Κυριακή 29 Μαΐου 2022

Ο ΕΜΠΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΑΝΗ ΚΑΙ Η ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΥ ΚΡΙΤΙΚΗ

Αν εκλάβουμε τη λέξη «φιλοσοφία» με το πιο αυστηρό νόημα, τότε από όλα όσα είπε και πραγματεύτηκε ο Ξενοφάνης (τουλάχιστον από όσα ξέρουμε), μόνο η διδασκαλία του για τον θεό και η γνωσιολογική του κριτική μπορεί να συμπεριληφθεί μέσα σ’ αυτό το νόημα. Ως προς τα υπόλοιπα αυτός ο αξιόλογος άνδρας φανερώνεται ολωσδιόλου μη φιλοσοφικός[1].

Βέβαια ο Ξενοφάνης, όπως και οι Ίωνες φιλόσοφοι, κατασκεύασε μια κοσμοεικόνα, και με τούτο αντιπαρήλθε, όπως κι εκείνοι, τους θεούς της λαϊκής πίστης. Αλλά οι φυσικοί είχαν προχωρήσει περισσότερο· θέλησαν να ιδούν διαμέσου της επιφάνειας της φύσης, και πίστεψαν ότι πίσω από τα έντονα επιβαλλόμενα φαινόμενα διακρίνουν το έργο ενός θεμελιώδους στοιχείου ή μιας θεμελιώδους υπόστασης, ταυτόχρονα φυσικής και υπερφυσικής. Αντίθετα ο Ξενοφάνης φαίνεται ότι κατέτεινε στο να συλλάβει τον κόσμο εντελώς απλά' να καταστήσει μη αναγκαία κάθε εξήγηση της δομής και της λειτουργίας του κόσμου που εγκατέλειπε την περιοχή της αφελούς αίσθησης. Διατηρείται όσο μπορεί κοντύτερα στα άμεσα δεδομένα.

Με το ίδιο φρόνημα, βάσει του οποίου ο αγρότης Ησίοδος είχε θεμελιώσει τον κόσμο του πάνω στη γη (Θεογονία 117 κ.ε.), ξεκίνησε και ο Ξενοφάνης από εκείνα τα μέρη του κόσμου που είναι εγγύτατα στον άνθρωπο, από τα πιο οικεία και χειροπιαστά στοιχεία. Θεώρησε ότι η γη εκτείνεται προς τα κάτω έως το άπειρο- κι έτσι, όπως παρατηρεί ταιριαστά ο Αριστοτέλης (DK 21 Α47), δεν χρειαζόταν να υποθέσει ότι υπάρχει μια ιδιαίτερη αιτία ως υποστήριγμά της. Παρόμοια θεώρησε ότι το ύψος του αέρα εκτείνεται επ’ άπειρο. Δεν έφτιαξε κανένα θολωτό μακρινό ουρανό πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων (απόσπ. A 33, 3), κι ούτε θεώρησε ότι υπάρχει κάποιος βαθύς ωκεανός ή καταχθόνιος βυθός ως τον οποίο εκτείνονται οι ρίζες της γης. Κατά την άποψή του μόνο τα δυο υλικά, πάνω στην οριακή επιφάνεια των οποίων διάγουμε τη ζωή μας[2], κατέχουν το Όλο στην πλήρη του έκταση. Σίγουρα στη γη πρέπει να συγκαταλεχθεί η θάλασσα, μαζί της και το νερό, που κατά την άποψή του κατάγεται αποκλειστικά από τη θάλασσα (απόσπ. Β30). Η θάλασσα και η γη συμπλέκονται αναμεταξύ τους σ’ έναν αδιάκοπο πόλεμο, όπως συμπέρανε ο Ξενοφάνης από εμπειρικές παρατηρήσεις. Όπου είναι τώρα γη, ήταν - καθώς αποδείχνουν τα απολιθώματα - πρωτύτερα θάλασσα. Έτσι ο Ξενοφάνης έφτασε να πιστεύει ότι η θάλασσα καταβροχθίζει κατά περιόδους τη γη μαζί με όλα όσα ζουν επάνω της, και ότι κατά περιόδους οι ζωντανοί οργανισμοί διαμορφώνονται ξανά από στέρεη γη και ρευστό νερό (αποσπ. Α32· 33· Β27· 29- 33). Από το νερό αναπτύσσονται επίσης τα μετεωρολογικά φαινόμενα· τούτα δεν προέρχονται από τον ουρανό - αυτός δα δεν υπάρχει - , αλλά κατάγονται από την ίδια επιφάνεια, πάνω στην οποία εμείς οι άνθρωποι βαδίζουμε και ταξιδεύουμε. Ο άνεμος (που σύμφωνα με την αρχαία αντίληψη κατηφορίζει από ψηλά) και η βροχή έχουν κατά τον Ξενοφάνη την πραγματική τους προέλευση στη θάλασσα[3]. Θεώρησε επίσης ότι ο ήλιος συγκροτείται εκ νέου καθημερινά από εξατμίσεις, οι οποίες αναδύονται από κάτω (αποσπ. Α32· 33· 40)[4], το ίδιο και όλα τα άλλα αστέρια. Παρόμοια ερμήνευσε το ουράνιο τόξο, την αστραπή και τον αστερισμό της Ανδρομέδας ως σχηματισμούς νεφών ή ως αποτελέσματα νεφών, δηλαδή ως προϊόντα γήινων (ή ακριβέστερα ωκεάνειων) ατμών (αποσπ. Α38-40- 43-46). Εντόπισε την ηλιακή και τη σεληνιακή τροχιά τόσο κοντά στη γη, ώστε μπόρεσε να εικά­σει ότι κάθε περιοχή της γης έχει τον ήλιο της και τη σελήνη της. Εξήγησε τις εκλείψεις ως προϊόντα αιφνίδιου ολισθήματος (;) του ήλιου[5] σε άλλα μέρη της γης (αποσπ. Α41· 41a)[6].

Αυτή η θεωρία φαίνεται παράδοξα πρωτόγονη και αυθαίρετη, ακόμα και για την εποχή αυτού που την πρότεινε. Έχει συλληφθεί άσχημα και πενιχρά. Της λείπουν οι δημιουργικές ιδέες - εκτός από ένα στοιχείο τολμηρού και αδίστακτου εμπειρισμού, ο οποίος γίνεται έντονα αισθητός[7]. Εκείνο που είναι καινούριο και ζωντανό σ’ αυτό το παράξενο σύστημα, είναι μόνο αυτός ο οξύς εμπειρισμός. Αυτός ήταν η κινητήρια δύναμη για τη γένεση ενός τέτοιου κοσμοειδώλου, και το οικοδόμημα προτείνεται ως έκγονο μιας τάσης. Αυτός ο δικός μας κόσμος φτιάχτηκε έτσι ώστε να μοιάζει όσο το δυνατό πιο οικείος, εύληπτος και παρών, όσο το δυνατό πιο εγκόσμιος κι ελεύθερος από μυστήρια. Όλα τα πράγματα και τα φαινόμενα εξηγούνται βάσει της καθημερινής εμπειρίας, και η θεωρία της φύσης προσπαθεί ν’ αποφύγει κάθε θεμελιώδη επέκταση των νοητικών μας δυνατοτήτων. Εάν υπάρχει κάτι φιλοσοφικό μέσα της, τούτο είναι μόνο αυτό το αξίωμα της εγκοσμιότητας του κόσμου.

Δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο Ξενοφάνης ανυψώθηκε πάνω από το νοητικό πρότυπο της κοινής ανθρώπινης πραγματικότητας, έστω και αν ενίοτε, με τη θεωρία του για το σχήμα του κόσμου, ξεπέρασε την απλή περιγραφή των πραγμάτων και συμβάντων. Σίγουρα έχουμε μια περίπτωση, όπου ο Ξενοφάνης ξεπερνά την περιγραφή· αλλ’ αυτή η απόφανση είναι εξαιρετικά ιδιότυπη και αξιοσημείωτη. Ένας έσχατα νηφάλιος και ριζοσπαστικός ορθολογισμός μιλά μέσα στην πρόταση: «ο ήλιος συνεισφέρει στη γένεση και διατήρηση του κόσμου και των ζωντανών όντων, αλλά η σελήνη είναι περιττή [παρέλκειν]»[8]. Με παρόμοιο τρόπο ο Ξενοφάνης θέτει επανειλημμένα, ακόμα και όσον αφορά τα ανθρώπινα, το ερώτημα σχετικά με τη χρησιμότητα[9].

Ο Ξενοφάνης ήταν ένας άνθρωπος του παρόντος, πρακτικά προσανατολισμένος, ρεαλιστικά διατεθειμένος. Τόλμησε - ένας Έλληνας του έκτου αιώνα! - να απορρίψει τον μύθο ως επινόηση μιας πρωτύτερης εποχής (απόσπ. Β1, 22) που ξεπεράστηκε από το παρόν. Ήταν ο πρώτος Έλληνας που εξέφρασε με σαφέστατη διατύπωση την ιδέα της προόδου[10].

Από την πίστη του στην πρόοδο τρεφόταν ο αμείλικτος μεταρρυθμιστικός του ζήλος. Ως ραψωδός στα συμπόσια των ανδρών, αυτός ο εχθρός του Ομήρου παρουσίαζε όσα είχε να πει και να συμβουλέψει· και ήθελε να ιδεί τις προτάσεις του να μεταφράζονται αυτοστιγμεί σε πράξη. Καταπολέμησε θαρραλέα το κατεστημένο αξιοκρατικό ιδεώδες[11], για να το αντικαταστήσει με ένα πρακτικό, κοινωνικό ιδεώδες. Και ακόμα τολμηρότερα περιέπαιξε τη θρησκεία[12] και τη λατρεία[13] του λαού του.

Είναι άραγε τώρα πιθανό, αυτός ο κοσμικός, στραμμένος προς την πράξη ρεαλιστής, αυτός ο ατρόμητος μαχητής, αυτός ο οπτιμιστής, φανατικός μεταρρυθμιστής, αυτός ο τραγουδιστής που ήξερε ν’ απολαμβάνει πλήρως τη γιορταστική στιγμή κι έδινε στους άλλους εντολές και οδηγίες για την ορθή αξιοποίησή της[14], αυτός ο περήφανος Ίωνας του έκτου αιώνα, που επί επτά δεκαετίες έκανε μια ζωή ανήσυχης περιπλάνησης επειδή δεν ήθελε να υποκύψει στην περσική δουλεία, αυτός ο ερευνητής κι εξεικονιστής της πραγματικότητας που χαιρόταν να συλλέγει δεδομένα, αυτός τον οποίο ο Ηράκλειτος (DK 22 Β40) συνδύασε με τον Εκαταίο ως πολυμαθήν - ήταν πιθανό να ήταν σκεπτικιστής, κουρασμένος αμφισβητίας ή επιδέξιος αλλ’ ακατάπειστος διαλεκτικός, που δεν έτρεφε καμιά εμπιστοσύνη στην πραγματικότητα του κόσμου των φαινομένων;[15] Δεν θα ’πρεπε μάλλον να περιμένουμε ότι θα βρούμε έναν περισσότερο ή λιγότερο εύρωστο εμπειρισμό και στη φιλοσοφική του θεωρία;

Στους στίχους του αποσπάσματος 34, ο σχετικιστής (απόσπ. Β38) και κριτικός εξέφρασε μια γνωσιολογική επιφύλαξη για τη δική του διδασκαλία, καθώς την άφηνε να βγει στον κόσμο. Αυτή η εξαιρετικά σημαντική έκφραση, από την οποία προέκυψαν πολλά συμπεράσματα, εκδόθηκε και μεταφράστηκε από τον Diels[a] ως εξής:

καί τό μέν οὖν σαφές οὔτις ἄνήρ γένετ’ οὐδέ τις ἔσται εἰδώς ἀμφί θεῶν τε καί ἅσσα λέγω περί πάντων, εἰ γάρ καί τά μάλι­στα τύχοι τετελεσμένον εἰπών, αὐτός ὅμως οὐκ οἶδε· δόκος δ’ ἐπί πᾶσι τέτυκται.

«Και όσον αφορά την αλήθεια, δεν υπήρξε ποτέ και ούτε θα υπάρξει κάποιος που να την γνώρισε σε σχέση προς τους θεούς και προς όλα τα πράγματα για τα οποία μιλώ. Διότι ακόμα και αν κάποιος έλεγε κάποτε τυχαία το πιο τέλειο [das Allervollendetste], αυτός ο ίδιος δεν θα το γνώριζε. Διότι μόνο ψευδαίσθηση έχει απονεμηθεί σε όλους».

Αυτό το κείμενο και αυτή η μετάφραση μου φαίνονται από πολλές απόψεις αβάσιμα. Μόνο ο Πλούταρχος παραδίδει τον πρώτο στίχο με αυτή τη μορφή, ενώ ο Σέξτος τον παραδίδει τρεις φορές και ο Διογένης Λαέρτιος μια φορά με ἴδεν[16] αντί γένετ’. Ήδη αυτό το γεγονός μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Πλούταρχος εδο5, όπως τόσο συχνά, παραθέτει ανακριβώς και από μνήμης. Το ιδιόμορφο ἴδεν, που θα έπρεπε να προτιμήσουμε ως lectio difficilior, αντικαταστάθηκε στη μνήμη του από ένα γένετο, που του υπεβλήθη π.χ. από τους παρόμοιους στίχους του Ομήρου: ζ 201, π 437, σ 79. Αλλά για το γνήσιο αρχαϊκό ύφος θα ήταν αδύνατο να διαχωριστεί το σαφές από το εἰδώς με την παρεμβολή ενός τόσο σημαντικού συμπλέγματος όπως: οὔτις ἀνήρ γένετ’ οὐδέ τις ἔσται, όσο αβλαβής και αν ήταν αυτή η δόμηση κατά την κλασική εποχή. Το πρώιμο παρατακτικό ύφος πρωτοεισάγει όλα αυτά τα αναγκαία για τη γραμματική δομή μέρη, προτού προσθέσει κάτι περαιτέρω[17]. Μπορεί λοιπόν σίγουρα να επισυναφθεί στο τέλος η γραμματικά όχι απαραίτητη πρόταση ἀμφί Θεῶν κτλ.[18], αλλά το γραμματικό αντικείμενο δεν μπορεί να παραμείνει μετέωρο τόσο πολύ, προτού δεχθεί το κυρίαρχο ρήμα του. Άρα ο Ξενοφάνης μιλούσε εδώ, με έναν αρχαίο και πολύ ελληνικό τρόπο, για το «βλέπειν», για να επισημάνει μια πραγματικά αξιόπιστη γνώση[19].

Από αυτή τη διόρθωση του κειμένου προκύπτουν αξιοπρόσεκτα επακόλουθα. Κατ’ αρχήν, στο απόσπ. Β36 δεν θα συσχετίσουμε με τ αστέρια τις λέξεις ὁππόσα δή θνητοῖσι πεφήνασιν εἰσοράασθαι, όπως έτεινε να κάνει ο Diels, αλλά μάλλον θα βρούμε σ’ αυτές μια αναφορά σ' εκείνη την περιοχή, η οποία είναι προσιτή στην ανθρώπινη εμπειρία και έρευνα. Κατά τον Ξενοφάνη το «βλέπειν» και το «φαίνεσθαι» αντιστοιχούσαν στα «γνωρίζειν αξιόπιστα» και «είναι διερευνήσιμο».

Αλλά ταυτόχρονα η αμέσως ακόλουθη λέξη εἰδώς αποκτά μέσα στο απόσπασμά μας ένα ειδικό, οξύ νόημα. Παρουσιάζεται δα τώρα ως παρακείμενος χρόνος που αντιστοιχεί στο ἴδεν, και σημαίνει μόνο μια γνώση ριζωμένη στην εποπτεία ή τουλάχιστο στην εμπειρία (διότι η θέαση, ως αρχηγός των άλλων αισθήσεων, μπορεί βέβαια και να τις εκπροσωπεί). Η εκτεταμένη σημασία, με την οποία αυτή η λέξη μπορεί να σημαίνει όλη τη γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο και αν έχει αποκτηθεί, δεν είναι παρούσα[20].

Η ίδια δυνατότητα θα έπρεπε να εξεταστεί για το οίδε στον τέταρτο στίχο. Τι συμβαίνει με τούτο; Οι στίχοι 3 και 4 κατανοούνται, σύμφωνα με τον Σέξτο (7, 51) ως εξής: κἄν γάρ ἐκ τύχης ἐπιβάλλῃ τούτῳ, ὅμως οὐκ οἶδεν ὅτι, ἐπιβέβληκεν αὐτῷ (ἀλλ’ οἴεται καί δοκεῖ). [= Διότι ακόμα και αν κατά τύχη συνέβαινε να το αντιληφθεί, δεν θα γνώριζε ότι το αντελήφθη - αυτός είναι μάλλον σε μια κατάσταση πίστης ή γνώμης.). Και ήδη ο Πλάτων τούς καταλάβαινε διαφορετικά: ἤ εἰ και ὅτι μάλιστα ἐντύχοις αὐτῷ, πῶς εἴσῃ ὅτι τοῦτό ἐστιν ὅ σύ οὐκ ᾔδησθα;[21] ΊΛ [= Ή, αν πετύχαινες να το συναντήσεις, πώς θα ξέρεις ότι αυτό είναι - το πράγμα που δεν γνώριζες;]. Αυτό διαβάζουμε στον Μένωνα (80d)[22]. Σύμφωνα με αυτό ο Ξενοφάνης όρθωσε την κριτική του στο δεύτερο επίπεδο, κι επιπλέον έδωσε σ’ αυτό το δεύτερο επίπεδο μια ιδιόμορφη στροφή: «ακόμα κι αυτός που το γνωρίζει άριστα, δεν γνωρίζει ότι το γνωρίζει». Εάν κατά δεύτερο λόγο ο Ξενοφάνης ήθελε πράγματι να πει αυτό, δεν μπορούσε να γράψει γάρ. Το σκεπτικιστικό συμπέρασμα κινείται μάλλον προς την αντίθετη κατεύθυνση: Επειδή δεν γνωρίζουμε τίποτα βέβαιο για τα πράγματα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν γνωρίζουμε κάτι. Τρίτον, δεν μπορούμε διόλου ν’ αποδώσουμε[23] στον αρχαίο στοχαστή Ξενοφάνη την ευαίσθητη εικόνα ενός ανθρώπου, ο οποίος εκφράζει την πιο βαθιά αλήθεια και δεν το συνειδητοποιεί. Ειδι­κά αφού, πράγμα για το οποίο κανείς δεν αμφιβάλλει, το γνωμικό ισχύει κατ’ αρχήν για το ίδιο το διδακτικό του ποίημα. Θα είχε - αυτή είναι η τέταρτη ένσταση - κανένα νόημα για τον συγγραφέα, να θεωρήσει ότι αυτός ο ίδιος συνάντησε την πιο καθαρή αλήθεια με τις απόψεις που εκφράζει στο έργο του, και όμως αγνοεί τάχα εντελώς το γεγονός ότι πέτυχε να κάνει μια τόσο σφοδρή ανακάλυψη;

Άρα η ερμηνεία του Πλάτωνα είναι εσφαλμένη και η προέλευση του σφάλματος είναι προφανής. Η γλωσσική χρήση της εποχής του Πλάτωνα τού επέβαλε αυτή την ερμηνεία, διότι γι’ αυτόν αὐτός οὐκ ο οἶδεν μπορούσε να σημαίνει μόνο: «αυτός ο ίδιος δεν το γνωρίζει». Το ίδιο ισχύει για όλους τους κατοπινούς συγγραφείς. Αλλά εάν το οἶδα μπορεί ακόμα να σημαίνει για τον Ξενοφάνη: «το γνωρίζω αξιόπιστα μέσω του βλέπειν» - δηλ. από εμπειρία -, τότε αυτός οίδα θα πει: «το γνωρίζω από δική μου εμπειρία». Με τούτο η Ξενοφάνεια έννοια της γνώσης προσεγγίζει την έννοια της Ιωνικής ἱστορίης, όπως την εξάσκησε π.χ. ο Ηρόδοτος. Πράγματι η λέξη ἱστορίη προέρχεται από αυτό το οἶδα. Και στο έργο του Ηροδότου βρίσκουμε την επιβεβαίωση της ερμηνείας μας για το αυτός οΐόεν. Στην αρχή της Ιστορίας του αναφέρει διάφορες εκδοχές για τις μυθικές συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων και Ασιατών. Καθένας από τους δύο λαούς επιρρίπτει στον άλλο το φταίξιμο για το ότι άρχισε η διαμάχη. Ο Ηρόδοτος από μέρους του εξηγεί ότι θέλει να απέχει από του να εκφράσει μια γνώμη. Και συνεχίζει (I, 5, 3): τόν δέ [δηλ. τον Κροίσο] οἶδα αὐτός πρῶτον ὑπάρξαντα ἀδίκων ἔργων ἐς τους Ἕλληνας. Εδώ η περιοχή όσων μπορούν να ερευνηθούν αξιόπιστα[24] και να ερευνηθούν από τον ίδιο τον Ηρόδοτο, η περιοχή της ἱστορίης, τίθεται με τις λέξεις οἶδα αὐτός σε αντιδιαστολή προς τον μύθο[25].

