Κυριακή 17 Απριλίου 2022

Εβραϊκό Πεσάχ – χριστιανικό Πάσχα

 Οι σύγχρονοι ρωμιοί θεωρούν, ότι το Πάσχα είναι ελληνική γιορτή. Το Πάσχα όμως, ήταν και είναι σημαντικότατη εβραϊκή γιορτή, που δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα. Επί πλέον, δεν πρόκειται περί γιορτής αγάπης, όπως προπαγανδίζεται, αλλά περί γιορτής μίσους, ρατσισμού και απειλών.

Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα οι ιερείς ψάλλουν στις εκκλησίες ύμνους, που εκθειάζουν κάθε τι το εβραϊκό, ενώ παράλληλα εξαπολύουν απειλές. Ειδικότερα στο «Τριώδιο», που ψέλνεται στους χριστιανικούς ναούς όλη την περίοδο της Σαρακοστής, περιέχονται πολλές ύβρεις, κατάρες, συκοφαντίες και απαράδεκτοι αναθεματισμοί κατά του ελληνικού πολιτισμού.

Το άρθρο αυτό εστιάζεται στην τελευταία προ του Πάσχα «Μεγάλη Εβδομάδα», δηλ. από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Επιλέξαμε και σας παρουσιάζουμε μόνο τα αποσπάσματα, που διαβάζονται στις εκκλησίες. Εντύπωση προκαλεί η κατ’ επανάληψη υμνολογία του εβραϊκού στοιχείου. Οι λέξεις που ακούγονται συχνά συνοδευόμενες από κοσμητικά επίθετα και καλολογικά στοιχεία είναι: Σιών, Ισραήλ και Ιερουσαλήμ. Ο,τιδήποτε άλλο, που δεν έχει σχέση με το Ισραήλ, καθυβρίζεται κι απειλείται. Ένα μικρό δείγμα για του λόγου το αληθές:

Κυριακή των Βαΐων

• «Ιδού ο Βασιλεύς σου, Σιών.» (Στον Μικρό Εσπερινό, ήχος πλ. δ΄.)

• «Λαμπρύνου, η Σιών, η νέα, και βαΐοις ανύμνει μετά παίδων· ιδού ο Βασιλεύς σου, σώζων προς πάθος έρχεται.» (Στον Μικρό Εσπερινό, ήχος β΄, οίκος του Ευφραθά.)

• «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, Βασιλεύς του Ισραήλ.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος πλ. β΄ και εις τον Λιτό, Στιχηρό Ιδιόμελον, ήχος α΄.)

[ Η λέξη Ωσαννά είναι εβραϊκή και σημαίνει «δεόμαστε στο Θεό για τη σωτηρία». Ομοίως καθαρά εβραϊκές είναι και οι συχνά χρησιμοποιούμενες λέξεις Μεσσίας, Αμήν και Αλληλούια. Μεσσίας σημαίνει «κεχρισμένος», «Χριστός». Αμήν σημαίνει «μακάρι», «σίγουρα», «είθε να γίνει». Αλληλούια σημαίνει «δόξα στο Γιαχβέ» («Ωρολόγιον το Μεγα», έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος 1983, σελ. 17). Η λέξη Ιησούς επίσης αποτελεί απόδοση του εβραϊκού Γιεσουά, που σημαίνει «ο Γιαχβέ είναι η σωτηρία».]

• «Ο ηγαπημένος Ισραήλ» (στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος πλ. β΄) και «τω ηγαπημένω Ισραήλ» (τροπάριο στον Όρθρο).

• «Διό ευφραίνεται θυγάτηρ Σιών.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος β΄.)

• «Χαίρε, ευφραίνου, πόλις Σιών.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό και στο Λυχνικό, ήχος πλ. δ΄.)

• «Οι μισούντες Σιών, αισχύνθητε από του Κυρίου· ως χόρτος γαρ πυρί έσεσθαι απεξηραμμένοι.» (Στον Όρθρο, αντίφωνο των αναβαθμών του δ ήχου.)

• «Ευφράνθητι Ιερουσαλήμ· και πανηγυρίσατε οι αγαπώντες Σιών.» (Στον Όρθρο, καταβασία, ο διασώσας εν πυρί, ωδή η΄, ο ειρμός.)

• «Αίνεσιν Εκκλησία οσίων τω ενοικούντι Σιών σοι Χριστέ, προσφέρει· εν σοι, Ισραήλ, τω ποιητή αυτού, χαίρει.» (Από τροπάριο στον Όρθρο.)

• «Άσατε λαοί, θεοπρεπώς εν Σιών, και ευχήν απόδοτε Χριστώ εν Ιερουσαλήμ.» (Ομοίως.)

• «Ασύγκριτος υπάρχει ευπρέπεια εν Σιών.» (Ομοίως.)

• «Κύριος παρέστη· Σιών γαρ εξελέξατο.» (Ομοίως.)

• «Σιών Θεού όρος το άγιον, και Ιερουσαλήμ.» (Όμοίως.)

• «Ισραήλ του Θεού το βασίλειον.» (Ομοίως.)

• «Θεοπρεπώς σε, Βασιλεύ Ισραήλ.» (Ομοίως.)

• «Ο Βασιλεύς σου, Σιών.» (Ομοίως.)

• «Ο Θεός σου, χαίρε, Σιών, σφόδρα, εβασίλευσεν εις τους αιώνας Χριστός.» (Ομοίως.)

• «Ποιμήν ημών Χριστός ο Βασιλεύς Ισραήλ. Υπόδεξαι, Ιουδαία, τον Βασιλέα.» (Στο Απόδειπνο, ωδή θ΄, αλλότριον των μητέρων.)

• Την Κυριακή των Βαΐων διαβάζονται επίσης το απόσπασμα του Ζαχαρία «εξεγερώ τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα των Ελλήνων» (Ζαχ. θ΄, 9-15), ένα του Σοφονίου κι ένα του Ιεζεκιήλ, που μιλάνε για λύτρωση του Ισραήλ από τους εχθρούς του κρητικούς, επαναλαμβάνοντας τα «χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών» κι άλλα παρόμοια» (Σοφ. γ΄, 14-19).

Η χρήση τον λειτουργικού βιβλίου «Τριώδιον» αρχίζει «αλά Εβραϊκά», δηλαδή το Σάββατο βράδυ, παραμονή της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνει το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Ονομάσθηκε Τριώδιον διότι αρχικά οι ομάδες των τροπαρίων είχαν τρεις ωδές. Στις 536 σελίδες τον, που καλύπτουν περίοδο εβδομήντα ημερών, καθυβρίζεται κάθε τι το ελληνικό, υμνολογείται η Σιών, το Ισραήλ, η Ιερουσαλήμ κι ο,τιδήποτε εβραϊκό, ενώ παράλληλα κηρύσσεται άπλετο μίσος. Για παράδειγμα:

• «Μάλλον δε Πυθαγόραν και Κρόνον και Απόλλωνα η τίνα των άλλων θεών, ων τον βίον εζήλωσας, τερπόμενος ταις ασελγείαις αυτών.» (Κυριακή της Ορθοδοξίας)

• «Τα των ελλήνων δυσσεβή δόγματα… ανάθεμα.» (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας)

• «Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα… ανάθεμα.» (ομοίως)

• «Σοφούς και ρήτορας ως μωρούς απελέγξαντες τη γνώσει.» (Πέμπτη της β΄ εβδομάδος.)

Μεγάλη Δευτέρα

Τη Μεγάλη Δευτέρα αρχίζει να ψάλλεται στις εκκλησίες ένα μεγάλο corpus κειμένων, το όποιο βρίζει και απειλεί κάθε άλλον λαό -εκτός του περιουσίου:

• «Ευρεθείη η χειρ σου πάσι τοις εχθροίς σου, η δεξιά σου εύροι πάντας τους μισούντάς σε. Ότι θήσεις αυτούς εις κλίβανον πυρός, εις καιρόν του προσώπου σου· Κυριος εν οργή αυτού συνταράξει αυτούς, και καταφάγεται αυτούς πυρ.» (Ψαλμός Κ΄.)

• «Ότι συ επάταξας πάντας τους εχθραίνοντάς μοι ματαίως, οδόντας αμαρτωλών συνέτριψας» (Ψαλμός Γ΄.)

• «Επ΄ εμέ διήλθον αι οργαί σου, οι φοβερισμοί σου εξετάραξάν με.» (Ψαλμός ΠΖ’.)

• «Κύριος τους φοβούμενους αυτόν.» (Ψαλμός ΡΒ΄.)

• Το αποκορύφωμα της σκληρότητας και της εκδίκησης (της άδικης εκδίκησης) περιγράφεται στο επεισόδιο με τη συκιά, που βρήκε στο δρόμο του ο Ιησούς, την καταράστηκε κι εκείνη ξεράθηκε, επειδή δεν βρήκε σύκα να φάει∙ και να φαντασθεί κάνεις ότι «δεν ήταν ο καιρός των σύκων» («κατά Ματθαίον» κα΄ 18-20, «κατά Μάρκον», ια΄ 13-14, 20-23). Διαβάζεται τη Μεγάλη Δευτέρα το πρωί.

Εδώ δεν πρόκειται μόνον για κακία και κακοήθεια (τι του έφταιγε η συκιά, την οποία επί τέλους δεν είχε καν φυτέψει αυτός;). Υπεισέρχεται επί πλέον κι ο παράγων παραφροσύνη. Γιατί μόνον ένας παράφρων απαιτεί να βρει ώριμα σύκα, όταν δεν είναι ο καιρός της καρποφορίας. Το θαύμα θα ήταν να πέρναγαν την άλλη ημέρα, κι η συκιά να ήταν γεμάτη σύκα. Τέτοια κακία, εναντίον μάλιστα άψυχου πράγματος, μόνον σε ένα ιστορικό ανάλογο καταγράφηκε: στο μαστίγωμα της θάλασσας στον Ελλήσποντο για τιμωρία για τη θαλασσοταραχή από τον πέρση βασιλιά κατά τα Μηδικά.

Το σύκο είναι θρεπτικότατος καρπός, γεμάτος σπέρματα και έχει σχήμα όρχεως. Η συκή, μακρόβιος, που πολλαπλασιάζεται εύκολα με όλους τους τρόπους, ήταν στην αρχαία Ελλάδα σύμβολο της γονιμότητας και του Διονύσου, ένα προσωνύμιο του οποίου ήταν Συκίτης (Αθήναιος, 3.14.15.) Το μίσος του Ιησού επομένως προφανώς δεν στρεφόταν άμεσα εναντίον του δέντρου, αλλά εναντίον αυτού που το δέντρο συμβόλιζε: του Διονύσου.

ΔΕΣ: Η καταραμένη συκιά και η εκδίκησή της

• Τη Μεγάλη Δευτέρα διαβάζονται επίσης αποσπάσματα από την Βίβλο γεμάτα εξωπραγματικές ιστορίες (Ιεζεκιήλ α΄, 1-20, Ιώβ α΄, 1-12) κι ένα απόσπασμα από την Έξοδο (α’, 1-20), στο όποιο παρατίθενται πλείστα ονόματα «υιών του Ισραήλ εισπορευομένων εις Αίγυπτον» (Ιακώβ, Ρουβήμ, Συμεών, Λευί, Ιούδα, Ισσάχαρ, Ζαβουλών, Βενιαμίν, Δαν, Νεφθαλείμ, Γαδ, Ασήρ). Τι σχέση έχουν οι ρωμιοί να ασχολούνται με το ποιοι υιοί του Ισραήλ εισπορεύτηκαν στην Αίγυπτο, να το ψέλνουν στις εκκλησίες κι επί πλέον να το θεωρούν ιερό τους κείμενο; (Κείμενα από την «Έξοδο», τον «Ιεζεκιήλ» και τον «Ιώβ» διαβάζονται και άλλες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας.)

• Ολόκληρη τη Μεγάλη Εβδομάδα επίσης ψάλλεται ο Ψαλμός Ν΄, στον όποιο μεταξύ των άλλων αναφέρεται: «Αγάθυνον, Κυριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ». (Πρόκειται περί εξαιρετικά δημοφιλούς ψαλμού· είναι ο ψαλμός εκείνος, που πρέπει να απαγγέλλει πολλές φορές ο πιστός σαν τιμωρία για τυχόν «παρεκκλίσεις» του, όπως προβλέπεται στο «Πηδάλιον».)

Μεγάλη Τρίτη

• «Κάθου εκ δεξιών μου έως άν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.» (Στον Όρθρο, από το «κατά Ματθαίον», κβ΄, 44.)

• «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον.» (Στον Όρθρο, προκείμενον, ήχος δ΄, ψαλμός ΡΛ΄).

Μεγάλη Τετάρτη

• «Ευλογήσαι σε Κυριος εκ Σιών» (Στον Όρθρο, «προκείμενον», ήχος πλ. β΄, ψαλμός ΡΛΓ΄.)

• «Οι φοβούμενοι τον Κύριον, ευλογήσατε τον Κυριον. Αινείτε το όνομα Κυρίου, αινείτε, δούλοι, Κύριον.» (Στον Όρθρο, «προκείμενον», ήχος β΄, ψαλμός ΡΛΔ΄.)

• «Εις οδόν εθνών μη απέλθητε, και εις πόλιν Σαμαριτών μη εισέλθητε· πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ.», ι΄, 1-2, 5-8.)

• «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Απόσπασμα από το «κατά Ματθαίον», ιε’, 21-28.) Το κυναρίοις (σκυλιά) αναφέρεται στους Έλληνες. Πρόκειται για μία καταπληκτική ιστορία, που περιγράφεται κι από τον Μάρκο (ζ΄, 25-30) κι αφορά στη θεραπεία της κόρης μιας «Ελληνίδος, Συροφοίνισσας το γένος·» (Μαρκ. ζ΄, 26). [Εδώ θέλει αρκετή προσοχή, γιατί μόνο το πρωτότυπο κείμενο μιλάει για Ελληνίδα. Αν διαβάζετε το κείμενο στη νεοελληνική απόδοση των χριστιανών μεταφραστών, κατά κανόνα μεταφράζεται το «Ελληνίδα» σε «ειδωλολάτρις», οπότε ο ανυποψίαστος αναγνώστης προσπερνάει το κείμενο, χωρίς να αντιληφθεί την πραγματική σημασία του.]

Η γυναίκα αυτή λοιπόν έπεσε στα πόδια του Ιησού παρακαλώντας τον να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη της, καθότι ο Ιησούς εμφανίζεται κατ’ εξοχήν ως θεραπευτής. Ποια ήταν όμως η αντίδραση του Ιησού; «Κι εκείνος δεν της αποκρίθηκε ούτε μία λέξη. Και τότε οι μαθητές τον πλησίασαν και του είπαν διώξε την, γιατί φωνάζει από πίσω μας. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: “Δεν είμαι σταλμένος παρά μόνο για τα χαμένα πρόβατα του οίκου του Ισραήλ. Δεν είναι σωστό να παίρνεις το ψωμί από τα παιδιά και να το δίνεις στα σκυλιά”.» (Ματθ. ιε΄,26 και Μαρκ. ζ΄, 27-28.) «Ναι, Κύριε», του απάντησε τότε η γυναίκα, «αλλά και τα σκυλιά τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν κάτω από το τραπέζι των κυρίων τους». Τότε μόνον ικανοποιήθηκε αυτός, και «θεραπεύτηκε η κόρη της από την ώρα εκείνη». Η συμπεριφορά του «Υιού του θεού» στο περιστατικό αυτό δεν εγείρει καμία αμφιβολία, είναι σαφέστατη: Θεωρεί τους Έλληνες σκυλιά, που δεν αξίζει να τρώνε ούτε τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους, των εβραίων.

Πέραν αυτού όμως μια τέτοια συμπεριφορά γεννά κι ορισμένα επί πλέον ερωτήματα. Η πρώτη αντίδραση του, όπως είδαμε, ήταν να αρνηθεί την θεραπεία. Οι αρχαίοι ιατροί, άλλα και οι σύγχρονοι, ορκίζονται τον περίφημο «Όρκο του Ιπποκράτη», στον όποιο συνομολογούν, πως θα ασκήσουν την τέχνη τους σε κάθε έναν που θα τους το ζητήσει, είτε αυτός είναι άνδρας, είτε γυναίκα, είτε ελεύθερος, είτε δούλος. Σε κανένα σημείο του Όρκου δεν υπάρχει περιορισμός της άσκησης του επαγγέλματος τους, επειδή ο ασθενής είναι αλλόφυλος η αλλόθρησκος. Ο Ιπποκράτης ούτε καν το σκέφτεται να κάνει τέτοιου είδους διακρίσεις. Ο Ιησούς όχι μόνο το σκέφτεται, αλλά και το εφαρμόζει. Η θεραπευτική δεινότητα του Ιησού ήταν τελικά περιορισμένη σε ποσότητα, και όταν παρείχε μερικά «ψίχουλα» σε κάποιον αλλόφυλο, αυτό σήμαινε, ότι τα στερούσε από τα «χαμένα πρόβατα του Ισραήλ»;

Μεγάλη Πέμπτη

• «Οι μακαριστοί, εν τη Σιών.» (Από τροπάριο στον Όρθρο.)

• «Ότι τάδε λέγει Κυριος τω λαώ μου Ίσραήλ.» (Απόσπασμα από τον Ιερεμία, ια΄18-23 και ιβ΄ 1-5, 9-11, 14-15.)

• «Ο πρωτότοκος υιός μου Ισραήλ.» (Ιδιόμελον, ήχος γ΄, ψαλλόμενον την εσπέρα.)

• «Πάσα κτίσις ηλλοιούτο φόβω.» (Απόστιχο ιδιόμελο, ήχος α΄.)

• «Φοβος και τρόμος επέπεσε τη κτίσει.» (Δοξαστικόν, ήχος πλ. δ’.)

• Αποσπάσματα από την «Έξοδο» και τον «Ιώβ» εξακολουθούν να διαβάζονται και τη Μ. Πέμπτη, όπως κάθε ήμερα, αλλά ο Ιεζεκιήλ έχει αντικατασταθεί από τον «Ιερεμία».

Εβραϊκή οικογένεια γύρω από το πασχαλινό τραπέζι. Πρώτα πλένουν καλά τα χέρια τους, απαγγέλλουν προσευχές, πίνουν από ένα ποτήρι κρασί, που κάνει το γύρο του τραπεζίου κι ύστερα ο πατέρας ευλογεί, τεμαχίζει και μοιράζει τον άρτο. Πάντα στο εβραϊκό πασχαλινό τραπέζι υπάρχουν τα σύμβολα της ιστορίας του εβραϊκού Πάσχα: ένα από αυτά είναι το αυγό. Ένα καλά βρασμένο ολόκληρο αυγό συμβολίζει το ναό της Ιερουσαλήμ, οπού γίνονταν οι θυσίες. Το βασικότερο όμως στοιχείο του εβραϊκού Πάσχα είναι το αρνί. ΔΕΣ: Ο Ιησούς δεν γνώριζε ότι τα άπλυτα χέρια είναι φορείς μικροβίων!

