Σάββατο 2 Ιουλίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (4.554-4.619)

ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ αὐτίκ᾽ ἀμειβόμενος προσέειπεν·
555 υἱὸς Λαέρτεω, Ἰθάκῃ ἔνι οἰκία ναίων·
τὸν δ᾽ ἴδον ἐν νήσῳ θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντα,
νύμφης ἐν μεγάροισι Καλυψοῦς, ἥ μιν ἀνάγκῃ
ἴσχει· ὁ δ᾽ οὐ δύναται ἣν πατρίδα γαῖαν ἱκέσθαι·
οὐ γάρ οἱ πάρα νῆες ἐπήρετμοι καὶ ἑταῖροι,
560 οἵ κέν μιν πέμποιεν ἐπ᾽ εὐρέα νῶτα θαλάσσης.
σοὶ δ᾽ οὐ θέσφατόν ἐστι, διοτρεφὲς ὦ Μενέλαε,
Ἄργει ἐν ἱπποβότῳ θανέειν καὶ πότμον ἐπισπεῖν,
ἀλλά σ᾽ ἐς Ἠλύσιον πεδίον καὶ πείρατα γαίης
ἀθάνατοι πέμψουσιν, ὅθι ξανθὸς Ῥαδάμανθυς,
565 τῇ περ ῥηΐστη βιοτὴ πέλει ἀνθρώποισιν·
οὐ νιφετός, οὔτ᾽ ἂρ χειμὼν πολὺς οὔτε ποτ᾽ ὄμβρος,
ἀλλ᾽ αἰεὶ ζεφύροιο λιγὺ πνείοντος ἀήτας
Ὠκεανὸς ἀνίησιν ἀναψύχειν ἀνθρώπους,
οὕνεκ᾽ ἔχεις Ἑλένην καί σφιν γαμβρὸς Διός ἐσσι.
570 ὣς εἰπὼν ὑπὸ πόντον ἐδύσετο κυμαίνοντα,
αὐτὰρ ἐγὼν ἐπὶ νῆας ἅμ᾽ ἀντιθέοις ἑτάροισιν
ἤϊα, πολλὰ δέ μοι κραδίη πόρφυρε κιόντι.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ᾽ ἐπὶ νῆα κατήλθομεν ἠδὲ θάλασσαν,
δόρπον θ᾽ ὁπλισάμεσθ᾽, ἐπί τ᾽ ἤλυθεν ἀμβροσίη νύξ,
575 δὴ τότε κοιμήθημεν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης.
ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
νῆας μὲν πάμπρωτον ἐρύσσαμεν εἰς ἅλα δῖαν,
ἐν δ᾽ ἱστοὺς τιθέμεσθα καὶ ἱστία νηυσὶν ἐΐσῃς·
ἂν δὲ καὶ αὐτοὶ βάντες ἐπὶ κληῗσι καθῖζον·
580 ἑξῆς δ᾽ ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς.
ἂψ δ᾽ εἰς Αἰγύπτοιο, διιπετέος ποταμοῖο,
στῆσα νέας, καὶ ἔρεξα τεληέσσας ἑκατόμβας.
αὐτὰρ ἐπεὶ κατέπαυσα θεῶν χόλον αἰὲν ἐόντων,
χεῦ᾽ Ἀγαμέμνονι τύμβον, ἵν᾽ ἄσβεστον κλέος εἴη.
585 ταῦτα τελευτήσας νεόμην, δίδοσαν δέ μοι οὖρον
ἀθάνατοι, τοί μ᾽ ὦκα φίλην ἐς πατρίδ᾽ ἔπεμψαν.
ἀλλ᾽ ἄγε νῦν ἐπίμεινον ἐνὶ μεγάροισιν ἐμοῖσιν,
ὄφρα κεν ἑνδεκάτη τε δυωδεκάτη τε γένηται·
καὶ τότε σ᾽ εὖ πέμψω, δώσω δέ τοι ἀγλαὰ δῶρα
590 τρεῖς ἵππους καὶ δίφρον ἐΰξοον· αὐτὰρ ἔπειτα
δώσω καλὸν ἄλεισον, ἵνα σπένδῃσθα θεοῖσιν
ἀθανάτοις ἐμέθεν μεμνημένος ἤματα πάντα.»
Τὸν δ᾽ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα·
«Ἀτρεΐδη, μὴ δή με πολὺν χρόνον ἐνθάδ᾽ ἔρυκε.