Ας στραφούμε τώρα στον τρίτο στίχο. Η λέξη τετελεσμένον συναντάται συχνά στον Όμηρο, αλλά όχι ως «τελειωμένο = τέλειο»· μάλλον ως κάτι (κατά περίπτωση) «πραγματωμένο, πραγματοποιημένο», «πραγματικό»[26]. Έτσι το τετελεσμένον εἰπών είναι το ίδιο με το τό ὄν εἰπών της μεταγενέστερης πρόζας: «λέγοντας το πραγματικό, κάνοντας ορθές αποφάνσεις»[27]. Ήθελε ο Ξενοφάνης, όταν καθιστούσε το τύχοι κυρίαρχο ρήμα, να αναφερθεί σ’ αυτό το εκφράζειν και βρίσκειν την αλήθεια ως κάτι καθαρά τυχαίο; Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε κάτι τέτοιο, διότι στην αρχαϊκή γλώσσα το τυγχάνω συχνά σημαίνει «πετυχαίνω τον στόχο μου»[28] και όχι «μου συμβαίνει τυχαία»[29]. Η δεύτερη σημασία της λέξης συμπεριλαμβάνει λοιπόν πάντα την επίδραση της τύχης, αλλά κατά κανέναν τρόπο δεν αποκλείει πάντα εκείνη τη θέληση, η οποία, βέβαιη για τον στόχο της, επιφέρει μεθοδικά την πράγματι εισδύουσα επιτυχία, έστω και αν δεν μπορεί να την επιφέρει βίαια και με αλάνθαστη σιγουριά. Έτσι το τυγχάνω εἰπών σημαίνει: «επιτυγχάνω να πω αυτό που είναι ορθό», π.χ. στον Σοφοκλή, Φιλοκτήτης 223: ποίας ἄν ὑμᾶς πατρίδος ἤ γένους ποτέ τύχοιμ’ ἄν εἰπών;[30] Αυτή η έκφραση χρησιμοποιείται εδώ κι από τον Ξενοφάνη, και επιπλέον το τετελεσμένον, «το πραγματικό», προστίθεται στο εἰπών ως αντικείμενο.

Ας εξετάσουμε, τέλος, την έκφραση: τά μάλιστα. Μᾶλλον και μάλι­στα είναι λιγότερο εκφράσεις της ποσότητας, και περισσότερο της αξίας, και της προτίμησης[31]. Εδώ μπορεί κανείς να επικαλεσθεί κάποια χωρία όπως του Πλάτωνος, Κριτίας 108d· Δημοσθένους 18, 21· Ησιόδου, Ἔργα καί Ἡμέραι 700, όπου τά μάλιστα σημαίνει «ειδικά (αυτός και κανένας άλλος)». Συνεπώς στο χωρίο του Ξενοφάνη σίγουρα[32] μαζί με το τύχοι ανήκει και το υποκείμενο τούτου[33] με το οποίο είναι δα επίσης συνδεδεμένσ[34]: «αυτός επιτυγχάνει τον στόχο εγγύτατα, τον επιτυγχάνει καλύτερα από άλλους».

Πολλές ήταν οι ερμηνείες λέξεων που έπρεπε να διορθωθούν στους λίγους στίχους του Ξενοφάνη. Τώρα το ζήτημα είναι ο έλεγχος: Τι πετύχαμε στην κατανόηση του όλου αποσπάσματος;

«Και το ακριβές[35] κανένας άνθρωπος[36] δεν διείδε ποτέ, όπως ούτε ποτέ θα υπάρξει κάποιος που θα το γνωρίσει[37], αναφορικά προς τους θεούς όπως και προς όλα τα πράγματα που ισχυρίζομαι (σ’ αυτό το έργο)[38] Διότι ακόμα και αν κάποιος πετύχαινε περισσότερο απ’ όλους τους άλλους (ή: εντελώς) να εκφράσει αυτό που είναι πράγματι παρόν (ακριβώς αυτό είναι που ο Ξενοφάνης ελπίζει ότι κατόρθωσε σ’ αυτό το ποίημα), εντούτοις αυτός δεν έχει γνώση βασισμένη σε δική του εμπειρία....»

Το κείμενο έγινε εντελώς απλό και ευθύ, και μάλιστα πρωτόγονο, αλλά ταυτόχρονα πιο αυτοδύναμο και πιο εμφατικό.

Ο Ξενοφάνης βασίζεται λοιπόν μ’ εμπιστοσύνη στην εμπειρία, πιστεύοντας ότι μόνο αυτή είναι αξιόπιστη. Άρα το πολυσήμαντο τελευταίο ημιστίχιο δεν μπορεί να σημαίνει ούτε: «διότι μόνο ψευδαίσθηση έχει απονεμηθεί σε όλους», όπως μεταφράζει ο Diels, ούτε ὅτι πάντα ἀκατάληπτά ἐστιν [= «ότι όλα τα πράγματα είναι ακατανόητα»], όπως ήθελαν οι αρχαίοι Σκεπτικοί[39]. Η λέξη δόκος, που συναντάται μόνο σ’ αυτό το χωρίο[40], πρέπει να σημαίνει «αποδοχή = έγκυρη γνώμη». Διότι προέρχεται από το δέχομαι, «δέχομαι, αποδέχομαι», και από αυτό το ρήμα σχηματίζονται επίσης εκφράσεις όπως: δοκεῖ μοί, «υιοθετώ μια γνώμη (ή: μια θέληση)»· δόκιμος, «αποδεκτός, επιτυγχάνοντας αναγνώριση»[41]· δόξα, «αποδοχή, γνώμη» ή «αναγνώριση, φήμη»[42]. Τόσο το ἐπί όσο και το τέτυκται συνιστούν την ερμηνεία του πᾶσι ως ουδετέρου, έτσι ώστε να αντιστοιχεί προς το ουδέτερο πάντων του 2ου στίχου. Και τελικά είναι φυσικό να εκλάβουμε το δάκος δε ως το αντίθετο προς τό μεν σαφές. Άρα: (τό μέν σαφές ἄνθρωπος οὐδείς γνοίη ἄν πάντων γε πραγμάτων πέρι·) τό δέ δοξάζειν ἔστιν ἐπί πᾶσιν. «(Μια αξιόπιστη γνώση αναφορικά προς όλα τα αντικείμενα που συζητιόνται εδώ, ειδικά όσον αφορά τους θεούς, δεν είναι δυνατή στους ανθρώπους·) αλλά υπάρχουν (έγκυρες) αποδοχές που μπορούν να γίνουν αναφορικά με όλα τα πράγματα»[43] Κατά παρόμοιο τρόπο ο Ξενοφάνης χαρακτηρίζει όσα λέει στο απόσπ. Β35 όχι ως «ψευδαίσθηση» αλλά ως «πιθανά»: ταῦτα δεδοξάσθω μέν ἐοικότα τοῖς ἐτύμοισιν [= «ας γίνουν αυτά τα πράγματα αποδεκτά ως ευλόγως τείνοντα προς όσα είναι αληθή»].

Έτσι λοιπόν πρέπει να ερμηνευτεί το απόσπασμα Β34. Οι παρόμοιες προσθήκες στα παραθέματα του Άρειου Δίδυμου[44] και του Varro[45] παρέχουν μια νύξη για τα ευρύτερα συμφραζόμενα: «αλλά ο θεός έχει μια γνήσια γνώση ακόμα και των υπερβατικοί πραγμάτων». Ότι αυτοί οι στίχοι έστεκαν στην αρχή του βιβλίου[46], είναι σαφές από το περιεχόμενό τους και από το γεγονός ότι το ίδιο προκαταρκτικό ερώτημα εμφανίζεται ξανά και ξανά στην αρχή των διδακτικών βιβλίων. Ο Αλκμαίων ακολουθεί εγγύτατα τον Ξενοφάνη στην πρώτη πρόταση του δικού του βιβλίου:[47]

Περί τῶν ἀφανέων, περί τῶν θνητῶν, σαφήνειαν μέν θεοί ἔχοντι, ὡς δέ ἄνθρώποις τεκμαίρεσθαι.

[«Όσον αφορά τα μη εναργή πράγματα, όσον αφορά τα θνητά πράγματα: οι θεοί βλέπουν με σαφήνεια, αλλά οι άνθρωποι (είναι ικανοί μόνο για να) εικάζουν».].

Η συμφωνία στην έκφραση και στο περιεχόμενο δεν μπορεί να είναι τυχαία· ο Ξενοφάνης, ο εμπειριστής και κριτικός, έχει περιχαρακώσει την έκταση της εμπειρικής επιστήμης, και οι μεταγενέστεροι στοχαστές έμαθαν αυτόν τον διαχωρισμό απ’ αυτόν. Ο συγγραφέας του συγγράμματος Περί ἀρχαίης ἰητρικῆς τον ακολουθεί επίσης στο ξεκίνημα της πραγματείας του:[48]

οὐκ ἠξίουν αὐτήν [scil. ἰητρικήν] ἔγωγε καινῆς ὑποθέσιος δεῖσθαι, ὥσπερ τά ἀφανέα τε καί ἀπορεόμενα, περί ὧν ἀνάγκη, ἤν τις ἐπιχειρῇ τι λέγειν, ὑποθέσει χρῆσθαι, οἷον περί τῶν μετεώρων ἤ τῶν ὑπό γῆν· ἅ εἴ τις λέγοι καί γινώσκοι ὡς ἔχει, οὔτ’ ἄν αὐτῷ τῷ λέγοντι οὔτε τοῖς ἀκούουσι δῆλα ἄν εἴη, εἴτε ἀληθέα ἐστίν εἴτε μή· οὐ γάρ ἔστι, πρός ὅ τι χρή ἀνενέγκαντα εἰδέναι τό σαφές.

[«Σκέφτηκα ότι αυτή (δηλ. η ιατρική) δεν έχει ανάγκη από ένα καινούριο αξίωμα, όπως έχουν τα άλυτα μυστήρια, που απαιτούν κατ’ ανάγκην τη χρήση ενός αξιώματος, αν επιχειρήσει κάποιος να τα συζητήσει, π.χ. τα μυστήρια του ουρανού και των υπόγειων περιοχών. Εάν κάποιος επρόκειτο να εκφράσει τη γνώμη του για την κατάσταση τούτων, δεν θα ήταν σαφής ούτε στον ίδιο τον ομιλούντα ούτε στο ακροατήριο, είτε τα λεγόμενα ήταν αληθινά είτε όχι. Διότι δεν υπάρχει έλεγχος, η εφαρμογή του οποίου θα μπορούσε να επιφέρει σαφή γνώση».] [b]

Με ένα άλλο νόημα απαντούν ο Ηράκλειτος (απόσπ. Β1) και ο Εμπεδοκλής (απόσπ. Β2 και Β4)[49] στο ίδιο ερώτημα σε παρόμοια σημεία των δικών τους βιβλίων και αυτοί ξεκινούν από την οξεία διάκριση ανάμεσα στο εμπειρικό και στο υπερεμπειρικό.

Τώρα είμαστε σε θέση να συλλάβουμε με σαφήνεια την κριτική-γνωσιολογική άποψη του Ξενοφάνη, και να συσχετίσουμε τη θέση του πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα με την υπόλοιπη φιλοσοφία του, δηλαδή με τη διδασκαλία του περί θεού.

Ο Ξενοφάνης χαρακτηρίζει βέβαιη και εξαντλητική (σαφές) μόνο τη γνώση που είναι εμπειρικά θεμελιωμένη. Θεωρεί μόνο την ὄψιν και την ἱστορίην (για να χρησιμοποιήσουμε τις εκφράσεις του Ηροδότου)[50] ως αξιόπιστες. Αντίθετα η γνώμη δεν οδηγεί κατά την άποψή του σε γνήσια βεβαιότητα. Εντούτοις έκαμε και αυτής εντελώς ενεργητική χρήση. Παραδείγματος χάριν η εμπειρία ότι κάθε ανθρώπινη φυλή διαμορφώνει τους θεούς της καθ’ ομοίωσίν της, έγινε γι’ αυτόν αποδεικτικό στοιχείο του ότι ο θεός δεν μοιάζει διόλου με άνθρωπο, από καμιά άποψη. Ακόμα και τα ζώα, εάν είχαν τα αναγκαία όργανα, θα διαμόρφωναν και θα ζωγράφιζαν ζωόμορφους θεούς. Κι έτσι όλα τα πολλαπλούς αντιφατικά κατηγορήματα της θεότητας, τα οποία κατάγονται από τον εδώ κόσμο, αλληλοαναιρούνται. Έτσι ο ακραίος εμπειρισμός γίνεται για τον Ξενοφάνη ένας βατήρας προς τη γνώση του υπερβατικού κατά την ιδιαιτερότητά του. Το απόλυτο δεν ανέχεται ανθρώπινους τρόπους παράστασης, ακριβώς διότι με τη βοήθειά τους συλλαμβάνεται ό, τι είναι γήινο. Ο Ξενοφάνης διαχωρίζει αυτές τις δύο περιοχές μεταξύ τους καθαρά και θεμελιακά. Απογυμνώνει τα ορατά ουρά­νια φαινόμενα από κάθε θεϊκότητα, και μάλιστα αφαιρεί απ’ αυτά τα φαινόμενα την αξιοπρέπεια και τη μονιμότητά τους καθώς και την ουράνια προέλευσή τους, όπως αφετέρου αρνείται να αναγνωρίσει στον θεό του κάθε δυνατότητα σύγκρισης με γήινα σώματα[51]. Αρνείται επίσης ότι η θεότητα μιλά στους ανθρώπους με σημάδια και χρησμούς (απόσπ. Α52). Έτσι κατέστησε το χάσμα ανάμεσα στα εδώθε και στα εκείθεν αγεφύρωτο[52].

Όλα αυτά μπορούν να κατανοηθούν κάλλιστα ως προστάδιο της διδασκαλίας του Παρμενίδη, της διδασκαλίας περί δύο διαφορετικών κόσμων με δύο διαφορετικές γνωσιολογικές και οντολογικές αρχές. Αλλά ο Ξενοφάνης στέκεται σταθερά και σίγουρα μέσα στον εμπειρισμό του, λυπούμενος για το γεγονός ότι δεν μπορούμε να δούμε τον υπεραισθητό κόσμο και μπορούμε μόνο να ριψοκινδυνεύσουμε μέσα σ’ εκείνο τον κόσμο με εικασίες. Αντίθετα ο Παρμενίδης ξεκινά αντίστροφα, από τη βεβαιότητα του απόλυτου Είναι. Από εκείνη την πλεονεκτική θέση αποκαλύπτει κι ερμηνεύει τον εδώ κόσμο ως πλανερό κι επιφανειακό. Και αυτός μιλά για έγκυρη γνώμη (δοκοῦντα, δοκίμως, απόσπ. Β1, 31-32)· αλλ’ αυτή εξουσιάζει τον εμπειρικό κόσμο και μόνο αυτόν. Η εγκυρότητά της είναι περιορισμένη· με αυστηρό νόημα η γνώμη είναι λοιπόν ψευδής. Εντούτοις η γνώμη παρέχει μια αναγκαία φανέρωση του εδώ κόσμου, ο οποίος δα κατέχει μόνο μια περιορισμένη πραγματικότητα. Όπως ακριβώς η πλήρης αλήθεια και το πλήρες Είναι είναι μεταξύ τους αδιάλυτα συνδεδεμένα, έτσι και η μισή αλήθεια και το μισό Είναι είναι μεταξύ τους συνδυασμένα μέσα στην αυστηρή αυτονομία αυτού που είναι δόκιμον. Καθώς ο Ξενοφάνης διαχώριζε τις δύο περιοχές, πίσω κι επάνω απ’ αυτόν τον σταθερά και σίγουρα πιστευόμενο, αυτόν τον στενό, ακατέργαστα μηχανικό κόσμο του γίγνεσθαι (απόσπ. Β29) και του παρέρχεσθαι διαισθάνθηκε έναν ευρύτερο και ανώτερο κόσμο, ο οποίος μαζί με το εμμενές περιελάμβανε και το υπερβατικό. Αντίθετα ο Παρμενίδης καταδίκασε τον κόσμο μας ως μειονεκτικότερο και κατώτερο, ως κόσμο που δεν μπορεί να υφίσταται ενόψει του απολύτου.
------------------------
[1] Όπως δείχνουν τα συμφραζόμενα, η σοφίη στο απόσπ. Β2.12 δεν σημαίνει την παρατηρητική κι ερμηνευτική σοφία του φιλοσόφου (η λέξη παίρνει αυτό το νόημα πολύ αργότερα), ή τις τέχνες του διαλεκτικά στοχαζόμενου, αλλά μάλλον εκείνη την ευφυΐα του απροκατάληπτου πρακτικού ανθρώπου, η οποία υποβοηθά το κράτος στην τάση προς εὐνομίην και ὄλβον.

[2] Αυτή είναι περίπου η διατύπωση του ίδιου του Ξενοφάνη (απόσπ. Β28).

[3] Δες απόσπ. Β30. Η μαρτυρία του Αέτιου (απόσπ. Α46), την οποία αυτός προσπαθεί να επικυρώσει παραθέτοντας το απόσπ. Β30, αναιρείται από το ίδιο τούτο απόσπασμα. Είναι ασφαλώς ορθό ότι ο Ξενοφάνης εξέλαβε τα μετεωρολογικά Φαινόμενα ως αποτελέσματα της ηλιακής θερμότητας (αποσπ. Α1· 19)· αλλ’ αυτός δεν δίνει έμφαση στον ήλιο ως υποτιθέμενη Αρκτικήν αιτίαν (ο ίδιος δα ο ήλιος είναι μόνο ένα προϊόν της θάλασσας), αλλά μάλλον στη θάλασσα ως πηγήν.

[4] Πάνω σ’ αυτό δες Hermann Diels, «Lukrezstudien. II. III», Sitzungsberichte der Preussischen Akademie der Wissenschaften zu Berlin, Jahrgang 1920, 2-18.

[5] Άραγε προέρχεται από τον Ξενοφάνη η θεωρία, που αξιοποιήθηκε από τον Ηρόδοτο (II, 24) και αναφέρεται από τον Λουκρήτιο (V, 637), σύμφωνα με την οποία η παρέκκλιση της τροχιάς των ουράνιων σωμάτων με την αλλαγή των εποχών προκαλείται από τους εποχιακά επικρατούντες ανέμους; Αυτή η θεωρία μπορούσε να έχει φθάσει στον Λουκρήτιο κατά τον ίδιο τρόπο, όπως εκείνη που αφορά την καθημερινή διαμόρφωση του ήλιου (δες την προηγούμενη υποσημείωση). Ο Λουκρήτιος επικαλείται την αναλογία των νεφών: Το ίδιο πρέπει τάχα να ισχύει για τον ήλιο και για όλα τα αστέρια. Σύμφωνα με τον Ξενοφάνη τα αστέρια είναι δα σύννεφα. Το ότι η καθημερινή τροχιά του ήλιου είναι ευθύγραμμη και μόνο κατ’ επίφαση κυρτή (απόσπ. A41a), συμπεραίνεται βέβαια από την αναλογία προς τις τροχιές των νεφών (Eduard Zeller, Die Philosophie der Griechen, I. Teil. Halite, 6η έκδ., εκδόθηκε από τον W. Nestle, Leipzig 1919, σελ. 668-69). —Πάνω στο ερώτη­μα της προέλευσης της θεωρίας του Ηροδότου σχετικά με τις πλημμύρες του Νείλου, δες W. Theiler, Zur Geschichte der teleologischen Naturbetrachtung bis auf Aristoteles, Basel 1925, σελ. 7.

[6] Πάνω σ’ αυτή την ερμηνεία της Ξενοφάνειας θεωρίας της φύσης, δες Karl Reinhardt, Parmenides und die Geschichte der griechischen Philosophie, Bonn 1916, σελ. 144-50.

