Σάββατο 29 Απριλίου 2023

ΠΛΑΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ: Δεσμώτες και σύγχρονος άνθρωπος

Μετά από αυτά όμως, είπα, φαντάσου την ανθρώπινη φύση ως προς την παιδεία και την απαιδευσία, σαν μια εικόνα που παριστάνει μια τέτοια κατάσταση. Δες λοιπόν με τη φαντασία σου ανθρώπους που κατοικούν μέσα σε μια σπηλιά κάτω από τη γη, που να έχει την είσοδό της ψηλά στην οροφή, προς το φως, σε όλο το μήκος της σπηλιάς μέσα της να είναι άνθρωποι αλυσοδεμένοι από την παιδική ηλικία στα πόδια και στον αυχένα, έτσι ώστε να είναι καρφωμένοι στο ίδιο σημείο και να μπορούν να βλέπουν μόνο μπροστά τους και να μην είναι σε θέση, εξαιτίας των δεσμών, να στρέφουν τα κεφάλια τους ολόγυρα. Κι οι ανταύγειες της φωτιάς που καίει πίσω τους να είναι πάνω και μακριά από αυτούς. Και ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, προς τα πάνω, να υπάρχει ένας δρόμος που στο πλάι του να είναι χτισμένο ένα τοιχάκι, όπου τα παραπετάσματα που τοποθετούν οι θαυματοποιοί μπροστά από τους ανθρώπους, και πάνω απ’ αυτά τους επιδεικνύουν τα ταχυδακτυλουργικά τους.

Βλέπω, είπε.

Φαντάσου λοιπόν κοντά σε τούτο το τοιχάκι, ανθρώπους να μεταφέρουν αντικείμενα κάθε είδους, που προεξέχουν από το τοιχάκι, καθώς και ανδριάντες και κάποια άλλα αγάλματα ζώων, πέτρινα και ξύλινα και κατασκευασμένα με κάθε είδους υλικό, και, όπως είναι φυσικό, από αυτούς που τα μεταφέρουν άλλοι μιλούν και άλλοι μένουν σιωπηλοί.

Παράδοξη εικόνα περιγράφεις, και παράδοξους συνάμα δεσμώτες, είπε.

Μα είναι όμοιοι με μας, είπα εγώ και πρώτα και κύρια, νομίζεις πως αυτοί έχουν δει κάτι άλλο από τους εαυτούς τους και τους υπόλοιπους που είναι μαζί, εκτός από τις σκιές που δημιουργεί η φωτιά, και που αντανακλούν ακριβώς απέναντι τους στον τοίχο της σπηλιάς;

Μα πως είναι δυνατόν, είπε, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατάνε ακίνητα τα κεφάλια τους εφ’ όρου ζωής;

Κι από αυτά που μεταφέρονται; Δεν θα έχουν δει ακριβώς το ίδιο; Τι άλλο;

Κι αν θα μπορούσαν να συνομιλούν μεταξύ τους, δεν νομίζεις πως σ’ αυτά που βλέπουν θεωρούν πως αναφέρονται οι ονομασίες που δίνουν;

Τι θα συνέβαινε, αν το δεσμωτήριο τους έστελνε αντίλαλο από τον απέναντι τοίχο, κάθε φορά που κάποιος από τους περαστικούς μιλούσε, νομίζεις πως θα θεωρούσαν πως αυτός που μιλάει είναι τίποτε άλλο από τη φευγαλέα σκιά;

Μα το Δία, όχι βέβαια, είπε.

Και σε κάθε περίπτωση, είπα εγώ, αυτοί δεν θα θεωρούν τίποτα άλλο σαν αληθινό, παρά τις σκιές των αντικειμένων.

Απόλυτη ανάγκη είπε.

Σκέψου όμως, είπα εγώ, ποια θα μπορούσε να είναι η λύτρωσή τους και η θεραπεία τους και από τα δεσμά κι από την αφροσύνη, αν τους συνέβαιναν τα εξής: Αν κάθε φορά, δηλαδή, που θα λυνόταν κάποιος και θ’ αναγκαζόταν ξαφνικά να σταθεί και να βαδίσει και να γυρίσει τον αυχένα του και να δει προς το φως, κι όλ’ αυτά θα τα έκανε με μεγάλους πόνους και μέσα από τα λαμπυρίσματα δεν θα μπορούσε να διακρίνει εκείνα, που μέχρι τότε έβλεπε τις σκιές τους, τι νομίζεις πως θ’ απαντούσε αυτός, αν κάποιος του έλεγε πως τότε έβλεπε φλυαρίες, ενώ τώρα είναι κάπως πιο κοντά στο ον και πως έχει στραφεί προς όντα που πραγματικά και βλέπει με σωστότερο τρόπο, και αν του έδειχνε το καθένα από αυτά που περνούσαν, ρωτώντας τον τι είναι και αναγκάζοντάς τον ν’ αποκριθεί, δεν νομίζεις πως αυτός θ’ απορούσε και θα νόμιζε πως αυτά που έβλεπε τότε ήταν πιο αληθινά από τα τωρινά που του δείχνουν;

Και πολύ μάλιστα, είπε.

Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε να βλέπει προς το ίδιο το φως, δεν θα πονούσαν τα μάτια του και δεν θα έφευγε για να ξαναγυρίσει σ’ εκείνα που μπορεί να δει καλά, και δεν θα νόμιζε πως εκείνα στην πραγματικότητα είναι πιο ευκρινή από αυτά που του δείχνουν;

Έτσι, είπε.

Και αν, είπα εγώ, τον τραβούσε κανείς με τη βία από εκεί, μέσα από ένα δρόμο κακοτράχαλο κι ανηφορικό, και δεν τον άφηνε, πριν τον τραβήξει έξω στο φως του ήλιου, δεν θα υπέφερε τάχα και δεν θα αγανακτούσε όταν τον έπαιρναν, κι αφού θα έφτανε στο φως, δεν θα πλημμύριζαν τα μάτια του από τη λάμψη και δεν θα του ήταν αδύνατο να δει ακόμα κι ένα απ’ αυτά που τώρα ονομάζονται αληθινά;

Όχι βέβαια, δεν θα μπορούσε έτσι ξαφνικά, είπε.

Έχω την εντύπωση πως θα χρειαζόταν να συνηθίσει, αν σκοπεύει να δει τα πράγματα που είναι πάνω. Και στην αρχή θα μπορούσε πολύ εύκολα να διακρίνει καλά τις σκιές, και μετά απ’ αυτό, πάνω στην επιφάνεια του νερού τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων πραγμάτων, και κατόπιν αυτά τα ίδια. Και μετά από αυτά, τ’ αντικείμενα που είναι στον ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό θα μπορούσε να δει ευκολότερα τη νύχτα, βλέποντας το φως των άστρων και της σελήνης, παρά στη διάρκεια της μέρας, τον ήλιο και το ηλιόφως.

Πως όχι;

Τελευταίο θα μπορούσε νομίζω να δει τον ήλιο, όχι στην επιφάνεια του νερού ούτε σε κάποια διαφορετική θέση τα είδωλά του, αλλά θα μπορούσε να δει καλά τον ήλιο καθαυτό στο δικό του τόπο και να παρατηρήσει προσεκτικά τι είδους είναι.

Κατ’ ανάγκη, είπε.

Και μετά θα συλλογιζόταν τότε για κείνον, πως αυτός είναι που ρυθμίζει τις εποχές και τους χρόνους και που κανονίζει τα πάντα στον ορατό κόσμο, καθώς και ο αίτιος, κατά κάποιο τρόπο, όλων εκείνων που έβλεπαν αυτοί.

Είναι φανερό, είπε, πως αυτά θα συμπεράνει ύστερα από τα προηγούμενα.

Τι λες λοιπόν; Όταν αναλογίζεται την πρώτη του κατοικία και την εκεί σοφία που είχε αυτός και οι τότε συνδεσμώτες του, δεν νομίζεις πως θα καλοτυχίζει τον εαυτό του για τούτη την αλλαγή και θα οικτίρει τους άλλους;

Και πολύ μάλιστα.

Κι αν υπήρχαν μεταξύ τους τότε κάποιες τιμές και έπαινοι και βραβεία γι’ αυτόν που θα μπορούσε να διακρίνει πιο καθαρά αυτά που περνούσαν μπροστά από τα μάτια του και γι’ αυτόν που θα μπορούσε να θυμηθεί περισσότερο ποια συνήθως περνούσαν πρώτα, ποια μετά και ποια ταυτόχρονα, και έτσι θα μπορεί να προβλέπει, τι θα έρθει στο μέλλον, νομίζεις πως αυτός θα κατεχόταν από σφοδρή επιθυμία και θα ζήλευε τους τιμημένους από κείνους και τους μεταξύ εκείνων κυρίαρχους ή θα είχε πάθει αυτό που λέει ο Όμηρος, και πολύ θα επιθυμούσε να ήταν ζωντανός στη γη κι ας δούλευε για άλλον, που είναι ο φτωχότερος” και θα προτιμούσε να έχει πάθει τα πάντα, παρά να νομίζει εκείνα που νόμιζε και να ζει έτσι εκεί;

Έτσι νομίζω τουλάχιστον, είπε, πως θα προτιμούσε να πάθει οτιδήποτε παρά να ζει έτσι.

Και τώρα βάλε στο μυαλό σου το εξής, είπα εγώ. Αν κατέβει αυτός πάλι και καθίσει στον ίδιο θρόνο, δεν θα ξαναγεμίσουν τάχα τα μάτια του σκοτάδι, αφού ήρθε ξαφνικά από τον ήλιο;

Και πολύ μάλιστα, είπε.

Αν χρειαζόταν ν’ ανταγωνιστεί αυτός με κείνους τους παντοτινούς δεσμώτες, λέγοντας την άποψή του σχετικά με τις σκιές, καθόσον χρόνο η όρασή του είναι αμβλεία, πριν προσαρμοστούν τα μάτια του, και για να συνηθίσουν δεν θα χρειαζόταν και τόσο μικρός χρόνος, άραγε δεν θα προκαλούσε περιπαιχτικά γέλια και δεν θα έλεγαν γι’ αυτόν πως με το ν’ ανεβεί επάνω, γύρισε με καταστραμμένα τα μάτια του και πως δεν αξίζει ούτε να προσπαθήσουν καν να πάνε επάνω; Και αυτόν που θα επιχειρήσει να τους λύσει και να τους ανεβάσει, αν τους δινόταν κάπως η ευκαιρία να τον πιάσουν και να τον σκοτώσουν, δεν θα τον σκότωναν;

Αναμφίβολα, είπε.

Αυτή την εικόνα λοιπόν, φίλε μου Γλαύκωνα, είπα εγώ, πρέπει να την προσαρμόσεις σε όλα όσα είπαμε πρωτύτερα και να παρομοιάσεις τον ορατό κόσμο με την κατοικία του δεσμωτηρίου, και τη φωτιά που αντιφέγγιζε μέσα σ’ αυτή με τη δύναμη του ηλιακού φωτός. Αν όμως παρομοιάσεις την ανάβαση και τη θέα των αντικειμένων, που βρίσκονται στον επάνω κόσμο, με την άνοδο της ψυχής στον νοητό κόσμο, δεν θα σφάλεις ως προς τη δική μου άποψη, αφού επιθυμείς να την ακούσεις. Κι ο θεός τουλάχιστον ξέρει αν τυχαίνει να είναι αληθινή. Εμένα λοιπόν έτσι μου φαίνεται. Πως στην περιοχή του γνωστού η ιδέα του αγαθού είναι τελευταία και μετά βίας διακρίνεται, όταν όμως τη διακρίνει κανείς δεν μπορεί να μην συλλογιστεί πως αυτή είναι η αιτία για όλα γενικά τα σωστά και καλά πράγματα, γεννώντας μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του φωτός, και γιατί μέσα στον νοητό κόσμο αυτή είναι που διευθύνει και παρέχει την αλήθεια και τον νου και πως πρέπει να την ατενίσει οπωσδήποτε αυτός που εννοεί να ενεργήσει φρόνιμα και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή.

Στην παραστατική εικόνα των αλυσοδεμένων μέσα στην υπόγεια σπηλιά, παρουσιάζεται ο άνθρωπος της “δόξας”, της πλάτης, του περιορισμένου οπτικού πεδίου, της εξαναγκασμένης όρασης. Ο άνθρωπος, που εκλαμβάνει ως κάτι πραγματικό τη θέα της σκιάς των πραγμάτων, αγνοεί την αλήθεια και είναι ανίκανος για ουσιαστική βοήθεια προς το σύνολο. Η εικόνα των αλυσοδεμένων αισθητοποιεί τον άνθρωπο της “εικασίας της “δόξας”, τον δέσμιο της πλάνης. Αυτός ο άνθρωπος μόνο κακό μπορεί να προκαλέσει αφού αδυνατεί να υπηρετήσει τόσο το ιδιωτικό όσο και το δημόσιο καλό. Συγκεκριμένα, στην 11η ενότητα εντοπίζονται οι εξής συμβολισμοί:

Η μισοσκότεινη σπηλιά: είναι ο αισθητός κόσμος, η ψευδής και απατηλή αισθητή πραγματικότητα. Το ημίφως της σπηλιάς είναι σύμβολο της αμάθειας, της ατελούς γνώσης των όντων στην οποία οδηγούν οι αισθήσεις. Παράλληλα, το σπήλαιο συμβολίζει και την αποτυχημένη πολιτική κοινωνία, στην οποία δεν κυβερνούν οι πεπαιδευμένοι, οι φιλόσοφοι (όπως στην ιδανική πλατωνική πολιτεία), αλλά δημαγωγοί και διεφθαρμένοι πολιτικοί. Στην αποτυχημένη αυτή πολιτεία (εδώ ο Πλάτων περιγράφει τα απορριπτέα πολιτικά συστήματα της εποχής του και κυρίως την παρηκμασμένη αθηναϊκή δημοκρατία), οι πολίτες (σύμβολό τους είναι οι δεσμώτες), απαίδευτοι, χωρίς κρίση και άβουλοι, παρασύρονται από φιλόδοξους δημαγωγούς, λαϊκιστές και διεφθαρμένους πολιτικούς, που κυβερνούν παρασύροντας το πλήθος σε λανθασμένες αποφάσεις με σκοπό την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων. Η αιτία της κατάστασης αυτής είναι η απαιδευσία : και των’ πολιτών, που τους κάνει άβουλους, και των’ αρχόντων’, που τους κάνει διεφθαρμένους. Στην ερμηνεία αυτή της αλληγορίας του σπηλαίου μας προσανατολίζει, μάλιστα, ο ίδιος ο Σω. με το «Όμοιους ἡμῖν»: οι δεσμώτες είμαστε εμείς, λέει στον Γλαύκωνα, οι απαίδευτοι δεσμώτες-πολίτες της διεφθαρμένης πολιτείας-σπηλιάς που κυβερνούν επίσης απαίδευτοι άρχοντες.

Οι δεσμώτες: είναι οι απαίδευτοι άνθρωποι, που ζουν μέσα στο σκοτάδι της αμάθειας, της πλάνης και της πνευματικής και ηθικής αποτελμάτωσης. Θεωρούν ότι οι σκιές είναι τα πραγματικά όντα, χωρίς να αντιλαμβάνονται την πλάνη τους. Είναι επίσης οι απαίδευτοι πολίτες: χωρίς κρίση και άβουλοι, παρασύρονται από φιλόδοξους δημαγωγούς, λαϊκιστές και διεφθαρμένους πολιτικούς, που κυβερνούν παρασύροντας το πλήθος σε λανθασμένες αποφάσεις με σκοπό την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

Οι αλυσίδες /τα δεσμά : είναι οι αισθήσεις. Κρατούν τους ανθρώπους δέσμιους κι ακίνητους από την παιδική τους ηλικία, υποχρεώνοντάς τους να βλέπουν’ μόνο τις σκιές των’ όντων στο τοίχωμα του σπηλαίου. Δεν’ τους αφήνουν να αντιληφθούν την πραγματικότητα με τη βοήθεια της λογικής και υπό το φως του ορθού λόγου. Σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, οι αλυσίδες μπορούν να παρομοιαστούν με τα εμπόδια που συναντάμε στη ζωή μας, με την προσήλωσή μας στα υλικά αγαθά που μας κρατούν μακριά από τη θέαση του αγαθού.

Οι σκιές και οι ήχοι: είναι τα δεδομένα της αίσθησης που οι αλυσοδεμένοι εκλαμβάνουν ως αληθινή πραγματικότητα. Πρόκειται για τα αισθητά πράγματα, τα αντιληπτά δια των αισθήσεων, τα θολά, σκιώδη και ψευδή «ομοιώματα», τα απεικάσματα, τα είδωλα των- ιδεών, των νοητών όντων, που είναι και τα μόνα αληθινά. Η κατάσταση των δεσμωτών είναι τέτοια, ώστε δεν αντιλαμβάνονται ότι η αισθητή πραγματικότητα είναι ψευδής. Πιστεύουν πως η μόνη πραγματικότητα είναι ό,τι βλέπουν ή ακούν, ό,τι τους δίνει η αίσθηση. Θεωρούν ότι οι σκιές και οι αντίλαλοι είναι η αλήθεια των όντων, ακριβώς διότι βρίσκονται δέσμιοι «έκ παίδων». Θα αντιδράσουν, επομένως, εναντίον όποιου προσπαθήσει να τους οδηγήσει προς την’ αληθινή γνώση (του φιλοσόφου, δηλαδή, που θα επιχειρήσει να τους διδάξει την αλήθεια των όντων). Στη συνέχεια της αλληγορίας, μάλιστα, ο Πλάτων αναφέρει ότι οι δεσμώτες θα σκοτώσουν αυτόν που θα μπορέσει να αποδράσει και αφού βγει από το σπήλαιο και γνωρίσει τις ιδέες και το Αγαθόν, επιστρέφει για να τους φωτίσει (υπαινιγμός για τη θανάτωση του Σωκράτη). Η στάση των δεσμωτών απέναντι στην πραγματικότητα μπορεί να αποδοθεί με τον όρο «αφελής εμπειρισμός» και η γνωστική τους κατάσταση με τον όρο «εικασία». Οι ήχοι που συνδέονται με τις σκιές αφορούν τα δεδομένα της αίσθησης το οποίο και εμπιστεύεται το υποκείμενο έχοντας τη χαμηλότερη ποιότητα γνώσης (εικασία). Έτσι, και σύμφωνα με την παραπομπή «φθεγγομένους», οι δεσμώτες συνδέουν τους ήχους με τις σκιές που βλέπουν και πιστεύουν ότι τους ήχους παράγουν οι σκιές.

Η τεχνητή φωτιά: πρόκειται για την αίσθηση, την’ οποία ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ως πηγή γνώσης, δηλαδή τη δυνατότητα που δίνει η αίσθηση στον άνθρωπο να αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Η φωτιά που καίει μέσα στη σπηλιά αποτελεί μια πηγή τεχνητού φωτός (και όχι φυσικού, όπως το φως του ήλιου), από το οποίο φωτίζονται τα αντικείμενα μέσα στη σπηλιά και δημιουργούνται οι σκιές. Έτσι, η φωτιά αυτή συμβολίζει την αίσθηση ως πηγή ατελούς γνώσης.

Επιπλέον, ως προς την γνωσιολογική πορεία του ανθρώπου από τον απατηλό αισθητό στον αληθινό νοητό κόσμο, η φωτιά αντιπροσωπεύει το στάδιο της «πίστεως», το στάδιο δηλαδή κατά το οποίο οι απελευθερωμένοι δεσμώτες βλέπουν κάτι διαφορετικό από τις σκιές που μέχρι τώρα αντίκριζαν. Είναι η πρώτη συνειδητοποίηση ότι αυτά που έβλεπαν μέχρι τώρα δεν ήταν τα αληθινά όντα. Βέβαια, δεν έχουν φτάσει ακόμη στην απόλυτη θέαση του Αγαθού. Αυτό θα γίνει, όταν καταφέρουν να βγουν έξω από τη σπηλιά, στο φως του ήλιου και της γνώσης (αληθινό φως).