Μεγάλη Παρασκευή

• «Tότε λαλήσει προς αυτούς εν οργή αυτού και εν τω θυμώ αυτού ταράξει αυτούς.» «Aίτησαι παρ’ εμού, και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου.» «Ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά, ως σκεύη κεραμέως συντρίψεις αυτούς.» «Δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω» (Ώρα πρώτη, αποσπάσματα άπο τον ψαλμό ΚΑ’.)

• «Επί τον Ισραήλ του Θεού.» (Απόσπασμα από την «προς Γαλατάς επιστολή», στ΄ 14-18.)

• «Πάσα η κτίσις ηλλοιούτο φόβω.» (Την εσπέρα, ήχος α΄.)

Μεγάλο Σάββατο

• «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ· ευφραίνου και κατατέρπου εξ όλης της καρδίας σου, θύγατερ Ιερουσαλήμ. Λελύτρωταί σε εκ χειρός εχθρών σου Βασιλεύς Ισραήλ» (Απόσπασμα Σοφονίου, γ΄ 8-15, την εσπέρα- το ίδιο που είχε διαβαστεί και την Κυριακή των Βαΐων.)

• «Ευλογείτε, Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ, τον Κυριον.» (Από τον «Ύμνο των Τριών Παίδων.) Είναι τόσο σημαντικοί για την Ελλάδα ο Ανανίας, ο Αζαρίας κι ο Μισαήλ, τους οποίους επικαλούνται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου οι ιερείς;

Στις δώδεκα τα μεσάνυκτα ψάλλεται το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών», ο παιάνας της χριστιανοσύνης, ο όποιος προοιμιάζεται με απειλές κι εκδικήσεις: «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν… Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν.»

Το εβραϊκό ιστορικό της γιορτής του Πάσχα

Η αρχή του Πάσχα ανάγεται μεν στους Αιγυπτίους, που γιόρταζαν την Εαρινή Ισημερία, τότε που η ήμερα αρχίζει να γίνεται μεγαλύτερη από τη νύκτα: πισάχ, δηλαδή «διάβαση», έλεγαν τη γιορτή τους οι Αιγύπτιοι, δηλαδή διάβαση του Ήλιου από τον Ισημερινό. Όμως οι εβραίοι εν τέλει ιδιοποιήθηκαν και διέσωσαν αυτό το έθιμο∙ στη γλώσσα τους λέγεται Πεσάχ («πέρασμα») ή Γιορτή των Αζύμων (Λουκ. κβ΄,1) και εξακολουθεί να είναι η σπουδαιότερη γιορτή τους.

Σύμφωνα με την Βίβλο, το Πάσχα ορίσθηκε από το θεό, θεσπίστηκε από τον Μωυσή και καθιερώθηκε σε ανάμνηση της εξόδου των εβραίων από την Αίγυπτο και το πέρασμα τους από την Ερυθρά Θάλασσα («Έξοδος», κεφ. ιβ΄). Λέγεται και Πάσχα των Ιουδαίων (Ιωάν. β΄,13, ια΄, 55) ή Πάσχα του Κυρίου (Γιαχβέ, «Έξοδος» ιβ΄, 11). Γιορτάζεται την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία. Η «εξήγηση» ρωμιορθόδοξων κύκλων, πως η λέξη Πάσχα προέρχεται από το ελληνικό ρήμα πάσχω, στερείται σοβαρότητας. Η λέξη Πάσχα είναι εξελληνισμός της εβραϊκής λέξης πεσάχ.

«Θέλω πατάξει παν πρωτότοκον εν τη γη της Αιγύπτου από ανθρώπου έως κτήνους», διεμήνυσε στους εβραίους ο Γιαχβέ («Έξοδος, ιβ΄ 12). Προκειμένου να το πετύχει αυτό, τους παράγγειλε πρώτα να σφάξουν ένα αρνί και να το φάνε το βράδυ με άζυμα και πικρά χόρτα και μετά με το αίμα του να βάψουν το ανώφλιο και τους δύο παραστάτες των θυρών των σπιτιών τους, ώστε «ο Κύριος θέλει παρατρέξει την θύραν και δεν θέλει αφήσει τον εξολοθρευτήν να εισέλθη εις τας οικίας σας, δια να πατάξη». Τελικά «ο Κύριος επάταξε παν πρωτότοκον εν τη γη της Αιγύπτου από του πρωτοτόκου του Φαραώ, όστις κάθηται επί του θρόνου αυτού, έως του πρωτοτόκου του αιχμαλώτου, του εν τω δεσμωτηρίω∙ και πάντα τα πρωτότοκα των κτηνών… Δεν ήτο οικία εις την οποίαν δεν υπήρχε νεκρός». Όλες αυτές οι θεόπνευστες ενέργειες, που περιγράφονται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στο ιβ΄ κεφάλαιο της «Εξόδου» της Βίβλου, γιορτάζονται την ημέρα του Πάσχα.

Αυτό το εβραϊκό Πάσχα ο Ιησούς ούτε κατήργησε, ούτε υποτίμησε, τουναντίον πήρε τους μαθητές του και ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα -το τρίτο και τελευταίο έτος του δημόσιου βίου του-, για να το γιορτάσουν σαν νομοταγείς εβραίοι (Μαρκ. 14,1, Λουκ. 22,1, Ιωάν. 2,23).

Όλες οι περιγραφές της Καινής Διαθήκης μιλούν ξεκάθαρα, ότι τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος εξελιχθήκαν την εβδομάδα που προηγήθηκε από το Πάσχα των εβραίων. Ο λεγόμενος Μυστικός Δείπνος ήταν το πασχαλινό τραπέζι για τον εορτασμό του εβραϊκού Πάσχα από τον Ιησού και τους μαθητές του. «Ο Ιησούς απέστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη λέγοντας: «Πηγαίνετε να ετοιμάσετε να φάμε για το Πάσχα».» (Λουκ. 22,8.) «Οι μαθητές έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς κι ετοίμασαν το Πάσχα.» (Ματθ. 26, 19.)

Το Πάσχα των εβραίων κατά το έτος εκείνο γιορτάστηκε ημέρα Σάββατο, ενώ η υποτιθέμενη ανάσταση σύμφωνα με τους ευαγγελιστές (Ματθ. 28,1, Μαρκ. 16,1, Λουκ. 24,1, Ιωάν. 20,1) έγινε την επομένη ήμερα («μία των Σαββάτων»), που αργότερα ονομάστηκε Κυριακή. Από εκεί πήραν την ονομασία τους και οι άλλες ήμερες της εβδομάδας (Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη κ.τ.λ.).

Στην Α΄ Οικουμενική Συνοδό της Νίκαιας (325 μ.Χ.) καθορίστηκαν τα του εορτασμού του χριστιανικού Πεσάχ. Συγκεκριμένα αποφασίστηκε να γιορτάζεται η ανάσταση του Ιησού. Ως ημερομηνία καθορίστηκε η πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία, ώστε το χριστιανικό Πάσχα και να αποτελεί συνέχεια της εβραϊκής παράδοσης του Πεσάχ, αλλά και να μην συμπίπτει την ίδια ακριβώς μέρα με το εβραϊκό.

Σύμφωνα με τους χριστιανούς, ο Ιησούς γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, οπότε κάθε 25 Δεκεμβρίου γιορτάζεται η γέννηση του. Την όγδοη ήμερα έγινε η περιτομή του, οπότε λογικά γιορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. Το ίδιο γίνεται και για όλες τις άλλες γιορτές. Αυτό που δεν έχει σταθερή ημερομηνία είναι το Πάσχα. Κάποια μέρα της Άνοιξης όμως, πιστεύουν, ο Ιησούς αναστήθηκε. Πότε ήταν αυτή η ήμερα; Γιατί δεν μελέτησαν οι Πατέρες τις Γραφές τους, δεν ζήτησαν και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ώστε να αποφασίσουν ποια ημερομηνία έγινε η ανάσταση; Γιορτάζοντας κάθε χρόνο σε άλλη ημερομηνία, μόνο από σύμπτωση μπορεί να ταυτίσουν την ημέρα της υποτιθέμενης ανάστασης με την ήμερα του εορτασμού της. Η εβραϊκή καταγωγή του Πάσχα είναι καθαρά ο λόγος, που δεν εορτάζεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία, άλλα είναι κινητή εορτή.

Οι σύγχρονοι ρωμιοί χριστιανοί τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια τους εβραϊκούς συμβολισμούς του Πάσχα, δηλαδή:

• Το βασικό στοιχείο του, το ψητό αρνί, που έσφαξαν οι εβραίοι κατ’ εντολή του Θεού: Αρνί τρώνε από τότε κατ’ έθιμο κάθε Πάσχα οι εβραίοι.

• Τα αυγά, που συμβολίζουν το ναό της Ιερουσαλήμ, όπου γίνονταν οι θυσίες.

• Το κόκκινο χρώμα, που συμβολίζει το αίμα του αρνιού, που έβαψαν τις θύρες τους οι εβραίοι.

Παραχάραξη· το ερμηνευτικό κλειδί της Εκκλησίας (Μέρος Β΄)

Η χριστιανική θεολογία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια ωραιοποίησης και δικαιολόγησης των αντιφάσεων της Βίβλου για απολογητικούς και εξουσιαστικούς σκοπούς. Όπως το έθεσε κάποιος σύγχρονος χριστιανός, δίνοντας το πνεύμα της απολογητικής, «…είναι η απολογητική, δηλαδή ένας τρόπος απάντησης που να παρουσιάζει το δίκαιο της Εκκλησίας». Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς όμως, δεν θα πετύχαιναν τον στόχο τους αν δεν άλλαζαν τις Γραφές. Αυτό συντελέστηκε είτε με την σκόπιμη παραποίηση των κειμένων, είτε με την παρερμηνεία αυτών. Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρηθεί να καταδειχτεί μέσα από πηγές όλο αυτό το διαχρονικό εγχείρημα.

Το άρθρο χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αναφέρεται:

1. Στις διαφορετικές θεολογίες των βιβλίων της Κ. Διαθήκης.
2. Στην πλαστογράφηση χωρίων της Π. Διαθήκης και ένταξής στους στα κείμενα της Καινής.
3. Στις κύριες θεολογικές σχολές που αντιπροσωπεύουν τις πρώιμες θεολογικές τάσεις.
4. Στο θεολογικό ερμηνευτικό χάος μέχρι την Α΄ Οικουμενική σύνοδο το 325.
5. Στην ίδια την Α΄ Οικουμενική.
6. Στο θεολογικό χάος πριν την Α΄ Οικουμενική όπως αναφέρεται από τον Θεοδώρητο Κύρου και τον Σωκράτη τον Σχολαστικό.

Το δεύτερο μέρος αναφέρεται:

1. Στην θεολογική σημασία της Α΄ Οικουμενικής και στο ρόλο του αυτοκράτορα.
2. Στο θεολογικό χάος μετά την Α΄ Οικουμενική.
3. Στην κατασκευή κειμένων στο όνομα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών με σκοπό την εξαπάτηση.
4. Στην πολύ σημαντική για το θέμα μας Πενθέκτη Οικουμενική.
5. Σε πατερικά δείγματα ερμηνευτικής διαστρέβλωσης.
6. Στις απόψεις των σύγχρονων θεολόγων για την ερμηνευτική παράδοση.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος αναφέρεται:

Στο τι λέει η σύγχρονη έρευνα για την παραποίηση των αντιγράφων των πρωτοτύπων της Κ. Διαθήκης και στις σύγχρονες παραποιήσεις (στην παράφραση του Π. Τρεμπέλα).

Βέβαια, το πραγματευόμενο θέμα δεν είναι δυνατό να εξαντληθεί στα πλαίσια των άρθρων. Το υπάρχον υλικό είναι τεράστιο και εδώ προσφέρεται μόνο ένα δείγμα του. Δίδεται στον αναγνώστη μόνο μια εποπτική εικόνα επί του θέματος. Οι πηγές που χρησιμοποιούνται είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία από ορθόδοξες και επιστημονικές πηγές. Ο σκοπός της συγγραφής δεν εξαντλείται μόνο σε ένα κατηγορητήριο εναντίον του Χριστιανισμού. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να πιστεύει ή να μην πιστεύει, αλλά για τον εαυτό του και χωρίς να επιβάλλει. Ο σκοπός είναι βαθύτερος, και είναι η ανάδειξη της αλήθειας και η κατάρριψη του μύθου περί της «θεόθεν αποκαλύψεως». Έτσι ώστε ο κάθε άνθρωπος που βασίζει την αγνή και ειλικρινή του πίστη στον Χριστιανισμό, να γνωρίσει εάν στηρίζεται πράγματι στην αποκάλυψη του Θεού ή στην απόφαση κάποιων ανθρώπων.

Μέρος Β΄

Περί της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (θεολογική σημασία, ρόλος του αυτοκράτορα, τα ανύπαρκτα πρακτικά της συνόδου)

Μετά από το θεολογικό χάος και τις αλληλοσυγκρουόμενες φατρίες εντός της Εκκλησίας, ήταν μοιραίο τα πράγματα να οδηγηθούν σε μια σύνοδο όπου θα καθίστατο κριτής των αντιλογιών και θα θέσπιζε μια σταθερή διδασκαλία που θα βασίζονταν σε κάποιες βασικές αρχές, τα δόγματα. Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό, ότι από την εποχή που ο Χριστιανισμός αρχίζει να αναγνωρίζεται και να αποκτά βαθμιαία προνόμια (ενώ παράλληλα σιγά-σιγά οι εθνικές λατρείες αρχίζουν να χάνουν αυτά που είχαν), αρχίζουν και οι Οικουμενικές.

Πριν αναφέρουμε κάποια σημαντικά στοιχεία για την πρώτη αυτή σύνοδο της Εκκλησίας, ας δούμε τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε μέσα από όσα γράφει στο «Πηδάλιο» ο Νικόδημος ο αγιορείτης. Το «Πηδάλιο» είναι ένα βιβλίο του Νικόδημου στο οποίο συγκέντρωσε όλους τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας (δηλαδή, κανόνες πατέρων που έλαβαν συνοδικό κύρος και κανόνες τοπικών και οικουμενικών συνόδων), τους οποίους σχολίασε. Το δε βιβλίο το ονόμασε έτσι, διότι όπως γράφει ο ίδιος «[…] ωσάν Πηδάλιον, ημπορεί ασφαλέστατα, και ακινδυνώτατα πάσα η του Χριστού Εκκλησία να διευθύνει τον δρόμον του πλοός της». Κοντολογίς, οι κανόνες της Εκκλησίας που περιλαμβάνει το «Πηδάλιο», είναι η επίσημη ερμηνεία των Γραφών. Επίσης, αναφέρει ότι τέσσερα είναι τα νομικά χαρακτηριστικά για να κληθεί μια σύνοδος ως «Οικουμενική».

Πρώτον μεν ιδίωμα όλων των Οικουμενικών είναι, το να συναθροίζωνται δια προσταγών, ουχί του Πάπα, ή του δείνος Πατριάρχου, αλλά δια προσταγών Βασιλικών… Δεύτερον, το να γίνεται ζήτησις περί πίστεως, και ακολούθως να εκτίθεται απόφασις και όρος δογματικός εις κάθε μίαν από τας Οικουμενικάς… Τρίτον, το να ήναι πάντα τα εκτιθέμενα παρ’ αυτών δόγματα και οι Κανόνες, ορθόδοξα, ευσεβή και σύμφωνα ταις θείαις Γραφαίς, ή ταις προλαβούσαις Οικουμενικαίς συνόδοις… Τέταρτον δε και τελευταίον, το να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα παρά των Οικουμενικών συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα άπαντες οι ορθόδοξοι Πατριάρχαι.
(Πηδάλιο, σ. 104)

Από εκκλησιολογικής πλευράς…

Τα θεολογικά χαρακτηριστικά είναι ότι έχει παντοτινή ισχύ, είναι αλάθητη, αναμάρτητη, και θεόπνευστη, είναι υπεράνω πατριαρχών, με τις αποφάσεις της (τους όρους), θέτει τέρμα στις αντιλογίες.
(ο. π. σελ. 105)

Μάλιστα, όσα αποφασίζει/ ερμηνεύει η Οικουμενική για τις Γραφές, είναι ανώτερα από τις ίδιες.

Είπα ότι ο έσχατος κριτής εν τη Εκκλησία δεν ήναι η αγία Γραφή, ως λέγουσι τούτο οι Λουθηροκαλβινισταί, αλλ’ Οικουμενική σύνοδος, καθ’ ότι εις πολλά μέρη ασαφώς λαλούσα η θεία Γραφή, και έκαστος των αιρετικών προς την δική του αίρεσιν στρεβλών το ασαφές νόημα των Γραφών, εξ ανάγκης χρειάζεται ερμηνεία δια να εξηγήση το αληθές αυτής νόημα, ος τις δεν είναι άλλος, παρά η Οικουμενική σύνοδος.
(ο. π. σ. 105)

Τώρα, ενώ η Γραφή εξακολουθεί να έχει ασαφή μέρη, έχει όμως μια θεόπνευστη και αλάθητη ερμηνεία, αυτήν των… νικητών. Κατόπιν των παραπάνω δεν αντηχεί καθόλου παράλογα ότι…

ουδείς δύναται να εναντιωθεί εις τας Οικουμενικάς συνόδους, μένων ευσεβής και ορθόδοξος, αλλ’ απλώς και αδιορίστως ο καθείς χρεωστεί να πείθεται εις αυτάς. Ο γαρ αντιφερόμενος εις αυτάς και αντιπίπτων, εις αυτό αντιφέρεται, και αντιπίπτει το Πνεύμα το Άγιον, το λαλούν δια των Οικουμενικών συνόδων, και αιρετικός και αναθεματισμένος γίνεται…
(ο. π. σελ. 106)

Ας δούμε ορισμένα στοιχεία για το ρόλο του αυτοκράτορα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο…

Ο καθηγητής Στ. Παπαδόπουλος αναφέρει στην πατρολογία του:

Ο αυτοκράτορας και γενικά η κρατική εξουσία δεν δίσταζε να κάνει αισθητή την παρουσία της και απαραίτητη ενίοτε την αποδοχή της θελήσεώς της ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης προστασίας.
(τ. Β΄, σ. 31)

Στην επόμενη σελίδα, τα εξής:

Ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος βοήθησε αποτελεσματικά την Εκκλησία το 324 και 325 (σύνοδος Νικαίας) να διατυπώσει και να επιβάλει την Ορθόδοξη πίστη της κατά του Αρειανισμού.
(ο. π. σ. 32)

Δηλαδή, η «νίκη» των Ορθοδόξων ήταν προϊόν ενός «πάρε-δώσε» μεταξύ των δύο εξουσιών.

Ο καθηγητής και αρχιμανδρίτης Β. Στεφανίδης, αναφέρει:

Εκ του αυτοκράτορος εξηρτάτο η εκλογή των επισκόπων και μάλιστα των Πατριαρχών, η ίδρυσις και συγχώνευσις επισκοπών και αρχιεπισκοπών και η ανύψωσις αυτών εις μητροπόλεις, η ανακήρυξις αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Εις τον αυτοκράτορα εγίνοντο εκ των εκκλησιαστικών δικαστηρίων εφέσεις. Ο αυτοκράτορ συνεκάλει τας οικουμενικάς συνόδους, διηύθυνεν αυτάς προσωπικώς ή δια αντιπροσώπων, τας συνοδικάς αποφάσεις καθίστα νόμους του Κράτους και εκ των αντιμαχομένων δογματικών διδασκαλιών αυτός ενίοτε ώριζε τις θα επεκράτει.
(Εκκλησιαστική ιστορία, σ. 149)

Είναι τόσο ξεκάθαρος στα γραφόμενά του, που ο οποιοσδήποτε σχολιασμός καθίσταται περιττός.