[7] Δες Diels, όπ.π., και «IJber Xenophanes», Archiv fiir Geschichte der Philnxnrthie 10 Cl897V 530-35.

[8] Απόσπ. Α42, έως τώρα ασυνήθιστα παρερμηνευμένο, π.χ. από τον Burnet. ECP, 2η έκδ., London 1908, σελ. 135, σημ. 4 [αλλά δες την 4η έκδ., London 1930, σελ. 123, σημ. 4 — Σ.τ.Επ.], και από τους Zeller-Nestle. σελ. 667, σημ. 2. Ο όρος παρέλκειν είναι η διατύπωση του σχολιαστή· κατά την εποχή του Αέτιου η λέξη έχει κανονικά αυτή τη σημασία, και τα συμφραζόμενα απαιτούν ακριβό'); αυτό το νόημα.

[9] Χρηστόν (από το χρῆσθαι)· 2, 19 κ.ε.· 3, 1 ἀνωφελέας (δες Wuf, σελ. 179).

[10] Απόοπ. Β18, με μια σαρκαστική νύξη κατά της παραδοσιακής έννοιας της κουλτούρας ως θεϊκής δωρεάς. Σχετικά με το υπέδειξαν, δες Ηροδότου I, 32, 9: ὑποδέξας ὄλβον ὁ θεός.

[11] Δες Κ. Ziegler στον τόμο: Satura Viadrina altera: Festschrift zum 50 - jahrigen Bestehen des philologischen Vereins zu Breslau, Breslau 1921, σελ. 110-15.

[12] Η μονοθεϊστική ιδέα είναι ζωντανή κατά πολλούς τρόπους στην πρώιμη Ελλάδα, από τον Όμηρο κι εξής- αλλά συνήθως συνυπάρχει φιλικά με τον πολυθεϊσμό. Μόνο με τον Ξενοφάνη θριαμβεύει ο Ένας θεός, ως εχθρός και νικητής, πάνω στο πλήθος των πολλών ατομικών μορφών.

[13] Το απόσπ. Β17 πρέπει βέβαια επίσης να ερμηνευθεί ως ειρωνεία, πράγμα που δεν προκύπτει από τη μετάφραση του Diels («πευκοκλωνάρια» [Fichtenmaien]). Ο Ξενοφάνης αδράχνει την πιο χαμηλή μορφή λαϊκής πίστης, για να περιπαίξει όσο το δυνατό πιο αποτελεσματικά - ο εμπαιγμός αφορά την πίστη ότι τα ίδια τα κλαδιά των πεύκων είναι βάκχοι. Με αυτό τον τρόπο μάς προμήθευσε μια ενδιαφέρουσα εθνολογική μαρτυρία, με τη μεσολάβηση των λεξικογράφων που επισήμαναν το σχόλιο και το κατοχύρωσαν με τον στίχο του.

[14] Απόσπ. Β1 (χοή, στ. 13· προχειρότερον, σι. 16)· 22 (χρή, σι. 1).

[15] Η ένθερμη προσπάθεια του Reinhardt (Parmenides une die Geschichte..., σελ. 151-52) να προσαρμόσει στη συνολική εικόνα του Ξενοφάνη την ερμηνεία που έδωσε ο Diels στο επονομαζόμενο “σκεπτικιστικό” απόσπασμα, δείχνει την ανυπέρβλητη δυσκολία αυτού του ζητήματος. Η “έντονη προτίμηση του Ξενοφάνη για την πραγματικότητα από κάθε άποψη: εμπειρία, ενάργεια, λεπτομέρεια, λογικότητα, σκοπιμότητα” (σελ. 144) δεν μπορεί να συνδυαστεί με ένα “τρυφερό σκεπτικισμό”, εξαιτίας του οποίου “ο άνθρωπος μπορεί πάντα να συμβουλεύει και να εκφέρει μια γνώμη”.

a [a. Ο Frankel παραπέμπει εδώ στις πρώτες τέσσερις εκδόσεις των Fragmente der Vorsokratiker. Στις εκδόσεις που αναθεωρήθηκαν από τον Walther Kranz, 5η και επόμενες (εδώ συντομογραφικά DK), το κείμενο και η μετάφραση των στίχων, που παρατίθενται εδώ από τον Frankel, έχουν αναθεωρηθεί].

[16] Με τις ητακιστικές παραλλαγές οἶδεν και εἶδεν. Η πρώτη από τις δυο θα ήταν επικίνδυνη, εάν δεν γινόταν ανώδυνη εξαιτίας της μετρικής φόρμας του κειμένου.

[17] Σε παρόμοια χαρακτηριστικά παραπέμπει ο Wolfgang Krause, “Die Entwicklung einer alten elliptischen Konstruktion in den indogermanischen Sprachen”, Zeitschrift fur vergleichende Sprachforschung 52 (1924), 246. Δες επίσης Frankel, Wuf, σελ. 47, σημ. 1. (Μια πληρέστερη έρευνα θα ήταν επιθυμητή). Γι’ αυτό τον λόγο, στην περίπτωση του αποσπ. 1 του Ξενοφάνη δεν μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε τον Karsten, ο οποίος χρησιμοποιεί τη διόρθωση (που επέφερε ο G. Hermann) ἀγαθόν στον στ. 1, για να εξαρτήσει ολόκληρη την τετράστιχη περίοδο από αυτή την τελευταία της λέξη.

[18] Ενδεχομένως τα προηγούμενα συμφραζόμενα έδιναν ήδη στο σαφές μια συγκεκριμένη αναφορά κι ένα περιεχόμενο, το οποίο κατόπιν ξαναπεριγράφεται με το ἀμφί θεῶν κτλ.

[19] Δεν χρειάζεται να εισδύσω περισσότερο σ’ αυτό το θέμα, αφού ο Bruno Snell στο: Die Ausdriicke fur den Begriff des Wissens in der vorplatonischen Philosophic, Philologische Untersuchungen 29, Berlin 1924, σελ. 25, ενσωμάτωσε στην αντίστοιχη συζήτηση την ερμηνεία που έδωσα σ’ αυτό το απόσπασμα.

[20] Στα γοτθικά η λέξη witwops, η οποία αντιστοιχεί συλλαβή προς συλλαβή με το εἰδώς, σημαίνει «μάρτυρας» (σύγκρινε στ’ αγγλικά: witness). Από την ελληνική γραμματεία πρέπει να παραπέμψουμε προπάντων στην 7λιάόα Β 485-6, όπου μια γνώση αποκτώμενη από κοινοποίηση ενός άλλου χαρακτηρίζεται ρητά ως μη-εἰδέναι· μόνο μέσω του παρεῖναι φθάνει κανείς στο εἰδέναι. Σχετικά με το οΐόα ως «είμαι μάρτυρας» και τα αντίστοιχα παράγωγα (συμπεριλαμβανομένης της ιστορίας) από την αρχαιότερη και στενότερη σημασία του οἶδα, δες τη μελέτη του Snell που αναφέρεται στην προηγούμενη υποσημείωση.

[21] Ο στενός δεσμός ανάμεσα στα δύο χωρία καθιστά αναμφίβολο όχι ο Πλάτων έχει κατά νου το χωρίο μας, μολονότι δεν θέτει το ερώτημά του ως παράθεμα και μολονότι αυτό το ερώτημα νοείται κάπως διαφορετικά.

[22] Ο Πλάτων λύνει την ἀπορίαν υποθέτοντας ένα «βλέπειν» - σύγκρινε το ἴδεν του Ξενοφάνη - που προηγείται της τωρινής ζωής (81c).

[23] Όπως ο Σέξτος (7, 52) το πραγματεύεται λεπτομερειακά: «Φαντάσου ένα σκοτεινό κτίριο που κρύβει πολλούς θησαυρούς, και μέσα σ’ αυτό ανθρώπους που ψάχνουν για χρυσάφι. Θα συμβεί το εξής: καθένας απ’ αυτούς θα αρπάζει τα αντικείμενα που βρίσκονται μέσα στο κτίριο, και θα πιστεύει ότι αυτός κρατά στα χέρια το χρυσάφι. Αλλά κανένας απ’ αυτούς δεν θα είναι βέβαιος ότι βρήκε το χρυσάφι, ακόμα και αν κατά τύχη το βρήκε πράγματι. Έτσι και το στίφος των φιλοσόφων ήρθε σ’ αυτό τον κόσμο σαν μέσα σ’ ένα μεγάλο σπίτι, για να βρει την αλήθεια, και όποιος την συνέλαβε, θα δυσπιστεί για την επιτυχία του».

[24] Δες Ηροδότου III, 98, 2: τῶν γάρ ἡμεῖς ἴδμεν, ταῶν καί πέρι ἀτρεκές τι λέγεται· III, 115: ἔχω οὐκ ἀτρεκέως λέγειν, οὔτε γάρ ἔγωγε ἐνδέκομαι κτλ. Οὔτε . . . οἶδα . . . τοῦτο δέ οὐδενός αὐτόπτεω γενομένου οὐ δύναμαι ἀκοῦσαι IV, 16, 1: οὐδείς οἶδε ἀτρεκέως . . . οὐδενός γάρ δή αὐτόπτεω εἰδέναι φαμένου δύναμαι πυθέσθαι.

[25] Για το αὐτός (ή ἐγώ) οἶδα, «γνωρίζω από (δική μου ή αξιόπιστα διαβιβασμένη σ’ εμένα) μαρτυρία», δες περαιτέρω π.χ. Όδυσσ. α 216-7: ἐγώ γε οὐκ οἶδα, οὐ γάρ πώ τις ἑόν γόνον αὐτός ἀνέγνω· Ηροδότου II, 23· Θρασύμαχο, DK 85 Β1 στο τέλος: ὁπόσα μέν οὖν ἐπέκεινα τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστίν κτλ. . . . ὁπόσα δέ αὐτοί ἐπεῖδον οἱ πρεσβύτεροι, ταῦτα δέ παρά τῶν εἰδότων πυνθάνεσθαι.

[26] Το πώς πρέπει να κατανοηθεί η λέξη στην Ἰλιάδα Ξ 196 (= Ίλιάδος Σ 427, Όδυσσ. ε 90), παραμένει αβέβαιο· ίσως «πραγματικό» σε αντίθεση προς το «φανταστικό/αδύνατο».

[27] Φαίνεται ότι ο Πίνδαρος εννοεί το αντίθετο του τετελεσμένον εἰπεῖν, όταν στους Όλυμπ. 2, 86-87 μιλά για το ἄκραντα γαρύ(ειν) των ατάλαντων ποιητών, σε αντίθεση προς τον εαυτό του, ο οποίος είναι πολλά εἰδώς φυᾷ.

[28] Παραδείγματος χάριν (Ἰλιάδ. ΙΙ 609, Ο 581).

[29] Το ότι τύχη σημαίνει «επιτυγχάνειν» έχει τονισθεί επανειλημμένα από τον Wilamowitz.

[30] Δες περαιτέρω στον Αισχύλο, ’Αγαμέμνων 1233, Χοηφόροι 418.

[31] Σύγκρινε το μᾶλλον βούλεσθαι· το διορθωτικό μᾶλλον· μάλιστα = «πολύ σωστά, μάλιστα»· εκατόν μάλιστα = «ο αριθμός 100 εγγίζει πλησιέστατα το σωστό, περίπου 100».

[32] Είναι όμως επίσης δυνατό, όπως στον Πλάτωνα να συνδεθεί η έκφραση τά μάλιστα με το εἰ καί: «μολονότι εντελώς, έστω και αν τόσο πολύ». Η διαφορά δεν είναι μεγάλη.

[33] Όπως συνηθίζεται στον αρχαϊκό λόγο, τούτο παραμένει άρρητο (δες Wuf, σελ. 63, σημ. 2).

[34] Το τετελεσμένον δεν συμβιβάζεται με την προσθήκη, όπως θα έκανε τό ὄν (εἰπών).

[35] Η λέξη σαφές ενώνει την έννοια της πληρότητας ώς τις λεπτομέρειες, με την έννοια της αξιόπιστης, πιστής και ανόθευτης σύλληψης (σύγκρ. π.χ. Πλάτωνος Πολιτεία 478c) και την απόδοση του αντικειμένου.

[36] Η λέξη «άνθρωπος» [= ἀνήρ\ είναι τονισμένη, όπως τονίζεται και το θνητοῖσι στο απόσπ. Β36. Ο Ξενοφάνης μιλά για τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας.

[37] Με τη λέξη εἰδώς νοείται εδώ μια γνήσια γνώση βασισμένη σε εμπειρικές παρατηρήσεις.

[38] Είναι επίσης δυνατό να συνταχθεί αλλιώς το τέλος της πρότασης: «όπως και (αναφορικά) προς όσα ισχυρίζομαι για όλα τα πράγματα». Οπωσδήποτε όμως οι προηγούμενες λέξεις ἀμφί θεῶν τε καί δείχνουν ότι το νόημα δεν μπορεί να είναι: «όλα όσα ισχυρίζομαι είναι μη διαπιστώσιμα» = «τίποτε απ’ αυτά δεν είναι διαπιστώσιμο», αλλά μάλλον: «δεν είναι όλα διαπιστώσιμα». Διότι ο υπεραισθητός κόσμος των θεών, σε σχέση προς τον οποίο ένας απλός άνθρωπος δεν μπορεί να διατυπώσει ισχυρισμούς αξιόπιστους (δηλ. βασισμένους σε αισθητηριακές αντιλήψεις), δεν μπορεί - ενόψει της μη δυνατότητας για έρευνα - να εξομοιωθεί με όλα τα άλλα πράγματα, αλλά μόνο με πολλά άλλα πράγματα.

[39] Δες Zeller-Nestle, σελ. 672, σημ. 5, για τις μαρτυρίες· επιπλέον DK 21 Α35: ἠπορηκότα περί πάντων.

[40] Και ως σχόλιο στο: Καλλιμάχου απόσπ. 224 (Pfeiffer) τῷ γ’ ἐμῷ δόκῳ, εξη­γούμενη ως δόκησις και ὑπόληψις (δηλ. «κατά τη γνώμη μου»),

[41] Η έννοια του «ελέγχου» σ' αυτή τη συνάφεια πρωτοεγείρεται με το παραγωγό δοκιμάζειν: «διαπιστώνω την αποδεκτότητα, υπόκειμαι σε μια διαδικασία έγκρισης». Έτσι, αν εκληφθεί αυστηρά, το δοκίμως στο απόσπ. Β1.32 του Παρμενίδη δεν μπορεί να μεταφρασθεί «δοκιμασμένα».

[42] Θα περιμέναμε κάποιο δέγμα - και ίσως δόγμα με εξομοίωση προς τις άλλες λέξεις;

[43] Και ο Burnet εκλαμβάνει το ημιστίχιο όχι ως έκφραση παραίτησης ή απελπισίας, αλλά ελπίδας και περιορισμένης εμπιστοσύνης: «αλλά όλοι είναι ελεύθεροι να εικάζουν». Ελάχιστα συγκρίσιμη είναι η πλατωνική ορθή δόξα σε αντιπαράθεση προς την επιστήμην.

[44] Στον Στοβαίο II, 1, 17: ὡς ἄρα θεός μέν οἶδε τήν ἀλήθειαν, δόκος δ’ ἐπί πᾶσι τέτυκται.

[45] Στον Αυγουστίνο, De civit. dei 7,17: Hominis est enim haec opinari, Dei scire.

[46] Δες Reinhardt, Parmenides..., σελ. 118, ο οποίος αναφέρει και τον Αλκμαίωνα.

[47] DK 28 B1.

[48] Ο καθηγητής Pohlenz μού επέστησε ευγενέστατα την προσοχή σ’ αυτό το χωρίο.

b [b. Ιπποκράτης (εκδ. από τον Heiberg) I, σελ. 36, 15 κ.ε. (= W.H.S. Jones, Philosophy and Medicine in Ancient Greece, Bulletin of the History of Medicine, Supplement No. 8, Baltimore 1946, σελ. 50). Διαβάζω καινής (όπως ο Frankel) και όχι κενής- κατά τα λοιπά η μετάφραση συμπίπτει με αυτήν του Jones, σελ. 65.]

[49] Σχετικά με την άθραυστη συνέχεια των αποσπ. Β2 και Β4, σύγκρ. Hermann Frankel, “Homerische W5rter”, ΑΝΤΙΔΩΡΟΝ: Festschrift fur Jacob Wackernagel, Gottingen 1923, σελ. 276 κ.ε. - O Varro παραθέτει επίσης την επιφύλαξη του Ξενοφάνη στην αρχή του τρίτου βιβλίου του σχετικά με τους θεούς - ακριβώς εκείνου του βιβλίου, στο οποίο αυτός δεν μιλά πια για την υπαρκτή σ’ αυτόν πίστη και τη θρησκεία, αλλά επιχειρεί μια φιλοσοφική επανερμηνεία.

[50] Οι δύο χρησιμοποιούνται μαζί στο II, 99, 1.

[51] Αυτή είναι, βέβαια, μια μάλλον σύγχρονη διατύπωση. Ο ίδιος ο Ξενοφάνης αρκείται στο ν’ αρνηθεί ότι ο θεός διαθέτει σημαντικές ιδιότητες των σωματικών όντων (τη σύνθεση από ειδικά διαφοροποιημένα όργανα, τη μετακίνηση), και αντ’ αυτών του αποδίδει κάποιες καθολικές ιδιότητες και μια καθαρά πνευματική δραστηριότητα.

[52] Δες Reinhardt, Parmenides..., σελ. 116-18.

Βυζάντιο: Μια πολιτεία ευνούχων και πολεμόχαρων

Για περισσότερα από χίλια χρόνια (330-1453 μ.Χ.), η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία που ξεπήδησε εκχριστιανισμένη από τις στάχτες της μεγάλης Ρώμης βασίλεψε στη λεκάνη της Μεσογείου ως Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βυζάντιο).

Παντοδύναμη και ανηλεής, η βυζαντινή αυλή μετατράπηκε σύντομα σε πεδίο ίντριγκας και πλεκτάνης, ένας σωστός παιχνιδότοπος για τους αριβίστες και τους τυχοδιώκτες.

Κανείς δεν ήταν πια ασφαλής και κανένας δεν ήταν άνθρωπος εμπιστοσύνης μέσα στην ασίγαστη και αγωνιώδη προσπάθεια για την επιβίωση της αυτοκρατορίας. Ακόμα πιο επικίνδυνα ήταν τα πράγματα για τους ηγεμόνες, αφού αν δεν υπήρχε η εξίσου ραδιούργα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το Βυζάντιο θα κρατούσε τα σκήπτρα στις πολιτικές δολοφονίες!

Από τους 88 εξάλλου αυτοκράτορες που βασίλευσαν στην Κωνσταντινούπολη από το 330-1453 μ.Χ., μόλις οι μισοί πέθαναν από φυσικά αίτια και σε αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονται καν όσοι δεν άσκησαν ποτέ την εξουσία ή λειτούργησαν ως συμβασιλείς και συναυτοκράτορες! Οι υπόλοιποι δολοφονήθηκαν από στάσεις ή συνωμοσίες, εκθρονίστηκαν, ακρωτηριάστηκαν και βασανίστηκαν ή πέθαναν ως παράπλευρες απώλειες των βασάνων τους.

ΔΕΣ: ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ!

Πέντε, για παράδειγμα, πέθαναν μετά το μαρτύριο της τύφλωσης, ενώ πολλοί υποχρεώθηκαν να κλειστούν σε μοναστήρι. Και πάλι δεν προσμετράμε στους ατυχήσαντες αυτοκράτορες τους διαδόχους που ευνουχίστηκαν ή ακρωτηριάστηκαν για να μην ανέβουν στον θρόνο. Αν τα βάλουμε όλα μαζί, η αυτοκρατορική καταγωγή ισοδυναμούσε με θανατική καταδίκη στο ιντριγκαδόρικο Βυζάντιο και μάλιστα λόγω των εσωτερικών δυναμικών.

Μόνο πέντε αυτοκράτορες έπεσαν στο πεδίο της μάχης από τον εξωτερικό εχθρό…

Πολιτικές δολοφονίες με το τσουβάλι

Οι Βυζαντινοί πίστευαν ακράδαντα ότι ένας αντιδημοφιλής και δεσποτικός ηγέτης θα μπορούσε κάλλιστα να αντικατασταθεί από κάποιον πιο φωτισμένο. Κι έτσι ένας καλός αριθμός αυτοκρατόρων συνάντησαν βίαιο θάνατο, αποτέλεσμα τόσων και τόσων συνωμοσιών.

