Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

Ομοιότητες Τολτέκων – Γνωστικών

«Τα ανθρώπινα όντα είναι σε ένα ταξίδι αφύπνισης, το οποίο έχει προς στιγμή παρεμποδιστεί από ξένες δυνάμεις»

«Υπάρχει ένα αρπακτικό που έρχεται από τα βάθη του κόσμου και πήρε στα χέρια του τον έλεγχο της ζωής μας. Το ανθρώπινο είδος είναι ο φυλακισμένος του. Αυτό το αρπακτικό είναι ο Κύριός μας και ο Άρχοντάς μας. Μας έχει κάνει υπάκουους και αβοήθητους. Αν θελήσουμε να διαμαρτυρηθούμε, τότε καταπιέζει τις φωνές μας. Αν θέλουμε να δράσουμε ανεξάρτητα, απαιτεί να μην το κάνουμε» Δον Χουάν

Τα βιβλία του Κάρλος Καστανέντα αφορούν την περίοδο της μαθητείας του κοντά στον Δον Χουάν, έναν Ινδιάνο Yaqui, ο οποίος ήταν σαν μέντορας για τον σκεπτικιστή ανθρωπολόγο. Για περισσότερο από είκοσι χρόνια, ο Καστανέντα διδάχθηκε τόσο θεωρία όσο και πρακτική σαν μαθητευόμενος από τον απαιτητικό και κατεργάρη δάσκαλό του. Η τέχνη των «νέων μάγων» αφορά την μελέτη των αρχαίων μυστικών της μαγείας των Τολτέκων που μεταδόθηκε στον Δον Χουάν μέσα από μία σειρά μάγων που ξεκινούσε από τον 18ο αιώνα.

Η λέξη «μαγεία» (sorcery) σε αυτή την περίπτωση σημαίνει αυτό το μονοπάτι ζωής που ξεχωρίζει εμφανώς από τις εμπειρικές συνήθειες που έχει η ανθρωπότητα [σημ. στα αγγλικά αποδίδεται με τη λέξη sorcery, από τα γαλλικό sortir, που σημαίνει «αναχωρώ, αποχωρώ»]

Οι αρχαίοι πολιτισμοί της εποχής του Χαλκού πέρασαν υπό τον έλεγχο εξελιγμένων, παρασιτικών υπερ-διαστατικών οντοτήτων που χειραγωγούν τον ανθρώπινο νου ακόμα και σήμερα για να πετύχουν τους δικούς τους κακούς σκοπούς; Γνωστικά κείμενα 2000 ετών πριν ίσως να δίνουν την απάντηση για την μεγαλύτερη συνωμοσία στην ιστορία όλης της ανθρωπότητας! Γενικά οι συνωμοσίες είναι πολύ γοητευτικές και μυστηριώδεις για να μας αφήνουν αδιάφορες, αλλά όταν τα στοιχεία μιας έρευνας αλλά και της παρατήρησης συγκλίνουν, τότε κάθε συνομωσία γίνεται πραγματικότητα.

Μέσα από μία μεγάλη περίοδο σημειώνοντας τόσο πρόοδο όσο και λάθη, ο Καστανέντα προσπαθεί να αλλάξει τις παραμέτρους του πώς αντιλαμβανόταν τον κόσμο και να ανακαλύψει άλλους κόσμους. Κατά την διάρκεια αυτών των περιπετειών του ήρθε σε επαφή με συγκεκριμένες εξωκοσμικές ανόργανες οντότητες που τις παρουσιάζει σαν ένα εμπόδιο ή δοκιμασία για τον σαμάνο.

Στο έργο του «Μαγικά Περάσματα» ο Καστανέντα σημειώνει: «Τα ανθρώπινα όντα είναι σε ένα ταξίδι αφύπνισης, το οποίο έχει προς στιγμή παρεμποδιστεί από ξένες δυνάμεις»

Στο τελευταίο βιβλίο του Καστανέντα, «Η Ενεργός Πλευρά του Απείρου» (1998), ο Δον Χουάν προκαλεί τον Καστανέντα «να συμφιλιώσει την νοημοσύνη του ανθρώπου, η οποία είναι εμφανής στα τόσο πολλά επιτεύγματά του, με την ηλιθιότητα των πεποιθήσεών του —τα πιστεύω του– … την ηλιθιότητα της ίδιας της αντιφατικής συμπεριφοράς του.» Ο Δον Χουάν συνδέει αυτή την απροκάλυπτη αντίθεση στην ανθρώπινη νοημοσύνη με αυτό που αποκαλεί «το μεγαλύτερο ζήτημα από όλα τα ζητήματα, το πιο σημαντικό θέμα που υπάρχει στην μαγεία.» Αυτό το θέμα είναι η αρπαγή. Στον γεμάτο έκπληξη από την φρίκη του θέματος νεαρό μαθητευόμενο Καστανέντα, ο γηραιός μάγος εξηγεί πώς εξωγήινη νοημοσύνη έχει διεισδύσει στον ανθρώπινο νου:

«Υπάρχει ένα αρπακτικό που έρχεται από τα βάθη του κόσμου και πήρε στα χέρια του τον έλεγχο της ζωής μας. Το ανθρώπινο είδος είναι ο φυλακισμένος του. Αυτό το αρπακτικό είναι ο Κύριός μας και ο Άρχοντάς μας. Μας έχει κάνει υπάκουους και αβοήθητους. Αν θελήσουμε να διαμαρτυρηθούμε, τότε καταπιέζει τις φωνές μας. Αν θέλουμε να δράσουμε ανεξάρτητα, απαιτεί να μην το κάνουμε»

Οι μάγοι θεωρούν ότι τα αρπακτικά αυτά μας έχουν επιβάλλει αυτά που πιστεύουμε σαν πραγματικά, τις ιδέες μας για το τι είναι καλό και τι κακό, την κοινωνική μας ηθική. Είναι αυτά στα οποία εναποθέτουμε τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας, τα όνειρά μας για επιτυχία ή αποτυχία. Μας έχουν δώσει την απληστία και την δειλία. Είναι τα αρπακτικά που μας κάνουν να εφησυχάζουμε, να ρουτινιάζουμε και να επικεντρωνόμαστε στο εγώ μας. Γιατί η διατήρηση και η ενίσχυση του ΕΓΩ είναι που τρέφει τα ίδια και τον Άρχοντα και συντηρεί το κοπάδι όπως είναι γι’ αυτούς αναγκαίο.

Οι μάγοι του αρχαίου Μεξικού ονόμαζαν αυτά τα αρπακτικά Βολαδόρες. Είναι σαν μαύρες σκιές που ίπτανται. Είναι μία αδιαπέραστη μαύρη σκιά που πηδάει μέσα στον αέρα. Η περιγραφή αυτή μοιάζει με αρκετές αναφορές που έχουμε για τις περίεργες κινήσεις αλμάτων, καμιά φορά και πλάγια που γίνονται από τους λεγόμενους Γκρίζους που συναντούν τυχαία ανθρώπους. Σαν ιπτάμενες μαύρες σκιές δεν αναφέρονται τόσο συχνά, αλλά παίζουν μεγάλο ρόλο στην μακριά και μεγάλη ιστορία των αναφορών εξωγήινης δραστηριότητας, όπως αναφέρει ο John Keel στο The Mothman Prophecies.

Η διδασκαλία των Γνωστικών περιέχει περιγραφές εξωγήινων αρπακτικών τους οποίους αποκαλεί Άρχοντες. Τα κείμενα από την περιοχή της Nag Hammadi τους αναφέρουν σαν βαριά, μυστηριώδη, σκιώδη πλάσματα. Μπορούμε να συγκρίνουμε τους Άρχοντες με τις «μαύρες σκιές» τους Βολαδόρες που αναφέρει ο Δον Χουάν; Αυτή η ερώτηση δημιουργεί ένα ζήτημα κατά πόσο υπάρχουν παράλληλες αναφορές στον σαμανισμό των Τολτέκων της Κεντρικής Αμερικής και του αντίστοιχου σαμανισμού των Μυστηριακών Σχολών της αρχαίας Ευρώπης. Ας δούμε, λοιπόν, μερικά παραδείγματα αυτών των ομοιοτήτων.

Αρχικά, υπάρχει το θέμα της επιρροής που έχουν οι Βολαδόρες ή αλλιώς τα αρπακτικά αυτά όντα πάνω στην ανθρωπότητα. Στο “Η Ενεργός Πλευρά του Απείρου”, ο Δον Χουάν λέει στον Καστανέντα ότι «τα αρπακτικά μας δίνουν τις δικές τους σκέψεις, οι οποίες γίνονται οι δικές μας σκέψεις»

Αυτή η αρκετά ανησυχητική διαπίστωση αποτελεί ένα άμεσο παραλληλισμό με τις διδασκαλίες των Γνωστικών. Οι Γνωστικοί στις Μυστηριακές Σχολές της Εγγύς Ανατολής στην αρχαιότητα δίδασκαν ότι:

“Ο πραγματικός νους των ανθρώπων, ο νους αυθεντικός, είναι μέρος της κοσμικής γνώσης που ενυπάρχει στην φύση, αλλά εξαιτίας της παρεμβολής των Αρχόντων, αυτός ο «εγγενής νους» ή «η εγγενής διάνοια» μπορεί να ανατραπεί, ακόμα και να βρεθεί υπό την κατοχή ενός άλλου νου.”

Προειδοποιούσαν ότι οι Άρχοντες επιτίθενται στην ανθρώπινη ψυχή, παρεμβαίνουν νοητικά και ψυχολογικά, αν και μπορούν να μας παρουσιαστούν και στο φυσικό πεδίο. Το σημείο όμως στο οποίο επιδρούν πάνω μας καίρια είναι η ψυχική μας σύνταξη, σε ό,τι αποτελεί για εμάς πρότυπο και πεποίθηση, ακριβώς όπως περιγράφει και ο Δον Χουάν για τους Βολαδόρες.

Ο Δον Χουάν λέει ότι ο νους του αρπακτικού είναι ένα «φθηνό μοντέλο»: ένα οικονομικό μοντέλο που ένα μέγεθος ταιριάζει σε όλα. Αυτή η περιγραφή ταιριάζει στο συλλογικό νου των Αρχόντων. Οι μάγοι ονομάζουν αυτό το ομοιόμορφο εξωγήινο μυαλό «ξένη εγκατάσταση,» που υπάρχει μέσα σου όπως και σε κάθε άλλο ανθρώπινο ον. Αυτή η ξένη εγκατάσταση μας βγάζει έξω από την δική μας νοητική και ψυχική σύνταξη.

Βγάζει εκτός πορείας, εκτρέπει τις εγγενείς μας ικανότητες να παρατηρούμε και να οργανώνουμε τον κόσμο βάσει μίας γλώσσας που είναι η κατάλληλη για το είδος μας.

Ο ρόλος της σωστής σύνταξης της πραγματικότητας μέσα στα πλαίσια της εκμάθησης της πρόθεσης του μάγου είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες στις μετέπειτα διδασκαλίες του Δον Χουάν. Η μέριμνα του μάγου για την απόκλιση που συμβαίνει στην σύνταξη αυτή και τον επακόλουθο επαναπροσδιορισμό της πρόθεσης αποτελεί παράλληλο της σημασίας που έχει η γλώσσα και ο ορθός ορισμός όπως τονίζεται στην διδασκαλία των Γνωστικών.

Ο Δον Χουάν αναφέρεται πολλές φορές σε στρατηγικές κατάλληλες για να πολεμήσει κάποιος αυτές τις ξένες επιθέσεις. Αναφέρει ότι οι μάγοι της παλιάς εποχής…

«ανακάλυψαν ότι αν ακολουθούσαν την εσωτερική σιωπή του νου τους, η ξένη αυτή εγκατάσταση θα έφευγε, παρέχοντας έτσι σε όποιον έκανε αυτή την άσκηση την καθολική και σίγουρη κυριαρχία πάνω στις δικές του σκέψεις.»

Με άλλα λόγια, η διαπίστωση ότι ένας ξένος νους μπορεί να λειτουργήσει μέσα στο δικό μας νου γίνεται ολοκληρωτικά κατανοητή και σίγουρη όταν αυτός ο ξένος νους ξεσκεπάζεται, τότε εξοστρακίζεται. Μόνο και μόνο τότε αντιλαμβανόμαστε πώς «ο πραγματικός νους— και ποιες πραγματικές σκέψεις—μας ανήκουν, τι αποτελεί δική μας εμπειρία, μετά από μία ζωή κάτω από κυριαρχία, μία ζωή ανασφαλή, πονηρή και καχεκτική. Ο «πραγματικός νους-οι πραγματικές σκέψεις» του Δον Χουάν μπορούν να εξισωθούν με τον «αυθεντικό νου» των Γνωστικών.

Η κύρια επίδραση των Βολαδόρων πάνω στο μυαλό μας είναι ορατή με την πλύση εγκεφάλου και την διαμόρφωση της σκέψης. Αυτό ακριβώς αποτελεί και το κύριο χαρακτηριστικό της εισβολής των Αρχόντων στην ζωή μας, σύμφωνα με τις διδασκαλίες των Γνωστικών.

Με άλλα λόγια, την στιγμή που αντιλαμβανόμαστε ποιες σκέψεις είναι δικές μας και ποιες όχι αυτό είναι και το μεγάλο μας παιχνίδι, το να απεγκλωβιστούμε από τους Βολαδόρες. Μια ολοκληρωμένη και σε βάθος ανακεφαλαίωση μας βοηθά να αποκτήσουμε συνείδηση του τι θέλουμε να αλλάξουμε, ακριβώς επειδή μας επιτρέπει να δούμε την ζωή μας χωρίς αυταπάτες. Μας επιτρέπει να επιλέξουμε αν θέλουμε να αποδεχτούμε την ζωή μας ως έχει ή να την αλλάξουμε ριζικά – πριν παγιδευτούμε οριστικά.

Για να αλλάξουμε χρειαζόμαστε τρεις συνθήκες: πρώτα, πρέπει να ανακοινώσουμε φωναχτά την πρόθεσή μας να αλλάξουμε. Κατά δεύτερο λόγο, οφείλουμε να δεσμεύσουμε την συνειδητότητά μας, την αντίληψή μας για μια χρονική περίοδο. Δεν μπορούμε να αρχίζουμε κάτι και μετά να το παρατήσουμε μόλις βαρεθούμε. Τρίτον, πρέπει να δούμε το αποτέλεσμα των ενεργειών μας με αίσθημα απόσπασης. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να μπλεχτούμε με συναισθήματα επιτυχίας ή αποτυχίας.

Όταν οι θετικές και οι αρνητικές μας δυνάμεις ισορροπούν, τότε η καθεμιά αναιρεί την άλλη και αυτό σημαίνει ότι η αξία μας είναι μηδαμινή. Αυτό σημαίνει επίσης, ότι δεν μπορεί να μας αναστατώσει κάποιος που μας κριτικάρει, ούτε μπορεί να μας ευχαριστήσει κάποιος με φιλοφρονήσεις.

Μέσα από τη διαδικασία της ανακεφαλαίωσης μπορούμε να αδειάσουμε από σκέψεις και επιθυμίες και αυτό για τους αρχαίους οραματιστές σήμαινε ότι είναι δυνατόν να γίνουμε “ένα με την πρόθεση του δράκου”, επομένως αόρατοι.

Τα μάτια των ανθρώπων που έχουν πραγματώσει το πέρασμα αντανακλούν μια απερίγραπτη αδιαφορία γιατί δεν κοιτάζουν τον εξωτερικό κόσμο αλλά είναι στραμμένα εσωτερικά και κοιτάζουν αυτό που δεν είναι ακόμα παρόν. Το μάτι που κοιτάζει εσωτερικά είναι αμετακίνητο. Δεν αντανακλά ανθρώπινα ενδιαφέροντα ή φόβους. Αντανακλά την απεραντοσύνη. Οι οραματιστές που έχουν ατενίσει το άπειρο επιβεβαιώνουν ότι και το άπειρο, με την σειρά του, κοιτάζει με ψυχρή και πεισματική αδιαφορία.

Ψυχική Αυτοάμυνα

Τα Γνωστικά κείμενα περιγράφουν σε πολλά παραδείγματα την άμεση και φυσική συνάντηση με τους Άρχοντες, οι οποίοι διαχωρίζονται σε δύο είδη: ένα εμβρυακό τύπο που συνδέεται με την μυθολογία των Γκρίζων στα σύγχρονα περιστατικά των UFO και έναν ερπετοειδή τύπο. Η συνήθης τακτική των Γκρίζων είναι πρώτα να αναισθητοποιήσουν και μετά να εισχωρήσουν στο νου.

Στην Πρώτη Αποκάλυψη του Ιακώβου, ο Γνωστικός δάσκαλος διδάσκει το μαθητή πώς θα πρέπει να αντιμετωπίσει τους Άρχοντες. Αυτές οι αρπακτικές οντότητες λέγεται ότι «απαγάγουν τις ψυχές τη νύχτα,» μία πολύ ακριβής περιγραφή των σύγχρονων απαγωγών από τους εξωγήινους. Ο μυημένος στα Μυστήρια μαθαίνει πώς να απωθεί τους Άρχοντες με μαγικές φόρμουλες (μάντρας) και μαγικά περάσματα ή χειρονομίες δύναμης (μούντρας).

Σε μερικά κείμενα, η συνάντηση με τους Άρχοντες είναι δομημένη ακολουθώντας το σύστημα των «πλανητικών σφαιρών» Ο μυημένος που χρησιμοποιεί την αστρική προβολή, το ζωντανό ονείρεμα ή «τους χειρισμούς του διπλού» (όπως και στον Δον Χουάν ) λέγεται ότι έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τους Άρχοντες σε ένα λαβύρινθο επτά επιπέδων/στρωμάτων—σαν αυτούς που υπάρχουν σαν παιχνίδια υπολογιστών—κατά αναλογία των επτά πλανητών. Σε κάθε επίπεδο ο μυημένος είναι αδύνατο να συνεχίσει αν δεν αντιμετωπίσει τους «φύλακες των πυλών» χρησιμοποιώντας τα μαγικά περάσματα και τις λέξεις. Η αρχετυπική μορφή αυτού του «ταξιδιού μέσα από τις πλανητικές σφαίρες» ήταν ευρέως γνωστή στην αρχαιότητα, κυρίως στις σχολές του Ερμητισμού και της Καμπάλα.

Στο βιβλίο Tantra Vidya, ο O. M. Hinze συγκρίνει την Γνωστική ανοδική πορεία μέσω των επτά σφαιρών με την άνοδο της Κουνταλίνη μέσα από τα επτά τσάκρα, σύμφωνα με τις Ινδικές γιογκικές παραδόσεις. (Όμως η Κουνταλίνη είναι η ενέργεια που τρέφει τους Βολαδόρες – Άρχοντες, γιατί νομίζετε πως φροντίζουν να κάνουν το σεξ τόσο ελευθέριο)

Ο Δον Χουάν δεν χρησιμοποιεί το σχήμα αυτό των επτά επιπέδων, αλλά η περιγραφή των Βολαδόρων ταιριάζει σε αυτό. Η σχέση αυτή είναι εμφανής αν συσχετίσουμε την «λατρεία του φιδιού» που υπήρχε σε συγκεκριμένες Γνωστικές λατρείες που αφορούν την πρακτική της Κουνταλίνη γιόγκα, με την «φλόγα που έρχεται από μέσα» και τον Φτερωτό Όφη που παρουσιάζεται σε πολλά λόγια του Δον Χουάν.

Με λίγα λόγια, οι Τολτέκοι μάγοι ήταν επίσης ειδικοί στην Κουνταλίνη γιόγκα, καλλιεργώντας «την εσωτερική φλόγα.» Οι συναντήσεις τους με τους Βολαδόρες μπορεί να μην ήταν οργανωμένες γύρω από αυτό το «παιχνίδι των επτά επιπέδων» αλλά φαίνεται πως και οι τρεις εμπειρίες—των Τολτέκων, της γιόγκα και των Γνωστικών—έχουν κοινά σημεία αναφοράς. Οι Γνωστικοί θεωρούσαν ότι η δύναμη της Κουνταλίνη ή το περιβάλλον πεδίο που δημιουργούταν από αυτή την δύναμη ότι ήταν αυτό που τους προστάτευε από τους Άρχοντες.

Τα ανθρωποκεντρικά χαρακτηριστικά που αποδίδονται από τον Δον Χουάν για τις παρεκκλίσεις που εμφανίζονται από την «ξένη εγκατάσταση» είναι πανομοιότυπα με εκείνα που αποδίδονται στους Άρχοντες στα Γνωστικά κείμενα: φθόνος (απληστία) και αλαζονεία (εγωμανία) λέγεται ότι είναι τα κύρια χαρακτηριστικά τους, ενώ η συμπεριφορά τους δείχνει ότι είναι ανεγκέφαλοι κηφήνες, άπληστοι για εξουσία πάνω μας, αλλά και πολύ δειλοί για να παρουσιαστούν ανοικτά και να αποκαλύψουν τον εαυτό τους.

Ωστόσο, θα ήταν παραπλανητικό να υποστηρίξουμε ότι τα λόγια του Δον Χουάν ακολουθούν πιστά και με αυστηρό τρόπο τις Γνωστικές διδασκαλίες, αλλά αυτές οι αρχικές ομοιότητες είναι εντυπωσιακές και υπάρχουν πολλές περισσότερες. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό παράδειγμα όπου οι σοφία των αυτοχθόνων της Αμερικής συμφωνεί με τις εσωτερικές διδασκαλίες μίας μακράς, χαμένης πνευματικής παράδοσης στην Εγγύς Ανατολή.

