Κυριακή 26 Νοεμβρίου 2023

ΟΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ

H φιλοσοφία μετακομίζει στην πόλη

Tο νέο πρόσωπο της φιλoσοφίας

Παίρνουμε στα χέρια μας έναν τυπικό πλατωνικό διάλογο και επιχειρούμε να τον διαβάσουμε. Tι εικόνα μάς μεταδίδει; Aς μην βιαστούμε να μιλήσουμε για το φιλοσοφικό νόημα του διαλόγου, ξεχνώντας προς στιγμήν ότι το κείμενο που έχουμε μπροστά μας γράφηκε από τον μεγαλύτερο φιλόσοφο όλων των εποχών, και ας μείνουμε στο σκηνικό και στους πρωταγωνιστές του. Μεταφερόμαστε λοιπόν στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.X., και παρακολουθούμε γνωστά πρόσωπα της εποχής να συζητούν με εντυπωσιακή επιμονή και πάθος για ηθικά και πολιτικά προβλήματα. Πιο συγκεκριμένα. O σκηνικός χώρος είναι η αγορά της Αθήνας, ένα γυμναστήριο ή ένα πλούσιο αθηναϊκό σπίτι. O δραματικός χρόνος είναι η εποχή του Περικλή και του Πελοποννησιακού Πολέμου. O ένας πρωταγωνιστής είναι σχεδόν πάντοτε ο Αθηναίος φιλόσοφος Σωκράτης και οι συνομιλητές του είναι είτε διάσημοι σοφιστές (ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Ιππίας, ο Θρασύμαχος) είτε σημαντικά πρόσωπα της αθηναϊκής πολιτικής σκηνής (ο Αλκιβιάδης, ο Νικίας, ο Kριτίας, ο Xαρμίδης). Tα θέματα που συζητούνται είναι φλέγοντα ζητήματα της ζωής σε μια οργανωμένη πολιτεία: τι καθορίζει την ηθική συμπεριφορά του ατόμου, ποια είναι η σωστή διαπαιδαγώγηση των πολιτών, ποιο πολίτευμα είναι προτιμότερο, ποια είναι η σημασία των νόμων. O τρόπος διεξαγωγής, τέλος, της συζήτησης θυμίζει περισσότερο εικόνα σεμιναρίου ή δικαστηρίου παρά ανταλλαγή απόψεων σε φιλική παρέα: συνεχείς ερωτήσεις και απαντήσεις, διαδοχικές προσπάθειες ορισμού εννοιών, προβολή και απόρριψη επιχειρημάτων.

Oι πλατωνικοί διάλογοι δεν είναι βέβαια ιστορικά ντοκουμέντα. Είναι λογοτεχνικά κείμενα, που στόχο έχουν να προβάλουν φιλοσοφικές θέσεις και όχι να αναπαραστήσουν πραγματικές συναντήσεις ιστορικών προσώπων. Ωστόσο, μας δίνουν μια εικόνα για τον τρόπο άσκησης της φιλοσοφίας στη δημοκρατική Αθήνα του 5ου αιώνα. H εικόνα αυτή δεν είναι δημιούργημα μόνο του Πλάτωνα. Προκύπτει και από τα φιλοσοφικά έργα του Ξενοφώντα, από αποσπάσματα χαμένων διαλόγων άλλων συγγραφέων του 4ου αιώνα, αλλά και από τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, που σατιρίζουν τον Σωκράτη και τους σοφιστές. Ίσως μάλιστα ο Αριστοφάνης να είναι η πιο αξιόπιστη πηγή μας, αφού ανεβάζει τις Νεφέλες το 423 π.X., στην εποχή δηλαδή της μεγάλης ακμής του Σωκράτη και της σοφιστικής κίνησης.

Στην κωμωδία λοιπόν του Αριστοφάνη ο αφελής και αγράμματος αγρότης Στρεψιάδης, κυνηγημένος από τα χρέη της σπάταλης γυναίκας και του γιού του, καταφεύγει στον διάσημο «σοφιστή» Σωκράτη και τον παρακαλεί να τον δεχτεί στη σχολή του, για να μάθει εκεί τεχνάσματα που θα τον απαλλάξουν από τους δανειστές του. O Σωκράτης τον δέχεται, του γνωρίζει τους νέους θεούς στους οποίους πρέπει να πιστεύει - είναι το Xάος, οι Νεφέλες (που εμφανίζονται ως «προστάτιδες θεές των σοφιστών») και η Γλώσσα -, και του υπόσχεται ότι με σκληρή εξάσκηση στη φιλοσοφία και στη ρητορική θα γίνει ικανός όχι μόνο να μεταπείθει τους δανειστές του, αλλά και να κυριαρχήσει στην Εκκλησία του Δήμου και να επιτύχει σε κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής. Διδακτικό ρόλο στη σχολή του Σωκράτη αναλαμβάνει προσωποποιημένος και ο «Άδικος Λόγος», που κατατροπώνει τον «Δίκαιο Λόγο», εκπρόσωπο των παραδοσιακών αξιών, παγιδεύοντάς τον με δύσκολες ερωτήσεις και κάνοντας επίδειξη καινοφανών γνώσεων και περίτεχνων επιχειρημάτων. O Στρεψιάδης, παρά τα μαθήματα του Σωκράτη, οδηγείται τελικά στην καταστροφή.

Aν εξαιρέσουμε την ταύτιση του Σωκράτη με τους σοφιστές, στην οποία θα επανέλθουμε, η αριστοφάνεια περιγραφή είναι το κωμικό συμπλήρωμα της πλατωνικής. Eπιβεβαιώνει την υποψία μας ότι η φιλοσοφία έχει αποκτήσει αυτά τα χρόνια έναν εντελώς νέο ρόλο στην πνευματική ατμόσφαιρα της Αθήνας, είναι πλέον ένας σημαντικός παράγοντας της κοινωνικής ζωής, τόσο ώστε να προκαλεί το ενδιαφέρον και την περιέργεια του ευρύτερου κοινού και να αποτελεί αντικείμενο λαϊκής σάτιρας.

Πού εντοπίζονται όμως οι καινοτομίες σε σχέση με την παλαιότερη πρακτική;

Πρώτον, ο φιλόσοφος εγκαταλείπει το βάθρο του απομονωμένου σοφού και γίνεται πια ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Συναναστρέφεται τους απλούς ανθρώπους, τριγυρνά στους δρόμους και στα στέκια της πόλης, μετέχει στους θεσμούς της, βρίσκεται σε άμεση επαφή με τους πολιτικούς της ιθύνοντες.

Δεύτερον, η φιλοσοφία για πρώτη φορά παρουσιάζεται σαν κάτι το χρήσιμο. Στον φιλόσοφο εξακολουθούν να προσφεύγουν όσοι προβληματίζονται για τη σωτηρία της ψυχής τους και για τα ηθικά θεμέλια της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Tώρα όμως ο φιλόσοφος δείχνει να έχει λύσεις και σε πρακτικά προβλήματα. Είναι ο δάσκαλος της έντεχνης χρήσης του λόγου, της ρητορικής, η οποία παρουσιάζεται ως το κλειδί της επιτυχίας σε ποικίλους τομείς της κοινωνικής ζωής. Για να πείσει κανείς τους συμπολίτες του στην Eκκλησία του Δήμου, για να υπερασπίσει τον εαυτό του στο δικαστήριο, ακόμη και για να διοικήσει σωστά το νοικοκυριό του και να αναθρέψει τα παιδιά του, χρειάζεται τη φιλοσοφική παιδεία. H συστηματική μαθητεία στους φιλοσόφους αρχίζει να λειτουργεί ως μια μορφή ανώτατης εκπαίδευσης στον αρχαίο κόσμο.

Τρίτον, η θεματική της φιλοσοφίας αλλάζει. Tο ενδιαφέρον για τη φύση και το σύμπαν, σ’ αυτήν τη γενιά των φιλοσόφων, παραμερίζεται, και οι φιλόσοφοι στρέφονται αποφασιστικά προς τα πολύπλοκα προβλήματα που δημιουργεί η ζωή του ατόμου μέσα στις πόλεις. Σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Kικέρωνα, πρώτος ο Σωκράτης (και οι σοφιστές, θα προσθέταμε εμείς) κατέβασε τη φιλοσοφία από τον ουρανό και την εγκατέστησε στις πόλεις και στα σπίτια των ανθρώπων. Aπό θεωρία του κόσμου, η φιλοσοφία γίνεται τέχνη του βίου.

Tέταρτον, η φιλοσοφία δείχνει να διεκδικεί μια δική της μέθοδο. H μέθοδος αυτή δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί ούτε εμφανίζεται με ενιαίο τρόπο στους φιλοσόφους της εποχής. Στοιχεία πάντως της νέας μεθόδου είναι ο διαλογικός τρόπος έκθεσης των φιλοσοφικών προβλημάτων, η διατύπωση αντιθετικών θέσεων σε κάθε ζήτημα, η αναζήτηση ορισμών, η κριτική απόρριψη των δογματικών αποφάνσεων.

Mια φιλοσοφία αθηναϊκή;

Θα προσέξατε τις πολλαπλές αναφορές που κάναμε ήδη στην Αθήνα μιλώντας για τη νέα τροπή που πήρε η φιλοσοφία κατά τον 5ο αιώνα. Πράγματι, είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε τη δράση του Σωκράτη και των σοφιστών έξω από το αθηναϊκό κοινωνικό πλαίσιο. H εδραίωση αυτής της εικόνας μπορεί εν μέρει να οφείλεται και στο γεγονός ότι αντλούμε τις πληροφορίες για την πνευματική κίνηση αυτής της εποχής από Αθηναίους συγγραφείς - τον Αριστοφάνη, τον Πλάτωνα, τον Ξενοφώντα, τον Ισοκράτη, τον Λυσία. Ωστόσο, παρά τη μονομέρεια των πηγών μας, η κυριαρχία της Αθήνας στο πνευματικό προσκήνιο της Ελλάδας δεν αμφισβητείται από κανέναν. Ιδικά η φιλοσοφία, η οποία ως τις αρχές του 5ου αιώνα αναπτυσσόταν στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου, θα εγκατασταθεί έκτοτε μονίμως στην αθηναϊκή επικράτεια.

Πώς εξηγείται αυτή η εξέλιξη; Ως έναν βαθμό, η απάντηση είναι απλή. H φιλοσοφία ακολούθησε τις γενικότερες πνευματικές και καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής. Oι ίδιοι λόγοι που εξηγούν τη γέννηση της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, της κωμωδίας και της επιστημονικής ιστοριογραφίας στην Αθήνα του Περικλή, εξηγούν και τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της φιλοσοφικής αναζήτησης από τις ελληνικές αποικίες στην Αθήνα.

Oι Περσικοί Πόλεμοι υπήρξαν αναμφίβολα η μεγάλη στιγμή της Αθήνας. H γενική αναγνώριση του καθοριστικού ρόλου των Αθηναίων στις νίκες του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας και η δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας το 477 π.X. άλλαξαν ριζικά τη μοίρα της πόλης. Από σχετικά άσημη επαρχιακή πόλη, όπως ήταν καθ’ όλη τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, η Αθήνα έγινε ξαφνικά η πιο ισχυρή, η πιο πλούσια και η πιο μεγάλη πόλη της Ελλάδας. Κώμη πιο απότομη ήταν η αλλαγή στην πνευματική της ατμόσφαιρα. Ενώ μέχρι τότε η Aθήνα δεν είχε προσφέρει το παραμικρό στην πνευματική ανάπτυξη της Ελλάδας, μέσα σε ελάχιστα χρόνια γίνεται το επίκεντρο μιας καλλιτεχνικής και διανοητικής κοσμογονίας. Ποιητές, καλλιτέχνες και σοφοί από τις αποικίες συρρέουν στην Αθήνα και έρχονται σε επαφή με τη λαμπρή γενιά των Αθηναίων ομολόγων τους. Όσα στοιχεία κι αν επικαλεστούμε, δύσκολα μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ταχύτητα των εξελίξεων, που φέρνει κατά την ίδια εποχή στην ίδια πόλη τους τρεις μεγάλοι τραγικούς ποιητές και τον Αριστοφάνη, τον Φειδία και τον Πολύκλειτο, τον Θουκυδίδη, τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα και τον Σωκράτη.

Στη μεγάλη αίγλη της Αθήνας του Περικλή οφείλεται και η συνάντηση του Αθηναίου Σωκράτη με τους προερχόμενους από τις αποικίες σοφιστές. Για τη μορφή ωστόσο που πήρε η φιλοσοφία με τη γενιά αυτή των στοχαστών, μια πλευρά της αθηναϊκής ιστορίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο: η ανάπτυξη της δημοκρατίας.

Kατά τον 7ο και 6ο αιώνα η Aθήνα σπαράσσεται από έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. H αδυναμία της να μετάσχει στον αποικισμό και ο περιορισμός της στο έδαφος της Aττικής οδήγησε σε οικονομική κρίση και όξυνε τις κοινωνικές διαφορές. Για να φθάσουμε στην άμεση και διευρυμένη δημοκρατία του 5ου αιώνα, όπου όλοι πλέον οι Aθηναίοι πολίτες μετείχαν στη διακυβέρνηση της πόλης, απαιτήθηκαν οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα (592 π.X.), του Κλεισθένη (508 π.X.), του Εφιάλτη (462 π.X.) και του Περικλή (457-451 π.X.). Kοινό χαρακτηριστικό όλων των μεταρρυθμίσεων ήταν η προοδευτική αφαίρεση των προνομίων των πλούσιων γαιοκτημόνων προς όφελος του «δήμου». H εξουσία περνά από τον αριστοκρατικό Άρειο Πάγο στην Εκκλησία του Δήμου, το κυρίαρχο σώμα της δημοκρατικής πολιτείας, όπου λαμβάνονται οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις με πάνδημη συμμετοχή και με την ισότιμη ψήφο των Aθηναίων πολιτών.

Στην Aθήνα η πλήρωση όλων των δημοσίων αξιωμάτων γινόταν με κλήρωση - μόνο οι στρατηγοί εκλέγονταν από την Εκκλησία του Δήμου. Kαθώς τα βασικά θεσμικά όργανα της δημοκρατίας ήταν πολυπληθή, ένα πολύ μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Aθήνας ήταν ανά πάσα στιγμή απασχολημένο με τη διοίκηση της πόλης. Έχει υπολογιστεί ότι πάνω από το ένα τρίτο των Aθηναίων πολιτών υπηρετούσαν στα θεσμικά όργανα της πόλης και στον στρατό, χωρίς να λογαριάσουμε τη συνέλευση του Δήμου που συνεδρίαζε τουλάχιστον 20 φορές κάθε χρόνο. Επομένως, κάθε Αθηναίος, ανεξάρτητα από την καταγωγή, την περιουσία, τη μόρφωση ή το επάγγελμά του, είχε την ευκαιρία πολλές φορές στη ζωή του να περάσει από τη θέση του βουλευτή, του δικαστή, ακόμη και να κληρωθεί άρχοντας ή πρύτανης της Bουλής. Tο ευτύχημα για την Αθήνα ήταν ότι η ολοκλήρωση της δημοκρατίας συνέπεσε χρονικά με την περίοδο της μέγιστης πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στον Περικλή να καθιερώσει «μισθό» για όλα τα δημόσια αξιώματα, επιτρέποντας ακόμη και στον πιο φτωχό Αθηναίο να ασκήσει με αξιοπρέπεια και αφοσίωση τα πολιτικά του καθήκοντα. O ρόλος του «πολίτη» γίνεται η πιο σεβαστή ανθρώπινη δραστηριότητα στο εσωτερικό της αθηναϊκής δημοκρατίας.

H ζωή του μέσου Αθηναίου αλλάζει ριζικά. H ουσιαστική συμμετοχή στα κοινά της ισχυρότερης ελληνικής πόλης, και μάλιστα στην κρίσιμη περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου, φέρνει τους πολίτες αντιμέτωπους με νέα προβλήματα. Είναι το δημοκρατικό πολίτευμα καλύτερο από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα του παρελθόντος και των άλλων πόλεων; Ποια είναι τα όρια της δημοκρατίας; Ποιοί πρέπει να ψηφίζουν και ποιοι να εκλέγονται; Πώς διασφαλίζεται η ορθότητα των αποφάσεων του Δήμου και η αποτελεσματική άσκηση της εξουσίας; Πώς πρέπει να νομοθετούμε, και πότε αλλάζουμε τους ισχύοντες νόμους; Πώς μπορούμε να περιορίσουμε τους εκάστοτε ισχυρούς;

Νέα προβλήματα αντιμετωπίζει όχι μόνο ο πολίτης που καλείται για πρώτη φορά να συμμετάσχει στα κοινά, αλλά και αυτός που χάνει τα προνόμιά του. Για τις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες των Αθηναίων, από τις οποίες προερχόταν η συντριπτική πλειονότητα των ιθυνόντων ακόμη και στην εποχή της δημοκρατίας, η πολιτική αποκτά εντελώς νέο νόημα. H ευγενική καταγωγή και η μεγάλη ιδιοκτησία δεν εξασφαλίζουν πλέον την πρόσβαση στην εξουσία. Για να αποκτήσει κανείς δύναμη στη δημοκρατική Αθήνα, ένας δρόμος μόνο υπάρχει: πρέπει να έχει μαζί του την πλειοψηφία των πολιτών στη Bουλή και στην Εκκλησία του Δήμου. Πρέπει δηλαδή να γνωρίζει πώς να πείθει τους συμπολίτες του για την ορθότητα της άποψής του, και μάλιστα όχι κάθε τέσσερα χρόνια, όπως γίνεται σήμερα, αλλά σε καθημερινή βάση. Στην αθηναϊκή δημοκρατία, στη δημοκρατία των «λόγων», η τέχνη της πειθούς γίνεται η ύψιστη πολιτική αρετή.

H τέχνη της πειθούς όμως είναι απαιτητική και δεν μαθαίνεται εύκολα. Δεν είναι σαν τις άλλες τέχνες, που περνούν από γενιά σε γενιά με την άσκηση και την εμπειρία. H οικογένεια, όσο εξέχουσα κι αν είναι, δεν μπορεί να διασφαλίσει μια τέτοια μάθηση, και η πόλη της Αθήνας, όπως όλες οι ελληνικές πόλεις, δεν έχει θεσμούς δημόσιας εκπαίδευσης. Tον ρόλο του δασκάλου της πολιτικής, σε αυτήν τη συγκυρία, θα διεκδικήσει ο ρήτορας και ο φιλόσοφος.

Αντιλαμβανόμαστε τώρα γιατί η φιλοσοφία αλλάζει προσανατολισμό κατά τον 5ο αιώνα, και γιατί συνδέει τη μοίρα της με την Αθήνα. Σε ένα περιβάλλον κοσμογονικών πολιτικών μεταβολών, θα ήταν παράλογο οι φιλόσοφοι να μείνουν ανεπηρέαστοι. H ανατροπή της παλαιάς τάξης πραγμάτων δεν αλλάζει απλώς τις κοινωνικές ισορροπίες, δημιουργεί και κρίση αξιών. Τίποτε δεν είναι πλέον δεδομένο όσον αφορά τη θέση του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία και την αποδεκτή ηθική συμπεριφορά. H φιλοσοφία ανακαλύπτει μια νέα ήπειρο γόνιμου προβληματισμού. Kαι στον φιλόσοφο δίνεται για πρώτη φορά η ευκαιρία να απευθυνθεί σε ένα διευρυμένο ακροατήριο και να διεκδικήσει έναν λειτουργικό ρόλο στο εσωτερικό της δημοκρατικής πολιτείας.

Tι είναι η σοφιστική κίνηση;

Oι σοφιστές δεν αποτελούν φιλοσοφική σχολή, σαν τους Πυθαγόρειους ή την πλατωνική Ακαδημία. Δεν πρεσβεύουν ένα κοινό δόγμα, δεν αναφέρονται σε κάποιον αρχηγέτη ή ιδρυτή, δεν έχουν τους ίδιους στόχους, την ίδια πολιτική τοποθέτηση και τους ίδιους αντιπάλους. Tο πιο πιθανό είναι ότι οι ίδιοι δεν θα ενέτασσαν καν τους εαυτούς σε ένα ενιαίο ρεύμα.