Ας δούμε τι γράφει ο βυζαντινολόγος G. Ostrogorsky:

Κατά την πρώτη Βυζαντινή εποχή ο αυτοκράτορας ελέγχει σχεδόν απεριόριστα την εκκλησιαστική ζωή και, σύμφωνα με τις ρωμαϊκές αρχές, καθορίζει τη θρησκεία των υπηκόων του ως υπόθεση δημοσίου δικαίου. Κατά τους μέσους όμως χρόνους η Εκκλησία επιβάλλεται αναγκαστικά και στο Βυζάντιο ως δυναμικός παράγοντας, που θέτει ισχυρούς φραγμούς στην αυτοκρατορική εξουσία. Τούτο φαίνεται από τις συγκρούσεις ανάμεσα στην κοσμική εξουσία και την πνευματική εξουσία, που δεν λείπουν ούτε στο Βυζάντιο και από τις οποίες δεν βγαίνει πάντοτε νικητής ο αυτοκράτορας. Ωστόσο το Βυζάντιο δεν το χαρακτηρίζει η διαμάχη μεταξύ του imperium και του sacerdotium, αλλά ο στενός και βαθύς σύνδεσμος μεταξύ κράτους και εκκλησίας, δηλαδή η ουσιαστική αλληλεξάρτηση του ορθόδοξου κράτους και της ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα σε ένα ενιαίο κρατικό-εκκλησιαστικό οργανισμό.
(Ιστορία Βυζαντινού Κράτους τ. Α΄, σ. 88)

Αλλού αναφέρει:

Η πιο σαφής έκφραση του εκχριστιανισμού του ρωμαϊκού κράτους στην εποχή του Μ. Κωνσταντίνου με σοβαρότατες επιπτώσεις για το μέλλον του, ήταν η σύγκληση της οικουμενικής συνόδου της Νικαίας (325), της πρώτης από τις οικουμενικές συνόδους που έθεσαν τα θεμέλια της δογματικής διδασκαλίας και των κανόνων της χριστιανικής Εκκλησίας. Ο αυτοκράτορας όχι μόνο συγκάλεσε τη σύνοδο και προήδρευσε στις συνεδρίες της αλλά και επηρέασε ουσιαστικά τις αποφάσεις της. Αν και δεν ήταν τότε τυπικά μέλος της Εκκλησίας (το βάπτισμα το δέχτηκε, όπως είναι γνωστό, στην επιθανάτια κλίνη), ωστόσο ήταν ο πραγματικός αρχηγός της, δίνοντας έτσι και στο σημείο αυτό το πρότυπο για τους διαδόχους του στο θρόνο του Βυζαντίου.
(ο. π. σ. 106)

Στην επόμενη σελίδα, αναφέρει:

Η συνεργασία κράτους και Εκκλησίας, που θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος, απέφερε μεγάλα οφέλη και στις δύο πλευρές, δημιούργησε όμως και εντελώς νέα προβλήματα. Η χριστιανική θρησκεία εξασφάλισε ισχυρή πνευματική ενότητα στο Βυζαντινό κράτος όπως και ισχυρό ηθικό έρεισμα στην αυτοκρατορική απολυταρχία. Η Εκκλησία αποκόμισε πλούσια υλική ενίσχυση από το κράτος, υποστηρίχθηκε απ’ αυτό στην ιεραποστολική της δράση και στον αγώνα της εναντίον των εχθρών της, κατέληξε όμως έτσι κάτω από την κηδεμονία του. Από την άλλη πλευρά το κράτος, που συνέδεσε τις τύχες του με την Εκκλησία, συμπαραστάθηκε στις ατέρμονες διαμάχες των εκκλησιαστικών παρατάξεων. Οι δογματικές έριδες έπαψαν πια να είναι εσωτερική υπόθεση της Εκκλησίας μόνο. Συνδυάσθηκαν με πολιτικές σκοπιμότητες και έτσι επηρέασαν όχι μόνο την εκκλησιαστική αλλά και την πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας.
(ο. π. σ. 107)

Όσον αφορά την ίδια την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αυτό που έχουμε σήμερα είναι μόνο τους είκοσι κανόνες της. Δηλαδή αποφάσεις. Δεν έχουμε τα πρακτικά της, δηλαδή την περιγραφή του πως διεξήχθη και του τι συζητήθηκε σε αυτήν.

Γράφει ο Β. Στεφανίδης:

Εκτός ορισμένων εγγράφων, πρακτικά της πρώτης οικουμενικής συνόδου δεν υπάρχουσι. Είναι αληθές, ότι εις άλλας μικροτέρας συνόδους, αρχαιοτέρας ή ολίγον μεταγενεστέρας, εκρατήθησαν πρακτικά, ούτω δε καθίσταται πιθανόν, ότι κατά την μεγάλην εκείνην σύνοδον, εν τη οποία παρέστη ο αυτοκράτορ, επίσης ελήφθησαν τοιαύτα και ότι βραδύτερον τυχαίως απωλέσθησαν, ή σκοπίμως κατεστράφησαν. Αλλά τα εν τη συνόδω εκείνη θεσπισθέντα ήσαν επί έτη αντικείμενον συζητήσεων και ερίδων, η δε χρησιμοποίησις των πρακτικών αυτής θα ήτο χρήσιμος εις τους υπερασπιστάς ή τους πολεμίους αυτών. Εν τούτοις καθ’ όλον το διάστημα τούτο όχι μόνον ουδεμία χρησιμοποίησις των πρακτικών έγινε, αλλά και ουδεμία μνεία της υπάρξεως αυτών. Δια τούτο πιθανώτερον φαίνεται, ότι κατά την πρώτην οικουμενικήν σύνοδον δεν εκρατήθησαν πρακτικά. Αόριστοι μεταγενέστεραι πληροφορίαι περί υπάρξεως πρακτικών αυτής είναι υποθετικαί και φανταστικαί.
(Εκκλ. Ιστορία, σ. 181)

Δεν γνωρίζουμε όμως ούτε με βεβαιότητα τον αριθμό των μελών της. Σύμφωνα με τις διασωθείσες υπογραφές, οι επίσκοποι ήταν 220. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ήταν 250. 270 μέλη σύμφωνα με τον Ευστάθιο Αντιοχείας, ενώ ο Αθανάσιος γράφει αντιφατικά πράγματα. Στο έργο του «Περί εν Νικαία συνόδου» αναφέρει περίπου 300, και στο έργο του «Προς τους εν Αφρική επισκόπους» 318. Ο Κωνσταντίνος πάνω από 300, και ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων επίσης 318.

Στα κρισιμότερα σημεία του Χριστιανισμού, απουσιάζουν κατά κανόνα τα πλέον ξεκάθαρα στοιχεία που θα απάλειφαν κάθε είδους δυσπιστίας. Για παράδειγμα, δεν ξέρουμε πότε γεννήθηκε ο Ιησούς (οι ευαγγελιστές δίνουν αντιφατικά στοιχεία), δεν ξέρουμε πότε πέθανε (οι ευαγγελιστές δίνουν πάλι αντιφατικά στοιχεία), αλλά ξέρουμε με βεβαιότητα ότι… αναστήθηκε. Στο προκείμενο, δεν ξέρουμε πόσοι έλαβαν μέρος, δεν έχουμε τα πρακτικά, αλλά ξέρουμε ότι είναι «αλάθητη» και «θεόπνευστη».

Το μόνο που ξέρουμε, και τούτο μετά τις τυχαίες ανακαλύψεις των επί αιώνες καταχωνιασμένων κειμένων των «αιρετικών» που βρέθηκαν σε σπηλιές και σε ερημιές, είναι ότι αυτό που λέμε σήμερα «εκκλησία», «στύλο και εδραίωμα» της «αλήθειας» και «φορέα της θείας αποκαλύψεως», είναι ένα παχυλό ψέμα.

Όπως γράφει η καθηγήτρια θρησκειολογίας Ιλέιν Πέιτζελς…

Για σχεδόν 2000 χρόνια, η χριστιανική παράδοση έχει διαφυλάξει και τιμήσει τα ορθόδοξα κείμενα που αποκηρύττουν τους γνωστικούς, ενώ αποσιωπά- και στην ουσία, καταστρέφει- τα ίδια τα γνωστικά κείμενα. Σήμερα, για πρώτη φορά, κείμενα που ανακαλύφθηκαν στο Νάγκ Χαμαντί αποκαλύπτουν την άλλη πλευρά του νομίσματος: πως οι Γνωστικοί αποκήρυξαν τους Ορθόδοξους.
(Τα Γνωστικά ευαγγέλια)

Εντούτοις, ακόμη και τα πενήντα δύο κείμενα που ανακαλύφθηκαν στο Νάγκ Χαμαντί προσφέρουν μόνο μια ιδέα της πολυπλοκότητας του πρώιμου χριστιανικού κινήματος. Μόλις αρχίζουμε να διαπιστώνουμε ότι αυτό που αποκαλούμε χριστιανισμό- και ότι αναγνωρίζουμε ως χριστιανική παράδοσηστην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μόνο μία μικρή συλλογή συγκεκριμένων πηγών, επιλεγμένων ανάμεσα σε δεκάδες άλλες.
(ο. π.)

Παρόλο όμως τον θεσμό της Οικουμενικής, ιστορικά βλέπουμε ότι οι διαμάχες όχι μόνο δεν έπαυσαν, αλλά εντάθηκαν περισσότερο. Η διαφορετική άποψη δεν φοβήθηκε ούτε τα εκκλησιαστικά αναθέματα, ούτε τα αυτοκρατορικά έδικτα.

Σε επιστολή που διασώζει στην εκκλησιαστική του ιστορία ο Σωκράτης, γράφει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος προς επισκόπους και λαϊκούς:

Προς δε τούτοις και ει τι σύγγραμμα υπό Αρείου συντεταγμένον ευρίσκοιτο, τούτο πυρί παραδίδοσθαι· ίνα μη μόνον τα φαύλα αυτού της διδασκαλίας αφανισθείη, αλλά μη δε υπόμνημα αυτού όλως υπολείποιτο. Εκείνο μέντοι προαγορεύω, ως ει τις σύγγραμμα υπό Αρείου συνταγέν φωραθείη κρύψας, και μη ευθέως προσενεγκών πυρί καταναλώση, τούτω θάνατος έσται η ζημία· παραχρήμα γαρ άλους επί τούτω, κεφαλικήν υποστήσεται τιμωρίαν.
(1.9)

Παράδοση συγγραμμάτων στην φωτιά, καταστροφή ακόμα και των υπομνημάτων και ποινή θανάτου σε όποιον δεν τα παραδώσει έγκαιρα.

Επί Θεοδοσίου, η ίδια κρατική και εκκλησιαστική τρομοκρατία επικρατούσε. Γράφει ο καθηγητής πατρολογίας Π. Χρήστου για τα συγγράμματα του Νεστορίου: «Δια διατάγματος του Θεοδοσίου από το έτος 435, ορίσθη να καούν τα συγγράμματά του συμφώνως προς την απόφασιν της τρίτης οικουμενικής συνόδου» (Π. Χρήστου, Πατρολογία τ. 4, σ. 437).

Και το έδικτο γράφει:

CTh 16.5.66 CJ 1.5.6-1.
Κανείς δεν επιτρέπεται να κατέχει, διαβάζει ή αντιγράφει βιβλία που έγραψε ο Νεστόριος εναντίον της πίστης μας. Διατάζουμε όλα τα βιβλία αυτά να βρεθούν και να καούν δημόσια.
(Θεοδόσιος Β΄, 435).

Το 448, δεκατρία έτη μετά το προηγούμενο έδικτο, οι απειλές επαναλαμβάνονται:

CJ1.1.3-2 Επειδή έχουμε ακούσει πως μερικά άτομα έχουν γράψει για αμφιλεγόμενα δόγματα που δεν συμφωνούν απολύτως με την ορθόδοξη πίστη μας, διατάζουμε τα βιβλία αυτά και ειδικά του Νεστόριου, να καούν στη φωτιά και να καταστραφούν, ώστε κανείς να μην γνωρίζει περί αυτών. Όποιος συνεχίζει να έχει και να διαβάζει τέτοια γραπτά θα τιμωρείται με θάνατο. Κανείς δεν επιτρέπεται να γνωρίζει ή να μιλάει για τέτοιες διδασκαλίες εκτός αν συμφωνούν απόλυτα με την ορθόδοξη πίστη.
(Θεοδόσιος Β΄, 448)

Τα αυτά επιβεβαιώνει και ο Φώτιος, στο «Σύνταγμα Κανόνων».

Τα συγγράμματα του Πορφυρίου και άλλων εναντίον των χριστιανών να καίγονται, καθώς και του Νεστορίου και όσα δεν συμφωνούν με τις συνόδους της Νικαίας και της Εφέσου και με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, από των οποίων την πίστη δεν πρέπει να παρεκκλίνομε, ενώ όσοι έχουν τα βιβλία που είπαμε και τα διαβάζουν να τιμωρούνται με την έσχατη ποινή. […] Όσα έγραψε ο Νεστόριος κατά της συνόδου της Εφέσου δεν επιτρέπεται να τα έχει κανείς ή να τα διαβάζει ή να αντιγράφονται, αλλά να καίγονται. Στην συζήτηση για την πίστη δεν πρέπει να αναφέρονται, ούτε πρέπει να γίνονται δεκτοί σε οιοδήποτε ιδιωτικό μέρος· όποιος παραβαίνει το νόμο υποβάλλεται σε δήμευση.
(ΕΠΕ 11,σ. 63)

Έδικτο του 455 ορίζει για τους μονοφυσίτες:

CJ 1.5.8
ix. Δεν επιτρέπεται σε κανένα να διδάξει, γράψει, εκδώσει ή δημοσιεύσει οτιδήποτε αντιτίθεται στη σύνοδο της Χαλκηδόνας ή να κατέχει γραπτά άλλων για το ίδιο θέμα.
x. Απαγορεύεται σε όλους να κατέχουν βιβλία αυτού του είδους. Όποιος συλληφθεί να έχει τέτοια βιβλία στην κατοχή του θα εξορίζεται.
xii. Όλα τα βιβλία που περιέχουν το καταστροφικό δόγμα του Ευτύχιου θα καταστραφούν στη φωτιά.
(Βαλεντινιανός και Μαρκιανός, 455)

Ο δε Φώτιος θα γράψει στο «Σύνταγμα κανόνων»:

Σε κανέναν δεν επιτρέπεται να γράφει εναντίον της συνόδου της Χαλκηδόνος ή να διαβάζει ή να υπαγορεύει ή να έχει βιβλία, γιατί εξορίζεται για όλη του τη ζωή, κι όποιος προσέλθει για να μάθει καταβάλλει στο δημόσιο ταμείο δέκα λίτρες, κι όποιος διδάσκει τα απαγορευμένα, τιμωρείται με την έσχατη ποινή. Επίσης όλα τα συγγράμματα του Ευτύχους και του Απολλιναρίου να καίονται, κι αν τα παραβλέψουν αυτά οι άρχοντες ή οι υπηρέτες τους ή οι υπερασπιστές, πληρώνουν πρόστιμο στο δημόσιο ταμείο δέκα λίτρες.
(Σύνταγμα κανόνων Μ. Φώτιου, ΕΠΕ 11,σ. 63)

Εξορία, θάνατος, πρόστιμο. Αυτά περιμένουν τους ανυπάκουους «παραβάτες».
Για τα συγγράμματα του Σεβήρου, ο ίδιος πατέρας στο ίδιο έργο αναφέρει: «Όποιοι έχουν τα συγγράμματα του Σεβήρου και δεν τα καίνε, να τους κόβονται τα χέρια» (ο. π. σ. 63).

Θεολογικό χάος μετά την Α΄ Οικουμενική

Γράφει ο Βασίλειος Καισαρείας:

Μόνο στην εκκλησία του Θεού, για την οποία απέθανε ο Χριστός και επί της οποίας εξέχεε πλουσίως το άγιο Πνεύμα, διεπίστωσα πολλή και υπερβολική διαφωνία στις σχέσεις των περισσοτέρων και στις απόψεις τους περί των θείων γραφών. Και το φρικτότερο όλων, είδα τους ίδιους τους προεστώτες της Εκκλησίας να διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους ως προς τη διάθεση και τη γνώμη, να αντιτίθενται τόσο πολύ προς τις εντολές του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να διασπούν ανηλεώς την Εκκλησία του Θεού και να συνταράσσουν χωρίς λύπη το ποίμνιό του, ώστε τώρα προ πάντων, που ανεφάνησαν οι Ανόμοιοι, να ισχύει και για αυτούς ο λόγος· «Από εσάς τους ίδιους θα εγερθούν άνδρες, λαλούντες διεστραμμένα, για να αποσπούν τους μαθητές πίσω αυτών».
(Περί κρίματος Θεού, ΕΠΕ τ. 8, σ. 21-23)

Στο ίδιο έργο, αναφέρει:

[…] Μήπως και τώρα αυτή η τόσο μεγάλη διαφωνία και διαμάχη μεταξύ των χριστιανών γίνεται εξ αιτίας της περιφρονήσεως του ενός μεγάλου, αληθινού και μοναδικού βασιλέως των πάντων και Θεού; Διότι ο καθένας απομακρύνεται από τη διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, διεκδικεί να επιβάλει συμπεράσματα και κανόνες δικούς του κατά τρόπο αυθεντικό και θέλει μάλλον να κυβερνά αντίθετα προς τον Κύριο παρά να εξουσιάζεται από Αυτόν.
(ο. π. σ. 23-25)

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει:

Τώρα που σ’ όλη σχεδόν την οικουμένη δεχτήκαμε τέτοια σωτηρία από το Θεό, έχομε ολότελα αναξίους επισκόπους. Θα αφήσω κραυγή όχι ψεύτικη αλλά όχι κι ευχάριστη… Είναι ντροπή να πω πως είναι, όμως θα μιλήσω. Ενώ έχομε ταχθεί να είμαστε δάσκαλοι του καλού, είμαστε εργαστήρι όλων των κακών.
(Έπη εις εαυτόν, Ποίημα ΙΒ, ΕΠΕ 10, σ. 192)

Αλλού:

[…] οι μέγιστοι ναοί της οικουμένης όλης από χρόνια πολλά είχαν και θησαύριζαν, κειμήλια κι έσοδα απ’ τον κόσμο όλο, ούτ’ ένα στα βιβλία λογαριασμό δε βρήκα των παλιών της Εκκλησίας πρωτοκαθέδρων, ούτε σ’ όσους απ’ τους ταμίες είχαν τα χρήματα… Για όλα είναι η απληστία κακή, μα είναι χειρότερη η απληστία στους πνευματικούς.
(ο. π. σ. 145)

«Ζήτω» το χρήμα δηλαδή.

Αλλού:

Γιατί του λαού οι πρωτοστάτες κι οι διδάχοι, του Πνεύματος οι χορηγοί, που απ’ τους ψηλούς τους θρόνους ξεκινά της σωτηρίας ο λόγος, που την ειρήνη πάντα σ’ όλους διαλαλούνε με φωνές πλατιές στης σύναξης τη μέση, με τόσο μίσος φρένιασαν ο ένας στον άλλο, που ξεφωνίζοντας, μαζεύοντας συμμάχους, κατηγορώντας και κατηγορούμενοι, πηδώντας κι απ’ τα πηδήματα έξω πέφτοντας, αρπάζοντας όποιον καθείς προφτάσει, από μανία φιλαρχίας και μονοκρατορίας, κομμάτιασαν πια ολόκληρη την οικουμένη… Μα αυτούς σα χώρισαν δεν τους ενώνει τίποτα, όχι η ευσέβεια, μόνο η μάχη για τους θρόνους.
(ο. π σ. 149)

Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός μας περιγράφει την κατάσταση των εκκλησιών μετά την Α΄ Οικουμενική.

Εν δε Κωνσταντινουπόλει Ευδόξιος μεν των εκκλησιών εκράτει, την Αρείου δόξαν διδάσκων· οι δε του «ομοουσίου» φρονήματος εν μικρώ οικίσκω τας συναγωγάς εποιούντο ένδον της πόλεως. Της δε Μακεδονιανής θρησκείας έτι κατά τας πόλεις εκράτουν των ευκτηρίων οίκων οι εν Σελευκεία διακριθέντες τοις περί Ακάκιον. Εν τοιαύτη μεν δη καταστάσει τα των εκκλησιών ην.
(Εκκλ. Ιστορία Σωκράτους,4,1)

Όχι μόνο δεν έσβησε η αρειανική δοξασία, αλλά εισχώρησε στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το δόγμα του «ομοουσίου» της Α΄ Οικουμενικής είχε λιγοστούς οπαδούς, που ίσα ίσα μαζεύονταν σε ένα μικρό σπίτι της πόλης. Αλλά και η δοξασία του Μακεδόνιου είχε πολυάριθμους οπαδούς, που κρατούσαν τους ευκτήριους οίκους στην Σελεύκεια.

Η ομόνοια δεν ήρθε ποτέ στους εκκλησιαστικούς κύκλους, εφόσον επί εποχής βασιλείας Ιουλιανού (361- 363), τριάντα έξι χρόνια μετά την σύνοδο της Νικαίας, συνεχίζονταν οι αρειανικές έριδες.

[…] ούτοι συν τοις άλλοις ομόφροσι κατά ταυτόν γενόμενοι χρήναι τας εκκλησίας έλεγον εις μιαν συναγαγείν συμφωνίαν. Ου γαρ μόνον αυτάς οι ταναντία φρονούντες επολιόρκουν, αλλά και αυταί προς εαυτάς εστασίαζον. Και γαρ εν Αντιοχεία διχή το υγιαίνον σώμα της εκκλησίας διήρητο.
(Εκκλ. Ιστορία Θεοδώρητου Κύρου, 3,180)

Ο Θεοδώρητος Κύρου αναφέρει τις ενδοεκκλησιαστικές κόντρες. Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτά συμβαίνουν μετά την συνοδική καταδίκη της διδασκαλίας του Άρειου, από ιερείς που συνεχίζουν να ασπάζονται τις διδασκαλίες του. «Ο μεν ουν πανεύφημος βασιλεύς (εννοεί τον Κωνσταντίνο)τας αποστολικάς φροντίδας εν τη ψυχή περιέφερεν, οι δε της ιερωσύνης ηξιώμενοι ου μόνον οικοδομείν ουκ εβούλοντο, αλλά και αυτά τα της εκκλησίας ανορύττειν επεχείρουν θεμέλια» (1,80).

Οι δε οπαδοί του Μακεδόνιου (δεν δέχονταν το τριαδικό δόγμα) πλεόναζαν στην περιοχή του Ελλήσποντου, κατά τον Σωκράτη τον Σχολιαστικό.

Αλλά και οι διδασκαλίες του Νεστορίου επέφεραν διαιρέσεις στην Εκκλησία. «Διό της περί τούτου ζητήσεως παρ’ άλλοις άλλως εκδεχθείσης, διαίρεσις εν τη εκκλησία εγένετο· και ωσπερ έν νυχτομαχία καθεστώτες νυν μεν ταύτα έλεγον, νυν δε τα έτερα…» (Εκκλ. Ιστορία Σωκράτη, 7,32).

Γιατί δεν υποτάχθηκαν στις ερμηνείες των συνόδων; Επειδή οι αποφάσεις τους δεν συμφωνούσαν με τις Γραφές και τα συμφέροντά τους.

Κατασκευή κειμένων στο όνομα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών

Στο ζήτημα της παραχάραξης εντάσσεται και το φαινόμενο κατασκευής κειμένων στο όνομα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών, προκειμένου κάποιοι να εξαπατήσουν και να περάσουν τις απόψεις τους. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησαν να προσδώσουν κύρος και αποδοχή. Η πιστοποίηση προκύπτει από την επιστημονική έρευνα. Τα βιβλία πατρολογίας, αφού κάνουν αναφορά στο βίο του εκάστοτε πατρός και εκκλησιαστικού συγγραφέα, στην συνέχεια αναφέρονται στα σωζόμενα γραπτά του τα οποία ταξινομούνται σε γνήσια, σε αμφιβαλλόμενα, και σε νόθα. Μια αιτία για την ύπαρξη νόθων κειμένων είναι και το θέμα της σκόπιμης πλαστογράφησης.

Για παράδειγμα, γράφει ο θεολόγος Π. Χρήστου για τα νόθα κείμενα που αποδίδονται στον Ιουστίνο…

Η μεγάλη τιμή που η αρχαία εκκλησία απέδωσε στον Ιουστίνο έγινε αφορμή για το εξής φαινόμενο: Διάφοροι συγγραφείς της αρχαίας εκκλησίας επιχείρησαν και πέτυχαν να διαδώσουν τις αντιλήψεις τους, στεγάζοντας τα έργα τους κάτω από το γνωστότατο και σεβαστό όνομα του Ιουστίνου. […] πολλά νόθα έργα έχουν τίτλους λίγο πολύ όμοιους ή σχετικούς με τίτλους απολεσθέντων έργων του Ιουστίνου, πράγμα που αποδεικνύει τη σκόπιμη πλαστογράφηση.

Αναφορικά με την πλαστογράφηση προς εξαπάτηση εθνικών, αναφέρω ενδεικτικά τα παραδείγματα της πλαστογραφημένης αλληλογραφίας «Παύλου και Σενέκα» και των πλαστογραφημένων Σιβυλλικών χρησμών. Για την πλαστογράφηση με σκοπό την εξαπάτηση των Ιουδαίων αρκεί να αναφέρω ενδεικτικά το «Βίοι προφητών» και το «Αποκάλυψη Έσδρα». Εννοείται ότι σε αυτά «αποδεικνύεται» τόσο στους εθνικούς όσο και στους ιουδαίους, ότι στα ίδια τους τα γραπτά προφητεύονταν δήθεν η χριστιανική εκκλησία! Όποιος αναγνώστης επιθυμεί, μπορεί να δει περισσότερες λεπτομέρειες στο άρθρο «Ευσεβείς πλαστογραφίες».

Ο κανόνας 19 της Πενθέκτης Οικουμενικής το 691

Κρίθηκε σκόπιμο να γίνει αναφορά στον κανόνα 19 της Πενθέκτης Οικουμενικής, διότι εκεί συνοψίζεται το θέμα με το οποίο ασχολούμαστε.

Ας δούμε τι λέει και ας κάνουμε έναν σύντομο σχολιασμό…

Ότι δει τους των εκκλησιών προεστώτας, εν πάση μεν ημέρα, εξαιρέτως δε εν ταις Κυριακαίς, πάντα τον κλήρον και τον λαόν εκδιδάσκειν τους της ευσεβείας λόγους, εκ της θείας γραφής αναλεγομένους τα της αληθείας νοήματα τε, και κρίματα, και μη παρεκβαίνοντας τους ήδη τεθέντας όρους, την εκ των θεοφόρων Πατέρων παράδοσιν. Αλλά και ει γραφικός ανακινηθείη λόγος, μη άλλως τούτον ερμηνευέτωσαν, η ως αν οι της εκκλησίας φωστήρες, και διδάσκαλοι, δια των οικείων συγγραμμάτων παρέθεντο· και μάλλον εν τούτοις ευδοκιμείτωσαν, ή λόγους οικείους συντάττοντες· ίνα μη, εστίν ότε, προς τούτο απόρως έχοντες, αποπίπτοιεν του προσήκοντος. Δια γαρ της των προειρημένων Πατέρων διδασκαλίας, οι λαοί εν γνώσει γινόμενοι των τε σπουδαίων και αιρετών, και των ασυμφόρων και αποβλήτων, τον βίον μεταρρυθμίζουσι προς το βέλτιον, και τω της αγνοίας ουχ αλίσκονται πάθει, αλλά προσέχοντες τη διδασκαλία, εαυτούς προς το μη κακώς παθείν παραθήγουσι, και φόβω των επηρτημένων τιμωριών την σωτηρίαν εαυτοίς εξεργάζονται.

Ο κανόνας αυτός απευθύνεται προς τους «προεστώτες», δηλαδή προς εκείνους που έχουν τον πρώτο λόγο στις εκκλησίες. Η οδηγία είναι ότι εξαιρέτως τις Κυριακές πρέπει να διδάσκουν τις Γραφές τόσο στον υπόλοιπο κλήρο όσο και στο λαό, χωρίς να ξεφεύγουν από τους όρους (τις συνοδικές αποφάσεις) που ήδη έχουν τεθεί. Η σύνοδος λαμβάνει χώρα το 692 κ.ε., συνεπώς οι όροι συμπεριλαμβάνουν τις αποφάσεις όλων των προηγούμενων Οικουμενικών και μη.

Με αυτόν τον τρόπο κλειδώνει επισήμως το ζήτημα της ερμηνείας. Τα προαναφερόμενα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η τακτική της Εκκλησίας επικεντρώνεται στην ερμηνευτική απολογητική. Η άμυνά της επικεντρώνεται στην θεολογική ερμηνεία των Γραφών και όχι στο τι πραγματικά λένε. Το ίδιο πνεύμα μπορείτε να διακρίνετε στους χριστιανικούς απολογητικούς ιστοτόπους (όπου το μαύρο το κάνουν άσπρο και τανάπαλιν), σε ομιλίες θεολόγων, καθώς και σε διαδικτυακές συζητήσεις με χριστιανούς. Για αυτούς, πάντα τα δύσκολα και άβολα χωρία εννοούν κάτι άλλο, πέρα από αυτό που λένε τόσο καθαρά.

Ο Νικόδημος σχολιάζει στον 19ο κανόνα: «Οι τοιούτοι όμως να μη διδάσκουσιν από εδικά των λόγια και νοήματα, αλλά από τα της Θείας Γραφής, χωρίς να εβγαίνουν έξω από τους επικυρωθέντας συνοδικώς όρους και δόγματα πίστεως».

Πατερικά δείγματα ερμηνευτικής διαστρέβλωσης

Στην χριστιανική θεολογία (που βασίζεται στα δόγματα της πίστεως) υπάρχουν θεμελιώδεις διδασκαλίες που οδηγούν σε σκόπιμη διαστρέβλωση συγκεκριμένων βιβλικών περικοπών.

Μια τέτοια διδασκαλία, είναι η διδασκαλία περί του προπατορικού αμαρτήματος. Αποτελεί πυλώνα και εκεί βασίζονται πολλές επιμέρους διδασκαλίες της πατερικής νηπτικής παράδοσης, καθώς και ο Ορθόδοξος λόγος περί της φύσεως της αμαρτίας και της σωτηρίας.

Ας δούμε τι γράφει ο Ι. Ρωμανίδης.

Η ιδέα περί ηθικής τελειώσεως δεν εμφανίζεται σαφώς εις την διήγησιν της Γενέσεως περί δημιουργίας και πτώσεως. Υποστηρίζεται ότι η πτώσις φέρει μάλλον μορφήν δικανικήν. Ο Θεός με άλλας θετικάς εντολάς δίδει εις τους πρωτόπλαστους και μιαν απαγορευτικήν εντολήν, της οποίας η παραβίασις θα επέφερεν τας ταλαιπωρίας και τον θάνατον. Η άποψις αύτη περί προπατορικού αμαρτήματος, μακράν βεβαίως της γνωστής μεταγενεστέρας φιλοσοφικής επεξεργασίας του Αυγουστίνου, διετηρήθη άνευ σημαντικής τινός αλλαγής υπό του μεταγενεστέρου Ιουδαϊσμού. Αμαρτία εθεωρείτο υπό των Εβραίων πάσα εκούσια ή ακούσιος παράβασις της θείας βουλήσεως.
(Προπατορικό αμάρτημα, Ι. Ρωμανίδης, σ. 118)

Η διήγηση της Γενέσεως δεν εμφανίζει με σαφήνεια την ιδέα περί ηθικής τελειώσεως. Συνεπώς, το σημείο αυτό χρήζει ερμηνείας. Το δεύτερο που κρατάμε είναι ότι η άποψη περί της δικανικής μορφής της πτώσεως ήταν και είναι άποψη του Ιουδαϊσμού. Στο σημείο αυτό να πούμε ότι η Ορθόδοξη χριστιανική θεολογία δεν ερμηνεύει την πτώση με αυτήν την οπτική. Ρωτάμε όμως: είναι δυνατόν οι Ιουδαίοι να μην ξέρουν τις Γραφές τους και να τις ξέρουν οι χριστιανοί που τις καπηλεύτηκαν;

Γράφει παρακάτω:

Οι πατέρες και συγγραφείς της υπό εξέτασιν περιόδου πραγματεύονται το θέμα περί πτώσεως υπό τας συνήθεις της βιβλικής παραδόσεως μορφάς, επί πλέον όμως προσθέτουν ορισμένα δια τον χριστιανισμόν ουσιαστικά στοιχεία, ειλημμένα εκ της ανθρωπίνου προορισμού διδασκαλίας του Χριστού.
(ο. π . σ. 120)

Συνεπώς οι πατέρες προσθέτουν στο θέμα πράγματα που είναι ξένα τόσο ως προς τις ίδιες τις Γραφές, όσο και ως προς την Ιουδαϊκή ερμηνευτική παράδοση. Η προβαλλόμενη δικαιολογία είναι ότι αυτά που προσθέτουν οι χριστιανοί συγγραφείς είναι παρμένα από την σχετική διδασκαλία του Χριστού. Και τη διδασκαλία του Χριστού, ποιος την κατέγραψε (ή καλύτερα) ποιος την επεξεργάστηκε; Η Εκκλησία!

Ας δούμε τι αναφέρει ο Φλορόφσκι σχετικά με το θέμα των προφητειών, εξίσου κομβικό…

Το μυστήριο της Π. Διαθήκης ήταν ο Χριστός· όχι μόνο με την έννοια που ο Μωυσής ή οι προφήτες μίλησαν γι’ Αυτόν, αλλά επειδή η όλη πορεία της ιερής ιστορίας ήταν θεϊκά προσανατολισμένη σε αυτόν. Και με την έννοια αυτή ο Χριστός υπήρξε η πλήρωσις των προφητειών. Για το λόγο αυτόν ακριβώς, μόνο στο φως του Χριστού είναι δυνατό να κατανοηθεί σωστά η Π. Διαθήκη και τα μυστήριά της να αποκαλυφθούν με την έλευση Εκείνου, ‘’του ερχόμενου’’. Το αληθινό νόημα των προφητειών διακρίνεται με καθαρότητα μόνο όταν τις κοιτάξουμε απ’ το τέλος προς την αρχή, στην απόλυτη πλήρωσή των.
(Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας, σ. 56)

Και έτσι, με τη δικαιολογία του Χριστού, πάντα προσαρμόζεται η Γραφή στην ήδη υπάρχουσα ερμηνεία. Λίγο παρακάτω, ο Φλορόφσκι δικαιολογεί την καπήλευση των Γραφών από τους χριστιανούς.

Η παλαιά οικονομία συμπληρώθηκε στη νέα, η διαθήκη ανανεώθηκε, και ο παλαιός Ισραήλ απορρίφθηκε ένεκα της απιστίας του: επειδή δηλαδή ελησμόνησε την ημέρα του Κυρίου. Η μόνη αληθινή συνέχεια της Π. Διαθήκης πραγματώθηκε μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. […] Η Εκκλησία είναι Ισραήλ κατά Πνεύμα. Με αυτήν την έννοια ήδη ο άγιος Ιουστίνος απέρριψε έντονα την ιδέα ότι η Π. Διαθήκη ήταν συνδετικός κρίκος μεταξύ Εκκλησίας και συναγωγής. Για τον άγιο Ιουστίνο η πραγματικότητα ήταν τελείως αντίθετη. Όλες οι Ιουδαϊκές απαιτήσεις έπρεπε να απορριφθούν: η Π. Διαθήκη δεν ανήκε πια στους Ιουδαίους αφού δεν πίστεψαν στον Ιησού Χριστό. Τώρα πια η Π. Διαθήκη ανήκει μόνο στην Εκκλησία.
(ο. π. σ. 58).

Οι Ιουδαίοι όμως δεν πίστεψαν στον Χριστό όχι από πείσμα, αλλά επειδή ο Ιησούς δεν εκπλήρωσε καμία προφητεία. Επί τούτου, δίδονται περισσότερες πληροφορίες στο άρθρο «Εξετάζοντας τις προφητείες για τον Ιησού».

Η συλλογή των δήθεν αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, επιχειρεί να ωραιοποιήσει τις Γραφές μέσω στρεβλής ερμηνείας. Αυτή η πλαστογραφημένη συλλογή κειμένων εμφανίστηκε για πρώτη φορά από την μεριά των μονοφυσιτών σε μια διένεξη με τους ορθόδοξους το 533 στην Κωνσταντινούπολη, με τον Σεβήρο Αντιοχείας. Υποτίθεται ότι ανάγονται στα χρόνια των αποστόλων. Ωστόσο, κανείς ως τότε δεν είχε γνώση της ύπαρξής τους, ενώ η ορολογία είναι έντονα νεοπλατωνική. Η δε θεολογία που αναδύεται, δεν θα μπορούσε να είναι η φτωχή θεολογία του πρώτου αιώνος. Ο συγγραφέας υπογράφει ως «Διονύσιος Αρεοπαγίτης», ενώ υποτίθεται ότι γνωρίζει πολλά καινοδιαθηκικά πρόσωπα. Οι Ορθόδοξοι αναγνώρισαν τη σπουδαία θεολογική τους αξία, τα επεξεργάστηκαν με σκοπό να αφαιρεθούν τα άβολα σημεία, και τέλος τα ιδιοποιήθηκαν.

Όπως γράφει στην εισαγωγή των «αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων» ο καθηγητής πατρολογίας Π. Χρήστου, «Ο Μάξιμος προέβηκε σε ευρύτερη επεξεργασία· στην ανασύνθεση της διδασκαλίας του Διονυσίου και την απαλλαγή της από ορισμένα άβολα για τη χριστιανική πίστη στοιχεία που ενήργησε, χωρίς να πειράξει καθόλου τα κείμενα, στο περίφημο έργο του Περί Αποριών και στα Σχόλια» (ΕΠΕ τ. 3,σ. 13 Χρήστου).

Οι Γραφές κρύβουν μια βαθύτερη σοφία, την οποία δεν κατανοούν οι πολλοί επειδή μένουν στα αισθητά σύμβολα. Εδώ λοιπόν μπαίνει το ζήτημα της πνευματικής ερμηνείας. Όμως, κατά πόσο αυτό μπορεί να ισχύει στην πραγματικότητα, εφόσον υποτίθεται ότι όσα ιστορούνται στην Βίβλο είναι γεγονότα; Ακόμα και αν προσπαθούσε να ωραιοποιήσει κανείς τα πράγματα, πως θα μπορούσε να ξεφύγει από το ιστορικό κομμάτι; Για παράδειγμα, πως θα μπορούσε να εξωραϊστεί η συνηθισμένη εικόνα του Γιαχβέ που οργίζεται, που εξαπατά, που ζηλεύει, που διατάζει γενοκτονίες και βρεφοκτονίες, ή που ευφραίνεται με την μυρωδιά της τσίκνας του θυσιαζόμενου ζώου;

Διότι όταν οι πατέρες της απόρρητης σοφίας φανερώνουν τη θεία, τη μυστική, την απρόσιτη στους βέβηλους αλήθεια με απόκρυφα και τολμηρά αινίγματα, αποτυπώνουν στις ατελείς ψυχές ένα φοβερό παραλογισμό. Γι’ αυτό κι εμείς οι πολλοί απιστούμε στην αποκάλυψη των θείων μυστηρίων, διότι τα βλέπουμε μόνο δια μέσου των αισθητών συμβόλων που είναι συνημμένα με αυτά.
(Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, επιστολή 9, ΕΠΕ 3, σ. 539)

Πιο συγκεκριμένα:

Διότι με πόσο απίστευτη και πλασματική τερατεία δεν είναι γεμάτα τα εξωτερικά σημεία αυτής της ιεροπλαστίας; Για παράδειγμα, αυτή η βιβλική ιεροπλαστία κατά μεν την υπερούσια θεογονία παρουσιάζει την κοιλιά του θεού να γεννά σωματικώς τον θεό και αναγράφει τον λόγο να εκφέρεται στον αέρα από ανδρική καρδιά και πνεύμα να εκπνέει από το στόμα. Μας εξυμνεί σωματοπρεπώς τους θεογονικούς κόλπους να εναγκαλίζονται τον Υιό του Θεού. […] Τι θα μπορούσε κανείς να πει για τις οργές, τις λύπες, τους παντοειδείς όρκους, τις μετάνοιες, τις κατάρες, τους θυμούς, τα πολυειδή και λοξά σοφίσματα για τη ματαίωση των υποσχέσεών του; Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τη τιτανομαχία του βιβλίου της Γενέσεως κατά την οποία λέγεται ότι ο Θεός επιβουλεύεται τους δυνατούς εκείνους άνδρες από φόβο, αν και την οικοδομή εκείνη την κατασκεύασαν όχι για να αδικήσουν άλλους, αλλά για τη δική τους σωτηρία, και για το συμβούλιο εκείνο στους ουρανούς που συγκροτήθηκε για παραπλάνηση κι εξαπάτηση του Αχαάβ; Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τα αισθησιακά και πορνικά εκείνα πάθη του Άσματος των Ασμάτων και για όλα τα άλλα ιερά σύμβολα, που η παράτολμη θεοεικονογραφία προβάλλει πολυειδώς ως φανερώματα των απόκρυφων…;
(ο. π. σ. 539-541)

Ακριβώς επειδή όλα αυτά είναι άβολα, για αυτό πρέπει να επιστρατευθεί η μυστική θεολογία. Να τι γράφει παρακάτω:

Κατά τα άλλα πρέπει να καταλάβουμε και τούτο, ότι η θεολογία είναι διττή· από το ένα μέρος απόρρητη και μυστική, από το άλλο φανερή και γνώριμη· από το ένα μέρος συμβολική και τελεστική, από το άλλο φιλοσοφική και αποδεικτική.
(ο. π. σ. 543)

Είναι αυτό που έχει τονιστεί από την αρχή. Ότι η θεολογία είναι στην ουσία της μια παραποίηση των Γραφών.

Ας δούμε τι γράφει και ένας άλλος μεγάλος θεολόγος της Εκκλησίας, ο Μάξιμος ο Ομολογητής…

Ο Χριστός είναι βασιλιάς της φιλοσοφίας(!) λόγω της επιγραφής Ι.Ν.Β.Ι(!).

Η κατηγορία του Σωτήρα που είχαν γράψει στην επιγραφή, έδειξε ξεκάθαρα ότι αυτός που σταυρώθηκε ήταν βασιλιάς και Κύριος της πρακτικής και φυσικής και θεολογικής φιλοσοφίας. Γιατί λένε ότι η αιτία ήταν γραμμένη ρωμαϊκά, ελληνικά και εβραϊκά.
(Μάξιμος, κεφ. Θεολογικά, Β΄ εκατοντάδα, ΕΠΕ 14, σ. 563)

Δηλαδή, αυτά αντιπροσωπεύουν την ρωμαϊκή παράδοση (που ήταν πρακτική), την ελληνική (που ήταν φιλοσοφική), και την ιουδαϊκή (που ήταν θεολογική).

Σε άλλο σημείο αναφέρεται:

Η χάρη της Νέας Διαθήκης είναι κρυμμένη μυστικά στο γράμμα της Παλαιάς· γι’ αυτό λέει ο απόστολος ότι ο νόμος είναι πνευματικός. […] Όλη η Αγία Γραφή λέμε ότι διακρίνεται σε σάρκα και πνεύμα σαν να είναι πνευματικός άνθρωπος. Αυτός λοιπόν που θα πει ότι τα λόγια της Γραφής είναι σάρκα και το νόημά της πνεύμα, δηλαδή ψυχή, δεν θα αστοχήσει στην αλήθεια.
(ο. π. Α΄ εκατοντάδα, σ. 495)

Σάρκα και πνεύμα, είναι η κατά γράμμα και η συμβολική/ μυστική ερμηνεία αντίστοιχα.

Ο ίδιος λέει αλλού:

Μας λέγει ο θείος απόστολος· «όσο ο εξωτερικός άνθρωπος φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός ξαναγίνεται νέος μέρα τη μέρα». Το ίδιο να σκεφτόμαστε και να λέμε και για την Αγία Γραφή, εκλαμβάνοντάς την σαν άνθρωπο. Όσο δηλαδή υποχωρεί το γράμμα της, τόσο υπερισχύει το πνεύμα της.
(Μυσταγωγία, ο. π. σ. 89)

Μέσω της νέας χριστιανικής ερμηνείας, οι Γραφές καθίστανται πνευματικό κτήμα της Εκκλησίας.

Ούτε θα υπάρξει ποτέ άλλος Θεός, ω Τρύφων, ούτε υπήρχε από του αιώνος, είπα εγώ προς αυτόν, πλην του ποιήσαντος και διατάξαντος τούτο το σύμπαν. Ούτε δεχόμαστε άλλον θεό μας, άλλον δικό σας, αλλά δεχόμαστε τον ίδιο εκείνο ο οποίος εξήγαγε τους πατέρες σας από τη γη της Αιγύπτου με κραταιά χείρα και υψηλό βραχίονα, ούτε ελπίσαμε σε κανέναν άλλο, διότι δεν υπάρχει, αλλά στον ίδιο με σας, τον Θεό του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. Ελπίσαμε όχι δια του Μωυσέως ούτε δια του Νόμου, διότι τότε θα πράτταμε το ίδιο με σας. Διότι τώρα ανέγνωσα, ω Τρύφων, ότι θα υπάρξει και τελευταίος Νόμος και Διαθήκη κυριότατη όλων, την οποία πρέπει να φυλάσσουν τώρα όλοι οι άνθρωποι, όσοι επιδιώκουν την κληρονομιά του Θεού. Πράγματι ο παλαιός Νόμος του όρους Χωρήβ, είναι μόνο δικός σας, ο δε νέος είναι γενικά όλων. Νόμος συντασσόμενος έναντι νόμου παύει τον προ αυτού και Διαθήκη γινόμενη μετέπειτα αχρηστεύει ομοίως την προηγούμενη. Αιώνιος Νόμος και τελευταίος δόθηκε σε μας ο Χριστός και η Διαθήκη του είναι πιστή, μετά την οποία δεν υπάρχει νόμος ούτε πρόσταγμα ούτε εντολή.
(Διάλογος προς Τρύφωνα τον Ιουδαίο, Ιουστίνος ΕΠΕ τ. 1, σ. 291-293)

Ίδιος Θεός Ιουδαίων και χριστιανών. Η διαφορά είναι ότι οι χριστιανοί δέχονται τον Χριστό που έφερε μια νέα διαθήκη, με την οποία ακυρώνει την διαθήκη στο όρος Χωρήβ (ασχέτως ότι εκεί αναφέρεται ότι ο νόμος αυτός θα είναι αιώνιος για τους Ιουδαίους).

Αλλού αναφέρεται:

Πράγματι τον αληθινό Ισραηλιτικό γένος, πνευματικό, του Ιούδα και του Ιακώβ και του Ισαάκ και του Αβραάμ, του μαρτυρηθέντος υπό του Θεού για την πίστη του καθ’ ον χρόνο είχε ακροβυστία και ευλογηθέντος και αποκληθέντος πατρός πολλών εθνών, είμαστε εμείς, οι οποίοι προσήχθημεν στον θεό δια τούτου του σταυρωθέντος Χριστού, όπως θα αποδειχθεί από εμάς καθώς προχωρεί η συζήτηση.
(ο. π. σ. 293)

Ο Ι. Δαμασκηνός, από τους αρχαιότερους δογματολόγους της Εκκλησίας, στο «Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως», δικαιολογεί την απαράδεκτη παρουσίαση του θείου ως εξής:

Επεί δε πλείστα περί Θεού σωματικώτερον εν τη θεία Γραφή συμβολικώς ειρημένα ευρίσκομεν, ειδέναι χρη, ως ανθρώπους όντας ημάς και το παχύ τούτο σαρκίον περικειμένους τας θείας και υψηλάς και αύλους της θεότητος ενέργεια νοείν ή λέγειν αδύνατον, ει μη εικόσι και τύποις και συμβόλοις τοις καθ’ ημάς χρησάμεθα.
(PG 94, 841AB)

Εφόσον είναι συμβολικά, τότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.

Απόψεις σύγχρονων θεολόγων για την ερμηνευτική παράδοση

Σε αυτήν την ενότητα, και πριν προχωρήσουμε στο τι λέει η σύγχρονη επιστήμη για την παραχάραξη των Γραφών, ας δούμε τις σύγχρονες απόψεις για την ερμηνευτική παράδοση.

Η καθ’ ημάς αγία και άμωμος και ειλικρινεστάτη πίστις, της ανατολικής δηλαδή ευσεβούς και Ορθοδόξου Εκκλησίας, ουδέποτε αλλόκοτα και αλλότρια της του Κυρίου και Σωτήρος ημών διδασκαλίας εδέξατο δόγματα, αλλ’ εκείνα και μόνα διακρατεί και φυλάττει αεί, όσα παρ’ αυτού του Σωτήρος Χριστού εν ταις ιεραίς και θείαις Γραφαίς εδιδάχθη· άπερ δηλαδή οι τε απόστολοι εδίδαξαν και αι αγίαι και οικουμενικαί σύνοδοι εθέσπισαν και εκύρωσαν και παρέδωκαν ημίν· άπερ ημείς μέχρι τούδε και εφυλάξαμεν και φυλάττομεν απαράτρωτα και απαρασάλευτα.
(Αποκρίσεις των Ορθοδόξων πατριαρχών της Ανατολής προς τους Αγγλικανούς Ανωμότας, 1716/1725 – Δογματική και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Β΄, σ. 384 Ι. Ρωμανίδης)

Να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στο ρήμα «εθέσπισαν». Για να θεσπίσεις κάτι, αυτό το κάτι πριν δεν υπήρχε. Οι οικουμενικές σύνοδοι λοιπόν, θέσπισαν την «ορθή» ερμηνεία των «ιερών και θείων Γραφών», την οποία και παρέδωσαν στους επόμενους που χρέος τους ήταν να τη φυλάξουν απαρασάλευτη. Είναι το πνεύμα «έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τα αφήσουμε».

Φλορόφσκι:

Η Γραφή χρειάζεται να ερμηνευθεί. Αποκαλύπτεται στη θεολογία. Κι αυτά είναι δυνατό μόνο δια μέσου της ζωντανής εμπειρίας της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Γραφή είναι αυτάρκης· και τούτο, όχι γιατί τάχα δεν είναι πλήρης, ή γιατί είναι ανακριβής ή ότι έχει τίποτα σφάλματα, αλλ’ επειδή η Γραφή, στη βαθύτερή της έννοια, δεν θέτει καμία αξίωση για αυτάρκεια.
(Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας σ. 201)

Παρακάτω:

Αν ισχυριστούμε ότι η Γραφή είναι αυτάρκης, με την πράξη μας αυτή, απλώς την εκθέτουμε στην υποκειμενική, αυθαίρετη του καθενός ερμηνεία, αποκόβοντάς την έτσι από την ιερή πηγή. Η Γραφή μας δόθηκε στην παράδοση.
(ο. π. σ. 202)

Επίσης:

Η στάσις του Τερτυλλιανού απέναντι στις Γραφές υπήρξε αντιπροσωπευτική. Δεν ήταν προετοιμασμένος να συζητήσει με τους αιρετικούς τα αμφισβητούμενα σημεία της πίστεως, επί βιβλικής βάσεως. Οι Γραφές ανήκουν στην Εκκλησία. Η αναφορά των αιρετικών σε αυτές ήταν παράνομη. Δεν είχαν κανένα δικαίωμα πάνω στην ξένη περιουσία.
(ο. π. σ. 44)

Ακόμα:

Διαφορετικές παραδόσεις συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο, όπως ακριβώς ήταν. Η Εκκλησία απέκρουσε όλες τις προσπάθειες προς δημιουργία, εκ των τεσσάρων διαφορετικών ευαγγελίων, ενός μοναδικού σύνθετου ευαγγελίου, αρνήθηκε δηλαδή να μετασχηματίσει τα τέσσερα ευαγγέλια σε ένα Διατεσσάρων, παρά τις δυσκολίες που εμφανίζονται στις αντιθέσεις των ευαγγελιστών, με τις οποίες ο άγιος Αυγουστίνος επάλαιψε. Τα τέσσερα αυτά ευαγγέλια εξασφάλισαν κατά τρόπο επαρκή την ενότητα του μηνύματος, και ίσως σε μια πιο συγκεκριμένη μορφή από οποιοδήποτε άλλη, που ένα συμπίλημα θα μπορούσε να προσφέρει.
(ο. π. σ. 45)

Δηλαδή, βάζοντας παράλληλα τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια, προκύπτουν αντιφάσεις στα επιμέρους σημεία. Αλλά σημασία έχει η «ενότητα του μηνύματος», το οποίο βγαίνει μέσα από την γενική ερμηνεία. Εύγε στους ανθρώπους αυτούς που αγαπάνε τόσο πολύ την αλήθεια! Ο μεγάλος θεολόγος- απολογητής Φλορόφσκι λέει ψέματα ότι η Εκκλησία δεν χρησιμοποίησε το «Διατεσσάρων». Βεβαίως και υπήρξε εποχή που το έκανε ως τον 5ο αιώνα περίπου. Και μάλιστα, το υιοθέτησε από έναν σφοδρό πολέμιο του ελληνισμού και μετέπειτα «αιρετικό», τον Τατιανό. Όχι μόνο στην Συρία αλλά και γενικότερα. Το «Διατεσσάρων» είναι μια σύνθεση/εναρμόνιση-διασκευή των τεσσάρων ευαγγελίων. Ο Π. Χρήστου γράφει σχετικά ότι «πολύ υλικόν απερρίφθη άλλο ετροποποιήθη και άλλο εισήχθη», και ότι «το έργον διεδόθη ευρέως» (Πατρολογία, τ. 2, σ. 606). Ο Σ. Παπαδόπουλος στην δική του πατρολογία, αναφέρει: «Χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στην λατρεία όχι μόνο των οπαδών του Τατιανού, αλλά συχνά και της Εκκλησίας μέχρι τον Ε΄ αιώνα» (τ. 1, σ. 289).

Σε άλλο σημείο, πάλι αναφέρει την αξία όχι της φράσης… αλλά του μηνύματος-ερμηνείας(!).

Οι Γραφές έχουν ανάγκη ερμηνείας. Δεν είναι η φράσις ο πυρήνας, αλλά το μήνυμα. Και η Εκκλησία είναι απ’ το Θεό διαλεγμένη να μαρτυρεί με σταθερότητα την απόλυτη αλήθεια και το πλήρες νόημα αυτού του μηνύματος, απλώς και μόνο επειδή και η Εκκλησία η ίδια ανήκει στην αποκάλυψη, ως σώμα του ενσαρκωθέντος Κυρίου.
(ο. π. σ. 51).

Δυστυχώς, με τέτοιους τρόπους οι θεολόγοι εξαπατούν τους πιστούς.

Η θεολογία είναι πάντοτε στην πορεία σχηματισμού. Η βάσις και το αφετηριακό σημείο ήταν πάντοτε το αυτό: ο Λόγος του Θεού, η αποκάλυψις. Η θεολογία μαρτυρεί την αποκάλυψη. Και τη μαρτυρεί ποικιλοτρόπως στα σύμβολα της πίστεως, στα δόγματα, στο ιερό τυπικό και στους συμβολισμούς.
(ο. π. σ. 53)

Αλλά και ο καθηγητής δογματικής, Ν. Ματσούκας, στο ίδιο μήκος κύματος κινείται.

Για αυτό οι θεολόγοι ερμήνευσαν τις θεοφάνειες της Π. Διαθήκης ως την άσαρκη παρουσία του Λόγου, με άλλα λόγια ως φανέρωση της Αγίας Γραφής· το αυτό έπραξαν και οι αγιογράφοι. Και αυτό έγινε, επειδή οι πατέρες ερμηνεύουν πράγματα και γεγονότα, και όχι πρωτίστως χωρία ή περικοπές κειμένων της Αγίας Γραφής. Προηγείται η ιστορία της θείας οικονομίας, ή η ιστορία της σωτηρίας κατά τους σημερινούς βιβλικούς θεολόγους, και ακολουθούν τα υπομνήματα. Με άλλα λόγια, οι πατέρες νοιάζονται για τη συνέχεια της ιστορίας, και σ’ αυτήν προσαρμόζουν τις περικοπές της Αγίας Γραφής.
(Δογματική και Συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 150)

Και ο Ι. Ρωμανίδης:

Γενικώς επικρατεί μεταξύ των ερευνητών της Δύσεως η αντίληψις 1) ότι τα βασικά δόγματα της πατερικής παραδόσεως των οικουμενικών συνόδων περί αγίας Τριάδος και Χριστολογίας δεν υπάρχουν, τουλάχιστον πραγματικώς, εις την Αγίαν Γραφήν, αλλά ίσως μόνον σπερματικώς, και 2) ότι τα δόγματα είναι έργον στοχαστών θεολόγων και αυτοκρατόρων, οίτινες βάσει των αποφάσεων της πλειοψηφίας των επισκόπων εν οικουμενικαίς αυτοκρατορικαίς συνόδοις και μέσω της νομικής των εξουσίας, επέβαλον την θεολογικήν γνώμην μιας παρατάξεως, ως δόγμα αναγκαίον δια την σωτηρίαν και ένωσιν των πιστών, χάρις εις την ενότητα του έθνους.
(Δογματική και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α΄ σ. 49)

Όπως είδαμε ήδη όμως, δεν είναι άποψη μόνο των Δυτικών, αλλά και των Ανατολικών (πχ. Στεφανίδη, Ostrogorsky). Εδώ, προσθέτουμε και την άποψη του Β. Φειδά.

Η οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού στον ελληνορωμαϊκό κόσμο κατά τον Δ’ αιώνα υπήρξε αναμφιβόλως η άμεση συνέπεια της μεταβολής της επίσημης θρησκευτικής πολιτικής της αυτοκρατορίας. Η σταδιακή εξέλιξη της μεταβολής αυτής από την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας (313) μέχρι την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως της μόνης επίσημης και προστατευόμενης θρησκείας της αυτοκρατορίας (380) υπήρξε καθοριστική για την ένταξη ολοκλήρου του ελληνορωμαϊκού κόσμου στο σώμα της Εκκλησίας.
(Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’ τόμος, σελ. 356)

Ο Ι. Ρωμανίδης συνεχίζει στην «Δογματική» του:

Εν άλλαις λέξεσι ο Χριστός, ήτοι η παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως, υπάρχει εν τη Αγία Γραφή δι’ αυτής μόνον, όταν αναγιγνώσκεται και ερμηνεύεται εν τη Εκκλησία, δηλαδή μόνο όταν ο ερμηνευτής ανήκει εις την τάξιν των θεούμενων ή των φωτισμένων το μετριότατον. Εκτός Εκκλησίας η παρακαταθήκη είναι κεκρυμένη από τους αναγιγνώσκοντας την αγίαν Γραφήν, διότι, αν και η παρακαταθήκη μαρτυρείται υπό της αγίας Γραφής και εμπεριέχεται εν αυτή, εν τούτοις η αγία Γραφή δεν ερμηνεύεται εξ αυτής, αλλά μόνον υπό της Εκκλησίας και δη υπό των εν αυτή θεουμένων αγίων, των εχόντων την ίδιαν μετ’ αλλήλων της θείας δόξης εμπειρίαν και αποκαλυπτικής και θεωτικής εμπειρίας των προφητών και αποστόλων.
(ο. π. σ. 131)

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ: ΜΕΡΟΣ Α', ΜΕΡΟΣ Γ'

ΔΕΣ:

Ευσεβείς πλαστογραφίες

Ιερές παραχαράξεις

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΩΝ «ΠΗΓΩΝ»

Το αγκάθι στο σώμα του ανθρωπισμού

Αν κάτι έχουμε λησμονήσει οικτρά έως τώρα στις κοινωνικές μας σχέσεις είναι να φερόμαστε ανθρώπινα, ειλικρινά, έντιμα και με ανιδιοτέλεια.

Το απαράμιλλα όμορφο σώμα του ανθρωπισμού φωνάσκει και φωτίζει με τόση λαμπρότητα τις αξίες, τα ινδάλματα και τα ιδανικά του, που οποιοσδήποτε και αν το αντίκριζε από μακρινή απόσταση θα εντυπωσιαζόταν και θα θαρρούσε πως πρόκειται για μία σπάνια θεότητα και για μια τόσο συγκινητική αξία η οποία δυστυχώς έχει επισκιαστεί απ’ την δίνη του ερέβους των ημερών μας, ένα έρεβος που έχει επιφέρει την μισαλλοδοξία, τον φθόνο, έναν «ανθρωπισμό» ο οποίος είναι απογοητευτικά κενός και πληγωμένος, σχεδόν δηλητηριασμένος.

«Αγάπα τον άνθρωπο διότι είσαι εσύ» είχε πει ο μεγάλος περιπατητής του πνεύματος Ν. Καζαντζάκης. Πλέον στην σημερινή κοινωνία κατέχουμε έναν διπλό ρόλο. Απ’ την μία είμαστε θεατές στον ρόλο του ανθρωπισμού και απ’ την άλλη συμμέτοχοι μέσω της βάναυσης συμπεριφοράς μας απέναντί του. Και οι δύο συμπεριφορές μας δημιουργούν ένα κατακριτέο και απεχθές αποτέλεσμα, καθώς η αδράνεια μας απ’ την μια να αντιμετωπίσουμε τις ανείπωτες λαβωματιές που πληγώνουν τον ανθρωπισμό, αλλά και η αποκρουστική μας δράση απέναντι στον συνάνθρωπο τον οποίο αψηφούμε, παραγκωνίζουμε, ευτελίζουμε και τον θεωρούμε ως μια υποχείρια οντότητα και ως ένα μέσο εκπλήρωσης των βουλιμιών μας, εκκολάπτουν μια νοσηρή κατάσταση. Και η νοσηρή αυτή κατάσταση φανερώνει το πώς ο άνθρωπος μπορεί να καταστεί θηρίο αδάμαστο, αγρίμι ανεξέλεγκτο απέναντι στον συνοδοιπόρο του, με τον οποίο έχει την ευχέρεια να κατακτήσουν αλλά και να νοηματοδοτήσουν τον κόσμο.

Ο «ακαταγώνιστος» υλικός πλούτος, τα φθαρμένα όνειρα, η ποσοτική αξιολόγηση των πραγμάτων και η τόσο απατηλή ασημαντότητα σβήνουν την ασύγκριτη γοητεία της φλόγας του ανθρωπισμού και δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις νοθευμένες και ακρωτηριασμένες. Αν κάτι επιθυμεί ο άνθρωπος στο ταξίδι της ζωής του είναι να αγγίξει με «τις ρόγες των δαχτύλων του» το τέλειο, το άρτιο και το σπουδαίο, και σαφώς κάτι τέτοιο δύναται να επιτευχθεί εάν έχει στο πλάι του έναν αγέρωχο και θαρραλέο συνάνθρωπο, όπου ο ένας θα βοηθά τον άλλον και οι δύο μαζί θα κατακτούν την κορυφή. Αυτό είναι το ευγενές και το ανόθευτο πνεύμα του ανθρωπισμού. Πρόκειται για πνεύμα που ξεπερνά τις αβύσσους ασημότητας των ημερών μας, συνιστά δε ύψιστο ιδανικό, θελκτική αξία και τρόπο ζωής.

Πλέον, βιώνουμε τις ημέρες όπου αγγίζουμε αυτή την φλόγα του ανθρωπισμού αλλά δεν την αισθανόμαστε, μας μιλά με τόσο ηχηρό και σαγηνευτικό τρόπο, αλλά το αγκάθι δεν μας βοηθά να την αντιληφθούμε, μας κοιτά θλιμμένη ευελπιστώντας να ανταποκριθούμε στο κάλεσμα της, ωστόσο το βλέμμα μας είναι στραμμένο αλλού. Ξεχάσαμε την ασυνήθιστη ομορφιά που έχει το σώμα του ανθρωπισμού, μα είναι βέβαιο πως θα μας ξανακατακτήσει, για να λυτρωθεί και να λυτρωθούμε.

Η σκλαβιά των άχρηστων γνώσεων

“Όταν είδα και πέρασαν όλα τα παιδιά των σχολείων, χιλιάδες Ελληνόπουλα μ’ άρεσαν, αλλά θυμήθηκα πως όλα αυτά τα παιδιά τα φορτώνουν με γνώσεις άχρηστες και δεν τ’ αφήνουν να φυτρώσουν όπως θέλουν, ζωντανά και ελεύθερα…

Την ελευθερία τους, τη ζωή τους, την καταπλακώνουν με ανωφέλευτα πράματα, τους ζαρώνουν το νού και τους γεμίζουν την ψυχή με μιαν αρρωστιάρικη ανησυχία και μ’ αυτή την ανησυχίαν έπειτα βγαίνουν και αντικρίζουν τον κόσμο και οι περισσότεροι σκύβουν και γίνονται σκλάβοι εκείνου που θα τους βοηθήσει, που θα τους υποστηρίξει.

Παντού γυρεύουν υποστήριξη, στηρίγματα, γιατί μέσα τους δεν τα βρίσκουν, δεν ξέρουν να τα βρουν, δεν τους έμαθαν να τα βρίσκουν, ή, καλύτερα, τους ξέμαθαν να τα βρίσκουν.

Γιατί πολλά από τα παιδιά αυτά έχουν ζωή και πρωτοβουλία κι αυτοβουλία μέσα τους, αλλά το σχολείο και οι δάσκαλοι τους τα χάλασαν αυτά τα μοναδικά προτερήματα και τους έκαμαν ετερόφωτα και ετερόκινητα όντα.

Τι κρίμα!”

Ίων Δραγούμης

Συγχώρεση: Το τέλος του πόνου

Η συγχώρεση από πολλούς θεωρείται η λύτρωση από ένα βάρος: αυτό που κουβαλάει εκείνος που προδόθηκε από κάποιο πρόσωπο σημαντικό, αυτός που εξαπατήθηκε, που αδικήθηκε, που εγκαταλείφθηκε.

Πολλές φορές επιλέγουμε τη συγχώρεση για κοινωνικούς λόγους, επειδή “έτσι πρέπει”. Φοράμε τη μάσκα του “δεν πειράζει, φτάνει ο άλλος να είναι καλά”. Έτσι όμως παραλείπουμε την υγιή διαδικασία της “ανάρρωσης” από το τραύμα μας. Προσπερνάμε όλα τα στάδια των συναισθηματικών αντιδράσεων που μας είναι επιτρεπτό να έχουμε και δεν εκφράζουμε ποτέ το θυμό μας, παρά τον κλειδώνουμε κάπου βαθιά μέσα μας.

Κι όμως, είναι φυσιολογικό να θυμώσουμε, να μισήσουμε, να απογοητευτούμε από κάποιον, και μας επιτρέπεται να εκφράσουμε όλα αυτά τα συναισθήματα με έναν υγιή τρόπο. Έχουμε όλο το χρόνο στη διάθεσή μας να επεξεργαστούμε την απώλεια, να βιώσουμε τη θλίψη, να ζήσουμε με το τραύμα μας. Και αυτό δεν έχει καμία σχέση με την εκδίκηση. Είναι απλά η αποδοχή, και όχι η καταπίεση, μίας αληθινής και επίπονης συναισθηματικής διεργασίας.

Δεν υπάρχει χρονικό περιθώριο μέσα στο οποίο πρέπει να περάσει κανείς από όλα τα στάδια της θλίψης, της οργής και να καταλήξει στη συγχώρεση. Φίλοι, συγγενείς, ή ακόμα και κάποιος σύμβουλος μπορεί να μας στηρίξει καθόλη αυτή τη διαδικασία. Αν κάποιος βιαστεί να “κλείσει την υπόθεση” πηγαίνοντας κατευθείαν στη συγχώρεση, τότε είναι πιθανό να καταπιέσει τα αληθινά του συναισθήματα ή να αρνηθεί την ύπαρξή τους. Αλλά όλα αυτά που νιώθει κανείς, ακόμα κι αν τα απωθήσει ή τα αρνηθεί, δεν εξαφανίζονται. Είναι εκεί, υπάρχουν, ζουν, και περιμένουν κάποια άλλη στιγμή να βγουν στην επιφάνεια. Και όταν γίνεται αυτό, γίνεται με τη μορφή είτε κάποιων ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, είτε ως άγχος, είτε ως κατάθλιψη, είτε ως επιθετική συμπεριφορά.

Μα πώς μπορεί κανείς να συγχωρέσει τον άνθρωπο που του φέρθηκε με έναν τόσο απαίσιο, εγωιστικό, καταστροφικό τρόπο; Πώς μπορεί κανείς να ξεπεράσει το σοκ, τον τρόμο, και τελικά την έντονη αυτή επιθυμία για εκδίκηση; Πότε έρχεται η συγχώρεση και τι εξυπηρετεί;

Η συγχώρεση δεν είναι ένα συναίσθημα με το οποίο ξαφνικά ξυπνάμε ένα πρωί, ούτε ο γρήγορος και ασφαλής δρόμος για την ηρεμία και την ευτυχία. Η συγχώρεση δεν έχει να κάνει τόσο με τον άνθρωπο που μας πλήγωσε όσο με εμάς τους ίδιους. Η συγχώρεση αρχίζει με την απόφαση να συγχωρέσουμε, αλλά δεν τελειώνει εκεί. Είναι μία διαδικασία που παίρνει χρόνο και χρειάζεται τη δική μας δέσμευση σε μία ζωή γεμάτη με εμπειρίες, αλλά χωρίς απωθημένα συναισθήματα. Το να επιμένουμε στο μίσος και την εκδίκηση για κάποιον είναι να σαν να κρατάμε ένα κομμάτι κάρβουνο αναμμένο με την πρόθεση να το πετάξουμε στο άτομο που μισούμε: αυτός που καίγεται πρώτος είμαστε εμείς. Η συγχώρεση σημαίνει ότι έχουμε αποφασίσει ότι θα αφήσουμε πίσω μας το μίσος, έτσι ώστε να δώσουμε την ευκαιρία στον εαυτό μας να φύγει από το παρελθόν και να πάει μπροστά πια. Αυτό που έκανε ο άλλος σε εμάς όντως ήταν πολύ κακό, αλλά αυτό που κάνουμε εμείς στον εαυτό μας με το να μην προχωρούμε παρακάτω μπορεί να είναι ακόμα χειρότερο.

Και το να περάσουμε μέσα από τη θλίψη και το θυμό είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να προχωρήσουμε στη συνέχεια στην απόφαση να συγχωρέσουμε. Η απόφαση για συγχώρεση βασίζεται στη συνειδητοποίηση ότι με αυτό τον τρόπο επωφελείται αυτός που συγχωρεί (ακόμα κι αν δεν υπάρχει καμία επίδραση σε αυτόν που συγχωρείται), ενώ το μίσος βλάπτει αυτόν που μισεί (και μπορεί να μην έχει καμία επίδραση σε αυτόν που μισείται). Επομένως, δεν έχει σημασία για ποιο λόγο το άλλο πρόσωπο προέβη στην επιζήμια για μας πράξη (μίσος, εγωισμό, αδιαφορία, ή άλλο λόγο). Η απόφαση για συγχώρεση δεν έχει να κάνει με τον άλλο, αλλά με εμάς.

Συγχωρώ δε σημαίνει ξεχνώ. Αν ξεχάσουμε τι συνέβη, τότε παραβλέπουμε ένα πολύ σημαντικό μάθημα που μας δίνει η ζωή. Αν επιτρέψουμε σε κάποιον να μπει στο σπίτι μας και αυτός μας ληστέψει, θα τον συγχωρέσουμε αλλά δεν θα ξεχάσουμε. Αν ξεχάσουμε, τότε πιθανώς να μας ξαναληστέψει!
  • Διαχώρισε το πρόσωπο από την συμπεριφορά.
  • Μην πιέζεις τον εαυτό σου να συγχωρέσει τον άλλο αμέσως.
  • Προστάτεψε τον εαυτό σου και την αξιοπρέπειά σου.
  • Απομακρύνσου από τοξικές καταστάσεις και ανθρώπους.

Οι τυχεροί άνθρωποι δημιουργούν την τύχη τους

Οι τυχεροί άνθρωποι δημιουργούν την τύχη τους. Και αυτό το κάνουν παίρνοντας σημαντικά ρίσκα και αδράχνοντας τις άριστες ευκαιρίες. Το να παραμένεις στις βουνοπλαγιές που είναι για αρχάριους είναι ανόητο, αν πραγματικά επιθυμείς να γίνεις πρωταθλητής του σκι. Είναι απαραίτητο να προχωρήσεις στις πιο δύσκολες καταβάσεις. Και ναι, θα σε κάνουν να νιώσεις γεμάτος ως επάνω με αισθήματα ανασφάλειας».

«Αλλά είναι και αυτό μέρος της διαδικασίας εξέλιξης και ανάπτυξης, σωστά;»

«Ακριβώς. Το να μη δυσκολευτείς καθόλου σημαίνει και ότι δεν θα εξελιχθείς. Και γι’ αυτό ακριβώς σου λέω ότι οι απόκρημνες πλαγιές είναι και οι πιο ασφαλείς».

«Και αυτό το λες μεταφορικά ή ισχύει και στην πραγματικότητα;» ρώτησα με ειλικρινή απορία.

«Ισχύει βέβαια, καθώς το να κολλάς στην εύκολη πίστα είναι ο πιο σίγουρος τρόπος για να καταλήξεις ένας αποτυχημένος σκιέρ. Δεν πρόκειται ποτέ σου να βελτιώσεις την τεχνική σου. Θα προσπαθείς μόνο να είσαι ασφαλής και σίγουρος στις βουνοπλαγιές των αρχάριων και θα καταλήξεις στο τέλος βαλτωμένος μέσα στη μετριότητα. Έτσι, λοιπόν, αυτές οι καταβάσεις που δεν αντιπροσωπεύουν καμία απολύτως πρόκληση, είναι στην πραγματικότητα επικίνδυνα μέρη – αν βέβαια ο στόχος σου είναι να αναζητήσεις και να αξιοποιήσεις όλες σου τις δυνατότητες».

«Η ίδια μεταφορά ισχύει και για την ηγεσία στο χώρο της δουλειάς, έτσι δεν είναι, Τάι; Με το να αρνούμαι να αγκαλιάσω την αλλαγή ή να αδράξω τις ευκαιρίες που μου ανοίγονται για να βελτιώσω την εικόνα μου και τον τρόπο με τον οποίο ενεργώ -μόνο και μόνο επειδή πασχίζω να μείνω ασφαλής μέσα στο χώρο όπου νιώθω σιγουριά- στην πραγματικότητα δεν κάνω τίποτ’ άλλο από το να τοποθετώ τον εαυτό μου σε μια περιοχή υψηλού κινδύνου. Διότι αυτό θα οδηγήσει σίγουρα τη σταδιοδρομία μου σε αποτυχία.»

«Αυτό είναι το παράδοξο με την αλλαγή. Οι περισσότεροι υπάλληλοι, όπως και οι περισσότεροι επιχειρηματίες, αποφεύγουν να διαπραγματευτούν με την αλλαγή. Κι έτσι, χώνουν τα κεφάλια τους κάτω από το χιόνι πιστεύοντας πως η θύελλα θα περάσει. Προσποιούνται πως όλα θα ξαναγίνουν όπως πριν, αν συνεχίσουν να κάνουν τα πάντα με τον ίδιο τρόπο. Αλλά κάνουν λάθος. Αυτά που είχαμε συνηθίσει πάνε πια. Και αυτό που μας φαίνεται ασυνήθιστο σήμερα στο χώρο των επιχειρήσεων, είναι στην πραγματικότητα το καινούριο συνηθισμένο. Το βόλεμα έχει πια γίνει ο πρωταρχικός εχθρός της νίκης. Ο ασφαλέστερος τόπος, η πιο έξυπνα] επιλογή είναι να βρίσκεσαι εκεί έξω, στο χείλος του γκρεμού. Και να είσαι ερωτευμένος με κάθε αλλαγή. Να χρησιμοποιείς τις αλλαγές σαν πλεονεκτήματα, σαν ευκαιρίες για να εξελιχθείς. Εγώ, φίλε μου, αγαπώ τις επικίνδυνες καταβάσεις. Όπως σου είπα και πιο πριν, με κάνουν να νιώθω ζωντανός. Μου θυμίζει αυτό που έλεγε o Karl Wallenda ο ισορροπιστής: “Τη ζωή τη ζεις πάνω στο τεντωμένο σκοινί. Τα υπόλοιπα είναι απλώς αναμονή”. Για σκέψου, λοιπόν, μήπως πραγματικά είσαι πιο ζωντανός όταν βρίσκεσαι εκεί έξω, στην πιο απόκρημνη, στην πιο ψηλή κορφή; Κι αν είναι έτσι, τι κερδίζεις με το να την αποφεύγεις, άνθρωπέ μου;»

“Εάν όλα βρίσκονται υπό έλεγχο, πηγαίνεις πολύ αργά”. Και πρέπει να σου επαναλάβω κάτι ακόμη μια φορά, επειδή είναι πάρα πολύ σημαντικό: πρέπει πραγματικά να γκρεμιστούν όλα αυτά που ίσχυαν μέχρι τώρα, προκειμένου να μπορέσουν να ανοικοδομηθούν. Η βαθιά αλλαγή είναι εξαγνιστική κατά κάποιον τρόπο. Ναι, μπορεί να κατεδαφίσει ολόκληρα τα θεμέλια της σκέψης και του τρόπου δράσης σου. Ίσως όμως αυτά τα παλιά θεμέλια να πρέπει όντως να κατεδαφιστούν, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για να εδραιωθούν ακόμη καλύτερα. Και το διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην κατεδάφιση των παλιών, γερασμένων δομών και τη θεμελίωση των καινούριων, είναι πραγματικά γεμάτο αγωνία και ανασφάλειες. Αλλά πάλι, μπορεί να είναι ακριβώς το ίδιο με τη μεταμόρφωση της κάμπιας σε πεταλούδα. Δείχνει πολύ άσχημη, όμως κάτι πολύ πιο όμορφο ετοιμάζεται να γεννηθεί. “Αυτό που η κάμπια ονομάζει το τέλος του κόσμου, ο γνώστης το ονομάζει πεταλούδα”, έγραψε ο συγγραφέας Richard Bach. Και η διάλυση συχνά είναι το ξεκίνημα μιας αληθινής βελτίωσης που θα προκύψει. Οι παλιές αναγκαιότητες πρέπει να σαρωθούν μια κι έξω, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για να αναδυθούν οι καινούριες που θα είναι πιο αποτελεσματικές.

Τα λόγια του με έκαναν να σκεφτώ και πάλι τον παππού μου. Όταν ήμουν παιδί, μου είχε πει μια φορά πως όταν ήταν πολύ νέος του άρεσε να παίζει με τις πεταλούδες. Μια μέρα, παρακολουθούσε μια κάμπια να αποβάλλει ίο κουκούλι της. Αλλά έμοιαζε να αντιμετωπίζει πρόβλημα και δεν έκανε καμία απολύτως πρόοδο. Έτσι, προσπαθώντας να βοηθήσει, πήρε το σουγιαδάκι του και έσκισε τα απομεινάρια από το κουκούλι. Αντί όμως να ξεπηδήσει από μέσα η όμορφη πεταλούδα που περίμενε, η κάμπια δεν άργησε να πεθάνει. Ο παππούς μου μου είπε πως έπρεπε να περάσει ακόμη καιρός για να μάθει κι ο ίδιος πως για να εξελιχθεί η κάμπια σε πεταλούδα ήταν απαραίτητο να βιώσει την εμπειρία της προσπάθειας να βγει μόνη της από το κουκούλι. Εμποδίζοντας τη διαδικασία αυτή, ο παππούς μου στέρησε στην κάμπια την ευκαιρία να βγάλει φτερά για να πετάξει. Από όλα αυτά που μου έλεγε τώρα ο Τάι, καταλάβαινα πως οι ταραγμένοι καιροί και οι περίοδοι της αγωνιώδους προσπάθειας στις επιχειρήσεις είναι και αυτές ευκαιρίες για να βγάλουμε φτερά και να μάθουμε να πετάμε. Ευκαιρίες, ακόμη, για να εκφράσουμε τον καλύτερο εαυτό μας.

Η “φύση” του κόσμου πριν από την Οικονομική Επανάσταση

Η Οικονομική Επανάσταση ήταν η πιο σημαντική επανάσταση που έγινε ποτέ, από την άποψη της διαμόρφωσης της σύγχρονης κοινωνίας – μια επανάσταση κατ’ ουσίαν πολύ πιο ανατρεπτική από τη Γαλλική, την Αμερικανική ή ακόμα και τη Ρωσική. Για να εκτιμήσουμε τις διαστάσεις της, για να αντιληφθούμε το ταρακούνημα που προκάλεσε στην κοινωνία, πρέπει να μεταφερθούμε σ’ εκείνο τον αρχικό, εν πολλοίς λησμονημένο, κόσμο από τον οποίο αναδύθηκε η κοινωνία μας. Μόνο τότε θα καταλάβουμε γιατί οι οικονομολόγοι άργησαν τόσο πολύ να εμφανιστούν.

Πρώτη στάση: η Γαλλία. Το έτος: 1305.

Βρισκόμαστε σε μια εμποροπανήγυρη. Οι περιοδεύοντες έμποροι έχουν φτάσει απ’ το πρωί με την ένοπλη φρουρά τους, έχουν στήσει τις φανταχτερές τέντες τους κι έχουν αρχίσει τις συναλλαγές, είτε μεταξύ τους είτε με τους ντόπιους. Μια ποικιλία από εξωτικά προϊόντα διατίθενται προς πώληση: μεταξωτά και ταφτάδες, μπαχαρικά κι αρώματα, προβιές και γούνες. Κάποια απ’ αυτά έχουν έρθει από την Ανατολική Μεσόγειο, άλλα από τη Σκανδιναβία, κι άλλα από μέρη γειτονικά. Μαζί με τον απλό κοσμάκη, οι άρχοντες και οι αρχόντισσες της περιοχής επισκέπτονται τους πάγκους, ανυπόμονοι να διασκεδάσουν την ανία της άνετης αρχοντικής ζωής τους. Μαζί με τα αξιοπερίεργα είδη απ’ την Αραβία εμπλουτίζουν το λεξιλόγιό τους και με λέξεις απ’ αυτή την πολύ μακρινή χώρα: ντιβάνι, σιρόπι, ταρίφα, ταλκ, σπανάκι, ζαφορά.

Αλλά μέσα στις τέντες, αντικρίζουμε ένα παράξενο θέαμα. Τα λογιστικά βιβλία που είναι ανοιχτά πάνω στο τραπέζι, μερικές φορές δεν είναι παρά απλά τεφτέρια όπου γράφονται οι συναλλαγές. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα απ’ το τεφτέρι ενός εμπόρου λέει: «Άνδρας χρωστάει δέκα χρυσά φλορίνια από την Πεντηκοστή. Το όνομά του μου διαφεύγει». Οι υπολογισμοί γίνονται κυρίως με ρωμαϊκούς αριθμούς, και συχνά τα αθροίσματα είναι λάθος. Οι διαιρέσεις με διψήφιο διαιρέτη αποτελούν σκοτεινό μυστήριο, και η χρήση του μηδενικού δεν είναι απόλυτα κατανοητή. Όμως, παρ’ όλα τα φανταχτερά εκθέματα και τον ενθουσιασμό του κόσμου, το μέγεθος της εμποροπανήγυρης είναι κάτι το ασήμαντο. Ολόκληρη η ποσότητα των εμπορευμάτων που φθάνουν στη Γαλλία. στη διάρκεια ενός έτους, μέσα από το πέρασμα του Saint Gothard, δεν είναι αρκετά για να γεμίσουν ένα σύγχρονο φορτηγό τρένο. Το σύνολο των εμπορευμάτων που μεταφέρονται απ’ το μεγάλο ενετικό στόλο δεν θα έφταναν να γεμίσουν ένα σύγχρονο εμπορικό πλοίο.

Επόμενη στάση: η Γερμανία. Το έτος: 1550 περίπου.

Ο Αντρέας Ριφ, ένας γενειοφόρος έμπορος, ντυμένος τη γούνα του, γυρίζει στο σπίτι του στο Μπάντεν. Σ’ ένα γράμμα στη γυναίκα του, γράφει ότι επισκέφτηκε τριάντα αγορές και ότι έχει κάνει πληγή απ’ τη σέλα. Επίσης δείχνει να ενοχλείται από τα μικροπροβλήματα των καιρών. Καθώς ταξιδεύει τον σταματάνε κάθε δέκα μίλια για να πληρώσει διόδια. Στη διαδρομή μεταξύ Βασιλείας και Κολονίας πληρώνει τριάντα μία φορές.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Κάθε κοινότητα που επισκέπτεται έχει το δικό της νόμισμα, τους δικούς της κανονισμούς και τη δική της έννομη τάξη. Μόνο στην περιοχή γύρω απ’ το Μπάντεν, υπάρχουν περίπου 112 διαφορετικά μέτρα μήκους, 92 διαφορετικά μέτρα μετρήσεως επιφάνειας, 65 διαφορετικά μέτρα όγκου στερεών, 163 μέτρα δημητριακών και 123 μέτρα υγρών, 63 ειδικά μέτρα για οινοπνευματώδη και 80 διαφορετικά ζύγια της μιας λίβρας.

Προχωράμε: βρισκόμαστε στη Βοστόνη το έτος 1639.

Μια δίκη βρίσκεται σε εξέλιξη. Κάποιος Ρόμπερτ Κιν, «ένας υπερήλικας διδάσκαλος του Ευαγγελίου, άνθρωπος επιφανής, πλούσιος και πατέρας ενός παιδιού, παραβαίνοντας τη συνείδησή του και το λόγο του Ευαγγελίου», κατηγορείται για ένα αποτρόπαιο έγκλημα: έβγαλε κέρδος πάνω από έξι πένες ανά σελίνι, κέρδος εξωφρενικό. Το δικαστήριο συνεδριάζει για ν’ αποφασίσει αν θα τον τιμωρήσει για το έγκλημά του με αφορισμό αλλά, λόγω του προτέρου εντίμου βίου του, οι δικαστές έδειξαν επιείκεια και τον απήλλαξαν βάζοντάς του πρόστιμο διακοσίων λιρών. Όμως ο κακομοίρης ο κύριος Κιν είναι τόσο αναστατωμένος ώστε ενώπιον των γερόντων της Εκκλησίας «με δάκρυα στα μάτια ομολογεί ότι έχει μια άπληστη και διεφθαρμένη ψυχή». Ο πάστορας της Βοστόνης δεν μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτή τη μοναδική ευκαιρία να εκμεταλλευτεί το ζωντανό παράδειγμα ενός αμετανόητου αμαρτωλού, και χρησιμοποιεί την πλεονεξία του Κέιν ως παράδειγμα για να αστράψει και να βροντήξει από τον άμβωνα στο κήρυγμα που βγάζει την επόμενη Κυριακή σχετικά με κάποιες δόλιες αρχές που διέπουν το εμπόριο. Ανάμεσα σ’ αυτές είναι και οι ακόλουθες.

ί. Ότι ένας έμπορος μπορεί να πουλάει όσο πιο ακριβά μπορεί, και να αγοράζει όσο πιο φτηνά μπορεί.

ii. Ότι αν κάποιος έμπορος υποστεί ζημιά σε κάποια εμπορεύματα λόγω θαλασσίων μεταφορών κλπ., μπορεί να αυξήσει την τιμή των υπόλοιπων εμπορευμάτων του.

iii. Ότι μπορεί να πουλάει όσο αγόρασε, παρ’ όλο που πλήρωσε πολύ ακριβά…

Όλα αυτά είναι δόλια, δόλια, κραυγάζει ο πάστορας. Το να επιδιώκεις τα πλούτη για τα πλούτη και μόνο, σε κάνει δούλο της πλεονεξίας.

Επιστρέφουμε τώρα στην Αγγλία και τη Γαλλία.

Στην Αγγλία ένας μεγάλος εμπορικός οργανισμός, η «Εταιρία Ριψοκίνδυνων Εμπόρων», συνέταξε το καταστατικό της. Ανάμεσα στα άρθρα του περιλαμβάνονται και τα εξής που αφορούν εμπόρους μέλη της εταιρίας: Απαγορεύονται η μη κόσμια γλώσσα, οι καβγάδες μεταξύ των μελών, η χαρτοπαιξία, και οι κυνηγετικοί σκύλοι. Κανένας δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί μεταφέροντας ασουλούπωτους μπόγους. Πραγματικά, πρόκειται για μια περίεργη εταιρία, που μάλλον θυμίζει τεκτονική στοά.

Στη Γαλλία επιδεικνύεται έντονη νεοτεριστική δραστηριότητα στον κλάδο της κλωστοϋφαντουργίας, κι ο Κολμπέρ αναγκάζεται το 1666 να εκδώσει μια διάταξη για να εμποδίσει αυτή την επικίνδυνη και διαλυτική τάση. Στο εξής λοιπόν τα υφάσματα της Ντιζόν και της Σελανζί θα διαθέτουν ακριβώς 1.408 κλωστές συμπεριλαμβανομένης και της ούγιας, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες. Στην Ωξέρρη (Auxerre) της Βουργουνδίας και σε άλλες δύο βιομηχανικές πόλεις, οι κλωστές πρέπει να είναι 1.376. Στη Σατιγιόν (Chatillon), 1.216. Οποιοδήποτε ύφασμα βρεθεί ακατάλληλο, θα δυσφημείται. Αν αυτό επαναληφθεί τρεις φορές, τότε θα διαπομπεύεται ο έμπορος.

Υπάρχει κάτι το κοινό σ’ όλα αυτά τα σκόρπια στιγμιότυπα αλλοτινών κόσμων. Και είναι το εξής: Πρώτον, η ιδέα της ευπρέπειας (για να μην πούμε της αναγκαιότητας) ενός συστήματος οργανωμένου στη βάση του προσωπικού κέρδους δεν έχει ακόμα παγιωθεί. Δεύτερον, ένας ξεχωριστός, ανεξάρτητος οικονομικός κόσμος δεν έχει ακόμα απαγκιστρωθεί απ’ το κοινωνικό του πλαίσιο. Ο κόσμος των πρακτικών υποθέσεων είναι αναπόσπαστα δεμένος με τον κόσμο της πολιτικής, κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής. Μέχρι να χωριστούν αυτοί οι δύο κόσμοι, τίποτα δεν θα θυμίζει το ρυθμό και την ατμόσφαιρα της σύγχρονης ζωής. Και για να χωριστούν αυτοί οι κόσμοι, πρέπει να μεσολαβήσει ένας μακροχρόνιος και σκληρός αγώνας.

Μπορεί να μας φαίνεται περίεργο ότι η ιδέα του κέρδους είναι σχετικά πρόσφατη. Διδασκόμαστε στο σχολείο ότι ο άνθρωπος είναι, κατά βάση, ον κτητικό κι ότι αν τον αφήναμε ελεύθερο, θα φερόταν όπως κάθε επιχειρηματίας που σέβεται τον εαυτό του. Μας λένε ότι το κίνητρο του κέρδους είναι τόσο παλιό όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος.

Αλλά δεν είναι έτσι. Το κίνητρο του κέρδους, όπως το γνωρίζουμε, είναι μόνο τόσο παλιό όσο και ο «σύγχρονος άνθρωπος». Ακόμα και σήμερα, το κέρδος για το κέρδος είναι μια έννοια ξένη σε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της γης και η απουσία της είναι εμφανέστατη στο μεγαλύτερο κομμάτι της καταγεγραμμένης ιστορίας. Ο σερ Ουίλιαμ Πέττυ, ένας εκπληκτικός τύπος που έζησε το δέκατο έβδομο αιώνα (ο οποίος υπήρξε βοηθός καμαρότου, γυρολόγος, υφασματέμπορος, γιατρός, καθηγητής μουσικής και ιδρυτής μιας σχολής με την επωνυμία «Πολιτική Αριθμητική»), υποστήριζε ότι, όταν οι μισθοί ήταν ικανοποιητικοί, «ήταν δύσκολο να βρεις εργάτες, γιατί είναι τόσο ακόλαστοι, που δουλεύουν μόνο για να τρώνε ή μάλλον για να πίνουν». Και ο σερ Ουίλιαμ δεν εξέφραζε απλώς τις προκαταλήψεις των αστών των ημερών του. Επισήμαινε ένα γεγονός που μπορεί ακόμα να παρατηρηθεί ανάμεσα στους μη εκβιομηχανισμένους λαούς του κόσμου: μια αμάθητη εργατική δύναμη, ασυνήθιστη στη μισθωτή εργασία, άβολη στα πλαίσια της βιομηχανικής ζωής, ανεξοικείωτη με την ιδέα της συνεχούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου, δεν πρόκειται να δουλέψει σκληρότερα αν αυξηθούν οι αμοιβές: απλούστατα θα αυξήσει τη σχόλη της. Η έννοια του κέρδους, η ιδέα ότι κάθε εργαζόμενος όχι μόνο μπορεί αλλά και πρέπει να*παλεύει διαρκώς για να βελτιώνει την υλική του κατάσταση, ήταν μια ιδέα άγνωστη στα πλατιά κατώτερα και μεσαία στρώματα της αιγυπτιακής, ελληνικής, ρωμαϊκής και μεσαιωνικής κουλτούρας και άρχισε να εμφανίζεται σποραδικά κατά την εποχή της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης, ενώ ήταν λίγο πολύ άγνωστη στους περισσότερους πολιτισμούς της Ανατολής. Ως μόνιμο και πανταχού παρόν χαρακτηριστικό της κοινωνίας, είναι τόσο πρόσφατο όσο και η ανακάλυψη της τυπογραφίας.

Όχι μόνο δεν είναι η έννοια του κέρδους τόσο διαδεδομένη όσο πιστεύουμε, αλλά και η κοινωνική αποδοχή του κέρδους είναι μια εξέλιξη ακόμα πιο περιορισμένη και πρόσφατη. Στο Μεσαίωνα η Εκκλησία δίδασκε ότι ο Χριστιανός δεν μπορεί να είναι έμπορος, και πίσω απ’ αυτή τη διδασκαλία κρυβόταν η σκέψη ότι οι έμποροι είναι τα ζιζάνια στο φυτώριο της κοινωνίας. Την εποχή του Σαίξπηρ ο σκοπός στη ζωή του μέσου πολίτη -για την ακρίβεια, όλων εκτός από τους ευγενείς δεν ήταν η βελτίωση της θέσης του στη ζωή αλλά η διατήρησή της. Ακόμα και για τους πρώτους άποικους της Αμερικής, η σκέψη και μόνο ότι το κέρδος θα μπορούσε να είναι ένας αποδεκτός -ακόμα και χρήσιμος- σκοπός στη ζωή, ελάχιστα απείχε απ’ το να θεωρείται ως δίδαγμα του Σατανά.