Οι άνθρωποι που βρίσκονται ανάμεσα στη τεχνητή φωτιά και στους δεσμώτες- τα αντικείμενα που μεταφέρουν – οι ήγοι: πρόκειται για εικόνες φυσικών αντικειμένων που προέρχονται από το ανώτερο ορατόν (τη δεύτερη ανώτερη βαθμίδα του γνωσιολογικού σταδίου της “δόξας”). Δεν πρόκειται δηλαδή για τις σκιές, αλλά για τα αισθητά αντικείμενα στα οποία οφείλονται οι σκιές, και φωτίζονται από το τεχνητό φως της φωτιάς. Ο άνθρωπος αυτά τα συλλαμβάνει με την αίσθηση, είναι «προς μάλλον όντα τετραμμένος» (στραμμένος προς τα “μάλλον όντα”) και βρίσκεται στη γνωστική κατάσταση της «πίστεως», Ό,τι υπάρχει στη σπηλιά (με την εξαίρεση των φερόντων και των ίδιων των δεσμωτών), είτε είναι σκεύη είτε σκιές, θα πρέπει να θεωρηθούν λιγότερο φωτεινά και αληθή από τα όντα που βρίσκονται εκτός σπηλιάς. Οι ήχοι που συνδέονται με τους “φέροντας” τα διάφορα αντικείμενα αφορούν την εμπιστοσύνη του υποκειμένου στην ίδια την αίσθηση και όχι πια στο δεδομένο της (πίστις). Από την άποψη αυτή ο ήχος συνδέεται με τον φυσικό παραγωγό της και όχι με τη σκιά του.

Επομένως, για να συνοψίσουμε, καταλήγουμε ότι αυτοί που μεταφέρουν τα αντικείμενα, τα ίδια τα αντικείμενα. οι ήχοι και η φωτιά αφενός βρίσκονται μέσα στο σπήλαιο, αφετέρου συμβολίζουν τα «μάλλον όντα», που για να τα γνωρίσουν οι δεσμώτες έπρεπε πρώτα να απελευθερωθούν και να αρχίσουν την «ανάβαση» εντός σπηλιάς, αφήνοντας πίσω τους τις εικασίες, και τον σκιώδη κόσμο (σκιές) που αυτοί έβλεπαν (και άκουγαν). Βρισκόμαστε δηλαδή από γνωσιολογική άποψη στο επίπεδο της πίστης, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος εμπιστεύεται την ίδια την αίσθηση (φωτιά) και όχι το δεδομένο της (σκιά). Έτσι, η πίστις είναι γνώση ανώτερη από την εικασία, αλλά και οι δύο, εικασία και πίστις, αντιστοιχούν στον αισθητό κόσμο και στη δόξα, δηλαδή στην αισθητηριακή γνώση, η οποία είναι μεταβαλλόμενη και ασταθής και άρα όχι αληθινή.

Ο φωτεινός κόσμος είναι ο κόσμος που βρίσκεται έξω από τη σπηλιά και συμβολίζει τον κόσμο των ιδεών, την αληθινή πραγματικότητα, που γίνεται αντιληπτή μόνο με τη νόηση.

Ο ήλιος ως πηγή φωτός: είναι η ύψιστη Ιδέα του Αγαθού, πηγή της αληθούς, θείας και υπερβατικής γνώσης.

Η ανηφορική πορεία από το σπήλαιο προς την έξοδο: συμβολίζει την κοπιαστική πορεία του απελευθερωμένου δεσμώτη από την άγνοια προς τη γνώση, την γνωσιολογική απελευθέρωσή του, που σκοπό έχει την κατάκτηση της γνώσης και της αλήθειας με τη νόηση και την παιδεία και, επομένως, τη μεταστροφή του σε φιλόσοφο-βασιλέα. Έτσι, ο αισθητός κόσμος η εικασία και η δόξα αντιστοιχούν στον κόσμο εντός της σπηλιάς κατά αιτούσα πορεία, από τον χαμηλότερο και σκοτεινότερο χώρο προς τον υψηλότερο και φωτεινότερο, εντός σπηλιάς. Από την άλλη, ο πνευματικός κόσμος, η διάνοια και η νόηση αντιστοιχούν στον κόσμο έξω από τη σπηλιά κατά ανιούσα πορεία πάλι, δηλαδή από τον φωτεινό χώρο στην πηγή του φωτός (Ιδέα του Αγαθού). Έχοντας αποκτήσει ο άνθρωπος αυτά τα γνωστικά και κατά συνέπεια και ηθικά εφόδια θα μπορέσει να αφοσιωθεί πλήρως στο έργο της διακυβέρνησης της πολιτείας, που είναι και το ζητούμενο. Συνοπτικά, για να κατακτήσει κανείς τη γνώση χρειάζεται σταδιακά να αποδεσμεύεται από την κυριαρχία της αίσθησης και να κατακτήσει τη νόηση, να πορευτεί δηλαδή από τον αισθητό κόσμο στον νοητό. Ειδικότερα, η πορεία της γνώσης έχει ως εξής:

Αισθητός κόσμος:

α. ο κόσμος της δόξας (= γνώμης) ή της εικασίας: οι δεσμώτες βλέπουν τις σκιές των πραγμάτων, εμπιστεύονται ό,τι αισθάνονται.

β. η πίστη: ο απελευθερωμένος δεσμώτης αντικρίζει για πρώτη φορά τα αισθητά πράγματα (αυτά που μεταφέρουν οι άνθρωποι κατά μήκος του τοίχου) και τη φωτιά χάρη στην οποία «βλέπει» τον κόσμο της σπηλιάς. Συνειδητοποιεί πως διαθέτει αισθήσεις, στις οποίες οφείλεται η αντίληψή του για τον κόσμο.

Νοητός κόσμος:

α. διάνοια: ο απελευθερωμένος δεσμώτης αντικρίζει την εξωτερική πραγματικότητα, τον νοητό κόσμο, τις Ιδέες, τα «όντα όντως».

β. νόηση: ο απελευθερωμένος δεσμώτης ατενίζει τον ίδιο τον ήλιο, την πηγή του φωτός, δηλαδή φτάνει στη θέαση της Ιδέας του Αγαθού «ο Πλάτωνας την ιδέα του αγαθού σαν πηγή της πνευματικής ύπαρξης, που δίνει στα νοητά αντικείμενα την αλήθεια και στον άνθρωπο που βρίσκεται στο δρόμο της γνώσης τη δυνατότητα να τα συλλάβει, τη συγκρίνει με τον ήλιο, που επιτρέπει στα πράγματα να γεννιούνται μέσα στον ορατό κόσμο, μας δημιουργεί όμως χάρη στο φως την προϋπόθεση με την οποία τα βλέπουμε.».

Δεσμώτες και σύγχρονος άνθρωπος

Όπως οι πλατωνικοί δεσμώτες, κλεισμένοι μέσα στη σπηλιά, θεωρούν πραγματικότητα τις σκιές που βλέπουν να προβάλλονται μπροστά τους, έτσι και ο σύγχρονος άνθρωπος είναι δέσμιος της καταναλωτικής του μανίας σε όλα τα επίπεδα και πρώτα πρώτα στην άκριτη, παθητική και εξανδραποδιστική κατανάλωση θεάματος. Το θέαμα ως είδηση, γνώση, ψυχαγωγία, ενημέρωση κ.τ.λ., η ισοπεδωτική λειτουργία των ΜΜΕ και η υπερπληροφόρηση συσκοτίζουν την πραγματικότητα και απομακρύνουν τον σύγχρονο άνθρωπο από την αλήθεια. Πιστεύει ότι η πραγματική ζωή και ευτυχία βρίσκονται στο θέαμα, στα υλικά αγαθά και στο χρήμα και έτσι παραμελεί άλλα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως την αυτογνωσία, τις ανθρώπινες σχέσεις, την πνευματική καλλιέργεια.

JEAN JACQUES ROUSSEAU: Η υπομονή είναι μια ρίζα πικρή, αλλά οι καρποί της είναι γλυκύτατοι

Ο Γάλλος φιλόσοφος Ρουσσό δήλωνε ότι «Ο άνθρωπος είναι καλός εκ φύσεως». Τότε, γιατί πράττουμε άσχημα; Κατά τον Ζαν-Ζακ Ρουσσό, η κοινωνία είναι αυτή που μας διαφθείρει και μας κάνει να πράττουμε άσχημα. Την τόλμη του να υποστηρίξει μια τέτοια θεωρία στο απόγειο της εποχής του Διαφωτισμού την πλήρωσε με πολλούς εχθρούς και πολλές πικρίες. Η εποχή του υποστήριζε την πρόοδο κι εκείνος τη θεωρούσε αιτία όλων των δεινών.

Μπορεί η καταγωγή του και η ταραγμένη του ζωή να τον είχαν επηρεάσει στη διαμόρφωση της θεωρίας του.

Γιος ενός ωρολογοποιού και ορφανός από μητέρα, μεγάλωσε χωρίς να λάβει εκπαίδευση. Από πολύ μικρός, άρχισε να δουλεύει ως μαθητευόμενος ενός συμβολαιογράφου κι έπειτα ενός χαράκτη, ο οποίος του φερόταν κτηνωδώς. Εγκατέλειψε τη Γενεύη και κατέφυγε στην προστασία κάποιας βαρόνης η οποία, εκτός του ότι τον έκανε εραστή της, τον έπεισε να προσηλυτιστεί και στον καλβινισμό. Κι έτσι άρχισε μια εποχή αυτομόρφωσης.

Κατέληξε να παντρευτεί μια υπηρέτρια εντελώς αναλφάβητη με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά. Αυτό δεν τον εμπόδισε να συνεχίσει να έχει ερωμένες και ν’ αλλάζει χώρες, διαμονή και θρησκεία, καταλαμβανόμενος, με το πέρασμα των χρόνων, από μανία καταδίωξης. Στην Πραγματεία περί της καταγωγής και των θεμελίων της ανισότητας ανάμεσα στους ανθρώπους, ο Ρουσσό συγκρούεται με την ιδέα του Διαφωτισμού περί προόδου, θεωρώντας ότι οι άνθρωποι σε φυσική κατάσταση είναι εξ ορισμού αθώοι κι ευτυχισμένοι κι ότι ο πολιτισμός και η κουλτούρα είναι αυτά που τους επιβάλλουν τη μεταξύ τους ανισότητα, ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση του θεσμού της ιδιοκτησίας, κι έτσι τους φέρνουν τη δυστυχία.

Για να ξανακερδίσουμε τον χαμένο παράδεισο, ιδού κάποιες προτάσεις του μεγάλου αυτού ουμανιστή:
  • Να μην απομονώνεσαι μπρος στις ωμότητες του κόσμου, αλλά να μοιράζεσαι τα αισθήματά σου με τους ομοίους σου.
  • Είναι καλύτερα να αντιμετωπίσεις έναν έντονο πόνο παρά μια μακρά θλίψη.
  • Τα πάθη είναι καλά όσο είμαστε κυρίαρχοί τους και δε μας κάνουν σκλάβους τους.
  • Η χαμένη ελευθερία σπανίως ανακτάται.

Ανακαλύφθηκε στην Γαλλία ναός αφιερωμένος στον θεό του πολέμου Άρη

Έπειτα από οκτώ μήνες ανασκαφών οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ναό αφιερωμένο στον θεό Άρη.

Ο ναός αποτέλεσε αντικείμενο πλήρους μελέτης, με τη δημιουργία του να εκτιμάται στις αρχές της ρωμαϊκής περιόδου και την εγκατάλειψή του τον IV. αιώνα μ.Χ.

Πολύ γρήγορα, βρέθηκε ένα αγαλματίδιο του θεού Άρη, γεγονός που αποδεικνύει ότι το ιερό ήταν αφιερωμένο στο θεό του πολέμου.

Η υπόθεση αυτή ενισχύθηκε, κατά τη διάρκεια της ανασκαφής, μετά την ανακάλυψη πολλών στοιχείων οπλισμού (ξίφη, αιχμή δόρατος…) που πιθανότατα εναποτέθηκαν σε αφοσίωση στο πρόσωπο του θεού από στρατιώτες.

Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν επίσης μια μικρή νεκρόπολη, αποτελούμενη από 40 τάφους, με τα αντικείμενα που εναποτέθηκαν με τους νεκρούς, να ήταν ακόμα παρόντα. Μεταξύ αυτών ήταν: γυάλινα και κεραμικά αγγεία και υποδήματα.

Μερικοί τάφοι ήταν πιο πλούσια προικισμένοι, με ασημένια κοσμήματα (βραχιόλια, καρφίτσες και πόρπες ζώνης), καθώς και γυάλινες χάντρες.

Ο πλουσιότερος τάφος εμπεριείχε ένα στιλέτο και κομμάτια που ανήκαν σε ιμάντα αλόγου. Ανάμεσά τους, ένα σιδερένιο κομμάτι και πολλές χάλκινες απλίκες που επρόκειτο να διακοσμήσουν το χαλινάρι και τα ηνία. Αυτά τα αντικείμενα καθιστούν δυνατή τη χρονολόγηση της νεκρόπολης της ύστερης αρχαιότητας, μεταξύ του IV αιώνα και το V αιώνα μ.Χ.

Τα κτήρια που ανακαλύφθηκαν είναι: ο ιερός ναός, ένα σπα και η νεκρόπολη. Ο όγκος των αντικειμένων που βρέθηκαν είναι σημαντικός: 35 κιβώτια κεραμικών επίπλων, επτά κιβώτια αρχιτεκτονικών στοιχείων και 755 μεμονωμένα αντικείμενα (γυαλί, μέταλλο, κεραμικά). Ανάμεσά τους, δώδεκα σιδερένια σπαθιά, τέσσερα άγκιστρα κλαδέματος, μερικές περόνες, πολλά στοιχεία οπλισμού, ξίφη, στρατιωτικός εξοπλισμός και τα αντικείμενα των νεκρών (γυαλί, κεραμικά δοχεία, κομμάτια ρουχισμού ή στολίδια).

Ο Αριστοτέλης και οι προϋποθέσεις της φιλίας

Μετά το ξεκαθάρισμα ότι η φιλία έχει άμεση σχέση με την ηθική αρετή (μόνο οι πραγματικά ενάρετοι μπορούν να φτάσουν στο βαθύτερο είδος φιλίας) ο Αριστοτέλης προβαίνει στον άμεσο παραλληλισμό της φιλίας με την αρετή: «Όπως στην περίπτωση των αρετών μιλούμε για καλούς ανθρώπους α) ενσχέσει με τη μόνιμη και σταθερή ιδιότητα του χαρακτήρα τους και β) ενσχέσει με τον τρόπο που εκδηλώνουν αυτή την ιδιότητα του χαρακτήρα τους με συγκεκριμένες ενέργειες, έτσι και στην περίπτωση της φιλίας» (1157b 5, 6-8).

Το ότι η αληθινή φιλία έχει να κάνει με τους ανθρώπους που κατέχουν την ηθική αρετή ο Αριστοτέλης το θεωρεί τόσο θεμελιώδες για την περαιτέρω διερεύνηση του θέματος που προτίθεται να το επαναλάβει: «Η πιο αληθινή λοιπόν φιλία είναι η φιλία των αγαθών ανθρώπων, όπως επανειλημμένα το έχουμε ήδη πει» (1157b 5,27-28)..

Όμως, το πρόταγμα της αληθινής φιλίας που βασίζεται στην αρετή υπερβαίνοντας τα επιφανειακά κίνητρα της απλής ευχαρίστησης ή της ωφέλειας-χρησιμότητας που μπορεί να προκύψει από κάποια γνωριμία, δε σημαίνει ότι τα απαξιώνει. Η άντληση χαράς από μία σχέση είναι αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση για την περαιτέρω σύσφιξή της, ώστε να εξελιχθεί σε φιλία. Φιλία που δεν εμπεριέχει την ευχαρίστηση (και από τις δύο πλευρές) δεν υφίσταται, αφού κανείς δεν μπορεί να γίνει φίλος με κάποιον που τον δυσαρεστεί.

Κι αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά της αληθινής φιλίας από την επιφανειακή σχέση των ανθρώπων, αφού δεν περιορίζεται στο ανάλαφρο της ευχάριστης συντροφιάς αλλά προχωρά σε κάτι βαθύτερο και πιο ουσιαστικό, που έχει να κάνει με την πραγμάτωση της αρετής, ώστε να μετουσιωθούν οι σχέσεις σε φιλία. Το ότι κάποιος έχει χιούμορ και μπορεί να κάνει τους άλλους να γελάνε (που μπορεί δηλαδή να προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση στην ομήγυρη) δε σημαίνει ότι εκπληρώνει και τις προϋποθέσεις της φιλίας, καθώς, αν δε διέπεται από αρετή, μπορεί να αποδειχθεί ανάξιος της εμπιστοσύνης ή αφερέγγυος ή συμφεροντολόγος ή ακόμη κι επικίνδυνος, εφόσον το φέρουν οι περιστάσεις.

Για τον Αριστοτέλη η ευχαρίστηση της συναναστροφής είναι προϋπόθεση κι όχι επισφράγιση μιας φιλίας. Η επισφράγιση είναι η αρετή που θα ολοκληρώσει τη φιλική σχέση προσδίδοντας εκείνα να χαρακτηριστικά με τα οποία οι άνθρωποι νιώθουν σίγουροι μεταξύ τους. Γι’ αυτό η σταθερή φιλία χρειάζεται χρόνο. Πρέπει κάποιος να νιώθει βεβαιότητα προκειμένου να ανοιχθεί στις σχέσεις του.

Κι αν πρέπει να ειπωθεί αλλιώς, η φιλία τίθεται ως μια μορφή κλιμάκωσης των σχέσεων που ξεκινά από το ευχάριστο και το ωφέλιμο και καταλήγει στην κοινή αντίληψη της αρετής. Αν οι σχέσεις δεν προχωρήσουν σ’ αυτό το δεύτερο επίπεδο είναι καταδικασμένες στην επιφάνεια κι ως εκ τούτου κρίνονται δευτερεύουσες και ελάχιστα ανθεκτικές: «Γιατί άξιο να αγαπηθεί και να προτιμηθεί θεωρείται ότι είναι το καθεαυτό αγαθό ή ευχάριστο, και για το κάθε επιμέρους άτομο αυτό που είναι αγαθό ή ευχάριστο γι’ αυτόν τον ίδιο: ο αγαθός άνθρωπος είναι άξιος της αγάπης και της προτίμησης του αγαθού ανθρώπου για τους δύο αυτούς λόγους» (1157b 5, 28-30).

Με άλλα λόγια, η ευχαρίστηση και το ωφέλιμο (από μόνα τους) δεν αρκούν, αλλά δεν είναι και άσχετα με τη διαμόρφωση της δυνατής φιλίας: «Γιατί οι φίλοι που ζουν μαζί, χαίρονται ο ένας τον άλλον και προσφέρουν ο ένας στον άλλον αγαθά» (1157b 5, 8-9). Κι αυτή είναι η χρησιμοθηρική όψη της φιλίας, αφού πρωτίστως πρέπει κανείς να εισπράττει συναισθηματικά προκειμένου να συνάψει κάποια φιλία.

Η ιδιοτέλεια αυτού του είδους δεν υποβαθμίζει τις σχέσεις σε κάτι χρηστικό (η φτήνια της απλής χρηστικότητας αφορά τα κατώτερα είδη φιλίας), αλλά καταδεικνύει την ωφελιμιστική εκδοχή της αρετής, καθώς ο άνθρωπος οφείλει να είναι αγαθός πριν απ’ όλα για τον εαυτό του. Μόνο με την κατάκτηση της αρετής μπορεί κανείς να φτάσει και στην κατάκτηση της φιλίας, δηλαδή στην ύψιστη ευτυχία που πραγματώνεται από τη γνησιότερη μορφή επικοινωνίας.

Γι’ αυτό η φιλία είναι ίσως το σπουδαιότερο αγαθό. Γιατί αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη μορφή συνύπαρξης. Κι αυτό δεν έχει καμία σχέση ούτε με τις επαγγελματικές φιλοδοξίες ούτε με την κοινωνική αναρρίχηση ούτε με καμία τέτοιου είδους ωφελιμιστική εκδοχή. Γιατί οι χρησιμότητες αυτού του είδους δε σχετίζονται με τη συναισθηματική ολοκλήρωση, αλλά με την υστεροβουλία του συμφέροντος που ανά πάσα στιγμή μπορεί να αλλάξει.

Η γνήσια φιλία δεν καλλιεργείται με κίνητρα ευτελή. Οικοδομείται στη σταθερή βάση της αμοιβαιότητας. Και δεν υπάρχει τίποτε πιο σταθερό από την αμοιβαιότητα της ευτυχίας: «Οι ευτυχείς και οι ευδαίμονες άνθρωποι τους χρήσιμους φίλους δεν τους χρειάζονται, τους ευχάριστους όμως τους χρειάζονται· θέλουν, πράγματι, να ζουν πάντοτε μαζί με κάποιους, και ενώ μπορούν να αντέξουν ένα δυσάρεστο πράγμα για ένα μικρό χρονικό διάστημα, κανείς δε θα μπορούσε να το υπομείνει σε μια μεγάλη συνέχεια χρόνου» (1158a 6, 25-28).