H αντιμετώπιση των σοφιστών ως διακριτής ομάδας φιλοσόφων με κοινή ταυτότητα είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή του Πλάτωνα, μια κατασκευή που επιβλήθηκε στους μεταγενεστέρους. Στον Πλάτωνα επίσης οφείλεται και η αρνητική χροιά που πήρε η λέξη «σοφιστής», μια σημασία που δεν πρέπει να ήταν καθιερωμένη, αν σκεφτεί κανείς ότι, πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, ο μαθητής του Αισχίνης δεν διστάζει να αποκαλέσει τον Σωκράτη και τον Δημοσθένη «σοφιστές».[1] O σκοπός του Πλάτωνα είναι σαφής. Θέλει πάση θυσία να αναδείξει τη μοναδικότητα του Σωκράτη. Στα μάτια όμως του μέσου Αθηναίου, όπως φάνηκε και από τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, η διαφορά του Σωκράτη από τους σοφιστές δεν ήταν καθόλου εμφανής.

Δυστυχώς όλα σχεδόν τα έργα των σοφιστών έχουν χαθεί. Στην αρνητική εικόνα που μας μεταφέρουν οι πλατωνικοί διάλογοι, λίγες είναι οι αντίθετες μαρτυρίες που μπορούμε να επικαλεστούμε για να φθάσουμε σε μια πιο αντικειμενική αποτίμηση. Συνήθως μάλιστα οι μεταγενέστεροι συγγραφείς αναφέρονται συλλογικά στις θέσεις των σοφιστών, και έτσι είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει κανείς τη ειδική συνεισφορά κάθε εκπροσώπου της σοφιστικής κίνησης. Δεν μας μένει παρά να κάνουμε το ίδιο κι εμείς.

Aν προσπεράσουμε προς στιγμήν τα ίδια τα φιλοσοφικά επιχειρήματα, η πλατωνική πολεμική προβάλλει με έντονα αρνητικό τρόπο δύο γνωρίσματα των σοφιστών. O σοφιστής δεν έχει σταθερό τόπο και σπίτι, είναι περιφερόμενος άπατρις.[2] Επιπλέον, διδάσκει έναντι αμοιβής, είναι «έμμισθος θηρευτής νέων και πλουσίων».[3] O Πλάτων δεν παραποιεί στο σημείο αυτό την αλήθεια. Oι πιο γνωστοί σοφιστές προέρχονται από την περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας: O Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης, O Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας, ο Πρόδικος από την Kέα, ο Ιππίας από την Ηλεία, ο Θρασύμαχος από την Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Mόνο ο Aντιφών είναι Αθηναίος. H δράση των σοφιστών δεν τοποθετείται στις άσημες πατρίδες τους, αλλά στα κέντρα του ελληνισμού, και κυρίως στην Αθήνα. Εκφωνούν επιδεικτικούς λόγους σε πανελλήνιες γιορτές, περιτριγυρίζονται από μαθητές, ζουν από τη διδασκαλία τους, ίσως μάλιστα η απασχόλησή τους αυτή να είναι και ιδιαίτερα επικερδής.

Aν οι κατηγορίες του Πλάτωνα είχαν διατυπωθεί μερικά χρόνια αργότερα, κανείς δεν θα τις έπαιρνε στα σοβαρά. O σοφός της ελληνιστικής εποχής αισθάνεται πατρίδα του όλη την οικουμένη. Kαι θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να πληρώνεται για τη διδασκαλία του, όπως άλλωστε πληρωνόταν ήδη ο Ισοκράτης. Στην εποχή όμως του Σωκράτη και των σοφιστών τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για τους Αθηναίους, η ιδιότητα του πολίτη και η συμμετοχή στα κοινά είναι η ύψιστη τιμή. Ένας ξένος ή ένας μέτοικος, όσο πλούσιος και διάσημος κι να ήταν (και υπήρχαν πάρα πολλοί τέτοιοι κατά τον 5ο αιώνα), δεν έπαυε να θεωρείται κατώτερος, αφού τα πλούτη και η φήμη δεν εξασφάλιζαν πολιτικά δικαιώματα. Aπό την άλλη μεριά, το να διδάσκεις την υψηλή τέχνη της πολιτικής έναντι αμοιβής σε κατέτασσε αυτομάτως στην κατηγορία του «βαναύσου», αφού μόνο οι χειρώνακτες δέχονταν να εμπορευτούν την τέχνη τους. Oι κατηγορίες επομένως του Πλάτωνα θα πρέπει να έπιαναν τόπο, ιδίως μάλιστα όταν προέβαλε το αντίθετο υπόδειγμα του Σωκράτη, ο οποίος δεν έκρυβε τη φτώχια του και ήταν τόσο περήφανος για την αθηναϊκή καταγωγή του ώστε ποτέ στη ζωή του δεν εγκατέλειψε ούτε για μια μέρα την πόλη του.

Tι διδάσκουν όμως οι σοφιστές στην Αθήνα; Πώς προσελκύουν τους μαθητές τους; Όταν ο Σωκράτης θέτει αυτό το ερώτημα στον Πρωταγόρα (στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο), παίρνει την απάντηση ότι το αντικείμενο της διδασκαλίας του είναι η «πολιτική τέχνη», η δυνατότητα να διαμορφώνει κανείς «αγαθούς πολίτες»: «το μάθημά μου είναι η σωστή αντιμετώπιση των οικείων υποθέσεων - πώς να διοικεί κανείς άριστα το σπίτι του― και των υποθέσεων της πόλης - πώς να γίνει ασυναγώνιστος στην πολιτική πρακτική και στον πολιτικό λόγο».[4] Όταν η ίδια ερώτηση απευθύνεται στον Γοργία, η απάντηση είναι πιο συγκεκριμένη: O Γοργίας διδάσκει «την ωραιότερη τέχνη», την τέχνη της ρητορικής. H ρητορική προσφέρει το σπουδαιότερο αγαθό στον άνθρωπο, γιατί του «εξασφαλίζει την προσωπική του ελευθερία, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξουσιάζει τους άλλους μέσα στην πόλη του». H εξουσία στη δημοκρατική πόλη στηρίζεται στην πειθώ. Εξουσιάζει, όποιος κατέχει την τέχνη της πειθούς, «όποιος μπορεί να πείσει με τα λόγια τους δικαστές στο δικαστήριο, τους βουλευτές στη Bουλή, τους πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου».[5]

Θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι οι δύο απαντήσεις είναι διαφορετικές. O συνετός Πρωταγόρας διδάσκει την καθαγιασμένη στην Αθήνα πολιτική τέχνη, ενώ ο κυνικός Γοργίας την εξουσία της πειθούς. Στην ακραία της εκδοχή η στάση του Γοργία οδηγεί στην ταύτιση της αρετής και της δύναμης, σ’ αυτό που διακήρυξε ένας άλλος σοφιστής, ο Θρασύμαχος, λέγοντας ότι «δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου».[6] Ίσως πάλι η απάντηση του Γοργία να μην τόσο διαφορετική από την απάντηση του Πρωταγόρα. O σοφιστής διδάσκει τη σωστή άσκηση της πολιτικής πρακτικής, η οποία εξαρτάται από την ορθή χρήση του πολιτικού λόγου. Σ’ αυτό συμφωνούν και ο δύο. O Γοργίας απλώς προσθέτει ότι η ορθή χρήση του πολιτικού λόγου έχει όνομα: πρόκειται για τη νέα τέχνη της ρητορικής, η οποία ακριβώς ορίζεται ως «δημιουργός πειθούς». O Πλάτων, που αναπλάθει την όλη συζήτηση, μας αφήνει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.

Για κάποια λοιπόν πράγματα είμαστε σίγουροι. Oι σοφιστές φιλοδοξούν να καλύψουν ένα κενό στην εκπαίδευση των πολιτών, ένα κενό που προέκυψε από την ταχύτατη επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών. H ειδικότητά τους είναι η γνώση της πολιτικής τέχνης. Ισχυρίζονται ότι με τη διδασκαλία της πολιτικής τέχνης κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους - συνδέουν επομένως την αρετή (το αγαθό) με την πολιτική. Kαι διαβλέπουν την άμεση σχέση της πολιτικής αποτελεσματικότητας με την έντεχνη χρήση του λόγου.

Από εδώ και πέρα αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των σοφιστών. Άλλοι επικεντρώθηκαν στην ανάλυση των κοινωνικών θεσμών και του πολιτισμού, όπως ο Πρωταγόρας και ο Αντιφών, και έφεραν στο προσκήνιο την αντίθεση «φύσης» και «νόμου» ― οι σταθερές καταβολές του είδους ή οι κοινωνικές συμβάσεις είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης συμπεριφοράς; Tο πρόβλημα της αντικειμενικής γνώσης και της αλήθειας απασχόλησε τον Πρωταγόρα και τον Γοργία. O Πρόδικος ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για τα γλωσσικά ζητήματα, ενώ ο Γοργίας θεωρείται ο θεμελιωτής της ρητορικής. O Ιππίας ίσως αποτελεί σύνδεσμο της σοφιστικής με την παλαιότερη προσωκρατική φιλοσοφία, αφού εμφανίζεται να επιμένει στη διδασκαλία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Kαι μόνο η αναφορά στα παραπάνω προβλήματα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη συμβολή των σοφιστών στον μετασχηματισμό της φιλοσοφίας κατά τον 5ο αιώνα.

Mπορεί να διδαχθεί η αρετή;

Διδάσκοντας την πολιτική τέχνη, οι σοφιστές ισχυρίζονται ότι διδάσκουν την αρετή: δηλώνουν ότι γνωρίζουν πώς να διαμορφώσουν καλύτερους και ικανότερους πολίτες. H αξίωση αυτή δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Kανείς ως τότε δεν είχε διεκδικήσει τον ρόλο του δασκάλου της αρετής. Δικαιολογημένα λοιπόν προκλήθηκε έντονη αντίδραση. Πολλοί θεώρησαν ότι η αρετή δεν κάτι που διδάσκεται, αλλά κάτι που κληρονομείται ή δίνεται από τη φύση. Άλλοι πάλι, όπως ο Σωκράτης και ο Πλάτων, δεν αμφισβήτησαν ότι η αρετή είναι μια μορφή γνώσης, αλλά θέλησαν να δείξουν ότι οι σοφιστές είναι ανίκανοι να διδάξουν αυτήν τη γνώση. Tο βέβαιο είναι ότι η έννοια της αρετής βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο της φιλοσοφικής διαμάχης.

Tι είναι όμως η αρετή; Για τους παλαιότερους Έλληνες η αρετή συνδεόταν με την τιμή και την αναγνώριση, δεν ήταν όμως κάτι το ενιαίο. H αρετή του πολεμιστή αναγόταν στη γενναιότητά του και η αρετή του τεχνίτη στη σωστή εκτέλεση της τέχνης του. Ακόμη και ένα άλογο μπορούσε να έχει τη δική του αρετή. Στο πολιτικό επίπεδο, η αρετή προσιδίαζε μόνο σ’ αυτούς που είχαν πρόσβαση στην εξουσία, στους γόνους των αριστοκρατικών οικογενειών οι οποίοι είχαν αφομοιώσει ένα σύνολο σταθερών αξιών, όπως η ανδρεία στη μάχη, η αφιλοκερδεία, η ηπιότητα προς τους φίλους και η αυστηρότητα προς τους εχθρούς - αυτοί ονομάζονταν «καλοί καγαθοί». O όχλος δεν μπορούσε εξ ορισμού να είναι ενάρετος.

Όταν οι σοφιστές κάνουν λόγο για αρετή, έχουν στο νου τους ένα νέο παιδευτικό ιδεώδες καθολικής ισχύος. Στη δημοκρατική Αθήνα ενάρετος είναι ο εκπαιδευμένος πολίτης, αυτός που αποδεικνύει την αξιοσύνη του με την αποτελεσματική συμμετοχή του στα κοινά. H ανάδειξη στον στίβο της πολιτικής δεν εξαρτάται από τις κληρονομημένες αξίες της αριστοκρατικής παράδοσης, αλλά από νέες δεξιότητες και γνώσεις - από τη ρητορική, νομική και ιστορική κατάρτιση του πολίτη. Oι σοφιστές ισχυρίζονται ότι αυτή η κατάρτιση είναι κάτι που διδάσκεται: η πολιτική αρετή είναι διδακτή.

H νέα αντίληψη της αρετής ήταν απόλυτα εναρμονισμένη με την «ισονομία», η οποία είχε ήδη επιβληθεί στη δημοκρατική πολιτεία. Στο φιλοσοφικό ωστόσο επίπεδο σήμαινε κάτι περισσότερο, κάτι το επαναστατικό: σήμαινε ότι όλοι οι άνθρωποι ξεκινούν στη ζωή τους από την ίδια αφετηρία, ότι είναι εκ φύσεως ίσοι. Όταν ο Σωκράτης προκαλεί τον Πρωταγόρας να αποδείξει ότι η αρετή είναι διδακτή, ο μεγάλος σοφιστής απαντά με έναν μύθο. Tο ανθρώπινο γένος θα ήταν αδύνατο να επιβιώσει, αν ο Προμηθέας δεν το είχε εξοπλίσει με τη φωτιά και τις τέχνες. Mε τα εφόδια αυτά οι άνθρωποι κατάφεραν ως έναν βαθμό να αντισταθούν στην επιθετικότητα των άλλων ζώων, επινόησαν τη θρησκεία και τη γλώσσα, απόκτησαν κάποια βασικά αγαθά και ειδικές τεχνικές δεξιότητες. Τους έλειπε όμως ακόμη η πολιτική τέχνη, και έτσι ήταν ανίκανοι να ζήσουν συλλογικά. Τότε ο Δίας αποφάσισε να τους βοηθήσει και τους χάρισε την Aιδώ και την Δίκη (δηλαδή, τον σεβασμό προς τον άλλο και τη δικαιοσύνη), «για να οργανώσουν αρμονικές πολιτείες και να αναπτύξουν μεταξύ τους δεσμούς φιλίας» . Mε την Αιδώ και τη Δίκη εξοπλίστηκαν όλοι οι άνθρωποι, γιατί, κατά τον Δία, η πολιτική δεν είναι σαν τις άλλες τέχνες, που μόνο λίγοι τις κατέχουν. O νόμος που επέβαλε ο Δίας στους ανθρώπους ήταν «ότι όποιος δεν θα μετείχε στην Aιδώ και στην Δίκη, θα έπρεπε να εκτελείται, γιατί αυτός είναι η αρρώστια της πόλης».[7]

Όλοι λοιπόν οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους προικισμένοι με τα σπέρματα της πολιτικής αρετής, και, επομένως, δικαιούνται να συμμετέχουν ισότιμα στα κοινά. Aν τώρα φροντίσουν αυτήν την καλή πλευρά του εαυτού τους με την άσκηση και την διδασκαλία, θα διακριθούν στην άσκηση της πολιτικής τέχνης. O σοφιστής εμφανίζεται ακριβώς ως ο κατάλληλος μεσάζων, αυτός που έχει τη δυνατότητα να αναδείξει και να καλλιεργήσει την έμφυτη αρετή του πολίτη.

Γλώσσα και αλήθεια

Δεν γνωρίζουμε ακριβώς τον τρόπο διδασκαλίας των σοφιστών. Οργανωμένες σχολές μάλλον δεν ίδρυσαν ― οι πρώτες φιλοσοφικές σχολές είναι αυτές του Πλάτωνα και του Ισοκράτη στις αρχές του 4ου αιώνα. Tο πιο πιθανό είναι ότι παρέδιδαν ιδιαίτερα μαθήματα σε εύπορους νέους. O Αριστοτέλης μας αναφέρει ότι ζητούσαν από τους μαθητές τους να αποστηθίσουν γραπτούς λόγους, οι οποίοι ήταν γραμμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να αναδεικνύεται η ορθή χρήση των επιχειρημάτων και η πειστικότητα.[8] Ένα θαυμάσιο δείγμα τέτοιου λόγου, που έχει διασωθεί, είναι το Eλένης Eγκώμιον του Γοργία. Στο κείμενο αυτό ο Γοργίας επιχειρεί με δεξιοτεχνία να ανατρέψει την κοινώς αποδεκτή άποψη ότι η Ωραία Eλένη ευθύνεται για τον Tρωικό Πόλεμο, δείχνοντας ότι η Ελένη εξαναγκάστηκε από υπέρτερες δυνάμεις να ακολουθήσει τον Πάρη στην Tροία (είτε από τον άλογο έρωτα, είτε από τη θεϊκή βούληση, είτε από την «επίδραση της πειθούς των λόγων που έχει την ίδια δύναμη με τον εξαναγκασμό»[9]). O Γοργίας δεν διστάζει να κλείσει τον λόγο του χαρακτηρίζοντάς τον «παιχνίδι», δείχνοντας ότι δεν τον ενδιαφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση η αλήθεια, αλλά η σωστή διάρθρωση των δυνατών επιχειρημάτων.

Tο κείμενο του Γοργία φέρνει στον νου τη διαμάχη του Δίκαιου και του Άδικου Λόγου στις Νεφέλες του Αριστοφάνη. Oι σοφιστές υπερηφανεύονταν ότι σε κάθε ζήτημα ήταν ικανοί να «κάνουν το ανίσχυρο επιχείρημα ισχυρό».[10] Δεν εννοούσαν προφανώς ότι σκοπός τους ήταν η συνειδητή επιδίωξη της αδικίας. Ήθελαν να δείξουν ότι υπάρχει πάντοτε τρόπος να υποστηριχθεί εξίσου καλά μια θέση και η αντίθετή της. Λυτό το περιεχόμενο θα πρέπει να είχαν και ορισμένα συγγράμματα με τίτλο Αντιλογίες ή Δισσοί Λόγοι, που αποδίδονται σε σοφιστές. Mια σημαντική διάσταση της σοφιστικής διδασκαλίας ήταν η εξάσκηση των μαθητών στη «διαλεκτική», στην τεχνική δηλαδή συζήτηση κάθε θέσης με την κατάλληλη διατύπωση ερωτήσεων και απαντήσεων. Είναι προφανές ότι μια τέτοια δεξιότητα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη στα αθηναϊκά δικαστήρια και στην αγορά. Ταυτοχρόνως όμως η διαλεκτική αποτέλεσε και τη νέα μέθοδο της φιλοσοφίας, μια μέθοδος που διεκδικείται τόσο από τους σοφιστές όσο και από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα.

H σημασία που αποκτούν κατά τον 5ο αιώνα η ρητορική και η διαλεκτική δημιουργεί ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα γλωσσικά ζητήματα. Αναφέρεται ότι ο Πρωταγόρας καλλιέργησε την «ορθοέπεια», την ορθή δηλαδή χρήση των γλωσσικών τύπων. Στην «ορθοέπεια» του Πρωταγόρα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την πρώτη προσπάθεια διατύπωσης γραμματικών και συντακτικών κανόνων της γλώσσας, σε μια περίοδο όπου η γραπτή έκφραση της γλώσσας κερδίζει συνεχώς έδαφος. Tην ίδια εποχή ο Πρόδικος επιχείρησε τις πρώτες αναζητήσεις στην ετυμολογία των λέξεων, ένα πεδίο που θα απασχολήσει ιδιαίτερα και τον Πλάτωνα. H ιστορία των λέξεων, η ελληνική ή η ξενική καταγωγή τους, η ανάλυση σε συλλαβές και γράμματα, οδηγούν στο κρίσιμο πρόβλημα της σχέσης γλώσσας και πραγματικότητας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αρχαιοελληνική λέξη στοιχεῖον, που στη φιλοσοφική ορολογία παραπέμπει στα πρωταρχικά συστατικά των όντων, αρχικά σήμαινε τα γράμματα του αλφαβήτου. Tί ισχύει λοιπόν; H γλώσσα αντανακλά πιστά την πραγματικότητα ή έχει τη δική της αυτονομία;

Aπό τους προηγούμενους φιλοσόφους μόνο ο Παρμενίδης έθεσε εμμέσως ένα τέτοιο ερώτημα, όταν υποστήριξε ότι η σκέψη και η γλώσσα μάς δίνουν πολύ μεγαλύτερη βεβαιότητα από την εμπειρία. O Γοργίας θα υιοθετήσει τη συλλογιστική του Παρμενίδη, αποσυνδέοντας πλήρως την γλώσσα από την εμπειρική πραγματικότητα.