Ο πλούτος, φυσικά, υπήρχε πάντα, και η απληστία υπάρχει καταγεγραμμένη από τους βιβλικούς χρόνους. Αλλά είναι τεράστια η διαφορά ανάμεσα στο φθόνο για τον πλούτο ολίγων ισχυρών και το γενικευμένο αγώνα για πλουτισμό που διακρίνει ολόκληρη την κοινωνία. Ριψοκίνδυνοι έμποροι υπήρχαν από την εποχή των Φοινίκων ναυτικών, και θα τους βρούμε σε ολόκληρο το φάσμα της ιστορίας: στους κερδοσκόπους της Ρώμης, στους εμπορευόμενους Ενετούς, στη Χανσεατική Ένωση και στους μεγάλους Πορτογάλους και Ισπανούς θαλασσοπόρους που αναζητούσαν νέους δρόμους προς την Ινδία και προς την προσωπική τους ευμάρεια. Όμως οι περιπέτειες των λίγων είναι πράγμα πολύ διαφορετικό απ’ το να εμφορείται ολόκληρη η κοινωνία από το πνεύμα του επιχειρηματικού κινδύνου.

Πάρτε, για παράδειγμα, την εκπληκτική οικογένεια των Φούγγερ (Fugger). των Γερμανών τραπεζιτών του δέκατου έκτου αιώνα. Στην εποχή της ακμής τους οι Φούγγερ είχαν στην κατοχή τους ορυχεία χρυσού και αργύρου, δικαιώματα εμπορικής εκμετάλλευσης, ακόμα και το δικαίωμα να εκδίδουν δικό τους νόμισμα. Το ενεργητικό τους ήταν κατά πολύ μεγαλύτερο απ’ τα πλούτη βασιλέων και αυτοκρατόρων των οποίων τους πολέμους (καθώς και τα έξοδα διαβίωσης) χρηματοδοτούσαν. Όταν, όμως, πέθανε ο Αντόν Φούγγερ, ο μεγαλύτερος ανιψιός του Χανς-Τζακόμπ αρνήθηκε να αναλάβει την τραπεζική αυτοκρατορία, με τη δικαιολογία ότι οι εργασίες της πόλης και οι προσωπικές του υποθέσεις τον επιβάρυναν ήδη πολύ. Ο αδελφός του Χανς-Τζακόμπ, Τζορτζ, δήλωσε ότι προτιμά να έχει την ησυχία του. Ένας τρίτος ανιψιός, ο Κρίστοφερ. στάθηκε εξίσου αρνητικός. Κανένας απ’ τους πιθανούς κληρονόμους μιας αυτοκρατορίας του πλούτου δεν θεώρησε, προφανώς, ότι άξιζε τον κόπο. Εκτός απ’ τους βασιλείς (τους οικονομικά φερέγγυους) και μερικές διάσπαρτες οικογένειες, όπως οι Φούγγερ, οι πρώτοι καπιταλιστές δεν αποτελούσαν τους στυλοβάτες της κοινωνίας, αντίθετος ήταν συνήθως απόβλητοι και ανεπιθύμητοι. Πού και πού κάποιος δραστήριος νέος όπως ο Άγιος Γοδερίγος (Goderic) του Φίνκελ (Finchale) ξεκινούσε μαζεύοντας κομμάτια από ναυάγια που ξεβράζονταν στις ακτές, συγκέντρωνε αρκετά αντικείμενα για να κάνει τον έμπορο και, όταν πια είχε πλουτίσει, εγκατέλειπε τα εγκόσμια για να γίνει ερημίτης. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι υπήρξαν ελάχιστοι. Εφόσον η επικρατούσα αντίληψη ήταν’ ότι η ζωή στη γη είναι το εξαγνιστικό προοίμιο της Αιώνιας Ζωής, το εμπορικό πνεύμα ούτε ενθαρρυνόταν ούτε κι έβρισκε αυθόρμητη υποστήριξη. Οι βασιλιάδες αποζητούσαν’ θησαυρούς κι έκαναν πολέμους γι’ αυτό το λόγο. Οι ευγενείς ήθελαν γη, κι επειδή κανένας ευγενής που σεβόταν τον εαυτό του δεν πουλούσε οικειοθελώς τα πατρογονικά του κτήματα, αυτό και πάλι σήμαινε πόλεμο. Ο περισσότερος κόσμος, όμως -δουλοπάροικοι, τεχνίτες, ακόμα και οι αρχιμάστορες των κατασκευαστικών συντεχνιών- ήθελαν να ζήσουν με τον τρόπο που έζησαν οι πατεράδες τους κι όπως θα ζούσαν οι γιοι τους μετά απ’ αυτούς.

Η απουσία της έννοιας του κέρδους ως κατευθυντήριας δύναμης της καθημερινής ζωής -στην πραγματικότητα η απόλυτη ανυποληψία που της απέδιδε η Εκκλησία- συνιστούσε την τεράστια διαφορά μεταξύ της κοινωνίας του δέκατου έως δέκατου έκτου αιώνα και της κοινωνίας που άρχιζε να μοιάζει με τη δική μας, ένα με δύο αιώνες πριν απ’ τον Άνταμ Σμιθ. Αλλά, υπήρχε και μια ουσιωδέστερη διαφορά. Η έννοια του «κερδίζω τα προς το ζην» δεν’ είχε ακόμα γεννηθεί. Οικονομική και κοινωνική ζωή ήταν ένα και το αυτό. Η εργασία δεν αποτελούσε ακόμα το μέσο για την επίτευξη κάποιου σκοπού- του σκοπού της απόκτησης χρημάτων και των πραγμάτων που αγοράζουν. Η εργασία ήταν αυτοσκοπός, ο οποίος φυσικά περιλάμβανε χρήματα και εμπορεύματα, αλλά ήταν κάτι που έκανε κανείς ως μέρος της παράδοσης, του φυσιολογικού τρόπου ζωής. Κοντολογίς, η μεγάλη κοινωνική ανακάλυψη της “αγοράς” δεν είχε γίνει ακόμα.

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε ανοιχτός.Έχει δυνατότητες για χίλια δυο πράγματα

Να δίνεις. Μοιράσου ό,τι μπορείς. Και να θυμάσαι, δεν κάνω κανένα διαχωρισμό ανάμεσα στα μικρά και στα μεγάλα πράγματα. Αν μπορείς να χαμογελάς με όλη σου την καρδιά, αν μπορείς να κρατήσεις το χέρι κάποιου και να του χαμογελάσεις, τότε αυτό είναι μια δημιουργική πράξη, μια πράξη σπουδαίας δημιουργικότητας. Απλώς κοιτάζεις έναν άνθρωπο με τρυφερό βλέμμα κι αλλάζεις ολόκληρο τον κόσμο του ανθρώπου.

Να είσαι δημιουργικός. Μη δίνεις σημασία στο τι κάνεις – έχει κανείς να κάνει πολλά πράγματα κάνε όμως το κάθε τι με δημιουργικότητα, με αφοσίωση. Τότε, η δουλειά σου γίνεται προσευχή και οτιδήποτε κάνεις, είναι προσφορά στο βωμό.

Παράτα όλες τις πεποιθήσεις που είναι μη δημιουργικές. Ξέρω πώς έχουν δημιουργηθεί εκείνες οι πεποιθήσεις. Μπορεί να μην έχεις κερδίσει χρυσό μετάλλιο στο πανεπιστήμιο, μπορεί να μην ήσουν ο κορυφαίος στην τάξη σου, η ζωγραφική σου μπορεί να μην έχει βραβευτεί, όταν παίζεις φλάουτο, οι γείτονες μπορεί να φωνάζουν την αστυνομία! Εξαιτίας όμως αυτών των πραγμάτων, μην έχεις τη λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν είσαι δημιουργικός.

Μπορεί να οφείλεται στο ότι μιμείσαι τους άλλους. Οι άνθρωποι έχουν μια πολύ περιορισμένη ιδέα για το τι είναι δημιουργικότητα — το να παίζεις κιθάρα ή φλάουτο ή το να γράφεις ποιήματα. Έτσι, οι άνθρωποι γράφουν σκουπίδια στο όνομα της ποίησης. Πρέπει να ανακαλύψεις εσύ ο ίδιος τι είναι αυτό που μπορείς να κάνεις και τι είναι αυτά που δεν μπορείς να κάνεις. Κανένας δεν μπορεί να κάνει τα πάντα! Πρέπει να αναζητήσεις και να ανακαλύψεις το πεπρωμένο σου εσύ ο ίδιος. Πρέπει να ψηλαφίσεις μέσα στο σκοτάδι, το ξέρω. Δεν είναι πολύ ξεκάθαρο το τι είναι το πεπρωμένο σου, έτσι όμως είναι η ζωή. Και είναι καλό που χρειάζεται να ψάξει κανείς γι’ αυτό. Με την ίδια την αναζήτηση, κάτι ωριμάζει μέσα σου.

Αν με το που ερχόσουν στον κόσμο, σου δινόταν ένας χάρτης της ζωής σου, που να έγραφε, «αυτή θα είναι η ζωή σου — θα γίνεις κιθαρίστας,» τότε η ζωή σου θα ήταν κάτι μηχανικό. Μόνο για μια μηχανή μπορείς να προβλέψεις τι θα κάνει, όχι για έναν άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι απρόβλεπτος.

Ο άνθρωπος είναι πάντοτε ανοιχτός. Έχει δυνατότητες για χίλια δυο πράγματα. Πολλές πόρτες ανοίγουν και σε κάθε βήμα είναι παρούσες πολλές εναλλακτικές. Κι εσύ πρέπει να επιλέξεις, πρέπει να αισθανθείς. Αν όμως αγαπάς τη ζωή σου, θα είσαι σε θέση να το βρεις.

Αν δεν αγαπάς τη ζωή σου και αγαπάς κάτι άλλο, τότε υπάρχει πρόβλημα. Αν αγαπάς το χρήμα και θέλεις να είσαι δημιουργικός, δεν μπορείς να γίνεις δημιουργικός. Η ίδια η φιλοδοξία για το χρήμα πρόκειται να καταστρέψει τη δημιουργικότητά σου.

Αν θέλεις να είσαι διάσημος και θέλεις να είσαι δημιουργικός, τότε ξέχνα τη δημιουργικότητα. Η διασημότητα έρχεται πιο εύκολα αν είσαι καταστροφικός.

Αν θέλεις διασημότητα, μη μιλάς για δημιουργικότητα. Εγώ δεν λέω ότι η διασημότητα δεν έρχεται ποτέ σε έναν άνθρωπο που είναι δημιουργικός. Έρχεται όμως σπάνια, πολύ σπάνια. Είναι κάτι τυχαίο και παίρνει πολύ χρόνο. Σχεδόν πάντοτε συμβαίνει να έρχεται η διασημότητα όταν ο δημιουργικός άνθρωπος έχει πεθάνει. Έρχεται πάντοτε καθυστερημένη.

Ο Ιησούς δεν ήταν διάσημος στην εποχή του. Αν δεν υπήρχε η Βίβλος, δεν θα υπήρχε καμία καταγραφή για εκείνον. Η καταγραφή ανήκει στους τέσσερις μαθητές του. Κανένας άλλος δεν τον ανέφερε ποτέ. Δεν ήταν διάσημος, δεν ήταν πετυχημένος. Σιγά-σιγά όμως έγινε όλο και πιο σημαντικός. Σιγά-σιγά, οι άνθρωποι τον αναγνώρισαν. Παίρνει χρόνο.

Όσο σπουδαιότερος είναι ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο χρόνο παίρνει στους ανθρώπους να τον αναγνωρίσουν, επειδή όταν γεννιέται ένας σπουδαίος άνθρωπος δεν υπάρχουν τα κριτήρια για να τον κρίνουν. Εκείνος δημιουργεί τις δικές του αξίες. Μέχρι να δημιουργήσει εκείνες τις αξίες, έχει πεθάνει. Παίρνει εκατό χρόνια για να αναγνωριστεί ένας δημιουργικός άνθρωπος κι ακόμη και τότε δεν είναι σίγουρο ότι θα αναγνωριστεί πραγματικά. Υπήρξαν πολλοί δημιουργικοί άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν αναγνωριστεί ποτέ. Το να είναι πετυχημένος ένας δημιουργικός άνθρωπος είναι συμπτωματικό. Περισσότερο βέβαιη είναι η επιτυχία για έναν άνθρωπο που δεν είναι δημιουργικός, που είναι καταστροφικός.

Οι μη λειτουργικοί τρόποι αντιμετώπισης της μοναξιάς

Αν και οι περισσότεροι άνθρωποι είναι πιθανό να νιώθουμε μόνοι όταν είμαστε μόνοι, είναι σαφές ότι η μοναξιά και το να είναι κάποιος κυριολεκτικά μόνος δεν ταυτίζονται. Μπορεί να είναι κανείς μόνος και να μη νιώθει μόνος, ή μπορεί να είναι μαζί με δικούς του ανθρώπους και όμως να νιώθει μόνος, ή να νιώθει μόνος μέσα στο πλήθος – και αυτό το τελευταίο μπορεί να είναι πολύ επώδυνο!

Μόνωση ονομάζουμε την κατάσταση κατά την οποία είναι κανείς κυριολεκτικά μόνος, χωρίς απαραίτητα να νιώθει μοναξιά.

Μοναχικότητα ονομάζουμε την κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος επιλέγει να είναι μόνος, με τη θέλησή του, αν και μερικές φορές η μοναχικότητα συνοδεύεται από μοναξιά.

Μοναχικότητα: Η ευεργετική μοναξιά

Είναι η εκούσια (συνήθως) μόνωση του ανθρώπου, δηλαδή η μοναχικότητα, την οποία έχει ανάγκη για να «ξεκουραστεί» από τις σχέσεις, να την αξιοποιήσει δημιουργικά, να αποκτήσει την αίσθηση της προσωπικής ταυτότητας και να βελτιώσει την προσωπικότητά του.

Δεν είναι πάντα εκούσια, αλλά μπορεί να είναι επιβεβλημένη και, ενώ στην αρχή προκαλεί δυσφορία, αργότερα αποδεικνύεται πολύ εποικοδομητική εμπειρία για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, για παράδειγμα όπως έχει γίνει κατά καιρούς με ανθρώπους που βίωσαν φυλακίσεις και εξορίες. Επίσης, δεν συμβαίνει πάντα σε κατάσταση κυριολεκτικής μόνωσης. Για παράδειγμα, μπορεί να διαβάζετε σε μια κατάμεστη βιβλιοθήκη και όμως να νιώθει ο καθένας σας σαν να είναι μόνος και να δημιουργεί, ή να περπατάτε μέσα στον κόσμο χωρίς κάποιον άλλο μαζί σας και να απολαμβάνετε τον περίπατό σας σαν να είστε ολομόναχοι.

Οι καλύτερες στιγμές ή περίοδοι ευεργετικής μοναξιάς είναι αυτές στις οποίες νιώθουμε ότι είμαστε ένα με τον κόσμο που μας περιβάλλει μια ιδέα, ένα έργο τέχνης, τη φύση, το σύμπαν ολόκληρο- και σε απόλυτη αρμονία με τον εαυτό μας.

Μη λειτουργικοί τρόποι αντιμετώπισης της μοναξιάς

Είναι συχνό φαινόμενο οι άνθρωποι να χρησιμοποιούν μη λειτουργικούς, αναποτελεσματικούς τρόπους για να περιορίσουν τη μοναξιά τους. Δείτε παρακάτω μερικούς από αυτούς ενδεικτικά:

• Αποφεύγει κανείς τις σχέσεις: Κλείνεται στον εαυτό του, στο σπίτι του, απομονώνεται από τους συγγενείς τους στενούς φίλους, τις παρέες, τις δραστηριότητες. Ένας φοιτητής που νιώθει πολλή μοναξιά και αρχικά έμενε μόνος του, μπορεί να επιστρέφει στο σπίτι του όλα τα Σαββατοκύριακα ή τις διακοπές, περιορίζοντας έτσι τις ευκαιρίες να κάνει γνωριμίες με νέους της ηλικίας του στην περιοχή που βρίσκεται το Πανεπιστήμιο, ή ακόμη μπορεί να επιστρέψει στη γονεϊκή εστία, παραμελώντας ή εγκαταλείποντας τις σπουδές του. Μια φοιτήτρια, ενώ βρίσκεται σε μια ομάδα, μπορεί να αποφεύγει τη βλεμματική επαφή και να ασχολείται με το κινητό της ή ένα βιβλίο παριστάνοντας ότι είναι άνετη, με αποτέλεσμα οι άλλοι να νομίζουν ότι τους «σνομπάρει» ή ότι είναι «αντικοινωνική» και έτσι να την αφήνουν μόνη.

• Αποφεύγει κανείς τον εαυτό του: Για να μη μείνει μεγάλο διάστημα μόνος του, διαμορφώνει κανείς επιφανειακές σχέσεις πολύ γρήγορα και δεσμεύεται με ανθρώπους που δεν γνωρίζει καλά και με τους οποίους δεν ταιριάζει.

• Έχει υπερβολική εγρήγορση απέναντι σε πιθανές κοινωνικές απειλές: Μια τέτοια απειλή είναι η απόρριψη από τους άλλους. Αυτό τον οδηγεί να προσέχει επιλεκτικά οτιδήποτε επιβεβαιώνει την προσδοκία του ότι θα τον απορρίψουν. Ακόμη, μπορεί να μη νοιάζεται πραγματικά για τους άλλους, αφού αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι οι απειλές που νιώθει ότι δέχεται ο ίδιος.

• Ασχολείται υπερβολικά με δραστηριότητες: Τέτοιες δραστηριότητες είναι η μελέτη και τα χόμπι, που γίνονται σε βάρος του χρόνου που αφιερώνει στις κοινωνικές σχέσεις.

•Αρνείται τη μοναξιά: Χωρίς να έχει επίγνωση ότι το κάνει, αρνείται ότι έχει προβλήματα που τον οδηγούν στη μοναξιά ή ότι νιώθει μοναξιά.

• Καταφεύγει σε αντικοινωνικές ή/και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές: Τέτοιες συμπεριφορές είναι οι εκρήξεις βίας, οι βανδαλισμοί, η κατάχρηση ουσιών (κάπνισμα, αλκοόλ, ψυχοδραστικές ουσίες, ναρκωτικά), η υπερφαγία, ή ο υπέρμετρος καταναλωτισμός.

• Αναζητά συνεχώς ερωτικούς συντρόφους. Με αυτούς προσπαθεί αντισταθμίσει το αίσθημα του κενού. Το σεξ και οι εναλλαγές συντρόφων μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, πολλές φορές όμως υπενθυμίζουν στο άτομο ακριβώς ότι οι σχέσεις του είναι επιφανειακές και ότι δεν έχει αληθινούς συντρόφους.

• Καταφεύγει στην παθητικότητα, την αδράνεια: Για παράδειγμα, επιδίδεται σε υπερβολική τηλεθέαση ή πολύωρη ενασχόληση με το διαδίκτυο.