Δευτέρα 7 Μαρτίου 2022

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

7. Η τέχνη του 4ου αιώνα π.Χ.: Η όψιμη κλασική περίοδος

7.1. Ο 4ος αιώνας, εποχή πολιτικών ανακατατάξεων και διάχυσης του ελληνικού πολιτισμού


Ο 4ος αιώνας π.Χ. είναι μια περίοδος σημαντικών αλλαγών, όχι μόνο για την αρχαία Ελλάδα αλλά γενικά για τον αρχαίο κόσμο. Ο ανταγωνισμός και οι συνεχείς πόλεμοι ανάμεσα στις ισχυρότερες ελληνικές πόλεις οδήγησαν σε πολιτικό αδιέξοδο, το οποίο ο Ξενοφών παρουσιάζει με γλαφυρό τρόπο περιγράφοντας τις συνέπειες της μάχης της Μαντινείας το 362 π.Χ. Από την άλλη πλευρά όμως, η ανάπτυξη του εμπορίου και παράλληλα ενός αποτελεσματικού πιστωτικού συστήματος οδήγησε στη δημιουργία, ιδιαίτερα στην Αθήνα, μιας δυναμικής και εύρωστης οικονομικά τάξης εμπόρων και βιοτεχνών. Ο νέος ιδιωτικός πλούτος έδωσε δουλειά και στους καλλιτέχνες, αφού χρησιμοποιήθηκε, ανάμεσα στα άλλα, για την κατασκευή έργων που πρόβαλλαν τις εύπορες οικογένειες, όπως είναι τα πολυτελή αναθήματα στα ιερά, τα ταφικά και τα χορηγικά μνημεία. Αλλά και τα μεγάλα πανελλήνια ιερά, είτε παλαιά (της Ολυμπίας και των Δελφών) είτε νέα (του Ασκληπιού στην Επίδαυρο), κατόρθωσαν να χρηματοδοτήσουν με εισφορές σημαντικά οικοδομικά έργα.

Στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα η δραστήρια και τολμηρή πολιτική του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β' οδήγησε στη γρήγορη άνοδο της δύναμης και της επιρροής του στην Ελλάδα, που επισφραγίστηκε με τη νίκη του εναντίον των Αθηναίων και των Θηβαίων στη Χαιρώνεια το 338 π.Χ. Αλλά το σημαντικότερο γεγονός του αιώνα, εκείνο που έγινε σταθμός στην παγκόσμια ιστορία, ήταν η εκστρατεία του γιου του Φιλίππου Αλεξάνδρου εναντίον του βασιλιά της Περσίας Δαρείου Γ'. Η παράτολμη αλλά απρόσμενα επιτυχημένη αυτή πολεμική επιχείρηση έφερε τον Μακεδόνα βασιλιά και τον στρατό του, μετά από αλλεπάλληλες νίκες, ως την Ινδία και οδήγησε στη δημιουργία ενός αχανούς βασιλείου. Μετά τον πρόωρο θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. το κράτος του μοιράστηκε στους κυριότερους στρατηγούς του, τους «διαδόχους». Με τον τρόπο αυτό η ελληνική πολιτική κυριαρχία απλώθηκε στη Συρία, την Αίγυπτο, την Περσία, τη Μεσοποταμία και την Ινδία. Με την παράλληλη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού και την ανάμειξη πολιτιστικών στοιχείων που ακολούθησε, ξεκίνησε μια νέα εποχή, που επικράτησε να ονομάζεται Ελληνιστική. Έτσι, το έτος 323 π.Χ. οριοθετεί τη μετάβαση σε μια νέα περίοδο. Βέβαια, οι αλλαγές έγιναν βαθμιαία και για τον λόγο αυτό θεωρούμε ως όριο της κλασικής εποχής στην τέχνη και τον πολιτισμό το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. Στο κεφάλαιο αυτό θα εξετάσουμε, με τη βοήθεια συγκεκριμένων παραδειγμάτων, τις αλλαγές που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια του αιώνα.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

15.6. Ένας δάσκαλος για διαφορετικούς μαθητές


Ένας δάσκαλος με τον ήπιο χαρακτήρα και το πνευματικό βάθος του Πλωτίνου κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολλούς στα ανοικτά μαθήματά του. Το ακροατήριό του περιλάμβανε δύο κατηγορίες μαθητών, ανδρών και γυναικών κάθε ηλικίας. Ήταν οι «ακροατές» που πήγαιναν να τον ακούσουν περιστασιακά, για να εξοικειωθούν κάπως με τη φιλοσοφία: συγκλητικοί, πολιτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι και άλλοι. Ήταν πολλοί, αλλά χωρίς προσωπική αναζήτηση για κάτι περισσότερο.

Οι άλλοι μαθητές, που ήταν λιγότεροι και μετρημένοι, ήταν οι «εταίροι», οι «γνώριμοι», πιστοί στον φίλο δάσκαλό τους για πολλά χρόνια. Αφοσιωμένοι στη φιλοσοφία, όχι όμως απορροφημένοι από αυτήν - όπως συνέβαινε σε άλλες σχολές: ασκούσαν τη φιλοσοφία αλλά και το επάγγελμά τους. Ανάμεσά τους δυο τρεις συγκλητικοί, δυο τρεις γιατροί, τέσσερις γυναίκες, όλοι τους από διάφορα μέρη της αυτοκρατορίας. Εκτός από τους «επαγγελματίες» φιλοσόφους Αμέλιο και Πορφύριο, ήταν άνθρωποι με έντονη δραστηριότητα στον επαγγελματικό χώρο τους ή στον δημόσιο βίο.

Για αυτούς, τους «ζηλωτές» της φιλοσοφίας, ο Πλωτίνος στάθηκε το πρότυπό τους τόσο στον διανοητικό όσο και στον καθημερινό βίο. Έτσι ο συγκλητικός Ρογατιανός ένιωσε τέτοια αποστροφή προς τον τρόπο ζωής του, ώστε απαρνήθηκε τα υπάρχοντά του, έδιωξε τους υπηρέτες του και αφιερώθηκε στην άσκηση. Και ο Πλωτίνος, με τη σειρά του, τον πρόβαλλε συχνά ως καλό παράδειγμα σε όσους ασκούσαν τη φιλοσοφία.

Ποιος θα μπορούσε να γίνει φιλόσοφος; Εκ πρώτης όψεως ο καθένας. Όμως τελικά το φιλοσοφεῖν δεν είναι έργο του καθενός. Είναι προνόμιο όσων έχουν καθαρή φρόνηση, σεμνότητα ήθους και παρρησία (Εννεάδες 1.3.3.8-10), αρετές που αποκτά κανείς με την άσκηση. Μοιάζει, βέβαια, με κύκλο: φιλοσοφείς εφόσον έχεις αυτά τα προσόντα, αλλά θα τα έχεις μόνο εφόσον φιλοσοφείς.

Γι᾽ αυτό και ο Πλωτίνος δεν αναζητούσε μαθητές, ούτε επιχειρούσε να πείσει ότι τα όσα διδάσκει είναι αλήθεια. Απευθυνόταν μόνο προς όσους έψαχναν στη φιλοσοφία το ίδιο που έψαχνε κι αυτός. Όπως έγραφε αργότερα ο Πορφύριος (Περί αποχής των εμψύχων 1.27.1), ο φιλόσοφος απευθύνεται σε ανθρώπους «που έχουν ορίσει στη ζωή τους αρχές διαφορετικές από εκείνες που διέπουν τους άλλους τρόπους ζωής». Ανεξάρτητα από την ασχολία τους, φιλόσοφοι είναι όσοι άνθρωποι σκέφτηκαν τα ερωτήματα: «Ποιος είμαι; Από πού έρχομαι; Πού πρέπει να πάω

Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (16.692-16.750)

Ἔνθα τίνα πρῶτον, τίνα δ᾽ ὕστατον ἐξενάριξας,
Πατρόκλεις, ὅτε δή σε θεοὶ θάνατόνδε κάλεσσαν;
Ἄδρηστον μὲν πρῶτα καὶ Αὐτόνοον καὶ Ἔχεκλον
695 καὶ Πέριμον Μεγάδην καὶ Ἐπίστορα καὶ Μελάνιππον,
αὐτὰρ ἔπειτ᾽ Ἔλασον καὶ Μούλιον ἠδὲ Πυλάρτην·
τοὺς ἕλεν· οἱ δ᾽ ἄλλοι φύγαδε μνώοντο ἕκαστος.
Ἔνθα κεν ὑψίπυλον Τροίην ἕλον υἷες Ἀχαιῶν
Πατρόκλου ὑπὸ χερσί· περιπρὸ γὰρ ἔγχεϊ θῦεν·
700 εἰ μὴ Ἀπόλλων Φοῖβος ἐϋδμήτου ἐπὶ πύργου
ἔστη, τῷ ὀλοὰ φρονέων, Τρώεσσι δ᾽ ἀρήγων.
τρὶς μὲν ἐπ᾽ ἀγκῶνος βῆ τείχεος ὑψηλοῖο
Πάτροκλος, τρὶς δ᾽ αὐτὸν ἀπεστυφέλιξεν Ἀπόλλων,
χείρεσσ᾽ ἀθανάτῃσι φαεινὴν ἀσπίδα νύσσων.
705 ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὸ τέταρτον ἐπέσσυτο δαίμονι ἶσος,
δεινὰ δ᾽ ὁμοκλήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
«χάζεο, διογενὲς Πατρόκλεες· οὔ νύ τοι αἶσα
σῷ ὑπὸ δουρὶ πόλιν πέρθαι Τρώων ἀγερώχων,
οὐδ᾽ ὑπ᾽ Ἀχιλλῆος, ὅς περ σέο πολλὸν ἀμείνων.»
710 Ὣς φάτο, Πάτροκλος δ᾽ ἀνεχάζετο πολλὸν ὀπίσσω,
μῆνιν ἀλευάμενος ἑκατηβόλου Ἀπόλλωνος.
Ἕκτωρ δ᾽ ἐν Σκαιῇσι πύλῃς ἔχε μώνυχας ἵππους·
δίζε γὰρ ἠὲ μάχοιτο κατὰ κλόνον αὖτις ἐλάσσας,
ἦ λαοὺς ἐς τεῖχος ὁμοκλήσειεν ἀλῆναι.
715 ταῦτ᾽ ἄρα οἱ φρονέοντι παρίστατο Φοῖβος Ἀπόλλων,
ἀνέρι εἰσάμενος αἰζηῷ τε κρατερῷ τε,
Ἀσίῳ, ὃς μήτρως ἦν Ἕκτορος ἱπποδάμοιο,
αὐτοκασίγνητος Ἑκάβης, υἱὸς δὲ Δύμαντος,
ὃς Φρυγίῃ ναίεσκε ῥοῇς ἔπι Σαγγαρίοιο·
720 τῷ μιν ἐεισάμενος προσέφη Διὸς υἱὸς Ἀπόλλων·
«Ἕκτορ, τίπτε μάχης ἀποπαύεαι; οὐδέ τί σε χρή.
αἴθ᾽ ὅσον ἥσσων εἰμί, τόσον σέο φέρτερος εἴην·
τῶ κε τάχα στυγερῶς πολέμου ἀπερωήσειας.
ἀλλ᾽ ἄγε, Πατρόκλῳ ἔφεπε κρατερώνυχας ἵππους,
725 αἴ κέν πώς μιν ἕλῃς, δώῃ δέ τοι εὖχος Ἀπόλλων.»
Ὣς εἰπὼν ὁ μὲν αὖτις ἔβη θεὸς ἂμ πόνον ἀνδρῶν,
Κεβριόνῃ δ᾽ ἐκέλευσε δαΐφρονι φαίδιμος Ἕκτωρ
ἵππους ἐς πόλεμον πεπληγέμεν. αὐτὰρ Ἀπόλλων
δύσεθ᾽ ὅμιλον ἰών, ἐν δὲ κλόνον Ἀργείοισιν
730 ἧκε κακόν, Τρωσὶν δὲ καὶ Ἕκτορι κῦδος ὄπαζεν.
Ἕκτωρ δ᾽ ἄλλους μὲν Δαναοὺς ἔα οὐδ᾽ ἐνάριζεν·
αὐτὰρ ὁ Πατρόκλῳ ἔφεπε κρατερώνυχας ἵππους.
Πάτροκλος δ᾽ ἑτέρωθεν ἀφ᾽ ἵππων ἆλτο χαμᾶζε
σκαιῇ ἔγχος ἔχων· ἑτέρηφι δὲ λάζετο πέτρον
735 μάρμαρον ὀκριόεντα, τόν οἱ περὶ χεὶρ ἐκάλυψεν,
ἧκε δ᾽ ἐρεισάμενος, οὐδὲ δὴν χάζετο φωτός,
οὐδ᾽ ἁλίωσε βέλος, βάλε δ᾽ Ἕκτορος ἡνιοχῆα,
Κεβριόνην, νόθον υἱὸν ἀγακλῆος Πριάμοιο,
ἵππων ἡνί᾽ ἔχοντα, μετώπιον ὀξέϊ λᾶϊ.
740 ἀμφοτέρας δ᾽ ὀφρῦς σύνελεν λίθος, οὐδέ οἱ ἔσχεν
ὀστέον, ὀφθαλμοὶ δὲ χαμαὶ πέσον ἐν κονίῃσιν
αὐτοῦ πρόσθε ποδῶν· ὁ δ᾽ ἄρ᾽ ἀρνευτῆρι ἐοικὼς
κάππεσ᾽ ἀπ᾽ εὐεργέος δίφρου, λίπε δ᾽ ὀστέα θυμός.
τὸν δ᾽ ἐπικερτομέων προσέφης, Πατρόκλεες ἱππεῦ·
745 «ὢ πόποι, ἦ μάλ᾽ ἐλαφρὸς ἀνήρ, ὡς ῥεῖα κυβιστᾷ.
εἰ δή που καὶ πόντῳ ἐν ἰχθυόεντι γένοιτο,
πολλοὺς ἂν κορέσειεν ἀνὴρ ὅδε τήθεα διφῶν,
νηὸς ἀποθρῴσκων, εἰ καὶ δυσπέμφελος εἴη,
ὡς νῦν ἐν πεδίῳ ἐξ ἵππων ῥεῖα κυβιστᾷ.
750 ἦ ῥα καὶ ἐν Τρώεσσι κυβιστητῆρες ἔασιν.»

***
Ποιον πρώτον και ποιον ύστερον εγύμνωσες στην μάχην,
Πάτροκλε, οπόταν οι θεοί σ᾽ εκάλεσαν στον Άδην;
Έπεσε πρώτα ο Άδρηστος· ο Αυτόνοος κατόπιν,
695 ο Επίστωρ, ο Μελάνιππος, ο Πέριμος Μεγάδης,
ο Έχεκλος, ο Έλασος, ο Μούλιος και ο Πυλάρτης,
κι οι άλλοι εδειλοψύχησαν κι εφύγαν όλοι εμπρός του.
Θα ᾽παιρναν τότ᾽ οι Αχαιοί την υψηλήν Τρωάδα,
τόσο τριγύρω εμάνιζεν η λόγχη του Πατρόκλου,
700 στον πύργον αν δεν έστεκεν ο Φοίβος, που των Τρώων
υπέρμαχος, τον όλεθρον εκείνου εμελετούσε.
Και τρεις εσκάλωσε φορές ο Πάτροκλος στο τείχος
και τρεις τον εξετίναξεν ο Φοίβος με τα χέρια
τ᾽ αθάνατα κτυπώντας του την φωτεινήν ασπίδα.
705 Αλλ᾽ ότε ως δαίμων τέταρτην φοράν εχύθη ο ήρως,
φοβερήν του ᾽βαλε κραυγήν ο Απόλλων και του είπε:
«Πάτροκλε διογέννητε, δεν έχει ορίσ᾽ η μοίρα
των αποτόλμων Τρώων συ την πόλιν να πορθήσεις,
ούδ᾽ ο Αχιλλεύς, εις την ανδρειά περίσσ᾽ ανώτερός σου».
710 Είπε, κι ευθύς ο Πάτροκλος μακράν εσύρθη οπίσω
για να αποφύγει την ορμήν του μακροβόλου Φοίβου.
Κι έμεν᾽ ο Έκτωρ στες Σκαιές με τα γοργά πουλάρια·
κι ερεύνα ο νους του αν θα στραφεί στην ταραχήν της μάχης
ή θα φωνάξει στον λαόν ν᾽ αποκλισθεί στο τείχος.
715 Και τούτο ενώ στοχάζονταν ήλθεν εμπρός του ο Φοίβος·
άνδρας εφάνη στην μορφήν καλός και ρωμαλέος,
ο Άσιος, οπού θείον του τον είχε απ᾽ την Εκάβην,
κι ήταν υιός του Δύμαντος, που πέρα εις της Φρυγίας
τα μέρ᾽ ήταν εγκάτοικος κει που ο Σαγγάριος ρέει.
720 Εκείνου επήρε την μορφήν και του ᾽πε τότε ο Φοίβος:
«Έκτωρ από τον πόλεμον τι απέχεις; Δεν σου πρέπει.
Άμποτε αντί κατώτερος να ᾽μουν ανώτερός σου,
ελεεινήν ανάπαυσιν θα είχες απ᾽ την μάχην.
Αλλ᾽ έλα, κίνα τ᾽ άλογα στον Πάτροκλον επάνω
725 ίσως τον πάρ᾽ η λόγχη σου και ο Φοίβος σε δοξάσει».
Είπε κι εστράφηκε ο θεός στον θόρυβον της μάχης,
και τον ανδρείον πρόσταξεν ο Έκτωρ Κεβριόνην
ευθύς κατά τον πόλεμον τους ίππους να ραβδίσει.
Κι έβαλε τάραχον κακόν ο Φοίβος στους Αργείους,
730 των Τρώων και του Έκτορος την νίκην να χαρίσει.
Και ο Έκτωρ δεν εφρόντιζε τους άλλους να φονεύει
αλλά τους ίππους έσπρωχνε στον Πάτροκλον επάνω.
Και από τ᾽ αμάξι ο Πάτροκλος επήδησε κρατώντας
την λόγχην με τ᾽ αριστερό, κι εφούκτωσε με τ᾽ άλλο
735 χοντρό λιθάρι δοντερό και αντιστυλωμένος
το ᾽ριξε και τον Έκτορα εκτύπησε απ᾽ ολίγο.
Αλλ᾽ όμως τον ηνίοχον τον Κεβριόνην ήβρε,
που ήταν νοθογέννητος του δοξαστού Πριάμου,
ενώ κρατούσε τα λουριά, μες στο μεσόφρυδό του.
740 Και ο τραχύς λίθος σύντριψε τα φρύδια, και όλο εσπάσθη
το κόκαλο, και καταγής επέσαν οι οφθαλμοί του
αυτού εμπρός στα πόδια του· και απ᾽ τον λαμπρόν του θρόνον
έπεσε κάτω ως βουτηχτής κι εβγήκεν η ψυχή του.
Και τότε τον ανάπαιξες, ω Πάτροκλε ιππομάχε.
745 «Ω, κοίτα! πόσο είν᾽ ελαφρός που εύκολα βουτάει!
μες στο ιχθυοφόρο πέλαγος αν τύχαινεν εκείνος,
και μέσα στ᾽ άγρια κύματα θα επήδ᾽ από την πλώρην
να ψάξει στρείδια και πολλούς μ᾽ εκείνα να χορτάσει·
τόσο εύκολ᾽ απ᾽ την άμαξα στο σιάδι αυτός βουτάει·
750 είναι κι οι Τρώες βουτηχταί ᾽πιδέξιοι, καθώς βλέπω».

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 6. Αίνιγμα: Τι θα συμβεί αν γράψουμε ΡΩΜΗ ανάποδα;

6.3. Ο άνθρωπος που έπαιζε με τη φωτιά


Γεννήθηκε το 43 π.Χ. στην ιταλική επαρχία και ήρθε στη Ρώμη σε πολύ νεαρή ηλικία. Παρά τις επίμονες προειδοποιήσεις του πατέρα του ότι ο Όμηρος δεν έβγαλε ούτε μισό ευρώ από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, ο Οβίδιος προτιμούσε να γράφει ποιήματα παρά να ακολουθήσει την πολιτική σταδιοδρομία για την οποία τον προόριζαν.