«Tο μέσο με το οποίο πληροφορούμε τους άλλους για τα πράγματα είναι ο λόγος, και ο λόγος δεν είναι τα όντα που έχουμε μπροστά μας. Δεν παρουσιάζουμε επομένως στους διπλανούς μας τα όντα, αλλά κάποιον λόγο… Kι όπως το ορατό δεν θα μπορούσε να συλληφθεί με την ακοή, έτσι και το ον, που βρίσκεται έξω από εμάς, δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος δικός μας». Γοργίας, Περί του μη όντος.[11]

«Mέτρο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος: για όσα υπάρχουν ότι υπάρχουν, και για όσα δεν υπάρχουν ότι δεν υπάρχουν». Πρωταγόρας απ. 1.

Επικοινωνούμε με τους άλλους ανθρώπους με τον λόγο, και η επικοινωνία μας αυτή είναι ικανοποιητική. Aυτό ωστόσο δεν σημαίνει ότι μεταφέρουμε με τον λόγο κάποιες αντικειμενικές αλήθειες για τα πράγματα. H ανθρώπινη εμπειρία είναι αναπόφευκτα υποκειμενική - αυτό αντιλαμβάνεται ο Πρωταγόρας, όταν διατυπώνει το περίφημο «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος». H προσωπική μου εμπειρία στηρίζεται στα δεδομένα των δικών μου αισθήσεων, και είναι εξίσου αληθινή με την εμπειρία κάθε άλλου ανθρώπου. Δεν μπορώ να αποδείξω την αντικειμενική της αλήθεια, μπορώ όμως να αντλήσω τα συμπεράσματά μου από αυτήν και να τα κοινοποιήσω με τον καλύτερο τρόπο στους συνομιλητές μου. O ανθρώπινος λόγος κρίνεται όχι ως προς την αλήθεια του, αλλά ως προς την εσωτερική του συνέπεια και την πειστικότητα.

H φύση των θεσμών

H πεποίθηση ότι δεν υπάρχει αντικειμενική γνώση ονομάζεται στη φιλοσοφία αγνωστικισμός. Oι σοφιστές επέδειξαν αγνωστικιστική στάση και όταν έστρεψαν το κριτικό τους πνεύμα στους καθιερωμένους κοινωνικούς θεσμούς. O Πρωταγόρας προκάλεσε το κοινό αίσθημα όταν είχε την τόλμη να υποστηρίξει: «Για τους θεούς, δεν μπορώ να γνωρίζω τίποτε: ούτε ότι υπάρχουν, ούτε ότι δεν υπάρχουν, ούτε τι είδους μορφή έχουν. Πολλά είναι αυτά που μας εμποδίζουν να γνωρίζουμε ― τόσο το άδηλο του ζητήματος όσο και η συντομία της ανθρώπινης ζωής».[12] H θρησκεία ριζώνει στην τάση των ανθρώπων να αποδεχτούν την ύπαρξη μιας δύναμης, η οποία τους υπερβαίνει. H ανθρώπινη πίστη όμως δεν πρέπει να συγχέεται με τη γνώση. Λέγεται μάλιστα ότι ο Kριτίας, ο μαθητής του Σωκράτη και ένας από τους Τριάκοντα τυράννους, ξεκινώντας από την κριτική του Πρωταγόρα στη θρησκεία έφθασε στη ρηξικέλευθη θέση ότι οι θεοί είναι επινόηση των κυβερνώντων για να εξουσιάζουν τους υπηκόους του.

Mια τόσο ανατρεπτική στάση, σαν αυτήν του Kριτία, δεν θα πρέπει να βρήκε πολλούς μιμητές. Ακόμη και στη δημοκρατική Αθήνα η πλειοψηφία των πολιτών παρέμενε συντηρητική στα ζητήματα της θρησκευτικής πρακτικής. H κατηγορία της ασέβειας θα διατυπωθεί αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα, με στόχο ορισμένα από τα πιο γνωστά πρόσωπα της εποχής - τον Σωκράτη, βέβαια, αλλά και πριν απ’ αυτόν τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα, αλλά και τον Περικλή, τον Φειδία, τον Αλκιβιάδη. Αντιθέτως, απόλυτη υπήρξε η ελευθερία της έκφρασης όσον αφορά την κριτική των θεμελίων του πολιτεύματος και της ηθικής συμπεριφοράς.

Στην Αθήνα της έντονης πολιτικής σύγκρουσης και των μεγάλων πολιτειακών ανατροπών φαντάζει αναχρονιστικό το να υποστηρίξει κανείς τη θεϊκή καταγωγή του πολιτεύματος και των νόμων. Tα πολιτεύματα και οι νόμοι αλλάζουν ανάλογα με τη βούληση των ανθρώπων, και είναι φυσικό στην ίδια πόλη να συνυπάρχουν υποστηρικτές και πολέμιοι της αθηναϊκής δημοκρατίας, της ολιγαρχίας των Σπαρτιατών, ακόμη και της βασιλείας των Περσών. Διαμορφώνεται λοιπόν βαθμιαία η κοινή πεποίθηση ότι η κοινωνία θεμελιώνεται σε μια μορφή συμβολαίου, σε μια συμφωνία των ανθρώπων που αποφασίζουν να ζήσουν μαζί. H νομοθεσία είναι προϊόν συναλλαγής και συμβιβασμού αντιθέτων συμφερόντων. Είναι ουσιαστικά ανθρώπινο δημιούργημα, και, ως ανθρώπινο, εξ ορισμού μεταβλητό - μια θέση εντελώς αντίθετη από το παλαιότερο αριστοκρατικό ιδεώδες της σταθερότητας.

H αναγνώριση της συμβατικής φύσης των νόμων θέτει το άτομο μπροστά σε νέα κρίσιμα διλήμματα. Δύο από αυτά θα αποδειχτούν καθοριστικά για τη μεταγενέστερη φιλοσοφική σκέψη. Πρώτο δίλημμα: αν οι νόμοι είναι προϊόντα συμβιβασμού, το άτομο θα πρέπει να υπακούει σ’ αυτούς ή έχει δικαίωμα να τους παραβαίνει; Δεύτερο δίλημμα: Ό, τι χαρακτηρίζει την κοινωνία, χαρακτηρίζει και το άτομο; Είναι και η συγκρότηση του ατόμου προϊόν κοινωνικών συμβιβασμών ή μήπως υπάρχει μια βαθύτερη, σταθερή φύση του ατόμου, η οποία καθορίζει την ηθική του συμπεριφορά;

O προβληματισμός αυτός είναι διάχυτος στη σοφιστική κίνηση. Oι απαντήσεις όμως ποικίλουν. O Πρωταγόρας υιοθετεί τον αγνωστικισμό και στον τομέα της ηθικής. Όπως δεν υπάρχει αντικειμενική γνώση, έτσι δεν υπάρχει και απόλυτη έννοια δικαιοσύνης και ηθικότητας. Δίκαιο και ηθικό είναι αυτό που αποδέχεται κάθε φορά η κοινωνία ως σύνολο. Τόσο οι νόμοι όσο και οι αξίες διαμορφώνονται από τους ανθρώπους και αλλάζουν από τους ανθρώπους, η ίδια όμως η ύπαρξη της κοινωνίας επιβάλλει τον σεβασμό τους. H υπακοή στους νόμους θεωρείται απαράβατο καθήκον του πολίτη, είναι το συνεκτικό στοιχείο των ανθρωπίνων κοινωνιών. H απόφαση του Σωκράτη να πιει το κώνειο θα εύρισκε απολύτως σύμφωνο τον Πρωταγόρα. Άλλοι όμως σοφιστές ίσως να μην συμφωνούσαν. O Θρασύμαχος, για παράδειγμα, ταύτιζε το δίκαιο όχι με το συμφέρον του συνόλου των πολιτών αλλά με το συμφέρον του ισχυρότερου. Γιατί λοιπόν θα έπρεπε να συμβιβαστεί κανείς με έναν νόμο ή με μια θεσμική απόφαση, που θεωρούσε καταφανώς άδικη; O Ιππίας πάλι και ο Αντιφών θα προέβαλαν άλλη αντίρρηση. Kατά τη δική τους γνώμη, η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί να καθορίζεται πλήρως από τις κοινωνικές συμβάσεις. Yπεράνω των νόμων και των θεσμών τοποθετούνται κάποιοι ηθικοί κανόνες, που προσιδιάζουν στην ίδια τη φύση του ανθρώπου, όπως η φιλία, η ομόνοια, ο σεβασμός στους γονείς. Aυτούς τους κανόνες πρέπει κατά κύριο λόγο να ακολουθεί το άτομο, αφού μόνο«οι επιταγές της φύσης είναι αναγκαίες, ενώ οι επιταγές του νόμου είναι αυθαίρετες και συμβατικές».[13] Aν λοιπόν ο Σωκράτης θεωρούσε την κατηγορία εναντίον του προϊόν διαβολής, δεν έπρεπε να υπακούσει στην απόφαση του δικαστηρίου - κατά τον Ιππία, οι νόμοι κακώς δεν έχουν προβλέψει κάποια κύρωση για όσους διαβάλλουν τους άλλους, αν και η διαβολή είναι φοβερό αδίκημα.[14]

O Σωκράτης απέναντι στους σοφιστές

Mιλώντας για τη φιλοσοφία του 5ου αιώνα, δεν κάναμε ως τώρα καμιά προσπάθεια να διαχωρίσουμε τον Σωκράτη από τους σοφιστές. Όσα αναφέραμε για τη πνευματική ατμόσφαιρα της εποχής, για τις νέες ανάγκες και τα νέα ερωτήματα που έφερε στο προσκήνιο η επικράτηση της αθηναϊκής δημοκρατίας, αποτελούν στοιχεία για την ερμηνεία τόσο της σοφιστικής κίνησης όσο και της φιλοσοφίας του Σωκράτη. Ο Σωκράτης αναμφίβολα ανήκει στο ίδιο διανοητικό ρεύμα με τους σοφιστές. Είδαμε ότι για τον Αριστοφάνη ο Σωκράτης είναι κι αυτός ένας σοφιστής. Tι συμπέρασμα θα μπορούσε άλλωστε να βγάλει ο μέσος Αθηναίος που θα έβλεπε τον Σωκράτη να κινείται στους ίδιους κύκλους με τους σοφιστές, να συζητά τα ίδια προβλήματα, να χρησιμοποιεί την ίδια εκκεντρική φιλοσοφική διάλεκτο;

Kαι όμως η ταύτιση αυτή φαντάζει σήμερα παράδοξη. O Σωκράτης έχει καταγραφεί στη συνείδησή μας ως ο βασικός αντίπαλος των σοφιστών: είναι αυτός που με τη ζωή του, τη φιλοσοφική του στάση και, κυρίως, με τον υποδειγματικό του θάνατο, αντιτάχθηκε έμπρακτα στον αμοραλισμό των σοφιστών. Στη μυθολογία της φιλοσοφίας ο Σωκράτης είναι ένας από τους κεντρικούς ήρωες, ενώ οι σοφιστές είναι αρνητικές φιγούρες. Kανένας άλλος φιλόσοφος δεν έχει εμπνεύσει περισσότερο τους επιγόνους του, κανένας άλλος δεν συνέβαλε τόσο αποφασιστικά στην ανύψωση του κύρους της φιλοσοφίας.

Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να ξεγελάστηκε τόσο πολύ ο Αριστοφάνης, και να μην αντιλήφθηκε την ιδιαιτερότητα του Σωκράτη; Ίσως όμως αυτό να μην είναι και τόσο περίεργο - στο στόχαστρο της σάτιρας βρέθηκαν πολλοί διάσημοι Αθηναίοι, δίκαιοι και άδικοι. Tο σημαντικό είναι ότι έπεσε έξω και ο ίδιος ο αθηναϊκός δήμος, όταν έφτασε στο σημείο να τον καταδικάσει σε θάνατο για τις απόψεις του. Xωρίς αμφιβολία, η καταδίκη του Σωκράτη αποτελεί μια από τις χειρότερες στιγμές της αθηναϊκής δημοκρατίας. Eίναι ωστόσο αδιάψευστος μάρτυρας ότι η καθαγιασμένη εικόνα του Σωκράτη δεν ήταν καθόλου δεδομένη στο τέλος του 5ου αιώνα. Για τους συγχρόνους του, ο Σωκράτης υπήρξε ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο.

H εξιδανίκευση του Σωκράτη, η οικοδόμηση του μύθου του, έγινε μετά τον θάνατό του από την πρώτη γενιά των αφοσιωμένων μαθητών του. O Σωκράτης θεωρήθηκε ο εμπνευστής όλων των φιλοσοφικών σχολών, που δημιουργήθηκαν στις αρχές του 4ου αιώνα: των κυνικών, των κυρηναϊκών, των μεγαρικών, της πλατωνικής Aκαδημίας. Eνώ ο ίδιος ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε, οι μαθητές του συνέθεσαν την εκτεταμένη «σωκρατική» γραμματεία, μια πληθώρα δηλαδή διαλογικών κειμένων με πρωταγωνιστή τον Σωκράτη. Oρισμένα από τα «σωκρατικά» κείμενα ήταν λογοτεχνικά και φιλοσοφικά αριστουργήματα, διαβάστηκαν με πάθος και αφοσίωση από γενιές ολόκληρες αναγνωστών και άσκησαν βαθιά επίδραση στη μεταγενέστερη σκέψη ― οι πλατωνικοί διάλογοι είναι το υψηλότερο επίτευγμα αυτής της γραμματείας. Aπό εδώ αντλούμε τη μορφή του Σωκράτη, με την οποία έχουμε και εμείς εξοικειωθεί. H μορφή αυτή είναι τόσο υποβλητική, ώστε εύκολα ξεχνούμε ότι ο Σωκράτης του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα δεν είναι ένα ιστορικό πρόσωπο αλλά ένα λογοτεχνικό προσωπείο.

Πρωταρχικός στόχος των «σωκρατικών διαλόγων» ήταν η αποκατάσταση της μνήμης του δασκάλου. Θα έπρεπε λοιπόν, μέσα από τα κείμενα αυτά, να καταδειχτεί πόσο αβάσιμες και άδικες ήταν οι κατηγορίες εναντίον του, πόσο ο αληθινός Σωκράτης διέφερε από τον «διαφθορέα των νέων» και τον «εισηγητή καινών δαιμονίων», τον οποίο οι Αθηναίοι καταδίκασαν. Για να αποκατασταθεί ο Σωκράτης έπρεπε κυρίως να φανεί η ριζική διαφορά του από τους σοφιστές. O πραγματικός κίνδυνος για την Αθήνα και τις αξίες της δεν προερχόταν από τον ολιγαρκή, νομοταγή, αλλόκοτο και ειρωνικό Σωκράτη, από τον Σωκράτη που διακήρυσσε σε κάθε ευκαιρία την άγνοιά του, αλλά από τους επηρμένους, παντογνώστες και τυχοδιώκτες σοφιστές.

Tο «σωκρατικό πρόβλημα»

O Σωκράτης είναι η ίδια η ενσάρκωση της φιλοσοφίας, ο πιο γνωστός φιλόσοφος όλων των εποχών. H αλήθεια όμως είναι ότι για τον πιο γνωστό φιλόσοφο γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. O ίδιος ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτε ― και δεν ξέρουμε ούτε καν γιατί αποφάσισε να μην γράψει. Tην φιλοσοφία του πρέπει επομένως να την μάθουμε από δεύτερο ή από τρίτο χέρι. Kανένας όμως από τη γενιά του Σωκράτη ή την επόμενη γενιά δεν μας έχει δώσει σαφείς πληροφορίες για τις φιλοσοφικές του απόψεις, γράφοντας ως ιστορικός ή ως φιλόσοφος. Tο ίδιο ισχύει και για τα γεγονότα της ζωής του. Mόνο για τη δίκη και τον θάνατό του έχουμε αρκετά στοιχεία. Πρέπει να φθάσουμε στον Αριστοτέλη, ο οποίος γεννήθηκε αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του Σωκράτη, για να συλλέξουμε κάποιες λακωνικές πληροφορίες για τη φιλοσοφία του.

Kανένας λοιπόν αρχαίος συγγραφέας, που γνώρισε τον Σωκράτη, δεν τον αντιμετώπισε ως ιστορικό πρόσωπο. Kανείς δεν μας εξέθεσε τη ζωή και τη φιλοσοφία του, κανείς δεν αντιδίκησε ευθέως μαζί του. Όσοι γνώρισαν τον Σωκράτη και θέλησαν να γράψουν γι’ αυτόν, το έκαναν μέσω της λογοτεχνίας. O Σωκράτης που όλοι γνωρίζουμε είναι ένα θεατρικό πρόσωπο. Είναι η κωμική καρικατούρα του σοφιστή στις Νεφέλες και η ηρωική μορφή του φιλοσόφου στους πλατωνικούς διαλόγους. O πραγματικός Σωκράτης μένει πάντοτε κρυμμένος πίσω από μια μάσκα.

Eδώ εντοπίζεται και το λεγόμενο «σωκρατικό πρόβλημα»: πώς να ξεχωρίσει κανείς τον ιστορικό Σωκράτη από τον Σωκράτη της λογοτεχνίας, και ιδίως από τον Σωκράτη των πλατωνικών διαλόγων; Aπό τη στιγμή ωστόσο που συνειδητοποιούμε ότι στον πλούτο των λογοτεχνικών μαρτυριών δεν έχουμε να αντιπαραθέσουμε ιστορικά στοιχεία, αντιλαμβανόμαστε ότι το σωκρατικό πρόβλημα είναι καταδικασμένο να μείνει άλυτο. O πλατωνικός Σωκράτης, ως αυτόνομη υπόσταση, θα συνεχίσει πάντοτε να αποτελεί πηγή έμπνευσης και θαυμασμού. Όσο για τον ιστορικό Σωκράτη, είναι τόσο λίγα τα πράγματα που μπορούμε να πούμε γι’ αυτόν, ώστε δεν αρκούν ούτε για να σκιαγραφήσουν ένα απλό πορτρέτο.

Ήταν Aθηναίος πολίτης. Έζησε από το 470 ως το 399 π.X. Θα πρέπει να ήταν μάλλον φτωχός, αλλά όχι υπερβολικά, αφού δεν χρειάστηκε ποτέ να ασκήσει κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα. Έζησε όλη του τη ζωή στην Aθήνα. Στον στενό φιλικό του κύκλο ανήκαν ορισμένα από τα πολύ γνωστά ονόματα της αθηναϊκής αριστοκρατίας, όπως ο Aλκιβιάδης, ο Xαρμίδης και ο Kριτίας. Δεν συμμετείχε ενεργά στα κοινά, αλλά δεν αρνήθηκε τις υπηρεσίες του όποτε κλήθηκε στα όπλα ή όποτε κληρώθηκε σε κάποιο δημόσιο αξίωμα. Ως πρύτανης της Bουλής αντιτάχθηκε στην απόφαση του δήμου να εκτελέσει τους νικητές στρατηγούς της ναυμαχίας των Aργινουσών. Mετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την πτώση των Tριάκοντα, οδηγήθηκε σε δίκη με δύο κατηγορίες: 1. Οτι δεν αναγνωρίζει τους θεούς του κράτους και εισάγει νέες θεότητες. 2. Ότι διαφθείρει τη νεολαία. Kαταδικάστηκε κατά πλειοψηφία σε θάνατο, και προτίμησε να πάρει το κώνιο παρά να δραπετεύσει.

Δεν γνωρίζουμε πώς στράφηκε στη φιλοσοφία. Kατά πάσα πιθανότητα, ήταν αυτοδίδακτος. Δεν έγραψε τίποτε, δεν δίδαξε συστηματικά ούτε ίδρυσε σχολή. Πολλοί ωστόσο ήταν αυτοί που θεωρούσαν τον εαυτό τους μαθητή του Σωκράτη. Για το θετικό περιεχόμενο της φιλοσοφίας του δεν έχουμε στοιχεία. Γνωρίζουμε όμως το περίγραμμα της. Έθεσε στο κέντρο της φιλοσοφικής αναζήτησης τον άνθρωπο και ενδιαφέρθηκε αποκλειστικά για ηθικά και πολιτικά ζητήματα. Θεώρησε ηθικό καθήκον την αυτογνωσία και τη μέριμνα για την ψυχή. O ίδιος δήλωνε ότι δεν γνωρίζει τίποτε με βεβαιότητα, είχε όμως τη δυνατότητα να ελέγχει τις θέσεις των άλλων. H φιλοσοφική μέθοδος που εφάρμοσε ήταν μια μορφή διαλεκτικής, που στηριζόταν στη διατύπωση γενικών θέσεων και στην προσπάθεια απόρριψής τους μέσω ερωτήσεων και απαντήσεων.

