητα, σε μια μαζική φρεναπάτη.
Όταν αυτό γίνεται ενστικτωδώς, καθώς αφηνόμαστε στο Ρεύμα της Ζωής, που μας πετάει στις ακτές του άμεσα αντικειμενικού, οδηγούμαστε σε διάφορες αντιλήψεις της Πραγματικότητας. Αυτός είναι στην ουσία του ο μηχανισμός της μετανάστευσης των όντων μέσα στην δημιουργία, στους διάφορους κόσμους. Όταν αυτό γίνεται με συγκεκριμένες προσδιορισμένες διαδικασίες μιλάμε για Πεδία Εκδήλωσης της Ύπαρξης. Κι όταν γίνεται με συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες (που αναγνωρίζουμε σαν νόμους της φύσης) τότε έχουμε μπροστά μας την διαφοροποίηση των (μετρήσιμων) αντικειμενικών κόσμων, του κόσμου του πνεύματος, του νου, της ψυχής, του υλικού κόσμου…
Ανεξάρτητα από το σε ποιο Πεδίο ή Κόσμο Εκδηλώνεται η Επίγνωση η Ίδια η Επίγνωση Είναι Χώρος που Υπερβαίνει τα Πάντα ενώ ταυτόχρονα τα περιλαμβάνει όλα σαν ένα πολύ μικρό μέρος της πραγματικότητάς της… καθώς Επεκτείνεται σε Απέραντα Βάθη Μακριά από όλα.
Η Επίγνωση ακόμα κι όταν Εκδηλώνεται με ένα υλικό φορέα (σώμα) στην Πραγματικότητα Προηγείται του σώματος, είναι Ανεξάρτητη από το Σώμα και Ελεύθερη να Ανυψωθεί πάνω από τον κόσμο της δυαδικότητας και να Πετάξει Προς τα Ανεξερεύνητα Βάθη του Αληθινού Όντος. Εξαρτάται από εμάς να το επιδιώξουμε, να το πραγματοποιήσουμε, να το Βιώσουμε.
Εμείς οι ίδιοι, σαν Επίγνωση, Ανυψωνόμαστε Πέρα από τα Όρια, η θέτουμε όρια, Εκδηλωνόμαστε πνευματικά πέρα από τους ψυχοσωματικούς περιορισμούς (σε μια μεταφυσική πορεία στους αόρατους κόσμους μέχρι την Θεότητα), ή περιοριζόμαστε μέσα στις ψυχοσωματικές λειτουργίες, στην μίζερη ζωούλα μας, σε ένα κόσμο που παραζαλισμένος γυρίζει γύρω από τις αυταπάτες του.
Είμαστε Υπεύθυνοι της Ύπαρξής μας: Αληθινά Κυρίαρχοι, ή δούλοι της μοίρας μας… ανάλογα με το πώς την οικοδομούμε…
Η Αληθινή Επίγνωση
(Στο Άδυτο του ΙΕΡΟΥ ΧΩΡΟΥ)
Επίγνωση (στην Πραγματική Βιωματική Προσέγγισή της – άσχετα πως το αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος) Είναι Αυτοαναβλύζουσα Αντίληψη της Ύπαρξης, που στην Βάση της, στην Πλήρη Λειτουργία της και στην Αληθινή Κατάστασή της, Είναι Αντίληψη Παρουσίας Χωρίς Ιδιότητες, Χωρίς Όρια, Χωρίς Περιεχόμενο – Μια Αδιαφοροποίητη Αντίληψη Συνέχειας, Αιωνιότητας, Πληρότητας κι Ολοκλήρωσης.
Όταν η Επίγνωση Συσχετίζεται με Περιεχόμενο τότε αποκτά ένα Απεριόριστο Βάθος, σαν Χώρος Αντίληψης, Βάθρο Αντίληψης πάνω στο Οποίο μπορεί να θεωρηθεί, (να θεμελιωθεί, να παρατηρηθεί και να αναλυθεί) το ιδιαίτερο. Η Επίγνωση του Χώρου Ύπαρξης, της Ενότητας του Αδιαφοροποίητου, όχι μόνο Προηγείται αλλά και Προϋποτίθεται σε κάθε επίγνωση του ιδιαίτερου. Η επίγνωση του ιδιαίτερου δεν είναι παρά μια πολύ μερική επίγνωση-αντίληψη, μια εξαρτημένη κατάσταση αντίληψης και ποτέ (ποτέ) η πλήρης ολοκληρωμένη επίγνωση. Η Επίγνωση Είναι το Λευκό Φόντο που είτε Υπάρχει Από Μόνο του, στην Καθαρή Κατάστασή του, είτε χρησιμοποιείται σαν Φόντο, Βάση πάνω στην Οποία σχηματίζεται οποιοδήποτε σχήμα, που αποτελεί είτε ένα ολοκληρωμένο «νόημα», είτε στοιχείο κάποιου νοήματος (ύπαρξης, δραστηριότητας, κατάστασης, κλπ.)… Αυτό το Λευκό Φόντο είναι Πλήρες Δυνάμεως Δυνατότητας και Ζωής κι όχι «κενός» «ανύπαρκτος» «χώρος»… Επιτέλους, είναι θέμα απλής κοινής λογικής: για να γράψεις κάτι χρειάζεσαι χαρτί, ή κάποιο άλλο υλικό σαν βάση.