Το δυσάρεστο που υπομένει κανείς για χάρη κάποιας ωφέλειας (με το πέρασμα του χρόνου) γίνεται ανυπόφορο. Κι αυτό είναι η απόδειξη ότι το ωφέλιμο (από μόνο του) όχι μόνο δεν αποτελεί παράγοντα φιλίας, αλλά ούτε καν μπορεί να είναι ανεκτό. Η ευχαρίστηση κρίνεται απείρως καθοριστικότερη στην οικοδόμηση των ανθρωπίνων σχέσεων. Αλλά κι αυτή έχει τα όριά της. Αν δε συνοδευτεί από την αρετή σταδιακά θα ξεφτίσει: «Αυτός είναι ο λόγος που οι ευτυχείς και ευδαίμονες άνθρωποι ψάχνουν να βρουν φίλους ευχάριστους, που, πέρα από το να είναι ευχάριστοι, να είναι και καλοί άνθρωποι· κάτι παραπάνω: καλοί για τους ίδιους· έτσι οι φίλοι τους θα έχουν όλες τις ιδιότητες που πρέπει να έχουν οι φίλοι» (1158a 6, 29-31).

Η διευκρίνιση «καλοί για τους ίδιους» καταδεικνύει ότι η φιλία χρειάζεται κι άλλες προϋποθέσεις πέρα από την ηθική αρετή. Πράγματι κανείς δεν μπορεί να είναι φίλος με κάποιον, ώστε να τον συναναστρέφεται σε καθημερινή βάση, με μοναδικό κριτήριο ότι είναι καλός ή δίκαιος άνθρωπος. Οπωσδήποτε θα τον εκτιμά γι’ αυτό, αλλά η εκτίμηση δεν αποτελεί από μόνη της εχέγγυο φιλίας. Χρειάζεται κάτι περισσότερο.

Τα κοινά ενδιαφέροντα, τα κοινά βιώματα, η από κοινού αποδοχή του ορθού, η σύμπλευση (δε γίνεται λόγος για πλήρη ταύτιση) σε όλα αυτά που προσδίδουν χαρά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκπλήρωση της σταθερής φιλίας. Όταν δυο άνθρωποι δεν μπορούν να νιώσουν ευχαρίστηση με κοινά πράγματα, είναι σχεδόν αδύνατο να συσφίξουν τις σχέσεις: «πιο πολύ μοιάζει με την πραγματική φιλία αυτή που συνάπτεται για την ευχαρίστηση, όταν και οι δύο πλευρές δέχονται, η μία από την άλλη, τις ίδιες ευχαριστήσεις και χαίρονται η μια την άλλη ή χαίρονται με τα ίδια πράγματα, όπως συμβαίνει π.χ. στις φιλίες των νέων ανθρώπων· σ’ αυτές, πράγματι, τις φιλίες βρίσκει κανείς σε μεγαλύτερο βαθμό τη γενναιοδωρία και τη μεγαλοψυχία που χαρακτηρίζουν τον ελεύθερο άνθρωπο, ενώ η φιλία που βασίζεται στο όφελος προσιδιάζει στους αγοραίους και τους ανελεύθερους ανθρώπους» (1158a 6, 21-25).

Το ότι οι φιλίες των νέων πολλές φορές αποδεικνύονται επιπόλαιες και δεν αντέχουν στο χρόνο έχει να κάνει με τη μεταβλητότητα του χαρακτήρα τους. Οι διαρκείς αλλαγές των προτιμήσεών τους σηματοδοτούν και τις αλλαγές στους ανθρώπους που τους πλαισιώνουν. Το γεγονός αυτό, όμως, δεν ακυρώνει την ελευθερία των επιλογών τους, αφού σε κάθε περίπτωση συμπεριφέρονται ανυστερόβουλα (κι αν έχουν κάποια υστεροβουλία δεν μπορεί να συγκριθεί με την υστεροβουλία των μεγάλων) συνάπτοντας σχέσεις με κύριο γνώμονα την ευχαρίστηση που αντλούν από τη συναναστροφή.

Η σταθερότητα του χαρακτήρα αποτελεί ακόμη μία προϋπόθεση για τη σταθερή φιλία. Αν ο χαρακτήρας αλλάξει (μαζί με τα ενδιαφέροντα) τότε παύει να εκπληρώνεται το κοινό επικοινωνιακό πλαίσιο της ευχαρίστησης υπονομεύοντας τη φιλία. Το ίδιο κι από την άποψη της ηθικής. Εκείνοι που στην πορεία της ζωής τους διαφθείρονται είτε για το χρήμα είτε για την εξουσία, σχεδόν νομοτελειακά αλλάζουν και φιλικό περιβάλλον, καθώς είναι δύσκολο να γίνουν ανεκτοί από τις παλιές τους γνωριμίες.

Κι αν για τους νέους μπορούμε να πούμε ότι συμπεριφέρονται ανυστερόβουλα σε όλες τους τις αλλαγές, δεν είναι το ίδιο εύκολο να ειπωθεί αυτό και για τους μεγαλύτερους. Η συνήθης υστεροβουλία των αλλαγών τους όχι μόνο τους απομακρύνει από τους παλιούς τους φίλους, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να τους κάνει και απεχθείς: «Αν ήταν λοιπόν σωστό ότι ο φίλος επιθυμεί το καλό του φίλου του για χάρη εκείνου του ίδιου, τότε ο φίλος του θα πρέπει να παραμένει αυτό ακριβώς που είναι» (1159a 7, 10-12).

Η ευχαρίστηση που αντλείται από τους δύο φίλους αποτελεί τη διάδραση των συναισθημάτων, η οποία επιφέρει την πληρότητα. Με άλλα λόγια, η φιλία αποτελεί αμοιβαιότητα ενδιαφέροντος και αγάπης. Κι αυτός είναι ο λόγος που η φιλία είναι περισσότερο έξη κι όχι πάθος: «Το να αγαπάει κανείς φαίνεται ότι είναι πάθος, ενώ η φιλία ότι είναι έξη· γιατί την αγάπη μπορεί κανείς να την έχει το ίδιο και για τα άψυχα πράγματα, η ανταπόδοση όμως της αγάπης προϋποθέτει προτίμηση και επιλογή: αυτή η προτίμηση και επιλογή πηγάζει από μία έξη· το καλό, επίσης, αυτών τους οποίους αγαπούν το θέλουν αυτοί οι άνθρωποι για χάρη εκείνων, και όχι ως αποτέλεσμα πάθους αλλά ως αποτέλεσμα έξης. Και αγαπώντας το φίλο αγαπούν αυτό που είναι αγαθό για τους ίδιους· γιατί ο αγαθός άνθρωπος, όταν γίνει φίλος, γίνεται ένα αγαθό για το φίλο του» (1157b 5, 31-37).

Η αγάπη και το ενδιαφέρον προς το φίλο είναι η ευχαρίστηση που αντλείται από την επίτευξη οποιουδήποτε πράγματος αποτελεί καλό γι’ αυτόν. Είναι, δηλαδή, η ανιδιοτέλεια προς ένα άλλο πρόσωπο που μας συμπληρώνει συναισθηματικά. Η συμπλήρωση όμως «αγαπώντας το φίλο αγαπούν αυτό που είναι καλό για τους ίδιους» είναι η ιδιοτελής πλευρά (αφού τελικά το καλό του φίλου μετατρέπεται και σε δικό μας καλό) που καταδεικνύει ότι οι σχέσεις γίνονται τόσο δυνατές που η έννοια του καλού ταυτίζεται σαν να μιλάμε για το ίδιο πρόσωπο.

Ο φίλος που φθονεί τις επιτυχίες του φίλου του δεν είναι φίλος, ακριβώς γιατί δε νιώθει αυτή την ταύτιση. Κι αυτή είναι η συναισθηματική διάδραση που μετατρέπει τη φιλία σε έξη. Γιατί μόνο ο ενάρετος είναι σε θέση να ταυτιστεί σε βαθμό που να ξεπεράσει κάθε ανταγωνιστικότητα. Κι αφού κάποιος αποκτά την αρετή με εθισμό, τότε δεν μπορεί παρά να αποκτά και το άμεσο παράγωγό της (τη φιλία) με τον ίδιο τρόπο.

Η διάδραση αυτή καταδεικνύει ότι οι φιλικές σχέσεις αφορούν μόνο τους ανθρώπους κι ότι φιλίες με άψυχα πράγματα δεν μπορούν να υπάρξουν: «θα ήταν, πράγματι, γελοίο να θέλει κανείς για το κρασί “το καλό του”, και αν υπάρχει περίπτωση να θέλει κανείς κάτι γι’ αυτό, αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το να θέλει να διατηρηθεί αυτό σε καλή κατάσταση, για να το έχει ο ίδιος» (1155b 2, 34-36). Από τη στιγμή που δεν μπορεί να υπάρξει συναισθηματική διάδραση με το κρασί δεν μπορεί να γίνει λόγος και για φιλία.

Ο παραγκωνισμός των φίλων προς όφελος του χρήματος δεν είναι τίποτε άλλο από την προτεραιότητα που δίνει κανείς στη φιλία του κρασιού (ή όποιου άλλου άψυχου πράγματος πρόκειται να αγοράσει) από εκείνη των ανθρώπων. Είναι, δηλαδή, ο ύψιστος παραλογισμός που καταδεικνύει την απόλυτη ανθρώπινη παραπλάνηση. Η θεοποίηση του χρήματος δεν είναι παρά η υπονόμευση των ανθρώπινων σχέσεων. Οι κοινωνίες που κινούνται με τέτοια πρότυπα είναι οι κοινωνίες που ευνοούν τα κατώτερα είδη φιλίας, εκείνα που αποβλέπουν στο χρήσιμο ή στο επιφανειακά ευχάριστο και που αρμόζουν περισσότερο στους ευτελείς και αγοραίους ανθρώπους.

Και βέβαια η φιλία δεν είναι κάτι στατικό ή δεδομένο. Είναι σχέση που τροφοδοτείται διαρκώς. Γι’ αυτό και χρειάζεται καθημερινή επαφή. Καμιά φιλία δε γεννιέται εξ αποστάσεως. Όταν όμως γεννηθεί και στεριώσει μέσα από τη δύναμη των κοινών βιωμάτων που θα ολοκληρώσουν την οικειότητα, η απόσταση δεν είναι εύκολο να τη φθείρει: «όταν όμως ο καθένας τους ζει σε άλλον τόπο, δεν πράττουν, βέβαια, τα έργα της φιλίας, είναι όμως διατεθειμένοι να τα πράττουν· γιατί η τοπική απόσταση δεν αίρει γενικά τη φιλία, αλλά μόνο τη (φιλική) ενέργεια» (1157b 5, 9-12).

Αν, όμως, η χρόνος της απουσίας τραβήξει πολύ, η φιλία μπορεί να ξεθυμάνει και να οδηγηθεί στη λήθη. Η προσωπική επαφή τίθεται ως αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση της φιλίας. Οι φιλίες που οδηγούνται σε απόσταση πρέπει με κάποιο τρόπο να διατηρούν την επαφή, έστω και σε αραιά χρονικά διαστήματα. Αν αυτό δε συμβεί, τότε τα πράγματα γίνονται εύθραυστα: «Αν, πάντως, η απουσία κρατάει για πολύ χρόνο, τότε φαίνεται ότι κάνει τους ανθρώπους να ξεχάσουν και τη φιλία τους· εξού και η ρήση: “Πολλές φιλίες χάλασε η απροσηγορία”» (1157b 5, 12-15).

Και βέβαια, όσο γερνάει ο άνθρωπος τόσο πιο δύσκολα κάνει φίλους: «Μεταξύ των στρυφνών και των ηλικιωμένων ανθρώπων η φιλία γεννιέται λιγότερο συχνά, αφού η άνθρωποι αυτοί είναι πιο δύστροποι και χαίρονται λιγότερο τη συντροφιά των άλλων – αυτά δε θεωρούν οι άνθρωποι πως είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά της φιλίας και αυτά που κατά κύριο λόγο γεννούν τη φιλία; Αυτός είναι και ο λόγος που, ενώ οι νέοι άνθρωποι γίνονται γρήγορα φίλοι, οι ηλικιωμένοι όχι» (1158a 6, 2-6).

Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα της δυσκολίας των ηλικιωμένων στη φιλία έχει να κάνει και πάλι με την ευχαρίστηση: «Δε φαίνεται, επίσης, να συνάπτουν εύκολα φιλίες ούτε οι ηλικιωμένοι ούτε οι στρυφνοί άνθρωποι· ο λόγος είναι ότι μέσα στους ανθρώπους αυτούς υπάρχει γενικά λίγη μόνο ευχαρίστηση, και φυσικά κανείς δεν μπορεί να περνάει τις μέρες του μαζί με έναν δυσάρεστο ή έναν όχι ευχάριστο άνθρωπο· πραγματικά, ο καθένας μπορεί να δει καθαρά ότι η φύση αποφεύγει πάρα πολύ ό,τι είναι δυσάρεστο και ότι, αντίθετα, αποζητάει το ευχάριστο» (1157b 5, 15-19).

Το κριτήριο, όμως, που θα καθορίσει από την αρχή την επιλογή του φίλου έχει να κάνει με την ισότητα. Φιλίες που δεν ξεκινούν με ίσους όρους στην ουσία δεν είναι φιλίες, αφού η ανωτερότητα ή κατωτερότητα κάποιου στη συναναστροφή ακυρώνει το αυθόρμητο που θα γεννήσει την οικειότητα: «Το πράγμα γίνεται φανερό, αν υπάρξει μια μεγάλη απόσταση της μιας από την άλλη πλευρά από την άποψη της αρετής ή της κακίας, του πλούτου ή κάποιου άλλου πράγματος: τότε δεν είναι πια φίλοι – ούτε καν την περιμένουν για τον εαυτό τους μια τέτοια φιλία» (1158b 7, 37-39).

Κι αν αυτό δεν είναι αρκετά σαφές, ο Αριστοτέλης θα διευκρινίσει: «Το πράγμα είναι φανερό και στην περίπτωση των βασιλιάδων: ούτε και με αυτούς οι άνθρωποι που είναι πολύ κατώτεροί τους περιμένουν ποτέ να γίνουν φίλοι, όπως και οι εντελώς ασήμαντοι άνθρωποι δεν περιμένουν ποτέ να γίνουν φίλοι με τους άριστους ή σοφότατους ανθρώπους. Στις περιπτώσεις αυτές δεν είναι, βέβαια, δυνατό να προσδιορισθεί με ακρίβεια το όριο της υπεροχής ώστε να είναι δυνατή η φιλία: πολλά μπορεί να λείψουν από τη μια πλευρά και η φιλία ακόμη να παραμένει· αν όμως η απόσταση ανάμεσα στις δυο πλευρές γίνει πολύ μεγάλη (σαν την απόσταση π.χ. που χωρίζει το θεό από τον άνθρωπο), τότε δεν υπάρχει πια φιλία» (1159a 7, 1-7).

Το μορφωτικό επίπεδο, οι ταξικές αποστάσεις, οι σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονται μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι παίζουν ρόλο καθοριστικό για την επιλογή των φίλων. Ο υπηρέτης δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει φίλος με το βασιλιά, όσο κι αν δημιουργούνται σχέσεις οικειότητας ή εμπιστοσύνης. Με τον ίδιο τρόπο δε θα μπορούσε να γίνει φίλος, με τη βαθύτερη σημασία της λέξης, ένας άνθρωπος υψηλού μορφωτικού επιπέδου με κάποιον που δεν τέλειωσε το δημοτικό. Μπορεί να υπάρχουν σχέσεις συμπάθειας, μπορεί να υπάρχει εκτίμηση κι από τις δυο πλευρές, όχι όμως φιλία. Γιατί οι σχέσεις αυτού του είδους δεν μπορούν να αντέξουν σε επίπεδο καθημερινής συναναστροφής.

Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν είναι εύκολο (θα λέγαμε είναι αδύνατο) να συναφθούν φιλίες στη βάση της εξουσίας. Οι σχέσεις εξουσίας διαστρέφουν τις ανθρώπινες επαφές υποβιβάζοντάς τες σε επίπεδο καθαρά χρησιμοθηρικό. Αυτός που ασκεί την εξουσία (σε οποιοδήποτε επίπεδο) θέλει ανθρώπους που να εκτελούν αυτά που ίδιος θεωρεί σωστά. Όση οικειότητα ή όση εκτίμηση κι αν υπάρχει είναι αδύνατο να επικαλυφθεί η αρχή της ανωτερότητας που διαμορφώνει τα όρια. Σε τελική ανάλυση αυτό που επιχειρείται να συγκαλυφθεί είναι η εξάρτηση. Και δε χρειάζονται επεξηγήσεις για τη σχέση του αφεντικού με τους υπαλλήλους, γιατί, όσο κι αν εξαρτάται από αυτούς, εκείνοι εξαρτώνται περισσότερο.

Κι όσο πιο αυθαίρετα ή απολυταρχικά ασκείται η εξουσία, τόσο πιο απίθανο είναι το ενδεχόμενο να γεννηθούν φιλίες. Ο τύραννος δεν μπορεί να έχει φίλους. Μόνο κόλακες, πρόθυμους να προσφέρουν ευχαρίστηση για προσωπικά οφέλη. Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Οι άνθρωποι της εξουσίας είναι φανερό ότι έχουν φίλους που μοιράζονται σε δύο κατηγορίες: κάποιοι από αυτούς τους είναι χρήσιμοι και κάποιοι άλλοι ευχάριστοι» (1158a 6, 31-33).

Και θα συμπληρώσει: «γιατί οι άνθρωποι της εξουσίας ούτε ευχάριστους ανθρώπους αναζητούν, που να είναι όμως και φορείς της αρετής, ούτε και ανθρώπους που να τους είναι χρήσιμοι σε όμορφες πράξεις· ίσα ίσα: επιθυμώντας το ευχάριστο ψάχνουν να βρουν ανθρώπους χαριτολόγους, και από την άλλη ανθρώπους που να είναι ικανοί να εκτελέσουν ό,τι τους διατάξουν οι ίδιοι – όλα όμως αυτά δεν είναι δυνατό να βρεθούν να συνυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο» (1158a 6, 33-37).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΞΕΝ Απομν 4.3.13–4.3.14

Τα έργα των θεών αποτελούν απόδειξη της ύπαρξής τους

Κατά τον Ξενοφώντα, ο Σωκράτης θεωρούσε θεμελιώδη την κατάκτηση της σωφροσύνης και προσπαθούσε να καταστήσει τους μαθητές του ευσεβείς και σώφρονες απέναντι στους θεούς. Από τη σχετική συζήτηση του φιλοσόφου με τον νεαρό μαθητή του, τον Ευθύδημο, παρατίθενται οι παρακάτω επισημάνσεις και παραινέσεις του Σωκράτη.


[4.3.13] Ὅτι δέ γε
ἀληθῆ λέγω, καὶ σὺ γνώσῃ, ἂν μὴ ἀναμένῃς ἕως ἂν τὰς
μορφὰς τῶν θεῶν ἴδῃς, ἀλλ’ ἐξαρκῇ σοι τὰ ἔργα αὐτῶν
ὁρῶντι σέβεσθαι καὶ τιμᾶν τοὺς θεούς. ἐννόει δὲ ὅτι καὶ
αὐτοὶ οἱ θεοὶ οὕτως ὑποδεικνύουσιν· οἵ τε γὰρ ἄλλοι ἡμῖν
τἀγαθὰ διδόντες οὐδὲν τούτων εἰς τὸ ἐμφανὲς ἰόντες διδόασι,
καὶ ὁ τὸν ὅλον κόσμον συντάττων τε καὶ συνέχων, ἐν ᾧ
πάντα καλὰ καὶ ἀγαθά ἐστι, καὶ ἀεὶ μὲν χρωμένοις ἀτριβῆ
τε καὶ ὑγιᾶ καὶ ἀγήρατα παρέχων, θᾶττον δὲ νοήματος
ὑπηρετοῦντα ἀναμαρτήτως, οὗτος τὰ μέγιστα μὲν πράττων
ὁρᾶται, τάδε δὲ οἰκονομῶν ἀόρατος ἡμῖν ἐστιν. [4.3.14] ἐννόει δ’
ὅτι καὶ ὁ πᾶσι φανερὸς δοκῶν εἶναι Ἥλιος οὐκ ἐπιτρέπει
τοῖς ἀνθρώποις ἑαυτὸν ἀκριβῶς ὁρᾶν, ἀλλ’, ἐάν τις αὐτὸν
ἀναιδῶς ἐγχειρῇ θεάσασθαι, τὴν ὄψιν ἀφαιρεῖται. καὶ τοὺς
ὑπηρέτας δὲ τῶν θεῶν εὑρήσεις ἀφανεῖς ὄντας· κεραυνός
τε γὰρ ὅτι μὲν ἄνωθεν ἀφίεται, δῆλον, καὶ ὅτι οἷς ἂν ἐντύχῃ
πάντων κρατεῖ, ὁρᾶται δ’ οὔτ’ ἐπιὼν οὔτ’ ἐγκατασκήψας
οὔτε ἀπιών· καὶ ἄνεμοι αὐτοὶ μὲν οὐχ ὁρῶνται, ἃ δὲ ποιοῦσι
φανερὰ ἡμῖν ἐστι, καὶ προσιόντων αὐτῶν αἰσθανόμεθα.
ἀλλὰ μὴν καὶ ἀνθρώπου γε ψυχή, ἥ, εἴπερ τι καὶ ἄλλο τῶν
ἀνθρωπίνων, τοῦ θείου μετέχει, ὅτι μὲν βασιλεύει ἐν ἡμῖν,
φανερόν, ὁρᾶται δὲ οὐδ’ αὐτή. ἃ χρὴ κατανοοῦντα μὴ
καταφρονεῖν τῶν ἀοράτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν γιγνομένων τὴν
δύναμιν αὐτῶν καταμανθάνοντα τιμᾶν τὸ δαιμόνιον.