Ο Κώνστας Β’, για παράδειγμα, δολοφονήθηκε στο λουτρό του στις Συρακούσες την ώρα που απολάμβανε το μπανάκι του. Ο δολοφόνος του, Μιζίζιος, αυτοανακηρύχθηκε αυτοκράτορας. Αλλά και ο Μιχαήλ Γ’ ο Μέθυσος δεν είχε καλύτερη τύχη, χάνοντας τα δυο του χέρια στην πρώτη απόπειρα κατά της ζωής του και πέφτοντας τελικά νεκρός στη δεύτερη.

Άλλη μοίρα είχε ο Νικηφόρος Φωκάς, που έπεσε νεκρός στην αυτοκρατορική κάμαρα από τη συνωμοσία της συζύγου του με τον ανιψιό του Ιωάννη Τσιμισκή; Η αυτοκράτειρα Θεοφανώ έντυσε γυναίκες τους δολοφόνους και τους έμπασε στα δικά της διαμερίσματα, όπου δεν θα έψαχναν οι φρουροί του άντρα της, που κάτι είχε καταλάβει για το σχέδιο που εξυφαινόταν εναντίον του. Ο ταξίαρχος Λέων Βαλάντης του κατάφερε χτύπημα στο πρόσωπο με το ξίφος του και τον άφησε να επικαλείται την Παναγία την ώρα που ξεψυχούσε.

Όσο για τον Λέοντα Ε’ τον Αρμένιο, που κυβέρνησε από το 813-820, αυτός έφυγε με στιλ. Αφού γλίτωσε τη ζωή του από το πρώτο δολοφονικό πλάνο εναντίον του, με πρωτεργάτη τον συναγωνιστή του Μιχαήλ, έπεσε στην παγίδα παραμονή Χριστουγέννων του 820, όταν οι συνωμότες μεταμφιέστηκαν σε μοναχούς και τον βρήκαν στο αυτοκρατορικό παρεκκλήσι να προσεύχεται. Ο Λέων αμύνθηκε με έναν μεγάλο βαρύ σταυρό και απέκρουσε πολλές επιθέσεις, στο τέλος όμως νικήθηκε από τον μεγάλο αριθμό των δολοφόνων…

Ακρωτηριασμοί και ευνουχισμοί

Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν κάθε παραμόρφωση ή γενετική ανωμαλία αποτρεπτική για τη θέση του αυτοκράτορα, κι αυτό ακριβώς σφράγισε τις ζωές τόσων και τόσων διαδόχων. Ηγεμόνες και δελφίνοι του θρόνου ακρωτηρίαζαν, ευνούχιζαν και παραμόρφωναν με κάθε δυνατό τρόπο τους αντίζηλους διεκδικητές αντί να τους θανατώνουν. Η τύφλωση παραήταν δημοφιλής, όπως ήταν και η αφαίρεση μυτών και γλωσσών. Στα όψιμα χρόνια της αυτοκρατορίας, ο ευνουχισμός έγινε ο Νο 1 τρόπος να απαλλάσσεται ο αυτοκράτορας από τα κοράκια του στέμματός του.

Ο Ιωάννης Δ’ Λάσκαρης, για παράδειγμα, έζησε τυφλός σαράντα ολόκληρα χρόνια, όταν ο Μιχαήλ Η’ τύφλωσε το 11χρονο παιδί για να μην απειλήσει τη δυναστεία των Παλαιολόγων. Αλλά και η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία δεν τύφλωσε τον ίδιο της τον γιο στο δωμάτιο που του είχε δώσει τη ζωή; Ήταν τον Ιούλιο του 796 όταν η βασιλομήτωρ συνέλαβε τον Κωνσταντίνο ΣΤ’ και τον φυλάκισε στην ανακτορική Αίθουσα της Πορφύρας, το δωμάτιο όπου γεννήθηκε άλλος ένας Πορφυρογέννητος. Η Ειρήνη διέταξε να τον τυφλώσουν και η εντολή εκτελέστηκε με τέτοια σφοδρότητα που ο Κωνσταντίνος πέθανε από αιμορραγία λίγες μέρες αργότερα, ανοίγοντας τον πολυπόθητο δρόμο για τη βασιλομήτωρ να γίνει αυτοκράτειρα.

Υπήρξαν ωστόσο και τρόποι να επιστρέψεις στην εξουσία παρά τον ακρωτηριασμό σου. Ο Βασίλειος Λεκαπηνός ευνουχίστηκε για να μην είναι σε θέση να ανταγωνιστεί τους νόμιμους κληρονόμους του θρόνου, αν και αυτός επανήλθε διατηρώντας υψηλόβαθμα αξιώματα αλλά και την πραγματική εξουσία τελικά μέσω μιας σειράς αυτοκρατόρων-μαριονέτες. Ο Νικηφόρος Φωκάς έφτιαξε έναν νέο τίτλο για χάρη του (πρόεδρος της Συγκλήτου), κάνοντάς τον δεξί του χέρι. Ο Λεκαπηνός του αντιγύρισε τη χάρη κάνοντας τα στραβά μάτια στη δολοφονία του και διατηρώντας έτσι τα αξιώματά του και στη διάδοχη κατάσταση. Αργότερα θα γίνει κηδεμόνας των δύο ανήλικων δελφίνων, Βασιλείου Β’ και Κωνσταντίνου Η’, αν και η συνωμοτική μοίρα που χάραξε θα τον προλάβαινε τελικά.

Δεν ήταν φυσικά η πρώτη φορά που ευνούχος διαδραμάτισε κεφαλαιώδη ρόλο στην ιστορία του Βυζαντίου. Ευνούχοι ήταν εξάλλου από αυλικοί και ιερείς μέχρι στρατηγοί και πατριάρχες! Ο Πέτρος Φωκάς, που έγινε δημοφιλής όταν νίκησε πολέμαρχο της Σκυθίας σε σώμα με σώμα μονομαχία, ευνούχος δεν ήταν;

Οι ευνούχοι έμοιαζαν ακίνδυνοι επειδή δεν είχαν παιδιά να κληρονομήσουν τα αξιώματά τους, αν και κάποιοι από αυτούς πρωτοστάτησαν σε δολοφονικές πλεκτάνες και ανείπωτες συνωμοσίες. Μεγάλο όνομα εδώ ήταν ο παντοδύναμος μηχανορράφος Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος, ο οποίος μεθόδευσε την άνοδο στον θρόνο του αδερφού του Μιχαήλ Δ’, αν και διατήρησε εκείνος την πραγματική εξουσία. Ευνοούμενος του Ρωμανού Γ’, πάντρεψε τη χήρα αυτοκράτειρα με τον αδερφό του, διόρισε φίλους και συγγενείς σε ανώτατα κρατικά αξιώματα και όταν πέθανε ο Μιχαήλ Δ’ το 1041, έπεισε την αυτοκράτειρα Ζωή να υιοθετήσει τον ανιψιό του, Μιχαήλ Ε’ Καλαφάτη, και να τον ανακηρύξει αυτοκράτορα. Ο νέος αυτοκράτορας, νευρικός για την παντοδυναμία του θείου του, τον εξόρισε στη Λέσβο και ευνούχισε όλους τους άρρενες συγγενείς του.

Η πλάκα εδώ είναι ότι ο ευνουχισμός απαγορευόταν επισήμως στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία! Παρά το γεγονός δηλαδή ότι όπως ακριβώς και με τα παιδιά του Μιχαήλ Α’, οι τέσσερις γιοί του Λέοντα Ε’- μεταξύ αυτών και ο πρώην συναυτοκράτορας Συμβάτιος- ευνουχίστηκαν για να μην μπορέσουν να διεκδικήσουν μελλοντικά τον θρόνο. Οι Βυζαντινοί βρήκαν τελικά τη λύση: αιχμαλώτιζαν νεαρά αγόρια εκτός αυτοκρατορίας, τα οποία ευνούχιζαν πριν περάσουν τα σύνορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Αν και συχνά πυκνά φτωχοί και εξαθλιωμένοι Βυζαντινοί ευνούχιζαν μόνοι τα παιδιά τους μπας και καταφέρουν να αποκτήσουν πρόσβαση σε αξιοπρεπή εργασία μέσα στο παλάτι. Η εμπλοκή των Βυζαντινών με τον ευνουχισμό θα έκανε μερίδα ιστορικών να αποκαλέσουν την αυτοκρατορία «παράδεισο των ευνούχων». Και άδικο δεν έχουν προφανώς, καθώς πάμπολλοι αυτοκράτορες ήταν πιόνια στα χέρια ευνούχων.

Ο Κωνστάντιος Β’ αναφέρεται ως έρμαιο του Ευσέβιου, ο Αρκάδιος ήταν μαριονέτα του Ευτρόπιου, ο Θεοδόσιος Β’ αγόταν και φερόταν από τον Χρυσάφιο, ο Ιουστινιανός Α’ είχε στρατηγό και στρατιωτικό σύμβουλο τον αρμένιο ευνούχο Ναρσή (Καμσαρακάν), ο Κώνστας Β’ άκουγε ευλαβικά τον Ευσέβιο, η Ειρήνη η Αθηναία είχε συμβούλους τους Σταυράκιο και Αέτιο, ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός τον Σαμονά και ο Ρωμανός Β’ τον Ιωσήφ Βριγγά, την ίδια ώρα που ευνούχοι όπως ο Βασίλειος Λεκαπηνός και ο Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος έδιναν και έλυναν ανεξαρτήτως αυτοκράτορα!

Ταυτοχρόνως, μια καλή αναλογία από τους πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης ήταν ευνούχοι. Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Νικήτα, νεαρό γιο του Μιχαήλ Α’, που ευνουχίστηκε μετά την πτώση του πατέρα του και έγινε αργότερα ο πατριάρχης Ιγνάτιος. Αλλά και ο Ρωμανός Α’ ευνούχισε (συνάμα με τον νόθο γιο του Βασίλειο) τον μικρότερο και νόμιμο γιο του, Θεοφύλακτο, καθώς τον προόριζε για πατριάρχη!


Χολιγουντιανού τύπου ίντριγκα

Στο Βυζάντιο φιλοτεχνήθηκε μια ατμόσφαιρα πολιτικής ίντριγκας όπου αυλοκόλακες και ευνούχοι διαγκωνίζονταν για εξουσία και επιρροή στο περιθώριο της επίσημης αυτοκρατορικής ηγεμονίας. Το φαινόμενο Ειρήνη η Αθηναία δεν μπορεί εξάλλου να αποκοπεί από την καθοριστική επίδραση που άσκησαν πάνω της οι παντοδύναμοι ευνούχοι Σταυράκιος και Αέτιος.

Ο αυτοκρατορικός σύμβουλος Σταυράκιος έλεγχε όλο τον κρατικό μηχανισμό, βοηθώντας την Ειρήνη να ανατρέψει τον γιο της τυφλώνοντάς τον. Κι επειδή σπανίως ο συνωμότης βρίσκει δικαίωση, ο Σταυράκιος αντικαταστάθηκε από τον επίσης ευνούχο Αέτιο, ο οποίος συνωμοτούσε για να φέρει στην εξουσία τον αδερφό του Κωνσταντίνου. Αλλά κι αυτός δεν τα λογάριασε καλά, κι έτσι έπεσε θύμα νέας συνωμοσίας που οργανώθηκε από τον γενικό λογοθέτη Νικοφόρο, που ανέβηκε στον θρόνο ως Νικηφόρος Α’, πριν δει το κρανίο του να μετατρέπεται σε ασημένια κούπα με την οποία απολάμβανε το κρασί του ο Βούλγαρος Κρούμος.

Οι πολιτικές πλεκτάνες τράνταξαν συθέμελα το Βυζάντιο μέχρι και την πτώση της Βασιλεύουσας στους Οθωμανούς. Ακόμα και κατά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο μέγας δούκας Λουκάς Νοταράς συνωμοτούσε για να εξασφαλίσει επικερδείς συμφωνίες για τους γιους του στη διάδοχη κατάσταση…

Εμφύλιοι πόλεμοι

Κατά τον ένατο αιώνα, ο Μιχαήλ Α’ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον αυτοκρατορικό του θρόνο μετά την ήττα από τους Βούλγαρους το 813 για χάρη του Λέοντα Ε’ του Αρμένιου και των συνεργών του στον σφετερισμό του θρόνου, Μιχαήλ Β’ και Θωμά του Σλάβου. Το νέο πραξικόπημα έγινε μάλιστα 10 χρόνια μετά τη στάση του στρατηγού των Ανατολικών, Βαρδάνη, κατά του Νικηφόρου Α’, που θα έβρισκε τον Μιχαήλ υπαρχηγό του στασιαστή, αν και σύντομα θα αυτομολούσε στον αυτοκράτορα αποκτώντας νέα προνόμια.

Ο Λέων στέφθηκε στο νέο κίνημα αυτοκράτορας, σύντομα ψυχράνθηκε όμως με τον Μιχαήλ Β’, γι’ αυτό και ο τελευταίος έβαλε να τον σκοτώσουν παραμονές Χριστουγέννων στο παρεκκλήσι του. Ο νέος αυτοκράτορας θα έβλεπε με τρόμο τον τρίτο και τελευταίο υπαρχηγό του Βαρδάνη, Θωμά τον Σλάβο, να στασιάζει εναντίον του το 821, πυροδοτώντας μια εκτεταμένη εμφύλια σύγκρουση που θα αποδυνάμωνε την αυτοκρατορία, επιτρέποντας στον εξωτερικό εχθρό (όπως τους Άραβες) να επιτεθεί.

Τα ίδια έγιναν βέβαια και στον δέκατο αιώνα, όταν η εξέγερση του Βάρδα Φωκά κατά τον Ιωάννη Τσιμισκή πνίγηκε στο αίμα από τον στρατηγό Βάρδα Σκληρό. Ο Φωκάς είχε βέβαια τα δίκια του, γιατί όταν δολοφονήθηκε ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς το 969, ο Βάρδας φυλακίστηκε και είδε τον αδερφό του, Λέοντα Φωκά, να συλλαμβάνεται από τον νέο αυτοκράτορα και να τυφλώνεται.

Αλλά και ο Σκληρός είχε τα δικά του δίκια. Αυτός βλέπετε ήταν κουνιάδος του Ιωάννη Τσιμισκή και μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα διεκδίκησε τον θρόνο, πέφτοντας πάνω στον ευνούχο Βασίλειο Λεκαπηνό. Ο οποίος ασκούσε όπως είπαμε την πραγματική εξουσία, καθαιρώντας τον στρατηγό της Ανατολής, Σκληρό, από τα αξιώματά του.

Ο τελευταίος βάδισε κατά του Βυζαντίου σε μια νέα στάση και ο Λεκαπηνός απάντησε ρίχνοντας στη μάχη τον Βάρδα Φωκά τον Νεότερο, έναν στρατηγό που είχε επαναστατήσει κατά την προηγούμενη βασιλεία και είχε εγκλειστεί σε μοναστήρι εδώ και χρόνια. Η κακιά η μοίρα θα φέρει όμως αργότερα στο ίδιο στρατόπεδο Φωκά, Σκληρό και Λεκαπηνό, όταν συνεργάζονται για να ανατρέψουν τον νεαρό Βασίλειο Β’ τον Βουλγαροκτόνο! Εκείνος συνέτριψε τις εξεγέρσεις τόσο του Σκληρού (979) όσο και του Φωκά (989), καθώς μέχρι τότε οι στρατηγοί τσακώνονταν και πάλι μεταξύ τους.

Και μιας και αναφέραμε τον Βουλγαροκτόνο, μετά τη θριαμβευτική για τον ίδιο Μάχη του Κλειδίου στις 29 Ιουλίου 1014, τύφλωσε τους 15.000 βούλγαρους αιχμαλώτους που είχε πιάσει αφήνοντας έναν μονόφθαλμο ανά 100 τυφλούς για να οδηγήσουν την τυφλή πομπή πίσω στον Σαμουήλ. Ο οποίος όταν είδε τον σακατεμένο στρατό του, πέθανε από ανακοπή καρδιάς. Οι Βούλγαροι θα πολεμούσαν άλλα τέσσερα χρόνια τους Βυζαντινούς τυφλωμένοι από τη δίψα της εκδίκησης…

Ο ρινότμητος αυτοκράτορας και τα ανείπωτα βυζαντινά βασανιστήρια

Ο Ιουστινιανός Β΄ ήταν επίσης γνωστός ως Ρινότμητος και περιθώρια αμφιβολίας για το παρατσούκλι δεν χωρούν. Ο σκληρός αυτοκράτορας ανέβηκε στον θρόνο σε τρυφερή ηλικία 17 ετών, ανατράπηκε το 695 σε άλλο ένα από τα περιβόητα βυζαντινά πραξικοπήματα και τη θέση του πήρε ο αξιωματικός Λεόντιος. Ο οποίος ήταν καρδιακός φίλος του πατέρα του, Κωνσταντίνου Δ’, γι’ αυτό και του χάρισε τη ζωή.

Του κόβει όμως τη μύτη για να μην μπορεί να διεκδικήσει ξανά το στέμμα και τον στέλνει στην εξορία. Ο πολυμήχανος Ιουστινιανός Β’ δεν είχε πει βέβαια την τελευταία του λέξη και συμμαχώντας με Χαζάρους και Βούλγαρους ανακατέλαβε τον θρόνο από τον Τιβέριο, που είχε προλάβει στο μεταξύ να ανατρέψει τον Λεόντιο. Ο Ιουστινιανός, που φορούσε τώρα χρυσή μύτη, έκοψε μύτες και αυτιά και σκότωσε όποιον τον είχε προδώσει, πέφτοντας τελικά κι αυτός θύμα του Φιλιππικού Βαρδάνη, που σκοτώνει τον Ρινότμητο και τον γιο του Τιβέριο και ξεκληρίζει τον οίκο του Ηρακλείου.

Με το πέρασμα του βυζαντινού χρόνου, καθιερώθηκε προοδευτικά η συνήθεια να ανακηρύσσεται διάδοχος του θρόνου εκείνος ο γιος του αυτοκράτορα που είχε γεννηθεί πρώτος στην Πορφύρα, την παλατιανή αίθουσα οι τοίχοι της οποίας ήταν ντυμένοι με πορφυρό μεταξωτό ύφασμα. Το εθιμοτυπικό αυτό γεννούσε φυσικά πολλές αντιζηλίες ανάμεσα στον πορφυρογέννητο διάδοχο και τα άλλα αδέλφια του, τα οποία ήταν συχνά μεγαλύτερα, γεννημένα πριν ο πατέρας τους ανακηρυχθεί αυτοκράτορας ή ακόμα και ετεροθαλή.

Κι έτσι πάμπολλες φορές ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου τέλειωνε τη ζωή του στη φυλακή, αφού προηγουμένως είχε υποβληθεί σε βασανιστήρια που περιλάμβαναν την τύφλωση, το κόψιμο της γλώσσας και της μύτης ή και άλλα σαφώς χειρότερα. Ο Μιχαήλ Ψελλός έγραφε εξάλλου πως η αυτοκρατορική ηγεμονία γινόταν «φόνοις και αίμασιν».

Τα βασανιστήρια δεν ήταν βέβαια προνόμιο των πεσόντων αυτοκρατόρων, καθώς ήταν στο Βυζάντιο που λυσσομανούσαν οι πυρές για τη θανάτωση αιρετικών και μάγων και σκαρώθηκαν καινούριες μέθοδοι βασανισμού και εκτελέσεων. Η πλούσια τοιχογραφία φρίκης και τρόμου απαρτιζόταν από τα βασανιστήρια της αυτοκρατορικής εξουσίας αλλά και της πατριαρχικής, σε έναν ιδιότυπο αγώνα δρόμου ποιος θα σκεφτεί το πιο απάνθρωπο.

Η αγριότητα των ηθών, ο φυσικός σαδισμός και οι εκδικητικές επινοήσεις τους έχουν περιγραφεί επί μακρόν, ήδη από τα χρόνια των ίδιων των βυζαντινών χρονογράφων. Οι κεφαλικές ποινές περιλάμβαναν αποκεφαλισμό, κάψιμο στην πυρά, αγχόνη, λιθοβολισμό και άλλα πολλά, ενώ αργότερα θα προστεθούν η τύφλωση, ο ακρωτηριασμός και το μεταλλισθήναι (ισόβια κάθειρξη στα μεταλλεία).