Συνήθως οι άνθρωποι (από τους φιλοσόφους, επιστήμονες, μέχρι τους απλούς ανθρώπους) αντιλαμβάνονται την «Επίγνωση» και την ορίζουν σαν «επίγνωση του κάτι» (επειδή ακριβώς δεν έχουν «εμπειρία» κάποιας άλλης κατάστασης επίγνωσης). Παραβλέπουν, τόσο την Ουσιαστική Παρουσία (τους) που Συνιστά την Επίγνωση, όσο και το Πλαίσιο Χώρο Αντίληψης και προσδιορίζουν και ορίζουν σαν επίγνωση μόνο την άμεση παρούσα συμβαίνουσα αντίληψη του συγκεκριμένου (δηλαδή δεν έχουν αντίληψη του πλήρους φαινομένου αλλά μόνον του «περιεχομένου»). Αυτή είναι μια πολύ επιφανειακή προσέγγιση ενός Φαινομένου, που έχει τις Αιτίες του, τις Ρίζες του, την Ουσιαστική Λειτουργία του, πολύ βαθιά (μεταφυσικά), πολύ μακριά (μέσα στην ποικιλία των καταστάσεων επίγνωσης που είναι δυνατές), και πολύ ψηλότερα από το απλό «κοίταγμα» του αφελούς ανθρώπου, και ασφαλώς (γελάμε με αυτό ακόμα κι αν διατυπώνεται από δήθεν επιστήμονες και) δεν μπορούμε να πάρουμε μια τέτοια αντίληψη στα σοβαρά… Κάποιοι θεωρούν ακόμα την επίγνωση σαν επιφαινόμενο της υλικής εγκεφαλικής λειτουργίας και δεν μπορούν να αποδεχτούν ότι μπορεί να υπάρξει «Επίγνωση» χωρίς ύλη, χωρίς εγκέφαλο, χωρίς έμβια ζωή. Παραβλέπουν προκλητικά το γεγονός ότι προϋποτίθεται η «Επίγνωση» για να μπορέσουν να συλλάβουν όλες αυτές τις ωραίες ηλίθιες θεωρίες - αφού πάντα ο παρατηρητής προϋποτίθεται σε κάθε δραστηριότητα, ενέργημα, γνώσης – και μετά κάνουν το επιστημονικό ηλίθιο λάθος να περιορίζουν και να προσδιορίζουν σαν Ζωή (που στην πραγματική της Ουσία είναι Κίνηση, Ενέργεια, Δραστηριότητα) το υλικό φαινόμενο της ζωής (και μάλιστα της γήινης, ενώ είναι μαθηματικά βέβαιο ότι υπάρχουν εκατομμύρια πλανήτες στους Γαλαξίες με έμβια ζωή, πολλές φορές δομημένη σε διαφορετική υλική βάση…)… Και τέλος το ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν εμπειρία μιας Ανώτερης Κατάστασης Επίγνωσης, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κιόλας μια τέτοια κατάσταση: Τότε κι ο τυφλός έχει κάθε δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν υπάρχει φως, αντίδραση της αντίληψης των αισθήσεων, όραση. Πολύ επιστημονικό ακούγεται αυτό!
