Κυριακή 3 Ιουλίου 2022

Να αφήσετε κάποιον τοξικό άνθρωπο να φύγει χωρίς να το μετανιώσετε

Τι σημαίνει να «αφήνεις κάποιον να φύγει»; Το να αφήσετε όμως κάποιον να φύγει βγάζοντας τον από τη ζωή σας, δεν είναι πρακτικό σε κάθε περίπτωση. Οι οικογενειακές σχέσεις, για παράδειγμα, μπορεί να γίνουν δύσκολες καθώς μερικές φορές δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορείτε να αφήσετε κάποιον άλλον.

Μην αφήνετε την τοξικότητα ενός άλλου ατόμου να καταστρέψει τη ζωή σας.

Μην μπερδεύεστε ότι αν δεν μπορείτε να κόψετε εύκολα τους δεσμούς, δεν μπορείτε να αφήσετε κάποιον να φύγει.

Μπορείτε ακόμα να τα αφήσετε να πάνε τα πράγματα με διαφορετικούς τρόπους.

Μπορείτε να ελαχιστοποιήσετε την επαφή, να την διατηρήσετε περιστασιακή, να την διατηρήσετε “επαγγελματική”, να σταματήσετε να προσφέρετε βοήθεια ή απλώς να αλλάξετε το βάθος της σχέσης που έχετε με αυτό το άτομο.

Υπάρχουν λοιπόν επιλογές.

Η κύρια ιδέα είναι ότι δεν θα επιτρέπετε στην τοξικότητα του ατόμου να καταστρέψει τη ζωή σας. Για να το αποτρέψεις, τους αφήνεις να φύγουν. Και μπορείτε να τους αφήσετε να φύγουν με διάφορους τρόπους, αρκεί να τους εμποδίσετε να σας επηρεάσουν αρνητικά.

Και δικαιούστε να το κάνετε αυτό.

Ας ξεκινήσουμε με τα σημάδια που δείχνουν ότι πρέπει να αφήσετε κάποιον να φύγει.

Όσο περισσότερα σημάδια βρείτε σε αυτούς, τόσο πιο τοξική είναι η κατάσταση. Όσο πιο τοξική είναι η κατάσταση, τόσο πιο γρήγορα πρέπει να τους αφήσετε.

#1 Δεν βοηθούν τον εαυτό τους, δεν παίρνουν μέτρα για να καλυτερέψουν τη ζωή τους και δεν ακούνε τις συμβουλές σας.

Σημαίνει, επίσης, αποτυχία ανάληψης ευθύνης έως εθιστικές συμπεριφορές και συνήθειες. Κάνουν τη ζωή τους χειρότερη. Αποτυγχάνουν και συνεχίζουν να αποτυγχάνουν.

Και όταν προσπαθείς να παρέμβεις, δεν σε ακούνε. Αποφεύγουν τις γνήσιες, χρήσιμες συμβουλές. Είναι σαν να τους δείχνεις πού είναι το νερό όταν διψάνε αλλά δεν πάνε να το πάρουν. Αντίθετα, πίνουν το 10ο ποτήρι κρασί τους για να εγκαταλείψουν τη δίψα τους.

Άφησε τους λοιπόν να φύγουν. Δεν μπορείτε να τους κρατήσετε και να υποφέρετε. Θα πνιγείς μαζί τους μέσα στο 11ο ποτήρι του κρασιού τους.

Η καλύτερη βοήθεια που μπορείτε να δώσετε σε κάποιον που δεν προσπαθεί να βοηθήσει τον εαυτό του είναι να σταματήσετε να τον βοηθάτε.

Σκληρό μεν, αλλά σοφό και απαραίτητο.

#2 Δεν σέβονται τα όριά σας

Ο καθορισμός ορίων αφορά τον καθορισμό μιας από τις νόμιμες ανάγκες σας και, στη συνέχεια, την υπεράσπισή τους.

Για παράδειγμα, χρειάζομαι χώρο και θέλω να περάσω χρόνο με τον εαυτό μου.

Έτσι, το διατυπώνω με άμεσες, ευγενικές και δυνατές λέξεις στους ανθρώπους γύρω μου.

Δεν θα είμαι επιθετικός/ή ούτε θα τους επιτεθώ λέγοντας ότι πρέπει να είμαι μόνος. Απλώς θα εκφράσω την ανάγκη μου για χώρο όσο το δυνατόν πιο κατηγορηματικά. Και βεβαιότητα δεν σημαίνει παρεμπιπτόντως αγένεια ή επιθετικότητα.

Ή, δεν μου αρέσει όταν κάποιος μου μιλάει με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Με κάνει να νιώθω ασέβεια και άβολα.

Θα τους εκφράσω λοιπόν ότι δεν δέχομαι να μου φέρονται έτσι και ότι θα υπάρξουν συνέπειες αν συνεχίσουν.

Διεκδικητικός/ή, δυνατός/ή και άμεσος. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε κάποια επιθετικότητα εδώ εάν είναι απαραίτητο. Μπορείς να είσαι ήρεμος/η αλλά δυνατός/ή και άμεσος. Τέλος πάντων, εκφράζεις μια ανάγκη και υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου.

Με λίγα λόγια, αυτή είναι η βασική ιδέα του καθορισμού ορίων.

Εάν κάποιος δεν το σέβεται αυτό παραβιάζοντας τα όριά σας, δεν σας σέβεται. Αφήστε τους λοιπόν να πάνε αλλού.

#3 Δεν εκτιμούν τις προσπάθειες που καταβάλλετε για αυτούς

Στις σχέσεις, δεν καταβάλλεις προσπάθεια να βγάλεις κάτι από τον άλλον.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, αυτό είναι χειραγώγηση.

Στις σχέσεις, καταβάλλεις προσπάθεια γιατί νοιάζεσαι και θέλεις να σώσεις μία κατάσταση.

Ωστόσο, εάν δεν επιστρέφει πίσω σαν αντάλλαγμα η προσπάθεια σας, είναι καιρός να ξανασκεφτείτε τόσα πολλά πράγματα για αυτήν τη σχέση.

Είναι η ίδια ιδέα του όταν δίνεις σε κάποιον συμβουλές και δεν ακούει, τότε σταματάς να τις δίνεις.

Και αν οι προσπάθειές σας δεν αντιμετωπιστούν με παρόμοιες προσπάθειες από τον άλλο ή τουλάχιστον εκτιμώντας τις, παρόλο που δεν είναι αυτό το νόημα όταν καταβάλετε αυτές τις προσπάθειες, τότε σταματήστε.

Μπορεί να σημαίνει ότι θεωρείσαι δεδομένος. Ή ότι ο άλλος δεν ενδιαφέρεται πραγματικά.

Εάν οι προθέσεις σας δεν είναι χειριστικές και καταβάλλετε γνήσια προσπάθεια, αλλά δεν αντιμετωπίζονται με παρόμοια προσπάθεια από τον άλλο, σταματήστε το.

Μην αφήνετε τον εαυτό σας να θεωρείται δεδομένος.

Επιπλέον, αν δεν σταματήσετε, θα συμβάλετε σε μια μονόπλευρη σχέση. Και αυτά είναι εξαντλητικό και ταπεινωτικό.

#4 Δεν ενθουσιάζονται όταν κερδίζετε

Αυτό είναι απλό και πολύ σημαντικό.

Δώστε προσοχή στο πώς αντιδρούν οι άνθρωποι στα καλά σας νέα.

Οι άνθρωποι που νοιάζονται για εσάς θα ενθουσιαστούν που κάτι καλό σας συνέβη. Θα το δείτε στα μάτια τους και θα το νιώσετε στη συμπεριφορά τους. Είναι ειλικρινά χαρούμενοι και σας εύχονται ακόμα περισσότερες επιτυχίες.

Οι άνθρωποι που δεν θα σας δίνουν ένα μπράβο ή δεν θα είναι χαρούμενοι ή ενθουσιασμένοι, τότε τα καλά σας νέα δεν θα προκαλέσουν θετικά συναισθήματα μέσα τους. Και δεν μπορούν να το προσποιηθούν.

Δεν θα σας συγχαρούν ούτε θα γιορτάσουν μαζί σας. Δεν θα το κάνουν ειλικρινά. Μπορεί ακόμη και να προσπαθήσουν να σας ξεπεράσουν λέγοντας ιστορίες για την επιτυχία τους ή την επιτυχία κάποιου άλλου.

Θα το νιώσετε στον τρόπο που μιλάνε, κινούνται και αλληλοεπιδρούν μαζί σας. Δεν είναι πραγματικά χαρούμενοι.

Δεν θέλεις λοιπόν κάποιο τέτοιο άτομο στον στενό σου κύκλο.

#5 Τα μάτια τους το δείχνουν όταν χάνεις

Αυτό μοιάζει με το προηγούμενο σημείο #4

Όταν κάποιος είναι χαρούμενος που σου συνέβη κάτι κακό, σίγουρα δεν σου εύχεται να είσαι καλά.

Θέλουν να σε δουν να χάνεις. Ένας πραγματικός φίλος δεν θα χαρεί που περνάς δύσκολα. Και αυτό δεν μπορεί να πλαστογραφηθεί.

Εάν τα κακά νέα σας τους κάνουν χαρούμενους, ευχαριστημένους και άνετους, δεν θέλετε να τους έχετε κοντά σας. Πραγματικός φίλος είναι κάποιος που είσαι σίγουρος ότι αν του πεις άσχημα νέα, θα τα ακούσουν μεν και δεν θα χαρούν.

#6 Είναι πολύ αρνητικοί και θέλουν να σας παρασύρουν

Πρώτα απ' όλα, έχουν αυτό για το οποίο μιλήσαμε στο σημείο #1. Δεν παίρνουν μέτρα για να καλυτερέψουν τη ζωή τους και δεν δέχονται συμβουλές πως να ξεφύγουν.

Βλέπουν μόνο τον βυθό και είναι καθ’ οδόν προς αυτόν.

Και θέλουν να πας μαζί τους. Και σε κατεβάζουν στον πάτο που στοχεύουν.

Δίνεις λύσεις και προτάσεις. Σου λένε πώς δεν θα λειτουργήσουν. Και μετά αρχίζουν να σκέφτονται την αυτολύπηση και τη δυστυχία που έχουν.

Η ενέργειά τους εξαντλείται. Η νοοτροπία τους ηττήθηκε. Και η προθυμία τους να κάνουν οτιδήποτε είναι μηδενική.

Η προσπάθεια σας να επισημάνετε οτιδήποτε για να ξεφύγουν δεν θα λειτουργήσει. Και δεν θα προσπαθήσουν να σας πείσουν ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν την αρνητικότητα (και να την νικήσουν) καθώς δεν θα το πιστέψουν.

Είναι ηττημένοι από χέρι και θέλουν να σε ρίξουν επίσης και σένα κάτω.

Εάν αφιερώνετε αρκετό χρόνο γύρω από τέτοιους ανθρώπους, η νοοτροπία και η ενέργειά σας θα σβήσουν, θα χαθούν.

Μην αφήνετε λοιπόν τον αρνητισμό τους να είναι μέρος της ζωής σας.

Και μην τους αφήσετε να σας πείσουν ότι η αρνητικότητα τους είναι να είναι ρεαλιστές στη ζωή.

Η πιο ρεαλιστική επιλογή ενάντια στις αντιξοότητες της ζωής είναι να αντεπιτεθείτε γιατί είναι η μόνη επιλογή που έχει τη δυνατότητα να τις ξεπεράσετε.

Αυτοί είναι που θα προσπαθήσουν να σας πείσουν ότι δεν έχουν ηττηθεί και ότι κάνουν το καλύτερο δυνατό.

Αλλά, στην πραγματικότητα, κάνουν ενέργειες με τρόπο που θα αποδείξουν μόνο την άποψή τους ότι δεν υπάρχει ελπίδα. Να αποδείξουν ότι είναι θύματα. Για να αποδείξουν ότι είχαν δίκιο για τον αρνητισμό τους.

Αυτοεκπληρούμενη προφητεία!

Επιβεβαιώνουν αυτό που πιστεύουν. Προσπαθούν να το αποδείξουν σε εσάς και στον εαυτό τους και στον κόσμο.

Μην τους πιστεύετε. Μείνετε μακριά. Και διαβάστε το επόμενο σημείο #7.

#7 Οι πράξεις δεν ταιριάζουν με τα λόγια τους

Πώς ξέρετε από τι είναι πραγματικά φτιαγμένος ένας άνθρωπος;

Κοιτάς τις πράξεις τους. Τα λόγια τους δεν έχουν νόημα εάν δεν ευθυγραμμίζονται με τις πράξεις τους.

Δείτε τι κάνουν, όχι τι λένε. Και πιστέψτε μόνο αυτό.

Οι άνθρωποι σου λένε συνεχώς ποιοι είναι, μέσα από τις πράξεις τους. Απλά πρέπει να σταματήσετε να ακούτε τα λόγια τους και να αρχίσετε να δίνετε προσοχή στις πράξεις τους.

Λάβετε υπόψη τα λόγια τους και ακούστε τα. Αλλά κρίνετε μόνο από τις πράξεις τους.

Αυτό που είσαι τελικά δεν αποτελείται από τα λόγια σου. Το ποιος είσαι διαμορφώνεται από αυτό που κάνεις.

Σκεφτείτε το. Αυτό που μας κάνει να εμπιστευόμαστε κάποιον δεν είναι τα λόγια του. Είναι οι πράξεις τους. Να δίνετε πάντα προσοχή σε αυτό.

Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που προδόθηκαν, όταν συνειδητοποιούν ότι τους πρόδωσαν, έχουν μια κοινή σκέψη και συνειδητοποίηση. Είναι, «Το είδα αυτό στη συμπεριφορά και τις πράξεις τους. Είδα πρώιμα σημάδια αυτής της προδοσίας στη συμπεριφορά τους σε κάποιο σημείο».

Παρακολουθήστε τις ενέργειες του άλλου. Και να είστε ξεκάθαροι με τον εαυτό σας σχετικά με το τι λένε αυτές οι ενέργειες για αυτό το άτομο.

Μην είστε όμως πολύ καχύποπτοι σε σημείο παράνοιας. Απλώς να είστε αρκετά σοφοί για να δείτε πότε οι πράξεις κάποιου δεν ταιριάζουν με αυτό που λέει ότι είναι και φύγετε.

Πλάτων: η ιδεατή πολιτεία και η ρεαλιστική της πραγμάτωση

Πλάτων: 427‒347 π.Χ.

Πολιτεία

Πολιτική πραγματικότητα και ουτοπία

§1

Η διαλεκτική φιλοσοφία του Πλάτωνος προσκαλεί τον αναγνώστη, τον άνθρωπο εν γένει, να περάσει φιλόξενα το κατώφλι της χαρακτηριστικής της ζωντάνιας και να μυηθεί στην πρωτότυπη κατεύθυνση της σκέψης που η ίδια εγκαινιάζει, ώστε να μπορέσει να δει με νέα ματιά την καθημερινότητα, τη γνώση του εαυτού του και ολόκληρη την ιδιωτική και δημόσια ζωή του. Στην ιδιωτική ζωή ανήκει η ενική ατομικότητα του ανθρώπου, ενώ στη δημόσια η κοινοτική του ύπαρξη, η καθολική του ατομικότητα όπως την εννοεί ο κορυφαίος Έλληνας φιλόσοφος να εκτυλίσσεται με λόγο και έργο στη σφαίρα της πολιτικής κοινότητας. Το ανθρώπινο άτομο, κατά ταύτα, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει έξω απ’ αυτή την κοινότητα ή στο πλαίσιο ηθικών κηρυγμάτων, εισαγομένων έξωθεν στην ψυχή του, παρά μόνο με την αξιοποίηση της φιλοσοφικής ικανότητας και σκέψης, που φέρει δυνάμει μέσα του.

Όταν ο Πλάτων δίνει στα έργα του διαλογικό χαρακτήρα, ξεκινάει ακριβώς από την πεποίθηση περί μιας τέτοιας ικανότητας και περί της αναγκαιότητας τούτη η τελευταία να λάβει συγκεκριμένη μορφή εντός της ζωής της πολιτείας. Συγκεκριμένη μορφή σημαίνει δύο τινά: πρώτον, ο καθένας να ακολουθήσει το δικό του μονοπάτι στη ζωή, αυτό δηλαδή που ιδιάζει στη φύση του και φωτίζει την ψυχή του· δεύτερον, η ίδια η πολιτεία να κυβερνηθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να αναπτύξει μια ηθική, δηλαδή πρακτική δράση, που θα επιτρέπει στο άτομο να εκδιπλώνει τις ικανότητές του και να διάγει έναν δίκαιο βίο μέσα σε μια δίκαιη πολιτική κοινότητα. Το καίριο ζήτημα, επομένως, για τον Πλάτωνα στο έργο του Πολιτεία είναι να αποτελεί δεσπόζουσα αρχή της εν λόγω κοινότητας η δικαιοσύνη.

§2

Για να γνωρίζουμε όμως την ενδοσυνάφεια της δικαιοσύνης με τον άνθρωπο, τη λειτουργική της παρ-ουσία στους κόλπους της ψυχή του, χρειάζεται αρχικά να την αναζητήσουμε στην ευρύτερη περιοχή της πόλεως/πολιτείας. Γι’ αυτό ο Πλάτων γράφει το μεγάλο του έργο Πολιτεία, κεντρικός άξονας του οποίου είναι το ανθρώπινο άτομο σε σχέση με το φρόνημά του για το δίκαιο ή το άδικο:

«νομίζεις ότι τα πολιτεύματα γεννιούνται από κάποια βελανιδιά ή πέτρα και όχι από τα ήθη αυτών που ζουν μέσα στην πολιτεία;»[1].

