Τρίτη 19 Ιουλίου 2022

Ανακαλύπτουμε τα κενά μας όταν τα γεμίζουμε

«Αν σε ανησυχούν οι εξωτερικές συνθήκες, δεν είναι αυτές που θα έπρεπε σε ανησυχούν, αλλά η δική σου αντίληψη των εξωτερικών συνθηκών... και είναι εντός των δυνατοτήτων σου, η ικανότητα να αλλάξεις την αντίληψη αυτή οποιαδήποτε στιγμή». – Μάρκος Αυρήλιος

Είναι πολλοί οι άνθρωποι στην καθημερινότητα που όταν ερωτηθούν «πώς είσαι σήμερα;» απαντούν συχνά με ένα τυπικό «ε...καλά».

Δεν πρόκειται για μία τυπική απάντηση... πραγματικά νιώθουν καλά, διότι έχουν συνηθίσει το «μέτρια» ως καλά.

Αν έπρεπε να αποδώσουμε ένα χρώμα στη διάθεση που νιώθουν συχνότερα, ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, αυτό θα ήταν προφανώς το γκρι χρώμα...

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι πολλοί άνθρωποι έχουν συνηθίσει να θεωρούν το γκρι χρώμα της συναισθηματικής τους διάθεσης ως φυσικό, σαν το «άσπρο» της χαράς που πιστεύουν ότι βιώνει ο κάθε άνθρωπος. Μπορούμε να φανταστούμε συνήθως μόνο αυτά που έχουμε ζήσει, όχι αυτά που δεν έχουμε βιώσει.

Λέγεται ότι τα πουλιά που έχουν μεγαλώσει μέσα σε ένα κλουβί, μπορεί να μάθουν να θεωρούν το πέταγμα ως κάτι μη φυσικό... Κι αν κάποιος αφήσει την πόρτα του κλουβιού ανοιχτή, είναι πιθανό να μη θέλουν να βγουν από αυτό και να πετάξουν... Το κλουβί δίνει μια κάποια ασφάλεια... και το καινούριο εμπεριέχει ένα ρίσκο.

Αν πετάξεις... πρέπει να ξέρεις που να πας... αυτό τουλάχιστον πιστεύει ένας άνθρωπος με «γκρι» διάθεση... Δεν έχει συνηθίσει να έχει πολλές επιλογές οι οποίες σημαίνουν πραγματική ελευθερία... Αντίθετα μπορεί να έχει μάθει να υπακούει σε πολλά πρέπει, τα οποία νιώθει ότι αν τα επιτυγχάνει συνεχώς, κάποτε ίσως... το γκρι της διάθεσης θα γίνει άσπρο.

Δεν πρέπει να μας παραξενεύει σαν γεγονός αν σκεφτούμε ότι για πολλά χρόνια μεγάλωναν γενιές ανθρώπων με την πεποίθηση στο μυαλό τους ότι η γη είναι επίπεδη... Μόνο τότε μπορούμε να αντιληφθούμε τον φόβο των πληρωμάτων του Χριστόφορου Κολόμβου ότι θα έπεφταν στο κενό όταν έφταναν στην άκρη της γης.

Πραγματικότητα είναι για το μυαλό μας, ό,τι διδασκόμαστε από τους γονείς μας και το πιθανότερο είναι ότι δε θα προσπαθήσουμε ή και θα αντισταθούμε να το εξετάσουμε ή να το αμφισβητήσουμε.

Πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν να φύγουν από τα πρέπει ή τις συμπεριφορές που υιοθετούν κάθε μέρα, διότι είναι πολύ πιθανό ότι θα νιώσουν ενοχές αν αλλάξουν κάτι σε αυτές, και αυτό επιβαρύνει άμεσα τη διάθεσή τους. Έτσι οι άνθρωποι αυτοί, δικαιολογημένα, όσο και να ακούνε άλλους να τους λένε το αντίθετο, θα λένε ότι η δική τους κατάστασή είναι διαφορετική.

Τα κάγκελα του δικού τους κλουβιού είναι πραγματικά και οι άλλοι απλά... δεν μπορούν να το κατανοήσουν αυτό! Πρόκειται για μία κατάσταση που άλλοτε την ονομάζουμε δυσθυμία, άλλοτε απλώς μελαγχολία ή μία συνεχή κακή συναισθηματική διάθεση. Αν ερωτηθούν αυτοί οι άνθρωποι γιατί δεν κάνουν ταξίδια, χόμπι, βόλτες με φίλους, συνήθως λένε «μα φταίνε τα κάγκελα του κλουβιού, αλλά δεν μπορείς να τα δεις εσύ».

Είναι πιθανό να νιώθουν κάποια συναισθήματα ευχαρίστησης ή ικανοποίησης, πολύ λίγα όμως συγκριτικά με τα όσα θα μπορούσαν να ζήσουν... Αυτά τα λίγα όμως είναι η δική τους απεικόνιση της Ευτυχίας.

«Ανακαλύπτουμε τα κενά μας μόνο όταν τα γεμίζουμε» έλεγε ένας σπουδαίος ποιητής. Όταν τέτοιοι άνθρωποι ακούσουν ότι η καθημερινή χαρούμενη διάθεση είναι εφικτή και ότι αυτό το επιτυγχάνουν πολλοί, εκπλήσσονται. Εκπλήσσονται και όταν ακούν ότι η χαρούμενη διάθεση έχει επίπεδα. Ίσως εκπλήσσονται διότι νομίζουν ότι πολλοί ευτυχισμένοι άνθρωποι δε μεγάλωσαν ποτέ μέσα σε ένα κλουβί... αλλά ότι οι εξωτερικοί παράγοντες ήρθαν όλοι ευνοϊκοί σε εκείνους.

Στην πραγματικότητα οι ευτυχισμένοι άνθρωποι ξεκινούν από την αναγνώριση ότι το κλουβί είναι φτιαγμένο από κάποιον, όπως και τα πρέπει και οι συμπεριφορές που μαθαίνουμε... Το μυστικό είναι να μπορούμε να αμφισβητούμε και να αναρωτιόμαστε πάνω στα πρέπει, τις συμπεριφορές μας, τις ικανότητες που μας αναγνώρισε κάποιος. Είναι πολύ σημαντικό ότι πουλιά μεγαλωμένα σε κλουβί δεν εξασκούν το πέταγμα διότι πείστηκαν ότι δε διαθέτουν αυτή την ικανότητα.

Όταν κάποια πουλιά μεγαλώσουν σε κλουβί, το φόβο τους για το πέταγμα μπορούν να τον αντιμετωπίσουν και με άλλους τρόπους. Μπορούν να αρχίσουν να μαζεύουν σπόρους για πολύ καιρό, λέγοντας ότι όταν έχουν πολλούς σπόρους, θα είναι αρκετά δυνατά ώστε να πετάξουν με σιγουριά... Σιγά σιγά όμως η συγκέντρωση των σπόρων γίνεται αυτοσκοπός και μία ιδανική άμυνα ώστε να αναβάλλεται το πέταγμα.

Τα φοβισμένα πουλιά δε νιώθουν ποτέ ότι οι σπόροι είναι αρκετοί, το πέταγμα πάντοτε αναβάλλεται...Ύστερα μπορεί να σκεφτούν ότι αν δυναμώσουν αρκετά τα φτερά τους, δοκιμάζοντας το πέταγμα μέσα στο κλουβί, κάποτε θα πετάξουν έξω από το κλουβί με σιγουριά. Και η άσκηση όμως, όπως και οι σπόροι, μπορεί να γίνει αυτοσκοπός χωρίς τελικά να νικηθούν οι φόβοι. Διότι πάλι, το πουλί αποφεύγει να σκεφτεί το πέταγμα και στρέφει την προσοχή του σε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό.

Αυτό που συμβαίνει στο πουλί είναι ότι αποτυγχάνει να εντοπίσει τον πραγματικό λόγο που δεν πετάει. Οι μηχανισμοί άμυνας θέλουν να εμποδίσουν την αποκάλυψη της αληθινής επώδυνης αιτίας ή οποία δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι μέσα του έχει επιλέξει την ασφάλεια. Και έτσι, το μάζεμα των σπόρων, η άσκηση κ.λ.π. είναι οι τρόποι που βρίσκει το μυαλό για να μην ανακαλύψει ότι αυτό που φοβάται είναι να μην χάσει την αίσθηση της ασφάλειας.

Γνωρίζουμε ότι η λογική μας μπορεί να διατηρεί τη διάθεση σταθερά ακμαία... Να την επαναφέρει όταν επηρεάζεται αρνητικά από εξωτερικά ερεθίσματα. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο όταν έχει εκπαιδευθεί να κατανοεί και να ερμηνεύει το υποσυνείδητό μας. Όταν κάτι εξωτερικό μας αγγίζει, αυτό συμβαίνει διότι θίγει κάποια βαθύτερη κρυμμένη ανησυχία μας, αξία πεποίθηση κ.λ.π.

Η διάθεση μπορεί να είναι και πρέπει να είναι κάθε μέρα καλή, το χαμόγελο να υπάρχει κάθε μέρα. Αρκεί να κατανοήσουμε τα πρέπει, τους φόβους ή της ελλείψεις που έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι έχουμε. Τα πουλιά πείστηκαν ότι δεν μπορούν να πετάξουν. Έτσι κι εμείς οι ίδιοι επιτρέπουμε ασυνείδητα να μην μπορούμε να πετάξουμε.

«Η ευτυχία δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τη σταθερά καλή διάθεση, αυτή που βιώνεις μόνιμα και όχι παροδικά. Διότι το μεγάλο πρόβλημα είναι η διάρκεια, το θέμα είναι (και είναι εφικτό) να διατηρείς τη διάθεσή σου ακμαία κάθε μέρα» – Επίκουρος

Hans Christian Andersen: Ένα τριαντάφυλλο από τον τάφο του Ομήρου

Στ’ Ανατολίτικα τραγούδια αντηχεί η αγάπη του αηδονιού για το τριαντάφυλλο· μέσα στη σιωπή της έναστρης νύχτας, ο φτερωτός τραγουδιστής λέει μια σερενάτα στο μυρωμένο του λουλούδι.

Όχι μακριά από τη Σμύρνη, κάτω απ’ τα πανύψηλα πλατάνια όπου ο πραματευτής πάει τις φορτωμένες καμήλες του που σηκώνουν περήφανα το κεφάλι και πατούν αδέξια ένα χώμα ιερό, είδα ένα θάμνο από ανθισμένες τριανταφυλλιές. Αγριοπερίστερα πετούσαν ανάμεσα στα κλαδιά των ψηλών δέντρων, και τα φτερά τους έλαμπαν σα μαργαριτάρια σαν τ’ άγγιζε μια ηλιαχτίδα.

Ένα λουλούδι από το θάμνο με τις τριανταφυλλιές ήταν το πιο ωραίο απ’ όλα, και γι’ αυτό το λουλούδι το αηδόνι τραγουδούσε τους ερωτικούς του καημούς, αλλά το τριαντάφυλλο απόμενε βουβό, καμιά σταγόνα δροσιάς δεν έβλεπες στα πέταλά του, σα συμπονετικό δάκρυ, και το λουλούδι έσκυβε με το κοτσάνι του πάνω σε μεγάλες πέτρες.

«Εδώ αναπαύεται ο πιο μεγάλος ραψωδός της γης, έλεγε το τριαντάφυλλο, θέλω ν’ αρωματίσω τον τάφο του, και να σκορπίσω πάνω του τα πέταλά μου όταν η καταιγίδα θα μου τα ρίξει. Ο ραψωδός της Ιλιάδας κατάντησε σκόνη σε τούτη τη γη όπου φυτρώνω. Εγώ, τριαντάφυλλο του τάφου του Ομήρου, είμαι ιερό, δεν ανθίζω για το φτωχό αηδόνι».

Και το αηδόνι κελάδησε, κελάδησε, ώσπου άφησε την τελευταία του πνοή.

Ο καμηλιέρης ήρθε με τις φορτωμένες καμήλες του και τους μαύρους του σκλάβους. Το αγοράκι του βρήκε το νεκρό πουλάκι, κι έθαψε το μικρό φτερωτό τραγουδιστή στον τάφο του Ομήρου, και το τριαντάφυλλο αναρρίγησε μες στον άνεμο. Η νύχτα απλώθηκε, το τριαντάφυλλο έκλεισε πιο πολύ τα πέταλά του κι ονειρεύτηκε πως ήταν μια όμορφη ηλιόλουστη μέρα και πως μια ομάδα από «Φράγκους» είχαν έρθει να προσκυνήσουν τον τάφο του Ομήρου, και πως ανάμεσα σ’ αυτούς τους ξένους, ήταν ένας ραψωδός απ’ το βορρά, από τη χώρα της ομίχλης και της πολικής αυγής, πως πήρε το τριαντάφυλλο και το φύλαξε μέσα σ’ ένα βιβλίο, κι έτσι το πήγε σ’ έν’ άλλο μέρος του κόσμου, στη μακρινή του πατρίδα. Κι από τη θλίψη του, το τριαντάφυλλο μαράθηκε, κι απόμεινε πλακωμένο μες στο βιβλίο, που ο ξένος το άνοιξε στο σπίτι του, λέγοντας: «Νά ένα τριαντάφυλλο από τον τάφο του Ομήρου».

Αυτό ήταν τ’ όνειρο του λουλουδιού, που ξύπνησε κι αναρρίγησε απ’ τον άνεμο.

Μια σταγόνα δροσιάς έπεσε απ’ τα πέταλά του στον τάφο του ραψωδού, κι ο ήλιος ανάτειλε, και το τριαντάφυλλο άνοιξε κι έγινε ακόμα πιο ωραίο από πρώτα. Η μέρα ήταν ζεστή, και το τριαντάφυλλο βρισκόταν στη φλογερήν Ασία. Τότε βήματα ακούστηκαν, «Φράγκοι» ξένοι έφτασαν, όμοιοι σαν εκείνους που το λουλούδι είχε δει στ’ όνειρό του, κι ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν ένας ποιητής απ’ το βορρά, που έκοψε το τριαντάφυλλο και το φίλησε, και το πήρε μαζί του, μακριά, στη χώρα της ομίχλης και της πολικής αυγής.

Έτσι σα μια μούμια, το ξεραμένο πια λουλούδι αναπαύεται τώρα στην Ιλιάδα του, και σα μέσα σ’ όνειρο, ακούει τον ποιητή να λέει, σαν ανοίγει το βιβλίο του:

«Νά ένα τριαντάφυλλο απ’ τον τάφο του Ομήρου».

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ένα τριαντάφυλλο από τον τάφο του Ομήρου

Carl Jung: Αυτός που δεν γνωρίζει τη σκιά του, συναντά τη μοίρα του

Ο φόβος του ίσκιου

Στην ταινία Η Πεντάμορφη και το Τέρας του Jean Cocteau, η πεντάμορφη έχει τρομάξει από το θηρίο. Τελικά φτάνει να το βλέπει πέρα από το παρουσιαστικό του. Το κοιτάζει, το εξημερώνει και το αγαπά γι’ αυτό που είναι κατά βάθος. Η αγάπη της το μεταμορφώνει. Γίνεται ένας όμορφος άντρας.
Το τερατώδες πλάσμα είναι ένα σύμβολο του ίσκιου. Ο ίσκιος είναι ό,τι δεν φωτίζεται. Είναι αυτό που το άτομο δεν γνωρίζει και το οποίο ακούραστο τον ακολουθεί. Ο ίσκιος είναι η αποθήκη των πτυχών της προσωπικότητας που έχουν απορριφθεί.

Οτιδήποτε συμβατικό, είναι καταδικασμένο να λιμνάζει κρυφά στον ίσκιο του ψυχισμού. Αποφεύγουμε να αντιπαρατεθούμε με τον ίσκιο μας επειδή κρίνουμε πολύ αυστηρά αυτά που σκεπάζει. Στην πραγματικότητα, φοβόμαστε τις δικές μας ευαισθησίες και αδυναμίες. Αποφεύγουν τη σκιά μας για να μη βρεθούμε αντιμέτωποι με αυτό που δεν αγαπάμε στον εαυτό μας.

Όταν αγνοούμε τη σκιά μας, προσπαθούμε να μην τη βλέπουμε για τον εαυτό μας, αλλά επίσης να μη βλέπουμε τον ίσκιο και των άλλων, κάτι που οδηγεί σε λανθασμένες κρίσεις και αντιλήψεις γιατί αφήνουμε τον εαυτό μας να ξεγελιέται από αυτό που φαίνεται. Τελικά, όλα αυτά, που αγνοούμε και αρνούμαστε να δούμε στον εαυτό μας και στον άλλον, κινδυνεύουν να κάνουν βίαια την εμφάνισή τους στη ζωή μας και να πάρουν το πάνω χέρι.

Ανακαλύπτω τη σκιά μου

Όλα τα παιδιά φοβούνται τους μπαμπούλες. Τρομαγμένα κρύβονται κάτω από τις κουβέρτες. Μαθαίνουν να τους παρατηρούν και αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει κάτι οικείο και τρυφερό πίσω από αυτά τα τερατώδη σώματα. Έτσι, το παιδί εξημερώνεται το ίδιο ξεπερνώντας τους φόβους του. Ο ενήλικος έχει να διανύσει το ίδιο μονοπάτι της ανακάλυψης με τα τέρατα που ζουν στη σκιά του. Συνθέτουν ένα ολόκληρο εικονογραφημένο φανταστικό βιβλίο.

Ποιος κρύβεται στη σκιά;

«Δεν φωτιζόμαστε κοιτάζοντας το φως, αλλά βυθιζόμενοι στο σκοτάδι μας. Όμως, αυτό συχνά είναι δυσάρεστο, άρα ανεπιθύμητο» – Carl Gustav Jung

Το εικονογραφημένο βιβλίο των πλασμάτων του ίσκιου

Η συμβολική γλώσσα είναι, για τον καθένα, μια αστείρευτη πηγή πληροφοριών. Ο ενήλικος έχει ανάγκη από εικόνες για να φέρνει στο νου του και να αγγίξει τις τολμηρές και ευρηματικές δυνάμεις που αδρανούν μέσα του. Η επιτυχία που έχουν τα περιπετειώδη μυθιστορήματα όπως Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών ή ο Χάρι Πότερ αποδεικνύει την ανάγκη για αλληγορίες και σύμβολα.