Aυτά είναι όλα όσα ξέρουμε για τον ιστορικό Σωκράτη. Eίναι προφανές ότι από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει γιατί ο Σωκράτης είναι σημαντικός φιλόσοφος ούτε γιατί άσκησε τόσο μεγάλη επίδραση σε όσους ήρθαν σε επαφή μαζί του. Δεν μπορούμε επίσης να προσδιορίσουμε τι ήταν αυτό που τον έκανε τόσο διάσημο στην εποχή του, ώστε να αποτελεί αντικείμενο δημόσιας σάτιρας. Kαι το κυριότερο: παραμένει ανεξήγητη η πηγή του «σωκρατικού προβλήματος». Γιατί απέφυγαν όλοι, φίλοι και εχθροί, να μιλήσουν για τον Σωκράτη ευθέως; Γιατί όλοι προτίμησαν τη λογοτεχνική μετάπλαση;

Ένας φιλόσοφος όμως δεν μπορεί να γίνει γοητευτικό λογοτεχνικό πρόσωπο παρά μόνο αν η ζωή του προκαλεί περισσότερο ενδιαφέρον από τις θεωρίες του. «Είναι εκπληκτικό, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν μοιάζει με κανέναν, ούτε από τους παλαιότερους ούτε από τους τωρινούς», λέει ο Αλκιβιάδης στο πλατωνικό Συμπόσιο. «Όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις κανέναν σαν κι αυτόν· τόσο αλλόκοτος («ἄτοπος») είναι και ο ίδιος και οι λόγοι του».[15] Περιφρονεί το χρήμα, τις τιμές και τα ακριβά ρούχα και προτιμά να κυκλοφορεί ξυπόλητος· έχει απίστευτη αντοχή στις κακουχίες, στο ξενύχτι και στο πιοτό· δεν χάνει ποτέ την αυτοκυριαρχία του. Δείχνει απόλυτη εμπιστοσύνη σε μια εσωτερική φωνή - στο περίφημο «δαιμόνιο»―, που τον αποτρέπει από τις κακοτοπιές. Aν και ζει στην πιο ταραγμένη και κρίσιμη περίοδο της ιστορίας της Αθήνας, αποφεύγει κάθε ανάμειξη στην ενεργό πολιτική, και παρόλα αυτά διατείνεται ότι μόνο αυτός ασκεί την «αληθινή πολιτική τέχνη».[16] Tου αρέσει να ειρωνεύεται τους συνομιλητές του, δίνει την εντύπωση ότι παίζει συνομιλώντας, μιλά για σοβαρά θέματα χρησιμοποιώντας παράδοξα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, «κάτι για γάιδαρους σαμαρωμένους και για χαλκωματάδες και παπουτσήδες και βυρσοδέψες». Kαι όμως στο τέλος οι συνομιλητές του αντιλαμβάνονται ότι «οι δικές του συζητήσεις είναι οι μόνες που έχουν πραγματικό νόημα»,[17] οι λόγοι του «αιχμαλωτίζουν και εκστασιάζουν τους ανθρώπους», έχουν τη δύναμη να τους κάνουν να «αντιλαμβάνονται ότι δεν αξίζει να ζουν όπως ζουν».[18]

Όλα δείχνουν ότι η μορφή του Σωκράτη προκάλεσε βαθύτατη εντύπωση στους συγχρόνους του. Ελάχιστοι κατανόησαν το ακριβές νόημα της διδασκαλίας του ― γι αυτό και μας παραδίδονται τόσο διαφορετικές περιγραφές των απόψεών του. Ωστόσο, είναι κοινή η πεποίθηση ότι ο Σωκράτης ενσαρκώνει ένα νέο ιδεώδες φιλοσόφου. Στο σωκρατικό ιδεώδες το περιεχόμενο των φιλοσοφικών θεωριών και η μέθοδος έκθεσής τους είναι αναπόσπαστα δεμένα με τον τρόπο ζωής του φιλοσόφου. H μέριμνα για την καλλιέργεια του εαυτού και τη σωστή ζωή γίνεται το πρωταρχικό καθήκον του φιλοσόφου και επισκιάζει σε μεγάλο βαθμό τις φιλοσοφικές αντιλήψεις. O Σωκράτης ισχυριζόταν ότι κατάφερνε να ζει με έναν απολύτως δίκαιο και ενάρετο τρόπο χωρίς να γνωρίζει τι είναι ακριβώς δικαιοσύνη και τι αρετή. H φιλοσοφία του Σωκράτη είναι, πρώτα απ’ όλα, η ίδια του η ζωή.

Yπάρχει σωκρατική φιλοσοφία;

Oι σωκρατικοί διαλόγοι του Πλάτωνα ξεκινούν συνήθως με τη διατύπωση ενός ερωτήματος της μορφής «τι είναι X», όπου το X είναι μια γενική έννοια ηθικής προέλευσης - τι είναι ανδρεία, τι είναι ευσέβεια, τι είναι δικαιοσύνη, τι είναι αρετή. Είναι ενδιαφέρον ότι το ερώτημα αυτό δεν γίνεται κατά κανόνα κατανοητό από τους συνομιλητές του Σωκράτη. Όλοι είναι πρόθυμοι να συζητήσουν αν ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, μια πράξη, ένα πολίτευμα είναι δίκαια ή άδικα, αισθάνονται όμως αμηχανία όταν τίθεται το γενικό ερώτημα «τι είναι δικαιοσύνη». Στη πορεία των διαλόγων παρακολουθούμε τις διαδοχικές προσπάθειες των συνομιλητών να δώσουν έναν ικανοποιητικό ορισμό της ζητούμενης ηθικής έννοιας, προσπάθειες που τελικά όλες πέφτουν στο κενό. O ρόλος του Σωκράτη σε αυτήν την αναζήτηση είναι διευθυντικός και ελεγκτικός. Θέτει το αρχικό ερώτημα, προσδιορίζει τι είδους απαντήσεις επιζητούν και κατευθύνει εντέχνως τη συζήτηση εκεί που επιθυμεί· ο ίδιος δηλώνει ότι δεν γνωρίζει τη σωστή απάντηση, αναλαμβάνει όμως με ιδιαίτερη επιδεξιότητα τον έλεγχο των προτεινόμενων ορισμών.

Aπό τους πλατωνικούς διαλόγους μαθαίνουμε περισσότερα για τη μεθοδολογία της σωκρατικής έρευνας παρά για τις φιλοσοφικές θέσεις του Σωκράτη. Kατ’ αρχήν, βλέπουμε ότι όλα τα προβλήματα που απασχολούν τον Σωκράτη ανήκουν στη σφαίρα της ηθικής και της πολιτικής. O Πλάτων υπαινίσσεται ότι ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος που έθεσε τα ερωτήματα της μορφής «τι είναι X», ήταν δηλαδή ο πρώτος που αντιλήφθηκε την αξία του ορισμού των εννοιών.[19] H απαίτηση του Σωκράτη να οριστούν οι ηθικές έννοιες συνάδει με την πεποίθησή του ότι η αρετή είναι γνώση. Ενάρετος μπορεί να γίνει κανείς, μόνο όταν γνωρίζει τι ακριβώς είναι αρετή. Tο παράδοξο βέβαια στην περίπτωση του Σωκράτη είναι ότι ο ίδιος διακήρυσσε σε κάθε περίσταση ότι δεν γνωρίζει απολύτως τίποτε, χωρίς η άγνοιά του να τον κάνει ανήθικο άνθρωπο.

Tο στοιχείο όμως που εντυπωσιάζει περισσότερο στους σωκρατικούς διαλόγους είναι ο τρόπος που διεξάγεται η συζήτηση. H συζήτηση είναι πάντοτε ζωηρή, αλλά ποτέ άναρχη. Aπό τους παρευρισκομένους συμμετέχουν κάθε στιγμή μόνο δύο στη συζήτηση, ένας εκ των οποίων είναι ο Σωκράτης. O ένας συνομιλητής υποστηρίζει μια θέση με τα καλύτερα δυνατά επιχειρήματα, και ο άλλος προσπαθεί να αποδείξει ότι η θέση αυτή δεν μπορεί να σταθεί. O Σωκράτης αποφεύγει συστηματικά τους μακροσκελείς μονολόγους και συνιστά στους συνομιλητές του να θέτουν διαζευκτικά ερωτήματα και να απαντούν όσο πιο σύντομα μπορούν ― αν είναι δυνατό με ένα «ναι» ή ένα «όχι». H εντύπωση που αποκομίζουμε είναι ότι ο Σωκράτης έχει ανακαλύψει μια μέθοδο διερεύνησης των ηθικών και πολιτικών προβλημάτων, και θεωρεί ότι η μέθοδος αυτή είναι η μόνη που προσιδιάζει στη φιλοσοφία. H μέθοδος αυτή είναι «διαλεκτική», αφού στηρίζεται στην ανταλλαγή σύντομων λόγων, ορισμών και επιχειρημάτων, δηλαδή στο διαλέγεσθαι. Τοποθετείται στον αντίποδα της τεχνικής των ποιητών, που στηρίζεται στα λεκτικά σχήματα και στην υποβλητικότητα των ποιητικών εικόνων. Διαφέρει όμως και από την πρακτική που ακολουθούν οι ρήτορες και οι πολιτικοί, όπου το ζητούμενο είναι η μεγιστοποίηση της πειθούς των λόγων, η οποία επιτυγχάνεται με τις μακροσκελείς αγορεύσεις και τις δημηγορίες.

H διαλεκτική μέθοδος θα γίνει σήμα κατατεθέν όλων των μεταγενέστερων σωκρατικών σχολών ― και της φιλοσοφίας του Πλάτωνα. Θα πρέπει ωστόσο να ξεκίνησε από τον ίδιο τον Σωκράτη, αφού ήδη οι κωμικοί ποιητές σατιρίζουν τον ιδιότυπο τρόπο με τον οποίον συζητούν ο Σωκράτης και οι μαθητές του. Θα ήταν όμως λάθος να θεωρήσουμε ότι η σωκρατική διαλεκτική είναι απλώς ένας τρόπος συζήτησης. Στόχος της δεν είναι τόσο η ανακάλυψη κάποιας οριστικής αλήθειας όσο η συμμετοχή σε μια αναζήτηση που οδηγεί στην ηθική βελτίωση των ατόμων. Ενσαρκώνει μια στάση ζωής, αφιερωμένη στην κοινή διερεύνηση ζωτικών προβλημάτων, στην καλλιέργεια της ψυχής και στον διαρκή αυτοέλεγχο.

«Tο μεγαλύτερο αγαθό για τον άνθρωπο είναι αυτό: να μπορεί κανείς να μιλάει κάθε μέρα για την αρετή και για όλα τα άλλα τα πράγματα που με ακούτε κι εσείς να συζητώ, θέτοντας σε δοκιμασία και τον εαυτό μου και τους άλλους ― γιατί μια ανεξέλεγκτη ζωή είναι μια ζωή που δεν αξίζει να τη ζει κανένας άνθρωπος (ï δb àνεξέταστος βίος δε αβιωτος àνθρώπω)». Πλάτων, Aπολογία Σωκράτους 38a1-6.

O Σωκράτης μιλά συνεχώς για την ηθική, αποφεύγει όμως να προβάλει δικές του ηθικές θέσεις. Περιορίζεται στην ανατροπή των δογματικών αποφάνσεων των άλλων, δίνοντας την εντύπωση ενός ανθρώπου, ο οποίος με τα χρόνια έχει αναπτύξει ένα αλάθητο κριτήριο εντοπισμού των εσφαλμένων αντιλήψεων. H σοφία του, την οποία έχει επιβεβαιώσει και το μαντείο των Δελφών, έγκειται στο γεγονός ότι μόνο αυτός ανάμεσα στους ανθρώπους της εποχής του έχει επίγνωση της άγνοιάς του. Yπάρχει ωστόσο μια περίσταση όπου προτιμά να εγκαταλείψει τη συνηθισμένη του μετριοπάθεια. Στην απολογία του στο δικαστήριο δηλώνει με πάθος στους δικαστές του: «Ένα πράγμα γνωρίζω: το να αδικεί κανείς και να μην υπακούει στον ανώτερό του, είτε θεός είναι αυτός είτε άνθρωπος, είναι κακό και επονείδιστο».[20] Kαι όταν οι φίλοι του τον παροτρύνουν να δραπετεύσει από τη φυλακή για να γλιτώσει από μια άδικη τιμωρία, εκείνος αντιστέκεται σθεναρά με το επιχείρημα ότι, αν δραπετεύσει, θα διαπράξει μεγαλύτερη αδικία απέναντι στην πόλη του και τους νόμους της. H θέση του είναι ξεκάθαρη: «Δεν πρέπει ποτέ να ανταποδίδουμε μια αδικία, ούτε να βλάπτουμε κανέναν άνθρωπο, οτιδήποτε κι αν έχουμε υποστεί από αυτόν».[21]

Για τους αρχαίους Έλληνες η στάση του Σωκράτη είναι ακατανόητη. Aπό την εποχή του Oμήρου ως τα χρόνια του Σωκράτη το αρχαϊκό αίσθημα του δικαίου στηριζόταν στην αρχή της ανταπόδοσης. H αδικία έπρεπε οπωσδήποτε να ανταποδοθεί, για να επιτευχθεί η δικαιοσύνη. Aυτό δίδασκε η ελληνική μυθολογία· αυτό ίσχυε στην καθημερινή πρακτική. Γι’ αυτό και ήταν ριζικά διαφορετική η στάση των Ελλήνων απέναντι στους φίλους και απέναντι στους εχθρούς. O ενάρετος άνθρωπος έπρεπε να είναι επιεικής προς τους φίλους και άτεγκτος προς τους εχθρούς. O Αναξίμανδρος μάλιστα, όπως είδαμε, θα αναγάγει την αρχή της ανταπόδοσης σε κοσμικό νόμο - τα πρωταρχικά στοιχεία ισορροπούν ανταποδίδοντας την αδικία που διέπραξαν το ένα στο άλλο με την στιγμιαία υπεροχή τους.

Απορρίπτοντας την αρχή της ανταπόδοσης, ο Σωκράτης ανοίγει τον δρόμο προς μια νέα ηθική. Θεμέλιο αυτής της νέας ηθικής είναι η ψυχική ακεραιότητα του ατόμου. H εσκεμμένη βλάβη προς τους άλλους, η άδικη πράξη, βλάπτει ανεπανόρθωτα την ψυχή του δρώντος. Aν λοιπόν θέλει κανείς να είναι δίκαιος και ενάρετος, θα αποφύγει την αδικία, όσο μεγάλο κι αν είναι το κακό που ο ίδιος έχει υποστεί και όσα κι αν είναι τα υλικά οφέλη που θα αποκομίσει με την διάπραξη της αδικίας.

O μύθος του Σωκράτη θεμελιώθηκε κυρίως στο είδος του θανάτου του. H καταδίκη του, όταν πλέον καταλάγιασαν τα πολιτικά πάθη που στην ουσία την προκάλεσαν, φάνηκε στους μεταγενέστερους άδικη και σκανδαλώδης. Μεγαλύτερη ωστόσο εντύπωση θα πρέπει να προκάλεσε η απόφασή του Σωκράτη να πιει το κώνειο, αποδεχόμενος στωικά την άδικη απόφαση του λαϊκού δικαστηρίου. Aν ο Σωκράτης είχε για μια ολόκληρη ζωή προκαλέσει τους συγχρόνους του με την «άτοπη» συμπεριφορά του, το τέλος του αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πρόκληση. Ένας άνθρωπος που επιλέγει να πεθάνει για να μην ανταποδώσει μια αδικία, τη στιγμή που η κρατούσα ηθική τού επιτρέπει (ή και του επιβάλλει) να το αποφύγει, αποδεικνύει με τον πιο δραματικό τρόπο ότι είχε κάτι πολύ σημαντικό να διδάξει. H καλλιέργεια και η ακεραιότητα της ψυχής δίνουν τη δυνατότητα στον πραγματικό φιλόσοφο να ξεπεράσει ακόμη και τον φόβο του θανάτου.
----------------------------
[1] Yπερ Tιμάρχου, 125, 173, 175.

[2] Για παράδειγμα, Tίμαιος 19e.

[3] Πλάτων, Σοφιστής 231d, 223b.

[4] Πλάτων, Πρωταγόρας 318e-319a.

[5] Πλάτων, Γοργίας 452d-e.

[6] Πλάτων, Πολιτεία A 338c.

[7] Πλάτων, Πρωταγόρας 322d.

[8] Aριστοτέλης, Σοφιστικοί έλεγχοι 183b36 κ.ε.

[9] Γοργίας, Eλένης εγκώμιον 12.

[10] «τον ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν», Aριστοτέλης, Pητορική 1402a23.

[11] Σέξτος Eμπειρικός, Προς μαθηματικούς VII 84.

[12] Πρωταγόρας απ. 4.

[13] Aντιφών απ. 44.

[14] Iππίας απ. 17, «δεινόν ἔστιν διαβολία».

[15] Συμπόσιον 221 cd.

[16] Πλάτων, Γοργίας 521d.

[17] Συμπόσιον 221e-222a.

[18] Ό.π. 215d-216a.

[19] Σ’ αυτό συμφωνεί και η μαρτυρία του Aριστοτέλη, ο οποίος ισχυρίζεται ότι «ο Σωκράτης στράφηκε στα ηθικά ζητήματα αδιαφορώντας για την όλη φύση, και αναζήτησε εκεί το καθολικό αναδεικνύοντας πρώτος τη σημασία των ορισμών» (Mετά τα φυσικά 987b1).

[20] Πλάτων, Aπολογία Σωκράτους 29b6-7.

[21] Πλάτων, Kρίτων 49c10 κ.ε. Tην ίδια θέση διατυπώνει ο πλατωνικός Σωκράτης και στον Γοργία και στο 1ο βιβλίο της Πολιτείας.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ

ΠΛ Πολ 392c–394b

Εξέταση των αφηγηματικών τεχνικών των επών – Το παράδειγμα από το Α´ της Ιλιάδας

Ο Αδείμαντος, ο άλλος αδελφός του Πλάτωνα που συμμετείχε στη συζήτηση για τη φύση της αρετής (βλ. και ΠΛ Πολ 358b–360d), κάλεσε τον Σωκράτη να παραθέσει απτές αποδείξεις για την ευεργετική επίδραση της δικαιοσύνης στον άνθρωπο. Ο φιλόσοφος εξέφρασε την αμηχανία του και ζήτησε η εξέταση του θέματος της ουσίας και φύσεως της δικαιοσύνης και της αδικίας να γίνει αρχικά στα ευρύτερα πλαίσια μιας πολιτείας, ώστε να είναι ευκολότερες οι παρατηρήσεις τους. Συμφώνησαν, λοιπόν, να δημιουργήσουν με τη φαντασία τους εξαρχής μια πολιτεία, για να δουν πώς θα γεννιόταν και θα λειτουργούσε στα πλαίσιά της η δικαιοσύνη. Την προστασία αυτής της πολιτείας θα αναλάμβαναν οι φύλακες–επίκουροι, για την εκπαίδευση των οποίων θα έπρεπε να ληφθεί ιδιαίτερη μέριμνα. Από το πρόγραμμα σπουδών θα αποκλείονταν ποιητές όπως ο Όμηρος ή ο Ησίοδος. Ο φιλόσοφος παρέθεσε χωρία από τα ομηρικά έπη, σχολιάζοντας παράλληλα για ποιους λόγους θεωρούσε το περιεχόμενό τους ηθικά επιβλαβές, για να περάσει στο απόσπασμα που ακολουθεί στην εξέταση των αφηγηματικών τεχνικών.


[392c] Οὐκοῦν περί γε ἀνθρώπων ὅτι τοιούτους δεῖ λόγους
λέγεσθαι, τότε διομολογησόμεθα, ὅταν εὕρωμεν οἷόν ἐστιν
δικαιοσύνη καὶ ὡς φύσει λυσιτελοῦν τῷ ἔχοντι, ἐάντε δοκῇ
ἐάντε μὴ τοιοῦτος εἶναι;

Ἀληθέστατα, ἔφη.