Τι θέλει να μας διδάξει η πλατωνική Πολιτεία; Εάν λάβουμε υπόψη και τον υπότιτλο του έργου: περί δικαίου, πολιτικός, προσθήκη από μεταγενέστερους εκδότες του έργου, φαίνεται να μας γνωρίζει με την πραγμάτευση της δικαιοσύνης και της δίκαιης πολιτείας. Το μεγαλείο ωστόσο αυτού του μνημειώδους φιλοσοφικού επιτεύγματος, άφθαρτου στο διάβα του χρόνου και επίκαιρου όσο κανένα άλλο, δεν εξαντλείται σε μια τέτοια πραγμάτευση. Μέσω αυτής εδώ, ο λόγος εκτυλίσσεται σε φιλο-σοφικό διά-λογο με τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο. Έτσι, η δικαιοσύνη μελετάται ουσιωδώς για τη χρησιμότητά της στον άνθρωπο. Επειδή συνυφαίνεται με την ολότητα των αρετών, χωρίς αυτή αδυνατίζει η ισχύς οποιασδήποτε άλλης αρετής, παραπέμπει και στο κατευθυντήριο ερώτημα για την αγαθή, καλή ζωή. Τα κορυφαία έργα, μέσα στην ιστορία της φιλοσοφίας, όπως π.χ. τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, η Κριτική του καθαρού Λόγου του Καντ, η Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ, το Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα του Νίτσε, το Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ κ.α. έχουν στον επίκεντρο την ουσία του ανθρώπου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

§3

Η πλατωνική Πολιτεία έχει και ένα επί πλέον ξεχωριστό χαρακτηριστικό: δεν εξετάζει μόνο το Είναι –και μάλιστα το πολιτικό τοιούτο– του ανθρώπου, αλλά ασχολείται και με την πρακτική του συνθήκη, ήγουν την κοινωνικο-πολιτική του συνθήκη, έτσι όπως τούτη καθορίζει την ολότητα του Είναι του: τη σκέψη του και τη σχέση της ατομικότητάς του με την ευρύτερη κοινότητα των ανθρώπων. Η Πολιτεία, ως εκ τούτου, είναι μια πλήρης φιλοσοφική κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης, έτσι όπως τούτη διαμορφώνεται και δρα ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά. Υπό μια τέτοια οπτική συνθέτει ένα οργανικό όλο, με ενιαίο χαρακτήρα φιλοσοφικής ανθρωπολογίας και με μια σειρά από επί μέρους ενότητες, από μερικά Όλα, σχετικά αυτόνομα ως προς την πλούσια θεματική τους: διαλεκτική, ηθική, πολιτική, κοινωνιολογική, εκπαιδευτική/παιδαγωγική, φιλοσοφικο-ιστορική. Αν το κύριο μέλημα του Πλάτωνα είναι ο καλός κι αγαθός άνθρωπος ‒ π.χ. πώς μπορεί να διαμορφώνεται ως άτομο, ώστε να αποβαίνει χρήσιμος και δίκαιος για την κοινότητα και την πολιτεία;‒ η ουσία της δικαιοσύνης διερευνάται στο παράδειγμα της πολιτείας: επειδή το άτομο είναι πάντοτε μέλος ενός ευρύτερου συνόλου, της πολιτείας, το εν λόγω μέλημα μετασχηματίζεται πρωτίστως σε αγωνιώδη φιλοσοφική έρευνα, σχετικά με το πώς πρέπει να φτιάχνεται ένα ενάρετο οργανικό σύνολο ανθρώπων, δηλαδή μια δίκαιη πολιτεία, που με τη σειρά της θα φτιάχνει πολίτες με φρόνηση και αίσθηση του δικαίου. Το υπό συζήτηση έργο ανήκει στην πολιτική φιλοσοφία, όπως και το έργο: οι Νόμοι. Αυτό σημαίνει ότι ο φιλόσοφος φέρει μέσα στον πυρήνα της σκέψης του το ιδιαίτερο στοιχείο του Πολιτικού. Συμβαίνει λοιπόν με το έργο του Πολιτεία να ξαναγυρίζει στην πολιτική. Τούτη η επιστροφή, σε αντίθεση με την αποστροφή του για την πρακτική πολιτική, δεν είναι κάτι το δεδομένο ούτε προκύπτει ως μια αυθαίρετη φαντασιακή του σύλληψη χωρίς καμιά ιστορική βάση και ενάντια στην πολιτική πραγματικότητα της Αθήνας.

§4

Απεναντίας συνάπτεται με την οικοδόμηση μιας φιλοσοφικής γνώσης, που θα συναρπάζει τον ανθρώπινο κόσμο: θα βγαίνει από μέσα του, θα τον ταράζει και θα τον αλλάζει. Η γνώση αυτή, που ο Πλάτων την ονομάζει επιστήμη, δεν αρχίζει και δεν τελειώνει με ένα έξωθεν α-νοηματικό «πρέπει» ή με συσσώρευση πληροφοριακών στοιχείων, γνωμών, ηθικών κανόνων ή αρχών, αλλά είναι η ίδια η διαλεκτική κατανόηση και ερμηνεία της πραγματικότητας. Όσο εισχωρεί κανείς διαλεκτικά στην κατανόηση του πραγματικού, τόσο μπορεί να αποκτά μια εποπτική εικόνα, ικανή για τον επανασχεδιασμό του, δηλαδή για την ου-τοπική του διόραση. Στην αποτελεσματική έκβαση αυτής της διαλεκτικής εργασίας και εν ταυτώ διεργασίας, καθοριστική είναι η παιδεία του ανθρώπου, τουτέστι η φιλοσοφική αγωγή και περιαγωγή της ψυχής του. Η φιλοσοφική παιδεία, για να γίνεται κτήμα των πολιτών, πρέπει πρώτα να κατακτήσει τις καρδιές και τα μυαλά των πολιτικών αρχόντων. Πώς θα μπορούσε μια αφιλοσόφητη και διεφθαρμένη εξουσία να οικοδομήσει, με σημερινή ορολογία, ένα κράτος δικαίου με ελεύθερους και ελευθερόφρονες πολίτες; Η αναγκαιότητα, επομένως, της φιλοσοφικής παιδείας αποτελεί κι αυτή, καθ’ όλη την εκδίπλωση του διαλέγεσθαι, ένα από τα κεντρικά θέματα της Πολιτείας. Ακόμη και τα οικονομικά θέματα, με τα οποία καταπιάνεται ο Πλάτων σε τούτο το έργο του, παραμένουν στο βάθος φιλοσοφικά θέματα, με την έννοια ότι η γνώση, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι αριθμητικό, ποσοτικό μέγεθος, αλλά πρωτίστως ποιοτικό: η διαμόρφωση εκείνων των πνευματικά ανώτερων και ηθικά πληρέστερων ανθρώπινων όντων, που ως προορισμό τους έχουν, όταν χρειαστεί να κυβερνήσουν, την ευδαιμονία της πόλεως και των πολιτών και όχι τον δικό τους πλουτισμό.

§5

Τα ποσοτικά μεγέθη χωρίς την ποιοτική τους σύσταση, μετατρέπουν την κρατική εξουσία σε όργανο αυτοϊκανοποίησης και ακολασίας των ίδιων των κυβερνητών: χτες, σήμερα, αύριο, οι φιλοσοφικά απαίδευτοι πολιτικοί ενσαρκώνουν τον εκφυλισμό, την ηδυπάθεια, τον αχαλίνωτο αμοραλισμό. Στους φιλοσοφικά απαίδευτους δεν ανήκουν κατά Πλάτωνα, όσοι δεν έχουν πτυχίο φιλοσοφίας ή δεν είναι καθηγητές φιλοσοφίας, αλλά όλοι εκείνοι, που είτε δεν έχουν την απαραίτητη φιλοσοφική καλλιέργεια, ώστε να καταπολεμούν τον ανορθολογισμό, ή παριστάνουν τον επαγγελματία "φιλόσοφο", που είναι υποταγμένος στο ιδιωτικό του συμφέρον, στην ικανοποίηση μάταιων φιλοδοξιών και αθέμιτων ωφελιμισμών. Ως εκ τούτου εμφανίζεται πάντα επιρρεπής στη διαφθορά και χρησιμοποιεί τη φιλοσοφία ως επικάλυψη της διεφθαρμένης του στάσης ζωής ή της πλήρους ανικανότητάς του να υπηρετήσει την αληθινή φιλοσοφία. Αντίθετα, οι αληθινοί φιλόσοφοι είναι οι πραγματικοί φίλοι της σοφίας, οι αυθεντικοί μύστες της γνώσης: αληθινοί, πραγματικοί, αυθεντικοί, γιατί ταυτίζονται με τη φιλοσοφική ουτοπία και δίνουν ακόμη και τη ζωή τους για τη ρεαλιστική πραγμάτωση της ιδεατής πολιτείας. Μια τέτοια ρεαλιστική πραγμάτωση ο Πλάτων τη θεωρούσε θεμιτή, γι’ αυτό ανέλαβε και ο ίδιος ανάλογες προσπάθειες στις Συρακούσες με τον Διονύσιο ΙΙ. Το εφικτό του θέματος ο φιλόσοφος το βασίζει στο γεγονός της εφαρμογής των Ιδεών σε συγκεκριμένους τομείς της πολιτικής ζωής, κάτι που σημαίνει μετατροπή της ουτοπίας σε ορατή πραγματικότητα: επίτευξη της πιο υψηλής αρμονίας ανάμεσα στο άτομο και την πολιτεία, ώστε να προκύπτει μια κοινότητα ψυχών και να αποτρέπεται η δημιουργία του όχλου ‒π.χ. οι θορυβώδεις συνελεύσεις της Εκκλησίας του δήμου‒ δηλαδή η μεταποίηση του λαού σε ένα άρρυθμο, ποσοτικό, ανώνυμο άθροισμα ατόμων, που πάνω του φύεται ο πολιτικός αμοραλισμός και εγωισμός των ανίκανων, διεστραμμένων και ανόητων προσώπων της εξουσίας.
----------------------
[1] Πολιτεία, 544d7-e1.

Σαρτρ: Ο άνθρωπος θα γίνει αυτό που έχει σχεδιάσει να γίνει. Όχι αυτό που θα θελήσει να γίνει

Ο άνθρωπος όπως τον συλλαμβάνει ο υπαρξιστής φιλόσοφος, δεν είναι προσδιορίσιμος, αυτό σημαίνει πώς στην αρχή απ' τα πριν, δεν είναι τίποτα. Θα γίνει μετά και θα γίνει αυτό πού θα φτιάξει ό ίδιος τον εαυτό του. Έτσι. δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση. αφού δεν υπάρχει Θεός για να την συλλάβει.

Ο άνθρωπος είναι, όχι μόνο η αντίληψη που ο ίδιος έχει για τον εαυτό του· αλλά κι' αυτός πού θέλει να είναι. Κι όπως συλλαμβάνει τον εαυτό του, μετά την ύπαρξη κι όπως θέλει τον εαυτό του μετά από αυτή την ορμή προς την ύπαρξη, ο άνθρωπος δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά αυτό που ο ίδιος φτιάχνεται. Αυτή είναι η πρώτη αρχή του υπαρξισμού.

Αυτό ακριβώς είναι η λεγόμενη υποκειμενικότητα», που με το ίδιο αυτό όνομα μας προσάπτουν. Αλλά τί άλλο θέλουμε να πούμε με τα παραπάνω, αν όχι πως ο άνθρωπος έχει μεγαλύτερη αξία, μεγαλύτερη αξιοπρέπεια απ' ό, τι ή πέτρα ή το τραπέζι; Γιατί αυτό πού θέλουμε να πούμε είναι ότι ό άνθρωπος υπάρχει πρώτα, δηλαδή ότι ό άνθρωπος είναι πριν απ' όλα αυτό πού ρίχνεται προς ένα μέλλον κι αυτό πού έχει συνείδηση πώς προβάλλεται στο μέλλον.

Ο άνθρωπος είναι στην αρχή ένα σχέδιο που βιώνεται υποκειμενικά αντί να είναι αφρός, ένα σκουπίδι ή ένα κουνουπίδι, τίποτα δεν υπάρχει προγενέστερα απ' αυτό το σχέδιο. Τίποτα το νοητά διαγνώσιμο δεν είναι χαραγμένο στον ουρανό κι ο άνθρωπος θα γίνει πάνω απ’ όλα αυτό που έχει σχεδιάσει να γίνει. Όχι αυτό που θα θελήσει να γίνει.

Γιατί αυτό που συνήθως εννοούμε με τη λέξη «θέληση» είναι μια συνειδητή απόφαση, πράγμα που για τους περισσότερους από μας έρχεται μεταγενέστερα άπ' ότι γίνεται από μόνο του. Μπορώ να θέλω να προσχωρήσω σ' ένα κόμμα, να γράψω ένα βιβλίο, να παντρευτώ. Όλ' αυτά δεν είναι παρά ή εκδήλωση μιας εκλογής πιο πρωταρχικής πιο αυθόρμητης απ' αυτό πού λέμε «θέληση».

Ζ. Π Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός

Ζωή χωρίς φόβο

Είμαστε ελεύθεροι να είμαστε ο εαυτός μας;

Η απάντηση είναι όχι. Η αληθινή ελευθερία έχει να κάνει με το ανθρώπινο πνεύμα – ισοδυναμεί με το να είναι κανείς ο εαυτός του.

Ποιος μας εμποδίζει να είμαστε ελεύθεροι;

Κατηγορούμε την κυβέρνηση, τον καιρό, τους γονείς μας, τη θρησκεία, το Θεό.

Ποιος, όμως, είναι ο πραγματικός ένοχος;

Μα ο εαυτός μας – εμείς εμποδίζουμε τον εαυτό μας.

Τι σημαίνει να είναι κανείς ελεύθερος;

Συχνά, όταν παντρευόμαστε, λέμε ότι χάσαμε την ελευθερία μας, όταν, όμως, παίρνουμε διαζύγιο, πάλι δεν είμαστε ελεύθεροι.

Τι μας εμποδίζει; Γιατί δεν μπορούμε να είμαστε ο εαυτός μας;»

Φανταστείτε ότι σας έχει δοθεί η άδεια να είστε ευτυχισμένοι και να απολαμβάνετε την κάθε στιγμή.

Η ζωή σας δεν επιφυλάσσει πια την παραμικρή σύγκρουση με τον εαυτό σας ή με τους άλλους.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να εκφράσετε τις επιθυμίες σας.

Γνωρίζετε τι δεν θέλετε, γνωρίζετε τι θέλετε και πότε το θέλετε.

Είστε ελεύθεροι να αλλάξετε τη ζωή σας και να της δώσετε τη μορφή που πραγματικά επιθυμείτε.

Δεν φοβάστε να ζητήσετε αυτό που έχετε ανάγκη, δεν φοβάστε να πείτε ναι ή να πείτε όχι.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως την αγωνία της κρίσης των άλλων.

Δεν προσαρμόζετε πια τη συμπεριφορά σας σύμφωνα με το τι πιθανόν να πιστεύουν οι άλλοι για σας.

Δεν αισθάνεστε πια υπεύθυνοι για τις γνώμες των άλλων.

Δεν νιώθετε την ανάγκη να ελέγξετε κανέναν, ούτε κανείς ελέγχει εσάς.

Φανταστείτε ότι ζείτε δίχως να κρίνετε τους ανθρώπους γύρω σας.

Μπορείτε εύκολα να συγχωρήσετε και να ξεχάσετε τις κρίσεις που κάνατε στο παρελθόν.

Δεν αισθάνεστε πια την ανάγκη να έχετε δίκιο, ούτε την ανάγκη να αποδεικνύετε ότι οι άλλοι κάνουν λάθος.

Σέβεστε τον εαυτό σας και τους άλλους και, σε αντάλλαγμα, σας σέβονται κι εκείνοι.

Φανταστείτε ότι ζείτε αγαπώντας ακόμα κι όταν δεν σας αγαπούν.

Δεν σας τρομάζει πια η απόρριψη και δεν νιώθετε την ανάγκη της αποδοχής.

Μπορείτε να πείτε «σ’ αγαπώ» χωρίς ντροπή και χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος.

Μπορείτε να προχωρήσετε μπροστά με την καρδιά ορθάνοιχτη, δίχως να φοβάστε μήπως πληγωθείτε.

Φανταστείτε ότι ζείτε χωρίς να φοβάστε να διακινδυνεύσετε ή να εξερευνήσετε τη ζωή.

Δεν έχετε την αγωνία της απώλειας.

Δεν φοβάστε να ζείτε μέσα στον κόσμο και δεν φοβάστε να πεθάνετε.

Φανταστείτε ότι αγαπάτε τον εαυτό σας ακριβώς όπως είναι.

Αγαπάτε το σώμα σας ακριβώς όπως είναι και το ίδιο αγαπάτε και τα συναισθήματά σας.

Ξέρετε ότι είστε τέλειος/α ακριβώς όπως είστε».

«Έχουμε αναμνήσεις από πολύ παλιά, από μια εποχή που υπήρξαμε ελεύθεροι και που απολαμβάναμε την ελευθερία μας, αλλά έχουμε ποια ξεχάσει τι σημαίνει στ’ αλήθεια ελευθερία.

Ας πάρουμε ένα παιδί δύο, τριών ή και τεσσάρων ετών – να ένας ελεύθερος άνθρωπος.

Γιατί είναι ελεύθερος αυτός ο άνθρωπος;

Επειδή εξακολουθεί να κάνει αυτό που επιθυμεί.

Το παιδί είναι ένα άγριο πλάσμα - ένα λουλούδι, ένα δέντρο ή ένα ζώο που δεν έχει ακόμα εξημερωθεί!

Κι αν παρατηρήσουμε ανθρώπους ηλικίας δύο χρόνων, θα προσέξουμε ότι τις περισσότερες φορές αυτοί οι άνθρωποι διασκεδάζουν κι έχουν ένα φωτεινό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη.

Εξερευνούν τον κόσμο.

Δεν φοβούνται να παίξουν.

Φοβούνται όταν πονούν, όταν πεινάνε, όταν κάποιες ανάγκες τους μένουν ανικανοποίητες, αλλά δεν ανησυχούν για το παρελθόν, δεν ενδιαφέρονται για το μέλλον – ζουν μονάχα στην παρούσα στιγμή.

Τα πολύ μικρά παιδιά δεν διστάζουν να εκφράσουν τα συναισθήματά τους.

Διαπνέονται από τόση αγάπη, ώστε όταν την αντιληφθούν γύρω τους, αφήνονται απόλυτα σε αυτήν.

Δεν φοβούνται ούτε για μια στιγμή να αγαπήσουν.

Αυτή είναι η περιγραφή ενός φυσιολογικού ανθρώπινου όντος.

Όταν είμαστε παιδιά, δεν φοβόμαστε το μέλλον ούτε ντρεπόμαστε για το παρελθόν.

Η φυσιολογική ανθρώπινη τάση είναι η ευχαρίστηση, το παιχνίδι, η εξερεύνηση, η ευτυχία και η αγάπη.

Πέρα από τις Πύλες του Ασημένιου Κλειδιού

«Αγαπητέ κύριε Bishop, Ναι, με την φόρμουλα του Dho είναι δυνατό να δει κανείς την εσωτερική πόλη στους μαγνητικούς πόλους. Εγώ την έχω δει, κι ελπίζω σύντομα να ταξιδέψω εκεί. Όταν η Γη θα έχει εκκαθαριστεί. Όταν θα έλθετε στο Dunwich, ελάτε στην φάρμα, και θα ψάλλω την φόρμουλα του Dho για εσάς. Και το Dho-Hna. Και θα σας πω τις γωνίες των επιπέδων και τις φόρμουλες ανάμεσα στο Yr και στο Nhhngr.

Εκείνοι από τον αέρα, δεν μπορούν να βοηθήσουν χωρίς ανθρώπινο αίμα. Παίρνουν σώμα από αυτό, όπως ξέρετε. Όπως κι εσείς, επίσης, θα μπορείτε να το κάνετε, αν καταστραφείτε με άλλο τρόπο εκτός από το Σημάδι. Υπάρχουν κάποιοι εδώ γύρω που γνωρίζουν το Σημάδι και την δύναμή του. Μη μιλάτε άσκοπα. Προσέχετε την γλώσσα σας, ακόμη και στο Sabbat Σας είδα εκεί –κι εκείνο το πράγμα που περπατά μαζί σας με την μορφή μιας γυναίκας. Αλλά με την νέα όραση που μου έχει δοθεί από εκείνους που επικαλούμαι, το είδα με την αληθινή του μορφή, που κι εσείς πρέπει να έχετε δει. Έτσι, νομίζω ότι μια μέρα ίσως μπορέσετε να κοιτάξετε σε αυτό που μπορώ εγώ να καλέσω στην δική μου φυσιογνωμία, κι ίσως να μη σας τρομοκρατήσει.