Στην πραγματικότητα η Επίγνωση Προηγείται της Ύπαρξης (αφού η ύπαρξη δεν εμφανίζεται παρά σαν αντιληπτική σύλληψη, ιδιότητες, φαινόμενα) ό,τι κι αν λέει η «τετράγωνη» λογική των ανθρώπων. Και μάλιστα, είναι η Επίγνωση που δημιουργεί όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης, τη ζωή, ακόμα και τα υλικά φαινόμενα. Όλα είναι «συμβάντα επίγνωσης», «νοητικά» φαινόμενα, που μέσα στην (μετρήσιμη) «νοητική» λειτουργία εμφανίζονται σαν φαινόμενα μιας χονδροειδούς «υλικής» ουσίας… Έτσι μας δίδαξαν όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι, ο Ορφέας, ο Λάο Τσε, ο Βούδας… κι έτσι διαπιστώσαμε, βιωματικά, ότι συμβαίνει… Κι αν κάποιοι θεωρούν το «μυστικό βίωμα» σαν υποκειμενική παραφροσύνη και φαντασία με το ίδιο δικαίωμα τους θεωρούμε με τη σειρά μας ανόητους που δεν «βλέπουν» αυτό που είναι μπροστά στα μάτια τους. Η Ευγένεια είναι αμοιβαία!
Η Επίγνωση Εκδηλώνεται σε διάφορες μορφές (Βαθμίδες Επίγνωσης, που δημιουργούν τα Πεδία Δραστηριότητας), σαν «Είναι», σαν «Νοείν», σαν «Ενέργεια», σαν «Φαινόμενο», που «μελέτησαν» οι Έλληνες Σοφοί (Ορφέας, Πυθαγόρας, Παρμενίδης, Ηράκλειτος, Πλάτωνας… Πλωτίνος), που «διευκρίνισε» ο Λάο Τσε στην «Οδό» του κι εξάντλησε η βουδιστική μεταφυσική (Σιντάρτα, Ναγκαρζούνα, Ασάνγκα και Βασουμπάντχου, Μποντιντάρμα)… Όταν η Επίγνωση συνδέεται με ένα υλικό φορέα δημιουργούνται, εκδηλώνονται και λειτουργούν όλες εκείνες οι δραστηριότητες που εμφανίζονται σαν «ψυχολογική λειτουργία» (που ο Πλάτωνας όριζε σαν «υλική ψυχή» και την θεωρούσε σαν ένα πρόσκαιρο φαινόμενο που όφειλε ακριβώς την ύπαρξή του στην «σύνδεση» της Επίγνωσης-Ψυχής με το σώμα), σαν ψυχοσωματική δραστηριότητα… Η Επίγνωση μπορεί να λειτουργεί σε αυτή την περίπτωση μέσω των ψυχοσωματικών λειτουργιών και μέσω των αισθήσεων και να δραστηριοποιείται στον κόσμο… αλλά μπορεί να Υπάρχει (όταν Απελευθερώνεται) και χωρίς το σώμα… Αυτός είναι ο Δρόμος των Σοφών. Τον Ακολούθησαν πολλοί. Ο Καθένας μπορεί να το διαπιστώσει μόνος του, με δική του προσωπική εμπειρία…
Πως Μπορεί λοιπόν Κάποιος (Ξεκινώντας από την Παρούσα Επίγνωση) να Προχωρήσει στο Απέραντο Βάθος της Επίγνωσης, πέρα από την επίγνωση του συγκεκριμένου, στην Ουσία της Επίγνωσης, στην Ίδια την Πηγή της Επίγνωσης, που Είναι η Αληθινή Ύπαρξη, η Αληθινή Ζωή, η Χωρίς Όρια Κατάσταση, η Ίδια η Θεότητα (Gottheit του Μάιστερ Έκχαρτ);
Αυτή η Κατάσταση Επίγνωσης που δεν είναι κατάσταση αλλά Υπέρβαση όλων των καταστάσεων επίγνωσης, στον Χωρίς Όρια Χώρο Αντίληψης, είναι το Άδυτο του ΙΕΡΟΥ, το ΙΕΡΟ, όπου λιώνουν τα Πάντα σε Μια Απέραντη Ήρεμη Θάλασσα Παρουσίας Χωρίς Ιδιότητες.
Επίγνωση (στην Πραγματική Βιωματική Προσέγγισή της – άσχετα πως το αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος) Είναι Αυτοαναβλύζουσα Αντίληψη της Ύπαρξης, που στην Βάση της, στην Πλήρη Λειτουργία της και στην Αληθινή Κατάστασή της, Είναι Αντίληψη Παρουσίας Χωρίς Ιδιότητες, Χωρίς Όρια, Χωρίς Περιεχόμενο – Μια Αδιαφοροποίητη Αντίληψη Συνέχειας, Αιωνιότητας, Πληρότητας κι Ολοκλήρωσης.
Όταν η Επίγνωση Συσχετίζεται με Περιεχόμενο τότε αποκτά ένα Απεριόριστο Βάθος, σαν Χώρος Αντίληψης, Βάθρο Αντίληψης πάνω στο Οποίο μπορεί να θεωρηθεί, (να θεμελιωθεί, να παρατηρηθεί και να αναλυθεί) το ιδιαίτερο. Η Επίγνωση του Χώρου Ύπαρξης, της Ενότητας του Αδιαφοροποίητου, όχι μόνο Προηγείται αλλά και Προϋποτίθεται σε κάθε επίγνωση του ιδιαίτερου. Η επίγνωση του ιδιαίτερου δεν είναι παρά μια πολύ μερική επίγνωση-αντίληψη, μια εξαρτημένη κατάσταση αντίληψης και ποτέ (ποτέ) η πλήρης ολοκληρωμένη επίγνωση. Η Επίγνωση Είναι το Λευκό Φόντο που είτε Υπάρχει Από Μόνο του, στην Καθαρή Κατάστασή του, είτε χρησιμοποιείται σαν Φόντο, Βάση πάνω στην Οποία σχηματίζεται οποιοδήποτε σχήμα, που αποτελεί είτε ένα ολοκληρωμένο «νόημα», είτε στοιχείο κάποιου νοήματος (ύπαρξης, δραστηριότητας, κατάστασης, κλπ.)… Αυτό το Λευκό Φόντο είναι Πλήρες Δυνάμεως Δυνατότητας και Ζωής κι όχι «κενός» «ανύπαρκτος» «χώρος»… Επιτέλους, είναι θέμα απλής κοινής λογικής: για να γράψεις κάτι χρειάζεσαι χαρτί, ή κάποιο άλλο υλικό σαν βάση.
Συνήθως οι άνθρωποι (από τους φιλοσόφους, επιστήμονες, μέχρι τους απλούς ανθρώπους) αντιλαμβάνονται την «Επίγνωση» και την ορίζουν σαν «επίγνωση του κάτι» (επειδή ακριβώς δεν έχουν «εμπειρία» κάποιας άλλης κατάστασης επίγνωσης). Παραβλέπουν, τόσο την Ουσιαστική Παρουσία (τους) που Συνιστά την Επίγνωση, όσο και το Πλαίσιο Χώρο Αντίληψης και προσδιορίζουν και ορίζουν σαν επίγνωση μόνο την άμεση παρούσα συμβαίνουσα αντίληψη του συγκεκριμένου (δηλαδή δεν έχουν αντίληψη του πλήρους φαινομένου αλλά μόνον του «περιεχομένου»). Αυτή είναι μια πολύ επιφανειακή προσέγγιση ενός Φαινομένου, που έχει τις Αιτίες του, τις Ρίζες του, την Ουσιαστική Λειτουργία του, πολύ βαθιά (μεταφυσικά), πολύ μακριά (μέσα στην ποικιλία των καταστάσεων επίγνωσης που είναι δυνατές), και πολύ ψηλότερα από το απλό «κοίταγμα» του αφελούς ανθρώπου, και ασφαλώς (γελάμε με αυτό ακόμα κι αν διατυπώνεται από δήθεν επιστήμονες και) δεν μπορούμε να πάρουμε μια τέτοια αντίληψη στα σοβαρά… Κάποιοι θεωρούν ακόμα την επίγνωση σαν επιφαινόμενο της υλικής εγκεφαλικής λειτουργίας και δεν μπορούν να αποδεχτούν ότι μπορεί να υπάρξει «Επίγνωση» χωρίς ύλη, χωρίς εγκέφαλο, χωρίς έμβια ζωή. Παραβλέπουν προκλητικά το γεγονός ότι προϋποτίθεται η «Επίγνωση» για να μπορέσουν να συλλάβουν όλες αυτές τις ωραίες ηλίθιες θεωρίες - αφού πάντα ο παρατηρητής προϋποτίθεται σε κάθε δραστηριότητα, ενέργημα, γνώσης – και μετά κάνουν το επιστημονικό ηλίθιο λάθος να περιορίζουν και να προσδιορίζουν σαν Ζωή (που στην πραγματική της Ουσία είναι Κίνηση, Ενέργεια, Δραστηριότητα) το υλικό φαινόμενο της ζωής (και μάλιστα της γήινης, ενώ είναι μαθηματικά βέβαιο ότι υπάρχουν εκατομμύρια πλανήτες στους Γαλαξίες με έμβια ζωή, πολλές φορές δομημένη σε διαφορετική υλική βάση…)… Και τέλος το ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν εμπειρία μιας Ανώτερης Κατάστασης Επίγνωσης, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει κιόλας μια τέτοια κατάσταση: Τότε κι ο τυφλός έχει κάθε δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν υπάρχει φως, αντίδραση της αντίληψης των αισθήσεων, όραση. Πολύ επιστημονικό ακούγεται αυτό!