Οι ομοιότητες Τολτέκων-Γνωστικών

Οι ομοιότητες Τολτέκων-Γνωστικών μπορεί να φαίνονται μακρινές και απίθανες με μία πρώτη ματιά, αλλά αν υποθέσουμε ότι η εμπειρία των σαμάνων είναι συνεχής και εμπειρική (δηλ. κάποιος μπορεί να την βιώσει μόνο αν την δοκιμάσει) δεν θα ήταν έκπληξη να βρούμε συνεχείς αναφορές και σε άλλες ξεχωριστές παραδόσεις και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό.

Οι μάγοι λένε ότι όπως ακριβώς εμείς εκτρέφουμε κοτόπουλα (gallinas στα ισπανικά) σε ορνιθώνες (gallineros), έτσι κάποιες οντότητες που προέρχονται από ένα διαφορετικό σύμπαν επίγνωσης μάς κρατάνε μέσα σε ανθρώπινα ορνιθοτροφεία. Οι μάγοι κάνουν ένα λογοπαίγνιο και λένε ότι αυτές οι οντότητες, που ονομάζονται βολαδόρες (voladores, ελλ. «ιπτάμενοι»), κρατάνε εμάς, τα ανθρώπινα όντα ή seres humanos, μέσα σε ανθρωποτροφεία (humaneros).

Οι βολαδόρες είναι μαύρες σκιές που ορισμένες φορές εμπίπτουν στην αντίληψή μας, αλλά ξεμπερδεύουμε με αυτές εξηγώντας τες ως ξένα σώματα πάνω στον αμφιβληστροειδή μας. Οι μάγοι, μέσω της ικανότητάς τους να βλέπουν άμεσα την ενέργεια, γνωρίζουν το γεγονός ότι αυτές οι σκιές είναι αρπακτικές και ότι μας κρατούν ζωντανούς για να καταβροχθίζουν την επίγνωσή μας. Οι μάγοι λένε ότι η επίγνωση εμφανίζεται σαν λάμψη ή σαν γυαλάδα πάνω σε ολόκληρο το ενεργειακό μας πεδίο, το οποίο αυτοί βλέπουν σαν μια φωτεινή σφαίρα. Για τους μάγους, αυτή η λάμψη της επίγνωσης μοιάζει με πλαστικό βερνίκι που θα έκανε την φωτεινή σφαίρα να λάμπει ακόμη περισσότερο, αν δεν κατατρωγόταν μέχρι το τελευταίο ψίχουλο.

Εδώ βρίσκεται το σημείο όπου η περιγραφή των μάγων γίνεται πολύ ενοχλητική. Οι μάγοι λένε ότι η μόνη λάμψη επίγνωσης που αφήνουν σε μας αυτοί που μας κατατρώγουν είναι η επίγνωση της αυτοανάκλασης, που σε εμάς τους ανθρώπους εμφανίζεται ως αυτοεκτίμηση ή εγωκεντρισμός. Δηλαδή, το μόνο που μένει σε εμάς είναι το ενδιαφέρον που αναπτύσσουμε για το πρόσωπο μας, τον εαυτό μας και το εγώ μας.

Στην προσωπική μας ζωή έχουμε επιβεβαιώσει ότι η μόνη δύναμη που έχει απομείνει στον άμεσο κόσμο γύρω μας είναι η δύναμη της αυτο-σπουδαιότητας και της έπαρσης, που έρχεται μασκαρεμένη με την μορφή της ταπεινότητας, της ευσπλαγχνίας, του αλτρουισμού, της καλοσύνης – πέστε την όπως θέλετε. Η περιγραφή αυτή των μάγων είναι βέβαια η ύστατη Νέμεση για μας- δεν θέλουμε να δεχτούμε (το εγώ) ότι κάποιοι μας μεγαλώνουν ως τροφή.

Τα Γνωστικά κείμενα χρησιμοποιούν μυθολογική γλώσσα για να περιγράψουν πραγματικά γεγονότα σαν προϊστορία καθώς και μακροπρόθεσμες εξελίξεις στην ανθρώπινη ψυχή. Σύμφωνα με τους αρχαίους μάντεις, οι Άρχοντες δεν έχουν πρόσβαση στο γενετικό μας υλικό, αλλά μπορούν να προσποιηθούν ότι παρεμβαίνουν.

Αν αναλογιστεί κανείς την σύγχυση που διακατέχει την ανθρωπότητα σήμερα, μία ψεύτικη παρέμβαση μπορεί να παρουσιαστεί σαν πραγματική. Αυτό είναι τυπικό παράδειγμα της τακτικής των Αρχόντων (Βολαδόρες) να μας κάνουν να πιστεύουμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν υπάρχουν και να τα αποδεχθούμε σαν πραγματικά. Με αυτόν τον τρόπο, έχουν την δυνατότητα να εξαπατήσουν το ανθρώπινο είδος από την αληθινή και σωστή πορεία της εξέλιξης του.

Ο άνθρωπος δυνητικά μπορεί να ζει χιλιάδες χρόνια, να έχει ικανότητες πέρα από κάθε φαντασία, αλλ’ αντί για ιδιότητες θεού, το ζωντόβολο της δημιουργίας, σέρνεται, αρρωσταίνει και πεθαίνει με αισχρό τρόπο και σε αυτή την περιορισμένη άθλια ζωή του ταΐζει τους Βολαδόρες. Τι κατάντια για ένα πλάσμα που διαθέτει θεϊκή φλόγα.

«Η ξένη εγκατάσταση»

Η ιδέα της ύπαρξης ενός ξένου λογισμικού είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική, καθώς φέρνει στην μνήμη τα μεταλλικά ή κρυσταλλικά εμφυτεύματα που λέγεται ότι χρησιμοποιούν οι Γκρίζοι (και οι άνθρωποι που συνεργάζονται μαζί τους) για να παρακολουθούν τους ανθρώπους-αντικείμενα.

Από μία άλλη, όχι και τόσο τεχνολογική πτυχή δείχνει τα διανοητικά παράσιτα που εμφυτεύουν στο μυαλό μας αυτές οι μη ανθρώπινες οντότητες. Σύμφωνα με την Γνωστική κριτική που ασκείται στον χριστιανισμό, η σωτηριολογική θεωρία στην Ιουδαϊκο-Χριστιανική της μορφή (δηλ. η πίστη σε έναν θείο σωτήρα και μία τελική αποκάλυψη) δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας διανοητικός ιός, μία παρασιτική σκέψη.

Είναι κάτι που έχει εμφυτευθεί στον ανθρώπινο νου από ξένες δυνάμεις. Η έμφαση των Γνωστικών στον Ιουδαϊσμό-Χριστιανισμό (που μπορεί να επεκταθεί και στο Ισλάμ και στις υπόλοιπες θρησκείες) δίνει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα στον εντοπισμό αυτών των ξένων επιρροών γιατί οι πατριαρχικές / σωτηριολογικές θρησκείες έχουν κυριαρχήσει πάνω στις ιστορικές αφηγήσεις που αφορούν τον πλανήτη μας. Αυτή η κυριαρχία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα από τα συμπτώματα της απόκλισης που παρουσιάζουν οι Άρχοντες, όπως αναφέρουν οι Γνωστικοί.

Ο ξένος αυτός νους έχει διεισδύσει στην διαδικασία του πώς αντιλαμβανόμαστε και αναπαράγουμε την ιστορική αφήγηση του κόσμου μας, μία αφηγηματική δύναμη τόσο σημαντική για την ανθρωπότητα και της πορείας της στον κόσμο. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους ή ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να παρεκκλίνουμε από τον ορθό δρόμο της ανάπτυξής μας. Για το ανθρώπινο είδος η ικανότητα να αναπτύξει πρόθεση εξαρτάται από εκείνες τις ιστορίες, τις αφηγήσεις και τις «μυθολογίες» που μπορούν να μας οδηγήσουν από την πρωταρχική σύλληψη στον τελικό μας σκοπό.

Οι ανθρώπινοι στόχοι είναι πολλαπλοί και έτσι οι τρόποι που μας κάνουν να παρεκκλίνουμε είναι πιθανόν αντίστοιχα και αυτοί πολλαπλοί. Στην τεράστια αυτή πολυπλοκότητα αυτής της εισβολής αυτό που μπορούμε να αντιτάξουμε είναι η σαφήνεια και η συγκέντρωση της προσοχής μας, τα οποία αποτελούν απαραίτητες ενεργειακές πηγές.

Σε μία καταπληκτική παρατήρηση, ο Δον Χουάν σημειώνει ότι ο νους των Βολαδόρων δεν διακατέχεται με κανέναν τρόπο από αυτή την προσοχή-συγκέντρωση. Αυτό το σχόλιο θυμίζει την άποψη των Γνωστικών ότι οι Άρχοντες δεν έχουν «έννοια» δική τους θέληση ή πρόθεση.

Η συγκέντρωση της προσοχής μπορεί να προσδιοριστεί σαν την συνεργασία μεταξύ προσοχής και θέλησης. Η συγκέντρωση είναι να φθάσει κανείς σε τέτοιο βάθος προσοχής (βυθός) που οδηγεί στην πρόθεση (έννοια).

Στην Γνωστική διδασκαλία, ο Βυθός και η Έννοια είναι κοσμικές θεότητες ή αρχές του Πληρώματος, της Ολότητας και είναι επίσης χαρακτηριστικά του ανθρώπινου νου. Συμβολίζονται σαν δύο σφαίρες. Το να συγκεντρωθεί κανείς είναι να φέρει της δύο σφαίρες μαζί σε ένα, ενωμένο και κοινό κέντρο. Μπορούμε να το κάνουμε αυτό συνεχώς όταν εστιάζουμε την προσοχή μας σε μία συγκεκριμένη πρόθεση ή σκοπό. Οι Άρχοντες δεν μπορούν καν να προσεγγίσουν αυτή την λειτουργία γιατί δεν έχουν «προσοχή ή κάτι αντίστοιχο»

Δεν έχουν την δύναμη της συγκέντρωσης, καμία εσωτερική λειτουργία που θα μπορούσε να συνδυάσει την πρόθεση με την προσοχή. Η ανθρώπινη αντίσταση σε κάθε επίθεσή τους εξαρτάται από την εσωτερική ηρεμία και την ψυχική πειθαρχία, την νηφαλιότητα του πολεμιστή. Οι συμβουλές του Δον Χουάν για τις δοκιμασίες που περνάει ο πολεμιστής όταν συναντά τους Βολαδόρες φαίνεται να είναι μία εκδοχή των Τολτέκων μάγων που αντιστοιχούν στις συμβουλές των Γνωστικών για την αντίσταση κατά των Αρχόντων. Ας δούμε τα κοινά τους σημεία.

Κάνοντας μία προσεκτική ανάγνωση των διδασκαλιών του Δον Χουάν, όπως αυτές αποτυπώθηκαν στα βιβλία του Κ. Καστανέντα από το 1969 έως το 1998 βρίσκουμε αναρίθμητες και ξεχωριστές ομοιότητες με την διδασκαλία των Γνωστικών. Η νέα μαγεία όπως παρουσιάστηκε από τον Καστανέντα είναι μία προέκταση και αναπροσαρμογή της παραδοσιακής γνώσης των «παλαιών μάγων» της παράδοσης των Τολτέκων του αρχαίου Μεξικού.

Διαφέρει από την παλιά μαγεία σε μεγάλο βαθμό αφού δεν εμπεριέχει κανένα ενδιαφέρον για τα περίπλοκα παιχνίδια εξουσίας, τις διαμάχες, τις απειλητικές συμφωνίες με μη-ανθρώπινες δυνάμεις, και τον έλεγχο σε σχέση με άλλες. Ο σκοπός της είναι η απελευθέρωση του πνευματικού πολεμιστή παρά ο έλεγχος πάνω σε άλλους ή σε άλλα πράγματα.

Τόσο στις ιδέες των Τολτέκων όσο και σε αυτές των Γνωστικών, η απόλυτη απελευθέρωση της ανθρωπότητας μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αντιμετώπιση αυτών των ξένων αρπακτικών δυνάμεων. Δεν βρίσκονται εδώ για να μας βοηθήσουν σε καμία περίπτωση ή να συμμαχήσουν μαζί μας, αλλά με το να τους αντιμετωπίσουμε και να τους ξεπεράσουμε μπορεί να μας βοηθήσει να κάνουμε ένα καίριο βήμα προς ένα άλλο επίπεδο συνείδησης.

Μερικά κοινά σημεία του Γνωστικισμού και των σαμανιστικών ιδεών των Τολτέκων όπως παρουσιάζονται από τον Καστανέντα είναι τα εξής:

1. Η αποκάλυψη των Τολτέκων σχετικά με την «ξένη εγκατάσταση» στο νου μας που μας κάνει λιγότερο ανθρώπους είναι σχετική με την άποψη των Γνωστικών των απάνθρωπων νοητικών παρασίτων που έχουν εμφυτευθεί στο μυαλό μας από τους Άρχοντες.

2. Η σημασία του ελέγχου της πρόθεσης του μάγου είναι αντίστοιχη στην έμφαση που δίνουν οι Γνωστικοί στην έννοια, στην πρόθεση που μας ευθυγραμμίζει με τον θεό και μας ανυψώνει πάνω από τους Άρχοντες.

3. Η έμφαση του Δον Χουάν στην πνευματική σύνταξη, δηλ. στην σωστή απόδοση και χρήση των πνευματικών εντεταλμένων ερεθισμάτων, στην ικανότητα αντίληψης αφηρημένων εννοιών για τον προσανατολισμό της πρόθεσης, έχει σχέση με την έννοια των Γνωστικών, δηλ. την πνευματική καθαρότητα και σωστή απόδοση των νοημάτων, την σωστή χρήση των ορισμών.

4, Η ιδέα των Τολτέκων ότι το θέμα της αρπαγής «είναι το πιο σημαντικό από όλα τα θέματα» απηχεί στην έμφαση των Γνωστικών για τις επιθέσεις των Αρχόντων. Η αντιμετώπιση αυτών των επιθέσεων είναι ουσιαστική, γιατί αν δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πώς μας εξαπατούν, τότε δεν θα μπορέσουμε να βρούμε τον πραγματικό μας δρόμο σε αυτόν τον κόσμο.

5. Το ονείρεμα, το αστρικό ταξίδι και η προβολή του διπλού στους Γνωστικούς κύκλους και στις Μυστηριακές σχολές μπορεί να συγκριθεί με πολλά και ανάλογα επεισόδια που περιγράφονται στις διδαχές του Δον Χουάν.

6.Το μοντέλο περιγραφής των Τολτέκων σχετικά με τις ποικίλες εκφράσεις που διακατέχουν το σύμπαν συγκρίνεται με τις αντίστοιχες εκφράσεις ή ρεύματα του Πληρώματος, όπως αυτός περιγράφεται στα αποκαλυπτικά κείμενα των μυστηριακών σχολών.

7. Η διάκριση που κάνουν οι Τολτέκοι μεταξύ οργανικών και ανόργανων όντων αντιστοιχεί στον διαχωρισμών μεταξύ ανθρώπων και Αρχόντων στην Γνωστική κοσμολογία.

8. Η διερεύνηση άλλων κόσμων και διαστάσεων από τους Τολτέκους μέσα από την πρακτική της μη-κανονικής προσοχής βρίσκει αντίστοιχα παραδείγματα στις παλιές σαμανικές πρακτικές των Μυστηριακών Σχολών.

9. Η περιγραφή του Δον Χουάν του «φωτεινού αυγού» θυμίζει το οβάλ καθαρό φως των Γνωστικών αποκαλυπτικών κειμένων που το περιγράφει σαν «αυγοειδές ή σαν αύρα σε σχήμα αυγού».

10. Η εικόνα του Αετού στους Τολτέκους, που αποτελεί και μία βασική μεταφορά στον Δον Χουάν συγκρίνεται με την ίδια φιγούρα που εμφανίζεται στους κώδικες από τη Nag Hammadi, όπου η καθοδηγητική φωνή του ιερού νου—ίσως κάτι αντίστοιχο με τη «φωνή της όρασης» στον Καστανέντα—αναφωνεί:

«Εγώ παρουσιάζομαι με την μορφή του Αετού στο Δέντρο της Γνώσης, της πρωταρχικής γνώσης που προέρχεται από το καθαρό φως και που μπορώ να τους διδάξω και να τους ξυπνήσω από τα βάθη του ύπνου. (Απόκρυφο του Ιωάννη 23.25-30).

11. Η οργάνωση της ομάδας των μάγων σε οκτώ ζευγάρια ανδρών και γυναικών απηχεί την αντίστοιχη οργάνωση στις Μυστηριακές ομάδες των δεκαέξι μελών, οκτώ μέλη από κάθε φύλο αντίστοιχα.

12. Η ανάπτυξη της φλόγας εκ των έσω, του Φτερωτού Φιδιού στους Τολτέκους είναι αντίστοιχη του θείου Διδασκάλου, του Φτερωτού Φιδιού στους Γνωστικούς.

13. Το Σημείο Συναρμογής: κανονικά θα χρειαζόμασταν ένα ολόκληρο βιβλίο για να αναλύσουμε αυτές τις αναλογίες σε βάθος. Τρεις παράγοντες είναι οι πιο σημαντικοί σε αυτό το σημείο: το φωτεινό αυγό, οι άπειρες εκφράσεις του σύμπαντος και ο ρόλος συγκεκριμένων ανόργανων όντων σαν σύμμαχοι.

Ανάμεσα στα πολλά ιδιαίτερα σημεία της διδασκαλίας του Δον Χουάν, είναι το θέμα του σημείου συναρμογής το οποίο είναι και ένα από τα πιο περίπλοκα. Σε πολλά βιβλία διαβάζουμε ότι ένα φωτεινό αυγό περικλείει το ανθρώπινο σώμα και αυτό συνδέεται με το φυσικό σώμα μέσω ενός περίεργου μηχανισμού που ονομάζεται Σημείο Συναρμογής.

Η θέση του σημείου αυτού είναι ψηλά και πίσω από τον δεξί ώμο. Προφανώς, σε αυτό το σημείο το φωτεινό αυγό ασκεί ενός είδους πίεση σχηματίζοντας ένα βαθούλωμα ή υποχώρηση. Για όσο διάστημα η δύναμη του αυγού μένει μέσα σε αυτό το βαθούλωμα, το Σημείο Συναρμογής είναι σταθερό και ο ανθρώπινο ον αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με έναν προκαθορισμένο τρόπο. Μετακινώντας το Σημείο Συναρμογής, οι μάγοι ήταν σε θέση να αλλάξουν τον τρόπο που αντιλαμβάνονταν την πραγματικότητα ή στην πραγματικότητα να την αποδομήσουν και να την αναδομήσουν όπως ήθελαν εκείνοι.

Οι οδηγίες του Δον Χουάν σχετικά με το Σημείο Συναρμογής είναι τόσο συναρπαστικές όσο και δυσνόητες σε κάποια σημεία. Η δυναμική του ξεγλιστρήματος ή της μετακίνησης του σημείου είναι κάτι δύσκολο για κάποιον να το καταλάβει, πόσο μάλλον να το κάνει εικόνα. Επιπλέον, φαίνεται πως το Σημείο Συναρμογής είναι από μόνο του κάτι το ιδιαίτερο που δεν συγκρίνεται με κάτι αντίστοιχο σε άλλες πηγές. Υπάρχει ωστόσο μία μαρτυρία από τα Μυστήρια που περιγράφει το Σημείο Συναρμογής με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που περιγράφεται στα λόγια του Δον Χουάν.

Στο The Subtle Body in Western Tradition ο ερευνητής G. R. S. Mead παραθέτει αποσπάσματα από το χαμένο έργο του Ισιδώρου και ενός από τους τελευταίους Γνωστικούς που δίδαξαν στο Μουσείο (Μυστηριακή Σχολή) της Αλεξάνδρειας. Τα έργα του Ισίδωρου έχουν χαθεί σήμερα, αλλά έχουν παραφραστεί από έναν άλλο συγγραφέα, τον Δαμάσκιο, αν και δεν μπορούμε να έχουμε τίποτα άλλο παρά μία αμυδρή εικόνα για το περιεχόμενό τους. Ο Ισίδωρος φαίνεται πως είχε περιγράψει το «αυγοειδές», «την χρυσή αύρα» που αντιστοιχεί στο φωτεινό αυγό του Δον Χουάν.

Η φύση και η λειτουργία του αυγοειδούς, που ονομάζεται επίσης και αυγοειδής αύρα αποτελούσε ένα από τα βαθύτερα μυστικά των Μυστηρίων. Προφανώς, σε ένα από τα χαμένα έργα του Ισιδώρου γινόταν αναφορά στο αυγοειδές που περιβάλλει τον άνθρωπο σαν μία οβάλ μεμβράνη με τέτοιο τρόπο όπου το φυσικό σώμα επιπλέει / ίπταται μέσα στην οβάλ μορφή. Αυτός είναι ακριβώς και ο τρόπος που ο Δον Χουάν περιγράφει το φωτεινό αυγό.