Δικός σας, στο Όνομα Αυτού Που Δεν Πρέπει να Ονομαστεί… / 17 Ιανουαρίου 1928»

***
Η λέξη “Κθούλου” (Cthulhu), υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύει την αδέξια ανθρώπινη προσπάθεια, να αποδοθεί η φωνητική μιας τελείως μη ανθρώπινης λέξης. Το όνομα της εξωγήινης αυτής οντότητας επινοήθηκε από όντα των οποίων τα φωνητικά όργανα δεν ήταν σαν αυτά των ανθρώπων, ούτε είχαν καμιά συγγένεια με οποιοδήποτε στοιχείο της ανθρώπινης ομιλίας… Οι συλλαβές προσδιορίστηκαν από μια φυσιολογία παραγωγής ήχων, τελείως διαφορετική από την δική μας, κι έτσι ποτέ δεν θα μπορέσει να την προφέρει τέλεια ένα ανθρώπινο λαρύγγι…

Στις ιστορίες μου, έχουμε ανθρώπινα όντα που προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν την λέξη όσο καλύτερα μπορούν, αλλά το μόνο που πετυχαίνουν είναι να την προσεγγίζουν απλώς… Αυτό το πετυχαίνουν, χρησιμοποιώντας τον λάρυγγα τους μ’ έναν περίεργο τρόπο, για να μιμηθούν τον αυθεντικό ήχο, όπως τον είχαν ακούσει οι πρόγονοί τους από μη-ανθρώπινα λαρύγγια. Αυτή η περίεργη χρήση του ανθρώπινου λάρυγγα, δημιουργεί έναν ήχο παραπλήσιο με τον μη-ανθρώπινο ήχο. . .Αλλά δεν μοιάζει με καμία ανθρώπινη φωνή, ούτε με κανέναν ήχο από αυτούς που καθημερινά ακούμε… Είναι ένας ξένος, ασυνήθιστος ήχος, που τα ανθρώπινα όντα μπορούν να τον πετύχουν μόνο με μεγάλη προσπάθεια, κι αυτόν ούτε που θα σκεφτόντουσαν ποτέ να τον παράγουν, αν δεν ήταν να μιμηθούν κάτι τελείως μη-ανθρώπινο. Το είδος του ήχου που δημιουργείται μ’ αυτόν τον τρόπο, δεν μοιάζει στ’ αλήθεια με ομιλία, αλλά μοιάζει περισσότερο με τον ήχο που βγάζει ένας άνθρωπος όταν θέλει να μιμηθεί μιά σφυρίχτρα ατμού, ή το λάλημα ενός πετεινού, ή το ουρλιαχτό του ανέμου, ή το χλιμίντρισμα του αλόγου, με το στόμα του…

Όταν, στο The Call of Cthulhu (Το Κάλεσμα του Κθούλου, 1926), ο καθηγητής Έηντζελ ενδιαφέρθηκε για το θέμα, δεν είχε γίνει μέχρι τότε καμιά προσπάθεια να ενταχθεί το όνομα του κοιμώμενου αυτού ενοίκου της Ρ’λυέ, στο αλφάβητό μας –αν και ο Αμπντούλ Αλχαζρέντ είχε προσπαθήσει να το κάνει με τα αραβικά γράμματα, πράγμα που είχε επαναληφθεί και στα ελληνικά από τον Βυζαντινό μεταφραστή. Η λατινική μετάφραση απλώς αντέγραψε την ελληνική.

Τα γράμματα Κ Θ Ο Υ Λ Ο Υ (C T H U L H U) είναι απλώς αυτά που χρησιμοποίησε –με προχειρότητα και με ατέλειες, φυσικά– ο καθηγητής Έηντζελ, για να αναπαραστήσει το ονειρικό όνομα που του πρόφερε ο νεαρός καλλιτέχνης Γουίλκοξ….

Ο αυθεντικός ήχος –όσο πιο πιστά μπορούν να τον αναπαράγουν τα ανθρώπινα φωνητικά όργανα, ή τα ανθρώπινα γράμματα να τον καταγράψουν– θα μπορούσε να είναι κάτι σαν: “KHLUL’-HLOO”, με την πρώτη συλλαβή να προφέρεται λαρυγγικά και πολύ βαριά, και κάπως τραυλά. Το -ου (u) είναι κάπως μακρόσυρτο –όπως στο full– και η πρώτη συλλαβή δεν διαφέρει πολύ με το Klul ηχητικά, μιας και το h αντιπροσωπεύει την βαριά λαρυγγική προφορά. Η δεύτερη συλλαβή δεν έχει τόσο καλή απόδοση –ο συγκεκριμένος ήχος του L (λ) δεν μπορεί να προφερθεί με τον σωστό τρόπο….

Η κάπως προσεκτική περιγραφή του εξωγήινου αυτού ονόματος, ήταν για μένα ένα είδος διαμαρτυρίας, την οποία εκδηλώνω μονίμως, ενάντια στην παιδική και ηλίθια συνήθεια των περισσοτέρων συγγραφέων Φανταστικής Λογοτεχνίας και Επιστημονικής Φαντασίας, να παρουσιάζουν τελείως μη-γήινες οντότητες έτσι ώστε να έχουν μια ονοματολογία σαφέστατα ανθρώπινου χαρακτήρα, λες και όντα με εξωγήινα σωματικά όργανα θα μπορούσαν να μιλούν γλώσσες βασισμένες στα ανθρώπινα φωνητικά όργανα…. Θα έπρεπε, κάθε όνομα που υποτίθεται ότι έχει επινοηθεί από μη-ανθρώπους, να διαμορφώνεται με τέτοιον τρόπο, που να μην συμφωνεί με καμιά από τις αρχές της ανθρώπινης φωνητικής και γλώσσας.

Σε ένα από τα άρθρα αστρονομίας του στην εφημερίδα Gazette-News της Βόρειας Καρολίνας, το 1915, ο Χ. Φ. Λάβκραφτ γράφει:

Πάνω από το νοτιοανατολικό ορίζοντα, έρπει ο Σκορπιός σε όλο το οργισμένο μεγαλείο του, με το λαμπρό φλογοκόκκινο άστρο του, τον Αντάρες, μια ταιριαστή παραβολή για τις φλογισμένες σκηνές που περιμένουν τους πολεμιστές μας στα πλημμυρισμένα από τους Ούννους λιβάδια της Γαλλίας. Ο Σκορπιός είναι ο πιο εντυπωσιακός και ο πιο χαρακτηριστικός από τους καλοκαιρινούς σχηματισμούς και θα λάμπει ακτινοβόλα στους μήνες που θα ακολουθήσουν. Δυτικά του Σκορπιού, φτάνοντας μέχρι το Μεσημβρινό, τα υψηλότερα τμήματα του Κενταύρου παρατάσσονται στον Ορίζοντα. Ολόκληρος αυτός ο αστρικός σχηματισμός, συμπεριλαμβανομένων και των λαμπρότερων αστέρων του, δεν είναι ποτέ ορατός από το δικό μας γεωγραφικό πλάτος. Ο Alpha Centauri, το πιο λαμπρό άστρο αυτού του αστερισμού, βρίσκεται σε απόσταση 25.000.000.000.000 μιλίων από το ηλιακό μας σύστημα. Αυτή η τόσο τεράστια σε γήινους όρους απόσταση είναι απειροελάχιστη, αν ιδωθεί σε διαστημική κλίμακα, και είναι μια ζωντανή απόδειξη για το απεριόριστο μέγεθος του ορατού Σύμπαντος, χωρίς να προσθέσουμε και την ασύλληπτη ιδέα του απερίγραπτου Απείρου που μας περικυκλώνει από παντού.

Η ιδέα του απεριόριστου Χώρου και Χρόνου είναι πραγματικά το πιο γοητευτικό και προκλητικό χαρακτηριστικό της επιστήμης της αστρονομίας. Η ανθρωπότητα, με τις εγωιστικές και μεγαλεπήβολες ιδέες που έχει για τον εαυτό της, κυριολεκτικά καταρρέει στο τίποτε, αν την παρατηρήσουμε σε σχέση με τις ανεξερεύνητες αβύσσους του Απείρου και της Αιωνιότητας που μας τριγυρίζει έξω από τον κλειστό κόσμο μας.

Ολόκληρη η περίοδος της ύπαρξης της ανθρωπότητας, ή του ήλιου και του ηλιακού συστήματος, ή ακόμη και του ίδιου του ορατού Σύμπαντος, δεν είναι παρά μια απειροελάχιστη στιγμή στην ιστορία των στροβιλιζόμενων σφαιρών και των αιθερικών ρευμάτων που συνθέτουν όλη τη μεγαλειώδη Δημιουργία, μια ιστορία που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος. Ο Άνθρωπος, που απέχει τόσο πολύ από το να είναι το κεντρικό και υπέρτατο αντικείμενο της Φύσης, μέσα απ’ αυτό το πρίσμα διαφαίνεται ξεκάθαρα ως ένα απλό μικροσκοπικό γεγονός, ίσως μάλιστα ένα είδος τυχαίου δυστυχήματος, μιας ασύλληπτης εικόνας της Φύσης, που οι απεριόριστες εκτάσεις και μορφές της τον τοποθετούν σε ένα κοσμικό δευτερόλεπτο του Χωρόχρονου ως ένα από τα πιο ασήμαντα αντικείμενα. Η παρουσία του ή η απουσία του, η ζωή του ή ο θάνατός του είναι φανερό πως αποτελούν τελείως αδιάφορα ζητήματα για το μέγα σχέδιο της Φύσης στην ολότητά του. Ακόμη και το αχανές Σύμπαν που μπορούμε να παρατηρήσουμε, δεν είναι παρά ένα μικροσκοπικό άτομο μέσα στην κυριολεκτικά απεριόριστη συμπαντική άβυσσο που προεκτείνεται όλο και μακρύτερα από όλες τις πλευρές. Ένας σύγχρονος συγγραφέας έχει επιχειρήσει να απεικονίσει το αστρονομικό άπειρο σε στίχους, περιγράφοντας ένα όνειρο ή όραμα κατ’ αυτόν τον τρόπο:

Ολομόναχος μέσ’ στο διάστημα, είδα ένα τρεμουλιαστό σμήνος από ασημένια φώτα, που σημαδεύουν τη στενή κοιλάδα που οι θνητοί αποκαλούν απεριόριστο Σύμπαν. Όπου κι αν κοιτούσα, η καθεμιά σαν εύθραυστο μικρό αστέρι, έλαμπαν περισσότερες Δημιουργίες, μεγαλύτερες απ’ την δική μας. Σαν σε μια νύχτα χωρίς φεγγάρι, ο Γαλαξίας φανερώνει θαμπά τις άπειρες τροχιές του στα αδύναμα γήινα μάτια, κάθε τροχιά κι ένας ήλιος, κι έλαμπε όλη αυτή η θέα στην περιπλανώμενη ψυχή μου, σαν ένα κυματιστό πέπλο, στολισμένο με τρεμάμενα πετράδια. Κι όμως, το καθένα τους ήταν ένα πανίσχυρο Σύμπαν από ήλιους, κι όλο το Σύμπαν που ατένιζε το βλέμμα μου, ένα φτωχό μοναχικό άτομο ήταν, που ταξίδευε στο Άπειρο.

Για το τέλος του παρατηρήσιμου Σύμπαντος, έγραψε:

Αποτελεί μια από τις βασικές αρχές της επιστήμης της Φυσικής ότι ούτε η ύλη ούτε η ενέργεια μπορούν να δημιουργηθούν ή να καταστραφούν. Αφού τα άστρα και τα nebulae είναι μια συνεχής διανομή ενέργειας με την μορφή φωτός και θερμότητας, κι εφόσον δεν μπορούν να δημιουργήσουν περισσότερη για να αντικαταστήσουν αυτή που συνεχώς χάνουν, είναι επόμενο ότι κάποια μέρα η δραστηριότητά τους θα διαχέεται στο Άπειρο σαν αδιάφορα κύματα ακτινοβόλας θερμότητας, πολύ αδύναμα για να μπορέσουν να παράγουν κάποια αισθητά αποτελέσματα. Η απόλυτη σκηνή ερήμωσης που θα ακολουθήσει θα είναι φρικιαστική, ο μεγαλύτερος τρόμος που γνώρισε ποτέ το Σύμπαν. Ένα αχανές Σύμπαν που θα έχει την μορφή παγωμένου τύμβου, ελάχιστα ημιφωτισμένο από μια αχνή μεσονύκτια λάμψη, πλημμυρισμένο από απίστευτη αρκτική παγωνιά, μέσα από το οποίο θα κυλούν σκοτεινοί παγωμένοι ήλιοι με τις τρομερές ορδές των νεκρών παγωμένων πλανητών τους, πάνω στους οποίους θα απλώνεται η σκόνη εκείνων των δυστυχισμένων θνητών που θα έχουν χαθεί για πάντα και για πάντα, καθώς τα κυρίαρχα άστρα τους έσβησαν από τον ουρανό.

Ο Χ. Φ. Λάβκραφτ γράφει το 1932 ” Πέρα από τις Πύλες του Ασημένιου Κλειδιού”
(Through the Gates of the Silver Key):

Πανικόβλητος αντίκρισε θαμπά την ατέλειωτη απεραντοσύνη της φουρτουνιασμένης θάλασσας, που τα κύματά της χτυπούσαν ανελέητα τη μακρινή αντικρινή ακτή. Και μετά, η στιγμιαία σιωπή χάθηκε. Τα κύματα του μίλησαν σε μια γλώσσα με αφύσικους ήχους και άναρθρες λέξεις: “Ο Άνθρωπος της Αλήθειας είναι πέρα από το Καλό και το Κακό”, είπε με έμφαση η φωνή που δεν ήταν φωνή. “Ο Άνθρωπος της Αλήθειας πιστεύει ότι Όλα Είναι Ένα. Ο Άνθρωπος της Αλήθειας ξέρει ότι η Φαντασία είναι η Αλήθεια, ότι η Ψευδαίσθηση είναι η Πραγματικότητα και ότι η Ουσία είναι η Μεγάλη Απάτη…” Κι ύστερα αναδύθηκε από τα κύματα εκείνο το λιθοχτισμένο τιτάνιο οικοδόμημα, και το βλέμμα του καρφώθηκε μαγεμένο στο περίγραμμα μιας γιγάντιας αψίδας, όχι πολύ διαφορετικής από εκείνη που πίστευε ότι είχε δει παλαιότερα σ’ εκείνη τη βαθιά σπηλιά, στη μακρινή, απατηλή επιφάνεια της τρισδιάστατης Γης. Συνειδητοποίησε ότι χρησιμοποιούσε το Ασημένιο Κλειδί, το κινούσε μ’ έναν τρόπο τελετουργικό, που δεν είχε διδαχθεί ποτέ του, αλλά πάντοτε το ήξερε ασυναίσθητα κάπου βαθιά μέσα του. Η διαδικασία έμοιαζε πολύ μ’ εκείνη που είχε ακολουθήσει για να ανοίξει την Εσωτερική Πύλη… Οδηγημένος από το ένστικτό του και από μια πρωτόγνωρη τυφλή αποφασιστικότητα, συνέχισε να πλέει, ώσπου πέρασε την Τελική Πύλη…

…Έπεσε ξαφνικά ζαλισμένος μέσα στις απέραντες κοινωνίες των αστεριών… Κοίταξε πίσω του και δεν είδε απλώς και μόνο μία Πύλη, αλλά αμέτρητες Πύλες. Σε μερικές απ’ αυτές είδε όντα να θορυβούν, αλλά δεν θυμόταν να τα είχε συναντήσει ξανά. Και τότε, ξαφνικά ένιωσε μεγαλύτερο τρόμο από εκείνον που θα μπορούσε να του προκαλέσει κάποιο απ’ αυτά τα απερίγραπτα όντα. Απ’ αυτόν τον απίστευτο τρόμο δεν μπορούσε να γλιτώσει, γιατί είχε να κάνει με τον ίδιο του τον εαυτό. Ακόμη και η Πρώτη Πύλη, του είχε αφαιρέσει κάτι από τη σταθερότητά του, τον είχε αφήσει αβέβαιο, όσον αφορά την ιδιοσυστασία του σώματός του και τη σχέση του με τα απροσδιόριστα αντικείμενα γύρω του. Αλλά η αίσθηση της αρμονίας τότε δεν είχε διαταραχτεί, είχε παραμείνει μαζί του. Εξακολουθούσε να είναι ο Ράντολφ Κάρτερ, ένα σταθερό όν σ’ ένα χώρο που οι διαστάσεις του άλλαζαν συνεχώς. Αλλά τώρα που είχε περάσει την Τελική Πύλη, συνειδητοποίησε ξαφνικά έντρομος ότι δεν ήταν ένα άτομο, αλλά πολλά!

Βρισκόταν σε πολλά μέρη ταυτόχρονα. Στη Γη, στις 7 Οκτωβρίου 1883, ένα μικρό αγόρι που ονομαζόταν Ράντολφ Κάρτερ, κάτω από το σιωπηλό φως του φεγγαριού βγήκε μέσα από τη σπηλιά, μέσα από τη Φωλιά του Φιδιού, και κατέβηκε τρέχοντας την πλαγιά… Αλλά, παράλληλα, την ίδια στιγμή, ενώ στη Γη ήταν το 1928, αυτός, μια φευγαλέα σκιά εκείνου του πλάσματος που κάποτε υπήρξε ο Ράντολφ Κάρτερ, έστεκε πάνω σ’ ένα βάθρο ανάμεσα από τους Μεγάλους Παλαιούς, σ’ έναν ασύλληπτο χώρο που βρισκόταν πέρα από τις γήινες διαστάσεις, σε κάτι σαν προέκταση της Γης. Στην άγνωστη και άμορφη κοσμική άβυσσο που ξετυλιγόταν ατέρμονα πέρα από την Τελική Πύλη, υπήρχε κι ένας άλλος Ράντολφ Κάρτερ. Αλλά υπήρχε και αλλού, σ’ ένα χάος από σκηνές αμέτρητες και ατέλειωτες, που οι συνεχείς και τερατώδεις διαφοροποιήσεις τους κόντευαν να τον τρελάνουν…

Υπήρχαν Κάρτερ που ανήκαν σε κάθε γνωστή και σε κάθε πιθανή εποχή της Γης. Αλλά και άλλοι, σε πιο μακρινές εποχές, που ο γήινος άνθρωπος όχι μόνο δεν μπορούσε να τις συλλάβει με την ξεπερασμένη γνώση του, αλλά ούτε καν να υποψιαστεί ή να φανταστεί. Υπήρχαν Κάρτερ με μορφές ανθρώπινες, αλλά και μη ανθρώπινες, σπονδυλωτοί και ασπόνδυλοι, συνειδητοί και ασυνείδητοι, νοήμονες και ενστικτώδεις, ζώα αλλά και όντα του φυτικού βασιλείου. Υπήρχαν ακόμη και Κάρτερ που δεν είχαν κανένα απολύτως κοινό με τη ζωή όπως αυτή διαμορφώθηκε στη Γη, οι οποίοι κινούνταν ελεύθερα ανάμεσα στο παρελθόν άλλων πλανητών, ηλιακών συστημάτων, γαλαξιών και κόσμων. Σπέρματα αιώνιας ζωής που ταξίδευαν από κόσμο σε κόσμο και από Σύμπαν σε Σύμπαν, διατηρώντας ωστόσο την ιδιοσυστασία τους.

