Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2023

Οι λόγοι που μπορεί να αποφεύγετε να βιώσετε τη χαρά στη ζωή σας

Ένα από τα πράγματα που αψηφούν ικανοποιητικές εξηγήσεις στην ψυχολογία είναι η αντίσταση ή/και η αποφυγή των θετικών συναισθημάτων και εμπειριών. Είναι τόσο ξεκάθαρο για το ανθρώπινο είδος ότι επιθυμούμε και αναζητούμε ενεργά την ευχαρίστηση. Πώς λοιπόν και γιατί συμβαίνει μερικές φορές πράγματα όπως η χαρά να γίνονται τα ίδια πράγματα που αποφεύγουμε περισσότερο;

Μια πιθανή εξήγηση είναι το τραύμα: μια αφόρητη συναισθηματική εμπειρία που σφραγίζει τον κόσμο σας με ανεξίτηλο νόημα. Αν είχατε τραύμα στη ζωή σας, ιδού οκτώ λόγοι για τους οποίους μπορεί να αποφεύγετε τη χαρά και κάθε άλλο θετικό συναίσθημα.

Υπερβολική επαγρύπνηση: Οι άνθρωποι που έχουν υποστεί τραύμα μπορεί μερικές φορές να εγκλωβιστούν σε υπερ-επιφυλακτικότητα. Η υπερεπαγρύπνηση είναι η αυξημένη κατάσταση κατά την οποία βρίσκετε τον εαυτό σας να αξιολογεί συνεχώς τις πιθανές απειλές που σας περιβάλλουν, ακόμη και όταν βρίσκεστε σε ένα ασφαλές μέρος (π.χ. στο σπίτι, σε ένα εστιατόριο κ.λπ.). Αν το τραύμα σας έχει διδάξει ότι ο κόσμος είναι ένα επικίνδυνο μέρος, μπορεί να ξεγελαστείτε και να πιστέψετε ότι το να παραμένετε σε υπερ-επιφυλακή είναι ο μόνος τρόπος για να είστε ασφαλείς. Δεδομένου ότι το αίσθημα της χαράς μειώνει αυτόματα αυτή την κατάσταση φόβου, μπορεί επίσης να σας κάνει να αισθάνεστε πιο ευάλωτοι. Αυτή η ευαλωτότητα σε έναν κόσμο που ήδη μοιάζει τρομακτικός κάνει τη χαρά ανυπόφορη και έτσι την αποφεύγετε.

Συναισθηματική αποχαύνωση: Δεδομένου ότι το τραύμα περιλαμβάνει αφόρητα συναισθήματα, μια πολύ συνηθισμένη τεχνική αντιμετώπισης είναι το συναισθηματικό μούδιασμα. Τα συναισθήματα είναι πολύ έντονα για να τα αντέξουμε και έτσι τα μουδιάζουμε για να τα αντιμετωπίσουμε. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είμαστε πολύ καλοί στο να μουδιάζουμε τα συναισθήματα επιλεκτικά, οπότε καταλήγουμε να μουδιάζουμε τα συναισθήματά μας σε όλο το φάσμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αμβλύνουμε και τα θετικά συναισθήματα.

Συναισθηματική σύγχυση: Το τραύμα μπορεί να διαταράξει την ικανότητά σας να ερμηνεύετε με ακρίβεια και να ανταποκρίνεστε στα συναισθήματά σας. Η αίσθηση ενός έντονου συναισθήματος μπορεί να γίνει αναστατωτική, ακόμη και αν πρόκειται για θετικό συναίσθημα. Αυτή η σύγχυση μπορεί να κάνει τα θετικά συναισθήματα γενικά να μοιάζουν με σκανδάλες, με αποτέλεσμα να τα αποφεύγετε.

Φόβος της απώλειας: Αν έχετε υποστεί τραύμα, πιθανότατα γνωρίζετε έντονα πόσο επισφαλής είναι η χαρά. Τα θετικά συναισθήματα είναι έντονα και μπορούν να εξανεμιστούν στη στιγμή. Η εμπειρία αυτή μπορεί να οδηγήσει αυτόματα στη σκέψη “Ωχ όχι, αυτό θα τελειώσει. Καλύτερα να το αποφύγω παρά να υποστώ τον πόνο που θα προέλθει από την απώλειά του”. Αυτό φαίνεται πιο πιθανό να είναι η πηγή της σκέψης “περιμένω-το-άλλο-παπούτσι-να-πετάξει”. Προχωράμε στην προσδοκία του κινδύνου ή της τραγωδίας μόλις βιώσουμε κάτι θετικό, προκειμένου να θωρακιστούμε απέναντι στην πιθανή απώλεια. “Τουλάχιστον”, σκεφτόμαστε, “αυτή τη φορά δεν θα μας πιάσουν απροετοίμαστους”.

Προκαθορισμός ή συσχέτιση: Γνωρίζουμε από το 1920, όταν ο John B. Watson έκανε το περίφημο πείραμά του Little Albert, ότι ο φόβος μπορεί να εξαρτηθεί γρήγορα. Αν βιώσατε ένα θετικό συναίσθημα σε μια κατάσταση που αργότερα μετατράπηκε σε τραυματική, αυτό μπορεί να δημιουργήσει ισχυρούς συνειρμούς μεταξύ θετικών συναισθημάτων οποιουδήποτε είδους και επακόλουθων αρνητικών γεγονότων. Έτσι, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ασυνείδητη αποφυγή της χαράς και ή των θετικών συναισθημάτων επειδή φοβάστε ότι θα μετατραπούν σε τραυματικές καταστάσεις.

Ενοχή και ντροπή: Αν και είναι βαθιά αβάσιμο, οι επιζώντες από τραύματα συχνά νιώθουν ενοχή ή ντροπή (αυτό μπορεί να συμβεί και στη θλίψη) όταν βιώνουν χαρά μετά από μια τραυματική εμπειρία. Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση της ενοχής του επιζώντος, η οποία μπορεί κυριολεκτικά να είναι η ενοχή ότι επιβίωσες όταν κάποιος άλλος στην κατάσταση δεν επιβίωσε, αλλά μπορεί επίσης να προκύψει όταν κάποιος κοντινός σου άνθρωπος βιώνει κάτι αρνητικό και εσύ όχι. Μπορεί επίσης να συμβεί στα μεταγενέστερα στάδια του πένθους, όπου αρχίζετε να αισθάνεστε και πάλι φυσιολογικοί και στη συνέχεια αισθάνεστε ενοχές στη σκέψη ότι ξεχνάτε ή ξεπερνάτε το χαμένο αγαπημένο σας πρόσωπο.

Αυτοεκτίμηση: Το τραύμα μπορεί να επηρεάσει βαθιά την αίσθηση της αυτοεκτίμησης και της ταυτότητάς σας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είναι σύνηθες μετά το τραύμα οι άνθρωποι να εσωτερικεύουν την πεποίθηση ότι είναι θεμελιωδώς κατεστραμμένοι ή σπασμένοι. Αυτό καθιστά πολύ δύσκολο να ενστερνιστείτε την εμπειρία της χαράς, επειδή την αισθάνεστε σαν κάτι που δεν θα έπρεπε να δικαιούστε.

Τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό, αν η χαρά μοιάζει αδύνατη, ανέφικτη, ακόμα και επικίνδυνη; Έχω αναπτύξει μια πρακτική με τους πελάτες μου που ονομάζω μικροσκοπικές μικρές χαρές – η οποία είναι μια πρακτική όπου κλιμακώνουμε το θετικό συναίσθημα της χαράς πολύ πιο κάτω σε μια πολύ λιγότερο τρομακτική εκδοχή και στοχεύουμε να παρατηρήσουμε πολύ μικρά πράγματα που υπάρχουν ήδη στη ζωή μας και μας φέρνουν χαρά.

Αυτό μπορεί να είναι τόσο μικρό όσο μια σαπουνόφουσκα ή ένα ουράνιο τόξο που διαχέεται στο πάτωμα του σαλονιού. Με την ενασχόληση με αυτή την πρακτική καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, μπορεί κανείς να εμπλακεί σε ένα επίπεδο χαράς που αισθάνεται λιγότερο ακραίο ή διαταραγμένο.

Αυτή η πρακτική είναι προσαρμοσμένη με γνώμονα την έννοια του Peter Levine για την εκκρεμότητα στην επούλωση τραυμάτων, σύμφωνα με την οποία η σταδιακή εξερεύνηση των οδυνηρών αισθήσεων γίνεται σε μικρές, διαχειρίσιμες δόσεις, επιτρέποντας στο νευρικό σύστημα να επεξεργαστεί το υλικό χωρίς να συγκλονιστεί. Αν γνωρίζουμε ότι η κατάδυση σε θετικά συναισθήματα είναι πολύ διαταραγμένη για το νευρικό σύστημα κάποιου που αντιμετωπίζει τραύμα, μια μικροσκοπική πρακτική χαράς κάνει τη δόση της χαράς μικρότερη και πιο διαχειρίσιμη.

KHALIL GIBRAN: Μίλησέ μας για την Αγάπη

Μίλησέ μας για την Αγάπη

Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία. Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα.

Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει. Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο. Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της. Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει. Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου. Σε αλέθει για να σε λευκάνει. Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός. Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης, Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη. Όταν αγαπάς, δε θα έπρεπε να λες: “Ο Θεός είναι στην καρδιά μου”, αλλά μάλλον “Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού”.

Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης. Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.

Χαλίλ Γκιμπράν, Ο Προφήτης

Ποσειδών: Μπορούμε εμείς Ήρα να δράσουμε κόντρα στον μέγα Δία; Εγώ ποτέ δεν θα ‘κανα τέτοια ανοησία

Αιδώς Αργείοι!


Ιλιάς, Θ`, 199- 300.

Η Ήρα θύμωσε και ταράχτηκε με τα προκλητικά λόγια του Έκτορα. Καθώς κορυφώθηκε ο θυμός της ταρακουνήθηκε στο θρόνο της και αυτό το ταρακούνημα πέρασε σαν σεισμός σ` ολόκληρο τον μέγα Όλυμπο που τραντάχτηκε δυνατά.

200. Είπε στον Ποσειδώνα:« Ποσειδώνα αδελφέ, τρανέ κοσμοσείστη, δε σε νοιάζει καθόλου που οι Αχαιοί αποδεκατίζονται από τους Τρώες; Ξέχασες τα δώρα που σου προσφέρουν σε αφθονία, στις Αιγές και στην Ελίκη; Μπορούμε να συνασπισθούμε υπέρ των Ελλήνων και έτσι να μείνει μόνος ο Δίας να συνδράμει τους αδικητές Τρώες».

Απάντησε ο Ποσειδών στην αδελφή του Ήρα: «Η γλώσσα σου είναι φωτιά και όρια δεν έχει, τα σκέφτηκες τα λόγια σου που είπες για τον Δία; Μπορούμε εμείς να δράσουμε κόντρα στον μέγα Δία; Εγώ ποτέ δεν θα `κανα τέτοια ανοησία».

Την ίδια ώρα που έλεγαν αυτά οι θεοί, οι Τρώες με τα όπλα τους και τα άρματα τους μαζεύτηκαν γύρω από το χαντάκι που προστάτευε τα τείχη των Αχαιών. Μπροστάρης και αρχηγός ο ισάξιος του Άρη, ο ατρόμητος και εμπνευσμένος Έκτωρ. Το σχέδιο και το στρατήγημα του ήταν να περάσουν το χαντάκι να τσακίσουν τα τείχη, να σκοτώσουν όλους όσους θα τους αντισταθούν και να φτάσουν στα καράβια να τα πυρπολήσουν. Η Ήρα όμως έβαλε στο νου του Αγαμέμνονα την ιδέα να σπεύσει να εμψυχώσει τους άντρες του. Καθώς έτρεχε ανέμιζε ο μέγας πορφυρός χιτώνας του. Στάθηκε κοντά στο μελανό πλοίο του Οδυσσέα στη μέση του στόλου, για να ακούγεται σε όλες τις θέσεις του στρατεύματος. Με φωνή πολύ δυνατή είπε:

«Αιδώς Αργείοι όμορφοι και θαυμαστοί στα κάλλη. Είστε δειλοί και άχρηστοι στη δύσκολη την ώρα. Στις καυχησιές είστε καλοί τώρα γιατί φοβάστε; Τα λόγια σας είναι πολλά κι οι πράξεις σας ολίγες. Καμάρι είχατε εσείς πως ένας σας νικάει διακόσιους Τρώες μάχιμους κι άξιους στρατιώτες. Αυτά δεν λέγατε εσείς στη Λήμνο στο τραπέζι που πίνατε γλυκό κρασί και τρώγατε μεζέδες;

Τώρα σας θέλω. Με τα κούφια λόγια τα βάζετε με εκατό και διακόσιους όπως λέτε. Αλλά τώρα δεν χρειάζεται να τα βάλετε με εκατό και διακόσιους. Με έναν βάλτε τα. Το Έκτορα που ετοιμάζεται να μας αφανίσει και να κάψει τα καράβια μας κι εμάς μαζί.

Δία πατέρα λυπήσου μας. Ήμουν πάντα ευσεβής απέναντι σου. Σε όλους τους βωμούς που βρήκα στο δρόμο μου μέχρι εδώ, σου πρόσφερα λαμπρές θυσίες. Βοήθα μας τρανέ θεέ μη μας εγκαταλείπεις».

Ο Δίας συγκινήθηκε κι άλλαξε αμέσως γνώμη. Δεν ήθελε πια τον χαμό για όλους τους Αργείους. Δάκρυσε μάλιστα γι` αυτούς και για τον αρχηγό τους τον μέγα Αγαμέμνονα τον έμπιστο Ατρείδη. Σημάδι μέγα έστειλε με τον χρυσαετό του που είχε στα ακράνυχα ένα μεγάλο ελάφι. Πέταξε και το άφησε δίπλα στον μέγα Ατρείδη εκεί επάνω στο βωμό έτοιμο για θυσία.

250. Σαν είδανε οι Αχαιοί τον αετό του Δία αμέσως αναθάρρησαν και όρμησαν στους Τρώες. Ο Διομήδης κτύπησε πρώτος απ` τους Αργείους τον Φραδμονίδη Αγέλαο που έστρεφε τους ίππους για να γλυτώσει την οργή του γίγαντα Τυδείδη. Όμως τον βρήκε ο θάνατος και έπεσε απ` το άρμα και τ` άρματα του βρόντηξαν σαν βγήκε η ψυχή του.

Στη σύγκρουση που ακολούθησε ενεπλάκησαν οι: Αγαμέμνων, Μενέλαος, οι δυο Αίαντες, οι κρητικοί Ιδομενέας και Μηριόνης, ο Ευρύπυλος, ο Ευαιμονίδης και ένατος στη σειρά ο Τεύκρος με το φονικό του τόξο που όποιον σημάδεψε τον έστειλε στον Άδη. Ο Αίας ο Τελαμώνιος προστάτευε τον αδελφό του, τον τοξότη Τεύκρο με την τεράστια ασπίδα του. Τα θύματα του τρομερού τοξότη ήταν οι σπουδαίοι: Ορσίλοχος, Χρομίος, Λυκοφόντης, Δαίτωρ, Όρμενος, Οφελέστης, Αμοπάων Πολυαιμονίδης, Μελάνιππος.

Ο Αγαμέμνων θαύμασε τον μέγιστο τοξότη που με σειρά αφάνιζε τις φάλαγγες των Τρώων. Πήγε κοντά και μίλησε στον σιδερένιο άντρα: «Ω Τεύκρο Τελαμώνιε ανίκητε τοξότη συνέχισε ακάθεκτος τους Τρώες να σκοτώνεις κι όλοι εμείς περήφανοι θα ήμαστε για σένα όπως και ο πατέρας σου ο μέγας Τελαμώνας. Σου δίνω την υπόσχεση πως αν την Τροία πάρω, με του Διός τη δύναμη και της Παλλάδας χάρη, τρίποδα θα σου δώσω εγώ ή άρμα με δυο ίππους ή μια πανέμορφη κυρά συντρόφισσα να έχεις»

Ο Τεύκρος του απάντησε: «Άκουσε Αγαμέμνονα, Ατρείδη δοξασμένε, οκτώ τρανούς πολεμιστές ξαπόστειλα στον Άδη με τα γοργά τα βέλη μου που έχω στη φαρέτρα. Όμως τον Έκτορα ζητώ τη ζήση να του πάρω και να τον στείλω στη στιγμή στου Άδη τα παλάτια».

300. Είπε κι αμέσως τράβηξε ακόμα ένα βέλος και σκόπευσε τον Έκτορα τον αρχηγό των Τρώων. Όμως το βέλος σκότωσε τον διπλανό τον άντρα που `ταν κι αυτός ένα παιδί του βασιλιά Πριάμου.

Αντισθένης: Τα πλούτη και η φτώχεια δεν είναι στο σπίτι αλλά στην ψυχή του ανθρώπου

Ο Αντισθένης (444-370 π.κ.ε.) προερχόταν από οικογένεια δούλων και δεν αποκλείεται αυτός να ήταν ο λόγος που ίδρυσε αυτή τη σχολή για τους φτωχούς, στην οποία δεχόταν μόνο εκείνους που ασπάζονταν την απόλυτη φτώχεια και απεξάρτηση από κάθε είδους υλικό πλούτο, ιδιοκτησία, εγωισμό, κύρος, εξουσία.

Ένας από τους μαθητές του Σωκράτη (που ήταν τόσοι πολλοί που κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να υπολογίσει πόσοι ήταν, κι επιπλέον αρκετοί απ’ αυτούς, φοβούμενοι μήπως θανατωθούν και οι ίδιοι, δεν παραδέχονταν ανοιχτά ότι ήταν μαθητές του) ο Αντισθένης περηφανευόταν πολύ για την ταπεινοφροσύνη του. Ο Σωκράτης του είχε πει κάποτε «Αντισθένη, μέσα από τις τρύπες του ρούχου σου βλέπω την κενοδοξία σου». Ίδρυσε τη σχολή των Κυνικών φιλοσόφων, που πήραν την ονομασία τους από το μέρος όπου βρισκόταν το «γυμνάσιό» τους, στο Κυνοσάργες.

Η σχολή των Κυνικών δεν κάηκε από την πρώτη στιγμή μαζί με τους ρακένδυτους θιασώτες της, μόνο και μόνο επειδή οι υπόλοιποι πολίτες τους έβλεπαν σαν καημένους κακομοίρηδες ή γραφικούς ακίνδυνους τύπους και ζητιάνους. Το μόνο που εξυμνούσαν ήταν η αδιαπραγμάτευτη αρετή και η ηθική σοφία, και κατά τα άλλα δεν έλεγαν ανοιχτά τη γνώμη τους για τίποτε, διότι το έβρισκαν αλαζονικό. Έκαναν μόνο σύντομα κυνικά σχόλια, αφού ήταν αυτοί που επινόησαν τον γνωστό σε όλους μας «κυνισμό», δηλαδή, οι άνθρωποι αυτοί είχαν επινοήσει το καυστικό χιούμορ κι ευτυχώς γι’ αυτούς, το υψηλό χιούμορ δεν το κατανοούσαν πολλοί τότε, όπως και τώρα.