Ο Γνωστικός διδάσκαλος αναφέρει επίσης ότι αυτό το φωτεινό οβάλ σχήμα είναι συνδεδεμένο ή κλειδωμένο πάνω στο φυσικό σώμα σε ένα σημείο από πίσω, ψηλά στη δεξιά ωμοπλάτη. Έτσι λοιπόν, το πιο παράξενο σημείο στα γραφόμενα του Καστανέντα επιβεβαιώνεται από έναν διδάσκαλο των Μυστηρίων που έζησε στην Αλεξάνδρεια τον 5ο αι. κ.ε.

Στην κλασική διάταξη του πλανητικού συστήματός μας υπάρχουν επτά πλανήτες χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η γη: ο Ήλιος, η Σελήνη, ο Ερμής, η Αφροδίτη, ο Άρης, ο Δίας και ο Κρόνος (ο Ήλιος δεν είναι φυσικά πλανήτης, αλλά αστέρι, το κεντρικό αστρικό σώμα στο πλανητικό σύστημα και η Σελήνη ο δορυφόρος της γης. Σε ορισμένα αρχαία συστήματα, αυτά τα δύο σώματα δεν ήταν μέρος των επτά και την θέση τους έπαιρναν οι σεληνιακοί δεσμοί.)

Αυτό το γεγονός φέρνει στο μυαλό την περιγραφή του Δον Χουάν για την οργανική και ανόργανη οργάνωση των «μεγάλων στρωμάτων της δημιουργίας» που συνθέτουν το σύμπαν. Αν βγάλουμε την Γη έξω από τους άλλους πλανήτες, «τα επτά ανόργανα στρώματα» μπορούν να συσχετιστούν κάλλιστα με τους «επτά πλανήτες» που είναι γνωστό ότι δεν υποστηρίζουν οργανική ζωή όπως γίνεται στην Γη.

Οι Γνωστικοί δίδασκαν ότι η Γη δεν ανήκει σε αυτό το πλανητικό σύστημα, αλλά έχει αιχμαλωτιστεί μέσα σε αυτό. Ονόμαζαν το πλανητικό σύστημα εκτός της Γης Επταπλό. Αυτή η ορολογία συσχετίζεται με την περιγραφή των Γνωστικών για τους Άρχοντες που είναι ανόργανα όντα. Τα «επτά ανόργανα στρώματα» στο σχήμα του Δον Χουάν περιγράφονται με διαφορετικές λέξης, αλλά περιγράφουν το ίδιο κοσμικό μοντέλο. (λέγοντας Γη εννοεί την ΓΑΙΑ των Γνωστικών)

Οι Γνωστικοί μάντεις τοποθετούσαν το χώρο των αρπακτικών Αρχόντων μέσα στο πλανητικό σύστημα εκτός της Γης. Η σφαίρα δράσης των Αρχόντων διαμορφωνόταν μέσα σε αυτά τα επτά ανόργανα στρώματα. Μέσα σε αυτή την σφαίρα ήταν που διαμορφώθηκαν και αυτό μπορούν να αποκαλούν «γήπεδό τους». Η παρουσία τους στον κόσμο που υπάρχει γύρω από εμάς, στην βιόσφαιρα που διέπεται από νόμους ανόργανης χημείας θα θεωρούταν εισβολή.

Πουθενά στον Δον Χουάν δεν φαίνεται ότι αυτές οι αρπακτικές οντότητες έρχονται από αυτά τα επτά στρώματα, αλλά το να φθάσουμε σε αυτό το συμπέρασμα δεν είναι αυθαίρετο. Λέει αρκετά ξεκάθαρα ότι οι Βολαδόρες είναι ανόργανα όντα, έτσι το συμπέρασμα δεν είναι αυθαίρετο, αλλά σε συμφωνία με την περιγραφή και διάταξη του κόσμου που παρουσιάζει στο έργο του.

Ο Δον Χουάν γίνεται πιο συγκεκριμένος λέγοντας ότι οι μάγοι μπορούν και συχνά προκαλούν την επαφή με αυτά τα ανόργανα όντα. Το κάνουν μετακινώντας το Σημείο Συναρμογής τους και διασχίζοντας εκείνη την άγνωστη περιοχή των άλλων στρωμάτων ή ξεγλιστρώντας σε άγνωστες περιοχές του δικού μας κόσμου.

Αυτό που περιγράφεται στον Δον Χουάν, αφορά εισβολές σε άλλους κόσμους που είναι σε εξάρτηση με τον δικό μας. «Όταν διασχίζουν τα όρια, τα ανόργανα όντα αλλάζουν και γίνονται αυτό που ονομάζουν οι μάγοι, σύμμαχοι.» Αυτοί οι σύμμαχοι μπορεί να μας εξαπατήσουν, ακόμα και να επιφέρουν τον θάνατο και για αυτό η χαλιναγώγηση τους είναι ένας από τους κύριους στόχους της νέας μαγείας.

Υπάρχουν αναρίθμητοι σύμμαχοι στον ευρύτερο κόσμο. Σύμφωνα με πολλές εγγενείς παραδόσεις, η Γη αποτελεί τον τόπο συνεύρεσης πολλών όντων διαφορετικών διαστάσεων που είναι σύμμαχοι και οδηγοί της ανθρωπότητας. Το σκιώδη και σκοτεινό αρπακτικό ανήκει σε μία ξεχωριστή κατηγορία ανόργανων όντων που πιθανόν δεν αποτελεί καθόλου σύμμαχο ή είναι εξαιρετικά δύσκολο να το δαμάσει κανείς.

Ο Δον Χουάν τόνιζε την ανάγκη να έρθει κάποιος πρόσωπο με πρόσωπο με αυτό το ανόργανο ον, ώστε να αποκτήσει την εμπειρία «της ολοκληρωτικής διαβεβαίωσης ότι οι σκέψεις είναι προϊόν μίας ξένης πηγής.» Το «αρπακτικό που έρχεται από τα βάθη του κόσμου και αναλαμβάνει τον έλεγχο της ζωής μας,» μπορεί να εξισωθεί πλήρως με τους Άρχοντες των Γνωστικών διδασκαλιών.

Ο Δον Χουάν περιγράφει την επίθεση των Ξένων αυτών δυνάμεων και των επακόλουθων επιπτώσεών της σαν χειραγώγηση της συμπεριφοράς με τον πιο εμφανή τρόπο. Ο παλιός μάγος επίσης σχολιάζει με ιδιαίτερο τρόπο τι μπορεί να κερδίσει κάποιος αν έρθει σε επαφή με αυτές τις οντότητες.

«Οι Βολαδόρες είναι σημαντικό κομμάτι του σύμπαντος … και πρέπει να τους δούμε σαν αυτό που είναι στην πραγματικότητα—τρομακτικά τερατώδεις. Είναι το όργανο με το οποίο γινόμαστε το παιχνίδι στα χέρια του σύμπαντος.»

Οι ομοιότητες των Γνωστικών κειμένων και της νέας μαγείας των Τολτέκων όπως περιγράφονται στην διδασκαλία του Δον Χουάν, είναι ξεχωριστές και παρουσιάζουν αν μη τι άλλο σημαντικές πτυχές της ανθρώπινης κατάστασης. Τι μπορεί να κάνει κάποιος για αυτό που αποτελεί το πιο σημαντικό θέμα όλων, την αρπαγή;

«Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να πειθαρχήσουμε τον εαυτό μας στο σημείο που τίποτα δεν θα μπορεί να μας αγγίξει»μας συμβουλεύει ο Δον Χουάν. Επίσης αναφέρει ότι τα ξένα αυτά προς εμάς αρπακτικά είναι το μέσο με το οποίο το σύμπαν μάς δοκιμάζει και ότι αποτελεί την μεγαλύτερη άσκηση που μπορεί να κάνει κάποιος για να διαμορφώσει την πρόθεση που διακατέχει τηn ζωή του και τις σκέψεις του έτσι ώστε οι Βολαδόρες – Άρχοντες να μην μπορούν να του κάνουν επίθεση. Αυτό αποτελεί και την πρωταρχική δοκιμασία στην εξέλιξη της ανθρωπότητας.

ΆΝΤΕ ΚΑΙ ΚΑΛΟΦΑΓΩΤΟΙ.

Ή ΜΗΠΩΣ ΌΧΙ!

O Άνθρωπος έχει μία επιλογή. Έχει το νόμιμο δικαίωμα να ζητήσει για τον εαυτό του τον κόσμο του, τον κόσμο του ERIDU. Αν και γεννήθηκε σαν ένα από τα Θηρία και ανατράφηκε ώστε να υπηρετεί, ο Άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Πρίγκιπα ΕΑ, έναν Γενετιστή επιστήμονα, ένα Δημιουργό της Ζωής που ήταν εξοργισμένος τόσο με την Αυτοκρατορία των ASA-RRR όσο και με αυτή των ARI-AN.

Η εκδίκηση του ΕΑ ήταν απλή: αντί να χρησιμοποιήσει γενετικό υλικό από έναν εργάτη ANNUNAKI που είχε επιλέξει ο Πρίγκιπας ΕΝ-LIL, ο Πρίγκιπας ΕΑ χρησιμοποίησε το ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΑΙΜΑ. Με άλλα λόγια, ο Άνθρωπος, το θηρίο-πίθηκος δημιουργήθηκε με το αίμα του Βασιλικού Οίκου του AN-U να ρέει στις φλέβες του. Ο Άνθρωπος είναι ο γιος του (G-D) ΕΑ… και για αυτό το λόγο έχει δικαίωμα να διεκδικήσει το Θρόνο του ERIDU” -TERRA PAPERS Η Αλήθεια Είναι Ολοφάνερη.

Μια αντι-ιστορία της φιλοσοφίας

Για να δημιουργήσουμε αυτό τον τόσο ωραίο κήπο με τις περιποιημένες αλέες και τους καλοκλαδεμένους θάμνους, πρέπει να σκαλίσουμε πολύ, να κλαδέψουμε, να κόψουμε. Η προβολή του ενός ή του άλλου συγγραφέα, μιας σκέψης περισσότερο από μια άλλη, η ανάδειξη ενός ρεύματος, η αξιοποίηση όλου του χρήσιμου εξοπλισμού για το θρίαμβο μιας θέσης, μας υποχρεώνουν να θάψουμε ονόματα, διατριβές, βιβλία, έννοιες στα υπόγεια…

Το να φέρουμε κάποια πράγματα στο φως προϋποθέτει το καταχώνιασμα μερικών άλλων στο σκοτάδι: σ’ αυτές τις αποθήκες όμως υπάρχει ένα σημαντικό ανεκμετάλλευτο υλικό.

Η ιστοριογραφία λοιπόν λησμόνησε, παραμέλησε στην καλύτερη περίπτωση, αποσιώπησε, ηθελημένα ή άθελά της, οργάνωσε μερικές φορές αυτό τον παραμερισμό· κατά καιρούς, λόγω της προκατάληψης, δεν υπάρχει καν προβληματισμός: δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τους κυνικούς σαν φιλοσόφους, εξάλλου ο Χέγκελ το γράφει ξεκάθαρα: γι’ αυτούς το μόνο που έχουμε είναι ανέκδοτα…

Οι σοφιστές; Μέχρι την πρόσφατη αποκατάστασή τους αντιμετωπίζονταν με την οπτική του Πλάτωνα: ως μισθοφόροι της φιλοσοφίας για τους οποίους δεν υπάρχει αλήθεια και στα μάτια των οποίων το μόνο που μετράει είναι η επιτυχία! Κι όλα αυτά για ν’ αποφύγει κανείς να δει πόσο σύγχρονη είναι αυτή η σκέψη του σχετικισμού, του περσπεκτιβισμού, της ονοματοκρατίας, με μια λέξη: του αντιπλατωνισμού!

Οι παράγοντες της παραδοσιακής ιστοριογραφίας εκπληρώνουν το απίστευτο όνειρο του Πλάτωνα: τα γεγονότα αναφέρονται από τον Διογένη Λαέρτιο -Βίοι και γνώμαι των εν φιλοσοφία ευδοκιμησάντων και των εκάστη αιρέσει αρεσκόντων εν επιτόμω συναγωγή (IX, 40)- και μου φαίνεται περίεργο το ότι κανείς δεν αντιμετώπισε ποτέ φιλοσοφικά αυτή την ιστορία.

Πράγματι, ο Πλάτων επιθυμούσε να ρίξει σε μια μεγάλη πυρά όλα τα βιβλία του Δημόκριτου! Λόγω του μεγάλου αριθμού των έργων, της επιτυχίας του, της παρουσίας των κειμένων του σε πολλά μέρη, δύο πυθαγόρειοι -ο Αμύκλας και ο Κλεινίας- κατάφεραν να αποθαρρύνουν τον Πλάτωνα από το να διαπράξει ένα παρόμοιο έγκλημα. Ένας φιλόσοφος εφευρέτης της σύγχρονης auto- da- fe

Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί σε κανένα έργο του Πλάτωνα δεν αναφέρεται ούτε μία φορά το όνομα του Δημόκριτου! Αυτή η παράλειψη ισοδυναμεί με μια εννοιολογική auto-da -fe: γιατί η σπουδαιότητα του έργου, και ακόμα περισσότερο της διδασκαλίας που θα είχε τις περισσότερες πιθανότητες να φέρει σε δύσκολη θέση, ή ακόμα και να θέσει σε κίνδυνο, τις μυθοπλασίες του Πλάτωνα, προϋπέθετε μια ερμηνεία ξεκάθαρη και ειλικρινή, έντιμη και διανοητική.

Η αντι-υλιστική προκατάληψη του πλατωνισμού εκδηλώνεται ήδη όσο ο φιλόσοφος είναι εν ζωή: η λογική της κλασικής και κυρίαρχης ιστοριογραφίας επαναλαμβάνει αυτό τον τροπισμό: δεν τίθεται θέμα παραχώρησης οποιοσδήποτε αξίας σ’ αυτή τη διαφορετική φιλοσοφία, τη λογική, ορθολογική, αντιμυθολογική και επαληθεύσιμη μέσω της κοινής λογικής – που τόσο συχνά απουσιάζει από τους φιλοσόφους…

Η συνέχεια είναι προδιαγεγραμμένη: ο Επίκουρος και οι επικούρειοι, καθώς επαναφέρουν τον υλισμό του Αβδηρίτη, προκαλούν την αντεπίθεση των θιασωτών του ιδεαλισμού. Οι συκοφαντίες κατά του φιλοσόφου του Κήπου δεν λείπουν, και μάλιστα όσο είναι εν ζωή: πρόστυχος, ακόλαστος, τεμπέλης, φαγάς, πότης, αχόρταγος, ανέντιμος, σπάταλος, κακόβουλος, μοχθηρός, κλέφτης των ιδεών των άλλων, αλαζόνας, επηρμένος, κενόδοξος, ακαλλιέργητος κ.λπ. Με δυο λόγια: ένας χοίρος που δεν αξίζει να συγκαταλέγεται, αυτός και οι μαθητές του, στο Πάνθεον των φιλοσόφων.

Η συκοφαντία συνεχίζεται και ως προς το έργο: η αταραξία που προσδιορίζει την ηδονή, δηλαδή η απουσία ταραχής που κατακτάται μέσω μιας συνετής χρήσης των φυσικών και απαραίτητων επιθυμιών, γίνεται ζωώδης ηδονή που παραδίδεται στην πιο κτηνώδη απόλαυση. Η ατομοκρατία που ανάγει τον κόσμο σ’ ένα συνδυασμό ατόμων μέσα στο κενό θεωρείται ως ανικανότητα απόκτησης μιας διανοητικότητας αξίας αυτού του ονόματος. Η αποδοχή σκλάβων, γυναικών και ξένων στον Κήπο του στοίχισε τη φήμη ότι παρέσυρε εκεί τα θύματα της αχαλίνωτης σεξουαλικότητάς του κ.λπ. Και είκοσι αιώνες σκέψης ενστερνίζονται αυτές τις συκοφαντίες χωρίς ν’ αλλάξουν ούτε κόμμα.

Στην αρχαιότητα και μόνο η αντι-ιστορία της φιλοσοφίας μοιάζει πανεύκολη: συγκεντρώνει όλους τους εχθρούς του Πλάτωνα! Η σχεδόν όλους… Τον Λεύκιππο, τον ιδρυτή της ατομικής θεωρίας, τον Δημόκριτο βέβαια, έπειτα τον Αντισθένη, τον Διογένη και τους άλλους κυνικούς, τον Πρωταγόρα, τον Αντιφώντα και μια χούφτα σοφιστές, τον Αρίστιππο τον Κυρηναίο και τους κυρηναϊκούς, τον Επίκουρο και τους δικούς του – όλος ο καλός ο κόσμος.

Αργότερα, παράλληλα με τη χριστιανική μυθοπλασία που επινοήθηκε βάσει ενός εννοιολογικού προσώπου με το όνομα Ιησούς, με τους πατέρες της Εκκλησίας που φρόντιζαν για την παροχή του ιδεολογικού υλικού στο χριστιανικό γίγνεσθαι της Αυτοκρατορίας, και τους σχολαστικούς του Μεσαίωνα, μπορούμε να βγάλουμε από τη σκιά όπου είναι βυθισμένοι τους ακόλαστους γνωστικούς -τον Καρποκράτη, τον Επιφάνιο, τον Σίμωνα, τον Βαλεντίνο…- που ακολουθούνται από τους Αδελφούς και τις Αδελφές του Ελεύθερου Πνεύματος — τον Μπεντιβένγκα ντα Γκούμπιο, τη Χάιλβιγκε Μπλουμαρντίν, τους αδελφούς της Μπρυν και άλλους πεφωτισμένους… Τόσοι αινιγματικοί άγνωστοι, πολύ πιο ελκυστικοί ωστόσο, με τον θεωρητικό τους πανθεϊσμό και τα όργια της πρακτικής φιλοσοφίας τους, όσοι και οι μοναχοί της ερήμου, οι συντετριμμένοι επίσκοποι και οι άλλοι κοινοβίτες των μοναστηριών…

Οι ίδιες παρατηρήσεις ισχύουν και για την πλειάδα του χριστιανικού επικουρισμού, που εγκαινιάστηκε από τον Λορέντσο Βάλα του 15ου αιώνα -ένα de volurtate που είχε μείνει αμετάφραστο στα γαλλικά επί τέσσερις αιώνες, προτού επανορθώσουν κάποιοι φίλοι, τους οποίους φρόντισα να ενημερωσω- και κορυφώθηκε με τον Πιερ Γκασαντί, περνώντας από τον Έρασμο, τον Μοντέν και μερικούς άλλους, τους Γάλλους λιμπερτίνους του μπαρόκ -Πιερ Σαρόν, Λα Μοτ Λε Βεγιέ, Σεντ-Εβρεμόν, Σιρανό ντε Μπερζεράκ…-τους Γάλλους υλιστές -Αβά Μεσλιέ, Λα Μετρί, Ελβέτιο, ντ’ Ολμπάκ.. .τους Αγγλοσάξονες ωφελιμιστές -Μπένθαμ, Στιούαρτ Μίλ, τους ιδεολόγους που ενδιαφέρονται για τη φυσιολογία -Καμπανί- τους επικούρειους υπερβατικούς – Έμερσον, Θόρο-τους αποδομιστές γενεαλόγους -Πάουλ Ρέε, Λου Σαλομέ, Ζαν-Μαρί Γκιγιό· τους αναρχικούς σοσιαλιστές, τους νιτσεϊστες της Αριστερός -Ντελέζ, Φουκό- και τόσους άλλους οπαδούς της ηδονής, της ύλης, της σάρκας, του σώματος, της ζωής, της ευτυχίας, της χαράς, τόσων ένοχων εμμονών!

Τι προσάπτουν στον κόσμο αυτόν; Το ότι επιζητά την επίγεια ευτυχία, εδώ και τώρα, και όχι αργότερα, υποθετικά, σ εναν άλλο, απρόσιτο κόσμο που επινοήθηκε σαν παραμύθι για παιδιά. Η ενδοκοσμικότητα, αυτή είναι ο εχθρός, η ύβρις!

Οι επικούρειοι οφείλουν το παρωνύμιο του χοίρου στο γεγονός ότι τους καθορίζει η φυσική τους κράση: η ύπαρξή τους δημιουργεί την ουσία τους. Μην μπορώντας να ενεργήσουν διαφορετικά, παρά μόνο ως φίλοι της γης -κατά την επιτυχημένη έκφραση του Τίμαιου του Πλάτωνα…- αυτοί οι υλιστές είναι καταδικασμένοι να σκαλίζουν με τα ρύγχη τους χωρίς καν να αντιλαμβάνονται ότι πάνω απ’ τα κεφάλια τους υπάρχει ένας Ουρανός γεμάτος Ιδέες.

Το γουρούνι αγνοεί για πάντα την αλήθεια, καθώς μόνο η υπερβατικότητα μπορεί να οδηγήσει σ’ αυτήν, και οι επικούρειοι είναι βυθισμένοι, από οντολογική άποψη, στην πιο ολοκληρωτική ενδοκοσμικότητα. Όμως δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό: το πραγματικό, η ύλη, η ζωή, το ζωντανό ον. Και ο πλατωνισμός κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον όλων αυτών και καταδιώκει καθετί που εξυμνεί την ενόρμηση ζωής.

Ποιο είναι το κοινό σημείο αυτής της πλειάδας των ακαταμάχητων στοχαστών και σκέψεων; Ένας αξιοθαύμαστος ζήλος για την αποδόμηση των μύθων και των θρύλων ούτως ώστε να καταστήσουν αυτό τον κόσμο φιλόξενο και επιθυμητό. Να συμβάλουν στην αναγωγή των θεών και των φόβων, του τρόμου και του υπαρξιακού άγχους σε συνειρμούς υλικών αιτιοτήτων στην εξοικείωση με το θάνατο μέσω μιας ενεργητικής θεραπείας εδώ και τώρα, και όχι στην παρότρυνση προς το θάνατο ενώ είμαστε ακόμα ζωντανοί, προκειμένου να φύγουμε καλύτερα όταν έρθει η ώρα- στην επινόηση λύσεων με βάση τον υπαρκτό κόσμο και τους ανθρώπους· στην προτίμηση σεμνών και βιώσιμων φιλοσοφικών προτάσεων αντί υψηλών αλλά αφιλόξενων εννοιολογικών κατασκευών στην άρνηση της μετατροπής του πόνου και της οδύνης σε τρόπο πρόσβασης στη γνώση και στην ατομική σωτηρία· στην επιθυμία της ηδονής, της ευτυχίας, της κοινής ωφέλειας, του ηδονικού συμβολαίου- στη συμφιλίωση με το σώμα και όχι στο μίσος για το σώμα· στη χαλιναγώγηση των παθών και των ορμών, των επιθυμιών και των συναισθημάτων, και όχι στο βίαιο ξεριζωμό τους.

Η προσδοκία του σχεδίου του Επίκουρου; Η καθαρή απόλαυση της ύπαρξης… Σχέδιο πάντα επίκαιρο.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΧΕΡΡΟΝΗΣΩ

ΔΗΜ 8.21–23

Οι πολιτικές επιλογές και αποφάσεις των Αθηναίων βλάπτουν τα συμφέροντα της πόλης

Ο ρήτορας τόνισε ότι οι συμπολίτες του όφειλαν όχι μόνο να διατηρήσουν το στράτευμα του Διοπείθη (βλ. ΔΗΜ 8.13–18), αλλά και να στείλουν στη Θράκη ενισχύσεις. Και συνεχίζει:

[21] Βούλομαι τοίνυν [ὑμᾶς] μετὰ παρρησίας ἐξετάσαι τὰ
παρόντα πράγματα τῇ πόλει, καὶ σκέψασθαι τί ποιοῦμεν
αὐτοὶ νῦν καὶ ὅπως χρώμεθ’ αὐτοῖς. ἡμεῖς οὔτε χρήματ’
εἰσφέρειν βουλόμεθα, οὔτ’ αὐτοὶ στρατεύεσθαι, οὔτε τῶν
κοινῶν ἀπέχεσθαι δυνάμεθα, οὔτε τὰς συντάξεις Διοπείθει
δίδομεν, οὔθ’ ὅσ’ ἂν αὐτὸς αὑτῷ πορίσηται ἐπαινοῦμεν, [22] ἀλλὰ
βασκαίνομεν καὶ σκοποῦμεν πόθεν, καὶ τί μέλλει ποιεῖν, καὶ
πάντα τὰ τοιαυτί, οὔτ’, ἐπειδήπερ οὕτως ἔχομεν, τὰ ἡμέτερ’
αὐτῶν πράττειν ἐθέλομεν, ἀλλ’ ἐν μὲν τοῖς λόγοις τοὺς τῆς
πόλεως λέγοντας ἄξι’ ἐπαινοῦμεν, ἐν δὲ τοῖς ἔργοις τοῖς
ἐναντιουμένοις τούτοις συναγωνιζόμεθα. [23] ὑμεῖς μὲν τοίνυν
εἰώθαθ’ ἑκάστοτε τὸν παριόντ’ ἐρωτᾶν, τί οὖν χρὴ ποιεῖν;
ἐγὼ δ’ ὑμᾶς ἐρωτῆσαι βούλομαι, τί οὖν χρὴ λέγειν; εἰ γὰρ
μήτ’ εἰσοίσετε, μήτ’ αὐτοὶ στρατεύσεσθε, μήτε τῶν κοινῶν
ἀφέξεσθε, μήτε τὰς συντάξεις δώσετε, μήθ’ ὅσ’ ἂν αὐτὸς
αὑτῷ πορίσηται ἐάσετε, μήτε τὰ ὑμέτερ’ αὐτῶν πράττειν
ἐθελήσετε, οὐκ ἔχω τί λέγω. οἱ γὰρ ἤδη τοσαύτην ἐξουσίαν
τοῖς αἰτιᾶσθαι καὶ διαβάλλειν βουλομένοις διδόντες, ὥστε
καὶ περὶ ὧν φασι μέλλειν αὐτὸν ποιεῖν, καὶ περὶ τούτων
προκατηγορούντων ἀκροᾶσθαι, ―τί ἄν τις λέγοι;

***
[21] Ιδού λοιπόν διατί θέλω με πάσαν ειλικρίνειαν να εξετάσω την παρούσαν κατάστασιν των ζητημάτων μας και να ερευνήσω τι πράττομεν τώρα ημείς οι ίδιοι και ποία είναι η συμπεριφορά μας. Ημείς ούτε φόρον επί της περιουσίας να καταβάλλωμεν δεχόμεθα, ούτε να στρατευώμεθα ημείς οι ίδιοι, ούτε να απαρνηθώμεν τα δημόσια χορηγήματα δυνάμεθα, ούτε επιτρέπομεν εις τον Διοπείθη να συλλέξη φόρους ούτε εγκρίνομεν να εξευρίσκη ο ίδιος πόρους. [22] Αλλά τον κακολογούμεν και εξετάζομεν τι πρόκειται να κάμη και με τι μέσα, και τούτο και εκείνο. Παρ' όλας δε αυτάς τας επικρίσεις, ημείς δεν θέλομεν τίποτε να πράξωμεν εκ των καθηκόντων μας. Και όσον μεν αφορά τους λόγους επαινούμεν εκείνους που ομιλούν επαξίως της πόλεως, όταν δε έλθωμεν εις τα έργα συμμαχούμεν με τους αντιπάλους αυτών. [23] Σεις μεν ερωτάτε συνήθως τον εκάστοτε ανερχόμενον εις το βήμα: «τι πρέπει λοιπόν να πράξωμεν;» Εγώ δε θέλω να σας ερωτήσω: «τι πρέπει λοιπόν να είπω;» Διότι εάν δεν είσθε διατεθειμένοι ούτε να συνεισφέρετε, ούτε να στρατεύεσθε αυτοπροσώπως, ούτε να παραιτηθήτε των χρηματικών διανομών, ούτε να δώσετε εις τον Διοπείθη το προϊόν των φόρων, ούτε να του επιτρέψετε να προμηθευθή ο ίδιος τα μέσα της συντηρήσεώς του, ούτε να πράττετε ό,τι σας αφορά, εν τοιαύτη περιπτώσει δεν έχω πλέον τίποτα να είπω. Αληθώς, εφ' όσον παρέχετε τόσην ελευθερίαν εις αυτούς που θέλουν να κατηγορούν και να διαβάλλουν, ώστε δέχεσθε να ακούετε τας εκ των προτέρων κατηγορίας των κατά του Διοπείθους δι' όσα ισχυρίζονται ότι πρόκειται ούτος εις το μέλλον να πράξη… τι θέλετε να είπω;

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (9.353-9.436)

Ὣς ἐφάμην, ὁ δὲ δέκτο καὶ ἔκπιεν· ἥσατο δ᾽ αἰνῶς
ἡδὺ ποτὸν πίνων, καί μ᾽ ᾔτεε δεύτερον αὖτις·
355 «Δός μοι ἔτι πρόφρων, καί μοι τεὸν οὔνομα εἰπὲ
αὐτίκα νῦν, ἵνα τοι δῶ ξείνιον, ᾧ κε σὺ χαίρῃς.
καὶ γὰρ Κυκλώπεσσι φέρει ζείδωρος ἄρουρα
οἶνον ἐριστάφυλον, καί σφιν Διὸς ὄμβρος ἀέξει·
ἀλλὰ τόδ᾽ ἀμβροσίης καὶ νέκταρός ἐστιν ἀπορρώξ.»
360 Ὣς ἔφατ᾽· αὐτάρ οἱ αὖτις πόρον αἴθοπα οἶνον·
τρὶς μὲν ἔδωκα φέρων, τρὶς δ᾽ ἔκπιεν ἀφραδίῃσιν.
αὐτὰρ ἐπεὶ Κύκλωπα περὶ φρένας ἤλυθεν οἶνος,
καὶ τότε δή μιν ἔπεσσι προσηύδων μειλιχίοισι·
«Κύκλωψ, εἰρωτᾷς μ᾽ ὄνομα κλυτόν; αὐτὰρ ἐγώ τοι
365 ἐξερέω· σὺ δέ μοι δὸς ξείνιον, ὥς περ ὑπέστης.
Οὖτις ἐμοί γ᾽ ὄνομα· Οὖτιν δέ με κικλήσκουσι
μήτηρ ἠδὲ πατὴρ ἠδ᾽ ἄλλοι πάντες ἑταῖροι.»
Ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμείβετο νηλέϊ θυμῷ·
«Οὖτιν ἐγὼ πύματον ἔδομαι μετὰ οἷς ἑτάροισι,
370 τοὺς δ᾽ ἄλλους πρόσθεν· τὸ δέ τοι ξεινήϊον ἔσται.»
Ἦ καὶ ἀνακλινθεὶς πέσεν ὕπτιος, αὐτὰρ ἔπειτα
κεῖτ᾽ ἀποδοχμώσας παχὺν αὐχένα, κὰδ δέ μιν ὕπνος
ᾕρει πανδαμάτωρ· φάρυγος δ᾽ ἐξέσσυτο οἶνος
ψωμοί τ᾽ ἀνδρόμεοι· ὁ δ᾽ ἐρεύγετο οἰνοβαρείων.
375 καὶ τότ᾽ ἐγὼ τὸν μοχλὸν ὑπὸ σποδοῦ ἤλασα πολλῆς,
ἧος θερμαίνοιτο· ἔπεσσί τε πάντας ἑταίρους
θάρσυνον, μή τίς μοι ὑποδείσας ἀναδύη.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τάχ᾽ ὁ μοχλὸς ἐλάϊνος ἐν πυρὶ μέλλεν
ἅψεσθαι, χλωρός περ ἐών, διεφαίνετο δ᾽ αἰνῶς,
380 καὶ τότ᾽ ἐγὼν ἆσσον φέρον ἐκ πυρός, ἀμφὶ δ᾽ ἑταῖροι
ἵσταντ᾽· αὐτὰρ θάρσος ἐνέπνευσεν μέγα δαίμων.
οἱ μὲν μοχλὸν ἑλόντες ἐλάϊνον, ὀξὺν ἐπ᾽ ἄκρῳ,
ὀφθαλμῷ ἐνέρεισαν· ἐγὼ δ᾽ ἐφύπερθεν ἐρεισθεὶς
δίνεον, ὡς ὅτε τις τρυπῷ δόρυ νήϊον ἀνὴρ
385τρυπάνῳ, οἱ δέ τ᾽ ἔνερθεν ὑποσσείουσιν ἱμάντι
ἁψάμενοι ἑκάτερθε, τὸ δὲ τρέχει ἐμμενὲς αἰεί·
ὣς τοῦ ἐν ὀφθαλμῷ πυριήκεα μοχλὸν ἑλόντες
δινέομεν, τὸν δ᾽ αἷμα περίρρεε θερμὸν ἐόντα.
πάντα δέ οἱ βλέφαρ᾽ ἀμφὶ καὶ ὀφρύας εὗσεν ἀϋτμὴ
390 γλήνης καιομένης· σφαραγεῦντο δέ οἱ πυρὶ ῥίζαι.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ χαλκεὺς πέλεκυν μέγαν ἠὲ σκέπαρνον
εἰν ὕδατι ψυχρῷ βάπτῃ μεγάλα ἰάχοντα
φαρμάσσων· τὸ γὰρ αὖτε σιδήρου γε κράτος ἐστίν·
ὣς τοῦ σίζ᾽ ὀφθαλμὸς ἐλαϊνέῳ περὶ μοχλῷ.
395 σμερδαλέον δὲ μέγ᾽ ᾤμωξεν, περὶ δ᾽ ἴαχε πέτρη,
ἡμεῖς δὲ δείσαντες ἀπεσσύμεθ᾽. αὐτὰρ ὁ μοχλὸν
ἐξέρυσ᾽ ὀφθαλμοῖο πεφυρμένον αἵματι πολλῷ.
τὸν μὲν ἔπειτ᾽ ἔρριψεν ἀπὸ ἕο χερσὶν ἀλύων,
αὐτὰρ ὁ Κύκλωπας μεγάλ᾽ ἤπυεν, οἵ ῥά μιν ἀμφὶς
400 ᾤκεον ἐν σπήεσσι δι᾽ ἄκριας ἠνεμοέσσας.
οἱ δὲ βοῆς ἀΐοντες ἐφοίτων ἄλλοθεν ἄλλος,
ἱστάμενοι δ᾽ εἴροντο περὶ σπέος, ὅττι ἑ κήδοι·
«Τίπτε τόσον, Πολύφημ᾽, ἀρημένος ὧδ᾽ ἐβόησας
νύκτα δι᾽ ἀμβροσίην, καὶ ἀΰπνους ἄμμε τίθησθα;
405 ἦ μή τίς σευ μῆλα βροτῶν ἀέκοντος ἐλαύνει;
ἦ μή τίς σ᾽ αὐτὸν κτείνει δόλῳ ἠὲ βίηφιν;»
Τοὺς δ᾽ αὖτ᾽ ἐξ ἄντρου προσέφη κρατερὸς Πολύφημος·
«ὦ φίλοι, Οὖτίς με κτείνει δόλῳ οὐδὲ βίηφιν.»
Οἱ δ᾽ ἀπαμειβόμενοι ἔπεα πτερόεντ᾽ ἀγόρευον·
410 «εἰ μὲν δὴ μή τίς σε βιάζεται οἶον ἐόντα,
νοῦσόν γ᾽ οὔ πως ἔστι Διὸς μεγάλου ἀλέασθαι,
ἀλλὰ σύ γ᾽ εὔχεο πατρὶ Ποσειδάωνι ἄνακτι.»
Ὣς ἄρ᾽ ἔφαν ἀπιόντες, ἐμὸν δ᾽ ἐγέλασσε φίλον κῆρ,
ὡς ὄνομ᾽ ἐξαπάτησεν ἐμὸν καὶ μῆτις ἀμύμων.
415 Κύκλωψ δὲ στενάχων τε καὶ ὠδίνων ὀδύνῃσι,
χερσὶ ψηλαφόων, ἀπὸ μὲν λίθον εἷλε θυράων,
αὐτὸς δ᾽ εἰνὶ θύρῃσι καθέζετο χεῖρε πετάσσας,
εἴ τινά που μετ᾽ ὄεσσι λάβοι στείχοντα θύραζε·
οὕτω γάρ πού μ᾽ ἤλπετ᾽ ἐνὶ φρεσὶ νήπιον εἶναι.
420 αὐτὰρ ἐγὼ βούλευον, ὅπως ὄχ᾽ ἄριστα γένοιτο,
εἴ τιν᾽ ἑταίροισιν θανάτου λύσιν ἠδ᾽ ἐμοὶ αὐτῷ
εὑροίμην· πάντας δὲ δόλους καὶ μῆτιν ὕφαινον,
ὥς τε περὶ ψυχῆς· μέγα γὰρ κακὸν ἐγγύθεν ἦεν.
ἥδε δέ μοι κατὰ θυμὸν ἀρίστη φαίνετο βουλή.
425 ἄρσενες οἴϊες ἦσαν ἐϋτρεφέες, δασύμαλλοι,
καλοί τε μεγάλοι τε, ἰοδνεφὲς εἶρος ἔχοντες·
τοὺς ἀκέων συνέεργον ἐϋστρεφέεσσι λύγοισι,
τῇς ἔπι Κύκλωψ εὗδε πέλωρ, ἀθεμίστια εἰδώς,
σύντρεις αἰνύμενος· ὁ μὲν ἐν μέσῳ ἄνδρα φέρεσκε,
430 τὼ δ᾽ ἑτέρω ἑκάτερθεν ἴτην σώοντες ἑταίρους.
τρεῖς δὲ ἕκαστον φῶτ᾽ ὄϊες φέρον· αὐτὰρ ἐγώ γε,
ἀρνειὸς γὰρ ἔην, μήλων ὄχ᾽ ἄριστος ἁπάντων,
τοῦ κατὰ νῶτα λαβών, λασίην ὑπὸ γαστέρ᾽ ἐλυσθεὶς
κείμην· αὐτὰρ χερσὶν ἀώτου θεσπεσίοιο
435 νωλεμέως στρεφθεὶς ἐχόμην τετληότι θυμῷ.
ὣς τότε μὲν στενάχοντες ἐμείναμεν Ἠῶ δῖαν.

***
Του μίλησα, κι αυτός το κέρασμά μου δέχτηκε, το ρούφηξε μεμιάς, ένιωσε
φοβερή ηδονή πίνοντας το γλυκό κρασί, μου ζήτησε και δεύτερο:
«Αν είσαι εντάξει, δώσ᾽ μου κι άλλο, πες μου και το όνομά σου
τώρα εδώ, αν θες να σου χαρίσω δώρο φιλόξενο,
να το ᾽χεις να το χαίρεσαι.
Δεν λέω, εύφορη είναι των Κυκλώπων μας η γη, βγάζει κρασί
από μεγάλες αμπελίσιες ρώγες, που τις μεστώνουν οι βροχές του Δία·
όμως αυτό είναι απόσταγμα από αμβροσία και νέκταρ.»
360 Δεν πρόλαβε να το ζητήσει, κι εγώ του ξαναδίνω κρασί φλογάτο·
του φέρνω τρεις φορές να πιει, το πίνει και τις τρεις,
δεν άφησε σταγόνα, ο άμυαλος.
Και μόνο όταν πια του ανέβηκε του Κύκλωπα στα φρένα το κρασί,
γύρισα προς το μέρος του, μιλώντας μελιστάλακτα:
«Κύκλωπα, με ρωτάς το ξακουστό μου τ᾽ όνομα· λοιπόν κι εγώ
θα σου το φανερώσω· όμως κι εσύ δώσε δώρο φιλόξενο,
όπως το υποσχέθηκες.
Ούτις το όνομά μου, με φωνάζουν Ούτιν
μάνα, πατέρας κι όλοι οι άλλοι φίλοι.»
Έτσι του μίλησα, κι αυτός μου δίνει αμέσως την απάντηση, σκληρή καρδιά:
«Τον Ούτιν θα τον φάω τελευταίον ανάμεσα στους άλλους του συντρόφους·
370 πρώτα θα φάω τους άλλους· τώρα το ξέρεις το φιλόξενό μου δώρο.»
Μιλώντας, πέφτει πίσω ανάσκελα, με τον χοντρό λαιμό γερτό
στο πλάι, κι αμέσως βυθίστηκε στον ύπνο, που μας δαμάζει όλους.
Στο μεταξύ, κρασί και βούκες από κρέας ανθρώπινο
ξερνούσε το λαρύγγι του, ρευόταν άσχημα,
με το κεφάλι του βαρύ απ᾽ το μεθύσι.
Τότε κι εγώ παράχωσα τον πάσσαλο στην πλούσια χόβολη,
ώσπου να πυρωθεί· συγχρόνως στους συντρόφους όλους τούς δίνω
θάρρος με τα λόγια μου, μήπως κανείς τους φοβηθεί και κάνει πίσω.
Κόντευε το παλούκι ελιάς στην πυρωμένη χόβολη
ν᾽ ανάψει — όσο χλωρό κι αν ήταν, έλαμπε τώρα και κοκκίνισε.
Στην ώρα του κι εγώ το τράβηξα απ᾽ την πυρά, το ᾽φερα πιο κοντά,
380 κι οι σύντροφοι τριγύρω μου στημένοι —
μεγάλο θάρρος ένας δαίμονας μας είχε εμπνεύσει.
Εκείνοι τότε αδράχνοντας το ελίτικο παλούκι, στην άκρη κιόλας μυτερό,
το χώνουν μες στο μάτι του· κι εγώ, πιασμένος πάνω του,
το στριφογύριζα. Πώς ο τεχνίτης τρυπά με το τρυπάνι του
μαδέρι καραβίσιο· πιάνουν οι άλλοι από κάτω, τραβώντας
τον ιμάντα κι απ᾽ τις δυο μεριές, και το τρυπάνι ασταμάτητο
γυρίζει σαν τρελό· όμοια κι εμείς τον πυρωμένο πάσσαλο γερά κρατώντας
μέσα στο μάτι περιστρέφαμε,
και τον πλημμύριζε τον πάσσαλο καυτό το αίμα.
Όλα του, βλέφαρα, γύρω τα φρύδια, ψήνονταν από τη φλόγα του βολβού
390 που καίγονταν· τρίζαν και τσίριζαν οι ρίζες του ματιού απ᾽ τη φωτιά.
Πώς ο χαλκιάς, για να το φτιάξει, ένα πελέκι ή και σκεπάρνι
το βάφει μες στο κρύο νερό, κι αυτό τσιρίζει ξεκουφαίνοντας,
γιατί έτσι μόνο παίρνει το σίδερο τη δύναμή του· παρόμοια
τσίριζε γύρω απ᾽ το ελίτικο παλούκι και το μάτι του.
Μούγκρισε τότε από τον πόνο, κι άγρια η φωνή του αντήχησε
γύρω στην πέτρινη σπηλιά· εμείς κάνουμε πίσω από τον τρόμο
παγωμένοι· τράβηξε αυτός από το μάτι του το αιμόφυρτο παλούκι,
κι αλλόφρων το άφησε να πέσει από τα χέρια του.
Αμέσως βγάζει φωνή μεγάλη, τους Κύκλωπες καλώντας, όσοι τριγύρω
400 κατοικούσαν, κι αυτοί μες σε σπηλιές, στις ανεμόδαρτες κορφές.
Εκείνοι, τη βοή του ακούγοντας, μαζεύονται, καθένας κι απ᾽ αλλού,
κι έμειναν γύρω απ᾽ τη σπηλιά να τον ρωτούν
ποιο πάθος να τον βρήκε:
«Ποιο τέλος πάντων το κακό, Πολύφημε, που σε βαραίνει και βοάς
μέσα στη θεία νύχτα, κι άγρυπνους μας κρατάς;
Μήπως κάποιος θνητός, παρά τη θέλησή σου, άρπαξε το κοπάδι σου;
μήπως και κάποιος θέλησε να σε σκοτώσει με δόλο ή βία;"
Μέσα από τη σπηλιά τούς δίνει απόκριση ο δυνατός Πολύφημος:
«Φίλοι μου, με σκοτώνει ο Ούτις, με δόλο κι όχι με τη βία.»
Κι εκείνοι ανταπαντώντας λόγια του ανέμου αγόρευαν:
410 «Αν ο κανείς δεν σε βιάζει, κι είσαι μόνος,
τρόπο δεν έχεις να γλιτώσεις τη νόσο του μεγάλου Δία·
ευχήσου όμως στον δεσποτικό πατέρα σου, τον Ποσειδώνα.»
Μιλώντας, έφυγαν· εμένα ωστόσο αναγέλασε η καρδιά μου,
που το όνομά μου τους απάτησε κι η τέλεια έμπνευσή μου.
Στο μεταξύ ο Κύκλωπας, πονώντας και στενάζοντας απ᾽ την οδύνη,
ψηλάφησε και με τα χέρια του τη βρήκε, τράβηξε απ᾽ την είσοδο την πέτρα·
ύστερα κάθησε στο πέρασμα μπροστά, τα δυο του χέρια απλώνοντας,
ανίσως και συλλάβει κάποιον, καθώς θα πήγαινε να βγει με το κοπάδι —
περίμενε με το κουτό του το μυαλό πως θα με βρει ανόητο.
Όμως κι εγώ το μελετούσα κιόλας,
420 το πώς θα πήγαινε το πράγμα στο καλύτερο,
γυρεύοντας τη λύση, από τον θάνατο να σώσω τους συντρόφους μου
κι εμένα. Όλους τους δόλους έκλωθα στον νου μου, την κάθε ιδέα,
βλέποντας πια πως είναι ζήτημα ζωής, αφού έπεφτε κακό μεγάλο πάνω μας.
Και ξαφνικά φαντάστηκα, τη βρήκα την καλύτερη βουλή.
Ήταν εκεί κριάρια, καλοθρεμμένα και δασύμαλλα,
ωραία, μεγάλα, με μαλλί σκουρόχρωμο προς το μενεξελί.
Δίχως λοιπόν να κάνω θόρυβο, τα σύνδεσα με λυγαριές καλοστριμμένες
(πάνω τους ξάπλωνε ο τερατώδης Κύκλωπας, άνομος απ᾽ τη φύση του),
συντρία τα ᾽δεσα. Το μεσιανό φορτώθηκε έναν άντρα·
430 τα δυο, πηγαίνοντας καθένα τους στο πλάι, έκρυβαν
τους συντρόφους· τρία κριάρια κουβαλούσαν τον καθένα. Όσο για μένα,
υπήρχε ένας κριός μπροστάρης, απ᾽ όλο το κοπάδι ο πιο καλός·
απ᾽ τη δική του ράχη πιάστηκα, τυλίχτηκα στη μαλλιαρή κοιλιά του
κι έμεινα εκεί. Γερά τα χέρια μου κρατώντας στο πυκνό μαλλί του,
ανάστροφος κρεμιόμουν, κάνοντας μεγάλη υπομονή.
Σ᾽ αυτή τη στάση περιμέναμε στενάζοντας πότε θα φέξει η θεία Αυγή.

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 9. Σινέ «Ρώμη»

9.4. Όλα τα στούντιο οδηγούν στη Ρώμη

Στο Χόλιγουντ, την έδρα της βαριάς και ασυναγώνιστης αμερικανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας, η Ρώμη ζει και βασιλεύει. Αναζητήσαμε το κινηματογραφικό αρχείο με τις σημαντικότερες ταινίες που δανείζονται τα θέματα τους από τη ρωμαϊκή ιστορία. Το υλικό είναι πλούσιο και η ιστορία των σχετικών κινηματογραφικών παραγωγών φτάνει πίσω ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Βρήκαμε εδώ ταινίες όπως το «Κβο Βάντις», που γυρίστηκε το 1951 τον «Μπεν Χουρ» του 1959, τον «Σπάρτακο» του 1960, την «Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» του 1964, τον «Αντώνιο και την Κλεοπάτρα» του 1963 και την πιο πρόσφατη από όλες, τον «Μονομάχο» που γυρίστηκε το 2000. Πρόκειται για υπερπαραγωγές που, όταν προβλήθηκαν, σημείωσαν τεράστια εισπρακτική επιτυχία, και ορισμένες από αυτές έχουν χαρακτηριστεί «κλασικές» στην ιστορία του κινηματογράφου.

Είδαμε τις φωτογραφίες διάσημων αστέρων που ενσάρκωσαν κεντρικούς ρόλους. Τον Τσάρλτον Ήστον στον ρόλο του Μπεν Χουρ, τον Κερκ Ντάγκλας, που υποδύεται τον επαναστάτη δούλο Σπάρτακο, τον Πίτερ Ούστινοφ να δίνει ρεσιτάλ υποκριτικής τέχνης ως παρανοϊκός Νέρων, τον γοητευτικό Ρίτσαρντ Μπάρτον να ζωντανεύει τον Μάρκο Αντώνιο, και την πανέμορφη Ελίζαμπεθ Τέιλορ στον ρόλο της Κλεοπάτρας να σαγηνεύει με εκείνα τα ονειρικά πράσινα μάτια της τον Αντώνιο και εκατομμύρια θεατές σε ολόκληρο τον κόσμο· τον Ράσελ Κρόου να καθηλώνει τον όχλο του Κολοσσαίου με τα ανδραγαθήματά του στη ματωμένη αρένα. Στην τελευταία αυτή ταινία θαυμάσαμε τις νέες απεριόριστες δυνατότητες που δίνει στον σκηνοθέτη η ψηφιακή τεχνολογία. Για παράδειγμα, η ανασύνθεση της ατμόσφαιρας του κατάμεστου Κολοσσαίου με την τεχνική υποστήριξη των κομπιούτερ και των πολυμέσων δημιουργεί μια ανεπανάληπτη αίσθηση παρουσίας μέσα στον χώρο και συμμετοχής στη δράση. Μπορούμε τώρα να ζήσουμε για πρώτη φορά στο κέντρο ενός στερεοσκοπικού κόσμου. Μπορούμε ίσως να μάθουμε ρωμαϊκή ιστορία εξ επαφής; Συναντήσαμε έναν ειδικό ο οποίος έχει ασχοληθεί συστηματικά με τις «ρωμαϊκές» κινηματογραφικές παραγωγές, τον Αμερικανό φιλόλογο Μάρτιν Γουίνκλερ. Όσα μας είπε είναι εξαιρετικά ερεθιστικά.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΙ ΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ

Ποιο είναι το πραγματικό νόημα της ζωής; Ποιος είναι ο αληθινός σκοπός της ζωής; Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από την ίδια την ζωή. Η ίδια η ζωή είναι ο σκοπός της. Η ελεύθερη εκδήλωση κι η ροή της ζωής. Η ζωή είναι σαν ένα ποτάμι που ρέει. Όταν ρέει ελεύθερα ξέρει που να πάει, πώς να πάει κι απλά ταξιδεύει. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο.

Αλλά όταν έρχεται ο άνθρωπος και βάζει μεταφορικά και κυριολεκτικά φράγματα κι αλλάζει κατευθύνσεις στην πορεία των πραγμάτων (νομίζοντας ότι βελτιώνει έτσι την πορεία των πραγμάτων) τότε το αποτέλεσμα είναι μια τεχνητή διαμορφωμένη πραγματικότητα. Εκ των πραγμάτων, είναι καλύτερο αυτό; Η ελευθερία θεωρείται σαν ανεξέλεγκτη πορεία κι η ελεγχόμενη πορεία θεωρείται σαν σωτήρια επέμβαση. Είναι πράγματι έτσι; Μπορεί η ελευθερία να υποκατασταθεί από τον περιορισμό; το περιορισμένο; και να οδηγήσει την πορεία της ζωής και τα πράγματα σε καλύτερες καταστάσεις;

Ο περιορισμός του νου οδηγεί όντως στην αληθινή, ανώτερη, πιο χρήσιμη, γνώση; Ο περιορισμός σε αντιλήψεις και πεποιθήσεις οδηγεί σε καλύτερη ζωή; Ο περιορισμός των δράσεων, ο έλεγχος κι η χειραγώγηση των δραστηριοτήτων μας, οδηγεί σε μια πιο ευτυχισμένη διαβίωση;

Μήπως όλο αυτό το παραμύθι της επέμβασης και παρέμβασης στην ελεύθερη έκφραση της ζωής (σε νοητικό, γνωστικό και πρακτικό επίπεδο) που οι άνθρωποι ονομάζουν περήφανα «πολιτισμό», «κοινωνική ζωή», κλπ., είναι ακριβώς μια παγίδευση του ανθρώπου; Μήπως, πέρα από όλα όσα λένε οι δήθεν ηγέτες του κόσμου, θρησκευτικοί, πολιτικοί, οικονομικοί, κλπ., η πραγματική ζωή δεν είναι στην διαμόρφωση και τους περιορισμούς και στον έλεγχο, αλλά στην Ελευθερία; Στην Αληθινή Ελευθερία, όχι στην αναρχία του εγωισμού, στην ανεξέλεγκτη δράση των εγώ. Στην Ελευθερία από τον εγωισμό, την προκατάληψη, την ανοησία. Στην Αληθινή Έκφραση της Πραγματικής Φύσης του Ανθρώπου, που είναι Ελευθερία Άχρονη κι η Μόνη Πραγματικότητα.

Προφανώς η Ελευθερία για την οποία μιλάμε είναι η Πραγματική Ελευθερία του Ανθρώπου, η Αφύπνιση στην Πραγματικότητα, η Πραγματική Ζωή του Παγκόσμιου Ανθρώπου, που Φωτισμένος από την Κατανόηση της Ενότητας της Ύπαρξης Γνωρίζει Πώς να Δράσει στην ζωή και στην κοινωνία. Αληθινή κοινωνία φτιάχνουν οι Αληθινοί Άνθρωποι, δεν φτιάχνουν τα εγωιστικά ζώα. Τα εγωιστικά ζώα συναθροίζονται απλά κι αποτελούν αγέλες, αγέλες πολιτισμένων ζώων ίσως, αλλά πάντα αγέλες ζώων.

Πες μου τι αστεία λες, να σου πω ποιος είσαι

Η αίσθηση του χιούμορ κι οι αποχρώσεις του είναι από παλιά γνωστό πως χαρακτηρίζουν την προσωπικότητα ενός ανθρώπου. Μάλιστα, ένας από τους θεμελιωτές του αγγλικού Εμπειρισμού, ο Λόρδος Σέιφτσμπερι, στο «Δοκίμιο για την Ελευθερία του Πνευματώδους και του Χιούμορ» (Essay on the Freedom of Wit and Humor, 1709) το συσχέτιζε με την ελευθερία και την ηθική, ως ιδιότητα του καλλιεργημένου και ορθολογικού υποκειμένου που δύναται αυτόνομα να αντιλαμβάνεται τα γεγονότα και τις δεοντικές (νομικές) διαστάσεις της κοινωνικής ζωής, πολιτικής κι αισθητικής περιλαμβανομένων.

ΤΟ ΠΟΣΟ ΑΝΤΙΔΡΑ ΜΕ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΗ ΙΔΙΟΤΗΤΑ, ΠΟΥ Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΤΕ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΣΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ.

Ο ψυχολόγος Ροντ Μάρτιν μάλιστα, από το 2003, είχε επεξεργασθεί τέσσερις τύπους χιούμορ, τους οποίους πλέον αναγνωρίζει και συμφωνεί με την κατάταξή τους και ολόκληρη η επιστημονική κοινότητα.

Σύμφωνα με τον Μάρτιν υπάρχουν οι καλοήθεις χρήσεις του χιούμορ, για να ενισχυθεί το εγώ του υποκειμένου (Self-enhancing) και για να βελτιωθούν οι σχέσεις του με τους άλλους (affiliative). Υπάρχουν, ωστόσο, και οι παθολογικές χρήσεις του, όπως ο σαρκασμός και η ειρωνεία με μειωτικούς σκοπούς απέναντι στους άλλους, επιθετικά (aggressive) και η αυτοσαρκαστική, αυτό-μειωτική χρήση του για την ενίσχυση των σχέσεων του υποκειμένου με τους άλλους (self -defeating).

O πρώτος τύπος, σύμφωνα με την ονομαστή μελέτη του που δημοσιεύθηκε στο Journal of Research in Personality, αναφέρεται στους ανθρώπους που συχνά συναντούμε στη ζωή μας να διηγούνται συνεχώς ανέκδοτα, ή να παρεμβαίνουν με πνευματώδεις παρατηρήσεις στη συζήτηση. Η ψυχολογικά συνειρμική (associative) χρήση του χιούμορ στόχο έχει να ενισχύσει την εικόνα του υποκειμένου προς τους άλλους και να βελτιώσει τις σχέσεις του.

Ο δεύτερος τύπος έχει στόχο αυτό καθαυτό το υποκείμενο γιατί πασχίζει να περιβάλλει τα πάντα στη ζωή του με το πνεύμα του χιούμορ στην προσπάθειά του να αισθάνεται το ίδιο καλά.

Ο επιθετικός τύπος του χιούμορ στόχο έχει την προσβολή των ανθρώπων και των καταστάσεων που περιβάλλουν το υποκείμενο, με συστατικά τον κακοήθη σαρκασμό και την ειρωνεία, ή τη γελοιοποίηση.

Ο τέταρτος τύπος χαρακτηρίζεται από την επιστημονική κοινότητα «αντιπαραγωγικός», γιατί καταφεύγει στον αυτό-υποβιβασμό του ίδιου του υποκειμένου, στον αυτοσαρκασμό και μείωση της προσωπικότητάς του, προκειμένου να προσελκύσει την προσοχή των άλλων.

Richard Dawkins: O νέος Δεκάλογος

Το ηθικό Zeitgeist. Ξεκινήσαμε το παρόν άρθρο δείχνοντας ότι δεν στηρίζουμε —ούτε καν οι θρήσκοι— την ηθικότητά μας σε ιερά βιβλία, όσο κι αν μας αρέσει ίσως να υποθέτουμε το αντίθετο. Με ποιον τρόπο όμως διακρίνουμε το σωστό από το λάθος;

Ανεξάρτητα από το πώς θα απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση, γεγονός είναι ότι υπάρχει ένα είδος συναίνεσης ως προς το τι πράγματι θεωρούμε σωστό και τι λάθος —μια συναίνεση που επικρατεί σε εντυπωσιακά ευρεία κλίμακα. Η εν λόγω συναίνεση δεν έχει καμία φανερή σχέση με τη θρησκεία. Εντούτοις, σε αυτήν περιλαμβάνονται και οι περισσότεροι θρήσκοι, είτε οι ίδιοι πιστεύουν ότι αντλούν τις ηθικές τους αξίες από τις Γραφές είτε όχι.

Με κάποιες χαρακτηριστικές εξαιρέσεις, όπως των Αφγανών Ταλιμπάν και των Αμερικανών χριστιανών ομολόγων τους, οι περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν ότι συμμερίζονται τις ίδιες ευρέως και κοινώς αποδεκτές ηθικές αρχές. Οι περισσότεροι δεν προκαλούμε ανώφελο πόνο· πιστεύουμε στην ελευθερία του λόγου και την προστατεύουμε ακόμη και όταν διαφωνούμε με όσα λέγονται· πληρώνουμε τους φόρους μας· δεν εξαπατούμε τους άλλους, δεν σκοτώνουμε, δεν διαπράττουμε αιμομιξία και, γενικά, δεν κάνουμε στους άλλους ότι δεν θα επιθυμούσαμε να μας κάνουν.

Μερικές από τις χρηστές αυτές αρχές υπάρχουν και στα ιερά κείμενα, θαμμένες όμως κάτω από πολλά άλλα τα οποία κανένας καλός άνθρωπος δεν θα ήθελε να ενστερνιστεί —εντούτοις, τα ιερά βιβλία δεν παρέχουν κανόνες για τη διάκριση μεταξύ καλών και κακών ηθικών αρχών.

Ένας τρόπος για να εκφραστεί η συναινετική αυτή ηθική μας είναι να παρουσιαστεί ως ένας «Νέος Δεκάλογος», πράγμα που έχουν επιχειρήσει αρκετά άτομα και οργανισμοί. Εκείνο όμως που έχει σημασία σε τέτοια εγχειρήματα είναι η τάση τους να καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα, τα οποία επιπλέον είναι χαρακτηριστικά της εποχής στην οποία ζουν οι δημιουργοί τους. Ακολουθεί ένας σύγχρονος «Νέος Δεκάλογος», τον οποίο έτυχε να βρω σε μια ιστοσελίδα αθεϊστικού περιεχομένου.

-Μην κάνεις στους άλλους ότι δεν θα ήθελες να σου κάνουν.

-Σε όλα σου τα εγχειρήματα, προσπάθησε να μην προκαλείς βλάβες.

-Να φέρεσαι στους συνανθρώπους σου, στα έμβια όντα και στον κόσμο γενικότερα με αγάπη, εντιμότητα, συνέπεια και σεβασμό.

-Μην παραβλέπεις το κακό όταν γίνεται, ούτε να αποφεύγεις να αποδώσεις δικαιοσύνη· όμως να είσαι επίσης πρόθυμος και να συγχωρήσεις κάποιον για αδικήματα που έχει αυτοβούλως παραδεχθεί και για τα οποία ειλικρινώς έχει μεταμεληθεΐ.

-Ζήσε τη ζωή με αίσθημα χαράς και θαυμασμού.

-Να προσπαθείς πάντα να μαθαίνεις κάτι νέο.

-Να εξετάζεις όλα τα πράγματα· να ελέγχεις πάντα τις ιδέες σου βάσει των γεγονότων και να είσαι έτοιμος να αποκηρύξεις ακόμη και πεποιθήσεις που διαφυλάσσεις ως κόρη οφθαλμού αν δεν συμβαδίζουν με αυτά.

-Ποτέ να μη λογοκρίνεις ούτε να γυρνάς την πλάτη στην έκφραση κριτικής· να σέβεσαι πάντοτε το δικαίωμα των άλλων να διαφωνούν μαζί σου.

-Να διαμορφώνεις τις απόψεις σου ανεξάρτητα, με βάση τη λογική σου και την πείρα σου- μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να καθοδηγείται τυφλά από τους άλλους.

-Να αμφιβάλλεις για το καθετί.

Αυτή η μικρή συλλογή εντολών δεν αποτελεί έργο κάποιου μεγάλου σοφού ή προφήτη ή επαγγελματία ηθικού φιλοσόφου. Είναι απλώς η συμπαθέστατη απόπειρα ενός ανώνυμου χρήστη του Διαδικτύου να συνοψίσει τις σύγχρονες ηθικές αρχές στο ιστοημερολόγιό του, προκειμένου να αντιπαραβληθούν στις βιβλικές Δέκα Εντολές. Ήταν ο πρώτος κατάλογος που βρήκα όταν έδωσα τη φράση «Νέος Δεκάλογος» στη διαδικτυακά μηχανή αναζήτησης, και σκοπίμως δεν έψαξα περαιτέρω. Σημασία όμως έχει ότι ο παραπάνω δεκάλογος μοιάζει με εκείνον που θα κατάρτιζε κάθε συνηθισμένος, ευπρεπής άνθρωπος της εποχής μας. Δεν θα συνέκλιναν όλοι βέβαια στις ίδιες ακριβώς εντολές. Ο φιλόσοφος John Rawls θα περιλάμβανε ενδεχομένως και μια εντολή σαν την εξής: «Τους κανόνες να τους θεσπίζεις πάντοτε σαν να μη γνώριζες εάν θα βρίσκεσαι στην κορυφή ή στο κατώτατο σημείο της ιεραρχίας». Ένα σύστημα για δίκαιη μοιρασιά της τροφής που λέγεται πως έχουν οι Ινουίτ αποτελεί πρακτική εφαρμογή της αρχής τού Rawls: όποιος μοιράζει το φαγητό σε μερίδες παίρνει το τελευταίο κομμάτι.

Για τη δική μου βελτιωμένη εκδοχή των Δέκα Εντολών θα δανειζόμουν μερικές από τις προαναφερθείσες, αλλά θα προσπαθούσα μεταξύ άλλων να βρω θέση και για τις ακόλουθες:

Να απολαμβάνεις την ερωτική σου ζωή (εφόσον δεν βλάπτεις οποιονδήποτε άλλο) και να επιτρέπεις και στους άλλους να απολαμβάνουν κατ' ιδίαν τη δική τους, όποιες κι αν είναι οι προτιμήσεις τους, οι οποίες δεν σε αφορούν ούτε στο ελάχιστο.

Μην κάνεις διακρίσεις και μην καταδυναστεύεις άλλα πλάσματα εξαιτίας του φύλου, της φυλής τους ή (όσο είναι δυνατόν) του είδους τους.

Μην κατηχείς τα παιδιά σου σε δόγματα. Δίδαξε τα πώς να σκέπτονται ανεξάρτητα, πώς να αξιολογούν δεδομένα και πώς να διαφωνούν μαζί σου.

Να υπολογίζεις το μέλλον σε χρονική κλίμακα που ξεπερνά τη διάρκεια της δικής σου ζωής.

Richard Dawkins, Η περί Θεού αυταπάτη

Οι επτά βασικοί κλάδοι της Φιλοσοφίας

1. Αισθητική

Αντικείμενο της αισθητικής είναι τα ζητήματα τα οποία προκύπτουν από την επαφή μας με πράγματα που μας προκαλούν ένα ιδιαίτερο συναίσθημα ικανοποίησης – την αισθητική απόλαυση. Τέτοια πράγματα είτε υπάρχουν στη φύση είτε τα δημιουργεί ο άνθρωπος μέσω της τέχνης.

O όρος «αισθητική» εισήχθη στη φιλοσοφική γραμματεία το ι8ο αιώνα από τον Alexander Gottlieb Baumgartner (1714-1762) ως ένα από τα δύο είδη γνώσης που αυτός εισηγήθηκε. Συγκεκριμένα, ο Baumgartner διέκρινε τη γνώση των αφηρημένων ιδεών, η οποία αποτελεί αντικείμενο της λογικής, από την αισθητική γνώση της εμπειρίας, που είναι συνυφασμένη με τις αισθήσεις.

~ Av και ο όρος «αισθητική» καθιερώθηκε αργά στην ιστορία της φιλοσοφίας, ήδη από την αρχαιότητα οι φιλόσοφοι κατέγιναν σε αυτήν. To ενδιαφέρον τους, βέβαια, ήταν επικεντρωμένο στην αξία του ωραίου – του καλού, όπως είναι ο αντίστοιχος όρος στα αρχαία ελληνικά. Έτσι, μπορούμε να ορίσομε την έρευνα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων για το καλό ως καλολογία.

Από το ι8ο αιώνα και μετά, όμως, ο Edmund Burke και ο Καντ διεύρυναν τα όρια της αρχαίας καλολογίας αντιδιαστέλλοντας την αξία του ωραίου προς την αξία του υψηλού, για να ακολουθήσουν άλλοι φιλόσοφοι, οι οποίοι παρέθεσαν άλλες αισθητικές αξίες, όπως το χαρίεν, το μεγαλειώδες, το δραματικό, το επικό κ.ά.

Μεταξύ των προβλημάτων που απασχόλησαν και εξακολουθούν να απασχολούν τους φιλοσόφους που ασχολούνται με τον τομέα της αισθητικής είναι το πώς συνδέονται μεταξύ τους οι αισθητικές αξίες: αν είναι ισότιμες ή υπάρχει ένα είδος ιεράρχησης μεταξύ των· αν τα κριτήρια, προκειμένου να αποφανθούμε για τις αισθητικές αξίες, είναι αντικειμενικά ή, αντίθετα, υπαγορεύονται από τις υποκειμενικές διαθέσεις μας· αν οι αισθητικές αξίες είναι αυτόνομες ή, απεναντίας, είναι συναφείς προς άλλα είδη αξιών, όπως ol ηθικές, οι επιστημονικές ή οι θρησκευτικές· ποια είναι η σχέση μεταξύ μορφής και περιεχομένου ενός αισθητικού αντικειμένου – είτε αυτό υπάρχει στη φύση είτε είναι προϊόν τέχνης· αν ο ρόλος των έργων τέχνης είναι κοινωνικός ή, αντίθετα, ως αποστολή έχουν αυτά την προσωπική τέρψη του δημιουργού των.

Εκτός από τα ζητήματα αυτά και άλλα ανάλογα προβλήματα, άλλα θέματα στα οποία κατέγιναν οι φιλόσοφοι είναι εκείνα της καλλιτεχνικής φαντασίας και δημιουργίας, της αναπαράστασης, της έκφρασης και της εκφραστικότητας του έργου τέχνης, της απόλαυσης που προκαλεί ένα αισθητικό αντικείμενο κ.λπ.

2. Γνωσιολογία και Επιστημολογία

Βασικός κλάδος της φιλοσοφίας, που ως αντικείμενο ερεύνης έχει την αντιμετώπιση προβλημάτων της γνώσης. Τέτοια, γνωσιολογικά, προβλήματα, λ.χ., είναι: το ερώτημα για το αν είναι δυνατή η γνώση και μέχρι ποιου σημείου μπορεί να γνωρίσει ο άνθρωπος -υπάρχει απόλυτη γνώση ή η γνώση είναι σχετική;· το ζήτημα της πηγής της γνώσης – αν αυτή προέρχεται από τις αισθήσεις ή από το νου ή και από τις δύο αυτές πηγές· το πρόβλημα της εγκυρότητας της γνώσης – ποιες είναι οι προϋποθέσεις και ποια είναι τα κριτήρια που εξασφαλίζουν την ισχύ και το κύρος της γνώσης· η ποικιλία των μορφών της γνώσης – αν είναι απόλυτη ή σχετική, υποκειμενική ή αντικειμενική, διασκεπτική ή ενορατική, έμμεση ή άμεση κ.ά.

Τα προβλήματα της γνώσης απασχόλησαν από νωρίς τους φιλοσόφους, ήδη από την εποχή της προσωκρατικής φιλοσοφίας. Οπωσδήποτε, όμως, συστηματική αντιμετώπιση τους παρατηρείται από τον 5o αιώνα π.X. με την εμφάνιση στο προσκήνιο της φιλοσοφίας των εκπροσώπων της σοφιστικής κίνησης και του Σωκράτη και, εν συνεχεία, με την παρουσία του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη. Έκτοτε, έως σήμερα, τα ζητήματα της γνώσης δεν έπαψαν να προσελκύουν το ενδιαφέρον των φιλοσόφων και η γνωσιολογία να παραμένει ένας επίκαιρος κλάδος της φιλοσοφίας κατά τις διάφορες φάσεις της ιστορίας της φιλοσοφίας.

Συναφής προς τη γνωσιολογία είναι η χρήση των όρων θεωρία της γνώσης και επιστημολογία – από τη λέξη «επιστήμη», που σημαίνει την τεκμηριωμένη μορφή γνώσης. Πρόκειται κυρίως για τον τομέα που ασχολείται με τη φύση. Μεταξύ των κεντρικών προβληματισμών της είναι οι φιλοσοφικές προκλήσεις που θέτει ο Σκεπτικισμός κι οι σχέσεις μεταξύ αλήθειας, πίστης και αιτιολόγησης.

3. Οντολογία

Ένας από τους βασικούς τομείς της φιλοσοφίας με αντικείμενο ερεύνης τη μελέτη της έννοιας του όντος και της ουσίας των πραγμάτων. Ως τεχνικός όρος η οντολογία απαντάται για πρώτη φορά κατά το 170 αιώνα - στο Lexicon philosophicum του Rudollphus Goclenius (1547-1628). O Λάιμπνιτς ήταν ο πρώτος εξέχων φιλόσοφος, ο οποίος υιοθέτησε τη χρήση του όρου αυτού. Από το ι8ο αιώνα πλέον, χάρη στο Cristian Wolff (1679-1754), ο όρος «οντολογία» καθιερώθηκε ευρέως.

Αν και ο όρος «οντολογία», εισήχθη αργά στη φιλοσοφική γραμματεία, ωστόσο η ενασχόληση με τα ζητήματα της οντολογίας είναι πολύ προγενενέστερη, μια και ανάγεται στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Έτσι, το βασικό ζήτημα του έργου του Αριστοτέλη “Μετά τα φυσικά” είναι η διερεύνηση του όντος, την οποία συνδυάζει με τη μελέτη της θείας ουσίας. Αυτός ήταν, άλλωστε, ο λόγος για τον οποίο ο Χάιντεγκερ χαρακτήρισε την περί οντολογίας διδασκαλία του Αριστοτέλη οντοθεολογία.

O συνδυασμός των τομέων της οντολογίας και της θεολογίας, τον οποίο εισηγήθηκε ο Αριστοτέλης, επικράτησε καθ’ όλη την περίοδο της σχολαστικής φιλοσοφίας. O Wolff, με τον οποίο καθιερώθηκε,όπως αναφέρθηκε παραπάνω, ο όρος «οντολογία», εισηγούμενος τη διάκριση μεταξύ των τομέων της οντολογίας και της θεολογίας, μεταχειρίστηκε τους όρους «γενική μεταφυσική», για να δηλώσει την οντολογία, και «ειδική μεταφυσική», για να ορίσει τη φυσική θεολογία.

4. Μεταφυσική

Από τους βασικούς, παραδοσιακούς κλάδους της φιλοσοφίας. O όρος «μεταφυσική» εισήχθη στη φιλοσοφική γραμματεία τυχαία. Συγκεκριμένα, ο Ανδρόνικος Ρόδιος, προβαίνοντας κατά τον ίο αιώνα π.X. σε κατάταξη των συγγραμμάτων του Αριστοτέλη, τοποθέτησε, ύστερα από το έργο του τελευταίου αυτού Φυσικά, το σύγγραμμα του Πρώτη φιλοσοφία, το οποίο αναφέρεται στην έρευνα των πρώτων αρχών και αιτιών.

Αντί του τίτλου, όμως, Πρώτη φιλοσοφία, που είχε χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο Αριστοτέλης, ο Ανδρόνικος αποκάλεσε το εν λόγω έργο Μετά τα φυσικά, τουτέστιν σύγγραμμα που στη σειρά της κατάταξης ακολουθεί το έργο Φυσικά – είναι, δηλαδή, μετά τα Φυσικά. Καθώς το περιεχόμενο του έργου Μετά τα φυσικά αναφέρεται στις πρώτες αρχές και αιτίες των πραγμάτων, σε πράγματα, ορισμένως, που δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτά μέσω των αισθήσεων, ο όρος «μεταφυσική», που προέκυψε από τον τίτλο του συγγράμματος Μετά τα φυσικά, καθιερώθηκε για να δηλώνει την έρευνα που αφορά στον προσδιορισμό των εσχάτων λόγων της πραγματικότητας.

Ενώ, ορισμένως, στο πλαίσιο των φυσικών επιστημών επιχειρείται να καθοριστεί η πραγματικότητα όπως μπορεί να συλληφθεί εμπειρικά, αντιθέτως η μεταφυσική αναφέρεται σε έναν υπερβατικό κόσμο, σε έναν κόσμο, συγκεκριμένα, ο οποίος υπερβαίνει τα όρια της εμπειρίας και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός με την παρατήρηση, το πείραμα και τις μεθόδους των φυσικών επιστημών.

To γεγονός ότι το πεδίο ερεύνης της μεταφυσικής αναφέρεται στη μελέτη ζητημάτων που ανάγονται στον υπερβατικό κόσμο ήταν η αιτία, ώστε – κυρίως από ανθρώπους οι οποίοι δρουν εκτός του πεδίου της φιλοσοφίας – να συνδεθεί εσφαλμένα η μεταφυσική με εκδηλώσεις ή τομείς, όπως ο μυστικισμός ή η θρησκεία.

Εν αντιθέσει, όμως, προς τη θρησκεία, η οποία βασίζεται στην πίστη, και το μυστικισμό, που στηρίζεται σε μία ιδιαίτερου χαρακτήρα εμπειρία, η μεταφυσική εδράζεται στη διασκεπτική ενέργεια του νου. Ζητήματα που περιλαμβάνονται στο πεδίο της μεταφυσικής είναι η έρευνα για την ουσία του κόσμου και τον καθορισμό της υφής της πραγματικότητας στην ολότητα της, για το χαρακτήρα των καθόλου, για τον προσδιορισμό του χρόνου και του χώρου, για τη φυσιογνωμία του προσώπου και τη σχέση μεταξύ της ψυχής του και του σώματος του κ.ά.

Στην αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων επιχείρησαν να απαντήσουν φιλόσοφοι, όπως ο Παρμενίδης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης ή ο Πλωτίνος κατά την αρχαιότητα, οι εκπρόσωποι της σχολαστικής φιλοσοφίας του Μεσαίωνα που, όπως ο Θωμάς Ακινάτης, υιοθέτησαν την θεωρία του ρεαλισμού για τα καθόλου, ή που, όπως ο Roscelin (1050-1123), εισηγήθηκαν την ονοματοκρατική (nominalism) θεωρία για τα καθόλου, ή που, όπως ο Αβελάρδος και ο Γουλιέλμος του Όκαμ, υποστήριξαν την εννοιοκρατική ϋεωρία για τα καϋόλου*, στους νεότερους χρόνους φιλόσοφοι, όπως ο Ντεκάρτ, ο Λάιμπνιτς ή ο Χέγκελ και οι πνευματικοί επίγονοι τους.

Άλλοι φιλόσοφοι, όμως, αμφισβήτησαν την εγκυρότητα και τη σπουδαιότητα της μεταφυσικής. Έτσι, ο Χιουμ δεν δίστασε να υποστηρίξει ότι κάθε κείμενο μεταφυσικής θα πρέπει να ριχτεί «στη φωτιά, μια και δεν περιλαμβάνει τίποτε άλλο από σοφιστεία και φαντασιοκοπία», ενώ ο Καντ, ταυτίζοντας τα όρια της γνώσης με τα όρια της εμπειρίας, απέρριψε κάθε δυνατότητα της μεταφυσικής να παράσχει στον άνθρωπο έγκυρη γνώση.

Τη σφοδρότερη κριτική αντιμετώπιση, ωστόσο, η μεταφυσική την υπέστη στο πλαίσιο της διδασκαλίας του κύκλου της Βιέννης. Κατά τους εκπροσώπους του κύκλου της Βιέννης, βάσει της αρχής της επαλήθευσης ή της επαληθευσιμότητας, όλες οι προτάσεις που δεν είναι αναλυτικές προτάσεις ή εμπειρικές προτάσεις, όσες προτάσεις, δηλαδή, δεν μπορούν να πιστοποιηθούν λογικά ή εμπειρικά στερούνται νοήματος και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να διαγραφούν. Εν τοιαύτη περιπτώσει, οι μεταφυσικές προτάσεις, μία και δεν είναι εμπειρικές ούτε αναλυτικές, κατά τους φιλοσόφους του κύκλου της Βιέννης συνιστούν καθαρές ανοησίες.

5. Ηθική φιλοσοφία

Από τους κύριους, παραδοσιακούς κλάδους της φιλοσοφίας. Ιστορικά η αφετηρία της ηθικής φιλοσοφίας ανάγεται στον 50 αιώνα π.X, στο πλαίσιο των συζητήσεων μεταξύ του Σωκράτη και των σοφιστών, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι και πριν, από τους ανήκοντες στην προσωκρατική φιλοσοφία στοχαστές, δεν γίνονταν αναφορές σε ηθικής τάξεως ζητήματα.

Οι ηθικές επισημάνσεις των εκπροσώπων της προσωκρατικής φιλοσοφίας, ωστόσο, ήταν, κατά το μάλλον και ήττον, περιστασιακές, μια και το ενδιαφέρον τους ήταν επικεντρωμένο στην έρευνα της φύσης και όχι στη διερεύνηση του ανθρώπου, όπου ανάγονται τα ζητήματα της ηθικής συμπεριφοράς.

Στην ιστορία της ηθικής φιλοσοφίας μπορούμε να διακρίνομε δύο βασικές κατηγορίες: την πρωτογενή ηθική φιλοσοφία και τη δευτερογενή ηθική φιλοσοφία. Κατά την πρωτογενή ηθική φιλοσοφία, το βασικό ερώτημα είναι τι πρέπει να κάνει κανείς, για να θεωρηθούν οι πράξεις του ηθικά αποδεκτές – με άλλα λόγια, ποιο είναι το κριτήριο της ηθικής συμπεριφοράς μας, ή, με απλούστερη ακόμη διατύπωση, σε τι συνίσταται το αγαθό και σε τι το κακό.

Έτσι, άλλοι φιλόσοφοι, οι εισηγητές της θεωρίας του ηδονισμού, υποστήριξαν ότι κριτήριο της ηθικής συμπεριφοράς του ανθρώπου είναι η ηδονή – άλλοι φιλόσοφοι, οι εισηγητές της θεωρίας του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, εξάρτησαν την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης θεωρώντας αγαθό οτιδήποτε το ικανοποιεί και κακό οτιδήποτε απάδει προς αυτό· άλλοι φιλόσοφοι, οι εισηγητές της θεωρίας του ωφελιμισμού, υποστήριξαν ότι πρέπει να κάνει κανείς οτιδήποτε συμβάλλει στην ευδαιμονία των ανθρώπων και να αποφεύγει οτιδήποτε την υπονομεύει· άλλοι φιλόσοφοι, διαφορετικής μάλιστα φιλοσοφικής παιδείας ο καθένας των, όπως ο Πλάτων και ο Μουρ, ισχυρίστηκαν ότι το αγαθό είναι μία υπεραισθητή οντότητα.

Κατά τη δευτερογενή ηθική φιλοσοφία – που καλείται, επίσης, μεταηθική, κατ’ αντιδιαστολή προς την ηθικη, με την οποία ταυτίζεται η παραδοσιακή πρωτογενής ηθική φιλοσοφία -, το πρωταρχικό ζήτημα είναι ο προσδιορισμός του νοήματος των ηθικών όρων, τους οποίους χρησιμοποιούμε, για να υποστηρίζομε ή για να εκφράσομε τις ηθικές πεποιθήσεις μας. Το ερώτημα κατά τους φιλοσόφους των οποίων το ενδιαφέρον εστιάζεται στην περιοχή της δευτερογενούς ηθικής φιλοσοφίας δεν είναι «Τι πρέπει να πράξω;» ή «Τι είναι αγαθό;», αλλά τι οφείλω να εννοώ με τους ηθικούς όρους «πρέπει», «αγαθό» κ.ά. και πώς θα πρέπει να τους μεταχειρίζομαι. Είναι, υποχρεωμένος κανείς, προκειμένου να αποφασίσει τι πρέπει να πράξει ή πώς πρέπει να συμπεριφερθεί ώστε να κριθεί ηθικά, τι, με άλλα λόγια, είναι αγαθό και τι είναι κακό, να γνωρίζει προηγουμένως τι σημαίνουν οι ηθικοί όροι «πρέπει», «αγαθό», «κακό» κ.λπ.

H δευτερογενής αντίληψη για την ηθική φιλοσοφία τοποθετείται στην ευρύτερη περιοχή της αναλυτικής φιλοσοφίας, σύμφωνα με την οποία, τα λάθη στα οποία έχουν υποπέσει και τα οποία εξακολουθούν να διαπράττουν οι φιλόσοφοι, οφείλονται στην έλλειψη κατανόησης του νοήματος των λέξεων που μεταχειρίζονται και στην κακή χρήση των τελευταίων αυτών. Υπ’ αυτή την έννοια, οι εισηγητές της δευτερογενούς αντίληψης της ηθικής φιλοσοφίας υποστήριξαν ότι τα προβλήματα, που ανέκυψαν στην ιστορία της ηθικής φιλοσοφίας, προέρχονται από την παραποίηση του νοήματος της ηθικής γλώσσας και την κακή χρήση της, και ότι, ως εκ τούτου, εκείνο που χρειάζεται για την αντιμετώπιση των σφαλμάτων αυτών είναι η αποκατάσταση του ορθού νοήματος και της σωστής χρήσης των ηθικών όρων και εκφράσεων. Αν, π.χ., οι εισηγητές της θεωρίας του ηδονισμού ή της θεωρίας του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης υπέθεσαν ότι το αγαθό ταυτίζεται, αντιστοίχως, με την ηδονή ή το ένστικτο της αυτοσυντήρησης – πράγμα που είχε ως συνέπεια να οδηγηθούν σε αξεπέραστες, όπως η φυσιοκρατική πλάνη, δυσκολίες -, τούτο οφείλεται στη – συνειδητά ή ασύνειδα εκ μέρους των – εσφαλμένη υιοθέτηση της αναφορικής θεωρίας του νοήματος της γλώσσας. Το γεγονός, ορισμένως, ότι ένας μη ηθικός όρος, όπως, π.χ., η λέξη «κόκκινο» δηλώνει την ποιότητα ενός φυσικού αντικειμένου τους παρέσυρε στο να υποθέσουν εσφαλμένα ότι, κατά τρόπο ανάλογο, και ο ηθικός όρος «αγαθό» θα πρέπει να αντιστοιχεί σε μία φυσική ιδιότητα ή κατάσταση του ανθρώπου, όπως είναι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή η ηδονή (Βιτγκενστάιν, Λούντβιχ).