Κοιτάζοντας φευγαλέα ολόγυρά του, άρχισε να θυμάται όνειρα, άλλα μισοξεχασμένα και άλλα ζωντανά, όνειρα που τα είχε δει μια φορά ή άλλα που τα έβλεπε συχνά, όνειρα που βίωνε όλα αυτά τα χρόνια από τον καιρό που είχε αρχίσει να ονειρεύεται. Ορισμένα απ’ αυτά είχαν μια τόσο εκπληκτικά στοιχειωμένη και τρομακτική φυσικότητα και οικειότητα, ένιωθε τόσο γνώριμο το περιεχόμενό τους, αλλά αδυνατούσε να το εξηγήσει και ήξερε ότι δε θα τα κατάφερνε να το κάνει με καμία γήινη λογική…. Αντιμετωπίζοντας όλη αυτή την ασύλληπτη πραγματικότητα, ο Ράντολφ Κάρτερ πανικοβλήθηκε. Τέτοιο τρόμο δεν είχε νιώσει ποτέ του ούτε ποτέ τον είχε υποψιαστεί, δεν τον είχε αισθανθεί ακόμη και τότε που μπήκαν μαζί με τον Χάρλεϋ Γουόρεν εκείνη την νύχτα σ’ εκείνη την αρχαία και αποτρόπαιη νεκρόπολη κάτω απ’ το χλωμό φως του φεγγαριού, απ’ όπου μονάχα ο ένας από τους δύο βγήκε ζωντανός.

Κανένας θάνατος, καμία καταστροφή, καμία θλίψη, κανένας πανικός δεν μπορεί να ξεπεράσει το μέγεθος της απελπισίας που προκαλεί η απώλεια της ταυτότητας ενός ανθρώπου. Εκείνος που καθημερινά ασχολείται με ασημαντότητες πιθανώς να μην έχει συναίσθηση του προβλήματος, ζει μέσα στη μακαριότητα της άγνοιας. Όμως αυτός που γνωρίζει τον εαυτό του και ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι δεν είναι εκείνος που πίστευε ότι είναι, δηλαδή ένα ξεχωριστό πλάσμα, ξεχωριστό απ’ όλα τ’ άλλα, όταν ξαφνικά καταλαβαίνει ότι δεν είναι ο εαυτός του, τότε η γνώση αυτή μπορεί να τον οδηγήσει στην υπέρτατη αποκορύφωση της αγωνίας και του τρόμου

Πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι άνθρωποι που κινούνται στα πεδία μας είναι λίγοι, και ότι το έργο μας είναι δεδομένο ότι θα περάσει στην ιστορία ως “Λογοτεχνία της Απόδρασης”… Κατά τη γνώμη μου, η “αίσθηση του Αγνώστου” είναι ένα μόνιμο και αυθεντικό μέρος της ανθρώπινης προσωπικότητας, ένα στοιχείο πολύ βασικό για να μπορέσει να το καταστρέψει η σίγουρη γνώση του σύγχρονου κόσμου ότι το Υπερφυσικό δεν υπάρχει πια… Είναι αλήθεια ότι δεν αντιλαμβανόμαστε πια την ύπαρξη υπερφυσικών δυνάμεων γύρω μας, και αναπόφευκτα οι διάφορες εκφάνσεις της Φανταστικής Λογοτεχνίας έχουν χάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος από την δύναμη που είχαν να ταρακουνούν τα συναισθήματά μας.

Αλλά, παρ’ όλα αυτά, παραμένουν δύο σημαντικοί παράγοντες ανεπηρέαστοι απ’ αυτήν την αλλαγή -αντιθέτως μάλιστα, είναι επαυξημένοι: πρώτον, η αίσθηση μιας ανυπόμονης επανάστασης ενάντια στην αυστηρή τυραννία του Χώρου και του Χρόνου, και των φυσικών νόμων. Μια αίσθηση που οδηγεί όλη μας την φαντασία να οπλίσει τις μάχες που υποθετικά μπορούν να γίνουν για να καταρρίψουμε αυτήν την τυραννία. Και δεύτερον, μια φλογερή περιέργεια για τους μακρινούς τόπους του άγνωστου κοσμικού διαστήματος, που ξανοίγονται πέρα από την καταπιεσμένη μικρή σφαίρα του γνωστού μας κόσμου. Η ανεξερεύνητη δυνατότητα των ανθρώπινων ονείρων.

»Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο παράγοντες που επιβιώνουν μέχρι σήμερα, πιστεύω ακράδαντα πως το πεδίο του Παράξενου πρέπει απαραίτητα να συνεχίσει να έχει αιτία ύπαρξης, και η φύση του ανθρώπου πρέπει απαραίτητα να συνεχίσει να ψάχνει τον τρόπο να εκφραστεί με σύμβολα και φαντασίες, που έχουν να κάνουν με την έστω υποθετική κατάρριψη των φυσικών νόμων, και τη φανταστική προέκταση της γνώσης και της ανθρώπινης περιπέτειας, πέρα από τα μηχανιστικά δεσμά και τα σύνορα που ορθώνονται από την πραγματικότητα… Η συναισθηματική ανάγκη για απόδραση από την βεβαιότητα του κόσμου που μας περιβάλλει, συνεχίζει να είναι μια από τις πιο μόνιμες και καθοριστικές ανάγκες, τις πιο αγνές, και τις πιο δυναμικές.

Γράφει ο Πιονιέρος του Υπερφυσικού Τρόμου Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ.

Ο Λάβκραφτ, ένας μανιώδης φυσιολάτρης, περιηγητής, θαυμαστής του παρελθόντος, ήταν και ο άνθρωπος που σε μερικά έργα του κατέβασε τις εσχατιές του σύμπαντος και ακατονόμαστες εξωγήινες οντότητες, στις φάρμες και στα απομονωμένα χωριά, ανάμεσα από τους απλούς ανθρώπους που κρύβουν το μυστικό της σχέσης τους με τα εισβάλλοντα εξωκοσμικά φαινόμενα και τις επαφές τους με ακατονόμαστα όντα, ακόμη και τις γενεαλογικές προσμίξεις που προέκυψαν από αυτά. Τις επαφές με το ακατανόητο. Χαρακτηριστική περίπτωση έργα του Λάβκραφτ όπως τα: The Dunwitch Horror (Ο Τρόμος του Ντάνγουιτς), The Shadow Over Insmouth (Η Σκιά του Ίνσμουθ), The Colour Out of Space (Το Χρώμα από το Διάστημα), The Whisperer in Darkness (Ο Ψιθυριστής στο Σκοτάδι), κ.ά.

Οι περισσότερες από τις οντότητες της Μυθολογίας Κθούλου είναι μοχθηρές-δαιμονικές, και τελείως αδιάφορες προς την ανθρωπότητα. The Old Ones –Οι Μεγάλοι Παλαιοί. Οι πιθανόν καλοκάγαθοι Θεοί της Γης, The Elder Gods –Οι Πρεσβύτεροι Θεοί, δεν αναφέρονται ποτέ άμεσα, εκτός από τον Nodens, και σταδιακά απουσιάζουν όλο και πιο πολύ από τα διηγήματα. Στην νουβέλα The Dream Quest of Unknown Kadath και αλλού, απεικονίζονται ως σχετικά αδύναμοι και μάλλον κατώτεροι, προφανώς σύμβολα της ύστατης αδυναμίας των ανθρώπινων παραδόσεων και ονείρων. Χρησιμοποιήθηκαν από τον Λάβκραφτ μόνο για να εξηγηθεί το γιατί οι υπέρτερες αριθμητικά μοχθηρές εξωκοσμικές οντότητες δεν είχαν υπερνικήσει από καιρό την ανθρωπότητα, και για να παρέχει μια πηγή επικλήσεων με την οποία οι γήινοι θα μπορούσαν σε κάποιο βαθμό να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, όπως συμβαίνει π.χ. στο The Dunwitch Horror και στο The Case of Charles Dexter Ward (Η Περίπτωση του Τσαρλς Ντέξτερ Γουώρντ). Ο Λάβκραφτ αργότερα δεν επέτρεψε στο ανθρώπινο είδος καμία προστασία, εκτός ίσως από την τύχη, ενάντια στο Άγνωστο. Ο Λάβκραφτ είχε ωριμάσει ως κυνικός στοχαστής.

Σε Αντίθεση με τους Πρεσβύτερους Θεούς (Elder Gods), οι «Άλλοι Θεοί» ή «Εξώτεροι Θεοί» (Outer Gods), παρουσιάζονται ως πανίσχυροι και τρομεροί, αλλά «τυφλοί…άηχοι…σκοτεινοί…ανόητοι». Δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία ούτε καν στους Μεγάλους Παλαιούς και στην απειλή τους. Από τους Εξώτερους Θεούς, ο Αzathoth (Αζαθώθ) είναι η ανώτερη θεότητα, καταλαμβάνοντας τον ύψιστο θρόνο στο Πάνθεον της Μυθολογίας Κθούλου. Πρόκειται για μια παράλογη τιτάνια εξωγήινη οντότητα από κάποιον πολύ μακρινό πλανήτη ή διάσταση, ο «τυφλός, ηλίθιος Θεός», ο «ανόητος δαιμονικός σουλτάνος», «ο τυφλός Θεός που στέκει στο κέντρο του Απείρου», το «τερατώδες πυρηνικό χάος»… Μια τέτοια κορυφή στο Πάνθεον μπορεί να συμβολίζει μονάχα ένα πράγμα: το χωρίς αιτία και σκοπό, χωρίς νοημοσύνη, αλλά παρ’ όλα αυτά πανίσχυρο, Σύμπαν των υλιστικών επιστημονικών αντιλήψεων.

Κι ο αγγελιαφόρος του, το «Έρπον Χάος» (The Crawling Chaos), ο Nyarlathotep (Νυαρλαθοτέπ), δεν είναι ανόητος όπως ο αφέντης του, αλλά σατανικά νοήμων, που ο Λάβκραφτ τον παρουσιάζει ως έναν ευγενή Φαραώ. Από τις αναφορές στα έργα του Λάβκραφτ, συνθέτω την ιστορία του: Σε καιρούς πρωτοφανούς παγκόσμιας κρίσης και έντασης, κάποιος που ποζάρει ως Φαραώ εμφανίζεται από την Αίγυπτο. Οι Fellahin και οι Βεδουίνοι τον προσκυνούν και τον λατρεύουν, «άγρια θηρία τον ακολουθούν ήρεμα και του γλύφουν τα χέρια» Κάνει μια διεθνή περιοδεία, σε πολλές χώρες, και δίνει διαλέξεις με παράξενες επιστημονικές επιδείξεις, κι αποκτά πολλούς θαυμαστές και οπαδούς, όπως, ας πούμε, ο Καλιόστρο ή κάποιος παρόμοιος μάγος. Αλλά, όπου εμφανίζεται, τον ακολουθεί το χάος, μια διάβρωση και αποσύνθεση του ανθρώπινου νου ακολουθεί, σύντομα όλου του κόσμου. Παντού ξεσπά αδικαιολόγητος πανικός και οι άνθρωποι αφήνουν τα σπίτια τους και περιπλανιούνται τρελοί. Η Φύση διασπάται, παραστρατεί, διαλύεται. Γίνονται σεισμοί, πανάρχαιες βυθισμένες πόλεις πνιγμένες στα φύκια εμφανίζονται μέσα από τις θάλασσες που υποχωρούν, παράλογες καταστάσεις δημιουργούνται. Η Γη τελειώνει.

Ο Nyarlathotep (που ως φιγούρα είναι κάτι σαν τον αντι-μεσσία του εξωκοσμικού τρόμου ή το ίδιο το χάος ενσαρκωμένο σε έναν τσαρλατάνο, μια ανθρώπινη εκδήλωση-προβολή στον κόσμο μας ενός καταστροφικού χαοτικού Θεού των τελευταίων ημερών), ο Φαραώ, σαφώς εκφράζει τον εμπαιγμό και την ειρωνεία ενός χαοτικού Σύμπαντος που ο άνθρωπος ποτέ δεν θα κατανοήσει και ποτέ δεν θα δαμάσει.

Hegel: από την α-φιλοσοφία στη φιλοσοφία

Χέγκελ: (1770-1831)

«Το οικείο εν γένει, επειδή ακριβώς είναι οικείο, δεν είναι εγνωσμένο»

1. Στον Πρόλογο της Φαινομενολογίας του πνεύματος ο Χέγκελ διακρίνει σχετικά την ουσία της γνώσης, τη φιλοσοφική δηλαδή γνώση, από την κατ’ επίφαση ουσία της, από τη μη-φιλοσοφική γνώση. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια διαλεκτική κίνηση της γνώσης, που καλούμαστε να παρακολουθήσουμε, προκειμένου να φτάσουμε στην αλήθεια της τελευταίας. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια φαινομενικότητα γνώσης, που δεν οδηγεί σε καμιά γνωσιακή αλήθεια παρά μόνο στην άβυσσο. Γράφει σχετικά ο κορυφαίος διαλεκτικός φιλόσοφος:

«Το οικείο εν γένει, επειδή ακριβώς είναι οικείο, δεν είναι εγνωσμένο. Ο πιο συνήθης τρόπος να καλλιεργούμε αυταπάτες και στους άλλους ψευδαισθήσεις έγκειται στο να προϋποθέτουμε κατά τη διαδικασία του γνωρίζειν κάτι ως οικείο και να το ανεχόμαστε ως τέτοιο· μια τέτοια γνώση, χωρίς να γνωρίζουμε το γιατί, δεν κινείται από τη θέση της με όλο αυτό το άσκοπο κουβεντολόι. Υποκείμενο και αντικείμενο, θεός, φύση, η διάνοια, η αισθητήρια ικανότητα κλπ., θεωρούνται ασυλλόγιστα οικεία, θεμελιώνονται ως έγκυρα και συνιστούν σταθερά σημεία τόσο για την αναχώρηση όσο και για την επιστροφή. Ενώ αυτά παραμένουν ακίνητα, η κίνηση [της γνώσης] χωρεί ανάμεσα τους και αναπτύσσεται πέρα-δώθε, έτσι που να προχωρεί μόνο στην επιφάνεια τους. Το κατανοείν και το ελέγχειν σ' αυτή την περίπτωση συνίσταται στο να δούμε, αν ο καθένας βρίσκει στην παράσταση του το λεχθέν για τούτα τα σημεία, αν αυτό του φαίνεται έτσι και είναι οικείο ή όχι».

2. Η βασική ιδέα του παρόντος αποσπάσματος συνοψίζεται στο γεγονός ότι η μεγαλύτερη άγνοια, στο πλαίσιο της γνωσιακής κίνησης, δεν είναι η απουσία γνώσης αλλά η ψευδαίσθηση ότι κατέχουμε τη γνώση. Ο Χέγκελ εδώ υιοθετεί μια από τις ιδρυτικές ιδέες της φιλοσοφίας, που ανάγεται στις ιστορικές ρίζες της τελευταίας, ήτοι πίσω στη σωκρατική και πλατωνική φιλοσοφία. Κρίνει αναγκαία μια τέτοια επιστροφή στις ρίζες στο πλαίσιο του γενικότερου πνεύματος του Προλόγου της Φαινομενολογίας του πνεύματος, όπου επικρίνει με δριμύτητα τον φετιχισμό, κατά κάποιο τρόπο, της απαρχής στη φιλοσοφία: φετιχισμός, με την έννοια ότι κανείς προσκολλάται σε αυτό που νομίζει ότι ξέρει και το επαναλαμβάνει συνεχώς, χωρίς να επιχειρεί να σκεφτεί και να ξανασκεφτεί εκ νέου τις αρχές και απαρχές της φιλοσοφίας εντός του πνεύματος της εποχής. Καθημερινό είναι το φαινόμενο, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι μένουν αμετακίνητοι στην άμεση, επιφανειακή αποδοχή ενός πράγματος, π.χ. ενός αντικειμένου ή υποκειμένου, της διάνοιας, του θεού κ.λπ., ως οικείου, ως γνωστού, λέγοντας με ανακούφιση και χωρίς να σκεφτούν ουδόλως τις παντοειδείς διαμεσολαβήσεις του ίδιου του Πράγματος: «το ξέρω!». Έτσι δεν παράγουν καμιά πρωτότυπη σκέψη παρά μόνο θέσεις, προτάσεις, κρίσεις, αποτιμήσεις κ.λπ. που θεωρούνται ως βάσεις εγκυρότητας, τη στιγμή μάλιστα που δεν εναρμονισμένες ούτε κατ’ ελάχιστο με την αντικειμενική πραγματικότητα. Το «ξέρω» πάει να πει σε αυτή την περίπτωση: δεν χρειάζεται να σκεφτώ, απλώς πρέπει να επαναλάβω αυτό που μου είναι ήδη οικείο. Μια τέτοια αποδοχή λαμβάνει χώρα συνήθως στη σφαίρα του κοινού νου και αποτελεί έναν μοναδικό τρόπο πλάνης και αυταπάτης. Υπ’ αυτό το πνεύμα του γνωστού, όλα τα πράγματα συνιστούν πάγια, σταθερά και ακίνητα σημεία τόσο της αφετηρίας, της αναχώρησης όσο και της επιστροφής.

3. Το οικείο, το γνωστό, νομιμοποιείται κυρίως στον καθημερινό τρόπο ζωής, έτσι ώστε οι λαϊκές προκαταλήψεις να εκλαμβάνονται ως μια συλλογική μορφή του οικείου. Όσο δε για τους επιστημονικούς κλάδους του πνεύματος ένα είναι που έχουν οικείο και γνωστό: πρόκειται για τα στοιχεία, τις ιδέες, τα δόγματα που ποτέ δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση, ούτε καν στο παιχνίδι. Το γνωστό μας επιβάλλεται ως μια φυσική απόδειξη. Αν αναζητήσουμε μια από τις αφετηρίες της φιλοσοφίας, που αμφισβητούν την εν λόγω λογική του γνωστού, είναι η σωκρατική αντίληψη: «το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα». Μοιάζει ως ένα παράδοξο για τον κοινό νου, αλλά δεν παύει διαχρονικά να αποτελεί μια αληθινή εκκίνηση της φιλοσοφίας. Ο Σωκράτης εδώ ακολουθεί την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση της σκέψης από εκείνη των σοφιστών, που ισχυρίζονταν ότι ήταν παντογνώστες. Ανάμεσα σ’ εκείνον που ξέρει ότι δεν ξέρει και σ’ εκείνον που δεν ξέρει ότι δεν ξέρει, ο δεύτερος απέχει πόρρω από την αληθινή αρχή της φιλοσοφίας. Στα μάτια του Πλάτωνος, τέτοιοι μη σχετικοί με την αληθινή φιλοσοφία ήταν οι σοφιστές, που ισχυρίζονταν ότι γνώριζαν τα πάντα. Για τον Χέγκελ δεν μπορεί να υπάρχουν πρωταρχικά, καθηλωμένα στοιχεία και αρχές παρά μόνο μια διαλεκτική κίνηση της γνώσης. Τούτη η κίνηση διαλύει την ψευδαίσθηση που δημιουργεί το γνωστό ότι από την αρχή κατέχουμε οριστικά την αλήθεια. Η άσκοπη λογοκοπία ή εκείνη η γνώση που κινείται ανάμεσα στα ως άνω καθηλωμένα στοιχεία και τα εξετάζει επιφανειακά, δηλαδή όχι στην κατανοητική τους σύλληψη, δεν είναι καμιά γνώση. Με αυτή την έννοια, το εγνωσμένο είναι αυτό, δηλαδή η γνώση, που φτάνει να γνωρίσει το αντικείμενο ή το πράγμα στην έννοιά του. Τούτο σημαίνει ότι δεν εξαντλείται στην απλή παράσταση ή απόφανση γύρω από το φαινόμενο, που το συλλαμβάνει στην επιφανειακή σφαίρα του γνωστού, ήτοι ως απλώς γνωστό και όχι κατανοητικά, όχι εννοιολογικά· τουτέστι αφηρημένα, γενικά, χωρίς να το προσδιορίσει συγκεκριμένα, να το γνωρίσει στα συγκεκριμένα του συστατικά ή δομικά στοιχεία. Σε αντίθεση με τη γενική αντίληψη ότι η φιλοσοφία είναι αφηρημένη, ενώ η κοινή γνώμη λέγεται και αναπαρίσταται ως ιδιαίτερα προσκολλημένη στο συγκεκριμένο, για τον Χέγκελ, η φιλοσοφία είναι συγκεκριμένη, ενώ η κατ' αίσθηση γνώμη και αντίληψη, η αισθητηριακή συνείδηση είναι αφηρημένη. Ο Χέγκελ ορίζει το αφηρημένο ως το μερικό (βλ.: «Το αληθινό είναι το Όλο») και το συγκεκριμένο ως το τελειωμένο, το αναπτυγμένο, το πλήρες. Μια αίσθηση και μια γνώμη είναι αφηρημένα με την έννοια ότι αντιλαμβάνονται μόνο ένα μικρό μέρος της πραγματικότητας, ενώ η έννοια, πλούσια σε όλους τους προσδιορισμούς της, είναι συγκεκριμένη.