Ο Σωκράτης τον θαύμαζε για τον εγκρατή και σχεδόν ασκητικό του βίο, την ήρεμη ανεξαρτησία του και τη δύναμη του χαρακτήρα του. Στις διαλεκτικές συζητήσεις δοκίμαζε να ανατρέψει τον ορισμό του Σωκράτη για τις γενικές έννοιες. Καταπολεμούσε, δηλαδή, την περί ιδεών θεωρία του Πλάτωνος και παραδεχόταν σαν πραγματικό μόνο το επί μέρους. Μονάχα αυτό που βλέπουμε, αγγίζουμε ή αισθανόμαστε υπάρχει πραγματικά (αισθησιοκρατική διδασκαλία).

Οι γενικές έννοιες κατά τον Αντισθένη είναι ανύπαρκτες (ίππον μεν ορώ, ιππόττητα δε ουκ ορώ) κάθε δε έννοια εννοεί ένα μόνο πράγμα. Από δω συνάγει ο φιλόσοφος ότι δεν μπορεί σε κανένα υποκείμενο ν’ αποδοθεί διαφορετική έννοια και οι μόνες σωστές κρίσεις είναι οι ταυτολογικές (Α εστίν Α). Δεν είναι ορθό, π.χ. να λέμε ο χρυσός είναι ξανθός, μα ο χρυσός είναι χρυσός, όχι ο άνθρωπος είναι θνητός αλλά το θνητό είναι θνητό.

Γι’ αυτόν το λόγο ο Αντισθένης απέρριπτε και τον ορισμό που στηρίζεται πάνω στα ουσιώδη γνωρίσματα. Τα διδάγματα αυτά πρόθυμα ασπάσθηκαν οι Κυνικοί κι από αυτά η τάση τους να κάνουν τους εαυτούς τους τελείως ανεξάρτητους από τις ανάγκες του έξω κόσμου, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις ανάγκες τους, ασκούμενοι να υπομένουν κάθε στέρηση και κάθε πόνο, και θεωρώντας τις απολαύσεις και ιδιαίτερα την ηδονή μέγιστα κακά.

Ο Αντισθένης είχε βρίσει επανειλημμένα τον Αλκιβιάδη, όπως και τον Γοργία και τον Ισοκράτη. Πριν απ’ αυτόν, ερχόταν σε ρήξη με όλους τους σημαντικούς ανθρώπους της εποχής του, χλεύαζε ακόμη και τον συμμαθητή του τον Πλάτωνα (τον αποκαλούσε Σάθωνα), αλλά πάνω απ’ όλα χλεύαζε και αποστρεφόταν τις γενικεύσεις και οτιδήποτε δεν ήταν χειροπιαστό ως επιχείρημα. «Ότι δίδουν οι αισθήσεις είναι αληθές, συνεπώς αληθές είναι μόνο το επί μέρους». Γενικές ιδέες, ως οντότητες, δεν υπάρχουν. «Ίππον μου ορώ», έλεγε χαρακτηριστικά, «ιππότητα δε ούχ ορώ» Σημασία απέδιδε μόνο στις πράξεις και όχι στα λόγια, ειρωνευόταν έντονα όλες τις θεωρίες και τις συζητήσεις και τις διαφωνίες κι έλεγε ότι όλες προέρχονται από ασυνεννοησία, διακηρύσσοντας ότι κάθε έννοια δηλώνει μόνο ένα πράγμα κι όταν οι άνθρωποι διαφωνούν αυτό σημαίνει ότι δεν μιλούν για το ίδιο πράγμα, έτσι δεν συνεννοούνται καν, επειδή είναι ανόητοι. Ομολογώ ότι αυτή ήταν μια πολύ σοφή διαπίστωση, απόλυτα ορθή και σημαντική.

Μια αρχαία παράδοση λέει, πως ο Αντισθένης κάλεσε τον Πλάτωνα να του διαβάσει κάποιο έργο του, ο Πλάτων όμως, όταν ζήτησε να μάθει κι εκείνος το περιεχόμενο μιας μελέτης που έγραψε ο Αντισθένης, πήρε την απάντηση, πως «δεν πρέπει να αντιλέγει». Δηλαδή, δεν αναγνώριζε στον Πλάτωνα το δικαίωμα της κριτικής, γιατί θεωρούσε τον εαυτό του ανώτερο. Από τότε τσακώθηκαν και όχι μόνο έκοψαν τις σχέσεις, μα ο ένας κατηγορούσε τον άλλον.

Η αρετή κατά τον Αντισθένη είναι μια φυσική ιδιότητα και όχι μια εξωκοινωνική ή μεταφυσική δύναμη όπως πίστευε ο Σωκράτης. Ο ρόλος λοιπόν της αρετής είναι να βάζει χαλινάρι στα πάθη και τις ορμές. Όσο για την ηθική, στο σημείο αυτό διαφωνούσε ριζικά με τον Σωκράτη, γιατί παραδέχονταν, πως πρέπει να βασίζεται στα έργα κι όχι στις θεωρίες και στα λόγια. (Διογ. Λαέρτ. VI, 11).

Ως μόνο προορισμό της φιλοσοφίας θεωρούσε την κατανόηση των εννοιών και την ηθική, και η διδασκαλία του ήταν απλή και θετική, κηρύττοντας ότι η γνώση δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο προς εξασφάλιση της ευδαιμονίας, την οποία για να την αποκτήσει κάποιος πρέπει πρώτα να κατέχει την αρετή, η οποία είναι διδακτή.

Στους Κυνικούς ο Αντισθένης δίδασκε, επίσης, ότι «ο ενάρετος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη να συμπεριφέρεται συμφώνως προς τους νόμους, αρκεί να αφήσει την φύσιν αυτού να εκδηλωθεί ελευθέρως και χωρίς επιρροή από εξωτερική βία ή πλάνη και χωρίς εσωτερικό πάθος» Έλεγε πως το μεγαλύτερο αγαθό για τον άνθρωπο είναι η ελευθερία, η οποία επιτυγχάνεται μόνο μέσω της ανεξαρτησίας και έλεγε ότι πρέπει να αποκτήσουμε την ανεξαρτησία μας από τον έξω κόσμο.

Πώς μπορούσε κανείς να το πετύχει αυτό; Περιορίζοντας τις απαιτήσεις του από τη ζωή και από τους άλλους, ώστε να μην έχει ανάγκη από τίποτε και από κανέναν.

«Η αληθινή αρετή δεν έχει ανάγκη από τίποτε. Ούτε νόμον ανάγκη έχει ο σοφός κατά κρίσιν εαυτού δρων και φερόμενος».Έλεγε ότι οι νόμοι είναι για τους πολλούς, τους ανόητους και τους μέτριους, όχι για τους εκλεκτούς. Επίσης, πρέσβευε ιδέες κοσμοπολίτικες θεωρούσε απομάκρυνση από το φυσικό την αιώνια διαίρεση των ανθρώπων σε έθνη αντιμαχόμενα.

Επίσης, είχε ελεύθερες αντιλήψεις για τον έρωτα, τον γάμο και την οικογένεια. Ουσιαστικά, ο Αντισθένης ήταν ο πρώτος γνωστός αναρχικός στην Ιστορία και οι Κυνικοί του ήταν αυτό ακριβώς, μία σχολή αναρχίας. Ήταν καταπληκτικός ρήτορας και λογοτέχνης, ετοιμόλογος, πνευματώδης, και οι καυστικές απαντήσεις του ήταν παροιμιώδες. Να ένα παράδειγμα: κάποτε κάποιος τον ρώτησε τι γυναίκα να παντρευτεί, ωραία ή άσχημη; Ο Αντισθένης του απάντησε ότι αν παντρευόταν ωραία γυναίκα θα την είχε «κοινή», αν παντρευόταν άσχημη θα ήταν «ποινή».

Oι αθηναίοι που ανήκαν στη θέση του Αντισθένη ήταν πολλοί που δυσφορούσαν κι αγανακτούσαν γιατί η Πολιτεία, ύστερα από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, δεν τους αναγνώρισε ισότιμους πολίτες με τους άλλους Αθηναίους. Άρα, ο Αντισθένης, εκφράζοντας έμμεσα κοσμοπολίτικες και αντιπατριωτικές ιδέες, ερμήνευε κι εκπροσωπούσε την αγανάκτηση μιας μεγάλης μερίδας Αθηναίων, που, με το να μην εξισωθούν με τους άλλους Αθηναίους, όπως το έλπιζαν και το περίμεναν, αδιαφορούσαν πια για την Αθηναϊκή Πολιτεία, την έβλεπαν σαν εχθρό τους και μισούσαν τους πολίτες Αθηναίους.

Οταν πάλι υποστήριζε, πως οι νόμοι που ψηφίζονται στις λαοσυνάξεις αποβλέπουν στο να ρυθμίσουν τις κοινωνικές σχέσεις και τα συμφέροντα των μέτριων πολιτών, με όσα έλεγε και δίδασκε διαμαρτύρονταν για τις κοινωνικές διακρίσεις και κυρίως εξεγείρονταν η συνείδησή του, γιατί ενώ είχαν πολιτικά δικαιώματα οι πρώτοι τυχόντες, που από σύμπτωση γεννήθηκαν από πατέρα και μητέρα Αθηναίους, αυτός, ένας πνευματικός άνθρωπος, δεν είχε, ούτε το δικαίωμα να διδάξει στις επίσημες Σχολές της Πολιτείας, ούτε και να πάρει μέρος στη διοίκηση των κοινών.

Η τέτοια του μειονεκτική θέση μέσα στην Αθηναϊκή Πολιτεία του κόστιζε πολύ, γι’ αυτό και δεν ήταν ενθουσιασμένος με τους λαοκρατικούς θεσμούς. Μια που η δημοκρατία δεν τον αναγνώριζε για γνήσιο πολίτη της, δεν είχε κανένα λόγο να υπερασπίζεται το αθηναϊκό πολίτευμα. Και σ’ αυτό όλο το δίκαιο ήταν με το μέρος του. Δεν ήταν βέβαια, αντιδραστικός και φανατικός ολιγαρχικός, όπως ο Πλάτων, ο Ξενοφών και άλλοι, δεν μπορούσε όμως και να χωνέψει τους δημοκρατικούς θεσμούς, γιατί, ενώ οι από πατέρα και μάνα αθηναίοι είχαν όλα τα πολιτικά δικαιώματα και εξισώνονταν πλούσιοι και φτωχοί και μπορούσε ν’ ανέβει ο καθένας στα ανώτατα αξιώματα, ένας μη γνήσιος αθηναίος, αν είχε γνώσεις, ικανότητες και τιμιότητα και προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στον πόλεμο, δεν μπορούσε να είναι ισότιμος με τον πιο παρακατιανό πολίτη.

Έλεγε ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει ούτε κυβέρνηση ούτε νόμοι, ούτε ιδιοκτησία, ούτε θρησκεία, ούτε έθνη, ούτε γάμοι. Περιπλανιόταν πάμφτωχος, ξυπόλητος, ντυμένος με κουρέλια, με ένα μικρό σακί στον ώμο και μία ράβδο στο χέρι, πάνω στην οποία έκανε ένα σκάλισμα κάθε φορά που κάποιος τον κατηγορούσε για κάτι που δεν είχε πει ή κάνει: η ράβδος του ήταν γεμάτη σκαλίσματα Έγραψε πολλά ρητορικά και φιλοσοφικά έργα κι έχουμε την πληροφορία ότι γέμιζαν δέκα ολόκληρους μεγάλους τόμους, αλλά, φυσικά, κανένα δεν διασώθηκε -φρόντισε η πυρά των χριστιανών- και κανένα δεν διαβάσαμε, ούτε εμείς ούτε οι περισσότεροι προγονοί μας.

Να βρούμε ανθρώπους που μετράνε και τα λεπτά ακόμα για να μας δουν. Οι υπόλοιποι περισσεύουν

Ο άνθρωπος που σε αγαπάει αληθινά, δε βολεύεται σε φθηνές δικαιολογίες και σε έτοιμες απαντήσεις τύπου ‘’δεν μπορώ’’. Δεν σε αποφεύγει, δεν σου γυρνάει την πλάτη όταν του δείχνεις πόσο μεγάλη ανάγκη τον έχεις.

Αυτός που σε αγαπάει πραγματικά, δημιουργεί την ευκαιρία εκεί όπου όλα δείχνουν πως αυτό είναι αδύνατο, χτίζει μία γέφυρα εκεί όπου υπάρχουν συντρίμμια, τρέχει κοντά σου έστω και για λίγα λεπτά.

Θέλει να σε βλέπει, ακόμα και αν είναι πιεσμένος, έστω και αν δεν μπορεί να είναι παρών, ένα μήνυμα θα σου στείλει και θα σε ρωτήσει απλά: ‘’πώς είσαι, όλα καλά; Αν χρειαστείς κάτι, να ξέρεις πως πάντοτε εδώ θα είμαι’’.

Η αγάπη έχει απεριόριστη δύναμη. Δεν τη σταματάει τίποτα, κάθε εμπόδιο για εκείνη είναι μία ευκαιρία να το υπερβεί ώστε να δυναμώσει και να γίνει πιο στέρεα και ώριμη. Η αληθινή αγάπη ποτέ δε βρίσκει δικαιολογίες για να φύγει; είναι πάντοτε εκεί, στέρεα και δυνατή, όπως ο βράχος που όσο και να τον χτυπάνε τα κύματα της θάλασσας, εκείνος δε μετακινείται από τη θέση του.

Μην πιστεύετε τους ανθρώπους οι οποίοι σας λένε ότι δεν έχουν χρόνο για εσάς ή ότι δεν μπορούν να είναι στη ζωή σας. Αν ήθελαν και σας αγαπούσαν πραγματικά, θα ήταν. Αν σας αγαπούσαν, θα έβρισκαν έναν τρόπο για να είναι κοντά σας. Τα εμπόδια δεν απομακρύνουν από κοντά μας τους ανθρώπους που μας αγαπούν πραγματικά; αντιθέτως, τους πεισμώνει και τους κάνει να έρχονται κοντά μας με μεγαλύτερη επιμονή.

Οι άνθρωποι στην πραγματικότητα, έχουν πάντοτε χρόνο για αυτούς και αυτά που αγαπούν. Κανένας δεν είναι πάντοτε απασχολημένος… εξαρτάται απλώς σε ποια θέση υπάρχουν στην καρδιά τους και σε ποια θέση βρίσκονται στη λίστα των προτεραιοτήτων τους. Ο χρόνος δεν είναι κάτι το οποίο βρίσκεται… είναι, κυρίως, κάτι το οποίο δημιουργείται.

Να βρούμε ανθρώπους που μετράνε και τα λεπτά ακόμα για να μας δουν. Οι υπόλοιποι περισσεύουν…

Ο μύθος του μικρού ψαριού που είχε μέσα του θυμό

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ψαράκι που το έλεγαν Μάτεο. Το ψαράκι αυτό ζούσε σε μια θάλασσα μακρινή, λίγο μικρή μεν, αλλά γεμάτη ψάρια, πολλά άλλα ψάρια. Πρέπει ακόμα να σας πω ότι αυτό το ψαράκι έμενε με τους γονείς του. Κι ότι ο ψαρομπαμπάς του και η ψαρομαμά του ήταν πολύ αυστηροί μαζί του.

Δεν ξέρουμε γιατί, αλλά το εμπόδιζαν να κάνει ένα σωρό πράγματα*. Του καταλόγιζαν ότι κολυμπούσε, ότι έπαιζε, ότι έκανε θόρυβο με το στόμα του, με δυο λόγια, το ψαράκι αυτό είχε πάντα την αίσθηση ότι δεν έκανε ποτέ αυτό που έπρεπε. Συχνά αναρωτιόταν εάν οι γονείς του ήταν οι αληθινοί γονείς του, τόσο αυστηροί φαίνονταν. Αλλά πρώτα απ΄όλα τους φοβόταν πολύ, κυρίως τον μπαμπά του, τη μαμά του λιγότερο, αλλά τη φοβόταν λίγο κι αυτή. Αυτό το φόβο τον έκρυβε πολύ βαθιά μέσα του, ποτέ, ποτέ δεν θα τον ομολογούσε σε κανέναν. Σε ποιον να μιλήσει άλλωστε; Τα άλλα ψάρια δεν έδειχναν να φοβούνται.

Έτσι κάθε πρωί, αυτό το ψαράκι που το έλεγαν Μάτεο, όταν έφτανε στο σχολείο των ψαριών, ξέρετε τι έκανε; Ε, λοιπόν, έδινε μια και κολυμπούσε προς τα άλλα ψάρια που βρίσκονταν στην αυλή του σχολείου και τα δάγκωνε. Ναι, τα δάγκωνε με το ψαρόστομά του, έτσι, χρατς, χρατς! Τα χτύπαγε κιόλας με τα πτερύγια του, με την ουρά του. Τους έριχνε νερό στα μάτια για να κλαίνε. Ναι, ναι τα ψάρια κλαίνε. Δεν το βλέπουμε γιατί τα δάκρυά τους ανακατεύονται με το νερό της θάλασσας, αλλά τα ψάρια όντως κλαίνε.

Προφανώς, όλοι, όλα τα ψάρια, έμεναν κάθε φορά έκπληκτοι βλέποντας το Μάτεο το ψαράκι να δαγκώνει και να χτυπάει έτσι. Τα άλλα ψαράκια τον φοβόντουσαν. Έτσι ήταν! Αφού αυτό φοβόταν τον μπαμπά του και λίγο τη μαμά του, ήταν πολύ λυπημένο. Αν ξέρατε πόσο λυπητερή είναι η λύπη ενός μικρού παιδιού ψαριού! Είναι τόσο λυπητερή, που καμιά φορά κάνει το νερό της θάλασσας γκρίζο, μπορεί και μαύρο.

Καμιά φορά βλέπουμε τη θάλασσα έτσι μαύρη, καθόλου γαλάζια, ούτε πράσινη, ούτε ευτυχισμένη, μαύρο κατράμι. Ε λοιπόν, σας το λέω, είναι εξαιτίας της λύπης των μικρών παιδιών ψαριών!