Οι σύγχρονοι μύθοι είναι γεμάτοι από τερατώδη πλάσματα που φωτίζουν την ψυχική ζωή, όπως ακριβώς και οι ήρωες. Τα πλάσματα του ίσκιου στοιχειώνουν μερικές φορές το όνειρο. Επιμένουν να καταγγέλλουν το στραβό του προσαρμοσμένου Εαυτού και της κοινωνίας.

Φέρνουν σε πρώτο πλάνο τους φόβους, τις επιθυμίες και τις ενορμήσεις που πρέπει να εξημερωθούν. Το τερατώδες πλάσμα, όπως και ο άγγελος, είναι ένας μεσολαβητής με ό,τι παραμένει κρυμμένο. Το τερατώδες παρουσιαστικό του δεν αντανακλά την αληθινή του φύση, αλλά την εξορία του μέσα στο σκοτάδι. Με την τρομακτική του όψη, το τέρας θέλει να τραβήξει την προσοχή. Αμφισβητεί την ομαλότητα, όπως αυτή έχει οριστεί από το οικογενειακό και κοινωνικό πλαίσιο. Το πλάσμα του ίσκιου είναι ο κληρονόμος του παιδικού μπαμπούλα. Αντιμετωπίζοντάς το, γινόμαστε ολοκληρωμένοι άνθρωποι.

Η σκιά της προσκόλλησης

Οι άνθρωποι συνήθως περνάμε ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μας προσπαθώντας να συσσωρεύσουμε χρήματα, αγαθά, επαίνους, εξουσία… και, μερικές φορές, ακόμη και ανθρώπους. Τρέχουμε εδώ κι εκεί, κάνουμε αλχημείες ή ταχυδακτυλουργίες και φαινόμαστε ικανοί να πληρώσουμε οποιοδήποτε τίμημα αρκεί να κερδίσουμε: επιτυχία, χρήματα, κάποιον ή κάποια. Το ν’ αποκτήσουμε κάτι μας γίνεται έμμονη ιδέα, μας απασχολεί διαρκώς και μας αγχώνει: «Τι να κάνω για ν’ αποκτήσω αυτό το πράγμα;», «είναι αρκετά αυτά που έχω;», «πρέπει ν’ αποκτήσω κι άλλα», «κι αν χάσω κι όσα έχω;»… Όχι μόνο θέλουμε να έχουμε πράγματα, αλλά θεωρούμε ότι όσο περισσότερα, τόσο το καλύτερο.

Όλη αυτή η αναζήτηση οδηγεί σε δύο ολέθριες καταστάσεις. Καταρχάς, ο τόσος χρόνος που σπαταλάμε τρέχοντας πίσω τους δεν μας αφήνει περιθώρια να ζήσουμε (ούτε καν για να τα χαρούμε) και δεύτερον, ακόμη κι αν τους αφιερώναμε λίγο χρόνο, θα τον περνούσαμε ανήσυχοι και φοβισμένοι μήπως χάσουμε κάτι απ’ όλα αυτά που πετύχαμε.

Μερικές φορές ασχολούμαστε τόσο πολύ με τα πράγματα που μας ανήκουν, που θα ‘λεγε κανείς πως είμαστε εμείς που ανήκουμε σ’ αυτά. Ο Αργεντινός συγγραφέας Χούλιο Κορτάσαρ γράφει στο διήγημά του: «Προοίμιο στις οδηγίες για το κούρδισμα του ρολογιού» ότι, όταν σου χαρίζουν ένα ρολόι δεν σου δίνουν μόνο το ρολόι: σου δίνουν μαζί και την ανάγκη να το κουρδίζεις κάθε μέρα, την ανησυχία μήπως το χάσεις και την τάση να το συγκρίνεις με άλλα ρολόγια. Ο Κορτάσαρ καταλήγει λέγοντας ότι, τελικά, το δώρο είσαι εσύ. Εσένα χάρισαν στο ρολόι για τα γενέθλιά του. Ζούμε με την ιδέα ότι όσο περισσότερα έχουμε τόσο περισσότερες δυνατότητες μας δίνονται, αλλά αν δεν προσέξουμε μπορεί να καταλήξουμε δέσμιοι των πραγμάτων που έχουμε αποκτήσει.

Όταν ποθούμε να αποκτήσουμε κάτι που δεν έχουμε, -είτε υλικό, είτε πνευματικό είτε συναισθηματικό-, διακατεχόμαστε από ένα λίγο-πολύ συγκεκριμένο συναίσθημα δυσαρέσκειας και στέρησης. Ξυπνά μέσα μας μια φυσική τάση να προμηθευτούμε αυτό που μας λείπει και οδηγούμε τα πράγματα προς αυτήν την κατεύθυνση χωρίς να συνειδητοποιούμε πως υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ελέγξουμε το ανικανοποίητο: προσπαθώντας να προσαρμόσουμε την επιθυμία μας στην πραγματικότητα (αντί για το αντίθετο).

Μήπως αυτό σημαίνει, άραγε, ότι θα πρέπει να πάψουμε να έχουμε επιθυμίες; Πολλοί ανατολικοί φιλόσοφοι θα έλεγαν πως «ναι», ενώ κάποιοι ψυχαναλυτές θα υποστήριζαν πως αυτό είναι σκέτη καταστροφή. Λαμβάνοντας υπόψη μας και τις δύο απόψεις, θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν είναι κακό να επιθυμούμε αν ξέρουμε να μην τα ζητάμε όλα εδώ και τώρα, κι αν μπορούμε να ελέγχουμε την απαίτησή μας να είναι όπως ακριβώς τα φανταζόμαστε. Η επιθυμία μας κινητοποιεί και μας βάζει σ’ έναν δρόμο, αλλά αν τα ζητάμε όλα αμέσως, τότε μάλλον το άγχος υπερισχύει της υγιούς επιθυμίας.

Υπάρχουν φορές που προσπαθούμε να «κατέχουμε», επειδή η ιδέα και μόνο μας προσφέρει κάποια ασφάλεια. Μπροστά στο τρωτό της ζωής και στο απροσδόκητο των γεγονότων, η σκέψη πως η περιουσία μας μπορεί να ανακόψει οποιοδήποτε απρόοπτο μας προσφέρει ηρεμία. Το σίγουρο είναι, όμως, ότι τίποτα δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει πως δεν θα προκύψουν προβλήματα. Όταν αυτά παρουσιάζονται, σπανίως είναι τόσο απλά ώστε να επιλυθούν «αντλώντας από τα αποθέματα» (χρημάτων, αγάπης ή υπερηφάνειας).

Ποια αναγέννηση;

ΕΓΩ ΜΙΛΩ ΔΙΑ ΤΟ ΠΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΓΥΡΕΒΟΥΜΕ. Δε ζητούμε την αναγέννησή μας: Και τι η αναγέννηση μιας κοινωνίας, αν δεν είναι η ριζική ηθική καλητέρεψη των ατόμων οπού την συστένουνε;

Αν λοιπόν επιθυμούμε την αναγέννηση της κοινωνίας μας, τέστι την ηθικήν μας καλητέρεψη, δεν είναι τάχα στο χέρι μας ναν την κάμωμ’ εμείς εις τον εαυτό μας, χωρίς να ζητούμε από την Κυβέρνηση να μας κάμη καλήτερους; Αλλέως, αν δεν είναι τούτο που γυρέβουμε, τι λοιπόν εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση;

Μήπως ζητούμε της Κυβέρνησής μας να μας στείλη ένα σακκί τάλαρα καθενός εις το σπίτι μας, και να εξακολουθάη να μας τα στέλνη πάντα κάθε φορά που μας χρειάζεται v’ αναγεννηθούμε;

Όχι, όχι˙ δεν ημπορούμε βέβαια να γεληόμαστε τόσο˙ η παιδιαροσύνη μας δεν ημπορεί δα να φτάνη έως εκεί. Άλλο πράμμα εννοούμε και μόνον δεν εκφρασθήκαμε ποτέ παστρικά.

Εμείς βασανίζουμάστε από την διαφθοράν των ηθών μας˙ το αίσθημα του πάθους μας είναι πραγματικό˙ η αιτία είναι ολοφάνερη στα μάτια μας, εμάς των ίδιωνε, όντις καθένας μας εξαιρόντας μόνον τον εαυτόν του, κατηγορεί όλους τους άλλους. Ενστιγματικώς επιθυμούμε την ιατρεία μας, συμφωνούμε διά τη χρεία τού να ηθικευθή η κοινωνία, αλλά καθένας μας αρνείται ηθικέψη τον εαυτό του!…

Εκείνο που εννοούμε με την λέξην Αναγέννηση, αν εξετάσωμε βαθιά μέσα το αίσθημά μας, δεν είναι μήτε τα σακιά με τα τάλαρα, μήτε κανένα τέτοιο˙ είναι η ηθίκεψη της κοινωνίας, και τούτη είναι η ιατρεία εκείνη την οποία ενστιγματικώς γυρέβουμε, μα καθενός μας ζητάει να ηθικεύθούν όλοι οι άλλοι έξω από τον εαυτό του!….

Ιδού εκείνο που καταστένειο αδύνατην την ιατρεία, αδύνατη την αναγέννησην επειδή, «Δεν είναι δυνατόν να γένη καμμία κονωνική καλητέρεψη, εκεί όπου ο καθένας δεν την αρχίζει στον εαυτό του».

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (1811-1901), ΛΑΟΣ ΚΑΙ ΛΑΟΠΛΑΝΟΙ

Στην “ΕΛΕΝΗ” του Ευριπίδη αποδεικνύεται πως ό,τι φαίνεται αλήθεια συχνά είναι ψέμα

ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩ∆ΙΑΣ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΙ∆Η «ΕΛΕΝΗ»

Μια από τις τραγωδίες του Ευριπίδη που έχει διασωθεί στο ακέραιο είναι η “Ελένη”.

Η υπόθεσή της εκτυλίσσεται στην Αίγυπτο και συγκεκριµένα στο νησί Φάρος.

Εκεί η ηρωίδα έχει µεταφερθεί από τον Ερµή και διαµένει στο ανάκτορο του βασιλιά Πρωτέα ενώ το είδωλό της ακολουθεί τον Πάρη στην Τροία. Ο Πρωτέας πεθαίνει και ο διάδοχός του Θεοκλύµενος τη ζητά σε γάµο. Η Ελένη όµως παραμένει πιστή στο Μενέλαο, τον άντρα της, και αρνείται να τον παντρευτεί. Ο Τεύκρος την πληροφορεί για την καταστροφή της Τροίας και της λέει πως ο Μενέλαος πιθανόν να έχει σκοτωθεί. Η Ελένη τον συµβουλεύει να κρυφτεί, γιατί ο βασιλιάς σκοτώνει όλους τους Έλληνες που φτάνουν στη χώρα του, ενώ εκείνη (συµβουλευόµενη το χορό) επισκέπτεται τη µάντισσα Θεονόη για να εξακριβώσει την αλήθεια.

Ο Μενέλαος εµφανίζεται και διηγείται πώς περιπλανήθηκε πολύ στη θάλασσα και πώς έφτασε σ΄ αυτό τον άγνωστο τόπο µε την – όπως πιστεύει- γυναίκα του. Όµως, η γερόντισσα που είναι υπηρέτρια στο παλάτι, τον πληροφορεί πως η πραγματική του γυναίκα βρίσκεται εκεί.

Επακολουθεί η αναγνώριση των δύο συζύγων και η χαρά τους είναι µεγάλη αλλά δεν κρατάει πολύ δυστυχώς.

Ο Μενέλαος κινδυνεύει από τον Θεοκλύµενο και πρέπει να κρυφτεί. Αυτός αρνείται να το κάνει και η µάντισσα που τον αναγνωρίζει, πείθεται να µην τον προδώσει.

Η Ελένη ξεγελά τον Θεοκλύµενο και παίρνει πλοίο µε ναύτες τάχα για να σκορπίσει την τέφρα του Μενέλαου ενώ στην πραγµατικότητα φεύγει µαζί του. Ο Θεοκλύµενος το µαθαίνει όταν αυτοί έχουν φύγει και θέλει να σκοτώσει την Θεονόη που τους κάλυψε, όµως οι ∆ιόσκουροι που εµφανίζονται τον αποτρέπουν.

Είναι – φαίνεσθαι

Στην τραγωδία αυτή παρατηρούμε πως οτιδήποτε νομίζουμε αληθινό, αποδεικνύεται ψέμα, και ό,τι είναι ψέμα μπορεί να είναι η μεγαλύτερη αλήθεια. Ο υπαινιγμός είναι σαφής. Δεν είναι πάντα τα φαινόμενα αυτά που πρέπει να καθορίζουν τη δράση μας, μα η εξέταση τους σε βάθος μέχρι να φανεί η αλήθεια. Αυτό φαίνεται στους στίχους 80-82 με την αντίθεση «όνομα», «σώμα». Συνεπώς, ο άνθρωπος δεν πρέπει να στηρίζεται μόνο στις αισθήσεις του αλλά και στη νόηση του και πως πρέπει να αναζητάμε την αλήθεια στην ουσία και όχι στην εικόνα των καταστάσεων. Η πλάνη, που ζουν οι άνθρωποι, φαίνεται στην εμφάνιση του Τεύκρου όπου ενισχύεται η βασική ιδέα του Ευριπίδη πως οι Έλληνες πιστεύουν ότι πολεμούν εξαιτίας της άπιστης Ελένης, ενώ στην πραγματικότητα η Ελένη δεν πήγε ποτέ στην Τροία και ο πόλεμος ήταν μάταιος. Μέσα από τα λόγια της Ελένης εξελίσσεται η ιδέα της βασικής αντίθεσης του έργου ανάμεσα στη φαινομενικότητα και την πραγματικότητα. Δύο φορές η Ελένη αναφέρεται στο όνομα της που είναι ντροπιασμένο σε όλη την Ελλάδα και αποτελεί την αιτία συμφορών, σε αντίθεση με την ίδια που παραμένει αγνή, αμόλυντη και πληρώνει χωρίς να φταίει.

Ειδικότερα, στην τραγωδία βρίσκονται αντιμέτωποι ο κόσμος της πραγματικότητας και ο κόσμος της ψευδαίσθησης. Παρατηρούμε όμως ότι ο Μενέλαος μένει προσκολλημένος πεισματικά στο «φαίνεσθαι», παρότι βρίσκεται σε βαθιά σύγχυση από τα λόγια της γερόντισσας. Ο Ευριπίδης οδηγεί τους θεατές να προχωρήσουν σε δικούς τους προβληματισμούς γύρω από αυτή την αντίθεση με τις ρητορικές ερωτήσεις που βάζει στο στόμα του Μενέλαου: «υπάρχει Σπάρτη αλλού…;¨», «Δεύτερη υπάρχει στον κόσμο Λακεδαίμονα;». Άρα υπάρχει το ερώτημα αν τελικά αυτός ο πόλεμος γίνεται για αληθινούς λόγους.

Αριστοτέλης: Πως διατηρούνται οι μοναρχίες

Σε γενικές γραμμές οι μοναρχίες διατηρούνται για λόγους αντίθετους από εκείνους που τις ανατρέπουν, και ανάλογα με τη μορφή της, η βασιλεία επιβιώνει μετριάζοντας την εξουσία της. Γιατί τόσο περισσότερο θα παραμείνει στην εξουσία αμετάβλητη, όσο λιγότερες είναι οι εξουσίες της.

Τότε και οι βασιλείς είναι λιγότερο απολυταρχικοί και πλησιάζουν περισσότερο τους υπηκόους τους, με συνέπεια αυτοί να τους ζηλεύουν λιγότερο. Έτσι διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα η βασιλεία των Μολοσσών, όπως και των Σπαρτιατών, όχι μόνο γιατί η εξουσία μοιράστηκε από την αρχή σε δυο, αλλά και γιατί ο Θεόπομπος μείωσε αργότερα κι άλλο την εξουσία της και με άλλους νόμους και με τη θέσπιση του θεσμού των εφόρων.

Αφαιρώντας λοιπόν δύναμη από τη βασιλεία, παρέτεινε τη διάρκεια της, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι μεγάλωσε τη δύναμή της. Έτσι ακριβώς απάντησε στη γυναίκα του, όταν τον ρώτησε αν ντρέπεται που παραδίνει στους γιους του βασιλεία με λιγότερες εξουσίες απ’ όσες είχε όταν την παρέλαβε απο τον πατέρα του: «ασφαλώς Οι τυραννίδες επιβιώνουν με δυο τελείως αντίθετους τρόπους– ο ένας είναι γνωστός από την παράδοση και μ’ αυτόν κυβερνούν οι περισσότεροι τύραννοι’ λέγεται ότι τα περισσότερα μέτρα τα θεσμοθέτησε ο Περίανδρος ο Κορίνθιος. Πολλά παρόμοια στοιχεία όμως υπάρχουν και στη βασιλεία των Περσών.

Μερικά από εκείνα που χρησιμοποιεί η τυραννίδα για να διατηρηθεί όσο θέλει, τα έχουμε αναφέρει παλιότερα’ δηλαδή τον περιορισμό των πολιτών που υπερέχουν , τον αφανισμό των γενναίων και μεγαλοφρόνων, την κατάργηση των συσσιτίων, των εταιριών, της παιδείας και όλων των σχετικών. Πρέπει ιδιαίτερα να προφυλάγονται από τη γενεσιουργό αιτία δυο παραγόντων” του αδέσμευτου φρονήματος και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Πρέπει ακόμα να μην τους αφήνουν να ιδρύουν φιλοσοφικές σχολές και κάθε άλλο είδος πνευματικού ομίλου. Γενικά οι τύραννοι πρέπει να κάνουν το παν ώστε ο ένας πολίτης να μην ξέρει τον άλλο (γιατί η γνωριμία μεταξύ των ανθρώπων καλλιεργεί την εμπιστοσύνη) οι ξένοι επίσης που ζουν στην πόλη πρέπει να είναι πάντα ορατοί και να μένουν κοντά στις πύλες του παλατιού (επειδή μόνο έτσι δεν μπορούν να κρύβουν τι κάνουν και λίγο-λίγο μαθαίνουν να είναι φρόνιμοι με το να δουλεύουν συνεχώς).