Όταν το 31 π.Χ. ο Οκταβιανός έλυσε τους λογαριασμούς του με τον Αντώνιο στο Άκτιο και έγινε το μοναδικό αφεντικό της Ρώμης, ο Οβίδιος ήταν μόλις 12 χρόνων, πράγμα που σημαίνει ότι, αντίθετα με τον Βιργίλιο ή τον Οράτιο, δεν αισθάνθηκε ποτέ τη φρίκη των εμφυλίων πολέμων - και αυτό ήταν καθοριστικό για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Νέος, ωραίος και άνετος κυκλοφορούσε στους κοσμικούς και πνευματικούς κύκλους της πρωτεύουσας απολαμβάνοντας τα αγαθά της ειρήνης και της ευημερίας - αλλά και τις ευκαιρίες της μεγάλης πόλης. «Συγχαίρω τον εαυτό μου που ζω στη σύγχρονη εποχή· δεν με ενδιαφέρουν τα παλιά,» έλεγε και ξανάλεγε. Γνώρισε όλους σχεδόν τους μεγάλους ποιητές της εποχής του Αυγούστου και είχε αποστηθίσει τα ποιήματα τους - κυρίως τα ερωτικά. Έτσι, άρχισε να εκδίδει ερωτικές συλλογές και ο ίδιος. Γνώρισε τεράστια επιτυχία. Οι συλλογές του η μία μετά την άλλη γίνονταν «μπεστ σέλερ» και ήταν περιζήτητος στα λογοτεχνικά σαλόνια.

Πώς να ζητήσεις από έναν «πλέι μπόι» σαν τον Οβίδιο ποίηση με εθνικό περιεχόμενο; Και τι είδους εθνική ποίηση μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν ποιητή ο οποίος, σε κάποιο ποίημα όπου υποτίθεται ότι καταγγέλλει την πρακτική των εκτρώσεων, γράφει: «Γιατί να κάνεις έκτρωση, κυρία μου; Σκέψου λιγάκι τι θα γινόταν αν όλες οι Ρωμαίες έκαναν αυτό που κάνεις εσύ: ο μέγας Αύγουστος θα είχε μείνει έμβρυο - και μάλιστα κακοποιημένο.» Αν έχεις τέτοιους «υμνητές», τι να την κάνεις την αντιπολίτευση.

Η επιτυχία των πρώτων ερωτικών ποιημάτων (που είναι γραμμένα στο λεγόμενο «ελεγειακό δίστιχο») έκανε τον Οβίδιο διάσημο - και απρόσεκτο. Έτσι, κάπου προς το τέλος της προχριστιανικής χιλιετίας (ίσως το 2 π.Χ.), είχε την έμπνευση να γράψει όχι απλώς ελεγείες όπου μιλούσε για τον έρωτα αλλά ένα μεγάλο ποίημα όπου έδινε ερωτικές συμβουλές στους νέους και τις νέες της Ρώμης - την περίφημη Ερωτική Τέχνη. Είναι αλήθεια ότι ο αυτοκράτορας δεν αντέδρασε αμέσως· αλλά, όπως φάνηκε αργότερα, δεν ξέχασε κιόλας, και όταν βρήκε μια καλή αφορμή (κανείς δεν μας λέει καθαρά τι είδους αφορμή, και ο ίδιος ο Οβίδιος «μασάει τα λόγια του») πήρε τη μοιραία για τον ποιητή απόφαση. Το 8 μ.Χ. διέταξε την απαγόρευση της κυκλοφορίας του ποιήματος, έκαψε όλα τα αντίτυπα που βρίσκονταν στις δημόσιες βιβλιοθήκες και έστειλε τον ίδιο τον Οβίδιο στην εξορία, στη δυτική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, ανάμεσα στους βάρβαρους Γέτες, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η Κονστάντζα της Ρουμανίας.

Αυτή είναι μια από τις πιο γνωστές περιπτώσεις λογοκρισίας στον αρχαίο κόσμο. Ανάλογα περιστατικά με λογοκρισίες, απαγόρευση κυκλοφορίας και κάψιμο βιβλίων γνωρίζουμε, βέβαια, και από τα κατοπινά χρόνια. Στον Μεσαίωνα εκτός από το βιβλίο μπορούσαν να ρίξουν στην πυρά και τον ίδιο τον συγγραφέα. Ο Αύγουστος δεν έκαψε τον Οβίδιο· απλώς τον καταδίκασε να αργοπεθαίνει για εννιά ολόκληρα χρόνια.

Διαλογισμός

Διαλογισμός είναι (η Έμφυτη ή Εγγενής σε κάθε ύπαρξη) ΑΜΕΣΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ (χωρίς διαδικασία), Ανοιχτή, Χωρίς κέντρο ή περιφέρεια, και χωρίς περιεχόμενο ή αντικείμενο, - πέρα από την εμπειρική ύπαρξη, πέρα από τη σκέψη... Ο Διαλογισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της διαδικασίας της σκέψης, δεν μπορεί να συλληφθεί μέσω της διαδικασίας της σκέψης και δεν μπορεί να περιγραφεί με έννοιες-λέξεις… μόνο αρνητικά περιγράφεται στο επίπεδο της σκέψης.

Δεν υπάρχει Φως να κατακτήσουμε… Υπάρχει μόνο σκοτάδι που πρέπει να διώξουμε…

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Είναι η Ίδια η Πραγματικότητα, Όλος ο Χώρος Εμπειρίας, Εδώ, Τώρα: Αιώνια, Ελεύθερη, Συμπεριλαμβάνει τα Πάντα Μέσα της. Ο περιορισμός της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ, η εξέλιξη, η πτώση κι η λύτρωση είναι μόνο αντιληπτικά γεγονότα: όχι πραγματικά, αλλά φαινομενικά. Αυτό που περιορίζει την ΑΝΤΙΛΗΨΗ είναι όχι η Ίδια η Φύση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ αλλά οι υποκειμενικές περιοριστικές λειτουργίες της ύπαρξης, (που δημιουργούν φαινομενικά διαφορετικά πεδία εμπειρίας), η απορρόφηση στην διαδικασία (που γίνεται αντιληπτή σαν γέννηση σε διαφορετικά πεδία εμπειρίας), η «λησμονιά» στο περιορισμένο ιδιαίτερο περιεχόμενο της εμπειρίας (που εκλαμβάνεται σαν η μοναδική πραγματικότητα).

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Διατηρεί Πάντα τη Αντικειμενική Φύση της κι Εν Δυνάμει Εμπεριέχει Όλες τις Δυνατότητες. Η Απελευθέρωση από τις υποκειμενικές περιοριστικές λειτουργίες της ύπαρξης Διευρύνει την ΑΝΤΙΛΗΨΗ Αποκαλύπτοντας την Αληθινή Αντικειμενική Φύση της. Η Ανάδυση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ στην Αληθινή Φύση της, πέρα από όλα τα όρια, πέρα από όλες τις υποκειμενικές περιοριστικές λειτουργίες είναι η Πραγματική Απελευθέρωση, η Ίδια η Πραγματικότητα, κι είναι μόνο αντιληπτικό γεγονός, όχι πραγματικό αλλά φαινομενικό.

Η Απελευθέρωση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ σημαίνει ταυτόχρονα την Διεύρυνση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ πέρα από τα όρια. Η Διεύρυνση της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ σημαίνει να βλέπουμε από μια Ευρύτερη Οπτική που συμπεριλαμβάνει την προηγούμενη περιορισμένη οπτική (και χώρο εμπειρίας). Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ Αντιλαμβάνεται Όλο το Χώρο Εμπειρίας (όλα τα πεδία, ύπαρξης, εμπειρίας), δεν εμποδίζεται από τίποτα, πουθενά. Αυτό που έχει σημασία είναι από πού βλέπουμε, όχι το τι βλέπουμε (το αντιληπτικό γεγονός καθορίζεται από την θέση όρασης, κι όχι το περιεχόμενο, που είναι εξαρτημένο)

Διαλογισμός είναι η Ίδια η ΑΝΤΙΛΗΨΗ όταν λειτουργεί απρόσκοπτα: Τότε Αποκαλύπτεται ότι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ είναι η Πραγματικότητα. Διαλογισμός είναι η ΑΜΕΣΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ στην οποία δεν μπαίνουν όρια, ούτε γίνονται παρεμβάσεις. Διαλογισμός είναι η Υπέρβαση των διαδικασιών της υποκειμενικής περιοριστικής λειτουργίας, η απρόσκοπτη Λειτουργία της ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ. Δεν είναι διαδικασία, δεν γίνεται, δεν πραγματοποιείται, δεν επιφέρει αποτελέσματα… Απλά με την Υπέρβαση των διαδικασιών η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Είναι η Ίδια η Πραγματικότητα, Αιώνια, Ανεμπόδιστη, Φυσικά Κενή, που τα Συμπεριλαμβάνει Όλα.

Η Συνείδηση Είναι Εξ’ Αρχής και για Πάντα Ελεύθερη, Αιώνια κι Υπερβατική. Αυτό που μας εμποδίζει να το Βιώσουμε είναι όλη αυτή η επιφανειακή ταραχή, του εγώ, της σκέψης, της αίσθησης, των εξωτερικών καταστάσεων. Απορροφημένοι σε όλη αυτή την εξωτερική κίνηση, ταυτισμένοι με όλη αυτή τη δραστηριότητα δεν Αντιλαμβανόμαστε το Βάθος της Ύπαρξής μας, αλλά μονάχα την εξωτερική δράση της.

Εμμένοντας στο εξωτερικό, στη σκέψη, στη μνήμη, στις γνώσεις, στο πολιτισμό, στη ζωή, σε ό,τι έχουμε συσσωρεύσει (σαν άνθρωποι) χιλιετηρίδες τώρα, προσπαθούμε να οργανώσουμε το χάος της ζωής… Αλλά το χάος δεν οργανώνεται, γιατί απλά είναι χαώδης ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε, όχι η ζωή.

Πρέπει να επανέλθουμε στον Εαυτό μας, γιατί από Εδώ ξεκινούν όλα: Να μάθουμε εξ’ αρχής να βλέπουμε σωστά: Μόνο τότε μπορούμε να κατανοήσουμε και μόνο τότε θα επιφέρουμε τάξη στον εαυτό μας και στη ζωή. Κι αυτή η Αληθινή Κατανόηση είναι ο μόνος ενοποιός παράγοντας που μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους για να φέρουν τάξη στη ζωή, αρετή στη δράση και να οργανώσουν μια καλύτερη κοινωνία.

Η Ίδια η Φύση της Αντίληψης είναι Απλή Αντίληψη, Προσοχή, Απλή Προσοχή Χωρίς Παρεμβάσεις και Χωρίς Παρεκτροπές. Πρέπει ν’ αφήσουμε τη Αντίληψη να Λειτουργεί Αυθόρμητα και να Αυτορυθμίζεται σύμφωνα με τη Φύση της που είναι Καθαρή Ήρεμη Ενατένιση κι Αντιλαμβάνεται «αυτό που είναι». Αν αναδυθεί σκέψη, απλά παρατηρούμε χωρίς να την ακολουθούμε. Αν αναδυθούν αισθήσεις απλά τις αφήνουμε να λειτουργούν χωρίς να σκλαβωνόμαστε σ’ αυτές. Όταν η Προσοχή Καρποφορήσει Κατανοούμε ότι σαν Συνείδηση είμαστε Κάτι ξεχωριστό από αυτό που συμβαίνει. Είμαστε Αυτό που Βλέπει αυτό που συμβαίνει, δεν είμαστε αυτό που συμβαίνει…

Η Αντίληψη Παραμένοντας Σταθερή, πέρα από τη φαινομενική αλλαγή του περιεχομένου της, πέρα από τα φαινόμενα, Βιώνει τη Πραγματικότητα, ζει τη Κατάσταση της Ενότητας, όπου δεν υπάρχουν διακρίσεις (φώτιση-μη φώτιση, πραγματικότητα-κόσμος, λύτρωση-πτώση… όλα αυτά είναι φαινόμενα)…

Σε Αυτή τη Κατάσταση της Ήρεμης Ενατένισης η Αντίληψη Βρίσκεται, Βιώνει και Αντιλαμβάνεται την Πραγματική Αιώνια κι Υπερβατική Φύση της.

Η Αντίληψη Είναι στην πραγματικότητα Δυνατότητα Αντίληψης κι όχι κάποιο «περιεχόμενο»: Είναι Άδειος Χώρος Επίγνωσης που μπορεί να συλλάβει οτιδήποτε εισέρχεται στη περιοχή του… Από την Φύση της η Αντίληψη (απλά, σαν Δύναμη Αντίληψης μόνο) Είναι Ελεύθερη, δεν ταυτίζεται με κανένα περιεχόμενο…. Ο ταυτισμός με το περιεχόμενο είναι μια εσφαλμένη προοπτική αντίληψης, στην οποία παρασυρόμαστε λόγω άγνοιας ή λόγω επιλογών… είναι μια δυνατότητα, όχι η απόλυτη πραγματικότητα…

Για να Βιώσουμε τη Καθαρή Αντίληψη, την Αγνή Κατάσταση της Αντίληψης, την Φυσική Αντίληψη, δεν χρειάζεται να έχουμε κάτι σαν περιεχόμενο της αντίληψης, δεν χρειάζεται να σκεφτούμε, να νοιώσουμε, να αισθανθούμε κάτι: Έχουμε Όλοι Έμφυτη τη Δυνατότητα της Αντίληψης και μπορούμε να έχουμε Εμπειρία της Καθαρής Αντίληψης απλά αδειάζοντας όλο το περιεχόμενο που μας φορτώνει η σκέψη, η διάθεση, οι αισθήσεις… (εννοούμε να εξαλείψουμε την εξάρτησή μας από αυτό, όχι να εξαλείψουμε το ίδιο το φυσικό φαινόμενο της σκέψης, της διάθεσης, της αίσθησης)…

Μιλάμε συγκεκριμένα για την Αποδέσμευση από το περιεχόμενο της Αντίληψης, για μια συνειδητοποίηση, για μια αλλαγή στο τρόπο που βλέπουμε, για μια δική μας εσωτερική μετατόπιση, που δεν έχει να κάνει με το φυσικό γεγονός αυτό καθ’ εαυτό. Η Αντίληψη μπορεί να Είναι Ήρεμη, Ελεύθερη, ανεξάρτητα αν υπάρχει περιεχόμενο ή όχι… απλά δεν δεσμεύεται στο περιεχόμενό της… Κι αυτό γιατί απλά η Ίδια η Αντίληψη Είναι Επαρκής για τον Εαυτό της, Βιώνει την Παρουσία, είτε υπάρχει περιεχόμενο, είτε όχι. Η Κατάσταση της Ελευθερίας είναι μη-εξάρτηση, όχι απουσία επίγνωσης, υπαρξιακό σκοτάδι, ή οτιδήποτε άλλο φαντάζονται οι άνθρωποι.

Η Αντίληψη Είναι Ελεύθερη και Έξω από το φαινόμενο (στην Αληθινή Φύση της, στην Πραγματική Κατάστασή της, στον Ύστατο Χαρακτήρα της). Η «σύνδεση» της Αντίληψης με περιοριστικές λειτουργίες, σε διάφορα πεδία, (σκέψη, ψυχική κατάσταση, αισθήσεις) περιορίζει την Αντίληψη μέσα στις συγκεκριμένες λειτουργίες και συχνά την ταυτίζει με την εμπειρία που αποκομίζει από αυτές τις λειτουργίες. Άθελα ταυτιζόμαστε με το περιεχόμενο, γινόμαστε ό,τι σκεφτόμαστε, ό,τι νοιώθουμε, ό,τι αισθανόμαστε…

Η εμπειρία που έχει η περιορισμένη αντίληψη από την ύπαρξη δεν είναι Ολόκληρη η Πραγματικότητα, Όλη η Αλήθεια. Είναι αληθινή στο γεγονός ότι, αυτή η εμπειρία, είναι παρούσα στην επίγνωσή μας, αλλά είναι μόνο ένα μέρος της Φύσης μας, της Ύπαρξής μας, της ζωής μας…

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ἀποκριάτικη νυχτιά (1892)

Ἐὰν δὲν ἦτο ἐπιμελὴς σπουδαστὴς ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, καὶ δὲν εἶχε τυχὸν πῶς νὰ περνᾷ τὰς ὥρας του, κατὰ τὰς πολυημέρους διακοπὰς τῶν ἑορτῶν καὶ τῆς Ἀπόκρεω, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δουλειὰ καθήμενος εἰς τὸ παράθυρον καὶ θεώμενος καὶ ἀκούων τὰ τελούμενα. Δὲν ἦτο δρόμος, ἦτο αὐλή, παμπάλαιος, εὐρεῖα, ἀκανόνιστος, μὲ τοὺς τοίχους ὑψηλοὺς ἀλλ᾽ ἀνίσου ὕψους, περιβάλλουσα μίαν τῶν παλαιοτέρων οἰκιῶν παρὰ τὴν ἀνέρπουσαν ἐσχατιὰν τῆς ἀρχαίας πόλεως, πρὸς τὴν Ἀκρόπολιν, ὑψηλά, παρὰ τὸ Ἁγιοταφίτικον. Αἱ τρεῖς ἐνοικάρισσαι τοῦ ἰσογείου, ἡ κυρα-Κατίγκω ἡ Χρίσταινα, μετὰ τῆς ἀγάμου ἀδελφῆς της Φρόσως, καὶ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, μετὰ τῆς κόρης της τῆς Γεώργαινας, καὶ ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της τῆς Μαρούσας, ἐμάλωναν διὰ κάθε τι, συχνότατα, σχεδὸν τρὶς τῆς ἑβδομάδος. Συνήθως, ἡ κατέχουσα τὸ μεσαῖον οἴκημα, ἡ Λεμονού, πότε ἐκ τῆς παραμικρᾶς ἀφορμῆς, πότε ἄνευ ἀφορμῆς ὡρισμένης, τὰ ἔβαζε σήμερον μὲ τὴν μίαν, αὔριον μὲ τὴν ἄλλην τῶν δύο γειτονισσῶν της. Καὶ τὰς μὲν ἑορτάς, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωσιν ὕλην ὅπως κακολογῶσιν ἄλλας ἔξω τῆς αὐλῆς διερχομένας ἢ ἡσύχως εἰς τὰς οἰκίας των καθημένας γυναῖκας, προχειρότερον εὕρισκον νὰ τὰ χαλοῦν μεταξύ των. Ἐὰν τυχὸν ἡ μία τῶν τριῶν, ἡ ἀδελφὴ τῆς μιᾶς ἢ ἡ κόρη τῆς ἄλλης ἐστολίζετο, ἡ ἄλλη ἔμενε πεισματωδῶς μὲ τὰ καθημερινά της, διὰ νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ κακολογῇ τὴν στολισμένην, ὅτι «δὲν ξέρει νὰ φορέσῃ τὸ φουστάνι της», κ᾽ ἔλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μοῦ στολίστηκε σὰ νύφη· τὸ χάλι της, δὲν τὸ βλέπει!» Τὰς δὲ καθημερινάς, ἄλλοτε αἱ δύο, ἄλλοτε καὶ αἱ τρεῖς, εἶχαν μπουγάδα, καὶ ὅλον τὸ πλυσταρεῖον, καὶ ὅλος ὁ χῶρος τῆς αὐλῆς, δὲν τὰς ἤρκει διὰ ν᾽ ἁπλώσωσι τὰ μοσχοπλυμένα των. Συχνὰ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, ἀφοῦ ὠνείδιζε τὴν ἐκ δεξιῶν καὶ τὴν ἐξ ἀριστερῶν πάροικόν της, ὡς ἀπρόκοφτην, ὡς ἄπραχτην, ὡς ἀπασσάλωτην, αὐτὴ πρώτη θέτουσα τὸ «πρόσφωλο», αἴφνης εἰρήνευεν, ἐμειδία, κ᾽ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ ἔχει δουλειὰ νὰ κάμῃ, ὅτι «δὲν χαλνᾷ τὴ ζαχαρένια της», καὶ ὅτι δὲν τὰς συνερίζεται ν᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰς μομφάς των. Ἄλλοτε πάλιν ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα ἔπαιρνε λόγια ἀπὸ τὴν μίαν κ᾽ ἔβαζε μαναφούκια εἰς τὴν ἄλλην, καὶ εἶτα ἐν ἀνέσει ἐνετρύφα εἰς τὸν καυγάν, ἱσταμένη παράμερα. Ἐμάλωναν διὰ κάθε πρᾶγμα, διὰ μίαν σκάφην ἀναποδογυρισμένην ὀλίγον λοξὰ εἰς τὸ πλυσταρεῖον, δι᾽ ὀλίγες σταλαματιὲς θερμοῦ χυθείσας κατὰ γῆς, δι᾽ ὀλίγας δράκας στάκτης περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ριφθείσας εἰς τὴν κόφαν. Μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἡ γραῖα Βαγγελὴ ἐθύμωσεν ἐναντίον τῆς Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, διότι αὕτη ἐκαυχήθη ὅτι πληρώνεται πρὸς εἴκοσι λεπτὰ τὰ ὑποκάμισα τῆς κόλλας, καὶ τὴν ὠνόμασε «τριγυρισμένην» καὶ «πομπιωμένην», ἄλλοτε πάλιν ἡ Κατίγκω ἐσήκωσε χεῖρα ἐναντίον τῆς Μαρούσας, τῆς ψυχοκόρης τῆς Σταματούλας, καλέσασα αὐτήν, δεκατετραετῆ μόλις, «μωρὴ μπασταρδού!» διότι τὴν εἶδε νίπτουσαν τὰς χεῖρας πλησίον εἰς τὴν κόφαν τῆς μπουγάδας μὲ τὰ ροῦχα. Μὲ αὐτὰ ἐπερνοῦσαν τὰς ἡμέρας των εἰς τὴν εὐρεῖαν αὐλὴν τῆς παμπαλαίου οἰκίας αἱ τρεῖς αὗται πτωχαὶ γυναῖκες.