Κάποια μέρα, η δασκάλα του σχολείου των ψαριών πλησίασε το Μάτεο και του είπε:

– Σ’ έχω δει να χτυπάς τα άλλα ψαράκια. Τις περισσότερες μάλιστα φορές σ’ εμπόδισα να το κάνεις. Εγώ δε θέλω να σε φοβούνται τα άλλα ψαράκια. Πρόσεξα καλά ότι συχνά έχεις πολύ θυμό μέσα σου. Είναι μέρες που γίνεσαι κατακόκκινος από το θυμό σου. Χτες το βράδυ, πριν πάω για ύπνο, σε σκέφτηκα, και προβληματίστηκα πολύ, και μετά μου ήρθε μια ιδέα! Σου έφερα ένα κουτί για να βάζεις το θυμό σου. Είναι ένα κουτί όπου μπορούν να αφήνουν το θυμό τους τα ψαράκια. Το πρωί όταν έρχεσαι, μπορείς να βάζεις το θυμό σου στο κουτί, και το βράδυ, αν θέλεις, θα σου τον επιστρέφω, για να γυρνάς στο σπίτι. Αν πάλι το επιθυμείς, ο θυμός σου μπορεί τη νύχτα να κοιμάται εδώ, στο σχολείο. Έτσι, το επόμενο πρωί θα είναι ξεκούραστος…

Ο Μάτεο, το ψαράκι, έμεινε να κοιτάει έκπληκτο τη δασκάλα των ψαριών. Δεν ήξερε ότι υπήρχαν θυμοκούτια, φοβοκούτια, λυποκούτια, όπου μπορείς να βάζεις τους θυμούς, τις λύπες ή τους φόβους σου.

Εκείνο το πρωί δεν είπε τίποτα, αλλά την άλλη μέρα έφτασε μ’ ένα πολύ μικρό κοχυλάκι, που είχε βρει στο δρόμο για το σχολείο, στο βυθό της θάλασσας.

Είπε στη δασκάλα του σχολείου των ψαριών:

-Κυρία, θα ήθελα να βάλω τη σημερινή πρωινή μου λύπη στο κουτί του θυμού…

Η δασκάλα πήρε το κοχυλάκι, το κοίταξε πολλή ώρα και είδε ότι έκρυβε μέσα του μεγάλη λύπη όντως. Κατάλαβε ότι οι θυμοί είναι λύπες που δεν μπορούν να εκφραστούν αλλιώς. Έβαλε το κοχυλάκι στο κουτί του θυμού, όπως της είχες ζητήσει ο Μάτεο, το ψαράκι. Νομίζω μάλιστα ότι τον φίλησε, αλλά δεν είμαι και σίγουρος, γιατί δεν ξέρω πως φιλιούνται τα ψάρια!

Η συνέχεια της ιστορίας; Ε, λοιπόν, δεν την ξέρω ακόμα.

Η δασκάλα του σχολείου των ψαριών μου είπε ότι θα μου την έλεγε κάποια μέρα.

Έκτοτε έμαθα ότι και άλλες δασκάλες, στα σχολεία των ψαριών, είχαν υιοθετήσει τη συνήθεια να προτείνουν κουτιά για να βάζει κανείς τα οδυνηρά αισθήματα. Έτσι ώστε τα ψαράκι να μην παραμένουν φορτωμένα, φορτισμένα ή μολυσμένα από αρνητικές σκέψεις ολόκληρη τη μέρα. Κάτι μου λέει ότι αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει και με τα μικρά των ανθρώπων.

Έτσι τελειώνει προς το παρόν ο μύθος του μικρού ψαριού που είχε τόσο θυμό μέσα του… που θα μπορούσε να καταπιεί ολόκληρη τη θάλασσα.
------------------------
* Μπορεί να φοβόνταν μη χτυπήσει ή μη χαθεί! Ποτέ δεν το είπαν γιατί οι ψαρογονείς δεν μιλάνε πολύ για τον εαυτό τους. Δεν έχετε ακούσει που λένε: «Σιγή ιχθύος»!

To Άτμητον είναι και Άρρητον

“Κάποτε ήταν ένας λιθοξόος που δεν ήταν ικανοποιημένος από τον εαυτό του και την ζωή του. Μια μέρα, περνώντας έξω από το σπίτι ενός πλούσιου εμπόρου, κοίταξε μέσα από την ανοιχτή πόρτα και θαύμασε τα όμορφα πράγματα και τους σημαντικούς επισκέπτες. «Πόσο σπουδαίος να είναι αυτός ο έμπορος!» σκέφτηκε με ζήλια και ευχήθηκε να γίνει σαν αυτόν τον έμπορο.

Προς μεγάλη του έκπληξη, αμέσως μεταμορφώθηκε σε έμπορο, απολαμβάνοντας τις πολυτέλειες και την ισχυρή επιρροή, μα και την ζήλια των πιο φτωχών απ’ αυτόν. Σύντομα, ένας σημαντικός προύχοντας πέρασε από τον δρόμο, που τον μετέφεραν σε σέντια και συνοδευόμενος από στρατιωτικούς. Όλοι, όσο πλούσιοι κι αν ήταν, υποκλίνονταν μπροστά του.

«Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο προύχοντας!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν προύχοντας!» Αμέσως μεταμορφώθηκε σε ισχυρό προύχοντα, που όλοι φοβούνταν αλλά και μισούσαν. Ήρθε το καλοκαίρι και οι πολύ ζεστές μέρες, κι ο προύχοντας ένιωθε άβολα μέσα στην σέντια του. Κοίταξε ψηλά τον ήλιο και σκέφτηκε «πόσο ισχυρός είναι ο ήλιος! Εύχομαι να ήμουν ο ήλιος!»

Αμέσως έγινε ο ήλιος, να λάμπει πάνω από τον κόσμο, να λατρεύεται και να θαυμάζεται από τους ανθρώπους, αλλά και να καταριέται από τους αγρότες -που τους έκαιγε τα σπαρτά- και από τους εργάτες που υπέφεραν κάνοντας την εργασία τους. Μα ξάφνου, ένα μεγάλο μαύρο σύννεφο πέρασε από μπροστά του, εμποδίζοντάς τον να λάμψει παντού πάνω στην γη.

«Πόσο ισχυρό είναι αυτό το σύννεφο!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν σύννεφο!» Αμέσως μεταμορφώθηκε σε βαρύ, μαύρο σύννεφο, που πλημμύριζε με το νερό του τα σπαρτά και τα χωρία, κι όλοι το καταριόνταν. Μα σύντομα, κατάλαβε ότι παρασέρνονταν από μια μεγαλύτερη δύναμη, τον άνεμο. «Πόσο ισχυρός είναι ο άνεμος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν ο άνεμος!»

Αμέσως έγινε ο άνεμος, να φυσάει μανιασμένα ξεριζώνοντας δέντρα και καταστρέφοντας τις σκεπές των σπιτιών, κι όλοι να τον καταριόνται. Σύντομα όμως βρέθηκε μπροστά σε έναν θεόρατο βράχο, που δεν μετακινούνταν καθόλου, παρά την δύναμη του ανέμου. «Πόσο ισχυρός είναι αυτός ο βράχος!» σκέφτηκε «εύχομαι να ήμουν βράχος!» Αμέσως έγινε ένας δυνατός, τεράστιος βράχος. Ότι πιο σταθερό πάνω στην γη. Έτσι όπως στεκότανε απολαμβάνοντας την δύναμή του, άκουσε τον ήχο μεταλλικού εργαλείου πάνω στην επιφάνειά του και ένιωσε ν’ αλλάζει η μορφή του. «Τι μπορεί να είναι πιο ισχυρό από εμένα;» σκέφτηκε. Κοίταξε κάτω χαμηλά, και είδε έναν λιθοξόο.”

Εγώ: Η παρούσα περιγραφική, καθημερινή πραγματικότητα του κόσμου της ύλης, ορατής και αόρατης …κι όχι μόνο της ανθρωπότητας.

Στην καθομιλουμένη είναι η λέξη που υπάρχει σε κάθε πρόταση, είτε ακούγεται είτε όχι, μαζί με τις συγγενικές της (μου, δικό μου, εμένα, με) αλλά και η πλέον παραπλανητική σαν λέξη, γιατί σαν έννοια είναι η απόλυτη καταστροφή. Στην καθημερινή χρήση το ΕΓΩ, το κομματιασμένο, δηλώνει το αρχέγονο λάθος, την πλανεμένη αντίληψη για το Άτμητο το Άρρητο, Το ΕΓΩ είναι η πλασματική ψευδαίσθηση ενός διαιρεμένου σε χιλιάδες κομμάτια εαυτού.

Το ‘εγώ’ είναι ο άνθρωπος, ο παγωμένος, παγιωμένος.

Σκέψου το νερό, κινείται παντού, μπαίνει παντού, είναι ρευστό, πολύ όμορφα και φυσικά υπακούει στον συμπαντικό κανόνα “τα πάντα ρει”. Μέχρι που αποκτά ‘εγώ’. Τότε παύει να είναι ρευστό και γίνεται πάγος. Παύει να είναι μέρος, του, σε συνεχή ροή σύμπαντος, και γίνεται πέτρα παγωμένη. Καμία ροή. Ακίνητο μέχρι να λιώσει – πεθάνει.

Αυτή ακριβώς είναι και η κατάσταση του ανθρώπινου ζώου, Παγ(ι)ωμένη. Αυτό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος μπαίνει σε ομάδες, δίνοντας φυσικά την συμφωνία του. Όταν οι ομάδες και οι πεποιθήσεις του “εγώ” του κλέβουν την ελευθερία του –ροή- και εγκλωβίζοντας τον, τον παγώνουν. Παύει να είναι πλέον ελεύθερος και αποκτά εγώ ή εμείς -που είναι το ίδιο.

Όμως προκειμένου να γίνεις αποδεκτός κι αρεστός στην κοινωνία κατατάσσεσαι σε κάποιο σύνολο-ομάδα και Συμφωνείς να δέχεσαι ακόμα και το μεγαλύτερο ψέμα γι’ απόλυτη αλήθεια, προκείμενου να σε αποδεχτούν. Από την κούνια όλους τους ανθρώπους μας διδάσκουν να υποτασσόμαστε και να συμφωνούμε, στις απόψεις του συνόλου και αυτό συμβαίνει πάνω απ’ όλα στην ερμηνεία της πραγματικότητας και προπαντός στις μεγάλες αλήθειες, πυλώνες την κοινωνίας-φυλακή, δηλ. θρησκείες, πολιτική, οικονομία, αθλητισμός, επιστημονισμός και κάθε λογής –ισμούς.

Μεγαλώνοντας έχεις εκπαιδευτεί να αγνοείς, ορισμένες όψεις της πραγματικότητας, γιατί οι άλλοι ενήλικοι τις θεωρούν γελοίες ή ανύπαρκτες και για να είσαι αποδεκτός τις αποδέχεσαι κι εσύ δηλ. συμφωνείς πως υπάρχουν, άρα υπάρχουν και ο κύκλος της κάθε ανοησίας και της Δημιουργίας-Φυλακή διαιωνίζεται.

Μαθαίνεις να βλέπεις τις γεωμετρικές μορφές. Συμφωνείς ότι υπάρχουν μόνο τρεις διαστάσεις. Συμφωνείς πως ο θεός είναι χριστιανός, μουσουλμάνος, βραχμάνος ή ό,τι άλλο σου υποδείξουν, συμφωνείς πως υπάρχει θεός ή αιώνια φλόγα ή άπειρο ή δύναμη ή αλήθεια ή ό,τι άλλο σου έχουν πει κάποιοι άλλοι πριν καν μπορέσεις να σκεφτείς μόνος σου γι’ αυτά τα θέματα.

Αποδέχεσαι και συμφωνείς, για την εικόνα του κόσμου που σου παρουσιάζουν. Πως πρέπει να δουλεύεις για να ζήσεις και μάλιστα συμφώνησες πως πρέπει να σου αρέσει που δουλεύεις για να ζήσεις. Πως πρέπει να κάνεις οικογένεια και να φροντίζεις την οικογένεια σου, μα όχι απαραίτητα και την οικογένεια των άλλων ανθρώπων. Να κάνεις παιδιά, γιατί χρειάζεσαι τα παιδιά, (ποιοί άραγε τα χρειάζονται, το σκέφτηκες κάποια στιγμή;) να κάνεις πολλούς φίλους, πιστούς πελάτες, φανατικούς εχθρούς κλπ κλπ και όλα αυτά συμφώνησες πως είναι αληθινά και μάλιστα πως είναι δικές σου σκέψεις ή ανακαλύψεις …κι αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που υπάρχουν. Επειδή συμφώνησες πως υπάρχουν.

Δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια και δεν παρατηρείς μόνο το φυσικό κόσμο, δεν είναι (αν κι όταν) μόνο παρατηρητής της πραγματικότητας. Συμμετέχουμε όλοι οι άνθρωποι σε αυτήν… κι αναφερόμαστε μονάχα στους ανθρώπους κι όχι σε άλλα όντα, αλλότριου DNA, κατά πολύ ανώτερα από την όποια ανθρώπινη συμφωνία περί του κόσμου και της όποιας αλήθειας του.

Σκέφτομαι μερικές φορές πως κάποια όντα που διαθέτουν επτά ή δέκα αισθήσεις για να αντιλαμβάνονται τα πράγματα, πως κινούνται στο άυλο διαθέτοντας μεγάλη ενέργεια και τότε ο Δημόκριτος κι ο Ηράκλειτος φαντάζουν αστείοι, πόσο μάλλον όλοι εμείς οι υπόλοιποι με τις μεγαλοστομίες μας και την τεράστια ιδέα που έχουμε για το άχρηστο και υπερφίαλο ΕΓΩ, που καταδυναστεύει την ζωή μας, που μόνοι μας του επιτρέψαμε και Συμφωνήσαμε να υπάρχει.

Άλλη μια παρανόηση, που ανόητα ή σκόπιμα κυκλοφορεί, ειδικά σε κύκλους “διδασκάλων” το “εμείς”, θεωρώντας λανθασμένα πως το “εμείς” είναι Gestalt. Ακούμε λοιπόν “πότε επιτέλους θα πάψουμε να είμαστε ατομιστές και θα γίνουμε εμείς;” σε όλες τις παραλλαγές. Αλλά δεν είναι έτσι.

Το Gestalt δηλώνει πως “το όλον, είναι μεγαλύτερο από το σύνολο των μερών του”
Ναι αλλά μόνο αν τα μέρη του είναι Άτμητα.

Πιο απλά, 5 άνθρωποι (στην κατάσταση Ατμητότητας) σε ένα σύνολο Gestalt, δεν είναι 5 άνθρωποι ενεργειακά σαν σύνολο δράσης-ύπαρξης, αλλά το 5 πολλαπλασιάζεται στην νιοστή για να είναι Gestalt. Αυτή η κατάσταση σε καμία περίπτωση δεν πετυχαίνεται στο πεδίο δράσης του “εγώ” που είναι η κατάσταση της τμητής ταυτότητας (κατακερματισμένη).

Από την άλλη, 5 άνθρωποι (στην κατάσταση του “εγώ” δηλ, τμητοί) σε ομάδα είναι 1+1+1+1+1=5 άνθρωποι (εγώ)σε ομάδα, αυτό δεν είναι Gestalt, είναι μια ομάδα 5 ανθρώπων. 5 “εγώ” μαζεμένα που κάνουν μια ομάδα 5 “εμείς”. Δηλαδή, κάθε μικρή ή μεγάλη ομάδα πολλών μικρών “εγώ” δεν φτιάχνει ένα Gestalt, αλλά μια μάζα, όχλο ανθρώπινων μικρών “εγώ”, κατακερματισμένων χωρίς καμία ολότητα, που είναι η βασική κατάσταση της Ατμητότητας.

Δες αυτά τα μικρούλικα “εγώ” όταν κατεβαίνουν (πάντα κατεβαίνουν και δεν ανεβαίνουν) στις πλατείες και παίζουν το παιχνίδι “αγανακτισμένοι”. Αλλά ποτέ καμία μάζα-όχλος από πολλά ασήμαντα εγώ, δεν πέτυχε π ο τ έ, τίποτε στην σκακιέρα της δημιουργίας. Μόνο ο Κατεργάρης, μπορεί να αλλάξει τις καταστάσεις, τα γεγονότα, την ροή της ιστορίας …και είναι πάντα στον ενικό, δεν υπάρχουν κατεργάρηδες.

Gestalt δημιουργείται μόνο, αν συνυπάρξει σε δράση κάποιος Κατεργάρης, μαζί με κάποιον άλλο Κατεργάρη, και ποτέ σε πληθυντικό αριθμό, γιατί ο Κατεργάρης, για να είναι Κατεργάρης, σημαίνει πως έχει πετύχει την κατάσταση του Ατομικόν ή αλλιώς Άτμητον (αδιαίρετος, αυτός που δεν διασπάται σε μικρότερα κομμάτια, αυτός που δεν μπορεί να διαιρεθεί, ο Ολόκληρος) …και Ατμητότητα, ορίζεται ως η κατάσταση ύπαρξης και δράσης του Άτμητου.

Δεν υπάρχει ακριβής περιγραφή της κατάστασης του Άτμητον, γιατί εκτός από Άτμητον, είναι και Άρρητον, δηλ. δεν μπορεί να περιγραφεί με λέξεις, ή να εκφραστεί με λόγια.

Η Ατμητότητα είναι συνώνυμη με την Αρρητότητα.

Άτομα που πέτυχαν αυτή την κατάσταση είναι ελάχιστοι μεταξύ των αρίστων.

Παρατήρησε τον άνθρωπο-εγώ-τμητό, από τον τρόπο που περπατάει, που τρώει, που μιλάει, που στέκεται, που αναπνέει, που παντρεύεται, που ερωτεύεται, αγωνίζεται, πονάει, ζητάει, πεθαίνει. Από την σαπίλα των σκέψεων, των συναισθημάτων, των πράξεων του. Λέει «Εγώ» και πιστεύει, πως ο κόσμος πρέπει να του υποκλίνεται. «Έτσι είμαι Εγώ» «Εγώ θα πάω, θα κάνω θα φάω, θα πάρω, θα φέρω..» “Εγώ” και μόνο ένα ασήμαντο “εγώ”, ένα τέρας με 5.000 κεφάλια, είναι αυτό που συντηρεί και ενισχύει αυτόν τον κόσμο και τα ανθρωπάκια, φαντάσματα, που σέρνονται πάνω στο πρόσωπο της γης, όλων των δημιουργιών.

Αυτό που κατασπαταλάει την Ενέργεια σου, την Δύναμη σου είναι η διατήρηση του «Εγώ». Αυτό είναι που Οργίζεται, Προσβάλλεται, Καταθλίβεται, Απειλεί με αυτοκτονία, μέχρι που να πετύχει την επιθυμητή επιβεβαίωση. Μια και γνωρίζει πως δεν έχει κάποια απτή ουσία, αναζητά συνεχώς να έχει δίκιο μέσα από τα άλλα ανθρώπινα όντα του εγώ, τα άψυχα όντα γιατί μόνο αυτά ασχολούνται με τέτοια ασήμαντα γεγονότα, τα οποία αποδέχονται και φέρονται λες και το «εγώ» είναι κάτι υπαρκτό.