Εκτός από τα παραπάνω μπορούμε να αναφέρουμε και άλλα περσικά και βαρβαρικά μέτρα της τυραννίδας (όλα στοχεύουν σ’ ένα σκοπό) να μην τους διαφεύγει τι λένε και τι κάνουν οι αρχόμενοι και να υπάρχουν κατάσκοποι’ όπως στις Συρακούσες έχουν τις γυναίκες που λέγονται «ποταγωγίδες» και τους ωτακουστές, που έστελνε ο Ιέρων σε όλες τις φιλικές και πολιτικές συγκεντρώσεις (από φόβο για τους ανθρώπους εκείνους οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εκφραστούν ελεύθερα’ κι αν εκφραστούν ελεύθερα, περνούν λιγότερο απαρατήρητοι).

Άλλη μέθοδος των τυράννων είναι να συκοφαντούν και να προκαλούν φιλονικία μεταξύ φίλων, μεταξύ του λαού και των επιφανών, και μεταξύ των πλουσίων. Μια μέθοδος των τυράννων είναι να φτωχαίνουν τους αρχόμενους επιβάλλοντας φόρους, ώστε οι φρουροί τους να συντηρούνται με δικά τους έξοδα, και για να μη διαθέτουν χρόνο για συνωμοσίες εναντίον τους, αφού για να συντηρήσουν την οικογένεια πρέπει να δουλέψουν. Παράδειγμα οι Πυραμίδες της Αιγύπτου, τα αφιερώματα των Κυψελιδών, ο ναός του Ολύμπιου Δία από τον Πεισίστρατο και τους γιους του στην Αθήνα και τα έργα του Πολυκράτη στη Σάμο (όλα στον ίδιο σκοπό αποβλέπουν, στην απασχόληση και τη φτώχεια των αρχομένων). Άλλο παράδειγμα είναι οι υψηλοί φόροι στις Συρακούσες (την εποχή του Διονυσίου οι πολίτες πλήρωναν σε πέντε χρόνια όλη την περιουσία τους για φόρο).

Ο τύραννος είναι και φιλοπόλεμος, για δυο λόγους· κρατά τους πολίτες απασχολημένους και χρειάζονται κι αρχηγό. Τη βασιλεία τη σώζουν οι πιστοί οπαδοί, ενώ χαρακτηριστικό της τυραννίδας είναι ότι δεν εμπιστεύεται τους φίλους, γιατί ενώ όλοι οι πολίτες επιθυμούν την κατάλυση μόνο αυτοί μπορούν να την πετύχουν. Χαρακτηριστικά της τυραννίας είναι και όσα υπάρχουν στην ακραία-δημοκρατία, όπως η γυναικοκρατία στην οικία, ώστε οι γυναίκες να καταγγέλλουν προς τα έξω τις πράξεις των ανδρών, και η χαλάρωση της πειθαρχίας των δούλων για τον ίδιο λόγο. Γιατί τόσο οι δούλοι όσο και οι γυναίκες ζουν καλά και στα τυραννικά και στα δημοκρατικά πολιτεύματα όπου είναι μονάρχης ο λαός, οπότε όχι μόνο δεν θέλουν την κατάλυση των τυράννων, αλλά και τους υποστηρίζουν. Γι’ αυτό και τα δυο πολιτεύματα ευνοούν τους κόλακες, η δημοκρατία τους δημαγωγούς (αφού είναι κόλακες του λαού) και η τυραννίδα τους δουλοπρεπείς, αφού η δουλοπρέπεια είναι της κολακείας χαρακτηριστικό. Άλλωστε, η τυραννία αγαπά τους πονηρούς, αφού στους τυράννους αρέσει η κολακεία. Τούτο όμως κανένας ελεύθερος στο φρόνημα πολίτης δεν θα το έκανε, αφού οι έντιμοι άνθρωποι γίνονται μόνο φίλοι και ποτέ κόλακες. Και οι πονηροί είναι χρήσιμοι μόνο για τα πονηρά πράγματα, όπως λέει και η παροιμία «το καρφί με το καρφί».

Ένα από τα χαρακτηριστικά του τυράννου είναι ότι δεν χαίρεται ούτε με τη σεμνότητα ούτε με την ελευθερία (γιατί έχει την απαίτηση μόνο ο ίδιος να έχει αυτά τα προσόντα, κι εκείνος που τα διεκδικεί με τη σεμνότητα και την ελευθερία μειώνει την υπεροχή και τη εξουσία του τυράννου” οι τύραννοι λοιπόν μισούν αυτούς τους ανθρώπους, γιατί τους εκμηδενίζουν).

Άλλο χαρακτηριστικό τού τυράννου είναι να τρώει και να βρίσκεται μαζί με ξένους κι όχι με συμπατριώτες του, γιατί νομίζει ότι οι συμπατριώτες είναι εχθροί, ενώ οι ξένοι δεν εποφθαλμιούν την εξουσία του. Τούτα και άλλα παρόμοια είναι τα μέσα των τυράννων για να διατηρήσουν την εξουσία, όλα όμως περιέχουν το στοιχείο της μοχθηρίας. Όλα τούτα μπορούν να συμπεριληφθούν με λίγα λόγια σε τρεις κατηγορίες, αφού η τυραννίδα τρεις στόχους έχει: να εξουδετερώσει το φρόνημα των πολιτών (γιατί οι μικρόψυχοι δεν μπορούν να της αντισταθούν), οι πολίτες να μην εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο (γιατί η τυραννίδα δεν ανατρέπεται πριν δείξουν εμπιστοσύνη οι πολίτες μεταξύ τους, γι’ αυτό οι τύραννοι καταδιώκουν τους ευπρεπείς ως επικίνδυνους για την εξουσία τους, όχι μόνο γιατί δεν ανέχονται τη δεσποτική εξουσία, αλλά και γιατί εμπνέουν εμπιστοσύνη και στους ομοίους τους και στους άλλους και τελικά ούτε τους πρώτους καταγγέλλουν ούτε τους δεύτερους), τρίτος σκοπός είναι η εξασθένηση των πολιτών (γιατί κανείς δεν επιχειρεί άρα ούτε την κατάλυση της τυραννίδας, αφού δεν έχει την απαιτούμενη δύναμη). Αυτοί λοιπόν είναι οι στόχοι των τυράννων και μπορούν να συνοψιστούν σε τρεις κατηγορίες: να καλλιεργούν τη δυσπιστία ανάμεσα στους πολίτες, να τους εξασθενούν και να τους κάνουν μικρόψυχους.

Και τούτη είναι η πρώτη μέθοδος διατήρησης της τυραννίας. Η δεύτερη μέθοδος είναι να εφαρμοστούν προσεκτικά τα αντίθετα μέτρα, μπορούμε δε να τη βρούμε απ’ όσα είπαμε για την κατάλυση των ειδών της βασιλείας.

Όπως υπάρχει τρόπος να φθαρεί η βασιλεία, δηλαδή να γίνει πιο τυραννική, έτσι και η επιβίωση της τυραννίας εξαρτάται από το πώς θα φτάσει στα μέτρα της βασιλείας, διατηρώντας μόνο ένα στοιχείο, δηλαδή το να μπορούν να ασκούν εξουσία όχι μόνο όσοι θέλουν, αλλά κι όσοι δεν θέλουν. Αν το παραμελήσει, τότε παραμελεί και την τυραννία. Βάση και θεμέλιο πρέπει να είναι η δύναμη, ενώ από τα άλλα βασικά καθήκοντα, άλλα πρέπει ο τύραννος να τα εκτελεί κι άλλα να φαίνεται μόνο πως τα εκτελεί, κάνοντας τον βασιλιά. Και πριν απ’ όλα να δείχνει πως ενδιαφέρεται για τα κοινά, και να μην δαπανά σε δωρεές ποσά που να προκαλούν αγανάκτηση στον λαό, όταν βλέπει πως πληρώνει φόρους και αμείβεται με τσιγγουνιά, κι ενώ κοπιάζει σκληρά, δίνουν άφθονα στις εταίρες, στους ξένους και στους καλλιτέχνες. Πρέπει επίσης να λογοδοτεί για τα έσοδα και τα έξοδα, όπως έχουν κάνει ορισμένοι τύραννοι (αφού όταν γίνεται έτσι η διαχείριση του δημόσιου χρήματος ο διαχειριστής είναι περισσότερο οικονόμος και όχι τύραννος- και δεν πρέπει να φοβηθεί ότι κάποτε δεν θα έχει χρήματα, αφού είναι άρχοντας της πόλης. Συμφέρει περισσότερο να στέλνουν οι τύραννοι τα χρήματά τους έξω από την πόλη, παρά να τα κρατούν στην πατρίδα τους.

Γιατί αν τα χρήματα φύγουν από την πόλη, οι σωματοφύλακες θα τους επιτίθενται σπανιότερα, αφού, όταν ταξιδεύουν οι τύραννοι, πιο επίφοβοι είναι οι φρουροί παρά οι πολίτες, γιατί οι πρώτοι, πηγαίνουν μαζί, ενώ οι δεύτεροι μένουν πίσω). Ο τύραννος πρέπει εξάλλου να φαίνεται ότι εισπράττει τους φόρους και τις εισφορές για δημοσιονομικούς λόγους κι αν χρειασθεί να τους χρησιμοποιήσει για πόλεμο, αν προκύψει, και να ενεργεί γενικά ως φύλακας και ταμίας των χρημάτων που ανήκουν στον λαό και όχι στον ίδιο. Η όψη του πρέπει να προκαλεί όχι φόβο, αλλά σεβασμό, έτσι αυτοί που τον βλέπουν να μην τον φοβούνται, αλλά να τον σέβονται. Πάντως δεν είναι εύκολο να το πετύχει, γιατί αξίζει την καταφρόνια. Κι αν ακόμα δεν ενδιαφέρεται για τις άλλες αρετές, πρέπει να φροντίζει για την πολεμική αρετή, ώστε οι αρχόμενοι να νομίζουν ότι την έχει. Και όχι μόνο ο ίδιος να μη συμπεριφέρεται προσβλητικά σε αρχόμενους, νεαρό ή νεαρή, αλλά ούτε κανένας δικός του. Και οι γυναίκες όμως των τυράννων πρέπει να φέρονται καλά στις άλλες γυναίκες, γιατί από την αλαζονεία των γυναικών έχουν καταλυθεί πολλές τυραννίδες.

Αναφορικά με τις σωματικές απολαύσεις, πρέπει να κάνουν το αντίθετο από τους σημερινούς τυράννους (αυτοί όχι μόνο αρχίζουν τα όργια από το ξημέρωμα και τα συνεχίζουν πολλές μέρες, αλλά επιδεικνύονται στους άλλους για να τους θαυμάσουν για την ευδαιμονία και την ευτυχία τους). Αρα πρέπει να ακολουθούν το μέτρο, αλλιώς να φροντίζουν ώστε να μη γίνονται αντιληπτοί (αφού ο νηφάλιος ούτε επιθέσεις δέχεται εύκολα, ούτε εύκολα νικιέται ως εχθρός, ενώ ο μεθυσμένος δεν μπορεί να μείνει ξύπνιος και τον παίρνει ο ύπνος εύκολα). Ο τύραννος λοιπόν πρέπει να κάνει όλα τα αντίθετα απ’ όσα είπαμε ότι συνέβαιναν τα χρόνια τα παλιά (δηλαδή να φροντίζει για την κατασκευή δημόσιων κτιρίων και τη διακόσμηση της πόλης, επιστατώντας στην εργασία όχι ως τύραννος, αλλά σαν επίτροπος). Πρέπει επίσης να δείχνει ότι εκτελεί τα θρησκευτικά του καθήκοντα (γιατί οι πολίτες νομίζουν ότι οι φιλόθρησκοι τείνουν λιγότερο προς την παρανομία, αφού πιστεύουν πως φοβούνται και σέβονται τους θεούς· άρα επιδιώκουν λιγότερο το κακό του τυράννου, όταν πιστεύουν πως έχει τους θεούς στο πλευρό του). Η ευλάβεια όμως δεν πρέπει να καταντά θρησκοληψία.

Ο τύραννος πρέπει να τιμά όσους διακρίνονται, με τρόπο που να τους κάνει να πιστέψουν ότι δεν γίνεται να τιμηθούν περισσότερο από τους συμπατριώτες τους, αν είχαν αυτόνομο πολίτευμα. Παρόμοιες τιμές πρέπει να τις δίνει ο ίδιος, τις ποινές όμως να τις επιβάλλουν οι άλλοι άρχοντες και τα δικαστήρια. Η μοναρχία έχει μια μόνο προφύλαξη, να μη δίνει δηλαδή σ’ ένα άτομο μεγάλη εξουσία, αλλά να είναι περισσότεροι όσοι τυχόν αποκτήσουν μεγάλη εξουσία (γιατί ο ένας θα επιβλέπει τον άλλο). Αν όμως χρειαστεί να δώσει σε κάποιον μεγάλη δύναμη, τότε να προσέξει ώστε να μην είναι από χαρακτήρα θρασύς (επειδή όσοι έχουν τέτοιο χαρακτήρα είναι πολύ επιθετικοί στις ενέργειές τους). Όταν όμως αποφασίσει να εξουδετερώσει κάποιον με τόσο μεγάλη δύναμη, πρέπει να προχωρήσει σταδιακά και να μην του αφαιρέσει μονομιάς όλη την εξουσία. Ακόμα πρέπει να αποφεύγει οποιαδήποτε προσβολή εναντίον υπηκόων και να αποφεύγει ιδιαίτερα δυο πράγματα: να μην επιβάλλει ο ίδιος σοβαρή σωματική ποινή και να μην ασκεί ερωτική βία στους νέους. Και τούτο τον σεβασμό στη συμπεριφορά πρέπει να τον τηρεί απέναντι στους φιλότιμους πολίτες, γιατί μόνο οι πλεονέκτες δυσανασχετούν για την αδιαφορία του γύρω από τη δημόσια οικονομία, ενώ για την προσβολή της τιμής τους δυσανασχετούν μόνο οι φιλότιμοι και οι αξιοπρεπείς. Έτσι είτε δεν πρέπει να μετέρχεται παρόμοιες μεθόδους είτε να φαίνεται ότι επιβάλλει τις σωματικές ποινές από πατρική φροντίδα και όχι αδιάφορα. Και να δείχνει πως δημιουργεί ερωτικούς δεσμούς με τους νέους από αγάπη και όχι από κατάχρηση εξουσίας.

Νέα ανακάλυψη: Μια αδρανή μαύρη τρύπα – Έννέα φορές πιο μεγάλη από τον Ήλιο

Μια αδρανής μαύρη τρύπα, τουλάχιστον εννέα φορές πιο μεγάλη από τη μάζα του Ήλιου, ανακαλύφθηκε μόλις 160.000 έτη φωτός μακριά από τη Γη, σε τροχιά γύρω από ένα αστέρι.

Μια ομάδα ερευνητών – γνωστή ως «αστυνομία της μαύρης τρύπας» έχοντας απομυθοποιήσει το πόσο συχνά ακούμε για ανακαλύψεις γύρω από αυτές – έψαξε σχεδόν 1.000 αστέρια του νεφελώματος Ταράντουλα στον αστερισμό Ντοράντο πριν το εντοπίσει.

Ισχυρίζονται ότι αυτή είναι η πρώτη αδρανής μαύρη τρύπα «αστρικής μάζας» που έχει εντοπιστεί έξω από τον Γαλαξία μας.

Οι μαύρες τρύπες αστρικής μάζας σχηματίζονται όταν τα τεράστια αστέρια φτάνουν στο τέλος της ζωής τους και καταρρέουν υπό τη δική τους βαρύτητα.

Η μαύρη τρύπα θεωρείται «αδρανής» εάν δεν καταβροχθίζει ενεργά την ύλη και, ως αποτέλεσμα, δεν εκπέμπει φως ή άλλη ακτινοβολία.

Η ανακάλυψη έχει παρομοιαστεί με την εύρεση «βελόνας σε άχυρα», καθώς οι αδρανείς μαύρες τρύπες είναι γνωστό ότι είναι δύσκολο να εντοπιστούν επειδή δεν αλληλοεπιδρούν με το περιβάλλον τους.

Στον εφιαλτικό κόσμο του homo δήθεν-sapiens

«Ουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει…» -Αριστοτέλης

«Η Ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω…» -Τζέημς Τζόυς

Κι ενώ από όλους τους διάφορους κλάδους της Κοινωνιολογίας ο πλέον αξιόλογος είναι η Κοινωνιοβιολογία, γρήγορα την εξαφάνισε από το προσκήνιο ο χριστιανογενής διαφωτιστικός ανθρωπισμός που έχει επικρατήσει τα τελευταία τριακόσια χρόνια: «όχι, ο άνθρωπος δεν είναι άλλο ένα ζώο» (και μάλιστα το χειρότερο)! Ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη: λευκοί, μαύροι, κίτρινοι, κόκκινοι, είμαστε όλοι υποείδη του homo sapiens. Μέσα σε χρονικό διάστημα μόλις 70.000 χρόνων το ελάχιστα ανεκτικό και άκρως φονικό, όπως αποδείχτηκε, αυτό είδος homo εξαφάνισε όλους τους άλλους, μεγάλο μέρος της χλωρίδας και της πανίδας, έχει ως κύρια ασχολία του τον πόλεμο και την καταστροφή, είναι το μόνο είδος που βασανίζει και σκοτώνει ενδοοικογενειακά (τον/την σύντροφο, τα παιδιά του), που έχει εξαπλάσιο ποσοστό βίαιων θανάτων (εκτός πολέμων) από τα άλλα θηλαστικά, που διασκεδάζει με θεάματα βίας και θανάτου, με ανταγωνιστικά και συγκρουσιακά, «σπορ», που επιδίδεται σε φρικτές γενοκτονίες κι αποτρόπαια εγκλήματα. Αν έπρεπε να τον περιγράψουμε με μια μόνο λέξη, αυτή θα ήταν σίγουρα η «βία»…

Και κάποιοι αφελείς συνεχίζουν να πιστεύουν στην κατά βάθος καλή του φύση, να αποδίδουν τα αρνητικά είτε στην κοινωνία που διαφθείρει (ποιος διέφθειρε άραγε τους πρώτους διαφθορείς, Ζαν-Ζακ Ρουσσώ;), είτε στα διάφορα οικονομικο-κοινωνικά συστήματα (φταίει πάντα ο άνθρωπος και χτυπάμε τον καπιταλισμό, Καρλ Μαρξ;).

Τα σοβαρότερα προβλήματα του homo sapiens πηγάζουν από την αυτοϋπερεκτίμησή του, από την αδυναμία του να δεχτεί ότι, παρά τα θαυμαστά τεχνολογικά και πολιτιστικά του επιτεύγματα έχει εξελιχτεί ελάχιστα πνευματικά, ότι κατά βάθος παραμένει ένας αιμοσταγής βάρβαρος, ότι τα βασικά φονικά και καταστροφικά του ένστικτα διατηρούνται ανέπαφα και απλώς περιμένουν την κατάλληλη αφορμή για να εκδηλωθούν αιματηρά…

Να η κοινή βιολογική βάση των ανθρώπων, με τα υπόλοιπα έμβια όντα, η οποία όμως στην περίπτωσή του εκδηλώνεται συχνά με απείρως μεγαλύτερη ένταση.

1) Ο φόβος για το ξένο, το διαφορετικό. Αυτός ο φόβος υπάρχει σε ολόκληρο το ζωικό βασίλειο. Το ξένο, το διαφορετικό εκλαμβάνεται ως πιθανή απειλή κι αντιμετωπίζεται ανάλογα, με επιφύλαξη, επιθετικότητα, συχνά και θανάτωση. Αυτή η αντιμετώπιση υπάρχει και προς τα διαφορετικά άτομα στο εσωτερικό του κάθε είδους που ζει σε ομάδες (αναπηρίες, δυσμορφίες, διαφορετικός χρωματισμός, κλπ.). Σε αυτή την περίπτωση οι βιολόγοι το αποδίδουν στην ενστικτώδη και ασυνείδητη αντίδραση των υγιών και φυσιολογικών εκπροσώπων του είδους, έτσι ώστε αυτό να διατηρήσει τη γονιδιακή καθαρότητα του. Εδώ έχουν τη βάση τους φαινόμενα όπως η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία.

2) Η εδαφική κυριαρχία. Όλα τα έμβια όντα, μονήρη και αγελαία, έχουν την αίσθηση του ζωτικού χώρου, της εδαφικής κυριαρχίας, και μάχονται γι’ αυτήν ενάντια σε κάθε εισβολέα. Όποτε όταν το απαιτήσει η επιβίωσή τους, θα επιχειρήσουν επέκταση του χώρου αυτού εις βάρος άλλων αγελών και ειδών. Αυτή η μορφή «ιμπεριαλισμού» είναι διάχυτη στη Φύση, οτιδήποτε μπορεί να επεκταθεί, επεκτείνεται – συνήθως εις βάρος άλλων. Επομένως, όταν καταγγέλλουμε τον ανθρώπινο ιμπεριαλισμό ξεχνάμε ότι αυτό το φαινόμενο είναι πανταχού παρόν στη Φύση. Παράλληλα, είναι εξ ίσου φυσιολογικό το κάθε ζώο, η κάθε αγέλη να υπερασπίζονται τον ζωτικό τους χώρο εναντίον ξένων μεμονωμένων ατόμων ή αγελών που επιχειρούν να εισβάλλουν εντός του – π.χ. η αυξανόμενη αντίδραση των λαών των χωρών της Δύσης στην πλημμυρίδα προσφύγων και μεταναστών και η μοιραία άνοδος της ακροδεξιάς.

3) Η ιεραρχία της αγέλης. Σε κάθε είδος που ζει σε ομάδες δημιουργείται μια ιεραρχία με το κυρίαρχο αρσενικό ή τα κυρίαρχα αρσενικά (με κάποιες εξαιρέσεις – π.χ. μητριαρχία των υαινών) να επιβάλλονται στα υπόλοιπα, με σκοπό την εξασφάλιση πρόσβασης στα θηλυκά και τη διαιώνιση των γονιδίων τους. Η μόνη διαφορά στην ανθρώπινη αγέλη είναι ότι ο πανάρχαιος θεσμός του γάμου εξασφαλίζει τη διαιώνιση των γονιδίων σχεδόν όλων των αρσενικών και η επιβολή των κυρίαρχων αρσενικών είναι οικονομικό-κοινωνικό-πολιτικής φύσεως, με όλα τα αρνητικά που αυτό συνεπάγεται.

4) Λεηλασία πόρων-υποδούλωση-εκμετάλλευση. Στη Φύση το τρίπτυχο «λεηλασία πόρων-υποδούλωση-εκμετάλλευση» περιορίζεται σε ένα απειροελάχιστο ποσοστό των έμβιων όντων, συγκεκριμένα σε κάποια είδη εντόμων που ζουν σε οργανωμένες κοινωνίες (μυρμήγκια, σφήκες, κ.ά). Στον sapiens αποτελεί πάγια οικουμενική και διαχρονική πρακτική από τότε που υπάρχει η καταγραμμένη ιστορία του: η πιο εύκολη μέθοδος επιβίωσης ήταν ο σφαγιασμός ξένων φυλών/λαών και η λεηλασία των αγαθών τους. Στη δήθεν πολιτισμένη πρόσφατη περίοδο της ιστορίας μας έχει πάρει απλώς άλλες μορφές, πιο εκλεπτυσμένες και συγκαλυμμένες.

Η πεποίθηση, λοιπόν, ότι ο δήθεν «πολιτισμός» (στη κορύφωσή του, στον 20ο αιώνα, είχαμε δύο φρικτούς πολύνεκρους παγκόσμιους πολέμους, τα βιομηχανικά στρατόπεδα θανάτου των ναζί, τις κομμουνιστικές εκατόμβες και τα γκούλαγκ στο όνομα «μιας καλύτερης κοινωνίας»), οι διάφορες χριστιανογενείς θεωρίες και τα ευχολόγια του τύπου «όλοι αδέρφια είμαστε», «όλοι είμαστε ίσοι» (απέναντι στον Θεό), «αγάπα τον πλησίον σου ως σ’ εαυτόν», «αν έχεις δύο χιτώνες να δίνεις τον έναν», κλπ., (Διαφωτισμός και μετέπειτα ποικίλοι αναρχοαριστεροί «ανθρωπισμοί») μπορούν να αποτελέσουν αποτελεσματικό ανάχωμα απέναντι σε όλα αυτά τα πανάρχαια και πανίσχυρα ένστικτα, αποτελεί καθαρή ανθρώπινη παράνοια – αυτό που η Ψυχολογία ονομάζει «σύνδρομο αποφυγής της πραγματικότητας».

Τρανή απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι όλες οι προσπάθειες καλυτέρευσης της ανθρώπινης κοινωνίας (διάφορες «προοδευτικές» επαναστάσεις, κομμουνιστικά πειράματα, κλπ.) κατέληξαν σε περαιτέρω χειροτέρευση της. Αυτό που είπε, πολύ σωστά, ο Αλέξις ντε Τοκβίλ για τους Γάλλους, ότι «κάνουν επαναστάσεις επειδή δεν μπορούν να κάνουν μεταρρυθμίσεις», ισχύει για όλους τους λαούς (προφανώς επειδή οι επαναστάσεις είναι πολύ πιο κοντά στη βίαιη φύση του sapiens). Ας περιοριστούμε λοιπόν στο εφικτό, σε συνεχείς διορθωτικές μεταρρυθμίσεις των κοινωνιών, αντί των συνολικών δήθεν προοδευτικών επαναστατικών κατεδαφίσεων στο όνομα του ανέφικτου. Ούτως ή άλλως, δυστυχώς, «η μεγάλη παγκόσμια οικογένεια των ανθρώπων αποτελεί μια ουτοπία αντάξια και της πιο μέτριας λογικής». (Λωτρεαμόν)…

Επίλογος.

Είναι τουλάχιστον ακατανόητη, αν όχι αστεία, η εμμονή ορισμένων να κάνουν μάταιες και ευχολογικές ασκήσεις επί χάρτου για «ιδανικές κοινωνίες» χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν την αληθινή φύση του ανθρώπου, χωρίς να έχουν ιδέες και προτάσεις σε κάποια βασικά καθημερινά πράγματα που πρέπει να αλλάξουν, πρώτα απ’ όλα…

– Να διδάσκεται στα παιδιά ότι ο homo sapiens είναι το πιο παράλογο και φονικό είδος που πέρασε από τον πλανήτη: αφού πρώτα εξαφάνισε τα 4-5 άλλα είδη homo που συνυπήρχαν μαζί του, στη συνέχεια ολόκληρη η ιστορία ήταν (και παραμένει) μια σειρά φονικών πολέμων, γενοκτονιών, και πάσης φύσεως φρικαλεοτήτων και καταστροφών…

– Να διδάσκεται επίσης ότι αγαπημένη διασκέδαση του sapiens (δυστυχώς) ήταν και είναι η βία. Το μνημείο της ανθρώπινης βαρβαρότητας που λέγεται Κολοσσιαίο υπήρξε, επί τρεις αιώνες, μια τεράστια σκηνή βασανιστηρίων ανθρώπων και ζώων τα οποία απόλαυσαν σαδιστικά εκατομμύρια Ρωμαίοι πολίτες. Να σταματήσει η ηρωοποίηση και ο θαυμασμός των σφαγέων που έχει ως πρότυπο κάθε λαός, επειδή απλώς κατέσφαξαν και καθυπόταξαν άλλους λαούς…

– Ακόμη και σήμερα γίνονται αποδεκτά πράγματα που δεν βοηθάνε καθόλου τον sapiens να αποκοπεί από τη βάρβαρη φύση του και το εγκληματικό παρελθόν του, αντιθέτως, του την υπενθυμίζουν συνεχώς. Σε κοινωνίες αφθονίας όπου δεν υπάρχει θέμα επιβίωσης, επιτρέπεται η βάρβαρη δραστηριότητα που λέγεται «κυνήγι», η οποία μάλιστα χαρακτηρίζεται «σπορ».

Γίνονται αποδεκτά βίαια θεάματα, με τα οποία συνεχίζει να διασκεδάζει ο sapiens, παρά τον δήθεν «εκπολιτισμό» του: μονομαχίες ζώων και ανθρώπων-ζώων (ταυρομαχίες, κυνομαχίες, κοκορομαχίες, φιδομανγκουστομαχίες), βασανισμοί ζώων (ροντέο, τσίρκο, βίαια έθιμα), βίαια σπορ (μποξ, πάλη, κατς, κικ-μπόξινγκ, ράγκμπυ, αμερικανικό ποδόσφαιρο), ανταγωνιστικά ατομικά σπορ που προάγουν τη λατρεία του πρώτου (αγωνίσματα στίβου) και ήπια ομαδικά που κατευθύνουν στον οπαδισμό και στο μίσος των αντίπαλων ομάδων (ποδόσφαιρο, μπάσκετ), βίαιες και αρρωστημένες κινηματογραφικές ταινίες (πολεμικές, καταστροφής, θρίλερ, σπλάτερ), βιντεοπαιχνίδια στα οποία ο παίκτης σκοτώνει τους αντιπάλους του σαν τις μύγες…

Για όσον καιρό δεν θα γίνεται κάποια προσπάθεια προς αυτή την ουσιαστική κατεύθυνση συνειδητοποίησης της αληθινής μας φύσης (και πάλι φυσικά χωρίς καμία εγγύηση αποτελεσμάτων) δεν πρόκειται να δούμε απολύτως καμία αλλαγή στον εφιαλτικό κόσμο του homo δήθεν-sapiens…

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΡΕΣΒΕΙΑΣ

ΔΗΜ 19.337–340

Το ακροατήριο δεν πρέπει να παρασυρθεί από την όποια υποκριτική ή ρητορική ικανότητα του Αισχίνη

Στο υπόλοιπο τμήμα του λόγου ο ρήτορας επέμεινε στην επιχειρηματολογία που είχε ήδη αναπτύξει (βλ. σχετικά και ΔΗΜ 19.64–66), δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη σκιαγράφηση του χαρακτήρα του Αισχίνη. Πριν από τον ἐπίλογον (19.341–343) απευθύνεται στο ακροατήριο.

[337] Καίτοι καὶ περὶ τῆς φωνῆς ἴσως εἰπεῖν ἀνάγκη· πάνυ γὰρ
μέγα καὶ ἐπὶ ταύτῃ φρονεῖν αὐτὸν ἀκούω, ὡς καθυποκρινού-
μενον ὑμᾶς. ἐμοὶ δὲ δοκεῖτ’ ἀτοπώτατον ἁπάντων ἂν ποιῆσαι,
εἰ, ὅτε μὲν τὰ Θυέστου καὶ τῶν ἐπὶ Τροίᾳ κάκ’ ἠγωνίζετο,
ἐξεβάλλετ’ αὐτὸν καὶ ἐξεσυρίττετ’ ἐκ τῶν θεάτρων καὶ μόνον
οὐ κατελεύεθ’ οὕτως ὥστε τελευτῶντα τοῦ τριταγωνιστεῖν
ἀποστῆναι, ἐπειδὴ δ’ οὐκ ἐπὶ τῆς σκηνῆς, ἀλλ’ ἐν τοῖς κοινοῖς
καὶ μεγίστοις τῆς πόλεως πράγμασι μυρί’ εἴργασται κακά,
τηνικαῦθ’ ὡς καλὸν φθεγγομένῳ προσέχοιτε. [338] μηδαμῶς·
μηδὲν ὑμεῖς ἀβέλτερον πάθητε, ἀλλὰ λογίζεσθ’ ὅτι δεῖ
κήρυκα μὲν ἂν δοκιμάζητε, εὔφωνον σκοπεῖν, πρεσβευτὴν δὲ
καὶ τῶν κοινῶν ἀξιοῦντά τι πράττειν δίκαιον καὶ φρόνημ’
ἔχονθ’ ὑπὲρ μὲν ὑμῶν μέγα, πρὸς δ’ ὑμᾶς ἴσον, ὥσπερ ἐγὼ
Φίλιππον μὲν οὐκ ἐθαύμασα, τοὺς δ’ αἰχμαλώτους ἐθαύμασα,
ἔσωσα, οὐδὲν ὑπεστειλάμην. οὗτος δ’ ἐκείνου μὲν προὐ-
καλινδεῖτο, τοὺς παιᾶνας ᾖδεν, ὑμῶν δ’ ὑπερορᾷ. [339] ἔτι τοίνυν
ὅταν μὲν ἴδητε δεινότητ’ ἢ εὐφωνίαν ἤ τι τῶν ἄλλων τῶν
τοιούτων ἀγαθῶν ἐπὶ χρηστοῦ καὶ φιλοτίμου γεγενημένον
ἀνθρώπου, συγχαίρειν καὶ συνασκεῖν πάντας δεῖ· κοινὸν γὰρ
ὑμῖν πᾶσι τοῖς ἄλλοις τοῦτ’ ἀγαθὸν γίγνεται· ὅταν δ’ ἐπὶ
δωροδόκου καὶ πονηροῦ καὶ παντὸς ἥττονος λήμματος, ἀπο-
κλείειν καὶ πικρῶς καὶ ἐναντίως ἀκούειν, ὡς πονηρία δυνά-
μεως δόξαν εὑρομένη παρ’ ὑμῶν ἐπὶ τὴν πόλιν ἐστίν. [340] ὁρᾶτε
δ’, ἀφ’ ὧν οὗτος εὐδοκιμεῖ πηλίκα τῇ πόλει περιέστηκε
πράγματα. αἱ μὲν τοίνυν ἄλλαι δυνάμεις ἐπιεικῶς εἰσιν
αὐτάρκεις, ἡ δὲ τοῦ λέγειν, ἂν τὰ παρ’ ὑμῶν τῶν ἀκουόντων
ἀντιστῇ, διακόπτεται. οὕτως οὖν ἀκούετε τούτου ὡς πονηροῦ
καὶ δωροδόκου καὶ οὐδ’ ὁτιοῦν ἐροῦντος ἀληθές.

***
[337] Και όμως και περί της φωνής του είναι ανάγκη να ομιλήσωμεν· διότι μανθάνω, ότι υπερηφανεύεται πολύ δι' αυτήν και νομίζει, ότι θα σας κερδίση με την υποκριτικήν του τέχνην. Εγώ δε νομίζω, ότι θα εκάμνατε το πλέον άτοπον πράγμα, εάν, ότε μεν ως υποκριτής παρίστανε τας δυστυχίας του Θυέστου και τας συμφοράς της Τροίας, τον εδιώχνατε από τα θέατρα με τα σφυρίγματά σας και μόνον που δεν τον ελιθοβολούσατε, ώστε τελευταίον κατήντησε να παραιτηθή του ρόλου του τριταγωνιστού, τώρα δε που κατά την διαχείρισιν των μεγίστων συμφερόντων της πόλεως μεγίστας συμφοράς επροξένησεν εις αυτήν, τον προσέχετε, διότι ομιλεί ωραία. [338] Μη τον προσέξετε διόλου. Μακράν από σας τόσον ανόητοι εντυπώσεις· αλλά σκέπτεσθε, ότι, όταν δοκιμάζετε ένα κήρυκα, πρέπει να προσέχετε, αν έχη καλήν φωνήν, όταν δε δοκιμάζετε ένα πρεσβευτήν, ή ένα που φιλοδοξεί να διοικήση την πόλιν, αν είναι δίκαιος, αν έχη υπερηφάνειαν ψυχής, όταν ενεργή διά λογαριασμόν σας, και αν εμπνέεται από αγάπην προς την ισότητα αναμεταξύ σας· εγώ παραδείγματος χάριν τον Φίλιππον μεν δεν εθαύμασα, ετίμησα όμως τους αιχμαλώτους, τους έσωσα, δεν εφοβήθην διόλου. Ούτος δε έπιπτε μεν εις τους πόδας εκείνου και ύμνει τας νίκας του, σας δε σας επεριφρονούσε. [339] Προσέτι δε, όταν μεν ιδήτε ρητορικήν δεινότητα ή καλήν φωνήν ή κάποιο άλλο από τα παρόμοια αγαθά να υπάρχη εις άνθρωπον χρηστόν και φιλόδοξον, πρέπει όλοι να ευχαριστήσθε δι' αυτό και να του δίδετε θάρρος να εκδηλωθή· διότι το αγαθόν τούτο γίνεται κοινόν αγαθόν δι' όλους τους άλλους· όταν δε ιδήτε να υπάρχη αυτό εις άνθρωπον δεχόμενον δώρα και πονηρόν και κατώτερον παντός κέρδους, μη δίδετε αφορμήν εις αυτό να εκδηλωθή και ακούετε με μίσος και οργήν εκείνον που έχει αυτό, διότι, όταν η πονηρία αποκτήση φήμην διά την δύναμίν της, είναι επιζήμιος εις την πόλιν. [340] Προσέξτε δε πόσον μεγάλαι συμφοραί έχουν περικυκλώσει την πόλιν εξ αιτίας εκείνων, διά τα οποία ο Αισχύνης αποκτά υπόληψιν. Αι μεν άλλαι δυνάμεις δεν έχουν καθόλου ανάγκην ξένης βοηθείας, η ρητορική όμως δεινότης, αν σεις οι ακούοντες αντισταθήτε εις τον ρήτορα, χάνει αμέσως την δύναμιν αυτής. Ακούετε λοιπόν τον κατηγορούμενον ως άνθρωπον πονηρόν και δεχόμενον δώρα και μέλλοντα να μη είπη καμμίαν αλήθειαν.

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (7.1-7.77)

Ραψωδία η' Ὀδυσσέως εἴσοδος πρὸς Ἀλκίνουν


Ὣς ὁ μὲν ἔνθ᾽ ἠρᾶτο πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
κούρην δὲ προτὶ ἄστυ φέρεν μένος ἡμιόνοιϊν.
ἡ δ᾽ ὅτε δὴ οὗ πατρὸς ἀγακλυτὰ δώμαθ᾽ ἵκανε,
στῆσεν ἄρ᾽ ἐν προθύροισι, κασίγνητοι δέ μιν ἀμφὶς
5 ἵσταντ᾽ ἀθανάτοις ἐναλίγκιοι, οἵ ῥ᾽ ὑπ᾽ ἀπήνης
ἡμιόνους ἔλυον ἐσθῆτά τε ἔσφερον εἴσω.
αὐτὴ δ᾽ ἐς θάλαμον ἑὸν ἤϊε· δαῖε δέ οἱ πῦρ
γρηῢς Ἀπειραίη, θαλαμηπόλος Εὐρυμέδουσα,
τήν ποτ᾽ Ἀπείρηθεν νέες ἤγαγον ἀμφιέλισσαι·
10 Ἀλκινόῳ δ᾽ αὐτὴν γέρας ἔξελον, οὕνεκα πᾶσι
Φαιήκεσσιν ἄνασσε, θεοῦ δ᾽ ὣς δῆμος ἄκουεν·
ἣ τρέφε Ναυσικάαν λευκώλενον ἐν μεγάροισιν.
ἥ οἱ πῦρ ἀνέκαιε καὶ εἴσω δόρπον ἐκόσμει.
Καὶ τότ᾽ Ὀδυσσεὺς ὦρτο πόλινδ᾽ ἴμεν· ἀμφὶ δ᾽ Ἀθήνη
15 πολλὴν ἠέρα χεῦε φίλα φρονέουσ᾽ Ὀδυσῆϊ,
μή τις Φαιήκων μεγαθύμων ἀντιβολήσας
κερτομέοι ἐπέεσσι καὶ ἐξερέοιθ᾽ ὅτις εἴη.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ ἄρ᾽ ἔμελλε πόλιν δύσεσθαι ἐραννήν,
ἔνθα οἱ ἀντεβόλησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη
20 παρθενικῇ ἐϊκυῖα νεήνιδι, κάλπιν ἐχούσῃ.
στῆ δὲ πρόσθ᾽ αὐτοῦ· ὁ δ᾽ ἀνείρετο δῖος Ὀδυσσεύς·
«Ὦ τέκος, οὐκ ἄν μοι δόμον ἀνέρος ἡγήσαιο
Ἀλκινόου, ὃς τοῖσδε μετ᾽ ἀνθρώποισιν ἀνάσσει;
καὶ γὰρ ἐγὼ ξεῖνος ταλαπείριος ἐνθάδ᾽ ἱκάνω
25 τηλόθεν ἐξ ἀπίης γαίης· τῷ οὔ τινα οἶδα
ἀνθρώπων, οἳ τήνδε πόλιν καὶ ἔργα νέμονται.»
Τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«τοιγὰρ ἐγώ τοι, ξεῖνε πάτερ, δόμον ὅν με κελεύεις
δείξω, ἐπεί μοι πατρὸς ἀμύμονος ἐγγύθι ναίει.
30 ἀλλ᾽ ἴθι σιγῇ τοῖον, ἐγὼ δ᾽ ὁδὸν ἡγεμονεύσω,
μηδέ τιν᾽ ἀνθρώπων προτιόσσεο μηδ᾽ ἐρέεινε.
οὐ γὰρ ξείνους οἵδε μάλ᾽ ἀνθρώπους ἀνέχονται,
οὐδ᾽ ἀγαπαζόμενοι φιλέουσ᾽, ὅς κ᾽ ἄλλοθεν ἔλθῃ.
νηυσὶ θοῇσιν τοί γε πεποιθότες ὠκείῃσι
35 λαῖτμα μέγ᾽ ἐκπερόωσιν, ἐπεί σφισι δῶκ᾽ ἐνοσίχθων·
τῶν νέες ὠκεῖαι ὡς εἰ πτερὸν ἠὲ νόημα.»
Ὣς ἄρα φωνήσασ᾽ ἡγήσατο Παλλὰς Ἀθήνη
καρπαλίμως· ὁ δ᾽ ἔπειτα μετ᾽ ἴχνια βαῖνε θεοῖο.
τὸν δ᾽ ἄρα Φαίηκες ναυσικλυτοὶ οὐκ ἐνόησαν
40 ἐρχόμενον κατὰ ἄστυ διὰ σφέας· οὐ γὰρ Ἀθήνη
εἴα ἐϋπλόκαμος, δεινὴ θεός, ἥ ῥά οἱ ἀχλὺν
θεσπεσίην κατέχευε φίλα φρονέουσ᾽ ἐνὶ θυμῷ.
θαύμαζεν δ᾽ Ὀδυσεὺς λιμένας καὶ νῆας ἐΐσας,
αὐτῶν θ᾽ ἡρώων ἀγορὰς καὶ τείχεα μακρά,
45 ὑψηλά, σκολόπεσσιν ἀρηρότα, θαῦμα ἰδέσθαι.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ βασιλῆος ἀγακλυτὰ δώμαθ᾽ ἵκοντο,
τοῖσι δὲ μύθων ἄρχε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«Οὗτος δή τοι, ξεῖνε πάτερ, δόμος, ὅν με κελεύεις
πεφραδέμεν· δήεις δὲ διοτρεφέας βασιλῆας
50 δαίτην δαινυμένους· σὺ δ᾽ ἔσω κίε μηδέ τι θυμῷ
τάρβει· θαρσαλέος γὰρ ἀνὴρ ἐν πᾶσιν ἀμείνων
ἔργοισιν τελέθει, εἰ καί ποθεν ἄλλοθεν ἔλθοι.
δέσποιναν μὲν πρῶτα κιχήσεαι ἐν μεγάροισιν·
Ἀρήτη δ᾽ ὄνομ᾽ ἐστὶν ἐπώνυμον, ἐκ δὲ τοκήων
55 τῶν αὐτῶν οἵ περ τέκον Ἀλκίνοον βασιλῆα.
Ναυσίθοον μὲν πρῶτα Ποσειδάων ἐνοσίχθων
γείνατο καὶ Περίβοια, γυναικῶν εἶδος ἀρίστη,
ὁπλοτάτη θυγάτηρ μεγαλήτορος Εὐρυμέδοντος,
ὅς ποθ᾽ ὑπερθύμοισι Γιγάντεσσιν βασίλευεν.
60 ἀλλ᾽ ὁ μὲν ὤλεσε λαὸν ἀτάσθαλον, ὤλετο δ᾽ αὐτός,
τῇ δὲ Ποσειδάων ἐμίγη, καὶ ἐγείνατο παῖδα
Ναυσίθοον μεγάθυμον, ὃς ἐν Φαίηξιν ἄνασσε·
Ναυσίθοος δ᾽ ἔτεκεν Ῥηξήνορά τ᾽ Ἀλκίνοόν τε.
τὸν μὲν ἄκουρον ἐόντα βάλ᾽ ἀργυρότοξος Ἀπόλλων
65 νυμφίον ἐν μεγάρῳ, μίαν οἴην παῖδα λιπόντα
Ἀρήτην· τὴν δ᾽ Ἀλκίνοος ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν,
καί μιν ἔτισ᾽ ὡς οὔ τις ἐπὶ χθονὶ τίεται ἄλλη,
ὅσσαι νῦν γε γυναῖκες ὑπ᾽ ἀνδράσιν οἶκον ἔχουσιν.
ὣς κείνη περὶ κῆρι τετίμηταί τε καὶ ἔστιν
70 ἔκ τε φίλων παίδων ἔκ τ᾽ αὐτοῦ Ἀλκινόοιο
καὶ λαῶν, οἵ μίν ῥα θεὸν ὣς εἰσορόωντες
δειδέχαται μύθοισιν, ὅτε στείχῃσ᾽ ἀνὰ ἄστυ.
οὐ μὲν γάρ τι νόου γε καὶ αὐτὴ δεύεται ἐσθλοῦ·
οἷσί τ᾽ εὖ φρονέῃσι, καὶ ἀνδράσι νείκεα λύει.
75 εἴ κέν τοι κείνη γε φίλα φρονέῃσ᾽ ἐνὶ θυμῷ,
ἐλπωρή τοι ἔπειτα φίλους ἰδέειν καὶ ἱκέσθαι
οἶκον ἐς ὑψόροφον καὶ σὴν ἐς πατρίδα γαῖαν.»

***
Ύψωνε εκείνος την ευχή του, βασανισμένος ο Οδυσσέας και θείος,
ενώ την κόρη προς την πόλη οι μούλες πρόθυμες την οδηγούσαν.
Κι όταν σε λίγο στο λαμπρό παλάτι φτάνει του πατέρα της,
στα πρόθυρά του τις σταμάτησε, κι ευθύς τα αδέλφια της,
ωραίοι στην όψη σαν αθάνατοι, βγήκαν να της παρασταθούν·
λύνουν τις μούλες απ᾽ το αμάξι κι έφεραν μέσα τις φορεσιές.
Τότε κι εκείνη βάδιζε στην κάμαρή της, όπου της είχε ανάψει
η Ευρυμέδουσα φωτιά· γερόντισσα θαλαμηπόλος, φερμένη
με καράβια ευέλικτα από την Απείρη, όταν τη διάλεξαν
10 για να τιμήσουν τον Αλκίνοο, όλης της χώρας των Φαιάκων
βασιλιά, που ο κόσμος τον υπάκουε, τον είχε σαν θεό.
Αυτή μεγάλωσε τη Ναυσικά, άσπιλη και λευκή, μες στο παλάτι,
αυτή της άναψε φωτιά, και τώρα της ετοίμαζε το δείπνο.
Στο μεταξύ κι ο Οδυσσέας κίνησε να πάει στην πόλη· τότε
επεμβαίνει η Αθηνά γύρω του χύνοντας, από φροντίδα φιλική, σύννεφο
ομίχλης, μήπως, περήφανοι όπως είναι οι Φαίακες, κάποιος τον απαντήσει
και τον προσβάλει με τα λόγια του τον Οδυσσέα,
επίμονα ρωτώντας τον ποιος είναι.
Κι όπως πια κόντευε να μπει στην τρισχαριτωμένη πόλη,
βγήκε, τα μάτια λάμποντας, στον δρόμο του η θεά Αθηνά,
20 την όψη παίρνοντας κόρης παρθενικής μ᾽ ένα σταμνί στο χέρι.
Κι όταν σταμάτησε μπροστά του, ο θείος Οδυσσέας τη ρωτούσε:
«Κόρη μου, αν ήθελες εσύ να γίνεις οδηγός μου, το σπίτι
να μου δείξεις του Αλκινόου που βασιλεύει ανάμεσά σας;
Γιατί, πολύπαθος εγώ και ξένος, φτασμένος από χώρα μακρινή,
εδώ δεν ξέρω άνθρωπο κανένα, από όσους νέμονται την πόλη αυτή
και τα αγαθά της.»
Αμέσως, λάμποντας τα μάτια, ανταποκρίθηκε η θεά Αθηνά:
«Μετά χαράς, πατέρα ξένε, θα σου δείξω το σπίτι εκείνο που γυρεύεις·
είναι γειτονικό στο τιμημένο πατρικό μου.
30 Μόνο ξοπίσω μου να προχωρείς αμίλητος, εγώ θα προπορεύομαι,
το μάτι σου μην πέσει σε περαστικό, μήτε και να ρωτήσεις πια
άλλον κανένα. Να ξέρεις πως στα μέρη αυτά δεν υποφέρουν
οι άνθρωποι τους ξένους, δεν καταδέχονται να χαιρετήσουν φιλικά,
αν κάποιος φτάσει από αλλού.
Καμάρι τους τα γρήγορα καράβια· ταχύπλοα, μ᾽ αυτά περνούν
το μέγα κύμα· έχουν του Κοσμοσείστη χάρισμα να τρέχουν
με τα πλεούμενά τους σαν πουλιά κι όπως πετά του ανθρώπου η σκέψη.»
Έτσι μιλώντας η Αθηνά Παλλάδα, κίνησε πρώτη με σπουδή
κι ακολουθούσε εκείνος της θεάς τα χνάρια.
Δεν πήραν είδηση τον ερχομό του οι Φαίακες, θαλασσινοί με φήμη,
40 που βάδιζε στην πόλη ανάμεσά τους, γιατί δεν άφησε η καλλιπλόκαμη
Αθηνά να τον γνωρίσουν· δαιμονική θεά, τον τύλιγε
μ᾽ αχλύ θεσπέσια, δείχνοντας την αγάπη της καρδιάς της.
Κι ο Οδυσσέας θαύμαζε: λιμάνια και καράβια καλοζυγισμένα,
τις αγορές που συναθροίζονται οι σπουδαίοι, τείχη μακρά,
ψηλά, προσαρμοσμένα με πασσάλους ορθωμένους —
θαύμα και χάρμα των ματιών.
Κι όταν πολύ κοντά στο τιμημένο βρέθηκαν βασιλικό παλάτι,
πήρε τον λόγο πάλι, λάμποντας τα μάτια, η θεά Αθηνά:
«Να το, πατέρα ξένε, το αρχοντικό που γύρευες να μάθεις·
εδώ θα βρεις τους βασιλείς, θεών βλαστάρια,
50 στο βραδινό τραπέζι καθισμένους· μέσα προχώρησε κι εσύ,
δίχως να σ᾽ εμποδίζει ο φόβος· το ξέρεις, κερδισμένος βγαίνει
παντού και πάντα ο θαρραλέος σ᾽ ό,τι ανέλαβε, ακόμη κι όταν
ξένος φτάνει κι από ξένα μέρη.
Ωστόσο μέσα στο παλάτι, φρόνιμο είναι ν᾽ απαντήσεις
πρώτη τη βασίλισσα.
Αρήτη το όνομά της και την προσφωνούν Αρήτη, από το ίδιο γένος
με τη γενιά που ανάστησε τον βασιλιά Αλκίνοο.
Αρχή αρχή, γέννησε τον Ναυσίθοο ο κοσμοσείστης Ποσειδών
με την Περίβοια, γυναίκα ασυναγώνιστη στην ομορφιά,
κόρη στερνή του τολμηρού Ευρυμέδοντα, που υπήρξε ο βασιλιάς
των υπερήφανων Γιγάντων, ωσότου αφάνισε τον αλαζονικό λαό του,
60 κι εξαφανίστηκε τότε κι αυτός.
Με την Περίβοια σμίγοντας ο Ποσειδών, γέννησε τον Ναυσίθοο,
γενναίο γιο, που έγινε ο πρώτος των Φαιάκων βασιλιάς.
Γέννησε κι ο Ναυσίθοος δυο γιους, Ρηξήνορα κι Αλκίνοο·
τον πρώτο, προτού προλάβει να χαρεί κι αυτός αγόρια,
νιόγαμπρο μέσα στο παλάτι,
με το αργυρό δοξάρι του τον τόξευσε ο Απόλλων,
κι έμεινε μόνη της η Αρήτη, μονάκριβή του θυγατέρα.
Αυτήν ο Αλκίνοος την πήρε νόμιμη γυναίκα του και την ετίμησε,
όπως καμιά στον κόσμο άλλη δεν τιμήθηκε, όσες γυναίκες κυβερνούν
το σπιτικό τους, κυβερνημένες απ᾽ τους άντρες τους.
Τόσο μεγάλη της Αρήτης η τιμή, που την τιμούν εγκάρδια
70 τα παιδιά της, ο βασιλιάς Αλκίνοος αλλά και σύμπας ο λαός.
Όταν στην τειχισμένη πόλη περπατεί, όλοι τη χαιρετούν μ᾽ αγάπη,
τη βλέπουν και την έχουν σαν θεά.
Γιατί σε νου και γνώση κανενός δεν υπολείπεται,
σ᾽ όποιους την αγαθή της γνώμη φανερώνει· και των αντρών ακόμη
λύνει τις διαφορές.
Μόνο αν εκείνη με συμπάθεια σε δεχτεί, υπάρχει ελπίδα
ν᾽ απαντήσεις τους δικούς σου, να φτάσεις στο αψηλό σου σπίτι,
και να πατήσεις της πατρίδας σου το χώμα.»

Κατηγόρησε!

Κατηγόρησε τις αρνητικές σου σκέψεις.

Κατηγόρησε τα συναισθήματά σου.

Κατηγόρησε τη συμπεριφορά σου.

Κατηγόρησε τις πράξεις σου και την απραξία σου.

Κατηγόρησε τις επιθυμίες σου.

Κατηγόρησε τον εαυτό σου.

Κατηγόρησέ τα όλα και δεν θα έχεις τίποτα. Μετά θα σου φταίνε οι πάντες και τα πάντα. Ό,τι κι αν πιάνεις θα μεταμορφώνεται σε πίκρα.

Ο απόλυτος παραλογισμός, που συνεχίζεται για το μόνο λόγο πως όλα παραμένουν κρυμμένα, καλά κλειδωμένα μέσα στο νου και στην καρδιά σου.

Στην επιφάνεια η ειρωνεία....

Σου λένε πως έχεις απέραντη δύναμη, πως μπορείς να θεραπεύσεις τα πάντα, να γίνεις τα πάντα, να έχεις τα πάντα, φτάνει να το θελήσεις. Φτάνει να σκέφτεσαι θετικά, φτάνει να κάνεις παρέα με τους σωστούς ανθρώπους, φτάνει να αποφεύγεις τα "ενεργειακά βαμπίρ", φτάνει να επαναλαμβάνεις θετικές επιβεβαιώσεις γεμάτες "φως και αγάπη".

Και εσύ συνεχίζεις να κυνηγάς, να κρίνεις, να απογοητεύεσαι, να περιμένεις, ενώ προσπαθείς να αλλάξεις τις σκέψεις σου, να μεταμορφώσεις τα συναισθήματά σου, να απαρνηθείς τις ανάγκες σου... Σε μια μάταιη επανάληψη, που δεν αντιλαμβάνεσαι φυσικά όσο βρίσκεσαι μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα της πλάνης, που μαστίζει τη συνείδηση.

Πολλά λέγονται/γράφονται για το φόβο. Έχει κατηγορηθεί για τα πάντα και παρουσιάζεται ως ο υπέρτατος εχθρός της αγάπης. Για την ενοχή τίποτα....

Και δώσ' του η ανάγκη για "συγχώρεση"...η αλαζονεία του κατήγορου και του κατηγορούμενου εξίσου. Αλλά εσωτερικά, πολύ βαθιά μέσα σου, η κατηγορία συνεχίζεται, ακόμα κι αν το αρνείσαι. Φαίνεται αυτό!

Όταν έχεις μάθει να βλέπεις αληθινά, καθαρά, αγνά, μπορείς να το δεις κι εσύ: στα λόγια σου, στο ύφος σου, στη στάση σου, φαίνεται... Σε όλη την κοσμοθεωρία σου, την πολιτική σου αντίληψη, τον καταμερισμό της κοινωνίας, την βολική διάσπαση των πάντων, για να μη βλέπεις την αλήθεια κατάματα.

Μόνο αν απαλλαγείς από τις θεωρίες/δογματισμούς, αν αναγνωρίσεις τις πεποιθήσεις σου, αν αναλάβεις την ευθύνη για τις απόψεις σου, αν αμφισβητήσεις τη σιγουριά της θέασής σου, τις κατατάξεις του δυαδικού νου σου, την εκλογίκευση των φοβιών σου, τη μετάλλαξη του εαυτού σου...

Είναι πιο δύσκολο και σίγουρα όχι τόσο ανώδυνο όσο θα το 'θελες.

Αγγίζω, σημαίνει υπάρχω

Τη στιγμή που κανείς δεν θέλει να είναι μόνος, τη στιγμή που ο καθένας μας αισθάνεται την ανάγκη να συντροφεύεται, κάτι που μπορεί να μας φέρει κοντά μοιάζει ώρες ώρες απειλητικό.

Το άγγιγμα. Αυτή η κίνηση εγγύτητας και συντροφιάς, η σιωπηλή δήλωση συγκατάβασης, νοιαξίματος και φροντίδας φαίνεται να είναι ριψοκίνδυνη ακόμα και για τους πιο τολμηρούς.

Κάποτε μου είπε μια νεαρή κοπέλα, πως όταν αγκαλιάζω τη μητέρα μου ή το σύντροφό μου αισθάνομαι κάτι να συμβαίνει μέσα μου. Σαν κάτι να κινείται. Απροσδιόριστο, άπιαστο αλλά ονειρικό.

Τη στιγμή που βλέπουμε πως οι λέξεις που λέμε δεν συμβαδίζουν με τα μη λεκτικά μηνύματα που στέλνουμε, αντιλαμβανόμαστε ωστόσο πως το άγγιγμα συνηγορεί στο ευ ζην, μεταδίδει μηνύματα, ασκεί ουσιαστική επίδραση στην επικοινωνία και στις σχέσεις.

Το άγγιγμα, από τη στιγμή που γεννιόμαστε αποτελεί τη μοναδική ευκαιρία επικοινωνίας και έκφρασης. Έρευνες αποδεικνύουν πια χωρίς αντίρρηση πως το άγγιγμα μεταξύ του βρέφους και της μητέρας του δεν αποτελεί μόνο μια απαραίτητη συνθήκη εδραίωσης ενός ασφαλούς δεσμού, αλλά πολύ περισσότερο το άγγιγμα από μόνο του είναι θεραπευτικό. Ναι με τη στενή σημασία του όρου.

Άλλωστε θεραπεία τι σημαίνει; Η θεραπεία προκύπτει από το θερμός και το άπτω, συνεπώς δεν είναι τίποτα άλλο από ένα ζεστό άγγιγμα. Και όσο συνδέουμε τη θεραπεία με την ιατρική τόσο ανακαλούμε εικόνες γιατρών να φορούν γάντια, μάσκες και οτιδήποτε άλλο προστατεύει από την επικινδυνότητα του αγγίγματος. Θα σκεφτεί κανείς πως η προστασία είναι ζητούμενο, αλλά τη στιγμή της οδύνης, του πόνου, της μοναξιάς τι είναι αυτό που θα κάνει ανακουφίσει;

Τα χέρια μπλέκονται, τα ακροδάχτυλα παιχνιδίζουν, οι παλάμες παλεύουν για το ποια θα επικρατήσει. Κρύβονται σε μια διάσταση τόσο προσωπική που αν τολμήσεις να την ψηλαφίσεις, έχασες. Κορμιά που λαχταρούν να αγγιχτούν, σάρκες που εκλιπαρούν να τις δαμάσεις. Χείλη διψασμένα για ένα άλλο ζευγάρι, αυτό που όταν το γευτείς, δεν θα' ναι ξένο, θα 'ναι γνώριμο, ή θα επιτρέψει να συστηθείτε μαζί σε μια καινούργια εμπειρία, αυτή της απόλυτης προσμονής. Της προσμονής για την ιδέα της απελευθέρωσης από κάθε τι που σε κρατάει πίσω, βάζοντας όρια που μόνο ο νους ελέγχει.

Αγγίζω σημαίνει έρχομαι κοντά. Σημαίνει γνωρίζω κάτι νέο, από μια άλλη διάσταση στην οποία ο φόβος ξεμακραίνει. Αγγίζω σημαίνει, σταματώ να βάζω όρια σε αυτό που γινόμαστε μαζί. Αγγίζω σημαίνει παρατάω τις ανησυχίες και γυμνός από κάθε αμφιβολία αφήνομαι. Όχι μόνο αφήνομαι σε σένα, αλλά αφήνομαι να με γνωρίσω καλύτερα. Αφήνομαι να μάθω πως μονάχος μου στερώ τη δύναμη της εγγύτητας. Αφήνομαι να ζήσω πλάι σου, έστω για μια στιγμή, δίχως ενοχές.

Άλλωστε, σχεδόν αντανακλαστικά έρχονται οι δεύτερες σκέψεις, που σαν δαιμόνια στέκουν έτοιμες να υψώσουν το δάχτυλο και σαν τη δασκάλα στο δημοτικό να σε μαλώσουν, γιατί επέτρεψες στον εαυτό σου να νιώσει πως είναι να μην είσαι μόνος.

Αγγίζω ένα βιβλίο και πριν το ξεφυλλίσω, νιώθω να διάβασα ήδη τον πρόλογό του. Κλείνω τα μάτια και αγγίζω ένα ρούχο και αισθάνομαι σαν να είναι έτοιμο να μου καλύψει μια ανάγκη που ποτέ πριν δεν είχα σκεφτεί, αλλά μόλις τη συνειδητοποίησα, κατάλαβα πως το κενό της ήταν ήδη εκεί.

Αγγίζω το σημείο που πονάω, για να επικοινωνήσω τη δυσφορία μου. Αγγίζω για να δηλώσω τη συμπαράστασή μου, τη συμπόνοια μου. Αγγίζω για να δείξω πως είμαι παρών. Αγγίζω σαν να μην χρειάζεται να συλλαβίσω ούτε μια λέξη ή αγγίζω επειδή δεν έχω λέξη να πω. Αγγίζω γιατί φοβάμαι να μιλήσω και έτσι σιγουρεύομαι πως θα καταλάβεις το μήνυμά μου. Αγγίζω γιατί διστάζω να σε κοιτάξω στα μάτια.

Σε αγγίζω και όσο πιο δυνατό είναι το άγγιγμά μου, τόσο δυνατότερο είναι αυτό που νιώθω για σένα. Έτσι θέλω να καταλάβεις.

Όχι το άγγιγμα δεν υποκαθιστά τις λέξεις, ούτε είναι εκεί να υπονοήσει αυτά που θέλω να σου πω. Δεν είναι εκεί για να δώσει ήχο στα λόγια μου. Κάνει όμως θόρυβο. Εκκωφαντικό, όχι δυσάρεστο, αλλά δυνατό. Τόσο που δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω του. Μου επιτρέπει να γίνω σαφής, όσο σαφής νομίζω πως είμαι.

Σε αγγίζω και μαγικά το σώμα μου συνηγορεί στην ευεργετική διάσταση αυτής της στιγμής. Οι καρδιακοί παλμοί πέφτουν, εκκρίνεται ωκυτοκίνη, και οι ορμόνες του στρες μειώνονται.

Μια αγκαλιά από μόνη της είναι ευεργετική. Και αυτός που αγκαλιάζεται βιώνει ακριβώς τις ίδιες ευεργετικές ιδιότητες από αυτόν που αγκαλιάζει. Σαν να γίνεται δίκαιη μοιρασιά στο παιχνίδι. Δεν θα χάσεις, γιατί νικητής δεν υπάρχει. Και όσο το σκέφτομαι καλύτερα, δεν υπάρχει καν παιχνίδι. Όχι, δεν είναι παιχνίδι. Είναι ευκαιρία.

Και αν σκεφτεί κανείς, πως όσο είμαστε παιδιά αγγίζουμε και μας αγγίζουν περισσότερο, μάλλον κάτι πάει στραβά όσο μεγαλώνουμε.

Ναι, τα ξέρω αυτά για τους κοινωνικούς κανόνες, ή τις οδηγίες περί καλής συμπεριφοράς. Ξέρω επίσης πως το πολιτισμικό πλαίσιο μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικό για το άγγιγμα. Το άγγιγμα όμως μπορεί να γίνει ο κοινωνός σου, αυτό που θα βοηθήσει να μεταδώσεις ενσυναίσθηση, συμπόνια, παρηγοριά, ενθάρρυνση, υποστήριξη, φροντίδα, αγάπη. Και δεν φτάνει μόνο να τα νιώθεις, χρειάζεται να τα επικοινωνείς.

Σοπενχάουερ: Η απόλαυση

Είναι κοινός τόπος να θεωρούνται τα νιάτα ευτυχισμένα και τα γηρατειά θλιβερά. Αυτό θα μπορούσε να ισχύει αν τα πάθη έκαναν τον άνθρωπο ευτυχισμένο.

Η νεολαία ωστόσο άγεται και φέρεται απ’ αυτά, κι ας της προκαλούν μεγάλο πόνο και ελάχιστη χαρά.

Σε μεγάλη ηλικία, τα πάθη καταλαγιάζουν κι αφήνουν τον άνθρωπο ήσυχο, οπότε αμέσως το μυαλό του παίρνει στοχαστική χροιά: η γνώση απελευθερώνεται και παίρνει το πάνω χέρι.

Και καθώς η γνώση βρίσκεται πέρα από τα όρια του πόνου, όσο περισσότερο κυριαρχεί στη συνείδησή του, τόσο πιο ευτυχισμένος νιώθει ο άνθρωπος.

Στα γηρατειά, ο άνθρωπος ξέρει πώς να αποτρέπει τις αναποδιές, σε μικρή ηλικία, αντίθετα, τις υπομένει.

Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε ότι όλες οι ηδονές είναι αρνητικές, κι ότι ο πόνος είναι από τη φύση του θετικός, για να καταλάβουμε ότι τα πάθη δεν μπορούν ποτέ ν’ αποτελέσουν πηγή ευτυχίας, και ότι είναι λάθος να οικτίρουμε τις προχωρημένες ηλικίες επειδή στερούνται κάποιες απολαύσεις.

Γιατί η κάθε απόλαυση δεν είναι παρά ο κατευνασμός μιας ανάγκης: το ότι η απόλαυση θα πάρει τέλος μόλις εξαφανιστεί η ανάγκη θεωρείται αυτονόητο, όσο αυτονόητο είναι ότι μετά από ένα γεύμα δε συνεχίζουμε να τρώμε, και ότι μετά από μια νύχτα χορταστικού ύπνου παραμένουμε ξυπνητοί.

Πολύ πιο σωστή είναι η άποψη που εκφράζει ο Πλάτωνας στην αρχή της Πολιτείας, ότι η προχωρημένη ηλικία είναι πιο ευτυχισμένη, γιατί έχει επιτέλους απελευθερωθεί από το σαρκικό πάθος που μας καταδυναστεύει αδιάκοπα.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να ισχυριστούμε, ότι οι ατέλειωτες και πολλαπλές εναλλαγές συναισθημάτων που προκαλεί αυτό το πάθος, και τα συναισθήματα που ξεπηδούν απ’ αυτό, προκαλούν μια κατάσταση ελαφριάς τρέλας, για όσο καιρό ο άνθρωπος βρίσκεται υπό την επήρεια του σεξουαλικού ενστίκτου ή μάλλον του δαίμονα που έχει καταλάβει το είναι του, ώστε να μην μπορεί να ανακτήσει το λογικό του, παρά μόνο όταν εξαλειφθεί το ένστικτο αυτό. (Πάρεργα και παραλειπόμενα)

Άδικα, λοιπόν, θεωρείται η μεγάλη ηλικία άχαρη, με αιτιολογικό ότι στερείται κάποιες απολαύσεις.

Η απόλαυση είναι κάτι σχετικό, και συγκεκριμένα μπορεί να σημαίνει είτε καθαρή ικανοποίηση, είτε κατευνασμό κάποιας ανάγκης· το ότι με την εξαφάνιση της ανάγκης εξαφανίζεται και η απόλαυση δεν είναι καθόλου θλιβερό, αφού το ίδιο συμβαίνει με τον άνθρωπο που δε θέλει να φάει μετά το φαί ή δε θέλει να κοιμηθεί μετά από έναν χορταστικό, νυχτερινό ύπνο.

Πολύ πιο σωστά εκτιμάει ο Πλάτωνας (Πολιτεία, I) ότι τα βαθιά γηρατειά είναι σ’ αυτόν τον τομέα πιο ευτυχισμένα, αφού το πάθος για τις γυναίκες έχει πια εξαφανιστεί.

Η άνεση και η σιγουριά είναι οι βασικές ανάγκες της μεγάλης ηλικίας: γι’ αυτό και όταν γερνάμε αγαπάμε κυρίως το χρήμα -σαν υποκατάστατο των δυνάμεων που έχουν παρακμάσει.

Τις χαρές του έρωτα τις αντικαθιστούν οι χαρές του φαγητού.

Στη θέση της ανάγκης για καινούργια πράγματα, για ταξίδια και για μάθηση εμφανίζεται η ανάγκη για διδασκαλία και για κουβέντα.

Κι αποτελεί μεγάλη ευτυχία, όταν ο ηλικιωμένος έχει διατηρήσει την αγάπη του για τη μελέτη, τη μουσική, ακόμα και για το θέατρο. (Η τέχνη του να είσαι ευτυχισμένος)

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Η τέχνη να επιβιώνεις

Να μη φοβάστε τη μοναξιά αλλά τις αδιάφορες σχέσεις

Το να ανοίγετε κάθε βράδυ την πόρτα σ’ ένα σπίτι στο οποίο δε σας περιμένει κανείς, τουλάχιστον άνθρωπος, δεν είναι και τόσο τρομαχτικό τελικά. Για σκεφτείτε το λίγο. Πιο τρομαχτικό θα ήταν αν σας περίμενε ένας άνθρωπος τον οποίο πια δεν αντέχετε ή κάποιος που θα σας έλεγε ένα αδιάφορο “καλησπέρα” χωρίς καν να σας κοιτάξει.

Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι επιλέγουν στις μέρες μας να μείνουν σε μία σχέση που πια δεν τους γεμίζει είτε για οικονομικούς λόγους, είτε για τα παιδιά τους, είτε γιατί φοβούνται να μείνουν μόνοι, είτε γιατί βαριούνται τη διαδικασία του χωρισμού και τις κριτικές των άλλων. Για να χωρίζεις όταν πια είσαι δυστυχισμένος, χρειάζεται αρχικά να αποδεχθείς την αποτυχία της σχέσης και κατά δεύτερον να βρεις την ψυχική δύναμη που χρειάζεται για να προχωρήσεις μόνος.

Είναι, όμως, πραγματικά μόνος όποιος ζει single; Ακόμη πιο μόνοι νιώθουν και πολλοί άνθρωποι που συζούν ή έχουν μια σχέση. Εξάλλου, υπάρχει ζωή και για τους single ανθρώπους. Υπάρχουν οι φίλοι, η οικογένεια και τα χόμπι τους.

Το να είστε σε μία σχέση που σας πληγώνει ή που δε σας γεμίζει ή χειρότερα που σας κάνει να νιώθετε άσχημα με τον εαυτό σας, είναι σίγουρα χειρότερο από το να επιλέξετε τη μοναχικότητα. Εξάλλου, πώς θα γνωρίσετε την πραγματική αγάπη αν συνεχώς επιλέγετε να μένετε δίπλα από ανθρώπους που σας ρουφάνε το αίμα αργά, σιωπηλά και οδυνηρά.

Ο χρόνος περνάει και κανέναν δεν περιμένει. Κι όταν επιτέλους αποφασίσετε ν’ αγαπήσετε τον εαυτό σας και να του δώσετε όσα αξίζει, ίσως να είναι πια αργά. Για να δώσετε στον εαυτό σας, λοιπόν, αυτό που πραγματικά θα τον κάνει ευτυχισμένο, απαντήστε σε αυτές τις ερωτήσεις:

– Τι φοβάστε περισσότερο; Να είστε κύριοι του εαυτού σας ή να είστε με κάποιον που δε σας αφήνει να είστε ο εαυτός σας;

– Τι προτιμάτε; Να περνάτε κάποιο χρόνο μόνοι ή να περνάτε το χρόνο σας με τη λάθος, βαρετή ή εκνευριστική παρέα;

– Φοβάστε να κάνετε οι ίδιοι λάθη ή να είστε με τον λάθος άνθρωπο;

– Φοβάστε περισσότερο να μην κάνετε έρωτα ή να κάνετε έρωτα κάθε βράδυ ενώ δε νιώθετε τίποτα;

– Φοβάστε το ότι δε θα έχετε κάποιον για να μιλήσετε ή να μιλάτε σε κάποιον που δε σας καταλαβαίνει ή δε σας ακούει καν πραγματικά;

– Φοβάστε ότι κάποια βράδια θα κλαίτε επειδή είστε μόνοι ή φοβάστε περισσότερο να κλαίτε επειδή σας πληγώνουν;

– Και τέλος, φοβάστε πιο πολύ να είστε μόνοι ή να είστε σε μία αδιάφορη σχέση;

Ευτυχισμένοι άνθρωποι είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε μία υγιή σχέση όπου νιώθουν ασφαλείς, γεμάτοι και αγαπιούνται όπως είναι. Ένας άνθρωπος που δεν έχει όρεξη ή χρόνο να κάνει έρωτα μαζί σας αντί για σεξ, που δεν έχει χρόνο να σας ακούσει, να παίξει μαζί σας, να χαρεί με τα επιτεύγματά σας και γενικά να σας αγαπήσει, δεν είναι ο άνθρωπός σας. Γι’ αυτό, μη φοβάστε να είστε μόνοι αν δεν έχετε βρει τον άνθρωπό σας. Θα είστε σίγουρα καλύτερα με τον εαυτό σας παρά με τον λάθος άνθρωπο.