Τὴν ἑσπέραν πάλιν, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδὴς θὰ εὕρισκε δουλειάν, ἂν ἤθελε, μὲ σβηστὴν τὴν λάμπαν, νὰ μένῃ εἰς τὸ ἀνώγεων δωμάτιόν του καὶ νὰ ἵσταται ὄπισθεν τοῦ ἀνατολικοῦ παραθύρου, κατασκοπεύων τοὺς εἰσερχομένους, ἢ νὰ κολλᾷ τὸ οὖς εἰς τὴν κλειδότρυπαν, ἀκροώμενος λόγους καὶ κρότους καὶ ψιθυρισμούς. Αὕτη ἦτο ἡ κυρία εἴσοδος τῆς οἰκίας, δι᾽ ἧς εἰσήρχετο καὶ αὐτὸς εἰς τὸ πενιχρὸν δωμάτιόν του, εἴσοδος ἐπίσημος, διὰ τῆς ὁποίας ἔμβαιναν ὅλοι οἱ συγγενεῖς, φίλοι καὶ γνώριμοι τῆς οἰκίας, κατὰ ἑκατοντάδας ἀριθμούμενοι. Καὶ ἂν ἤθελε νὰ μεταβῇ πρὸς στιγμὴν εἰς τὸ ἄλλο παράθυρον τοῦ δωματίου του, πρὸς μεσημβρίαν βλέπον, ἀπ᾽ ἐκεῖ θ᾽ ἀντίκρυζε τὴν ἄλλην, τὴν μικρὰν εἴσοδον, συνεχομένην μὲ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου διημέρευε συνήθως ἡ κυρία Ζαχαρού, ἡ μήτηρ τῆς οἰκογενείας, καπνίζουσα ἀνέτως τὰ τσιγαρέτα της. Ἦτο οἰκία ὅπου ἠδύνατό τις νὰ παίξῃ ἐν ἀνέσει τὸ κρυφτάκι, καὶ ἄλλας παιδιάς. Δύο ἄνθρωποι, ὁ πρῶτος κυνηγούμενος ὑπὸ τοῦ δευτέρου, ἢ ἀδιακρίτως κυνηγοῦντες ἀλλήλους, χωρὶς νὰ φαίνεται τίς ὁ διώκων καὶ τίς ὁ φεύγων, ἠδύναντο νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ ἐξέρχωνται ἀλλεπαλλήλως διὰ τῶν δύο θυρῶν, ἐπὶ ἡμέρας καὶ νύκτας, χωρὶς ὁ εἷς νὰ φθάσῃ ποτὲ ἢ ν᾽ ἀντικρύσῃ τὸν ἕτερον.

Καὶ ἂν ἐπέστρεφε πάλιν πρὸς τὸ παράθυρον τὸ ἀνατολικόν, ἢ πρὸς τὴν μικράν του θύραν, καὶ ἐπεσκόπει τὴν κυρίαν εἴσοδον, ἐκεῖ ἤκουεν, ἅμα ἐνύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, νὰ κρούεται ἡ θύρα. Καὶ ἤχει ἐσωτερικῶς ἐλαφρὸν βῆμα καὶ θροῦς ἐσθῆτος, καὶ ἤνοιγεν ἡ θύρα, καὶ εἰσήρχοντο οἱ ἐπισκέπται, καὶ τότε ἤκουε καλησπέρες καὶ χαιρετισμοὺς καὶ προσρήσεις, κ᾽ ἐνίοτε φιλήματα… μεταξὺ γυναικῶν, οἷα συνηθίζουσι φορτικῶς ν᾽ ἀνταλλάσσωσιν αἱ ἀπόγονοι τῆς Εὔας, κατὰ τὰ ἐξιππασμένα καὶ φραγκοποτισμένα ἤθη μας. Σπεύδω νὰ εἴπω, πρὸς καθησύχασιν τοῦ ἀναγνώστου, ὅτι τὰ ἤθη τῆς οἰκογενείας, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἀνειμένα κατὰ τὸ φαινόμενον, πράγματι ἦσαν αὐστηρά. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία ἔπλεεν εἰς τὸ μεταίχμιον τὸ ἀόριστον καὶ ἀβέβαιον, εἰς τὸ λυκόφως ἐκεῖνο, μεταξὺ παραδόσεως καὶ νεωτερισμοῦ, ὅπερ ὡς λυκόφως δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ, ἀλλ᾽ ἀναγκαίως θὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸν ζόφον καὶ θὰ γίνῃ νύξ. Ἦσαν ὁμολογουμένως ἄνθρωποι αἰσθηματίαι, φιλόφρονες, ἀνοικτόκαρδοι. Γνωρίμους εἶχαν τὸ ἥμισυ τῆς πόλεως καὶ ἂν ἡμέρα παρήρχετο χωρὶς ν᾽ αὐξήσωσι κατὰ μίαν τοὐλάχιστον τὰς γνωριμίας των, αἱ δύο κόραι θὰ ἐθεώρουν ὡς χαμένην τὴν ἡμέραν ἐκείνην.

Ἔπειτα, ἦσαν αἱ ἡμέραι τῆς Ἀπόκρεω, καὶ ὁ κόσμος ἔξω διεσκέδαζε. Μόλις ἐνύκτωνε, καὶ ὁ νέος, ὁ μονάζων ἐν τῷ δωματίῳ του, ἤκουε φωνάς, ᾄσματα, κιθαρισμούς, ἔξω τῆς αὐλῆς. Καὶ ἂν ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτὰ ἔμενεν ἔρημος εἰσερχομένων ἐπισκεπτῶν ὁ μικρὸς πρόδομος, καὶ ὁ ἄγριος νέος ἐτόλμα νὰ ἐξέλθῃ ἕως τὸν ἐξώστην μὲ τὴν παλαιὰν λιθίνην κλίμακα, τὸν ζευγνύοντα τὴν οἰκίαν μὲ τὸν τοῖχον τῆς αὐλῆς, καὶ προέκυπτε τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς αὐλείου θυρίδος, τῆς φραγμένης μὲ σίδηρα, ὡς θυρίδος εἱρκτῆς, διὰ νὰ κοιτάξῃ εἰς τὴν ὁδόν, θὰ ἔβλεπε, κατὰ ζεύγη, κατὰ τετρακτύας, κατὰ ἑξάδας, ἱσταμένους τοὺς κιθαρῳδοὺς τῆς νυκτὸς κάτωθεν τῆς θυρίδος, ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς ἀνωφεροῦς ὁδοῦ, ἐξαγγέλλοντας «ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ» τὰ αἰώνια παράπονά των κατὰ τῆς σκληρότητος τῶν δύο νεανίδων. Διότι ὅλοι οἱ νέοι τῆς γειτονιᾶς, καὶ ὄχι ὀλίγοι ἀπὸ ἄλλας συνοικίας ἦσαν ἐρωτευμένοι μὲ τὰς δύο ἀδελφάς. Τούτων τινὲς ἠγάπων μᾶλλον τὴν Μέλπω, ἄλλοι μᾶλλον τὴν Κούλαν· οἱ δὲ πλεῖστοι τὰς ἠγάπων καὶ τὰς δύο. Πολλοὶ αὐτῶν ἦσαν ἐκ τῶν γνωρίμων τῆς οἰκίας, ἀλλ᾽ ἐὰν ἦσαν πρὸς καιρόν, ἐκ μικρᾶς παρεξηγήσεως, εἰς δυσμένειαν, ἢ ἐάν, ἐκ τοῦ πλήθους τῶν ἐπισκεπτῶν, δὲν ὑπῆρχε δι᾽ αὐτοὺς χῶρος ἐν τῇ συναναστροφῇ μιᾶς ἑσπέρας, ἔπαιρναν τὴν κιθάραν των, τὰ μανδολίνα των, τὲς φυσαρμόνικές των, καὶ μὲ τοὺς φθόγγους τῆς μουσικῆς ἐζήτουν ν᾽ ἀποκοιμίσωσι τὸν πόνον τῆς καρδίας.

Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, μεσοβδόμαδα τῆς Τυρινῆς, εἶχον αὐξήσει, ὡς πάντοτε, κατὰ μονάδας τινάς, αἱ γνωριμίαι τῆς οἰκίας. Μεταξὺ ἄλλων εἶχεν ἔλθει ἀνθυπασπιστὴς νεαρός, ξανθός, μὲ ἀγκιστροειδῆ μύστακα, ὃν εἶχεν εἰσαγάγει εἷς τῶν τριτεξαδέλφων τῆς οἰκογενείας. Δυστυχῶς αἱ δύο νεαραὶ κόραι ἔλειπαν. Εἶχον ἐξέλθει συνοδευόμεναι ὑπὸ δύο ἀνεψιαδῶν τῆς μητρός των διὰ νὰ κάμωσιν ὀψώνια εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ. Εἰς τὴν οἰκίαν εὑρίσκετο μόνη ἡ γραῖα, ἥτις ἐκάπνιζε τὸ τσιγαρέτον της εἰς τὸ μαγειρεῖον, ἡ ὑπηρέτρια, ἥτις ἐσκούπιζε τὰς δύο κλίμακας, καὶ τὸ μέρος τῆς αὐλῆς, τὸ ἔξω τῆς δικαιοδοσίας τῶν τριῶν πλυντριῶν, καὶ ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὁ οἰκοδεσπότης, ἰδιότροπος γέρων, ζῶν ἀπὸ τὰ ὀλίγα εἰσοδήματα τῶν δύο οἰκιῶν καὶ τῶν τριῶν μαγαζιῶν του, τὸν ὁποῖον, ἂν ἤκουέ τις, αἰωνίως μεμψιμοιροῦντα, φωνάζοντα, ἐπιπλήττοντα, θὰ ἔλεγε, «Νά αὐστηρὸς πατέρας!» Καὶ ὅμως, τὰ τῆς οἰκίας ἐκυβέρνων ἡ γραῖα καὶ αἱ δύο κόραι, ὅλαι δ᾽ αἱ φωναὶ τοῦ γέροντος ἦσαν μόνον ἦχος καὶ πάταγος διὰ ν᾽ ἀκούεται. Οἱ τέσσαρες νέοι δὲν ἐμαζεύοντο ποτὲ εἰς τὴν οἰκίαν. Ὁ τριτότοκος εἶχε νυμφευθῆ ἤδη, δεκαοκταέτης, ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν γονέων του, ὁ δὲ ὑστερότοκος εἶχε σχέσεις μὲ μίαν οἰκογένειαν, ὅπου διημέρευε, προτιμῶν νὰ φοιτᾷ ἐκεῖ μᾶλλον παρὰ εἰς τὴν β´ τοῦ γυμνασίου· ὁ πρωτότοκος ἦτο ὑπάλληλος μιᾶς τῶν Τραπεζῶν, τρεφόμενος ἀπὸ τὴν οἰκίαν καὶ δαπανῶν ἀλλοῦ τοὺς μισθούς του, ὁ δευτερότοκος ἦτο λοχίας τοῦ πεζικοῦ. Ὡς καὶ ὁ κουμπάρος, ὁ μόνος, ὅστις εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ εἰς τὴν οἰκίαν, ὡς εἰς οἰκίαν του, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν εἶχεν οἰκογένειαν ἰδικήν του, ἐνῷ εἶχε τρία νόθα τέκνα ἔκ τινος ἀπατηθείσης πτωχῆς, ὁ ἀσυνείδητος, δὲν εὑρέθη παρών, ἦτο εἰς τὰς ἐργασίας του, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Μὲ πολλήν του δυσαρέσκειαν, ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ αὐτὸς τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ τριτεξαδέλφου, τοῦ ὁδηγοῦντος τὸν νεαρὸν στρατιωτικόν. Ὁ ξανθὸς σπαθοφόρος εἶχεν ἰδεῖ εἰς ἐμπορικὸν τὰς δύο ἀδελφάς, ὅπου εἷς τῶν φίλων του τοῦ τὰς ἔδειξε, λέγων περὶ αὐτῶν πολλοὺς ἀμφιβόλους ἐπαίνους. Αἱ δύο νεάνιδες τοῦ ἤρεσαν. Εἶτα πάλιν τὰς ἐπανεῖδεν εἰς τὸν περίπατον, ὅτε ὁ μετ᾽ αὐτοῦ συμπεριπατῶν τὰς ἐχαιρέτισεν, ἐξηγήσας αὐτῷ ὅτι ἦσαν ἐξαδέλφαι του. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς τοῦ εἶπεν: «Ἔμαθα ὅτι εἶναι πολὺ κοινωνικές, ὅτι ἔχουν ἀνοικτὸ σπίτι». «Θέλεις νὰ σὲ συστήσω; τοῦ εἶπεν ὁ ἐξάδελφος, ὄρεξη νά ᾽χῃς· θὰ εὐχαριστηθοῦν πολύ, γιατὶ ἔχουν κι αὐτὲς ἕναν ἀδελφὸν λοχίαν». Καὶ τὴν ἐπαύριον τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν.

Ὁ ἀνθυπασπιστής, περιμένων νὰ ἴδῃ ἐνώπιόν του τὰς δύο ἀνθηρὰς μορφὰς καὶ εὑρεθεὶς αἴφνης ἐνώπιον τῆς σκυθρωπῆς ὄψεως καὶ τῆς λευκῆς γενειάδος τοῦ κὺρ Ζαχαρία, περιῆλθεν εἰς ἀμηχανίαν καὶ δὲν ἤξευρε πῶς ν᾽ ἀρχίσῃ τὴν ὁμιλίαν. Ἐν τούτοις ὁ γέρων, ὀφείλων κάτι νὰ εἴπῃ, ἔδειξε διὰ τοῦ παραθύρου τὴν εὐρεῖαν ἔκτασιν μέρους τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἐλαιῶνος, λέγων:

―Ἔχουμε ἀπὸ δῶ κύριε ἀνθυπασπιστά, ὡραίαν θεάν.

― Μάλιστα, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ μέσα του ἐμορμύρισεν: «ἔχετε, μάλιστα, δύο θεάς».

Εἶτα ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτά, ὅλοι ἐσιώπησαν.

―Ἔμαθα ὅτι ἔχετε κ᾽ ἕνα υἱὸν εἰς τὸν στρατόν, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής.

― Ναί, εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὅστις ἠπόρησε πῶς δὲν ἐσυλλογίσθη νὰ τὸ ἀναφέρῃ πρῶτος. Αὐτὸς δὲν ἠθέλησε νὰ πάῃ κατὰ τὸ ἔνθιμον, καὶ ἅμα ἔληξεν ἡ θητεία του, ἔμεινεν εἰς τὸν στρατόν. Νὰ περιμένῃ τώρα προβιβασμόν! ἂν ἔχῃ τύχη, ὅπως τὸν ἐκατήντησαν τὸν στρατὸν μὲ τὰ κόμματά τους! Αὐτοὶ οἱ πολιτικοί, αὐτοὶ οἱ βουλεπταί, ἐκατάστρεψαν τὸ ἔθνος, ἀνάθεμά τους! Κάψιμο θέλουν ὅλοι τους! Ἐγὼ γίνομαι μπόγιας εἰς αὐτουνούς. Ἐγνώρισα ἐγώ, στὰ χρόνια μου, λοχίους καὶ δεκαενεῖς, ὁποὺ εἶναι, ἕως αὐτῆς τῆς ἡμερός, συνταγματαρχαῖοι καὶ ταγματαρχαῖοι! Πόσο ἐμετάγνοιωσα ποὺ δὲν ἐπῆγα στὸ στρατό, στὰ χρόνια τοῦ Ὄθωνος! Θὰ ἤμουν τώρα συνταγματάρχης!

― Καὶ βλέπω ὅτι ἔχεις τοὐλάχιστον ἓν προσόν, θεῖε, εἶπεν ὁ τριτεξάδελφος αἰνιττόμενος τὰς μεταμφιέσεις τῶν λέξεων τοῦ γέροντος.

―Ὅλοι αὐτὸ λέγουν, κύριε, εἶπε μειδιῶν ὁ ἀνθυπασπιστής. Βέβαια, ὅλοι οἱ ἑξηντάρηδες θὰ ἦσαν, ἀπὸ τότε, συνταγματάρχαι, καὶ ὅλοι οἱ ἑβδομηντάρηδες θὰ ἦσαν ἀντιστράτηγοι. Μόνον, ποιὸς θὰ ἐδούλευε γιὰ νὰ πληρώνῃ φόρους, διὰ νὰ βγαίνουν τόσοι μισθοί… Βέβαια, ὁ στρατός, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, εἶχε, καὶ ἔχει ἀκόμη τὰ καλά του, δὲν σᾶς λέγω. Μόνον τὰ καλά του αὐτά, προσέθηκε φιλοσοφικῶς, εἶναι ὅσα φαίνονται κακά, κ᾽ ἐκεῖνα ἴσα-ἴσα τὰ ὁποῖα ὁ Ρωμιὸς δύσκολα συνηθίζει, καὶ δι᾽ αὐτὸ βλέπουμε ὅλους νὰ φεύγουν τὸν στρατόν, καὶ νὰ νομίζουν ὡς ἡμέραν ἑορτῆς τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ πάρουν τὴν ἄφεσίν των. Καὶ διὰ τοῦτο τόσον ὀλίγοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν θέλησιν ν᾽ ἀκολουθήσουν τὸ στρατιωτικὸν στάδιον.

― Καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ καλά, ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας.

― Αὐτὰ τὰ καλὰ εἶναι ἡ τακτικὴ ζωή, ἡ πειθαρχία, ἡ σκληραγωγία, τὰ γυμνάσια, αἱ ἀγγαρεῖαι, ἡ στρατιωτικὴ τραχύτης ἐν γένει, ἡ σκαιότης… ἀπὸ καμμιὰ φορὰ πέφτει καὶ κανένας φοῦσκος… οἱ ἄγραφοι κανονισμοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν περισσότερον ἀπὸ τοὺς γραπτούς.

― Καὶ οἱ ἄγραφτοι κανονισμοὶ ποῖοι εἶναι; ἠρώτησεν ὁ οἰκοδεσπότης.

― Ἄγραφοι κανονισμοὶ εἶναι, ὅταν, παραδείγματος χάριν, συλλάβουν κανένα λιποτάκτην… νὰ τὸν σπάζουν στὸ ξύλο…

― Ἄ! ἔτσι; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας… ἀγκαλὰ καὶ τὸ μέσον μοῦ φαίνεσται βάρβαρον, δὲν εἶμαι ὅμως καὶ πολὺ ἐνάντιος. «Τὸ ξύλο βγῆκε ἀπ᾽ τὴν Παράδεισο.»

Καὶ λέγων ἐστέναξεν, ἐνθυμηθεὶς ἴσως τοὺς τέσσαρας υἱούς του.

―Ἔπειτα εἶναι, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ ἄλλα βασανιστήρια… Τὰ ἑλληνικὰ ζωύφια, τὸ νοσοκομεῖον, ἡ βελόνα*, τὸ μάρμαρο*… Τὸ πειθαρχεῖον, οἱ ὀχτάρες, οἱ δεκαπεντάρες, οἱ μηναρέδες…

― Οἱ μηναρέδες!… ὄχι νὰ μὴν εἶναι χοτζάδες! εἶπεν ὁ οἰκοδεσπότης.

― Οἱ μηναρέδες, ναί… σᾶς φαίνεται παράξενο, κὺρ Ζαχαρία;

― Θεῖε, εἶπε γελῶν ὁ τριτεξάδελφος, μηναρὲ εἰς τὸν στρατὸν ὀνομάζουν τὴν μηνιαίαν φυλάκισιν.

― Ἄ! ἔκαμεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας. Τότε ἐνδιαφέρει.

Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθησαν βήματα εἰς τὸν πρόδομον. Ἦσαν αἱ δύο νέαι, ἐπιστρέψασαι ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, συνοδευόμεναι ὑπὸ τῶν δύο ἀνεψιαδῶν. Εἰσῆλθον ἐλαφραί, χαρίεσσαι, μετ᾽ ἰδιορρύθμου κομψότητος ἐνδεδυμέναι, μὲ ἀλλοκότους τὸ σχῆμα πίλους καὶ μὲ κόκκινα πτερά, ἡ Μελπομένη καστανή, κοντούλα, εὐτραφής, χλωμή, αἰσθηματική, ρωμαντική, ἡ Κυριακούλα, στακτερόξανθος, ὑψηλή, λιγνή, ἰσχνή, μὲ ζωηροτάτους ἡδυπαθεῖς ὀφθαλμούς, οἵτινες ἦσαν ἀπροσδιορίστου χρώματος κ᾽ ἐφαίνοντο διηγούμενοι μυρίας ἱστορίας. Πονηρά, ἄστατος, εἴρων, γοητεύουσα μὲ τὸν τρόπον καὶ ἀπογοητεύουσα μὲ τὸν λόγον, θωπεύουσα μὲ τὸ βλέμμα καὶ σχίζουσα μὲ τὴν γλῶσσαν, εἶχε πολλὰς δωδεκάδας ἐργολάβων, εἰς ὅλους ἔδιδεν ἐλπίδας, καὶ ὅλους τοὺς ἐπερίπαιζε. Τοιαύτη ἦτο ἡ χαϊδεμένη Κούλα.

Ἔγινεν ἡ παρουσίασις. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς ἐμαγεύθη ἀπὸ τὰς δύο νεάνιδας καὶ δὲν ἤξευρε ποίαν νὰ πρωτοαγαπήσῃ. Ἀπῆλθεν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, αἰχμαλωτισμένος, λαβὼν πρόσκλησιν νὰ ἔλθῃ μίαν τῶν νυκτῶν τούτων τῆς τελευταίας ἑβδομάδος τῆς Ἀπόκρεω, ὅτε κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν ἐγίνετο συναναστροφὴ καὶ χορός.

Τὴν τελευταίαν ἑσπέραν τῆς Τυρινῆς τοῦ ἔτους 188… ἐχόρευσαν τόσον εἰς τοῦ κὺρ Ζαχαρία, ὥστε ἦτο φόβος μὴ πέσῃ τὸ σαθρὸν σκωληκόβρωτον πάτωμα τῆς παμπαλαίου οἰκίας ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῆς κυρα-Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, τῆς γραίας Βαγγελῆς τῆς Λεμονοῦς καὶ τῆς Σταματούλας τῆς Γεμενίτσας, τὸ μόνον μέσον δι᾽ οὗ αἱ τρεῖς αὗται θὰ ἔπαυον διὰ πάντοτε τοὺς καθημερινοὺς καυγάδες των.

Ἡ ἀνατολικὴ θύρα τῆς οἰκίας δὲν ἐπρόφθανε ν᾽ ἀνοίγῃ καὶ νὰ κλείῃ. Εἰσήρχοντο κατὰ ζεύγη, κατὰ ὁμάδας, ἄνδρες, γυναῖκες, μετημφιεσμένοι καὶ ἄλλοι, προσωπίδες καὶ πρόσωπα. Ἔτριζεν ἡ θύρα μὲ τοὺς στροφεῖς, ἐστέναζε τὸ πάτωμα, ἀντήχει ὁ διάδρομος, ἐβόμβει ἡ αἴθουσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν προσκεκλημένων. Αἱ δύο νεάνιδες δὲν ἐπρολάμβανον νὰ τρέχωσιν ἀνὰ πᾶν δεύτερον ἢ τρίτον λεπτὸν εἰς τὴν θύραν, προϋπαντῶσαι τοὺς ἐρχομένους, ἢ προπέμπουσαι τοὺς τυχὸν ἀπερχομένους, νὰ ἐπιστρέφωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν, περιποιούμεναι τοὺς μένοντας, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ δωμάτια, ἀνταλλάσσουσαι ὁμιλίας μὲ τοὺς οἰκειοτέρους. Καὶ ὁ χορὸς ἔπαυε καὶ ἀνενεοῦτο κάθε δέκα λεπτά. Ἡ Κούλα ἐχόρευεν ὡς νὰ εἶχε πτερὰ εἰς τοὺς πόδας, ἐκλέγουσα αὐτὴ διὰ νεύματος τοὺς συγχορευτάς της, ἐπιτρέπουσα ὡς βασίλισσα νὰ τὴν παρακαλέσωσι νὰ χορεύσῃ. Ἡ Μέλπω ἐδέχετο πᾶσαν πρόσκλησιν, συμπονετική, μὴ θέλουσα ν᾽ ἀπορρίψῃ κανενὸς τὴν παράκλησιν. Καὶ ἡ αὐλὴ καὶ ἡ κλῖμαξ ἐφεγγοβόλει, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ παράθυρα ἐξήρχοντο ἦχοι μουσικῆς, ὡς νὰ ἦτο ἡ οἰκία ὅλη γιγαντιαῖον κύμβαλον ἐναρμονίως ἠχοῦν ἐκεῖ εἰς τὸ ἀνασηκωμένον κράσπεδον τῆς παλαιᾶς πόλεως. Καὶ ὅταν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἔπαυον τυχὸν οἱ τόνοι τῆς μουσικῆς, τότε, ἔξωθεν τῆς αὐλῆς ἠκούετο μελαγχολικὴ καντάδα τῶν κιθαρῳδῶν τῆς γειτονιᾶς, ὅσοι, διά τινα ἀφορμήν, δὲν ἦσαν δεκτοὶ ν᾽ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν πολυθόρυβον καὶ φιλόκοσμον οἰκίαν. Τότε ἡ Κούλα ὕψωνεν ἀορίστως τὸ ὑγρὸν ὄμμα εἰς τὸ κενόν, ἐνῷ ἡ Μέλπω ἠκούετο ψιθυρίζουσα μὲ τοὺς ὀδόντας της: «Οἱ καημένοι!»

Ἐρρέμβαζεν ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, πτωχὸς σπουδαστής, πρωτοετὴς τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ὅστις καὶ ἂν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κόσμον δὲν εἶχε τὰ μέσα.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ δύο κόραι τὸν εἶχον προσκαλέσει νὰ μετάσχῃ τῆς ἑσπερινῆς διασκεδάσεως, ἀλλὰ πῶς νὰ ὑπάγῃ αὐτός, δειλός, ἄπειρος τοῦ κόσμου, κακοφορεμένος, ἐν μέσῳ τόσων ἀγνώστων; Ἔπειτα πρὸς τὴν μίαν αὐτῶν, τὴν Κούλαν, ἔτρεφεν ἁβρὸν αἴσθημα ἐρωτικόν, καὶ ἦτο ζηλιάρης· δὲν θὰ ἠνείχετο νὰ τὴν βλέπῃ νὰ χορεύῃ μὲ τόσους καὶ τόσους… καὶ αὐτὸς νὰ μὴν ἠξεύρῃ εὐρωπαϊκὸν χορόν! Εἶχε δειπνήσει τὴν ἑβδόμην ὥραν κ᾽ ἐπειδὴ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐνωρὶς τὰ καφενεῖα ἔκλεισαν, ᾐσθάνετο δὲ καὶ ἐλαφρὸν πόνον εἰς τοὺς ὀδόντας, ἀπεσύρθη ἀπὸ τῆς ὀγδόης εἰς τὸ δωμάτιόν του μὲ τὸ παράπονον ἐκεῖνο, οἷον ὁ ξένος ἔχει μέσα του εἰς τοιαύτας ἡμέρας. Ἀλλ᾽ ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸ δωμάτιον, ἡ λύπη του διεσκεδάσθη, καὶ τώρα, ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του ἐρρέμβαζε κ᾽ ἐπαρηγορεῖτο, σκεπτόμενος ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀναμφιβόλως ὁ εὐδαιμονέστερος, διότι χωρὶς νὰ παρευρίσκεται εἰς καμμίαν διασκέδασιν, μετεῖχε τριῶν ἢ τεσσάρων συγχρόνως. Ἤκουε τὸν ἀπερίγραπτον θόρυβον τῆς οἰκίας, ὅστις μόνος του ἤξιζε διὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἑορτάς, κ᾽ ἐχόρευε μετὰ τῆς κλίνης του ἀκουσίως νανουριζόμενος ἀπὸ τὰ ᾄσματα, τὴν μουσικὴν καὶ τὰς ὀρχήσεις. Εἶτα κατὰ τὸ διάλειμμα τοῦ χοροῦ, ἤκουσε τὸ μελαγχολικὸν ᾆσμα καὶ τὴν κιθάραν εἰς τὴν ὁδόν, καὶ λησμονήσας ἑαυτόν, ἠρώτα μέσα του: «Δὲν ἔχουν τάχα ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, οἱ δυστυχισμένοι;» Εἶτα πάλιν ἐσκέφθη: «Ἀναμφιβόλως θὰ ἔχουν ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, ἀλλὰ προτιμοῦν νὰ βλέπουν τὰ φωτισμένα παράθυρα». Ἔπειτα ἤκουε καὶ ᾆσμα καὶ χορὸν ἐντόπιον εἰς δύο γειτονικὰς οἰκίας. Ἰδού, ὅλων αὐτῶν τῶν διασκεδάσεων μετεῖχε, χωρὶς νὰ εἶναι παρών. Ἔλεγε δὲ καθ᾽ ἑαυτόν: «Χωρὶς ἄλλο διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις μουσικὴν καὶ χορόν, πρέπει νὰ εἶναι ἀκροατὴς μακρόθεν. Ἀπὸ σιμά, ὁ γινόμενος θόρυβος ἐκκωφαίνει τὰ ὦτα καὶ ἐκπτοεῖ τὴν κρίσιν». Αἴφνης ᾐσθάνθη παραδόξως εἰς τοὺς ἀλγοῦντας ὀδόντας του κάτι ὡς αἱμωδίασιν, καὶ ἐνθυμηθεὶς τὸν μῦθον ἐψιθύρισεν: «Ὄμφακές εἰσι».

Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἀκούει κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας του καὶ ἄλλον θόρυβον καὶ ἄλλην διασκέδασιν. Ἐχόρευαν τὸν συρτὸν ἢ τὸν καλαματιανόν, κ᾽ ἐτραγουδοῦσαν τὸ «Μαῦρο γεμενὶ*» καὶ τὸ «Μύλο τῆς θειᾶς μου τῆς Κοντύλως».

Ὑπὸ τοὺς πόδας του ἀκριβῶς, κατῴκει εἰς τὸ ἰσόγειον ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της, τῆς Μαρουσῶς. Φαίνεται ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶχαν κάμει ἀγάπην καὶ αἱ τρεῖς, μὲ τὴν Λεμονοὺ καὶ μὲ τὴν Χρίσταιναν, μετὰ τῆς Φρόσως καὶ τῆς Γεώργαινας καὶ τοῦ συζύγου της, καὶ εἶχαν ἀποφασίσει «ν᾽ ἀποκρέψουν» ὁμοῦ. Τώρα δέ, ἀφοῦ ἔφαγαν, εἶχαν στήσει καὶ αὐταὶ τὸν χορόν, εἷς ἀνὴρ καὶ πέντε γυναῖκες, μὲ τρία μικρὰ παιδία. Ἐνωρὶς ἀκόμη, ὅταν ὁ Σπύρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου ἔφαγε, μόλις ἀνέβη εἰς τὸ δωμάτιόν του, καὶ ἤναψε τὴν λάμπαν, ἀκούει ἐλαφρὸν κτύπον εἰς τὴν θύραν του. Ὁ πρόδομος ἦτο ἀκόμη γαλήνιος, διότι δὲν εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐπέρχωνται τὰ κύματα τῶν προσκεκλημένων. Ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἦτο ἡ κυρία Ζαχαρού, καὶ ὅτι θὰ ἦλθε διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς αὐτὸν τὴν πρόσκλησιν, ἣν τοῦ εἶχαν κάμει ἤδη αἱ κόραι της. Ἔσπευσε ν᾽ ἀνοίξῃ. Ἠπατᾶτο, δὲν ἦτο ἡ γραῖα. Ἦτο ἡ Μαρούσα, ἡ ψυχοκόρη τῆς Σταματούλας, δεκατεσσάρων ἐτῶν κορασίς, μελαγχροινή, νόστιμη, μὲ μαῦρα ὄμματα, μὲ λευκὸν μανδήλιον περὶ τὴν κεφαλήν, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο ἐτῶν, ὅταν ἦτο μαθητὴς τοῦ γυμνασίου καὶ κατῴκει εἰς γειτονικὸν δωμάτιον, ἐνθυμεῖτο μικρὰν ἄσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, ἀληθὲς «γυφτοκόνισμα», καὶ ἥτις τώρα εἶχε «ξετρίψει» κ᾽ ἐγίνετο ὡραία. Ἦτο δευτέρα ἢ τρίτη φορὰ καθ᾽ ἣν ἡ μικρὰ ἀνέβαινεν εἰς τὸ δωμάτιόν του. Εἶχεν ἔλθει ἄλλας δύο φορὰς διὰ νὰ λάβῃ τὰ πρὸς πλύσιν ἐνδύματά του, ἢ διὰ νὰ τὰ φέρῃ πλυμένα διὰ τῶν χειρῶν τῆς θετῆς μητρός της. Καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι ἦλθε νὰ τοῦ ζητήσῃ ροῦχα, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ τὴν ἐρωτήσῃ: «Θὰ πλύνῃ αὔριο ἡ μάννα σου, Καθαρὴ Δευτέρα;» Ἀλλ᾽ ἡ κορασίς, προλαβοῦσα, τοῦ λέγει:

― Κύριε Σπύρο, εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, δὲν κοπιάζεις κάτω, ν᾽ ἀποκρέψουμε, ἂν ἀγαπᾷς;…

Ὁ Σπύρος δὲν ἐπερίμενε τὴν πρόσκλησιν ταύτην, καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῇ ἀπήντησεν.

― Εὐχαριστῶ, κορίτσι μου, ἔφαγα ἐγώ, ἀπόκρεψα, νὰ μοῦ τὴν χαιρετᾷς.

Ἡ παιδίσκη ἐπανέλαβε:

― Κι ἂν ἔφαγες εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, νὰ κοπιάσῃς ὕστερα, ποὺ θὰ χορέψουμε…

― Μπράβο! ἔχω εὐχαρίστησιν, εἶπε μειδιῶν ὁ νέος· ποιοὶ καὶ ποιοὶ θὰ εἶσθε;

― Θά ᾽μαστε ἡ μητέρα μου κ᾽ ἐγὼ κ᾽ ἡ κυρα-Χρίσταινα κ᾽ ἡ Φρόσω κ᾽ ἡ κυρα-Βαγγελὴ κ᾽ ἡ κυρα-Γιώργαινα μὲ τὸν κὺρ Γιώργη, κι ὁ Νῖκος κι ὁ Τάσος κι ὁ Ἀντωνάκης τῆς κυρα-Γιώργαινας.

― Κάτι πολλοί! εἶπε μετὰ θαυμασμοῦ ὁ Σπύρος. Καὶ τὰ ἔχετε καλὰ τώρα μὲ τὴν κυρα-Χρίσταινα καὶ μὲ τὴν κυρα-Βαγγελή;

― Δὲν ἔχουμε τίποτα…

― Τόσο καλύτερα… Χαιρέτα μου τὴ μητέρα σου, θὰ εἶχα μεγάλη εὐχαρίστηση… μὰ ἔχω πονόδοντο καὶ θὰ κοιμηθῶ νωρίς.

Ἤθελε νὰ εἴπῃ ναί, καὶ ἔλεγεν ὄχι. Δὲν τοῦ ἐφαίνετο ἀξιοπρεπὲς νὰ ὑπάγῃ «ν᾽ ἀποκρέψῃ» μὲ τὴν πλύστραν του, ἄλλως δὲ θὰ τὸν ἔτυπτεν ἡ συνείδησις, διότι ὁ μετὰ τόσων γυναικῶν, ὧν τινες ἦσαν νέαι, συγχρωτισμὸς δὲν θὰ ἦτο ἀκίνδυνος δι᾽ αὐτόν, καὶ ἡ πρόθεσίς του, ἂν ἐδέχετο τὴν πρόσκλησιν, ἀδύνατον νὰ ἦτο ἀθῴα. Μᾶλλον θὰ ἐπροτίμα νὰ φιλήσῃ ἐκεῖ εἰς τὰ κρυφὰ τὴν μικρὰν κορασίδα, τὴν ὁποίαν ἀπερισκέπτως ἔστελλε πρὸς αὐτὸν ἡ ψυχομάννα της, ἀλλὰ δὲν ἦτο τολμηρός, οὔτε ἀπολύτως διεφθαρμένος.

Ἀπέπεμψε τὴν παιδίσκην ἀλώβητον, καὶ αὐτὸς ἐξηπλώθη φιλοσοφικῶς ἐπὶ τῆς σκληρᾶς μαθητικῆς στρωμνῆς του. Εὐχαριστήθη, διότι ἐνίκησε τὸν πειρασμόν, ἦτο ἥσυχος τώρα, σχεδὸν εὐτυχής. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὰ τρία ἐμπόλεμα μέρη τοῦ ἰσογείου εἶχαν εἰρηνεύσει, καὶ συνῆλθον ὁμοῦ νὰ ἑορτάσωσι τὴν τελευταίαν νύκτα τῆς Τυρινῆς. Καλὰ ποὺ τὸ ἐπῆραν πονηρά, ἐσκέπτετο ὁ Σπύρος, κ᾽ ἐξέλεξαν ὡς τόπον τῆς διασκεδάσεώς των τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας, ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ δωμάτιον τὸ ἰδικόν του, διότι ἂν κατέρρεεν αἴφνης τὸ πάτωμα τοῦ ἀνωγείου ὑπὸ τὸ βάρος τῶν χορευτῶν, ἐκεῖ ἦτο ἐλπὶς νὰ γλυτώσουν, ἐκτὸς ἂν ἔπιπταν καὶ οἱ τοῖχοι, καὶ τότε ψυχὴ δὲν θὰ ἐσώζετο. «Τί ὡραῖα, τί ἀφελῆ ἔθιμα ἔχει ὁ ἑλληνικὸς λαός, διενοεῖτο ὁ Σπύρος. Ἰδοὺ ὅτι τρεῖς οἱονεὶ οἰκογένειαι, ἐνῷ ὅλον τὸν χρόνον ἦσαν εἰς διάστασιν, ἀπεφάσιζαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Ἀπόκρεω νὰ φιλιωθῶσι, διὰ νὰ ἑορτάσωσιν ὁμοῦ τὴν νύκτα τῆς τυροφαγίας. Διὰ τοὺς μὲν (τί τὰ θέλετε;) ὁ βίος αὐτὸς εἶναι διηνεκὴς Ἀπόκρεως, διὰ τοὺς δὲ εἶναι μακρὰ καὶ θλιβερὰ σαρακοστή. Εὐτυχῶς λαμβάνει πέρας! Ὡς ὄασις ἐν τῇ ἐρήμῳ ἂς εἶναι τοὐλάχιστον διὰ τοὺς δευτέρους ἡ νὺξ αὕτη τῆς Ἀπόκρεω!» Καὶ αὐτὸς ὁδοιπόρος ἦτο εἰς τὴν ματαιότητα αὐτὴν τοῦ κόσμου. Καὶ δι᾽ αὐτὸν ἡ ζωὴ ἦτο ἀνήφορος ἀτελείωτος, καὶ ὁδὸς τραχεῖα καὶ μακρὰ τεσσαρακοστή. Πότε θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ τέρμα; Ἴσως νὰ ἐδειματοῦτο ἀπὸ μορμολύκεια τῆς φαντασίας του, ἀλλ᾽ ἐμαντεύετο δυσοίωνα περὶ τοῦ μέλλοντός του· τὸ μόνον καλὸν ἦτο ὅτι ἐφιλοσόφει ἐκ προκαταβολῆς διὰ πᾶν τὸ ἀποβησόμενον ὡς πρὸς αὐτόν.

Ἐκ τῶν ρεμβασμῶν του τὸν ἀπέσπασε τραχεῖα φωνὴ γέροντος, ἀναμειχθεῖσα εἰς τὸν χορὸν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν του, εἰς τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας.

Ἡ φωνὴ βραχνὴ καὶ μετὰ ἰδιαζούσης προφορᾶς ἔψαλλε:

Πῶς τὸ τρίβουν τὸ πιπέρι,
τοῦ διαβόλου οἱ καλογέροι
!

Τὴν φωνὴν ταύτην ἀνεγνώρισε πάραυτα ὁ Σπύρος. Ἦτο τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τοῦ συζύγου τῆς γραίας Βαγγελῆς, τὸν ὁποῖον αὕτη εἶχε πρὸ πολλοῦ διωγμένον. «Ἄ! ἦρθε λοιπὸν ὁ μπάρμπ᾽ Ἀντώνης πίσω;» ἐσκέφθη ὁ νεαρὸς σπουδαστής. Ἐνθυμεῖτο ὅτι, πρό τινων μηνῶν, ὅταν ὁ γέρων ἦτον ἄρρωστος, ἡ γρια-Βαγγελὴ παραπονουμένη περὶ αὐτοῦ ἔλεγε:

― Τί-σου-κάμῃ δά, κι αὐτὸς ὁ καμέναρος! Ἔχει καὶ τὸ σύναχό του… ἔχασε καὶ τὶς παποῦτσες του… θέλει καὶ τὸν τσίγαρο!…

Ἀλλ᾽ ὅταν ἀνέρρωσεν ὀλίγον, καὶ δὲν ἤθελε νὰ δουλεύῃ, ἡ γραῖα τοῦ ἔδωκε τὰ δικά της τὰ πασουμάκια νὰ φορέσῃ, καὶ τὸν ἀπέπεμψε λέγουσα: «Ἂς πᾷ νά ᾽βρῃ τσωμὶ νὰ φᾷ!» Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ὅτι ὁ γέρων, ἀφοῦ ἐκυλίσθη ἐπὶ τόσους μῆνας τίς οἶδε ποῦ ἐργαζόμενος διὰ νὰ ζῇ, ἐνθυμήθη κατὰ τὴν Ἀπόκρεων νὰ ἔλθῃ πρὸς τὴν γραῖάν του ὅπως κάμῃ ἀγάπην μετ᾽ αὐτῆς… ἴσως μάλιστα νὰ τῆς ἔφερε καὶ ὀλίγα κερμάτια.

Τὸ ἀποκριάτικον δίστιχον τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τὸ ἐπανέλαβεν εὐθὺς ὕστερον δροσερὰ γλυκεῖα φωνὴ νεάνιδος, τὴν ὁποίαν ὁ Σπύρος ἀνεγνώρισεν ἐπίσης. Ἦτο ἡ φωνὴ τῆς Φρόσως, τῆς ἀδελφῆς τῆς κυρα-Χρίσταινας. Τὴν εἶχεν ἐρωτευθῆ πρό τινος χρόνου τὴν χλωμὴν λεπτοφυῆ κόρην, τὴν πτωχὴν κ᾽ ἐργατικήν, τὴν εἶχε ἐρωτευθῆ ὡς ἠρωτεύετο σήμερον τὴν Κούλαν, μὲ πλατωνικὸν ἔρωτα. Τόσον ὀλίγον μάλιστα τὴν ἐπλησίασεν, ὥστε κατ᾽ ἀρχὰς ἠγνόει καὶ τ᾽ ὄνομά της. Ἤκουεν εἰς τὸ ἀκρινὸν διαχώρισμα τοῦ ἰσογείου δύο ὀνόματα γυναικῶν. Φρόσω καὶ Κατίναν, Κατίναν καὶ Φρόσω. Αὐτὸς Φρόσω ἐνόμιζε τὴν κυρα-Χρίσταιναν καὶ Κατίναν ἐνόμιζε τὴν ἀδελφήν της. «Ἐπῆρε τὴ Φρόσω γιὰ Κατίγκω», ὡς ἔλεγεν ἀργότερα ὁ ἴδιος. Καὶ εἰς τοὺς στίχους τοὺς ὁποίους ἔγραψε δι᾽ αὐτὴν (διότι ἔγραφε, φεῦ! καὶ στίχους, τοὺς ὁποίους εὐτυχῶς δὲν ἐδημοσίευε) τὴν ὠνόμαζε, καλῇ τῇ πίστει, Κατίναν.

Εἰπέ μου, τί τοὺς ἔκαμες Κατίνα ρημασμένη!
Πῶς κάθε ὄμμα βάσκανον ἐσένα μόνον βλέπει,
καὶ κάθε γλῶσσα διὰ σὲ λαλεῖ φαρμακωμένη;
Ἄ! ὄχι τοῦτο διὰ σέ, Κατίνα μου, δὲν πρέπει…
Ἂν ὑπανδρεύθης, ἔκαμες κακόν; Θεὸς φυλάξῃ!
Ὁμοίως ὑπανδρεύονται ὅλοι οἱ φτωχοί, Κατίνα,
κ᾽ οἱ μαῦρες σου γειτόνισσες, ἡ τύχη σὰν ἀλλάξῃ,
ποὺ λέγουν τόσα διὰ σέ, κ᾽ ἐβόιξ᾽ ἡ Ἀθήνα
.
. . .
Τὴν σὺμφορὰ ποὺ πέρασες καὶ τὴν ζωὴν ποὺ ζοῦσες
τὴν μέτρησες μὲ βάσανα, τὴν πλήρωσες μὲ μίση
σκυμμένη πάντα πρὸς τὴν γῆν, ὡς νὰ παρακαλοῦσες
τὴν Μοῖραν νὰ σὲ σπλαχνισθῇ καὶ νὰ σὲ βοηθήσῃ
.
. . .
Στὸν δρόμον χθὲς τῆς μάμμης σου μ᾽ ἐντάμωσεν ἡ φίλη,
μία καλὴ νοικοκυρά, κ᾽ ἐτάνυσε τὸ στόμα,
καὶ διὰ σέν᾽ ἀγλύκαντα καὶ διαστρεμμένα ὡμίλει.
Χαῖρε, Κατίνα! κ᾽ οἱ γριὲς σ᾽ ἐζήλεψαν ἀκόμα…


Εἰς τὸ τρίτον τετράστιχον ὑπῃνίσσετο τὸ ἐπάγγελμα τῆς κόρης, βοηθούσης εἰς τὴν πλύσιν τὴν ἀδελφήν της. Εἰς τὸ τελευταῖον ἀπόσπασμα ἡ γραῖα, περὶ ἧς γίνεται λόγος, ἦτο ἴσως αὐτὴ ἡ Βαγγελὴ ἡ Λεμονού. Σημειωτέον ὅτι ἡ κόρη δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ, ἀλλ᾽ εἶχεν ἀρραβωνισθῆ πρό τινος χρόνου μικροκάπηλόν τινα, ὅστις πληροφορηθεὶς ὅτι δὲν εἶχε μετρητά, τὴν παρῄτησεν, ἀφοῦ δωρεὰν τὴν ἐξέθεσεν εἰς τὰς κακολογίας τῶν φιλοψόγων γυναίων. Ἀλλ᾽ ὁ Σπύρος, ὅστις ἐθεώρησε κατ᾽ ἀρχὰς τὸν γάμον βέβαιον κ᾽ ἔγραφεν εἰς τοὺς στίχους του ὅτι ἡ κόρη «ὑπανδρεύθη», ἐλυπήθη διὰ τὴν διάλυσιν τοῦ συνοικεσίου ὅσον ἐθλίβη κατ᾽ ἀρχὰς διὰ τὸν ἀρραβῶνα, διότι, ἐν τῷ μεταξύ, ἔπαυσε πλέον νὰ τὴν ἀγαπᾷ, καὶ ἠρωτεύθη ἀντ᾽ αὐτῆς τὴν Κούλαν, ἥτις ἄδηλον ἂν ἠγάπα τινά, ἀλλ᾽ αὐτὸν βεβαίως ὄχι… Καὶ ὅμως, τὴν νύκτα ταύτην, ἡ φωνὴ τῆς νεάνιδος, μὲ ὅλον τὸ σατυρικὸν τοῦ ᾄσματος, τὸν συνεκίνησε… Καὶ ἔπλαττε κατὰ φαντασίαν ὁλόκληρον εἰδύλλιον οὐδέποτε μελλούσης νὰ πραγματοποιηθῇ συμβιώσεως μετὰ τῆς νεαρᾶς πλυντρίας, ἥτις δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος αἰσθημάτων τρυφερῶν.

Ἐκ τῆς ὀπτασίας ταύτης τὸν ἐξήγειραν ἀποτόμως ἄγριαι φωναί, ἀκουσθεῖσαι ἐν μέσῳ βόμβου ψιθυρισμῶν, καὶ διακοπέντος αἴφνης τοῦ ᾄσματος καὶ τοῦ χοροῦ, ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ κὺρ Ζαχαρία. Ἤκουσεν εὐκρινῶς δύο λέξεις, αἵτινες μὲ ἀγανάκτησιν καὶ μὲ πάθος βροντοφωνηθεῖσαι, ἐπεκράτησαν ὅλου τοῦ θορύβου, καὶ ἐγέννησαν μακρὰν σιωπήν· τὰς λέξεις: «ἀνάγωγε» καὶ «ἀφιλότιμε».

Ἔτεινε τὸ οὖς. Ἀλλὰ δὲν ἤκουε πλέον τίποτε. Μετά τινα δευτερόλεπτα μόνον ἤκουσεν ἐσπευσμένα βήματα δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων, κατερχομένων τὴν κλίμακα τὴν μεσημβρινήν, τῆς μικρᾶς εἰσόδου. Ἀνεπήδησε διὰ μιᾶς καὶ ἔτρεξεν εἰς τὸ παράθυρον. Ἀλλ᾽ οἱ κατελθόντες τὴν κλίμακα εἶχαν κάμψει τὴν γωνίαν τοῦ νοτίου τοίχου καὶ μετ᾽ ὀλίγας στιγμὰς ἤκουσε μόνον τὸν κρότον τῆς ἀνοιχθείσης καὶ κλεισθείσης αὐλείας θύρας, δι᾽ ἧς ἐξῆλθον οἱ φεύγοντες.

Ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἤκουε μόνον ὁμιλίας, ἐξ ὧν οὐδεμίαν λέξιν διέκρινεν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὴν κλίνην του καὶ ἐξηπλώθη. Τί νὰ συνέβη ἆρά γε; Δὲν ἦτο καὶ πολὺ περίεργος, καὶ δὲν τὸν ἔμελεν. Ἐν τούτοις ἔκαμε ποικίλας εἰκασίας περὶ τῆς αἰτίας τοῦ γενομένου θορύβου, καὶ μὲ τὰς εἰκασίας ἀπεκοιμήθη, διότι ἀρκετὰ εἶχε βαυκαλισθῆ ἤδη ἀπὸ τὰ ᾄσματα καὶ τοὺς χορούς. Οὔτε ἡ μήτηρ του δὲν τὸν εἶχε ναναρίσει ποτὲ τόσον ἡδυπαθῶς, ὅτε ἦτο παιδίον, ὅσον τὸν ἐνανάρισαν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην αἱ κραυγαὶ καὶ αἱ διαχύσεις ὅλης τῆς γειτονιᾶς.

Μόνον μετὰ πολλὰς ἡμέρας συνέβη νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Σταματούλαν, τὴν πλύστραν του, ἥτις τὰ ἤξευρεν ὅλα, ὅτι «ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, εἶχε θυμώσει, στὸ χορὸ ἀπάνου, μὲ ἕναν ποὺ φοροῦσε προσωπίδα… ποὺ εἶχε πειράξει μιὰ κόρη… ξαδέρφη τῶν κοριτσιῶν, καλέ!… ἀνιψιὰ τῆς κυρα-Ζαχαροῦς… ποὺ εἶχε ᾽ρθεῖ στὸν μπάλο μαζὶ μὲ τ᾽ ἀδέρφι της… καὶ μ᾽ ἕναν ἄλλον κύριον, ποὺ λὲν πὼς θὰ τὴν πάρῃ… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ, δὲν εἶναι σὰν ἐμᾶς… Πῶς θὰ γεννοβολήσουν, νὰ πληθύν᾽ ἡ πλάση;»

Σημειωτέον ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σταματούλαν, ἦτο μυστήριον διατί εἶχε χωρίσει τὸν ἄνδρα της. Ἀλλ᾽ αὐτὴ ἠγάπα πάντοτε νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ποτὲ δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Ἦτο τριανταπέντε ἐτῶν, ὑψηλή, ἰσχνή, ὀστεώδης. Ἀλλὰ δὲν ὡμολόγει ποτὲ ὅτι ἦτο παραπάνω ἀπὸ εἰκοσιπέντε ἐτῶν. Ἡ Σταματούλα ἐξηκολούθησε:

«Κ᾽ ἕνας ἄλλος, ποὺ δὲ θέλησε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα του, τὴν εἶχε πειράξει, φαίνεται, στὸ χορὸ ἀπάνου… καὶ τότες ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, ἐξεσπάθωσε, καὶ ἤθελε νὰ τόνε κόψῃ, καὶ τὸν εἶπε ἀφιλότιμο… κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἤθελε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα, τὰ πῆρε πλυμένα κι ἄπλυτα… καὶ τό ᾽στριψε μαζὶ μὲ ἄλλους δύο φίλους του, ποὺ εἶχαν ἔρθει μαζί… μὰ ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ξανθομούστακου ἔκαμε μιὰ ἐντύπωση… κ᾽ ἔδωκε εἰς ὅλους νάμι… κ᾽ οἱ δυὸ οἱ κόρες τῆς σπιτονοικοκυρᾶς τὸν ἀγαπήσανε… κ᾽ ἐκεῖνος δὲν ξέρει ποιὰ νὰ πάρῃ ποιὰ ν᾽ ἀφήσῃ… Μὰ νὰ σοῦ πῶ, ὣς τὴ Λαμπρὴ θαρρῶ πὼς θὰ ἔχουμε γάμους τῆς Κούλας μὲ τὸν ἀξιωματικὸ τὸν ξανθομούστακο… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ!…»

Τὴν αὐτὴν ἑσπέραν, καθ᾽ ἣν ἡ Σταματούλα διηγεῖτο ταῦτα εἰς τὸν Σπύρον, ὁ νέος ὠνειρεύθη ὅτι τοῦ ἔπεσεν εἷς τῶν ὀδόντων του, ἐκεῖνος ὅστις πρὸ πολλοῦ τοῦ ἐπόνει. Καὶ ἕως τὸ Πάσχα, ὅτε ἐτελοῦντο οἱ γάμοι τῆς Κούλας μετὰ τοῦ νεαροῦ ἀξιωματικοῦ, ἔπαυσαν ὁριστικῶς νὰ τοῦ πονοῦν οἱ ὀδόντες.

Ηρόδοτος: Η Ιστορία ως θέαμα και ως όργανο πολιτικού προσανατολισμού

Ὁ Ἡρόδοτος ἀπό τήν Ἁλικαρνασσό ἐκθέτει ἐδῶ τίς ἔρευνές του, γιά νά μήν ξεθωριάσει μέ τά χρόνια ὅ,τι ἔγινε ἀπό τους ἀνθρώπους, μήτε ἔργα μεγάλα καί θαυμαστά, πραγματοποιημένα ἄλλα ἀπό τους Ἕλληνες καί ἄλλα ἀπό τους βαρβάρους, νά σβήσουν ἄδοξα· Ἰδιαίτερα γίνεται λόγος γιά τήν αἰτία πού αὐτοί πολέμησαν μεταξύ τους.[1]

Η Αίγυπτος είναι η πιο παράξενη χώρα του κόσμου, γιατί οι Αιγύπτιοι έχουν βαλθεί -επίτηδες θαρρείς - να κάνουν όλα τα πράγματα ανάποδα απ’ ό,τι τα κάνουν οι υπόλοιποι άνθρωποι.

«Στην Αίγυπτο οι γυναίκες πηγαίνουν στην αγορά και ασχολούνται με το εμπόριο, ενώ οι άνδρες μένουν στο σπίτι και υφαίνουν. Υφαίνουν με το υφάδι προς τα κάτω, αντίθετα οι άλλοι λαοί το τοποθετούν προς τα πάνω. Τα φορτώματα οι άνδρες τα σηκώνουν επάνω στο κεφάλι τους, ενώ οι γυναίκες τα βάζουν στους ώμους τους. Οι γυναίκες ουρούν όρθιες και οι άνδρες καθιστοί. Για να αφοδεύσουν μπαίνουν μέσα στο σπίτι τους, αν και για να φάνε βγαίνουν έξω στους δρόμους... Οι άλλοι λαοί, εκτός από όσους το έμαθαν από τους Αιγύπτιους, αφήνουν τα γεννητικά τους όργανα όπως τα έκανε η φύση, ενώ οι Αιγύπτιοι κάνουν περιτομή... Οι 'Έλληνες γράφουν τα γράμματά τους και τους αριθμούς, όταν κάνουν λογαριασμό, από τα αριστερά προς τα δεξιά, ενώ οι Αιγύπτιοι από τα δεξιά προς τα αριστερά».[2]

Αλλά εκτός από τις παραξενιές αυτές (παρέθεσα μόνο μερικές παραπάνω), ο Ηρόδοτος καταγράφει, σχετικά με τους Αιγύπτιους και την Αίγυπτο, και άλλα πολλά θαυμαστά πράγματα, από τα οποία ξεχωρίζω το «πείραμα» που μηχανεύτηκε ο βασιλιάς της Αιγύπτου Ψαμμήτιχος για να εξακριβώσει ποιοι από τους ανθρώπους είχαν δημιουργηθεί πρώτοι:

«Πήρε στην τύχη δύο νεογέννητα παιδιά, τα έδωσε σ' έναν βοσκό για να τα μεγαλώσει ανάμεσα στα κοπάδια του και τον διέταξε κανείς να μην πει μπροστά στα παιδιά ούτε λέξη. Έπρεπε ο βοσκός να τα βάλει σε μια καλύβα ερημική και να τους πηγαίνει πότε πότε κατσίκες ώστε να έχουν αρκετό γάλα, και να τα φροντίζει για όλα τ’ άλλα. Ο Ψαμμήτιχος τα έκανε αυτά και έδωσε τέτοιες διαταγές, επειδή ήθελε να ακούσει τι γλώσσα θα μιλήσουν πρώτη τα παιδιά, όταν θα έπαυαν να βγάζουν φωνές χωρίς νόημα. Αυτό και έγινε. Όταν πέρασαν δύο χρόνια κι ο βοσκός τα φρόντιζε όπως είχε διαταγή, άνοιξε μια μέρα την πόρτα της καλύβας και τα παιδιά προχώρησαν προς αυτόν με τα χεράκια τους τεντωμένα και φώναξαν ‘βεκός ’. Την πρώτη φορά που το άκουσε ο βοσκός δεν έδωσε σημασία, μα καθώς πήγαινε συχνά και τα φρόντιζε και του έλεγαν συνεχώς την ίδια λέξη, το μήνυσε τους κυρίου του και αυτός διέταξε να του φέρει τα παιδιά. Όταν ο Ψαμμήτιχος τα άκουσε ο ίδιος, ζήτησε να μάθει σε ποια γλώσσα υπήρχε η λέξη ‘βεκός ’ και ανακάλυψε ότι οι Φρύγες λένε έτσι το ψωμί. Κατ’ αυτόν τον τρόπο υποχώρησαν οι Αιγύπτιοι που σκέφτηκαν το ζήτημα και παραδέχτηκαν ότι οι Φρύγες ήταν αρχαιότεροι τους».[3]

Και φυσικά, αξιοσημείωτα πράγματα συναντά κανείς σε όλη την έκταση των Ιστοριών. Αναφέρω εδώ την εκνευριστική ηλιθιότητα του Κανδαύλη, που πήγαινε γυρεύοντας και που μόλις ο αναγνώστης πληροφορείται την οικτρά τύχη του, συμπεραίνει αυθόρμητα: καλά να πάθει. Υπογραμμίζω ακόμα και την μωρία του Ξέρξη, που διέταξε, ούτε λίγο ούτε πολύ, να μαστιγώσουν τή θάλασσα, ρίχνοντας μάλιστα μέσα της και χειροπέδες, για να την τιμωρήσει επειδή είχε καταστρέψει, τρικυμίζοντας, τη γέφυρα που είχε φτιάξει στον Ελλήσποντο. Θυμάμαι επίσης όχι μόνο την αλαζονεία του Κροίσου αλλά και τη σύνεση του Κύρου. Γιατί ο Κροίσος, που στην εποχή της παντοδυναμίας του πίστευε ότι είναι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου, θυμήθηκε, μια στιγμή πριν πεθάνει επάνω στην πυρά, τα σοφά λόγια που του είχε πει ο Σόλων, ότι, δηλαδή, δεν πρέπει να καλοτυχίζουμε κανέναν άνθρωπο, πριν μάθουμε τον τρόπο με τον οποίο πέθανε - λόγια που είχε περιφρονήσει τότε. Ο Κύρος, αντίθετα, παραδειγματίστηκε από τη σχετική ιστορία και χάρισε τη ζωή στον Κροίσο, αναλογιζόμενος ότι και ο ίδιος θα μπορούσε να βρεθεί κάποτε σε παρόμοια θέση. Αν και πάνω απ’ όλα βρίσκονται οι πόλεμοι των Ελλήνων με τους Πέρσες, που είναι το κεντρικό θέμα αλλά και το άλλοθι της απίστευτης αυτής ανθρώπινης φαντασμαγορίας, από την οποία δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοσταχυολογήσει όπως, υποθέτω, και ο ίδιος ο Ηρόδοτος δεν ήξερε, όταν έγραφε την ιστορία του, τι να πρωτοϊστορήσει.