Οι μαρτυρικές θανατώσεις συνδυάζονταν με εξίσου μαρτυρικά βασανιστήρια και το μενού εδώ είναι πλούσιο και απαισιόμορφα λαχταριστό: ψήσιμο στη θράκα, βράσιμο σε νερό που κόχλαζε ή τηγάνισμα σε καυτό λάδι, εκδορά, ακρωτηριασμό και ευνουχισμό, ανασταύρωση, παλούκωμα, φαρμάκωμα, ακόμα και πυρωμένα σίδερα χρησιμοποιούνταν.

Είχαμε τις χειροκοπίες (για τους κλέφτες, τους τυμβωρύχους και τους παραχαράκτες), τις ρινοτομίες (εδώ την τιμητική τους είχαν οι αυτοκράτορες αλλά και οι βιαστές, οι δίγαμοι και οι αιμομίκτες), τις γλωσσοτομίες (για ψευδορκία), τις ταυτοπάθειες (κόψιμο του μέλους που είχε προκαλέσει την εγκληματική πράξη ή μπήξιμο μυτερών καλαμιών στην ουρήθρα στους παιδεραστές), τους αναρίθμητους ευνουχισμούς και τις ακόμα περισσότερες τυφλώσεις (ως βασανιστήριο αλλά και ως κατασταλτικό ή ακόμα και προληπτικό μέτρο), τις βάρβαρες διαπομπεύσεις των λειψάνων των στασιαστών (περιφορά στους δρόμους των παλουκωμένων και αποκομμένων μελών τους), την αποστολή των κακοποιημένων πτωμάτων των νεκρών στους συγγενείς τους (μεγάλο όνομα εδώ ο Αλέξιος Κομνηνός) και τόσα άλλα που δεν είναι για ευαίσθητους αναγνώστες.

Υπήρχε βέβαια και η εκδορά ζωντανών ανθρώπων αλλά και κάτι εντελώς καινούριο, απότοκο των ενδοχριστιανικών διενέξεων: γδάρσιμο του γενειοφόρου τμήματος του κεφαλιού παπά ή μοναχού! Ταυτοχρόνως, το βράσιμο σε καυτή πίσσα, ο ανασκολοπισμός, η αποκοπή των τενόντων με μαχαίρι και οι λοιπές ανείπωτες φρικαλεότητες των βυζαντινών βασανιστηρίων συνθέτουν μια εικόνα φρίκης που σε τέτοια έκταση σπανίως έχει ξαναδεί ο δυτικός κόσμος.

Ο τεράστιος αριθμός των βυζαντινών ακρωτηριασμών ανασυγκροτείται και από τα τόσα παρωνύμια που δίνονταν στα θύματα σύμφωνα με το βασανιστήριο που είχαν υποστεί ή το ομοίωμα με το οποίο αντικαθιστούσαν το κομμένο τμήμα. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα Κοψόρρινος, Αργυρομύτης, Χαλκομύτης, Κουτσομύτης, Κουτσοχέρας, Κουτσοδάχτυλος κ.λπ.

Εξεγέρσεις και η σφαγή των Ζηλωτών της Θεσσαλονίκης

Ως πολίτες της πιο λαμπρής πόλης του καιρού τους, ο λαός της Βασιλεύουσας δεν φοβόταν να εκφραστεί και πουθενά δεν ήταν πιο έκδηλο αυτό από τη Στάση του Νίκα. Τη λαϊκή εξέγερση δηλαδή που έλαβε χώρα στο Βυζάντιο την εποχή του Ιουστινιανού και πνίγηκε στο αίμα από τον αυτοκράτορα, με πρωταγωνιστές τους δήμους των «Πράσινων» και των «Βένετων», οργανώσεις φιλάθλων με λαϊκή καταγωγή που λάτρευαν τις αρματοδρομίες και ζούσαν για τις εξέδρες του Ιππόδρομου της Κωνσταντινούπολης.

Με τα πολλά, ο Ιουστινιανός στέλνει τους στρατηγούς του, οι οποίοι εγκλωβίζουν τους επαναστάτες στον Ιππόδρομο και τους κατασφάζουν κυριολεκτικά: η καταστολή της «Στάσης του Νίκα» στις 18 Ιανουαρίου 532 άφησε πίσω της 30.000 νεκρούς.

Δεν αποσταθεροποιούσαν όμως την αυτοκρατορία όλες οι εξεγέρσεις, όπως το περιστατικό με τον αιματοβαμμένο εμφύλιο που πήρε τέλος από μια εξέγερση στις φυλακές. Ο Αλέξιος Απόκαυκος προσπάθησε να ανακόψει την αυτονομιστική δύναμη του Ιωάννη Καντακουζηνού, άλλου ενός που ζήλεψε τον αυτοκρατορικό θρόνο εκμεταλλευόμενος τον θάνατο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Γ’ το 1341.

Ο λαός της Αδριανούπολης εξεγέρθηκε μέσα στον πανικό και όταν ο κυβερνήτης της Θεσσαλονίκης κάλεσε τον Καντακουζηνό στην πόλη για να του την παραδώσει, οι Ζηλωτές εξεγείρονται και μαζί τους ξεσηκώνεται και ο λαός της Θεσσαλονίκης. Ο μέγας δούκας Απόκαυκος πρωτοστάτησε στους εμφύλιους πολέμους της εποχής του που σχετίζονταν με τη διαδοχή του βυζαντινού θρόνου και πάλεψε με τον αντιβασιλιά και αυτοανακηρυγμένο αυτοκράτορα τώρα Καντακουζηνό, αν και το τέλος του ήρθε από κει που δεν το περίμενε. Επιθεωρώντας τις νέες φυλακές της Κωνσταντινούπολης, έπεσε θύμα της στάσης των κρατουμένων, οι οποίοι και τον δολοφόνησαν τελικά τον Ιούνιο του 1345 διαδραματίζοντας από σπόντα σπουδαίο ρόλο στην αδελφοκτόνο μάχη για τον θρόνο.

Είμαστε πια σε μια εποχή που το Βυζάντιο δονείται από εμφύλιους σπαραγμούς, από πλήθος πραξικοπημάτων που εκδηλώνονται δηλαδή με θρησκευτικές συγκρούσεις μεταξύ ορθόδοξων και αιρετικών, «Ησυχαστών» και «Ζηλωτών», αυτοκρατορικών και αντιαυτοκρατορικών. Στις σφετεριστικές περιπέτειες του Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνού εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1340 και στις μάχες του με τον οίκο των Παλαιολόγων, οι «Ησυχαστές» (μερίδα του ιερατείου) βρίσκουν την ευκαιρία να συγκρουστούν με τους «Ζηλωτές», ένα λαϊκο-θρησκευτικό κίνημα που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στη Θεσσαλονίκη και αντιμετώπιζε με καχυποψία τη συνεργασία του μεγάλου εξουσιαστικού ιερατείου με την αριστοκρατική φεουδαρχία.

Πολλές αγροτικές εξεγέρσεις και ταραχές εναντίον της τοπικής αριστοκρατίας αλλά και της κεντρικής εξουσίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας λαμβάνουν χώρα σε Μακεδονία και Θράκη και στη Θεσσαλονίκη εξελίσσονται σε μια παρισινή κομμούνα πριν την εποχή της. Την άνοιξη του 1342, ο Καντακουζηνός, κατ’ εξοχήν εκφραστής των συμφερόντων της αριστοκρατίας, καταλαμβάνει με τη βοήθεια των Σλάβων τη Θεσσαλονίκη και οι Ζηλωτές εξεγείρονται και πάλι, θέλοντας να εκμεταλλευτούν την ολομέτωπη εμφύλια σύγκρουση Καντακουζηνού και Κωνσταντινουπολιτών.

Οι Ζηλωτές καταλαμβάνουν την εξουσία και ανακηρύσσουν την «Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Θεσσαλονίκης», απαιτώντας την αυτονομία της και το δικαίωμα άσκησης ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Ε’ Παλαιολόγος προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τη σφοδρή αντίθεση των Ζηλωτών έναντι του Καντακουζηνού για να τον αποδυναμώσει, ελπίζοντας να εξασθενήσουν παράλληλα και οι δυο αντίπαλοί του. Γι’ αυτό και τηρεί ουδετερότητα απέναντι στην εξέγερση των Ζηλωτών.

Οι Ζηλωτές συνάπτουν προσωρινή συμμαχία με τον μέγα δούκα Απόκαυκο, οι εχθρικές διαθέσεις τους απέναντι στην αριστοκρατία επικρατούν όμως και ζητούν τώρα την αυτοδυναμία τους εκτελώντας τον γιο του. Για μια δεκαετία σχεδόν (1341-1349), οι Ζηλωτές έθεσαν την πόλη κάτω από τον απόλυτο έλεγχό τους και επιχείρησαν να εισαγάγουν πρωτοποριακές για την εποχή τους πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Η Κομμούνα των Ζηλωτών αντιμετώπισε νικηφόρα με πολλές επιδρομές του αυτοκρατορικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, επικουρούμενες πότε από τους Σλάβους και πότε από τους Τούρκους. Οι συμβασιλείς πια Καντακουζηνός και Παλαιολόγος έστειλαν μεγάλες δυνάμεις στη Θεσσαλονίκη και σώμα 20.000 ανδρών του τούρκικου στρατού και κατέσφαξαν τον πληθυσμό καταστρέφοντας την πόλη.

Η μόνιμη συνεργασία Σλάβων και Τούρκων με τους Βυζαντινούς του Καντακουζηνού κατά του λαϊκού στοιχείου και η μόνιμη εγκατάστασή τους στα ελλαδικά εδάφη προοιώνιζε το μέλλον της αυτοκρατορίας. Ο Καντακουζηνός συμμάχησε εξάλλου το 1352 με τον Σουλεϊμάν Πασά σε νέα εκστρατεία κατά του Ιωάννη Ε’, ο οποίος πολιορκούσε την Αδριανούπολη ενάντια στον διοικητή της που ήταν γιος του Καντακουζηνού (Ματθαίος Καντακουζηνός). Οι τουρκικές ορδές επιδόθηκαν σε εκτεταμένες σφαγές και λεηλασίες, πράξεις που στα μάτια του λαού έγιναν με τη συγκατάθεση ή έστω την ανοχή του συναυτοκράτορά τους.

Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες ήταν δηλαδή αυτοί που δίδαξαν στο σλαβικό και τουρκικό στοιχείο τον δρόμο προς την Ελλάδα αλλά και τον τρόπο να καταπνίγουν τα λαϊκά κοινωνικά κινήματα. Η μετέπειτα πορεία των πραγμάτων, ως διαμάχη μεταξύ «ενωτικών και ανθενωτικών», όχι μόνο δεν θα γλίτωνε τους αυτοκράτορες και τους ευγενείς από το σπαθί του Μωάμεθ του Πορθητή, αλλά θα ανέτρεπε τον ίδιο τον ρου της Ιστορίας προσυπογράφοντας την ηχηρή πτώση του ΒυζαντίουΔες και: Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΚΑΙ ΛΑΤΙΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ Ή ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ (146πχ - 1453μχ) ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1453μχ - 1821μχ)

Βυζάντιο και βασανιστήρια

Το Βυζάντιο, που δεν ήταν παρά η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, καθιέρωσε με ωμή βία τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας. Ο χριστιανικός κόσμος ποτέ δε θέλησε να παραδεχτεί το βίαιον της υπόθεσης, παρ’ όλο που ατέλειωτες ιστορικές μαρτυρίες, γραπτές και αρχαιολογικές, βοούν προς αυτή την κατεύθυνση. Υπάρχουν όμως κι έντιμοι χριστιανοί οι οποίοι το αναγνωρίζουν. Θα αναφέρουμε μια τέτοια περίπτωση:

Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ, Πρύτανις στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, βιβλίο «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ», έκδοση «Ψυχογιός» σελ. 17:

«Πράγματι κατά τη βασιλεία του Θεοδοσίου ο χριστιανισμός γίνεται η θρησκεία του κράτους. Εναντίων των ειδωλολατρών (διάβαζε Ελλήνων) εφαρμόσθηκαν μέτρα, που πήραν συχνά το χαρακτήρα πραγματικών διώξεων. Το μαντείο των Δελφών υποχρεώθηκε να σιγήσει, οι Ολυμπιακοί αγώνες και τα Ελευσίνια μυστήρια απαγορεύτηκαν, τα ιερά λεηλατήθηκαν από τους χριστιανούς, οι ιερείς, όπως γράφει ο Λιβάνιος υποχρεώθηκαν «να σιγήσουν ή να πεθάνουν».

Ωστόσο είναι άξια απορίας τα φρικτά βασανιστήρια κι οι απάνθρωπες ποινές που εφαρμόστηκαν, καθ’ όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορίας αυτής, παρ’ όλα τα «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» και τα «καλώς ποιείται τοις μισούσιν υμάς». Όπως και να το κάνουμε, θρησκεία της αγάπης λέγεται. Κι όμως. Οι φρικαλεότητες εκτινάχθηκαν σε απίστευτα ύψη. Η απανθρωπιά των Βυζαντινών μας προκαλεί τεράστιες δέος και τρομερή κατάπληξη για το απίστευτο μέγεθος της διαστροφής, στην οποία μπορεί να περιέλθουν ανθρώπινα όντα.

Όλα τα στοιχεία που θα παραθέσουμε είναι από το ανεκτίμητο βιβλίο του Κυριάκου Σιμόπουλου «ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ». Ότι θα ακολουθήσει εδώ τυγχάνει προϊόν αντιγραφής από το προαναφερθέν βιβλίο. Θέτουμε υπ’ όψιν των αναγνωστών ότι τίποτε απολύτως δεν αναφέρει ο εν λόγω συγγραφέας χωρίς να το τεκμηριώσει και μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις με αρκετά και ικανά ιστορικά ντοκουμέντα, τα οποία παραθέτει στις πάμπολλες υποσημειώσεις. Πρόκειται για ένα άκρως επιστημονικό έργο. Επίσης πρέπει να αναφέρουμε ότι το βιβλίο είναι ογκωδέστατο, ότι καλύπτει όλες τις ιστορικές περιόδους και πολιτισμούς και ότι όσα θα αποσπάσουμε εδώ τυγχάνουν ψήγματα του όλου έργου.

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

Στο Βυζάντιο άναψαν οι πρώτες πυρές για την θανάτωση αιρετικών και μάγων. Στο Βυζάντιο η πρώτη Ιερά Εξέταση. Καινούργιες μέθοδοι βασανισμού και εκτελέσεων εφαρμόζονται για κατάδικους και εχθρούς της εξουσίας. Όλα αυτά μαζί με τη διαφθορά του συστήματος, συνθέτουν μια τοιχογραφία φρίκης και τρόμου. Η κατάκτηση και η διατήρηση της αυτοκρατορικής ηγεμονίας, γράφει ο Μιχαήλ Ψελλός, γινόταν «φόνοις και αίμασιν»…

Βασάνιζε η αυτοκρατορική εξουσία, βασάνιζε και η πατριαρχική. Με την ίδια αγριότητα. Οι βασανιστές του πατριαρχείου συναγωνίζονταν τους βασανιστές του παλατιού σε σκληρότητα και εφευρετικότητα. Η αγριότητα των βυζαντινών ηθών, ο σαδισμός και οι εκδικητικές επινοήσεις στους βασανισμούς εξεικονίζονται στα κείμενα των χρονογράφων. Αναρωτιέται ο Νικήτας Χωνιάτης ποιός από τους πασίγνωστους τύραννους της αρχαιότητας υπήρξε τόσο θηριώδης όσο οι σύγχρονοί του ηγεμόνες. Μήπως ο Καμβύσης ή ο Ταρκύνιος, μήπως ο Έχετος ή ο Φάλαρις; Δεν είναι επομένως περίεργο που πολλοί αυτοκράτορες χαρακτηρίζονται από Βυζαντινούς συγγραφείς αίσχιστοι, παμμίαροι, δυσεβείς, θεοβδέλυκτοι, ωμότατοι, ανόσιοι, τρισάθλιοι, θηριώδης, αιμοχαρείς, θεομισείς, αλιτήριοι, παλαμναίοι (δηλ. δολοφόνοι, βδελυροί).

Οι ποινές στους Βυζαντινούς χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες. Σε κείνες που συνεπάγονταν θάνατο, στις σωματικές ποινές και σε κείνες που όριζαν χρηματική αποζημίωση. Στις κεφαλικές ανήκαν αρχικά ο αποκεφαλισμός, η πυρά, η κρεμάλα, ο απαγχονισμός, ο καταποντισμός, ο λιθοβολισμός κι ακόμα η εξορία, ο περιορισμός και η δουλεία. Αργότερα θα προστεθούν στις θανατικές ποινές η εκτύφλωση, ο ακρωτηριασμός και το «μεταλλισθήναι» (ισόβια καταναγκαστικά έργα στα μεταλλεία).

Απέραντη ποικιλία αυθαίρετων βασανισμών και μαρτυρικών θανατώσεων. Ψήσιμο στη θράκα, εκδορά, θανάτωση σε κοχλαστό νερό, βραστό λάδι ή αναλειωτή πίσσα, ανασταύρωση, παλούκωμα, κατόρυξη, πυρωμένα σίδερα, φαρμάκωμα, ακόμα και ευνουχισμός. Ο τεράστιος αριθμός των ακρωτηριασμών στο Βυζάντιο φαίνεται και από τα παρωνύμια που δίνονταν σε όσους είχαν υποστεί ρινοτομία, αποκοπή αφτιών, χεριών κλπ, Κοψόρρινος, Αργυρομύτης, Ασημομύτης, Χαλκομύτης –επειδή τα θύματα αντικαθιστούσαν την κομμένη ή πλαγιασμένη μύτη με ομοίωμα, ένα είδος θήκης από μέταλλο– Κουτσομύτης, Κουτσοχέρας, Κουτζοδάκτυλος, Δερμοκαΐτης. Κι ακόμα το όνομα Γάλλος που σημαίνει τον «αποτετμημένον τα αιδοία», τον ευνούχο.

Οι Βυζαντινοί αναζητούσαν και θεωρητική κάλυψη των ακρωτηριασμών και των εκτυφλώσεων, που κυριαρχούσαν στον κολασμό των πολιτικών, κυρίως, εγκλημάτων, με θεολογικά επιχειρήματα και αναγωγές στα ιερά κείμενα. Επιστράτευαν λ.χ. την ίδια τη διδασκαλία του Χριστού, τα ευαγγελικά ρήματα. Βγάλε το μάτι σου, κόψε το χέρι σου ή το πόδι σου αν σε σκανδαλίζει. Καλύτερα κουτσός ή κουλός παρά αρτιμελής και κολασμένος –«και εάν σκανδαλίζει σε η χειρ σου, απόκοψον αυτήν. καλόν σοι εστί κυλλόν εις την ζωήν εισελθείν, ή τας δύο χείρας έχοντα απελθείν εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον… και εάν ο πούς σου σκανδαλίζει σε, απόκοψον αυτόν. καλόν εστί σοι εισελθείν εις την ζωήν χωλόν, ή τους δύο πόδας έχοντα βληθήναι εις την γέενναν… και εάν ο οφθαλμός σου σκανδαλίζει σε, έκβαλε αυτόν. Καλον σοι κλπ.». (Μαρκος, θ΄, 43-47).

Αλλά και στον Ματθαίο ε΄, 29: «ει δε ο οθφαλμός σου ο δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν και βάλε από σου. Συμφέρει γαρ ίνα απόληται εν των μελών σου, και μη όλον το σώμα σου βληθή εις γέενναν. Και ει η δεξιά σου χειρ σκανδαλίζει σε, έκκοψον αυτήν και βάλε από σου».

Και μια άλλη, νομικοθεολογική αυτή τη φορά, θεμελίωση. Η εκτύφλωση και οι ακρωτηριασμοί αντικαθιστούν τη θανατική ποινή δίνοντας στον δράστη του εγκλήματος την ευκαιρία να μετανοήσει… Πρόκειται φυσικά για σοφιστικές προφάσεις και υποκριτικές δικαιολογίες. Οι ακρωτηριασμοί και οι εκτυφλώσεις είναι η φρικαλεότερη μορφή βασανισμού, χειρότερη ποινή κι από τον θάνατο γιατί καταδικάζει το θύμα σε ισόβια δυστυχία.

