Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

Παράδοξη Κβαντική

Quantum Philosophy: Είναι ένας Διεπιστημονικός Κλάδος της Κβαντικής Φυσικής και Φιλοσοφίας.

Ο όρος κβάντο (λατινικά, quantum, σημαίνει ενέργεια, ποσό, ποσότητα, κάτι που μπορεί να μετρηθεί) αναφέρεται σε διακριτές μονάδες που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένες φυσικές ποσότητες, όπως η ενέργεια ενός ατόμου ύλης σε κατάσταση ηρεμίας.

Η κβαντομηχανική είναι μια θεωρία Μηχανικής. Θεωρείται από πολλούς ως πλέον θεμελιώδης από την Κλασσική Μηχανική, καθώς σε έναν αιώνα πειραματισμού δεν έχει διαψευσθεί.

H Κβαντική Θεωρία της Φυσικής προκάλεσε πραγματική επανάσταση στην επιστήμη και δημιούργησε καινούριες βάσεις που πάνω τους στηρίχθηκε η τεχνολογία της σύγχρονης εποχής. Τα “κβάντα”, σύμφωνα με το θεμελιωτή της θεωρίας, το Γερμανό φυσικό Μαξ Πλανκ, είναι τα μικρά σώματα που εκπέμπονται σε μορφή ακτινοβολίας από τον ανθρώπινο οργανισμό. Όμως, όπως τα υλικά σώματα αποτελούνται από πρωτόνια και ηλεκτρόνια, έτσι και η εκπεμπόμενη από αυτά ενέργεια έχει υλική μορφή.

Κατά προέκταση, ο Γάλλος επιστήμονας ντε Μπρολί ή ντε Μπρέγι αναφέρει ότι τα φωτόνια είναι ταυτόχρονα και κύματα και σωματίδια. Αυτό ήταν η αρχή της διαμόρφωσης της νέας Μαθηματικής Φυσικής, της Κυματομηχανικής, που βασίζεται στην έννοια του υλοκύματος.

Η διαμάχη για την ερμηνεία της Κβαντικής Θεωρίας άρχισε την περίοδο 1924-26, σχεδόν αμέσως μετά την διατύπωση της. Ξεκίνησε στο 5o συνέδριο του Solvay (1927) και στο συνέδριο του Como (1927) όπου ο De Broglie διατύπωσε την θεωρία της διπλής λύσης. Η διαμάχη αυτή αφορά επιστημολογικά, φιλοσοφικά και φυσικά προβλήματα.

Τα κεντρικότερα προβλήματα είναι: Η φυσική σημασία του πιθανοκρατικού χαρακτήρα της κβαντικής θεωρίας, η φυσική σημασία της αρχής της επαλληλίας και η φυσική σημασία της αναγωγής της κυματοσυνάρτησης.

Τα επιστημονικά αλλά και φιλοσοφικά ερωτήματα που μπήκαν τον 20ο αιώνα εξ’ αιτίας της κβαντικής Φυσικής είναι πάνω κάτω τα εξής:

1. Υπάρχουν τα μικρότερα σωματίδια, ηλεκτρόνια, φωτόνια κ.λ.π. ανεξάρτητα της ανθρώπινης ύπαρξης και παρατήρησης;

2. Αν ναι, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε την δομή και την εξέλιξη των υποατομικών οντοτήτων και των φαινομένων;

3. Πρέπει οι φυσικοί νόμοι να διαμορφωθούν έτσι ώστε για κάθε παρατηρήσιμο φαινόμενο να υπάρχει τουλάχιστον μια αιτία που το προκάλεσε;

– Οι αντίπαλοι της κβαντικής αναιτιοκρατίας (Planck, Einstein, Erhenfest, De Broglie, Schroedinger) απάντησαν θετικά και στα τρία ερωτήματα.

– Οι δημιουργοί όμως και απολογητές της Κβαντικής Θεωρίας (Born, Bohr, Heisenberg, Pauli, Dirac) απάντησαν αρνητικά και στα τρία ερωτήματα.

Βέβαια υπήρχαν εξαιρέσεις. Π.χ. οι De Broglie και Schroedinger δέχθηκαν την Κβαντική Μηχανική αρκετά χρόνια μετά το 1927 αλλά ξαναγύρισαν στις αρχικές τους απορρίψεις.

Τα επιστημολογικά και φιλοσοφικά ερωτήματα συνδέθηκαν λοιπόν με την ισχύ της αιτιότητας, της τοπικότητας και του ρεαλισμού στην Κβαντική Φυσική.

Το πρόβλημα της αιτιότητας (τα φαινόμενα προκαλούνται από ορισμένες αιτίες) και το πρόβλημα της αιτιοκρατίας ή ντετερμινισμού (οι αιτίες καθορίζουν με ένα ορισμένο τρόπο το αποτέλεσμα) είναι ένα πανάρχαιο φιλοσοφικό πρόβλημα.

Όμως υπάρχει και το πρόβλημα της τοπικότητας, δηλαδή της ταχύτητας διάδοσης των φυσικών αλληλεπιδράσεων. Η λεγόμενη “μη-τοπικότητα” είναι μια από τις πλέον παράξενες προβλέψεις της κβαντικής θεωρίας, που μαζί με την γάτα Schroedinger, ήταν άλλη μια διαμάχη του κρετίνου Einstein με τον υποστηρικτή και συνιδρυτή της κβαντικής θεωρίας, τον Niels Bohr.

Η μη-τοπικότητα προβλέπει ότι, γεγονότα που συμβαίνουν εδώ, μπορούν να επηρεάσουν γεγονότα σε άλλο σημείο που μπορεί να είναι πολύ απομακρυσμένο από το πρώτο.

Το φαινόμενο αυτό ήταν η αιτία που έκανε τον Einstein να δηλώσει πως “ο θεός δεν παίζει ζάρια με το Σύμπαν”, στην επιστημονική διαμάχη του με τον Niels Bohr και ο οποίος του απάντησε “σταμάτα να λες στον θεό τι να κάνει”.

Σήμερα οι βασικές θέσεις στα ερωτήματα αυτά είναι δύο:

1. Η ρεαλιστική, υλιστική ερμηνεία (Δημόκριτος, Γαλιλαίος, Νεύτων, Planck, Einstein, De Broglie, Bohm, Schroedinger, von Laue, Langevin κ.ά.) κατά την οποία: Υπάρχει μια φυσική, αντικειμενική πραγματικότητα, ανεξάρτητη από το υποκείμενο και τα μέσα παρατήρησης. Ο παρατηρητής δηλαδή δεν επηρεάζει το αποτέλεσμα της μέτρησης.

Ισχύει επίσης η αρχή της αιτιοκρατίας, οι αιτίες δηλαδή καθορίζουν το αποτέλεσμα.

Ορισμένοι από τους υποστηρικτές της υλιστικής ερμηνείας της Φύσης, δέχονται ότι τα σώματα αλληλεπιδρούν ακαριαία όσο μακριά και αν βρίσκονται (μη τοπικότητα). Η πεπερασμένη όμως ταχύτητα των φυσικών αλληλεπιδράσεων θεμελίωσε τον τοπικό χαρακτήρα των φαινομένων, που περιγράφονται από τις κλασσικές πεδιακές θεωρίες (ηλεκτρομαγνητισμός και θεωρία της βαρύτητας). Δηλαδή οι εκπρόσωποι αυτοί δέχονται την αρχή της τοπικότητας. Τέλος με την εξίσωση Schroedinger (1926) περιγράφεται η κίνηση των πραγματικών σωματιδίων που κινούνται στον χώρο και χρόνο θεωρώντας ότι τα σωματίδια έχουν διπλή φύση όπως δέχεται ο De Broglie.

Μια αυτονόητη υπόθεση της κλασικής φυσικής είναι ότι υπάρχει δυνατότητα, με πολύ προσεκτικό σχεδιασμό των πειραμάτων, να καταστήσουμε εντελώς αμελητέα την διαταραχή που προκαλεί ο ερευνητής με την ανάμειξή του στην πορεία των φυσικών φαινομένων. Η υπόθεση αυτή είναι απόλυτα δικαιολογημένη για φαινόμενα μεγάλης κλίμακας, αλλά παύει να είναι για φαινόμενα του Μικρόκοσμου και για τα σωματίδια που συγκροτούν τα άτομα (τουλάχιστο με τις σημερινές μεθόδους έρευνάς τους)

2. Η θετικιστική ερμηνεία (Σχολή της Κοπεγχάγης, Bohr, von Newmann, Heisenberg, Jordan κ.ά.) αμφισβήτησε την ισχύ της ρεαλιστικής ερμηνείας για την αιτιότητα στο χώρο του Μικρόκοσμου καθώς υποστήριξαν ότι δεν ισχύει στο Μικρόκοσμο και αμφισβήτησε επίσης και την ισχύ της τοπικότητας.

Σύμφωνα δηλαδή με τον Bohr η Κβαντική Θεωρία δεν περιγράφει τον μικρόκοσμο καθ’ εαυτόν, αλλά όπως αυτός εμφανίζεται κατά την παρατήρηση, δηλαδή μέσα από την αλληλεπίδραση του με τις συσκευές μέτρησης και τον παρατηρητή.

Μέσα στα πλαίσια της θετικιστικής ερμηνείας αναπτύχθηκε η μηχανική των μητρών, από τους φυσικούς της σχολής του Goetingen όπως ο Heisenberg. Οι θετικιστές πιστεύουν ότι μεγέθη που δεν μπορούν να παρατηρηθούν δεν υπάρχουν. Έτσι η μηχανική των μητρών δεν περιέγραφε τροχιές και άλλα “υλικά” χαρακτηριστικά των μικροσωματίων, αλλά μόνο παρατηρήσιμα μεγέθη: Ενεργειακές στάθμες, πιθανότητες παρουσίας και πιθανότητες μετάπτωσης.

Ο δεύτερος μαθηματικός φορμαλισμός της κβαντικής θεωρίας περιέχεται στην εξίσωση Schroedinger η οποία περιγράφει την πιθανότητα εύρεσης ενός σωματιδίου σε κάποια περιοχή του χώρου μια δεδομένη χρονική στιγμή.

Όπως απέδειξε όμως ο ίδιος ο Schroedinger οι δύο διατυπώσεις της Κβαντικής Θεωρίας είναι μαθηματικά ισοδύναμες και φυσικά οδηγούν στις ίδιες προβλέψεις. Ωστόσο η ισοδυναμία αυτή δεν σημαίνει ότι οι δύο διατυπώσεις είναι και επιστημολογικά ταυτόσημες. Η εξίσωση Schroedinger συνεχίζει την ρεαλιστική παράδοση της Κλασσικής Φυσικής ενώ η εξίσωση μητρών του Heisenberg θεμελιώνεται σε θετικιστικά αξιώματα και αντι-αιτιοκρατικές αντιλήψεις.

Η θετικιστική σχολή αφού άντλησε επιχειρήματα από τον φιλοσοφικό ιδεαλισμό, έδωσε νέα επιχειρήματα για την ορθότητα των απόψεων του. Έτσι η χριστιανική και νεοπλατωνική σκέψη άντλησαν θεμελιώδη επιχειρήματα από τον χώρο της μικροφυσικής.

Η επίδραση αυτή αποδεικνύει την φιλοσοφική εμβέλεια της νέας φυσικής. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι φιλοσοφικά ουδέτερη, ούτε αποκομμένη από τις άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες. Η ανθρωπιστική θεώρηση πρέπει να είναι πάντοτε ο κύριος στόχος των επιδιώξεων. Ο Schroedinger έγραφε ότι “ο επιστήμονας δεν μπορεί να αποκοπεί από τον γήινο λώρο όταν μπαίνει στο εργαστήριο ή στο αμφιθέατρο των παραδόσεων του”

Ο Schroedinger πίστευσε, για μια περίοδο ότι η κυματοσυνάρτηση (Ψ), που εμπεριέχεται στην διάσημη εξίσωσή του, περιγράφει υλικά κύματα στο φυσικό χώρο. Οι φυσικοί αντίθετα της θετικιστικής σχολής δεχόταν μόνο τα ασυνεχή, παρατηρήσιμα μεγέθη.

Την απάντηση όμως για την φυσική σημασία της κυματοσυνάρτησης (Ψ), την έδωσε ο Max Born. Το τεράγωνο της κυματοσυνάρτησης (Ψ) αντιπροσωπεύει την πυκνότητα της πιθανότητας παρουσίας του σωματίου στο σημείο x. Άρα πρόκειται για την στατιστική ερμηνεία της Κβαντικής Θεωρίας.

Στην εισήγησή του ο Bohr στο συνέδριο του Como (1927), δέχθηκε ότι στον Μικρόκοσμο αντιμετωπίζουμε συμπληρωματικά μεγέθη (θέση-ορμή), συμπληρωματικές ιδιότητες (σωμάτιο-κύμα), συμπληρωματικές περιγραφές (χωροχρονική-αιτιακή). Η συμπληρωματικότητα ανάχθηκε κατά τον Bohr σε γενική οντολογική και γνωσιοθεωρητική αρχή, που αφορά συμπληρωματικά και αμοιβαίως αποκλειόμενες καταστάσεις, που είναι οι μόνες δυνατές. Άρα κατά τον Bohr η Κβαντομηχανική περιγραφή είναι πλήρης και οριστική.

Ο De Broglie όμως το 1927 στο 5ο Συνέδριο του Solvay αμφισβήτησε το δόγμα για την πληρότητα της κβαντικής μηχανικής, σύμφωνα με την θεωρία του, της διπλής λύσης, κατά την οποία το σωμάτιο οδηγείται από ένα ευρύτερο κυματικό φαινόμενο το “κύμα πιλότο” ή “κυματοδηγό” που πιλοτάρει το ηλεκτρόνιο στον χώρο, και η όλη κίνηση είναι αιτιοκρατική. Την άποψη αυτή στο συνέδριο την υποστήριξε μόνο ο Einstein ενώ όλοι οι άλλοι σύνεδροι την αντιμετώπισαν με αδιαφορία.

Σε τελική ανάλυση οι φυσικοί που διαφωνούσαν με τον τελικό φορμαλισμό της Κβαντικής Μηχανικής διαφωνούσαν σε ένα σημείο. Πίστευαν ότι ήταν δυνατόν και χρήσιμο να συμπληρώσουν την θεωρία έτσι ώστε να γίνει αιτιοκρατική. Ανάμεσά τους ήταν ο Einstein, Planck, de Broglie και άλλοι.

Έτσι για παράδειγμα, στο ερώτημα γιατί διαφορετικά νετρόνια (που έχουν χρόνο ημιζωής 1000 δευτερόλεπτα περίπου) διασπώνται με μια βήτα Διάσπαση σε διαφορετικούς χρόνους και δεν διασπώνται όλα στον ίδιο χρόνο, οι οπαδοί της αιτιοκρατίας αναζήτησαν κάποιες αιτίες που καθορίζουν τους διάφορους χρόνους ζωής για τα νετρόνια ή άλλα ασταθή συστήματα. Πίστευαν σε κάποιες κρυμμένες μεταβλητές που υπαγόρευαν τις αιτίες για αυτές τις διαφορετικές συμπεριφορές.

Για πολλά χρόνια όμως ένα θεώρημα του Von Newmann, του 1932, εμπόδιζε τους αντιπάλους της θετικιστικής ερμηνείας, δηλαδή της Σχολής της Κοπεγχάγης, να υπερασπιστούν μια Κβαντική θεωρία ρεαλιστική και αιτιοκρατική. Το θεώρημα αυτό αποδείκνυε ότι δεν ήταν δυνατόν να κατασκευαστεί κάποια θεωρία με “κρυμμένες μεταβλητές” που θα εξηγούσε ρεαλιστικά και αιτιοκρατικά τα κβαντικά φαινόμενα.

Η απόδειξη αυτή είχε γίνει από τον Von Newmann, έναν επιστήμονα για τον οποίο όλοι αισθάνονταν δέος, άρα δεν μπορούσαν καθόλου να του φέρουν αντίρρηση. Επίσης οι Bohr, Pauli, Heisenberg και Jordan χρησιμοποίησαν αυτό το θεώρημα για να εξουδετερώσουν κάθε αντίθετη άποψη.

Οι αντίπαλοι τους (Einstein, De Broglie, David Bohm κ.ά.) απομονώθηκαν και ήταν οι μόνοι που έμειναν να αντιδρούν πεισματικά. Αλλά μετά από αρκετά έτη και προσπάθειες (από το 1935 έως το 1970) έδωσαν οι δύο τελευταίοι σημαντικές εργασίες για ένα μοντέλο με κρυμμένες μεταβλητές, το οποίο να μην αντιβαίνει στις προβλέψεις της Κβαντικής, και συγχρόνως να δίνει μια αιτιοκρατική θεμελίωση της συμπεριφοράς των κβαντικών συστημάτων.

Η αρχική προσπάθεια του Broglie (το 1927) είχε αποτύχει και αυτός την είχε εγκατέλειψε. Αλλά η επόμενη προσπάθεια του Bohm, επέτυχε γιατί διακρινόταν από ορισμένα χαρακτηριστικά:

Αξιωματική αποδοχή της εξίσωσης Schroedinger και ισοδυναμία με την ορθόδοξη ερμηνεία της κβαντικής.

Δυνατότητα να προσεγγίσει το ζήτημα της κβαντικής θεωρίας της μέτρησης.

Τελικά όπως αποδείχθηκε το θεώρημα του Von Newmann, ενώ από μαθηματικής σκοπιάς δεν ήταν λάθος, δεν μπορούσε όμως να αποτρέψει τις αιτιοκρατικές γενικεύσεις της Κβαντομηχανικής.

Αυτές οι κρυμμένες μεταβλητές πιστεύουμε σήμερα ότι είναι δύο ειδών:

Αυτές που συνδέονται με την εσωτερική δομή των σωματιδίων (εσωτερικές)
και αυτές που συνδέονται με υποθετικές διακυμάνσεις του κενού σε μικρές περιοχές γύρω από το σωματίδιο (εξωτερικές).

Και οι δύο μεταβλητές είναι τοπικές, δηλαδή είναι ανεξάρτητες από την παρουσία της ύλης, της ενέργειας ή των διακυμάνσεων του κενού μακράν από το σωματίδιο.

Αλλά υπάρχουν και οι μη-τοπικές κρυμμένες μεταβλητές, για να μπορέσουμε να εξηγήσουμε και τα συσχετισμένα κβαντικά φαινόμενα.

Ο Dirac ένας από τους πρωτεργάτες της Κβαντικής Φυσικής έγραφε το 1975: “Νομίζω ότι τελικά η παρούσα μορφή της Κβαντικής Φυσικής δεν πρέπει να θεωρηθεί οριστική. Υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες, θεωρώ πολύ πιθανό ότι ίσως κάποτε φθάσουμε σε μια βελτιωμένη Κβαντική Φυσική που θα μας επιτρέψει να πάμε παρακάτω.”

Έτσι η διαμάχη για την Κβαντική Φυσική συνεχίζεται έως την εποχή μας.

Παλαιά Κβαντική Θεωρία

Από τις αρχές κιόλας του 20ου αιώνα, η ανάγκη της ανθρωπότητας για εξέλιξη των θετικών επιστημών, αποτέλεσε κίνητρο για τους επιστήμονες να ασχοληθούν σχολαστικότερα με διάφορα φαινόμενα ή καταστάσεις της ύλης. Η φυσική θεώρηση που δέσποζε μέχρι τότε, δηλαδή η Κλασσική Φυσική, παρουσίαζε σοβαρά ρήγματα. Αυτά τα προβλήματα αναδεικνύονταν κατά τη διεξαγωγή διάφορων πειραμάτων, όπως στην μελέτη πολύ μικρών μεγεθών (ατομικού μεγέθους) ή ακαριαίων γεγονότων (έρευνες για την ταχύτητα του φωτός), καθιστώντας την Κλασσική Φυσική του Νεύτωνα και του Γαλιλαίου ανίκανες να εξηγήσουν τα αντίστοιχα αποτελέσματα.

Η θεωρία της Κβαντικής Φυσικής θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν απορρίπτει την Νευτώνεια Φυσική. Η δεύτερη, μέχρι και σήμερα δίνει σαφείς απαντήσεις σε φαινόμενα που λαμβάνουν χώρα στο Μακρόκοσμο, εφόσον φυσικά εξετάζουμε μεγάλα μεγέθη και σε μικρές ταχύτητες.