Μόνο με αυτό τον τρόπο το «εγώ» ξεγελιέται και πιστεύει πως είναι αληθινό, ενώ γνωρίζει πως στην πραγματικότητα είναι ένα συνονθύλευμα από τίποτα. Ένα φάντασμα, σε ένα ολόγραμμα.

Τίποτα από αυτά, δεν μπορεί να συμβεί όταν έχουμε αποδεχτεί την αληθινή μας Άτμητη και Άρρητη υπόσταση, Είμαστε Έμψυχα Ενεργειακά όντα, πέρα από σκέψεις, λέξεις, συναισθήματα. Ένα πεδίο Ενέργειας, γι αυτό και η Κβαντική Θεωρία πρέπει να σε απασχολεί, γιατί Κβάντα σημαίνει Πακέτο Ενέργειας. Ενέργεια = Δύναμη = Ελευθερία. Αλλά η Ελευθερία χρειάζεται Ανεξαρτησία, διαφορετικά, απλώς αυταπατάσαι.

Ενα πεδίο Ενέργειας που βρίσκεται σε συνεχή ανατάραξη-δράσης Αιτίας><Αποτελέσματος, καθημερινά και είναι συν-μέτοχος σε χαοτικά, τυχαία συστήματα δημιουργίας. Γι’ αυτό και πρέπει να σε ενδιαφέρει και η Θεωρία του Χάους με όλα τα συστήματα της, τους νόμους και τα καπρίτσια της.

Τα ανθρώπινα ζώα στην υποβαθμισμένη κατάσταση, του Λερναιοκέφαλου “εγώ”, ζουν μια ζωή χωρίς ύπαρξη, μια ζωή διασπασμένη, μέσα στην σαπίλα του κατακερματισμένου “εγώ”, πονεμένη, μίζερη, μες την κακομοιριά. Κρύβονται μέσα σε ένα μίζερο γάμο, πίσω από ευνουχισμένα από την γέννηση τους παιδιά, μέσα σε μια κακόμοιρη κοινωνία, στην ψεύτικη ασφάλεια ενός ασήμαντου δουλικού μισθού, διαιωνίζοντας την φτώχεια, την μιζέρια, τον θάνατο και την κακομοιριά.

Το “εγώ” είναι ο απόλυτος κυρίαρχος, ο παντοδύναμος δικτάτορας του ορατού και αόρατου κόσμου, φυσικού ή μεταφυσικού, γνωστού ή άγνωστου. Είναι ο θεός κάθε δημιουργίας, είναι η εκδήλωση του δημιουργού, μέσα στο υλικό ολόγραμμα που αποκαλούν δημιουργία. Το εγώ είναι ο δημιουργός του matrix. Για να είναι ο δημιουργός, ικανός να δημιουργήσει μια δημιουργία πρέπει να μην ελέγχει το “εγώ” του, να είναι ήδη παγιδευμένος μέσα σε αυτό. Τι κατάντια, είναι η κατάντια των θεών, που τολμούν να λένε “Εγώ ειμί το φως” ή το άλλο γελοίο “εγώ ειμί ο θεός” και λοιπές γραφικότητες κατώτερων όντων.

Αν θέλεις να γίνεις Κατεργάρης, αν θέλεις να απολαύσεις Ερεβικτόνο Φως, αν θέλεις Ανεξαρτησία, αν θέλεις να είσαι ολόκληρος και όχι χίλια κομμάτια, τώρα είναι μια καλή στιγμή, δεν διαθέτεις άλλη στιγμή από το τώρα, τον παρόντα χρόνο, για να σταματήσεις να είσαι φοβισμένος, να σταματήσεις να εξαρτάσαι, να είσαι υποβαθμισμένος, να είσαι σκλάβος των δικών σου σκέψεων, αποφάσεων, επιλογών. Να σταματήσεις να είσαι πρόβατο-αμνός-δούλος-υπάλληλος-πιστός-ψηφοφόρος-οπαδός, να ξαναγίνεις Άτμητος και Άρρητος.

Γιατί αν δεν είσαι Άτμητος και Άρρητος, δεν είσαι άνθρωπος, είσαι ανθρώπινο ζώο.

Όχι ανεξάρτητος, αλλά ούτε καν άνθρωπος.

«Οι σκέψεις είναι ζωντανές.
Δίνουν μορφή στον κόσμο, την πραγματικότητα και το πεπρωμένο μας.
Οπότε το να σκεφτόμαστε θετικά είναι σημαντικό, καθόλου αμελητέο…
Αν έχετε την ίδια σκέψη αρκετά συχνά και την κάνετε με συναίσθημα,
με τον χρόνο αποκτά υλική μορφή.» -Petrene Soames

“Αν είναι να πιστεύουμε την σύγχρονη φυσική, τα όνειρα που ονομάζουμε αντιλήψεις της εγρήγορσης έχουν την ίδια σχεδόν ομοιότητα με την αντικειμενική πραγματικότητα με αυτή που έχουν τα φανταστικά όνειρα του ύπνου μας. Το παράδοξο είναι μόνο μια σύγκρουση της πραγματικότητας και της αίσθησής μας για το τι οφείλει να είναι η πραγματικότητα”. -Ρ.Φέυνμαν

“Το πρόβλημα της γλώσσας είναι πολύ σοβαρό. Αναζητούμε τρόπο να εκφράσουμε και να περιγράψουμε τη δομή και τη λειτουργία των ατόμων. Αλλά, στην κοινή γλώσσα είναι αδύνατο να μιλήσουμε για τα άτομα.” -Β.Χάιζενμπεργκ

“Τοις εγρηγορόσιν ένα και κοινόν κόσμον είναι, των δε κοιμωμένων έκαστος εις ίδιον αποστρέφεσθαι”
(Για τους ξύπνιους υπάρχει ένας και ο ίδιος κόσμος, ενώ οι κοιμισμένοι στρέφονται ο καθένας σε ένα δικό του, υποκειμενικό κόσμο). -Ηράκλειτος

«Αν θελήσεις κάτι όλο το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να το αποκτήσεις» μια φράση που ζητήθηκε πολύ και αποτέλεσε μότο ζωής για πολλούς ανθρώπους. Η αλήθεια είναι πως για την δύναμη της θέλησης έχουν ειπωθεί πολλά, ο Βίκτορ Ουγκώ γράφει στην πρώτη σελίδα του βιβλίου του «Οι Άθλιοι»: «Οι άνθρωποι δεν στερούνται δυνάμεως, αλλά θελήσεως».

Ο Ποσειδώνας καθόταν στο γραφείο του και λογάριαζε. Η διακυβέρνηση όλων των υδάτων του κόσμου τον έκανε να δουλεύει ασταμάτητα. Θα μπορούσε να έχει όση βοήθεια ήθελε, και είχε αρκετή, επειδή όμως είχε πάρει πολύ σοβαρά τα καθήκοντά του, λογάριαζε τα πάντα ακόμα μια φορά, κι έτσι κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει ικανοποιητικά. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι του ‘κανε κέφι να δουλεύει. Προσπαθούσε να τελειώσει επειδή ήταν υποχρεωμένος.

Μα, φυσικά, και είχε προσπαθήσει να βρει μια πιο χαρούμενη εργασία – αυτή ήταν η έκφρασή του -, αλλά πάντοτε, όταν του γινόντουσαν διάφορες προτάσεις, έδειχνε να μην τις δέχεται όπως τα μέχρι τώρα καθήκοντά του. Εκτός αυτού, ήταν πάρα πολύ δύσκολο βρεθεί κάτι άλλο για κείνον. Ήταν απίθανο να του ανατεθεί μια ορισμένη θάλασσα. Εξάλλου, η δουλειά που έκανε τώρα δεν ήταν μικρότερη μονάχα, αλλά ευτελής.

Ο Μεγάλος Ποσειδώνας δεν μπορούσε ν’ αναλάβει παρά μονάχα μια πολύ υψηλή θέση. Κι αν του πρόσφερε κανείς μια θέση έξω από τα νερά του, και μόνο στην ιδέα αρρώσταινε, η θεϊκή του αναπνοή κοβόταν και το σεβάσμιο στήθος του έτρεμε. Παρ’ όλ’ αυτά κανείς δεν έπαιρνε τις δυσκολίες του στα σοβαρά.

Όταν ένας ισχυρός υποφέρει, πρέπει κανείς, ακόμα και στην πιο απελπιστική κατάσταση, να τον παραδεχτεί. Κανένας δεν μπορεί να σκεφτεί ν’ απαλλάξει τον Ποσειδώνα από τα καθήκοντά του, από την αρχή της αρχής ήταν ο Ποσειδώνας ο θεός της θάλασσας κι είναι υποχρεωμένος να παραμείνει, ακόμα κι αν δεν του γουστάρει.

Πιο πολύ απ’ όλα εξοργίζεται – κι αυτό προξενεί κυρίως την δυσαρέσκειά του σε σχέση με την θέση του – όταν αντιλαμβάνεται την ιδέα που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, ότι συνέχεια κόβει βόλτες πάνω στα κύματα κρατώντας την τρίαινά του. Αντί γι’ αυτό, κάθεται στο βυθό του Ωκεανού και λογαριάζει ασταμάτητα.

Μονάχα ένα ταξίδι που έκανε που και που για να συναντήσει τον Δία ήταν η μοναδική παύση στην ρουτίνα του, ένα ταξίδι από το οποίο επέστρεφε κάθε φορά εξοργισμένος. Έτσι δεν είχε μπορέσει να δει την θάλασσα σχεδόν καθόλου, μονάχα όταν βιαστικά πετούσε προς τον Όλυμπο, και ποτέ δεν την είχε ταξιδέψει από την μια άκρη στην άλλη. Φρόντιζε να λέει ότι περιμένει την καταστροφή του κόσμου, τότε θα μπορούσε να βρει μια στιγμή ησυχίας, έτσι ώστε λίγο πριν το τέλος, καθώς θα έριχνε μια τελευταία ματιά στους λογαριασμούς, θα μπορούσε να κάνει ένα μικρό ταξιδάκι, μια τόση δα εκδρομούλα. -Φραντς Κάφκα “Η σιωπή των σειρήνων”

Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες -εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά- ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπόθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.

Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: την σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από την σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.

Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας, γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με την σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο – εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.

Ο Οδυσσέας όμως, την σιωπή τους, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μα­κριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.

Εκείνες όμως, ωραιότερες παρά ποτέ, συστρέφονταν, τεντώνονταν, παράδερναν τα μαλλιά τους με τον άνεμο, και τα γαμψά τους νύχια σέρνονταν πάνω στα βράχια. Και πια δεν ήθελαν να ξελογιάσουν – μόνο να κρατήσουν ένα καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του Οδυσσέα ήθελαν, όσο γινόταν πιο πολύ. Αν οι Σειρήνες είχαν συνείδηση, εκείνη η φορά θα ήταν το τέλος τους. Τίποτε δεν έπαθαν όμως, απλώς, ο Οδυσσέας τους ξέφυγε.

Στην ιστορία αυτή υπάρχει πάντως κι ένα υστερόγραφο: Ο Οδυσσέας ήταν, λένε, τόσο πολυμήχανος, τέτοια αλεπού, που μήτε η θεά του Πεπρωμένου δεν μπορούσε να διαβάσει την ψυχή του. Και ίσως, αν και κάτι τέτοιο υπερβαίνει την ανθρώπινη λογική – ίσως να πρόσεξε στ’ αλήθεια πως σωπαίναν οι Σειρήνες, κι όλες αυτές οι προσποιήσεις που αναφέραμε, ήταν κάτι σαν ασπίδα, που την όρθωσε μπροστά τους, και μπροστά στους θεούς.

Θέληση κι όχι αδράνεια

Η αγγλική λαϊκή μούσα έχει μια παροιμία που λέει «Όπου υπάρχει ένα θέλω υπάρχει και ένας δρόμος». Λίγο πολύ όλοι έχουμε πει την φράση «Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω». Τελικά, όλα αυτά για την δύναμη της θέλησης ισχύουν ή μήπως όχι;

Σκεφτείτε λίγο το εξής, ποια άτομα θαυμάζετε; Ποιους φίλους επιλέγετε; Ποια άτομα ερωτεύεστε; Επιλέγετε άτομα που παραπονιούνται για την ζωή τους; Αποφεύγουν να κάνουν όνειρα για τα θεωρούν χάσιμο χρόνου; ή Μήπως επιλέγετε άτομα που όταν θελήσουν κάτι κάνουν τα πάντα για να το καταφέρουν; Τι διαφορετικό έχουν αυτοί οι άνθρωποι; Ποια είναι η βασική διαφορά ανάμεσα στον «νικητή»στον επιτυχημένο και στον «ηττημένο» την αποτυχημένο;

Μήπως η βασική διαφορά είναι η δύναμη της Θέλησης; Θυμάστε πως νιώσατε τελευταία φορά που επιθυμούσατε κάτι πάρα πολύ; Η Θέληση παράγει μια δύναμη που είναι ικανή από μόνη της να σε εντάξει στην ομάδα των «νικητών».

Ωστόσο, γιατί η δύναμη αυτή είναι πολλές φορές υποτονική; Είναι γεγονός, πως οι περισσότεροι άνθρωποι όχι μόνο δεν βοηθήθηκαν όταν ήταν παιδιά να γίνουν δυνατοί και αναπτύξουν την θέληση τους αντιθέτως εκπαιδεύτηκαν για το ακριβώς αντίθετο. Σας ακούγεται περίεργο ή υπερβολικό;

Για δείτε τις παρακάτω φράσεις, μήπως κάποιες από αυτές σας φαίνονται αρκετά οικίες; «’Ηθελα να γίνω μπαλαρίνα, αλλά δεν είχα τις σωστές αναλογίες», «Πάντα ήθελα να σπουδάσω αλλά δεν τα κατάφερα», «Θέλω να αδυνατίσω αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να τρώω», «Εδώ και μια βδομάδα θέλω να φτιάξω τον κήπο αλλά βαριέμαι».

Τι μήνυμα παίρνει κανείς ακούγοντας τις φράσεις αυτές; Πως οι άνθρωποι είναι αδύναμοι, μπορεί να θέλουν αλλά δεν μπορούν, σωστά;

Σκεφτείτε ακόμα, πόσες φορές έχετε αφήσει εξωτερικούς παράγοντες να επηρεάσουν αυτό που θέλετε; Η βροχή, μια γνώμη, κάτι που σας εμπόδισε από το να πραγματοποιήσετε το στόχο σας.

Η δύναμη της θέλησης έχει ένα ακόμα ύπουλο εχθρό που την σαμποτάρει. Την αναβλητικότητα. Πόσες φορές έχετε πει, «άσε καλέ που να τρέχω τώρα», «αστό αύριο» ή «πρέπει να κάνω τόσα πράγματα» και τελικά δεν γίνονται ποτέ διότι παίρνουν συνεχώς παράταση μέχρι που ξεχνιούνται ή αντικαθίστανται από καινούρια θέλω.

Πώς μπορεί κανείς να σταματήσει όλα αυτά που εμποδίζουν την θέληση;

Πρώτα από όλα πρέπει να κατανοήσουμε πως στην πραγματικότητα δεν είναι η λογική αυτή που ελέγχει τις πράξεις μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως η λογική είναι η δύναμή τους. Αφήνουν στο περιθώριο τα συναισθήματά και υποτιμούν το υποσυνείδητό. Η λογική όμως πάντα φωνάζει «Κάνε, πράξε, ενέργησε» εσύ τελικά γιατί δεν το κάνεις; Μήπως, ακούς καλύτερα το «βαριέμαι» που φωνάζει από το υποσυνείδητο; Και έτσι, αρχίζεις να νιώθεις φόβο, άγχος και καθετί που οδηγεί τελικά στην αναβολή.

Πώς μπορείς να φτάσεις στους στόχους σου;

Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να βρείτε μέσα σας ποιες είναι οι πεποιθήσεις, τα πιστεύω εκείνα που έχουν διαμορφώσει τα πρέπει στη ζωή σας. Πόσα άκαμπτα είναι; Τα πρέπει αυτά είναι που σας εμποδίζουν. Αν βρείτε τη δύναμη να αλλάξετε, να αναθεωρήσετε και να δείτε τι θέλετε να κρατήσετε και τι όχι, τότε θα έχετε καταφέρει να βρείτε την θέληση μέσα σας.

Ακόμα, προσπαθήστε να βάλετε μικρούς καθημερινούς στόχους. Δεν χρειάζεται να θέτετε τον πήχη πολύ ψηλά. Προσπαθήστε να τηρείτε τους στόχους αυτούς κάθε μέρα. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχύσετε την αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμησή σας.

Είναι στο χέρι του κάθε ανθρώπου να επιλέξει τον τρόπο που θα ζει. Βρείτε την δύναμη μέσα σας να δείτε τα πράγματα διαφορετικά. Η αλλαγή όσο δύσκολη και αν είναι αξίζει το κόπο.