ΔΕΣ
Με τη συχνότητα, πολλαπλότητα και έκταση που παρουσιάζονται στο Βυζάντιο οι αποτρόπαιες αυτές τιμωρίες, δημιουργούν τη εντύπωση πνεύματος διαστροφής και κύματος βαρβαρότητας…

ΧΕΙΡΟΚΟΠΙΑ

Ήταν η πιο συνηθισμένη ποινή, για όποιους έγδυναν νεκρούς, παραχάραζαν νομίσματα, έκοβαν ξένο αμπέλι, πυρπολούσαν αποθήκες, γκρέμιζαν φράχτες, όποιος ξέκοβε κοπάδι από βοσκοτόπι ή μαντρί, προκαλούσαν βαρύ τραύμα με γροθιά, έπαιζαν ζάρια κ.ά. Από τις αρχές του Η΄ αιώνα οι ακρωτηριασμοί, με την ένταξή τους στην ποινική νομοθεσία, κατάντησαν ένα οικτρό φαινόμενο του βυζαντινού καθημερινού βίου. Σε ορισμένες περιόδους έπαιρναν διαστάσεις τρομακτικές. Σε κάθε βήμα συναντούσε κανείς ανθρώπους με κλαδεμένα μέλη.

ΡΙΝΟΤΟΜΙΑ

Ήταν ο ποιο συνηθισμένος ακρωτηριασμός. Θύματα ακόμα και αυτοκράτορες. Επιβαλλόταν για πολλά και ποικίλα εγκλήματα, πολιτικά και του κοινού δικαίου, και έπληττε άτομα όλων των τάξεων, κρατικούς αξιωματούχους, κληρικούς και απλούς πολίτες. Αποτελούσε είδος βασανιστηρίου αλλά και ηθικής, κοινωνικής και πολιτικής εξόντωσης σε περιόδους εσωτερικών αναστατώσεων ή θρησκευτικής διαμάχης, όπως στα χρόνια της εικονομαχίας. Επιβαλλόταν συνήθως στους δίγαμους, αιμομίκτες, πορνεύοντες σε μοναστήρι, βιαστές, απαγωγείς κοριτσιού κ.ά. Επιβαλλόταν και στους μοιχούς μαζί με ξυλοδαρμό δημόσιο και κούρεμα ατιμωτικό. Σε περίπτωση μοιχείας ελεύθερης με δούλο η γυναίκα μαστιγωνόταν, κουρεύονταν και έχανε τη μύτη της ενώ ο δούλος καιγόταν ζωντανός ή θανατώνονταν με ξίφος.

Ρινοτομία στους Βυζαντινούς δεν σήμαινε πάντοτε αποκοπή της μύτης με μαχαίρι, κλάδεμα από τη ρίζα, όπως γινόταν επί τουρκοκρατίας. Έκοβαν με μια κοφτερή λαβίδα, ψαλίδιζαν δηλαδή, μόνο τον χόνδρο που χωρίζει τους δύο ρώθωνες. Έτσι η μύτη, χωρίς το εσωτερικό υποστήριγμα, έγερνε στο πλάι. Η αποκοπή του χόνδρου γινόταν από χειρουργό.

ΓΛΩΣΣΟΤΟΜΙΑ

Ποινή επί ψευδορκία.

ΤΑΥΤΟΠΑΘΕΙΑ

Πολλές φορές, έκοβαν το μέλος του σώματος που είχε προκαλέσει την εγκληματική πράξη ή επέβαλλαν την ταυτοπάθεια. Έκοβαν την γλώσσα του ψεύδορκου, έριχναν στην πυρά τον εμπρηστή και φούρκιζαν τον φονιά ληστή στο σημείο ακριβώς που έγινε η ανθρωποκτονία.

Ο χρονογράφος Γεώργιος Κεδρηνός αναφέρεται στον βαρύ κολασμό με τη μέθοδο της ταυτοπάθειας μιας ομάδας αρρενοφθόρων (παιδεραστών) στον δεύτερο χρόνο της βασιλείας του Ιουστινιανού. Ανάμεσά τους και δύο επίσκοποι, ο Ησαΐας ο Ρόδιος και ο Αλέξανδρος Διοσπόλεως Θράκης. Ακρωτηριασμός των γεννητικών μορίων, έμπηξη μυτερών καλαμιών στην ουρήθρα, γύμνωση, περιαγωγή στους δρόμους, θάνατος.

ΚΑΥΛΟΚΟΠΙΑ

Ήταν θανατηφόρα εξαιτίας της αιμορραγίας που προκαλούσε. Με αποκοπή των γεννητικών οργάνων κολάζονταν και οι κτηνοβασία (βλ. ταυτοπάθεια). Ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα χρησιμοποιούσαν την απειλή αποκοπής των γεννητικών μορίων ως όπλο τρομοκρατίας ή εκδικητικό μέσο εναντίον των αντιφρονούντων και μη υπάκουων. Για να εξοντώσει έναν επίφοβο εχθρό το αυτοκρατορικό ζεύγος έδινε εντολή να χαλκευθεί κατηγορία για παιδεραστία, με συνέπεια τον άμεσο ακρωτηριασμό του. Αυτή την τύχη είχε κάποιος Βασιανός που τόλμησε να μιλήσει σαρκαστικά για την Θεοδώρα.

ΕΚΤΥΦΛΩΣΗ

Στο Βυζάντιο τους ακρωτηριασμούς ακολουθεί σε συχνότητα η εκτύφλωση. Ως ποινή, βασανιστήριο, ανταπόδοση, ως προληπτικό ή κατασταλτικό μέτρο η εκτύφλωση κυριαρχεί στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο επί αιώνες με την τραγικότητα και τη φρίκη που προκαλεί. Η ευκολία προσφυγής σ’ αυτή την αποτρόπαιη τιμωρία ή εκδίκηση απεικονίζει, περισσότερο από κάθε άλλο κοινωνικό χαρακτηριστικό βίας και ανομίας, τα ήθη του Βυζαντίου.

Κολασμός για τα εγκλήματα κατά της εξουσίας η εκτύφλωση είχε καταντήσει καθημερινό φαινόμενο εξαιτίας των μόνιμων εσωτερικών αναστατώσεων και των αδιάκοπων πολέμων, εξωτερικών και εμφύλιων, της πολιτικής διαφθοράς, των αναρίθμητων ανταρσιών, στάσεων και στρατιωτικών κινημάτων, των πραξικοπηματικών ανατροπών, της εξοντωτικής θρησκευτικής διαμάχης, του ανταγωνισμού των φατριών και της αρχομανίας… Θύματα αυτοκράτορες, πατριάρχες, στρατηγοί, βασιλόπαιδες, αξιωματούχοι. Αλλά και ιερόσυλοι, αιρετικοί και μάγοι…

Η εκτύφλωση προβλεπόταν αρχικά από την νομοθεσία αλλά μόνο για τους ιερόσυλους. Με αυτοκρατορική, ωστόσο, εντολή ή συγκατάθεση θα επεκταθεί αυθαίρετα και στα εγκλήματα καθοσιώσεως, για κάθε δηλαδή επιβουλή κατά της εξουσίας και του βασιλικού οίκου… Ο αυτοκράτορας, επίγειος εκπρόσωπος του θεού, ενσαρκώνει το ιερό και όσιο, όποιος επιβουλεύεται τον μονάρχη και την εξουσία προσβάλλει τα ιερά και τα όσια, ασεβεί στο θείο, είναι επομένως ιερόσυλος…

Δεν περνούσε μέρα στην Κωνσταντινούπολη χωρίς εξομματισμούς και φονικά, γράφει ο Νικήτας Χωνιάτης…

Η βασανιστική αυτή ποινή εφαρμοζόταν με δύο τρόπους. Ο πρώτος, με πυρωμένο σίδερο που κρατούσε ο δήμιος μπροστά στα μάτια του θύματος. Ο δεύτερος, με τη χρησιμοποίηση αιχμηρών αντικειμένων ή με κάποιο καυτό ή κοχλαστό υγρό. Οι Βυζαντινοί συνήθιζαν και τις ομαδικές τυφλώσεις αιχμαλώτων. Κορυφαίο παράδειγμα, ίσως το πιο μαζικό και βάρβαρο της ιστορίας, η εκτύφλωση 15.000 Βουλγάρων στρατιωτών του Σαμουήλ, ύστερα από την μάχη του Μελένικου, το 1014.

ΚΑΨΙΜΟ «ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ» ΚΑΙ «ΜΑΓΩΝ»

Συχνότατες ήταν και οι θανατώσεις στην πυρά. Φαίνεται μάλιστα πως το Βυζάντιο έχει το προβάδισμα στο κάψιμο των «αιρετικών» και «μάγων». Στη Δύση οι φωτιές άρχισαν να φουντώνουν ύστερα από την περίφημη βούλα του πάπα Ιννοκέντιου Δ΄ «ad extirpanda», -για το «ξερίζωμα των αιρέσεων– μόλις το 1252. Αλλά αιώνες πριν, στο Βυζάντιο, είχε οργανωθεί –επί Ιουστινιανού– ειδική κρατική υπηρεσία με αποστολή την ανακάλυψη και εξόντωση αιρετικών. Ο επικεφαλής αυτής της υπηρεσίας –της πρώτης στον χριστιανικό κόσμο– που υπήρξε εγκληματική όσο και η μεσαιωνική Ιερά Εξέταση, ονομαζόταν κοιαίστωρ –από το λατινικό quaestor– δηλαδή εξεταστής, ανακριτής. Όπως αργότερα οι ιεροεξεταστές στη Δύση, οι Βυζαντινοί κοιαίστορες φυλάκιζαν, βασάνιζαν και θανάτωναν υπόπτους χωρίς διατύπωση κατηγορίας, χωρίς μάρτυρες, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία και, φυσικά, χωρίς δίκη. Τα πάντα ήταν σκότος. Ήταν μια μέθοδος αφανισμού των ανυπάκουων και συγχρόνως επιχείρηση κερδοσκοπίας. Γιατί η καταδίκη αιρετικού συνεπαγόταν δήμευση της περιουσίας του. (Στη συνέχεια αναφέρονται συγκεκριμένες περιπτώσεις από συγγραφείς και χρονογράφους της εποχής).

ΚΑΨΙΜΟ ΒΙΒΛΙΩΝ

Το Βυζάντιο έχει και ένα άλλο θλιβερό προβάδισμα. Τη δημόσια ρίψη στην πυρά ανεπιθύμητων βιβλίων. Διαπομπεύονταν –«περιβωμίζονταν»- μάλιστα και οι κάτοχοί τους στους δρόμους της «βασιλεύουσας». Ήταν η εποχή που απαγορεύτηκε η διδασκαλία της φιλοσοφίας και έκλεισαν –το 529 με εντολή του Ιουστινιανού– οι αθηναϊκές σχολές. Όπως μας πληροφορεί ο χρονογράφος Ιωάννης Μαλαλάς ρίχτηκαν στην πυρά ελληνικά βιβλία των κλασικών και μετακλασικών χρόνων και έργα τέχνης πολυμίσητα για τη νέα θρησκεία.

Δεν είναι το μοναδικό περιστατικό. Το 724 ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέων Γ΄ πρόσταξε να πυρποληθεί η περίφημη Οικουμενική Σχολή, το ανώτατο πνευματικό ίδρυμα της εποχής, όπου στεγαζόταν η μεγαλύτερη βιβλιοθήκη του Βυζαντίου, επειδή οι δάσκαλοι του εκπαιδευτηρίου αρνήθηκαν να γνωματεύσουν εναντίον της λατρείας των εικόνων. Οι χρονογράφοι Κεδρηνός, Ζωναράς, Γλυκάς και Μανασσής βεβαιώνουν ότι ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να κυκλωθεί από ένοπλους στρατιώτες το κτίριο κατά την διάρκεια της πυρκαγιάς και να απαγορευθεί η έξοδος του προσωπικού από τη Σχολή, με αποτέλεσμα να καούν όχι μόνο οι θησαυροί της βιβλιοθήκης αλλά και οι διδάσκαλοι. Εφτά περίπου αιώνες αργότερα, το 1463, δέκα χρόνια μετά την άλωση, ο πατριάρχης Γεννάδιος (Γεώργιος Σχολάριος) έκαψε το βιβλίο του Πλήθωνος (Γεμιστού) «Νόμοι», εξαιτίας εισηγήσεών του για πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Έτσι εγκαινίασε η Εκκλησία τη δράση της μετά τον σκλαβωμό του Γένους…

ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΙ ΩΣ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΖΩΑ

Οι Βυζαντινοί είναι οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν κρατουμένους ως πειραματόζωα για ιατρική έρευνα. Έχουν, δηλαδή, τα πρωτεία στα λεγόμενα επιστημονικά βασανιστήρια. Ο Θεοφάνης μας πληροφορεί ότι επί Βασιλείου Β΄ Βυζαντινοί πράκτορες πήγαν στη Βουλγαρία με αποστολή την απαγωγή ενός χριστιανού εξωμότη. Οι πράκτορες κατόρθωσαν να τον αρπάξουν και να τον μεταφέρουν δέσμιο στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, αφού του έκοψαν χέρια και πόδια, κάλεσαν τους γιατρούς. Κι εκείνοι τον άνοιξαν ζωντανό με τα νυστέρια τους από τα γεννητικά όργανα ως το στέρνο για να μάθουν τα μυστικά του ανθρώπινου σώματος.

ΔΙΑΠΟΜΠΕΥΣΗ

Η διαπόμπευση, η ατιμωτική δηλαδή περιαγωγή καταδίκου στους δρόμους και η παράδοσή του στη χλεύη, στους ονειδισμούς αλλά και στις βάναυσες επιθέσεις του όχλου ήταν το κατ’ εξοχήν βυζαντινό βασανιστήριο. Άγριος βασανισμός ψυχικός και σωματικός γιατί η περιφορά των θυμάτων στην Αγορά συνοδευόταν όχι μόνο από τον ηθικό εκμηδενισμό τους, με τις λοιδορίες και τις προσβολές αλλά και από βιαιοπραγίες και κάθε λογής κακώσεις. Δεν ήταν «ιδία ποινή», αποκλειστική δηλαδή η διαπόμπευση, αλλά προσθετική, συμπληρωματική και εφαρμοζόταν πριν από την τελική τιμωρία –πριν από τη φυλάκιση, τον ακρωτηριασμό, την εκτύφλωση ή τη θανάτωση…

Πριν από την διαπόμπευση, τον «θρίαμβο» όπως την αποκαλούσαν χλευαστικά, μαστίγωναν σκληρά τον κατάδικο, τον κούρευαν «εν χρω», τον ξύριζαν (μαλλιά, γένεια, μουστάκι, φρύδια), μουτζούρωναν το πρόσωπό του με καπνιά ή το άλειφαν με πίσσα, τον στεφάνωναν με μια πλεξάνα σκόρδα, τον τύλιγαν με βρωμερά άντερα από το χασαπιό, κρεμούσαν στο λαιμό του σαπιοκοιλιές και στους ώμους του κουδούνια.

Κατά την πάνδημη περιαγωγή του στους δρόμους και στην αγορά ή στον Ιππόδρομο κάθιζαν το θύμα γυμνό ή ημίγυμνο σε γάιδαρο, παλιομούλαρο, ψωριασμένη καμήλα, ακόμα και σε γελάδα ανάστροφα και το υποχρέωναν να κρατάει την ουρά του υποζυγίου. Στην πομπή που σχηματιζόταν προπορεύονταν σαλπιγκτές και διαλαλητές. Και το πλήθος των συγκεντρωμένων περίεργων του πετούσαν στο πρόσωπο λάσπες και ανθρώπινες ακαθαρσίες, άδειαζαν πάνω του δοχεία με ούρα, τον χτυπούσαν στο στόμα με βορβορώδη εντόσθια σφαγίων. Μουτζούρωναν παλάμες και δάκτυλα με την καπνιά και τη γάνα των τσουκαλιών και των τζακιών, ζύγωναν τον «γαϊδουροκαθισμένο» και τον πασάλειβαν. Τον έφτυναν, τον πετροβολούσαν, τον χτυπούσαν με ραβδιά και μαστίγια, τον έβριζαν, τον λοιδορούσαν.

Διαπομπεύονταν γιατροί που δεν εφάρμοζαν καλή θεραπεία με αποτέλεσμα να πεθάνει ο ασθενής. Ανάγκαζαν, μάλιστα, τον άτυχο Ασκληπιάδη να κρατάει κατά την περιαγωγή δοχείο νυκτός….

Ακόμα και εκταφές και διαπομπεύσεις νεκρών γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη. Όπως το πτώμα του αυτοκράτορα Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου που ύστερα από τη δολοφονία στο ναό σύρθηκε –το 820– στους δρόμους και ρίχτηκε στον Ιππόδρομο. Ξέθαψαν τον πατριάρχη Ιωάννη «μετά του ωμοφορίου» και έφεραν τα λείψανά του στον Ιππόδρομο σε ημέρα αγώνων. Εκεί, μπροστά στο πλήθος, αφού αποκάλυψαν και μαστίγωσαν τον σκελετό –«έτυψε μαγκλάβια»- τον έκαψαν.

ΑΠΙΣΤΕΥΤΕΣ ΦΡΙΚΑΛΕΟΤΗΤΕΣ

Μετά το πραξικόπημα και τον αποκεφαλισμό του στρατηγού Αλέξιου Βρανά, ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Άγγελος πρόσταξε να περιαχθούν στους δρόμους της Πόλης το κεφάλι του κι ένα πόδι καρφωμένα σε παλούκια. Αλλά δεν αρκούσε η εκπόμπευση των λειψάνων του στασιαστή. Κατά την διάρκεια του επινίκιου γεύματος στο παλάτι ο αυτοκράτορας ζήτησε το κεφάλι του Βρανά και το κύλησε στο πάτωμα ανάμεσα στους συνδαιτημόνες. Άρχισαν τότε όλοι να το λακτίζουν πέρα δώθε, «δίκην σφαίρας», όπως γράφει ο Ν. Χωνιάτης, που περιορίζεται να χαρακτηρίσει την πράξη του αυτοκράτορα «επεισόδιον ουκ ευπρεπές».

Ο Αλέξιος Κομνηνός έβρασε κάποιον σε καζάνι και έστειλε ύστερα το πτώμα του στους οικείους του μέσα σε μεγάλο κοφίνι. Άλλον έκλεισε σε σακί και τον πέταξε στη θάλασσα. Για τον αρχηγό όμως των στασιαστών ήταν πιο εφευρετικός. Πρόσταξε να ετοιμάσουν ένα χαλκωματένιο στέμμα, άνοιξε τέσσερις τρύπες γύρω γύρω, στερέωσε το «διάδημα» στο κεφάλι του θύματος και έμπηξε με σφυρί τέσσερα σιδεροκάρφια από τις τρύπες στο κρανίο…

Οι αυτοκρατορικοί δήμιοι άλειφαν τα γένια και τα μουστάκια του δεμένου χεροπόδαρα θύματος με κηρέλαιο και έβαζαν φωτιά με αποτέλεσμα να καίγεται το κεφάλι σαν αλειμματοκέρι. Άλλοτε, αντί κηρέλαιο, χρησιμοποιούσαν πίσσα και ελαιόλαδο.

Κατά την περίοδο των ενδοχριστιανικών διενέξεων οι αντιμαχόμενες μερίδες συναγωνίζονταν σε βασανισμούς και κακουργίες, απαράλλαχτα όπως κατά τους θρησκευτικούς πολέμους στη Δύση. Έγδαραν λ.χ. το γενειοφόρο τμήμα του προσώπου ενός μοναχού βγάζοντας το δέρμα μαζί με τα γένια (υπενθυμίζουμε ότι όλες οι πληροφορίες στο βιβλίο του Σιμόπουλου είναι τεκμηριωμένες και ότι από τις αποτρόπαιες αυτές πράξεις που αναφέρει μόνο ένα μέρος αντιγράφουμε εδώ). Η Θεοδώρα βασάνιζε τους εχθρούς της τυλίγοντας και σφίγγοντας με βούνευρο το κεφάλι τους τόσο πολύ που έβγαιναν τα μάτια από τις κόχες.

ΓΔΑΡΣΙΜΟ ΖΩΝΤΑΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Ο δρουγγάριος των βυζαντινών πλωίμων (στόλαρχος) Νικήτας Ωορύφας (Θ΄ αιώνας), που διακρίθηκε στις εκστρατείες κατά των Αράβων πειρατών, όταν αιχμαλώτιζε χριστιανούς εξωμότες στα εχθρικά καράβια, τους έγδερνε ζωντανούς. Χάραζε το δέρμα στον αυχένα και τραβούσε με δύναμη λωρίδες ως τις φτέρνες.