Ο Αριστοτέλης για την φρόνηση και την σοφία

Είναι γνωστό ότι ο Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που διέκρινε καθαρά, κατατάσσοντάς τις ιεραρχικά, τις δύο γνωστικές ή ΄διανοητικές’ αρετές, την σοφία και την φρόνηση.

Η πρώτη ενεργεί το ΄θεωρείν’, την στοχαστική, θεωρητική ενέργεια της θεωρίας και δεν έχει άλλο τέλος παρά την θεωρία (contemplation).Έχει ως αντικείμενό της τις ανώτατες πραγματικότητες, ή όντα που δεν μπορούν να έχουν άλλως από ό,τι είναι κι η γνώση των οποίων φέρει τον τίτλο και τα επιστημονικά διαπιστευτήρια της πραγματικής, αληθούς ΄επιστήμης’ των αμεταβλήτων και αϊδίων, αιωνίων αληθειών.

Η δεύτερη έχει ως αντικείμενό της το ανθρώπινο αγαθό, στο οποίο αποβλέπει με την ‘προαίρεση’, την έλλογη επιλογή κι απόφαση για τις πράξεις που ο λόγος κρίνει ορθό να επιτελεστούν. Οι πράξεις αυτές είναι πάντα ατομικές κι επιμέρους και, ως υπογραμμίζει ο Σταγιρίτης, αντιδιαστέλλοντάς τις προς τα όντα της επιστήμης και της θεωρίας, χαρακτηρίζονται ως ενδεχόμενα άλλως έχειν, επιδεχόμενα ως επιστητά ένα τύπο γνώσης που είναι υποδεέστερα και λιγότερον τελεία επιστημονικώς από την επιστήμη, με τα αναγκαία και καθολικά όντα της τελευταίας που την καθιστούν ως καθολική, αναγκαία και αιτιακή γνώση δυνατή. Η τρέχουσα ορολογία του Αριστοτέλη, έτσι, καθώς ξεχωρίζει σαφώς ανάμεσα στον σοφό και τον φρόνιμο, δεν επιτρέπει σύγχυση κι ανάμεσα στα δύο μέρη της ψυχής, το επιστημονικόν και το λογιστικόν.

Οφείλεται, βεβαίως, στην πλατωνική μαθητεία το γεγονός ότι ο Αριστοτέλης αξιολογεί ιεραρχικά ως ανώτερη την διανοητική ενέργεια και την διανοητική αρετή που της αντιστοιχεί. Αλλά, ο ρεαλισμός του μαθητού αντιστέκεται στον ιδεαλισμό του διδασκάλου. Αν υπήρχε, παρατηρεί ο μαθητής, και δινόταν στην γνώση των ανθρώπων το ανώτατο Αγαθό ως ιδέα, όπως το αντελήφθη ο Πλάτων, δεν θα είχε πρακτική αξία για τους ανθρώπους, αφού η γνώση του, η διανοητική του σύλληψη, δεν θα βοηθούσε με μια hic et nunc εγγενή του σχέση με την συγκεκριμένη ανά χείρας πράξη. Δεν είναι με την θεωρία της υγείας ως καθόλου, ως ιδέας, που ο ιατρός ασκεί την ίαση και γίνεται καλύτερος ιατρός, αλλά παρατηρώντας την υγεία του ανθρώπου στον συγκεκριμένο άνθρωπο που θα θεραπεύσει. Επιπλέον – κι είναι ο σωκρατικός ιντελλεκτουαλισμός που κρίνεται εδώ – η ενάρετη πράξη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από μια διανοητική ικανότητα να διακριβωθεί ή αναγνωριστεί το επιμέρους, συγκεκριμένο αγαθό.

Εμπλέκει παράλληλα και κατευθύνει την ορεκτική ψυχή, που είναι έδρα των ορέξεων ή επιθυμιών και που, μη όντας έλλογη η ίδια, μετέχει σε μια λογική αρχή στο μέτρο που υπακούει σε αυτό. Ο ορθός λόγος συνοψίζει αυτή την δυαδικότητα ανάμεσα στην πρακτική ορθότητα και την λογική αλήθεια, την πρακτική και τα την λογική αλήθεια, που ορίζει την κατά λόγον ορθή πράξη που συνιστά η αρετή της φρόνησης. Πρέπει, λοιπόν, δίπλα στην διανοητική αρετή στο πεδίο της πράξης, να δοθεί θέση σε μια ηθική αρετή, αρετή του χαρακτήρος που διαφορίζεται, εξάλλου σε φάρμα ευρύ αρετών σύμμορφα με την διαφοροποίηση των αντικειμένων της. Αν και τυπικά διακριτές, η φρόνηση κι η ηθική αρετή είναι αξεχώριστες: δεν μπορούν να υπάρξουν η μια χωρίς την άλλη. Στα πλαίσια της σωκρατικής κριτικής οι αρετές και η φρόνηση δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς οι μεν από την δε, αλλά δεν πρέπει, από την άλλη, να χαρακτηριστούν όλες οι αρετές ως φρονήσεις (VI,13 1144a14-30).

Αυτές οι ενάρετες διαθέσεις ή ικανότητες που κατευθύνουν την ανθρώπινη φύση στην εκπλήρωση ή τελείωσή της αποκτώνται (ή, ’διδάσκονται’) με την επανάληψη των πράξεων, με ό,τι ο Αριστοτέλης αποκαλεί ‘έξι’. Η ίδια η φρόνηση έχει ανάγκη από χρόνο και εμπειρία. Τούτο δηλοί η αριστοτελική υπόδειξη ότι μαθηματικός γίνεται κανείς νέος, με την διδαχή δηλαδή των καθόλου της μαθηματικής επιστήμης, ενώ φιλόσοφος, ή πολιτικός, μεγάλος, ώριμος, με την απόκτηση συν τω χρόνω, εμπειρίας. Το σημαντικό είναι να υποδειχθεί ότι η φρόνηση δεν ανάγεται σε μια πρότερη γνώση των κανόνων της πράξης, που θα μπορούσαν, πχ να καταγραφούν σε ένα εγχειρίδιο των καθόλου, της θεωρίας της ηθικής. Δεν πρόκειται εδώ για αφηρημένους κανόνες, νόρμες, αλλά για κανόνες ενσωματωμένους στις πράξεις του φρονίμου και στις προδιαθέσεις του γι’ αυτές, την ευπραξία. Διακριτές από την φύση των αντικειμένων τους η επιστήμη κι η φρόνηση (II 6, 1106B36, VI, 1142a23-25),η μία αναφερόμενη στα ατομικά κι ενδεχόμενα άλλως έχειν, όπως είναι οι πράξεις, κι η άλλη στα καθόλου, αναγκαία και αϊδια, δεν συνεπάγονται την σύμφυσή τους σε μια διανοητική αρετή που να περιέχει και την διανοητική ενέργεια της φρόνησης και την θεωρητική γνώση με αναφορά στην πράξη.

Αν η ευδαιμονία συνίσταται κατ’ ουσίαν στην ενέργεια του κατ’ εξοχήν έργου του ανθρώπου, τον λόγο, διπλή είναι η μορφή που αυτός θα πάρει. Σαν πρακτικός λόγος, φρόνηση, και σαν θεωρητικός λόγος, θεωρία. Αλλά είναι σαφές, κι ο Αριστοτέλης επιμένει σ’ αυτό, ότι η πρακτική ενέργεια της φρόνησης δεν είναι ισάξια, από αυτή την άποψη, με την θεωρητική ενέργεια που διέπει την σοφία και που αναδεικνύει ό,τι θείο στον άνθρωπο. Μακράν του να κατευθύνει την σκέψη του σε ανθρώπινα πράγματα, πρέπει να αποβλέπει, στο μέτρο του δυνατού, στην απαθανάτισή του. Το τελευταίο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων, ειδικά το κεφάλαιο 7, εκθειάζει (κυριολεκτικά η λέξη) την ανωτερότητα της θεωρίας και της ευδαιμονίας που η ενέργειά της εξασφαλίζει. Αλλά, για τον Αριστοτέλη, το να πει ότι η σοφία είναι η πιο θεία, η πιο ανατατική ενέργεια του ανθρώπου, δεν σημαίνει ότι μελετά τους τρόπους και τα μέσα για να καταστήσει αυτή τον άνθρωπο ευδαίμονα, γιατί ΄δεν αναφέρεται στην γένεση’ (VI , 13, 1143b19-20). Προετοιμάζοντας, ωστόσο, τα Πολιτικά ως ηθική επιστήμη του κοινού αγαθού,

Η καθολικότητα που δίνει κύρος στην φρόνηση και στην ηθική εμπειρία και δίνει γνώση κι εμπειρία στον φρόνιμο, δεν είναι αυτή του μεταφυσικού καθόλου που δίνει την μορφή στα επιμέρους που διαμορφώνει, διέπει κι ονομάζει. Από μεταφυσικής πλευράς, η διάκριση είναι εδώ απόλυτη. Ωστόσο, στα πλαίσια του αριστοτελικού ρεαλισμού, η διάκριση αυτή ανάμεσα σε μορφές ζωής, δεδομένης και της σύνθετης φύσης του ανθρώπου που αναγνωρίζει καθαρά στο τελευταίο βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων δεν είναι αποκλειστική, δεν αποκλείει η μια την άλλη στην ανάπτυξη της ανθρώπινης ζωής.

Η διττή αυτή φύση των πρακτών, της πράξης, ως πεδίου των ηθικών επιστητών, είναι τέτοια ώστε από την μία να διασφαλίζει την ελευθερία κι ηθική αυτονομία του πράττοντος, κι από την άλλη την βαθιά γνώση του φρονίμου, μέσα από την διανοητική αρετή της φρόνησης. Τι είδους ’οιονεί’ καθολικότητα, αναγκαιότητα και αιτιότητα εδώ, όροι της επιστήμης, αλλά με μια προς έν, αναλογική και ομώνυμη σχέση προς αυτήν, αφού ο ορισμός της φρόνησης την αντιδιαστέλλει προς την επιστήμη στην μεταφυσική περιγραφή του γένους των επιστητών; Οι δυο διανοητικές αρετές δεν είναι επιθυμητές σαν αυτοσκοπός η κάθε μια. Αντιπροσωπεύουν δύο κατευθύνσεις της ηθικής που αποβλέπουν στην συνένωσή τους στον κοινό σκοπό της διαμόρφωσης του πλήρους ανθρώπου. Η θεωρητική ζωή, σημειώνει εξάλλου ο Αριστοτέλης, είναι πολύ υψηλή για την ανθρώπινη συνθήκη, και δεν είναι καθ’ ό άνθρωπος που θα ζήσει με τέτοιο τρόπο, αλλά καθ’ ό περιέχων και το θείο.

Αλλά για να ζήσει ως άνθρωπος, πρέπει να ζήσει σαν πολίτης μιας πόλης. Η πολιτική, η πιο αρχιτεκτονική των επιστημών, επιδιώκει το ίδιο τέλος όπως η ηθική, γιατί το αγαθό για τον άνθρωπο είναι το ίδιο και για το άτομο και για την πόλη. Ωστόσο, η επιδίωξη της σωτηρίας και του αγαθού της πόλης είναι ανώτερο, πιο σημαντικό και πιο τέλειο. Υπάρχει λοιπόν, ένα είδος ξεχωριστό και σημαίνον της φρόνησης, αυτό του πολιτικού ανδρός. Ανήκει όχι λιγότερο σε κάθε άνθρωπο, σαν άτομο και σαν πολίτη, να αποβλέπει πάντα στο κοινό αγαθό. Τούτο επιτάσσει η γενική όσο κι ο νομική έννοια της δικαιοσύνης, αρετή τελεία, θεωρημένη ως η κρατίστη όλων.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ ΥΠΕΡ ΦΟΡΜΙΩΝΟΣ

ΔΗΜ 36.23–27

Απαράδεκτη, σύμφωνα με τους νόμους, η αγωγή κατά του Φορμίωνα

Στο παρακάτω απόσπασμα ο ομιλητής ανακεφαλαιώνει όσα υποστήριξε στις παραγράφους της διηγήσεως και της πίστεως που προηγήθηκαν (βλ. ΔΗΜ 36.1–3).

[23] Ἃ τοίνυν ἤδη περὶ αὐτοῦ τοῦ μὴ εἰσαγώγιμον εἶναι τὴν
δίκην δεῖ σκοπεῖν ὑμᾶς, ταῦτ’ ἀναμνήσθητ’ ἐκ τῶν εἰρημένων.
ἡμεῖς γάρ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, γεγενημένου μὲν διαλογισμοῦ
καὶ ἀφέσεως τῆς τραπέζης καὶ τοῦ ἀσπιδοπηγείου τῆς μισθώ-
σεως, γεγενημένης δὲ διαίτης καὶ πάλιν πάντων ἀφέσεως,
οὐκ ἐώντων τῶν νόμων δίκας ὧν ἂν ἀφῇ τις ἅπαξ λαγχάνειν,
[24] συκοφαντοῦντος τούτου καὶ παρὰ τοὺς νόμους δικαζομένου
παρεγραψάμεθ’ ἐκ τῶν νόμων μὴ εἶναι τὴν δίκην εἰσαγώγιμον.
ἵν’ οὖν εἰδῆθ’ ὑπὲρ οὗ τὴν ψῆφον οἴσετε, τόν τε νόμον ὑμῖν
τοῦτον ἀναγνώσεται καὶ τὰς μαρτυρίας ἐφεξῆς τῶν παρόν-
των, ὅτ’ ἀφίει τῆς μισθώσεως καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων
ἐγκλημάτων Ἀπολλόδωρος. λαβέ μοι τὰς μαρτυρίας ταυ-
τασὶ καὶ τὸν νόμον.

ΜΑΡΤΥΡΙΑΙ. ΝΟΜΟΣ.

[25] Ἀκούετε τοῦ νόμου λέγοντος, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τά τ’
ἄλλ’ ὧν μὴ εἶναι δίκας, καὶ ὅσα τις ἀφῆκεν ἢ ἀπήλλαξεν.
εἰκότως· εἰ γάρ ἐστι δίκαιον, ὧν ἂν ἅπαξ γένηται δίκη,
μηκέτ’ ἐξεῖναι δικάζεσθαι, πολὺ τῶν ἀφεθέντων δικαιότερον
μὴ εἶναι δίκας. ὁ μὲν γὰρ ἐν ὑμῖν ἡττηθεὶς τάχ’ ἂν εἴποι
τοῦθ’ ὡς ἐξηπατήθηθ’ ὑμεῖς· ὁ δ’ αὑτοῦ φανερῶς καταγνοὺς
καὶ ἀφεὶς καὶ ἀπαλλάξας, τίν’ ἂν ἑαυτὸν αἰτίαν αἰτιασάμενος
τῶν αὐτῶν πάλιν εἰκότως δικάζοιτο; οὐδεμίαν δήπου. διόπερ
τοῦτο πρῶτον ἔγραψεν ὁ τὸν νόμον θεὶς ὧν μὴ εἶναι δίκας,
ὅσα τις ἀφῆκεν ἢ ἀπήλλαξεν. ἃ τῷδε γέγονεν ἀμφότερα·
καὶ γὰρ ἀφῆκεν καὶ ἀπήλλαξεν. ὡς δ’ ἀληθῆ λέγω, μεμαρ-
τύρηται ὑμῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι.

Λαβὲ δή μοι καὶ τὸν τῆς προθεσμίας νόμον.

ΝΟΜΟΣ.

[26] Ὁ μὲν τοίνυν νόμος, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, σαφῶς οὑτωσὶ
τὸν χρόνον ὥρισεν· Ἀπολλόδωρος δ’ οὑτοσὶ παρεληλυθότων
ἐτῶν πλέον ἢ εἴκοσιν τὴν ἑαυτοῦ συκοφαντίαν ἀξιοῖ περὶ
πλείονος ὑμᾶς ποιήσασθαι τῶν νόμων, καθ’ οὓς ὀμωμοκότες
δικάζετε. καίτοι πᾶσι μὲν τοῖς νόμοις προσέχειν εἰκός ἐσθ’
ὑμᾶς, οὐχ ἥκιστα δὲ τούτῳ, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι. [27] δοκεῖ γάρ
μοι καὶ ὁ Σόλων οὐδενὸς ἄλλου ἕνεκα θεῖναι αὐτὸν ἢ τοῦ μὴ
συκοφαντεῖσθαι ὑμᾶς. τοῖς μὲν γὰρ ἀδικουμένοις τὰ πέντ’
ἔτη ἱκανὸν ἡγήσατ’ εἶναι εἰσπράξασθαι· κατὰ δὲ τῶν ψευ-
δομένων τὸν χρόνον ἐνόμισεν σαφέστατον ἔλεγχον ἔσεσθαι.
καὶ ἅμ’ ἐπειδὴ ἀδύνατον ἔγνω ὂν τούς τε συμβάλλοντας καὶ
τοὺς μάρτυρας ἀεὶ ζῆν, τὸν νόμον ἀντὶ τούτων ἔθηκεν, ὅπως
μάρτυς εἴη τοῦ δικαίου τοῖς ἐρήμοις.

***
[23] Λοιπόν, άνδρες Αθηναίοι, φέρατε εις τον νουν σας εκείνα εκ των λεχθέντων, τα οποία πρέπει να σας πείσουν ότι είναι νόμιμος η αίτησίς μας περί του απαραδέκτου της αγωγής του Απολλοδώρου. Ημείς δηλαδή, άνδρες Αθηναίοι, αφού έγινεν ο κανονισμός του λογαριασμού της τραπέζης, και εδόθη απαλλαγή σχετικώς με την μίσθωσιν αυτής και του ασπιδοπηγείου, αφού έγινε διαιτησία και πάλιν απηλλάγη ο Φορμίων πάσης υποχρεώσεως, οι δε νόμοι απαγορεύουν να εγείρη τις αγωγήν διά ζήτημα διά το οποίον θα απαλλαγή τις πάσης υποχρεώσεως, [24] ούτος συκοφαντεί και εγείρει αγωγήν παράνομον· διά τούτο υπεβάλομεν ένστασιν περί του απαραδέκτου της αγωγής του. Διά να είσθε λοιπόν εν γνώσει του ζητήματος, διά το οποίον θα εκφέρετε την γνώμην σας, και τον νόμον τούτον θα αναγνώση εις σας ο γραμματεύς και εν συνεχεία τας μαρτυρίας εκείνων, οι οποίοι ήσαν παρόντες, ότε ο Απολλόδωρος απήλλασσε τον Φορμίωνα πάσης υποχρεώσεως διά την μίσθωσιν και τας άλλας απαιτήσεις του. Παρακαλώ, γραμματεύ, λάβε τας μαρτυρίας ταύτας και τον νόμον.

ΜΑΡΤΥΡΙΑ. ΝΟΜΟΣ

[25] Ηκούσατε τον νόμον, άνδρες Αθηναίοι, τον νόμον, ο οποίος αναφέρει όλας τας περιπτώσεις, κατά τας οποίας δεν δύναται τις να καταφύγη εις τα δικαστήρια και ιδιαιτέρως την περίπτωσιν, κατά την οποίαν επήλθε συμβιβασμός και εδόθη απαλλαγή πάσης υποχρεώσεως. Και η διάταξις αύτη είναι πολύ δικαία· διότι, εάν είναι δίκαιον να μη εισάγωνται πλέον εις το δικαστήριον αι υποθέσεις, αι οποίαι ήδη εκρίθησαν, πολύ δικαιότερον είναι να μη φέρωνται εις τα δικαστήρια αι υποθέσεις, διά τας οποίας επήλθε συμφωνία μεταξύ των διαφερομένων. Διότι ο μεν καταδικασθείς από το δικαστήριόν σας ίσως ήθελεν ισχυρισθή, ότι σεις εξηπατήθητε· εκείνος όμως, ο οποίος ο ίδιος φανερά εξέφρασε γνώμην εναντίον του εαυτού του και συνεβιβάσθη και έδωσεν απαλλαγήν πάσης υποχρεώσεως, ποίαν δικαιολογίαν δύναται να προβάλη εναντίον της αποφάσεως που εξέφερε διά τον εαυτόν του, ώστε να έλθη εκ νέου εις το δικαστήριον διά την ιδίαν υπόθεσιν; Βεβαίως ουδεμίαν. Διά τούτο ο νομοθέτης έθεσεν επί κεφαλής όλων των περιστάσεων, κατά τας οποίας δεν δύναται τις να επανέλθη εις το δικαστήριον, εκείνην κατά την οποίαν επήλθε συμβιβασμός και απαλλαγή πάσης υποχρεώσεως. Ταύτα δε και τα δύο έγιναν εις τον Φορμίωνα, διότι ο Απολλόδωρος και συνεβιβάσθη με αυτόν και τον απήλλαξε πάσης υποχρεώσεως. Την αλήθειαν των λόγων μου επεβεβαίωσαν, άνδρες Αθηναίοι, οι μάρτυρες.

Γραμματεύ, λάβε και τον νόμον, ο οποίος καθορίζει την προθεσμίαν (πέραν της οποίας δεν δύναται τις να επανέλθη εις το δικαστήριον).

ΝΟΜΟΣ

[26] Ο μεν λοιπόν νόμος, άνδρες Αθηναίοι, πολύ σαφώς καθώρισε την προθεσμίαν· ο Απολλόδωρος όμως, αφού επέρασαν περισσότερα από είκοσιν έτη, έχει την αξίωσιν την συκοφαντίαν του σεις να θέσετε εις ανωτέραν θέσιν από τους νόμους, σύμφωνα προς τους οποίους έχετε ορκισθή ότι θα κρίνετε. Και όμως όλους μεν τους νόμους είναι πρέπον σεις να σέβεσθε, προ πάντων δε τούτον, άνδρες Αθηναίοι. [27] Έχω δε την γνώμην ότι και ο Σόλων διά καμμίαν άλλην αιτίαν δεν έθεσε τον νόμον τούτον παρά διά να μη συκοφαντείσθε. Διότι δι' εκείνους μεν, οι οποίοι αδικούνται, ο Σόλων ενόμισεν ότι είναι αρκετά τα πέντε έτη διά να λάβουν το δίκαιόν των· διά δε τους ψευδομένους ενόμισεν ότι ο διαρρεύσας χρόνος είναι η καλυτέρα απόδειξις του ψεύδους των. Και συγχρόνως, επειδή έβλεπεν ότι ήτο αδύνατον να ζουν πάντοτε οι συμβαλλόμενοι και οι μάρτυρες, έθεσε τον νόμον εις την θέσιν τούτων, διά να χρησιμεύση ως μάρτυς εις τους στερουμένους μαρτύρων.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (4.554-4.619)

ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμειβόμενος προσέειπεν·
555 υἱὸς Λαέρτεω, Ἰθάκῃ ἔνι οἰκία ναίων·
τὸν δ᾽ ἴδον ἐν νήσῳ θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντα,
νύμφης ἐν μεγάροισι Καλυψοῦς, ἥ μιν ἀνάγκῃ
ἴσχει· ὁ δ᾽ οὐ δύναται ἣν πατρίδα γαῖαν ἱκέσθαι·
οὐ γάρ οἱ πάρα νῆες ἐπήρετμοι καὶ ἑταῖροι,
560 οἵ κέν μιν πέμποιεν ἐπ᾽ εὐρέα νῶτα θαλάσσης.
σοὶ δ᾽ οὐ θέσφατόν ἐστι, διοτρεφὲς ὦ Μενέλαε,
Ἄργει ἐν ἱπποβότῳ θανέειν καὶ πότμον ἐπισπεῖν,
ἀλλά σ᾽ ἐς Ἠλύσιον πεδίον καὶ πείρατα γαίης
ἀθάνατοι πέμψουσιν, ὅθι ξανθὸς Ῥαδάμανθυς,
565 τῇ περ ῥηΐστη βιοτὴ πέλει ἀνθρώποισιν·
οὐ νιφετός, οὔτ᾽ ἂρ χειμὼν πολὺς οὔτε ποτ᾽ ὄμβρος,
ἀλλ᾽ αἰεὶ ζεφύροιο λιγὺ πνείοντος ἀήτας
Ὠκεανὸς ἀνίησιν ἀναψύχειν ἀνθρώπους,
οὕνεκ᾽ ἔχεις Ἑλένην καί σφιν γαμβρὸς Διός ἐσσι.
570 ὣς εἰπὼν ὑπὸ πόντον ἐδύσετο κυμαίνοντα,
αὐτὰρ ἐγὼν ἐπὶ νῆας ἅμ᾽ ἀντιθέοις ἑτάροισιν
ἤϊα, πολλὰ δέ μοι κραδίη πόρφυρε κιόντι.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ἐπὶ νῆα κατήλθομεν ἠδὲ θάλασσαν,
δόρπον θ᾽ ὁπλισάμεσθ᾽, ἐπί τ᾽ ἤλυθεν ἀμβροσίη νύξ,
575 δὴ τότε κοιμήθημεν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης.
ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
νῆας μὲν πάμπρωτον ἐρύσσαμεν εἰς ἅλα δῖαν,
ἐν δ᾽ ἱστοὺς τιθέμεσθα καὶ ἱστία νηυσὶν ἐΐσῃς·
ἂν δὲ καὶ αὐτοὶ βάντες ἐπὶ κληῗσι καθῖζον·
580 ἑξῆς δ᾽ ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς.
ἂψ δ᾽ εἰς Αἰγύπτοιο, διιπετέος ποταμοῖο,
στῆσα νέας, καὶ ἔρεξα τεληέσσας ἑκατόμβας.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατέπαυσα θεῶν χόλον αἰὲν ἐόντων,
χεῦ᾽ Ἀγαμέμνονι τύμβον, ἵν᾽ ἄσβεστον κλέος εἴη.
585 ταῦτα τελευτήσας νεόμην, δίδοσαν δέ μοι οὖρον
ἀθάνατοι, τοί μ᾽ ὦκα φίλην ἐς πατρίδ᾽ ἔπεμψαν.
ἀλλ᾽ ἄγε νῦν ἐπίμεινον ἐνὶ μεγάροισιν ἐμοῖσιν,
ὄφρα κεν ἑνδεκάτη τε δυωδεκάτη τε γένηται·
καὶ τότε σ᾽ εὖ πέμψω, δώσω δέ τοι ἀγλαὰ δῶρα
590 τρεῖς ἵππους καὶ δίφρον ἐΰξοον· αὐτὰρ ἔπειτα
δώσω καλὸν ἄλεισον, ἵνα σπένδῃσθα θεοῖσιν
ἀθανάτοις ἐμέθεν μεμνημένος ἤματα πάντα.»
Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«Ἀτρεΐδη, μὴ δή με πολὺν χρόνον ἐνθάδ᾽ ἔρυκε.
595 καὶ γάρ κ᾽ εἰς ἐνιαυτὸν ἐγὼ παρὰ σοί γ᾽ ἀνεχοίμην
ἥμενος, οὐδέ με οἴκου ἕλοι πόθος οὐδὲ τοκήων·
αἰνῶς γὰρ μύθοισιν ἔπεσσί τε σοῖσιν ἀκούων
τέρπομαι· ἀλλ᾽ ἤδη μοι ἀνιάζουσιν ἑταῖροι
ἐν Πύλῳ ἠγαθέῃ· σὺ δέ με χρόνον ἐνθάδ᾽ ἐρύκεις.
600 δῶρον δ᾽ ὅττι κέ μοι δοίης, κειμήλιον ἔστω·
ἵππους δ᾽ εἰς Ἰθάκην οὐκ ἄξομαι, ἀλλὰ σοὶ αὐτῷ
ἐνθάδε λείψω ἄγαλμα· σὺ γὰρ πεδίοιο ἀνάσσεις
εὐρέος, ᾧ ἔνι μὲν λωτὸς πολύς, ἐν δὲ κύπειρον
πυροί τε ζειαί τε ἰδ᾽ εὐρυφυὲς κρῖ λευκόν.
605 ἐν δ᾽ Ἰθάκῃ οὔτ᾽ ἂρ δρόμοι εὐρέες οὔτε τι λειμών·
αἰγίβοτος, καὶ μᾶλλον ἐπήρατος ἱπποβότοιο.
οὐ γάρ τις νήσων ἱππήλατος οὐδ᾽ εὐλείμων,
αἵ θ᾽ ἁλὶ κεκλίαται· Ἰθάκη δέ τε καὶ περὶ πασέων.»
Ὣς φάτο, μείδησεν δὲ βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος,
610 χειρί τέ μιν κατέρεξεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν·
«Αἵματός εἰς ἀγαθοῖο, φίλον τέκος, οἷ᾽ ἀγορεύεις·
τοιγὰρ ἐγώ τοι ταῦτα μεταστήσω· δύναμαι γάρ.
δώρων δ᾽ ὅσσ᾽ ἐν ἐμῷ οἴκῳ κειμήλια κεῖται,
δώσω ὃ κάλλιστον καὶ τιμηέστατόν ἐστι.
615 δώσω τοι κρητῆρα τετυγμένον· ἀργύρεος δὲ
ἔστιν ἅπας, χρυσῷ δ᾽ ἐπὶ χείλεα κεκράανται·
ἔργον δ᾽ Ἡφαίστοιο· πόρεν δέ ἑ Φαίδιμος ἥρως,
Σιδονίων βασιλεύς, ὅθ᾽ ἑὸς δόμος ἀμφεκάλυψε
κεῖσέ με νοστήσαντα· τεῒν δ᾽ ἐθέλω τόδ᾽ ὀπάσσαι.»

***
Έτσι του μίλησα, κι εκείνος αποκρίθηκε:
«Γιος του Λαέρτη, τόπος του η Ιθάκη·
τον είδα σ᾽ ένα απόμακρο νησί, να χύνει μαύρο δάκρυ
στο μέγαρο της νύμφης Καλυψώς, που άθελά του τον κρατεί
δικό της· κι εκείνος δεν μπορεί να βρει πατρίδα,
του λείπουν καράβια με κουπιά, του λείπουν σύντροφοι,
560 για να τον ταξιδέψουν στην πλατιά ράχη της θάλασσας.
Όσο για σένα, ω θεϊκέ Μενέλαε, δεν είναι το γραφτό σου
στο ιππόβοτο Άργος τα μάτια σου να κλείσεις
κι εκεί να βρεις τη μοίρα του θανάτου.
Στα πέρατα της γης, θα σε προπέμψουν στα Ηλύσια πεδία
οι θεοί· όπου ο ξανθός Ραδάμανθης, όπου ζωή μακαρισμένη,
χαρισάμενη μέλλεται των ανθρώπων.
Χιόνι δεν πέφτει, μήτε βαρύς χειμώνας με νεροποντές·
αδιάκοπα τις ξάστερες πνοές του ζέφυρου ο Ωκεανός
σηκώνει, και τη δροσιά χαρίζει στους ανθρώπους —
έχεις γυναίκα την Ελένη, είσαι του Δία γαμπρός.»
570 Τον λόγο του τελειώνοντας, βυθίστηκε στα πελαγίσια κύματα.
Τότε κι εγώ κίνησα στα καράβια, μαζί με τους ισόθεους συντρόφους,
κι όπως εβάδιζα, κυμάτιζε τα στήθη μου η καρδιά μου.
Ώσπου βρεθήκαμε ξανά στο πλοίο, κάτω στο περιγιάλι·
εκεί φροντίσαμε το δείπνο μας, σε λίγο νύχτα αθάνατη μας τύλιξε,
οπότε εμείς γείραμε στην ακτή, να κοιμηθούμε.
Όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
πρώτα στο θείο κύμα σύραμε τα καράβια,
ορθώσαμε κατάρτια και πανιά στα ισόρροπα πλεούμενα,
μετά ανεβήκαμε κι εμείς· οι σύντροφοι με τη σειρά κάθησαν
στα ζυγά και πήραν να χτυπούν με τα κουπιά
590 την αφρισμένη θάλασσα.
Γυρίζοντας πίσω στον Αίγυπτο, θείο ποτάμι με πηγές στον ουρανό,
έστησα τα καράβια και θυσία τελούσα τέλειες εκατόμβες.
Κι όταν μαλάκωσα τον χόλο των αθάνατων θεών,
ύψωσα σήμα του Αγαμέμνονα, να μείνει αλησμόνητο το κλέος του.
Τελειώνοντας αυτά, ξεκίνησα· αγέρι πρίμο οι θεοί
μού χάρισαν, και γρήγορα γυρίζοντας έφτασα
στη γλυκιά πατρίδα.
Αλλά κι εσύ, λέω να μείνεις κι άλλο στο παλάτι·
έντεκα μέρες, να συμπληρωθούν οι δώδεκα.
Τότε κι εγώ με το καλό θα σε ξεπροβοδίσω, δώρα λαμπρά
θα σου χαρίσω· άλογα τρία κι άμαξα καλοξυσμένη·
ακόμη θα σου δώσω ωραία κούπα, σπονδή να κάνεις
στους αθάνατους θεούς, παντοτινά να με θυμάσαι.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος πήρε τον λόγο κι αποκρίθηκε:
«Μην επιμένεις, γιε του Ατρέα, να με κρατήσεις τόσες μέρες
στο παλάτι· μόλο που θα δεχόμουν να μείνω πλάι σου
καθηλωμένος ακόμη κι ένα χρόνο ολόκληρο, και δεν θ᾽ αποζητούσα
γονείς και σπίτι· τόσο τα λόγια σου, οι ιστορίες που λες
με τέρπουν. Αλλά θα δυσφορούν οι σύντροφοι
στην αγιασμένη Πύλο που εσύ με κράτησες, κι αργοπορώ.
600 Το δώρο πάλι, ό,τι μου δώσεις, θα το ᾽θελα να στέκεται στο σπίτι.
Δεν παίρνω πάντως στην Ιθάκη τ᾽ άλογα· εδώ τ᾽ αφήνω,
σ᾽ εσένα να τα χαίρεσαι. Που κυβερνάς σε κάμπον ανοιχτό,
όπου φυτρώνει πυκνό τριφύλλι κι άλλη τόση κύπερη,
σιτάρι, ζειά, λευκό κριθάρι σ᾽ έκταση μεγάλη.
Όσο για την Ιθάκη, αυτής της λείπουν δρόμοι ευρύχωροι
ή και λιβάδια· είναι γιδότοπος, απρόσφορος για τις βοσκές αλόγων.
Κανένα απ᾽ τα νησιά, όσα ακουμπούν στη θάλασσα, δεν έχει
ελεύθερους λειμώνες, να καλπάζουν άλογα — η Ιθάκη
απ᾽ όλα το λιγότερο.»
Έτσι του μίλησε, και χαμογέλασε ο Μενέλαος με τη βαριά φωνή·
610 απλώνοντας το χέρι του τον χάιδεψε, κι είπε λέξη προς λέξη:
«Καλό το γονικό σου αίμα, παιδί μου αγαπημένο, το μαρτυρούν τα λόγια σου.
Λοιπόν, εγώ την προσφορά μου αλλάζω — στο χέρι μου είναι.
Όσα κειμήλια βρίσκονται στο σπίτι μου, θα σου χαρίσω
το ομορφότερο, το πιο πολύτιμο· σου δίνω έναν κρατήρα,
τέλεια καμωμένο, ατόφιο ασήμι και στα ακρόχειλα
με μάλαμα στεφανωμένον — έργο του Ηφαίστου,
δωρισμένο από τον φημισμένο Φαίδιμο, των Σιδονίων βασιλιά,
όταν στο σπίτι του φιλόξενα με στέγασε, περαστικό
στου γυρισμού τον δρόμο. Δικός σου ο κρατήρας τώρα,
με τη θέλησή μου, χάρισμά σου.»

Οι άνθρωποι σήμερα δεν ξέρουν να σχετίζονται

«Δεν φταίνε οι άνθρωποι σήμερα όταν δεν μπορούν να ερωτευθούν, όταν ταυτίζουν τον έρωτα μόνο με τη χρήση του άλλου»

ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ἔχουμε δύο λέξεις γιὰ νὰ σημάνουμε τὰ ἀντι-κείμενα τῆς ἐμπειρικῆς μας πιστοποίησης: τὴ λέξη «πράγματα» καὶ τὴ λέξη «χρήματα».

«Πράγματα» εἶναι τὰ παράγωγα τοῦ πράττειν, τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ποιητικῆς ἐνέργειας, τὰ πεπραγμένα ἑνὸς δημιουργοῦ προσώπου. «Χρήματα» εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ καθορίζονται κυρίως ἀπὸ τὴ χρήση τους, ἐξυπηρετοῦν χρηστικὲς ἀνάγκες, εἶναι χρήσιμα στὴν πρακτικὴ τοῦ βίου.

Τὰ πράγματα ἐνδέχεται νὰ διασώζουν τὴν ἑτερότητα (μοναδικότητα καὶ ἀνομοιότητα) ἑνὸς προσωπικοῦ δημιουργικοῦ λόγου, νὰ παραπέμπουν στὸ πρόσωπο τοῦ δημιουργοῦ τους (ὅπως ἡ ζωγραφιὰ στὸν ζωγράφο καὶ τὸ ποίημα στὸν ποιητή).

Τὰ χρήματα ταυτίζονται ἁπλῶς μὲ τὴ χρηστική τους σκοπιμότητα, παραπέμπουν στὴν ἴδια γιὰ ὅλους ὠφέλιμη διευκόλυνση.

EΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΡΙΤΗ ΛΕΞΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ: τὴ λέξη «νομίσματα». Εἶναι ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ τὴ χρήση τους τὴν καθορίζουμε ἐμεῖς (κάθε ἀνθρώπινη κοινωνία) μὲ κοινὴ συμφωνία-σύμβαση. Ἀντιπροσωπεύουν τὴ σύμβαση (τὸν δικό μας «νόμο»), δὲν ἔχουν δική τους «φύση-οὐσία», γι’ αὐτὸ καὶ τὰ λέμε «νομίσματα»: εἶναι τὰ νομιζόμενα, «ὅτι οὐ φύσει, ἀλλὰ νόμῳ κεῖνται», καθὼς ὅρισε ὁ Ἀριστοτέλης.

Μὲ τὰ νομίσματα κατορθώνουμε οἱ ἄνθρωποι νὰ «ἰσάζωμεν» τὶς ἀνταλλακτικές μας σχέσεις, νὰ κοινωνοῦμε τὶς ἀνάγκες μας «κατὰ λόγον», μὲ τρόπο λογικό: τὸν τρόπο τῆς συμπαντικῆς ἁρμονίας καὶ κοσμιότητας. Στόχος εἶναι οἱ ἁρμονικές, κόσμιες σχέσεις μας (στόχος ὑπαρκτικῆς ἀλήθειας καὶ γνησιότητας τόσο γιὰ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅσο —ὡς ἐλευθερία ἀγάπης— καὶ γιὰ τοὺς Χριστιανούς).

ΤΟ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΤΟ ΜΕΣΟ, τὸ ἐργαλεῖο ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ λογικότητα τῶν σχέσεών μας. Γι’ αὐτὸ καὶ μοιάζει ἀδιανόητο (τουλάχιστον γιὰ τὸν Ἀριστοτέλη) νὰ αὐτονομεῖται τὸ νόμισμα, νὰ λειτουργεῖ ἄσχετα ἀπὸ τὶς σχέσεις, γιὰ παράδειγμα νὰ αὐτοπολλαπλασιάζεται μὲ τὸν «τόκο»: ὁ τόκος, τὸ νὰ «τίκτει» τὸ νόμισμα, «παρὰ φύσιν τῶν χρηματισμῶν ἐστι».

Τὰ «πράγματα» προσφέρονται στὴ σχέση, τὰ «χρήματα» καὶ τὰ «νομίσματα» στὴ χρήση ποὺ ὑπηρετεῖ τὴ σχέση (ὅταν ἀποβλέπει ἡ χρήση στὴν «κοινωνία τῆς χρείας»).

ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΤΡΟΠΟ ΒΙΟΥ (δηλαδὴ πολιτισμό) ποὺ μειώνει συνεχῶς τὸ πεδίο τῶν σχέσεων, τὸ ἐνδιαφέρον ἢ τὴν ἀνάγκη τῆς σχέσης, γιὰ χάρη τῆς προτεραιότητας τῶν χρήσεων.

Στὸν πολιτισμό μας ἡ χρήση αὐτονομεῖται ἀπὸ τὴ σχέση, τείνει νὰ ὑποκαταστήσει τὴν κοινωνία τῆς χρείας μὲ παράλληλες ἄπληστες χρήσεις. Διαμορφώνει ἀνεπαίσθητα τὸν ψυχισμό μας αὐτὸς ὁ πολιτισμός, μᾶς μπολιάζει μὲ ἀντανακλαστικὰ κυρίως χρησιμοθηρικά, μὲ προϊούσα ἀνικανότητα σχέσης, ἀνέραστη συμπεριφορά.

ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΘΟΥΝ, ὅταν ταυτίζουν τὸν ἔρωτα μόνο μὲ τὴ χρήση τοῦ ἄλλου. Δὲν φταῖνε, γιατὶ δὲν ἀσκήθηκαν ποτὲ στὴ σχέση, δὲν ξέρουν νὰ σχετίζονται, κάθε ἐπιθυμία τους ἐκπληρώνεται πατώντας ἕνα κουμπί. Δὲν ἔμαθαν νὰ μοιράζονται τὸ θέλημά τους, νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ ἐγώ τους. Ξέρουν μόνο τὴ χρήση, ὄχι τὴ σχέση, μόνο τὰ χρήματα, ὄχι τὰ πράγματα.

Καμύ: Έχουμε χάσει το φως, τα πρωινά, την αθωότητα εκείνου που συγχωρεί μόνος του τον εαυτό του

«Ξέρετε τι είναι η γοητεία; Ένας τρόπος να ακούς να σου απαντούν ναι, χωρίς να ‘χεις κάνει καμιά συγκεκριμένη ερώτηση»

«Μόνο που, να, η επιβεβαίωση δεν είναι ποτέ οριστική, πρέπει να την κάνεις πάλι από την αρχή με κάθε πλάσμα. Κάνοντάς την πάλι από την αρχή, σου γίνεται συνήθεια. Σύντομα σου ‘ρχονται τα λόγια χωρίς να τα σκεφτείς, κι ακολουθεί η κίνηση αντανακλαστικά: μια μέρα βρίσκεσαι να παίρνεις, δίχως να ποθείς πραγματικά. Πίστεψε με, για μερικά τουλάχιστον πλάσματα, το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο είναι να μην παίρνεις ό,τι δεν ποθείς»

«Να λοιπόν τι δε μπορεί ν’ ανεχτεί κανείς (εκτός από αυτούς που δεν ζουν, θέλω να πω: τους εγκρατείς). Η μόνη άμυνα βρίσκεται στην κακεντρέχεια. Οι άνθρωποι λοιπόν σπεύδουν να κρίνουν για να μην κριθούν οι ίδιοι. Τι τα θέλετε; Η πλέον φυσική ιδέα στον άνθρωπο, αυτή που του έρχεται αυθόρμητα, σαν από τα βάθη της φύσης του, είναι η ιδέα της αθωότητάς του….

Το ουσιώδες είναι να μείνουν αθώοι, να μην μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτησιν οι έμφυτες αρετές τους, και τα σφάλματά τους, αποκυήματα μιας παροδικής δυστυχίας, να είναι πάντοτε προσωρινά. Σας το ‘πα, το ζήτημα είναι να γλιτώσεις απ’ την κρίση. Επειδή είναι δύσκολο να της γλιτώσεις και απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα να καταφέρεις να θαυμάζουν και να συγχωρούν ταυτόχρονα τη φύση σου, επιδιώκουν όλοι να’ ναι πλούσιοι.

Γιατί; Αναρωτιέστε; Για τη δύναμη, φυσικά. Κυρίως όμως γιατί ο πλούτος απαλλάσσει από την άμεση κρίση, σε τραβάει από το πλήθος του μετρό για να σε κλείσει σ ένα νικέλινο αμάξι, σε απομονώνει σε απέραντα φυλαγμένα πάρκα, σε βαγκόνλι, σε καμπίνες πολυτελείας. Ο πλούτος, αγαπητέ μου φίλε, δεν είναι ακόμα η αθώωση, αλλά η αναστολή που ‘ναι πάντα καλό να παίρνεις…»

«Καμιά φορά τα χάνεις, αμφιβάλλεις για το ολοφάνερο, ακόμα κι όταν έχεις ανακαλύψει το μυστικό μιας καλής ζωής. Η λύση μου, φυσικά, δεν είναι η ιδανική. Όταν όμως δεν αγαπάς τη ζωή σου, όταν ξέρεις πως πρέπει να αλλάξεις ζωή, δεν έχεις περιθώρια επιλογής, δεν είναι; Τι να κάνεις για να ‘σαι ένας άλλος; Αδύνατο. Θα ‘πρεπε να μην είσαι πια κανένας, να ξεχάσεις τον εαυτό σου για κάποιον, έστω και για μια φορά. Πώς όμως; Μη με παραφορτώνετε. Είμαι σαν εκείνον το γερό-ζητιάνο που δεν ήθελε ν αφήσει το χέρι μου, μια μέρα έξω σ ένα καφενείο:

«Αχ κύριε» έλεγε, «δεν είναι που ‘σαι κακός, είναι που χάνεις το φως σου».

Ναι, έχουμε χάσει το φως, τα πρωινά, την άγια αθωότητα εκείνου που συγχωρεί μόνος του τον εαυτό του.»

Αλμπέρ Καμί, Πτώση

Το Νόημα της Ζωής

Οι μεγαλύτερες προσωπικότητες που έζησαν ποτέ, οι κορυφαίες διάνοιες που περπάτησαν σε αυτό το κόσμο. Πνεύματα ανήσυχα, ζωηρά, άνθρωποι που αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους για να βρουν την απάντηση στο πιο καυτό ερώτημα όλων των εποχών.

Ποιο είναι το νόημα της ζωής;

Αναμφίβολα σε κάποια φάση της ζωή μας είτε λιγότερο είτε περισσότερο έχουμε ασχοληθεί με αυτό το ερώτημα. Το υπαρξιακό ζήτημα έχει απασχολήσει φιλόσοφους, επιστήμονες, θεολόγους και κάθε είδους άνθρωπο σε όλες τις περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας.

Υπάρχει άραγε μια απολυτή αλήθεια; Μια κοινή αρχή που η παραδοχή της να ενώνει την ανθρωπότητα κάτω απο τη σκέπη της;

Για να το απαντήσουμε αυτό θα πρέπει να διερωτηθούμε ορισμένα καίρια ερωτήματα.

Υποκειμενικότητα

Τι χρώμα θα είχε άραγε ένας ιδανικός κόσμος; Αν εσύ ήσουν ο ζωγράφος, σε ποιες αποχρώσεις θα δημιουργούσες την πραγματικότητα;

Πιστεύεις ότι το αποτέλεσμα θα άρεσε σε όλους; Ανεξάρτητα απο το χρώμα που θα επέλεγες, πιστεύεις πως όλοι θα είχαν την ίδια άποψη με σένα;

Κι αν όχι, γιατί όχι; Τι είναι αυτό που δημιουργεί τη διαφορά, τι είναι αυτό που κάνει δισεκατομμύρια ανθρώπους να ζουν σε έναν, ουσιαστικά, διαφορετικό κόσμο;

Το υπόβαθρο αυτό ονομάζεται: Υποκειμενικότητα.

Ουσιαστικά προσπαθώντας να βρεις το νόημα της ζωής και να το αποτυπώσεις σαν μια απολυτή αρχή στην οποία “πρέπει να υποταχθούν” όλοι οι άνθρωποι είναι απο μόνο του ένα ουτοπικό εγχείρημα με μια δόση “ρομαντισμού”.

Η υποκειμενικότητα δημιουργεί το ουράνιο τόξο για να επιλέξεις πιο χρώμα προτιμάς περισσότερο.

Κάνει τα βλέμματα των ανθρώπων ξεχωριστά για να έχουν διαφορετικό νόημα στη ζωή σου.

Είναι αυτό που σε βάζει στη θέση του δημιουργού, αυτό που σου δίνει τη δυνατότητα να ορίσεις τη ζωή σου διαφεντεύοντας την.

Όσο αναζητάς έξω το νόημα, τόσο περισσότερο απομακρύνεσαι απο αυτό. Ψάχνοντας το με αντικειμενικά κριτήρια, εγκλωβίζεσαι σε μια αόρατη φυλακή. Γεμίζεις τη ζωή σου με χρώματα και σώματα ξένα.

Με ανούσιες υποσχέσεις, με κάλπικους σωτήρες, με διθυράμβους για το τίποτα.

Κοιτώντας έξω για να βρεις τον δρόμο, αποπροσανατολίζεσαι. Ακούγοντας τις σειρήνες στο ταξίδι σου προς την “Ιθάκη” δεν θα ανταμώσεις την ευτυχία. Επιτρέποντας πρακτικά και θεωρητικά σε άλλους να κουμαντάρουν τη ζωή σου βαδίζεις σε αδιέξοδο και αυτό είναι κάτι που το νιώθεις…

Τα συναισθήματα σου δεν είναι τίποτα περισσότερο απο έναν μηχανισμό καθοδήγησης. Εκεί που τα μάτια δεν μπορούν να δουν και τα αυτιά δεν μπορούν να ακούσουν, τα συναισθήματα είναι ο φάρος που σε οδηγεί, είναι ο σύμμαχος σου, ο οδηγός που σου δείχνει προς τα που να βαδίσεις.

Φυσικά και έχεις το δικαίωμα να τα αγνοήσεις, μα να ξέρεις πως αγνοείς την ευτυχία σου, κι αν εκείνη δεν έρθει ή αργήσει, δεν ευθύνεται η ζωή ούτε η μοίρα, αλλά συγκεκριμένες επιλογές που βασίζονται σε ψευδαισθήσεις, σε ελπίδες που θα γίνουν καυσόξυλα και θα σιγοκαίνε στη φωτιά που κάνει σταχτή τη ζωή σου και το χρόνο σου.

Η Πραγματικότητα

Κι αν υπήρχε ένας νομός απαράβατος που αποτελούσε εξαίρεση αυτός δεν θα ήταν άλλος απο την αγάπη.

Πολλοί ιστορικοί, φιλόσοφοι και κάθε λογής ειδικοί, διαφώνησαν σε πολλά ζητήματα κατά τη διάρκεια της ιστορίας, μα σε αυτό βρισκόντουσαν όλοι σε απόλυτη σύμπνοια: η αγάπη είναι η οδός.

Ο νόμος της αγάπης αφορά την ίδια μας την ουσία. Αν εμείς είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του θεού και ο θεός είναι αγάπη, τότε η ίδια μας η υπόσταση είναι η αγάπη!

Νιώθοντας αγάπη είμαστε ευτυχισμένοι, είμαστε πλήρεις, είμαστε ζωντανοί και παντοδύναμοι. Νιώθοντας αγάπη και εκφράζοντας τη, εκπληρώνουμε το σκοπό μας!

Και πως το γνωρίζουμε αυτό εφόσον δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες; Απλά παρατήρησε τι κάνεις και ποσό όμορφα νιώθεις, όταν αισθάνεσαι το θετικό κύμα της αγάπης και θα καταλάβεις πως η αγάπη είναι ο κανόνας.

Με γνώμονα τα παραπάνω δεν είμαστε παρά διαφορετικές εκδοχές του ίδιου πράγματος, διαφορετικές όψεις της ίδιας ουσίας.

Είμαστε εδώ για να εκφράσουμε, ο καθένας με τον τρόπο του, τις άπειρες εκφάνσεις της αγάπης, του υπέρτατου συναισθήματος.

Ίσως για αυτό ψάχνοντας προς τα έξω να μη βρεις ποτέ κάτι. Η ουσία είναι μέσα, ξεκινάει εσωτερικά και έχεις την μοναδική ικανότητα να την εκφράσεις με όποιον τρόπο επιθυμείς.

Έχεις τη δυνατότητα με την αγάπη σου και την αλήθεια σου να χτίσεις κόσμους ατελείωτους, τους κόσμους της αληθινής σου ευτυχίας και ευδαιμονίας.

Ίσως αυτό να είναι το νόημα της ζωής, ίσως αυτή να είναι και η μαγεία της.

Τι κρύβεις μέσα σου

Η ανθρώπινη οντότητα, για να βρει το δρόμο που οδηγεί στον Εαυτό της, πρέπει να ανακαλύψει πρώτα τις βασικές λειτουργίες της ίδιας της διάνοιάς της. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να αποφύγει τις συμπληγάδες πέτρες της παραπληροφόρησης, που της κλείνει το δρόμο.

Ο ίδιος ο Εαυτός μας τις περισσότερες φορές είναι παγιδευμένος από τον τρόπο σκέψης της ίδιας της διανόησης μας.

Νομίζω λοιπόν, ότι επειδή κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την ουσία των πραγμάτων, σ’ αυτό το Πεδίο, γι’ αυτό δεν επιτρέπει σε κανένα να επιβάλει την “αλήθεια” του στους άλλους.

Όμως εδώ βρίσκεται το τραγικό λάθος των ανθρώπων, που είναι η προσπάθεια επιβολής της δικής τους θεώρησης των πραγμάτων στους άλλους. Μια τέτοια παγιδευμένη προσωπικότητα, που έχει δημιουργήσει ένα γυάλινο και εύθραυστο κάστρο, για έναν εξωτερικό παρατηρητή. Τρέχει με μεγάλη ταχύτητα μέσα στο “κάστρο” της, χωρίς να μπορεί να συλλάβει άλλες αξίες πέρα από τις δικές της.

Ξαφνικά λοιπόν εκεί που τρέχει σταματά μπροστά σε κάποια που του μιλάει στο μυαλό και του λέει ότι είναι ο Ανώτερός του Εαυτός, και η μοναδική αλήθεια. Δεν προλαβαίνει να αντιληφθεί αυτό που είναι πίσω από αυτό που φαίνεται. Διότι οραματίζεται σύμφωνα με τα όσα εσφαλμένα έχει “χτίσει” μέσα του.

Το μυστικό λοιπόν βρίσκεται στην απουσία έργου, στην εκμηδένιση του έργου, στην ηρεμία της δράσης. Διότι οι Πύλες της ύπαρξης δεν ανοίγουν με υποκειμενικά κριτήρια και παραπλανήσεις.

Η Ανώτερη γνώση που προέρχεται από τις Ανώτερες Νοητικές σφαίρες της ύπαρξής μας, φέρνει σε επαφή την συνείδηση με τον πρωταρχικό λόγο συχνότητα. Με τη συμπαντική ιδιοσυχνότητα.

Όταν δηλαδή η συνείδηση ταυτιστεί με την Παγκόσμια συχνότητα τότε η “μάζα” γίνεται άπειρη. Τότε Γνωρίζει. Αν τώρα είναι αναγκαίο να κοινοποιηθεί κάποιος σημαντικό κομμάτι γνώσης, τότε πρέπει να δίνεται μέσα σε ειδικό “κέλυφος”, για να μην μπορεί να επηρεάσει αρνητικά “αμύητες” συνειδήσεις, αλλά και για να μη “φθαρεί” η ίδια.

Αυτά τα τελευταία μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι έχουν επιτευχθεί.

Αγαπητοί συνταξιδιώτες, δεν δίνεται αυτό που λέγεται “μασημένη τροφή”. Διότι εάν συνέβαινε αυτό, θα αδρανοποιούσε τις δικές σας ιδιαίτερες διαδικασίες σκέψης.

Το μεγαλύτερο λάθος είναι να πιστεύει κανείς πως ο άνθρωπος είναι μόνος του και αβοήθητος σε τούτο τον κόσμο.

Ο άνθρωπος αποτελείται από επτά καταστάσεις συνείδησης. Ο μυημένος ζει πλέον τα τρία ανώτερα επίπεδα συνείδησης, που αντιπροσωπεύουν την “ Εγώ Ειμί Παρουσία”.

Η κυριαρχία των τριών ανώτερων στα τέσσερα κατώτερα επίπεδα είναι το βασικό μέλημα κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου που θα ήθελε η ανθρώπινη υπόστασή του να περιέλθει στον ανώτερο εαυτό της. Στον πνευματικό εαυτό της.

Η προαγωγή του ατόμου στις πνευματικές σφαίρες, είναι κατορθωτή δια μέσου της γνώσεως , όπως αυτή απορρέει από τον ανώτερο εαυτό του. Ανεξάρτητα από τον βαθμό εξέλιξής του, διότι η εξέλιξη είναι άπειρη.

Ας μην ξεχνάμε , ότι ο άνθρωπος είναι ένα μικρό μόριο της Θεότητας και με το καιρό μέλλει να εξελιχθεί σε πλήρη θεϊκή υπόσταση.