Οι εισηγητές της θεωρίας του ηδονισμού ή της θεωρίας του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης δεν έλαβαν υπόψη τους ότι η ηθική γλώσσα αναφέρεται σε μία σφαίρα -την ηθική συμπεριφορά του ανθρώπου-, η οποία είναι διαφορετική από τη σφαίρα της φυσικής πραγματικότητας και ότι, ως εκ τούτου, οι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση της ηθικής γλώσσας ενδεχομένως να είναι διαφορετικοί από τους κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση της φυσικής γλώσσας.

Έτσι, στο πλαίσιο της δευτερογενούς αντίληψης της ηθικής φιλοσοφίας, υπήρξαν φιλόσοφοι οι οποίοι, προκειμένου να μην υποπέσουν στα λάθη των φιλοσόφων που διατύπωσαν τις ηθικές θεωρίες των βασιζόμενοι στην αναφορική θεωρία του νοήματος της γλώσσας, επιχείρησαν να προσδιορίσουν το νόημα της ηθικής γλώσσας βάσει της θεωρίας εκείνης του νοήματος της γλώσσας που εισηγήθηκε ο Βιτνκενστάιν κατά την όψιμη περίοδο της φιλοσοφικής δράσης του, σύμφωνα με την οποία το νόημα των λέξεων και των προτάσεων δεν καθορίζεται από το σημείο αναφοράς των, από το πράγμα* που δηλώνουν, αλλά υπαγορεύεται από τον τρόπο με τον οποίο τις μεταχειρίζεται ο χειριστής των.

6. Αναλυτική φιλοσοφία

Φιλοσοφικό ρεύμα, του οποίου οι ρίζες βρίσκονται στη σκέψη του Γερμανού μαθηματικού και φιλόσοφου Gottlob Frege (1848-1925), αλλά που αναπτύσσεται κυρίως στην Αγγλία και στη Βιέννη στις αρχές του 20οΰ αιώνα και εμπνέεται από τα έργα των Ράσελ, Μουρ και Βιτγκενστάϊν. Οι αναλυτικοί φιλόσοφοι δίνουν έμφαση στην ανάλυση των νοημάτων και στη χρήση της λογικής και επιμένουν στην αυστηρότητα των επιχειρημάτων και στην ακρίβεια και τη σαφήνεια του ύφους. Απορρίπτουν τις ολιστικές και τις ιστορικιστικές προσεγγίσεις των προηγούμενων φιλοσόφων και προτείνουν την αντιμετώπιση των παραδοσιακών φιλοσοφικών προβλημάτων κατ’ αρχήν μέσα από τη φιλοσοφία της γλώσσας.

Η αναλυτική φιλοσοφία γνωρίζει νέα άνθηση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Αγγλία, αλλά και στην Αμερική, όπου ενισχύεται από τη μετανάστευση αρκετών λογικών θετικιστών που ήθελαν να αποφύγουν τον ναζισμό στη Γερμανία και την Αυστρία, και συνδέεται με την εξέλιξη του πραγματισμού. Τα τελευταία χρόνια η αναλυτική φιλοσοφία δεν προβάλλει συγκεκριμένες φιλοσοφικές θέσεις, αλλά διατηρεί μεθοδολογικές και επιστημολογικές αρχές, που έχουν ως βασικό στόχο τη διαφύλαξη της δυνατότητας κριτικού, ορθολογικού ελέγχου του φιλοσοφείν.

Οι φιλόσοφοι όλων των αιώνων επιδίωξαν να συνθέσουν φιλοσοφικά συστήματα με τομείς Αισθητικής, Ηθικής,Γνωσιολογίας, Μεταφυσικής ή επιχείρησαν να αναλύσουν σημαντικές φιλοσοφικές έννοιες.Η Αναλυτική φιλοσοφία, που εμφανίστηκε κυρίως στις αγγλοσαξονικές χώρες στον αιώνα μας, παραμερίζει συνειδητά τα άλλα φιλοσοφικά προβλήματα, ιδιαίτερα τα μεταφυσικά,και δεν διστάζει να τα χαρακτηρίζει ψευδοπροβλήματα ή και ανοησίες (nonsensical). Οι εκφραστές της Αναλυτικής φιλοσοφίας υποστηρίζουν ότι το κύριο έργο της φιλοσοφίας είναι η ανάλυση και κατανόηση της γλώσσας. Ρητά ή όχι, φαίνονται να έχουν αφετηρία την καντιανή διάκριση των προτάσεων σε "συνθετικές" και "αναλυτικές"· αναλυτική είναι η πρόταση εκείνη που το κατηγόρημά της προκύπτει από τη λογική ανάλυση του υποκειμένου. Λογου χάρη, η πρόταση: "το σώμα έχει έκταση"είναι απλή ανάλυση της έννοιας σώμα (που σημαίνει αντικείμενο που κατέχει χώρο, έχει δια-στάσεις).

Στοχαστές όπως οι G. Ε. Moore, Β.Russell, Α. J. Ayer ασχολήθηκαν πολύ με την ανάλυση της γλώσσας και προώθησαν τη φιλοσοφία της γλώσσας" και τη θεωρία της Γνώσης (Γνωσιολογία).

Αν είναι επιτρεπτή μια κρίση ιστορική, μπορεί κανείς να σημειώσει ότι η Αναλυτική φιλοσοφία εκφράζει την αγγλική πολιτική και διπλωματία, όπως η αρχαία Σοφιστική εξέφραζε την κλασική Αθήνα.Σημαντική επίδραση για τη διαμόρφωση της Αναλυτικής φιλοσοφίας άσκησε το έργο του Ludwig Wittgenstein, Tractatus Logico- philoso-phicus. Σε αυτόν οφείλονται οι αποφθεγματικές διατυπώσεις: "ο κόσμος είναι τα όρια της γλώσσας μου" και "η σημασία μιας λέξης βρίσκεται στη χρήση της". Πρόκειται για δυναμική αλλά εξωτερική προσέγγιση στη φιλοσοφία.

7. Πολιτική Φιλοσοφία

Ο τομέας της φιλοσοφίας, στον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζεται ως πολιτική οντότητα, ως ένα ον του οποίου η συμπεριφορά εξετάζεται στο πλαίσιο της λειτουργίας της πολιτείας ή του κράτους. φατριών) με κοινότητες, όπως το κράτος. Περιλαμβάνει ερωτήματα για τη δικαιοσύνη, το νόμο, την περιουσία, καθώς και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των πολιτών. Η Πολιτική Φιλοσοφία και η Ηθική αποτελούν παραδοσιακά αλληλένδετους τομείς, καθώς και οι δύο περιστρέφονται γύρω από το ερώτημα τού τι είναι καλό και πώς πρέπει να διαβιούν οι άνθρωποι με σκοπό τη συνεχή προαγωγή των ανθρώπινων κοινωνιών.

Ειδικότερα, η πολιτική φιλοσοφία αφορά στη μελέτη και τη νομιμότητα καταναγκαστικών θεσμών. Θεσμοί, όπως η οικογένεια, η πόλη, το κράτος ή ευρύτεροι ακόμη οργανισμοί, όπως ο O.H.E., είναι καταναγκαστικοί, μια και στους κόλπους των, ορισμένες φορές τουλάχιστον, γίνεται χρήση βίας ή δημιουργείται ο φόβος άσκησης βίας, προκειμένου να ελεγχθεί η συμπεριφορά των μελών τους. H εισαγωγή και η καθιέρωση τέτοιων καταναγκαστικών θεσμών επιτρέπουν στις αρχές, που ορίζονται από τους τελευταίους αυτούς, να ασκούν εξουσία επί των μελών τους. To ερώτημα, εν προκειμένω, είναι αν δικαιολογείται η παρουσία τέτοιων καταναγκαστικών θεσμών. Κατά τη διδασκαλία του αναρχισμού, οι καταναγκαστικοί θεσμοί πρέπει να εκλείψουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ειδικότερα, άλλοι μεν από τους εκπροσώπους της διδασκαλίας του αναρχισμού, όπως ο Προυντον, υποστήριξαν ότι οι καταναγκαστικοί θεσμοί θα πρέπει να αντικατασταθούν από κοινωνικούς και οικονομικούς οργανισμούς, οι οποίοι θα βασίζονται στην εθελούσια συμφωνία των μελών τους, ενώ άλλοι, όπως ο Μπακούνιν, ισχυρίστηκαν ότι οι καταναγκαστικοί θεσμοί θα πρέπει να καταργηθούν με τη χρήση βίας.

Εν αντιθέσει προς τους οπαδούς της διδασκαλίας του αναρχισμού, άλλοι φιλόσοφοι επιχείρησαν να δικαιολογήσουν την παρουσία των καταναγκαστικών θεσμών. Κατά τους φιλοσόφους αυτούς, το ζήτημα εστιάζεται στο πώς θα πρέπει να υπάρχουν οι καταναγκαστικοί θεσμοί και όχι στο αν θα πρέπει να υπάρχουν οι τελευταίοι αυτοί. Ήδη από την αρχαιότητα φιλόσοφοι που, όπως ο Πλάτων ή ο Αριστοτέλης, κατέγιναν, μεταξύ άλλων, στην πολιτική φιλοσοφία, επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν το ζήτημα αυτό.

Κατά τη νεότερη εποχή διατυπώθηκαν σχετικώς τρεις βασικές απόψεις – του φιλελευθερισμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Σύμφωνα με το φιλελευθερισμό, που οι καταβολές του ανάγονται στη διδασκαλία του Λοκ, οι καταναγκαστικοί θεσμοί δικαιολογούνται, εφόσον εξασφαλίζουν και προωθούν την ελευθερία και τα άλλα αναφαίρετα δικαιώματα του πολίτη, όπως η ιδιοκτησία, το δικαίωμα επιλογής του θρησκεύματος κ.ά. Κατά τον σοσιαλισμό, της οποίας οι απόψεις βασίζονται στη διδασκαλία του Xέγκελ, αμφισβητείται η ισχύς των ατομικών δικαιωμάτων και, αντ’ αυτών, προβάλλονται τα δικαιώματα της συλλογικής ενότητας, της κοινότητας ή της κοινωνίας, τα οποία, αν δεν είναι αντίθετα, είναι οπωσδήποτε ανεξάρτητα από τα ατομικά δικαιώματα. Σύμφωνα με τον κομμουνισμό, ο οποίος είναι συνυφασμένος με τη διδασκαλία του Μαρξ, οι καταναγκαστικοί θεσμοί δικαιολογούνται, εφόσον μπορούν να διασφαλίσουν την ισότητα μεταξύ των πολιτών. Μία καπιταλιστική (κεφαλαιοκρατική) κοινωνία, όπου τα μέσα παραγωγής ανήκουν σε μία μικρή ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι εκμεταλλεύονται και οικειοποιούνται για δικό τους αποκλειστικά όφελος το μόχθο των εργατών, κατά τους οπαδούς της διδασκαλίας του κομμουνισμού θα πρέπει να ανατραπεί και να αντικατασταθεί από μία κοινωνία στους κόλπους της οποίας τα μέσα παραγωγής θα αποδοθούν στους φυσικούς κτήτορές των, στην εργατική τάξη, και τα προϊόντα θα διατίθενται σύμφωνα με την αρχή του Μαρξ: από τον καθένα ανάλογα με τις δυνάμεις του και στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του.

Ανεξάρτητα από το πώς καθεμιά από τις τρεις αναφερθείσες παραπάνω διδασκαλίες δικαιολογεί τους καταναγκαστικούς θεσμούς, όλες τους επιτρέπουν την κοινωνική απείθεια και την επανάσταση, εάν έτσι, μέσω αυτών, είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν οι στόχοι σύμφωνα με τους οποίους, κατά τη γνώμη των εισηγητών των εν λόγω διδασκαλιών, οφείλουν οι καταναγκαστικοί θεσμοί να ρυθμίζουν τον τρόπο λειτουργίας των κοινωνιών. Πέρα από το θεμελιώδες ερώτημα για το αν και πώς μπορούν να δικαιολογηθούν οι καταναγκαστικοί θεσμοί, άλλα ζητήματα της πολιτικής φιλοσοφίας είναι θέματα που αφορούν στη σχέση των δύο φύλων, στις διακρίσεις που υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων ως προς το χρώμα του δέρματος τους, την καταγωγή τους κ.ά.

Μαξίμ Γκόρκι: Οι ελεύθεροι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν όλα τα ύψη

Το ξέρω πως θα ’ρθει ένας καιρός, που οι άνθρωποι θα θαυμάζουν, ο ένας τον άλλον, όπου καθένας τους θα λάμπει σαν αστέρι στα μάτια του άλλου, όπου όλοι θ’ ακούνε το διπλανό τους σα να ’τανε μουσική η φωνή του.

Θα υπάρχουν άνθρωποι ελεύθεροι στη γη, όλοι θα ’χουν ανοιχτή καρδιά, εξαγνισμένοι από κάθε απληστία και φθόνο.

Και τότε η ζωή δε θα ’ναι πια η ζωή, μα ένας ύμνος στον άνθρωπο, η μορφή του θα πάει ψηλά, γιατί οι ελεύθεροι άνθρωποι μπορούν να φτάσουν όλα τα ύψη!

Θα ζούνε τότε μες στην ελευθερία και στην ισότητα, θα ζούνε για την ομορφιά.

Τότε οι καλύτεροι θα ’ναι εκείνοι που θα μπορούν ν’ αγκαλιάσουν περισσότερο τον κόσμο μέσα στην καρδιά τους, εκείνοι που θα τον αγαπήσουν πιο βαθιά, εκείνοι πού θα ’ναι οι πιο ελεύθεροι… γιατί μέσα σ’ εκείνους θα υπάρχει η περισσότερη ομορφιά!

Τότε η ζωή θα ’ναι μεγάλη και μεγάλοι θα ’ναι εκείνοι που θα τη ζούνε!…

Σώπασε στάθηκε ορθός, κ’ εξακολούθησε με μια φωνή όπου αντιλαλούσε όλη η δύναμή του:

Στο όνομα αυτής της ζωής, είμαι έτοιμος για όλα… θα ξεριζώσω την καρδιά μου, αν χρειάζεται, και θα την ποδοπατήσω χάμω εγώ ο ίδιος.

Γκυ ντε Μωπασάν: H καρεκλού

Ήταν το τέλος του δείπνου που παρέθετε ο μαρκήσιος Ντε Μπερτράν με την ευκαιρία της έναρξης της κυνηγετικής περιόδου. Γύρω από το μεγάλο, φωτισμένο τραπέζι, φορτωμένο με φρούτα και άνθη, καθόντουσαν έντεκα κυνηγοί, οκτώ νεαρές κυρίες και ο γιατρός της περιοχής.

Η κουβέντα ήρθε στον έρωτα, κι άρχισε μια μεγάλη συζήτηση, η αιώνια συζήτηση για το αν μπορεί κανείς ν' αγαπήσει αληθινά, μία ή περισσότερες φορές. Αναφέρθηκαν παραδείγματα ανθρώπων που ερωτεύτηκαν συχνά και με πάθος.

Οι άντρες, γενικά, διατείνονταν ότι το ερωτικό πάθος, όπως και οι αρρώστιες, μπορεί να χτυπήσει πολλές φορές τον ίδιο άνθρωπο, και μάλιστα να τον σκοτώσει, εάν κάτι τι το εμποδίσει. Μολονότι δεν αμφισβητήθηκε αυτή η θεώρηση του θέματος, οι γυναίκες, που η γνώμη τους στηριζόταν περισσότερο στην ποίηση παρά στην παρατήρηση, διαβεβαίωναν ότι ο έρωτας, ο αληθινός, ο μεγάλος έρωτας, δεν μπορεί να πλήξει τον θνητό παρά μόνο μια φορά, ότι μοιάζει, ένας τέτοιος έρωτας, με κεραυνό και ότι η καρδιά που την έχει πλήξει παραμένει στη συνέχεια τόσο άδεια, κατεστραμμένη, πυρπολημένη, ώστε κανένα άλλο δυνατό συναίσθημα, ακόμα και κανένα όνειρο, να μην μπορεί να ξαναβλαστήσει μέσα της.

Ο μαρκήσιος, που είχε ερωτευτεί πολλές φορές στη ζωή του, αντιμαχόταν ζωηρά αυτή την άποψη:

«Εγώ σας λέω ότι μπορεί να ερωτευτεί κανείς πολλές φορές με όλες του τις δυνάμεις και όλη του την ψυχή. Μου αναφέρετε διαφόρους ανθρώπους που αυτοκτόνησαν από έρωτα, ως απόδειξη του ανέφικτου ενός δεύτερου ερωτικού πάθους. Θα σας απαντήσω ότι, εάν τα άτομα αυτά δεν είχαν διαπράξει την ανοησία ν' αυτοκτονήσουν, γεγονός που τους αφαιρούσε κάθε ευκαιρία υποτροπής, θα είχαν θεραπευτεί. Και θα είχαν ξαναρχίσει πάλι και πάλι, μέχρι το φυσικό τους θάνατο. Με τους ερωτευμένους συμβαίνει ό,τι και με τους μπεκρήδες. Όποιος ήπιε, θα ξαναπιεί· όποιος ερωτεύτηκε θα ξαναερωτευτεί. Είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας».

Τότε οι συνδαιτημόνες πήραν για διαιτητή το γιατρό, ένα γηραιό παριζιάνο γιατρό, που είχε αποτραβηχτεί στην εξοχή, και τον παρακάλεσαν να τους πει τη γνώμη του.

Μα αυτός ακριβώς δεν είχε άποψη επί του θέματος.

«Όπως είπε και ο μαρκήσιος, αυτό είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας. Όσο για μένα, ξέρω έναν έρωτα που βάστηξε πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια, χωρίς ούτε μια μέρα ανάπαυλας, και που δεν τελείωσε παρά με το θάνατο».

Η μαρκησία χτύπησε μ' ενθουσιασμό τα χέρια της.

«Τί ωραίος που είναι ένας τέτοιος έρωτας! Τί όνειρο να έχεις αγαπηθεί μ' έναν τέτοιο τρόπο! Τί ευτυχία να ζεις πενήντα πέντε χρόνια περιβλημένος απ' αυτήν την παθιασμένη και διεισδυτική στοργή! Πόσο ευτυχής θα πρέπει να ήταν και να ευλογεί τη ζωή εκείνος που αγαπήθηκε τόσο!»

«Πράγματι, κυρία μου» είπε ο γιατρός χαμογελώντας, «δε σφάλλετε επί του προκειμένου, ότι το άτομο που αγαπήθηκε ήταν άντρας. Τον γνωρίζετε, είναι ο κύριος Σουκέ, ο φαρμακοποιός του χωριού. Όσο για κείνη που τον αγάπησε, τη γυναίκα αυτή την έχετε επίσης γνωρίσει, είναι η γριά που ερχόταν κάθε χρόνο εδώ στον πύργο για να φτιάξει τις χαλασμένες καρέκλες. Θα σας εξηγήσω όμως καλύτερα περί τίνος πρόκειται.»

Ο ενθουσιασμός των γυναικών έπεσε αμέσως· και τα πρόσωπά τους φανέρωναν μια περιφρόνηση, σαν να έπρεπε η αγάπη να μην πλήττει παρά τα λεπτά και ξεχωριστά όντα, τα μόνα που αξίζουν το ενδιαφέρον των καθωσπρέπει ανθρώπων.

Όμως ο γιατρός συνέχισε:

Προ τριών μηνών με φώναξαν στο προσκέφαλο αυτής της γριάς, που ήταν ετοιμοθάνατη. Είχε φτάσει την προηγουμένη με τον αραμπά που της χρησίμευε για σπίτι και που το έσερνε το παλιάλογο που έχετε δει, και ξοπίσω της τα δυο μεγάλα μαύρα σκυλιά της, οι φίλοι και φρουροί της. Όταν έφτασα, ο παπάς ήταν κιόλας εκεί. Μας όρισε εκτελεστές της διαθήκης της και μας αφηγήθηκε ολόκληρη τη ζωή της για να μας εξηγήσει το νόημα της τελευταίας της θέλησης. Ποτέ μου δεν άκουσα πιο παράξενη και συγκινητική ιστορία.

Ο πατέρας της επιδιόρθωνε κι αυτός χαλασμένες καρέκλες, όπως και η μητέρα της. Ποτέ της δεν είχε γνωρίσει κάποιο σταθερό κατάλυμα.