ΒΡΑΣΙΜΟ ΣΕ ΚΟΧΛΑΣΤΗ ΠΙΣΣΑ

Ο προηγούμενος Ωορύφας άλλους εξωμότες κρεμούσε με τροχαλία πάνω σε καζάνια με κοχλαστή πίσσα και τους άφηνε, χαλαρώνοντας τα σχοινιά, να βυθιστούν λέγοντας πως τους βαφτίζει στη νέα θρησκεία τους.

ΑΝΑΣΚΟΛΟΠΙΣΜΟΣ – ΠΑΛΟΥΚΩΜΑ

Η περιγραφή που ακολουθεί είναι από τον Σερραίο συγγραφέα Γιώργο Καφταντζή και αναφέρεται στο βιβλίο του «Η ΣΕΡΡΑΪΚΗ ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΣΥΝΑΔΙΝΟΥ», έκδ. της Μητροπόλεως Σερρών, 1989:

«Το παλούκωμα (φούρκισμα, ανασκολοπισμός) γίνονταν δημόσια και σε θέση περίοπτη με τον εξής τρόπο. Έπαιρναν μια μακριά ως 3 μέτρα σούβλα σιδερένια ή ξύλινη με σιδερένια μύτη, την οποία κουβαλούσε ο κατάδικος στον ώμο ως τον τόπο του απαίσιου μαρτυρίου. Εκεί τον ξάπλωναν καταγής μπρούμυτα γυμνό μέχρι τη μέση και χειροπόδαρα με ανοιγμένα σκέλια. Ύστερα ο μπόγιας αφού ξέσχιζε το πανταλόνι και φάρδαινε με το μαχαίρι την τρύπα του απευθυσμένου, έχωνε τη σούβλα αλειμμένη με λίπος για να γλιστρά και χτυπώντας σιγανά προσέχοντας να μη βλάψει βασικά όργανα όπως τα έντερα, καρδιά, πλεμόνια, την έβγαζε από το πίσω μέρος της δεξιάς πλάτης…».

ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ

Μια από τις πολυδοκιμασμένες μεθόδους για οριστικό παραμερισμό, για αχρήστευση και στιγματισμό εχθρών, αντιπάλων αντιφρονούντων και κυρίως νεαρών διεκδικητών ή κληρονόμων του θρόνου ήταν ο ευνουχισμός… Αναρίθμητα τα περιστατικά βίαιου ευνουχισμού για πολιτικούς λόγους.

ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΣΕΩΝ ΑΠΟΚΟΠΗ ΤΩΝ ΤΕΝΟΝΤΩΝ ΜΕ ΜΑΧΑΙΡΙ

Προκαλούσε παράλυση.

Ο Επίκουρος για την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας

Ο Επίκουρος, στην Επιστολή προς τον Ηρόδοτο, αναφέρει τις τρεις κύριες αιτίες όπου βασίστηκε η ανθρωπότητα για να προοδεύσει δημιουργώντας τον ανθρώπινο πολιτισμό.

Οι κοινωνίες δεν προέκυψαν εκ του μηδενός, ούτε είναι δημιουργήματα κάποιων θεών, αλλά προήλθαν μέσα από μια φυσική εξελεγκτική διαδικασία. Αφού προσπάθησε αρχικά να αφαιρέσει τους μύθους που επικρατούσαν μέχρι τότε σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την επαναφέρει σε μια φυσική διάσταση, λέγοντας ότι τα διάφορα όντα, συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου, έχουν την προέλευσή τους από τον κόσμο όπου κατοικούν και όχι έξω από αυτόν.

«Πρέπει να δεχθούμε» λέει ο Επίκουρος,

«ότι στους ανθρώπους η εμπειρία και η αναγκαιότητα ήρθαν συχνά σε βοήθεια στη φύση. Ο λογισμός τελειοποίησε τα δεδομένα της Φύσης και πρόσθεσε νέες ανακαλύψεις, εδώ πιο γρήγορα, εκεί πιο αργά. Πότε διασχίζοντας τις περιόδους του χρόνου από την εποχή του απείρου, πότε σε περιόδους πιο σύντομες».

Η κύρια μαρτυρία μας για τις απόψεις του Επίκουρου σχετικά με την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας είναι το ποίημα του Λουκρήτιου «De Rerum Natura», που, χωρίς καμία αμφιβολία, ακολουθούσε τις απόψεις του ίδιου του Επίκουρου, όπως εκείνος τις καταγράφει στο περίφημο έργο του «Περί Φύσεως» και σε άλλες πραγματείες. Ο Λουκρήτιος, στο ποίημά του, αναλύει και μιλάει για την ανάγκη που μας ωθεί στην αναζήτηση μέσω των αισθήσεων, για την εμπειρία που συσσωρεύει στο πέρασμα του χρόνου τα αποτελέσματα αυτών των διαδοχικών αναζητήσεων, και για τη λογική που επεξεργάζεται ακατάπαυστα τα δεδομένα των αισθήσεων καταλήγοντας σε συμπεράσματα. Ο χρόνος, λέει ο Λουκρήτιος «φέρνει αργά στο φως όλες τις ανακαλύψεις», και η λογική είναι εκείνη που με τη βοήθεια του χρόνου «διδάσκει λίγο-λίγο και βήμα-βήμα τους ανθρώπους».

Οι άνθρωποι της πρώτης περιόδου, σύμφωνα με τον Λουκρήτιο, δεν διαθέτουν ούτε τα στοιχειώδη εργαλεία, δεν γνωρίζουν να καλυφτούν το σώμα τους ούτε με δέρματα ζώων, βγάζουν άναρθρες κραυγές τριγυρνώντας σε αγέλες, όπως τα ζώα, πίνουν νερό απ τα ποτάμια και τρώνε κυρίως φρούτα και λαχανικά. Είναι όμως πιο συγκροτημένοι και σκληραγωγημένοι σε σχέση με τον σημερινό άνθρωπο, με δυνατό σκελετό και με μυς για να αντέχουν στις καιρικές συνθήκες, κάτι που τους βοήθησε σημαντικά στον αγώνα για την επιβίωσή τους.

Παρ' ότι ήσαν γυμνοί και χωρίς όπλα, με τα δυνατά τους χέρια και με τα επιδέξια πόδια υποστήριζαν και κάλυπταν τα μειονεκτήματά τους στη μάχη που έδιναν καθημερινά για την ίδια τους τη ζωή. Όταν έβλεπαν μεγάλα και δυνατά ζώα, λέει ο Λουκρήτιος, έφευγαν μακριά και τα πετούσαν πέτρες ή ανέβαιναν στα δένδρα να σωθούν, ενώ τα λιγότερα επικίνδυνα τα χτυπούσαν από κοντά με ρόπαλα και άλλα θανατηφόρα αντικείμενα. Το βράδυ ξεκουράζονταν και κοιμόντουσαν στο χώμα, μέσα σε σπηλιές και σε λαγκάδια όπου ένιωθαν προστατευμένοι απ' τους κινδύνους. Συνεχίζοντας την απολαυστική του αφήγηση, ο Λουκρήτιος λέει ότι,

«οι άνθρωποι εκείνης της εποχής δεν γνώριζαν την έννοια του κοινού σκοπού ούτε το καλό, δεν ήξεραν από νόμους ούτε από ηθικούς κανόνες στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο καθένας άρπαζε από το αυθόρμητο της φύσης του, τη πρώτη λεία που έβρισκε μπροστά του, και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η επιβίωσή του, να φροντίζει μονάχα για τον εαυτό του».

Σε αυτό το άγριο περιβάλλον όπου επικρατούσε η δύναμη του πιο ισχυρού, σε μια διαρκή κατάσταση πολέμου και καθημερινής μάχης για την επιβίωση, για τον πρωτόγονο άνθρωπο τίποτα άλλο δεν είχε σημασία παρά μόνο η ίδια του η ζωή, ώσπου κάποια στιγμή, με την συνδρομή του χρόνου, και βασιζόμενος αρχικά στις δυο από τις τρεις κύριες αιτίες που αναφέρει ο Επίκουρος, στην ανάγκη και στην εμπειρία, προχώρησε στις πρώτες του σημαντικές ανακαλύψεις. Έμαθε να ντύνεται γδέρνοντας τα ζώα που σκότωνε, να κατασκευάζει καλύβες για να προφυλάσσεται από τη βροχή και το κρύο, αλλά το σημαντικότερο απ' όλα ήταν πως ανακάλυψε να ανάβει φωτιά.

Η φωτιά τον έβγαλε από την κτηνώδη κατάσταση στην οποία ζούσε και αποτέλεσε «μέσο, χρησιμοποιώντας και τη λογική πλέον για νέες εφευρέσεις, όπου οι άνθρωποι με το πιο έξυπνο μυαλό και την πιο δυνατή νόηση, εισήγαγαν από μέρα σε μέρα αλλαγές στην τροφή και παλιό τρόπο ζωής». Έτσι, με την ανακάλυψη της φωτιάς, άρχισαν να μαζεύονται γύρω από αυτήν κάτω από κοινή στέγη, και ο άνδρας με τη γυναίκα που μέχρι τότε ενώνονταν κατά τύχη, δημιουργούν οικογένεια και συγκροτούν μια ομάδα, ξεκινώντας μια νέα περίοδο στην Ιστορία της Ανθρωπότητας.

Είναι η περίοδος που γεννιέται η κοινωνία με την αμοιβαία αποδοχή ισότητας, ανάμεσα στην γυναίκα και στον άνδρα και η εμφάνιση των πιο ευγενών συναισθημάτων για τα τέκνα. Σε αυτό το στάδιο, προκύπτει και η σύνδεση μεταξύ των οικογενειών που διέπεται από την αρχή της ωφέλειας, μιας και οι άνθρωποι ήταν σε θέση να ενωθούν για να αποτρέψουν φυσικούς κινδύνους, και να μεριμνήσουν συμμετέχοντας από κοινού στις διάφορες ασχολίες, ώστε να εξασφαλίσουν τα βασικά και αναγκαία αγαθά για την ασφαλή επιβίωση, την αναπαραγωγή και την ευθυμία των μελών τους.

Παράλληλα, καθώς τα ανθρώπινα όντα βιώνουν διαφορετικές επιδράσεις και λαμβάνουν διαφορετικές παραστάσεις και εικόνες, που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο, ομοίως και οι ήχοι που παράγονται ως απάντηση σε οποιοδήποτε δεδομένο ερέθισμα είναι διαφορετικοί, και οι αρχικές κραυγές τους μετατρέπονται σε λέξεις, που είναι λίγο ή πολύ σύμφωνες με τα αρχικά ή τα πρωτόγονα αντικείμενά τους. Οι πρωτόγονες λέξεις δεν αποτελούσαν ακόμη πηγή διανοητικής σύγχυσης, αλλά αυτό άλλαξε μετέπειτα με την πλήρη ανάπτυξη της γλώσσας, πράγμα που εξηγεί και το γεγονός της ύπαρξης πολλών γλωσσών.

Η επιστήμη της Ανθρωπολογίας σήμερα υιοθετεί σε αρκετά πράγματα τις υποθέσεις του Λουκρήτιου για την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Ευρετική διαθεσιμότητα και λήψη αποφάσεων

Η διαθεσιμότητα ευρετικών αποφάσεων συνεπάγεται τη λήψη αποφάσεων με βάση το πόσο εύκολο είναι να ανακαλέσουμε κάτι στο μυαλό μας. Όταν προσπαθείτε να λάβετε μια απόφαση, μπορείτε να θυμηθείτε γρήγορα ορισμένα σχετικά παραδείγματα και δεδομένου ότι αυτά είναι πιο εύκολα διαθέσιμα στη μνήμη σας, θα κρίνετε πιθανώς ότι αυτά είναι και τα πιο συνηθισμένα ή ότι συμβαίνουν συχνά.

Για παράδειγμα, εάν σκέφτεστε να πετάξετε με αεροπλάνο και ξαφνικά σκεφτείτε μια σειρά πρόσφατων αεροπορικών ατυχημάτων, μπορεί να αισθανθείτε ότι το ταξίδι με το αεροπλάνο είναι πολύ επικίνδυνο και αποφασίζετε να ταξιδέψετε με αυτοκίνητο. Επειδή αυτά τα παραδείγματα αεροπορικών καταστροφών ήρθαν στο μυαλό σας τόσο εύκολα (αυτό που λέμε διαθεσιμότητα), η ευελιξία διαθεσιμότητας σας οδηγεί στο να πιστεύετε ότι τα αεροπορικά ατυχήματα είναι πιο συνηθισμένα από ότι είναι πραγματικά.

Η ευρετική διαθεσιμότητα (availability heuristic) σας βοηθάει μεν να κάνετε γρήγορες, αλλά μερικές φορές εσφαλμένες εκτιμήσεις δε. Έτσι, μπορεί να είναι χρήσιμη σε πολλές περιπτώσεις, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει και σε γνωσιακές προκαταλήψεις.

Η γρήγορη σκέψη και επίλυση ενός προβλήματος μπορεί ασφαλώς να φέρει σφάλματα. Ακριβώς επειδή κάτι έχει δουλέψει σωστά στο παρελθόν, δεν σημαίνει ότι θα λειτουργήσει και πάλι σωστά. Όπως θα δείτε οι ευρετικές αποφάσεις μπορούν να οδηγήσουν σε ανακριβείς κρίσεις για το πώς συμβαίνουν τα συνήθη πράγματα και για το τι ποσοστό αντιπροσωπεύουν.

Μπορούν επίσης να συμβάλλουν σε πράγματα όπως τα στερεότυπα και οι προκαταλήψεις. Επειδή οι άνθρωποι χρησιμοποιούν διανοητικές συντομεύσεις για να ταξινομούν και να κατηγοριοποιούν τους ανθρώπους, συχνά παραβλέπουν πιο σχετικές πληροφορίες και δημιουργούν στερεοτυπικές κατηγοριοποιήσεις που δεν συμβαδίζουν με την πραγματικότητα.

Από την Ιστορία

Στις αρχές του 1900, η ​​συμπεριφορική οικονομική έρευνα υπέθεσε ότι οι άνθρωποι ήταν εντελώς λογικοί παράγοντες στη λήψη αποφάσεων, όπως ορίζεται από το καθαρά οικονομικό μοντέλο του ορθολογισμού. Αυτό το μοντέλο πρότεινε ότι κατά τη λήψη αποφάσεων, οι άνθρωποι ήταν σε θέση να αξιολογήσουν με ακρίβεια όλες τις διαθέσιμες επιλογές και πληροφορίες προκειμένου να κάνουν βέλτιστες κρίσεις. Τα λάθη που διαπιστώθηκαν αργότερα στην κρίση τους ήταν επομένως τόσο απροσδόκητα όσο και ανεξήγητα.

Ο Χέρμπερτ Σάιμον στη δεκαετία του 1950 βοήθησε να κατανοηθούν τα φαινομενικά μη συστηματικά λάθη των υποτιθέμενων ορθολογιστικών ιθυνόντων. Ο Simon εισήγαγε την ιδέα του περιορισμένου ορθολογισμού, η οποία πρότεινε ότι οι άνθρωποι προσπαθούν να λάβουν τις καλύτερες δυνατές αποφάσεις, εντός των εγγενών περιορισμών της δικής τους επεξεργαστικής δύναμης.

Αυτή η έννοια της περιορισμένης ορθολογικότητας έθεσε τα θεμέλια για τη συζήτηση των ευρετικών και των προκαταλήψεων ή των νοητικών συντομεύσεων της λήψης των αποφάσεων.

Οι πιο αξιοσημείωτες πρώιμες συνεισφορές σε αυτόν τον τομέα έγιναν από τους ψυχολόγους Daniel Kahneman και Amos Tversky. Οι Kahneman και Tversky (1974) αναγνώρισαν, κατηγοριοποίησαν και ανέλυσαν εμπειρικά ένα σύνολο ευρετικών που χρησιμοποιούνται σε σενάρια λήψης αποφάσεων στα οποία δεν ήταν προσβάσιμες όλες οι πληροφορίες, αλλιώς γνωστά ως σενάρια κρίσης υπό αβεβαιότητα.

Με άλλα λόγια, δεν είναι πάντα δυνατό να λαμβάνονται υπόψη με ακρίβεια όλες οι σχετικές πληροφορίες κατά τη λήψη μιας απόφασης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι άνθρωποι εργάζονται με τις πληροφορίες που είναι πιο διαθέσιμες και σχετικές με αυτούς.

Πως λειτουργεί η ευρετική διαθεσιμότητα

Όταν προσπαθείτε να λάβετε μια απόφαση, μια σειρά συναφών γεγονότων ή καταστάσεων θα μπορούσε αμέσως να αναδειχθεί στην πρώτη γραμμή των σκέψεων σας. Ως αποτέλεσμα, μπορεί να κρίνετε ότι τα γεγονότα αυτά είναι συχνότερα ή πιθανόν από άλλα. Δίνετε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σε αυτές τις πληροφορίες και τείνετε να υπερεκτιμάτε την πιθανότητα και την πιθανότητα να συμβούν παρόμοια πράγματα στο μέλλον.

Για παράδειγμα, αφού δείτε πολλές ειδήσεις σχετικά με κλοπές αυτοκινήτων, μπορείτε να κρίνετε ότι η κλοπή οχημάτων είναι πολύ πιο κοινή από ό, τι οι άλλες κλοπές στην περιοχή σας.

Αυτός ο τύπος ευρετικής διαθεσιμότητας μπορεί να είναι χρήσιμος και σημαντικός στη λήψη αποφάσεων . Όταν αντιμετωπίζουμε μια επιλογή, συχνά δεν έχουμε το χρόνο ή τους πόρους για να την ερευνήσουμε σε βάθος. Αντιμέτωποι με την ανάγκη για μια άμεση απόφαση, η ευρετική διαθεσιμότητα επιτρέπει στους ανθρώπους να φτάσουν σύντομα σε ένα συμπέρασμα.

Σε ένα παράδειγμα οι ερευνητές έχουν διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι που είναι πιο εύκολα σε θέση να θυμούνται μία διαφήμιση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, ήταν επίσης πιο πιθανό να νομίζουν ότι η κατάθλιψη επηρεάζει υψηλό ποσοστό ανθρώπων. Αυτό μπορεί μερικές φορές να οδηγήσει σε εσφαλμένες αποφάσεις

Η ευρετική διαθεσιμότητα μπορεί να είναι χρήσιμη κατά καιρούς, ωστόσο, μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα και σφάλματα. Οι αναφορές παιδικών απαγωγών, ατυχημάτων αεροπλάνου και εκτροχιασμών τρένων οδηγούν συχνά τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι τέτοια γεγονότα είναι πολύ πιο συνηθισμένα από αυτά που πραγματικά είναι.

Ο όρος αυτός δημιουργήθηκε για πρώτη φορά το 1973 από τους Νομπελίστες ψυχολόγους Amos Tversky και Daniel Kahneman. Πρότειναν ότι η ευρετική διαθεσιμότητα λαμβάνει χώρα ασυνείδητα και λειτουργεί με την αρχή ότι “αν κάτι το σκεφτείτε, πρέπει να είναι σημαντικό”. Τα πράγματα που έρχονται στο μυαλό πιο εύκολα πιστεύεται ότι είναι πολύ συνηθέστερα και πιο ακριβή αντανακλάσεις του πραγματικού κόσμου.

Όπως εξήγησαν οι Tversky και Kahneman, ένα από τα πιο προφανή παραδείγματα της ευρετικής διαθεσιμότητας είναι ο αντίκτυπος των παραδειγμάτων που εύκολα σας έρχονται στο νου. Για παράδειγμα, αφού δείτε μια ταινία για μια πυρηνική καταστροφή, ίσως να είστε πεπεισμένοι ότι ένας πυρηνικός πόλεμος ή ατύχημα είναι πολύ πιθανό. Αφού δείτε ένα αυτοκίνητο αναποδογυρισμένο στην πλευρά του δρόμου, ίσως να πιστεύετε ότι η δική σας πιθανότητα να πάθετε ένα ατύχημα είναι πολύ υψηλή. Και όσο περισσότερο παραμένετε προσηλωμένοι στο φαινόμενο, τόσο περισσότερο διαθέσιμο θα είναι στο μυαλό σας και τόσο πιο πιθανό θα το πιστέψετε.

Το πρόβλημα είναι ότι ορισμένα γεγονότα τείνουν να ξεχωρίζουν στο μυαλό μας περισσότερο από άλλα.