***
Ότι δε λέγω αλήθειαν, και συ θα το εννοήσης, εάν δεν αναμένης, έως ότου να ιδής τας μορφάς των θεών με τα μάτια σου αλλ' αρκείσαι βλέπων τα έργα των να τιμάς και να σέβεσαι τους θεούς. [Έχε δε κατά νουν, ότι και οι ίδιοι οι θεοί έτσι δείχνουν εις ημάς την ύπαρξίν των διότι και οι άλλοι θεοί, όταν μας δίδουν τα αγαθά, κανέν απ' αυτά δεν μας το δίδουν παρουσιαζόμενοι εις το φανερόν, και ο θεός, ο οποίος όλον τον κόσμον θέτει εις την τάξιν και τον συγκρατεί, μέσα εις τον οποίον κόσμον όλα τα καλά και τα αγαθά υπάρχουν, και ο οποίος θεός εις ημάς τους χρησιμοποιούντας αυτά, μας τα παρέχει άφθαρτα και υγιά και αναλλοίωτα και τα οποία ταχύτερα από την σκέψιν μας υπηρετούν και χωρίς προσκόμματα, αυτός ο θεός φαίνεται μεν ότι κάμνει τα μέγιστα έργα, αλλ' είναι αόρατος εις ημάς, τίνι τρόπω τα οικονομεί]. Έχε δε κατά νουν, ότι ο ήλιος, ο οποίος θεωρείται ότι είναι φανερός εις όλους, δεν επιτρέπει εις τους ανθρώπους να τον βλέπουν, αλλ' εάν κανείς επιχειρεί χωρίς φόβον να τον ιδή τυφλώνεται. Και θα εύρης, ότι και οι υπηρέται των θεών είναι αφανείς· δηλαδή, ότι μεν ο κεραυνός ρίπτεται από υψηλά, είναι φανερόν, και ότι όσους συναντά τους καταβάλλει, δεν φαίνεται όμως, ούτε όταν επιπίπτη ούτε όταν φεύγη και οι άνεμοι οι ίδιοι μεν δεν φαίνονται, όσα δε κάμνουν είναι φανερά εις ημάς και όταν έρχωνται τους αισθανόμεθα. Προς τούτοις δε και η ψυχή βέβαια του ανθρώπου, η οποία μετέχει του θείου περισσότερον από κάθε άλλο πράγμα, είναι μεν φανερόν, ότι βασιλεύει εντός ημών, αλλ' ούτε αυτή δεν φαίνεται. Αφού τα κατανοήσης αυτά, πρέπει να μη περιφρονής τα αόρατα, αλλ' αντιλαμβανόμενος την δύναμίν των από όσα κάμνουν, να τιμάς τον θεόν.

Παρασκευή 28 Απριλίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 8. ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ


§8.11. Η δημιουργία του υποταγμένου λόγου στην Ελληνική γλώσσα έχει μακρά ιστορία, την οποία δεν είναι πάντοτε εύκολο να ανιχνεύσουμε. Στην ουσία οι ειδικοί γλωσσολόγοι και φιλόλογοι μελετούν τη σημασιολογική εξέλιξη πολλών συνδετικών μορίων, τα οποία κατά την πορεία της διαμόρφωσης της δομής της γλώσσας μετεξελίχτηκαν σε συνδέσμους, υποτακτικούς ή παρατακτικούς (βλ. το κεφάλαιο για τα άκλιτα μέρη του λόγου: μόρια, σύνδεσμοι, επιρρήματα). Στον υποταγμένο λόγο η πρώτη κατηγορία δευτερευουσών προτάσεων που δημιουργήθηκε είναι κατά πάσα πιθανότητα οι αναφορικές προτάσεις με δεικτική χροιά, οι οποίες μάλιστα εισάγονταν με δεικτικά μόρια, αντωνυμίες και επιρρήματα. Αυτές οι εισαγωγικές λέξεις αρχικά εισήγαν προσδιορισμούς ή κύριες προτάσεις που μετεξελίχτηκαν σε δευτερεύουσες αναφορικές. Δεικτική σημασία έχουν όλες οι αντωνυμίες με την ευρύτερη έννοια, το άρθρο, πολλά μόρια, αντωνυμίες και επιρρήματα (λ.χ. ἵνα, ἔνθα, δέ, ἕνεκα, ἐπεί, ὅς, ἥ, τὸ, οὗτος, αὐτός, ἐκεῖνος κ.ά).

§8.12. Η εξέλιξη των δευτερευουσών προτάσεων έγινε σταδιακά, καθώς ισότιμες αρχικά προτάσεις υποβιβάστηκαν σε προτασιακά μορφώματα που έχασαν την ανεξάρτητη και αυτόνομη θέση τους μέσα στην περίοδο του λόγου και χρειάστηκε να εξαρτηθούν από άλλες προτάσεις προκειμένου να δώσουν πλήρες νόημα. Βεβαίως η διάκρισή τους σε πλήρως ανεπτυγμένες δευτερεύουσες προτάσεις δεν έγινε άμεσα. Υπήρξαν συντακτικές δομές που υποδήλωναν εσωτερική νοηματική υπόταξη μιας πρότασης, χωρίς δηλαδή αυτή η πρόταση να έχει αναπτύξει απολύτως τα χαρακτηριστικά (εισαγωγικά και εσωτερικά) της υπόταξης του διαμορφωμένου λόγου. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η υπόταξη με την πολύπλοκη εσωτερική υπαγωγή στο κύριο νόημα της κύριας πρότασης είναι κυρίως χαρακτηριστικό της πεζογραφίας του 5ου και 4ου αι. με τις έντονες επιδράσεις από τη ρητορική των πολιτικών και δικανικών πραγματειών. Κατά την ελληνιστική περίοδο υπάρχει η τάση να επιστρέψει ο συγγραφέας στον απλό παρατακτικό λόγο των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων. Λαμπρό δείγμα αυτής της διαφοροποίησης είναι ο λόγος του Ευαγγελίου και των Αποστόλων, καθώς με αυτά τα έργα εγκαινιάζεται ένα άλλο είδος απλής ρητορικής με παραινετικό και διδακτικό χαρακτήρα. Επιπλέον, η πρόσληψή του θα έπρεπε να γίνει από ένα ευρύ και εν πολλοίς απαίδευτο κοινό, στο οποίο ο παρατακτικός λόγος θα είχε ιδιαίτερη απήχηση λόγω της ζωντάνιας του:

Κατὰ Μᾶρκον 1.9.1 Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη εἰς τὸν Ἰορδάνην ὑπὸ Ἰωάννου (παρατακτικός αφηγηματικός λόγος).

Πράξεις Ἀποστόλων 1.8.1 ἀλλὰ λήμψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μου μάρτυρες ἔν τε Ἰερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ (παρατακτικός παραινετικός λόγος).

§8.13. Ενδείξεις για την ύπαρξη δευτερευουσών προτάσεων. Για την ταυτοποίηση του υποταγμένου λόγου υπάρχουν ορισμένα σταθερά γνωρίσματα τα οποία μας βοηθούν να αναγνωρίσουμε τη συγκεκριμένη δομή:

• Σύντομη παύση μεταξύ δύο προτάσεων. Σημειολογικά η παύση δηλώνεται με κόμμα. Σε αυτήν την περίπτωση, μολονότι δεν έχουμε μια δευτερεύουσα εξαρτημένη πρόταση πλήρως ανεπτυγμένη, στην ουσία με την παύση και τον ανάλογο τόνο της φωνής δηλώνουμε ότι το νόημα μιας πρότασης, που γραμματικά είναι ισοδύναμη με μιαν άλλη, είναι ένα συμπλήρωμα της πρότασης, η οποία συνήθως προτάσσεται. Με αυτές τις προτάσεις βρισκόμαστε στο μεταίχμιο της μετάβασης μεταξύ παράταξης και υπόταξης. Οι προτάσεις αυτές έχουν στενή σχέση με τις παρενθετικές προτάσεις. Μπορεί, επίσης, να θεωρηθούν ως εξαρτημένες ερωτηματικές προτάσεις ή προτάσεις που εισάγονται με σύνδεσμο δεικτικό:

ΠΛ Απολ 20d εὖ μέντοι ἴστε, πᾶσαν ὑμῖν τὴν ἀλήθειαν ἐρῶ || να είστε όμως βέβαιοι: θα σας πω όλη την αλήθεια.

OM Οδ 1.169 ἀλλ᾽ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον· τίς πόθεν εἰς ἀνδρῶν; (η άνω τελεία της στίξης στην έκδοση της Οξφόρδης αμφισβητείται σε άλλες εκδόσεις, οι οποίες προκρίνουν το απλό κόμμα) || όμως εσύ αποκρίσου σε ό,τι κι αν σε ρωτήσω καθαρά και ξάστερα∙ ποιος είσαι και από πού;

ΟΜ Ιλ 1.35 πολλὰ δ᾽ ἔπειτ᾽ ἀπάνευθε κιὼν ἠρᾶθ᾽ ὃ γεραιὸς Ἀπόλλωνι ἄνακτι, τὸν ἠΰκομος τέκε Λητώ· και έπειτα, όταν ξεμάκρυνε, προσευχήθηκε θερμά ο γέροντας στον βασιλιά Απόλλωνα, που τον γέννησε η Λητώ με τα όμορφα μαλλιά.

• Εισαγωγικοί σύνδεσμοι. Η διαμόρφωση των εισαγωγικών συνδέσμων των δευτερευουσών προτάσεων ακολούθησε μακρά πορεία. Στην κατασταλαγμένη μορφή του υποταγμένου λόγου έχουμε πλήθος παρατακτικών συνδέσμων με ποικίλη προέλευση. Πολλοί από τους εισαγωγικούς συνδέσμους προέρχονται από τις αναφορικές αντωνυμίες, τα αναφορικά επιρρήματα και τα παράγωγά τους. Διαφορετική καταγωγή διαπιστώνεται για ορισμένους μόνο συνδέσμους (μή, πρίν, πάρος, πρότερον, ἄχρι, μέχρι, ἵνα ).

• Μεταβολή του προσώπου. Η μεταβολή του προσώπου είναι ένα από τα σταθερά χαρακτηριστικά σε σημαντικές κατηγορίες εξαρτημένων προτάσεων (αναφορικών, πλαγίων ερωτήσεων, ειδικών). Καθώς ο λόγος μεταβάλλεται από ευθύ σε πλάγιο, οι σκέψεις ή οι προτάσεις που ειπώθηκαν αρχικά δέχονται μια μετατόπιση των γραμματικών προσώπων. Έτσι η απλή φράση "θα έρθω" γίνεται στον πλάγιο λόγο "ο Α είπε ότι ο Β θα έρθει" ή εάν ο Α λέει ότι ο Γ πρέπει να έρθει, ο Β του το ανακοινώνει ως εξής: "πρέπει να πας". Αυτή η μετατόπιση είναι ιδιαίτερα φανερή στο περίφημο μήνυμα του Αγαμέμνονα προς τον Αχιλλέα, που του το μεταφέρει ο Νέστορας ως μέλος της πρεσβείας. Λέει ο Αγαμέμνονας (ΟΜ Ιλ 9.128): δώσω δ᾽ ἑπτὰ γυναῖκας …, ἃς ὅτε Λέσβον ἐϋκτιμένην ἕλεν αὐτὸς ἐξελόμην… θα του δώσω και επτά γυναίκες …, αυτές που, όταν αυτός κυρίεψε την καλοτειχισμένη Λέσβο, μου τις διαλέξαν. Ο δε Νέστορας μεταφέρει τον λόγο του στον Αχιλλέα ως εξής (ΟΜ Ιλ 9.270): δώσει δ᾽ ἑπτὰ γυναῖκας…, ἃς ὅτε Λέσβον ἐϋκτιμένην ἕλες αὐτὸς ἐξέλεθ᾽,…θα δώσει και επτά γυναίκες, αυτές που, όταν εσύ κυρίεψες την καλοτειχισμένη Λέσβο, του τις διαλέξαν.

• Μεταβολή της έγκλισης. Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της υπόταξης είναι η υποκατάσταση της οριστικής και υποτακτικής έγκλισης με την ευκτική, όταν η κύρια πρόταση αναφέρεται στο παρελθόν. Αυτή η ευκτική είναι η λεγόμενη ευκτική του πλαγίου λόγου. Με τη χρήση αυτής της έγκλισης εξασθενεί η βεβαιότητα που εκφράζεται με την οριστική ή ο σκοπός και η θετική προσδοκία που εκφράζεται με την υποτακτική. Πρέπει να επισημάνουμε, εν τούτοις, ότι παρόλη τη σπουδαιότητά της η μεταβολή της έγκλισης δεν έγινε ποτέ απόλυτα αποδεκτή. Συγγραφείς, όπως ο Ξενοφώντας και ο Πλάτωνας, δείχνουν προτίμηση για την ευκτική του πλαγίου λόγου, ενώ ο Θουκυδίδης προτιμά να διατηρεί την έγκλιση του ευθέος λόγου στις προτάσεις κρίσεως:

ΘΟΥΚ 1.114.1 ἠγγέλθη αὐτῷ ὅτι Μέγαρα ἀφέστηκε καὶ Πελοποννήσιοι μέλλουσιν ἐσβαλεῖν ἐς τὴν Ἀττικήν || του ήρθε μήνυμα πως αποστάτησαν και τα Μέγαρα, και οι Πελοποννήσιοι όπου να' ναι θα εισβάλλουν στην Αττική.

Τέλος, ενίοτε συνυπάρχουν ισότιμα η ευκτική του πλαγίου λόγου και έγκλιση του ευθέος λόγου:

ΞΕΝ KΑναβ 2.1.3 οὗτοι ἔλεγον ὅτι Κῦρος μὲν τέθνηκεν, Ἀριαῖος δὲ πεφευγὼς ἐν τῷ σταθμῷ εἴη μετὰ τῶν ἄλλων βαρβάρων || ανήγγειλαν ότι ο Κύρος μεν πέθανε, ο δε Αριαίος έχει διαφύγει μαζί με τους υπόλοιπους βαρβάρους στο στρατόπεδο.

Μην γίνεσαι σκιά

Είχες πάντα ένα θέμα με τις σκιές. Τις αγαπούσες λες και σου έδιναν οξυγόνο να ζεις. Λίγο ο εσωστρεφής χαρακτήρας σου, λίγο η ατολμία σου, έβρισκες καταφύγιο σε αυτές. Η ψυχή σου είναι γεμάτη ανασφάλειες που τρέφονται με το σκοτάδι. Αγοράζεις χρόνο εκεί που θεωρείς πως τον πουλάνε φθηνά.

Σε ένα θέατρο σκιών λοιπόν πήρα μέρος και εγώ, τυφλός στην αρχή, άμαθος στα σκοτάδια δεν κατάλαβα πως απλά κρυβόσουν από την ίδια την ζωή.

Από την ζωή όμως μωρό μου δεν μπορεί να κρυφτεί κάνεις μακροπρόθεσμα. Έρχεται και σε βρίσκει και με ένα φύσημα διώχνει μακριά το σκοτάδι και σε αφήνει γυμνό στο φως. Έκανες ό,τι μπορούσες να παραμείνεις εκεί μα παρέβλεψες πως εγώ ήμουν ο άνεμος που σου έφερε η ζωή.

Δεν άντεξες να σταθείς στο φως, δεν άντεξες να σταθείς αντάξιος των περιστάσεων και έτρεξες να κρυφτείς στο γνώριμο καταφύγιο σου. Μείνε εκεί λοιπόν και μη γίνεσαι σκιά μου. Μη με ακολουθείς, γιατί εγώ δεν ζω στα σκοτάδια. Είμαι πρωταγωνιστής στο έργο της ζωής μου και όχι μαριονέτα στις σκιές της δικής σου ζωής. Τρέξε μακριά, χάσου, μην προσπαθείς καν. Δεν αγαπώ τις σκιές.

Μια ανάμνηση θα είμαι για σένα που θα σε πονάει όταν θα γυρίζεις να κοιτάξεις τι υπάρχει δίπλα σου. Κλείσε τις πόρτες στο φως των δικών μου ματιών γιατί δεν λάμπουν για σένα πια. Και ο χρόνος που φθηνά αγόρασες θα γίνει εχθρός σου και αλύπητα θα περάσει και θα κομματιάσει τη μίζερη ζωή σου. Δεν ξέρω αν σου αξίζει όλο αυτό που ζεις, μάλλον δεν αξίζει σε κανέναν, μάθε όμως πως έτσι είναι όταν προχωράς παρέα με σκιές. Σου εύχομαι κάποτε να βγεις στο Ερεβοκτόνο φως και να ζήσεις εκεί την υπόλοιπη ζωή σου. Ίσως τότε καταλάβεις την κόλαση που εσύ ο ίδιος σου επέβαλες.

Nemo’s Garden: Είναι υποθαλάσσιο το μέλλον της γεωργίας;

Μια οικογένεια Ιταλών που ασχολείται με τον κλάδο του καταδυτικού εξοπλισμού πιστεύει ότι η επόμενη αναξιοποίητη καλλιεργήσιμη έκταση είναι ο ωκεανός.

Ο «Κήπος του Νέμο» (Nemo’s Garden) είναι το πρώτο σύστημα υποβρύχιας καλλιέργειας χερσαίων φυτών στον κόσμο. Η φάρμα, που βρίσκεται στα ανοικτά των ακτών του Noli της Ιταλίας, νοτιοδυτικά της Γένοβας, αποτελείται από μια σειρά από αιωρούμενα, διαφανή θερμοκήπια σε σχήμα θόλου που ονομάζονται βιόσφαιρες, αγκυροβολημένα στον πυθμένα του ωκεανού.

«Η αποστολή αυτής της τεχνολογίας είναι να αλλάξει τη γεωργία, να της δώσει μια πρόσθετη δυνατότητα για την καλλιέργεια προϊόντων στις τεράστιες ακτογραμμές της Γης, ενώ είναι βιώσιμη και δεν επηρεάζει το περιβάλλον», δήλωσε ο συνιδρυτής Λούκα Γκαμπερίνι.

Ο πατέρας του και ιδρυτής της εταιρείας υποβρύχιων εργαλείων Ocean Reef Group, Σέρτζιο Γκαμπερίνι, σκέφτηκε την ιδέα συνδυάζοντας τα δύο του πάθη – τις καταδύσεις και την κηπουρική. Το 2012, το έργο ξεκίνησε με το φύτεμα βασιλικού σε ένα υποβρύχιο μπαλόνι. Δέκα χρόνια μετά, το Nemo’s Garden αναπτύσσεται.

Υποβρύχια οφέλη

Καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός αναμένεται να φτάσει τα 10 δισεκατομμύρια περίπου έως το 2050, ο ΟΗΕ εκτιμά ότι η παραγωγή τροφίμων θα πρέπει να αυξηθεί έως και 60% για να καλύψει αυτή τη ζήτηση.

«Έχουμε μια πεπερασμένη ποσότητα πόρων και ο (σημερινός) τρόπος μας για τη συλλογή αυτών των πόρων είναι μη βιώσιμος», λέει ο Γκαμπερίνι, «και πιστεύουμε ότι το υποθαλάσσιο μάς δίνει κάποια πλεονεκτήματα (σε σχέση με) την παραδοσιακή γεωργία».

Επιπλέοντας έξι έως 10 μέτρα κάτω από το νερό, τα φυτά στο Nemo’s Garden διαχωρίζονται από κάθε εξωτερικό παθογόνο και παράσιτο, ενώ εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στο γλυκό νερό που προκύπτει ως αποτέλεσμα της αφαλατωμένης συμπύκνωσης στις βιόσφαιρες, συνεχίζει ο Γκαμπερίνι και σημειώνει ότι η σχετικά σταθερή θερμοκρασία του νερού των ωκεανών είναι ιδανικό περιβάλλον για τη ζωή των φυτών.