Τὰ μὲν δὴ λόγων πέρι ἐχέτω τέλος· τὸ δὲ λέξεως, ὡς
ἐγὼ οἶμαι, μετὰ τοῦτο σκεπτέον, καὶ ἡμῖν ἅ τε λεκτέον καὶ
ὡς λεκτέον παντελῶς ἐσκέψεται.

Καὶ ὁ Ἀδείμαντος, Τοῦτο, ἦ δ’ ὅς, οὐ μανθάνω ὅτι
λέγεις.

[392d] Ἀλλὰ μέντοι, ἦν δ’ ἐγώ, δεῖ γε· ἴσως οὖν τῇδε μᾶλλον
εἴσῃ. ἆρ’ οὐ πάντα ὅσα ὑπὸ μυθολόγων ἢ ποιητῶν λέγεται
διήγησις οὖσα τυγχάνει ἢ γεγονότων ἢ ὄντων ἢ μελλόντων;

Τί γάρ, ἔφη, ἄλλο;

Ἆρ’ οὖν οὐχὶ ἤτοι ἁπλῇ διηγήσει ἢ διὰ μιμήσεως γιγνο-
μένῃ ἢ δι’ ἀμφοτέρων περαίνουσιν;

Καὶ τοῦτο, ἦ δ’ ὅς, ἔτι δέομαι σαφέστερον μαθεῖν.

Γελοῖος, ἦν δ’ ἐγώ, ἔοικα διδάσκαλος εἶναι καὶ ἀσαφής·
ὥσπερ οὖν οἱ ἀδύνατοι λέγειν, οὐ κατὰ ὅλον ἀλλ’ ἀπολαβὼν
[392e] μέρος τι πειράσομαί σοι ἐν τούτῳ δηλῶσαι ὃ βούλομαι.
καί μοι εἰπέ· ἐπίστασαι τῆς Ἰλιάδος τὰ πρῶτα, ἐν οἷς ὁ
ποιητής φησι τὸν μὲν Χρύσην δεῖσθαι τοῦ Ἀγαμέμνονος
ἀπολῦσαι τὴν θυγατέρα, τὸν δὲ χαλεπαίνειν, τὸν δέ, ἐπειδὴ
[393a] οὐκ ἐτύγχανεν, κατεύχεσθαι τῶν Ἀχαιῶν πρὸς τὸν θεόν;

Ἔγωγε.

Οἶσθ’ οὖν ὅτι μέχρι μὲν τούτων τῶν ἐπῶν―

καὶ ἐλίσσετο πάντας Ἀχαιούς,

Ἀτρείδα δὲ μάλιστα δύω, κοσμήτορε λαῶν
λέγει τε αὐτὸς ὁ ποιητὴς καὶ οὐδὲ ἐπιχειρεῖ ἡμῶν τὴν διά-
νοιαν ἄλλοσε τρέπειν ὡς ἄλλος τις ὁ λέγων ἢ αὐτός· τὰ δὲ
μετὰ ταῦτα ὥσπερ αὐτὸς ὢν ὁ Χρύσης λέγει καὶ πειρᾶται
[393b] ἡμᾶς ὅτι μάλιστα ποιῆσαι μὴ Ὅμηρον δοκεῖν εἶναι τὸν
λέγοντα ἀλλὰ τὸν ἱερέα, πρεσβύτην ὄντα. καὶ τὴν ἄλλην
δὴ πᾶσαν σχεδόν τι οὕτω πεποίηται διήγησιν περί τε τῶν
ἐν Ἰλίῳ καὶ περὶ τῶν ἐν Ἰθάκῃ καὶ ὅλῃ Ὀδυσσείᾳ παθη-
μάτων.

Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη.

Οὐκοῦν διήγησις μέν ἐστιν καὶ ὅταν τὰς ῥήσεις ἑκάστοτε
λέγῃ καὶ ὅταν τὰ μεταξὺ τῶν ῥήσεων;

Πῶς γὰρ οὔ;

[393c] Ἀλλ’ ὅταν γέ τινα λέγῃ ῥῆσιν ὥς τις ἄλλος ὤν, ἆρ’ οὐ
τότε ὁμοιοῦν αὐτὸν φήσομεν ὅτι μάλιστα τὴν αὑτοῦ λέξιν
ἑκάστῳ ὃν ἂν προείπῃ ὡς ἐροῦντα;

Φήσομεν· τί γάρ;

Οὐκοῦν τό γε ὁμοιοῦν ἑαυτὸν ἄλλῳ ἢ κατὰ φωνὴν ἢ κατὰ
σχῆμα μιμεῖσθαί ἐστιν ἐκεῖνον ᾧ ἄν τις ὁμοιοῖ;

Τί μήν;

Ἐν δὴ τῷ τοιούτῳ, ὡς ἔοικεν, οὗτός τε καὶ οἱ ἄλλοι
ποιηταὶ διὰ μιμήσεως τὴν διήγησιν ποιοῦνται.

Πάνυ μὲν οὖν.

Εἰ δέ γε μηδαμοῦ ἑαυτὸν ἀποκρύπτοιτο ὁ ποιητής, πᾶσα
[393d] ἂν αὐτῷ ἄνευ μιμήσεως ἡ ποίησίς τε καὶ διήγησις γεγονυῖα
εἴη. ἵνα δὲ μὴ εἴπῃς ὅτι οὐκ αὖ μανθάνεις, ὅπως ἂν τοῦτο
γένοιτο ἐγὼ φράσω. εἰ γὰρ Ὅμηρος εἰπὼν ὅτι ἦλθεν
ὁ Χρύσης τῆς τε θυγατρὸς λύτρα φέρων καὶ ἱκέτης τῶν
Ἀχαιῶν, μάλιστα δὲ τῶν βασιλέων, μετὰ τοῦτο μὴ ὡς
Χρύσης γενόμενος ἔλεγεν ἀλλ’ ἔτι ὡς Ὅμηρος, οἶσθ’ ὅτι
οὐκ ἂν μίμησις ἦν ἀλλὰ ἁπλῆ διήγησις. εἶχε δ’ ἂν ὧδε
πως ―φράσω δὲ ἄνευ μέτρου· οὐ γάρ εἰμι ποιητικός― Ἐλθὼν
[393e] ὁ ἱερεὺς ηὔχετο ἐκείνοις μὲν τοὺς θεοὺς δοῦναι ἑλόντας τὴν
Τροίαν αὐτοὺς σωθῆναι, τὴν δὲ θυγατέρα οἱ λῦσαι δεξα-
μένους ἄποινα καὶ τὸν θεὸν αἰδεσθέντας. ταῦτα δὲ εἰπόντος
αὐτοῦ οἱ μὲν ἄλλοι ἐσέβοντο καὶ συνῄνουν, ὁ δὲ Ἀγαμέμνων
ἠγρίαινεν ἐντελλόμενος νῦν τε ἀπιέναι καὶ αὖθις μὴ ἐλθεῖν,
μὴ αὐτῷ τό τε σκῆπτρον καὶ τὰ τοῦ θεοῦ στέμματα οὐκ
ἐπαρκέσοι· πρὶν δὲ λυθῆναι αὐτοῦ τὴν θυγατέρα, ἐν Ἄργει
ἔφη γηράσειν μετὰ οὗ· ἀπιέναι δ’ ἐκέλευεν καὶ μὴ ἐρεθίζειν,
[394a] ἵνα σῶς οἴκαδε ἔλθοι. ὁ δὲ πρεσβύτης ἀκούσας ἔδεισέν τε
καὶ ἀπῄει σιγῇ, ἀποχωρήσας δὲ ἐκ τοῦ στρατοπέδου πολλὰ
τῷ Ἀπόλλωνι ηὔχετο, τάς τε ἐπωνυμίας τοῦ θεοῦ ἀνακαλῶν
καὶ ὑπομιμνῄσκων καὶ ἀπαιτῶν, εἴ τι πώποτε ἢ ἐν ναῶν
οἰκοδομήσεσιν ἢ ἐν ἱερῶν θυσίαις κεχαρισμένον δωρήσαιτο·
ὧν δὴ χάριν κατηύχετο τεῖσαι τοὺς Ἀχαιοὺς τὰ ἃ δάκρυα
τοῖς ἐκείνου βέλεσιν. οὕτως, ἦν δ’ ἐγώ, ὦ ἑταῖρε, ἄνευ
[394b] μιμήσεως ἁπλῆ διήγησις γίγνεται.

***
Συνεπώς σε ό,τι αφορά τους ανθρώπους θα συμφωνήσουμε ότι τέτοιου είδους λόγοι πρέπει να λέγονται αφού πρώτα βρούμε τι είδους πράγμα είναι η δικαιοσύνη, και ότι η δικαιοσύνη είναι ωφέλιμη για όποιον την έχει, αδιάφορο αν ο ίδιος θεωρείται δίκαιος ή όχι·σωστά;

Σωστότατα, είπε.

Σχετικά λοιπόν με το περιεχόμενο των λόγων ας βάλουμε εδώ τελεία. Μετά από αυτό όμως πρέπει κατά τη γνώμη μου να εξετάσουμε με ποιον τρόπο θα το λέμε, και έτσι θα έχουμε ολοκληρώσει την εξέταση για το τι πρέπει να λέγεται και με ποιον τρόπο.

Δεν καταλαβαίνω, είπε ο Αδείμαντος, τι θέλεις να πεις τώρα.

Πρέπει όμως, είπα· ίσως θα το καταλάβεις αν το διατυπώσω έτσι. Άραγε όλα όσα λένε οι μυθοπλάστες και οι ποιητές δεν αποτελούν μιαν αφήγηση για πράγματα που είτε έχουν γίνει στο παρελθόν είτε συμβαίνουν τώρα είτε πρόκειται να συμβούν στο μέλλον;

Τι άλλο θα μπορούσε να ήταν;

Κι αυτή την αφήγηση δεν την ξεδιπλώνουν είτε με μια σκέτη διήγηση είτε διαμέσου μιας μίμησης είτε και με τα δύο αυτά;

Και αυτό, είπε, χρειάζεται να μου το δώσεις να το καταλάβω καλύτερα.

Φαίνεται, είπα, είμαι αστείος δάσκαλος και δεν γίνομαι σαφής· όπως κάνουν λοιπόν κι εκείνοι που δεν έχουν ευχέρεια στο να εκφράζονται, δεν θα το πω αφηρημένα αλλά θα ξεχωρίσω κάτι συγκεκριμένο και θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω τι θέλω να πω με βάση αυτό το παράδειγμα. Για πες μου. Ξέρεις τους πρώτους στίχους της Ιλιάδας, εκεί όπου σύμφωνα με τον ποιητή ο Χρύσης παρακαλεί τον Αγαμέμνονα να αφήσει ελεύθερη τη θυγατέρα του κι εκείνος γίνεται έξω φρενών και τότε ο Χρύσης, επειδή η παράκλησή του δεν βρίσκει ανταπόκριση, καταριέται τους Αχαιούς;

Ναι, τους ξέρω.

Ξέρεις λοιπόν ότι ίσαμε τους στίχους αυτούς

«και πρόσπεφτε μπρος στους Αργίτες όλους
ξεχωριστά στους δυο πολέμαρχους υγιούς του Ατρέα γυρνώντας»

μιλάει ο ίδιος ο ποιητής και δεν επιχειρεί να μας κάνει να νομίσουμε ότι κάποιος άλλος είναι που μιλάει και όχι αυτός· τα απο 'κει κι έπειτα όμως τα λέει σαν ο ίδιος ο ποιητής να ήταν ο Χρύσης και προσπαθεί με κάθε τρόπο να μας κάνει να πιστέψουμε ότι αυτός που μιλάει δεν είναι ο Όμηρος αλλά ο ιερέας, ένας γέροντας. Και έτσι έχει ιστορήσει όλη σχεδόν την άλλη διήγηση, όσα έγιναν στο Ίλιο και όσα στην Ιθάκη και σε όλη την Οδύσσεια.

Ακριβώς έτσι, είπε.

Επομένως πρόκειται για διήγηση και όταν παρουσιάζει τις διαφορετικές κάθε φορά ρήσεις των άλλων και όταν παρουσιάζει τα ενδιάμεσα αφηγηματικά μέρη· έτσι δεν είναι;

Φυσικά.

Όταν όμως αναφέρει μια φράση σαν να ήταν κάποιος άλλος, άραγε δεν πρέπει να πούμε ότι τότε εξομοιώνει τον τρόπο της έκφρασής του με την έκφραση εκείνου τον οποίο έχει κάθε φορά προαναγγείλει ως ομιλητή;

Να το πούμε, βεβαίως.

Η εξομοίωση του, τώρα, αυτή με κάποιον άλλο, είτε ως προς τη φωνή είτε ως προς το παρουσιαστικό, δεν αποτελεί μίμηση εκείνου με τον οποίο εξομοιώνει τον εαυτό του;

Ασφαλώς.

Σ' αυτές τις περιπτώσεις, καθώς φαίνεται, και ο Όμηρος και οι άλλοι ποιητές ανιστορούν κάτι διαμέσου μιας μίμησης.

Βεβαιότατα.

Αν ο ποιητής δεν επιχειρεί σε κανένα σημείο να κρύψει τον εαυτό του, ολόκληρο το ποίημα και η αφήγηση θα είναι χωρίς μίμηση. Και για να μην πεις πως πάλι δεν καταλαβαίνεις, θα σου εξηγήσω εγώ σαν τι θα ήταν αυτό. Αν δηλαδή ο Όμηρος λέγοντας ότι ήλθε ο Χρύσης με λύτρα για την κόρη του, για να παρακαλέσει τους Αχαιούς και κυρίως τους βασιλιάδες, αμέσως μετά δεν μιλούσε σαν να είχε μεταμορφωθεί σε Χρύση αλλά εξακολουθούσε να μιλάει ως Όμηρος, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό δεν θα ήταν μίμηση αλλά σκέτη διήγηση. Κι αυτή θα ήταν κάπως έτσι· θα το εκφράσω χωρίς μέτρο, δεν είμαι βλέπεις, ποιητής: Σαν ήλθε ο ιερέας τους ευχήθηκε να δώσουν οι θεοί να κυριέψουνε οι Αχαιοί την Τροία και να γυρίσουν σώοι, αλλά τη θυγατέρα του να του την αφήσουν ελεύθερη, αφού δεχθούν λύτρα, δείχνοντας έτσι σεβασμό για τους θεούς. Μόλις τα είπε αυτά, οι άλλοι ντράπηκαν και έδωσαν τη συγκατάθεσή τους, ο Αγαμέμνονας όμως αγρίεψε και τον πρόσταξε να φύγει αμέσως και να μην ξανάρθει, διαφορετικά ακόμη και το ραβδί και τα στεφάνια του θεού δεν θα του ήταν αρκετά να τον προστατέψουν· όσο για τη θυγατέρα του, πρώτα, είπε, θα γεράσει μαζί του στο Άργος κι υστέρα θα ξεσκλαβωθεί· και τον πρόσταξε να φύγει και να μην τον εξοργίζει, αν ήθελε να φτάσει σώος στο σπίτι του. Σαν τ' άκουσε αυτά ο γέροντας τρόμαξε κι έφυγε δίχως να βγάλει μιλιά, όταν όμως απομακρύνθηκε από το στρατόπεδο, παρακάλεσε με θέρμη τον Απόλλωνα, αποκαλώντας τον με όλα τα παρωνύμια του κι, υπενθυμίζοντας και ζητώντας απ' αυτόν ανταμοιβή για οποιαδήποτε δωρεά του είχε κάνει ως τότε είτε χτίζοντας ναούς για χάρη του είτε θυσιάζοντας ιερά σφάγια. Γι' αυτά όλα παρακαλούσε τώρα το θεό να κάνει με τα βέλη του τους Αχαιούς να πληρώσουν για τα δάκρυα που εξαιτίας τους έχυσε. Έτσι, είπα, φίλε μου, φτιάχνεται μια απλή αφήγηση χωρίς μίμηση.

Σάββατο 25 Νοεμβρίου 2023

Η Υπατία και η ανύπαρκτη αγία Αικατερίνη, δύο πρόσωπα που ο χριστιανισμός με δόλο τα ταύτισε

Στις 8 Μάρτη 410 (ή 418 κατ’ άλλους) λιντσαρίστηκε και κατακρεουργήθηκε από χριστιανούς η Ελληνίδα νεοπλατωνική φιλόσοφος, αστρονόμος και μαθηματικός Υπατία, η οποία στη συνέχεια με δόλο ταυτίστηκε με την Αγία Αικατερίνη!!!

Αικατερίνη και Υπατία, δύο μάρτυρες – παρθένες που έζησαν στην Αλεξάνδρεια στη δύση της αρχαιότητας και στην αυγή του χριστιανικού κόσμου. Τότε που η σύγκρουση του χριστιανισμού με το αρχαίο πνεύμα είχε φτάσει στο βίαιο κορύφωμά της.

Το ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της σύγκρουσης είχε διαμορφωθεί ήδη από τους απολογητές του χριστιανισμού: «Μα τι το κοινό υπάρχει ανάμεσα στην Αθήνα και την Ιερουσαλήμ, την Ακαδημία και την εκκλησία, τους αιρετικούς και τους Χριστιανούς; Τι το κοινό υπάρχει ανάμεσα στο φως και τα σκοτάδια; Ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο; Η δική μας διδαχή βγαίνει απευθείας από τη στοά του Σολομώντα, που, όπως δίδαξε, πρέπει ν’ αναζητήσεις το Θεό μ’ όλη την απλότητα της καρδιάς. Ένας Χριστιανός είναι ταπεινός ακόμη και με το φτωχό. Αλλά οι φιλόσοφοι μετά από τόσα εγκλήματα και τέτοιες ποταπότητες διατηρούν ανάμεσά σας τ’ όνομα και τις τιμές των σοφών. Τι σχέση υπάρχει ανάμεσα σ’ ένα φιλόσοφο κι ένα Χριστιανό; Ανάμεσα σ’ έναν οπαδό της Ελλάδας κι έναν οπαδό του ουρανού; Ανάμεσα σ’ έναν άνθρωπο που κυνηγά μια μάταιη δόξα κι έναν άνθρωπο αποκλειστικά απασχολημένο με τη σωτηρία του; Ανάμεσα σ’ έναν άνθρωπο που ομιλεί σα σοφός κι έναν άνθρωπο που ζει σα σοφός; Ανάμεσα σ’ έναν άνθρωπο επιδέξιο για να καταστρέφει κι έναν άνθρωπο που δεν ξέρει παρά να οικοδομεί; Πώς τολμάτε να συγκρίνετε τον οπαδό της αμαρτίας με τον ανταγωνιστή του; Τον διαφθορέα της αλήθειας με τον εκδικητή της! Εκείνον που την κλέβει, με κείνον που είναι ο πιο παλιός ιδιοκτήτης της και φύλακάς της; Ακόμη για μια φορά ποιο είναι το κοινό σημείο ανάμεσα σ’ αυτούς τους δυο ανθρώπους;» (Τερτυλλιανός, «Απολογία», τ. 2ος).

Αικατερίνη και Υπατία, δύο πρόσωπα που η χριστιανική παράδοση τα ταύτισε. Απέδωσε τις γνώσεις και τις φιλοσοφικές ιδιότητες της Υπατίας στην Αικατερίνη. Πολλοί ιστορικοί πιστεύουν ότι η Αικατερίνη δεν υπήρξε και ότι ήταν μάλλον μια εξιδανικευμένη παρά ιστορική μορφή, αντίπαλο δέος στην Ελληνίδα φιλόσοφο Υπατία κατά τη μεσαιωνική σκέψη. Παρόμοια με την Υπατία, λέγεται ότι ήταν σοφή, πολύ όμορφη, αγνή και ότι δολοφονήθηκε άγρια λόγω της δημόσιας έκθεσης της πίστης της – 105 χρόνια προ του θανάτου της Υπατίας.

Η Αγία Αικατερίνη…

Για τη δράση και τη ζωή της Αγίας δεν υπάρχουν ιστορικές πληροφορίες. Πρωτογίνεται λόγος γι’ αυτή στο τέλους του 9ου αιώνα (ο 7ος - 12ος αιώνας είναι η περίοδος που παράγονται οι περισσότερες πλαστές αγιογραφίες-μαρτύρια-συναξάρια) και με δεδομένο ότι η εποχή του μαρτυρικού της θανάτου προσδιορίσθηκε περί το 307, υπάρχει ύποπτη σιωπή πέντε αιώνων.