Η υπερβολική κάλυψη των μέσων ενημέρωσης μπορεί να προκαλέσει κάτι τέτοιο, αλλά μερικές φορές η καινοτομία που περιβάλλει ένα γεγονός μπορεί να το κάνει να είναι πιο διαθέσιμο στη μνήμη σας. Και αν το γεγονός είναι πιο ασυνήθιστο, αποκτάει μεγαλύτερη σημασία, πράγμα που σας οδηγεί να υποθέσετε εσφαλμένα ότι το γεγονός είναι πολύ πιο σύνηθες από αυτό που πραγματικά είναι.

Παραδείγματα ευρετικής διαθεσιμότητας
  • Αφού δείτε ειδήσεις για τους ανθρώπους που χάνουν τη δουλειά τους, ίσως αρχίσετε να πιστεύετε ότι κινδυνεύετε να μείνετε άνεργοι. Αρχίζετε να το σκέφτεστε στο κρεβάτι κάθε βράδυ, ανησυχώντας ότι πρόκειται να απολυθείτε.
  • Αφού δείτε διάφορες ταινίες ή ειδήσεις με επιθέσεις καρχαρία, αρχίζετε να πιστεύετε ότι αυτά τα συμβάντα είναι σχετικά συχνά. Και όταν πηγαίνετε διακοπές, αρνείστε να κολυμπήσετε στον ωκεανό επειδή πιστεύετε ότι η πιθανότητα μιας επίθεσης καρχαρία είναι υψηλή.
  • Αφού διαβάσετε ένα άρθρο σχετικά με τους νικητές των λαχειοφόρων αγορών, αρχίζετε να υπερεκτιμάτε τη δική σας πιθανότητα να κερδίσετε το τζάκποτ. Ξεκινάτε να ξοδεύετε περισσότερα χρήματα από ό, τι θα έπρεπε κάθε εβδομάδα στα λαχεία.
  • Αφού δείτε ειδήσεις σχετικά με τις απαγωγές παιδιών υψηλού προφίλ, αρχίζετε να πιστεύετε ότι τέτοιες τραγωδίες είναι αρκετά συνηθισμένες. Αρνείστε να αφήσετε το παιδί σας να παίζει έξω μόνο του και ποτέ δεν το αφήνετε από το βλέμμα σας.
  • Οι πολιτικοί μπορούν (και συχνά κάνουν) να χρησιμοποιήσουν την προκατάληψη της διαθεσιμότητας για δικό τους πολιτικό όφελος. Δίνοντας υπερβολική έμφαση σε ορισμένα ζητήματα, απειλές ή ακόμα και στις αρνητικές ιδιότητες ενός αντιπάλου υποψηφίου, μπορούν να κάνουν τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι αυτά τα πράγματα που λένε συναντώνται πιο συχνά και είναι πιο σχετικά από ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Πώς να βοηθήσουμε τα παιδιά να είναι πιο υπεύθυνα για τις πράξεις τους

Ας το παραδεχτούμε: Πολλά παιδιά φέρονται άσχημα επειδή αισθάνονται ότι οι γονείς τους είναι πολύ περιοριστικοί. Παραβιάζουν τους κανόνες ως ένας τρόπος να διαμαρτυρηθούν για τον έλεγχο που ασκούν οι γονείς τους πάνω τους.

Δυστυχώς, δεν συνειδητοποιούν πάντα ότι μπορεί να υπάρχουν λόγοι για τους οποίους οι ενήλικες έχουν θέσει τους κανόνες εξαρχής. Συχνά είναι για να τα προστατεύσουν από καταστάσεις που μπορεί να μην είναι αναπτυξιακά έτοιμα να διαχειριστούν. Τα παιδιά δεν το συνειδητοποιούν πάντα αυτό και μπορεί να μπλέξουν σε πολλούς μπελάδες αγνοώντας τα όρια των γονιών τους.

Η υπέρβαση των ορίων μπορεί να έχει πραγματικές συνέπειες

Τα προβλήματα αρχίζουν όταν τα παιδιά παίρνουν αποφάσεις που έχουν μελλοντικές συνέπειες τις οποίες μπορεί να μην έχουν αναγνωρίσει. Είτε πρόκειται για χρήση ναρκωτικών, κατανάλωση αλκοόλ ή/και σεξουαλικές δραστηριότητες, μπορεί να παίρνουν αποφάσεις για ενήλικες χωρίς την οπτική γωνία ενός ενήλικα. Δυστυχώς, όταν συμβαίνει αυτό, τα πράγματα μπορεί να πάνε άσχημα, και αυτό μπορεί να συμβεί γρήγορα και μερικές φορές αμετάκλητα.

Από μικρή ηλικία, τα παιδιά ενημερώνονται ότι πρέπει να ακολουθούν κανόνες. Τους λένε πότε πρέπει να πάνε στο σχολείο, πώς πρέπει να συμπεριφέρονται στο σχολείο, πότε πρέπει να πάνε για ύπνο, πότε πρέπει να σηκωθούν, τι είδους φαγητό να τρώνε κ.λπ. Συχνά ένα παιδί αισθάνεται ότι οι κανόνες δεν έχουν πάντα νόημα και όταν εκφράζει τις ανησυχίες του, οι ανησυχίες αυτές απορρίπτονται. Οι γονείς μπορεί να είναι άκαμπτοι και να λένε στο παιδί ότι πρέπει να αποδεχτεί τους κανόνες και να τους τηρήσει, ανεξάρτητα από το πώς αισθάνεται το ίδιο γι’ αυτό.

Ως αποτέλεσμα, τα παιδιά μπορεί να εξοργιστούν επειδή δεσμεύονται από κανόνες που τους υπαγορεύονται και στους οποίους δεν έχουν λόγο. Τα παιδιά μπορεί να θεωρούν ότι οι κανόνες είναι προς όφελος των γονέων τους και όχι των δικών τους.

Καθώς μεγαλώνουν προς την εφηβεία τους, μπορεί να πιστεύουν ότι η παραβίαση των κανόνων είναι ένας τρόπος να απελευθερωθούν από τον έλεγχο των γονέων τους και να διεκδικήσουν τη δική τους ταυτότητα. Με αυτόν τον τρόπο, οι έφηβοι μπορεί να θεωρούν ότι οι πράξεις αδιαφορίας τους επηρεάζουν μόνο τους κανόνες που έχουν θεσπίσει οι γονείς τους.

Μπορεί να μη βλέπουν τις πιθανές συνέπειες των πράξεών τους όσον αφορά τη ζημιά που μπορεί να κάνουν στον εαυτό τους. Μόνο όταν ο έφηβος έχει εθιστεί στη νικοτίνη ή αρχίζει να αποτυγχάνει στα μαθήματα στο σχολείο, γίνεται σαφές ότι υπήρχαν σοβαροί λόγοι για τα όρια που είχαν τεθεί.

Μια πιθανή λύση

Το ερώτημα είναι, τι μπορεί να γίνει γι’ αυτό; Πώς μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τους εφήβους ώστε να καταλάβουν ότι υπάρχουν λόγοι για τα όρια που τους θέτουμε; Πώς θα τους κάνουμε να πάρουν αυτούς τους κανόνες στα σοβαρά και πώς θα αντισταθούν στους πειρασμούς να τους παραβιάσουν;

Τι θα γινόταν αν, από μικρά παιδιά, συζητούσαν μαζί με τους γονείς τους κανόνες και ένιωθαν ότι είχαν λόγο στους κανόνες του σπιτιού; Οι περισσότεροι γονείς αφήνουν τα παιδιά να γνωρίζουν τι αναμένεται από αυτά. Τι θα γινόταν αν, όταν ήταν μικρά, ένιωθαν ότι είχαν τη δυνατότητα να συζητήσουν τους κανόνες και να μπορούν να μιλήσουν γι’ αυτούς; Με αυτόν τον τρόπο, ελπίζουμε ότι θα αισθάνονταν ότι είχαν λόγο για τους κανόνες του σπιτιού και, ως εκ τούτου, θα είχαν κάποια επιθυμία να ζουν μέσα σε αυτούς.

Συζητώντας τα όρια στην οικογένεια και μιλώντας με τα παιδιά μας γι’ αυτά, θα τους δίναμε ένα αίσθημα ενδυνάμωσης που ελπίζουμε ότι θα τα βοηθούσε να δουν τους κανόνες ως οικογενειακούς κανόνες και όχι απλώς ως αυθαίρετα όρια από τους γονείς τους. Θα αισθάνονταν μέρος της λήψης αποφάσεων και όχι απλώς ότι τους υπαγορεύουν.

Πρότυπα ευθύνης

Τι θα γινόταν αν μεγαλώναμε τα παιδιά μας έτσι ώστε να αισθάνονται ότι έχουν μεγαλύτερο έλεγχο στις αποφάσεις που διέπουν τη ζωή τους; Αυτό θα γινόταν μέσω μιας προσέγγισης ελέγχων και ισορροπιών, όπου τα παιδιά θα έπρεπε να επιδεικνύουν υπευθυνότητα (να μην μπλέκουν σε μπελάδες, να παίρνουν καλούς βαθμούς κ.λπ.) προκειμένου να συμμετέχουν στη διαδικασία. Με αυτόν τον τρόπο, οι γονείς θα εξακολουθούσαν να είναι σε θέση να θέτουν τα οικογενειακά όρια – ωστόσο, το παιδί ελπίζουμε ότι θα επενδύει περισσότερο στις τελικές αποφάσεις. Οι κανόνες θα ήταν ουσιαστικά μια κοινή προσπάθεια με την ελπίδα ότι το παιδί θα ήταν πρόθυμο να τους αποδεχτεί και να τους τηρήσει.

Έτσι, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι σαφώς υπάρχουν κανόνες που οι γονείς πρέπει να επιβάλλουν ανεξάρτητα από τη συμφωνία του παιδιού. Αυτή η πρόταση δεν έχει σε καμία περίπτωση σκοπό να παρακάμψει την ευθύνη των γονέων να κρατήσουν το παιδί τους ασφαλές και να δημιουργήσουν κανόνες που θα τους βοηθήσουν να το κάνουν αυτό.

Η ελπίδα είναι ότι οι γονείς μπορούν να συζητήσουν ανοιχτά τους κανόνες και τους λόγους που τους επιβάλλουν. Το παιδί μπορεί στη συνέχεια να εκφράσει τις ανησυχίες του και να ακουστεί, γεγονός που μπορεί να το βοηθήσει να νιώσει ότι συμπεριλαμβάνεται και ότι το σέβονται στη συζήτηση.

Ενσταλάζοντας στα παιδιά από μικρή ηλικία ότι έχουν κάποιο λόγο στις επιλογές που επηρεάζουν τη ζωή τους, η ελπίδα είναι ότι θα είναι πιο πρόθυμα να αποδεχτούν τους κανόνες, αφού έχουν συμμετάσχει στη δημιουργία τους. Η ουσία είναι ότι σε κανέναν δεν αρέσει να αισθάνεται ότι ελέγχεται από άλλους. Όταν οι γονείς θέτουν τον νόμο στα παιδιά τους χωρίς καμία συμβολή από το παιδί, υπάρχει συχνά η επιθυμία να επαναστατήσουν.

Καθώς τα παιδιά γίνονται έφηβοι, είναι φυσικό να θέλουν να δημιουργήσουν τη δική τους ταυτότητα. Βρίσκονται στη διαδικασία να καταλάβουν ποιοι είναι και τι θέλουν στη ζωή. Γι’ αυτό είναι σημαντικό για τα παιδιά να αισθάνονται ότι έχουν λόγο στους κανόνες του νοικοκυριού.

Αν μπορούν να τους κατανοήσουν και να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων, δεν είναι πλέον οι γονείς που επιβάλλουν τη θέλησή τους στο παιδί τους- είναι συμφωνημένες επιλογές που το παιδί ελπίζουμε ότι θα μπορέσει ευκολότερα να σεβαστεί. Φυσικά, οι γονείς πρέπει να έχουν τον τελευταίο λόγο. Ωστόσο, ίσως να υπάρχει κάποια ευελιξία, ώστε το παιδί να αισθάνεται ότι ακούγεται και ότι το σέβονται.

Ακόμη και με αυτές τις προσπάθειες, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αυτό δεν είναι ασφαλές. Κατά καιρούς, τα παιδιά μπορεί να αφήσουν τα συναισθήματά τους να κυριαρχήσουν και να αγνοήσουν τις συμφωνίες τους. Όταν συμβαίνει αυτό, είναι σημαντικό να μην αντιδράτε υπερβολικά.

Αντίθετα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μια μαθησιακή εμπειρία που θα βοηθήσει το παιδί να κατανοήσει τη σημασία της τήρησης των δεσμεύσεων. Με το να έχουν τα παιδιά λόγο στους οικογενειακούς κανόνες, η ελπίδα είναι ότι θα νιώσουν ενδυναμωμένα και θα αναγνωρίσουν ότι έχουν σημασία. Αυτό μπορεί επίσης να οδηγήσει σε καλύτερη λήψη αποφάσεων, καθώς βλέπουν ότι οι επιλογές τους δεν αφορούν μόνο το να «ξεφύγουν» από κάτι, αφορά το τι είναι καλύτερο για τα ίδια και τη ζωή τους.

Τι δεν πρέπει ποτέ να ανεχτείς σε μια σχέση

Μια σχέση μπορεί να είναι τέλεια, ή μπορεί και να είναι το ακριβώς αντίθετο της τελειότητας!

Αυτό είναι κάτι που εξαρτάται και από τους δυο.

«Κακά τα ψέματα» και υποχωρήσεις θα κάνεις, και «νερό στο κρασί σου» θα βάλεις.
Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα που κανείς δεν πρέπει να ανέχεται σε μια σχέση!

1. Την αδικαιολόγητη ζήλια. Δηλαδή το να σε ζηλεύει παθολογικά, να ζηλεύει ακόμη «και τη σκιά σου», ή οποιοδήποτε άτομο του αντίθετου φύλου, που σου απευθύνει το λόγο ακόμη και για «καλήμερα». Ε! Δεν γίνεται να συναστρέφεσαι αποκλειστικά και μόνο με άτομα του ιδίου φύλου, για να μην έχεις μουρμούρα από το «je t’aime» σου!

2.Το να είναι ο/η «je t’aime» σου control freak. Σε βαθμό που φυσικά να ξεπερνά τα όρια του χαριτωμένου! Δεν είναι φυσιολογικό ο ένας από τους δύο να βάζει μακροχρόνια προγράμματα ακόμη και για το πότε θα φτερνιστείς. Plus χάνεις έτσι και τη χαρά της ζωής! Κάποια πράγματα καλό είναι να γίνονται αυθόρμητα!

3. Το να θέλει να σε αλλάξει «συθέμελα». Αν εξαρχής δεν πληρούσες τα standards του/της γιατί μπήκε στη διαδικασία να ασχοληθεί μαζί σου; Δεν είναι φυσιολογικό να θέλει ο/η «je t’aime» σου, να σου κάνει «μεταμόσχευση» προσωπικότητας! Και ακόμη κι αν θέλει, ο σκοπός είναι εσύ να μη το δεχτείς.

4. Το να ξεσηκώνει καυγάδες συνέχεια και «από το πουθενά». Δεν γίνεται να τσακώνεστε «για ψύλλου πήδημα», ούτε με την ίδια συχνότητα, διάρκεια και ένταση για όλα τα θέματα, σοβαρά και μη. Είναι απλώς ψυχοφθόρο!

5. Το να σου γκρινιάζει για όλα. Όλοι θα γκρινιάξουμε για κάτι, κάποια στιγμή. Αλλά δεν γίνεται η γκρίνια να είναι «non-stop», και για όλα τα θέματα ανεξαιρέτως. Η συνεχόμενη μουρμούρα, άλλωστε, δείχνει ότι κάποιος δεν είναι ευχαριστημένος ποτέ και με τίποτα.

6. Το να υπάρχει ανισορροπία στην κατανομή των υποχρεώσεων. Από το πιο απλό πράγμα, π.χ. το ποιος θα βρει που θα πάτε διακοπές και θα κάνει τις κρατήσεις, μέχρι το ποιος θα πλύνει τα πιάτα και θα μαγειρέψει. Δεν είναι δυνατόν να τα αναλαμβάνει συνέχεια να τα διευθετεί μονάχα ο ένας από τους δυο.

Μήν χάσετε:

7. Τα ασύστολα ψέματα. Ακόμη κι αν πρόκειται για «αθώα» ψεματάκια (που «κακά» τα ψέματα «white lies» δεν υφίστανται), σκέψου ότι αν σου λέει ψέματα για το πιο απλό πράγμα του κόσμου π.χ. σε ποια καφετέρια πήγε με την παρέα του/της, τι άλλα ψέματα μπορεί να σου λέει για άλλα, σοβαρά κιόλας ζητήματα.

8. Το να μη στηρίζει τα όνειρά σου. Το να νιώθεις δηλαδή ότι τα θεωρεί υποδεέστερα, ή ακόμη και το να μην σε ενθαρρύνει να τα «κυνηγήσεις», είναι δείγμα ανθρώπου που νοιάζεται μόνο για τον εαυτούλη του, και μπορεί, μελλοντικά, ακόμη και να «σε κρατήσει» πίσω για να πετύχει τους δικούς του/της στόχους. Το ενδιαφέρον και η στήριξη να θυμάσαι ότι δεν γίνεται, και δεν πρέπει να είναι μονόπλευρα.

9. Το να σου ζητάει να δίνεις προτεραιότητα μονίμως στις δικές του/της ανάγκες. Το να συμβεί κάποιες φορές αυτό, ή να το κάνεις επειδή πραγματικά το θέλεις it’s ok. Αλλά το να γίνεται επειδή στο ζητάει διακαώς, δεν είναι φυσιολογικό! Υποχωρήσεις θα κάνεις ασφαλώς, αλλά όταν γίνονται συστηματικά, γίνεσαι «θύμα», και «σε πιάνει και λιγάκι ο άλλος κορόιδο»!

10. Το να σε ζηλεύει/να σου γκρινιάζει/κατηγορεί για το παρελθόν σου. Παρελθόν έχουν όλοι. Είναι απολύτως φυσιολογικό! Δεν γεννήθηκες όταν τον/την γνώρισες. Είναι λάθος και άδικο, αν ο/η «je t’aime» σου «κοπανάει» λάθη ή καταστάσεις που του/της έχεις πει ότι έγιναν προτού γνωριστείτε. Είναι άδικο να κρίνεσαι από την μεροληπτική θεώρηση που έχει, από εσένα μάλιστα που του/της τα έχεις αναφέρει (που «στην τελική» θα μπορούσες άνετα να τα έχεις αποκρύψει αν ήθελες),για θέματα και ανθρώπους που αποτελούν πλέον παρελθόν.

11. Η απάθεια και η τεμπελιά. Δεν μπορεί να είστε 2 σε μια σχέση, αλλά ο ένας να ασχολείται πραγματικά. Αν είναι έτσι κάνε σχέση με τον εαυτό σου. Λιγότερη ταλαιπωρία θα περάσεις. Αν ο/η «je t’aime» σου έχει αρχίσει να σε θεωρεί «δεδομένο», και έχει αρχίσει να μην πολυασχολείται μαζί σου,ή περιμένει, μονίμως, να τα κάνεις όλα εσύ, τότε σίγουρα η σχέση που έχετε μόνο χαρά και ευτυχία δεν μπορεί να σου προσφέρει!

12. Το να σε πρεσάρει για πράγματα που δεν θες να κάνεις. Π.χ. συγκατοίκηση, γάμος, παιδιά, σκυλιά, γνωριμίες με όλο το σόι, να πάτε μαζί σε άλλη χώρα για να βρείτε δουλειά κ.ά. Το να έχετε διαφορετικά «θέλω» στη ζωή σας είναι νορμάλ. Το θέμα είναι να μην καταπιέζει ο ένας τον άλλο για να κάνει πράγματα.

Ο σκοπός είναι γνωρίζοντας τις επιθυμίες του/της, να θελήσεις κάποια στιγμή να τα προσφέρεις αυτά αυθόρμητα, χωρίς να χρειαστεί να τα διεκδικήσει. Αν δεν σε εμπνέει να το κάνεις, σημαίνει ότι μάλλον δεν είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να είσαι μαζί του. Σε μια σχέση το σωστό timing στα «θέλω» και των δύο παίζει μεγάλο ρόλο.

Και είναι λάθος να κάνεις κάτι μόνο και μόνο για να ευτυχήσει ο άλλος, γιατί αρχικά μπορεί να μην έχεις πρόβλημα, αλλά εν καιρώ, θα φανεί ότι δεν περνάς καλά (και η ζωή είναι πολύ μικρή, για να περνάς άσχημα).