Το Nemo’s Garden είναι μια νέα ιδέα για να συμβάλει στην τροφοδοσία ενός αυξανόμενου πληθυσμού 

Το Nemo’s Garden χρησιμοποιεί υδροπονία – μια τεχνική που χρησιμοποιεί θρεπτικά συστατικά με βάση το νερό αντί για χώμα, την ίδια μέθοδο που χρησιμοποιείται στις περισσότερες κάθετες φάρμες εσωτερικού χώρου. Το φως του ήλιου φτάνει στα φυτά, αλλά συμπληρωματικά φώτα ανάπτυξης χρησιμοποιούνται όταν χρειάζεται.

Τα πάντα παρακολουθούνται στη στεριά μέσω καμερών και αισθητήρων και οι ρυθμίσεις μπορούν να προσαρμοστούν εξ αποστάσεως από οπουδήποτε στον κόσμο. Όταν έρθει η ώρα της συγκομιδής, ένας δύτης θα κόψει τη βλάστηση, θα την τοποθετήσει σε σακούλες και θα την φέρει στην επιφάνεια.

Δεδομένου ότι οι βιόσφαιρες έχουν διάμετρο μόνο δύο μέτρα, δεν μπορούν να καλλιεργήσουν μεγαλύτερες καλλιέργειες όπως το καλαμπόκι ή το σιτάρι. Αλλά μπορούν να χωρέσουν οπουδήποτε από 70 έως 100 μικρότερα φυτά, λέει ο Γκαμπερίνι. «Δοκιμάσαμε εκατοντάδες διαφορετικά φυτά, από φράουλες μέχρι ντομάτες, φασόλια και φυσικά βότανα», προσθέτει.

Μελέτες πάνω στη φύση, από φαρμακευτικές έως μαγειρικές, έχουν διεξαχθεί στο Nemo’s Garden. Μια μελέτη του 2020 από το Università di Pisa κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο βασιλικός από τον κήπο είχε υψηλότερη συγκέντρωση αιθέριων ελαίων και περιείχε περισσότερα αντιοξειδωτικά.

Όσο για το φυσικό του αποτύπωμα, ο Γκαμπερίνι λέει ότι το υδρόβιο αγρόκτημα προσελκύει τη θαλάσσια ζωή, αντί να την ενοχλεί. «Στις μελέτες μας, το Nemo’s Garden έχει 58% περισσότερα ψάρια από το γύρω περιβάλλον, επομένως έχει μια επίδραση επαναπληθυσμού», προσθέτει.

Ο εξοπλισμός μέσα στο Nemo’s Garden τροφοδοτείται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως ηλιακά πάνελ και ανεμογεννήτριες.

Αχαρτογράφητη περιοχή

Ο Γκαμπερίνι αναφέρθηκε και στις προκλήσεις που συνάντησε το πιλοτικό αυτό έργο, ιδίως αναπόφευκτα καιρικά φαινόμενα. Το 2019, μια ισχυρή καταιγίδα έσπασε μερικές από τις βιόσφαιρες.

«Δεν εντοπίσαμε μια τοποθεσία που να ήταν τέλεια όσον αφορά τον ήλιο και τις εποχές και την έκθεση σε ισχυρές καταιγίδες», λέει για την τοποθεσία Noli, η οποία επιλέχθηκε λόγω της γειτνίασής της με την οικογενειακή εξοχική του κατοικία.

Πέρα από τις φυσικές καταστροφές, η δημιουργία από το μηδέν –σε ένα τουλάχιστον σκληρό περιβάλλον– δεν ήταν εύκολη, προσθέτει, αλλά ήταν συναρπαστική.

Άλλες εταιρείες σε όλο τον κόσμο διερευνούν επίσης τα οφέλη του ωκεανού για τη γεωργία. Η GreenWave, ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός στη Βόρεια Αμερική, καλλιεργεί φύκια και οστρακοειδή σε ένα υποβρύχιο ικρίωμα. Η εταιρεία Sea6 Energy με έδρα το Μπανγκαλόρ δημιούργησε ένα μηχανοποιημένο τρακτέρ που μπορεί να φυτέψει και να συλλέξει φύκια στον πυθμένα του ωκεανού.

Η ομάδα του Nemo’s Garden έχει σχέδια για ακόμη μεγαλύτερες βιόσφαιρες στο μέλλον, καθώς και άλλες τοποθεσίες. Για να δοκιμάσουν την λειτουργικότητα σε διαφορετικά περιβάλλοντα, σχεδιάζουν φέτος να κάνουν μια μικρής κλίμακας εγκατάσταση σε ένα λατομείο κρύου νερού στην πολιτεία του Οχάιο των ΗΠΑ.

«Νομίζω ότι η τεχνολογία μπορεί να προσαρμοστεί σχεδόν σε κάθε περιβάλλον», λέει ο Γκαμπερίνι, αλλά πιστεύει ότι το μέλλον του Nemo’s Garden θα είναι κυρίως κατά μήκος των ακτογραμμών, όπου οι κοινότητες θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τον πρόσθετο χώρο που προσφέρουν.

«Η υποβρύχια γεωργία δεν πρόκειται να απαντήσει στο ζήτημα «πώς θα ταΐσουμε όλο τον κόσμο», λέει ο Γκαμπερίνι, «αλλά ελπίζω να γίνει πρότυπο στις περιοχές που το χρειάζονται».

Εσωτερικοί μονόλογοι

Αποδεικνύεται ότι υπάρχει, τουλάχιστον με την έννοια της εσωτερικής συνομιλίας με ανομολόγητες λέξεις. Περίπου το 30-50% των ανθρώπων, σύμφωνα με την έρευνα του ψυχολόγου Russell Hurlburt, σκέφτονται τακτικά στον εαυτό τους με εσωτερικούς μονολόγους. Ο εσωτερικός ή “ιδιωτικός” λόγος είναι κάτι που οι περισσότεροι από εμάς πιθανότατα κάναμε ως πολύ νέοι άνθρωποι επιδιώκοντας να αναπτύξουμε τις γλωσσικές μας δεξιότητες, και αργότερα ως ένας τρόπος πρόβας πληροφοριών για την επιτυχή κωδικοποίηση και διατήρηση της μνήμης εργασίας. Επομένως, είναι σαφώς λειτουργική και όχι ένδειξη ψυχικής διαταραχής.

Για να καταλάβετε αν έχετε εσωτερικούς μονολόγους, δοκιμάστε να ακούσετε και να παρατηρήσετε μια εσωτερική φωνή ή παρεμβατικές σκέψεις κατά τη διάρκεια του διαλογισμού. Η ενσυνείδητη πρακτική παρέχει τρομερές πληροφορίες για το αν έχετε και πόσο συχνά έχετε εσωτερικούς μονολόγους. Τι γίνεται όμως με το 50-70% των ανθρώπων που δεν έχουν ή έχουν σπάνια λόγια μέσα στο κεφάλι τους;

Οπτική απεικόνιση

Υπάρχουν διάφορες θεωρίες, αλλά η απλούστερη (και λιγότερο συγκαταβατική/λιγότερο υποτιμητική) άποψη για τους ανθρώπους που δεν έχουν τακτικά εσωτερικούς μονολόγους είναι ότι πολλοί από αυτούς επεξεργάζονται πληροφορίες και προετοιμάζονται για εργασίες χρησιμοποιώντας οπτικές εικόνες και όχι λέξεις. Δηλαδή, βλέπουν εικόνες, όπως μια λίστα εργασιών, αντί να σκέφτονται ή να ακούν τις λέξεις για τα στοιχεία της λίστας.

Βρήκα αυτή την εξήγηση χρήσιμη επειδή σκέφτομαι με όρους λέξεων, οπτικών εικόνων και μουσικής όλη την ημέρα και είναι εύκολο να αναλάβω προοπτικά τους ανθρώπους που είναι λίγο “ήσυχοι” εκεί μέσα, συσχετίζοντας τη χρήση εικόνων ή την αναπαραγωγή ενός τραγουδιού στο κεφάλι τους, πράγματα που κάνω κι εγώ. Είναι χρήσιμο να σκεφτείς την εσωτερική τους εμπειρία με οπτικούς όρους, καθώς ενώ μπορεί να είναι ήσυχοι σαν τον περιστασιακό γρύλο όταν πρόκειται για λέξεις, δεν είναι ένα απόλυτο κενό ή κενό εκεί μέσα.

Πάρα πολύ από ένα καλό πράγμα

Και προτού όσοι από εμάς αρχίσουμε να αισθανόμαστε υπέροχα για τους πλούσιους εσωτερικούς μας μονολόγους, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι είναι δυνατόν να υπάρχει υπερβολική ποσότητα ενός καλού πράγματος. Οι εσωτερικοί μονόλογοι μπορεί να γίνουν λίγο σαν το χρυσό άγγιγμα του βασιλιά Μίδα όταν δεν μπορούμε να τους απενεργοποιήσουμε.

Για παράδειγμα, τα ανήσυχα μυαλά ανιχνεύουν συνεχώς και διασκεδάζουν με ενοχλητικές σκέψεις, και η αναμόχλευση πάνω σε αυτές μπορεί να οδηγήσει σε μελαγχολία, και η μελαγχολία μπορεί να παραδοθεί σε εξαιρετικά επικριτική συζήτηση για τον εαυτό μας και τους άλλους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ενός εσωτερικού επικριτή, η έλλειψη εσωτερικού μονολόγου ακούγεται σαν μια ήσυχη, ειρηνική ανάπαυλα από τη συνεχή κουβέντα και τη δυνητικά διαβρωτική αυτο-ομιλία.

Γνωρίζω ανθρώπους που έχουν εσωτερικούς διαλόγους και “σκέφτονται με λόγια όλη την ώρα”. Γνωρίζω έναν άνθρωπο που έχει εσωτερικούς μονολόγους και εξωτερικούς διαλόγους με τον εαυτό του, συμμετέχοντας σε πλούσιες συζητήσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε απροσδόκητες, ακόμη και προκλητικές, κατευθύνσεις. Μπορώ να φανταστώ ότι αυτό ακούγεται περίεργο σε ανθρώπους που έχουν μόνο εσωτερικούς μονολόγους ή σε εκείνους που δεν έχουν καθόλου εσωτερικούς μονολόγους.

Αλλά όπως αναφέρει η βουλκανική φιλοσοφία, “Άπειρη ποικιλομορφία σε άπειρους συνδυασμούς”, που είναι ένας άλλος τρόπος να πούμε “διαφορετικά χτυπήματα για διαφορετικούς ανθρώπους”, και η ενσυναίσθηση, η λήψη προοπτικών και η φαντασία για το πώς είναι οι εμπειρίες των άλλων -και πώς είναι μέσα στο κεφάλι τους- είναι αξιόλογες, αναπτυξιακές και εξανθρωπιστικές ασκήσεις.

Οι εσωτερικοί μονόλογοι μπορούν να αντιπροσωπεύουν μια πλούσια, βαθιά, “παρθένα” εμπειρία (Hurlburt et al., 2016) για κάποιους, αρκεί να μην ξεφεύγουν από τον έλεγχο και αρκεί οι εξωτερικοί μονόλογοι/διάλογοι να μην φρικάρουν τους φίλους, τα μέλη της οικογένειας και τους συναδέλφους σας.

Να ζεις τους κύκλους της ζωής

Η ζωή είναι γεμάτη κύκλους διαφορετικής διάρκειας. Παρόλα αυτά όλοι έχουν κάτι κοινό… κι αυτό είναι η στιγμή που κλείνουν. Μπορεί κάποιοι να κλείνουν βιαστικά, μπορεί να δημιουργούν μέσα τους άλλους, μπορεί στην πορεία να εφάπτονται με καινούργιους… Το σίγουρο είναι ότι όλοι θα κλείσουν κάποια στιγμή, για να ανοίξουν άλλοι!

Κάπως έτσι έκλεισε και ο δικός μας κύκλος μετά από αρκετό καιρό, με καλές και με άσχημες στιγμές. Οι καλές στιγμές μας απογείωναν και μας έκαναν κάθε τόσο να θέλουμε να επεκτείνουμε τη διάρκεια του. Οι κακές μας κούραζαν και τότε ήταν που θέλαμε να τα διαλύσουμε όλα, κι ας μην είχε έρθει η ώρα ακόμα.

Δεν νιώθω ότι κλείνουν όλα στην ώρα τους. Υπάρχουν κάποιοι που κλείνουν προτού ολοκληρωθούν. Κλείνουν βεβιασμένα, ξαφνικά και αναπάντεχα. Είναι εκείνοι που ίσως κάποια στιγμή ανοίξουν ξανά. Συμβαίνει συχνά όταν κάτι δεν ολοκληρώνεται όπως θα έπρεπε, να ανοίγει ξανά δημιουργώντας έναν καινούργιο κύκλο άλλης διάρκειας και με άλλα χαρακτηριστικά.

Είναι ωραίο πάντως να κλείνει κάτι αφού τελειώσει, γιατί τότε νιώθεις ανακουφισμένος και γεμάτος και παρά τη θλίψη που ίσως να σου προκαλεί, σίγουρα δεν σου αφήνει ερωτηματικά!

Υπάρχουν κύκλοι που κλείνουν επειδή εμείς το επιλέγουμε κι άλλοι που δεν εξαρτώνται από εμάς. Υπάρχουν ακόμα και εκείνοι που μόλις ανοίξουν, γνωρίζουμε από την αρχή τί διάρκεια θα έχουν. Οι περισσότεροι κύκλοι όμως ανοίγουν κι άλλους παράλληλους στην πορεία τους κι αυτό άλλωστε είναι και το πιο μαγικό. Κι ενώ κλείνει ένας κύκλος, μπορεί να συνεχίζει ο παράλληλος του για να σε ταξιδέψει αλλού χωρίς να γνωρίζεις πόσοι άλλοι κύκλοι θα ανοίξουν μέσα σε αυτόν ή μέσα από αυτόν!

Να τους ζεις τους κύκλους για όσο διαρκέσουν. Να μη σκέφτεσαι πότε θα κλείσουν και αν! Να χαίρεσαι για αυτούς που ανοίγουν και να ανυπομονείς για τα όσα θα σου δώσουν, για όλα εκείνα που θα σε διδάξουν, για τα όσα θα περιλάβουν μέσα τους και να σκέφτεσαι πως γιατί όχι, ίσως και να σε αλλάξουν! Από κανέναν κύκλο δεν βγαίνουμε ίδιοι, – ακόμα κι αν πρόκειται για εκείνον που άνοιξε ξανά – γιατί αποκλείεται να άνοιξε υπό τις ίδιες συνθήκες!

Οι κύκλοι αντιπροσωπεύουν την κίνηση! Όσο, λοιπόν, ανοίγουν καινούργιοι είναι ένδειξη ότι δεν μένεις στάσιμος. Να αναζητάς αυτή τη ροή! Τη διαρκή ροή των κύκλων. Δεν γνωρίζεις ποτέ που μπορεί να σε οδηγήσει ένας κύκλος και τί απίστευτες διαδρομές θα διανύσεις εξαιτίας του! Να είσαι ανοιχτός και αισιόδοξος γιατί έτσι μόνο δημιουργούνται καινούργιες καταστάσεις και καινούργιοι κύκλοι προσφέροντας νέες εμπειρίες!

Αυτό που είσαι πραγματικά δεν μπορεί ποτέ να το συλλάβει ο νους σου, όση φαντασία και αν έχεις

Σταμάτα να βλέπεις τον εαυτό σου σαν ένα πακέτο σκέψεων, πεποιθήσεων, αναμνήσεων, εικόνων, συναισθημάτων ή παραπόνων. Αυτό που είσαι πραγματικά δεν μπορεί και δεν πρόκειται ποτέ να το συλλάβει ο νους σου, όση φαντασία και αν έχεις.

Όταν περπατάς παρατήρησε ότι περπατάς. Όταν κάθεσαι παρατήρησε ότι κάθεσαι. Όταν κλαις παρατήρησε ότι κλαις. Όταν χαίρεσαι παρατήρησε ότι χαίρεσαι. Όταν φωνάζεις παρατήρησε ότι φωνάζεις. Όταν φοβάσαι παρατήρησε ότι φοβάσαι. Όταν σκέφτεσαι παρατήρησε ότι σκέφτεσαι.

Ό,τι κάνεις, απλά παρατήρησέ το. Μην κρατάς τίποτα και μην κάνεις τίποτα δικό σου. Τώρα που διαβάζεις παρατήρησε ότι διαβάζεις. Τώρα που βλέπεις παρατήρησε ότι βλέπεις. Τώρα που αναπνέεις παρατήρησε ότι αναπνέεις

Αφαίρεσε την προσοχή σου απ” το περιεχόμενο της αντίληψης και στρέψου τη προς τη γνώση της εμπειρίας. Όταν γνωρίζεις ότι βιώνεις κάτι, κοιτάς τον εαυτό σου κατάματα. Συνδέεσαι με το Είναι, την επίγνωση που γνωρίζει τον εαυτό της μέσα από τις εμπειρίες. Αυτό που είσαι

Η επίγνωση δεν περπατάει. Το σώμα περπατάει. Η επίγνωση δεν κάθεται. Το σώμα κάθεται. Η επίγνωση δεν κλαίει. Το σώμα κλαίει. Η επίγνωση δεν χαίρεται. Το σώμα χαίρεται. Η επίγνωση δεν φωνάζει. Το σώμα φωνάζει. Η επίγνωση δεν φοβάται. Το σώμα φοβάται. Η επίγνωση δεν σκέφτεται. Ο νους σκέφτεται

Η επίγνωση είναι ο κοινός παρονομαστής σε όλα σου τα «κάνω», τα «αισθάνομαι», τα «σκέφτομαι», τα «νιώθω». Είναι πάντα παρούσα. Είναι η γνώση της ζωής

Το μόνο για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι σε όλη μας τη ζωή είναι η γνώση των εμπειριών μας. Για το περιεχόμενό τους ποτέ κανένας δεν είναι σίγουρος. Αυτό που σκέφτεσαι είναι σωστό ή λάθος; Αυτό που βλέπεις είναι αυτό που νομίζεις ή είναι κάτι άλλο; Η συμπεριφορά ενός ανθρώπου εξηγείται μ” αυτόν τον τρόπο ή με άλλον; Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος

Είσαι όμως σίγουρος ότι σκέφτεσαι. Είσαι σίγουρος ότι βλέπεις. Και είσαι σίγουρος ότι παρατηρείς τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου. Το μόνο με το οποίο έρχεσαι σε επαφή είναι η γνώση των εμπειριών. Όλα τα άλλα αποτελούν παροδικά φαινόμενα. Μορφές, αντικείμενα, άνθρωποι, αισθήσεις, σκέψεις και συναισθήματα… Όλα έρχονται και φεύγουν.

Το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να κάνει κανείς στον εαυτό του είναι να πιστέψει ότι είναι ένα πακέτο σκέψεων και συναισθημάτων. Αλλά ακόμα και αυτή η φράση δεν εκφράζει την αλήθεια. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει «κακό», δεν υπάρχει «εαυτός» και δεν υπάρχει «πίστη». Απλά, όταν απουσιάζει η επίγνωση για την ύπαρξη των σκέψεων και των συναισθημάτων, συμβαίνει αυτό το «κακό», που κάνει κάποιος «εαυτός», επειδή «πιστεύει» ότι είναι ένα πακέτο σκέψεων και συναισθημάτων. Όλα αυτά συμβαίνουν εν απουσία της επίγνωσης, δηλαδή ανεπίγνωστα, δηλαδή ασυνείδητα. Δεν τα κάνει κανείς και γι” αυτό δεν φταίει κανείς.

Όλα μας τα πιστεύω και οι πεποιθήσεις είναι σκέψεις. Και οι σκέψεις είναι λέξεις. Οι λέξεις γράμματα. Τα γράμματα σύμβολα. Είμαστε ένα πακέτο από σύμβολα; Μήπως ο κόσμος όλος είναι ένα πακέτο από σύμβολα; Τα σύμφωνα και τα φωνήεντα… Αυτά θα μας πουν ποιοι ή τι είμαστε; Αυτά θα μας πουν πώς είναι ο κόσμος και τι είναι η ζωή;

Ανεπίγνωστα θυσιάσαμε το βίωμα για τις λέξεις και την ελευθερία για μια ταυτότητα.

Δεν είμαστε τίποτα. Γνωρίζουμε.

Η αρπακτική Τύχη αφαιρεί από εδώ το στέμμα με σφοδρό πάταγο, ενώ χαίρεται να το τοποθετεί αλλού

Ενώ σπανίως και με φειδώ λάτρευα τους θεούς
ως ένας πλανώμενος μύστης της ασύνετης σοφίας,
αναγκάζομαι τώρα να στρέψω προς τα πίσω τα ιστία
και να ακολουθήσω πάλι τις διαδρομές,
που είχα εγκαταλείψει..