Μην ξεχνάτε πως στην ζωή υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων. Στην πρώτη ανήκουν αυτοί που γράφουν την ιστορία. Στην δεύτερη ανήκουν εκείνοι που ακολουθούν και παρακολουθούν εκείνους που γράφουν την ιστορία και στην τρίτη ανήκουν εκείνοι που δεν καταλαβαίνουν τίποτε. Αυτοί που δε θέλουν να μάθουν, εγκλωβίζονται στις πεποιθήσεις και τους ρόλους τους δημιουργώντας ένα άκαμπτο χαρακτήρα.
-----------------------
Λεξησαφήνιση του Εγώ:

εγώ το [eγó] Ο (άκλ.): α. η συνείδηση της ατομικότητας: Tο ~ δεν είναι παρά η συλλογή των αισθημάτων που δοκιμάζουμε και των αισθημάτων που μας θυμίζει η μνήμη. β. (ψυχ.) στη θεωρία της ψυχανάλυσης, το τμήμα της ανθρώπινης προσωπικότητας που βρίσκεται σε επαφή με τον εξωτερικό κόσμο· (πρβ. υπερεγώ). γ. η ατομική συνείδηση που έχει στραμμένη την προσοχή της στον εαυτό της με τρόπο μεροληπτικό· (πρβ. εγωισμός): H ανθρώπινη ευγένεια κρύβει και καταργεί το ~. Πληγώθηκε το ~ του, ο εγωισμός του. H απόσταση από το ~ ως το εμείς είναι πολύ μεγάλη,από το άτομο στο σύνολο. [λόγ. < αντων. εγώ σημδ. αγγλ. ego (< λατ. ego) & γερμ. das Ich]

εγωισμός ο [eγoizmós]: 1.η υπέρμετρη και αποκλειστική αγάπη του ατόμου για τον εαυτό του, η οποία οδηγεί σε μια στάση αδιαφορίας για τους άλλους και περιφρόνησης του κοινωνικού συμφέροντος· (πρβ. εγωπάθεια, εγωκεντρισμός, εγωλατρία). ANT αλτρουισμός, φιλαλληλία: Tυφλός ~. || Ο ~ του δεν τον αφήνει να δει το λάθος του, η αλαζονεία του. 2. προσωπική φιλοτιμία, υπερηφάνεια· αξιοπρέπεια: Πληγώνω / θίγω τον εγωισμό κάποιου. Θίχτηκε ο ~ του. 3. (φιλοσ., παλαιότ.) σολιψισμός. || (ψυχ.) η φυσική αγάπη του ατόμου προς τον εαυτό του.[λόγ. < γαλλ. égoïsme < λατ. ego `εγώ΄ -isme = -ισμός]

εγωίσταρος ο [eγoístaros] & εγωισταράς ο [eγoistarás] Ο1 θηλ. εγωισταρού [eγoistarú]: (προφ., μειωτ.) αυτός που είναι υπέρμετρα εγωιστής.[εγωιστ(ής) μεγεθ. -αρος, -αράς· εγωισταρ(άς) -ού]

εγωιστής ο [eγoistís] θηλ. εγωίστρια [eγoístria]: αυτός που αγα πά υπέρμετρα και αποκλειστικά τον εαυτό του, και γι΄ αυτό αδιαφορεί και περιφρονεί τους άλλους· (πρβ. φίλαυτος). ANT αλτρουιστής: Mεγάλος ~. Πολύ ~. || Είναι τόσο ~ που δεν πρόκειται να παραδεχτεί το λάθος του, αλαζόνας. εγωιστάκος ο YΠΟKΟΡ. εγωίσταρος* ο & εγωισταράς* ο θηλ. εγωισταρού MΕΓΕΘ.[λόγ. < γαλλ. égoïste < égo(ïsme) = εγω(ισμός) -iste = -ιστής· λόγ. εγωισ(τής) -τρια· εγωισ(τής) -άκος]

εγωιστικός -ή -ό [eγoistikós]:(για συμπεριφορά, τρόπο κτλ.) που τον χαρακτηρίζει εγωισμός: Εγωιστική συμπεριφορά / ενέργεια / σκέψη. Εγωιστικό ύφος / βλέμμα. Εγωιστικά κίνητρα. εγωιστικά ΕΠIΡΡ: Θέρεται πολύ ~.[λόγ. εγωιστ(ής) -ικός]

εγωκεντρικός -ή -ό [eγokendrikós]: (για πρόσ. και συμπεριφορά, τρόπο κτλ.) που τον χαρακτηρίζει τάση εγωκεντρισμού: ~ χαρακτήρας. Εγωκεντρική αντίληψη του κόσμου. εγωκεντρικά ΕΠIΡΡ.[λόγ. < γαλλ. égocentrique < λατ. ego `εγώ΄ + centr(e) < αρχ. κέντρ(ον) -ique = -ικός]

εγωκεντρισμός ο [eγokendrizmós]: 1.η τάση να αντιμετωπίζει κανείς τα πράγματα σαν να υπήρχαν μόνο γι΄ αυτόν, σύμφωνα με τη δική του άποψη και τα δικά του συμφέροντα· (πρβ. εγωπάθεια, εγωλατρία, εγωισμός). 2.(ειδ. ψυχ.) η ψυχοπαθολογική τάση του ατόμου να ανάγει τα πάντα στον εαυτό του.[λόγ. < γαλλ. égocentrisme < égocentr(ique) = εγωκεντρ(ικός) -isme = -ισμός]

εγωλάτρης ο [eγolátris]: υπερβολικά και παθολογικά εγωιστής· εγωπαθής.[λόγ. εγώ (κατά τη σημ. της λ. εγωιστής) + -λάτρης]

εγωλατρία η [eγolatría] (χωρίς πληθ.): υπερβολικός και παθολογικός εγωισμός· εγωπάθεια.[λόγ. εγωλάτρ(ης) -ία]

Η ζωή δεν είναι να περιμένεις το Σαββατοκύριακο… να ζεις για μία «ειδική περίπτωση»

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ εάν σου επιτρέπεις να είσαι ο εαυτός σου; Αυτή την εσωτερική φωνή κάτω από όλα τα «πρέπει» που για το καλό σου έχεις φτιάξει, ή ο τρόπος ζωής στο έχει επιβάλλει έκατσες ποτέ να την ακούσεις;

Η ζωή δεν είναι να περιμένεις το Σαββατοκύριακο, να περιμένεις την άδειά σου, να περιμένεις μία γιορτή για να βάλεις την καλή σου μπλούζα που άθικτη κρατάς «για μία ειδική περίπτωση». Η ζωή είναι να ζεις το τώρα ακούγοντας την «εσωτερική σου φωνή» ενώ εκτελείς τους ρόλους που έχεις αναλάβει. Με ό,τι αυτό συμπεριλαμβάνει. Τη χαρά που πήρες ένα καλό πρωινό με την οικογένειά σου, τη λύπη της απόρριψης από μία δουλειά, το άγχος της δημιουργίας ενός πρότζεκτ που έχεις αναλάβει. Αφέσου ώστε σε όλα να είσαι παρών εσύ.

Αποκοπή. Ο κύριος λόγος που νιώθεις κουρασμένος, καταβεβλημένος, σα να έχεις «στεγνώσει» από ενέργεια κάποιες φορές. Σα να μην έχεις να δώσεις άλλο. Σα να δίνεις και να νιώθεις ότι δεν παίρνεις από πουθενά, είναι επειδή έχεις αποκοπεί από τον εαυτό σου. Στην περίπτωση αυτή, ένα μεγάλο σύστημα πεποιθήσεων υποβόσκει στο σύστημά σου, ώστε να σε περιορίζει και να σε «μπλοκάρει», με αποτέλεσμα να μην συμμετέχεις ενεργά στα καθημερινά σου καθήκοντα και απλά να «εκτελείς».

Πεποίθηση. Πεποίθηση δεν είναι άλλο παρά μία σκέψη που έχεις κάνει πολλές φορές φορές και επαναλαμβάνεις συνεχώς στο μυαλό σου με αποτέλεσμα να έχει γίνει η απόλυτη αλήθεια σου. Η αλήθεια αυτή μετέπειτα έχει γίνει τρόπος ζωής ο οποίος ενδέχεται να σε περιορίζει και να εμποδίζει, αρχικά στο να είσαι παρών – όπως αναφέραμε παραπάνω- στην καθημερινότητά σου, και δεύτερον, στη γενικότερη εξέλιξή σου ως άνθρωπο.

Ας παραδειγματιστούμε με δύο φράσεις που όλοι ανεξαρτήτως έχουμε ακούσει από μικρή ηλικία και έχουμε ενστερνιστεί μετέπειτα. «Οι άντρες δεν κλαίνε», «Tα κορίτσια κάθονται φρόνιμα». Σου είναι σίγουρα οικείες. Ενδεχομένως να συμφώνησες κατά την ανάγνωση. Εάν συνέβη αυτό, τότε σίγουρα αποτελούν και ένα μέρος της δικής σου «αλήθειας», άρα έχεις κι εσύ τουλάχιστον μια από τις ανωτέρω πεποιθήσεις.

Το αντίκτυπο. Σίγουρα υπήρξαν φορές που λύγισες και δεν άφησες ένα δάκρυ να κυλήσει. Γιατί «οι άντρες δεν κλαίνε». Ίσως υπήρξαν στιγμές αποτυχίας που σε πλήγωσαν πολύ, αλλά επέλεξες ξανά να προσποιηθείς στους οικείους σου –αλλά ακόμη και στον ίδιο σου τον εαυτό- ότι είσαι ρηξικέλευθος. Ότι αντέχεις. Ότι ανεπηρέαστος προχωράς στο επόμενο βήμα. Εάν είσαι γυναίκα που διασκέδασες ένα βράδυ, σίγουρα έκανες την αυτοκριτική σου την επόμενη μέρα σκεπτόμενη μήπως κάπου παραφέρθηκες γιατί «τα κορίτσια κάθονται φρόνιμα».

Ιδιαιτέρως, σε περίπτωση που η κοινωνική σου θέση ή το επάγγελμά σου απαιτεί να δείχνεις «σοβαρή» μήπως δεν άφησες ποτέ τον εαυτό σου να διασκεδάσει πραγματικά; Κάθε φορά που συγκρατείς τον εαυτό σου από κάθε τι που «δεν πρέπει», ένα δικό σου κομμάτι κλειδώνεται βαθιά μέσα σου. Δεν φεύγει, γιατί περιέχει μέσα εσένα. Απλά κρύβεται σε ένα σημείο του σώματός σου. Και προσθέτεις κι άλλο για να μη ζητήσεις βοήθεια και πουν ότι είσαι αδύναμος. Και ακόμα ένα για να κρατηθείς να μη γελάσεις δυνατά με την ψυχή σου και «τι θα πει ο κόσμος» αν ακούσει μία κυρία – πχ καθηγήτρια- να «κακαρίζει».

Η ισορροπία. Το «παν μέτρον άριστον» ισχύει και εδώ καθώς ο ανθρώπινος νους είναι εκπαιδευμένος να πηγαίνει «από το άσπρο στο μαύρο», χωρίς να αντλεί άμεσα πληροφορία από την παλέτα των απείρων χρωμάτων. Τουτέστιν, εάν αφεθείς και συγκινηθείς δε σημαίνει ότι θα γίνεις ένας ευάλωτος άνθρωπος που θα κλαίει συνεχώς. Απλώς θα ξεκλειδώσεις για λίγο αυτό το «παραθυράκι» που δε σου επιτρέπει «να παίρνεις αέρα».

Κάθε κομμάτι του εαυτού σου που δεν αφήνεις να εκδηλωθεί δημιουργεί έναν κόμπο στο λαιμό, έναν πόνο στο στομάχι. Γι’ αυτό επίτρεψε στον εαυτό σου να συγκινηθεί σε μία παλιά ανάμνηση, να πενθήσει σε μία απώλεια, να γελάσει, να ζητήσει συμβουλή από κάποιον άλλο χωρίς να θεωρείς ότι αυτό μειώνει την αξία σου ή ακυρώνει τις γνώσεις που έχεις ήδη. Επίτρεψε του να νιώσει. Επίτρεψέ του να είναι παρών όταν είσαι πατέρας/μητέρα, να έχεις εσένα μαζί όταν εργάζεσαι, όταν τρέχεις να διεκπεραιώσεις τις τόσες αρμοδιότητες που η ζωή επιβάλλει. Επίτρεψέ του να είσαι εσύ.

Πλάτων: Φιλοσοφία της Ποίησης

Πλάτωνος Ίων: Οι απαρχές του διαλεκτικού φιλοσοφείν για την ποίηση


Ι. Ο σύντομος διάλογος Ίων ανήκει στα πρώτα έργα του Πλάτωνος και έχει ως θέμα την ποίηση. Ο Σωκράτης συνομιλεί με τον ραψωδό Ίωνα, που είναι γνωστός για την τέχνη του να απαγγέλλει διάφορα τμήματα από τα έπη του Ομήρου και να θεωρεί τον εαυτό του ως ειδικό στον Όμηρο με καθορισμένες μεταλλαγές εκάστοτε, ανάλογα με τον ρόλο του μέσα στο πλατωνικό έργο. Η συζήτηση ανάμεσα στον Σωκράτη και τον Ίωνα είναι σκηνοθετημένη υπό μια καθαρά δραματική μορφή, δυνάμει της οποίας το κείμενο μπορεί να αναγνωστεί με κατανεμημένους ρόλους: ο Σωκράτης να είναι ένας κοινός, άμεσος συνομιλητής, ένας ιδιώτης με εναλλασσόμενες μεταμορφώσεις, ανάλογα με την τροπή της συνομιλίας, ο δε Ίων να είναι ο αναμφισβήτητος κατά τον ίδιο γνώστης του Ομήρου. Ο τόπος διεξαγωγής της συνομιλίας είναι μάλλον ο τόπος που σύχναζε ο ιστορικός Σωκράτης, δηλ. η Αγορά της Αθήνας.

ΙΙ. Η εν λόγω συνομιλία προσλαμβάνει, εν πολλοίς, σατιρικό χαρακτήρα, σε σχέση και με κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής γύρω από την ποίηση, αλλά και συμβολικά με μια πρότερη εμπειρία του ίδιου του Πλάτωνα γύρω από την ποίηση, πριν γνωρίσει τον Σωκράτη και δοθεί ολοκληρωτικά στη φιλοσοφία. Ο Πλάτων δεν επιχειρεί απλώς να σατιρίσει, δια στόματος του Σωκράτη, τον Ίωνα, και να καυτηριάσει το πάθος του να επιδεικνύεται όπως και τη γενική του ακρισία ως ενός ασήμαντου ραψωδού, αλλά και να καταθέσει σκέψεις σε συνδυασμό με την ποιητική/θεϊκή έμπνευση, τη μανία, που θα ξαναπιάσει σε πιο σύνθετο επίπεδο αργότερα στο Φαίδρο. Ο Σωκράτης ετοιμάζεται να συζητήσει για την ποίηση και πιο ειδικά για τη ραψωδική τέχνη.

ΙΙΙ. Κατά το άνοιγμα της συζήτησης, ο Σωκράτης καταφεύγει στο «εμείς», για να συνδυάσει ουσιώδεις στιγμές της συνομιλίας με κομψή ειρωνική διάθεση ως προς την πνευματική ουσία του Ίωνος. Ο Σωκράτης δεν παραλείπει να εκφράσει, εκ προοιμίου, τον θαυμασμό του για τους ραψωδούς, που είναι ικανοί να διερμηνεύουν τους ποιητές και στους οποίους εξέχουσα θέση κατέχει ο Ίων. Κατ’ αυτό τον τρόπο επιχειρεί να οριοθετήσει το θέμα και αντίστοιχα να αφυπνίσει το ενδιαφέρον του συνομιλητή του, ο οποίος ακούει και καταλαβαίνει ό,τι θέλει και όχι την βαθύτερη ουσία από όσα ως εδώ έχει φέρει στο κέντρο της συνομιλίας ο Σωκράτης. Ο φιλόσοφος προτίθεται να πραγματευτεί τώρα την ποίηση αποκλειστικά από την άποψη του περιεχομένου της και όχι της εξωτερικής μορφής της.

IV. Το πιο σημαντικό, κατά τα φαινόμενα, είναι κατά πόσο ο ποιητής με το έργο του λέει την αλήθεια ή όχι. Στη συνάφεια τούτη, ο φιλόσοφος τονίζει, με ιδιαίτερη έμφαση, πως και ο ραψωδός οφείλει να ερμηνεύει το πνεύμα (διάνοια 530c3-4) του ποιητή και όχι μόνο να μένει στις λέξεις. Έτσι αφήνει τον Ίωνα να διατυπώνει τις σχετικές του απόψεις, έστω και χωρίς μεγάλες αξιώσεις. Στη βάση της θεμελιώδους φιλοσοφικής αρχής του Πλάτωνος ότι για να είναι κανείς καλός ποιητής πρέπει να αποδεικνύεται ειδήμων σε επίπεδο θεματικών περιεχομένων, ο Σωκράτης επιχειρεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον του Ίωνα για μια συζήτηση γύρω από την τέχνη του. Το γενικό πνεύμα, υπό το οποίο διεξάγει τη συνομιλία μαζί του, ενέχει έναν χαρακτήρα μομφής για τους ποιητές πως αντικειμενικά δεν είναι σε θέση να μιλάνε επί της ουσίας του πράγματος, εάν δεν έχουν φτάσει να κατανοήσουν κάτι απ’ αυτήν.

V. Υπ’ αυτή την οπτική πρόκειται να κριθεί και ο Ίων: χωρίς να είναι ποιητής ο ίδιος, παρουσιάζεται ως ασυναγώνιστος ειδήμων ως προς την απαγγελία και την ερμηνεία του Ομήρου. Εάν όμως, κατά τον Πλάτωνα, είναι κυρίως το θεματικό περιεχόμενο αυτό που μετρά, τότε και ο Ίων μπορεί να κρίνει, αν ο Όμηρος παρουσιάζει σωστά ή όχι τα θέματά του, στο μέτρο που σχετίζεται με την κατανόηση της ουσίας της Ομηρικής ποίησης. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο Σωκράτης επιτυγχάνει να θέσει στο κέντρο της συζήτησης το θεματικό ερώτημα, κατά πόσο η ραψωδική τέχνη είναι μια γνώση (Ίων 531a-533c). Πριν απ’ όλα δείχνει πως η ερμηνεία ποιητικών έργων δεν σχετίζεται με κάποια τέχνη ή με κάποια ειδική γνώση, καθώς αυτές-εδώ αναφέρονται σε μια ευρύτερη ολότητα θεματικών περιεχομένων. Γι’ αυτό και ο Ίων, κρίνοντας μόνο τα έργα του Ομήρου, δεν κρίνει με βάση μια θεμελιώδη γνώση και ανάλογη επιδεξιότητα για την ποίηση ως ένα όλο (532c9).

VI. Κάτι τέτοιο ισχύει και για τον ίδιο τον Όμηρο· κι αυτός μιλάει για πολλά θέματα, χωρίς να είναι ειδικός επ’ αυτών. Για παράδειγμα μιλάει για τον πόλεμο, χωρίς να είναι πολεμιστής, για σχέσεις μεταξύ καλών και κακών ανθρώπων, επίσης μεταξύ αυτών που δεν κατέχουν καμιά τέχνη και εκείνων που κατέχουν, για σχέσεις των θεών μεταξύ τους αλλά και για εκείνες με τους ανθρώπους· μιλάει ακόμα σχετικά με τη συμπεριφορά των θεών απέναντι στους ανθρώπους αλλά και για όσα συμβαίνουν στον ουρανό και στον Άδη, μα και για τις γενεαλογίες των θεών και των ηρώων (531c-d). Με γνώμονα πλέον τη γενική αρχή περί της θεματικής ουσίας της ποίησης, ο φιλόσοφος συμπεραίνει πως δεν είναι κάποιο είδος τεχνικής γνώσης, που κάνει τον ποιητή να μιλάει για ωραία πράγματα, αλλά μια θεία έμπνευση (533c), (534b4-8).

VII. Ο ποιητής έτσι δεν μπορεί να είναι «καλλιτέχνης» που έχει επίγνωση του νοήματος του καλλιτεχνήματος, που επιζητεί δηλ. να εκφράσει με το έργο του σοφά περιεχόμενα, αφού δεν είναι ἔμφρων όταν γράφει. Απεναντίας είναι ἔκφρων, εκστασιάζεται, τουτέστι βγαίνει εκτός λογικού εαυτού και ό,τι δημιουργεί οφείλεται σε κάποιο θείο χάρισμα και σε καμιά εφαρμογή τεχνικών κανόνων. Ο θεός θέλει να αφαιρεί από τους ποιητές κρίση και λογισμό, για να τους μετατρέπει σε δικούς του υπηρέτες και να απευθύνεται σε μας μέσω αυτών. Εδώ ο Πλάτων παρουσιάζει κριτικά και, κατά την προσφιλή του συνήθεια, με αξιοποίηση του μυθολογικού στοιχείου, εδραίες αντιλήψεις της ποιητικής παράδοσης, κατά την οποία κάθε είδους ποιητική δημιουργία σχετίζεται άμεσα με θείες εμπνεύσεις, έτσι ώστε όσα αξιόλογα ακούμε από τους ποιητές να μην τα λένε οι ίδιοι παρά να είναι ο ίδιος ο θεός που μιλάει. Οι ποιητές, κατ’ αυτό το πνεύμα, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτοί που διερμηνεύουν τους θεούς, είναι «ἐρμηνῆς τῶν θεῶν» (534e4-5). Η έννοια του ερμηνευτή εδώ χρησιμοποιείται με τη σημασία απλώς του αγγελιαφόρου των θεών.