595 καὶ γάρ κ᾽ εἰς ἐνιαυτὸν ἐγὼ παρὰ σοί γ᾽ ἀνεχοίμην
ἥμενος, οὐδέ με οἴκου ἕλοι πόθος οὐδὲ τοκήων·
αἰνῶς γὰρ μύθοισιν ἔπεσσί τε σοῖσιν ἀκούων
τέρπομαι· ἀλλ᾽ ἤδη μοι ἀνιάζουσιν ἑταῖροι
ἐν Πύλῳ ἠγαθέῃ· σὺ δέ με χρόνον ἐνθάδ᾽ ἐρύκεις.
600 δῶρον δ᾽ ὅττι κέ μοι δοίης, κειμήλιον ἔστω·
ἵππους δ᾽ εἰς Ἰθάκην οὐκ ἄξομαι, ἀλλὰ σοὶ αὐτῷ
ἐνθάδε λείψω ἄγαλμα· σὺ γὰρ πεδίοιο ἀνάσσεις
εὐρέος, ᾧ ἔνι μὲν λωτὸς πολύς, ἐν δὲ κύπειρον
πυροί τε ζειαί τε ἰδ᾽ εὐρυφυὲς κρῖ λευκόν.
605 ἐν δ᾽ Ἰθάκῃ οὔτ᾽ ἂρ δρόμοι εὐρέες οὔτε τι λειμών·
αἰγίβοτος, καὶ μᾶλλον ἐπήρατος ἱπποβότοιο.
οὐ γάρ τις νήσων ἱππήλατος οὐδ᾽ εὐλείμων,
αἵ θ᾽ ἁλὶ κεκλίαται· Ἰθάκη δέ τε καὶ περὶ πασέων.»
Ὣς φάτο, μείδησεν δὲ βοὴν ἀγαθὸς Μενέλαος,
610 χειρί τέ μιν κατέρεξεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν·
«Αἵματός εἰς ἀγαθοῖο, φίλον τέκος, οἷ᾽ ἀγορεύεις·
τοιγὰρ ἐγώ τοι ταῦτα μεταστήσω· δύναμαι γάρ.
δώρων δ᾽ ὅσσ᾽ ἐν ἐμῷ οἴκῳ κειμήλια κεῖται,
δώσω ὃ κάλλιστον καὶ τιμηέστατόν ἐστι.
615 δώσω τοι κρητῆρα τετυγμένον· ἀργύρεος δὲ
ἔστιν ἅπας, χρυσῷ δ᾽ ἐπὶ χείλεα κεκράανται·
ἔργον δ᾽ Ἡφαίστοιο· πόρεν δέ ἑ Φαίδιμος ἥρως,
Σιδονίων βασιλεύς, ὅθ᾽ ἑὸς δόμος ἀμφεκάλυψε
κεῖσέ με νοστήσαντα· τεῒν δ᾽ ἐθέλω τόδ᾽ ὀπάσσαι.»

***
Έτσι του μίλησα, κι εκείνος αποκρίθηκε:
«Γιος του Λαέρτη, τόπος του η Ιθάκη·
τον είδα σ᾽ ένα απόμακρο νησί, να χύνει μαύρο δάκρυ
στο μέγαρο της νύμφης Καλυψώς, που άθελά του τον κρατεί
δικό της· κι εκείνος δεν μπορεί να βρει πατρίδα,
του λείπουν καράβια με κουπιά, του λείπουν σύντροφοι,
560 για να τον ταξιδέψουν στην πλατιά ράχη της θάλασσας.
Όσο για σένα, ω θεϊκέ Μενέλαε, δεν είναι το γραφτό σου
στο ιππόβοτο Άργος τα μάτια σου να κλείσεις
κι εκεί να βρεις τη μοίρα του θανάτου.
Στα πέρατα της γης, θα σε προπέμψουν στα Ηλύσια πεδία
οι θεοί· όπου ο ξανθός Ραδάμανθης, όπου ζωή μακαρισμένη,
χαρισάμενη μέλλεται των ανθρώπων.
Χιόνι δεν πέφτει, μήτε βαρύς χειμώνας με νεροποντές·
αδιάκοπα τις ξάστερες πνοές του ζέφυρου ο Ωκεανός
σηκώνει, και τη δροσιά χαρίζει στους ανθρώπους —
έχεις γυναίκα την Ελένη, είσαι του Δία γαμπρός.»
570 Τον λόγο του τελειώνοντας, βυθίστηκε στα πελαγίσια κύματα.
Τότε κι εγώ κίνησα στα καράβια, μαζί με τους ισόθεους συντρόφους,
κι όπως εβάδιζα, κυμάτιζε τα στήθη μου η καρδιά μου.