Διότι ο Δίας,
που συχνά σχίζει τα νέφη με λαμπρό πυρ, 
οδήγησε σε αίθριο ουρανό τους βροντώδεις ίππους και το άρμα του,
από το οποίο συνταράσσεται η ακίνητη γη,
οι ρέοντες ποταμοί, η Στύγα, η φρικτή
περιοχή του μισητού Ταινάρου, και το ατλαντικό
σύνορο.

Ο Θεός έχει τη δύναμη να αλλάσσει
τα κατώτερα με τα ανώτερα, να σμικρύνει τον επιφανή,
να φανερώνει τα σκοτεινά.

Η αρπακτική Τύχη
αφαιρεί από εδώ το στέμμα με σφοδρό πάταγο, ενώ
χαίρεται να το τοποθετεί αλλού.

Ορατίου οι Ωδές

Η αντίληψη, η διάνοια, ο Νους

Ο Άνθρωπος, ως παιδί της Φύσης, είναι ένα πολλοστό μόριό της και πιστό της αντίγραφο, που πρέπει και αυτός για ν’ αποχτήσει μια σωστή συνείδηση, να εναρμονίσει τις αντιθέσεις του, για να επιβιώσει. Γιατί υπάρχει για κάθε ζωντανή ύπαρξη- ένας άτεγκτος βιολογικός νόμος

1] Να προσαρμοστεί προς το περιβάλλον

ή

2] Να μεταναστεύσει

ή

3] Να πεθάνει.

Ο άνθρωπος ξεκινά τη ζωή του με πρωτογενή ανάπτυξη των συναισθημάτων του, και δευτερευόντως (χρονικά) της διάνοιας- της λογικής. Ο ψυχισμός του διαμορφώνεται βαθμιαία αρχίζοντας από τα γνωστικά μηνύματα των πέντε αισθήσεων που εξελίσσονται σε συναισθήσεις. Η φαντασία, οι συνειρμοί, οι επιδράσεις, οι αναρίθμητοι παράγοντες της τυχαιότητας και τόσα άλλα γεγονότα επιδρούν στον ψυχισμό φυσιολογικά και παθολογικά. Οι παθολογικές φαντασιώσεις του ανθρώπου οδηγούν σε απίθανες τερατοειδείς ιδεοληψίες και δραστηριότητες.

Η ορθή νόηση (ο ορθολογισμός) έρχεται «ανακόλουθα» και αργοπορημένα στον άνθρωπο (σε σχέση προς τα άλλα μαστοφόρα θηλαστικά) και του δημιουργεί τεράστια προβλήματα. Μπορεί να γονιμοποιηθεί σε ηλικία 6-7 ετών (στα θερμά κλίματα) και να κάνει οικογένεια… χωρίς μυαλό και χρήματα…

Τελικά έρχεται ο Νους για να βάλει «Τάξιν και Κόσμον» δημιουργώντας την Αλήθεια (:μια δραστηριότητα που ανακαλύπτει τους νόμους της Φύσης, για την επιβίωσή του μέσα σ’ έναν χώρο «ανθρωπισμού»).

Όλη αυτή η προσπάθεια της αρμονίας των βιολογικών αντιθέσεων (ιδίως των Ορμονών) στον οργανισμό, δεν καταφέρνει να φτάσει στην προσδοκώμενη τελειότητα. Τα ισχυρά ένστικτα, η ψυχολογία της ομάδας σε σχέση με την ατομική ψυχολογία, οι αρνητικές τυχαιότητες, η κακή αγωγή των παιδιών απ’ την οικογένεια, ο νόμος της ζούγκλας: «Το δίκαιο του ισχυρότερου», το είδος της εργασίας, το συναίσθημα κατωτερότητας και τόσα άλλα αρνητικά αστάθμητα, ωθούν περισσότερο προς τη δυσαρμονία, παρά στην αρμονία των αντιθέσεων. Η διαδοχική έξαρση των αντιθέσεων είναι ένα γεγονός διαχρονικό.

Και έτσι δομείται βαθμιαία η τραγικότητα του ανθρώπου που κολοβώνει τη χαρά και αυξάνει τον πόνο με τελικό «απευκταίο»! τον θάνατο.

Ωστόσο, και πάλι -κατά τη δημοτική ρήση «Και με τα τόσα βάσανα πάλι η ζωή γλυκιά είναι».

Ο άνθρωπος πρέπει τελικά να επιβιώσει σ’ έναν σκληρό χώρο, με όλες τις προδιαγραφές του. Γιατί ο άνθρωπος είναι ένα κράμα θετικών και αρνητικών ιδιοτήτων, δυναμικών σε κατάσταση «Γίγνεσθαι» και κάθε θετική-βιολογική δραστηριότητα συνδυάζεται με μια αρνητική, με μη ελεγχόμενη πάντοτε μορφή σε αρμονική σχέση. Και οι προσδοκίες δεν επαληθεύονται.

Ακριβώς όπως στον ηθικό χώρο (κατά τον Αριστοτέλη) η Αρετή είναι «μεσότητα» μεταξύ μιας «έλλειψης» και μιας «υπερβολής», που θεωρούνται Κακίες. π.χ. Μεταξύ Δειλίας (=κακό) και Θράσους (=κακό) βρίσκεται το θάρρος, η Ανδρεία (=αρετή).

Στην πολιτική: μεταξύ δύο αντίθετων θεωριών: της Αριστεράς και της Δεξιάς η αρμονική μεσότητα είναι το Κέντρον… αλλά στη «λεωφόρο» αυτή ελάχιστοι βαδίζουν. Το μαχητικό ένστικτο του ανθρώπου δεν ειρηνεύει εύκολα. Το Άσπρο και το Μαύρο, η Ημέρα και η Νύχτα, ο Καύσωνας και η Παγωνιά είναι κυρίαρχα στοιχεία.

Παρ’ όλα αυτά το ένστικτο του ανθρώπου επιτάσσει να επιβιώσει παρακάμπτοντας νευρώσεις, ψυχώσεις και ηττοπάθειες, μεθοδεύοντας, εναρμονίζοντας τις αντιθέσεις, με μια «συνδιαλλαγή», έναν συμβιβασμό, μια συμφιλίωση του Εγώ με το Εμείς, του ατόμου με την κοινωνία. Η αρμονία των αντιθέσεων είναι προϋπόθεση της δημιουργίας: «Κοινωνική συνείδηση».

Σε αυτή την αρμονία των αντιθέσεων η Ατομική ψυχολογία του Adler έπαιξε αποφασιστικό ρόλο μεγαλύτερο από της ψυχολογίας του Freud και Jung. Έδωσε τον τρόπο και τη μέθοδο το σκυφτό κεφάλι των ανθρώπων – όλων των ανθρώπων- να σηκωθεί και ν’ ατενίσει το μέλλον με μια πιο αισιόδοξη ματιά, αντλώντας από το ανεκμετάλλευτο μετάλλευμα της ψυχικής τους εσωτερικότητας δυναμικά στοιχεία αναπλήρωσης και υπεραναπλήρωσης της μειονεκτικότητάς τους. Ενίσχυσε την τόλμη να νικήσει την ατολμία, την ηττοπάθεια να νικήσει τον φόβο και την αντικοινωνική προ- διάθεση να την μεταβάλλει σε αγαπητική κοινωνικότητα.

Κατά τον Άντλερ όχι το γενετήσιο ένστικτο, αλλά το συναίσθημα της κατωτερότητας μαζί με την τάση για δύναμη, που προκαλείται από το πρώτο, δίνουν την κατεύθυνση στην ψυχική ζωή. Στο συναίσθημα της κατωτερότητας έχει την προέλευσή του και ο πολιτισμός ο οποίος είναι απο τέλεσμα της προσπάθειας να ανυψώσει ο αδύνατος σαν βιολογικό ον άνθρωπος τον εαυτό του.

Ο πολιτισμός του ανθρώπου είναι μια προσπάθεια από τα «κάτω» προς τα «άνω», από την κατωτερότητα προς την ανωτερότητα, από την αδυναμία προς τη δύναμη, από την ανασφάλεια προς την ασφάλεια.

Το ίδιο συμβαίνει και με την ατομική ζωή του κάθε ανθρώπου. Ο άνθρωπος γεννιέται σαν μειονεκτικό ον. Το συναίσθημα αυτό της μειονεκτικότητας επιτείνεται, όταν το άτομο έχει οργανικές ατέλειες ή όταν σαν νήπιο παραχαϊδεύεται ή καταπιέζεται από τους ενήλικους.

Εξαιτίας του αναπτυσσόμενου συναισθήματος κατωτερότητας δημιουργείται στην ψυχή του παιδιού ένα αίσθημα πίκρας και μια εσωτερική δυσανασχέτηση, αλλά συγχρόνως και μια πεισματική φιλοδοξία που το παρακινεί να επιδιώξει σκοπούς για να απαλλαγεί από το συναίσθημα της μικρότητας. Οι σκοποί αυτοί, όταν το συναίσθημα κατωτερότητας δεν είναι αρκετά ισχυρό, πραγματοποιούνται, και έτσι εξηγείται κατά τον Άντλερ η εμφάνιση των παιδιών-θαυμάτων, των επιτυχημένων και ταλαντούχων ατόμων, των μεγάλων ανδρών της ιστορίας κ.λ.π. Τα άτομα αυτά πέτυχαν την «αναπλήρωση» ή «υπεραναπλήρωσή» τους (Kompensation και Uberkompensation). Όταν όμως το συναίσθημα κατωτερότητας είναι αρκετά βαθύ και η αυτοπεποίθηση του ατό μου κλονισμένη, τότε ο μεγάλος σκοπός περιορίζεται στη φαντασία και οδηγεί στην ψύχωση ή στη νεύρωση.

Το γενετήσιο ένστικτο, που ο Φρόυντ έθεσε στο κέντρο της ψυχικής ζωής, για τον Άντλερ είναι ένα μόνο τμήμα, το οποίο μάλιστα δέχεται τις επιδράσεις του συναισθήματος της κατωτερότητας και της με αυτό συνδεδεμένης τάσης για υπεροχή. Κάτω απ’ αυτές τις επιδράσεις το ερωτικό ένστικτο διαστρέφεται και παίρνει διάφορες ανώμαλες μορφές.

Η Ψυχολογία του Άντλερ ονομάστηκε από τον ίδιο «Ατομική Ψυχολογία», γιατί δεν πλησιάζει όλους τους ανθρώπους με ένα άκαμπτο σχήμα, αλλά προσαρμόζει τις αρχές της στην ειδική περίπτωση κάθε ατόμου.

Εκείνος που δεν έχει δικές του επιθυμίες και ορμές, δεν έχει χαρακτήρα

Μια γενιά μετά τον Μπένθαμ, ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ (John Stuart Mill. 1806-1873) προσπάθησε να σώσει τον ωφελιμισμό, αναδιατυπώνοντάς τον έτσι ώστε να τον καταστήσει μια πιο ανθρώπινη, λιγότερο υπολογιστική θεωρία. Ο Μιλλ ήταν γιος του Τζέημς Μιλλ ενός φίλου και οπαδού του Μπένθαμ. Ο Τζέημς Μιλλ δίδαξε ο ίδιος τον γιο του κατ’ οίκον, και ο νεαρός Μιλλ έγινε ένα παιδί-θαύμα. Άρχισε να μαθαίνει αρχαία ελληνικά στην ηλικία των τριών και λατινικά στην ηλικία των οκτώ. Στα έντεκα, έγραψε μια ιστορία του ρωμαϊκού δικαίου. Όταν ήταν είκοσι, υπέστη νευρικό κλονισμό, που του προκάλεσε κατάθλιψη για αρκετά χρόνια. Λίγο μετά γνώρισε τη Χάριετ Τέηλορ (Harriet Taylor). Ήταν παντρεμένη την εποχή εκείνη, με δύο παιδιά, αλλά έγινε στενή φίλη με τον Μιλλ. Όταν πέθανε ο άντρας της μετά από είκοσι χρόνια, παντρεύτηκε τον Μιλλ. Ο Μιλλ αναγνώριζε την Τέηλορ ως τη μεγαλύτερη πνευματική του σύντροφο και συνεργάτιδα την εποχή που άρχισε να αναδιατυπώνει τη θεωρία του Μπένθαμ.

Το επιχείρημα υπέρ της ελευθερίας

Τα κείμενα του Μιλλ μπορούν να διαβαστούν ως μια επίπονη προσπάθεια εκ μέρους του να συμβιβάσει τα ατομικά δικαιώματα με την ωφελιμιστική φιλοσοφία που κληρονόμησε από τον πατέρα του και υιοθέτησε από τον Μπένθαμ. Το βιβλίο του On Liberty (1859) [Περί ελευθερίας] αποτελεί την κλασική υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας στον αγγλόφωνο κόσμο. Η κεντρική του αρχή είναι ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι θέλουν, εφόσον δεν βλάπτουν τους άλλους. Η κυβέρνηση δεν δικαιούται να παρεμβαίνει στην ατομική ελευθερία για να προστατεύσει ένα πρόσωπο από τον εαυτό του, ή να επιβάλλει τις απόψεις της πλειοψηφίας για το πώς θα πρέπει να ζει κανείς. Κατά την άποψη του Μιλλ, οι μόνες πράξεις για τις οποίες ένα πρόσωπο είναι υπόλογο στην κοινωνία είναι εκείνες που επηρεάζουν άλλα άτομα. Εφόσον δεν βλάπτω κανέναν άλλο, η «ανεξαρτησία [μου] είναι δικαιωματικά απόλυτη. Όσον αφορά τον εαυτό του, το σώμα και τη διάνοιά του, το άτομο είναι κυρίαρχο».

Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η ασυμβίβαστη υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων χρειάζεται ένα ισχυρότερο θεμέλιο από την ωφελιμότητα. Γιατί σκεφτείτε το εξής. Ας υποθέσουμε ότι μια μεγάλη πλειονότητα απεχθάνεται μια μικρή θρησκεία και θέλει να την απαγορεύσει. Δεν είναι δυνατό, ή και πιθανό, ότι η απαγόρευση της θρησκείας θα επιφέρει τη μεγαλύτερη ευτυχία του μεγαλύτερου αριθμού; Είναι αλήθεια ότι η μειονότητα που υφίσταται την απαγόρευση θα νιώσει δυστυχία και καταπίεση. Αλλά, αν η πλειονότητα είναι αρκετά μεγάλη και μισεί με αρκετό πάθος τους αιρετικούς, η συλλογική της ευτυχία θα μπορούσε εύκολα να υπερσκελίσει τη δυστυχία τους. Αν αυτό το σενάριο είναι πιθανό, τότε φαίνεται ότι η ωφελιμότητα αποτελεί ένα επισφαλές, αναξιόπιστο θεμέλιο για τη θρησκευτική ελευθερία. Η αρχή της ελευθερίας του Μιλλ θα χρειαζόταν μάλλον μια σθεναρότερη ηθική βάση από την αρχή της ωφελιμότητας του Μπένθαμ.

0 Μιλλ διαφωνεί. Επιμένει ότι το επιχείρημα για την ατομική ελευθερία στηρίζεται εξολοκλήρου σε ωφελιμιστικά κριτήρια: «Καλό είναι να δηλώσω ότι παραιτούμαι κάθε πλεονεκτήματος, που θα μπορούσε να αντλήσει η επιχειρηματολογία μου από την αφηρημένη έννοια του ορθού ως πράγματος απαλλαγμένου ωφελιμότητας. Θεωρώ την ωφελιμότητα τελικό κριτήριο για όλα τα ηθικά ζητήματα· ωφελιμότητα, όμως, με την ευρύτερη έννοια, ωφελιμότητα η οποία βασίζεται στα σταθερά συμφέροντα του ανθρώπου ως εξελισσόμενου όντος».

Ο Μιλλ θεωρεί ότι πρέπει να μεγιστοποιούμε την ωφελιμότητα όχι κατά περίπτωση αλλά μακροπρόθεσμα. Και σε βάθος χρόνου, όπως υποστηρίζει, ο σεβασμός της ατομικής ελευθερίας θα οδηγήσει στη μεγαλύτερη ανθρώπινη ευτυχία. Το να επιτρέψουμε στην πλειοψηφία να κλείσει το στόμα όσων διαφωνούν ή να λογοκρίνει τους ελεύθερους στοχαστές μπορεί να μεγιστοποιήσει την ωφέλεια σήμερα, αλλά θα κάνει χειρότερη -λιγότερο ευτυχισμένη- την κοινωνία μακροπρόθεσμα.

Γιατί θα πρέπει να δεχθούμε ότι η προάσπιση της ατομικής ελευθερίας και του δικαιώματος στη διαφωνία θα προαγάγει μακροπρόθεσμα την ευημερία της κοινωνίας; 0 Μιλλ προτείνει διάφορους λόγους: η αποκλίνουσα άποψη μπορεί να αποδειχθεί αληθής, ή εν μέρει αληθής, και να διορθώσει έτσι την κυρίαρχη γνώμη. Ακόμη κι αν δεν συμβεί κάτι τέτοιο, η έκθεση της κυρίαρχης γνώμης σε έναν έντονο ανταγωνισμό ιδεών θα την εμποδίσει να σκληρύνει και να γίνει δόγμα και προκατάληψη. Τέλος, μια κοινωνία που αναγκάζει τα μέλη της να ασπαστούν τα έθιμα και τις συμβάσεις της είναι πιθανόν ότι θα εγκλωβιστεί σε έναν ασφυκτικό κομφορμισμό, στερώντας την ίδια από την ενέργεια και τη ζωτικότητα που επιτρέπουν την κοινωνική ανόρθωση.

Οι εικασίες του Μιλλ για τις σωτήριες κοινωνικές συνέπειες της ελευθερίας είναι αρκετά εύλογες. Αλλά δεν προσφέρουν μια πειστική ηθική βάση για τα ατομικά δικαιώματα. για δύο τουλάχιστον λόγους: Πρώτον, ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων χάριν της προαγωγής της κοινωνικής προόδου αφήνει τα δικαιώματα έρμαια της συγκυρίας. Ας υποθέσουμε ότι βρίσκουμε μια κοινωνία που πετυχαίνει ένα είδος μακροπρόθεσμης ευτυχίας με δεσποτικά μέσα. Δεν θα έπρεπε τότε ο ωφελιμιστής να συμπεράνει ότι, σε μια τέτοια κοινωνία, τα ατομικά δικαιώματα δεν είναι ηθικά αναγκαία;

Δεύτερον, η θεμελίωση των ατομικών δικαιωμάτων σε ωφελιμιστικά κίνητρα δεν συλλαμβάνει τον τρόπο με τον οποίο η παραβίαση των δικαιωμάτων ενός ατόμου το αδικεί, ανεξάρτητα από τη συνέπεια της για τη γενική ευημερία. Αν μια πλειοψηφία διώκει τους πιστούς μιας μη δημοφιλούς πίστης, αυτό δεν αδικεί τους ίδιους, ως άτομα, ανεξάρτητα από τις όποιες κακές συνέπειες μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα μια τέτοια αδιαλλαξία για την κοινωνία συνολικά;

0 Μιλλ έχει μια απάντηση γι’ αυτές τις κριτικές, αλλά η απάντησή του τον οδηγεί πέρα από τα όρια της ωφελιμιστικής ηθικής. Το να αναγκάσουμε ένα πρόσωπο να ζει σύμφωνα με τα έθιμα ή τις κοινωνικές συμβάσεις ή την κυρίαρχη γνώμη είναι κακό, όπως εξηγεί ο Μιλλ, επειδή εμποδίζει το άτομο να επιτύχει τον ανώτερο σκοπό της ανθρώπινης ζωής, την πλήρη και ελεύθερη ανάπτυξη των ανθρώπινων ικανοτήτων του. Ο κομφορμισμός, σύμφωνα με την ανάλυση του Μιλλ, είναι ο εχθρός του καλύτερου τρόπου ζωής.

Οι ανθρώπινες δυνάμεις της αντίληψης, της κρίσης, της διάκρισης του ορθού, της νοητικής ενεργητικότητας, ακόμα και της ηθικής προτίμησης ασκούνται μόνο, όταν κάνουμε επιλογή. Εκείνος που κάνει τα πάντα, επειδή αυτό είναι το έθιμο, δεν κάνει καμιά επιλογή. Δεν εξασκείται να διακρίνει ή να επιθυμεί το καλύτερο. Οι διανοητικές δυνάμεις όπωςκαι οι μυϊκές δυνάμεις, βελτιώνονται μόνο όταν χρησιμοποιούνται… Αυτός που επιτρέπει στον κόσμο, ή στο τμήμα του κόσμου, στο οποίο ανήκει, να επιλέγει για λογαριασμό του το πρόγραμμα ζωής που θα εφαρμόσει, δεν χρειάζεται καμιά διανοητική δύναμη εκτός από εκείνη την πιθηκοειδή δύναμη της μίμησης. Αυτός που επιλέγει ο ίδιος το πρόγραμμά του, χρησιμοποιεί όλες τις διανοητικές του δυνάμεις.

Ο Μιλλ παραδέχεται ότι η συμμόρφωση με τις συμβάσεις μπορεί να οδηγήσει ένα πρόσωπο σε ένα ικανοποιητικό μονοπάτι ζωής και να το κρατήσει μακριά από κακοτοπιές. «Αλλά ποια θα είναι τότε η αξία του ως ανθρώπινου όντος;» ρωτάει. «Έχει πράγματι πολύ μεγάλη σημασία, όχι μόνο τι κάνουν οι άνθρωποι, αλλά και τι είδους άνθρωποι το κάνουν».

Εντέλει, λοιπόν, σημασία δεν έχουν μόνο οι πράξεις και οι συνέπειες. Σημασία έχει και ο χαρακτήρας. Για τον Μιλλ. η ατομικότητα είναι σημαντική όχι τόσο για την ευχαρίστηση που προκαλεί όσο και για τον χαρακτήρα που εκφράζει. «Εκείνος που δεν έχει δικές του επιθυμίες και ορμές, δεν έχει χαρακτήρα, όπως δεν έχει χαρακτήρα και μια ατμομηχανή».

Η εύγλωττη εξύμνηση της ατομικότητας είναι η πιο χαρακτηριστική συμβολή του δοκιμίου Περί ελευθερίας. Αλλά συνιστά και ένα είδος αίρεσης. Καθώς επικαλείται ηθικά ιδεώδη πέρα από την ωφέλεια -ιδανικά του χαρακτήρα και της ανθρώπινης ευδοκίμησης- δεν αποτελεί, στην πραγματικότητα, μια επεξεργασία της αρχής του Μπένθαμ αλλά μια απάρνησή της, παρά τους ισχυρισμούς του Μιλλ περί του αντιθέτου.

Ο Αριστοτέλης, η δικαιοσύνη, η ισότητα και οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια

Το ότι η βασιζόμενη στην αρετή φιλία είναι το ανώτερο είδος που υπερτερεί από τις σχέσεις της ωφέλειας ή της ευχαρίστησης μπορεί να επιβεβαιωθεί και από τον τρόπο που λειτουργεί ο κόλακας: «Φαίνεται ότι πάρα πολλοί άνθρωποι, εξαιτίας του ότι αγαπούν τις τιμές, θέλουν μάλλον να δέχονται παρά να προσφέρουν αγάπη· αυτός είναι και ο λόγος που πάρα πολλοί άνθρωποι αγαπούν τους κόλακες» (1159a 8, 16-17).

Η σχέση του κόλακα με τον κολακευόμενο, ως καθαρή σχέση εξουσίας, εμπεριέχει το αμοιβαίο συμφέρον, δηλαδή το όφελος, και των δύο πλευρών. Ο κόλακας είναι πρόθυμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του προσδοκώντας μελλοντικά οφέλη από τον άνθρωπο που κολακεύει. Γι’ αυτό και απευθύνεται πρωτίστως σε πρόσωπα κύρους κι εξουσίας. Το να κολακεύει κανείς κάποιον που είναι αδύνατο να του προσφέρει οτιδήποτε είναι πράξη απολύτως μάταιη, αφού καταλύεται το κίνητρο της κολακείας. Ο κόλακας είναι πριν από όλα υποκριτής: «ο κόλακας είναι ένας φίλος κατώτερος του άλλου, ή που προσποιείται ότι είναι κατώτερός του και ότι πιο πολύ επιθυμεί να προσφέρει παρά να δέχεται αγάπη» (1159a 8, 18-19).

Φυσικά η φράση «είναι ένας φίλος κατώτερος του άλλου…» δεν υποδηλώνει την αληθινή οπτική της γνήσιας φιλίας, αλλά τη φιλική στάση προς τη σύναψη των σχέσεων, δηλαδή το κατώτερο είδος της ωφελιμιστικής φιλίας, που στην ουσία δεν είναι φιλία. Από την άλλη, ο κολακευόμενος είναι η προσωπικότητα που θέλει να εισπράξει αγάπη, είτε με τη μορφή της αναγνώρισης είτε με τη μορφή της τιμής, έστω κι αν αυτό γίνεται υποκριτικά. Η ανάγκη για εξύψωση είναι τόσο ισχυρή, που από ένα σημείο και μετά η αλήθεια και το ψέμα στερούνται νοήματος.

Ο κολακευόμενος καθίσταται ευάλωτος από ένα ψυχικό κενό που σχετίζεται με την τόνωση του εαυτού. Κι αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την ευφυΐα (κι ο πιο ευφυής μπορεί να πέσει θύμα κολακείας), όσο με τη συναισθηματική είσπραξη της αποδοχής ή του επαίνου προκειμένου να τραφεί ένα υπερτροφικό εγώ, που έχει διαρκή ανάγκη για χειροκρότημα, ή μια προσωπική ανασφάλεια που μπορεί να έχει ρίζες στο απώτατο παρελθόν. Σε τελική ανάλυση, η ανάγκη για κολακεία γεννιέται από την έλλειψη της ισορροπίας που χρειάζεται κάτι επιπλέον για να αποκατασταθεί και που δεν αφορά τον ολοκληρωμένο άνθρωπο, γιατί αυτός βιώνει την ευτυχία νιώθοντας την αγάπη του εαυτού χωρίς υποκατάστατα.

Ο Αριστοτέλης κάνει λόγο για είσπραξη αγάπης, που σχετίζεται με την τιμή, ακόμη κι αν αυτή προέρχεται από σύμπτωση: «το να δέχεται κανείς αγάπη θεωρείται ότι είναι παρόμοιο με το να απολαμβάνει τιμές, και αυτό είναι, ως γνωστόν, που επιδιώκουν για τον εαυτό τους πάρα πολλοί άνθρωποι. Στην πραγματικότητα όμως οι άνθρωποι αυτοί δεν επιδιώκουν την τιμή παρά μόνο κατά σύμπτωση» (1159a 8, 20-22). Κι ως σύμπτωση εκλαμβάνεται ο ανειλικρινής έπαινος του κόλακα, που ξέρει να εκμεταλλεύεται τέτοιου είδους καταστάσεις.

Θα έλεγε κανείς ότι οι σχέσεις κόλακα και κολακευόμενου είναι σχέσεις αμοιβαίας ανακούφισης, αφού ο ένας καλύπτει μια ψυχική του ανάγκη κι ο άλλος καρπώνεται οποιοδήποτε όφελος μπορεί να του προσφερθεί. Το ότι οι σχέσεις αυτού του είδους αποδεικνύονται εύθραυστες και πολλές φορές καταστροφικές (κυρίως για τον κολακευόμενο) καταδεικνύει την ευτέλειά τους, που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε αδιέξοδα.

Η φιλία της κολακείας είναι η υποβάθμιση των σχέσεων σε κάτι τιποτένιο, αφού δεν έχει να προβάλει τίποτε άλλο πέρα από την κυνική εκδοχή του ωφελιμισμού (πρωτίστως από τη μεριά του κόλακα). Το αμέσως χειρότερο είναι οι φιλικές σχέσεις των συνενόχων, αφού είναι πρόθυμοι να προδώσουν ο ένας τον άλλο αν πρόκειται να γλυτώσουν ή για να αρπάξουν μεγαλύτερο μερίδιο.

Η διαφοροποίηση των επιφανειακών σχέσεων του συμφέροντος από τη γνήσια φιλία έγκειται στην έλλειψη της ανιδιοτελούς αγάπης. Η προσφορά του κόλακα έχει να κάνει με την τιμή και τον έπαινο που λειτουργεί χρησιμοθηρικά και που παρουσιάζεται σαν αγάπη, αλλά βέβαια δεν είναι. Οι γνήσιοι φίλοι εισπράττουν και ανταποδίδουν αγάπη με τρόπο που τους κάνει να νιώθουν σίγουροι ο ένας για τον άλλον. Ο έπαινος, η παρηγοριά, η προσφορά ενός δώρου, η συζήτηση ή οι κοινές διασκεδάσεις έχουν αξία μόνο όταν εμπεριέχουν την αγάπη που ενώνει τους ανθρώπους. Κι αυτό έχει σχέση με την αρετή.

Αν αυτό δεν υπάρχει, τότε όλες οι ενδείξεις αγάπης (έπαινος, παρηγοριά, δώρα κλπ) δεν έχουν καμία αξία, αφού μετατρέπονται σε πράξεις κούφιες περιεχομένου. Από αυτή την άποψη, ο ευάλωτος στην κολακεία είναι ο άνθρωπος που νιώθει στερημένος από αγάπη και την αναζητά στα υποκατάστατα που μπορεί να προσφέρει ένας κόλακας. Και δεν μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερο ψυχικό κενό από αυτό: «Αντίθετα, το να δέχεται κανείς αγάπη είναι κάτι που προκαλεί ευχαρίστηση καθαυτό· γι’ αυτό και το να δέχεται κανείς αγάπη θα μπορούσε ασφαλώς να θεωρηθεί ανώτερο από το να τιμάται, καθώς και ότι η φιλία είναι κάτι που το επιζητεί και το επιλέγει κανείς ως μια αξία καθαυτή» (1159a 8, 29-31).

Κι όχι μόνο αυτό: «Κατά την κοινή, πάντως, αντίληψη, η φιλία συνίσταται μάλλον στο να προσφέρει κανείς παρά στο να δέχεται αγάπη» (1159a 31-32). Κι αυτός είναι ο λόγος που η μητρότητα είναι η ύψιστη μορφή φιλίας: «Απόδειξη οι μητέρες, που αισθάνονται ευχαρίστηση προσφέροντας αγάπη». (1159a 8, 32-33). Το συμπέρασμα είναι προφανές: «Δεδομένου ότι η φιλία έχει να κάνει πιο πολύ με την προσφορά αγάπης και ότι επαινούνται αυτοί που αγαπούν τους φίλους τους, η προσφορά αγάπης μοιάζει να είναι η αρετή των φίλων. Αυτό θα πει ότι αυτοί στους οποίους αυτό γίνεται με κριτήριο την αξία είναι μόνιμοι φίλοι, μόνιμη και η φιλία τους» (1159a 8, 38-40 και 1159b 8, 1).

Η παράμετρος της αξίας που προστίθεται επισημαίνει την ισότητα ως κριτήριο καθορισμού της ομοιότητας των ανθρώπων. Η αξία, ως αναπόσπαστο κομμάτι της αρετής, επιβεβαιώνει ότι η φιλία απευθύνεται σε ανθρώπους που πριν απ’ όλα είναι ίσοι ως προς την ποιότητά τους, γεγονός που θα εξασφαλίσει και τη σύμπλευση των προτεραιοτήτων: «Η ισότητα και η ομοιότητα είναι φιλία, και κατά κύριο λόγο η ομοιότητα αυτών που είναι όμοιοι στην αρετή· γιατί, καθώς είναι σταθεροί και αμετάβλητοι καθεαυτούς, σταθερές και αμετάβλητες είναι και οι μεταξύ τους σχέσεις, και ούτε ζητούν ο ένας από τον άλλον ούτε προσφέρουν ο ένας στον άλλον κακές υπηρεσίες· ίσα ίσα θα λέγαμε ότι και τις αποτρέπουν· γιατί των καλών ανθρώπων γνώρισμα είναι ούτε οι ίδιοι να κάνουν σφάλματα ούτε τους φίλους τους να τους αφήνουν να κάνουν σφάλματα» (1159b 8, 2-8).

Για τον Αριστοτέλη η φιλία μεταξύ ανόμοιων, άνισων ανθρώπων δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην ωφέλεια: «Η φιλία που συνάπτεται για το όφελος θεωρείται πως είναι η κατεξοχήν φιλία που συνάπτεται μεταξύ αντιθέτων, επιπαραδείγματι ανάμεσα στο φτωχό και τον πλούσιο, ανάμεσα στο μορφωμένο και τον αμόρφωτο· ο λόγος είναι ότι ο κάθε άνθρωπος, θέλοντας να αποκτήσει αυτό που τυχαίνει να του λείπει, δίνει ως αντάλλαγμα κάτι άλλο» (1159b 8, 13-16).

Η αναφορά του πλούσιου και του φτωχού ως δείγμα ωφελιμιστικής φιλίας που αδυνατεί να βασίζεται στην αρετή, δεν πρέπει να εκληφθεί ως ταξική διαφοροποίηση προς υποτίμηση του φτωχού (όπως εξίσου δεν υπάρχει πρόθεση υποτίμησης του αμόρφωτου), αλλά ως ένδειξη διαφορετικών αξιών με την προϋπόθεση ότι τόσο ο πλούτος του πλούσιου όσο και η φτώχεια του φτωχού είναι συνυφασμένες με την αξία τους.

Με άλλα λόγια, αν σε μια αξιοκρατική κοινωνία ο καθένας έχει την περιουσία που πράγματι αξίζει, τότε είναι φυσικό μέσω αυτής να καθρεφτίζεται και η αξία του. Κι αυτή ακριβώς η διαφορά στην αξία καθιστά δύσκολη τη φιλία τους. Το πράγμα θα γίνει ακόμη πιο έντονο, αν το θέσει κανείς σε μια αναξιοκρατική κοινωνία, όπου ο πλούσιος είναι άδικα πλούσιος και ο φτωχός άδικα φτωχός. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ακόμη πιο δύσκολο να γίνουν φίλοι, αφού η αδικία έχει εκ των προτέρων δηλητηριάσει τις σχέσεις τους και η αληθινή φιλία οικοδομείται μόνο στη βάση της ισότητας που προϋποθέτει τη δικαιοσύνη: «Φαίνεται πάντως -όπως το είπαμε και στην αρχή της συζήτησής μας- ότι η φιλία και η δικαιοσύνη έχουν ως αντικείμενό τους τα ίδια πράγματα και σχετίζονται με τα ίδια πρόσωπα» (1159b 9, 28-29).

Και ο Αριστοτέλης θα γίνει σαφέστερος: «Σε κάθε, πράγματι, μορφή συνύπαρξης και συνάφειας ανθρώπων υπάρχει, κατά την κοινή αντίληψη, κάποια μορφή δικαίου, αλλά και φιλία. Ονομάζουν επιπαραδείγματι, οι άνθρωποι φίλους τους τους συνταξιδιώτες τους και τους συστρατιώτες τους, καθώς και όλους αυτούς με τους οποίους γενικά συνυπάρχουν και έρχονται σε κάποια άλλη τέτοια συνάφεια. Κι όσο κρατάει η συνύπαρξη και η συνάφειά τους, τόσο κρατάει και η φιλία τους· γιατί τόσο κρατάει ανάμεσά τους και η δικαιοσύνη» (1159b 9, 30-34).

Οι σχέσεις που οικοδομούνται είναι αλληλένδετες με τη δικαιοσύνη και όσο περισσότερο συσφίγγονται, τόσο μεγαλύτερες οι σχέσεις δικαίου που διαμορφώνονται. Από αυτή την άποψη, οι σχέσεις μέσα στην οικογένεια είναι (ή τουλάχιστον πρέπει να είναι) σχέσεις υψίστης δικαιοσύνης, αφού διαφορετικά θα καταλυθεί η φιλία που πρέπει να τις διέπει: «η δικαιοσύνη παρουσιάζεται με ποικιλία μορφών. Από την άποψη, πράγματι, αυτή οι σχέσεις των γονιών με τα παιδιά τους και οι σχέσεις των αδερφών μεταξύ τους δεν είναι ίδιες, όπως δεν είναι ίδιες και οι σχέσεις των συντρόφων και των πολιτών μεταξύ τους – το ίδιο ισχύει και στις άλλες μορφές φιλίας» (1160a 9, 1-4).

Αυτός είναι και ο λόγος που η αδικία θεωρείται ακόμη μεγαλύτερη, αν στρέφεται σε κοντινά πρόσωπα με τα οποία έπρεπε να υπάρχουν σχέσεις δικαίου. Για την ακρίβεια, όσο πιο κοντινό είναι το πρόσωπο που αδικεί κανείς, τόσο πιο επονείδιστο θεωρείται και το αδίκημα: «Παράδειγμα: είναι φοβερότερο να κλέψει κανείς ένα σύντροφο παρά ένα συμπολίτη· είναι φοβερότερο να μη βοηθήσει τον αδερφό του παρά έναν ξένο· είναι φοβερότερο να χτυπήσει τον πατέρα του παρά οποιονδήποτε άλλον» (1160a 9, 6-8).

Το συμπέρασμα τίθεται και πάλι ξεκάθαρα: «Η φύση έτσι το όρισε, ώστε μαζί με τη φιλία να αυξάνει και το δίκαιο· ο λόγος είναι ότι η φιλία και το δίκαιο υπάρχουν μεταξύ των ίδιων ανθρώπων και απλώνονται σε κάθε έκταση» (1160a 9, 8-10). Η δικαιοσύνη και η με βάση την αξία ισότητα τίθενται ως βασικότερες παράμετροι της σταθερής φιλίας. Αν ανατραπούν, τότε η συνέχιση της φιλίας κρίνεται επίφοβη.

Από κει και πέρα αυτό που πρέπει να διερευνηθεί είναι οι σχέσεις που συνάπτονται μέσα στην οικογένεια και για τον Αριστοτέλη οι δεσμοί των γονιών προς τα παιδιά είναι ισχυρότεροι από των παιδιών προς τους γονείς: «Οι γονείς είναι σε μεγαλύτερο βαθμό βέβαιοι ότι τα παιδιά προήλθαν από τους ίδιους από ό,τι είναι βέβαια τα παιδιά ότι προήλθαν από αυτούς, και ο δεσμός του γεννήτορα προς το παιδί του είναι ισχυρότερος από το δεσμό του παιδιού με το γεννήτορά του» (1161b 12, 22-25).

Η μεγαλύτερη αγάπη των γονιών προς τα παιδιά επιβεβαιώνεται και από το χρόνο: «Έπειτα υπάρχει και η διάσταση του χρόνου: οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους αμέσως μόλις αυτά γεννηθούν, ενώ τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους αφού περάσει κάποιος χρόνος και αρχίσουν πια να καταλαβαίνουν ή να αισθάνονται. Από όλα αυτά γίνεται φανερό και γιατί οι μητέρες αγαπούν περισσότερο» (1161b 12, 27-31).

Το κατά πόσο η σχέση της αγάπης των γονιών προς τα παιδιά οφείλεται στη βεβαιότητα ότι προήλθαν από αυτούς ή ότι οι μητέρες τα αγαπούν περισσότερο (προφανώς γιατί η κυοφορία τις δίνει μεγαλύτερο χρόνο επαφής μαζί τους) επιδέχεται κριτικής και μπορεί να εγείρει αντιρρήσεις. Εξάλλου, και το ζήτημα της αντίληψης των παιδιών που, επειδή έρχεται με καθυστέρηση, τα κάνει να υστερούν σε αγάπη έναντι των γονιών τους, δε φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τις σύγχρονες έρευνες που θεωρούν ότι ακόμη και κατά την κύηση το παιδί εισπράττει μηνύματα του περιβάλλοντος.

Το ζήτημα, όμως, εδώ δεν είναι να ασκηθεί κριτική, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν άδικο (έως παράλογο). Δεν μπορεί να προβαίνει κανείς σε τέτοιου είδους παρατηρήσεις από την ασφαλή απόσταση των δυόμισι χιλιάδων ετών, προκειμένου να καταδείξει το εσφαλμένο σε ένα τόσο εξειδικευμένο πεδίο, που μέχρι και σήμερα δεν έχει ολοκληρωθεί. Το ζήτημα είναι η ευρύτερη απόδοση της αριστοτελικής οπτικής για την οικογένεια, που βασίζεται πρωτίστως στο γεγονός της γέννησης, δηλαδή της αντίληψης ότι οι σχέσεις είναι ιερές γιατί πρόκειται για την ίδια σάρκα: «Οι γονείς λοιπόν αγαπούν τα παιδιά τους σαν αυτά να είναι ο εαυτός τους (τα παιδιά τους είναι σαν ένας άλλος εαυτός τους, έτσι που είναι χωριστή η ύπαρξή τους), ενώ τα παιδιά αγαπούν τους γονείς τους επειδή γεννήθηκαν από αυτούς» (1161b 12, 31-34).

Αυτός είναι και ο λόγος των ισχυρών σχέσεων του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος: «Και είναι φανερό ότι αυτό, πράγματι, κάνουν οι άνθρωποι: στους γάμους καλούν τους συγγενείς τους, γιατί αυτοί έχουν κοινή καταγωγή, και, φυσικά, κοινές είναι και όλες οι σχετικές με αυτήν πράξεις και ενέργειες· αλλά και στις κηδείες θεωρούν ότι κατά κύριο λόγο πρέπει να συναντούν τους συγγενείς τους – για τον ίδιο λόγο» (1165a 2, 20-24).

Η εστίαση όμως στις σαρκικές σχέσεις που δομούνται δημιουργεί προβληματική, όταν τίθεται το ζήτημα της ισότητας που οφείλει να διαμορφώνει τις σχέσεις φιλίας. Η ισότητα στην περίπτωση του γεννήτορα με το τέκνο, που (όπως σε κάθε περίπτωση) είναι συνυφασμένη με την αξία (αλλιώς δεν είναι ισότητα, αλλά ισοπέδωση), δίνει ξεκάθαρο προβάδισμα στο γονιό, αφού εκείνος, ως γεννήτορας, είναι ο ύψιστος ευεργέτης του παιδιού του.

Από αυτή την άποψη, το παιδί οφείλει να υπακούει εφ’ όρου ζωής το γονιό, καθώς οποιαδήποτε αντίρρηση θα ήταν εκδήλωση αχαριστίας προς κάτι ανώτερο: «Η φιλία των παιδιών προς τους γονείς, και των ανθρώπων προς τους θεούς, είναι φιλία προς κάτι καλό και ανώτερο· οι γονείς, πράγματι, τους έχουν κάνει πολύ μεγάλες ευεργεσίες, αφού αυτοί τους έδωσαν τη ζωή, την τροφή και, στη συνέχεια, την ανατροφή τους» (1162a 12, 5-9).

Ο παραλληλισμός της φιλίας των ανθρώπων προς τους θεούς και των παιδιών προς τους γονείς, όσο κι αν είναι συμβολικός ή κατά σύμβαση δεν μπορεί να αποκρύψει την αντίληψη της αιώνιας υποχρέωσης από την πλευρά του παιδιού ή της πίστης ότι για το παιδί οι γονείς είναι οι θεοί του, προς τους οποίους ό,τι κι αν κάνει είναι αδύνατο να ανταποδώσει την ευεργεσία που δέχτηκε. Εξάλλου, κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο: «γιατί η φιλία είναι να κάνει κανείς αυτό που μπορεί, όχι αυτό που αντιστοιχεί στην αξία της προσφορά που δέχτηκε – κάτι που, άλλωστε, δεν είναι καν δυνατό σε όλες τις περιπτώσεις, όπως επιπαραδείγματι στις περιπτώσεις των τιμών προς τους θεούς και προς τους γονείς· κανείς, αλήθεια, δε θα μπορούσε ποτέ να τους ανταποδώσει αυτό που πραγματικά τους οφείλει, αυτός όμως που τους υπηρετεί και τους τιμά στο βαθμό που μπορεί λογαριάζεται καλός άνθρωπος» (1163b 14, 18-22).

Μια τέτοια αντίληψη οδηγεί στο τελικό συμπέρασμα της αιώνιας υπακοής και της πεποίθησης του γονικού αλάθητου, αφού ο θεός είναι αδύνατο να κάνει λάθος. Από αυτή την άποψη, η ισότητα δε θα επέλθει ποτέ. Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Αυτός λέω πως είναι ο λόγος που θεωρείται ότι ο γιος δεν μπορεί να αποκηρύξει και να εγκαταλείψει τον πατέρα του, ενώ ο πατέρας το γιο του μπορεί· γιατί, όντας χρεώστης, ο γιος πρέπει να ξεπληρώσει το χρέος του, και ό,τι κι αν έχει κάνει, δεν έκανε τίποτε ισάξιο προς αυτά που πρώτος τού πρόσφερε ο πατέρας του, και έτσι ο γιος μένει πάντοτε χρεώστης. Αυτοί, πάντως, στους οποίους οφείλεται κάτι έχουν το ελεύθερο να χαρίσουν το χρέος, άρα και ο πατέρας» (1163b 14, 22-26).

Το ότι ο πατέρας έχει το ελεύθερο να χαρίσει το χρέος δε μετριάζει την κατάσταση, αφού άμα δε θέλει δεν το χαρίζει: «Την ίδια όμως στιγμή ισχύει και τούτο, ότι κανένας πατέρας δε θα ξέκοβε ποτέ τελείως από το γιο του, εκτός κι αν αυτός έφτανε στην έσχατη κακία» (1163b 14, 26-28). Η περίπτωση του πατέρα να φθάνει στην έσχατη κακία δε φαίνεται πιθανή. Μόνο ο γιος είναι ικανός για κάτι τέτοιο: «Ο γιος όμως, αν είναι κακός, κοιτάζει πώς να αποφύγει τη βοήθεια και τη συμπαράσταση ή πώς να μη δείξει κανένα ιδιαίτερο ζήλο γι’ αυτό· γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να δέχονται ευεργεσίες, αποφεύγουν όμως να κάνουν οι ίδιοι ευεργεσίες, επειδή το θεωρούν ασύμφορο» (1163b 14, 29-32).

Όμως, ακόμη και στην περίπτωση ενός τέτοιου αχάριστου γιου δεν μπορεί παρά να καθρεφτίζεται η ανεπάρκεια των ανθρώπων που τον γαλούχησαν, καθώς δεν μπόρεσαν να του περάσουν τις αξίες της αρετής. Σε τελική ανάλυση, υπεύθυνος για την ανατροφή του παιδιού είναι πρωτίστως ο γονιός. Από αυτή την άποψη, βρίσκεται μπροστά στα δικά του λάθη.

Κι εδώ βέβαια, δεν υπάρχει η πρόθεση να καταδειχθεί το ακαταλόγιστο του παιδιού που δικαιούται να κάνει ό,τι θέλει. Κάτι τέτοιο θα ήταν υπερβολή προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό που τίθεται εδώ είναι η αποκατάσταση των ισορροπιών και οι σχέσεις ισότητας που πρέπει να υπάρχουν, όταν πια το παιδί περάσει την ενηλικίωση. Η αντίληψη του αιώνιου χρέους είναι μορφή λανθάνουσας (κι όμως τόσο φανερής) εξουσίας που δηλητηριάζει τις σχέσεις οδηγώντας στο ανελεύθερο. Ο Αριστοτέλης στο σημείο αυτό δεν ξεπερνά το πλαίσιο της εποχής του.

Για τις σχέσεις του άντρα με τη γυναίκα οι θέσεις του Αριστοτέλη είναι σταθερές: «Η φιλία ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα φαίνεται ότι υπάρχει εκ φύσεως· γιατί ο άνθρωπος κλίνει από τη φύση του πιο πολύ στο να ζει ζευγαρωμένος παρά στο να ζει μαζί με άλλους σε πόλη, ακριβώς όπως η οικογένεια είναι κάτι που προηγείται από την πόλη, κάτι που έχει περισσότερο από ό,τι εκείνη το χαρακτήρα της ανάγκης, και η επιθυμία για τεκνοποίηση είναι πιο κοινή σε όλα τα ζώα. Ενώ όμως στα άλλα ζώα η συνύπαρξη και η συνάφεια φτάνει ως αυτό μόνο το σημείο, οι άνθρωποι συνοικούν όχι μόνο για την τεκνοποίηση, αλλά και για όλες τις άλλες ανάγκες της ζωής» (1162a 12, 19-25).

Με άλλα λόγια, δεν είναι μόνο η τεκνοποίηση που ωθεί το ζευγάρι στη συμβίωση, αλλά η ίδια η ζωή και η φύση του ανθρώπου. Δεν υπάρχει ολοκλήρωση σε ατομικό επίπεδο έξω από το πλαίσιο της συνύπαρξης. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον και τα φύλα ορίζεται από τη φύση να συνυπάρχουν. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι η ύπαρξη παιδιών λειτουργεί ενωτικά στο ζευγάρι: «Τα παιδιά θεωρούνται ένας σύνδεσμος· αυτός είναι ο λόγος που τα άτεκνα ζευγάρια χωρίζουν γρηγορότερα· γιατί τα παιδιά είναι ένα αγαθό κοινό και για τους δύο, και το κοινό είναι κάτι που ενώνει» (1162a 12, 31-34).

Πέραν τούτου, οι ρόλοι των φύλων είναι σαφείς και διαχωρισμένοι. Η γυναίκα οφείλει να υπακούει στον άνδρα στο πλαίσιο μιας άτυπης αριστοκρατικού τύπου οργάνωσης της οικογένειας. Η δεσποτική εξουσία δεν αρμόζει στη γυναίκα. Κάτι τέτοιο αφορά τους δούλους: «άλλοι οι ρόλοι του άντρα κι άλλοι της γυναίκας· βοηθούν λοιπόν ο ένας τον άλλον με το να καταθέτουν στην κοινή υπόθεση ο καθένας το δικό του μερτικό. Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους όλοι θεωρούμε ότι σ’ αυτή τη φιλία υπάρχει και το όφελος και η ευχαρίστηση. Μπορεί όμως η φιλία αυτή να βασίζεται και στην αρετή, στην περίπτωση που και τα δύο μέλη του ζευγαριού είναι ενάρετοι άνθρωποι· γιατί ο καθένας τους έχει τη δική του αρετή, και αυτό είναι κάτι για το οποίο μπορούν να χαίρονται ο ένας τον άλλον» (1162a 12, 26-31).

Ο Αριστοτέλης υιοθετεί πλήρως το πνεύμα της εποχής του αποδίδοντας στην οικογένεια αυστηρά πατριαρχική δομή. Τόσο η γυναίκα, όσο και τα παιδιά οφείλουν υπακοή στον άντρα, που εν τέλει θα πάρει όλες τις αποφάσεις. Τις απόψεις αυτές τις αναλύει διεξοδικότερα στο πρώτο βιβλίο από τα «Πολιτικά» του.

Όσο για τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στα αδέρφια, προσομοιάζουν περισσότερο στη συντροφικότητα: «Στην αδελφική, πάλι, φιλία, υπάρχουν τα χαρακτηριστικά που υπάρχουν στη φιλία των συντρόφων· τα χαρακτηριστικά μάλιστα αυτά υπάρχουν στην αδελφική φιλία σε μεγαλύτερο βαθμό όταν τα αδέλφια είναι καλοί άνθρωποι και, γενικά, όταν μοιάζουν μεταξύ τους, αφού τα αδέρφια είναι στενότερα δεμένα μεταξύ τους και αγαπούν ο ένας τον άλλον κιόλας από τη γέννησή τους, και, ακόμη, αφού τα άτομα που γεννήθηκαν από τους ίδιους ανθρώπους, που μεγάλωσαν μαζί και πήραν την ίδια ανατροφή παρουσιάζουν μεταξύ τους μεγαλύτερη ομοιότητα στο χαρακτήρα. Αλλά και η δοκιμασία του χρόνου είναι στην περίπτωσή τους μεγαλύτερης διάρκειας και ασφαλέστερη» (1162a 12, 11-17).

Ολοκληρώνοντας την εικόνα των οικογενειακών σχέσεων ο Αριστοτέλης θα κάνει μια αναφορά και στους υπόλοιπους συγγενείς: «Όσο για τα ξαδέρφια και για τους άλλους συγγενείς, τους δένει τον έναν με τον άλλον ο ίδιος δεσμός που δένει και τα αδέρφια: ο δεσμός που ξεκινάει από την ίδια καταγωγή. Βρίσκονται, πάντως, πιο κοντά ή πιο μακριά ο ένας από τον άλλον ανάλογα με το πόσο κοντινός ή πόσο μακρινός είναι ο κοινός αρχηγός της γενιάς τους» (1162a 12 2-5).

Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΞΕΝΟΦΩΝ, ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΞΕΝ Απομν 4.2.25–4.2.29

Η αξία της αυτογνωσίας

Ο Σωκράτης ελέγχει και επιχειρεί να οδηγήσει στην αυτογνωσία τον Ευθύδημο, έναν φιλόδοξο αλλά δοκησίσοφο νέο. Ακολουθεί μικρό απόσπασμα από τον εκτενή διάλογό τους.


[4.2.25] Πότερα δέ σοι δοκεῖ
γιγνώσκειν ἑαυτόν, ὅστις τοὔνομα τὸ ἑαυτοῦ μόνον οἶδεν, ἢ
ὅστις, ὥσπερ οἱ τοὺς ἵππους ὠνούμενοι οὐ πρότερον οἴονται
γιγνώσκειν ὃν ἂν βούλωνται γνῶναι, πρὶν ἂν ἐπισκέψωνται
πότερον εὐπειθής ἐστιν ἢ δυσπειθής, καὶ πότερον ἰσχυρὸς ἢ
ἀσθενής, καὶ πότερον ταχὺς ἢ βραδύς, καὶ τἆλλα τὰ πρὸς
τὴν τοῦ ἵππου χρείαν ἐπιτήδειά τε καὶ ἀνεπιτήδεια ὅπως
ἔχει, οὕτως ἑαυτὸν ἐπισκεψάμενος, ὁποῖός ἐστι πρὸς τὴν
ἀνθρωπίνην χρείαν, ἔγνωκε τὴν αὑτοῦ δύναμιν; Οὕτως
ἔμοιγε δοκεῖ, ἔφη, ὁ μὴ εἰδὼς τὴν αὑτοῦ δύναμιν ἀγνοεῖν
ἑαυτόν. [4.2.26] Ἐκεῖνο δὲ οὐ φανερόν, ἔφη, ὅτι διὰ μὲν τὸ εἰδέναι
ἑαυτοὺς πλεῖστα ἀγαθὰ πάσχουσιν ἄνθρωποι, διὰ δὲ τὸ
ἐψεῦσθαι ἑαυτῶν πλεῖστα κακά; οἱ μὲν γὰρ εἰδότες ἑαυτοὺς
τά τε ἐπιτήδεια ἑαυτοῖς ἴσασι καὶ διαγιγνώσκουσιν ἅ τε
δύνανται καὶ ἃ μή· καὶ ἃ μὲν ἐπίστανται πράττοντες πορί-
ζονταί τε ὧν δέονται καὶ εὖ πράττουσιν, ὧν δὲ μὴ ἐπίστανται
ἀπεχόμενοι ἀναμάρτητοι γίγνονται καὶ διαφεύγουσι τὸ κακῶς
πράττειν· διὰ τοῦτο δὲ καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους δυνάμενοι
δοκιμάζειν καὶ διὰ τῆς τῶν ἄλλων χρείας τά τε ἀγαθὰ πορί-
ζονται καὶ τὰ κακὰ φυλάττονται. [4.2.27] οἱ δὲ μὴ εἰδότες, ἀλλὰ
διεψευσμένοι τῆς ἑαυτῶν δυνάμεως, πρός τε τοὺς ἄλλους
ἀνθρώπους καὶ τἆλλα ἀνθρώπινα πράγματα ὁμοίως διάκεινται,
καὶ οὔτε ὧν δέονται ἴσασιν οὔτε ὅ τι πράττουσιν οὔτε οἷς
χρῶνται, ἀλλὰ πάντων τούτων διαμαρτάνοντες τῶν τε ἀγαθῶν
ἀποτυγχάνουσι καὶ τοῖς κακοῖς περιπίπτουσι. [4.2.28] καὶ οἱ μὲν
εἰδότες ὅ τι ποιοῦσιν, ἐπιτυγχάνοντες ὧν πράττουσιν, εὔδοξοί
τε καὶ τίμιοι γίγνονται· καὶ οἵ τε ὅμοιοι τούτοις ἡδέως
χρῶνται, οἵ τε ἀποτυγχάνοντες τῶν πραγμάτων ἐπιθυμοῦσι
τούτους ὑπὲρ αὑτῶν βουλεύεσθαι, καὶ προΐστασθαί γε αὑτῶν
τούτους, καὶ τὰς ἐλπίδας τῶν ἀγαθῶν ἐν τούτοις ἔχουσι, καὶ
διὰ πάντα ταῦτα πάντων μάλιστα τούτους ἀγαπῶσιν. [4.2.29] οἱ δὲ
μὴ εἰδότες ὅ τι ποιοῦσι, κακῶς τε αἱρούμενοι καὶ οἷς ἂν
ἐπιχειρήσωσιν ἀποτυγχάνοντες, οὐ μόνον ἐν αὐτοῖς τούτοις
ζημιοῦνταί τε καὶ κολάζονται, ἀλλὰ καὶ ἀδοξοῦσι διὰ ταῦτα
καὶ καταγέλαστοι γίγνονται καὶ καταφρονούμενοι καὶ ἀτιμα-
ζόμενοι ζῶσιν. ὁρᾷς δὲ καὶ τῶν πόλεων ὅτι ὅσαι ἂν ἀγνοή-
σασαι τὴν ἑαυτῶν δύναμιν κρείττοσι πολεμήσωσιν, αἱ μὲν
ἀνάστατοι γίγνονται, αἱ δ’ ἐξ ἐλευθέρων δοῦλαι.

***
Ποίον δε από τα δύο φρονείς, ότι γνωρίζει τον εαυτόν του εκείνος που μόνον το όνομά του γνωρίζει, ή εκείνος, ο οποίος, καθώς αυτοί που αγοράζουν άλογα δεν νομίζουν, ότι ηξεύρουν το άλογον, το οποίον θέλουν να ηξεύρουν, πριν το εξετάσουν, ποίον από τα δύο, πείθεται εύκολα ή δεν πείθεται, και ποίον από τα δύο, είναι δυνατόν ή άρρωστον, και ποίον από τα δύο, είναι γρήγορον ή αργόν, και πώς είναι κατά τας άλλας ιδιότητας τας καταλλήλους ή ακαταλλήλους διά την χρησιμοποίησιν του αλόγου, τοιουτοτρόπως εξετάσας τον εαυτόν του, δηλ. τι είδους είναι ως προς την χρήσιν του υπό των ανθρώπων, τότε γνωρίζει την αξίαν του; ― Έτσι, είπεν, εγώ τω όντι φρονώ, ότι δηλαδή εκείνος που δεν ηξεύρει την αξίαν του, δεν ηξεύρει τον εαυτόν του. ― Το εξής δε δεν είναι αναμφισβήτητον, είπεν, ότι οι άνθρωποι, αφ' ενός μεν επειδή ηξεύρουν τον εαυτόν τους πάρα πολλά καλά επιτυγχάνουν, επειδή δε αφ' ετέρου δεν έχουν γνώσιν του εαυτού των, παθαίνουν πάρα πολλά κακά; Διότι εκείνοι μεν που ηξεύρουν τον εαυτόν των, και τα συμφέροντα εις τον εαυτόν των ηξεύρουν και διακρίνουν και όσα ημπορούν και όσα δεν ημπορούν να εκτελέσουν· και επειδή μεν κάμνουν όσα ηξεύρουν, και εξοικονομούν όσα τους χρειάζονται και ευτυχούν, επειδή δε απέχουν από όσα δεν τα ηξεύρουν, και σφάλματα δεν κάμνουν και αποφεύγουν την δυστυχίαν· δι' αυτό δε επειδή ημπορούν να δοκιμάζουν και τους άλλους ανθρώπους διά της χρησιμοποιήσεως των άλλων και τα ωφέλιμα πορίζονται και από τα βλαβερά προφυλάσσονται. Εκείνοι, δε που δεν ηξεύρουν τον εαυτόν τους, αλλ' είναι απατημένοι ως προς την ατομικήν των αξίαν, και διά τους άλλους ανθρώπους και διά τα άλλα ανθρώπινα πράγματα ομοίως απατώνται, και ούτε όσα τους χρειάζονται τα ηξεύρουν, ούτε τι κάμνουν, ούτε ποία πράγματα χρησιμοποιούν, αλλ' επειδή κάμνουν σφάλματα εις όλα αυτά και εις τα ωφέλιμα αποτυγχάνουν και εις τα κακά περιπίπτουν. Και εκείνοι μεν, που ηξεύρουν τι κάμνουν, επειδή επιτυγχάνουν εις αυτά που κάμνουν, και καλήν υπόληψιν και τιμήν αποκτούν· και οι όμοιοί των ευχαρίστως τους χρησιμοποιούν και εκείνοι που αποτυγχάνουν εις τας υποθέσεις των, επιθυμούν να σκέπτωνται ούτοι διά το ιδικόν των συμφέρον, και μάλιστα ούτοι να τους διευθύνουν, και απ' αυτούς κρεμούν τας ελπίδας της ευτυχίας των και δι' αυτό τους αγαπούν περισσότερον από όλους. Εκείνοι δε, που δεν ηξεύρουν τι πράττουν και κάμνουν κακήν εκλογήν έργων και αποτυγχάνουν εις ό,τι και αν επιχειρήσουν, όχι μόνον ζημιώνονται και τιμωρούνται εις τα έργα των αλλ' αποκτούν και κακήν υπόληψιν και γίνονται καταγέλαστοι και ζουν περιφρονούμενοι και χωρίς τιμήν. Βλέπεις δε, ότι και από τας πόλεις, όσαι, αγνοούσαι την δύναμίν των, πολεμήσουν με ισχυροτέρους απ' αυτάς, άλλαι μεν καταστρέφονται εκ θεμελίων, άλλαι δε γίνονται από ελεύθεραι δούλαι.