VIII. Ο Σωκράτης θέλει να σταθεί κριτικά απέναντι στους ερμηνευτές-διερμηνείς και δευτερευόντως απέναντι στους ποιητές. Όπως οι ποιητές, έτσι και οι διερμηνείς ομιλούν με βάση δυο δυνατότητες: ή την τεχνική τους ικανότητα ή τη θεία έμπνευση. Κάτι δηλ. που κρίνεται με βάση την ουσία της ποίησης. Οι ραψωδοί είναι «διερμηνείς των διερμηνέων» (535a10), δηλ. διερμηνείς των ποιητών· και ο Ίων, ως τέτοιος διερμηνεύς των διερμηνέων, οφείλει να αποφασίσει, εάν ενεργεί ραψωδικά ως φέρων μέσα του τη θεία έμπνευση, άρα βγαίνοντας έξω από τον λογισμό, ή με βάση την τεχνική του ικανότητα, γενικότερα τη σοφία. Τη στιγμή που δεν μπόρεσε να αποκαλύψει κάποια τέτοια σοφία, κατά τη συνομιλία του με τον Σωκράτη, μένει στο πρώτο. Η μέγιστη σημασία του υπό συζήτηση διαλόγου έγκειται πρωτίστως στα θέματα που αρχίζει να σκέπτεται και να συζητά, σε μια πρώτη σύλληψη, ο Πλάτων. Αυτά στρέφονται γύρω από τον ερμηνευτικό λόγο των ποιητών, από τη σχέση φιλοσοφίας και ποίησης, από τη θεωρία της θείας έμπνευσης, αλλά και από τη διαλεκτική μορφής και περιεχομένου της ποίησης. Θα τα πραγματευτεί πιο διεξοδικά και με έναν όλο και πιο καλλιεργημένο διαλεκτικό λόγο σε επόμενα έργα του, όπως στην Απολογία Σωκράτους, στον Πρωταγόρα, στον Φαίδρο, αλλά και στην Πολιτεία, εν μέρει δε και στους Νόμους.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: H παιδεία πρέπει να έχει στόχο της την άσκηση και καλλιέργεια του νου ή τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα;

Πράγματι, δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη για το τι πρέπει να μαθαίνουν οι νέοι ούτε σε σχέση με την αρετή ούτε σε σχέση με την άριστη ζωή, ούτε είναι φανερό αν η παιδεία πρέπει να έχει στόχο της την άσκηση και καλλιέργεια του νου ή τη διαμόρφωση ηθικού χαρακτήρα.

Αν ξεκινήσουμε από την εκπαίδευση που παρέχεται σήμερα, η έρευνά μας θα βρεθεί αντιμέτωπη με μεγάλη σύγχυση και καθόλου δεν είναι φανερό τι πρέπει να επιδιώκει η παιδεία: αυτά που είναι χρήσιμα για τη ζωή ή αυτά που οδηγούν στην αρετή ή αυτά που απλώς προάγουν τη γνώση (γιατί όλες αυτές οι απόψεις έχουν βρει κάποιους υποστηρικτές)· και για εκείνα τα θέματα που σχετίζονται με την αρετή δεν υπάρχει καμιά απολύτως συμφωνία (αφού, πρώτα-πρώτα, δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη για την αρετή που τιμούν, άρα είναι φυσικό να υποστηρίζουν διαφορετικές γνώμες και ως προς την άσκησή της).

Είναι λοιπόν φανερό πως οι νέοι πρέπει να διδάσκονται από τα χρήσιμα τα πιο απαραίτητα· είναι ακόμη φανερό ότι δεν πρέπει να τα διδάσκονται όλα, καθότι οι ασχολίες διακρίνονται σε αυτές που ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και σε όσες δεν ταιριάζουν σε ελεύθερους ανθρώπους και [είναι φανερό] πως από τα χρήσιμα πράγματα οι νέοι πρέπει να μαθαίνουν όσα δεν κάνουν αγροίκο/ευτελή/τιποτένιο αυτόν που τα μαθαίνει. Πρέπει όμως να θεωρούμε ευτελή κάθε ασχολία και τέχνη ή μάθηση που κάνει άχρηστο το σώμα ή το νου/μυαλό/πνεύμα των ελεύθερων ανθρώπων για τα έργα και τις πράξεις της αρετής.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΑ 1337a33-b11

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΠΛΑΤΩΝ, ΓΟΡΓΙΑΣ

ΠΛ Γοργ 523a–526d

(ΠΛ Γοργ 521a–527e: Στο τέλος του διαλόγου ο Σωκράτης αιτιολογεί τις ηθικές του επιλογές) 
Η μεταθανάτια κρίση των ψυχών

[523a] ΣΩ. Ἄκουε δή, φασί, μάλα καλοῦ λόγου, ὃν σὺ μὲν
ἡγήσῃ μῦθον, ὡς ἐγὼ οἶμαι, ἐγὼ δὲ λόγον· ὡς ἀληθῆ γὰρ
ὄντα σοι λέξω ἃ μέλλω λέγειν. ὥσπερ γὰρ Ὅμηρος λέγει,
διενείμαντο τὴν ἀρχὴν ὁ Ζεὺς καὶ ὁ Ποσειδῶν καὶ ὁ Πλούτων,
ἐπειδὴ παρὰ τοῦ πατρὸς παρέλαβον. ἦν οὖν νόμος ὅδε περὶ
ἀνθρώπων ἐπὶ Κρόνου, καὶ ἀεὶ καὶ νῦν ἔτι ἔστιν ἐν θεοῖς,
τῶν ἀνθρώπων τὸν μὲν δικαίως τὸν βίον διελθόντα καὶ
[523b] ὁσίως, ἐπειδὰν τελευτήσῃ, εἰς μακάρων νήσους ἀπιόντα οἰκεῖν
ἐν πάσῃ εὐδαιμονίᾳ ἐκτὸς κακῶν, τὸν δὲ ἀδίκως καὶ ἀθέως
εἰς τὸ τῆς τίσεώς τε καὶ δίκης δεσμωτήριον, ὃ δὴ Τάρταρον
καλοῦσιν, ἰέναι. τούτων δὲ δικασταὶ ἐπὶ Κρόνου καὶ ἔτι
νεωστὶ τοῦ Διὸς τὴν ἀρχὴν ἔχοντος ζῶντες ἦσαν ζώντων,
ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ δικάζοντες ᾗ μέλλοιεν τελευτᾶν· κακῶς οὖν
αἱ δίκαι ἐκρίνοντο. ὅ τε οὖν Πλούτων καὶ οἱ ἐπιμεληταὶ οἱ
ἐκ μακάρων νήσων ἰόντες ἔλεγον πρὸς τὸν Δία ὅτι φοιτῷέν
[523c] σφιν ἄνθρωποι ἑκατέρωσε ἀνάξιοι. εἶπεν οὖν ὁ Ζεύς· «Ἀλλ’
ἐγώ», ἔφη, «παύσω τοῦτο γιγνόμενον. νῦν μὲν γὰρ κακῶς
αἱ δίκαι δικάζονται. ἀμπεχόμενοι γάρ», ἔφη, «οἱ κρινόμενοι
κρίνονται· ζῶντες γὰρ κρίνονται. πολλοὶ οὖν», ἦ δ’ ὅς,
«ψυχὰς πονηρὰς ἔχοντες ἠμφιεσμένοι εἰσὶ σώματά τε καλὰ
καὶ γένη καὶ πλούτους, καί, ἐπειδὰν ἡ κρίσις ᾖ, ἔρχονται
αὐτοῖς πολλοὶ μάρτυρες, μαρτυρήσοντες ὡς δικαίως βεβιώ-
[523d] κασιν· οἱ οὖν δικασταὶ ὑπό τε τούτων ἐκπλήττονται, καὶ
ἅμα καὶ αὐτοὶ ἀμπεχόμενοι δικάζουσι, πρὸ τῆς ψυχῆς τῆς
αὑτῶν ὀφθαλμοὺς καὶ ὦτα καὶ ὅλον τὸ σῶμα προκεκαλυμ-
μένοι. ταῦτα δὴ αὐτοῖς πάντα ἐπίπροσθεν γίγνεται, καὶ τὰ
αὑτῶν ἀμφιέσματα καὶ τὰ τῶν κρινομένων. πρῶτον μὲν
οὖν», ἔφη, «παυστέον ἐστὶν προειδότας αὐτοὺς τὸν θάνατον·
νῦν γὰρ προΐσασι. τοῦτο μὲν οὖν καὶ δὴ εἴρηται τῷ Προ-
[523e] μηθεῖ ὅπως ἂν παύσῃ αὐτῶν. ἔπειτα γυμνοὺς κριτέον
ἁπάντων τούτων· τεθνεῶτας γὰρ δεῖ κρίνεσθαι. καὶ τὸν
κριτὴν δεῖ γυμνὸν εἶναι, τεθνεῶτα, αὐτῇ τῇ ψυχῇ αὐτὴν τὴν
ψυχὴν θεωροῦντα ἐξαίφνης ἀποθανόντος ἑκάστου, ἔρημον
πάντων τῶν συγγενῶν καὶ καταλιπόντα ἐπὶ τῆς γῆς πάντα
ἐκεῖνον τὸν κόσμον, ἵνα δικαία ἡ κρίσις ᾖ. ἐγὼ μὲν οὖν
ταῦτα ἐγνωκὼς πρότερος ἢ ὑμεῖς ἐποιησάμην δικαστὰς ὑεῖς
ἐμαυτοῦ, δύο μὲν ἐκ τῆς Ἀσίας, Μίνω τε καὶ Ῥαδάμανθυν,
[524a] ἕνα δὲ ἐκ τῆς Εὐρώπης, Αἰακόν· οὗτοι οὖν ἐπειδὰν τελευ-
τήσωσι, δικάσουσιν ἐν τῷ λειμῶνι, ἐν τῇ τριόδῳ ἐξ ἧς
φέρετον τὼ ὁδώ, ἡ μὲν εἰς μακάρων νήσους, ἡ δ’ εἰς Τάρ-
ταρον. καὶ τοὺς μὲν ἐκ τῆς Ἀσίας Ῥαδάμανθυς κρινεῖ, τοὺς
δὲ ἐκ τῆς Εὐρώπης Αἰακός· Μίνῳ δὲ πρεσβεῖα δώσω ἐπιδια-
κρίνειν, ἐὰν ἀπορῆτόν τι τὼ ἑτέρω, ἵνα ὡς δικαιοτάτη ἡ κρίσις
ᾖ περὶ τῆς πορείας τοῖς ἀνθρώποις».

Ταῦτ’ ἔστιν, ὦ Καλλίκλεις, ἃ ἐγὼ ἀκηκοὼς πιστεύω
[524b] ἀληθῆ εἶναι· καὶ ἐκ τούτων τῶν λόγων τοιόνδε τι λογίζομαι
συμβαίνειν. ὁ θάνατος τυγχάνει ὤν, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, οὐδὲν
ἄλλο ἢ δυοῖν πραγμάτοιν διάλυσις, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ
σώματος, ἀπ’ ἀλλήλοιν· ἐπειδὰν δὲ διαλυθῆτον ἄρα ἀπ’
ἀλλήλοιν, οὐ πολὺ ἧττον ἑκάτερον αὐτοῖν ἔχει τὴν ἕξιν τὴν
αὑτοῦ ἥνπερ καὶ ὅτε ἔζη ὁ ἄνθρωπος, τό τε σῶμα τὴν φύσιν
τὴν αὑτοῦ καὶ τὰ θεραπεύματα καὶ τὰ παθήματα ἔνδηλα
[524c] πάντα. οἷον εἴ τινος μέγα ἦν τὸ σῶμα φύσει ἢ τροφῇ ἢ
ἀμφότερα ζῶντος, τούτου καὶ ἐπειδὰν ἀποθάνῃ ὁ νεκρὸς
μέγας, καὶ εἰ παχύς, παχὺς καὶ ἀποθανόντος, καὶ τἆλλα
οὕτως· καὶ εἰ αὖ ἐπετήδευε κομᾶν, κομήτης τούτου καὶ ὁ
νεκρός. μαστιγίας αὖ εἴ τις ἦν καὶ ἴχνη εἶχε τῶν πληγῶν
οὐλὰς ἐν τῷ σώματι ἢ ὑπὸ μαστίγων ἢ ἄλλων τραυμάτων
ζῶν, καὶ τεθνεῶτος τὸ σῶμα ἔστιν ἰδεῖν ταῦτα ἔχον· ἢ
κατεαγότα εἴ του ἦν μέλη ἢ διεστραμμένα ζῶντος, καὶ
[524d] τεθνεῶτος ταὐτὰ ταῦτα ἔνδηλα. ἑνὶ δὲ λόγῳ, οἷος εἶναι
παρεσκεύαστο τὸ σῶμα ζῶν, ἔνδηλα ταῦτα καὶ τελευτήσαντος
ἢ πάντα ἢ τὰ πολλὰ ἐπί τινα χρόνον. ταὐτὸν δή μοι δοκεῖ
τοῦτ’ ἄρα καὶ περὶ τὴν ψυχὴν εἶναι, ὦ Καλλίκλεις· ἔνδηλα
πάντα ἐστὶν ἐν τῇ ψυχῇ, ἐπειδὰν γυμνωθῇ τοῦ σώματος, τά
τε τῆς φύσεως καὶ τὰ παθήματα ἃ διὰ τὴν ἐπιτήδευσιν
ἑκάστου πράγματος ἔσχεν ἐν τῇ ψυχῇ ὁ ἄνθρωπος. ἐπειδὰν
οὖν ἀφίκωνται παρὰ τὸν δικαστήν, οἱ μὲν ἐκ τῆς Ἀσίας
[524e] παρὰ τὸν Ῥαδάμανθυν, ὁ Ῥαδάμανθυς ἐκείνους ἐπιστήσας
θεᾶται ἑκάστου τὴν ψυχήν, οὐκ εἰδὼς ὅτου ἐστίν, ἀλλὰ
πολλάκις τοῦ μεγάλου βασιλέως ἐπιλαβόμενος ἢ ἄλλου
ὁτουοῦν βασιλέως ἢ δυνάστου κατεῖδεν οὐδὲν ὑγιὲς ὂν τῆς
ψυχῆς, ἀλλὰ διαμεμαστιγωμένην καὶ οὐλῶν μεστὴν ὑπὸ
[525a] ἐπιορκιῶν καὶ ἀδικίας, ἃ ἑκάστη ἡ πρᾶξις αὐτοῦ ἐξωμόρξατο
εἰς τὴν ψυχήν, καὶ πάντα σκολιὰ ὑπὸ ψεύδους καὶ ἀλα-
ζονείας καὶ οὐδὲν εὐθὺ διὰ τὸ ἄνευ ἀληθείας τεθράφθαι· καὶ
ὑπὸ ἐξουσίας καὶ τρυφῆς καὶ ὕβρεως καὶ ἀκρατίας τῶν
πράξεων ἀσυμμετρίας τε καὶ αἰσχρότητος γέμουσαν τὴν
ψυχὴν εἶδεν· ἰδὼν δὲ ἀτίμως ταύτην ἀπέπεμψεν εὐθὺ τῆς
φρουρᾶς, οἷ μέλλει ἐλθοῦσα ἀνατλῆναι τὰ προσήκοντα πάθη.
[525b] προσήκει δὲ παντὶ τῷ ἐν τιμωρίᾳ ὄντι, ὑπ’ ἄλλου ὀρθῶς
τιμωρουμένῳ, ἢ βελτίονι γίγνεσθαι καὶ ὀνίνασθαι ἢ παρα-
δείγματι τοῖς ἄλλοις γίγνεσθαι, ἵνα ἄλλοι ὁρῶντες πάσχοντα
ἃ ἂν πάσχῃ φοβούμενοι βελτίους γίγνωνται. εἰσὶν δὲ οἱ
μὲν ὠφελούμενοί τε καὶ δίκην διδόντες ὑπὸ θεῶν τε καὶ
ἀνθρώπων οὗτοι οἳ ἂν ἰάσιμα ἁμαρτήματα ἁμάρτωσιν· ὅμως
δὲ δι’ ἀλγηδόνων καὶ ὀδυνῶν γίγνεται αὐτοῖς ἡ ὠφελία καὶ
ἐνθάδε καὶ ἐν Ἅιδου· οὐ γὰρ οἷόν τε ἄλλως ἀδικίας ἀπαλ-
[525c] λάττεσθαι. οἳ δ’ ἂν τὰ ἔσχατα ἀδικήσωσι καὶ διὰ τὰ
τοιαῦτα ἀδικήματα ἀνίατοι γένωνται, ἐκ τούτων τὰ παρα-
δείγματα γίγνεται, καὶ οὗτοι αὐτοὶ μὲν οὐκέτι ὀνίνανται
οὐδέν, ἅτε ἀνίατοι ὄντες, ἄλλοι δὲ ὀνίνανται οἱ τούτους
ὁρῶντες διὰ τὰς ἁμαρτίας τὰ μέγιστα καὶ ὀδυνηρότατα καὶ
φοβερώτατα πάθη πάσχοντας τὸν ἀεὶ χρόνον, ἀτεχνῶς παρα-
δείγματα ἀνηρτημένους ἐκεῖ ἐν Ἅιδου ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ,
τοῖς ἀεὶ τῶν ἀδίκων ἀφικνουμένοις θεάματα καὶ νουθετήματα.
[525d] ὧν ἐγώ φημι ἕνα καὶ Ἀρχέλαον ἔσεσθαι, εἰ ἀληθῆ λέγει
Πῶλος, καὶ ἄλλον ὅστις ἂν τοιοῦτος τύραννος ᾖ· οἶμαι δὲ
καὶ τοὺς πολλοὺς εἶναι τούτων τῶν παραδειγμάτων ἐκ
τυράννων καὶ βασιλέων καὶ δυναστῶν καὶ τὰ τῶν πόλεων
πραξάντων γεγονότας· οὗτοι γὰρ διὰ τὴν ἐξουσίαν μέγιστα καὶ
ἀνοσιώτατα ἁμαρτήματα ἁμαρτάνουσι. μαρτυρεῖ δὲ τούτοις
καὶ Ὅμηρος· βασιλέας γὰρ καὶ δυνάστας ἐκεῖνος πεποίηκεν
[525e] τοὺς ἐν Ἅιδου τὸν ἀεὶ χρόνον τιμωρουμένους, Τάνταλον καὶ
Σίσυφον καὶ Τιτυόν· Θερσίτην δέ, καὶ εἴ τις ἄλλος πονηρὸς
ἦν ἰδιώτης, οὐδεὶς πεποίηκεν μεγάλαις τιμωρίαις συνεχό-
μενον ὡς ἀνίατον ―οὐ γὰρ οἶμαι ἐξῆν αὐτῷ· διὸ καὶ εὐδαιμο-
νέστερος ἦν ἢ οἷς ἐξῆν― ἀλλὰ γάρ, ὦ Καλλίκλεις, ἐκ τῶν
[526a] δυναμένων εἰσὶ καὶ οἱ σφόδρα πονηροὶ γιγνόμενοι ἄνθρωποι·
οὐδὲν μὴν κωλύει καὶ ἐν τούτοις ἀγαθοὺς ἄνδρας ἐγγίγνεσθαι,
καὶ σφόδρα γε ἄξιον ἄγασθαι τῶν γιγνομένων· χαλεπὸν γάρ,
ὦ Καλλίκλεις, καὶ πολλοῦ ἐπαίνου ἄξιον ἐν μεγάλῃ ἐξουσίᾳ
τοῦ ἀδικεῖν γενόμενον δικαίως διαβιῶναι. ὀλίγοι δὲ γίγνονται
οἱ τοιοῦτοι· ἐπεὶ καὶ ἐνθάδε καὶ ἄλλοθι γεγόνασιν, οἶμαι δὲ
καὶ ἔσονται καλοὶ κἀγαθοὶ ταύτην τὴν ἀρετὴν τὴν τοῦ δικαίως
[526b] διαχειρίζειν ἃ ἄν τις ἐπιτρέπῃ· εἷς δὲ καὶ πάνυ ἐλλόγιμος
γέγονεν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας, Ἀριστείδης ὁ Λυσι-
μάχου· οἱ δὲ πολλοί, ὦ ἄριστε, κακοὶ γίγνονται τῶν δυνα-
στῶν. ὅπερ οὖν ἔλεγον, ἐπειδὰν ὁ Ῥαδάμανθυς ἐκεῖνος
τοιοῦτόν τινα λάβῃ, ἄλλο μὲν περὶ αὐτοῦ οὐκ οἶδεν οὐδέν,
οὔθ’ ὅστις οὔθ’ ὧντινων, ὅτι δὲ πονηρός τις· καὶ τοῦτο
κατιδὼν ἀπέπεμψεν εἰς Τάρταρον, ἐπισημηνάμενος, ἐάντε
ἰάσιμος ἐάντε ἀνίατος δοκῇ εἶναι· ὁ δὲ ἐκεῖσε ἀφικόμενος
[526c] τὰ προσήκοντα πάσχει. ἐνίοτε δ’ ἄλλην εἰσιδὼν ὁσίως
βεβιωκυῖαν καὶ μετ’ ἀληθείας, ἀνδρὸς ἰδιώτου ἢ ἄλλου τινός,
μάλιστα μέν, ἔγωγέ φημι, ὦ Καλλίκλεις, φιλοσόφου τὰ
αὑτοῦ πράξαντος καὶ οὐ πολυπραγμονήσαντος ἐν τῷ βίῳ,
ἠγάσθη τε καὶ ἐς μακάρων νήσους ἀπέπεμψε. ταὐτὰ δὲ
ταῦτα καὶ ὁ Αἰακός ―ἑκάτερος τούτων ῥάβδον ἔχων δι-
κάζει― ὁ δὲ Μίνως ἐπισκοπῶν κάθηται, μόνος ἔχων χρυσοῦν
[526d] σκῆπτρον, ὥς φησιν Ὀδυσσεὺς ὁ Ὁμήρου ἰδεῖν αὐτὸν―
χρύσεον σκῆπτρον ἔχοντα, θεμιστεύοντα νέκυσσιν.