Όπως προαναφέρθηκε, οι νόμοι της Κλασσικής Φυσικής είναι μια ακραία περίπτωση των νόμων που διέπουν τον Μικρόκοσμο. Αυτή η βαθμιαία συγκέντρωση και η κατόπιν η διατύπωση σε μια ενιαία θεωρία είναι ένα από τα σημαντικότερα κατορθώματα της σύγχρονης επιστήμης. Αυτή η διαδικασία συγκέντρωσης και διατύπωσης μπορεί να χωριστεί ιστορικά σε δύο φάσεις, από τις οποίες απορρέει και η σύνδεση της παλιάς με την νέα κβαντική θεωρία.

Θεμελιωτές: Η κβαντική θεωρία θεμελιώθηκε από διακεκριμένους φυσικούς όπως ο Bohr, ο Heisenberg, ο Schrodinger, ο Pauli, οι Planck και άλλοι.

Άτομο σύμφωνα με την Ημικλασσική Θεωρία. Η πρώτη φάση που αρχίζει το 1900 με περίπου την εισαγωγή της έννοιας του quantum από τον Planck, φτάνει στο ζενίθ της με το άτομο του Bohr το 1913 και τελειώνει το 1923, καλύπτει την ανάπτυξη της παλαιάς Κβαντικής Θεωρίας. Αυτή η εποχή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ της Κλασσικής Φυσικής και της σύγχρονης Κβαντομηχανικής που θεμελιώθηκε μεταξύ 1924 και 1927 και αποτελεί την δεύτερη φάση.

Η πρώτη φάση θεωρείται μεταβατικό στάδιο γιατί αποτελείται μεν από μη κλασσικές παραδοχές (π.χ. κβάντωση) αλλά σε ένα καθαρά κλασσικό εννοιολογικό πλαίσιο.

«Η Κβαντική Θεωρία μου προκαλεί αισθήματα τελείως παρόμοια με τα δικά σου. Θα έπρεπε κανείς πραγματικά να αισχύνεται για τέτοιες επιτυχίες, αποκτημένες με την βοήθεια του Ιησουιτικού κανόνα ‘Μή γνώτω η αριστερά σου τί ποιεί η δεξιά σου’» έλεγε ο Einstein το 1919 σε γράμμα του στον Born, κριτικάροντας την παλαιά κβαντική θεωρία, ενώ ο Schrodinger αναφέρει σε παρόμοια συνομιλία με τον Bohr «Αν αυτά τα καταραμένα κβαντικά άλματα πρόκειται τελικά να παραμείνουν στην Φυσική, τότε εγώ το μετανιώνω που αναμείχθηκα με την Κβαντική Θεωρία»

Νέα Κβαντική Θεωρία

Οι πέντε θεμελιώδεις προτάσεις της Κβαντομηχανικής είναι:
  • Μαθηματική περιγραφή των φυσικών καταστάσεων. Σε κάθε πραγματοποιήσιμη κατάσταση ενός φυσικού συστήματος αντιστοιχεί μια τετραγωνικά ολοκληρώσιμη κυματοσυνάρτηση. Η κυματοσυνάρτηση περιέχει όλες τις πειραματικά διαπιστώσιμες πληροφορίες για την κατάσταση του φυσικού συστήματος.
  • Μαθηματική περιγραφή των φυσικών μεγεθών. Σε κάθε φυσικό μέγεθος αντιστοιχεί ένας γραμμικός Ερμιτιανός Τελεστής που κατασκευάζεται από την κλασσική έκφραση του μεγέθους και του οποίου οι ιδιοτιμές είναι τα μοναδικά δυνατά αποτελέσματα μιας μέτρησης.
  • Στατιστική ερμηνεία. Η κυματοσυνάρτηση σχετίζεται με την πυκνότητα πιθανότητας (επομένως διαθέτει στατιστική ερμηνεία).
  • Ο Νόμος της κβαντικής μέτρησης. Η κατάσταση του φυσικού συστήματος μετά από μια μέτρηση αποδίδεται από την ιδιοσυνάρτηση της ιδιοτιμής που μετρήθηκε.
  • Ο κβαντικός νόμος της κίνησης. Η χρονική εξέλιξη της κατάστασης ενός κβαντομηχανικού συστήματος καθορίζεται από την εξίσωση Schrodinger.
Τα έξι κύρια σημεία που επεξηγεί η κβαντική θεωρία, υπερβαίνοντας τις δυνατότητες της κλασσικής, είναι:
  • Η διακριτότητα (κβάντωση) της ενέργειας
  • Η δυαδικότητα του φωτός και της ύλης
  • Ο Κβαντικός Εναγκαλισμός
  • Η Κβαντική Σήραγγα
  • Η Κβαντική Τηλεμεταφορά
  • Ο Κβαντικός Υπολογιστής
Διακριτότητα Ενέργειας

Τα ηλεκτρόνια υπάρχουν σε διακεκριμένες ενεργειακές στάθμες μέσα στο άτομο. Όταν κατά την αποδιέγερσή τους από μια υψηλή ενεργειακή στάθμη μεταπηδούν προς μια χαμηλότερη, εκπέμπουν ένα φωτόνιο το οποίο σύμφωνα με την αρχή διατήρησης της ενέργειας, έχει ενέργεια που αντιστοιχεί στην ενεργειακή διαφορά των δύο ενεργειακών σταθμών. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι τα ηλεκτρόνια υπάρχουν μόνο σε συγκεκριμένες ενεργειακές στάθμες, αλλιώς σύμφωνα με την Κλασσική Φυσική θα κινούνταν με σπειροειδή πορεία προς τον πυρήνα.

Το γεγονός ότι υπάρχουν διακριτές τιμές για τα επίπεδα των ενεργειακών επιπέδων, μαζί με άλλες «κβαντισμένες» ατομικές ιδιότητες, αποτελούν και την κβάντωση της ενέργειας. Η κβάντωση είναι μια κεντρική υπόθεση για την κβαντική θεωρία καθώς με αυτήν επιλύεται το “αίνιγμα” της ατομικής σταθερότητας.

Δυαδικότητα Ακτινοβολίας

«Είναι ένα αναντίρρητο γεγονός ότι υπάρχει μια εκτεταμένη συλλογή δεδομένων για την ακτινοβολία που δείχνουν ότι, το φως έχει ορισμένες θεμελιώδεις ιδιότητες, που μπορούν να κατανοηθούν πολύ πιο εύκολα από την σκοπιά της σωματιδιακής θεωρίας του Νεύτωνα παρά από την σκοπιά της κυματικής θεωρίας. Επομένως, κατά την γνώμη μου, η επόμενη φάση ανάπτυξης της Θεωρητικής Φυσικής θα μας οδηγήσει σε μια θεωρία για το φως, που θα μπορεί να ερμηνευθεί σαν ένα είδος συγκερασμού της κυματικής και σωματιδιακής εικόνας.» A. Einstein (1909)

Κατά την εξέλιξη των ερευνών, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο χάσμα ερμηνειών ως προς την φύση του φωτός και της ύλης.

Το 1690 ο Huygens υποστήριξε την κυματική φύση του φωτός βρίσκοντας υποστηρικτές τον Maxwell, τον Hertz, τον Young και άλλους, ενώ το 1704 ο Newton υποστήριξε την σωματιδιακή φύση του φωτός (κάτι που είχαν υποστηρίξει και κάποιοι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι), βρίσκοντας υποστηρικτές τον Einstein, τον Planck και άλλους.

Ο Luis De Broglie το 1923 απέδειξε μαθηματικά πως ένα υλικό σωματίδιο θα μπορούσε να συμπεριφερθεί ως κύμα, κάτι που απέδειξαν και πειραματικά οι Davisson και Germer το 1927. Πώς γίνεται όμως κάτι να έχει τις ιδιότητες και την συμπεριφορά ενός κύματος και ενός σωματιδίου ταυτόχρονα;

Αυτό το ερώτημα καλύπτει η δυαδικότητα που πρεσβεύει η Κβαντική Φυσική, αποδεχόμενη και τις δύο φύσεις του φωτός και των σωματιδίων. Αναφέρει δηλαδή πως η Ακτινοβολία και η Ύλη συντίθενται μεν από σωματίδια αλλά η πιθανότητα να βρεθεί αυτό το σωματίδιο σε διάφορες θέσεις διαθέτει κυματική συμπεριφορά. Το φως που εμφανίζεται μερικές φορές ως κύμα οφείλεται στο ότι παρατηρούμε την συσσώρευση πολλών από τα σωματίδια του (κβάντα), και έτσι διαμοιράζονται πάρα πολύ οι πιθανότητες για διαφορετικές θέσεις στις οποίες κάθε σωματίδιο θα μπορούσε να υπάρχει.

Χονδρικά, αναφερόμενοι στη διπλή υπόσταση του φωτός, μπορούμε πλέον να θεωρούμε ότι το φως είναι κύμα όσο δεν ανιχνεύεται (δηλαδή όταν δεν αποτελεί αντικείμενο μελέτης), ενώ όταν ανιχνεύεται, παύει να είναι κύμα και συμπεριφέρεται ως σωματίδιο.

Σε αυτό το σημείο κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί η Αρχή Αβεβαιότητας του Heisenberg. Αυτή η αρχή δηλώνει την αδυναμία ταυτόχρονης μέτρησης της θέσης και της ορμής ενός σωματιδίου σε μια δεδομένη στιγμή. Είναι βέβαια δυνατόν να γνωρίζουμε το ένα από τα δύο φυσικά μεγέθη (δηλ. την ορμή ή την θέση) αλλά όχι και τα δύο.

Αυτή η αρχή μάλιστα, πέρα από το ότι είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της Κβαντικής Φυσικής, συνδέεται άμεσα και με την υπόθεση της συμπληρωματικότητας του Bohr, κατά την οποία η μέτρηση μιας μεταβλητής καθιστά αυτομάτως μη μετρήσιμη κάποια άλλη.

Κβαντικός Εναγκαλισμός

Αρχικά, πριν μιλήσουμε για τον κβαντικό εναγκαλισμό θα πρέπει να αναφέρουμε κάποιες άλλες πληροφορίες όπως το ότι ένα σωμάτιο είναι δυνατόν να βρίσκεται ταυτόχρονα σε περισσότερες από μια κβαντικές καταστάσεις (ή ιδιοσυναρτήσεις) που αντιστοιχούν στις συγκεκριμένες τιμές (ιδιοτιμές) ενός μεγέθους (π.χ. της ορμής). Αυτό λέγεται υπέρθεση ή επαλληλία καταστάσεων. Στην προσπάθεια μέτρησης μιας ποσότητας, το πείραμα θα εξάγει μια συγκεκριμένη τιμή καθώς θα προκληθεί κατάρρευση της κυματοσυνάρτησης κατά την ορθόδοξη ερμηνεία της κβαντικής.

Ο Schrodinger διαφώνησε με την ορθόδοξη αυτή ερμηνεία διατυπώνοντας το περίφημο πείραμα σκέψης (θεωρητικό πείραμα) της «γάτας του Schrodinger», το οποίο και αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα για να κατανοηθεί το φαινόμενο της επαλληλίας καταστάσεων.

Αυτό το πείραμα αναφέρεται στην περίπτωση μίας γάτας μέσα σε ένα κυτίο μαζί με πηγή εκπομπής ακτινοβολίας. Όταν η πηγή εκπέμπει ακτινοβολία, τότε λόγω κάποιας σύνδεσης σπάει μια φιάλη με δηλητηριώδες αέριο που αυτομάτως σκοτώνει την γάτα. Η πηγή όμως είναι ένα Κβαντικό Σύστημα το οποίο βρίσκεται στην επαλληλία καταστάσεων εκπομπής και μη εκπομπής (δηλ. 50-50 οι πιθανότητες να εκπέμψει ή όχι ακτινοβολία).

Αν δώσουμε ένα χρονικό περιθώριο (π.χ. μια ώρα) για την ενεργοποίηση της πηγής, μετά το πέρας αυτής της ώρας, αν δεν ανοίξουμε το κυτίο, η γάτα θα είναι και ζωντανή και νεκρή, πράγμα φυσικά αδύνατον. Όταν ανοίξουμε το κυτίο (και καταρρεύσει η κυματοσυνάρτηση εξαιτίας της μέτρησης ή με άλλα λόγια, «καταστραφεί» η υπέρθεση), η γάτα θα είναι ή μόνο ζωντανή ή μόνο νεκρή, όχι όμως και τα δύο.

Στην Κβαντική Φυσική, αυτή η υπόθεση δεν είναι καθόλου παράλογη καθώς το σύστημα πριν την μέτρηση (πριν ανοίξουμε το κυτίο) μπορεί να βρίσκεται στην υπέρθεση δύο μικροκαταστάσεων. Μόνο μετά την μέτρηση περιγράφεται αποκλειστικά με την μία από τις δύο καταστάσεις.

Κάπως έτσι καταλήγουμε στον κβαντικό εναγκαλισμό, ο οποίος θεωρεί ότι σε ένα σύστημα το οποίο αποτελείται από ένα ή περισσότερα υποσυστήματα, δεν μπορούμε να αποδώσουμε μια συγκεκριμένη Κβαντική Κατάσταση στο κάθε υποσύστημα την στιγμή που τα αντίστοιχα σωμάτια δεν έχουν δικές τους ιδιότητες. Αν επιχειρήσουμε να κάνουμε μέτρηση του ενός, επιφέρεται αυτομάτως η αλλαγή των ιδιοτήτων του άλλου, όσο μακριά και αν είναι το ένα από το άλλο.

Το παραπάνω οδήγησε στο παράδοξο EPR φαινόμενο, ένα πείραμα σκέψης που πήρε το όνομά του από τους δημιουργούς του Einstein, Podolsky και Rozen το 1935 και το οποίο αναφερόταν σε αυτή την δράση εξ αποστάσεως μεταξύ των εναγκαλισμένων σωμάτιων. Βέβαια, αυτό το φαινόμενο δεν αμφισβητεί την πληρότητα της κβαντομηχανικής, όπως πίστευε ο Αϊνστάιν, αλλά την επεκτείνει (όπως αποδείχθηκε πειραματικά κατά την δεκαετία του ’80).

Κβαντική Σήραγγα

Ένα σημαντικό φαινόμενο είναι η κβαντική σήραγγα. Χωρίς αυτήν, όχι μόνο θα ήταν αδύνατη η λειτουργία των κινητών τηλεφώνων, αλλά δεν θα υπήρχαν και τα σημερινά chips που απαρτίζουν έναν σημερινό ηλεκτρονικό υπολογιστή, έτσι όπως τα ξέρουμε τουλάχιστον. Ένα κύμα καθορίζει την πιθανότητα της θέσης ενός σωματιδίου. Όταν αυτό το κύμα αντιμετωπίσει ένα ενεργειακό φράγμα, η κβαντική σήραγγα μας λέει ότι το μεγαλύτερο μέρος του θα ανακλαστεί, ωστόσο, ένα μικρό μέρος του θα διαρρεύσει μέσα στο φράγμα.

Το κύμα που διέρρευσε από αυτό το φράγμα θα συνεχίσει την διάδοσή του στην άλλη πλευρά του φράγματος. Το ενδιαφέρον εδώ είναι πως ακόμη κι αν το σωματίδιο έχει πολύ μικρή ενέργεια για να ξεπεράσει το φράγμα, είναι πιθανό (μικρή πιθανότητα βέβαια) να δημιουργήσει μια σήραγγα μέσα σε αυτό. Αυτό το φαινόμενο βέβαια είναι αρκετά σπάνιο να συναντηθεί στον Μακρόκοσμο (π.χ. μια μπάλα δεν μπορεί να διαπεράσει έναν τοίχο χωρίς να του προκαλέσει φθορά), αλλά στο Μικρόκοσμο (π.χ. με την μορφή ενός ηλεκτρονίου) είναι μια συνήθης διαδικασία.

Τηλεμεταφορά

Μπορεί η τηλεμεταφορά γενικά ως θέμα να απασχολεί πολλούς συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί, λένε, σε μακροσκοπικό επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, σε υποατομικό επίπεδο, η Κβαντική Τηλεμεταφορά είναι κάτι το οποίο έχει επιτευχθεί.

Ας θεωρήσουμε μια μηχανή fax (πομπός) που στέλνει ακριβή αντίγραφα τρισδιάστατων πληροφοριών σε μια άλλη μηχανή (δέκτης), αφού καταστρέψει το πρωτότυπο αντικείμενο κατά την συλλογή των πληροφοριών που το διέπουν. Κατόπιν, ο δέκτης θα αναδιατάξει αυτές τις πληροφορίες ακριβώς στην ίδια θέση με το πρωτότυπο χρησιμοποιώντας κατά προτίμηση το ίδιο υλικό ή έστω άτομα του ίδιου είδους.

Μέχρι την δεκαετία του ’90, αυτή η σκέψη «φόβιζε» τους επιστήμονες λόγω του ότι ένα τέτοιο εγχείρημα θα παραβίαζε την αρχή της αβεβαιότητας που προαναφέρθηκε. Πώς μπορείς να έχεις ακριβείς πληροφορίες για ένα αντικείμενο (ή σωματίδιο) την στιγμή που η αρχή της αβεβαιότητας στο απαγορεύει; Κι όμως υπάρχει τρόπος: η περιπλοκή.

Η περιπλοκή είναι ένα «τέχνασμα», ένας θεωρητικός τρόπος χρησιμοποίησης της κβαντικής μηχανικής για να παρακαμφθούν οι περιορισμοί της αρχής της αβεβαιότητας, χωρίς όμως να παραβιαστεί η ίδια.

Η ομάδα που «βρήκε» την αρχή της περιπλοκής αποτελούνταν από τους Charles H. Bennett από την IBM, τους Gilles Brassard, Claude Crepeau και Richard Josza από το πανεπιστήμιο του Montreal, από τους Asher Peres από το τεχνολογικό ινστιτούτο του Israel και τον William K. Wootters από το Williams College.

Για να γίνει κατανοητή η περιπλοκή, παίρνουμε το «γνωστό» παράδειγμα των ζαριών: Έχουμε μπροστά μας πολλά ζεύγη ζαριών. Ρίχνουμε το πρώτο ζεύγος και έρχονται και τα δύο 4, ρίχνουμε το επόμενο ζεύγος και έρχονται και τα δύο 1 κ.ο.κ. Αυτό συμβαίνει σε κάθε ζεύγος ζαριών που ρίχνουμε. Το ένα ζάρι είναι τυχαίο, το άλλο όμως δίνει πάντα το ίδιο αποτέλεσμα με το συζευκτικό του.

Όσο περίεργη και αν ακούγεται αυτή η συμπεριφορά των ζαριών στο μακρόκοσμο, έχει αποδειχθεί πειραματικά ότι υφίσταται μεταξύ σωματιδίων. Σε αντιστοιχία με τους αριθμούς των ζαριών, ζεύγη σωματιδίων είναι δυνατόν να παίρνουν στοιχεία, όπως φυσικές ιδιότητες (π.χ. πολικότητα) το ένα από το άλλο. Φυσικά, αυτό συνδέεται άμεσα με το παράδοξο φαινόμενο EPR της κβαντομηχανικής που προαναφέρθηκε.

Με την περιπλοκή ή την «συσχέτιση» (όρος που έθεσε ο Schroedinger για το παράδοξο EPR) ως κύρια εφόδια, οι επιστήμονες διεξήγαγαν τρία -επίσημα- πειράματα κατά την διάρκεια της δεκαετίας του ’90. Εκτός από αυτά τα τρία άλλες έρευνες πάνω στην Κβαντική Τηλεμεταφορά έγιναν τον Δεκέμβριο του 1997, όπου δύο ερευνητικές ομάδες, μια στην Αυστρία και μια στην Ρώμη, εξέθεσαν τα επιτυχή πειράματα τηλεμεταφοράς.

Κβαντικός Υπολογιστής

«Μόνο ένας κβαντικός υπολογιστής μπορεί να προσομοιώσει αποτελεσματικά τα κβαντικά συστήματα» R. Feynman.

Η παραπάνω πρόταση του Feynman ήταν η πρώτη αναφορά στους κβαντικούς υπολογιστές το 1982, ενώ λίγο αργότερα, το 1985, ο Deutsch διατύπωσε τους κανόνες με τους οποίους θα λειτουργούσε μια υπολογιστική μηχανή βασισμένη στην Κβαντική Φυσική.

Επειδή στην Σύγχρονη Εποχή παρατηρείται μια ραγδαία αύξηση των τηλεπικοινωνιακών συστημάτων λόγω της ανάγκης για γρήγορη επεξεργασία και διακίνηση των πληροφοριών, η δημιουργία ενός κβαντικού υπολογιστή (Quantum computing) αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόκληση. Η Κβαντική Τηλεμεταφορά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την δημιουργία των κβαντικών Λογικών Πυλών μέσα στους κβαντικούς υπολογιστές, στις οποίες θα γίνεται η επεξεργασία των πληροφοριών.

Υπολογίζεται ότι με τα qubits, έννοια αντίστοιχη με τα σημερινά bits, οι υπολογιστικές μηχανές θα μπορούν να κάνουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τεράστιους υπολογισμούς που με τους σημερινούς υπολογιστές θα χρειάζονταν δισεκατομμύρια ημέρες. Αυτό οφείλεται στο ότι η τιμή ενός qubit μπορεί να ειναι 0 και 1 ταυτόχρονα!

Το εμπόδιο, όμως, στην δημιουργία ενός κβαντικού υπολογιστή είναι το κριτήριο Rayleigh, μια βασική αρχή της Οπτικής σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί να κατασκευαστεί ένα microchip μικρότερο των 124 nanometers.

Θεωρητικά, αυτό το εμπόδιο στην πρόοδο γίνεται να υπερκερασθεί με την χρήση πεπλεγμένων φωτονίων τα οποία θα μπορούν να συμπεριφέρονται ως ένα (κατά συνέπεια κάποιων κβαντικών νόμων που αναφέρουν ότι τα πεπλεγμένα φωτόνια έχουν ως σύστημα το μισό μήκος κύματος από ό,τι έχουν ως ατομικά σωματίδια) και ως αποτέλεσμα, θα μπορούν να κατασκευαστούν chips μικρότερα των 64 nanometers.

Ακόμη κι αυτό να γίνει όμως, παρουσιάζονται και άλλα προβλήματα, με σημαντικότερο αυτό της αποσυσχέτισης, κατά την οποία μικρές αλληλεπιδράσεις με εξωτερικούς (ή και εσωτερικούς) περιβαλλοντικούς παράγοντες οδηγούν σε μη κβαντική συμπεριφορά χωρίς εναγκαλισμό, και συνεπώς δυσλειτουργία του κβαντικού υπολογιστή.

Η Ενέργεια συνιστά ουσιαστικά το υλικό, από το οποίο παράγονται όλα τα στοιχειώδη σωματίδια, τα άτομα και γενικά τα πάντα στον κόσμο, αλλά παράλληλα η Ενέργεια κινεί τα πάντα στον κόσμο, αποτελώντας μία αναλλοίωτη ουσία, που το συνολικό της ποσό, δεν μεταβάλλεται, με τα στοιχειώδη σωματίδια να αποτελούν παράγωγά της, όπως πιστοποιούν πάμπολλα πειράματα, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπεται σε κίνηση, σε θερμότητα, σε φωτεινή ακτινοβολία ή σε διαφορά δυναμικού, προκαλώντας ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα.

Η Ενέργεια είναι η αιτία όλων των μεταβολών, που εκπροσωπεί μία θεμελιώδη αρχή, την αλλαγή, την άφθαρτη μεταβολή που ανανεώνει τον κόσμο και αν και αυτή καθαυτή η αλλαγή δεν αποτελεί υλικό αίτιο, ο εκπρόσωπός της, το Πῦρ, συνιστά ως θεμελιώδης αρχή και την κινούσα δύναμη. Στο κοσμολογικό τμήμα του έργου του με τίτλο “Περί Φύσεως”, ο Ηράκλειτος δηλώνει αφοριστικά πως:

“Κόσμον τόνδε τὸν αὐτὸν ἁπάντων οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησε, ἀλλʹ ἦν αἰεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον, ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα”.

(Ο κόσμος παραμένει αναλλοίωτος για όλα τα όντα και δεν είναι δημιούργημα κανενός θεού και κανενός ανθρώπου, αλλά υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρξει στον αιώνα τον άπαντα, ως πύρ αείζωον, που αναφλέγεται σύμφωνα με καθορισμένα μέτρα και αποσβένεται με καθορισμένα μέτρα).

Επιστήμονες σαν τον Γαλιλαίο, τον Μάξγουελ, τον Νιλς Μπορ, τον Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, τον Βίλχελμ Ράιχ, τον Έρβιν Σρέντινγκερ είπαν στους ανθρώπους:

“Εξερευνήστε πολύ βαθιά μέσα στην Ύλη και αυτή θα εξαφανιστεί, θα διαλυθεί σε άπειρη Ενέργεια. Τα πάντα είναι Ενεργειακά πεδία, ακόμη και η Ύλη όπως την βλέπεις δεν υπάρχει αποτελείται από κενό χώρο που είναι γεμάτος με Ενέργεια. Το σώμα σου είναι ένα Ενεργειακό πεδίο. Μόνο η αύξηση και η ανακατεύθυνση, της Ενέργειας θα ενεργοποιήσει το δυναμικό σου.” Νιλς Μπορ.

“Η φιλοσοφία είναι γραμμένη μέσα σε αυτό το μεγάλο βιβλίο, το Σύμπαν, το οποίο παραμένει πάντοτε ανοιχτό στο βλέμμα μας. Το βιβλίο αυτό δεν θα γίνει κατανοητό, εκτός αν μάθει να κατανοεί κανείς, την γλώσσα και να ερμηνεύει τους χαρακτήρες με τους οποίους έχει γραφτεί. Είναι γραμμένο στην γλώσσα των μαθηματικών και οι χαρακτήρες του είναι τρίγωνα, τετράγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα. Δίχως αυτά περιπλανόμαστε άσκοπα σε κάποιο σκοτεινό λαβύρινθο.” Γαλιλαίος.

“Εάν η ενιαία αρχή πού εξομοιώνει όλα τα πράγματα του κόσμου είναι το γίγνεσθαι, το φυσικό στοιχείο από το οποίο όλα τα άλλα στοιχεία αποτελούνται, είναι το Πυρ. Αυτό διότι το Πυρ θεωρείται ως στοιχείο αποσταθερωτικό, σε θέση να προκαλέσει εκείνη την αλλαγή που επιτρέπει στα πράγματα να μετατραπούν από την μια κατάσταση στην άλλη”. –Ηράκλειτος.

Τα ίδια είπαν και ο Αναξαγόρας, ο Λεύκιππος, ο Δημόκριτος, η Υπατία, όλοι οι άξιοι λόγου φιλόσοφοι το ίδιο λένε.

Ξέρεις ποιος είναι ο Αλχημιστής;

Μα τι άλλο παρά όποιος, ζει σύμφωνα με την φύση, κολυμπάει στην αρχέγονη, άχρονη, παράξενη, μεγαλειώδη, θάλασσα μυστηρίου, εναρμονίζεται με την ομορφιά και τα καπρίτσια της, απολαμβάνοντας να την εξερευνεί, να την ανακαλύπτει, να την γνωρίζει, μέχρι να αποδεσμευτεί από αυτήν.

Το μονοπάτι του Επίκουρου

Όποιος παίρνει το μονοπάτι του επικούρειου βίου (τρόπου ζωής) πρέπει να αρχίζει με μια προσεκτική και φιλοσοφικά νηφάλια εξέταση των αναγκών και των ελλείψεών του, όπως αυτές εκδηλώνονται με τις ορμές, τις ορέξεις και τις επιθυμίες του. Πρέπει σιγά-σιγά να μάθει να δίνει προσοχή στις απαιτήσεις τους μέσα από μια ξεκάθαρη κατανόηση των ορίων τους (οροί επιθυμιών).

Η κατάταξη των επιθυμιών αρχίζει σε ένα χαμηλό επίπεδο να μετατρέπεται σε μια πολύπλοκη τεχνική ελέγχων και ισορροπιών, μια συνειδητή διαλεκτική σχέση ανάμεσα στα φυσικά όρια των πόνων και των ηδονών, του σώματος και του νου. Τα τόσο αγαπητά στον Επίκουρο φυσικά όρια γίνονται, στην ουσία, μια παραλλαγή της θεωρίας της μεσότητας: μια ακόμη -όχι λιγότερο ενδιαφέρουσα— επαναδιατύπωση αυτής της προσφιλούς στους Έλληνες έννοιας. Ο εκλεπτυσμένος χαρακτήρας του αλγόριθμου των επιθυμιών γίνεται φανερός όταν αναλογιστούμε ότι η ορθή εκτίμηση των ορίων τους αφορά το σώμα όσο και το νου, και τις αντίστοιχες εμπειρίες τους, με όρους κινητικών και καταστηματικών ηδονών. Επιπλέον, ο όλος υπολογισμός των επιθυμιών και των ηδονών μπορεί να θεωρηθεί ως υπολογισμός ελλείψεων και πόνων. Η αρχή της ηδονής είναι, όπως έχουμε δει, ένα είδος ανεστραμμένης αρχής του πόνου, διότι πόνος και ηδονή είναι διαλεκτικά αντίθετα.

Τα όρια -τα φυσικά όρια- είναι για τον Επίκουρο κρίσιμα. Ο υπολογισμός των επιθυμιών καταδεικνύει ακριβώς μια φιλοσοφικά ακαταμάχητη, φυσιοκρατική επαναβεβαίωση της μεσότητας ως μέσου για τον φυσικό ανθρώπινο σκοπό, Η αρχή της ηδονής συνεπάγεται μια πρακτική εφαρμογή της μεσότητας, με βάση τον ακριβή και ρεαλιστικό υπολογισμό όλων των μεταβλητών και παραμέτρων που περιέχονται στον σύνθετο τύπο της ηδονής. Μια τέτοια πρακτική απαιτεί πραγματική άσκηση της βούλησης για τη συνειδητή, νοηματοδοτημένη και εσκεμμένη επιλογή και αποφυγή. Οι συνειδητές πράξεις της βούλησης που απαιτούνται από το άτομο ανοίγουν έναν νέο κόσμο δυνατοτήτων. Ασκώντας τη συνειδητή του βούληση μέσα σε μια φυσική κοινότητα νοήματος, το άτομο αδράχνει και διαφεντεύει κάθε διαθέσιμη ελευθερία. Ο φιλοσοφικός βίος που προτείνει ο Επίκουρος απαιτεί αυστηρή πειθαρχία και συντονισμό με την φύση, αλλά και ένα πλαίσιο για την ανθρώπινη δράση, δηλαδή έναν ανθρώπινο κόσμο που υποτίθεται ότι δίνει άφθονες ευκαιρίες για την άσκηση της ελεύθερης βούλησης. Αντιμέτωπος με μια ποικιλία ενδεχόμενων διαδρομών δράσης και αντικειμένων επιλογής, ο Επικούρειος μαθαίνει να καρπώνεται την όποια ελευθερία τού παρέχει η φύση στη διαχείριση των επιθυμιών του και να παρεκκλίνει εσκεμμένα, με σταθερή επιδίωξη την ευδαιμονία. Ο φιλοσοφικός τρόπος ζωής στην πραγματικότητα καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις παρεκκλίνουσες κινήσεις που είναι σε θέση να πραγματοποιεί το άτομο.

Πώς μπορεί κανείς να εννοεί την παρέκκλιση στο πλαίσιο της ηθικής θεωρίας; Ποια είναι η σημασία της για την ανθρώπινη πράξη; Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Επίκουρος είχε σκοπό να αξιοποιήσει τη παρέγκλισιν ως παράμετρο της ανθρώπινης ελευθερίας. Εντούτοις, οι μελετητές του δεν συμφωνούν ως προς το ακριβές νόημα και τη σημασία της.

Πώς ακριβώς διαφέρει η ανθρώπινη «αποκλίνουσα» συμπεριφορά από την απλώς μηχανική παρέκκλιση των ατόμων της ύλης; Έχω ήδη υποστηρίξει ότι η παρέκκλιση συνδέεται στενά με συνειδητές πράξεις της βούλησης μέσα σε μια κοινότητα νοήματος. Αρχικά, οι πράξεις αυτές εκτυλίσσονται μέσα στα όρια του γλωσσικά παραγόμενου νοήματος. Εκτυλίσσονται, με άλλα λόγια, στον χώρο της κοινότητας νοήματος που καθιερώνει η κοινή χρήση της φυσικής γλώσσας. Αργότερα, οι πράξεις αυτές αποκτούν νόημα μέσα στον ακριβέστερα διαγραμμένο χώρο της φιλοσοφικής έρευνας και του φιλοσοφικού λόγου. Τόσο το συνειδητό όσο και το βουλητικό τους περιεχόμενο ενισχύονται με την εφαρμογή της αρχής της ηδονής. Γίνονται έτσι αληθινά εκούσιες και, ως ένα βαθμό, ελεύθερες πράξεις της βούλησης.

Η αρχική συνειδητότητα και η συνακόλουθη ελευθερία που δημιουργείται από το γλωσσικά παραγόμενο νόημα μεγεθύνεται και εμπλουτίζεται από την ανώτερη συνειδητότητα και ελευθερία την οποία εισάγει το φιλοσοφικά παραγόμενο νόημα. Η παρέκκλιση του ατόμου παύει να παραπέμπει στις ελάχιστα συνειδητές και, επομένως, ελάχιστα ελεύθερες πράξεις που συνδέονται με την διαμόρφωση έξεων, και αρχίζει να παραπέμπει στις μέγιστα συνειδητές και, κατά συνέπεια, μέγιστα ελεύθερες πράξεις που συνδέονται με την ώριμη άσκηση της βούλησης.

Η ηθική θεωρία γενικά και η αρχή της ηδονής ειδικά μαρτυρούν μια σειρά διεπόμενων από κανόνες πράξεων και δραστηριοτήτων, που από μόνες τους είναι δυνατό να εξασφαλίσουν τη μεγαλύτερη και άριστη ηδονή του σώματος και του νου, διασφαλίζοντας έτσι την ευδαιμονία του ανθρώπου. Το ακριβές περιεχόμενο της παρέκκλισης ως πραγματικής παραμέτρου της ανθρώπινης ελευθερίας, θα γίνει σαφέστερο όταν εξετάσουμε την πραγματική επιδίωξη του ευ ζην στον Κήπο. Προς το παρόν, ας αρκεστούμε να επαναλάβουμε ότι οι παρεκκλίνουσες κινήσεις, νοούμενες ως συνειδητές πράξεις της βούλησης εντός των ορίων της κοινότητας νοήματος, εισάγουν και ενισχύουν τη διάσταση της ανθρώπινης ελευθερίας, γιατί μαρτυρούν ένα ανώτερο επίπεδο συνειδητότητας από πλευράς του ατόμου, επιτρέποντάς του έτσι τη μεγαλύτερη διαθέσιμη ποσότητα ελεύθερης βούλησης κατά την επιδίωξη του φυσικού τέλους Μάλιστα, η σημασία της ελεύθερης βούλησης, όπως εκδηλώνεται με την παρέκκλιση, θα φανεί αν αντιπαραθέσουμε τον Αριστοτέλη και τον Επίκουρο πάνω στο ζήτημα των εκούσιων και των ακούσιων πράξεων. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο Futley στην εξαιρετική μελέτη του έχει ως εξής:

Αυτό που βρίσκουμε στον Αριστοτέλη, είναι κατ’ αρχάς μια επιμονή στο ότι υπάρχει πραγματική διάκριση μεταξύ εκούσιων και ακούσιων πράξεων τέτοια ώστε οι ηθικές κατηγορίες σχετίζονται με τις πρώτες αλλά όχι με τις δεύτερες’ και δεύτερον, μια ψυχολογία της πράξης, που εντοπίζει αυτή τη διάκριση όχι στις ατομικές πράξεις του ενηλίκου αλλά στον τρόπο με τον οποίο σχηματίζονται οι συνήθειες της συμπεριφοράς … Δεν βρίσκουμε στον Αριστοτέλη τις «ελεύθερες βουλήσεις», τις προσφιλείς στους μεταγενέστερους ηθικούς φιλοσόφους.

Ακριβώς πάνω στο ζήτημα των εκούσιων πράξεων ο Επίκουρος αποκλίνει σοβαρά από του Αριστοτέλη. Επιμένει ότι ο φυσικός τόπος του εκούσιου είναι οι ατομικές πράξεις του ενήλικου ανθρώπου που επιτελούνται στη βάση της αρχής της ηδονής, και η υψηλή συνειδητότητα και το νόημα που παρέχει η αρχή αυτή. Η ελευθερία είναι μια λειτουργία αυτού του προτσές, και η παρέκκλιση πρέπει να παραπέμπει σταθερά σ’ αυτήν. Διότι, όπως τονίζει ο Furley,

Για τον Αριστοτέλη, αρκούσε το να δείξει ότι το σωκρατικό παράδοξο, αν εκλαμβανόταν με τρόπο απόλυτο, θα εξαιρούσε από την ηθική αξιολόγηση όχι μόνο την κακή αλλά και την αγαθή συμπεριφορά -πράγμα που θα απέβαινε μοιραίο για τη διδασκαλία του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό για τον Επίκουρο, ο οποίος έπρεπε να αμυνθεί ενάντια σε επιχειρήματα που απομάκρυναν όλες τις πράξεις από την σφαίρα της ηθικής αξιολόγησης.

Η παρέκκλιση, λοιπόν, αρχικά σε σχέση με τη φυσική γλώσσα, και τώρα σε σχέση με την αρχή της ηδονής, μπορεί να νοηθεί ως η κίνηση του ατόμου που εισάγει ένα αληθινά εκούσιο στοιχείο στις πράξεις του. Η παραγωγή συνείδησης μέσω των πράξεων της βούλησης, καθώς και η ενισχυμένη αυτοσυνειδησία και η συνακόλουθη ελευθερία την οποία αναγνωρίζει η αρχή της ηδονής, οδηγούν σε μια άσκηση ελευθερίας, μια πραγματική apprentissage de liberte:

Αυτό που εξαρτάται από εμάς είναι άδεσποτον [=δεν έχει άλλον αφέντη] και, φυσικά, επιδέχεται τόσο τη μομφή όσο και τον έπαινο».

Εντός των ορίων της φυσικής αναγκαιότητας, η αρχή της ηδονής εισάγει τη διάσταση της αυτοσυνειδησίας και της ελευθερίας στον ανθρώπινο κόσμο μέσω της νοηματοδοτημένης παρέκκλισης του ανθρώπινου ατόμου.

Πριν να εξετάσουμε τις συνέπειες αυτής της θέσης, πρέπει να πούμε κάτι για τις παραδοσιακές αρετές της αρχαιοελληνικής ηθικής σκέψης. Τι γίνονται οι αρετές στο πλαίσιο αυτής της φιλοσοφίας; Απλώς καταπίπτουν πάνω στην εξίσωση ηδονή = αγαθόν. Η αρετή γίνεται μια λειτουργία του κατά φύσιν ζην, που από μόνη της βελτιστοποιεί την επιδίωξη της ηδονής και την συνακόλουθη ευδαιμονία. Η ταύτιση αρετής και ηδονής θα φάνταζε σαν μια παράλογη εκτροπή στα αφτιά των συγκαιρινών του Επίκουρου πουριτανών και ηθικολόγων. Όμως έχουμε δει ότι η δική του αφεσις, στην πραγματικότητα δεν σημαίνει πολύ περισσότερα από μια επαναδιατύπωση της θέσης του Αριστοτέλη – καθαρμένης, φυσικά, από όλες τις ηθικιστικές της προεκτάσεις. Ο Επίκουρος θα συμφωνούσε ότι:

Κάποιες ηδονές είναι ευτελείς και κακές, αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να πούμε ότι κάποιο είδος ηδονής είναι το ύψιστο αγαθό – ακριβώς όπως και κάποιο είδος γνώσης μπορεί να είναι εξαιρετικά καλό, μολονότι ορισμένα είδη γνώσης είναι ασήμαντα και κακά. ‘Ισα ίσα, είναι ίσως υποχρεωτικό να δεχθούμε ότι: Αν υπάρχουν ανεμπόδιστες ενέργειες για κάθε έξη, τότε, είτε η ευδαιμονία είναι το αποτέλεσμα της ενέργειας του συνόλου των έξεων μας είτε αποτέλεσμα της ενέργειας κάποιας από αυτές (φτάνει να είναι ανεμπόδιστη), η ενέργεια αυτή πρέπει να είναι ό,τι πιο άξιο επιλογής και προτίμησης. Αυτή όμως η ενέργεια είναι η ηδονή. Επομένως, το Υπέρτατο Αγαθό (τό άριστόν) θα είναι κάποιο είδος ηδονής…

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιδιώκουμε κάθε ηδονή χωρίς διάκριση. Αντίθετα ο Επίκουρος αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να αποσαφηνίζει κατ’ επανάληψη τις ποικίλες παραμέτρους του αλγόριθμου των επιθυμιών που επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Και μάλιστα τονίζει ότι η πρακτική σοφία (φρόνησις), μία από τις τέσσερις θεμελιώδεις παραδοσιακές αρετές, είναι απαραίτητη για την επιδίωξη της ηδονής. Διότι, όπως έχουμε δει, η αρχή της ηδονής είναι αρκετά εκλεπτυσμένη ώστε δεν έχει ανάγκη ιδιαίτερης φιλοσοφικής σαφήνειας ως προς τον καθορισμό των σωστών επιλογών και αποφυγών. Τόσο η θεωρητική κατανόηση όσο και η πρακτική της εφαρμογή καλύπτονται από τον όρο φρόνησις. Για τον Επίκουρο, θεωρία και πράξη συμπίπτουν. Αυτή είναι η ουσία της φρονήσεως, χωρίς την οποία κάθε επιδίωξη της ευδαιμονίας θα αποδειχτεί μάταιη και απατηλή. Από αυτή την άποψη, η φρόνησις είναι πολυτιμότερη από τη φιλοσοφία, διότι η φιλοσοφία νοείται εξαρχής ως πρακτική δραστηριότητα, ως τρόπος ζωής που απομακρύνει τον πόνο και ενισχύει την ηδονή:

‘Οταν λέω ότι η ηδονή είναι ο σκοπός της ζωής, δεν εννοοώ τις ηδονές των ασώτων ούτε τις αισθησιακές ηδονές, όπως νομίζουν μερικοί απληροφόρητοι ή όσοι είναι αντίθετοι με τις απόψεις μου ή τις παρερμηνεύουν. Εννοώ το να μην υποφέρει, κανείς σωματικούς πόνους και ψυχική ταραχή (μήτε άλγειν κατά σώμα μήτε ταράττεσθαι κατά ψυχήν). Διότι την ευχάριστη ζωή δεν μας την προσφέρουν τα φαγοπότια και τα ξεφαντώματα ούτε οι απολαύσεις αγοριών και γυναικών ή ψαριών και άλλων εδεσμάτων που προσφέρει το πλούσιο τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός (νήφων λογισμός), που ερευνά τα αίτια κάθε προτίμησης και αποφυγής και διώχνει τις δοξασίες που με τόση σύγχυση γεμίζουν τις ψυχές μας.

Η αρχή όλων αυτών και μέγιστο αγαθό συνάμα είναι η φρόνησις. Γι αυτό και είναι πολυτιμότερη η φρόνηση κι από τη φιλοσοφία ακόμη, γιατί από αυτήν απορρέουν όλες οι άλλες αρετές – επειδή ακριβώς η φρόνηση μάς διδάσκει ότι δεν είναι δυνατό να ζει κανείς ευχάριστα (ήδεως ζην), χωρίς σύνεση {άνευ του φρονίμως), χωρίς ομορφιά και δικαιοσύνη’ κι ούτε πάλι μπορεί να ’χει η ζωή του φρόνηση, ομορφιά και δικαιοσύνη, χωρίς την ηδονή. Γιατί οι αρετές είναι σύμφυτες με την ηδονική ζωή’ και η ηδονική ζωή είναι αξεχώριστη από τις αρετές.

Μάλιστα, ο Επίκουρος είναι πρόθυμος να προχωρήσει ένα ακόμη βήμα: υποστηρίζει ότι δεν μπορεί κανείς να επιδιώκει την ηδονή χωρίς ταυτόχρονα να ασκεί την δικαιοσύνη. Το ευ ζην στη βάση της αρχής της ηδονής, θα ’λεγε κανείς, προϋποθέτει τη συνετή άσκηση της βούλησης εντός των φυσικών ορίων που θέτει ο αλγόριθμος των επιθυμιών. Αυτό, βεβαίως, παραπέμπει στην φυσιοκρατική μεσότητα και, ακόμη περισσότερο, μαρτυρά ότι δικαιοσύνη είναι ακριβώς η συνετή εφαρμογή μιας τέτοιας μεσότητας. Η δικαιοσύνη, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι η φυσική συνέπεια της άσκησης της φρονήσεως κατά την επιδίωξη της ηδονής. Εντούτοις, λόγω της ελλειπτικής διατύπωσης του Επίκουρου, η ιδέα παραμένει αβέβαιη και ασαφής

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 2.10.1–2.12.5

(ΘΟΥΚ 2.10.1–2.24.2: Η εισβολή των Λακεδαιμονίων στην Αττική) 

Συγκέντρωση των πελοποννησιακών δυνάμεων στον Ισθμό – Λόγος του Αρχίδαμου – Οι Αθηναίοι αποπέμπουν τον Σπαρτιάτη απεσταλμένο

Οι Λακεδαιμόνιοι απαίτησαν την ακύρωση του Μεγαρικού ψηφίσματος και τη διάλυση της Αθηναϊκής συμμαχίας, ενώ ο Περικλής κάλεσε με δημηγορία του τους συμπολίτες του να τους αντιμετωπίσουν δυναμικά Μετά την εξιστόρηση των "Πλαταϊκών", ο Θουκυδίδης παραθέτει κατάλογο των συμμάχων καθεμιάς από τις δύο πόλεις. Στη συνέχεια αφηγείται την εισβολή των Λακεδαιμονίων στην Αττική.


[2.10.1] Οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι μετὰ τὰ ἐν Πλαταιαῖς εὐθὺς περι-
ήγγελλον κατὰ τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν ἔξω ξυμμαχίδα
στρατιὰν παρασκευάζεσθαι ταῖς πόλεσι τά τε ἐπιτήδεια οἷα
εἰκὸς ἐπὶ ἔξοδον ἔκδημον ἔχειν, ὡς ἐσβαλοῦντες ἐς τὴν
Ἀττικήν. [2.10.2] ἐπειδὴ δὲ ἑκάστοις ἑτοῖμα γίγνοιτο, κατὰ τὸν
χρόνον τὸν εἰρημένον ξυνῇσαν τὰ δύο μέρη ἀπὸ πόλεως
ἑκάστης ἐς τὸν Ἰσθμόν. [2.10.3] καὶ ἐπειδὴ πᾶν τὸ στράτευμα
ξυνειλεγμένον ἦν, Ἀρχίδαμος ὁ βασιλεὺς τῶν Λακεδαι-
μονίων, ὅσπερ ἡγεῖτο τῆς ἐξόδου ταύτης, ξυγκαλέσας τοὺς
στρατηγοὺς τῶν πόλεων πασῶν καὶ τοὺς μάλιστα ἐν τέλει
καὶ ἀξιολογωτάτους παρῄνει τοιάδε.

[2.11.1] «Ἄνδρες Πελοποννήσιοι καὶ ξύμμαχοι, καὶ οἱ πατέρες
ἡμῶν πολλὰς στρατείας καὶ ἐν αὐτῇ Πελοποννήσῳ καὶ ἔξω
ἐποιήσαντο, καὶ ἡμῶν αὐτῶν οἱ πρεσβύτεροι οὐκ ἄπειροι
πολέμων εἰσίν· ὅμως δὲ τῆσδε οὔπω μείζονα παρασκευὴν
ἔχοντες ἐξήλθομεν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πόλιν δυνατωτάτην νῦν
ἐρχόμεθα καὶ αὐτοὶ πλεῖστοι καὶ ἄριστοι στρατεύοντες.
[2.11.2] δίκαιον οὖν ἡμᾶς μήτε τῶν πατέρων χείρους φαίνεσθαι μήτε
ἡμῶν αὐτῶν τῆς δόξης ἐνδεεστέρους. ἡ γὰρ Ἑλλὰς πᾶσα
τῇδε τῇ ὁρμῇ ἐπῆρται καὶ προσέχει τὴν γνώμην, εὔνοιαν
ἔχουσα διὰ τὸ Ἀθηναίων ἔχθος πρᾶξαι ἡμᾶς ἃ ἐπινοοῦμεν.
[2.11.3] οὔκουν χρή, εἴ τῳ καὶ δοκοῦμεν πλήθει ἐπιέναι καὶ ἀσφάλεια
πολλὴ εἶναι μὴ ἂν ἐλθεῖν τοὺς ἐναντίους ἡμῖν διὰ μάχης,
τούτων ἕνεκα ἀμελέστερόν τι παρεσκευασμένους χωρεῖν,
ἀλλὰ καὶ πόλεως ἑκάστης ἡγεμόνα καὶ στρατιώτην τὸ καθ’
αὑτὸν αἰεὶ προσδέχεσθαι ἐς κίνδυνόν τινα ἥξειν. [2.11.4] ἄδηλα
γὰρ τὰ τῶν πολέμων, καὶ ἐξ ὀλίγου τὰ πολλὰ καὶ δι’ ὀργῆς
αἱ ἐπιχειρήσεις γίγνονται· πολλάκις τε τὸ ἔλασσον πλῆθος
δεδιὸς ἄμεινον ἠμύνατο τοὺς πλέονας διὰ τὸ καταφρονοῦντας
ἀπαρασκεύους γενέσθαι. [2.11.5] χρὴ δὲ αἰεὶ ἐν τῇ πολεμίᾳ τῇ μὲν
γνώμῃ θαρσαλέους στρατεύειν, τῷ δ’ ἔργῳ δεδιότας παρε-
σκευάσθαι· οὕτω γὰρ πρός τε τὸ ἐπιέναι τοῖς ἐναντίοις
εὐψυχότατοι ἂν εἶεν πρός τε τὸ ἐπιχειρεῖσθαι ἀσφαλέ-
στατοι. [2.11.6] ἡμεῖς δὲ οὐδ’ ἐπὶ ἀδύνατον ἀμύνεσθαι οὕτω πόλιν
ἐρχόμεθα, ἀλλὰ τοῖς πᾶσιν ἄριστα παρεσκευασμένην, ὥστε
χρὴ καὶ πάνυ ἐλπίζειν διὰ μάχης ἰέναι αὐτούς, εἰ μὴ καὶ
νῦν ὥρμηνται ἐν ᾧ οὔπω πάρεσμεν, ἀλλ’ ὅταν ἐν τῇ γῇ
ὁρῶσιν ἡμᾶς δῃοῦντάς τε καὶ τἀκείνων φθείροντας. [2.11.7] πᾶσι
γὰρ ἐν τοῖς ὄμμασι καὶ ἐν τῷ παραυτίκα ὁρᾶν πάσχοντάς τι
ἄηθες ὀργὴ προσπίπτει· καὶ οἱ λογισμῷ ἐλάχιστα χρώμενοι
θυμῷ πλεῖστα ἐς ἔργον καθίστανται. [2.11.8] Ἀθηναίους δὲ καὶ
πλέον τι τῶν ἄλλων εἰκὸς τοῦτο δρᾶσαι, οἳ ἄρχειν τε τῶν
ἄλλων ἀξιοῦσι καὶ ἐπιόντες τὴν τῶν πέλας δῃοῦν μᾶλλον ἢ
τὴν αὑτῶν ὁρᾶν. [2.11.9] ὡς οὖν ἐπὶ τοσαύτην πόλιν στρατεύοντες
καὶ μεγίστην δόξαν οἰσόμενοι τοῖς τε προγόνοις καὶ ἡμῖν
αὐτοῖς ἐπ’ ἀμφότερα ἐκ τῶν ἀποβαινόντων, ἕπεσθ’ ὅπῃ ἄν
τις ἡγῆται, κόσμον καὶ φυλακὴν περὶ παντὸς ποιούμενοι καὶ
τὰ παραγγελλόμενα ὀξέως δεχόμενοι· κάλλιστον γὰρ τόδε
καὶ ἀσφαλέστατον, πολλοὺς ὄντας ἑνὶ κόσμῳ χρωμένους
φαίνεσθαι.»

[2.12.1] Τοσαῦτα εἰπὼν καὶ διαλύσας τὸν ξύλλογον ὁ Ἀρχίδαμος
Μελήσιππον πρῶτον ἀποστέλλει ἐς τὰς Ἀθήνας τὸν Δια-
κρίτου ἄνδρα Σπαρτιάτην, εἴ τι ἄρα μᾶλλον ἐνδοῖεν οἱ
Ἀθηναῖοι ὁρῶντες σφᾶς ἤδη ἐν ὁδῷ ὄντας. [2.12.2] οἱ δὲ οὐ
προσεδέξαντο αὐτὸν ἐς τὴν πόλιν οὐδ’ ἐπὶ τὸ κοινόν· ἦν
γὰρ Περικλέους γνώμη πρότερον νενικηκυῖα κήρυκα καὶ
πρεσβείαν μὴ προσδέχεσθαι Λακεδαιμονίων ἐξεστρατευ-
μένων· ἀποπέμπουσιν οὖν αὐτὸν πρὶν ἀκοῦσαι καὶ ἐκέλευον
ἐκτὸς ὅρων εἶναι αὐθημερόν, τό τε λοιπὸν ἀναχωρήσαντας
ἐπὶ τὰ σφέτερα αὐτῶν, ἤν τι βούλωνται, πρεσβεύεσθαι.
ξυμπέμπουσί τε τῷ Μελησίππῳ ἀγωγούς, ὅπως μηδενὶ
ξυγγένηται. [2.12.3] ὁ δ’ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῖς ὁρίοις ἐγένετο καὶ ἔμελλε
διαλύσεσθαι, τοσόνδε εἰπὼν ἐπορεύετο ὅτι «ἥδε ἡ ἡμέρα τοῖς
Ἕλλησι μεγάλων κακῶν ἄρξει.» [2.12.4] ὡς δὲ ἀφίκετο ἐς τὸ
στρατόπεδον καὶ ἔγνω ὁ Ἀρχίδαμος ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι οὐδέν
πω ἐνδώσουσιν, οὕτω δὴ ἄρας τῷ στρατῷ προὐχώρει ἐς τὴν
γῆν αὐτῶν. [2.12.5] Βοιωτοὶ δὲ μέρος μὲν τὸ σφέτερον καὶ τοὺς
ἱππέας παρείχοντο Πελοποννησίοις ξυστρατεύειν, τοῖς δὲ
λειπομένοις ἐς Πλάταιαν ἐλθόντες τὴν γῆν ἐδῄουν.

***
[2.10.1] Αμέσως μετά τα γεγονότα των Πλαταιών έστειλαν οι Λακεδαιμόνιοι μηνύματα σ' όλη την Πελοπόννησο και στους έξω συμμάχους με την εντολή στις διάφορες πολιτείες να ετοιμάσουνε στρατό και όλα τα εφόδια που ήταν πιθανό να χρειαστεί ένας στρατός που θα εξεστράτευε μακρυά έξω από την πατρίδα του, γιατί είχανε σκοπό να εισβάλουνε στην Αττική. [2.10.2] Κι αφού ετοιμάστηκαν όλα, την ημερομηνία που είχαν ορίσει μαζεύτηκαν τα δυο τρίτα των ενόπλων δυνάμεων από κάθε συμμαχική της Σπάρτης πολιτεία στον Ισθμό. [2.10.3] Κι όταν συνάχτηκε έτσι όλος ο συμμαχικός στρατός, κάλεσε ο Αρχίδαμος, ο βασιλιάς της Σπάρτης, που ήταν αρχιστράτηγος της εκστρατείας αυτής, όλους τους στρατηγούς των πόλεων όλων και τους πιο επίσημους και σπουδαίους πολίτες, και τους ορμήνεψε κάπως έτσι:

[2.11.1] «Άντρες της Πελοποννήσου και σύμμαχοι: Και οι πατέρες μας πήραν μέρος σε πολλές εκστρατείες μέσα κ' έξω από την Πελοπόννησο, κ' εμείς οι γεροντότεροι δεν είμαστε άμαθοι στον πόλεμο· δεν εβγήκαμε όμως ποτέ με μεγαλύτερο στράτευμα κ' εφοδιασμό από τούτον ― εδώ, και πηγαίνομε τώρα να χτυπήσομε πολιτεία εξαιρετικά δυνατή, κ' εμείς οι ίδιοι είμαστε πολύ μεγάλος και διαλεχτός στρατός. [2.11.2] Σωστό είναι λοιπόν να μη φανούμε χειρότεροι από τους πατέρες μας, ούτε κατώτεροι από τη φήμη που έχομε εμείς οι ίδιοι. Γιατί ολόκληρη η Ελλάδα έχει ξεσηκωθεί με τούτη την εκστρατεία, κ' έχει στραμμένο το νου της σε μας, κ' επειδή μισούν τους Αθηναίους, ποθούν να πετύχομε αυτό που βάλαμε σκοπό μας. [2.11.3] Δεν πρέπει όμως καθόλου, αν νομίζει κανείς πως επειδή προχωρούμε με τόσο μεγάλο στρατό, και είναι σχεδόν σίγουρο πως δε θα βγουν οι εχτροί να δώσουνε μάχη, δεν πρέπει γι' αυτό το λόγο να εξακολουθήσομε την εκστρατεία μας με λιγότερη προσοχή στον καταρτισμό μας, αλλά ο κάθε αρχηγός κι ο κάθε στρατιώτης κάθε πολιτείας πρέπει να περιμένει όλη την ώρα πως οι δυνάμεις του θα πέσουνε σε κάποιο κίντυνο. [2.11.4] Γιατί δεν είναι ποτέ φανερό τι μέλλει να γίνει σ' έναν πόλεμο, και τις περισσότερες φορές οι επιθέσεις, γίνονται ξαφνικά και με ξαναμμένο πάθος· και πολλές φορές ένα μικρότερο στράτευμα, που φοβάται να ξανοιχτεί υπερασπίζει τις θέσεις του καλύτερα απέναντι σε μεγαλύτερο πλήθος που δεν το λογαριάζει, και γι' αυτό είναι λιγότερο καλά καταρτισμένο. [2.11.5] Όταν μάλιστα πολεμάει κανείς στη χώρα των εχτρών, πρέπει να κρατεί πάντα το φρόνημά του γενναίο, αλλά οι πράξεις του να είναι προετοιμασμένες με φόβο. Γιατί έτσι γίνονται οι στρατιώτες άφοβοι στις επιθέσεις απέναντι στους εχτρούς, και καλύτερα εξασφαλισμένοι αν τους επιτεθούν αυτοί. [2.11.6] Εμείς πάμε λοιπόν τώρα ενάντια σε πολιτεία παράξια να διαφεντέψει τον εαυτό της, που είναι τελειότατα προετοιμασμένη από κάθε άποψη, ώστε πρέπει να περιμένομε πως θα βγούνε να μας δώσουνε μάχη, αν δεν έχουν κι όλας ξεκινήσει, ενώ εμείς δε φτάσαμε ακόμα· σίγουρα όμως θα το κάνουν, όταν μας ιδούν στην ίδια τους τη χώρα, να λεηλατούμε και να καταστρέφομε το βιος τους. [2.11.7] Γιατί όλους τους ανθρώπους, όταν βλέπουνε με τα μάτια τους και την ίδια στιγμή να παθαίνουν κάτι φοβερό κι ασυνείθιστο, τους πιάνει μεγάλη οργή κι όσο λιγότερο χρησιμοποιούν τη σκέψη τους, τόσο περισσότερο εξερεθίζεται το αίσθημα τους, κι ορμούν στη δράση. [2.11.8] Κ' είναι ακόμα πιο φυσικό να το κάνουν αυτό οι Αθηναίοι, που έχουν την αξίωση να εξουσιάζουν αυτοί τους άλλους και να πηγαίνουν να ρημάζουν τις χώρες των γειτόνων τους, παρά να βλέπουν να ρημάζεται η δική τους. [2.11.9] Έχοντας λοιπόν στο νου σας πως πάτε να χτυπήσετε μια τόσο δυνατή πολιτεία, και πως θα κερδίσετε τόση φήμη, καλή ή κακή ανάλογα με την έκβαση, τόσο για τους προγόνους σας όσο και για τους εαυτούς σας ακολουθείτε όπου σας οδηγούν οι στρατηγοί σας δίνοντας μεγάλη σημασία και στην καλή τάξη και προφύλαξη σε όλα και υπακούοντας γρήγορα τις προσταγές. Γιατί και ασφάλεια και αρετή φέρνει τούτο, ενώ είστε πολλοί, ν' ακολουθείτε ένα φέρσιμο και μια τάξη».

[2.12.1] Αφού μίλησε ο Αρχίδαμος κ' έλυσε τη σύναξη, στέλνει πρώτ' απ' όλα το Σπαρτιάτη Μελήσιππο το γιο του Διακρίτου, στην Αθήνα, μήπως και φανούν πιο υποχωρητικοί οι Αθηναίοι, βλέποντάς τους κι όλας ξεκινημένους. [2.12.2] Οι Αθηναίοι όμως δεν τον εδέχτηκαν μέσα στην πολιτεία, κι ούτε τον έφεραν μπροστά στη βουλή ή την εκκλησία· γιατί είχε προτείνει ο Περικλής, κ' είχε επικυρωθεί από τη συνέλευση, να μη δεχτούν ούτε αγγελιαφόρο ούτε πρέσβη από τη Σπάρτη αν βρίσκονταν κι όλας στο δρόμο για την εκστρατεία. Τον ξαπόστειλαν λοιπόν πίσω χωρίς να τον ακούσουν και τον πρόσταξαν να βγει από τα σύνορά τους την ίδια μέρα, κι από δω κ' εμπρός μόνον αν φύγουν και γυρίσουν στον τόπο τους να στέλνουν αν θέλουν πρεσβείες. Και τον συνόδεψαν φύλακες ως τα σύνορα, για να μην επικοινωνήσει με κανένα. [2.12.3] Αυτός, όταν έφτασε στα σύνορα κ' έμελλε να χωρίσει από τους συνοδούς του, είπε μόνο τα λίγα τούτα λόγια πριν φύγει: «Η μέρα τούτη θα γίνει αρχή μεγάλων συμφορών για τους Έλληνες».

[2.12.4] Κι όταν έφτασε στο στρατόπεδο και κατάλαβε ο Αρχίδαμος πως δε θα υποχωρήσουν πια οι Αθηναίοι σε τίποτα, τότε πια σήκωσε το στρατόπεδο και προχώρησε μέσα στο Αθηναϊκό έδαφος. [2.12.5] Οι Βοιωτοί στο μεταξύ είχανε δώσει στους Πελοποννησίους το ανάλογο μέρος του πεζικού τους καθώς και ιππικό για να πάρουνε μέρος στην εκστρατεία, και με τον υπόλοιπο στρατό τους εισέβαλαν στο έδαφος των Πλαταιών και άρχισαν να ρημάζουν την ύπαιθρο.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (15.67-15.129)

Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος·
«Τηλέμαχ᾽, οὔ τί σ᾽ ἐγώ γε πολὺν χρόνον ἐνθάδ᾽ ἐρύξω
ἱέμενον νόστοιο· νεμεσσῶμαι δὲ καὶ ἄλλῳ
70 ἀνδρὶ ξεινοδόκῳ, ὅς κ᾽ ἔξοχα μὲν φιλέῃσιν,
ἔξοχα δ᾽ ἐχθαίρῃσιν· ἀμείνω δ᾽ αἴσιμα πάντα.
ἶσόν τοι κακόν ἐσθ᾽, ὅς τ᾽ οὐκ ἐθέλοντα νέεσθαι
ξεῖνον ἐποτρύνει καὶ ὃς ἐσσύμενον κατερύκει.
χρὴ ξεῖνον παρεόντα φιλεῖν, ἐθέλοντα δὲ πέμπειν.
75 ἀλλὰ μέν᾽, εἰς ὅ κε δῶρα φέρων ἐπιδίφρια θείω
καλά, σὺ δ᾽ ὀφθαλμοῖσιν ἴδῃς, εἴπω δὲ γυναιξὶ
δεῖπνον ἐνὶ μεγάροις τετυκεῖν ἅλις ἔνδον ἐόντων.
ἀμφότερον κῦδός τε καὶ ἀγλαΐη καὶ ὄνειαρ
δειπνήσαντας ἴμεν πολλὴν ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν.
80 εἰ δ᾽ ἐθέλεις τραφθῆναι ἀν᾽ Ἑλλάδα καὶ μέσον Ἄργος,
ὄφρα τοι αὐτὸς ἕπωμαι, ὑποζεύξω δέ τοι ἵππους,
ἄστεα δ᾽ ἀνθρώπων ἡγήσομαι· οὐδέ τις ἥμεας
αὔτως ἀππέμψει, δώσει δέ τι ἕν γε φέρεσθαι,
ἠέ τινα τριπόδων εὐχάλκων ἠὲ λεβήτων
85 ἠὲ δύ᾽ ἡμιόνους ἠὲ χρύσειον ἄλεισον.»
Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«Ἀτρεΐδη Μενέλαε διοτρεφές, ὄρχαμε λαῶν,
βούλομαι ἤδη νεῖσθαι ἐφ᾽ ἡμέτερ᾽· οὐ γὰρ ὄπισθεν
οὖρον ἰὼν κατέλειπον ἐπὶ κτεάτεσσιν ἐμοῖσιν·
90 μὴ πατέρ᾽ ἀντίθεον διζήμενος αὐτὸς ὄλωμαι,
ἤ τί μοι ἐκ μεγάρων κειμήλιον ἐσθλὸν ὄληται.»
Αὐτὰρ ἐπεὶ τό γ᾽ ἄκουσε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος,
αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ ᾗ ἀλόχῳ ἠδὲ δμῳῇσι κέλευσε
δεῖπνον ἐνὶ μεγάροις τετυκεῖν ἅλις ἔνδον ἐόντων.
95 ἀγχίμολον δέ οἱ ἦλθε Βοηθοΐδης Ἐτεωνεύς,
ἀνστὰς ἐξ εὐνῆς, ἐπεὶ οὐ πολὺ ναῖεν ἀπ᾽ αὐτοῦ·
τὸν πῦρ κῆαι ἄνωγε βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος
ὀπτῆσαί τε κρεῶν· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ οὐκ ἀπίθησεν ἀκούσας.
αὐτὸς δ᾽ ἐς θάλαμον κατεβήσετο κηώεντα,
100 οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γ᾽ Ἑλένη κίε καὶ Μεγαπένθης.
ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἵκανον ὅθι οἱ κειμήλια κεῖτο,
Ἀτρεΐδης μὲν ἔπειτα δέπας λάβεν ἀμφικύπελλον,
υἱὸν δὲ κρητῆρα φέρειν Μεγαπένθε᾽ ἄνωγεν
ἀργύρεον· Ἑλένη δὲ παρίστατο φωριαμοῖσιν,
105 ἔνθ᾽ ἔσαν οἱ πέπλοι παμποίκιλοι, οὓς κάμεν αὐτή.
τῶν ἕν᾽ ἀειραμένη Ἑλένη φέρε, δῖα γυναικῶν,
ὃς κάλλιστος ἔην ποικίλμασιν ἠδὲ μέγιστος,
ἀστὴρ δ᾽ ὣς ἀπέλαμπεν· ἔκειτο δὲ νείατος ἄλλων.
βὰν δ᾽ ἰέναι προτέρω διὰ δώματος, ἧος ἵκοντο
110 Τηλέμαχον· τὸν δὲ προσέφη ξανθὸς Μενέλαος·
«Τηλέμαχ᾽, ἦ τοι νόστον, ὅπως φρεσὶ σῇσι μενοινᾷς,
ὥς τοι Ζεὺς τελέσειεν, ἐρίγδουπος πόσις Ἥρης.
δώρων δ᾽, ὅσσ᾽ ἐν ἐμῷ οἴκῳ κειμήλια κεῖται,
δώσω ὃ κάλλιστον καὶ τιμηέστατόν ἐστι.
115 δώσω τοι κρητῆρα τετυγμένον· ἀργύρεος δὲ
ἐστὶν ἅπας, χρυσῷ δ᾽ ἐπὶ χείλεα κεκράανται,
ἔργον δ᾽ Ἡφαίστοιο· πόρεν δέ ἑ Φαίδιμος ἥρως,
Σιδονίων βασιλεύς, ὅθ᾽ ἑὸς δόμος ἀμφεκάλυψε
κεῖσ᾽ ἐμὲ νοστήσαντα· τεῒν δ᾽ ἐθέλω τόδ᾽ ὀπάσσαι.»
120 Ὣς εἰπὼν ἐν χειρὶ τίθει δέπας ἀμφικύπελλον
ἥρως Ἀτρεΐδης· ὁ δ᾽ ἄρα κρητῆρα φαεινὸν
θῆκ᾽ αὐτοῦ προπάροιθε φέρων κρατερὸς Μεγαπένθης,
ἀργύρεον· Ἑλένη δὲ παρίστατο καλλιπάρῃος
πέπλον ἔχουσ᾽ ἐν χερσίν, ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
125 «δῶρόν τοι καὶ ἐγώ, τέκνον φίλε, τοῦτο δίδωμι,
μνῆμ᾽ Ἑλένης χειρῶν, πολυηράτου ἐς γάμου ὥρην,
σῇ ἀλόχῳ φορέειν· τῆος δὲ φίλῃ παρὰ μητρὶ
κεῖσθαι ἐνὶ μεγάρῳ. σὺ δέ μοι χαίρων ἀφίκοιο
οἶκον ἐϋκτίμενον καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν.»

***
Ευθύς, με τη φωνή βαριά, ανταποκρίθηκε ο Μενέλαος:
«Τηλέμαχε, κι εγώ δεν θα ᾽θελα να σε κρατήσω κι άλλο εδώ,
τόσο που λαχταράς τον νόστο σου· θυμώνω εξάλλου
70 με όποιον δείχνει υπερβολή και στη φιλόξενή του αγάπη,
υπερβολή και με την έχθρα του.
Παντού και πάντα πιο καλά τα πρέποντα.
Άπρεπο βρίσκω εξίσου, όποιος τον ξένο του, αν δεν το θέλει ο ίδιος,
τον σπρώχνει για να φύγει, αλλά κι εκείνος που τον εμποδίζει,
όταν ο ξένος βιάζεται τον δρόμο του να πάρει.
Πρέπει τον ξένο να τον δέχεσαι φιλόξενα, όσο τον έχεις,
κι όταν επείγεται, να τον ξεπροβοδίζεις.
Κάνε λοιπόν υπομονή, να φέρω πρώτα και ν᾽ αφήσω
τα ωραία δώρα μου στο αμάξι — θα τα χαρούν και τα δικά σου μάτια.
Κι ακόμη στις γυναίκες εντολή θα δώσω να στρώσουνε τραπέζι
στη μεγάλη αίθουσα, με τα πολλά που βρίσκονται σ᾽ αυτό το σπίτι.
Έτσι θα γίνουν και τα δυο: για μένα λάμψη και τιμή,
για σας ωφέλεια, αν πρώτα γευματίσουμε, κι ύστερα πάρετε
μακρύ τον δρόμο σας σ᾽ αυτόν τον κόσμο τον απέραντο.
80 Αν πάλι επιθυμείς να ταξιδέψεις γύρω στην Ελλάδα
και μέσα στο Άργος, εγώ θα ζέψω τα άλογα,
να ᾽ρθω μαζί σου, θα σε οδηγήσω για να δεις τις πολιτείες και τους ανθρώπους.
Κανείς δεν πρόκειται να μας αφήσει μ᾽ άδεια χέρια
φεύγοντας. Κάτι θα μας χαρίσει να το πάρουμε μαζί μας·
μπορεί και τρίποδα με το λεβέτι του από καλό χαλκό,
μπορεί κι ένα ζευγάρι μούλες ή και μαλαματένια κούπα.»
Ο συνετός Τηλέμαχος πήρε ξανά τον λόγο κι αποκρίθηκε:
«Ατρείδη, του Διός ανάθρεμμα, Μενέλαε, στυλοβάτη του λαού σου,
στα μέρη μας επιθυμώ πια να γυρίσω. Γιατί όταν μίσεψα,
δεν άφησα κανένα φύλακα στα χτήματά μου· μήπως λοιπόν
90 αναζητώντας τον ισόθεο πατέρα μου, βρεθώ εγώ αφανισμένος
ή κι εξαφανιστεί απ᾽ το παλάτι κάποιο πολύτιμο κειμήλιο.»
Ακούγοντας τον λόγο του ο Μενέλαος, με τη βαριά φωνή του παραγγέλλει
να στρώσουν στη μεγάλη αίθουσα αμέσως η γυναίκα του κι οι δούλες
τραπέζι, με τα πολλά που βρίσκονται στο σπίτι.
Κι ευθύς σιμά του βρέθηκε ο Ετεωνέας, του Βοήθου ο γιος,
αφήνοντας άδεια την κλίνη του — δεν ήταν και πολύ μακριά το σπιτικό του.
Τότε ο βαρύφωνος Μενέλαος του δίνει εντολή φωτιά ν᾽ ανάψει
και να ψήσει κρέατα — αυτός τον άκουσε κι υπάκουσε.
Στο μεταξύ ο Μενέλαος κατέβαινε στον μυρωμένο θάλαμο —
100 δεν ήταν μόνος, τον συνόδευαν ο Μεγαπένθης κι η Ελένη.
Όταν πλησίασαν εκεί όπου ήσαν μαζεμένα τα πολύτιμά τους σκεύη,
ο Ατρείδης έπιασε μια κούπα δίγουβη, κι είπε στον γιο του
Μεγαπένθη να πάρει έναν κρατήρα ασημωμένο. Όσο για την Ελένη,
στάθηκε πλάι στις κασέλες, που έκρυβαν μέσα τους ρούχα πολύχρωμα
με ξόμπλια — φαντά από τα ίδια της τα χέρια.
Σήκωσε στον αέρα η θεία γυναίκα τον πιο ωραίο στολισμένο πέπλο,
τον πιο μεγάλο, λάμποντας σαν άστρο — ήταν στον πάτο της κασέλας.
Οι τρεις τους τότε διασχίζουν το παλάτι, έφτασαν
110 στον Τηλέμαχο, οπότε κι ο ξανθός Μενέλαος τον προσφώνησε:
«Τηλέμαχε, όσο βαθιά τον νόστο σου ποθεί η ψυχή σου,
τόσο κι ο Δίας, της Ήρας σύζυγος που αστράφτει και βροντά,
τον γυρισμό σου ας ευοδώσει.
Κι από τα δώρα που κειμήλια στέκουν στο παλάτι,
θα σου χαρίσω το ομορφότερο, το πιο πολύτιμο σου δίνω·
έναν κρατήρα τέλεια καμωμένο, ατόφιο ασήμι, στα ακρόχειλα
στεφανωμένο με μαλάματα· έργο του Ηφαίστου, δωρισμένο
από τον φημισμένο Φαίδιμο, των Σιδονίων βασιλιά, όταν
στο σπίτι του φιλόξενα με στέγασε στον δρόμο της επιστροφής μου.
Δικός σου ο κρατήρας με τη θέλησή μου, χάρισμά σου.»
120 Έτσι του μίλησε, κι απίθωσε στο χέρι του δίγουβη κούπα
ο ηρωικός Ατρείδης, ενώ στα πόδια του ο Μεγαπένθης
έστησε όλος δύναμη τον λαμπερό κρατήρα από ασήμι.
Πλησίασε και η ωραία Ελένη, στα χέρια της κρατώντας
το φαντό, προφέροντας τα λόγια της λέξη με λέξη:
«Δώρο κι εγώ, καλό μου αγόρι, σου χαρίζω τούτο,
ενθύμημα από τα χέρια της Ελένης, για την ευλογημένη ώρα του γάμου,
να το φορέσει κάποτε το τίμιο ταίρι σου — ως τότε ας μείνει
στο παλάτι, να το φυλάει η καλή σου μάνα.
Εύχομαι από καρδιάς χαρούμενος να φτάσεις στο στέρεο σπίτι σου,
πίσω στα πατρικά σου χώματα.»

Η Ψυχολογία της Αβεβαιότητας

Πόσες φορές στη καθημερινότητα μας, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το άγνωστο, το απρόβλεπτο, το αβέβαιο; Η απάντηση είναι μια και ίδια για τους περισσότερους ανθρώπους. Πολλές και σε καθημερινή βάση, για μια πληθώρα πραγμάτων. Πόσο όμως επηρεαζόμαστε από αυτή την αβεβαιότητα;

Απλά καθημερινά γεγονότα μπορεί να αποκτήσουν γιγάντιες διαστάσεις, καθώς ο φόβος και η αγωνία για το άγνωστο μπορεί να μας κατακλύσουν, είτε στο πως θα ενεργήσουμε παίρνοντας αποφάσεις, είτε στην αναμονή κάποιου αποτελέσματος.

Τι είναι η Αβεβαιότητα;

Αβεβαιότητα ορίζεται ως η κατάσταση (state) ενός οργανισμού κατά την οποία δεν διαθέτει βασικές πληροφορίες για τον τρόπο, το χρόνο, την αιτία και το εάν ένα γεγονός έχει συμβεί ή θα συμβεί. Με απλά λόγια αβεβαιότητα είναι η κατάσταση που κάτι δεν είναι σωστά ή ολοκληρωμένα γνωστό.

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι η αβεβαιότητα περιλαμβάνει δύο βασικές πτυχές. Η μία είναι η έλλειψη πληροφοριών και η δεύτερη η αίσθηση της άγνοιας για το τι πρόκειται να συμβεί.

Η ανατομία της Αβεβαιότητας

Η αβεβαιότητα έχει συνδεθεί με την έννοια της περιπέτειας. Ενέχει κινδύνους και ρίσκο. Στην ανθρώπινη εμπειρία υπάρχει ένα ιδανικό επίπεδο αβεβαιότητας, κατά το οποίο το άτομο μπορεί να εξελιχθεί, να καλλιεργήσει τη γόνιμη περιέργεια του και ν’ ανακαλύψει το περιβάλλον γύρω του.

Οι άνθρωποι χρειάζονται κάποιες βασικές πληροφορίες για να δράσουν και να λάβουν αποφάσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορούν να προβλέψουν καθώς και να επηρεάσουν το περιβάλλον γύρω τους.

Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες του πανεπιστημίου του Harvard, η μείωση της αβεβαιότητας μέσω της αναζήτησης και της λήψης περισσότερων πληροφοριών, βοηθά το άτομο να προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες πιο ομαλά. Αντίθετα, η έλλειψη αυτών των πληροφοριών συνήθως βιώνεται από το άτομο ως δυσφορική.

Πόσο επηρεάζει τη ζωή μας η Αβεβαιότητα;

Το γεγονός και μόνο ότι κάτι είναι αβέβαιο ή απρόβλεπτο προκαλεί τη περιέργεια και προσοχή του ατόμου σε σημείο που θα λέγαμε ότι μονοπωλεί το ενδιαφέρον του. Ειδικά εάν πρόκειται για κάποιο θέμα ή γεγονός που το άτομο αξιολογεί ως πολύ σημαντικό.

Για παράδειγμα όταν το επίπεδο της αβεβαιότητας είναι υψηλό σε διάφορους τομείς της καθημερινότητας (οικονομικά, επαγγελματικά, προσωπικά, κ.α.) το άτομο υποφέρει και νιώθει μετέωρο. Σε αυτή την περίπτωση, θα αισθανθεί αγωνία και φόβο λόγω της άμεσης σύγκρουσης του με το άγνωστο.

Πολλές φορές αδρανοποιείται ή δρα παρορμητικά. Και οι δύο αυτές αντιδράσεις δεν ευνοούν τη ψυχική ισορροπία του ατόμου, καθώς ορίζεται από αισθήματα φόβου, θυμού και ανεπάρκειας.

Αντιμετώπιση της Αβεβαιότητας

Φανταστείτε μια ημέρα που όλα θα κυλούσαν με μηχανική ακρίβεια, προβλέψιμα και προκαθορισμένα. Τι περιθώριο εξέλιξης θα υπήρχε;

Η αβεβαιότητα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης, κανείς δεν μπορεί να την αποφύγει.

Το πρώτο κλειδί για την αντιμετώπιση της αβεβαιότητας είναι η αποδοχή. Στη συνέχεια, η απόλυτη συγκέντρωση στο παρόν ως η μοναδική πηγή βεβαιότητας. Καθώς και η καλλιέργεια μιας προοπτικής που θα την βλέπει ως μια πρόκληση για εξέλιξη και ανακάλυψη νέων δυνατοτήτων.

Ωδή στην Αβεβαιότητα

“Αγκάλιασε την αβεβαιότητα σαν να ήταν σύντροφος σου, σαν συνοδοιπόρος σου. Δεν υπάρχει αντίδοτο στην αβεβαιότητα, να είσαι τολμηρός μαζί της και να την αγκαλιάσεις… Ο καιρός θα περάσει και η αβεβαιότητα θα δώσει τη θέση της στην βεβαιότητα. Κι άλλος καιρός θα περάσει και αυτή, η αβεβαιότητα θα επιστρέψει… Να είσαι τολμηρός μαζί της και να την αγκαλιάσεις. Έρχεται και φεύγει. Κατά κάποιο τρόπο ο στροβιλισμός της είναι αιτιοκρατικός (προκαθορισμένος). Μην είσαι ανόητος, να είσαι τολμηρός και να την αγκαλιάσεις.”

“Embrace uncertainty as if she was your partner, a fellow passenger of yours. There is no antidote to uncertainty, be bold with her and embrace it….Time will pass uncertainty will give her place to certainty, well more time will pass and she, uncertainty will come back….Be bold and embrace it, she comes and goes. In some way her swirl is deterministic. Don’t be a fool, be bold and embrace it.”

Κρατάω τα ηνία των αποφάσεών μου

Κρατάω τα ηνία των αποφάσεών μου.
Εξετάζοντας τα δεδομένα, το μυαλό του ανθρώπου που αναζητά, το πνεύμα και η αναλυτική του σκέψη, τον βοηθούν να αντιληφθεί ότι η ενοχή είναι κακή παρέα.

Έτσι, υποκύπτει κάποτε στον πειρασμό να ρίξει σε κάποιον άλλο την ευθύνη για όσα κακά συμβαίνουν (και πάντα βρίσκεται κάποιος).

Σ’ αυτήν την παγίδα, είναι πάντα ο άλλος που σε κάνει να υποφέρεις: η γυναίκα σου σε κάνει να υποφέρεις, ο άντρας σου σε κάνει να υποφέρεις, οι γονείς σου σε κάνουν να υποφέρεις, τα παιδιά σου σε κάνουν να υποφέρεις.

Για ό,τι συμβαίνει φταίει το χρηματοοικονομικό σύστημα, η κοινωνία, ο καπιταλισμός, η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία, η κοινωνική δομή ή το πεπρωμένο, το κάρμα, ή οι ενωμένες δυνάμεις όλων των προηγουμένων...

Πάντα σ’ αυτήν την παγίδα, αυτό που σε κάνει να υποφέρεις είναι κάτι έξω από σένα, και είναι πιθανό να παίρνεις ανακούφιση για λίγο, ρίχνοντας σε άλλους την ευθύνη.

Την ίδια στιγμή που «ανακαλύπτεις» ποιος ή τι σε βασανίζει κι ένα πρόβλημα δείχνει να λύνεται, ένα άλλο, ίσως πιο σοβαρό, σου χτυπά την πόρτα.

Τώρα πια δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για ν’ αλλάξεις μια κατάσταση που παύει να εξαρτάται από σένα.

Όσοι ακόμα δεν ξεπέρασαν αυτή τη δοκιμασία, ξοδεύουν τη ζωή τους μουρμουρίζοντας:

Μα είναι δυνατόν να νιώθει κάποιος ευτυχισμένος σε μία κοινωνία τόσο άδικη (ή ακαλλιέργητη, ή καταπιεσμένη);

Πώς να ζήσεις ευτυχισμένος σε μια χώρα υλιστική (ή γραφειοκρατική, ή υπανάπτυκτη) σαν ετούτη;

Πώς να είσαι ευτυχισμένος αν δεν είναι ευτυχισμένος ο αδελφός σου, ο γιος σου, ο πατέρας σου;

Ποιος μπορεί να είναι ευτυχισμένος αν πρέπει να δουλεύει δεκατέσσερις ώρες τη μέρα κάνοντας κάτι που δεν του αρέσει;

Πώς να είσαι ευτυχισμένος αν το ταίρι σου δεν ασχολείται μαζί σου, ούτε σου επιτρέπει να είσαι ελεύθερος;

Και μολονότι ξέρουμε ότι όλα αυτά είναι προφάσεις, προφάσεις κι επιπλέον προφάσεις, όταν μπούμε στα βάσανα της ύπαρξης, έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε τρεις δρόμους:

Το δρόμο του προφήτη ιεροκήρυκα. Πρόκειται για έναν ονειροπόλο ιδεαλιστή, έναν μεσσιανικό μυστικιστή ή έναν μάγο του δρόμου, που διακηρύσσει ότι όταν αλλάξει η κοινωνία, όταν επικρατήσει κοινωνική δικαιοσύνη, όταν γυρίσει ο τροχός, όταν ο καθένας αγαπήσει το συνάνθρωπό του, κι όταν άπαντες αγαπηθούν... τότε θα έρθει η στιγμή της γενικής ευτυχίας. Λέει σε όποιον τον ακούει, ότι ώσπου να συμβεί αυτό η ευτυχία μας είναι ανέφικτη.

Το δρόμο του παρανοϊκού. Πλάθεις και φαντάζεσαι σενάρια παγκόσμιας συνωμοσίας που υποτίθεται πως έχουν σχεδιαστεί μόνο και μόνο για να μας καταστρέψουν όλους – και ειδικά όσους ανήκουν στην ομάδα σου, τους οικείους σου, αλλά κυρίως εσένα...Και πάνω σ’ αυτό αρχίζεις να αναπτύσσεις μηχανισμούς όλο και πιο νευρωτικούς για να αμυνθείς στους εχθρικούς και μανιώδεις συνωμότες.

Ή:

το δρόμο του ανθρώπου που αναζητά τη σοφία, και που προτείνω εδώ.

Αποφασίζουμε να πάρουμε τα ηνία στα χέρια μας και να καταλάβουμε, μια για πάντα, ότι η ζωή μας εξαρτάται πρωτίστως και κυρίως από εμάς τους ίδιους.

Αναγνωρίζουμε ότι κανένας άλλος δεν είναι ένοχος για κάτι που μας συμβαίνει, κι όταν αν φέρουμε πάνω μας τραύματα, ήταν πάντα και με τη δική μας συνενοχή.

Όταν πια ξεπεράσουμε την παραπάνω πρόκληση, δεν μας μένουν πολλές εναλλακτικές.

Η ευθύνη να ζήσουμε στο παρόν, δεν μας επιτρέπει να ενοχοποιούμε άλλους, καθώς αυτό ακριβώς σημαίνει «ωριμότητα»: να μην αισθανόμαστε συνεχώς την ανάγκη να ενοχοποιούμε άλλους.

Αυτό που είμαστε, αυτό που ζούμε, κι αυτό που κάνουμε, είναι σε μεγάλο βαθμό δικό μας δημιούργημα.

Εγώ είμαι υπεύθυνος για τη ζωή μου, για όλα μου τα βάσανα, για ό,τι μου συνέβη άλλοτε κι ό,τι μου συμβαίνει τώρα. Έτσι το διάλεξα. Αυτούς τους σπόρους έσπειρα, και τώρα μαζεύω τη συγκομιδή∙ είμαι υπεύθυνος.

Ο άνθρωπος της αναζήτησης μεγαλώνει και μαθαίνει κι όταν φτάνει η ώρα αυτής της δεύτερης δοκιμασίας ανακαλύπτει – με ακεραιότητα και χωρίς να κατηγορεί άλλους -, ότι ο βασικός υπεύθυνος για ό,τι του συμβαίνει είναι ο ίδιος του ο εαυτός.

Εσύ είσαι πάντα ο κύριος των αποφάσεών σου, ακόμα κι αν αυτές είναι σκλάβες υποταγμένες στις πεποιθήσεις σου.

Εργάτες Φωτός

Είστε εργάτες φωτός; Μπορεί να είστε αλλά να μην το γνωρίζετε. Εργάτης Φωτός είναι κάποιος που έχει αφιερώσει τον εαυτό του στην ανάπτυξη και υποστήριξη της εσωτερικής παρουσίας και στην επίγνωση του εαυτού και των άλλων. Οι εργάτες φωτός είναι υπερασπιστές της θεραπείας και τους αρέσει να πιστεύουν ότι είναι ικανοί να αντιλαμβάνονται τις θεραπευτικές ενέργειες. Συχνά, σε αυτή τη ζωή ή σε μια προηγούμενη, έχουν ή είχαν κάποιου είδους πνευματική αφύπνιση.

Αυτοί οι άνθρωποι συνήθως έχουν χρυσή καρδιά. Είναι γεμάτοι με ζεστασιά και αγάπη. Ακολουθούν πέντε πράγματα που συμβαίνουν όταν γίνεστε εργάτες φωτός:

Η ενσυναίσθησή σας γίνεται ισχυρή

Ενώ ο καθένας σε αυτόν τον κόσμο έχει κάποιο επίπεδο ενσυναίσθησης, υπάρχουν κάποιες ιδιαίτερες προσωπικότητες που έχουν έμφυτα μεγαλύτερη ενσυναίσθηση από τους άλλους. Οι εργάτες φωτός είναι εκείνοι που έχουν μια απίστευτη αίσθηση ενσυναίσθησης προς τους άλλους. Είναι περισσότερο ικανοί στον εντοπισμό των συναισθημάτων των άλλων, καθώς είναι κομμάτι του πόθου τους να θεραπεύουν εκείνους οι οποίοι έχουν υποστεί κάποια βλάβη.

Δεν είστε της συμμόρφωσης/ομοιομορφίας

Γίνεστε αδιάφοροι στις ταμπέλες που σας βάζουν οι άνθρωποι. Σε αντίθεση με την απόκτηση οποιασδήποτε κοινωνικής ταυτότητας, οι εργάτες φωτός δε νιώθουν την ανάγκη να χαρακτηρίσουν τις διαστάσεις και τις πλευρές της ζωής τους. Δεν ντύνεστε όπως ντύνονται κάποιες συγκεκριμένες ομάδες ατόμων. Δεν δράτε με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο ώστε να εκπέμψετε ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Ακόμα και οι φυλετικές και σεξουαλικές ταυτότητες εξαφανίζονται. Βρίσκεστε απλά μέσα στο είναι σας.

Νιώθετε σε ένα βαθύτερο επίπεδο

Ο κόσμος ενός εργάτη φωτός είναι γεμάτος με συναισθήματα. Οι εργάτες φωτός είναι άτομα με ενσυναίσθηση με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Είναι ικανοί να νιώσουν πλήρως τα αισθήματα των άλλων σαν να είναι εκείνοι, αυτοί που βιώνουν αυτά αισθήματα.

Έλκετε τους ανθρώπους

Οι εργάτες φωτός είναι φάροι φωτός σε ένα κόσμο γεμάτο σκοτάδι. Οι άνθρωποι έλκονται από αυτούς εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο εκπέμπεται το φως από μέσα τους. Είναι εύκολο να εντοπίσουμε κάποιον εργάτη φωτός επειδή τον νιώθουμε σαν να ναι κάποιος παλιός φίλος. Κάποιος που ξέρουμε για χρόνια.

Δεν φοβάστε το θάνατο

Στους εργάτες φωτός απουσιάζει ο φόβος του θανάτου, μιας και καταλαβαίνουν ότι ο θάνατος έχει τη θέση του στον κόσμο όπως οτιδήποτε άλλο. Είναι αναπόφευκτος και φυσικός.

Κάνε ένα διάλειμμα

Δεν προλαβαίνω, τρέχω συνέχεια.

Όλοι λέμε αυτή τη φράση. Δεν προλαβαίνουμε, τρέχουμε να τα προλάβουμε όλα, να τα πληρώσουμε όλα, να τα ζήσουμε όλα. Στριμωχνόμαστε σε δευτερόλεπτα της ώρας, προσπαθώντας να χωρέσουμε την άοκνη προσπάθειάς μας στα εξήντα λεπτά της μάταια.

Μη τυχόν και δεν προλάβουμε κάτι, μη τυχόν και χάσουμε κάτι. Άνθρωποι που έγιναν μηχανές παραγωγής, που ξέχασαν να ζουν και να χαίρονται τις μικρές, απλές καθημερινές στιγμές.

Δεν έχουμε χρόνο να καθίσουμε να πιούμε ένα κρασί με μουσική σε μία ταβέρνα, να γελάσουμε, να δούμε καθαρά ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Γιατί τρέχουμε, τρέχουμε, τρέχουμε. Και ξυπνάμε μία μέρα, κοιταζόμαστε στον καθρέφτη και προσπαθούμε να αντιληφθούμε πώς πέρασαν από επάνω μας τα χρόνια και αποτυπώθηκαν στη μορφή μας.

Γιατί οι άλλοι πρέπει να μας θαυμάζουν. Πρέπει να ζηλεύουν την επιτυχία μας, τα λεφτά μας, την καλή μας ζωή. Γιατί πρέπει να πετυχαίνουμε, οι γονείς μας θυσιάζονται για εμάς και δεν πρέπει να τους απογοητεύουμε. Γιατί πρέπει να πληρώνουμε τις άοκνες και ατελείωτες ανάγκες που μας δημιουργούν. Γιατί δεν πρέπει να μοιάζουμε στους άλλους, πρέπει να τους ξεπερνάμε και να είμαστε καλύτεροι, πλουσιότεροι, ομορφότεροι.

Όλοι τρέχουμε. Όμως, ας κάνουμε και ένα διάλειμμα. Ας δούμε τα πρόσωπα των φίλων μας, ας απολαύσουμε μία όμορφη βόλτα, ας πιούμε ένα κρασί, ας γελάσουμε με μία ταινία.

Δε θα γυρίσουν τα χρόνια μας πίσω, θα περάσουν από μπροστά μας και εμείς θα είμαστε όπως οι θεατές μίας ταινίας: θα βλέπουμε αλλά δε θα πρωταγωνιστούμε. Και θα ξεθωριάσει η νιότη και εμείς θα σκεφτόμαστε πως δεν χαρήκαμε τίποτα γιατί τρέχαμε συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια.

Κάνε ένα διάλειμμα από όλα. Ξεκουράσου, χαμογέλασε, ερωτεύσου, κάνε φίλους. Μία είναι η ζωή μας, ας βάλουμε λίγη ανεμελιά. Πριν φύγεις από αυτή τη ζωή, ζήσε και λίγο.

ALFRED ADLER: Η διαφορά στην εχθρικότητα ενός εγκληματία και ενός νευρωτικού

Το πρόβλημα της ψυχολογίας του ατόμου μέσα στον κοινωνικό χώρο είδε στις σωστές του διαστάσεις ο A.Adler (1870-1935). Μαθητής του S. Freud και ιδρυτής της «Ατομικής ψυχολογίας» δέχεται πως το βασικό κίνητρο δραστηριότητας του ανθρώπου (που πηγάζει απ’ το δυναμικό ασυνείδητο) είναι η ορμή για κοινωνική αναγνώριση, για επικράτηση και κυριαρχία, για υπερνίκηση των μειονεκτημάτων του και δύναμη. Το κάθε άτομο που είναι ξεχωριστό και ανεπανάληπτο φοβάται μήπως το απορρίψει η ομάδα εξαιτίας κάποιας σωματικής ή πνευματικής μειονεξίας του (εσωτερική αιτία) ή όταν το περιβάλλον είναι ακατάλληλο (εξωτερική αιτία) οπότε δεν γίνεται σωστή αποτίμηση της αξίας του. Έτσι, εμποδίζεται η ορμή και η τάση για αναγνώριση, και δημιουργείται ένα πιεστικό συναίσθημα αυτοϋποβιβασμού και κατωτερότητας που θέτει σε κίνδυνο την ίδια του την ύπαρξη, ένα «σύμπλεγμα μειονεκτικότητας» (Minderwestigkeits complex).

Σ’ αυτό το συναίσθημα της αυτοϋποβάθμισης το άτομο αντιδρά με δυο τρόπους: 

α) το αντισταθμίζει με την εξιδανίκευση και τη δημιουργικότητα σ’ έναν άλλο τομέα. Αυτού οφείλονται τα μεγάλα επιτεύγματα των ελαττωματικών ατόμων (Δημοσθένης, Αγησίλαος, Τουλούζ Λωτρέκ, Μπετόβεν κ.ά.) 

β) το απωθεί προς το ασυνείδητο και παθαίνει «νεύρωση».

Η νεύρωση είναι ένα σύστημα προσωπικών υπεκφυγών και δικαιολογιών που αφορούν αντικοινωνικές αντιδρά σεις συμπεριφοράς. Το άτομο επιχειρεί να δικαιολογήσει την (ανάρμοστη) στάση του ως προς την επίλυση κυρίως τριών βασικών προβλημάτων του: α) την επαγγελματική του αποκατάσταση, β) τη σχέση του με το ετερόφυλο, γ) τις διανθρώπινες σχέσεις του. Τα νευρωσικά συμπτώματα είναι συνήθως φανταστικές ασθένειες για να δικαιολογήσει το άτομο την αδυναμία του.

Σύμφωνα με την Αντλεριανή Ψυχολογία, ο άνθρωπος, ανεξάρτητα από τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας, διαθέτει τη δύναμη να μεταμορφώσει τη ζωή του, την ψυχική του υγεία και τη συνολική ευημερία του. Αρωγός στην προσπάθεια αυτή είναι το ασυνείδητο, το οποίο εργάζεται για τη μετατροπή των αισθημάτων κατωτερότητας σε αισθήματα ανωτερότητας.

Το κάθε άτομο αναπτύσσει τη δική του προσωπικότητα και αγωνίζεται για την επίτευξη της τελειότητας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Ο τρόπος ζωής του ατόμου διαμορφώνεται κατά την περίοδο της πρώιμης παιδικής ηλικίας και εξαρτάται εν μέρει από εκείνα τα στοιχεία της προσωπικότητάς του που επλήγησαν περισσότερο από το έμφυτο συναίσθημα κατωτερότητας. Επιπλέον, ο αγώνας για την υπεροχή συνυπάρχει με μία άλλη έμφυτη επιθυμία: την ανάγκη για συνεργασία με άλλους ανθρώπους με σκοπό την επίτευξη του κοινού καλού.

Το αντλεριανό μοντέλο εισηγείται ότι οι συμπεριφορές, οι σκέψεις και οι μηχανισμοί επεξεργασίας αποτελούν εδραιωμένα, ήδη από την ηλικία των πέντε ετών, συστατικά χαρακτηριστικά του ατόμου. Οι σχέσεις που το παιδί διαμορφώνει κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του, συνδυαζόμενες με κοινωνικές και περιβαλλοντικές δυνάμεις, ευθύνονται άμεσα για την ανάπτυξη των παραπάνω χαρακτηριστικών.

Ο εγκληματίας είναι ψυχικά άρρωστος που έχει κηρύξει φανερό πόλεμο κατά της κοινωνίας. Ο νευρωτικός όμως αναγνωρίζει τις επιταγές της κοινωνίας και αισθάνεται ακόμα την υποχρέωση να αποκρύψει την εχθρικότητα αυτή. Γι’ αυτό την καλύπτει με την αρρώστια την οποία μεταχειρίζεται ως δικαιολογία για την αποτυχία στη ζωή, ώστε να λύσει ορισμένο πρόβλημα. Ο νευρωτικός επιδιώκει σκοπούς «υψηλούς», απραγματοποίητους και αντικοινωνικούς στη ζωή του, επιχειρεί εγωιστικά πράγματα ακατόρθωτα (που τον ζημιώνουν) ξεχνώντας την παροιμία: «όταν φτερώσει το μυρμήγκι χάνεται» ή «Ο περήφανος έφυγε καβάλα και γύρισε πεζός». Δεν έχει πεποίθηση πως μπορεί να συνεισφέρει κι αυτός κάτι για την τελειοποίηση της κοινωνίας (και του εαυτού του). Είναι ένας αποθαρρημένος φιλόδοξος. Για να θεραπευτεί πρέπει να διαφωτιστεί ότι μόνος του διάλεξε έναν σφαλερό αντικοινωνικό δρόμο, και να ενθαρρυνθεί για να πάρει άλλο δρόμο: ν’ αναπληρώσει την μειονεκτική μειονεκτικότητα με την αφοσίωση στον υψηλό σκοπό που θ’ αναζητήσει μέσα στις «κλίσεις» και «ικανότητες» της εσωτερικότητάς του (που τις είχε παραμελήσει και παραμερίσει). Αυτή η αναπλήρωση θ’ αποτελέσει τη θεραπεία του και την προβολή της αξίας του μέσα στον κοινωνικό χώρο.

ALFRED ADLER, ΑΤΟΜΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ - Το σύμπλεγμα Κατωτερότητας

Ο ύμνος του Λουκρήτιου

«Χάμω σερνόταν η ανθρώπινη ζωή, να την κλαις βλέποντας τη μπρος στα μάτια, πλακωμένη κάτω από το βάρος μιας θρησκείας, που προβάλλοντας το κεφάλι από τις χώρες τ’ ουρανού απειλούσε τους θνητούς με την τρομερή της όψη. Οπότε πρώτος ένας Έλληνας, ένας άνθρωπος, τόλμησε να σηκώσει τα θνητά του μάτια κατεπάνω της και πρώτος να ορθωθεί εμπρός της.

Αυτόν δεν τον κράτησαν θεών παραμύθια ούτε κεραυνοί ούτε ουρανός με τ’ απειλητικό μουρμουρητό του. Περίσσια του κέντρισαν της ψυχής το αψύ θάρρος και του άναψαν πιο πολύ τον πόθο να ξετινάζει πρώτος τις σφιχτές κλειδωνιές τής φύσης.

Η ζωντανή ορμή του νου θριάμβευσε. Διάβηκε πέρα τούς φλογισμένους φράχτες του κόσμου και τ’ αμέτρητ’ όλο το περπάτησε με το νου και τη σκέψη. Κείθε μας γύρισε νικητής, για να μας διδάξει τι μπορεί να γεννιέται και τι δεν μπορεί, τούς νόμους πού ορίζουν την κάθε ενέργεια σύμφωνα μ’ ατράνταχτους φραγμούς. Έτσι δαμασμένη ή θρησκεία πατιέται με τη σειρά της κάτω από τα πόδια κι εμάς η νίκη μας υψώνει στον ουρανό» (De rerum natura I, 62 – 79).

“Αξεδίψαστος από αγάπη και θαυμασμό ξαναπιάνει το εγκώμιο στο 5ο βιβλίο:

«Ποιος μπορούσε από πλούσιο στήθος να στήσει τραγούδι άξιο για του έργου του το μεγαλείο και όσων εκείνος έφερε στο φως; Κάποιος είναι τόσο δυνατός σε λόγο για να παινέσει τις αξιοσύνες εκείνου πού σκαλίζοντας με το νου ξεσκέπασε και μας χάρισε τόσα αγαθά·

Κανένας, στοχάζομαι, γεννημένος από θνητό κορμί. Γιατί, αν πρέπει να το πει κανείς, όπως απαιτεί το μεγαλείο του έργου του, πού γνωρίσαμε τώρα, ήταν θεός εκείνος, μάλιστα θεός, πού πρώτος βρήκε το νόημα τής ζωής, διότι σήμερα λέμε σοφία, εκείνος, πού αρπάζοντας με την επιστήμη του τη ζωή από τόσο τρομερές ανεμοζάλες κι από τόσο βαθιά σκοτάδια την απίθωσε σε τέτοια γαλήνη και τόσο λαμπρό φως» (De rerum natura V, 1 -11).

Πάρε τα παλιά ευρήματα, τονίζει συνεχίζοντας, πού μας χάρισαν, όπως λεν, οι θεοί. Η Δήμητρα, λένε, μας δίδαξε το σιτάρι, ο Βάκχος το κρασί. Χωρίς αυτά μπορούσε να υπάρχει ζωή κι είναι, καθώς ακούμε, λαοί πού ζούνε χωρίς να τα ξέρουν. Μα ζωή ευτυχισμένη είναι αδύνατη χωρίς ξεκάθαρη καρδιά.

Γι' αυτό πιο δικαιολογημένα μας φαίνεται θεός εκείνος πού ή διδασκαλία του, ζωντανή κι απλωμένη στα μεγάλα έθνη, γαληνεύει τις καρδιές με τις γλυκές παρηγοριές τής ζωής. Ο Ηρακλής με τούς άθλους του. αξίζει περισσότερη τιμή; Θα 'φευγες ακόμα μακρύτερα από την αλήθεια. Τι κακό θα μας έκανε σήμερα τ’ ορθάνοιχτο του Νεμεϊκού λιονταριού φαράγγι κι οι ορθωμένες τρίχες του ‘Αρκαδικού Αγριόχοιρου; Κι ύστερα από αλατισμένη περιγραφή των άθλων του ήρωα προσθέτει: ’Ακόμα και σήμερα είναι μέρη, βουνά κι ερημιές, γεμάτα απ’ τα πιο άγρια θηρία. Μα ή καρδιά, αν δεν καθαριστεί, τι μάχες, τι κίνδυνους αντικρίζουμε κάθε ώρα, πώς θα τρώνε τον άνθρωπο τα πάθη;

Η κοινωνία των γραναζιών

Κάποτε υπήρχε ένα σουρεαλιστικό σύμπαν όπου όλα κυλούσαν ρολόι. Ένας άνθρωπος κάθε μέρα αφιέρωνε λίγο χρόνο για να το κουρδίσει προκειμένου αυτό να εξυπηρετεί την ανάγκη του να παρακολουθεί την ώρα και να οργανώνει έτσι το χρονοδιάγραμμα της ημέρας του. Με την βοήθεια του ρολογιού στάθμιζε τις προτεραιότητές του και προσπαθούσε να χωρέσει όσο περισσότερα πράγματα μπορούσε στο πρόγραμμά του.

Επίσης αυτός ο άνθρωπος γνώριζε ότι για το κάθε τι, υπήρχε και η καλύτερη στιγμή για να το κάνεις. Κάτι σαν τους αγρότες και τους έφηβους δηλαδή… Η σπορά και οι επαναστάσεις γίνονται μια συγκεκριμένη στιγμή στον κύκλο του χρόνου ή της ζωής μας. Ίσως τη στιγμή που δεν γίνεται κι αλλιώς.

Μέσα σε αυτό το ρολόι που το τροφοδοτούσε με ενέργεια ο αντίχειρας και ο δείκτης του κατόχου του που το κούρδιζε, ζούσαν κάποια πλάσματα που τα έλεγαν γρανάζια. Τα γρανάζια ξεκινούσαν την ζωή τους μαθαίνοντας να έχουν έναν συγκεκριμένο ρόλο στο μηχανισμό του ρολογιού και να λειτουργούν παράλληλα με τους άλλους. Αν κάποιο γρανάζι έκανε του κεφαλιού του το επέπλητταν τα άλλα γρανάζια. Μάλιστα υπήρχαν γρανάζια που είχαν επιφορτιστεί με αυτό τον ρόλο.

Γρανάζια γονείς, γρανάζια δάσκαλοι, και ούτω κάθε εξής. Αν κάποιο γρανάζι αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της κοινωνίας των γραναζιών, το έκαναν να αισθάνεται συνεχώς άσχημα με τον εαυτό του, καθώς του έλεγαν ότι είναι και θα είναι πάντα βάρος για την κοινωνία, και το εκφόβιζαν ότι ο ρόλος του θα το οδηγήσει εκτός του ρολογιού, στον θάνατο. Εκεί που καταλήγουν τα αναλώσιμα και τα ανταλλακτικά ενός ρολογιού.

Όλα τα γρανάζια που είχαν λίγη προνοητικότητα και ωριμότητα, μάθαιναν το ρόλο τους και κυλούσαν προς μια κατεύθυνση που διάλεγαν και θεωρούσαν σωστή. Σε κάθε περίπτωση τα γρανάζια έπρεπε να περιστρέφονται είτε προς τα δεξιά είτε προς τα αριστερά, και όχι να αμφιταλαντεύονται μπρος-πίσω.

Τα πιο υπάκουα γρανάζια επιβραβεύονταν ως γρανάζια πρότυπα, ώστε όλοι να τα θαυμάζουν και να ακολουθούν το παράδειγμά τους. Έτσι η κοινωνία ένιωθε ασφάλεια και καμάρωνε ότι όλα κυλάνε ρολόι. Αν υπήρχε και κάτι που δεν πήγαινε πάντα προς την προβλεπόμενη κατεύθυνση, ήταν η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Κάποια στιγμή όμως, ο κάτοχος του ρολογιού πέρασε μπροστά από μια βιτρίνα και είδε κάποια άλλα ρολόγια, που δεν χρειαζόταν να τα κουρδίσει κανείς για να δουλεύουν. Τα ρολόγια αυτά είχαν μια μπαταρία που η ενέργειά της κρατούσε για χρόνια κι ένα ορυκτό που λεγόταν χαλαζίας, το οποίο παλλόταν και έδινε το ρυθμό με μεγάλη ακρίβεια.

Έτσι πολυάσχολος που ήταν λοιπόν αυτός ο άνθρωπος, σκέφτηκε: Γιατί να μην εξοικονομήσω λίγο παραπάνω χρόνο στην ζωή μου ώστε να χωρέσουν περισσότερα πράγματα μέσα στην μέρα μου; Κι έτσι αποφάσισε να μην αφιερώσει άλλο χρόνο κουρδίζοντας το παλιό ρολόι και όταν αυτό θα σταματούσε, να το αντικαταστήσει με ένα καινούριο ρολόι χαλαζία, που δεν χρειάζεται κούρδισμα.

Όταν ο κάτοχος δεν κούρδισε το ρολόι την προγραμματισμένη ώρα, η κοινωνία των γραναζιών που είχε συνηθίσει όλα να κυλάνε σύμφωνα με κάποιο πρόγραμμα, άρχισε να αγωνιά. Όταν δε, η αποθηκευμένη στα ελάσματα ενέργεια άρχισε να τελειώνει, πανικοβλήθηκαν! Δεν ήξεραν τι να κάνουν!

Όλα όσα είχαν μάθει να κάνουν, τους ήταν άχρηστα πια. Οι έριδες και οι αψιμαχίες στην κοινωνία των γραναζιών κορυφώθηκαν και δημιουργήθηκε ένα φθονερό χάσμα ανάμεσα στα δεξιόστροφα και τα αριστερόστροφα γρανάζια, καθώς τα μεν έριχναν την ευθύνη στα δε.

Απευθύνθηκαν στα γρανάζια πρότυπα για μια λύση, όμως κι αυτά είχαν μάθει να λειτουργούν παράλληλα με την υπόλοιπη κοινωνία των γραναζιών. Όσο αυτή επιβραδυνόταν ακολουθούσαν κι αυτά σε μια οδυνηρή πορεία προς το τέλμα, μη γνωρίζοντας με ποιον τρόπο να αντιδράσουν.

Όταν όλοι πια είχαν χάσει την ελπίδα τους και ένιωθαν την τραγική μοίρα της χωματερής και της οξείδωσης να πλησιάζει, παρατήρησαν ένα μικρό μεταλλικό βαρίδι που το είχαν αποσυνδέσει από τον υπόλοιπο μηχανισμό για να μην τους μπερδεύει. Αυτό εξακολουθούσε να κινείται με τον ίδιο τρόπο όπως και πριν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα! Αυτό το βαρίδι ήταν ο τρελός του χωριού, που είχε μάθει να κινείται μόνος του χωρίς να έχει ανάγκη από εξωτερική βοήθεια.

Η κίνησή του είχε μια πρωτοτυπία, καθώς άλλοτε συμφωνούσε με τα δεξιόστροφα γρανάζια και άλλοτε με τα αριστερόστροφα. Είχε δηλαδή την ικανότητα να συντονίζει την κίνησή του με εξωτερικούς παράγοντες όπως η κίνηση του καρπού του κατόχου και να αξιοποιεί το περίσσευμα της ενέργειας που ερχόταν από εκεί.

Τα υπόλοιπα γρανάζια δεν κατάλαβαν πολύ καλά πως τα κατάφερνε να διατηρεί την κίνησή του όταν όλα πια ήταν στάσιμα, αλλά κατάλαβαν ότι αυτό το μικρό μεταλλικό βαρίδι, είχε μια δική του αυτόνομη νόηση που το είχε βοηθήσει να συνεχίσει και ότι ήταν πια η μοναδική ελπίδα που τους είχε απομείνει. Τότε του απένειμαν τον τίτλο του ρότορα και συμφώνησαν ότι ήταν προς όφελός τους να προσδεθούν μαζί του.

Έτσι ο τρελός του χωριού έγινε ξαφνικά ο ήρωας του χωριού και το ρολόι που τελικά ήταν αυτόματο έμαθε να λειτουργεί ξανά με την βοήθεια του ρότορα, αυτή την φορά χωρίς την ανάγκη κουρδίσματος. Ο κάτοχος είδε ότι είχε ένα ρολόι αξιόπιστο και ακριβές κι έτσι αποφάσισε να το κρατήσει και ξέχασε τα φτηνά ρολόγια του χαλαζία που είχε δει στην βιτρίνα.

Μεταφυσική: Η Πρώτη Φιλοσοφία

Η Μεταφυσική αποτελεί κλάδο της Φιλοσοφίας. Αλλά δεν ήταν πάντα έτσι. Αν και η προέλευση του όρου είναι σαφώς αριστοτελική, ο ίδιος ο φιλόσοφος ουδέποτε τον χρησιμοποίησε. Όλα ξεκίνησαν τρεις αιώνες μετά τον θάνατο του Σταγειρίτη φιλοσόφου, όταν ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος ταξινόμησε και εξέδωσε για πρώτη φορά τα έργα του. Για τα περισσότερα από αυτά ο τίτλος ήταν προφανής: Περί γενέσεως και φθοράς, Περί ποιητικής, Φυσική ακρόασις κοκ.

Με αυτό τον τρόπο, ο αναγνώστης μπορούσε εύκολα να φανταστεί το περιεχόμενο του έργου. Σε μία συλλογή συγγραμμάτων ωστόσο ο Ανδρόνικος επέλεξε να ακολουθήσει άλλη μέθοδο και τιτλοφόρησε το έργο Μετά τα φυσικά, επειδή η έκδοσή του ακολουθούσε τα Φυσικά έργα του Αριστοτέλη. Έτσι, δημιούργησε (εκούσια ή μη) την εντύπωση ότι το περιεχόμενό του αφορά όχι τον φυσικό κόσμο των αισθητών πραγμάτων αλλά εκείνον που τα υπερβαίνει.

Ποιο είναι όμως το αντικείμενο της «μεταφυσικής»; Ο συγγραφέας στο Γ΄ βιβλίο δηλώνει με βεβαιότητα το πεδίο έρευνας της νέας επιστήμης:

«Υπάρχει μία επιστήμη που εξετάζει το ον ως ον και όλα όσα ενυπάρχουν στη φύση του. Αυτή δεν μοιάζει με καμία από τις ονομαζόμενες επιμέρους επιστήμες: Διότι καμία από τις άλλες δεν εξετάζει καθολικά το ον ως ον, αλλά διαχωρίζουν ένα μέρος του όντος και εξετάζουν τις ιδιότητές του, όπως κάνουν οι μαθηματικές επιστήμες.»
Αριστοτέλης, Μετὰ τὰ φυσικά 1003a21-26

Τι υπάρχει; Μόνο ό,τι αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις; Ο Αριστοτέλης δεν αρκείται στον αισθητό κόσμο της εμπειρίας. Ο φυσικός κόσμος δεν είναι το μόνο που μπορούμε να ερευνήσουμε. Σίγουρα, βρίσκεται πιο κοντά σε εμάς. Ανήκουμε (μαζί με τα υπόλοιπα έμβια όντα) στον κόσμο της γένεσης και της φθοράς. Αλλά, αυτό ήταν το λάθος των Φυσικών φιλοσόφων, αποφαίνεται. Στο κυνήγι της αλήθειας, παρέμειναν στον μεταβαλλόμενο κόσμο των αισθητών πραγμάτων, θεωρώντας ότι όντα είναι μόνο όσα συλλαμβάνουμε με τις αισθήσεις (τὰ δ᾽ ὄντα ὑπέλαβον εἶναι τὰ αἰσθητὰ μόνον. 1010a3-4). Ο Αριστοτέλης κάνει την υπέρβαση. Βλέπει τι υπάρχει «μετά τη φύση»:

«Διότι μόνο ο κόσμος του αισθητού που μας περιβάλλει υπόκειται συνεχώς σε φθορά και γένεση, αλλά αυτός δεν είναι παρά ένα μόριο του σύμπαντος. Γενικότερα, αν υπάρχει μόνο το αισθητό, χωρίς τα έμψυχα όντα δεν θα υπήρχε τίποτε, γιατί δεν θα υπήρχε αίσθηση.»
Αριστοτέλης, Μετὰ τὰ φυσικά 1010b30-31

Οι θεωρητικές επιστήμες θριαμβεύουν και ο Αριστοτέλης τις ιεραρχεί: Δίνει την πρωτοκαθεδρία σε αυτή που ασχολείται, όχι με τον κόσμο των αισθητών, αλλά των αΐδιων όντων και την ονομάζει Πρώτη φιλοσοφία. Ο συγγραφέας έχει ήδη μιλήσει για τον κόσμο των αισθητών, της γένεσης και της φθοράς σε πολλά φυσικά του έργα. Από την άλλη τα μαθηματικά, που εξύψωσε ο Πλάτωνας στην Ακαδημία, και συνεχίζονται με τον Σπεύσιππο «έχουν γίνει σήμερα το αντικείμενο της φιλοσοφίας, παρόλο που ισχυρίζονται ότι πρέπει να τα μελετάμε για χάρη των άλλων» (992a33-34).

Η Φυσική μελετά τα ένυλα όντα που βρίσκονται σε κίνηση, τα Μαθηματικά τα ακίνητα όντα που όμως δεν υπάρχουν χωριστά από την ύλη. Η Πρώτη φιλοσοφία μελετά τα άυλα και ακίνητα όντα, τα αίτια και τις αρχές τους. Ο Αριστοτέλης απογυμνώνει τα όντα από τις ιδιότητές τους και τα αφήνει άυλα και ακίνητα εκτός χώρου και χρόνου. Ο ίδιος ονομάζει τη νέα επιστήμη «θεολογία», γιατί «θα πρέπει να υπάρχει κάτι το θείο στη φύση της».

«Αν λοιπόν δεν υπάρχει άλλη ουσία πέρα από αυτές που έχουν συσταθεί από τη φύση, η Φυσική θα ήταν η πρώτη επιστήμη. Αν όμως υπάρχει κάποια ακίνητη ουσία, αυτή η επιστήμη προηγείται και είναι η πρώτη φιλοσοφία και καθολική επειδή είναι η πρωταρχική.»
Αριστοτέλης, Μετὰ τὰ φυσικά 1026a28-31

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 1.131.1–1.134.4

(ΘΟΥΚ 1.126.1–1.134.4: Οι προφάσεις για την έναρξη του πολέμου και το τέλος του Παυσανία) 

Επιστροφή του Παυσανία στην Σπάρτη – Το τέλος του

[1.131.1] Οἱ δὲ Λακεδαιμόνιοι αἰσθόμενοι τό τε πρῶτον δι’ αὐτὰ
ταῦτα ἀνεκάλεσαν αὐτόν, καὶ ἐπειδὴ τῇ Ἑρμιονίδι νηὶ τὸ
δεύτερον ἐκπλεύσας οὐ κελευσάντων αὐτῶν τοιαῦτα ἐφαίνετο
ποιῶν, καὶ ἐκ τοῦ Βυζαντίου βίᾳ ὑπ’ Ἀθηναίων ἐκπολιορκη-
θεὶς ἐς μὲν τὴν Σπάρτην οὐκ ἐπανεχώρει, ἐς δὲ Κολωνὰς
τὰς Τρῳάδας ἱδρυθεὶς πράσσων τε ἐσηγγέλλετο αὐτοῖς ἐς
τοὺς βαρβάρους καὶ οὐκ ἐπ’ ἀγαθῷ τὴν μονὴν ποιούμενος,
οὕτω δὴ οὐκέτι ἐπέσχον, ἀλλὰ πέμψαντες κήρυκα οἱ ἔφοροι
καὶ σκυτάλην εἶπον τοῦ κήρυκος μὴ λείπεσθαι, εἰ δὲ μή,
πόλεμον αὐτῷ Σπαρτιάτας προαγορεύειν. [1.131.2] ὁ δὲ βουλόμενος
ὡς ἥκιστα ὕποπτος εἶναι καὶ πιστεύων χρήμασι διαλύσειν
τὴν διαβολὴν ἀνεχώρει τὸ δεύτερον ἐς Σπάρτην. καὶ ἐς
μὲν τὴν εἱρκτὴν ἐσπίπτει τὸ πρῶτον ὑπὸ τῶν ἐφόρων (ἔξεστι
δὲ τοῖς ἐφόροις τὸν βασιλέα δρᾶσαι τοῦτο), ἔπειτα δια-
πραξάμενος ὕστερον ἐξῆλθε καὶ καθίστησιν ἑαυτὸν ἐς κρίσιν
τοῖς βουλομένοις περὶ αὐτῶν ἐλέγχειν. [1.132.1] καὶ φανερὸν μὲν
εἶχον οὐδὲν οἱ Σπαρτιᾶται σημεῖον, οὔτε οἱ ἐχθροὶ οὔτε ἡ
πᾶσα πόλις, ὅτῳ ἂν πιστεύσαντες βεβαίως ἐτιμωροῦντο
ἄνδρα γένους τε τοῦ βασιλείου ὄντα καὶ ἐν τῷ παρόντι τιμὴν
ἔχοντα (Πλείσταρχον γὰρ τὸν Λεωνίδου ὄντα βασιλέα καὶ
νέον ἔτι ἀνεψιὸς ὢν ἐπετρόπευεν), [1.132.2] ὑποψίας δὲ πολλὰς παρεῖχε
τῇ τε παρανομίᾳ καὶ ζηλώσει τῶν βαρβάρων μὴ ἴσος βού-
λεσθαι εἶναι τοῖς παροῦσι, τά τε ἄλλα αὐτοῦ ἀνεσκόπουν,
εἴ τί που ἐξεδεδιῄτητο τῶν καθεστώτων νομίμων, καὶ ὅτι
ἐπὶ τὸν τρίποδά ποτε τὸν ἐν Δελφοῖς, ὃν ἀνέθεσαν οἱ
Ἕλληνες ἀπὸ τῶν Μήδων ἀκροθίνιον, ἠξίωσεν ἐπιγράψασθαι
αὐτὸς ἰδίᾳ τὸ ἐλεγεῖον τόδε·
Ἑλλήνων ἀρχηγὸς ἐπεὶ στρατὸν ὤλεσε Μήδων,
Παυσανίας Φοίβῳ μνῆμ’ ἀνέθηκε τόδε.
[1.132.3] τὸ μὲν οὖν ἐλεγεῖον οἱ Λακεδαιμόνιοι ἐξεκόλαψαν εὐθὺς τότε
ἀπὸ τοῦ τρίποδος τοῦτο καὶ ἐπέγραψαν ὀνομαστὶ τὰς πόλεις
ὅσαι ξυγκαθελοῦσαι τὸν βάρβαρον ἔστησαν τὸ ἀνάθημα·
τοῦ μέντοι Παυσανίου ἀδίκημα καὶ τότ’ ἐδόκει εἶναι, καὶ
ἐπεί γε δὴ ἐν τούτῳ καθειστήκει, πολλῷ μᾶλλον παρόμοιον
πραχθῆναι ἐφαίνετο τῇ παρούσῃ διανοίᾳ. [1.132.4] ἐπυνθάνοντο δὲ
καὶ ἐς τοὺς Εἵλωτας πράσσειν τι αὐτόν, καὶ ἦν δὲ οὕτως·
ἐλευθέρωσίν τε γὰρ ὑπισχνεῖτο αὐτοῖς καὶ πολιτείαν, ἢν
ξυνεπαναστῶσι καὶ τὸ πᾶν ξυγκατεργάσωνται. [1.132.5] ἀλλ’ οὐδ’
ὣς οὐδὲ τῶν Εἱλώτων μηνυταῖς τισὶ πιστεύσαντες ἠξίωσαν
νεώτερόν τι ποιεῖν ἐς αὐτόν, χρώμενοι τῷ τρόπῳ ᾧπερ
εἰώθασιν ἐς σφᾶς αὐτούς, μὴ ταχεῖς εἶναι περὶ ἀνδρὸς
Σπαρτιάτου ἄνευ ἀναμφισβητήτων τεκμηρίων βουλεῦσαί τι
ἀνήκεστον, πρίν γε δὴ αὐτοῖς, ὡς λέγεται, ὁ μέλλων τὰς
τελευταίας βασιλεῖ ἐπιστολὰς πρὸς Ἀρτάβαζον κομιεῖν, ἀνὴρ
Ἀργίλιος, παιδικά ποτε ὢν αὐτοῦ καὶ πιστότατος ἐκείνῳ,
μηνυτὴς γίγνεται, δείσας κατὰ ἐνθύμησίν τινα ὅτι οὐδείς πω
τῶν πρὸ ἑαυτοῦ ἀγγέλων πάλιν ἀφίκετο, καὶ παρασημηνά-
μενος σφραγῖδα, ἵνα, ἢν ψευσθῇ τῆς δόξης ἢ καὶ ἐκεῖνός τι
μεταγράψαι αἰτήσῃ, μὴ ἐπιγνῷ, λύει τὰς ἐπιστολάς, ἐν αἷς
ὑπονοήσας τι τοιοῦτον προσεπεστάλθαι καὶ αὑτὸν ηὗρεν
ἐγγεγραμμένον κτείνειν. [1.133.1] τότε δὴ οἱ ἔφοροι δείξαντος αὐτοῦ
τὰ γράμματα μᾶλλον μὲν ἐπίστευσαν, αὐτήκοοι δὲ βουλη-
θέντες ἔτι γενέσθαι αὐτοῦ Παυσανίου τι λέγοντος, ἀπὸ
παρασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ Ταίναρον ἱκέτου οἰχομένου
καὶ σκηνησαμένου διπλῆν διαφράγματι καλύβην, ἐς ἣν τῶν
[τε] ἐφόρων ἐντός τινας ἔκρυψε, καὶ Παυσανίου ὡς αὐτὸν
ἐλθόντος καὶ ἐρωτῶντος τὴν πρόφασιν τῆς ἱκετείας ᾔσθοντο
πάντα σαφῶς, αἰτιωμένου τοῦ ἀνθρώπου τά τε περὶ αὐτοῦ
γραφέντα καὶ τἆλλ’ ἀποφαίνοντος καθ’ ἕκαστον, ὡς οὐδὲν
πώποτε αὐτὸν ἐν ταῖς πρὸς βασιλέα διακονίαις παραβάλοιτο,
προτιμηθείη δ’ ἐν ἴσῳ τοῖς πολλοῖς τῶν διακόνων ἀποθανεῖν,
κἀκείνου αὐτά τε ταῦτα ξυνομολογοῦντος καὶ περὶ τοῦ
παρόντος οὐκ ἐῶντος ὀργίζεσθαι, ἀλλὰ πίστιν ἐκ τοῦ ἱεροῦ
διδόντος τῆς ἀναστάσεως καὶ ἀξιοῦντος ὡς τάχιστα πορεύεσθαι
καὶ μὴ τὰ πρασσόμενα διακωλύειν. [1.134.1] ἀκούσαντες δὲ ἀκριβῶς
τότε μὲν ἀπῆλθον οἱ ἔφοροι, βεβαίως δὲ ἤδη εἰδότες ἐν τῇ
πόλει τὴν ξύλληψιν ἐποιοῦντο. λέγεται δ’ αὐτὸν μέλλοντα
ξυλληφθήσεσθαι ἐν τῇ ὁδῷ, ἑνὸς μὲν τῶν ἐφόρων τὸ πρόσ-
ωπον προσιόντος ὡς εἶδε, γνῶναι ἐφ’ ᾧ ἐχώρει, ἄλλου δὲ
νεύματι ἀφανεῖ χρησαμένου καὶ δηλώσαντος εὐνοίᾳ πρὸς τὸ
ἱερὸν τῆς Χαλκιοίκου χωρῆσαι δρόμῳ καὶ προκαταφυγεῖν·
ἦν δ’ ἐγγὺς τὸ τέμενος. καὶ ἐς οἴκημα οὐ μέγα ὃ ἦν τοῦ
ἱεροῦ ἐσελθών, ἵνα μὴ ὑπαίθριος ταλαιπωροίη, ἡσύχαζεν.
[1.134.2] οἱ δὲ τὸ παραυτίκα μὲν ὑστέρησαν τῇ διώξει, μετὰ δὲ τοῦτο
τοῦ τε οἰκήματος τὸν ὄροφον ἀφεῖλον καὶ τὰς θύρας ἔνδον
ὄντα τηρήσαντες αὐτὸν καὶ ἀπολαβόντες ἔσω ἀπῳκοδόμησαν,
προσκαθεζόμενοί τε ἐξεπολιόρκησαν λιμῷ. [1.134.3] καὶ μέλλοντος
αὐτοῦ ἀποψύχειν ὥσπερ εἶχεν ἐν τῷ οἰκήματι, αἰσθόμενοι
ἐξάγουσιν ἐκ τοῦ ἱεροῦ ἔτι ἔμπνουν ὄντα, καὶ ἐξαχθεὶς
ἀπέθανε παραχρῆμα. [1.134.4] καὶ αὐτὸν ἐμέλλησαν μὲν ἐς τὸν
Καιάδαν [οὗπερ τοὺς κακούργους] ἐσβάλλειν· ἔπειτα ἔδοξε
πλησίον που κατορύξαι. ὁ δὲ θεὸς ὁ ἐν Δελφοῖς τόν τε
τάφον ὕστερον ἔχρησε τοῖς Λακεδαιμονίοις μετενεγκεῖν
οὗπερ ἀπέθανε (καὶ νῦν κεῖται ἐν τῷ προτεμενίσματι, ὃ
γραφῇ στῆλαι δηλοῦσι) καὶ ὡς ἄγος αὐτοῖς ὂν τὸ πεπραγ-
μένον δύο σώματα ἀνθ’ ἑνὸς τῇ Χαλκιοίκῳ ἀποδοῦναι. οἱ
δὲ ποιησάμενοι χαλκοῦς ἀνδριάντας δύο ὡς ἀντὶ Παυσανίου
ἀνέθεσαν.

***
[1.131.1] Όταν τα κατάλαβαν αυτά οι Λακεδαιμόνιοι, τον κάλεσαν πίσω, και την πρώτη φορά γι' αυτούς ακριβώς τους λόγους, κι όταν τη δεύτερη φορά ξεκίνησε με το Ερμειονικό καράβι χωρίς τη διαταγή τους ήτανε φανερό πως κάνει κάτι τέτοιο, κι όταν αναγκάστηκε από την πολιορκία των Αθηναίων να βγει από το Βυζάντιο, δεν εγύρισε πίσω στη Σπάρτη, αλλά εγκαταστάθηκε στις Κολωνές της Τρωάδας κ' έφταναν ειδήσεις πως συνεννοείται με βαρβάρους και δε μένει εκεί για καλό, τότε πια δεν κρατήθηκαν οι έφοροι, αλλά έστειλαν κήρυκα μ' επίσημη έγγραφη διαταγή με σκυτάλη και τον πρόσταζαν ν' ακολουθήσει κατά πόδι τον κήρυκα ειδ' αλλιώς οι Σπαρτιάτες τον προειδοποιούν πως θα του κάνουν πόλεμο. [1.131.2] Αυτός λοιπόν επειδή δεν ήθελε για κανένα λόγο να τους κάνει να υποψιαστούν, και πιστεύοντας πως μπορούσε με χρήματα να εξουδετερώσει τις κατηγόριες ενάντιά του, ξεκίνησε για δεύτερη φορά γυρίζοντας στη Σπάρτη. Και πρώτα φυλακίστηκε από τους εφόρους, (γιατί έχουν οι έφοροι το δικαίωμα να φυλακίζουν και το βασιλιά ακόμα), έπειτα όμως με διάφορα διαβήματα τα κατάφερε να βγει από τη φυλακή κ' έθεσε τον εαυτό του στην κρίση οποιανού ήθελε να εξακριβώσει τα όσα έκανε.

[1.132.1] Οι Σπαρτιάτες δεν είχαν κανένα καθαρό τεκμήριο, ούτε όσοι τον μισούσαν, ούτε η πολιτεία γενικά, όπου μπορούσαν να στηριχτούν και να τιμωρήσουν έναν άντρα από βασιλικό γένος, και που είχε τη στιγμή εκείνη μεγάλο αξίωμα (γιατί ήταν επίτροπος του Πλειστάρχου, του γιου του Λεωνίδα, που ήταν ακόμη ανήλικος και τον είχε ξάδερφο). [1.132.2] Αλλά τους γεννούσε πολλές υποψίες επειδή είχε φύγει παράνομα, και μιμούνταν τους τρόπους των βαρβάρων, και δεν καταδεχόταν να είναι ίσος με τους άλλους· κι αναθυμούνταν και τ' άλλα του τα φερσίματα, πως ο τρόπος της ζωής του ήταν διαφορετικός από τα καθιερωμένα συνήθια, και πως στον τρίποδα που είχαν αναθέσει οι Έλληνες στους Δελφούς από τα πιο ωραία και πολύτιμα λάφυρα των Μήδων το είχε πάρει απάνω του να επιγράψει από δική του πρωτοβουλία το ακόλουθο επίγραμμα:

Ο αρχηγός των Ελλήνων Παυσανίας, που κατάστρεψε
των Μήδων το στρατό, στο Φοίβο αφιερώνει τούτο–δω.

[1.132.3] Το επίγραμμα το έσβησαν αμέσως τότε οι Λακεδαιμόνιοι από τον τρίποδα, κ' έγραψαν μια–μια με τ' όνομά τους τις πολιτείες που είχανε μαζί καταλύσει την εξουσία των βαρβάρων, κι αφιέρωσαν το μνημείο. Η πράξη του Παυσανία τούς είχε φανεί και τότε αδίκημα, και τώρα που είχε φτάσει σ' εκείνη τη θέση, έμοιαζε περισσότερο σα να είχε γίνει ταιριαστά με τις τωρινές του διαθέσεις. [1.132.4] Πληροφορήθηκαν ακόμα και μιαν άλλη του ενέργεια, σχετικά με τους είλωτες, την εξής: τους είχε δηλαδή τάξει να τους ελευτερώσει και να τους κάνει ισότιμους πολίτες αν επαναστατήσουνε μαζί του και συνεργαστούνε σ' όλη την υπόθεση. [1.132.5] Όμως ούτε κ' έτσι ακόμα, και μη θέλοντας να πιστέψουν μερικούς είλωτες, που είχαν γυρίσει μάρτυρες κατηγορίας, δεν το θεώρησαν σωστό να του επιβάλουνε βίαιη ποινή, ακολουθώντας τον τρόπο που συνειθίζουν να φέρνονται προς τους δικούς τους, να μην αποφασίζουν τίποτα άπρεπο για πολίτη της Σπάρτης χωρίς αναμφισβήτητη απόδειξη, ως τη στιγμή, που, καθώς λένε, έγινε μηνυτής του εκείνος που επρόκειτο να μεταφέρει τα τελευταία του γράμματα για το βασιλιά των Περσών προς τον Αρτάβαζο, κάποιος Αργίλιος, που ήταν κάποτε ερωμένος του Παυσανία και πολύ πιστός του φίλος, που φοβήθηκε γιατί έξαφνα του ήρθε στο νου πως κανείς, από τους προτήτερους ταχυδρόμους δεν είχε ξαναγυρίσει· και φτιάνοντας άλλη σφραγίδα, έτσι ώστε, αν είχε κάνει λάθος στην ιδέα του, ή αν εκείνος ζητούσε ν' αλλάξει κάτι στη γραφή του, να μην το καταλάβει, ανοίγει τα γράμματα όπου είχε υποψιαστεί πως δίνονταν κάποια πρόσθετη παραγγελία γι' αυτόν, και βρίσκει γραμμένο πως έπρεπε να τον σκοτώσουν κι αυτόν τον ίδιο. [1.133.1] Τότε, όταν αυτός τους έδειξε τα γράμματα, πίστεψαν οι έφοροι περισσότερο, θέλοντας όμως ν' ακούσουνε με τ' αυτιά τους τον Παυσανία να λέει κάτι ενοχοποιητικό, κατέστρωσαν σχέδιο με τον Αργίλιο και πήγε αυτός στο Ταίναρο σαν ικέτης κ' έστησε μια καλύβα με διπλό χώρισμα, όπου έκρυψε μερικούς από τους εφόρους· κι όταν πήγε ο Παυσανίας και τον ερώτησε γιατί έγινε ικέτης, τότε τα έμαθαν όλα καθαρά, γιατί ο άνθρωπος παραπονέθηκε για όσα είχε γράψει γι' αυτόν, και φανέρωσε πολλές άλλες λεπτομέρειες, λέγοντας πως δεν τον ξεχώρισε καθόλου για τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει σχετικά με το βασιλιά, αλλά τον είχε βάλει σε ίση μοίρα με τους άλλους υποταχτικούς του, να πεθάνει· και κείνος τα ομολογούσε όλα μαζί του και τον παρακαλούσε να μη θυμώσει γι' αυτό αλλά να κοιτάξει τη δουλειά του, και του 'δινε εγγυήσεις πως δε θα πάθει τίποτα αν σηκωθεί από το ιερό, και τον εβίαζε να ξεκινήσει μιαν ώρα αρχήτερα και να μη γίνει εμπόδιο στις ενέργειές του.

[1.134.1] Αφού τ' άκουσαν οι έφοροι καταλεπτώς, έφυγαν μεν εκείνη τη στιγμή, ξέροντας όμως τα πράματα σίγουρα, πήγαιναν να τον πιάσουν μέσα στην πολιτεία. Λένε λοιπόν πως όταν ήτανε να τον συλλάβουνε στο δρόμο, καθώς είδε το πρόσωπο ενός εφόρου που τον πλησίαζε, κατάλαβε γιατί ερχόταν, κ' ένας άλλος του 'κανε κρυφό νόημα και του φανέρωσε το σκοπό από συμπάθεια, έτρεξε στο ιερό άλσος της Χαλκιοίκου και κατέφυγε μέσα· γιατί ήταν κοντά το τέμενος, και μπαίνοντας σ' ένα μικρό χτήριο που ανήκε στο ιερό, για να μην κακοπαθαίνει στο ύπαιθρο, κάθησε χωρίς να κάνει άλλο. [1.134.2] Κι αυτοί στην αρχή καθυστέρησαν την καταδίωξη, αργότερα όμως έβγαλαν τη στέγη του χτηρίου και ενώ αυτός ήταν μέσα φρουρώντας τις θύρες, τις έβγαλαν και τις έχτισαν απ' έξω και περιμένοντας απ' έξω, τον κατέβαλαν από την πείνα, πολιορκώντας τον. [1.134.3] Κι όταν ήταν πια να ξεψυχήσει εκεί που βρισκόταν, το κατάλαβαν και τον έβγαλαν από το ιερό, ενώ είχε ακόμα πνοή· και μόλις τον έβγαλαν πέθανε αμέσως. [1.134.4] Και δίστασαν να τον ρίξουνε στον Καιάδα, οπού πετούν τους κακούργους, αλλ' αποφάσισαν να σκάψουν λάκκο εκεί κοντά. Ο Δελφικός θεός όμως έβγαλε χρησμό να μεταφέρουν τον τάφο του στον τόπο που πέθανε (και σήμερα ακόμα κείτεται στην είσοδο του ιερού άλσους, κ' ένα μνημείο το φανερώνει με την επιγραφή του). Και σαν να μην ήταν άγος αυτό που έπραξαν πρόσταζε ο θεός ν' ανταποδώσουνε στη Χαλκίοικο δυο σώματα αντί για το ένα το δικό του. Αλλά οι Λακεδαιμόνιοι έφτιασαν δυο χάλκινα αγάλματα, που τ' αφιέρωσαν σα δυο ανθρώπους γι' αντάλλαγμα του Παυσανία.