Tο 1969 η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αφαίρεσε τη γιορτή της από το γενικό εορτολόγιο των αγίων, επικαλούμενη την έλλειψη ιστορικών αποδείξεων για την ύπαρξή της. Το 2002, περιελήφθηκε ξανά στο ημερολόγιο. Την περίοδο αυτή το Βατικανό επέτρεπε ως παραχώρηση την τήρηση της εορτής της όπως προηγουμένως.

Η πάνσοφη, εκπληκτικά όμορφη, δεινή ρήτορας και με ωραίο παράστημα Αγία Αικατερίνη σπούδασε φιλολογία, φιλοσοφία και απέκτησε ευρύτατες θεολογικές γνώσεις. Σύμφωνα με τους θρύλους και τα συναξάρια της Αγίας, όταν πληροφορήθηκε ο Αυτοκράτορας Μαξιμίνος όσα διαδίδονταν περί αυτής, ανέθεσε σε πενήντα ή κατ’ άλλους σε εκατόν πενήντα περίφημους ρήτορες προκειμένου συζητώντας μαζί της να της αποδείξουν το αβάσιμο και στρεβλό των ιδεών (δοξασιών) της. Το αποτέλεσμα όμως υπήρξε το αντίθετο. Θύμωσε ο αυτοκράτορας και την υπέβαλε σε μαρτύρια μέχρι θανάτου. Έτσι έγινε αγία και προστάτρια όσων ασχολούνται με τα γράμματα, ιδιαίτερα των παρθένων φοιτητριών. Χριστιανικό σύμβολο σοφίας και επιστήμης. Συχνά εικονίζεται να κρατά σφαίρα και διαβήτη.

Σύμφωνα με μια άλλη ακόμη εκδοχή του θρύλου, η Αικατερίνη απέρριψε πολλές γαμήλιες προτάσεις. Ίσως με αυτό συνδέεται μια εύθυμη γιορτή της αγίας στο Παρίσι. Νεανίδες ηλικίας 25 ετών ανύπανδρες, ανήμερα της εορτής της Αγίας, περιφέρονταν εν ευθυμία στην πόλη φέροντας ή σκεπάζοντας τα μαλλιά τους με λευκό δαντελωτό «κεκρύφαλο» (σκούφο) εκ του οποίου και προήλθε η γαλλική έκφραση «elle a la coiffure de Sainte Catherine» (= έχει το κτένισμα της Αγίας Αικατερίνης, κότσο τα μαλλιά) που αποτελεί ιδιωματισμό και λέγεται για γεροντοκόρες, ιδιαίτερα αυτές που αυτοπροσδιορίζονται ως «μνηστευμένες» με την πίστη στον Κύριο.

Η Αγία Αικατερίνη (εορτάζει για την Εκκλησία στις 25 Νοεμβρίου)

Δεν έκανε κάποια καταστροφή αλλά επειδή στο συναξάρι αναφέρει ότι κατατρόπωσε 60 εθνικούς φιλοσόφους και τους έκανε χριστιανούς, για τον λόγο αυτό στην ευρωπαϊκή τέχνη υπάρχουν σε κάθε μορφή εικόνες, αγάλματα, βιτρό, και σχέδια σε χειρόγραφα, αρκετά δείγματα να πατάει την Ελληνική γνώση, στην μορφή συνήθως ενός κεφαλιού φιλοσόφου (ενίοτε βασιλιά) ή ακόμα και ένα βιβλίο.

Η αλήθεια είναι ότι τα συναξάρια είναι σε απίστευτο βαθμό μυθολογήματα και εφόσον δεν μπορούμε να δεχτούμε ως αληθή τα εξόφθαλμα θαύματα που περιέχουν, άλλο τόσο και τις ιστορίες τους. Αυτά όμως μαζί και με τις πράξεις των ιστορικών αγίων, αλλά και ότι έχουμε δει ήδη για το πως επικράτησε ο Χριστιανισμός, δείχνουν την ιδεολογία των χριστιανών διαχρονικά στο πως έβλεπαν τις άλλες θρησκείες και το μίσος τους για τις θεωρήσεις των άλλων που δεν άντεχαν, κυρίως των αρχαίων Ελλήνων που τους θεωρούσαν "μιαρούς", και "διεφθαρμένους". Αντικατοπτρίζουν τελικά το ποιοι κατέστρεφαν τα αρχαία ιερά, επίσης αντικατοπτρίζει τον πραγματικό λόγο που έγιναν οι σχετικά λίγοι διωγμοί των χριστιανών: Έγιναν εξαιτίας της επιθετικής τους δράσης κατά της αρχαίας θρησκείας, αφού εκείνη την εποχή και μέχρι να επικρατήσουν, υπήρχε πραγματική ανεξιθρησκεία.

Βλέπετε, για τους χριστιανούς τότε δεν εθεωρείτο κακό να καταστρέψεις τον ναό μιας άλλης θρησκείας ή τα αγάλματα της, υπήρχαν άλλωστε και οι κανόνες του Δευτερονομίου που δεν φαίνεται κανείς στον Χριστιανισμό να τους θεωρεί ως άκυρους, το αντίθετο. Υπάρχουν επίσης και οι εντολές του ίδιου του Ιησού, που είπε: ότι όποιος δεν είναι μαζί του είναι εναντίον του, ότι θα φέρει διχόνοια και ότι όποιος είναι έξω από την διδασκαλία του, πρέπει να αποβληθεί και να ριφθεί στην φωτιά. Έτσι δεν μας κάνουν εντύπωση τα κατορθώματα και οι καταστροφές αγίων χριστιανών, αφού συμφωνούν και με την θεωρία του. Μια θεωρία που η σύγχρονη Εκκλησία θέλει να ξεχάσει ή να συμβολοποιήσει.

Στον πίνακα του Αναγεννησιακού καλλιτέχνη Ραφαήλ «Η σχολή των Αθηνών» τα μεγαλύτερα μυαλά του αρχαίου κόσμου συγκεντρώνονται για συζήτηση. . . και ανάμεσά τους βρίσκεται μια μονάχα γυναίκα. Είναι ντυμένη λευκά, που στέκεται προς τα εμπρός-αριστερά, και ατενίζει έξω από την εικόνα προς εμάς. Είναι η Υπατία της Αλεξάνδρειας.

…και η φιλόσοφος Υπατία

Η Υπατία έζησε το 370-418 – την εποχή που ο χριστιανός επίσκοπος Κύριλλος συγκρούεται με τον ειδωλολάτρη έπαρχο Ορέστη για τον έλεγχο της πόλης. Ήταν Εθνική, δηλαδή Ελληνίδα ειδωλολάτρισσα και δίδασκε μαθηματικά, φιλοσοφία, Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Δίδασκε δημόσια, στους δρόμους της πόλης. Ήταν τόσο χαρισματική δασκάλα, τόσο γοητευτική που προσέλκυε πολλούς και σημαντικούς μαθητές. Γι’ αυτό θεωρήθηκε επικίνδυνη για το χριστιανισμό και λιντσαρίστηκε από το φανατισμένο χριστιανικό όχλο που οδηγήθηκε από τον επίσκοπο Κύριλλο (τιμά τη μνήμη του η εκκλησία συγκαταλέγοντάς τον στους αγίους…).

Την έσυραν σε μια εκκλησία, την έγδυσαν και την έγδαραν ζωντανή με θραύσματα πήλινων αγγείων. Στη συνέχεια τη διαμέλισαν και διασκόρπισαν τα μέλη της στην πόλη… Πρόφαση, η σχέση της με τον ειδωλολάτρη έπαρχο της πόλης Ορέστη. Αιτία, η Υπατία αποτελούσε σύμβολο της επιστήμης και της μάθησης, που για τους χριστιανούς ταυτίζονταν με την ειδωλολατρία. Από καιρό ήδη οι απολογητές του μάζευαν κάθε πέτρα για να την πετάξουν στη μόρφωση και στο μορφωμένο. Από τότε αρχίζει αυτός ο «λιθοβολισμός» της επιστήμης. Για το χριστιανισμό ό,τι γίνεται στη φύση και στην κοινωνία είναι θεϊκά δοσμένο, ενώ η επιστήμη αναζητά τους νόμους που διέπουν τα φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα.

Η φυγή πολλών λογίων αμέσως μετά το λιντσάρισμα της Υπατίας σήμανε την αρχή του μαρασμού της Αλεξάνδρειας ως κέντρου μάθησης. Η μορφή της όμως δεν έσβησε, όπως ίσως επιδίωκε η εκκλησία με την ταύτιση Αικατερίνας και Υπατίας.

Το Λεξικό Σουίδα («Η αρχαιότερη εγκυκλοπαίδεια που φιλοδόξησε να συμπεριλάβει “πάντας τους αιώνας και πάντα τα γένη της φιλολογίας”», 10ος αιώνας) αφιερώνει στο λήμμα Υπατία μια ολόκληρη σελίδα – δεν αφιερώνει σε πολλά λήμματα αυτό το χώρο – ενώ στο λήμμα «Αικατερίνα» περιορίζεται στο «όνομα κύριον».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της Υπατίας απέδωσε κινηματογραφικά με την ταινία «Αγορά» (Agora, ο πρωτότυπος τίτλος) το 2009 ο Ισπανο-χιλιανός σκηνοθέτης Αλεχάντρο Αμενάμπαρ

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2023

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟΚΡΥΦΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ (ΝΟΘΩΝ - ΨΕΥΤΙΚΩΝ)

ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΣΟΛΟΜΩΝΤΑ... Δηλαδή οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις «γιορτάζουν» την επίσκεψη μιας εβραίας στον ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ. Κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος διερωτάται: τι είδους εορτή είναι αυτή και τι σχέση έχουν οι ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΝΟΠΛΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ με τον ναό του Σολομώντα. Ναι, στον ναό του Σολομώντα. Ούτε καν στον Παρθενώνα. Ποιος ΑΝΘΕΛΛΗΝΑΣ που διευθύνει το αρχηγείο των ενόπλων δυνάμεων επέβαλε αυτήν την εορτή, που δεν στηρίζεται στα 4 Ευαγγέλια, αλλά στο (απόκρυφο - νόθο - ψεύτικο ) μη κανονικό «Ευαγγέλιο» του Ιακώβου;

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΕΧΕΙ Η ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΡΕΤΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΨΕΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ «ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ»

Οι Έλληνες έχουν, για αδιευκρίνιστους λόγους, σαν ημέρα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, την ημέρα που, όπως γράφουν τα θρησκευτικά βιβλία: «μία μικρή εβραία, η Μαριάμ, όταν έγινε τριών ετών, οδηγήθηκε από τους γηραιούς γονείς της στο Ναό του Σολομώντος, προκειμένου να εκπληρωθεί το τάμα τους προς τον Θεό. Η Μαρία ανήλθε μόνη της τα 15 σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον Ναό και παραδόθηκε από τους γονείς της στα χέρια του ιερέα Ζαχαρία. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το όνομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Στη συνέχεια ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός της πρόσφερε τη Χάρη του. Το νεαρό κορίτσι υπηρέτησε τον Ναό μέχρι τα 14 χρόνια του, οπότε αρραβωνιάστηκε (παντρεύτηκε) τον Ιωσήφ».

Το γεγονός κάλλιστα μπορεί να μην έλαβε ποτέ χώρα, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται από τα 4 κανονικά ευαγγέλια αλλά από τα νόθα ευαγγέλια, όπως επίσης και η μικρή εβραία να ήταν τελικά ανύπαρκτη.

Το ερώτημα πάντως παραμένει. Γιατί;

Σε τι συνέβαλε αυτή η εβραία και ο ναός του Σολομώντα στην πολεμική αρετή των Ελλήνων;

Πόσους παραλογισμούς είναι επιτέλους ικανοί να αντέξουν οι ευφυείς απόγονοι του Λεωνίδα, του Θεμιστοκλή και του Γέλωνα;

Τα Εισόδια της Θεοτόκου είναι η Θεομητορική εορτή της Χριστιανικής Εκκλησίας, με την οποία τιμάται η είσοδος για τους Ορθοδόξους και η εμφάνιση για τους Καθολικούς (Presentazione della Beata Vergine Maria) της μικρής Μαριάμ (Μαρίας) μαζί με τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα στο Ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ, προκειμένου η μέλλουσα Θεοτόκος να αφιερωθεί στον Θεό. Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Νοεμβρίου και από τις δύο Εκκλησίες, ενώ στις 4 Δεκεμβρίου την γιορτάζουν οι χριστιανοί που ακολουθούν το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο (Παλαιοημερολογίτες).

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟΚΡΥΦΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ (ΝΟΘΩΝ - ΨΕΥΤΙΚΩΝ).

Η αναφορά για το περιστατικό των Εισοδίων της Θεοτόκου δεν γίνεται σε κάποιο από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά σε δύο απόκρυφα (νόθα) Ευαγγέλια: το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (κεφ. 6-7) και το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Σύμφωνα με αυτά, οι ευσεβείς γονείς της Θεοτόκου, Ιωακείμ και Άννα, έπειτα από εικοσαετή έγγαμο βίο, ήσαν άτεκνοι και παρακαλούσαν θερμά τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Ο Θεός τους ανάγγειλε με Άγγελο ότι η επιθυμία τους θα εκπληρωθεί και η Άννα έμπλεη χαράς υποσχέθηκε να αφιερώσει το παιδί στον Θεό. Πράγματι, η Άννα έμεινε έγκυος και μετά από εννέα μήνες απέκτησε κόρη, τη Μαριάμ (Μαρία).

[ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Εάν όντως εορτάζουμε τα εισόδια της Θεοτόκου βάσει των αναφορών των αποκρύφων (νόθων) Ευαγγελίων και θεωρούμε την ιστορία αυτή σαν αληθινή, πρέπει να θεωρήσουμε σαν αληθινές και τις άλλες ιστορίες που αναφέρουν τα απόκρυφα Ευαγγέλια, πολλές των οποίων είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές έως και γαργαλιστικές.

Δεν πρέπει να παίρνουμε από εκεί ότι μας συμφέρει. Όχι δύο μέτρα και δύο σταθμά. Διαβάστε χριστιανοί τα απόκρυφα (νόθα - ψεύτικα) ευαγγέλια αφού τα θεωρείται αληθή και πολλές γιορτές κάνετε βάσει των εξιστορήσεων αυτών των ευαγγελίων].

Όταν η Μαριάμ έγινε τριών ετών, οδηγήθηκε από τους γηραιούς γονείς της στο Ναό του Σολομώντος, προκειμένου να εκπληρωθεί το τάμα τους προς τον Θεό. Η Μαρία ανήλθε μόνη της τα 15 σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον Ναό και παραδόθηκε από τους γονείς της στα χέρια του ιερέα Ζαχαρία. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το όνομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Στη συνέχεια ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός της πρόσφερε τη Χάρη του. Το νεαρό κορίτσι υπηρέτησε τον Ναό μέχρι τα 14 χρόνια του, οπότε αρραβωνιάστηκε (παντρεύτηκε) τον Ιωσήφ και στη συνέχεια έγινε η μητέρα του Ιησού Χριστού και των αδελφών του.

Τα Εισόδια της Θεοτόκου καθιερώθηκαν ως εκκλησιαστική εορτή κατά τον 7ο αιώνα, πρώτα στην Ανατολή και πολύ αργότερα στη Δύση. Αναφορές υπάρχουν στα γραπτά του Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή και των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιου και Γερμανού. Με τα Εισόδια της Θεοτόκου συνδέεται και η βασιλική της Αγίας Μαρίας της Νέας, που χτίστηκε δίπλα στα ερείπια του Ναού του Σολομώντος και εγκαινιάστηκε στις 21 Νοεμβρίου 543 από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Εξ αυτού του γεγονότος φαίνεται να επελέγη από την εκκλησία ο εορτασμός των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου. Επί αυτοκράτορος Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143-1180) καθιερώθηκε ως ημέρα αργίας για το Βυζάντιο.

Απολυτίκιον

“Σήμερον της ευδοκίας Θεού το προοίμιον, και της των ανθρώπων σωτηρίας η προκήρυξις. Εν ναώ του Θεού τρανώς η Παρθένος δείκνυται, και τον Χριστόν τοις πάσι προκαταγγέλλεται. Αυτή και ημείς μεγαλοφώνως βοήσωμεν˙ Χαίρε της οικονομίας του Κτίστου η εκπλήρωσις.”

Η αναφορά για το περιστατικό των Εισοδίων της Θεοτόκου δεν γίνεται σε κάποιο από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά σε δύο απόκρυφα (νόθα) Ευαγγέλια: το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου (κεφ. 6-7) και το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου.

Πρωτευαγγέλιον του Ιακώβου. 

Εκδόθηκε για πρώτη φορά στο πρωτότυπο από τον M. Neander το 1564.

Στην χειρόγραφη παράδοση φέρει τον τίτλο «Ιστορία Ιακώβου».

Το Αρχαιότερο χειρόγραφο που έχουμε είναι του 3ου Αιώνα και υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι αρχικά υπήρχαν δύο τμήματα (1-20) και ότι το τρίτο μέρος αποτελεί πρόσθετο τμήμα κατά τον χρόνο συγγραφής του Παπύρου.

Στο πρώτο από τα δύο τμήματα περιγράφεται η γέννηση και ο βίος της Μαρίας μέχρι και της παραλαβής της υπό του Ιωσήφ. Ο Ιωακείμ πατέρας της Μαρίας άτεκνος όπως ήταν πήγε στην έρημο λόγω του ονειδισμού της ατεκνίας ενώ η Άννα ενδύθηκε νυφικό φόρεμα και προσευχήθηκε με αποτέλεσμα να εισακουσθεί η προσευχή της.

Στο τρίτο μέρος περιέχει την Ιστορία του Ζαχαρία, την σφαγή των Νήπιων, την διαφυγή του Ιωάννη του Βαπτιστή, και τον θάνατο του Ηρώδη.

Στο τέλος του τρίτου τμήματος υπάρχει σημείωση που δείχνει ως συγγραφέα τον Ιάκωβο και μάλιστα ως αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων ο οποίος είναι αδελφός του Κύριου και υιός του Ιωσήφ από τον προηγούμενο γάμο. Ο Ιάκωβος προφανώς διέφυγε την σφαγή και επέστρεψε μετά.

Ο συντάκτης του Ευαγγελίου κατά την σύγχρονη έρευνα προφανώς αγνοεί την Γεωγραφία της Παλαιστίνης αλλά και τα έθιμα. Έτσι δεν είναι ούτε ο Ιάκωβος όπως αναφέρεται αλλά ούτε και οποιοσδήποτε Ιουδαίος της Παλαιστίνης. Στην πραγματικότητα τα δύο πρώτα τμήματα γράφτηκαν το 180 μ.Χ. Αυτό το συμπέρασμα βασίζεται και στον Ιουστίνο όπου φαίνεται να μην γνωρίζει το βιβλίο ενώ γνωρίζει τις παραδόσεις τις οποίες διατηρεί το βιβλίο αλλά και ο Ωριγένης το αναφέρει με το όνομά του «Βίβλος Ιακώβου» Ως προς το τρίτο τμήμα πιστεύεται ότι προσετέθη στις αρχές του 3ου αιώνα και ότι ο συντάκτης του άφησε το σημείωμα περί του Ιακώβου.

Το «Βιβλίον του Ιακώβου» καταδικάσθηκε από τον Γελάσιο δια διατάγματος περί γνήσιων και νόθων βιβλίων αλλά εξακολουθούσε να διαβάζεται στην Ανατολή παρότι στην Δύση δεν συνέβαινε το ίδιο.

Η Εκκλησία παρέλαβε από αυτό το Ευαγγέλιο τα ονόματα των γονέων της Μαρίας και πάνω σε αυτό στηρίχθηκε η Εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου αλλά και πάνω σε αυτό στηρίχθηκε το δόγμα περί Ασπόρου Συλλήψεως των Ρωμαιοκαθολικών.