***
ΣΩ. Άκουε λοιπόν, καθώς λέγουν, μίαν πολύ ωραίαν διήγησιν, την οποίαν ασφαλώς συ θα θεωρήσης μύθον, καθώς εγώ φαντάζομαι, αντιθέτως όμως εγώ θεωρώ αληθινήν ιστορίαν, και ως αληθινήν θα σου την διηγηθώ. Καθώς λέγει ο Όμηρος, ο Ζευς και ο Ποσειδών και ο Πλούτων, αφού παρέλαβον την εξουσίαν παρά του πατρός των, διεμοιράσθησαν αυτήν μεταξύ των. Επί της βασιλείας του Κρόνου υπήρχε ο εξής νόμος περί των ανθρώπων, ο οποίος πάντοτε και τώρα ισχύει μεταξύ των θεών· εκ των ανθρώπων δηλ. εκείνος που διήλθε τον βίον του δικαίως και ευσεβώς να μεταβαίνη και να κατοική μετά θάνατον εις τας νήσους των Μακάρων εν πάση ευδαιμονία ασφαλής από κάθε κακόν ενώ ο άνθρωπος που έζησεν εν αδικία και ασεβεία να μεταβαίνη εις το δεσμωτήριον της εκτίσεως της ποινής και του εξιλασμού, το οποίον, ως γνωστόν, ονομάζουν Τάρταρον. Επί Κρόνου δε και ακόμη προσφάτως, ότε ο Ζευς είχε την εξουσίαν, ήσαν ζώντες (οι δικασταί) οι δικάζοντες άλλους ζώντας και εξέδιδον την απόφασίν των κατ' εκείνην ακριβώς την ημέραν, καθ' ην επρόκειτο ν' αποθάνουν. Διά τούτο, επειδή αι κρίσεις εγίνοντο κακώς, ηναγκάσθησαν, ο Πλούτων και οι φύλακες των νήσων των Μακάρων, να μεταβούν εις τον Δία και ν' αναφέρουν ότι έρχονται συχνά και εις το ένα μέρος ―εις τας νήσους των Μακάρων― και εις το άλλο ―εις τον Τάρταρον― άνθρωποι εντελώς ανάξιοι. Τότε λοιπόν ο Ζευς απήντησε: «Εγώ θα θέσω τέρμα εις το άτοπον τούτο. Αυτό συμβαίνει σήμερον, διότι δεν είναι δίκαιαι αι κρίσεις· και δεν είναι δίκαιαι αι κρίσεις, διότι οι κρινόμενοι κρίνονται περιβεβλημένοι σάρκα κατά την στιγμήν της κρίσεως. Και πολλοί, είπε, αν και έχουν ψυχάς κακοήθεις, είναι ενδεδυμένοι με σώματα ωραία, με τίτλους ευγενείας και με πλούτον, και όταν γίνεται η κρίσις προσέρχονται πολλοί μάρτυρες διά να μαρτυρήσουν υπέρ αυτών ότι έχουν ζήσει δικαίως. Οι δικασταί λοιπόν μένουν έκθαμβοι απ' ολ' αυτά τα πράγματα, τοσούτω μάλλον, καθ' όσον και αυτοί όταν δικάζουν είναι ενδεδυμένοι με σάρκας και προ της ψυχής των έχουν, ωσάν προκάλυμμα, τους οφθαλμούς, τ' αυτιά και ολόκληρον το φράγμα του σώματος. Όλα λοιπόν αυτά τα ενδύματα, αυτά τα φράγματα, και τα ιδικά των ―των κρινόντων― και των κρινομένων, συναποτελούν ασφαλώς εμπόδιον διά την έκδοσιν ορθής ετυμηγορίας. Πρώτον μεν λοιπόν, είπε, πρέπει να καταργήσωμεν το δικαίωμα εις τους ανθρώπους να γνωρίζουν εκ των προτέρων την ημέραν του θανάτου, διότι τώρα προαισθάνονται το τέλος του βίου των. Έδωκα δε περί τούτου ήδη διαταγάς προς τον Προμηθέα περί καταργήσεως του προνομίου τούτου. Κατά δεύτερον λόγον πρέπει να κρίνωνται απηλλαγμένοι απ' όλα αυτά τα εμπόδια· πρέπει να κρίνωνται νεκροί. Και αυτός ο κριτής πρέπει να είναι γυμνός, δηλ. νεκρός, ώστε αυτή η ψυχή του να ατενίζη απ' ευθείας την ψυχήν του καθενός, ευθύς μετά τον θάνατον, χωρίς να παρίσταται όλον εκείνο το πλήθος των συγγενών και αφού θα έχη αφήσει επί της γης όλα εκείνα τα στολίδια, ώστε η κρίσις να είναι δικαία. Επειδή λοιπόν ολ' αυτά τα έχω ιδεί, πριν από σας, εγκατέστησα δικαστάς τους τρεις υιούς μου, δύο μεν εκ της Ασίας, τον Μίνωα και τον Ραδάμανθυν, ένα δ' εκ της Ευρώπης, τον Αιακόν. Ούτοι λοιπόν, όταν αποθάνουν, θα δικάζουν εις τον ―Ασφοδελόν― λειμώνα, εις το μέρος ένθα χωρίζεται εις τρία η οδός, και η μεν φέρει εις τας νήσους των Μακάρων, η δε άλλη εις τον Τάρταρον. Και τους μεν εκ της Ασίας θα κρίνη ο Ραδάμανθυς, τους δ' εκ της Ευρώπης ο Αιακός. Εις τον Μίνωα δε θα δώσω την υπερτάτην εξουσίαν, ώστε ν' αποφασίζη ως ανώτατος κριτής ―διαιτητής―, εν η περιπτώσει οι άλλοι δύο ευρεθούν εις αμφιβολίαν, ούτως ώστε η κρίσις διά την μετάβασιν των ανθρώπων εις το ένα μέρος (εις τας νήσους των Μακάρων) ή εις το άλλο (τον Τάρταρον) να γίνεται όσον το δυνατόν δικαιοτάτη».

Αυτή είναι η διήγησις, Καλλικλή, που έχω ακούσει και εις την οποίαν πιστεύω ακραδάντως. Σκεπτόμενος δ' εγώ εξάγω από αυτήν τα ακόλουθα συμπεράσματα. Ο θάνατος, κατά την γνώμην μου, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο χωρισμός δύο πραγμάτων, που πριν ήσαν ηνωμένα, της ψυχής και του σώματος. Όταν λοιπόν η ψυχή και το σώμα έτσι αποχωρίζωνται, το καθένα από τα δύο διατηρεί και μετά θάνατον εκείνο το ένδυμα που είχε εις την ζωήν, και το σώμα διατηρεί την φύσιν του και, ορατά, τα σημεία εκ των περιποιήσεων και των παθημάτων που έλαβεν εις τον κόσμον τούτον. Αν, παραδείγματος χάριν, το σώμα ενός ήτο μεγάλο, είτε διότι ήτο πλασμένον εκ φύσεως, είτε διότι ετρέφετο καλώς ή διά τον ένα λόγον ή διά τον άλλον, το σκήνωμά του θα είναι επίσης μεγάλο, και αν ήτο παχύς, θα είναι ομοίως παχύς και όταν αποθάνη και τα άλλα ούτω καθεξής· και αν πάλιν του άρεσε να τρέφη μακράν κόμην, ομοίως και ο νεκρός αυτού θα έφερε την μακράν κόμην. Και αν πάλιν ένας εμαστιγώνετο και είχε εις το σώμα του πληγάς εκ της μαστιγώσεως και άλλα τραύματα, όταν εζούσε, και μετά θάνατον θα είχεν εις το σώμα του τας πληγάς και τα τραύματα ταύτα. Και αν κανείς, όταν εζούσε, είχε ακρωτηριασμένα τα μέλη του ή διαστρεβλωμένα, και όταν αποθάνη, είναι φανεραί αι τοιαύται ακρωτηριάσεις και διαστρεβλώσεις. Και μ' ένα λόγον όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που απέκτησεν ο άνθρωπος όταν εζούσε, είναι φανερά και όταν αποθάνη, και αν όχι όλα, τουλάχιστον τα περισσότερα και επί τινα χρόνον. Το αυτό, εγώ νομίζω, συμβαίνει και εις την ψυχήν, Καλλικλή. Όλα δηλ. είναι φανερά εις την ψυχήν, όταν απογυμνωθή από το σώμα, και οι φυσικοί χαρακτήρες της και αι ιδιότητες που απέκτησεν ο άνθρωπος εν τη ενασκήσει πάσης ενεργείας. Όταν λοιπόν φθάσουν προς τον δικαστήν, οι μεν εκ της Ασίας προς τον Ραδάμανθυν, τότε ο Ραδάμανθυς τους σταματά και εξετάζει την ψυχήν του καθενός, χωρίς να γνωρίζη τίνος είναι. Αλλά πολλάκις αυτού του Μεγάλου Βασιλέως λαμβάνων ανά χείρας την ψυχήν ή άλλου οιουδήποτε βασιλέως ή άρχοντος, διακρίνει ότι κανένα μέρος της δεν είναι υγιές, αλλ' αντιθέτως είναι κατάστικτος από μαστιγώσεις καί γεμάτη ουλές, που είχαν αφήσει εις την ψυχήν κάθε φοράν αι αδικίαι και αι επιορκίαι και όλαι εκείναι αι διαστροφαί εκ του ψεύδους και της αλαζονείας και τίποτε δεν είναι ευθύ, διότι έχει ζήσει έξω από την αλήθειαν· τέλος δε ένεκα της αυθαιρεσίας, της τρυφηλότητος, της αλαζονείας και της ακολασίας δεν απέμεινεν εις αυτήν άλλο τι ή ασυμμετρία και ασχημία. Και τότε, χωρίς να χάνη καιρόν, αποπέμπει αυτήν περιφρονητικώς προς το δεσμωτήριον (τον Τάρταρον), όπου μέλλει να υποστή την προσήκουσαν τιμωρίαν.

Πας τιμωρούμενος, όταν δικαίως τιμωρήται υπό αλλού, πρέπει ή να γίνη καλύτερος και ούτω να ωφεληθή, ή να χρησιμεύση ως παράδειγμα εις τους άλλους, ίνα οι άλλοι βλέποντες να υποφέρη όσα υποφέρει, εκ φόβου γίνωνται καλύτεροι. Εκείνοι δε οι οποίοι ωφελούνται εκ της τιμωρίας, που επιβάλλεται υπό των θεών ή των ανθρώπων, είναι όσοι υπέπεσαν εις αμαρτήματα δυνάμενα να επανορθωθούν. Την ωφέλειαν όμως καρπούνται μόνον διά μέσου των ταλαιπωριών και των πόνων εις τον κόσμον τούτον και εις τον Άδην· διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος ν' απαλλαγούν από το κακόν της αδικίας. Αντιθέτως όσοι διέπραξαν τα αίσχιστα αδικήματα και ένεκα τούτων είναι ανίατοι, ούτοι χρησιμεύουν ως παράδειγμα εις τους άλλους και αυτοί δεν καρπούνται καμίαν ωφέλειαν εκ της τιμωρίας των, δοθέντος ότι είναι πράγματι ανίατοι, ενώ οι άλλοι ωφελούνται, όταν βλέπουν ότι διά τα αμαρτήματά των έχουν καταδικασθή να υποφέρουν εις τον αιώνα τον άπαντα τα μέγιστα και οδυνηρότατα και φοβερώτατα μαρτύρια, τοποθετημένοι όντως ως ζωντανά παραδείγματα ―αληθινά φόβητρα― εις το δεσμωτήριον του Άδου, όπου το θέαμα, το οποίον παρέχουν, είναι μία διαρκής παραίνεσις προς πάντα νέον αμαρτωλόν που καταφθάνει εις τους τόπους εκείνους. Μεταξύ των δυστυχών τούτων, εγώ λέγω θα είναι και ο Αρχέλαος, αν είναι αλήθεια εκείνο που είπεν ο Πώλος, και οιοσδήποτε άλλος τύραννος είναι όμοιος προς τούτον. Και πιστεύω ότι το μεγαλύτερον μέρος των αθλίων, που χρησιμεύουν ως παραδείγματα εις τους άλλους, ανευρίσκεται μεταξύ των τυράννων, μεταξύ των βασιλέων, μεταξύ των ισχυρών, μεταξύ ανθρώπων που υπήρξαν αρχηγοί κρατών. Διότι όντως ούτοι είναι εις θέσιν να διαπράττουν τα μεγαλύτερα και φοβερώτερα εγκλήματα. Τούτο δ' επιβεβαιοί και ο Όμηρος. Παρέστησε δηλ. τους βασιλείς και τους ισχυρούς, τους εν τω Άδη, τιμωρουμένους αιωνίως, ως τον Τάνταλον, τον Σίσυφον και τον Τιτυόν. Αντιθέτως τον Θερσίτην ή άλλον οιονδήποτε ιδιώτην, όσον και αν ήτο κακοήθης, δεν παρέστησε βασανιζόμενον με φρικτά και φοβερά μαρτύρια ως αδιόρθωτον· διότι δεν είχε, καθώς νομίζω, την δυνατότητα να διαπράξη τοιούτου είδους εγκλήματα. Διά τούτο ο Θερσίτης είναι ευδαιμονέστερος ή εκείνοι που διεκυβέρνησαν κράτη. Έτσι είναι, φίλε μου Καλλικλή, εκ των ισχυρών γίνονται συνήθως οι μάλλον κακοήθεις. Με τούτο όμως δεν θέλω να είπω ότι και μεταξύ των ισχυρών δεν είναι δυνατόν να ανευρεθούν και ενάρετοι άνδρες, εις την περίπτωσιν δ' αυτήν ούτοι είναι άξιοι όλως ιδιαιτέρας εκτιμήσεως. Διότι είναι δύσκολον, φίλε μου το να ζήση τις δικαίως, ενώ έχει την δυνατότητα να διαπράττη οιανδήποτε αδικίαν. Αλλά τούτο είναι σπάνιον πράγμα. Ασφαλώς δε και μεταξύ μας και εις άλλα μέρη υπάρχουν και θα υπάρχουν και εις το μέλλον πάντοτε έντιμοι άνδρες έχοντες αυτήν την ικανότητα να διαχειρίζονται με δικαιοσύνην τας υποθέσεις που τους έχουν εμπιστευθή. Εις εκ τούτων ήτο και ο πολύ ονομαστός μεταξύ όλων των Ελλήνων, ο Αριστείδης ο Λυσιμάχου. Εν πάση περιπτώσει, φίλτατέ μου, οι περισσότεροι των ισχυρών υπήρξαν κακοήθεις.