Κι αλήθεια, η φλυαρία του ιστορικού γίγνεσθαι είναι ακατάσχετη. Η στερεότυπη και μονότονη αναπαραγωγή τόσων και τόσων ανθρώπινων, κοινωνικών, πνευματικών, ιστορικών και πολιτισμικών κύκλων προσφέρει ωστόσο μία απίστευτη ποσότητα γεγονότων, καταστάσεων, συμβάντων και περιστατικών που αν ήθελε κανείς να τα γράψει ή έστω να τα καταμετρήσει, δεν θα έχανε μόνο τον χρόνο του αλλά και τον νου του. Αν και κάποια από τα γεγονότα αυτά σκάζουν μύτη πάνω από την επιφάνεια που αποτελεί ο μέσος όρος. Ο Ηρόδοτος ξεχωρίζει παραδειγματικές βιογραφίες και λαογραφίες, αυτοτελείς short stories παρμένες από τα έργα, τις ημέρες, τις περιπέτειες και τους πολέμους των ανθρώπων και των λαών, πεποιθήσεις, θρησκευτικές δοξασίες, συνήθειες, ανέκδοτα και κατορθώματα, που είναι όλα τους τόσο αξιοθαύμαστα και αξιοπερίεργα, τόσο παράδοξα ή τόσο αξιοκατάκριτα, τόσο μεγαλειώδη ή τόσο καταγέλαστα, ώστε παρακινούν, από μόνα τους θα έλεγε κανείς, τον ιστορικό να τα ιστορήσει.

Ας αρχίσουμε όμως από το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος ταξιδεύει σ’ έναν γνωστό κόσμο που μοιάζει να είναι απέραντος, παρότι τελειώνει στις μυθικές Ηράκλειες Στήλες, γιατί παραμένει στο σύνολό του σχεδόν άγνωστος. Οι χώρες, οι λαοί, οι πολιτισμοί, οι επιμέρους ιστορίες και βιογραφίες που βγαίνουν από τις αφηγήσεις του όπως οι λαγοί από τα μανίκια των ταχυδακτυλουργών, προέρχονται από τις αναρίθμητες στοές ενός ανεξερεύνητου Λαβύρινθου, όπου έχει κανείς την εντύπωση ότι μπορεί να περιπλανιέται ή να προοδεύει επ’ άπειρον. Αν και εδώ υπάρχει ένας αδιαμφισβήτητος και γι’ αυτό και κοινόχρηστος μίτος, που σου επιτρέπει να κινείσαι με ασφάλεια. Όλες οι ιστορίες, όσο μεγάλες ή μικρές κι αν είναι, υποτάσσονται στη μοίρα που ορίζει τη ροή όλων των γεγονότων. Αυτά που συμβαίνουν, συμβαίνουν, γιατί ήταν μοιραίο να συμβούν.

Αυτή ήταν μία ακλόνητη πεποίθηση, που την προσέφερε στον αρχαίο κόσμο η ανακύκληση των τεσσάρων εποχών του έτους καθώς και ο φυσικός κύκλος της ζωής: γέννηση, νεότητα, ωριμότητα, γηρατειά, θάνατος. Αν όμως η ανακύκληση είναι απαράβατη στη φύση, για ποιον λόγο να ισχύει και στις ιστορίες των λαών, των χωρών και των πόλεων; Γιατί, όταν τα παραπάνω συλλογικά υποκείμενα ακμάζουν, αποκτούν υπέρμετρη δύναμη. Και ό,τι υπερβαίνει το μέτρο θίγει την τάξη του κόσμου προκαλώντας την νέμεσιν των θεών και έτσι και την καταστροφή του. Το ενδιαφέρον μάλιστα εδώ είναι ότι όργανο της νεμέσεως είναι τα ίδια τα χαρακτηριστικά ελαττώματα των ανθρώπων: η φιλοδοξία, η αλαζονεία και η μωρία που παίρνοντας αέρα από την υπέρμετρη δύναμη, υπαγορεύουν στους ηγέτες των λαών και τους πολίτες των πόλεων μεγαλεπήβολες, άφρονες και εντέλει αυτοκαταστροφικές επιχειρήσεις, κατακτητικές ως επί το πλείστον. Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι όμως ότι η έννοια του πεπρωμένου δεν αντιφάσκει διόλου προς την ανθρώπινη ελευθερία. Απλώς και μόνον κάθε φορά που η εν λόγω ελευθερία απειλεί την προδιαγεγραμμένη ροή των γεγονότων, επεμβαίνουν οι θεοί και εξαλείφουν τον σχετικό κίνδυνο επιστρατεύοντας τα μεγάλα μέσα.

Τυπική όσο και εκπληκτική εν προκειμένω είναι η αμφιταλάντευση του Ξέρξη ανάμεσα στον πόλεμο εναντίον των ελληνικών πόλεων και την ειρήνη, όπως ιστορείται αυ­τή στο έβδομο βιβλίο (7.11, 2-18) του Ηρόδοτου, που έχει περιληπτικά ως εξής: Ο Ξέρξης ωθούμενος από την ορμητικότητα της νεότητας και τη φιλοδοξία, αποφασίζει να υποτάξει τους Έλληνες. Ευθύς αμέσως συγκαλεί πολεμικό συμβούλιο, ανακοινώνει την απόφασή του και διατάζει τους συμβούλους του να προχωρήσουν στη συγκρότηση πανστρατιάς. Ταυτόχρονα όμως ζητά και τη γνώμη των παρισταμένων για την απόφασή του. Εξ αυτών ο Μαρδόνιος υπερθεματίζει. Οι Έλληνες πρέπει να υποταγούν εξάπαντος, γιατί, αν και ελάχιστοι, έχουν το θράσος να δημιουργούν προβλήματα στην κοσμοκράτειρα Περσία υποδαυλίζοντας συνέχεια εξεγέρσεις στις υπό περσική κατοχή ελληνικές αποικίες της Ιωνίας. Ο συνετός Αρτάβανος όμως, που ήταν και θείος του Ξέρξη, υποστηρίζει ότι θα ήταν αφροσύνη να επιχειρήσει κανείς μια τόσο ριψοκίνδυνη επίθεση εναντίον αυτών που θεωρούνται από όλους ως οι καλύτεροι πολεμιστές στη στεριά και τη θάλασσα. Πόσο μάλλον όταν μόνοι τους οι Αθηναίοι είχαν νικήσει στον Μαραθώνα τον στρατό, που είχε στείλει για να υποτάξει τους Έλληνες ο πατέρας του Ξέρξη, ο Δαρείος, υπό την ηγεσία του Δάτη και του Αρταφέρνη. Ακούγοντας τον Αρτάβανο ο Ξέρξης γίνεται έξαλλος και του φέρεται με σκαι- ότητα. Αργότερα όμως ανακτά την ψυχραιμία του και τότε τα συνετά λόγια του θείου του πιάνουν τόπο. Σκέπτεται ότι δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος να ξεκινήσει έναν τέτοιο πόλεμο και διατάζει τη ματαίωσή του, θέτοντας έτσι στον αέρα την προδιαγεγραμμένη ροή των γεγονότων. Μόνο που στις δύο επόμενες νύχτες βλέπει στον ύπνο του το ίδιο όνειρο: Ένας ψηλός και όμορφος νέος τον ψέγει για την υπαναχώρησή του και τον παροτρύνει να επιτεθεί, απειλώντας τον μάλιστα ότι, αν προτιμήσει την ειρήνη, θα υποστεί την έσχατη ταπείνωση. Θορυβημένος ο Ξέρξης διηγείται τα καθέκαστα στον Αρτάβανο, τον οποίο και πειθαναγκάζει να φορέσει τη βασιλική στολή, να καθίσει στο θρόνο και να κοιμηθεί στο βασιλικό κρεβάτι τη νύχτα για να δουν κι οι δυο τι θα γίνει. Πράγματι ο Αρτάβανος τα κάνει όλα αυτά, βλέπει στον ύπνο του τον ίδιο ψηλό και ωραίο νέο να του λέει τα ίδια πράγματα. Έτσι μεταστρέφεται υπέρ του πολέμου, αφού πείστηκε ότι πρόκειται για θέλημα των θεών. Οπότε τίποτα δεν μπορεί να εμποδίσει πλέον τον μολαταύτα ελεύθερο Ξέρξη να προελάσει προς τη θλιβερή του μοίρα.

Με άλλα λόγια η προδιαγραφή δεν μειώνει καθόλου τη σημασία της ανθρώπινης απόφασης και το βάρος της ανθρώπινης ευθύνης. Όπως παρατηρεί ο A. Lesky, πρόκειται για: ένα κομμάτι γνήσιας αρχαϊκότητας και μπορούμε να παρακολουθήσουμε την αντίληψη αυτή ως πίσω στον Όμηρο, ότι όλα όσα συμβαίνουν παίρνουν την ώθηση και την κατεύθυνσή τους τόσο από την ανθρώπινη όσο και από την θεϊκή περιοχή, χωρίς να μπορούν να καθοριστούν ορθολογικά τα επιμέρους συνθετικά,[4] Όσο αρχαϊκή κι αν φαίνεται η παραπάνω ιστορία, μια πιο μοντέρνα ή και μεταμοντέρνα αντίληψη για τις έννοιες της μοίρας, του πεπρωμένου και της προδιαγραφής θα μπορούσε να δε­χθεί - προκειμένου για τους κύκλους που διέπουν τους λαούς, τις πόλεις, τις δυναστείες, τα έθνη και τις αυτοκρατορίες - ότι η ανθρώπινη ελευθερία μπορεί μεν να επισπεύσει ή να παρατείνει τα στάδια του σχετικού κύκλου - γέννηση, ακμή, παρακμή - όχι όμως και να ματαιώσει την ανακύκληση, σταματώντας έναν συγκεκριμένο κύκλο σε κατάσταση διαρκούς ωριμότητας και ακμής ή, ακόμα περισσότερο, εγκαθιδρύοντας επί της γης αιώνια ειρήνη.

Ώστε το πεπρωμένο είναι η συνθήκη που διέπει τον πεπερασμένο αλλά και λαβυρινθώδη κόσμο. Αν και η γενική αυτή συνθήκη εξατομικεύεται στην πληθώρα των επιτόπιων και των επί μέρους ανακυκλήσεων. Όπως κάθε άνθρωπος υπόκειται στον κύκλο της βιογραφίας του, έτσι και κάθε χώρα είναι παγιδευμένη στον δικό της ιδιαίτερο χρο­νικό κύκλο, γεγονός που καθιστά τον κόσμο και εντέλει τον χώρο μία αναπεπταμένη χρονικότητα. Το να πηγαίνεις σε μία καινούρια χώρα σημαίνει να εισέρχεσαι και να τα­ξιδεύεις στον χρόνο της. Από την άποψη αυτή η γεωγραφία είναι μία οριζοντιωμένη ιστορία, οπότε και κάθε περιήγηση μετατρέπεται αυτομάτως σε ιστοριογραφία. Γιατί, όπως τα βουνά που ορθώνουν το ανάστημά τους στη διάσταση του ύψους, έτσι και η ιστορία είναι γηγενής. Εκπηγάζει και υψώνεται σαν πίδακας στη διάσταση του χρόνου. Σαν πίδακας που απαρτίζεται, όπως και οι υδάτινοι πίδακες, από μόρια, από σταγόνες και σταγονίδια, όλων των μεγεθών: λαούς, κοινωνίες, φυλές, οικογένειες, ανθρώπους, δηλαδή από τα φυσικά και από τα συλλογικά υποκείμενα, όπως θα λέγαμε σήμερα. Οι σταγόνες αυτές ανέρχονται ενόσω διατηρούν την ορμή της εκπήγασης, εκπληρώνοντας έτσι τον προορισμό τους. Κάποια στιγμή όμως η φόρα τους εξαντλείται και τότε, αφού μείνουν για μια στιγμή μετέωρες στην κορυφή, διαγράφουν τη γνωστή καμπύλη της παρακμής και της πτώσης, ώσπου κάποια στιγμή επιστρέφουν στη μητέρα Γη.

Ενώ οι κορυφαίες καμπύλες όλων αυτών των τροχιών φτιάχνουν τη γνωστή ομπρέλα του πίδακα: τον θόλο της Ιστορίας, που στεγάζει, όπως είναι επόμενο, όχι μόνο το παρόν (όλα όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή και στο κάθε τώρα) αλλά και όλο το παρελθόν και όλο το μέλλον. Οπότε, για να συμπληρώσουμε την αναλογία, πρέπει να προσθέσουμε τα ιστορικά γεγονότα -τουτέστιν τις φυσαλίδες, τις φουσκάλες και τον αφρό-που προκαλούνται από τον συνωστισμό, την τριβή, τον αναπόφευκτο ανταγωνισμό, τις συμπλοκές των υποκειμένων και εντέλει από τον πόλεμο, ο οποίος μάλιστα δίνει στο σιντριβάνι της Ιστορίας, που αναβλύζει διαρκώς, το σχήμα και τη μορφή ενός αναβράζοντος αγωνίσματος, η μικρογραφία του οποίου επρόκειτο ύστερα από μερικούς αιώνες να παρασταθεί στο Κολοσσαίο.

Από κει και πέρα η ιστορική γνώση είναι κι αυτή ένα αφρίζον σταγονίδιο. Μία φουσκάλα που φουσκώνει όμως όλο και πιο πολύ προσπαθώντας να καλύψει εκ των ένδον τον θόλο των γεγονότων. Ο ιστορικός σχηματίζει πληρέστερη εικόνα, γιατί περιηγούμενος κοιτάζει τον πίδακα από πολλές οπτικές γωνίες. Για την ακρίβεια τον εξετάζει με τα μάτια της δικής του ιστορίας, την οποία και κουβαλάει φυσικά μαζί του όπου κι αν πηγαίνει, φωτίζει σαν με κλεφτοφάναρο τις αλλοδαπές ιστορίες, δημιουργώντας έτσι προγεφυρώματα και αποικίες γνώσης, όπως ακριβώς οι άποικοι που εμβολίαζαν τις ξένες χώρες με την ιστορία των μητροπόλεών τους, ιδρύοντας αποικίες. Ενώ στη συνέχεια ο ιστοριογράφος -περιηγητής συγκροτεί πανοραμική εικόνα, συνδέοντας όλες αυτές τις αποικίες που ίδρυσε σε δίκτυο. Το ιστορικό έργο δηλαδή είναι ένας πανοραμικός θόλος γνώσης, που φουσκώνει ολοένα προσπαθώντας επί ματαίω να καλύψει εκ των ένδον τον θόλο της Ιστορίας. Στην προσπάθειά του αυτή μιμείται την Ιστορία, όπως ακριβώς το πέπλο μιμείται το σχήμα του αγάλματος που σκεπάζει. Είναι μάλλον ένας γαιοιστορικός χάρτης που αντιγράφει τη μορφολογία της Ιστορίας, όπως οι γεωφυσικοί χάρτες αντιγράφουν τη μορφολογία του εδάφους.

Τελικά η ιστοριογραφία συγκροτείται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της Ιστορίας (του πραγματικού Κολοσσαίου) ως ένα δευτερογενές πεδίο ανταγωνισμού. Είναι ένα είδος Κολοσσαίου της ατομικής και της συλλογικής μνήμης, μέσα στο οποίο συμπλέκονται σαν μονομάχοι, σαν λιοντάρια και σαν χριστιανοί ταυτόχρονα τα αναρίθμητα ιστορικά γεγονότα που παράγει αδιάκοπα η Ιστορία, επιδιώκοντας να κερδίσουν την εύνοια του ιστορικού που θα τα σώσει από τον θάνατο, από τη λήθη, ιστορώντας τα.

Καθώς τα γεγονότα συνωστίζονται και διαγκωνίζονται, αλύπητα θαρρείς, μπροστά στα μάτια του ιστορικού, προσφέρουν το πιο μεγάλο, το πιο συναρπαστικό θέαμα και αγώνισμα, που θα μπορούσε να παρακολουθήσει κανείς. Ο ιστορικός όμως δεν είναι μονάχα θεατής του αγωνίσματος αυτού. Είναι ταυτόχρονα ο διαιτητής του, ο αυτοκράτορας που αποφασίζει στρέφοντας τον αντίχειρά του προς τα πάνω ή προς τα κάτω και ο ελλανοδίκης που στεφανώνει τους νικητές. Αφού, όπως τονίζει ο Ηρόδοτος στο προ­οίμιό του εκθέτοντας τον σκοπό και τη μέθοδο της έρευνας του, ακόμα κι αυτά τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα των Ελλήνων και των Περσών κι ακόμα πιο πολύ η αιτία για την οποία πολέμησαν μεταξύ τους, κινδυνεύουν να παρέλθουν άδοξα «ακλεά γένηται», αν δεν τα (α- πο)μνημονεύσει η ιστορική έρευνα. Γιατί οι άνθρωποι έρχονται και παρέρχονται. Τα ίχνη που αφήνουν κατά το πέ­ρασμά τους, τα διαγράφει από τη συλλογική μνήμη ο χρόνος, «τω χρόνω εξίτηλα γένηται», όπως διαγράφει το κύμα και τις πατημασιές που γράφουμε στην άμμο.

Έχουμε λοιπόν ένα θέαμα κι ένα αγώνισμα, όπου τα μεγάλα και τα θωμαστά αποτελούν κριτήριο και ρυθμιστικές έννοιες. Κι ενώ το μεγαλειώδες δηλώνει μία τάξη μεγέθους, το θαυμάσιο αναφέρεται στα ποιοτικά γνωρίσματα ενός γεγονότος, στην ιδιορρυθμία του, στην εκνευριστική ηλιθιότητα ή στην αξιοσέβαστη σοφία που το προκάλεσε, στο αν είναι παραδειγματικό ή έστω αντιπροσωπευτικό και, γενικά, σε κάποιο έντονο και ισχυρό διακριτικό γνώρισμα που του δίνει ταυτότητα ή στην ικανότητά του να συμπυκνώνει σε ελάχιστο χώρο πάρα πολλά. Κατά κάποιο τρόπο το θαυμάσιο είναι ένα είδος μεγαλείου, που μπορούν να αξιωθούν ακόμα και το πιο μικρά γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση όμως μιλάμε για αισθητικές κατηγορίες. Η ιστορική έρευνα του Ηρόδοτου είναι μία καλλιτεχνική δραστηριότητα, που προσανατολίζεται επί τούτου προς κάθε τι το συναρπαστικό και που οργανώνεται δραματικά για να προκαλέσει τη συμμετοχή και τη συμπάθεια των ακροατών, αφού η εποπτεία των «μεγάλων τε και θωμαστών έργων» που παρουσιάζει, κινητοποιεί κυρίως την περιέργεια, το δέος και το θαυμασμό τους.
----------------------
[1] Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέως ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, ὡς μήτε τά γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἔργα. μεγάλα τε καί θωμαστά, τά μέν Ἕλλησι, τά δέ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλεᾶ γένηται, τά τε ἄλλα καί δι’ ἥν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι. Ἡροδότου Ἱστορίαι. 

[2] Ηροδότου Ίστορίαι, Β' (Ευτέρπη)

[3] έ.α., σελ. 190.

[4] A. Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας (Σε παρένθετα αρχαία ή μεταφρασμένα αποσπάσματα ακολουθήθηκε η τρέχουσα ορθογραφία).

Η Θεά Ειρήνη στην Αρχαία Ελλάδα

Στο κέντρο της Αγοράς της Αρχαίας Αθήνας δέσποζε το άγαλμα της θεάς Ειρήνης, προσωποποίηση της ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων, να κρατάει ένα μικρό αγοράκι τον Πλούτο, με το δεξί του χέρι απλωμένο προς το πρόσωπο της θεάς, ενώ με το αριστερό του χέρι να κρατάει το κέρας της Αμαλθείας που είναι σύμβολο της αφθονίας.

Η θεά Ειρήνη, μία από τις τρεις Ώρες, ήταν κόρη του Δία και της Θέμιδας, και ήταν αδελφή της Δίκης και της Ευνομίας που αποτελούν τα υπέρτατα αγαθά μιας κοινωνίας…

Μαζί φύλαγαν την είσοδο του Ολύμπου, και επιτηρούσαν την εύνομη ζωή των ανθρώπων.
Έργο τους ήταν να παρακολουθούν τα έργα των ανθρώπων…

Οι θεές Ώρες ήταν οι πρώτες που υποδέχτηκαν την Αφροδίτη και, αφού την έντυσαν, την συνόδεψαν στον Όλυμπο. Αναφέρεται πως ήταν βοηθοί του θεού Ήλιου και επιπλέον βοηθούσαν την θεά Χλωρίδα στο έργο της, στην βλάστηση της γης, ρυθμίζοντας τις εποχές του Χρόνου.

Στην Αθήνα αναφέρονταν ως Θαλλώ, Αυξώ και Καρπώ, όπου συμβολικά και κυριολεκτικά συμβόλιζαν την βλάστηση της φύσεως αλλά και του πνεύματος και των τεχνών σε περίοδο Ειρήνης, την δίκαιη διάταξη των βοσκότοπων όπως και την δίκαιη μεταχείριση των πολιτών, την Δικαιοσύνη.

Από τον Όμηρο μαθαίνουμε πως άνοιγαν και έκλειναν τις πύλες του Ολύμπου, με σύννεφα, και φρόντιζαν τα άλογα της Ήρας και βοηθούσαν τους Ολυμπιονίκες οργανώνοντας τις εποχές και προσθέτοντας την ισορροπία στη φύση.

Στην τέχνη απεικονίζονταν σαν μια νεαρή όμορφη γυναίκα που κρατούσε το Κέρας της Αμάλθειας, σκήπτρο και ένα πυρσό, ή ένα κλαδί ελιάς, ως προστάτης και πολιούχος του Πλούτου.

Ο Ευριπίδης και ο Αριστοφάνης την παρουσιάζουν στα έργα τους ως φορέα της ευφορίας και του πλούτου. Πολύ γνωστό γλυπτό είναι αυτό του Κηφισόδοτου, πατέρα του Πραξιτέλη των αρχών του 4ου αιώνα π.χ. που αναπαριστά την Ειρήνη να κρατά στην αγκαλιά της τον Πλούτο.
Βοηθούσε να κυβερνηθεί η κοινωνία με εξισορρόπηση και σταθερότητα.

Οι Αρχαίοι Έλληνες πολύ συχνά ίδρυαν βωμούς προς αυτήν μετά το πέρας των εχθροπραξιών. Γνωστά της επίθετα ήταν τα «Γλυκεία», «Βαθύπλουτος», «Πλουτοδότειρα», κ. α.

Ο συμβολισμός της Ειρήνης και του γενεαλογικού της δέντρου, μαζί με την αφθονία των αγαθών που την προσφέρει με αθωότητα ο μικρός Πλούτος, ήταν η ευχή των Αθηναίων για μια διαρκεί ειρήνη με βάση την δικαιοσύνη, της Θέμιδας, την Δίκη και την Ευνομία, μετά τους πολέμους και την δυστυχία που έφερναν μαζί τους….

Μας γράφει ο Ηρόδοτος:

«Κανένας δεν είναι τόσο ανόητος που να προτιμάει τον πόλεμο απ’ την ειρήνη· γιατί στον καιρό της ειρήνης τα παιδιά θάβουν τους γονείς τους, ενώ, αντίθετα, στον καιρό του πολέμου οι γονείς θάβουνε τα παιδιά τους.»

Παρ’ όλον ότι η θεά Ειρήνη δεν λατρεύτηκε όσο ο Άρης, εν τούτοις η Ειρήνη έχει και τις δικές της νίκες, όχι λιγότερο δοξασμένες απ’ αυτές του πολέμου.

Τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων να θέλουν την Ειρήνη και την Δικαιοσύνη να συμβαδίζουν, την έχει επιβεβαιώσει και η σύγχρονη ιστορία.

«Η ειρήνη είναι η μεγαλύτερη ευλογία όταν μας εγγυάται την τιμή μας και τα νόμιμα δικαιώματα μας. Αλλά όταν έχει σαν επακόλουθο το χάσιμο της εθνικής μας ανεξαρτησίας και το λέρωμα της δοξασμένης μας ιστορίας, τότε δεν υπάρχει τίποτε το πιο ατιμωτικό και το πιο καταστροφικό για τα πραγματικά μας συμφέροντα.» ΠΟΛΥΒΙΟΣ

«Να αγαπάς την Ειρήνη» ΘΑΛΗΣ Ο ΜΙΛΗΣΙΟΣ (Δελφικό παράγγελμα)

«Ειρήνη είναι η στοργική μάνα της Γης» ΗΣΙΟΔΟΣ
Το ουσιαστικό Ειρήνη εικάζεται ότι προέρχεται από το ρήμα είρω (λέγω-συνδέω). Ειρήνη =>είρω=ενώνω, λέγω+συνδέω + νους.

Το τέλος της άνοιξης ήταν η συνηθισμένη εποχή εκστρατείας στην Ελλάδα, όταν η ειρήνη ήταν πλέον σε αυξημένο κίνδυνο.

Όλη η ζωή μας ένα καρναβάλι

Κάθε έθιμο σίγουρα έχει την αξία του, καθώς περνάμε από την εμπειρία της ζωής μας. Όμως όταν αρχίσει να γίνεται συνήθεια που ακολουθούμε μηχανικά, επειδή απλά «είναι καθιερωμένη», τότε αρχίζει, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε να λειτουργεί εναντίον μας. Όχι εναντίον της εικόνας μας, της κοινωνικής μας προσωπικότητας, μα εναντίον της συνειδητότητας, που έχουμε ξεχάσει πως είμαστε.

Κάθε χρόνο τα ίδια…

Μάσκες, στολές, πάρτι, παρελάσεις, ρύπανση, ψευδαισθήσεις, όμως εμείς συνεχίζουμε. Έχουμε ο καθένας μας τη δική του λογικο-συναισθηματική δικαιολογία που ενισχύουμε τις πρόσκαιρες κοινωνικές απολαύσεις μας.

Τα παιδιά δεν τα διδάσκουμε, τα μαθαίνουμε απλά να μιμούνται, να ακολουθούν το πλήθος, όπως άλλωστε κι εμείς. Όσο κι αν πιστεύουμε πως ψαχνόμαστε, πως ωριμάζουμε, πως γνωρίζουμε. Στολές, έξοδα, προετοιμασίες, για μερικές στιγμές φτιαχτής ευτυχίας. Έπειτα, επιστρέφουν κι αυτά στη βαρεμάρα, στη ρουτίνα και στη ρηχή ζωή που περνά, περιμένοντας το αύριο. Σοκαρίστηκα τις προάλλες όταν είδα ένα βρέφος περίπου 2 μηνών, κοιμισμένο κουνελάκι! Για την ικανοποίηση των γονιών του; Για τις φωτογραφίες που μαρτυρούν την πλαστή ευτυχία των γύρω του;

Όχι, δεν είμαι εναντίον του καρναβαλιού. Άλλωστε, η αντιμαχία φέρνει τα ακριβώς ίδια αποτελέσματα. Είμαι υπέρ της συνειδητής συμμετοχής οτιδήποτε αποφασίζουμε να κάνουμε, γνωρίζοντας τον πραγματικό λόγο που δίνουμε όχι μόνο τη συναίνεση και τη συγκατάθεσή μας μα και την ενέργεια της συμμετοχής ή της μη συμμετοχής μας.

Η διαφορά της συνειδητής και μη συνειδητής επιλογής της δράσης μας ούτε συγκρίνεται ούτε έχει καμία ομοιότητα στην ενέργεια που εκπέμπει και στις συνέπειες που προκαλεί. Για να φτάσουμε όμως σε μια ειλικρινή, απόλυτα συνειδητή δράση, όποια κι αν είναι, θα πρέπει να έχουμε περάσει από πολλά στάδια αμφισβήτησης, ουσιαστικής αναθεώρησης των συνηθειών μας και του κατεστημένου, μέχρι να αρχίσουμε να συνθέτουμε τα κομμάτια μας, που οι περισσότεροι χαρίζουμε απλόχερα σε κάθε είδους εξουσία, η οποία ορίζει την πραγματικότητά μας, με τη δική μας συγκατάθεση πάντα.

Όλα επιτρέπονται και όλα έχουν να προσφέρουν. Τίποτα όμως, ό,τι κι αν είναι αυτό, δεν προσφέρει ενόσω εξακολουθούμε να πορευόμαστε ασυνείδητα στη ζωή μας, αγνοώντας όλα όσα κρύβουμε μέσα μας, φορώντας μάσκες που πλέον καν δεν αναγνωρίζουμε γιατί αντικατέστησαν τον εαυτό μας.

Το καρναβάλι, όμως και κάθε γιορτή, επέτειος, έθιμο, παραμένουν ουδέτερα και ακίνδυνα. Αυτό που τους δίνει ισχύ, χρώμα και σημασία είναι η δική μας πρόθεση, οι βαθύτερες ανάγκες μας, που φανερώνουν ποιοι πραγματικά θέλουμε και είμαστε... πέρα από τα λόγια μας, το φαίνεσθαι και τις όποιες επιφανειακές εκφράσεις μας. Στις λεπτομέρειες, στα απλά καθημερινά, σε όσα κάνουμε αμήχανα, συγκαταβατικά, βρίσκονται τα κλειδιά της ουσίας μας.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΙ ΟΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ

Ποιο είναι το πραγματικό νόημα της ζωής; Ποιος είναι ο αληθινός σκοπός της ζωής; Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από την ίδια την ζωή. Η ίδια η ζωή είναι ο σκοπός της. Η ελεύθερη εκδήλωση κι η ροή της ζωής. Η ζωή είναι σαν ένα ποτάμι που ρέει. Όταν ρέει ελεύθερα ξέρει που να πάει, πώς να πάει κι απλά ταξιδεύει. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο.

Αλλά όταν έρχεται ο άνθρωπος και βάζει μεταφορικά και κυριολεκτικά φράγματα κι αλλάζει κατευθύνσεις στην πορεία των πραγμάτων (νομίζοντας ότι βελτιώνει έτσι την πορεία των πραγμάτων) τότε το αποτέλεσμα είναι μια τεχνητή διαμορφωμένη πραγματικότητα. Εκ των πραγμάτων, είναι καλύτερο αυτό; Η ελευθερία θεωρείται σαν ανεξέλεγκτη πορεία κι η ελεγχόμενη πορεία θεωρείται σαν σωτήρια επέμβαση. Είναι πράγματι έτσι; Μπορεί η ελευθερία να υποκατασταθεί από τον περιορισμό; το περιορισμένο; και να οδηγήσει την πορεία της ζωής και τα πράγματα σε καλύτερες καταστάσεις;

Ο περιορισμός του νου οδηγεί όντως στην αληθινή, ανώτερη, πιο χρήσιμη, γνώση; Ο περιορισμός σε αντιλήψεις και πεποιθήσεις οδηγεί σε καλύτερη ζωή; Ο περιορισμός των δράσεων, ο έλεγχος κι η χειραγώγηση των δραστηριοτήτων μας, οδηγεί σε μια πιο ευτυχισμένη διαβίωση;

Μήπως όλο αυτό το παραμύθι της επέμβασης και παρέμβασης στην ελεύθερη έκφραση της ζωής (σε νοητικό, γνωστικό και πρακτικό επίπεδο) που οι άνθρωποι ονομάζουν περήφανα «πολιτισμό», «κοινωνική ζωή», κλπ., είναι ακριβώς μια παγίδευση του ανθρώπου; Μήπως, πέρα από όλα όσα λένε οι δήθεν ηγέτες του κόσμου, θρησκευτικοί, πολιτικοί, οικονομικοί, κλπ., η πραγματική ζωή δεν είναι στην διαμόρφωση και τους περιορισμούς και στον έλεγχο, αλλά στην Ελευθερία; Στην Αληθινή Ελευθερία, όχι στην αναρχία του εγωισμού, στην ανεξέλεγκτη δράση των εγώ. Στην Ελευθερία από τον εγωισμό, την προκατάληψη, την ανοησία. Στην Αληθινή Έκφραση της Πραγματικής Φύσης του Ανθρώπου, που είναι Ελευθερία Άχρονη κι η Μόνη Πραγματικότητα.

Προφανώς η Ελευθερία για την οποία μιλάμε είναι η Πραγματική Ελευθερία του Ανθρώπου, η Αφύπνιση στην Πραγματικότητα, η Πραγματική Ζωή του Παγκόσμιου Ανθρώπου, που Φωτισμένος από την Κατανόηση της Ενότητας της Ύπαρξης Γνωρίζει Πώς να Δράσει στην ζωή και στην κοινωνία. Αληθινή κοινωνία φτιάχνουν οι Αληθινοί Άνθρωποι, δεν φτιάχνουν τα εγωιστικά ζώα. Τα εγωιστικά ζώα συναθροίζονται απλά κι αποτελούν αγέλες, αγέλες πολιτισμένων ζώων ίσως, αλλά πάντα αγέλες ζώων.

Πέραν της Σκέψης

Το Είναι, το «Τώρα», το Άχρονο είναι Μια Κατάσταση που Μπορούμε να Βιώσουμε, που κάποιοι Βιώνουν, κι αναφέρονται σε Αυτήν, έστω και έμμεσα… Αν Έχουμε Βιώσει Πραγματικά Αυτή την Κατάσταση, τότε η σκέψη, το υποκείμενο, το εγώ, αντιλήψεις, γνώσεις, μνήμη, εμπειρίες… όλα (όλα) έχουν τελειώσει…
Παρόλα αυτά ενώ κάποιοι φίλοι μιλούν για Αυτή την Κατάσταση (κι αναγνωρίζω, το ξέρω, ότι μιλούν από εμπειρία, το έχουν βιώσει), στον λόγο τους γίνεται αναφορά στο εγώ, στα προβλήματα που εγείρει, στην ανάγκη να «απαλλαγούμε» από «κάτι»…
Μιλώ και ρωτώ με Αγάπη, από Πραγματικό Ενδιαφέρον… Δεν έχουμε «τελειώσει» με το εγώ;
Δεν Είμαστε Συνέχεια σε Αυτή την Κατάσταση Πέραν;… ξανά-αναδύεται το εγώ; ανησυχία; περιπλοκές;
Μπορούμε ΝΑ ΤΟ ΔΟΥΜΕ ΑΥΤΟ;
Μιλάμε για μια Κατάσταση όπου δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός. Υπάρχει Μόνον αντίληψη, όπου περιλαμβάνονται όλα… δεν υπάρχει «παρατηρητής», ούτε εγώ πλέον. Υπάρχουν μόνο τα Αληθινά Συμβαίνοντα…
Ναι! Μπορούμε να Πάμε Πέραν… Άμεσα… ΠΩΣ; Αυτό είναι το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ… Αλλά είπαμε, το διευκρινίσαμε… Το πώς δεν είναι διαδικασία μέσα στον χρόνο, διαλογισμός, παρατήρηση, οτιδήποτε.
Όσο υπάρχει «παρατηρητής» αυτός που παρατηρεί είναι επίγνωση ανακατεμένη με σκέψη, που παρακολουθεί την σκέψη-εγώ που την έχει διαχωρίσει… Υπάρχει διαχωρισμός.
Στην ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ δεν υπάρχουν τέτοιοι διαχωρισμοί… η σκέψη, ο χρόνος, η μνήμη, οι διαδικασίες, οι προσπάθειες έχουν τελειώσει όλα… ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΟΛΟΚΑΘΑΡΑ… ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ.
Υπάρχει ΠΕΡΑΣΜΑ Πέραν, Άμεσο
Το Πέρασμα Πέραν μπορεί να γίνει την στιγμή που κατανοώντας το ψέμα του εγώ, αυτό το εγώ φτάνει σε ένα οριστικό τέλος…
Δεν μπορούμε να παραδεχθούμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι;
Το νερό όταν κυλάει προς την θάλασσα, κυλάει τελείως φυσικά, διαλέγοντας την πιο εύκολη πορεία… υπάρχει τόση σοφία στη πορεία του… Το ίδιο πρέπει να κάνουμε κι εμείς… από τον δρόμο που ταιριάζει στον καθένα… Όχι όμως ότι δεν υπάρχουν κι άλλοι (ίσως και πιο εύκολοι δρόμοι)…

Καμιά συζήτηση δεν είναι μάταιη, όταν αποδεικνύει τα αδιέξοδα της σκέψης….
Στο Χώρο της Πραγματικότητας, και το υποκείμενο, και το αντικείμενο είναι ψευδαίσθηση. Και τα δύο είναι ψευδαίσθηση!
Ο Παρμενίδης (Μαθητής του Ορφέα, μέσω του Πυθαγόρα, έμμεσος) έλεγε πως Μόνο το ΟΝ είναι Αληθινό, όχι η δημιουργία
Κι ο Πλάτωνας (Μαθητής του Ορφέα και του Πυθαγόρα και του Παρμενίδη και του Ηράκλειτου… και του Σωκράτη) έλεγε πως μόνο το «Τελείως Είναι» , είναι απόλυτα πραγματικό, τίποτα άλλο, ούτε νους και ιδέες, ούτε ψυχή, ούτε υλικός κόσμος των φαινομένων…
Τελικά Υπάρχει Μόνο Μια Ουσία (αν και δεν γνωρίζουμε Τι Είναι)… δεν υπάρχει Πνεύμα, Ύλη… αυτές τις διακρίσεις τις κάνει η ανθρώπινη σκέψη… επειδή έχει άγνοια…

Πρέπει να προσεγγίζουμε τα πράγματα που έχουμε μπροστά μας, έτσι όπως είναι… χωρίς θεωρίες… Υπάρχει Αντίληψη, σκέψη, που μας παραπλανά, συναισθήματα, αισθήσεις (που ασφαλώς μας παραπλανούν), ένα σώμα μέσα στο οποίο λειτουργούμε (πραγματικά, βιολογική δομή που προκύπτει από την συμπύκνωση της ενέργειας-ύλης).
Δεν μπορούμε όμως να εντάξουμε την «Συνείδηση» (την Αντίληψη), ούτε καν τον «νου» μέσα στην ενέργεια-ύλη… είναι άλλης τάξης φαινόμενα…
Ο Ντέιβιντ Μπομ το απέδειξε στο βιβλίο του, «Ολότητα και η Ελλοχεύουσα Τάξη».
Πρέπει λοιπόν απλά να αναγνωρίζουμε αυτά που συμβαίνουν, χωρίς θεωρίες, αναλύσεις, συμπεράσματα…
Το Ερώτημα Παραμένει… «Μπορούμε να πάμε πέραν της σκέψης;»… πέραν του διαχωρισμού υποκειμένου-αντικειμένου;… Σε μια Κατάσταση Ολότητας, Ενότητας, Ό,τι Κι αν Είναι Αυτή η Κατάσταση; Πρακτικά.
Και κάτι άλλο: Όλες οι «ανώτερες δυνάμεις», αντίληψη, σκέψη… εκδηλώνονται μέσα στο σώμα (στον εγκέφαλο, στο νευρικό σύστημα, στο σώμα) και μάλιστα με συγκεκριμένο τρόπο, σε συγκεκριμένες περιοχές.
Αυτό σημαίνει – ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΟ ΑΥΤΟ – ότι η Μετάβαση στην «Ανώτερη» Κατάσταση, μπορεί και να υποδειχθεί στο σώμα, στις διάφορες περιοχές που λειτουργούμε…
Η «λογική» μας είναι σκέψη… κι η σκέψη, ό,τι κι αν κάνει παραμένει μέσα στα όρια της σκέψης…
Μετά ο Πλάτωνας, όταν Μιλούσε για το «Τελείως Είναι» μιλούσε για το «Άρρητο Μυστήριο Του Διός», το Οποίο «Γνώρισε» (Βίωσε) στα Ελευσίνια Μυστήρια (κι αναφέρεται σε αυτό το βίωμα, το «Μέγιστο Μάθημα», μόνο στην 7η Επιστολή του… Ο Πλάτωνας δεν λειτουργούσε στο χώρο της διανόησης, ήταν πέραν… ίσως θα έπρεπε να καθίσουμε να «ξαναμελετήσουμε» Πλάτωνα.
Τέλος, Αυτοί που δεν είναι απλά εραστές της γνώσης, αλλά Βιώνουν την Ύστατη Πραγματικότητα, είναι Πέραν του μη μεταδιδόμενου-υποκειμενικού, και πέραν του «ανύπαρκτου»-αντικειμενικού, στον ΧΩΡΟ ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΥ, Πέραν…
Το Πρόβλημα είναι πάλι να Έρθουμε ΕΔΩ (κατά την Αντίληψή μου) ή να Πάμε Εκεί (για όσους δεν Θέλουν να το ΔΟΥΝ).
ΠΩΣ;
Πρέπει να φτάσουμε στο απόλυτο λογικό αδιέξοδο, στο τέλος κάθε προσπάθειας, να Κατανοήσουμε το πώς μέσω της σκέψης…
Μόνο Τότε θα κατορθώσουμε να ΣΠΑΣΟΥΜΕ το ΠΩΣ… (και για την σχέση όλων αυτών με το σώμα, τον εγκέφαλο, ναι … αν είμασταν κοντά θα μπορούσα να δείξω, με συγκεκριμένες κινήσεις τι εννοώ…)
Το που «Είναι» ο καθένας, φαίνεται κι από τον «τρόπο» που χρησιμοποιεί τα μάτια του (ο Κρισναμούρτι είχε αναφερθεί πολλές φορές σε αυτό…).