β) Γέννα Μαρίας

Στο τελευταίο μέρος του Παπύρου ο οποίος διατηρεί το έργο υπάρχει η σημείωση «Γέννα Μαρίας», «Αποκάλυψις Ιακώβου».Το πρώτο μέρος του τίτλου «Γέννα Μαρίας» είχε άλλο κείμενο στο οποίο αφιερώνει με ιδιαίτερη σημασία ο Επιφάνιος μετά παραθέσεως ενός σύντομου χωρίου περί του θανάτου του Ζαχαρία. Ο Επιφάνιος Κύπρου καθιστά σαφές ότι το βιβλίο αυτό ανήκε στους Γνωστικούς και το περιεχόμενο του παραθέματος μαρτυρεί το ίδιο. Είναι προφανές ότι αυτό είχε περιεχόμενο συγγενές με το ανωτέρω, αλλά δεν ταυτίζεται με αυτό, επειδή αποτελεί το γνωστικό αντίστοιχο του Ευαγγελίου του Ιακώβου που γράφτηκε λίγο μετά από αυτό και με εμφανή την επίδρασή του.

ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑΝ ΣΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΠΟΚΡΥΦΟ (ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΟ - ΝΟΘΟ - ΨΕΥΔΕΣ) ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ

7. 1. Καθώς περνούσαν οι μήνες, το παιδί μεγάλωνε. Όταν έγινε δύο ετών, είπε ο Ιωακείμ στην Άννα: «Ας την οδηγήσουμε στο ναό του Κυρίου, για να εκπληρώσουμε την υπόσχεση που δώσαμε, μήπως μας στείλει ο Κύριος την οργή Του και δεν γίνει δεκτό τότε το Δώρο μας». Η Άννα τότε απάντησε: «Ας περιμένουμε το τρίτο έτος, για να μην αποζητήσει το κορίτσι τον πατέρα ή την μητέρα». Και o Ιωακείμ είπε: «Ας περιμένουμε». 2. Όταν έγινε τριών χρόνων το κορίτσι, είπε ο Ιωακείμ: «Προσκαλέστε τις αμόλυντες θυγατέρες των Εβραίων να πάρουν από μια λαμπάδα, που θα κρατούν αναμμένη, ώστε να μην στραφεί το κορίτσι προς τα πίσω και μείνει αιχμάλωτη η καρδιά της μακριά από το Ναό του Κυρίου». Έτσι έκαναν, λοιπόν, ώσπου ανέβηκαν στο ναό του Κυρίου, όπου ο ιερέας την υποδέχτηκε, την ασπάστηκε, την ευλόγησε και είπε: «Ο Κύριος δόξασε το όνομα σου σε όλες τις γενιές. Μέσα από εσένα θα αποκαλύψει o Κύριος στις έσχατες ημέρες τη λύτρωση Του στους Ισραηλίτες». 3. Ο ιερέας την έβαλε να καθίσει στον τρίτο αναβαθμό του θυσιαστηρίου. Ο Κύριος, ο Θεός, της έδωσε χάρη και χόρεψε (με τα πόδια της) και όλος ο λαός του Ισραήλ την αγάπησε.

ΔΕΣ:

Oι πιο σκανδαλώδεις μύθοι για την Παρθένο Μαρία και τη Γέννηση του Ιησού

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Πόσων ετών ήταν η Μαρία όταν κατέστη έγκυος;

Παρ' όλο που η Καινή Διαθήκη δεν μας αποκαλύπτει την ηλικία της μικρής Μαρίας, στο «ευαγγέλιο της γέννησης της Μαρία» καθώς και στο «Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου» διαβάζουμε:

«Η Παρθένος του Κυρίου που προχωρούσε στα χρόνια και αύξανε σε τελειότητα… συνομιλούσε καθημερινά με αγγέλους και δεχόταν επισκέπτες απ' τον θεό… Έτσι όταν έφτασε σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών, ο αρχιερέας αποφάσισε να επιστρέψουν όλες οι παρθένες του Ναού στα σπίτια τους και να παντρευτούν». Ευαγγέλιο της γέννησης της Μαρίας κεφ. 5

Το «Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου» είναι αποκαλυπτικότερο: «Η Μαρία έμεινε στο Ναό σαν περιστέρι που μαθήτευε εκεί και ελάμβανε τροφή από τα χεριά ενός αγγέλου. Όταν έγινε δώδεκα ετών οι ιερείς έκαναν συμβούλιο και είπαν: Άδου η Μαρία είναι δώδεκα χρονών, τι πρέπει να κάνουμε μήπως και κινδυνεύσει να κηλιδωθεί (προφανώς απ' την έμμηνο ρύση της νεαρής Μαρίας) ο ιερός χώρος του Κυρίου;» Ο Ιερέας Ζαχαρίας προσευχήθηκε και άγγελος Κυρίου έδωσε την απάντηση: «Ζαχαρία πήγαινε να καλέσεις όλους τους χήρους. Αυτός που θα φανερώσει ο Κύριος θα είναι ο σύζυγος της Μαρίας»

Δωδεκάχρονο κοριτσάκι λοιπόν, και προφανώς στην αρχή των έμμηνών της η μικρούλα Μαρία! Και η ερώτηση, γιατί ένας θεός προτίμησε να αφήσει έγκυο ένα τόσο μικρό κοριτσάκι, ένα παιδάκι ουσιαστικά και όχι μια ώριμη γυναίκα; Αν ο θεός προτίμησε να καταστήσει έγκυο ένα κοριτσάκι, γιατί να μην τον μιμηθούν και οι αναρίθμητοι οπαδοί της θρησκείας του; Γιατί κατηγορούν τον Μωάμεθ που παντρεύτηκε μια εννιάχρονη παιδούλα και γενικότερα τους Μουσουλμάνους που έχουν ανάλογα έθιμα; Και επιτέλους γιατί δεν γίνεται αισθητή η υποβόσκουσα παιδεραστία;

Ενδιαφέρον έχει επίσης η συγκαλυμμένη περιγραφή της "συνεύρεσης" ενός "αγγέλου" με την Μαρία όπως μας αποκαλύπτουν τα Ευαγγέλια Βαρθολομαίου και Ιακώβου: «Μεγάλωνε δε η Μαρία στον ναό και ελάμβανε τροφή εκ χειρός αγγέλου» Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου (2ος αι.μ.Χ.) 7.11-17.3.
 
Προσέξτε την τελευταία αυτή λεπτομέρεια, που μας αποκαλύπτει ότι οι ιερείς μεγάλωναν το αφιερωμένο κοριτσάκι μέσα στο ναό (η έκφραση μπορεί να υπονοεί οποιοδήποτε χώρο στην αυλή του ναού) και ελάμβανε τροφή (σαν αθώο περιστεράκι!) μόνο από ειδικό πρόσωπο, που η αφιερωμένη μικρή Μαρία, διδάχθηκε να το αποκαλεί άγγελο!

Σε άλλο "ευαγγέλιο", που για δικούς τους λόγους, κάποιοι ονόμασαν απόκρυφο, διαβάζουμε ότι κατά την αναγγελία της σύλληψης, η Μαρία είχε μια εξαιρετικά τρυφερή εμπειρία σύλληψης, όταν ακόμα ζούσε μέσα στο ναό! Σ’ αυτό το απόκρυφο επαναλαμβάνω ευαγγέλιο, η ίδια η Μαρία περιγράφει την εξαίσια εμπειρία της συνάντησής της με τον "άγγελο" της σύλληψης ως εξής:

«Ως ήμην εν τω ναό του θεού λαμβάνουσα τροφήν εκ χειρός αγγέλου, (και σ’ αυτό το κείμενο επίσης, η μικρή Μαρία φαίνεται πεπεισμένη, ότι αυτός που της έφερνε την καθημερινή της τροφή, ήταν άγγελος!) μια των ημερών, εφάνη μοι (άλλος) άγγελος ερχόμενος προς εμέ, ουκ έχων εν τη χειρί αυτού άρτον ή ποτήριον, καθώς ο πρίν ερχόμενος πρός με άγγελος, το δε πρόσωπον αυτού ην αχώρητον. (δηλαδή: μόλις ο "άγγελος" που της προσέφερε τροφή έφυγε, εμφανίστηκε ένας άλλος "άγγελος" του οποίου το πρόσωπο δεν πρόφτασε να δει) Και εξαίφνης ο ναός εράγισε, σεισμός έγινε και εγώ έπεσα επί το πρόσωπόν μου, μη φέρουσα την ιδέαν αυτού, (έπεσε μπρούμυτα, χωρίς να προλάβει να δει το πρόσωπό του)!

«Ο δε (άγγελος) υπέβαλεν την χείρα αυτού και ήγειρέν με, (;!) και ανέβλεψα πρός τον ουρανόν (!) και ήλθεν νεφέλη δρόσου και εράντισέ με από κεφαλής έως ποδών, ο δε (άγγελος) με απέμαξε (με απεσπόγγισε) με τη στολή αυτού (το πόσο άγγελος δεν ήταν, φαίνεται απ' την ιδιαίτερη στολή του… που μ’ αυτήν σκούπισε την δροσιά του ουρανού!) και είπεν μοι. Χαίρε κεχαριτωμένη, σκεύος εκλογής. Και (μετά την ουράνια δροσιά…) επάταξεν την δεξιάν αυτού και εγένετο άρτος υπερμεγέθης (!) και έφαγεν αυτός και έδωκεν και εμοί. Και ιδού ποτήριον οίνου και έπιεν αυτός και έδωκεν και εμοί. (Δηλαδή: μετά την "ουράνια δροσιά", έφαγαν ψωμί και ήπιαν και κρασί... δεν θυμίζουν κάτι όλα αυτά!) Και είπεν μοι (ο άγγελος) αποστείλω σοι τον λόγον μου και συλλήψης υιόν και δι αυτού σωθήσεται πάσα η κτίσις. Ειρήνη σοι αγαπητή μου. Και αφανής εγένετο ("ο άγγελος") απ’ εμού, και εγένετο ο ναός καθώς ήν το πρότερον» Ευαγγέλιο Βαρθολομαίου 2.17-19.

Ούτε πραγματικός σεισμός λοιπόν είχε σημειωθεί, ούτε κανένα ρήγμα συνέβη στον ναό, την ώρα που εμφανίστηκε ο "άγγελος" με τις "δροσιές" της σύλληψης! Απ’ την τελευταία φράση της Μαρίας: «και εγένετο ο ναός καθώς ήταν το πρότερον», καταλαβαίνουμε ότι η μικρούλα παρθένα, αφού έλαβε τροφή από τον πρώτο άγγελο, έπεσε σε κατάσταση "έκστασης" ακριβώς την στιγμή που μπροστά της εμφανιζόταν ο δεύτερος "άγγελος", δηλαδή ο αγγελιοφόρος της σύλληψης!

Δικαίως, αυτή η περιγραφή της σύλληψης παρέμεινε απόκρυφη, γιατί όπως όλοι καταλαβαίνουμε, υπαινίσσεται άλλες, εντελώς διαφορετικές συνθήκες "αναγγελίας" και σύλληψης, μέσα στον ναό όπου μεγάλωνε αποκομμένη απ’ τον έξω κόσμο η δωδεκάχρονη ανήλικη αφιερωμένη Μαρία!

Ένα αθώο δωδεκάχρονο κοριτσάκι, που δεν γνώρισε άλλο περιβάλλον εκτός της απομόνωσης του Ναού, σίγουρα δεν θα μπορούσε να δώσει άλλες ερμηνείες, σε όσα του συμβαίνουν, εκτός απ' αυτές που για χρόνια ολόκληρα του επέβαλε το πανούργο και ικανότατο ιερατείο!

Η περιγραφή αυτή, είναι στην ίδια ακριβώς γλώσσα γραμμένη με τα ευαγγέλια και τόσο αρχαία όσο και τα κανονικά ευαγγέλια! Παραμένει δε απόκρυφη και άγνωστη, γιατί όπως και ο τελευταίος από μας καταλαβαίνει, είναι πολύ πλουσιότερη σε τρυφερούς υπαινιγμούς φυσιολογικής σύλληψης, από οποιονδήποτε άλλον θρύλο, που παρουσιάζει την Μαρία να οσφραίνεται τον οποιονδήποτε κρίνο της σύλληψης!

Σύμφωνα λοιπόν με την ενδιαφέρουσα αυτή αφήγηση, και η Μαρία (όπως και η μητέρα της καθώς και η γιαγιά της) ήταν "αφιερωμένο", και συνεπώς δεσμευμένο, δηλαδή παιδί εξολοκλήρου αφιερωμένο, στην υπηρεσία του ιερατείου. Γίνεται λοιπόν τώρα καλύτερα κατανοητό, το γιατί ζητήθηκε απ’ αυτήν, και όχι από οποιαδήποτε άλλη κοπέλα, να αναλάβει τον συγκεκριμένο ρόλο της "παρθενογένεσης"! Η Μαρία ήταν παιδί του Ναού, αφιερωμένη δια βίου στον "θεό" (δηλαδή στην υπηρεσία του ιερατείου) και εξ αυτού υποχρεωμένη να αναθρέψει τουλάχιστον ένα τέτοιο παιδί, που δεν θα ήταν του συζύγου της, αλλά σπορά ουρανοκατέβατης "δροσιάς αγγέλου", ή επί το θεολογικότερον «αγιοπνευματική σπορά»!

Το εντελώς παράξενο, όσο κι αν αυτό ακούγεται εξωπραγματικό, είναι ότι ψήγματα παρόμοιων συνθηκών σύλληψης, με ενδείξεις σαρκικής επαφής "αγγέλου" και Μαρίας, απέμειναν και στην Καινή Διαθήκη! Το συγκεκριμένο εδάφιο, που υπαινίσσεται κάτι τέτοιο, αν και αιώνες τώρα είναι εκεί... δεν το γνωρίζει "κανένας" πιστός, αφού το παρασιωπούν επιμελώς όλες οι άλλες μεταφράσεις, εκτός από τα μόνα εγκεκριμένα απ’ την ανατολική ορθόδοξη εκκλησία κείμενα της Καινής Διαθήκης, που βρίσκουμε ενσωματωμένα με την Παλαιά Διαθήκη των εβδομήκοντα, (Ο΄) όπου διαβάζουμε: «και εισελθών ο "άγγελος" πρός αυτήν είπε: Χαίρε κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου» Λουκ.1.28.

Μέχρις εδώ κανένα πρόβλημα. Περιέργως όμως, η Μαρία φαίνεται ότι ένιωσε κάτι περισσότερο από απλό χαιρετισμό, όπως στην άμεση συνέχεια, με την παράδοξη αντίδρασή της αφήνει το βιβλικό κείμενο να εννοηθεί: «η δε (Μαρία) επί τω λόγω (του Γαβριήλ) διεταράχθη και διελογίζετο ποταπός είη (είναι) ο ασπασμός ούτος» Λουκ.1.29.

Το κείμενο φαίνεται να διέσωσε μόνο την ταραγμένη αντίδραση την μικρής Μαρίας, σε κάποιον ασπασμό... η ίδια όμως η πράξη του ασπασμού, περιέργως πουθενά δεν περιγράφεται! Ο Αθανάσιος Θεολόγος, γνωρίζοντας για τον ασπασμό αυτόν, γράφει: «όχι μόνο με ταραχή (αντέδρασε η Μαρία), αλλά και με διαλογισμούς και αμφιβολίες και τα παραπλήσια τούτων. Το δε αθρόον (αιφνίδιον) της αγγελικής εισόδου και το ξένον της όψεως και το ασύνηθες της συντυχίας (του συμβάντος)... εις δειλίαν ενέβαλε την Παρθένον» Αθανάσιος Εις το γενέθλιον του Προδρόμου και εις την Θεοτόκον 28.912.27. Οι λεγόμενοι εκκλησιαστικοί πατέρες λοιπόν, γνώριζαν την "λεπτομέρεια"... μόνο εμείς τα νομίζαμε αλλιώς!

Βέβαια, δικαίως κάποιοι έχουν αντιρρήσεις περί ασπασμού, λέγοντας ότι αυτός μπορεί να εννοεί, όχι φιλί εναγκαλισμού, αλλά χαιρετισμό. Το περίεργο είναι ότι, η ιδία αυτή έκφραση δεν αποκλείει τίποτε απ' τα δυο. Στο λεξικό της αρχαίας Σταματάκου διαβάζουμε: «Ασπάζομαι: υποδέχομαι ή αποχαιρετώ φιλοφρόνως, χαιρετίζω, εναγκαλίζομαι, περιπτύσσομαι, φιλώ, θωπεύω, χαϊδεύω». Επίσης και στο λεξικό της αρχαίας Χάρη Πάτση: «Ασπασμός: αγκάλιασμα, φίλημα». Αυτό δείχνει και η συνηθισμένη έκφραση του Παύλου: «Ασπάσθητε αλλήλους εν φιλήματι αγίω». Ρωμαίους 16.16.

Όσο για τη λέξη «ποταπός»… τουλάχιστον στην Βίβλο είναι εντελώς συγκεκριμένη, και σημαίνει πάντοτε αυτό που και σήμερα αντιλαμβάνεται κανείς, όπως δείχνει το παρακάτω εδάφιο, όπου η λέξη "ποταπός", αντιδιαστέλλεται προς την λέξη έντιμος: «το παιδίον θέλει αλαζονεύεσθαι προς τον γέροντα και ο ποταπός προς τον έντιμο». Ησαΐας 3.5.

Αλλά και η έκφραση "εισελθών ο άγγελος προς αυτήν" που υπογραμμίσαμε παραπάνω δεν είναι χωρίς την δική της πλούσια σε υπαινιγμούς σημασία.

Αυτή δεν είναι μια τυχαία έκφραση, που χρησιμοποιείται στις "γραφές" για να δηλώσει μια αθώα επίσκεψη. Στην Παλαιά Διαθήκη συναντάμε την έκφραση αυτή να χρησιμοποιείται σε πολλές περιπτώσεις, όπου ένας άνδρας "εισέρχεται προς" μια γυναίκα, με πολύ συγκεκριμένο νόημα. Ας δούμε κάποια παραδείγματα:

Παλαιά Διαθήκη, Γένεση, Κεφάλαιο 16

Σάρα δε γυνή Άβραμ ουκ έτικτεν αυτώ. Ήν δε αυτή παιδίσκη Αιγυπτία, ή όνομα Άγαρ. Είπε Δε Σάρα προς Άβραμ: ιδού συνέκλεισέ με Κύριος του μη τίκτειν, είσελθε ούν προς την παιδίσκην μου, ίνα τεκνοποιήσωμαι εξ αυτής. Υπήκουσε δε Άβραμ της φωνής Σάρας. Και λαβούσα Σάρα η γυνή Άβραμ Άγαρ την Αιγυπτίαν την εαυτής παιδίσκην, μετά δέκα έτη του οικήσαι Άβραμ εν γή Χαναάν, έδωκεν αυτήν τω Άβραμ ανδρί αυτής αυτώ γυναίκα. Και εισήλθε προς Άγαρ, και συνέλαβε.

Παλαιά Διαθήκη, Γένεσις, Κεφάλαιο 20

Και εδούλευσεν Ιακώβ περί Ραχήλ επτά έτη, και ήσαν εναντίον αυτού ως ημέραι ολίγαι, παρά το αγαπάν αυτόν αυτήν. Είπε δε Ιακώβ τω Λάβαν: δός μοι την γυναίκα μου, πεπλήρωνται γαρ αι ημέραι, όπως εισέλθω προς αυτήν. Συνήγαγε δε Λάβαν πάντας τους άνδρας του τόπου και εποίησε γάμον. Και εγένετο εσπέρα, και λαβών Λείαν τη θυγατέρα αυτού εισήγαγε προς Ιακώβ και εισήλθε προς αυτήν Ιακώβ. Έδωκε δε Λάβαν Λεία τη θυγατρί αυτού Ζελφάν την παιδίσκην αυτού αυτή παιδίσκην. Εγένετο δε πρωί και ιδού ην Λεία. Είπε δε Ιακώβ τω Λάβαν: τι τούτο εποίησάς μοι; ου περι Ραχήλ εδούλευσα παρά σοι; και ίνα τι παρελογίσω με; Απεκρίθη δε Λάβαν: ουκ έστιν ούτως εν τω τόπω ημών, δούναι την νεωτέραν πριν ή την πρεσβυτέραν. Συντέλεσον ουν τα έβδομα ταύτης, και δώσω σοι και ταύτην αντί της εργασίας, ής εργά παρ εμοί, έτι επτά έτη έτερα. Εποίησε δε Ιακώβ ούτως και ανεπλήρωσε τα έβδομα ταύτης, και έδωκεν αυτώ Λάβαν Ραχήλ την θυγατέρα αυτού αυτώ γυναίκα. Έδωκε δε Λάβαν τη θυγατρί αυτού Βαλλάν την παιδίσκην αυτού αυτή παιδίσκη. Και εισήλθε προς Ραχήλ, ηγάπησε δε Ραχήλ μάλλον ή Λείαν. Και εδούλευσεν αυτώ επτά έτη έτερα...