Καθώς λοιπόν έλεγα, όταν ο Ραδάμανθυς εύρη κανένα κακοήθη τοιούτου είδους, δεν γνωρίζει τίποτε περί αυτού τον οποίον πρόκειται να κρίνη, ούτε ποίος είναι, ούτε από ποίους κατάγεται, βλέπει μόνον ότι είναι κακοήθης. Βλέπει, και τον αποστέλλει εις τον Τάρταρον, αφού κάμη επ' αυτού σημείον δηλωτικόν ότι δύναται να διορθωθή ή όχι. Και όταν φθάση εκεί, καταδικάζεται εις την ποινήν που του αρμόζει. Άλλοτε πάλιν, όταν διακρίνη άλλην ψυχήν ενός απλού ιδιώτου ή άλλην οιανδήποτε, η οποία διήλθε τον βίον ευσεβώς και εν αφοσιώσει της αληθείας, προ πάντων δε, καθώς εγώ φρονώ, Καλλικλή, φιλοσόφου, ο οποίος αφωσιώθη εις την αποστολήν του και δεν ησχολήθη με έργα μάταια και ανωφελή, θαυμάζει τούτον και τον αποστέλλει εις τας νήσους των Μακάρων. Τα αυτά ακριβώς κάμνει και ο Αιακός· και ο ένας και ο άλλος δικάζουν κρατούντες ράβδον ανά χείρας· ο Μίνως εποπτεύων κάθεται μόνος κρατών χρυσούν σκήπτρον, καθώς λέγει ο Οδυσσεύς παρ' Ομήρω ότι είδεν αυτόν «να κρατή χρυσούν σκήπτρον και να δικάζη τους νεκρούς».

Παρασκευή 1 Σεπτεμβρίου 2023

O Σχηματισμός των λέξεων στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

5. -ῖνος (-ιᾱνός, -ηνός)


§ 320. Το -ῖνος, που η προέλευσή του είναι σκοτεινή, σχηματίζει, κυρίως χρησιμοποιούμενο ως ουσιαστικό, μερικές ονομασίες ζώων και άλλα παρόμοια (πατρωνυμικά σε -ίνη δες § 314): ἐρυθρῖνος 'ένα κόκκινο μπαρμπούνι'[1] (Αριστοτ.) από το ἐρυθρός, κορακῖνος 'νεαρό κοράκι' (Αριστοφ.) από το κόραξ, γελασῖνος, -ίνη 'γελαστός (-ή)' (κωμωδιογράφοι και μεταγενέστεροι) από το γελᾶν γελάσαι [2]· παλιότερο το ἀγχιστῖνος 'κοντινός' (Όμ.) από το ἄγχιστος 'ο επόμενος'. Τα εθνικά (και μαζί τα δηλωτικά υπηκοότητας επίθετα) σε -ῖνος όπως για παράδειγμα σχηματίζονται από κατωιταλικές και σικελικές ελληνικές πόλεις, έχουν λατινική προέλευση: Ἀκραγαντῖνος, Ταραντῖνος από τα Ἀκραγαντ-, Ταραντ-.

§ 321. Και το -ᾱνός -ηνός, που στη βορειοδυτική Μικρά Ασία και στη γύρω περιοχή, μετά τον Αλέξανδρο σε όλη την Εγγύς Ανατολή, σχηματίζει εθνικά και λειτουργεί ταυτόχρονα ως επίθετο δηλωτικό υπηκοότητας, έχει μη ελληνική προέλευση: Ἀσία - Ἀσιανός, Σάρδεις - Σαρδιανός, Φᾶσις - Φασιανός (ως προσηγορικό ενν. ὄρνις 'φασιανός'), Ἄβυδος - Ἀβυδηνός, Πέργαμον - Περγαμηνός, Δαμασκός - Δαμασκηνός, Φίλιπποι - Φιλιππηνός.

§ 322. Το -ιανός σε ελληνιστικούς και μεταγενέστερους σχηματισμούς, όπως Χριστιανός από το Χριστός, Ἡρῳδιανοί 'οπαδοί του Ἡρῴδου ', Σαβελλιανοί 'οπαδοί του Σαβελλίου ' και άλλες ονομασίες αιρέσεων είναι δάνειο από τα λατινικά, όπου το - i ā ni αφαιρέθηκε από τα Mari - ani Pompej - ani κτλ. και μεταφέρθηκε παραπέρα: Caesar - iani .
----------------------
[1] Το ἐρυθρῖνος είναι ο ετυμολογικός πρόδρομος του νεοελληνικού λυθρίνι (με αποβολή του αρχικού άτονου φωνήεντος και ανομοίωση των υγρών συμφώνων [r-r > lr-l]. (Δες την ετυμολογία στο ΛΚΝ.)

[2] Πρβ. γέλασος "τσαλαπετεινός" (Ησύχιος) από το γελάσαι κατά την § 164

Ο Παράδεισος της Αιωνιότητας: Ένα Μυστικό Ταξίδι στην θεϊκή φύση μας

Ο χορός της ύπαρξης χορεύει βαλς σε μια μελωδία τόσο αρχαία όσο ο ίδιος ο χρόνος. Βρίσκει τον ρυθμό του στους χτύπους της καρδιάς όλης της ζωής, στον παλλόμενο θόρυβο του σύμπαντος. Ο χορός της εξέλιξης, από τις πιο ταπεινές απαρχές, έχει πλέξει μια ταπετσαρία ανεξιχνίαστης πολυπλοκότητας και ομορφιάς. Ωστόσο, τι γίνεται αν αυτή η ταπισερί δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη; Τι κι αν η εξέλιξη δεν έχει τελειώσει με τον άνθρωπο – ένα πλάσμα της νόησης και των συναισθημάτων, αλλά και ένα πλάσμα ζωώδους ενστίκτου και επιθυμίας;

Στεκόμαστε ως προϊόντα της εξέλιξης, ωστόσο κοιτάμε τον εαυτό μας και βλέπουμε περισσότερα από απλά ζώα. Αντιλαμβανόμαστε τη συνείδηση, την ηθική και την πνευματικότητα, στοιχεία που φαίνεται να μας εξυψώνουν πάνω από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Δεν είναι όμως αυτά τα χαρακτηριστικά των εξελισσόμενων όντων; Εάν η εξέλιξη μπορεί να οδηγήσει στον Θεό, σε ένα ον με απόλυτη αγάπη, σοφία και δύναμη, τότε πρέπει να αναγνωρίσουμε τη συνεχιζόμενη μεταμόρφωσή μας. Είμαστε και το ζωικό και το θεϊκό, το φυσικό και το πνευματικό, για πάντα αλληλένδετα.

Πράγματι, ο Παντοδύναμος δεν χειραγωγεί ούτε εκμεταλλεύεται. Αυτό είναι χαρακτηριστικό της ανθρωπότητας, αυτών που θεωρούν τους εαυτούς τους δυνατούς. Λυγίζουν τη δύναμή τους στον φυσικό κόσμο, χρησιμοποιώντας τον για να ελέγχουν και να υποτάσσουν. Ωστόσο, στο μεγάλο σχέδιο του σύμπαντος, μπροστά στην αιωνιότητα, μια τέτοια δύναμη δεν είναι παρά μια φευγαλέα ψευδαίσθηση. Είναι μια ψεύτικη δύναμη, μια δύναμη που γεννά χάος και δυσαρμονία, μια έντονη αντίθεση με τη θεϊκή δύναμη που καθοδηγεί τον κόσμο με αγάπη και σοφία.

Όπως οι παλιοί ναυτικοί πίστευαν στην ύπαρξη νέων εδαφών, έτσι και εμείς πρέπει να πιστεύουμε σε μια ζωή πέρα από τον υλικό κόσμο. Αν δεν είχαν την πεποίθηση των άγνωστων ηπείρων, δεν θα είχαν ξεκινήσει ποτέ τα ταξίδια τους. Ομοίως, εάν δεν πιστεύουμε σε μια ανώτερη ύπαρξη πέρα από αυτόν τον κόσμο, δεν θα συγκεντρώσουμε ποτέ το θάρρος να απελευθερωθούμε από τις αλυσίδες του υλισμού και του εγωκεντρισμού, για να ξεκινήσουμε το πνευματικό μας ταξίδι.

Ωστόσο, πώς μπορούμε να ανακαλύψουμε αυτήν την ανώτερη ύπαρξη; Πώς μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι φωτισμένα όντα όπως ο Βούδας ή ο Ιησούς έλεγαν την αλήθεια; Η απάντηση βρίσκεται μέσα μας. Για να δούμε το θείο, για να κατανοήσουμε τις διδασκαλίες αυτών των φωτισμένων όντων, πρέπει πρώτα να ξυπνήσουμε το θείο μέσα μας. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε τη δική μας εσωτερική αλήθεια, τη δική μας θεϊκή φύση. Μόνο τότε θα κατανοήσουμε αληθινά τα λόγια τους, γιατί θα τα δούμε όχι ως εξωτερικές αλήθειες, αλλά ως αντανακλάσεις της δικής μας εσωτερικής πραγματικότητας.

Το ταξίδι προς αυτή την κατανόηση, προς αυτή τη φώτιση, είναι ένας μυστικός δρόμος ανοιχτός όλες τις εποχές. Ξεκινά στις πεδιάδες της συνηθισμένης μας ζωής, διασχίζει τους πρόποδες της αυτο-ανακάλυψης και της αυτοβελτίωσης, κλιμακώνει τις πλαγιές της αυτοπραγμάτωσης και τελικά κορυφώνεται στις κορυφές του οράματος. Από αυτά τα ψηλά ύψη, αγγίζουμε τον ουρανό της αιωνιότητας, βιώνοντας μια ενότητα με το θείο, με το σύμπαν, με όλη την ύπαρξη.

Αυτός είναι ο παράδεισος της αιωνιότητας, όχι ένα μέρος σε κάποιο μακρινό, αιθέριο βασίλειο, αλλά μια κατάσταση συνείδησης, μια κατάσταση ύπαρξης. Είναι η συνειδητοποίηση ότι είμαστε κάτι περισσότερο από απλά ζώα, ότι είμαστε πνευματικά όντα σε ένα ταξίδι εξέλιξης προς το θείο. Είναι η συνειδητοποίηση ότι ο Παντοδύναμος δεν μας χειραγωγεί, αλλά μας καθοδηγεί με αγάπη. Είναι η συνειδητοποίηση ότι υπάρχει μια ζωή πέρα από τον υλικό κόσμο, μια ζωή που είναι γεμάτη ειρήνη, αγάπη και σοφία. Είναι η συνειδητοποίηση ότι το θείο είναι μέσα μας, ότι εμείς είμαστε το θείο.

Και από αυτή τη συνειδητοποίηση, αγγίζουμε τον ουρανό της αιωνιότητας, γινόμαστε ένα με το θείο, ένα με το σύμπαν, ένα με όλη την ύπαρξη. Αυτός είναι ο παράδεισος της αιωνιότητας, και είναι μέσα στον καθένα μας. Είναι ο απόλυτος προορισμός μας, το τέλος του εξελικτικού μας ταξιδιού. Είναι ο χορός της ύπαρξης, που κάνει βαλς στη μελωδία του σύμπαντος, για πάντα και πάντα.

Μην βρωμίζεις την αξιοπρέπεια

Ξέρεις, είναι καιρός τώρα που έχω βαρεθεί να ακούω παραμύθια περί “αξιοπρέπειας” από τυπάκια που την λέξη δεν ξέρουν ούτε να τη γράφουν. Την αποστήθισαν και την επαναλαμβάνουν, προσπαθώντας κάπως να την αγγίξουν.
Μα η αξιοπρέπεια μάτια μου, τσουρουφλίζει όταν την αγγίζεις με ασέβεια και σημαδεύει με έναν τρόπο ανεξίτηλο.
Σημαδεύει μ’ ένα σημάδι που το βλέπεις μόνο εσύ.
Βλέπεις οι άλλοι, οι τρίτοι, μπορούν να ακούν τα παραμύθια σου και να τα πιστεύουν κι όλας.
Μπορούν να σε χειροκροτούν και να σε επιβραβεύουν...
Γιατί δεν ξέρουν.
Δεν ξέρουν το κενό που κρύβει η ψυχή σου.
Δεν ξέρουν τη βρωμιά που κρύβει η σκέψη σου.
Δεν ξέρουν το τιποτένιο δήθεν υφάκι σου, είναι μόνο η άμυνα για να μην εκτεθεί το κουφάρι σου.
Κι όλα αυτά.. σε περιτύλιγμα “αξιοπρέπειας” και αγέρωχου ύφους μπας και σε λυπηθεί κανείς ακόμα.
Μην γελιέσαι μωρέ όμως, δεν έχουν καμία σημασία τα “ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα”.
Εσύ ξέρεις.
Εσύ ξέρεις την αλήθεια, κι από αυτή, δεν ξέφυγε κανείς.
Εσύ ξέρεις όσα δεν τόλμησες να αντιμετωπίσεις.
Εσύ ξέρεις πίσω από ποιες κλειδαρότρυπες κρύφτηκες γιατί μόνο εκεί μπορείς να υπάρχεις πια..
Εσύ ξέρεις... κι από τον εαυτό του, δεν κρύφτηκε κανείς.

Αναζητώντας τον Πατέρα: Μια ψυχαναλυτική ερμηνεία της ανάγκης για Θεό

Οι ψυχικοί μηχανισμοί και οι λόγοι που οδηγούν έναν άνθρωπο να πιστέψει σε κάτι που εμπειρικά δε μπορεί να προσεγγίσει.

Από βιολογικής άποψης, το ισχυρότερο ένστικτο στον άνθρωπο, όπως και σε κάθε έμβιο ον, είναι η αυτοσυντήρηση, δηλαδή η διατήρηση, προστασία και συνέχιση της ύπαρξης του. Είναι το ένστικτο που ωθεί τον κάθε έναν από εμάς να προστατεύσει τον φυσικό του εαυτό από κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Στην ψυχαναλυτική θεωρία, ισχυριζόμαστε ότι υπάρχει ένας αντίστοιχος ενδοψυχικός μηχανισμός.

Με απλά λόγια το ψυχικό σύστημα του ανθρώπου αποτελείται από μηχανισμούς άμυνας που τον προστατεύουν από τον πόνο και το άγχος. Ωστόσο, η ισχυρότερη και πιο οδυνηρή μορφή άγχους είναι το άγχος θανάτου.

Σε όλο το φυσικό κόσμο είμαστε τα μόνα όντα που έχουμε γνώση του επικείμενου θανάτου μας. Η γνώση του ότι η ύπαρξη μας είναι πεπερασμένη γεννά μεγάλο άγχος το οποίο ενεργοποιεί τους εσωτερικούς μηχανισμούς άμυνας οι οποίοι σπεύδουν να μας προστατέψουν από αυτό.

Όταν ερχόμαστε στον κόσμο, είναι αδύνατο να επιβιώσουμε χωρίς την καθοριστική συμβολή των προσώπων φροντίδας τα οποία εξυπηρετούν τις άμεσες βιολογικές μας ανάγκες. Οι βιολογικές ανάγκες επιβίωσης συνδέονται στενά με θεμελιώδεις ψυχικές ανάγκες. Έτσι, αφού το βρέφος εξασφαλίσει την επιβίωση του αναζητά την κάλυψη σημαντικών ενδοψυχικών αναγκών όπως η ανάγκη για στοργή, αγάπη, ασφάλεια και προστασία.

Όσο περισσότερο ικανοποιηθούν οι ανάγκες αυτές, τόσο λειτουργικότερο και ωριμότερο θα γίνει το άτομο στην ενήλικη ζωή του. Φυσικά, η ανεπαρκής κάλυψη τους μπορεί να οδηγήσει το άτομο σε λιγότερο ή περισσότερο σοβαρές μορφές ψυχοπαθολογίας.Ο καθένας από εμάς λοιπόν στη μετέπειτα ζωή του έρχεται αντιμέτωπος με καταστάσεις που θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση του.

Αυτές οι καταστάσεις τον κάνουν να παλινδρομεί στο στάδιο της βρεφικής ηλικίας. Ομοιάζουν δηλαδή, με το πρώτο άγχος επιβίωσης που είχε όταν πρωτοήρθε στον κόσμο.

Αυτές οι καταστάσεις μπορεί να είναι μία σοβαρή ασθένεια, ο χαμός ενός αγαπημένου προσώπου ή ένα οποιοδήποτε τραυματικό γεγονός. Ο ενήλικας πλέον νιώθει όπως ένα βρέφος: μικρός και ανίσχυρος απέναντι στο γεγονός και προσπαθεί να προστατευτεί από αυτό. Χρειάζεται λοιπόν και πάλι ένα πρόσωπο φροντίδας, ένα δεύτερο πατέρα, ισχυρότερο και δυνατότερο όμως, που θα τον προστατεύσει από τα δεινά της ζωής. Αυτή η ανάγκη για προστασία οδηγεί στην δημιουργία του θεού.

Παρατηρώντας τις μονοθεϊστικές θρησκείες (Χριστιανισμός, Ισλάμ και Ιουδαϊσμός) η σχέση μεταξύ θεού-πιστού δε διαφέρει από τη σχέση πατέρα-νηπίου. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο ενήλικας αναβιώνει την πρώιμη σχέση που είχε με τον πατέρα του και την μεταφέρει στη σχέση του με το θεό.

Ο πιστός δηλαδή, μεταβιβάζει στο θεό όλα τα χαρακτηριστικά της πρωταρχικής αυτής σχέσης.

Έτσι λοιπόν έχουμε έναν παντοδύναμο θεό-πατέρα, αυταρχικό, απόλυτο, συγκεντρωτικό. Ένα θεό-πατέρα που δε διστάζει να ευνοήσει τα τέκνα που ακολουθούν τις προσταγές του και να τιμωρήσει όσους αψηφούν τις εντολές του. Ο θεός είναι κάποιος που τον προστατεύει και κάποιος τον οποίο φοβάται, μισεί και αγαπά την ίδια στιγμή. Με απλά λόγια ο θεός είναι ένα υποκατάστατο του πατέρα και ο πιστός τον προσεγγίζει με τα ίδια διφορούμενα συναισθήματα που προσέγγιζε και την πατρική φιγούρα.

Πίσω από κάθε θεό κρύβεται μία από τις πιο θεμελιώδεις ανάγκες της βρεφικής ηλικίας, η ανάγκη για έναν προστατευτικό και γεμάτο αγάπη πατέρα. Οι δυσκολίες της ζωής και αυτό το ίδιο το πεπερασμένο της ύπαρξης ξυπνάνε στον άνθρωπο έντονες μνήμες από εκείνο το στάδιο της πλήρους αδυναμίας.

Παλινδρομεί λοιπόν σε αυτό, έχοντας την ανάγκη να ξαναβιώσει ένα αίσθημα παντοδυναμίας έχοντας κάποιον να φροντίζει τις ανάγκες του. Αγαπά το θεό για τους ίδιους λόγους που ένα βρέφος αγαπά το πρόσωπο φροντίδας: επειδή καλύπτει όλες τις βιολογικές και ναρκισσιστικές του ανάγκες, προστατεύοντας το έτσι από εσωτερικές και εξωτερικές απειλές.