Η ζωή μου είναι οι σκέψεις μου, τίποτα δεν γίνεται στην τύχη

Η ζωή είναι πολύ απλή. Ό, τι δίνουμε- αυτό και λαμβάνουμε.

Εμείς είμαστε υπεύθυνοι 100% για όλα τα γεγονότα, που συμβαίνουν στην ζωή μας- τα πιο ευχάριστα και τα πιο άσχημα. Η κάθε μας σκέψη δημιουργεί το μέλλον μας.

Όλα τα γεγονότα δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους με την βοήθεια των σκέψεων και των αισθημάτων μας. Το νόημα, που εμείς βάζουμε στις σκέψεις μας και τα λόγια μας φέρουν αυτό, που εμείς βιώνουμε στην ζωή μας.

Εμείς οι ίδιοι δημιουργούμε τις συγκεκριμένες καταστάσεις στην ζωή μας και μετά καταναλώνουμε τις δυνάμεις μας, βρίζοντας τους άλλους ανθρώπους η στέλνοντας τις κατάρες στις συνθήκες, που μας εμποδίζουν.

Η αιτία όλων των δεινών μας και της πραγματικότητάς μας είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Μπορούμε να πούμε, ότι:

ΕΓΩ = ΕΓΩ + ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΜΟΥ

Εάν ο νους μας είναι αρμονικός και ισορροπημένος, τότε στην ζωή μας εμείς θα βρίσκουμε ακριβώς το ίδιο.

Προσπαθήστε να εντοπίσετε, ποιο χαρακτηριστικό με το πλέον παραστατικό τρόπο σας περιγράφει;

1. «Οι άνθρωποι κοιτούν να μου κάνουν κακό».

2. «Όλοι θέλουν το καλό μου και προσπαθούν να βοηθήσουν στην λύση των προβλημάτων μου».

Αυτό, που εμείς πιστεύουμε- γίνεται η πραγματικότητά μας.

Το υποσυνείδητό μας υλοποιεί τις σκέψεις μας, τις ορμές, τις επιθυμίες, στην ουσία λέγοντάς μας, ότι εμείς οι ίδιοι επιλέγουμε τις σκέψεις μας.

Έχουμε πολύ μεγάλη δυνατότητα της επιλογής.

Οι Δυνάμεις της Ζωής ποτέ δεν μας κρίνουν, ούτε μας κατακρίνουν. Μας αποδέχονται έτσι, όπως είμαστε. Μετά οι Δυνάμεις Αυτές αντανακλούν τις πεποιθήσεις μας αυτόματα.

Εάν εσείς προτιμάτε να θεωρείτε, ότι στην ζωή σας είσαστε μόνοι και δεν σας αγαπάει κανείς, τότε ακριβώς αυτό θα λάβετε στην ζωή σας.

Αν όμως θα αρχίσετε να συγκεντρώνεστε στις θετικές σκέψεις, τότε θα φανεί το ανάλογο αποτέλεσμα. Θα μεταμορφωθεί όλη η ζωή, η ύπαρξη σας θα γεμίσει με το καινούριο νόημα, που θα φέρει την χαρά της ύπαρξης.

Αλλά ας δούμε, από πού προέρχονται οι σκέψεις μας, που αυτές σχηματίζονται, ποια είναι η πηγή τους;

Βέβαια, είναι κατανοητό, ότι ο λόγος γίνεται για την παιδική ηλικία.

Στην παιδική ηλικία μας ανοίγεται η ζωή, στην παιδική ηλικία εμείς μαθαίνουμε για την ζωή από τις αντιδράσεις των ενηλίκων.

Εάν σας έτυχε να ζήσετε με ανθρώπους, που δεν ήσαν ευτυχισμένοι, ήσαν κακιωμένοι η ένιωθαν ένοχοι, τότε εσείς μάθατε πολλά αρνητικά πράγματα στην ζωή ως προς τον εαυτόν σας και προς τον γύρω κόσμο.

Συνηθίσατε να σκέφτεστε για τον εαυτό σας αρνητικά, να τοποθετείτε τον εαυτό σας στο αρνητικό πεδίο ενέργειας των σκέψεών σας:

«Είμαι συνεχώς ένοχος», «Ποτέ μου δεν κάνω τίποτε το σωστό», «Με θεωρούν κακό άνθρωπο».

Είναι πολύ φυσικό οι σκέψεις αυτές να σας δημιουργήσουν μια ζωή, γεμάτη απογοητεύσεις.

ΟΤΑΝ ΕΜΕΙΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ, ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Η ΤΑΣΗ ΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΟΥΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΓΥΡΟ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ.

Πρόκειται για τον φυσικό νόμο της εξέλιξης και είτε το θέλουμε, είτε όχι, αυτός ο νόμος λειτουργεί.

Στις προσωπικές μας σχέσεις, στις σχέσεις με τους προϊσταμένους και τους συναδέλφους εμείς αναπαράγουμε τις σχέσεις, που έχουν δημιουργηθεί με τους γονείς μας.

Φερόμαστε με την ακρίβεια έτσι, όπως μας φέρονταν οι γονείς μας. Βρίζουμε και τιμωρούμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας έβριζαν και μας τιμωρούσαν οι γονείς μας.

Επίσης αγαπάμε τους εαυτούς μας έτσι, όπως μας αγαπούσαν, όταν ήμασταν παιδιά.

ΑΛΛΑ ΕΓΩ ΔΕΝ ΒΡΙΖΩ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑ.

Όλοι μας είμαστε τα θύματα των θυμάτων και αυτοί (οι γονείς μας) δεν μπορούσαν να μας μάθουν κάτι, που οι ίδιοι δεν γνώριζαν.

Εάν η μητέρα σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό της η ο πατέρας σας δεν ήξερε πώς να αγαπάει τον εαυτό του, τότε είναι απολύτως φυσικό αυτοί να μην ήξεραν να σας μάθουν να αγαπάτε τον εαυτό σας.

Ρωτήστε τους γονείς σας για τα παιδικά τους χρόνια και θα τους καταλάβετε καλλίτερα και αν θα τους ακούτε με συμπόνια, εσείς θα καταλάβετε την πηγή του φόβου τους και την στάση τους προς την ζωή.

Οι άνθρωποι, που σας «προκάλεσαν τον πόνο», ήσαν οι ίδιοι τρομοκρατημένοι, όπως είσαστε εσείς τώρα.

Εμείς σχηματίζουμε τις πεποιθήσεις μας στην παιδική ηλικία και μετά πορευόμαστε στην ζωή, αναπαράγοντας τις καταστάσεις, που ταιριάζουν στις πεποιθήσεις μας.

Κοιτάξτε πίσω την ζωή σας και θα δείτε, ότι ουσιαστικά εσείς δημιουργείτε την ίδια πάλι κατάσταση με διαφορετικές αποχρώσεις και εκδοχές.

Και η κατάσταση αυτή είναι η υλοποίηση των δικών σας υποσυνείδητων ροπών.

Γι’ αυτό, πρέπει να ξέρετε καλά, ότι

ΤΟ ΑΡΧΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΔΥΝΑΜΗΣ – ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΤΙΓΜΗ.

Τα πάντα ανεξαιρέτως γεγονότα στην ζωή σας μέχρις αυτής της στιγμής ήσαν δημιουργημένα από σας τους ίδιους με την βοήθεια των πεποιθήσεών σας, πάνω στην εμπειρία σας.

Τα γεγονότα δημιουργούνταν από τις σκέψεις σας και τα λόγια σας, που χρησιμοποιούσατε χθες, την προηγούμενη εβδομάδα, τον προηγούμενο μήνα, τον προηγούμενο χρόνο, 10, 20, 30, 40 χρόνια πριν, αναλόγως της ηλικίας σας.

Όμως όλα αυτά ήταν στο παρελθόν. Το σημαντικό τώρα είναι η επιλογή σας, η επιλογή των σκέψεων, των λέξεων, της πίστης. Να θυμάστε, ότι ακριβώς και πριν απ’ όλα οι σκέψεις σας και τα λόγια σας δημιουργούν το μέλλον σας.

Η παρούσα στιγμή είναι εκείνη η αφετηρία, από την οποία εσείς κάνετε το άλμα προς το δικό σας αύριο.

Σημειώστε τι σκέφτεστε αυτήν την στιγμή, όταν διαβάζετε αυτά τα λόγια.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ, ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΕΤΕ- ΕΙΝΑΙ Η ΣΚΕΨΗ ΣΑΣ. Η ΣΚΕΨΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΜΕ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΤΡΟΠΟ.

Δεν έχει σημασία η φύση του προβλήματός σας, το πρόβλημά σας είναι η αντανάκλαση της πορείας των σκέψεών σας.

Π.χ. σας εμφανίζεται η σκέψη:

«Είμαι ένας άχρηστος άνθρωπος».

Η σκέψη αυτή προκαλεί αμέσως ως απάντηση το αίσθημα, που επιδρά ενδόμυχα, αλλά πολύ κυριαρχικά πάνω σε όλη την ύπαρξή σας και η προσωπικότητά σας αυθόρμητα αναπτύσσεται ειδικά προς αυτήν την κατεύθυνση.

Αλλά είναι στο χέρι σας εδώ και τώρα, αυτήν την στιγμή να απορρίψετε αυτήν την σκέψη και η μοίρα σας θα κινηθεί προς άλλη κατεύθυνση.

Γι’ αυτό ελάτε από δω και τώρα να απελευθερωνόμαστε από τις αρνητικές μας σκέψεις, διότι η βασική πηγή των προβλημάτων μας και των δεινών μας- είναι το μίσος προς τον εαυτό μας και το αίσθημα της ενοχής ποικίλου βαθμού.

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Θεωρείται πως οι συναισθηματικές μας αντιδράσεις προέρχονται από τα γεγονότα. Όταν βιώνουμε ένα δυσάρεστο γεγονός, νομίζουμε πως δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να το δεχτούμε και να προχωρήσουμε με τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλούνται όπως ο θυμός, το άγχος, η κατάθλιψη κτλ.

Όμως, δεν ισχύει πάντοτε αυτό. Υπάρχει μία παράμετρος που δεν υπολογίζεται, αυτή της Επιλογής. Γίνεται να επιλέξουμε να μην αναστατωθούμε για κάτι που έχει συμβεί, ενώ “κανονικά” θα μας αναστάτωνε!

Αναλογιστείτε το. Βρίσκεστε στο συγκεκριμένο σημείο στη ζωή σας λόγω των επιλογών που έχετε κάνει μέχρι σήμερα. Μερικές επιλογές οι οποίες επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά οδηγούν σε αποτυχία, ενώ ενώ σοφές επιλογές που επαναλαμβάνονται οδηγούν στην επιτυχία.

Έτσι, εάν έχετε κάνει κάποιο λάθος πρόσφατα και αναρωτιέστε πώς μπορείτε να επιτύχετε, μη χάνετε χρόνο αυτό-μειώνοντας τον εαυτό σας. Αντ ‘αυτού, μάθετε από τα λάθη και κάνετε ό,τι θα έκανε ένας επιτυχημένος άνθρωπος. Χρησιμοποιήστε τη δύναμη της επιλογής! Αναρωτηθείτε:

Τι πραγματικά συνέβη;

Τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά;

Την επόμενη φορά που θα αντιμετωπίσω μια παρόμοια κατάσταση, πώς μπορώ με θετικότητα να χρησιμοποιήσω τη δύναμη της επιλογής;

Η ζωή σας είναι το αποτέλεσμα των επιλογών που κάνετε. Εάν δε σας αρέσουν τα αποτελέσματα που βιώνεται, ξεκινήστε με μία απλή αλλαγή και η μία θα φέρει και την επόμενη. Στοχεύστε σε σοφότερες επιλογές και θα παραχθούν καλύτερα αποτελέσματα!

Αριστοτέλης: ποιες είναι οι φυσικές αιτίες που φθείρουν ή διατηρούν τη μοναρχία

Τώρα απομένει να ερευνήσουμε ποιες είναι οι φυσικές αιτίες που φθείρουν ή διατηρούν τη μοναρχία. Ό,τι λοιπόν συμβαίνει στα πολιτεύματα, για τα οποία μιλήσαμε, ανάλογα πράγματα συμβαίνουν και στις βασιλείες και τις τυραννίδες. Η βασιλεία κλίνει προς την αριστοκρατία και η τυραννίδα περιέχει στοιχεία του χειρότερου τύπου και της ολιγαρχίας και της δημοκρατίας.

Γι’ αυτό και βλάπτει ιδιαίτερα τους αρχόμενους, αφού δημιουργείται από δυο κακά πολιτεύματα και περιλαμβάνει τόσο τις παρεκβάσεις όσο και τα ελαττωματικά στοιχεία των δυο κακών τούτων πολιτευμάτων.

Τα δυο τούτα πολιτεύματα είναι αντίθετα από τη στιγμή της δημιουργίας τους. Γιατί η βασιλεία δημιουργήθηκε για να βοηθά ο λαός τους επιφανείς πολίτες, και βασιλιάς αναδεικνύεται ένας από τους επιφανείς, από εξέχουσα οικογένεια, με βάση την υπεροχή της αρετής του ή τις ενάρετες πράξεις του ή την εξέχουσα καταγωγή του. Αντίθετα ο τύραννος προέρχεται από τον λαό και το πλήθος κι έχει σκοπό να προστατέψει τον λαό από τους προνομιούχους, για να μην τον αδικούν. Και τούτο αποδεικνύεται από τα γεγονότα. Μπορούμε να ισχυριστούμε πως οι περισσότεροι τύραννοι προήλθαν από τους δημαγωγούς, αφού κέρδισαν την εμπιστοσύνη του λαού, κατηγορώντας τους προνομιούχους. Έτσι ορισμένες τυραννίδες επικράτησαν όταν οι πόλεις έγιναν πιο πολυάνθρωπες, ενώ άλλες νωρίτερα, επειδή οι βασιλείς παρέβησαν τους παραδοσιακούς νόμους και επιδίωξαν μεγαλύτερη απολυταρχία.

Αλλες δημιουργήθηκαν από άτομα που πήραν αξιώματα με εκλογή (αφού τα χρόνια τα παλιά τα δημοκρατικά πολιτεύματα έκαναν μακρόχρονες τις θητείες των θρησκευτικών και πολιτικών αρχόντων). Άλλες πάλι γεννήθηκαν μέσα από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα, αφού τα τελευταία αναδείκνυαν ένα μόνο ανώτατο άρχοντα. Με όλες τούτες τις συνθήκες εύκολα γινόταν κάποιος τύραννος, φτάνει να το ήθελε, αφού η βασιλεία και τα αξιώματα του έδιναν τη δυνατότητα.

Έτσι από βασιλιάς ο Φείδων έγινε τύραννος στο Αργός και άλλοι αλλού. Στην Ιωνία ο Φάλαρης, που κατείχε υψηλά αξιώματα. Στους Λεοντίνους της Σικελίας ο Παναίτιος, στην Κόρινθο ο Κύψελος, στην Αθήνα ο Πεισίστρατος και στις Συρακούσες ο Διονύσιος, κι άλλοι από δημαγωγοί έγιναν βασιλείς. Είπαμε λοιπόν ότι η βασιλεία κλίνει προς την αριστοκρατία, γιατί η βασιλική εξουσία βασίζεται στην αξία καθενός ή στην ευγενική καταγωγή ή στις υπηρεσίες που προσφέρει ή σε όλα μαζί και στη δύναμη. Γιατί το αξίωμα τούτο το πήραν όσοι πρόσφεραν υπηρεσίες στην πόλη ή στο έθνος, ενώ άλλοι, όπως για παράδειγμα ο Κόδρος, επειδή ελευθέρωσαν τον λαό με πόλεμο, ή όπως ο Κύρος, άλλοι πάλι, επειδή ίδρυσαν πόλεις ή κατέκτησαν εδάφη, όπως οι βασιλείς των Σπαρτιατών, των Μακεδόνων και των Μολοσσών.

Ο βασιλιάς έχει χρέος να φροντίζει να μην βλάπτονται όσοι έχουν περιουσίες και να μην προσβάλλεται ο λαός. Όπως έχουμε ξαναπεί, η τυραννία δεν έχει κανένα καλό σκοπό για το σύνολο, αλλά επιδιώκει μόνο το δικό της συμφέρον. Ο τύραννος επιδιώκει τις απολαύσεις, ενώ ο βασιλιάς να κάνει καλό. Γι’ αυτό χαρακτηριστικό πλεονέκτημα του τυράννου είναι τα χρήματα, ενώ του βασιλιά οι τιμές. Αλλά και τη φρουρά του βασιλιά την αποτελούν πολίτες, ενώ του τυράννου μισθοφόροι.