Είπε δε Ραχήλ τω Ιακώβ: Ιδού η παιδίσκη μου Βαλλά. Είσελθε προς αυτήν, και τέξεται επί των γονάτων μου και τεκνοποιήσομαι καγώ εξ αυτής. Και έδωκεν αυτώ Βαλλάν την παιδίσκην αυτής αυτώ γυναίκα. Και εισήλθε προς αυτήν Ιακώβ και συνέλαβε Βαλλά η παιδίσκη Ραχήλ και έτεκε τω Ιακώβ υιόν...

Δεν χωράει καμιά αμφιβολία ότι η έκφραση "εισελθών ο άγγελος προς αυτήν" δεν είναι εκεί τυχαία. Ο συγγραφέας αυτής της αφήγησης, αν πράγματι το ήθελε, θα μπορούσε να αποφύγει τους βιβλικούς συνειρμούς της συγκεκριμένης έκφρασης, που αυτόματα παραπέμπουν στις γνωστές βιβλικές γονιμοποιές "εισόδους"!

Τι λοιπόν εννοούσε ο Λουκάς, όταν έβαζε τον άγγελο Γαβριήλ να εισέρχεται στην παιδούλα Μαριάμ;

Ποιός μπορεί να είναι ο "άγγελος"; Μα φυσικά οποιοσδήποτε εκλεκτός απεσταλμένος "άγγελος" δηλαδή αγγελιοφόρος του Ιερατείου!

Αυτές είναι λοιπόν οι συνθήκες σύλληψης του Ιησού, σύμφωνα με τα λεγόμενα απόκρυφα ευαγγέλια! Ένας άγγελος, γέμισε "δροσιές" την δωδεκάχρονη παιδούλα Μαρία μέσα στο ναό, και μετά την πάντρεψαν με έναν χήρο τον Ιωσήφ, μέχρι που «γέννησε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκο». Λουκάς 2.7.
Η ιδία δε αυτή λέξη «πρωτότοκος» υπονοεί σαφέστατα και την γέννηση άλλων παιδιών απ' τη Μαρία, όπως δευτερότοκος κλπ. Αν η Μαρία είχε μόνο ένα παιδί, ο Λουκάς θα έγραφε: και γέννησε τον υιόν αυτής τον μονογενή!

Στην ιδία κατεύθυνση της απόκτησης περισσότερων παιδιών από την Μαρία είναι και τα παρακάτω εδάφια: «Ενώ δε αυτός ελάλει έτι προς τους όχλους, ιδού, η μήτηρ και οι αδελφοί αυτού ίσταντο έξω, ζητούντες να λαλήσωσι προς αυτόν. Είπε δε τις προς αυτόν• Ιδού, η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου ίστανται έξω, ζητούντες να λαλήσωσι προς σε». Ματθαίος 12 46 Μάρκος 3.31 Λουκάς 8.20.

«Μετά τούτο κατέβη εις Καπερναούμ αυτός και η μήτηρ αυτού και οι αδελφοί αυτού και οι μαθηταί αυτού, και εκεί έμειναν ουχ πολλάς ημέρας. Είπον λοιπόν προς αυτόν οι αδελφοί αυτού. Εάν πράττης ταύτα, φανέρωσον σεαυτόν εις τον κόσμον. Διότι ουδέ οι αδελφοί αυτού επίστευον εις αυτόν». Ιωάννης 7.3-5 Μάρκος 3.21

«Αφού δε ανέβησαν οι αδελφοί αυτού, τότε και αυτός ανέβη εις την εορτήν, ουχί φανερώς αλλά κρυφίως πως». Ιωάννης 7..

Έτσι εξηγείται και η απορία των ιερέων: «δεν είναι ούτος ο υιός του τέκτονος; η μήτηρ αυτού δεν λέγεται Μαριάμ, και οι αδελφοί αυτού Ιάκωβος και Ιωσής και Σίμων και Ιούδας; και αι αδελφαί αυτού δεν είναι πάσαι παρ' ημίν;» Ματθαίος 13.55-56 Ιωάννης 6.42

Σ' όλες αυτές τις περιπτώσεις, κανένας απ' τους ευαγγελιστές δεν κάνει την παραμικρή υποσημείωση, που να υπενίσεται έστω, ότι αυτά δεν ήταν τα πραγματικά αδέλφια του Ιησού.

Στην περίπτωση δε που ο Ιωσήφ είχε δικά του παιδιά πριν απ' την Μαρία (όπως θέλουν οι θρησκευόμενοι) τότε γεννιέται η απλή ερώτηση: γιατί δεν τα έχει μαζί του όταν ανέβηκε στην γενέτειρα του Βηθλεέμ για να απογραφεί;!

Αναρωτιέται λοιπόν με πικρία κανείς… ως πότε η ανθρωπότητα θα υποτάσσεται δουλικά σε έναν επίπλαστο Ιουδαίο "σωτήρα", όταν μάλιστα τα περισσότερα στοιχεία που έχουμε γι' αυτόν, είναι ολοφάνερα πρόχειρα, αντιφατικά, παραποιημένα, πλαστογραφημένα ή εντελώς φανταστικά;

ΤΙ ΑΝΑΦΕΡΟΥΝ ΤΑ ΑΠΟΚΡΥΦΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ».

Ο Ιωσήφ, ο αρραβωνιαστικός της Μαρίας, είχε προβλήματα κατανόησης της όλης κατάστασης. Δεν φαινόταν καθόλου ενθουσιασμένος με την ξαφνική εγκυμοσύνη της αρραβωνιαστικιάς του, που συνέβη χωρίς την δική του ανάμειξη!

Ενδεικτικότατο της ακραίας δυσαρέσκειας και του προβληματισμού του, για την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη της αρραβωνιαστικιάς του, είναι το γεγονός ότι η Καινή Διαθήκη δεν διέσωσε ούτε μια του λέξη, που να μας μεταφέρει έστω και το παραμικρό ίχνος των συναισθημάτων του.

Πραγματικά δι άλλης οδού και ο Ιωσήφ παραμένει "μουγκός"! Αυτό απλούστατα σημαίνει, πως ό,τι κι αν είπε ο Ιωσήφ, δεν πρέπει να ήταν καθόλου κολακευτικό, τόσο για την συμβία του, όσο και για τον "άγγελο", που σκορπούσε παιδιά στην περιοχή, χωρίς καν να ρωτήσει τους άνδρες που θα τα αναθρέψουν, αν θέλουν να διαθέσουν τις γυναίκες τους για τον σκοπό αυτόν! Πραγματικά ο Ιωσήφ δεν ερωτήθηκε καν, αν θέλει την εμπλοκή της οικογένειάς του στην υπόθεση αυτή!

Όλως παραδόξως και τα δυο αυτά ουρανοκατέβατα παιδιά, (Ιωάννης ο Βαπτιστής και Ιησούς) έπεσαν στο ίδιο συγγενικό περιβάλλον! Μάλιστα το κακό τριτώνει, όταν από εξωβιβλικά κείμενα μαθαίνουμε ότι και η ίδια η Μαρία, ήταν ένα τέτοιο ουρανόσταλτο παιδί, μια και η μητέρα της Άννα, ήταν κι αυτή στην εποχή της στείρα και άτεκνη, μέχρι που οι προσευχές της εισακούστηκαν και με παρόμοιο τρόπο απέκτησε την Μαρία!

Να τι μαθαίνουμε για την Άννα, την μητέρα της Μαρίας: «και είπε άγγελος Κυρίου, Άννα, Άννα, άκουσε ο Κύριος τις δεήσεις σου, θα συλλάβεις και θα γεννήσεις και θα ακουστεί το σπέρμα σου σε ολόκληρη την οικουμένη. Και είπε η Άννα. Ζει Κύριος. Αν γεννήσω, είτε άρρεν είτε θήλυ, θα το προσφέρω να υπηρετεί στον ναό... και γέννησε η Άννα και έδωσε (στο κοριτσάκι) το όνομα Μαρία. Μεγάλωνε δε η Μαρία στον ναό και ελάμβανε τροφή εκ χειρός αγγέλου»

Πρωτευαγγέλιο Ιακώβου (2ος αι.μ.Χ.) 7.11-17.3.

Προσέξτε την τελευταία αυτή λεπτομέρεια που μας αποκαλύπτει ότι οι ιερείς μεγάλωναν το αφιερωμένο κοριτσάκι μέσα στο ναό1 και ελάμβανε τροφή μόνο από ειδικό πρόσωπο, που η αφιερωμένη μικρή Μαρία, διδάχθηκε να το αποκαλεί άγγελο!

Σε άλλο "ευαγγέλιο", που για δικούς τους λόγους, κάποιοι ονόμασαν απόκρυφο, διαβάζουμε ότι κατά την αναγγελία της σύλληψης, η Μαρία είχε μια εξαιρετικά τρυφερή εμπειρία σύλληψης, όταν ακόμα ζούσε μέσα στο ναό!

Σ’ αυτό το απόκρυφο επαναλαμβάνω ευαγγέλιο, η ίδια η Μαρία περιγράφει την εξαίσια εμπειρία της συνάντησής της με τον άγγελο της σύλληψης ως εξής: «Ως ήμην εν τω ναό του θεού λαμβάνουσα τροφήν εκ χειρός αγγέλου, (και σ’ αυτό το κείμενο επίσης, η μικρή Μαρία φαίνεται πεπεισμένη, ότι αυτός που της έφερνε την καθημερινή της τροφή, ήταν άγγελος!) μια των ημερών, εφάνημοι (άλλος) άγγελος ερχόμενος προς εμέ, ουκ έχων εν τη χειρί αυτού άρτον ή ποτήριον, καθώς ο πρίν ερχόμενος πρός με άγγελος, το δε πρόσωπον αυτού ην αχώρητον. (δηλαδή: μόλις ο "άγγελος" που της προσέφερε τροφή έφυγε, εμφανίστηκε ένας άλλος "άγγελος" του οποίου το πρόσωπο δεν πρόφτασε να δει) Και εξαίφνης ο ναός εράγισε, σεισμός έγινε και εγώ έπεσα επί το πρόσωπόν μου, μη φέρουσα την ιδέαν αυτού, (έπεσε μπρούμυτα χωρίς να προλάβει να δει το πρόσωπό του).

«Ο δε (άγγελος) υπέβαλεν την χείρα αυτού και ήγειρέν με, και ανέβλεψα πρός τον ουρανόν (!) και ήλθεν νεφέλη δρόσου και εράντισέ με από κεφαλής έως ποδών, ο δε (άγγελος) με απέμαξε (με απεσπόγγισε) με τη στολή αυτού (ο άγγελος είχε ιδιαίτερη στολή… και μ’ αυτήν σκούπισε την δροσιά του ουρανού!) και είπεν μοι. Χαίρε κεχαριτωμένη, σκεύος εκλογής. Και (μετά την ουράνια δροσιά) επάταξεν την δεξιάν αυτού και εγένετο άρτος υπερμεγέθης (!) και έφαγεν αυτός και έδωκεν και εμοί. Και ιδού ποτήριον οίνου και έπιεν αυτός και έδωκεν και εμοί. (Δηλαδή μετά την "ουράνια δροσιά", έφαγαν ψωμί και ήπιαν και κρασί!) Και είπεν μοι (ο άγγελος) αποστείλω σοι τον λόγον μου και συλλήψης υιόν και δι αυτού σωθήσεται πάσα η κτίσις. Ειρήνη σοι αγαπητή μου. Και αφανής εγένετο ("ο άγγελος") απ’ εμού, και εγένετο ο ναός καθώς ήν το πρότερον»2

Ευαγγέλιο Βαρθολομαίου (3ος αι.μ.Χ.) 2.17-19.

Ούτε πραγματικός σεισμός λοιπόν είχε σημειωθεί, ούτε κανένα ρήγμα συνέβη στον ναό, την ώρα που εμφανίστηκε ο "άγγελος" με τις "δροσιές" της σύλληψης! Απ’ την τελευταία φράση της Μαρίας: «και εγένετο ο ναός καθώς ήταν το πρότερον», καταλαβαίνουμε ότι η νεαρή παρθένα, αφού έλαβε τροφή από τον πρώτο άγγελο, έπεσε σε κατάσταση "έκστασης" ακριβώς την στιγμή που μπροστά της εμφανιζόταν ο δεύτερος "άγγελος" ο αγγελιοφόρος της σύλληψης!

Δικαίως, αυτή περιγραφή της σύλληψης παρέμεινε απόκρυφη, γιατί όπως όλοι καταλαβαίνουμε υπαινίσσεται, άλλες, διαφορετικές συνθήκες αναγγελίας και σύλληψης, μέσα στον ναό όπου μεγάλωνε αποκομμένη απ’ τον κόσμο η δωδεκάχρονη3 ανήλικη αφιερωμένη Μαρία!

Η περιγραφή αυτή, είναι στην ίδια ακριβώς γλώσσα γραμμένη με τα ευαγγέλια και τόσο αρχαία όσο και τα κανονικά ευαγγέλια! Παραμένει δε απόκρυφη και άγνωστη, γιατί όπως και ο τελευταίος από μας καταλαβαίνει, είναι πολύ πλουσιότερη σε τρυφερούς υπαινιγμούς φυσιολογικής σύλληψης, από οποιονδήποτε άλλον θρύλο, που παρουσιάζει την Μαρία να οσφραίνεται τον οποιονδήποτε κρίνο της σύλληψης!

Σύμφωνα λοιπόν με την ενδιαφέρουσα αυτή αφήγηση και η Μαρία ήταν "θεόδοτο" παιδί και συνεπώς δεσμευμένο, δηλαδή αφιερωμένο, στην υπηρεσία του ιερατείου. Γίνεται λοιπόν τώρα καλύτερα κατανοη­τό, το γιατί ζητήθηκε απ’ αυτήν και όχι από οποιαδήποτε άλλη κοπέλα, να αναλάβει τον συγκεκριμένο ρόλο της παρθενογένησης! Η Μαρία ήταν παιδί του Ναού,4 αφιερωμένη δια βίου στον "θεό" (δηλαδή στην υπηρεσία του ιερατείου) και εξ αυτού υποχρεωμένη να αναθρέψει ένα τουλάχιστον τέτοιο παιδί, που δεν θα ήταν του συζύγου της, αλλά σπορά ουρανοκατέβατης "δροσιάς αγγέλου", ή επί το θεολογικότερον «αγιοπνευματική σπορά»!

Το εντελώς παράξενο, όσο κι αν αυτό ακούγεται εξωπραγματικό, είναι ότι ψήγματα παρόμοιων συνθηκών σύλληψης, με ενδείξεις σαρκικής επαφής "αγγέλου" και Μαρίας, απέμειναν και στην Καινή Διαθήκη! Το συγκεκριμένο εδάφιο, που υπαινίσσεται κάτι τέτοιο, αν και αιώνες τώρα είναι εκεί... δεν το γνωρίζει "κανένας" πιστός, αφού το παρασιωπούν επιμελώς όλες οι άλλες μεταφράσεις, εκτός από τα μόνα εγκεκριμένα απ’ την ανατολική ορθόδοξη εκκλησία κείμενα της Καινής Διαθήκης, που βρίσκουμε ενσωματωμένα με την Παλαιά Διαθήκη των εβδομήκοντα, (Ο΄) όπου διαβάζουμε: «και εισελθών (ο "άγγελος" Γαβριήλ) είπε: Χαίρε κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου» Λουκ.1.28.

Μέχρις εδώ κανένα πρόβλημα. Περιέργως όμως, η Μαρία φαίνεται ότι ένιωσε κάτι περισσότερο από απλό χαιρετισμό, όπως στην άμεση συνέχεια, με την παράδοξη αντίδρασή της αφήνει το βιβλικό κείμενο να εννοηθεί: «η δε (Μαρία) επί τω λόγω (του Γαβριήλ) διεταράχθη και διελογίζετο ποταπός είη(είναι)ο ασπασμός5 ούτος» Λουκ.1.29.

Το κείμενο φαίνεται να διέσωσε μόνο την ταραγμένη αντί­δραση την μικρής Μαρίας, σε κάποιον ασπασμό... η ίδια όμως η πράξη του ασπασμού, περιέργως πουθενά δεν περιγράφεται! Ο Αθανάσιος Θεολόγος, γνωρίζοντας για τον ασπασμό αυτόν, γράφει: «όχι μόνο με ταραχή (αντέδρασε η Μαρία), αλλά και με διαλογισμούς και αμφιβολίες και τα παραπλήσια τούτων. Το δε αθρόον (αιφνίδιον) της αγγελικής εισόδου και το ξένον της όψεως και το ασύνηθες της συντυχίας (του συμβάντος)... εις δειλίαν ενέβαλε την Παρθένον»6 Οι λεγόμενοι εκκλησιαστικοί πατέρες λοιπόν, γνώριζαν την "λεπτομέρεια"... μόνο εμείς τα νομίζαμε αλλιώς!

Ο Ι. Χρυσόστομος συμπληρώνει: «επειδή τον ασπασμόν ήκουσεν... εταράχθη ζητούσα το ποταπόν του ασπασμού. Η δε εξέστη (αναστατώθηκε) την αισχύνην (την ντροπή) συλογιζόμενη και δεν περίμενε με όσα κι αν (θα) πει να πείσει κάποιους ότι δεν είναι από μοιχεία το γεγενημένον»7 Υπήρξε λοιπόν ένας τέτοιος αγγελικός "ασπασμός" και μάλιστα με "τρόπο" που αναστάτωσε έντονα την μικρή Μαρία! Κανένας όμως απλός χαιρετιστήριος ασπασμός, δεν μπορεί να φαίνεται ποταπός, αν δεν έχει κάτι επιπλέον!

Η λέξη «ποταπός», υπάρχει στο (μασοριτικό) βιβλικό κείμενο όπου διαβάζουμε: «το παιδίον θέλει αλαζονεύεσθαι προς τον γέροντα και ο ποταπός προς τον έντιμο». Ησαΐας 3.5. Η ίδια λοιπόν η λέξη ποταπός, αντιδιαστέλλεται προς την λέξη έντιμος, άρα εδώ τουλάχιστον εννοεί τον ανέντιμο. Το ίδιο εδάφιο στην Ο΄ λέει: «προσκόψει το παιδίον προς τον πρεσβύτην, (και) ο άτιμος προς τον έντιμον». Άρα κατά την εδώ βιβλική χρήση, «ποταπός» ξεκάθαρα σημαίνει ανέντιμος!
---------------------
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1 Η έκφραση μπορεί να υπονοεί οποιοδήποτε χώρο στην αυλή του ναού!

2 Από το ευαγγέλιο του Βαρθολομαίου υπάρχουν αντίγραφα στα Λατινικά Κοπτικά και Ελληνικά. Τα αποσπάσματά είναι από το: Fragmenta evangelii Bartholomaei, A. Wilmart and E. Tisserant, N. Bonwetsch "Die apokryphen Fragen des bartholomauj" cod: 4,156.

3 «Η Μαρία έμενε στο ναό και έπαιρνε τροφή σαν περιστέρι από τα χέρια αγγέλου. Όταν έγινε δώδεκα χρονών... άκουσε μια φωνή να λέει: χαίρε κεχαριτωμένη...». Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου 8ο και 9ο κεφάλαιο.

4 Τέτοιες γυναίκες υπήρχαν και : «δεν απεμακρύνετο εκ του ιερού». ο Λουκάς 2.37.

5 «Ασπάζομαι: υποδέχομαι ή αποχαιρετώ φιλοφρόνως, χαιρετίζω, εναγκαλίζομαι, περιπτύσσομαι, φιλώ, θωπεύω, χαϊδεύω» Λεξικό της αρχαίας Σταματάκου. «Ασπασμός: αγκάλιασμα, φίλημα» Λεξικό της αρχαίας Χάρη Πάτση

6 Αθανάσιος Εις το γενέθλιον του Προδρόμου και εις την Θεοτόκον 28.912.27.

7 Ι. Χρυσόστομος Υπόμνημα εις τον 'Αγιον Ματθαίον 57.45.20.