Εκείνος λοιπόν που ακολουθεί την μύηση μαθαίνει την αλήθεια που έρχεται από τις ανώτερες σφαίρες , μέσω της εσωτερικής του φωνής, και επαναλαμβάνει “το γνώθι σ’ αυτόν” πετυχαίνοντας να αναγνωρίσει στον εαυτό του τον ίδιο τον θεό του .

Με άλλα λόγια είναι κάτι σαν την “εσωτερική φωνή του Σωκράτη”.

H ανεξαρτησία είναι αρετή

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πόσα πράγματα μπορείς να κάνεις μόνος σου κι εσύ απλά περιμένεις τους άλλους;

Η κοινωνία μας βασίζεται σε πολλές προκαταλήψεις, στις οποίες πολλές φορές είναι εξαιρετικά περίεργο το να κάνεις οτιδήποτε μόνος σου, να πας για καφέ, μια βόλτα, να πιείς ένα ποτό, να πας μια εκδρομή, να κάνεις οποιαδήποτε δραστηριότητα εσύ επιθυμείς.

Αν και υπάρχουν μερικά δείγματα, αυτή η προκατάληψη καλό θα ήταν σιγά σιγά να εξαγνίζεται.

Μέσα από τα πάντα που εσύ επιθυμείς, όταν συνειδητοποιήσεις πως μπορείς να τα κάνεις μόνος σου απευθείας έχεις ζήσει περισσότερα απ' το να περιμένεις!

Βασική προϋπόθεση είναι να συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου από πριν, αλλά και στην πορεία! Να αγαπάς τον χρόνο που περνάς με τον εαυτό σου, να είσαι αυτάρκης, ανεξάρτητος.

Δεν μου μοιάζει περίεργο το γεγονός πως θα πάω μια βόλτα μόνος μου, θέατρο, για περπάτημα, για σερφ, για ορειβασία.

Δεν ξέρει τι χάνει ο άνθρωπος που δεν έχει κάνει τα πάντα και μόνος του. Είναι απ’ τα πιο δυνατά συναισθήματα. Ασφαλώς και η ανθρώπινη συναναστροφή είναι βασική και την επιθυμούμε αλλά δεν χρειάζεται να πληροί βασική προϋπόθεση γι αυτά που θέλουμε να κάνουμε.

Πολύς κόσμος δεν αντέχει δευτερόλεπτο δίχως κάποιον άλλον δίπλα του. Δεν μπορεί να φανταστεί πως είναι να πηγαίνεις κάπου μόνος, ή να ξεκινάς με αυτόν τον όρο.

Δημιουργούμε γερές σχέσεις με τον εαυτό μας, μη ξεχνάμε πως αυτός μας συντροφεύει μια ζωή, τον αγαπάμε, τον φροντίζουμε . Γιατί να χάνουμε χρόνο; Ξεκίνα τώρα και κάνε πράγματα μόνος σου, θα ‘ρθεις σε ευγνωμοσύνη. Θα έχεις ισορροπία, δύναμη, σεβασμό. Βγες απ' τη ζώνη ασφαλείας που πιστεύεις πως σου προσφέρει ο οποιοσδήποτε και νιώσε τη δύναμη της ανεξαρτησίας!

Το πιο δυνατό όπλο για υγιή ζωή είναι αυτή, από εκεί ξεκινούν όλα και πάνω σε αυτή πατάει η πορεία σου.

Ολη η ιστορία της φιλοσοφίας συνιστά υποσελίδες σημειώσεις στους πλατωνικούς διαλόγους

Ο Πλάτωνας γεννήθηκε το 428 π.Χ. σε μια οικογένεια της αθηναϊκής αριστοκρατίας.
Ο πατέρας του Πλάτωνα ήταν συγγενής εξ αγχιστείας με τον Σόλωνα, έναν από τους Επτά Σοφούς της Ελλάδας. Τα μεγαλύτερα αδέρφια του ήταν ο Γλαύκωνας των Αθηνών, φιλόσοφος, η Πωτώνη, μητέρα του Σπευσίππου (μελλοντικός μαθητής του Πλάτωνα) και του Αδειμάντου, που εμφανίζεται σε κάποιους από τους διαλόγους του.
Ήταν ετεροθαλής αδερφός του Αντιφώντα, ενός σπουδαίου ρήτορα. Επιπλέον, δύο από τα μέλη της δικτατορίας των Τριάντα Τυράννων (η κυβέρνηση που επιβλήθηκε μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο στην Αθήνα όπου πριν υπήρχε δημοκρατία) ήταν από την οικογένειά του.
Κατά τον Διογένη Λαέρτιο, ιστορικό της ελληνικής φιλοσοφίας, το πραγματικό όνομα του Πλάτωνα ήταν Αριστοκλής. Το παρατσούκλι τού το έδωσε ο καθηγητής του στη γυμναστική, γιατί Πλάτωνας, στα αρχαία Ελληνικά, σημαίνει “αυτός που έχει φαρδιά πλάτη”.
Από νέος ενδιαφέρθηκε για τη γυμναστική και τη φυσική άσκηση, όπως και για την ποίηση, τη δραματουργία και τη ζωγραφική. Είχε διαβάσει πολλούς κλασικούς συγγραφείς και είχε μια παιδεία ανώτερη απ’ ό,τι η πλειονότητα των συγχρόνων του.
Περίπου είκοσι ετών γνώρισε τον Σωκράτη και μπήκε στον κύκλο των μαθητών του. Πριν είχε γνωρίσει τον Κρατύλο, ο οποίος τον μύησε στη μελέτη της φιλοσοφίας. Ωστόσο, ο Σωκράτης επηρέασε σε τέτοιο βαθμό τον τρόπο σκέψης του, που ο Πλάτωνας αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στη φιλοσοφία.
Μετά την καταδίκη του Σωκράτη σε θάνατο, ο Πλάτωνας μετακόμισε στο σπίτι που είχε ο Ευκλείδης1 στη Σικελία μαζί με άλλους οπαδούς του δασκάλου. Από εκεί έκανε κάποια ταξίδια στην Ιταλία, και σίγουρα, επίσης, στην Αίγυπτο και στην Κυρήνη, μέσα σε διάστημα δώδεκα χρόνων.
Στην Ιταλία γνώρισε τους πυθαγόρειους και τους ελεάτες, που έφεραν νέες ιδέες στη σκέψη του. Επίσης, έζησε στη σικελική πόλη Σιρακούσες, που εκείνο τον καιρό την κυβερνούσε ένας τύραννος, ο Διονύσιος. Εξήγησε την άποψή του περί ηδονής και περί αρετής και την πολιτική του ιδεολογία στον κουνιάδο του Διονυσίου, τον Δίωνα, με την πρόθεση να τις εφαρμόσουν στην κυβέρνησή τους, αλλά δεν τις εκτίμησαν και ο Πλάτωνας απογοητεύτηκε.
Όταν γύρισε στην Αθήνα, ίδρυσε την πασίγνωστη Ακαδημία σε έναν ελαιώνα στα περίχωρα της πόλης – η ελιά ήταν ένα από τα σύμβολα της Αθηνάς, της ελληνικής θεάς της σοφίας και των τεχνών. Ήταν πολύ σημαντικός θεσμός, γιατί εκεί διδάσκονταν και καλλιεργούνταν επιστήμες όπως τα μαθηματικά, η ιατρική, η αστρονομία, και φυσικά η φιλοσοφία.
Η πλατωνική Ακαδημία, αρχικά, φιλοξενούσε τον Πλάτωνα και τους μαθητές του. Ο διασημότερος αυτών υπήρξε ο Αριστοτέλης, ο οποίος παρακολούθησε τα μαθήματα του Πλάτωνα ως τον θάνατο αυτού κι έπειτα ίδρυσε το δικό του εκπαιδευτικό κέντρο, το Λύκειο.
Για τα μέλη του θεσμού ήταν τόσο σημαντική η γνώση, που στην πύλη πρόβαλε η εξής επιγραφή: “Εδώ δεν εισέρχεται κανείς αν δεν ξέρει γεωμετρία”.
Συνεπώς, για να φοιτήσει κάποιος εκεί, ήταν απαραίτητο να έχει από πριν κάποιες μαθηματικές και επιστημονικές γνώσεις, που θα συμπληρώνονταν μετά ώστε να μπορεί να συμμετέχει στη φιλοσοφική συζήτηση, που ήταν και η κύρια δραστηριότητα της Ακαδημίας.
Από την ίδρυσή της, παρέμεινε ανενεργή για κάποιες περιόδους, αλλά λειτουργούσε για πολύ καιρό.
Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α’ την έκλεισε οριστικά το 529 μ.Χ., πιστεύοντας ότι τα μη χριστιανικά σχολεία ήταν απειλή για το δόγμα του.
Ο Πλάτων συνέχισε να διδάσκει στην Ακαδημία μέχρι το τέλος της ζωής του, το 447 π.Χ.
Πέθανε στα ογδόντα του περίπου.
Το έργο του παραμένει ζωντανό μέσα στο χρόνο και έχει εμπνεύσει πολλούς άλλους φιλοσόφους, όπως τον Γερμανό Άλφρεντ Ν. Ουάιτχεντ, που είπε ότι “όλη η ιστορία της φιλοσοφίας συνιστά υποσελίδες σημειώσεις στους πλατωνικούς διαλόγους”.

Ο καθένας βλέπει τον εαυτό του σαν κέντρο του κόσμου

Ο εγωισμός, εκ φύσεως, δεν γνωρίζει όρια: ο άνθρωπος έχει μία και μοναδική απόλυτη επιθυμία, να συντηρήσει την ύπαρξή του, ν’ απαλλαγεί από κάθε πόνο, ακόμη κι από την παραμικρή στέρηση – αυτό που θέλει είναι η μεγαλύτερη δυνατή καλοπέραση, η κατοχή όλων των απολαύσεων που μπορεί να φανταστεί και τις οποίες σκαρφίζεται τρόπους να ποικίλλει και ν’ αναπτύσσει χωρίς σταματημό. Κάθε εμπόδιο που υψώνεται ανάμεσα στον εγωισμό του και τις επιθυμίες του του χαλάει τη διάθεση, προκαλεί την οργή του, το μίσος του: είναι ένας εχθρός που πρέπει να συντρίψει. Θα ήθελε όσο γίνεται ν’ απολαύσει τα πάντα, να αποκτήσει τα πάντα. Μην μπορώντας κάτι τέτοιο, τουλάχιστον θα ήθελε να δέσποζε πάνω σε όλα. «Όλα για μένα, τίποτε για τους άλλους» είναι το σύνθημά του. Ο εγωισμός έχει κολοσσιαίες διαστάσεις, το σύμπαν ολόκληρο δεν φτάνει για να τον χωρέσει. Διότι, αν έδινε κανείς στον καθένα τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στον αφανισμό του σύμπαντος και στην προσωπική του απώλεια, δεν χρειάζεται να πω ποια θα ήταν η απάντησή του. Ο καθένας βλέπει τον εαυτό του σαν το κέντρο του κόσμο, ανάγει το καθετί στον εαυτό του- μέχρι και τις μεγαλύτερες αναστατώσεις των αυτοκρατοριών τις βλέπει πρώτα απ’ όλα από την άποψη του προσωπικού του συμφέροντος, όσο μηδαμινό, όσο μακρινό μπορεί να είναι αυτό. Υπάρχει πιο χτυπητή αντίθεση; Από τη μια μεριά, αυτό το ανώτερο, αποκλειστικό ενδιαφέρον που ο καθένας δείχνει για τον εαυτό του κι από την άλλη, αυτό το αδιάφορο βλέμμα που ρίχνει σε όλους τους άλλους ανθρώπους. Είναι μάλιστα και κωμική αυτή η πεποίθηση τόσων ανθρώπων, οι οποίοι ενεργούν σαν να υπάρχουν πραγματικά μόνο αυτοί και σαν οι όμοιοι τους να είναι απλώς μάταιες σκιές, καθαρά φαντάσματα.

Το κράτος, αυτό το αριστούργημα του ευφυούς και υστερόβουλου εγωισμού, αυτό το άθροισμα όλων των ατομικών εγωισμών, έχει εναποθέσει τα δικαιώματα του καθενός στα χέρια μιας δύναμης απείρως ανώτερης από τη δύναμη του ατόμου, η οποία και εξαναγκάζει το τελευταίο αυτό να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξουδετερώθηκε ο υπέρμετρος εγωισμός σχεδόν όλων, η κακία πολλών και η αγριότητα ορισμένων: ο καταναγκασμός τους κρατάει δέσμιους, αλλά από την κατάσταση αυτή προκύπτει μια απατηλή φαινομενικότητα. Ευθύς ως η προστατευτική δύναμη του κράτους παραλύσει ή πάψει να υπάρχει, όπως συμβαίνει συχνά, βλέπει κανείς να κάνουν θριαμβευτικά την επανεμφάνισή τους οι πιο άπληστες ορέξεις, η πιο άθλια φιλαργυρία, η πιο συγκεκαλυμμένη δολιότητα, η κακία, η κακοπιστία των ανθρώπων και τότε οπισθοχωρούμε, βάζουμε τις φωνές, σαν να πέφτουμε πάνω σε ένα τέρας ακόμα άγνωστο ωστόσο, χωρίς τον εξαναγκασμό των νόμων, χωρίς την ανάγκη που έχει κανείς να τον τιμούν και να τον υπολογίζουν οι άλλοι, όλα αυτά τα πάθη θα θριάμβευαν κάθε μέρα. Θα πρέπει να διαβάσει κανείς τα πρακτικά των μεγάλων δικών, την ιστορία των περιόδων αναρχίας για να δει τι υπάρχει στο βάθος του ανθρώπου, τι αξίζει η ηθική του! Τα χιλιάδες άτομα που βρίσκονται εδώ μπροστά στα μάτια μας, υποχρεωμένα αμοιβαίως να σέβονται την ειρήνη, κατά βάθος είναι τίγρεις και λύκοι, που ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό φίμωτρο τους εμποδίζει να δαγκώσουν. Φανταστείτε ότι καταργείται η δημόσια εξουσία, ότι βγαίνει το φίμωτρο: θα κάνατε πίσω από τρόμο μπροστά στο θέαμα που θα προσφερόταν στα μάτια σας, θέαμα που ο καθένας εύκολα μπορεί να φανταστεί· δεν είναι αλήθεια άραγε ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα ομολογούσατε πόσο λίγη σημασία αποδίδετε στη θρησκεία, στη συνείδηση, στην έμφυτη ηθική, όποια κι αν είναι η θεμελίωσή τους; Σ’ αυτή την περίπτωση, ωστόσο, απέναντι σε εγωιστικά αισθήματα αντίθετα προς κάθε ηθικό κανόνα, αχαλίνωτα, θα βλέπατε επίσης να αποκαλύπτεται το πραγματικό ηθικό ένστικτο μέσα στον άνθρωπο.

Συγχωρήστε τους. Όχι γιατί το αξίζουν, αλλά για το δικό σας καλό

Το άτομο που σας πρόδωσε και έφυγε, το άτομο που σας καταλήστεψε κι εξαφανίστηκε, το άτομο που σας φέρθηκε ύπουλα και αδιαφόρησε – συγχωρήστε το. Όχι επειδή του αξίζει, αλλά για το δικό σας καλό – αποκλειστικά και μόνο. Δεν του αξίζει· αλλά είστε άνθρωποι.

Συγχωρήστε.
Για να ελευθερωθείτε. Για να γίνετε χαρούμενοι.

Δεν είναι εύκολο, και σίγουρα μοιάζει άδικο. Μπορεί ξαφνικά να νιώσετε πολύ μεγάλο θυμό. Μπορεί να κυλήσουν δάκρυα στο πρόσωπό σας. Επιτρέψτε στα συναισθήματά σας να αναδυθούν κι αφήστε τα να εκδηλωθούν. Αποδεχτείτε τα ευγενικά και εγκάρδια.

Όταν τα δάκρυα στερέψουν, κάντε στον εαυτό σας μια ερώτηση με ήρεμο τρόπο: «Θέλω στ’ αλήθεια να κουβαλώ την πίκρα αυτή μες στην καρδιά μου; Θέλω να ζω για πάντα σαν θύμα;».

Όταν βρείτε τη δύναμη, πάρτε την απόφαση. Η καρδιά δεν υπακούει στις βουλές του νου, όμως εσείς πάρτε την απόφαση να συγχωρήσετε και να ελευθερώσετε τον εαυτό σας από τη συναισθηματική σκλαβιά.

Έπειτα παρατηρήστε ξανά τα συναισθήματα του θυμού και της πίκρας. Αφήστε τα να εκφραστούν πιο ελεύθερα. Πώς εκδηλώνονται μέσα στο σώμα σας; Γίνονται μήπως μυϊκά πιασίματα, ξαφνικές ταχυκαρδίες ή κοκκινίλες στο δέρμα; Ή μήπως δύσπνοια και βάρος στο στήθος;

Αφήστε τα συναισθήματα να βγουν στην επιφάνεια κι έπειτα να καταλαγιάσουν. Συνοδέψτε τα μέσα στο σώμα σας.

Όταν ηρεμήσετε, κοιτάξτε λίγο βαθύτερα και δείτε τι βρίσκεται εκεί. Μήπως υπάρχουν κι άλλα συναισθήματα κρυμμένα πίσω από τον θυμό και την πίκρα;

Μήπως υπάρχει φόβος, ντροπή και θλίψη; Μοναξιά και ανασφάλεια; Αντί να πνίγεστε σε αυτά, παρατηρήστε τα.

Όσο η καρδιά σας ανοίγει και μαλακώνει, στρέψτε την προσοχή σας στο άτομο που ενήργησε εναντίον σας. Μπορείτε να δείτε πίσω από τη μάσκα του και να νιώσετε τι είναι κρυμμένο πίσω από τόση βία και εχθρότητα;

Μπορείτε να νιώσετε τον φόβο, την ανασφάλεια και την ανικανότητα, τη μοναξιά και τη ντροπή που υπάρχουν κάτω από την επιφάνεια; Αντί να παραδοθείτε σε όλα αυτά, παρατηρήστε τα με συμπόνια.

Μέσα μας υπάρχει το απόκρημνο βουνό του φόβου και το βαθύ ποτάμι της θλίψης. Υπάρχει και ο συμπονετικός παρατηρητής που παρακολουθεί τις κινήσεις στο εσωτερικό τοπίο. Μακάρι να βρείτε τον εσωτερικό σας παρατηρητή, αυτή την πηγή ελευθερίας και ίασης.

Ένας δάσκαλος βουδισμού μού είπε κάποτε ότι υπάρχουν δύο ειδών παιδιά στον κόσμο:
εκείνα που ανταποδίδουν την ευγένεια στους γονείς τους κι εκείνα που γεννιούνται μονάχα για να αποκτήσουν όσα έχουν οι γονείς τους.

Ρωτήστε τον εαυτό σας: Τι είδους γιος ή κόρη είμαι;

Άραγε, η μοναξιά που λέτε ότι νιώθετε οφείλεται στο ότι είστε πραγματικά μόνοι;

Και το πιο μικρό χορταράκι έχει τον φύλακα άγγελό του. Οι άγγελοι ψιθυρίζουν σε κάθε χορταράκι: “Μεγάλωσε! Μεγάλωσε!”

Αφού και το πιο μικρό χορταράκι έχει έναν άγγελο, θα πρέπει να έχει έναν και ο καθένας από εμάς.
Όταν λοιπόν νιώσετε μοναξιά, φέρτε στο μυαλό σας αυτόν τον άγγελο που βρίσκεται πάνω στον ώμο σας και νιώστε ευγνωμοσύνη που σας φυλάει.