Στην πραγματικότητα η Επίγνωση Προηγείται της Ύπαρξης (αφού η ύπαρξη δεν εμφανίζεται παρά σαν αντιληπτική σύλληψη, ιδιότητες, φαινόμενα) ό,τι κι αν λέει η «τετράγωνη» λογική των ανθρώπων. Και μάλιστα, είναι η Επίγνωση που δημιουργεί όλα τα φαινόμενα της ύπαρξης, τη ζωή, ακόμα και τα υλικά φαινόμενα. Όλα είναι «συμβάντα επίγνωσης», «νοητικά» φαινόμενα, που μέσα στην (μετρήσιμη) «νοητική» λειτουργία εμφανίζονται σαν φαινόμενα μιας χονδροειδούς «υλικής» ουσίας… Έτσι μας δίδαξαν όλοι οι Μεγάλοι Διδάσκαλοι, ο Ορφέας, ο Λάο Τσε, ο Βούδας… κι έτσι διαπιστώσαμε, βιωματικά, ότι συμβαίνει… Κι αν κάποιοι θεωρούν το «μυστικό βίωμα» σαν υποκειμενική παραφροσύνη και φαντασία με το ίδιο δικαίωμα τους θεωρούμε με τη σειρά μας ανόητους που δεν «βλέπουν» αυτό που είναι μπροστά στα μάτια τους. Η Ευγένεια είναι αμοιβαία!
Η Επίγνωση Εκδηλώνεται σε διάφορες μορφές (Βαθμίδες Επίγνωσης, που δημιουργούν τα Πεδία Δραστηριότητας), σαν «Είναι», σαν «Νοείν», σαν «Ενέργεια», σαν «Φαινόμενο», που «μελέτησαν» οι Έλληνες Σοφοί (Ορφέας, Πυθαγόρας, Παρμενίδης, Ηράκλειτος, Πλάτωνας… Πλωτίνος), που «διευκρίνισε» ο Λάο Τσε στην «Οδό» του κι εξάντλησε η βουδιστική μεταφυσική (Σιντάρτα, Ναγκαρζούνα, Ασάνγκα και Βασουμπάντχου, Μποντιντάρμα)… Όταν η Επίγνωση συνδέεται με ένα υλικό φορέα δημιουργούνται, εκδηλώνονται και λειτουργούν όλες εκείνες οι δραστηριότητες που εμφανίζονται σαν «ψυχολογική λειτουργία» (που ο Πλάτωνας όριζε σαν «υλική ψυχή» και την θεωρούσε σαν ένα πρόσκαιρο φαινόμενο που όφειλε ακριβώς την ύπαρξή του στην «σύνδεση» της Επίγνωσης-Ψυχής με το σώμα), σαν ψυχοσωματική δραστηριότητα… Η Επίγνωση μπορεί να λειτουργεί σε αυτή την περίπτωση μέσω των ψυχοσωματικών λειτουργιών και μέσω των αισθήσεων και να δραστηριοποιείται στον κόσμο… αλλά μπορεί να Υπάρχει (όταν Απελευθερώνεται) και χωρίς το σώμα… Αυτός είναι ο Δρόμος των Σοφών. Τον Ακολούθησαν πολλοί. Ο Καθένας μπορεί να το διαπιστώσει μόνος του, με δική του προσωπική εμπειρία…
Πως Μπορεί λοιπόν Κάποιος (Ξεκινώντας από την Παρούσα Επίγνωση) να Προχωρήσει στο Απέραντο Βάθος της Επίγνωσης, πέρα από την επίγνωση του συγκεκριμένου, στην Ουσία της Επίγνωσης, στην Ίδια την Πηγή της Επίγνωσης, που Είναι η Αληθινή Ύπαρξη, η Αληθινή Ζωή, η Χωρίς Όρια Κατάσταση, η Ίδια η Θεότητα (Gottheit του Μάιστερ Έκχαρτ);
Αυτή η Κατάσταση Επίγνωσης που δεν είναι κατάσταση αλλά Υπέρβαση όλων των καταστάσεων επίγνωσης, στον Χωρίς Όρια Χώρο Αντίληψης, είναι το Άδυτο του ΙΕΡΟΥ, το ΙΕΡΟ, όπου λιώνουν τα Πάντα σε Μια Απέραντη Ήρεμη Θάλασσα Παρουσίας Χωρίς Ιδιότητες.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)