Είναι φανερό ότι η τυραννίδα περιέχει όλα τα κακά της δημοκρατίας και της ολιγαρχίας. Από την ολιγαρχία έχει την επιδίωξη του πλούτου (γιατί έτσι μόνο εξασφαλίζει τη διατήρηση και την τρυφηλότητα) και την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον λαό (γι’ αυτό του παίρνει τα όπλα, φέρεται άσχημα στο πλήθος, βασανίζει τους πολίτες, εξαναγκάζοντάς τους να φεύγουν για άλλους τόπους). Τούτα είναι ελαττώματα τόσο της τυραννίδας όσο και της ολιγαρχίας. Κι από την ακραία όμως δημοκρατία η τυραννίδα έχει πάρει τη δίωξη των επιφανών και την κρυφή και φανερή εξόντωσή τους και την εξόριση τους, αφού τους θεωρεί αντιπάλους και εμπόδιο στην εξουσία. Γιατί σ’ αυτούς οφείλονται συνήθως οι προσπάθειες ανατροπής, αφού υπάρχουν άλλοι που θέλουν να ανεβούν στην εξουσία κι άλλοι που δεν ανέχονται να είναι δούλοι. Σε τούτο οφείλεται και η παραίνεση του Περιάνδρου στον Θρασύβουλο να κόψει τις κορφές από τα ψηλότερα στάχυα, με την έννοια ότι πρέπει να αποκεφαλίζονται όσοι θέλουν να είναι ανώτεροι από τους άλλους.

Είπαμε λοιπόν ότι πρέπει να πιστέψουμε πως ίδιες αιτίες μεταβολής του πολιτεύματος υπάρχουν τόσο στις πολιτείες, όσο και στις μοναρχίες. Ενάντια στη μοναρχία επιτίθενται οι πολίτες εξαιτίας της αδικίας, του φόβου και της προσβολής (και περισσότερο εξαιτίας της αδικίας που συνιστά προσβολή), και κάποτε και της δήμευσης της περιουσίας. Γι’ αυτό λοιπόν γίνονται οι επαναστάσεις ενάντια στις τυραννίδες και τις βασιλείες’ γιατί όλοι θέλουν να αποκτήσουν τα πλούτη και τις τιμές που έχει ο μονάρχης. Αλλοτε οι επιθέσεις στοχεύουν στη ζωή κι άλλοτε στην εξουσία τους. Οι επιθέσεις που στοχεύουν στη ζωή οφείλονται στην αλαζονεία τους· κι επειδή η αλαζονεία έχει πολλές μορφές, όλες οι μορφές προκαλούν οργή.

Έτσι οι περισσότεροι απ’ όσους οργίζονται, επιτίθενται με σκοπό την εκδίκηση και όχι την κατάληψη της εξουσίας. Η συνωμοσία εναντίον των γιων του Πεισιστράτου έγινε γιατί πρόσβαλαν την αδερφή του Αρμοδίου και τον έκαναν να θυμώσει (η συνωμοσία έγινε και εξαιτίας της προσβολής της αδελφής του Αρμοδίου, αλλά κι από τον Αριστογείτονα εξαιτίας της προσβολής εναντίον του Αρμοδίου). Παρόμοια συνωμοσία έγινε και εναντίον του τυράννου της Αμβρακίας Περιάνδρου, επειδή ρώτησε τον ερωμένο του, που έπινε μαζί του, αν είχε μείνει έγκυος.

Ο Παυσανίας επιτέθηκε στον Φίλιππο επειδή ο Φίλιππος δεν τιμώρησε τους φίλους του Αττάλου που τον είχαν προσβάλει. Και ο Δέρδας επιτέθηκε στον Αμύντα τον μικρό, επειδή καυχήθηκε ότι τον είχε ερωμένο, όταν ήταν νέος. Και ο ευνούχος που επιτέθηκε στον Ευαγόρα τον Κύπριο, το έκανε επειδή ένας γιος του Ευαγόρα απήγαγε τη γυναίκα του. Σκότωσε τον Ευαγόρα, γιατί θεώρησε ότι είχε προσβληθεί. Πολλές επιθέσεις σε μονάρχες έγιναν επειδή ασέλγησαν σε βάρος υπηκόων τους, όπως για παράδειγμα ο Κραταιός επιτέθηκε στον βασιλιά Αρχέλαο. Ο Κραταιός δυσανασχετούσε πάντα για τη σχέση του με τον Αρχέλαο, οπότε ένα ασήμαντο γεγονός αποτέλεσε πρόσχημα για την επίθεση. Ο Αρχέλαος δηλαδή, αν και υποσχέθηκε να του δώσει γυναίκα μια κόρη του, παραβίασε την υπόσχεση και πάντρεψε τη μεγαλύτερη με τον βασιλιά της Ελίμειας, κάτω από την πίεση του πολέμου εναντίον του Σίρρα και του Αρραβαίου. Έδωσε τη μικρότερη στον γιο του Αμύντα, πιστεύοντας πως με τον τρόπο τούτο θα έλυνε τις διαφορές με τον αδελφό του από την Κλεοπάτρα. Αλλά η εχθρότητα του Κραταιού οφειλόταν στο ότι τον ενοχλούσε η σωματική σχέση με τον Αρχέλαο. Για τον ίδιο λόγο, μαζί με τον Κραταίο, επιτέθηκε στον Αρχέλαο και ο Ελλανοκράτης ο Λαρισαίος. Ο Αρχέλαος χαιρόταν το σώμα του δίνοντας την υπόσχεση ότι θα τον επαναπάτριζε” αθέτησε όμως την υπόχεσή του με συνέπεια ο Ελλανοκράτης να πιστεύει ότι η σχέση δεν οφειλόταν στο ότι τον είχε ερωτευτεί ο βασιλιάς, αλλά στο ότι ήθελε να τον προσβάλει. Τον Κότυ τον σκότωσαν ο ΙΙύθων και ο Ηρακλείδης από την Αίνη της Θράκης, για να πάρουν εκδίκηση για τον πατέρα τους· και ο Αδάμας προσπάθησε να εξεγερθεί ενάντια στον Κότυ, επειδή εκείνος τον είχε ευνουχίσει όταν ήταν μικρός και πίστευε πως τον είχε προσβάλει.

Πολλοί άλλοι πάλι ταλαιπωρήθηκαν σωματικά και οργίστηκαν, κι άλλοι σκότωσαν, άλλοι προσπάθησαν να σκοτώσουν άρχοντες και βασιλικές οικογένειες, με τον ισχυρισμό ότι είχαν εξευτελιστεί. Στη Μυτιλήνη ο Μεγακλής και οι οπαδοί του επιτέθηκαν στους Πενθιλίδες, που τριγύριζαν στην πόλη και χτυπούσαν τους πολίτες. Αργότερα ο Σμέρδης σκότωσε τον Πένθιλο, γιατί η γυναίκα του τον ξυλοκόπησε και τον πέταξε έξω σέρνοντάς τον. Ο Δεκάμινχος τάχθηκε επικεφαλής της επίθεσης εναντίον τού Αρχελάου, ενθαρρύνοντας πρώτος τους επιτιθέμενους’ θύμωσε επειδή τον παρέδωσε στον ποιητή Ευριπίδη να τον μαστιγώσει. Ο Ευριπίδης είχε οργιστεί, επειδή τον είχε κοροϊδέψει που μύριζε το στόμα του. Κι άλλοι πολλοί σκοτώθηκαν ή έγιναν στόχος συνωμοσιών για παρόμοιες αιτίες. Τέτοιες πράξεις οφείλονταν στον φόβο. Γιατί ο φόβος είναι ένας από τους λόγους που προκαλούν επιθέσεις στα πλαίσια των μοναρχιών και των άλλων πολιτευμάτων. Ο Αρταπάνης σκότωσε τον Ξέρξη γιατί φοβήθηκε τις κατηγορίες του Δαρείου, αφού είχε απαγχονίσει άτομα χωρίς εντολή του Ξέρξη, νομίζοντας ότι θα τον συγχο^ρούσε, γιατί θα είχε ξεχάσει την εντολή που είχε δώσει στο συμπόσιο.

Άλλες επαναστάσεις προκάλεσε η περιφρόνηση, όπως έγινε με τον Σαρδανάπαλο που τον σκότωσε κάποιος όταν τον είδε να ξαίνει μαλλιά μαζί με τις γυναίκες (αν είναι αλήθεια όσα λένε οι μυθοποιοί” αν όμως δεν συνέβη σ’ αυτόν, θα συνέβη σε κάποιον άλλο). Ο Δίων επιτέθηκε στον Διονύσιο τον νεότερο επειδή τον περιφρονούσε, γιατί οι πολίτες περιφρονούσαν τον ίδιο, που ήταν συνέχεια μεθυσμένος. Κάποτε στον τύραννο επιτίθενται και οι οπαδοί του, επειδή τον περιφρονούν.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ Ε'

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΠΡΕΣΒΕΙΑΣ

ΔΗΜ 19.182–186

Τα καθήκοντα των πρεσβευτών

Ο ρήτορας επανήλθε στο θέμα της καθυστέρησης επικύρωσης με όρκο της "ειρήνης του Φιλοκράτη" από την πλευρά του Φιλίππου, γεγονός που έδωσε στον Μακεδόνα βασιλιά την ευκαιρία για δημιουργία τετελεσμένων σε Θράκη και Ελλήσποντο. Κατά τη γνώμη του Δημοσθένη, όλα αυτά θα είχαν αποφευχθεί, αν οι συμπρεσβευτές του είχαν ακολουθήσει τη συμβουλή του να μεταβούν κατευθείαν στο θέατρο επιχειρήσεων του Φιλίππου και όχι στην Πέλλα. Μετά την ανακεφαλαίωση όσων αποδείκνυαν την προδοτική συμπεριφορά του Αισχίνη (βλ. σχετικά ΔΗΜ 19.64–66), και την προτροπή για καταδίκη του σε θάνατο συνεχίζει:

[182] Ἀγανακτήσει τοίνυν αὐτίκα δὴ μάλα, ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι,
εἰ μόνος τῶν ἐν τῷ δήμῳ λεγόντων λόγων εὐθύνας ὑφέξει.
ἐγὼ δ’ ὅτι μὲν πάντες ἂν εἰκότως ὧν λέγουσι δίκην ὑπέχοιεν,
εἴπερ ἐπ’ ἀργυρίῳ τι λέγοιεν, παραλείψω, ἀλλ’ ἐκεῖνο λέγω·
εἰ μὲν Αἰσχίνης ἰδιώτης ὢν ἀπελήρησέ τι καὶ διήμαρτε, μὴ
σφόδρ’ ἀκριβολογήσησθε, ἐάσατε, συγγνώμην ἔχετε· εἰ δὲ
πρεσβευτὴς ὢν ἐπὶ χρήμασιν ἐπίτηδες ἐξηπάτηκεν ὑμᾶς, μὴ
ἀφῆτε, μηδ’ ἀνάσχησθ’ ὡς οὐ δεῖ δίκην ὧν εἶπεν ὑποσχεῖν.
[183] τίνος γὰρ ἄλλου δεῖ δίκην παρὰ πρέσβεων ἢ λόγων λαμ-
βάνειν; εἰσὶ γὰρ οἱ πρέσβεις οὐ τριήρων οὐδὲ τόπων οὐδ’
ὁπλιτῶν οὐδ’ ἀκροπόλεων κύριοι (οὐδεὶς γὰρ πρέσβεσι ταῦτ’
ἐγχειρίζει), ἀλλὰ λόγων καὶ χρόνων. τοὺς μὲν τοίνυν χρόνους
εἰ μὲν μὴ προανεῖλε τῆς πόλεως, οὐκ ἀδικεῖ, εἰ δ’ ἀνεῖλεν,
ἠδίκηκε· τοὺς δὲ λόγους εἰ μὲν ἀληθεῖς ἀπήγγελκεν ἢ
συμφέροντας, ἀποφευγέτω, εἰ δὲ καὶ ψευδεῖς καὶ μισθοῦ καὶ
ἀσυμφόρους, ἁλισκέσθω. [184] οὐδὲν γὰρ ἔσθ’ ὅ τι μεῖζον ἂν ὑμᾶς
ἀδικήσειέ τις ἢ ψευδῆ λέγων. οἷς γάρ ἐστ’ ἐν λόγοις ἡ
πολιτεία, πῶς, ἂν οὗτοι μὴ ἀληθεῖς ὦσιν, ἀσφαλῶς ἔστι
πολιτεύεσθαι; ἂν δὲ δὴ καὶ πρὸς ἃ τοῖς ἐχθροῖς συμφέρει
δῶρά τις λαμβάνων λέγῃ, πῶς οὐχὶ καὶ κινδυνεύσετε; οὐδέ
γε τοὺς χρόνους ἴσον ἔστ’ ἀδίκημ’ ὀλιγαρχίας ἢ τυράννου
παρελέσθαι καὶ ὑμῶν· [185] οὐδ’ ὀλίγου δεῖ. ἐν ἐκείναις μὲν γάρ,
οἶμαι, ταῖς πολιτείαις πάντ’ ἐξ ἐπιτάγματος ὀξέως γίγνεται·
ὑμῖν δὲ πρῶτον μὲν τὴν βουλὴν ἀκοῦσαι περὶ πάντων καὶ
προβουλεῦσαι δεῖ, καὶ τοῦθ’ ὅταν ᾖ κήρυξι καὶ πρεσβείαις
προγεγραμμένον, οὐκ ἀεί· εἶτ’ ἐκκλησίαν ποιῆσαι, καὶ ταύτην
ὅταν ἐκ τῶν νόμων καθήκῃ. εἶτα κρατῆσαι καὶ περιγενέσθαι
δεῖ τοὺς τὰ βέλτιστα λέγοντας τῶν ἢ δι’ ἄγνοιαν ἢ διὰ
μοχθηρίαν ἀντιλεγόντων. [186] ἐφ’ ἅπασι δὲ τούτοις, ἐπειδὰν
καὶ δεδογμένον ᾖ καὶ συμφέρον ἤδη φαίνηται, χρόνον δεῖ
δοθῆναι τῇ τῶν πολλῶν ἀδυναμίᾳ, ἐν ᾧ καὶ ποριοῦνται ταῦθ’
ὧν ἂν δέωνται, ὅπως τὰ δόξαντα καὶ δυνηθῶσι ποιῆσαι. ὁ δὴ
τοὺς χρόνους τούτους ἀναιρῶν τῆς οἵα παρ’ ἡμῖν ἐστι πολι-
τείας, οὐ χρόνους ἀνῄρηκεν οὗτος, οὔ, ἀλλὰ τὰ πράγμαθ’
ἁπλῶς ἀφῄρηται.

***
[182] Θα αγανακτήση δε πάρα πολύ τώρα αμέσως, διότι από όλους όσοι ομιλούν προς τον λαόν, αυτός θα τιμωρηθή μόνον. Εγώ δε, ότι μεν όλοι ευλόγως ήθελον υπέχει ευθύνην διά τους λόγους των, τους οποίους λέγουν λαμβάνοντες χρήματα, θα παραλείψω, αλλά λέγω το εξής· εάν ο Αισχίνης ως απλούς ιδιώτης εφλυάρησε κάτι και διέπραξε κάποιο σφάλμα, μη δείξετε μεγάλην αυστηρότητα, μη εξετάσετε αυτό λεπτομερώς, αλλά αθωώσετέ τον· εάν δε πρεσβευτής ων σας εξηπάτησεν επίτηδες λαβών χρήματα, μη τον αθωώσετε και να μη ανεχθήτε το επιχείρημά του, ότι δεν πρέπει να τιμωρηθή δι' όσα είπεν. [183] Διότι διά ποίον άλλο πρέπει κανείς να ζητή λόγον από τους πρεσβευτάς παρά διά τους λόγους των; Διότι οι πρεσβευταί δεν είναι κύριοι ούτε πλοίων, ούτε τόπων, ούτε οπλιτών, ούτε ακροπόλεων (διότι κανείς δεν παραδίδει αυτά εις τους πρέσβεις), αλλά είναι κύριοι του χρόνου και του λόγου. Τους μεν λοιπόν χρόνους εάν δεν αφήκε να χαθούν διά την πόλιν, δεν διαπράττει αδίκημα, εάν δε αφήκε να περάσουν ανεκμετάλλευτοι, έχει διαπράξει αδίκημα· εάν δε οι λόγοι, τους οποίους απήγγειλεν εδώ εις σας, είναι αληθείς ή συμφέροντες, να αθωωθή, εάν δε και ψευδείς και ασύμφοροι και ελέχθησαν, αντί χρημάτων, να καταδικασθή. [184] Διότι δεν υπάρχει μεγαλύτερον αδίκημα από το να σας αδικήση κανείς λέγων ψέματα· διότι εκείνοι, εις τους οποίους η πολιτεία εξαρτάται από τους λόγους, εάν οι λόγοι ούτοι είναι ψευδείς, πώς δύνανται να ζουν ασφαλώς ως πολίται; Αν δε προς τούτοις και όσα συμφέρουν εις τους εχθρούς υποστηρίζη κανείς λαμβάνων δώρα, πώς τότε δεν θα κινδυνεύσετε; Ουδέ είναι βεβαίως το ίδιον αδίκημα διά την ολιγαρχίαν ή την τυραννίαν και σας το να σας αφαιρέσουν τας καταλλήλους περιστάσεις· [185] είναι πολύ μεγάλη η διαφορά. Διότι εις εκείνας μεν τας πολιτείας νομίζω, ότι όλα γίνονται αμέσως κατόπιν μιας διαταγής· εις σας δε δι' όλας τας υποθέσεις πρώτον μεν πρέπει να διαφωτισθή η βουλή και να καταρτίση το νομοσχέδιον, και τούτο το σώμα δεν συνέρχεται εκτάκτως παρά μόνον όταν έχη να απαντήση εις αγγελιαφόρους ή πρεσβείας· πρέπει κατόπιν να συναθροισθή ο λαός και μόνον την ωρισμένην υπό του νόμου ημέραν. Έπειτα πρέπει να υπερισχύσουν και επικρατήσουν οι ρήτορες, οι συμβουλεύοντες τα άριστα, εκείνων οι οποίοι από άγνοιαν ή από μοχθηρίαν έχουν αντίθετον γνώμην. [186] Έπειτα δε από όλα αυτά, όταν ληφθή κάποια απόφασις, η οποία φαίνεται ότι είναι συμφέρουσα να εκτελεσθή, πρέπει να δοθή χρόνος εις την αδυναμίαν των πολιτών, κατά τον οποίον θα προμηθευθούν αυτά, διά των οποίων θα δυνηθούν να εκπληρώσουν τας ληφθείσας αποφάσεις. Εκείνος λοιπόν, ο οποίος καταστρέφει τας προθεσμίας ταύτας τοιαύτης πολιτείας, οποία είναι η ιδική μας, δεν καταστρέφει απλώς αυτάς, όχι, της αφαιρεί πάσαν ευκολίαν ενεργείας.