Μιλάμε απλά για πράγματα που συμβαίνουν, για πράγματα που μπορεί να κάνει ο καθένας, εγώ εσύ, ο καθένας… όπως το να σηκώνουμε το κεφάλι ή να απλώνουμε το χέρι…
Συγκεκριμένα πράγματα, που είναι μέσα στην φύση μας, στις δυνατότητές μας και στην ευχέρεια του καθενός να τα κάνει…
Πόσο πιο απλά να μιλήσω;
Ασφαλώς και δεν υπάρχουν Δάσκαλοι, Αυθεντίες, Φωτισμένοι… αυτά τα πλάθει η φαντασία των ανθρώπων…
Υπάρχει Κάτι που τα Αγκαλιάζει Όλα… Κι αν δεν έχουμε «πραγματική» επαφή μαζί Του, όμως το «διαισθανόμαστε»… Κάποιοι το λένε Πραγματικότητα, Θεό… κάποιοι νοιώθουν πως είναι η Αληθινή Φύση, η Ζωή… Πάντως Υπάρχει Κάτι… Απλά δεν το εμπιστευόμαστε… νομίζουμε πως εμείς (σαν «εγώ») θα τα καταφέρουμε καλύτερα… Ελάχιστοι τα καταφέρνουν… κι αυτοί με το να Επιστρέψουν στο Απεριόριστο που μας Περιβάλει.
Αγαπητοί Φίλοι, αυτό για το οποίο μιλάμε είναι ο Δρόμος που Ακολούθησαν όλοι οι Μεγάλοι Σοφοί…
Είναι η «Μέση Οδός» του Βούδα..
Είναι ο «Δρόμος» του Λάο Τσε…
Είναι «Όλο το Ζεν»…
Είναι το «Seeing without an observer» του Κρισναμούρτι…
Είναι Τελικά ο Δρόμος της Ζωής, χωρίς περιπλοκές…

«Χρειάζεται να σκεφτούμε για να δούμε την ΑΛΗΘΕΙΑ;
Χρειάζεται να ερευνήσουμε για να ακολουθήσουμε το ΔΙΚΑΙΟ;
Χρειάζεται να προσπαθήσουμε για να κάνουμε το ΟΡΘΟ;».
Μήπως Είμαστε υποκριτές; Μήπως απλά δεν θέλουμε;

Αναξιμένης ο Μιλήσιος: Αήρ και πολλαπλοί κόσμοι

Για τον μαθητή του Αναξίμανδρου, Αναξιμένη, ο αήρ ήταν η αχανής υλική μάζα -που βρισκόταν σε συνεχή κίνηση, όπως ακριβώς το άπειρο του Αναξίμανδρου- στην οποίαν αναγόταν γενετικά καθετί που υπήρχε.

«Ο Αναξιμένης ήταν Αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ο τρίτος στη διαδοχή Μιλήσιος φιλόσοφος, ήταν γιος του Ευρύστρατου και μαθητής του Αναξίμανδρου. Δραστηριοποιήθηκε στο δεύτερο μισό του 6ου π.κ.ε. αιώνα και πέθανε πιθανώς σε ηλικία 60 χρονών κατά την 63η Ολυμπιάδα (528-525 π.κ.ε.). Για τον βίο και τις δραστηριότητες του Αναξιμένoυς γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα. Οι περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του βασίζονται στον Θεόφραστο, που διασώζεται περιληπτικά από τον Σιμπλίκιο. Αποσπάσματα της φιλοσοφίας του βρίσκονται σε κείμενα του Αριστοτέλη, του Πλούταρχου, του Ιππόλυτου και του Αέτιου.

Ο Αναξιμένης αποδεχόταν κι αυτός, όπως όλοι οι άλλοι Ίωνες φιλόσοφοι, την βασική μονιστική αρχή της Ιωνικής Σχολής ότι τα πάντα πηγάζουν από μία αρχή και τελικά καταλήγουν σ’ αυτήν. Σύμφωνα με τις απόψεις του μεγάλου Έλληνα φιλοσόφου, αρχή των πάντων ήταν ο αέρας, που κατ’ αυτόν ήταν άπειρος, δηλαδή απροσδιόριστος και αιώνιος. Ο αήρ ήταν η αχανής υλική μάζα στην οποίαν αναγόταν γενετικά καθετί που υπήρχε. Αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Ψευδο-Πλούταρχος: «Αναξιμένην δε φασι την των όλων αρχήν τον αέρα ειπείν και τούτον είναι τω μεν μεγέθει άπειρον, ταις δε περί αυτόν ποιότησιν ωρισμένον» {[Plut.] Strom. 3 (D 579)}.

«Αήρ και πολλαπλοί κόσμοι»

Ο Διογένης ο Λαέρτιος αναφέρει για τον Αναξιμένη ότι, εκτός από μαθητής του Αναξίμανδρου (610-540 π.κ.ε.), υπήρξε και μαθητής του Παρμενίδη (540-470 π.κ.ε.) – δεν αντιστοιχούν, όμως, σωστά οι ημερομηνίες–, ενώ επισημαίνει ότι θεωρούσε τον αέρα ως πρώτη αρχή:

«Αναξιμένης Ευρυστράτου, Μιλήσιος ήκουσεν Αναξιμάνδρου, ένιοι δε και Παρμενίδου φασίν ακούσαι αυτόν. ούτος αρχήν αέρα είπεν και το άπειρον. Κινείσθαι δε τα άστρα ουχ υπό γην, αλλά περί γην. κέχρηταί τε λέξει Ιάδι απλή και απερίττω» (Φιλοσόφων Βίοι ΙΙ, 3).

Ο Ήλιος, η Σελήνη και όλα τα άστρα δεν περνούν κάτω, αλλά γύρω από τη Γη. Αυτό σημαίνει ότι ο Αναξιμένης «σχεδίασε» μια εικόνα του Κόσμου όχι σφαιρική, όπως πρότεινε ο δάσκαλός του Αναξίμανδρος, αλλά μάλλον ημισφαιρική.

Ο αέρας του Αναξιμένη βρισκόταν σε συνεχή κίνηση, όπως ακριβώς το άπειρο του Αναξίμανδρου. Τελικά από αυτή την αέναη κίνηση του αέρα δημιουργήθηκε όλη η ποικιλία φαινομένων και πραγμάτων. Από τον αέρα μέσω της αραίωσης προερχόταν το πυρ, ενώ μέσω της συμπύκνωσης του αέρα δημιουργήθηκαν τα ύδατα και η γη.

Πράγματι, ο Αναξιμένης θεωρούσε ως καθοριστική υλική αρχή της Δημιουργίας τον αέρα:

«Τον τα πάντα περιλαμβάνοντα και συνέχοντα και δι ἀραιώσεως και πυκνώσεως πάντα τα ορατά και αισθητά παράγοντα».

Γένεσις και φθορά κόσμων διαδέχονται ακατάπαυστα η μία την άλλη. Ο Αναξιμένης πρέσβευε, όπως και ο Αναξίμανδρος, ότι ο Κόσμος μας δεν ήταν ο μοναδικός που υπήρχε. Ταυτόχρονα υποστήριζε ότι η αχανής μάζα του αέρα περιείχε αναρίθμητους Κόσμους που συνεχώς γεννιούνταν και πέθαιναν, επιστρέφοντας στο αρχικό άπειρο (νεφέλωμα;).

Μολονότι ο Αναξιμένης, υιοθέτησε το «άπειρον» του Αναξίμανδρου για να προσδιορίσει μ’ αυτό την βασική αρχή του, τον αέρα, εντούτοις δεν ακολούθησε την άποψη του προκατόχου του ως προς τα παράγωγά του πρωταρχικού αυτού υλικού στοιχείου. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ στον Αναξίμανδρο έχουμε διαδοχή κόσμων, η φιλοσοφική σκέψη του Αναξιμένη μας οδηγεί στην ταυτόχρονη πολλαπλότητα κόσμων. Φαίνεται πως ο Αναξιμένης υπερκέρασε την φιλοσοφική άποψη του διδασκάλου του και επέφερε αισθητή βελτίωση στο κοσμολογικό σύστημα του Αναξίμανδρου.

Η άποψή του αυτή αντικατοπτρίζει σύγχρονες απόψεις της Αστροφυσικής για άπειρους υπεραισθητούς κόσμους, που συνυπάρχουν με τον δικό μας, αλλά δεν γίνονται αισθητοί από εμάς. Επίσης, στην φιλοσοφία του παραλλήλισε τον Κόσμο και το άτομο, τον αέρα και την ψυχή, πράγμα που φαίνεται στην μόνη φράση που επιζεί από το έργο του: «Οίον η ψυχή, φησίν, η ημετέρα αήρ ούσα συγκρατεί ημάς, και όλον τον κόσμον πνεύμα και αήρ περιέχει» [(Αέτ. I 3, 4 (D. 278)].

Αυτή η πρόταση περιέχει το σπέρμα της διδασκαλίας της Φυσικής για τον μακρόκοσμο και τον μικρόκοσμο, η οποία διαμορφώθηκε πολύ πολύ αργότερα.

Αυτό ακριβώς θέλουμε να δείξουμε επιμένοντας στην θέση μας ότι ο 17ος αιώνας και οι μετέπειτα δύο αιώνες δεν ήταν τίποτε άλλο από μία ρήξη, μια επικράτηση της Μηχανοκρατίας και, για λίγους αιώνες, του περιορισμένου μοντέλου της Νευτώνειας-Ευκλείδειας επιστήμης, ενώ ουσιαστικά η μη αισθητή γεωμετρία του Riemann είναι εκείνη η οποία περιγράφει αυτό ακριβώς που πίστευαν και πρέσβευαν οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι.

Η κίνηση: Το πυρ, όπως ήδη αναφέραμε, παράγεται από την μάνωση (αραίωση) του αέρα, ενώ το νερό και η γη από την συμπύκνωσή του. Αντίθετη διεργασία παρέχει και πάλι τον αέρα. Η κίνηση, κατά τον Αναξιμένη, είναι έμφυτη ιδιότητα της αεριώδους ύλης και με την επενέργειά της επιτυγχάνονται τόσο η αραίωση όσο και η πύκνωση. Δηλαδή ο Αναξιμένης πίστευε ότι από τον αέρα, μέσω μιας διαδικασίας πύκνωσης και αραίωσης, δημιουργήθηκαν το πυρ, το νερό και η γη.

Από τον αέρα διαχωρίστηκαν με πύκνωση τα βαριά σώματα που κατευθύνθηκαν προς τα κάτω και σχημάτισαν την Γη. Μια αντίθετη διαδικασία, μέσω της αραίωσης, σχημάτισε τα ελαφρά σώματα. Αυτά οδηγήθηκαν προς τα επάνω και δημιούργησαν τα άστρα και τον Ήλιο. Η κίνηση των σωμάτων προέκυπτε από την διαφορά στο βάρος και την θερμότητά τους. Τέλος, η συνοχή τους οφειλόταν στον πυκνό και ψυχρό αέρα, τον οποίο περιείχαν τα σώματα αυτά.

Πολύ πιθανόν, όπως διατείνονται πολλοί μελετητές του έργου του, η κίνηση που περιγράφει ο Αναξιμένης να αντικατοπτρίζει την περιστροφική κίνηση. Η περί άξονα, λοιπόν, κίνηση δίνει γένεση σε όλα τα σώματα, τα οποία αφού διανύσουν και τερματίσουν τον βίο τους, διαλύονται μέσω της διαδικασίας της αραιώσεως.

Γη και δημιουργία: Στην δημιουργία που βρισκόμαστε, πρώτη δημιουργήθηκε η Γη από συμπύκνωση του αεριώδους περιβλήματός της. Επειδή δε στον αέρα -καλύτερα απ’ όλα τα σώματα- συγκρατούνται εκείνα που έχουν μεγάλη επιφάνεια, γι’ αυτόν τον λόγο η Γη παρομοιάζεται με τεράστιο πλατύ δίσκο μεγάλης έκτασης. Η Γη ήταν «πλατεία επ ἀέρος οχουμένη», δηλαδή είναι μία πεπλατυσμένη επιφάνεια, η οποία ακινητεί στο κέντρο του Σύμπαντος, στηριζόμενη στον αέρα.

Ο Αριστοτέλης (Περί Ουρανού Β, 294b, 13-17) ανέφερε ότι ο Αναξιμένης, όπως ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος, θεωρούσαν πως αιτία της ακινησίας της Γης ήταν το πλατύ σχήμα της:

«Αναξιμένης δε και Αναξαγόρας και Δημόκριτος το πλάτος αίτιον είναί φασι του μένειν αυτήν. Ου γαρ τέμνειν, αλλ ἐπιπωμάζειν τον αέρα τον κάτωθεν, όπερ φαίνεται τα πλάτος έχοντα των σωμάτων ποιείν ταύτα γαρ και προς τους ανέμους έχει δυσκινήτως δια την αντέρεισιν» (Αριστοτ. Περί Ουρανού Β, 294b, 13-17).

Ο Αναξιμένης, ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος ισχυρίζονται πως αιτία της ακινησίας είναι το πλατύ σχήμα της (γης). Δεν κόβει, αλλά σκεπάζει σαν καπάκι τον αέρα από κάτω της, πράγμα που φαίνεται να κάνουν τα σώματα με το πλάτος. Αυτά δυσκολεύονται να τα κινήσουν ακόμα και οι άνεμοι, λόγω της αντίστασης.

Πράγματι, ο Αναξιμένης ο Μιλήσιος, θεωρούσε, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ότι η Γη ήταν πλατιά και πως ο Ήλιος, η Σελήνη, όπως και όλοι οι αστέρες, προήλθαν από τον πλανήτη μας: «Πιλομένου δε του αέρος πρώτην γεγενήσθαι λέγει την γην πλατείαν μάλα· διο και κατά λόγον αυτήν εποχείσθαι τω αέρι· και τον ήλιον και την σελήνην και τα λοιπά άστρα την αρχήν της γενέσεως έχειν εκ γης. Αποφαίνεται γουν τον ήλιον γην, δια δε την οξείαν κίνησιν και μαλ ἱκανῶς θερμήν ταύτην καύσιν λαβείν» {[Plut.] Strom. 3 (D 579) ‹ I, 6}.

Την ίδια πληροφορία βρίσκουμε και στον Ιππόλυτο, ο οποίος χαρακτηριστικά αναφέρει: «Την δε γην πλατείαν είναι επ ἀέρος οχουμένην, ομοίως δε και ήλιον και σελήνην και τα άλλα άστρα πάντα πύρινα όντα εποχείσθαι τω αέρι δια πλάτος. Γεγονέναι δε τα άστρα εκ της γης δια το την ικμάδα εκ ταύτης ανίστασθαι» [Hippol. Ref. I, 7, 4-5 (D. 560 W11)].

Όσον αφορά το σχήμα του πλανήτη μας, αναφέρεται ότι η Γη, που δημιουργήθηκε από την συμπύκνωση του αεριώδους περικαλύμματός της, ήταν επίπεδη και στηριζόταν στον αέρα (Πλούταρχ. «Στρωματείς» Ι, 6 και Ιππόλυτος, «Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος» Ι, 7).

Ο Αέτιος γράφει ότι ο Αναξιμένης υποστήριζε πως η Γη, χάρη στο επίπεδο σχήμα της, επέπλεε στον αέρα, ο οποίος πληρούσε όλο τον χώρο του Σύμπαντος. Στον τελευταίο κρυστάλλινο ουρανό, που αποτελεί την εξώτατη ως προς την Γη στιβάδα τροχιών, βρίσκονται οι αστέρες σαν καρφιά και περιφέρονται έτσι γύρω από την Γη: «Αναξιμένης πυρίνην μεν την φύσιν των άστρων, περιέχειν δε τινα και γεώδη σώματα συμπεριφερόμενα τούτοις αόρατα» [Αέτ. II, 13, 10, (D. 342)].

«Αναξιμένης ήλων δίκην καταπεπηγέναι τα άστρα τω κρυσταλλοειδεί. Ένιοι [;] δε πέταλα είναι πύρινα ώσπερ ζωγραφήματα» [Αέτ. ΙΙ, 14, 3, (D. 344)], και

«Αναξιμένης ουχ υπό γην, αλλά περί αυτήν στρέφεσθαι τους αστέρες» [Αέτ. II, 16, 6, (D. 346)].

Η Γη, λοιπόν, σύμφωνα με τον Αναξιμένη, ήταν ένα επίπεδο σώμα που αιωρούνταν στον αέρα και στηριζόταν πάνω σ’ αυτόν.

Όσον αφορά τον Ήλιο, ο Αναξιμένης πίστευε πως προήλθε από την Γη, ήταν όμοιος μ’ αυτήν, «πλάτος ως πέταλον» [Αέτ. II, 23, 1, (D. 352)] και ότι απέκτησε μεγάλη θερμότητα, λόγω της γρήγορης κίνησής του [Πλούταρχ. «Στρωματείς» Ι, 6 και Στρωματείς I, 3 (D. 579)]. Πρώτη, λοιπόν, σχηματίστηκε η Γη και κατόπιν τα άστρα και οι πλανήτες, που αποτελούσαν το πεπερασμένο Σύμπαν, εντός του οποίου υπήρχε ένα πλήθος σκοτεινών σωμάτων.

Η φιλοσοφία του Αναξιμένη: Ουσιαστικά δύο ήταν οι βασικές έννοιες της φιλοσοφίας του Αναξιμένη, που καθόρισαν την συμβολή του στην επιστήμη.

Αφενός μεν η έννοια του αέρα σαν κάτι το αόρατο, αφετέρου δε η θέση του ότι όλα τα είδη έχουν μία κοινή καταγωγή. Πράγματι, στην καθαρή προκοσμική του κατάσταση ο αέρας ήταν αόρατος χωρίς εσωτερική διάρθρωση και χωρίς ποιοτικά χαρακτηριστικά, έτσι ώστε να κάνουν αισθητή την ύπαρξή του. Γίνεται αισθητός μόνο με την κοσμογονική και κοσμολογική του λειτουργία, όταν η θερμοκρασία και η υγρασία του υπόκεινται σε μεταβολές (ποιοτικός μετασχηματισμός).

Μ’ αυτές τις βασικές φιλοσοφικές έννοιες του Αναξιμένη, η Σχολή της Μιλήτου πρόσφερε στην επιστήμη συγκεκριμένη επιστημονική Κοσμολογία. Επίσης, ο καθαρός λόγος του Αναξιμένη και το ότι εισήγαγε το ποσοτικό κριτήριο για τις ποιοτικές διαφορές τον κάνουν πρόδρομο της «λογικής εξήγησης». Ο Αναξιμένης ήταν ο πρώτος φυσιοδίφης, ο οποίος σε κάθε υλική μεταβολή έβλεπε μία αληθινή αιτία. Πρώτος επίσης διέκρινε τους απλανείς αστέρες από τους πλανήτες και έδωσε την φυσική εξήγηση των ηλιακών και των σεληνιακών εκλείψεων.

Για τον Ήλιο ο Αναξιμένης αναφέρει, πως προήλθε από τη Γη, πως έχει σχήμα όμοιο με αυτήν αλλά πως απέκτησε μεγάλη θερμότητα λόγω της γρήγορης κίνησής του.

Ωστόσο, είναι γεγονός ότι ο Αναξιμένης, παρά την καθαρότητα της φιλοσοφικής σκέψης του, δεν χρησιμοποίησε το εργαλείο των μαθηματικών^ αυτό το βασικό βήμα προς τον ορθολογισμό, όπως θα δούμε στην συνέχεια, το κάνουν οι Πυθαγόρειοι.