Πολύ μικρή περιφερόταν κουρελιάρα, ψειριάρα και βρώμικη. Οι γονείς της σταματούσαν στην είσοδο των χωριών, πλάι στα χαντάκια των δρόμων, ξέζευαν το άλογο και το άφηναν να βοσκήσει. Ο σκύλος κοιμότανε με το ρύγχος πάνω στα πόδια του και η μικρή κυλιόταν στο χορτάρι, ενώ ο πατέρας και η μητέρα της επιδιόρθωναν στη σκιά των φτελιών της δημοσιάς όλα τα παλιά καθίσματα του χωριού. Κανείς τους δεν μιλούσε μέσα σ' αυτό το περιφερόμενο σπιτικό. Ύστερα από τις κάποιες απαραίτητες κουβέντες για ν' αποφασιστεί το ποιος θα έκανε το γύρο των σπιτιών βγάζοντας την πασίγνωστη φωνή: «Καρεκλάάάάςςς!», άρχιζαν να πλέκουν το χόρτο, ο ένας αντίκρυ ή πλάι στον άλλο. Όταν η μικρή ξεμάκραινε πολύ ή επιχειρούσε να πιάσει φιλίες με κάποιο χαμίνι του χωριού, η θυμωμένη φωνή του πατέρα της την ανακαλούσε: «Θα 'ρθεις καμιά φορά πίσω, παλιοκόριτσο!». Αυτές ήταν οι μόνες στοργικές λέξεις που άκουγε.

Άμα μεγάλωσε κάπως, την έστελναν να μαζεύει τα ξεχαρβαλωμένα καθίσματα. Τότε γνωρίστηκε επιπόλαια με μερικά παιδιά από δω κι από κει. Αλλά αυτή τη φορά ήταν οι γονείς των καινούριων της φίλων που ανακαλούσαν βίαια τα παιδιά τους: «Δε λες να 'ρθεις πίσω, βρωμόπαιδο; Ας σε ξαναδώ να κουβεντιάζεις με τους ξυπόλητους και τα λέμε».

Συχνά μάλιστα τα αλητόπαιδα την πετροβολούσαν.

Κάποτε κάποιες κυρίες τής έδωσαν μερικές πενταροδεκάρες, κι αυτή τις φύλαξε σαν θησαυρό.

Μια μέρα —ήταν τότε έντεκα χρονών— , καθώς περνούσε από την περιοχή μας, συνάντησε πίσω από το κοιμητήρι τον μικρό Σουκέ να κλαίει, επειδή ένας συμμαθητής του του είχε αρπάξει δυο πεντάρες. Αυτά τα δάκρυα ενός πλουσιόπαιδου, ενός απ' αυτούς τους πιτσιρικάδες που τους φανταζόταν, αυτή η απόκληρη με το φτωχό της μυαλουδάκι, να είναι πάντοτε ευχαριστημένοι και χαρούμενοι, την αναστάτωσαν. Τον πλησίασε, και όταν έμαθε το λόγο της λύπης του, του έκλεισε μες στη φούχτα του όλες τις οικονομίες της —επτά πεντάρες—, που εκείνος τις πήρε με φυσικότητα, σφουγγίζοντας τα δάκρυά του. Τότε, ξετρελαμένη από τη χαρά της, είχε την τόλμη να τον φιλήσει. Ο μικρός, αφοσιωμένος στα χρήματα, αφέθηκε να τον κάνει ό,τι θέλει. Βλέποντας εκείνη πως ούτε την έδιωχνε ούτε τη χτυπούσε, ξανάρχισε. Τον σφιχταγκάλιασε με όλη τη δύναμη της καρδιάς της κι ύστερα το 'βαλε στα πόδια.

Τί συνέβη μέσα στο ξερό της; Άραγε δέθηκε μ' αυτόν τον πιτσιρικά επειδή του είχε θυσιάσει την περιουσία της, καρπό της αλητείας της, ή μήπως επειδή του είχε δώσει το πρώτο της τρυφερό φιλί; Το μυστήριο είναι το ίδιο και για τους μικρούς και για τους μεγάλους.

Μήνες ολόκληρους ονειρευόταν εκείνη τη γωνιά του νεκροταφείου κι αυτό το αγόρι. Και με την ελπίδα πως θα το ξανάβλεπε, έκλεβε τους γονείς της, κατακρατώντας μια πεντάρα εδώ, μια πεντάρα εκεί, από την επιδιόρθωση κάποιας καρέκλας ή από τα τρόφιμα που την έστελναν να ψωνίσει.

Όταν ξαναπέρασε από δω, είχε δύο φράγκα στην τσέπη της, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τον δει, μέσ' από τα τζάμια του φαρμακείου του πατέρα του, πεντακάθαρο, ανάμεσα σ' ένα κόκκινο μπουκάλι κι ένα φιαλίδιο με ταινίες.

Τότε τον αγάπησε ακόμα πιο πολύ, γοητευμένη, συγκινημένη, εκστασιασμένη από την αίγλη του χρωματισμένου υγρού, από την αποθέωση των γυαλιστερών κρυστάλλων.

Κράτησε μέσα της ανεξίτηλη τη θύμησή του, κι όταν τον συνάντησε τον επόμενο χρόνο, την ώρα που έπαιζε πίσω από το σχολείο με τους συμμαθητές του, ρίχτηκε πάνω του, τον έσφιξε στην αγκαλιά της και τον φίλησε με τόση δύναμη που αυτός έβαλε τις φωνές από το φόβο του. Τότε, για να τον καθησυχάσει, του έδωσε τα χρήματά της, τρία φράγκα και είκοσι λεπτά, έναν αληθινό θησαυρό, που αυτός τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.

Τον πήρε και την άφησε να τον χαϊδέψει όσο ήθελε.

Για τέσσερα ακόμα χρόνια του έδινε ό,τι έβαζε κατά μέρος, κι εκείνος τα τσέπωνε κανονικότατα, με αντάλλαγμα τα φιλιά που της παραχωρούσε. Τη μια φορά ήταν τριάντα πεντάρες, την άλλη δύο φράγκα, μιαν άλλη φορά δώδεκα πεντάρες (έκλαψε τότε από λύπη και ντροπή που του έδωσε τόσο λίγα, αλλά η χρονιά εκείνη υπήρξε κακή) και την τελευταία φορά πέντε φράγκα, ένα μεγάλο ολοστρόγγυλο πεντάφραγκο, που τον έκανε να γελάσει από τη χαρά του.

Δε σκεφτόταν παρά μονάχα αυτόν πια, κι ο μικρός περίμενε με κάποια ανυπομονησία την επιστροφή της, έτρεχε μάλιστα να την προϋπαντήσει όταν την έβλεπε, πράγμα που έκανε την καρδιά του κοριτσιού να αναπηδάει από χαρά.

Ύστερα εκείνος εξαφανίστηκε. Τον είχανε βάλει εσωτερικό σε κολέγιο. Η μικρή το 'μαθε ρωτώντας με τρόπο. Τότε χρησιμοποίησε απέραντη διπλωματία για ν' αλλάξει το δρομολόγιο των γονιών της και να τους κάνει να περάσουν από δω την περίοδο των διακοπών. Τα κατάφερε, αλλά έπειτα από ένα χρόνο όλο πονηριές. Έκανε, λοιπόν, δυο χρόνια να τον δει και μόλις που τον αναγνώρισε, όταν τον ξανάδε, τόσο τον βρήκε να έχει αλλάξει, μεγαλώσει, ομορφύνει, να είναι επιβλητικός μέσα στη στολή του με τα χρυσά κουμπιά. Προσποιήθηκε πως δεν την είδε και πέρασε περήφανα πλάι της.

Εκείνη έκλαψε γι' αυτό δυο ολόκληρες μέρες· κι από τότε άρχισε το ατελείωτο μαρτύριό της.

Κάθε χρόνο επέστρεφε και περνούσε από μπροστά του χωρίς να τολμά να τον χαιρετήσει· κι εκείνος δεν καταδεχόταν ούτε καν να ρίξει τη ματιά του πάνω της. Εκείνη τον αγαπούσε τρελά. Πεθαίνοντας μου είπε: «Είναι, γιατρέ μου, ο μοναδικός άντρας που συνάντησα στον κόσμο· αγνοούσα ολότελα αν υπήρχαν άλλοι άντρες».

Οι γονείς της πέθαναν κι εκείνη συνέχισε το επάγγελμά τους, μόνο που πήρε δύο σκύλους αντί για έναν, δύο τρομερά σκυλιά που δε θα τολμούσε κανείς να τ' αψηφήσει.

Μια μέρα, καθώς έμπαινε στο χωριό αυτό όπου είχε αφήσει την καρδιά της, είδε μια νέα γυναίκα να βγαίνει από το φαρμακείο του Σουκέ, κρεμασμένη από το μπράτσο του αγαπημένου της. Ήταν η γυναίκα του. Ο παιδικός της φίλος είχε παντρευτεί.

Το ίδιο εκείνο βράδυ ρίχτηκε στη λιμνούλα που υπάρχει στην πλατεία του δημαρχείου. Ένας αργοπορημένος μεθύστακας την έβγαλε από μέσα και την πήγε στο φαρμακείο. Ο υιός Σουκέ κατέβηκε με τη ρόμπα του για να την περιποιηθεί και, χωρίς να δείξει πως την αναγνώρισε, την έγδυσε, της έκανε εντριβή κι έπειτα της είπε σκληρά: «Σίγουρα τρελάθηκες! Είναι ποτέ δυνατό να είναι κανείς τέτοιο ζωντόβολο!»

Τα λόγια αυτά έφτασαν για να τη γιατρέψουν. Της είχε μιλήσει! Για πολύ καιρό υπήρξε ευτυχισμένη.

Ο φαρμακοποιός δε θέλησε να δεχτεί καμιά πληρωμή για τις φροντίδες του, παρόλο που εκείνη επέμεινε ζωηρά να τον πληρώσει.

Κι όλη της η ζωή κύλησε έτσι. Επιδιόρθωνε τις καρέκλες έχοντας τη σκέψη της στον Σουκέ. Κάθε χρόνο τον έβλεπε μέσα από τις προθήκες του. Πήρε τη συνήθεια να αγοράζει από το φαρμακείο του όλα τα ευτελή γιατρικά της. Μ' αυτό τον τρόπο τον έβλεπε από κοντά, του μιλούσε και του έδινε πάλι χρήματα.

Όπως σας είπα και στην αρχή, πέθανε την άνοιξη. Αφού μου διηγήθηκε αυτή τη θλιβερή ιστορία της, με παρακάλεσε να δώσω σ' εκείνον που τον είχε τόσο υπομονετικά αγαπήσει όλες τις οικονομίες της ζωής της, γιατί, όπως έλεγε, μονάχα γι' αυτόν είχε δουλέψει, για να βάλει κάτι στην μπάντα ακόμα και νηστεύοντας και να είναι βέβαιη ότι έτσι θα τη σκεφτόταν μια τουλάχιστον φορά μετά το θάνατό της.

Μου άφησε, λοιπόν, να του δώσω δύο χιλιάδες τριακόσια είκοσι επτά φράγκα. Έδωσα στον ιερέα είκοσι επτά φράγκα για την κηδεία και κράτησα τα υπόλοιπα όταν άφησε την τελευταία της πνοή. Την άλλη μέρα πήγα στους Σουκέ την ώρα που το αντρόγυνο τελείωνε το γεύμα του. Καθόντουσαν ο ένας απέναντι στον άλλο, κατακόκκινοι και χοντροί, μυρίζοντας φαρμακίλα, αυτάρεσκοι και ικανοποιημένοι.

Μ' έβαλαν να καθίσω, ήπια το κιρς που μου πρόσφεραν κι άρχισα το λόγο μου συγκινημένος, βέβαιος ότι κι αυτοί θα αρχίζανε να κλαίνε.

Μόλις κατάλαβε ο Σουκέ ότι είχε αγαπηθεί απ' αυτή την αλήτισσα, απ' αυτή την καρεκλού, απ' αυτή την τριγυρίστρα, τινάχτηκε από αγανάκτηση, σαν να του είχε κλέψει την υπόληψή του, την εκτίμηση των τίμιων ανθρώπων, τη μύχια τιμή του, κάτι το λεπτό που του ήταν ακριβότερο κι από την ίδια του τη ζωή.

Η γυναίκα του, εξίσου αγανακτισμένη με αυτόν, επαναλάμβανε: «Αυτή η ζητιάνα! Αυτή η ζητιάνα!…» χωρίς να βρίσκει κάτι άλλο να πει.

Εκείνος είχε σηκωθεί και πηγαινοερχόταν με μεγάλους δρασκελισμούς πίσω από το τραπέζι, με το ελληνικό του φέσι πεσμένο στο ένα του αυτί. Ψέλλισε: «Πρωτοφανές, γιατρέ μου! Τρομερό για έναν άνθρωπο! Τί να κάνω; Άν το είχα μάθει όταν ζούσε, θα φώναζα τη χωροφυλακή να τη συλλάβει και να την κλείσει στη φυλακή. Και σας εγγυώμαι ότι ποτέ της δε θα 'βγαινε από κει μέσα».

Έμεινα κατάπληκτος από το αποτέλεσμα που είχε το στοργικό μου διάβημα. Δεν ήξερα τί να κάνω ούτε τί να πω. Έπρεπε όμως να ολοκληρώσω την αποστολή μου και του είπα: «Με επιφόρτισε να σας παραδώσω τις οικονομίες της, που ανέρχονται σε δύο χιλιάδες τριακόσια φράγκα. Και επειδή αυτό που μόλις σας είπα μοιάζει να σας δυσαρέστησε ιδιαίτερα, θα ήταν ίσως καλύτερα να μοιράσουμε αυτά τα χρήματα στους φτωχούς».

Με κοιτάζανε και οι δυο τους εμβρόντητοι.

Έβγαλα τα λεφτά από την τσέπη μου, τα τρισάθλια αυτά λεφτά από όλες τις χώρες και κάθε λογής, χρυσός και πεντάρες ανάκατα. Κατόπιν ρώτησα: «Τί αποφασίζετε;»

Η κυρία Σουκέ μίλησε πρώτη: «Μα, μια που είναι η τελευταία επιθυμία αυτής της γυναίκας, … νομίζω πως μας είναι δύσκολο να αρνηθούμε».

Ο άντρας της, κάπως ντροπιασμένος, είπε κι αυτός:

«Θα μπορούσαμε ν' αγοράσουμε κάτι για τα παιδιά μας μ' αυτά τα χρήματα».

«Όπως θέλετε» τους απάντησα εγώ ξερά.

Ο σύζυγος συνέχισε: «Δώστε τά μας, αφού σας επιφόρτισε μ' αυτά. Θα βρούμε κάλλιστα τρόπο να τα διαθέσουμε σε καμιά αγαθοεργία».

Τους άφησα τα χρήματα, τους χαιρέτησε κι έφυγα.

Την άλλη μέρα ήρθε να με βρει ο Σουκέ και με ρώτησε απότομα: «Αυτή η… αυτή η γυναίκα άφησε τον αραμπά της εδώ. Τί θα τον κάνετε;»

«Τίποτα. Πάρτε τον, αν τον θέλετε».

«Θαυμάσια. Αυτό μου 'ρχεται κουτί. Θα φτιάξω μ' αυτόν ένα καλύβι στο λαχανόκηπό μου».

Και κίνησε να φύγει, μα τον φώναξα πίσω:

«Άφησε επίσης το γέρικο άλογό της και τα δυο της σκυλιά. Τα θέλετε;» Κοντοστάθηκε ξαφνιασμένος: «Μπα! Τί να τα κάνω; Κάντε τα εσείς ό,τι θέλετε». Και γελούσε. Έπειτα μου 'δωσε το χέρι του που του το έσφιξα. Τί τα θέλετε; Σ' ένα χωριό δεν πρέπει ο γιατρός να είναι τσακωμένος με τον φαρμακοποιό.

Τα σκυλιά τα κράτησα εγώ. Ο παπάς, που έχει μεγάλη αυλή, πήρε το άλογο. Ο αραμπάς χρησιμεύει για καλύβι στον Σουκέ, που αγόρασε με τα χρήματα πέντε ομόλογα της Εταιρείας Σιδηροδρόμων.

Αυτή είναι η μόνη βαθιά αγάπη που συνάντησα στη ζωή μου.

Ο γιατρός σώπασε. Τότε η μαρκησία είπε αναστενάζοντας με βουρκωμένα μάτια: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μόνο οι γυναίκες ξέρουν ν' αγαπούν».

Να φταις και να δείχνεις τον άλλο για φταίχτη

Δεν ξέρεις ποιος φταίει, μα τώρα που το ξανασκέφτεσαι θα έβαζες το χέρι σου στη φωτιά πως ύποπτος είναι ο απέναντι. Το μαρτυράει το περίεργό του βλέμμα και οι κινήσεις του μοιάζουν κάπως παραπλανητικές. Άσε που έτυχε να βρίσκεται εκεί την ώρα που συνέβη το σκηνικό. Εντάξει, κι εσύ θα μπορούσες να είχες δράσει διαφορετικά, αλλά ένας άνθρωπος είσαι, πόσα να σκεφτείς και πόσα να κάνεις.

Ας το παραδεχτούμε. Η αντικειμενικότητα είναι δύσκολη όταν καλούμαστε να αναλάβουμε την ευθύνη και να βάλουμε τον εαυτό μας στο εδώλιο. Πολλές είναι οι φορές που προτιμάμε να κατηγορήσουμε κάποιον άλλον απ’ το να δεχτούμε τις συνέπειες των πράξεών μας. Πόσο εύκολο είναι όμως να αναγνωρίζουμε τα λάθη μας και να μην εθελοτυφλούμε;

Το πρόβλημα ξεκινάει από εμάς τους ίδιους. Γιατί νιώθουμε την ανάγκη να έχουμε μόνιμα δίκιο; Το να ρίχνει κανείς την ευθύνη αλλού, βγάζοντας την ουρά του απ’ έξω, είναι το πιο εύκολο πράγμα. Πολλοί φοβούνται να αναγνωρίσουν πως έσφαλαν και λίγο τους νοιάζει αν με τον τρόπο τους θα κατηγορούν κάποιον που δε φταίει. Τους αρκεί να είναι οι ίδιοι ήρεμοι και να περιορίσουν τις τύψεις που νιώθουν. Όμως, τα λάθη που κάνει κανείς είναι αποτέλεσμα δικών του πράξεων και σίγουρα δεν τον πήρε κάποιος απ’ το χέρι για να τον οδηγήσει σε αυτά. Αρχικά, προτού μοιράσουμε αριστερά κι δεξιά ευθύνες πρέπει να σκεφτούμε καλά αν κάπου φταίξαμε κι εμείς, γιατί είναι κρίμα να κατηγορείται κάποιος για κάτι που δεν έκανε.

Η όλη κατάσταση μοιάζει με μαθηματική εξίσωση. Είναι σαν να ψάχνεις να βρες ποια πράξη οδήγησε σε ένα συγκεκριμένο συμπέρασμα και ποιες μεταβλητές συνέβαλαν σε αυτό. Όμως, όπως στους αριθμούς καθένας φέρει διαφορετικό μερίδιο για το αποτέλεσμα της πράξης, αφού άλλος ευθύνεται λιγότερο κι άλλος περισσότερο, έτσι και στις ανθρώπινες σχέσεις σπάνια η ευθύνη είναι όντως 50-50.

Σε κάθε κατάσταση, προτιμάμε να λέμε πως η λάθος απόφαση δεν ήταν δική μας και πως η στραβή κίνηση έγινε απ’ τον απέναντι, προκειμένου να μη χρειαστεί να κάνουμε την αυτοκριτική μας. Κι ας μη μας φταίει πολλές φορές ο άλλος, κι ας έγινε το εύκολο θύμα, κι ας έτυχε να βρίσκεται στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή. Πώς όμως θα μάθει κανείς να αναλαμβάνει περισσότερες ευθύνες και να αναγνωρίζει τα λάθη του; Αρχικά, το πρώτο βήμα είναι να δει με ψυχραιμία πώς έχει η κατάσταση, να αφήσει κατά μέρους δικαιολογίες και να σκεφτεί γιατί τρέμει τόσο να παραδεχτεί πως έσφαλε. Έπειτα, αφού συνειδητοποιήσει πως κατηγόρησε κάποιον άδικα, πρέπει αφενός να απολογηθεί για τη στάση του και αφετέρου να ρίξει τον εγωισμό του και να προσπαθήσει να διορθώσει το λάθος ή έστω να μην το επαναλάβει. Το φάουλ στην προκειμένη είναι διπλό. Ένα αυτό που αφορά την ίδια την κατάσταση και την προβληματική διαχείρισή της κι ένα το ότι κατηγόρησε άδικα κάποιον άλλο για δικό του σφάλμα. Συνεπώς τι είναι προτιμότερο; Να είναι κανείς σωστός με τον εαυτό του και να αναλαμβάνει τις ευθύνες του εξαρχής ή να μοιράζει κατηγορίες από εδώ και από εκεί μόνο και μόνο για να νιώθει σωστός και τέλειος, χρωστώντας συγγνώμες μετέπειτα;

Μόλις κανείς γνωρίσει και αναγνωρίσει τον πραγματικό του εαυτό, ρίχνοντας τον εγωισμό του και βλέποντας καθαρά, θα δει κατά πάσα πιθανότητα μεγάλη αλλαγή στην καθημερινότητά του και στις σχέσεις του με τους άλλους. Στο κάτω κάτω, το να κατηγορήσεις κάποιον άδικα, ίσως γίνει αιτία να χάσεις από δίπλα σου έναν δικό σου άνθρωπο. Μήπως αν παραδεχόσουν τα λάθη σου, απέφευγες πολλά προβλήματά πριν καν προκληθούν; Ας βουτάμε τη γλώσσα μας στο μυαλό μας πριν εκφράσουμε τη δυσαρέσκειά μας, πόσο μάλλον όταν πρόκειται να ρίξουμε ευθύνες σε κάποιον άλλον για κάτι που φταίμε εμείς.