Ώσπου βρεθήκαμε ξανά στο πλοίο, κάτω στο περιγιάλι·
εκεί φροντίσαμε το δείπνο μας, σε λίγο νύχτα αθάνατη μας τύλιξε,
οπότε εμείς γείραμε στην ακτή, να κοιμηθούμε.
Όταν ξημέρωσε την άλλη μέρα ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
πρώτα στο θείο κύμα σύραμε τα καράβια,
ορθώσαμε κατάρτια και πανιά στα ισόρροπα πλεούμενα,
μετά ανεβήκαμε κι εμείς· οι σύντροφοι με τη σειρά κάθησαν
στα ζυγά και πήραν να χτυπούν με τα κουπιά
590 την αφρισμένη θάλασσα.
Γυρίζοντας πίσω στον Αίγυπτο, θείο ποτάμι με πηγές στον ουρανό,
έστησα τα καράβια και θυσία τελούσα τέλειες εκατόμβες.
Κι όταν μαλάκωσα τον χόλο των αθάνατων θεών,
ύψωσα σήμα του Αγαμέμνονα, να μείνει αλησμόνητο το κλέος του.
Τελειώνοντας αυτά, ξεκίνησα· αγέρι πρίμο οι θεοί
μού χάρισαν, και γρήγορα γυρίζοντας έφτασα
στη γλυκιά πατρίδα.
Αλλά κι εσύ, λέω να μείνεις κι άλλο στο παλάτι·
έντεκα μέρες, να συμπληρωθούν οι δώδεκα.
Τότε κι εγώ με το καλό θα σε ξεπροβοδίσω, δώρα λαμπρά
θα σου χαρίσω· άλογα τρία κι άμαξα καλοξυσμένη·
ακόμη θα σου δώσω ωραία κούπα, σπονδή να κάνεις
στους αθάνατους θεούς, παντοτινά να με θυμάσαι.»
Ο φρόνιμος Τηλέμαχος πήρε τον λόγο κι αποκρίθηκε:
«Μην επιμένεις, γιε του Ατρέα, να με κρατήσεις τόσες μέρες
στο παλάτι· μόλο που θα δεχόμουν να μείνω πλάι σου
καθηλωμένος ακόμη κι ένα χρόνο ολόκληρο, και δεν θ᾽ αποζητούσα
γονείς και σπίτι· τόσο τα λόγια σου, οι ιστορίες που λες
με τέρπουν. Αλλά θα δυσφορούν οι σύντροφοι
στην αγιασμένη Πύλο που εσύ με κράτησες, κι αργοπορώ.
600 Το δώρο πάλι, ό,τι μου δώσεις, θα το ᾽θελα να στέκεται στο σπίτι.
Δεν παίρνω πάντως στην Ιθάκη τ᾽ άλογα· εδώ τ᾽ αφήνω,
σ᾽ εσένα να τα χαίρεσαι. Που κυβερνάς σε κάμπον ανοιχτό,
όπου φυτρώνει πυκνό τριφύλλι κι άλλη τόση κύπερη,
σιτάρι, ζειά, λευκό κριθάρι σ᾽ έκταση μεγάλη.
Όσο για την Ιθάκη, αυτής της λείπουν δρόμοι ευρύχωροι
ή και λιβάδια· είναι γιδότοπος, απρόσφορος για τις βοσκές αλόγων.
Κανένα απ᾽ τα νησιά, όσα ακουμπούν στη θάλασσα, δεν έχει
ελεύθερους λειμώνες, να καλπάζουν άλογα — η Ιθάκη
απ᾽ όλα το λιγότερο.»
Έτσι του μίλησε, και χαμογέλασε ο Μενέλαος με τη βαριά φωνή·
610 απλώνοντας το χέρι του τον χάιδεψε, κι είπε λέξη προς λέξη:
«Καλό το γονικό σου αίμα, παιδί μου αγαπημένο, το μαρτυρούν τα λόγια σου.
Λοιπόν, εγώ την προσφορά μου αλλάζω — στο χέρι μου είναι.
Όσα κειμήλια βρίσκονται στο σπίτι μου, θα σου χαρίσω
το ομορφότερο, το πιο πολύτιμο· σου δίνω έναν κρατήρα,
τέλεια καμωμένο, ατόφιο ασήμι και στα ακρόχειλα
με μάλαμα στεφανωμένον — έργο του Ηφαίστου,
δωρισμένο από τον φημισμένο Φαίδιμο, των Σιδονίων βασιλιά,
όταν στο σπίτι του φιλόξενα με στέγασε, περαστικό
στου γυρισμού τον δρόμο. Δικός σου ο κρατήρας τώρα,
με τη θέλησή μου, χάρισμά σου.»

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου