Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

Ο Μεγάλος Θεός Καρνάβαλος

«Και όταν έρχεται η άνοιξη, χαρά δίνουν στον Διόνυσο, ερεθίσματα χορών μ’ ωραίες φωνές και μουσική βαρύβροντη με αυλούς».
Αριστοφάνη, Νεφέλες, στ. 311-313

«Ο Διόνυσος είναι Θεός του γλεντιού, βασιλεύει στα συμπόσια ανάμεσα σε λουλουδένια στέφανα, ζωηρεύοντας τους χαρούμενους χορούς στον ήχο της φλογέρας. Γέλια τρελά προκαλεί και διώχνει τις μαύρες έγνοιες. Και στο τραπέζι των Θεών, το νέκταρ του αυξάνει τη μακαριότητά τους κι αντλούν οι θνητοί από τη γελαστή του κύλικα τον ύπνο και ξεχνούν τα βάσανά τους». -Ευρυπίδης

«Όμοιοι με τους Κορύβαντες, που χορεύουν μόνο σαν έξαλλοι είναι. Οι λυρικοί ποιητές δε βρίσκουν στη νηφαλιότητά τους ωραίους τους στίχους. Μέσα στην ψυχή τους πρέπει να μπουν η αρμονία και το μέτρο και να τη μεθύσουν. Οι Βάκχες, μονάχα μέσα στην παράκρουσή τους, από τα ποτάμια αντλούν το γάλα και το μέλι. Τελειώνει η δύναμή τους σαν και το παραλήρημά τους τελειώσει» -Πλάτωνας

Ο Αριστοφάνης λέει στον Θεό της Ζωής, της Θείας Ποίησης και Μουσικής «Διόνυσε κισσοστεφανωμένε, τις χορωδίες μας διεύθυνε. Σ’ εσένα απευθύνονται οι ύμνοι κι οι χοροί μας, ω Εύιε, ω Βρόμιε, ω της Σεμέλης γιε, ω συ Διόνυσε που σου αρέσει ν’ ανακατεύεσαι στις χορωδίες των Νυμφών τις τρισχαριτωμένες επάνω στα βουνά και που χορεύοντας δε σταματάς να τραγουδάς τον ιερό σου ύμνο «Εύιος, Εύιος». Και γύρω σου αντιλαλεί του Κιθαιρώνα η ηχώ κι αναριγούν τα βουνά με τις φυλλωσιές τις μαύρες και τους πηχτούς τους ίσκιους, αναριγούν κι οι βράχοι μέσα στο δάσος»

Η Καρναβαλική Εύθυμη Μαγική Ελεύθερη Ζωή

Το Καρναβάλι είναι μια Ιερή μαγικοθρησκευτική γιορτή που εξυμνεί τη χαρά της ζωής, την αναγέννηση και την ανανέωση του ανθρώπου, της φύσης και ολόκληρης της Δημιουργίας. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται, υπερβαίνουν τα στενά όρια της ύπαρξης, χάνουν το γνώριμο εαυτό τους και ταυτίζονται με την ζωντανή ζωή, κατά τη διάρκεια μιας γιορτής που ανατρέπει την κατεστημένη εικόνα του κόσμου και τις κοινωνικές συμβάσεις. Αποτελεί έναν «ύμνο» στην Ελευθερία που εκφράζεται χωρίς περιορισμούς μετουσιώνοντας και αναγεννώντας τα πάντα.

Με άλλα λόγια, τα δρώμενα του Καρναβαλιού μας προσφέρουν την ευκαιρία για μια πηγαία έκφραση των βαθύτερων περιεχομένων του εαυτού μας, αλλά και την εμπειρία μιας άμεσης αυθεντικής επαφής με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε, υπερβαίνοντας έτσι κάθε χωριστική τεχνητή κοινωνική διάκριση. Είναι μια γιορτή που ικανοποιεί την ανάγκη μας να βρεθούμε όλοι μαζί, να διασκεδάσουμε, να γιορτάσουμε, πέρα από το μονότονο ρυθμό της καθημερινότητας. Η ψυχική ευφορία και το πολύτιμο θεραπευτικό γέλιο απελευθερώνονται τότε και ενισχύονται μέσα από τη γενικότερη διονυσιακή ατμόσφαιρα της γιορτής.

Η λέξη «καρναβάλι» προέρχεται από τη λατινική έκφραση: carne vale, που σημαίνει «κρέας αντίο» Η Encyclopaedia Britannica κάτω από τον τίτλο «Καρναβάλι» αναφέρει: «Η προέλευση της λέξης είναι αβέβαιη, παρ’ ότι πιθανόν να προέρχεται από το Μεσαιωνικό Λατινικό carnem levare ή carnelevarium, που σημαίνει να παίρνεις ή να αφαιρείς κρέας.

Σύμφωνα με το «Standard Dictionary of Folklore, Mythology and Legend» των Funk και Wagnalls: «Το καρναβάλι προέρχεται από τη φράση: «carrus navalis» που σημαίνει: κάρο της θάλασσας, ένα τροχοφόρο όχημα με μορφή πλοίου το οποίο χρησιμοποιούσαν στις πομπές του Διόνυσου και από το οποίο έψαλλαν όλα τα είδη των σατυρικών τραγουδιών». Η λέξη επίσης σχετίζεται με τα Κάρνεια και τον Θεό Κάρνειο Απόλλωνα, αλλά τα Κάρνεια γιορτάζονταν τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο και δεν είχαν τα έθιμα των μασκαράδων, ανάμνηση νεκρών κτλ.

Επίσης σχετίζεται με τον χοροπηδηχτό χορό των Σατύρων που είναι μεταμφιεσμένοι ως τράγοι. Έτσι το καρναβάλι μπορεί να σημαίνει βαλλισμός των κάρνων. Κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι κάρνος· φθείρ. βόσκημα, πρόβατον. Έτσι οι τράγοι που είναι τα βοσκήματα, βαλλίζουν δηλ. χοροπηδάνε. Ίσως αυτή η ετυμολογία είναι πιο σωστή από τις άλλες και να συμβαδίζει και με τα αρχαία έθιμα.

Όσα στοιχεία ενσωμάτωσε το καρναβάλι τις αρχαίες γιορτές, τα διαιωνίζει μέχρι σήμερα. Δεν νοείται παρέλαση καρναβαλιού δίχως άρματα. Με πρώτο και καλύτερο αυτό του Βασιλιά Καρνάβαλου. Στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία και την Γαλλία, το Καρναβάλι έχει για πρωταγωνιστή του, μια κωμική μορφή η οποία έπειτα από μια σύντομη σταδιοδρομία γεμάτη δόξα και παραλυσία, καίεται δημόσια. Αυτός ο περίεργος τύπος, ο Ευρωπαίος Καρνάβαλος δεν είναι άλλος από τον διάδοχο του αρχαίου Βασιλιά των οργίων, των Σατουρναλίων.

Το Καρναβάλι είναι μια περίοδος ευθυμίας και χαρούμενης ελευθερίας, όπου οι κανόνες του κόσμιου βίου [ειδικά του θρησκευτικού δογματισμού] αναστέλλονται προσωρινά και βασιλεύει η λησμονιά της καθημερινότητας. Τα ταμπού και οι απαγορεύσεις παραμερίζονται και όλες οι εκτροπές επιτρέπονται. Εκδηλώσεις, γλέντια και πλουσιοπάροχα συμπόσια, όπου κυριαρχούν η έξαρση του αισθησιασμού, η μέθη, η αθυροστομία, οι ξέφρενοι χοροί, οι μεταμφιέσεις και οι πομπές προσωπιδοφόρων, συνθέτουν την όλη εικόνα. «Αγριάνθρωποι» που φορούν δέρματα ζώων, φυλλώματα δέντρων, άχυρα και κουδούνια και κρατούν ρόπαλα ή μαγκούρες, άνθρωποι ντυμένοι αρκούδες και άλλα ζώα αναστατώνουν τα πάντα.

Αποτελούσε την κορύφωση των μιμητικών πράξεων που σκοπό είχαν να καλοπιάσουν τη γη και να την πείσουν να προσφέρει πλούσια τα ελέη της την εποχή του θερισμού και της συγκομιδής.

Προκαλούν με πειράγματα τους περαστικούς, παράγουν εκκωφαντικούς θορύβους, πετούν αντικείμενα, μπαίνουν μέσα στα σπίτια και ξεφαντώνουν. Ποικίλα είναι τα έθιμα και τα τελετουργικά δρώμενα του Καρναβαλιού, μεταξύ των οποίων καθαρμοί, απομάκρυνση των δαιμόνων, άναμμα και σβήσιμο των φώτων ή της πυράς, αγώνες μεταξύ αντίπαλων ομάδων, στέψη και καθαίρεση ενός πλασματικού βασιλιά, κάψιμο ή ενταφιασμός ενός ανδρεικέλου, αναπαραστάσεις της γενετήσιας πράξης, του θανάτου και της νεκρανάστασης, παρωδίες του γάμου και της κηδείας.

Όμως, τα καρναβαλικά δρώμενα διακρίνονται γενικότερα από την τάση τους να αντιστρέφουν επίμονα και συστηματικά την τάξη του κόσμου και τις ιεραρχικές δομές της κοινωνίας. Ολόκληρος ο κόσμος ξεπροβάλει μέσα από ένα καθολικό αναποδογύρισμα, οι άνθρωποι βγάζουν τα ρούχα και τα ξαναφορούν ανάποδα, οι άντρες ντύνονται γυναίκες και οι γυναίκες άντρες. Καθετί «ανώτερο» υποβιβάζεται, τη στιγμή που οτιδήποτε «κατώτερο» αναβιβάζεται και εξυμνείται.

Ο ζητιάνος ενθρονίζεται βασιλιάς και ο καντηλανάφτης παπάς, ο τρελός ανακηρύσσεται σοφός, ο διάβολος δοξολογείται, η θεία λειτουργία τρέπεται σε βωμολοχία. Σύμβολα, θεσμοί, τίτλοι και αξιώματα, ιερά και όσια διακωμωδούνται και εκθρονίζονται, ενώ στη θέση τους ενθρονίζεται η τρέλα και το αλλόκοτο. Κάθε υψηλή ιδέα γελοιοποιείται και στη θέση της δοξάζεται μεταξύ άλλων η ανδρική και γυναικεία «φύση».

Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα συνθέτουν ένα οργιώδες ανατρεπτικό κλίμα, μέσα από το οποίο αναδύεται το αρχέτυπο του «τρελού», που ξεσκεπάζει με τις κουβέντες του κάθε ψέμα ή υποκρισία και ανακοινώνει δημόσια δυσάρεστες αλήθειες, που συγκαλύπτονται στην καθημερινή μας ζωή. Και επειδή στο καρναβάλι όλοι γίνονται «τρελοί», τούτο σημαίνει πως ακόμα και ο λαός κατορθώνει τότε να πει στην εξουσία, χάρη στην ασυλία της γιορτής, τη δική του αλήθεια· να κρίνει και να επικρίνει, να ελέγξει τους δυνατούς, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, να επισημάνει τα στραβά, να καταγγείλει το άδικο, να σατιρίσει την εξουσία, διορθώνοντας ή βελτιώνοντας την κοινωνία.

Το Καρναβάλι στην Αρχαιότητα

Όταν, λοιπόν, λέμε Καρναβάλι εννοούμε κάθε εκδήλωση μεταμφιέσεων, που έχει ως κεντρικό θέμα τον περιοδικό εορτασμό της ανακύκλωσης των εποχών και της αναγέννησης του κόσμου, με το τέλος του παλιού, την αρχή του καινούργιου και την ανατροπή όλων των πραγμάτων. Τα δρώμενα του Καρναβαλιού τελούνται όχι μόνο κατά την περίοδο των Αποκριών του χριστιανικού κόσμου, αλλά και κατά το Δωδεκαήμερο ή ακόμα και σε άλλες περιόδους του έτους. Αυτά τα έθιμα είναι πολύ παλιά και η σύνδεσή τους με το χριστιανικό εορτολόγιο αιώνες μεταγενέστερη.

Γιορτές Καρναβαλιού διαπιστώνονται ήδη από το 2000 π.κ.ε. στην Ασία, και συγκεκριμένα στη Μεσοποταμία και τη Βαβυλώνα, όπου υπήρχε το έθιμο οι υπηρέτες να ντύνονται αφέντες και οι δούλες κυράδες. Ανάλογα έθιμα υπήρχαν στην Ινδία, κατά την ανοιξιάτικη γιορτή της αγάπης, Ηοli, όταν οι νέοι υποδύονταν τους γέρους προεστούς, οι υπηρέτες τους αφέντες και οι γυναίκες τον αυταρχικό σύζυγό τους. Σε γιορτές της αρχαίας Κίνας, οι άντρες πάλευαν με τις γυναίκες, για την αρπαγή των ρούχων ο ένας του άλλου. Καρναβαλικά δρώμενα περιλαμβάνονταν και στα πανάρχαια Σάκαινα των Βαβυλωνίων, στο Πουρίμ των Ιουδαίων και στο Κουρμπάνι των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, αλλά και σε ακόμα περισσότερες γιορτές.

Οι βαθύτερες όμως ρίζες των καρναβαλικών εθίμων βρίσκονται στα αρχαία μαγικοθρησκευτικά δρώμενα των ποιμενοαγροτικών κοινωνιών, στα οποία συναντάμε τη φωτιά, ως μέσο καθαρμού και αποτροπής του κακού, τη μεταμφίεση (μάσκα, κεφαλοκάλυμμα, κοστούμι), το εικονικό όργωμα, τη σπορά, την πάλη, το θάνατο και την ανάσταση, το χορό και τη μουσική.

Οι φυλές των Οτεντότων της Νότιας και των Μπαντού της Ανατολικής Αφρικής δεν γνώριζαν το Καρναβάλι αλλά την κατάλληλη εποχή τελούσαν λατρευτικές γιορτές που μπορούσαν και άγιο να σκανδαλίσουν. Στη στροφή του ΙΘ’ προς τον εικοστό αιώνα, ο αιδεσιμότατος H. Rowley βρέθηκε σε μια τέτοια τελετή των Μπαντού κι έγραψε ότι επρόκειτο για «αληθινά βακχικά όργια»: «Είναι αδύνατο να παρευρεθεί κάποιος (λέει) και να μην αισθανθεί ντροπή. Όχι μόνο επιτρέπεται στον επισκέπτη η πλήρης σεξουαλική ελευθερία αλλά συχνά του επιβάλλεται υποχρεωτική συμμετοχή. Η πορνεία είναι ελεύθερη και η μοιχεία κανέναν δεν ενοχλεί. Το μόνο που απαγορεύεται στους άνδρες, είναι να κάνουν σεξ με τις νόμιμες γυναίκες τους».

Ανάλογες γιορτές στην Αγγλία συνδέονται με την Πρωτομαγιά. Στον μεσαίωνα ήταν παντού διάσημες στην «γιορτή των Τρελών». Στην αρχαία Ρώμη, συνέπιπταν με τα Σατουρνάλια. Στην Ελλάδα, με τις γιορτές της Διονυσιακής λατρείας. Στις πλαγιές του Κιθαιρώνα, γιόρταζαν τα Τριετηρικά, κάθε τρία χρόνια. Μόνο γυναίκες συμμετείχαν: Νύχτα, στο φως των πυρσών, φορώντας προβιές ελαφιών, με ξέπλεκα μαλλιά, στεφανωμένες με κισσούς και κρατώντας ιερούς θύρσους (ραβδιά τυλιγμένα με φύλλα κισσού) το έριχναν σε ξέφρενο χορό κι αχαλίνωτο τρέξιμο, καλώντας τον Διόνυσο με ουρλιαχτά.

Το Καρναβάλι ως Διονυσιακή Λατρεία

Ανάλογα δρώμενα υπήρχαν και στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο και συγκεκριμένα στα Διονύσια, τα Ανθεστήρια, τα Λήναια, τα Θεσμοφόρια, τα Κρόνια, τα Θεσσαλικά Πελώρια, τις γιορτές του Ερμή στην Κρήτη και διάφορες άλλες μικρότερες, με έντονο πάντα το Διονυσιακό στοιχείο, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μια πίστη σε μαγικές γονιμικές πράξεις.

Σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο, ο Διόνυσος ή Βάκχος λατρευόταν φανατικά στον Ορχομενό της Βοιωτίας αλλά οι κόρες του μυθικού βασιλιά Μινύα (Λευκίππη, Αλικιθόη και Αρσίππη) περιφρονούσαν τις τελετές. Ο Θεός θύμωσε με την ασέβειά τους και τις τρέλανε. Γεμάτες μανία, ρίχτηκαν στον Ίππασο, τον γιο της Λευκίππης, τον κατασπάραξαν κι έπειτα φύγανε στα βουνά. Από τότε, οι γυναίκες απόγονοι του Μινύα ονομάζονταν «ολείαι», ολέθριες.

Και υποχρεώνονταν σε βαρύ τίμημα: Στο βουνό της Γρανίτσας, το αρχαίο Λαφύστιο, οι κάτοικοι του Ορχομενού, επί τέσσερις συνεχείς νύχτες, τελούσαν τα Αγριώνια, προς τιμήν του Αγριώνιου Διονύσου. Τις τρεις πρώτες νύχτες, γυναίκες του Ορχομενού, με παρθένες του οίκου του Μινύα ανάμεσά τους, περιφέρονταν εκστασιασμένες στο βουνό ψάχνοντας να βρουν τον Διόνυσο, καλώντας τον να παρουσιαστεί. Αποκαμωμένες, την τέταρτη νύχτα ετοίμαζαν συμπόσιο και το έριχναν στο φαγοπότι.

Τη γιορτή παρακολουθούσαν υποχρεωτικά οι άνδρες της οικογένειας του μυθικού Μινύα, ντυμένοι με κουρέλια, βρόμικοι και τελείως αμέτοχοι στα δρώμενα. Πάνω στην έξαψη, εμφανιζόταν ο ιερέας του Διονύσου, μεταμφιεσμένος σε δαίμονα εχθρό του Θεού και με γυμνό ξίφος έστρωνε τις γυναίκες στο κυνήγι, χωρίς οι άνδρες να έχουν το δικαίωμα να επέμβουν. Οι γυναίκες έφευγαν πανικόβλητες αλλά ο ιερέας κυνηγούσε κυρίως τις παρθένες από την οικογένεια του Μινύα. Όποια προλάβαινε πρώτη, την σκότωνε θυσιάζοντάς την στον Βάκχο.

Αργότερα, όταν πια δεν υπήρχαν απόγονοι του Μινύα, ο ιερέας θυσίαζε την όποια παρθένα έπιανε πρώτη. Μετά, το έθιμο ατόνησε. Στους ιστορικούς χρόνους, η σφαγή της παρθένας είχε αντικατασταθεί από συμβολική θυσία. Μια μόνο φορά, πολύ αργότερα, στα χρόνια του Πλουτάρχου (Β’ μ.κ.ε. αι.), ο ιερέας Ζωίλος θέλησε να τηρήσει το έθιμο κι έσφαξε μια παρθένα. Αποτέλεσμα ήταν οι Ρωμαίοι κατακτητές να απαγορεύσουν τις τελετές, ο Ορχομενός να πληρώσει βαρύ πρόστιμο και η οικογένεια του Ζωίλου να αποκλειστεί από το ιερατικό επάγγελμα.

Ήταν τα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού, που προσπαθούσε να εξαλείψει το φαινόμενο των ανθρωποθυσιών από τη ρωμαϊκή λατρεία, καθώς ανάλογα κρούσματα δεν έλειπαν ούτε στην ίδια τη Ρώμη. Η ανθρωποθυσία είχε βαθιές ακόμα ρίζες, καθώς ερχόταν από τους εβραίους (θυσία του Αβραάμ), τους Αιγυπτίους και τους Φοίνικες, που θυσίαζαν στον Μολώχ.

Διόνυσος Ζαγρέας και Ορφέας, με περίπου κοινή μοίρα, αποτέλεσαν τον μοχλό της πίστης των ορφικών που τελούσαν τα ορφικά μυστήρια, ανοιχτά μόνο στους μυημένους. Ο Ορφισμός λατρευόταν με όργια και αναπτύχθηκε με κέντρο λατρείας τον Διόνυσο Ζαγρέα, τον Θεό που δίνει ψυχή στα πάντα. Ο άνθρωπος που εκπλήρωνε τις επιταγές της ορφικής διδασκαλίας, μπορούσε να ελπίζει στη λυτρωτική χάρη του Διονύσου και να απαλλαγεί από τη μεταθανάτια κόλαση του Άδη. Αλλιώς, η ψυχή του κινδύνευε να υποστεί τα μύρια όσα, ώσπου να φθάσει στον καθαρμό.

Ξεκινώντας από τη Θράκη, ο Ορφισμός εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και γύρω στον Στ’ π.κ.ε. αιώνα, είχε καταντήσει αληθινή μάστιγα, καθώς διάφοροι απατεώνες οι «ορφεοτελεστές» περιφέρονταν από τόπο σε τόπο και έναντι αμοιβής, αναλάμβαναν να απαλλάξουν από τις αμαρτίες τους, όχι μόνο τους ζωντανούς αλλά και τους πεθαμένους. Στην πραγματικότητα, ήταν οι εφευρέτες της επιχείρησης που μετά από 2000 χρόνια, ο πάπας Λέων Ι’ (1513 – 1521) ξεκίνησε με τα συγχωροχάρτια, προκαλώντας το σχίσμα της δυτικής Εκκλησίας σε καθολικούς και διαμαρτυρόμενους που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στις χριστιανικές κυρίως εκκλησίες. Κάτι ανάλογο έγινε και στην αρχαία Αθήνα του Στ’ π.κ.ε. αιώνα. Ήταν γύρω στα 535 π.κ.ε. όταν ο τύραννος Πεισίστρατος, άνθρωπος ξύπνιος και βαθιά μορφωμένος, καθιέρωσε τα Μεγάλα Διονύσια. Η λαμπρότητα του θεάματος αντιμέτωπη με τη θρησκοληψία και τη δεισιδαιμονία.

Οι γιορτές προς τιμήν του Θεού Διονύσου ήταν ξεχωριστές και περιλάμβαναν εύθυμες λατρευτικές πομπές, στις οποίες συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες χορευτές, τραγουδιστές, προσωπιδοφόροι, μεταμφιεσμένοι σε σατύρους και κενταύρους, ενώ αργότερα στις γιορτές της κλασικής εποχής συμμετείχαν ιδιαίτερες φαλλικές μορφές, πέρα από τους μασκοφορεμένους χορευτές. Η μεταμφίεση, και ιδιαίτερα η μάσκα είναι χαρακτηριστικό των εορτών του Διονύσου, που ενίοτε αποκαλείται Θεός – προσωπείο, καθώς το προσωπείο αποτελούσε την λατρευτική εικόνα του. Η μάσκα συμβόλιζε επίσης τη νέα μορφή του αναγεννημένου ανθρώπου, ενώ υπήρξε και σύμβολο μετουσίωσης, αλλά και επικοινωνίας με τους αόρατους κόσμους. Σύμφωνα μάλιστα με τον Γ. Φ. Όττο ο μασκοφόρος βιώνει την ιερή τρέλα, το πνεύμα του μαινόμενου Θεού, που εμποτίζει το προσωπείο του.

Για παράδειγμα, σε τελετουργίες του Διονύσου στη Θράκη, που θεωρείται η πλέον πιθανή πατρίδα του, υπήρχαν «ταυρόφθογγοι μίμοι» που μούγκριζαν προς τον Θεό, ενώ οι γυναίκες που τον λάτρευαν ως Διόνυσο Λαφύστιο έφεραν οι ίδιες κέρατα, μιμούμενες τον Θεό, γιατί τον φαντάζονταν ως ταυροκέφαλο. Αργότερα, μέσα από τις γιορτές του Διονύσου, γεννήθηκε το Ιερό Θέατρο, που σε πολλές παραστάσεις, όπως εκείνες του Αριστοφάνη, ο χορός μεταμφιεζόταν σε όρνιθες, νεφέλες, βατράχους, σφήκες κ.λ.π.

Ο Διόνυσος παρουσιάζεται πάντοτε ανάμεσα σε μια θορυβώδικη ακολουθία, όπου οι Μαινάδες αποτελούν το θηλυκό στοιχείο και οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και ο Πάνας το αρσενικό. Οι Μαινάδες, που ονομάζονταν επίσης και Βάκχες, ήταν Νύμφες. Οι Νύμφες είχαν αναθρέψει τον Διόνυσο στο βουνό Νύσα. Έγιναν οι πιστές ακόλουθες και συντρόφισσες του θεού του αμπελιού και τις βλέπουμε να καταγίνονται πρόθυμα με τον τρύγο, μαζί με τους Σειληνούς συχνά. Εμψυχωμένες από τον Διόνυσο, από το πνεύμα του θεού, ρίχνονταν αναμαλλιασμένες σε τρελές ορμητικές και ακανόνιστες διαδρομές, σαν με πηδήματα ελαφίνας, που προσπαθεί να ξεφύγει από την καταδίωξη του κυνηγού. Βγάζουν δυνατές κραυγές, χτυπώντας κρόταλα σαν μανιασμένες.

Ο Πλάτωνας ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα των δυνατοτήτων του, μόνο μέσω Μανίας σε δόση θεϊκά ρυθμισμένη: «νῦν δὲ τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν γίγνεται διὰ μανίας θείᾳ μέντοι δόσει διδομένης». Δικαιολογεί δε τη φαινομενική αυτή παραδοξολογία του με το ότι η Μανία είναι «Θείο δώρο» και αναφέρει 4 τύπους Μανίας: α) την προφητική (που εμπνέεται από τον Απόλλωνα), β) τη θρησκευτική (από τον Διόνυσο), γ) την ποιητική (από τις Μούσες) και δ) την ερωτική (από την Αφροδίτη και τον Έρωτα): «Τῆς δὲ θείας (μανίας) τέτταρα μέρη διελόμενοι μαντικὴν μὲν ἐπίπνοιαν Ἀπόλλωνος θέντες, Διονύσου δὲ τελεστικὴν, Μουσῶν δ’ αὖ ποιητικὴν, τετάρτην δὲ Ἀφροδίτης καὶ Ἔρωτος, ἐρωτικὴν μανίαν».

Η Θεία Διονυσιακή Μανία είναι ομαδική και μεταδοτική

«Θιασεύεται ψυχάν, ἐν ὄρεσι βακχεύων ὁσίοις καθαρμοῖσιν» (Βάκχες, 75). Οι δυο τεχνικές του Διονύσου είναι το κρασί κι ο χορός` σκοπός του δε η «κάθαρσις» με την ψυχολογική σημασία. Η μανία του χορού κι η ομαδική υστερία οδηγεί κατευθείαν στην κάθαρσιν, δηλαδή: στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Ο Θεός Διόνυσος είναι ο Ελευθέριος, ο Λύσιος Θεός, δηλαδή ο Απελευθερωτής Θεός, που κάνει τον άνθρωπο να πάψει να είναι ο εαυτός του και να απολυτρωθεί. Του δείχνει τον δρόμο της Ελευθερίας.

Ο οργιαστικός απελευθερωτικός χαρακτήρας της λατρείας του Διονύσου είναι ολοφάνερος. Η ύπαρξή του για τους ανθρώπους του είναι μια αδιάκοπη συνέχεια από θορυβώδικα γλέντια, που κατέληγαν σε όργια, όπου προπάντων έπαιρναν μέρος οι γυναίκες. Από όπου πέρναγε ο Διόνυσος, συνέβαιναν θαυμαστά φαινόμενα. Πηγές κρασιού και νερού στο έδαφος κι από τα βράχια ανάβλυζαν κι από τα ποτάμια κυλούσε μέλι και γάλα. Κι ήταν τα κορφοβούνια αγαπημένος του τόπος διαμονής, όπου τελούνταν οι γιορτές του, κατά προτίμηση τη νύχτα. Όμως ο ρόλος του Διονύσου δεν περιορίζεται στο να διώχνει θλίψεις και καημούς από τους ανθρώπους και να τους κάνει να ξεχνούν τις καθημερινές έγνοιες με τα χαρούμενα μεθύσια.

Ο Διόνυσος τιμωρούσε τους εχθρούς της λατρείας του, μεταδίδοντάς τους την ίδια φρενίτιδα που έπιανε τις Μαινάδες και σπρώχνοντάς τους σε πράξεις αλλόφρονες κι εξωφρενικές. Μάλιστα η μανία των Μαινάδων δεν γνώριζε όρια. Ξεσκίζανε ζώα και έτρωγαν ωμές τις σάρκες τους. Δεν γλίτωναν μήτε οι άνθρωποι από τη φονική τους παράκρουση όπως στον μύθο του Ορφέα που τον κατασπάραξαν οι Βάκχες, οι μαινόμενες.

Ο Διόνυσος ήταν και ο ευεργέτης της ανθρωπότητας. Τρέλαινε όσους ήταν αντίθετοι στη λατρεία του και δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σ’ αυτή, από την άλλη όμως μεριά εξασφάλιζε την ησυχία και τη γαλήνη των δικών του με τον πλούτο που χαρίζει η γεωργία. Του απέδιδαν την εφεύρεση του αρότρου, όπου πρώτος αυτός έζεψε βόδια. Ο Διόνυσος, συνέβαλε στην ανάπτυξη του πολιτισμού -υποβοηθώντας την ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων- και την καλή διοργάνωση πόλεων, όπου παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των αδυνάτων ενάντια σε όσους τους καταπιέζουν. Από τη λατρεία του Διονύσου γεννήθηκε το ελληνικό θέατρο, πράγμα που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε το γιο του Διός και της Σεμέλης Θεό της ποίησης και της μουσικής.

Ανθεστήρια

Η κλασική αθηναϊκή γιορτή προς τιμήν του Θεού Διόνυσου ήταν τα Ανθεστήρια, τριήμερη και γεμάτη γλέντια και κρασί, καθώς τότε άνοιγαν τους πίθους με το γιοματάρι. Τα Ανθεστήρια ήταν πομπή, με άνθη, τραγούδια, μουσικούς και σκώμματα (σατιρικοί αστεϊσμοί, από το ρήμα σκώπτω = κοροϊδεύω, χλευάζω, σατιρίζω) που έλεγαν ντυμένοι ως σάτυροι -ακόλουθοι του Διονύσου, κρατώντας θύρσους κοσμημένους με κισσό (σύμβολο γονιμότητας)- και φορώντας προσωπίδες οι συμποσιαστές.

Δηλαδή, οι κωμαστές (κωμάζω = γυρίζω με άλλους στους δρόμους, λέγοντας τραγούδια και πειράγματα και κώμος = νυχτερινή έξοδος – πομπή συμποσιαστών στους δρόμους, με προσωπίδες, λαμπάδες, μουσικά όργανα και σατιρικά τραγούδια. Εξ ου και κωμωδία. Ο κορυφαίος, σε άρμα, όπως κάθε κωμαστής «τρεκλίζει ο κισσοστέφανος, χορεύει ο θυρσοφόρος» έλεγε ο Α. Σικελιανός – με τα πειράγματά του έσουρνε σε άλλους «τα εξ αμάξης»

Τέλειωνε με την τελετή της χύτρας που περιφερόταν μουτζουρωμένη, γεμάτη σπόρους για προσφορά στον Διόνυσο, ενώ την ημέρα αυτή έζωναν τους ναούς με μια κορδέλα, απαγορεύοντας την είσοδο σ’ αυτούς. Οι εκδηλώσεις έκλειναν με θυσία σε δεκατέσσερις βωμούς, για τους επτά Τιτάνες και τις επτά Τιτανίδες, που είχαν κομματιάσει τον Διόνυσο όταν ήταν μωρό. Την ίδια ημέρα, οι ψυχές των νεκρών ξαναγύριζαν στον Άδη και οι νοικοκυραίοι ξόρκιζαν αυτές που αρνιόνταν να φύγουν φωνάζοντας: «Έξω από το σπίτι, ψυχές! Τα Ανθεστήρια τέλειωσαν».

Το Καρναβάλι στην Αιώνια Πόλη

Γιορτές καρναβαλικού περιεχομένου υπήρξαν και στους Ρωμαίους, όπως τα Βακχανάλια, τα Σατουρνάλια, τα Λιμπεράλια, τα Λουπερκάλια, τα Φεράλια [ή Φε-(β)ρουάλια], τα Παρεντάλια· στο Βυζάντιο ήταν οι Καλένδες (ή Καλάνδες) και στη μεσαιωνική Δύση η Γιορτή των Τρελών, ένα παραεκκλησιαστικό Καρναβάλι, που τελούνταν κατά τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου. Στη Γιορτή των Τρελών κατώτεροι κληρικοί, διάκοι και παπαδοπαίδια, εξέλεγαν τον ψευδοκαρδινάλιο ή τον πάπα των τρελών και τον χειροτονούσαν μέσα στην εκκλησία.

Εκεί χόρευαν μασκαρεμένοι, έψελναν φάλτσα αθυρόστομες παρωδίες εκκλησιαστικών ύμνων, έπιναν, έτρωγαν και έπαιζαν ζάρια. Μετά έβγαιναν στους δρόμους, χοροπηδούσαν διαβολεμένα, έριχναν μαγαρισιές στον κόσμο, και πήγαιναν στις ταβέρνες, συνεχίζοντας το πιόμα και τα ανόσια τραγούδια. Η παντοδύναμη Εκκλησία ήξερε πως εάν δεν έδινε στον καταπιεσμένο, φοβισμένο λαό έστω και μα ημέρα για να εκτονωθεί, δεν θα συνέχιζε να «πουλά τον Χριστό με το ζύγι», καταπώς έλεγε κι ο Καζαντζάκης, κρατώντας τον υποταγμένο υπό την απειλή της Κόλασης.

Παρόμοιες καταστάσεις συνέβαιναν στις Καλένδες, τις πλέον επίσημες και λαμπρές εορτές των βυζαντινών χρόνων με μεταμφιέσεις, στις οποίες αν και συμμετείχαν κληρικοί, κρίνονταν μη αποδεκτές και απαγορευμένες από την Εκκλησία. Στις Καλένδες οι βυζαντινοί έψελναν χορεύοντας, μεταμφιεσμένοι σε ζώα, τράγους, καμήλες, ελάφια, πιστεύοντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν ευθυμία για όλο το έτος. Τέτοια έθιμα υπήρξαν και σε νεότερους χρόνους, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, ακόμα και στην Ελλάδα.

Τα έθιμα του Καρναβαλιού πέρασαν με τον καιρό από την ύπαιθρο στις αναπτυσσόμενες πόλεις, όπου τα περιεχόμενά τους διαμορφώθηκαν ανάλογα και απέκτησαν καινούργια σημασία, αντανακλώντας νέους κοινωνικούς συσχετισμούς. Η μαγική αγροτική τελετουργία μετατράπηκε βαθμιαία σε πάνδημο αστικό θέαμα και ψυχαγωγία, με το λαό θεατή και πρωταγωνιστή. Στους νεώτερους χρόνους τα σύγχρονα Καρναβάλια έλαμψαν στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία, με τις γιορτές και τις πομπές των μασκοφόρων.

Στην Ιταλία τα Καρναβάλια απέκτησαν μεγάλη φήμη

Η Φλωρεντία του 15ου-16ου αιώνα γιόρταζε με τραγούδια, που είχαν αρχικά μυθολογικό περιεχόμενο, αλλά στη συνέχεια έγιναν επίκαιρα, αποκτώντας μεγαλύτερη απήχηση στο λαό. Την εποχή του ρομαντισμού είχε γίνει ξακουστό και το Καρναβάλι της Ρώμης· μια εικόνα του μας δίνει ο Γκαίτε, όταν μιλάει για ποικιλία κοστουμιών, που παρίσταναν φασουλήδες, δικηγόρους, ζητιάνους και γυναίκες του λαού, με κομφετί, εκκεντρικές κομμώσεις, αλλά και αλλόκοτα δρώμενα, όπως εκείνο της τελευταίας βραδιάς, που περιφέρονταν με κεριά τα οποία προσπαθούσαν μεταξύ τους να σβήσουν. Εκείνο όμως που ξεχώριζε πάντοτε για τη μεγαλοπρέπειά του ήταν το Καρναβάλι της Βενετίας, με εντυπωσιακές μάσκες και μεταμφιέσεις, πυροτεχνήματα, ακροβατικές επιδείξεις, παρελάσεις και ψευτομάχες.

Στη Γαλλία, από το 15ο αιώνα υπήρχαν οι «χοροί των μεταμφιεσμένων», γνωστοί ως μπαλ-μασκέ, ενώ κατά το 16ο αιώνα ήταν στη δόξα τους τα «momons», οχλαγωγίες από μασκαράδες και μουσικούς, που εισέβαλλαν απρόσκλητοι στα σπίτια και έπαιρναν μέρος στους χορούς και τις διασκεδάσεις· το 18ο αιώνα καθιερώθηκαν και τα μπαλ-μασκέ της Όπερας του Παρισιού. Στη Βόρεια Γαλλία χαρακτηριστικές ήταν οι παρελάσεις γιγάντων, στο Νότια Γαλλία οι πομπές των ζώων, στην Κεντρική Γαλλία οι «κερατάδες» του Σωγκζιλάνζ, και στα ανατολικά της χώρας οι «χοντροί» του Σαιν-Κλωντ.

Οι αποικισμοί και οι μεταναστεύσεις των λαών συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάμιξη των καρναβαλικών παραδόσεων που προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτισμούς και στη διαμόρφωση της σύγχρονη μορφής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αμερική, με την ανάμιξη ευρωπαϊκών, αφρικανικών, ασιατικών και αυτοχθόνων εθίμων, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων καρναβαλικών εορτών, όπως στο Σαλβαντόρ ντα Μπαΐα και στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, στη Λουϊζιάνα και στη Νέα Ορλεάνη της Κεντρικής Αμερικής, στα νησιά Τρινιντάντ και Τομπάγκο της Καραϊβικής· αυτά τα δύο νησιά αποτελούν μάλιστα ένα όμορφο παράδειγμα του πώς το Καρναβάλι μπορεί να ενώσει τον κόσμο, αφού σε αυτό το μικρό έθνος οι πεποιθήσεις και οι παραδόσεις πολλών πολιτισμών ενώνονται κάθε χρόνο, ξεχνώντας τις διαφορές τους και γιορτάζοντας το θαύμα της ζωής!

Τα δρώμενα του Καρναβαλιού δανείστηκαν πολλά στοιχεία από τις αρχαίες αφρικανικές παραδόσεις, όπως παρελάσεις μεταμφιεσμένων μασκοφόρων με ρυθμούς τυμπάνων, μεγάλες μαριονέτες, ραβδούχους μαχητές και ξυλοπόδαρους χορευτές. Στα έθιμα αυτά συχνά συμπεριλάμβαναν κυκλικές πορείες γύρω από το χωριό, για να προκαλέσουν καλή τύχη, θεραπεία και εξευμενισμό των αποθανόντων συγγενών, αλλά και φυσικά αντικείμενα (οστά, φτερά, χόρτα, χάντρες, κοχύλια, ύφασμα) για να δημιουργούν μάσκες, καπέλα και φορεσιές με πνευματικές δυνάμεις και ιδιότητες. Η μάσκα αποτελούσε ιερό αντικείμενο σε νεκρικές τελετές, ενώ τα φτερά συμβόλιζαν τη δυνατότητά μας ως άνθρωποι να ανυψωθούμε πάνω από τα προβλήματα, τους πόνους και την ασθένεια της καθημερινότητας, αναγεννημένοι σε ένα νέο κόσμο. Σήμερα, τα φτερά χρησιμοποιούνται με πολλούς τρόπους στη δημιουργία αποκριάτικων στολών.

Η Αποκριά

Μια σημαντικότατη γιορτή καρναβαλικού χαρακτήρα, που τελείται σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο πριν από την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής είναι η γιορτή της Αποκριάς (ή των Αποκριών ή Αποκρεών), μια περίοδος διασκέδασης κι ανεμελιάς, που σημάνει το οργιαστικό ξέσπασμα της ζωής και την εκδίωξη του θανάτου, τον ερχομό της άνοιξης και το τέλος του χειμώνα, την ευφορία της γης και τη γονιμότητα -φυσική και πνευματική- όλων των υπάρξεων. Η γιορτή αυτή είναι ένα χαρούμενο καλωσόρισμα στο Πνεύμα της Θεότητας που κατακλύζει τα πάντα, και μεταβάλει το θάνατο σε ζωή, τη θλίψη σε χαρά, συμπαρασύροντας τους ανθρώπους και τη φύση σε μια θεία ιερή μέθη, γεμάτη από την αγάπη για τη ζωή και το χτίσιμο ιδανικών.

Η Αποκριά σε οποιοδήποτε μέρος γιορταζόταν, περιλάμβανε μεταμφιέσεις και αποκτούσε πάνδημο χαρακτήρα. Οι ρωμαιοκαθολικοί την καθιέρωσαν πριν από εκατοντάδες χρόνια στην Ιταλία. Ήταν μια ξέφρενη εορτή αμφίεσης, που την ονόμαζαν Carnevale, από το λατινικό carnem levare ή carnis levamen, που σημαίνει «αποχή από το κρέας», εφόσον τη γιορτή ακολουθούσε η Σαρακοστή, όπου δεν επιτρεπόταν η βρώση κρέατος. Οι κυριότερες εκδηλώσεις της Αποκριάς των καθολικών συνηθίζονται πλέον κατά τις τρεις τελευταίες μέρες της κρεοφαγίας, δηλαδή Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη (γνωστή στα γαλλικά ως Mardi Gras, Αμαρτωλή Τρίτη). Η επόμενη μέρα, η Καθαρή Τετάρτη (Mercredi des Cendres = Τετάρτη των Τεφρών) είναι η αρχή της νηστείας της Σαρακοστής (Careme), αντίστοιχη της δικής μας Καθαρής Δευτέρας.

Οι Αποκριές στην Ελλάδα

Οι Αποκριές στην Ελλάδα, που αποκαλούνται από το λαό και «Μεγάλες Αποκριές» στην Κύπρο «Μεγάλες Σήκωσες» διαρκούν τρεις εβδομάδες και ξεκινούν την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μαζί με το Τριώδιο -το βιβλίο των εκκλησιαστικών ύμνων, που ψάλλονται στην εκκλησία από την εν λόγω Κυριακή μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Οι επόμενες τρεις Κυριακές των Αποκριών είναι η Κυριακή του Ασώτου, της Απόκρεω και της Τυρινής. Η Κυριακή της Τυρινής σημάνει τη λήξη αυτή της περιόδου και την έναρξη της μεγάλης Σαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα. Η πρώτη εβδομάδα ονομάζεται Προφωνή, Προφανή, Προφωνέσιμη ή Προφωνήσιμη, επειδή προφωνείται (ανακοινώνεται) η έναρξη των Αποκριών, επίσης Συγκόκαλη ή Απόλυτη, επειδή δεν εφαρμόζεται η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, καθώς και Αμολυτή, Αποβολή ή Απόλυτη, γιατί τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Επάνω Κόσμο· επιπλέον, αποκαλείται Λόκρια, Αρνοβδομάδα, Αρτσι Βούρτσι ή Αρτσι Μπούρτσι.

Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή, γιατί θεωρείται η περίοδος της κρεοφαγίας που σταματάει την Κυριακή της Απόκρεω, τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Η τρίτη και τελευταία εβδομάδα, που ξεκινάει μετά την Κυριακή της Απόκρεω, ονομάζεται της Τυρινής ή Τυροφάγου, γιατί περιλαμβάνει βρώση τυροκομικών.

Ιδιαίτερη θέση στην Κρεατινή εβδομάδα κατέχει η Τσικνοπέμπτη (ή Τσικνοπέφτη) και το Ψυχοσάββατο (ή Σάββατο των Ψυχών). Την Τσικνοπέμπτη η τσίκνα είναι διάχυτη παντού, καθώς οι άνθρωποι γιορτάζουν ψήνοντας κρέατα έξω από το σπίτι, κάτι που έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες, επειδή πίστευαν ότι οι νεκροί πετούσαν γύρω από τις φωτιές και γευμάτιζαν από τον καπνό και την τσίκνα. Ανάλογα, το Ψυχοσάββατο είναι αφιερωμένο στη λατρεία των νεκρών με προσφορά γευμάτων πάνω στους τάφους. Αυτά τα δύο έθιμα προέρχονται από τα Ανθεστήρια, που περιλάμβαναν προσφορές σπονδών και τροφίμων στους νεκρούς, για τους οποίους πίστευαν ότι τριγυρνούσαν εκείνες τις μέρες ανάμεσα στους ζωντανούς.

Αποκριάτικα Έθιμα στην Ελλάδα

Η Ανακύκλωση της Ζωής

Τα παλαιότερα χρόνια στον τόπο μας οι μέρες της Αποκριάς προσλάμβαναν ένα ιδιαίτερο λαϊκό χρώμα. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού πανηγυρισμού οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και αντίθετα, γινόταν η περιφορά του καρνάβαλου, του γαϊτανακιού και της καμήλας, με ομίλους χορευτών να γυρνάνε τις συνοικίες σκορπίζοντας το κέφι. Αναβίωναν διάφορες προλήψεις, μαντείες και δεισιδαιμονίες, ψάλλονταν εύθυμα και άσεμνα τραγούδια, γίνονταν εικονικές δίκες και επικρατούσε ένα γενικό ξεφάντωμα, μια γενική ευωχία.

Αναβαν φωτιές, που ονόμαζαν «Φανούς», «Κλαδαριές», «Μπουμπούνες», «Καψαλιές», «Χαλαούζιες» ή «Καλολόγους»· γύρω τους έστηναν χορούς και τις πηδούσαν με ευχές για υγεία και καλή τύχη, αντλώντας τη δύναμη που η φωτιά πίστευαν ότι έκρυβε. Στις μεταμφιέσεις χαρακτηριστικές μορφές ήταν ο γέρος, η νύφη και ο γαμπρός, ο αράπης και η αραπίνα, ο γιατρός και ο βοηθός του, ο παπάς και ο σατανάς, η καμήλα, η αρκούδα κ.λ.π. Άλλοτε πάλι έδιναν υπαίθριες παραστάσεις, κωμικού περιεχομένου, ενώ διαδεδομένα ήταν και τα κοινά συμπόσια.

Γέννηση, ανάπτυξη, γάμος, θάνατος και αναγέννηση του ήρωα, είναι ένα δράμα που παίζεται ακατάπαυστα. Είναι η ανακύκλωση της ζωής, στην οποία συμμετέχει ολόκληρη η κοινότητα, στην αγορά του χωριού ή της πόλης. Μέσα από τις μάσκες, τα ανδρείκελα, τις μεταμφιέσεις οι άνθρωποι «γίνονταν ένα σώμα» και βίωναν την αναγεννητική διαδικασία. Γιόρταζαν πάνω από όλα τον ερχομό του νέου -του νέου χρόνου, της νέας άνοιξης, της νέας ζωής- το καινούργιο που εμφανίζεται στον κόσμο.

Αυτά τα αποκριάτικα έθιμα διατηρούνται ακόμα και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στο Σοχό Λαγκαδά στη Θεσσαλονίκη, με πανηγυρισμούς, με αγερμούς και τραγούδι, από μεταμφιεσμένους με προβιές τράγου, ψηλά καλύμματα στο κεφάλι από πολύχρωμες κορδέλες, γουρουνοτσάρουχα στα πόδια και μάσκες με πούλιες και μακριά μουστάκια· κρατώντας ξύλινο γιαταγάνι ή αγκλίτσα, ταγάρι με ούζο, κρασί και πορτοκάλια, περπατούν ρυθμικά, πηδούν και σείονται, κουδουνίζουν και τραγουδούν, κερνούν τους ανθρώπους, πότε στα μαγαζιά και τις ταβέρνες, πότε στους δρόμους.

Στη Θράκη, κατά το παλιό αποκριάτικο δρώμενο του «Καλόγερου», η καμπουρίτσα Μπάμπω γεννάει ένα εφταμηνίτικο μωρό που μεγαλώνει στο άψε-σβήσε. Το καλάθι δεν το χωράει, τρώει και πίνει τον περίδρομο, ανδρώνεται, γυρεύει γυναίκα, παντρεύεται, έρχεται στα χέρια με τον κουμπάρο του, σκοτώνεται, μοιρολογιέται και κηδεύεται. Ξαφνικά όμως ανασταίνεται θαυματουργά και οργώνει τη γη μαζί με το μετανιωμένο του φονιά. Ο θάνατος και η ανάσταση του γαμπρού μας παραπέμπουν στο θάνατο του Διόνυσου το χειμώνα και στην ανάστασή του την άνοιξη, ενώ το καλάθι της γριάς το Λίκνο του, που χρησίμευε ως κόσκινο και κούνια (Λικνίτης ήταν γνωστή επωνυμία του Διόνυσου).

Στην ίδια περιοχή τη Δευτέρα της Τυρινής εβδομάδας τελείται ο «Μπέης» ή «Κιοπέκ Μπέης», ευετηριακό δρώμενο, με αγερμούς, ευχές σε κάθε σπίτι για «καλοχρονιά με πολύ στάρι και πολύ κριθάρι», εικονικό όργωμα, εικονική σπορά και αγώνες -πήδημα, ρίξιμο πέτρας, τρέξιμο, πάλη- χορούς και τραγούδια. Στη Νάουσα «Μπούλες» και «Γενίτσαροι» με παραδοσιακές στολές και προσωπίδες, χορεύουν σε ομάδες, με ήχους ζουρνάδων και νταουλιών, σε ανάμνηση των αρματολών της τουρκοκρατίας, που κυκλοφορούσαν μεταμφιεσμένοι τις Αποκριές για να κρύβονται.

Στα χωριά του Παγγαίου, κατά το πανάρχαιο διονυσιακό έθιμο της Ντερβένας, που ανάγεται στην πυρολατρεία των αρχαίων χρόνων, οι άνθρωποι πηδούν πάνω από μεγάλες φωτιές (ντερβένες), που έχουν διπλό σκοπό· αφενός ζεσταίνουν τις καρδιές, αφετέρου εξαγνίζουν τους ανθρώπους, απαλλάσσοντάς τους από τα παλιά ακάθαρτα στοιχεία, σε μια φυσική και πνευματική αναγέννηση, με τον ερχομό της άνοιξης και της Ανάστασης του Πάσχα. Εξάλλου, η φωτιά είχε ανέκαθεν εξαγνιστικό χαρακτήρα και προκαλεί την κάθαρση, την αναγέννηση.

Στη Σκύρο έχουμε τους τραγόμορφους Γέρους και τις Κορέλες, σε ένα ερωτικό παιχνίδι, με μεταμφιεσμένους που σηκώνουν πάνω τους πολλά κουδούνια, συχνά τριάντα, πενήντα ή και περισσότερα, προκαλώντας πανδαισία ήχων. Στη Ζάκυνθο γίνονται θεατρικές παραστάσεις, οι λεγόμενες «Ομιλίες», αλλά και απαγγελίες αυτοσχέδιων σατιρικών στίχων με έντονη αθυροστομία. Στο Δαφνί της Σπάρτης οι άνδρες μεταμφιέζονται σε νύφη και γαμπρό, και επικρατούν αυτοσχέδιοι διάλογοι, χοροί γύρω από εθιμικές φωτιές, τραγούδια, κέφι, τολμηρά πειράγματα και κρασί.

Ο «Πεθαμένος στη Γκούβα», ένα Δρώμενο των Σαρακατσάνων της Ηπείρου με έντονο το στοιχείο της μαγείας, άρχιζε με το ηλιοβασίλεμα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς και τελείωνε τα χαράματα της Καθαρής Δευτέρας. Ένας θίασος ανδρών υποδυόταν το γαμπρό, τη νύφη, τα πεθερικά, τους γέρους, το γύφτο και άλλα πρόσωπα. Οι γέροι φορούσαν μάσκες και κάπες από προβιές ζώων, κουδούνια στη μέση, ενώ κρατούσαν μεγάλα ραβδιά, με τα οποία χτυπούσαν τη γη. Ένας τσοπάνης ξάπλωνε πεθαμένος μέσα σε μια γκούβα (γούβα ή λάκκος) και ο θίασος τον μοιρολογούσε, ενώ στο τέλος χόρευαν, με πρωτοχορευτή τον πεθαμένο και αναστημένο τσοπάνη.

Η λήξη των Αποκριών σηματοδοτείται από την πομπή και το κάψιμο του καρνάβαλου. Είναι σημάδι ότι η γεύση της Ελευθερίας, της ανεμελιάς και της ουσίας της Ζωής τελείωσε και ο σκλάβος-άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην φυλακή της καθημερινότητας του αναλαμβάνοντας και πάλι τον ρόλο του πεπρωμένου του. Μέχρι τον επόμενο χρόνο … αν είναι ζωντανός!

Ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα

Εκείνη τη μέρα στην Αγία 'Αννα της Εύβοιας οι γυναίκες τραγουδούν τα «γαμοτράγουδα», μαζί με τολμηρά αστεία, πειράγματα και λόγια χωρίς «ηθικούς φραγμούς», με θέμα το φαλλό και το αιδοίο, των οποίων οι μετέχοντες φέρουν ομοιώματα· ένα δρώμενο που ανάγεται στα Μικρά ή Κατ’ Αγρούς Διονύσια, και στα Μεγάλα Διονύσια, που ήταν χαρούμενες ελεύθερες γιορτές με πομπή φαλλού, τον οποίο συνόδευαν με χορωδίες, τραγούδια και προσφορές, ακόμα και οι δούλοι. Ο φαλλός ήταν σύμβολο του Διονύσου ως Θεού της γονιμότητας, και κάθε τέτοια μαζική πομπή αποσκοπούσε στο να προκαλέσει την ευφορία των αγρών και των κήπων, αλλά και τη γονιμότητα των σπιτικών.

Η χρησιμοποίηση, λοιπόν, σεξουαλικών και ερωτικών συμβόλων, που συνδυάζεται συχνά με τις παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις αυτής της περιόδου, δεν δηλώνει μόνο την σεξουαλική πράξη. Συμβολίζει ευρύτερα την πηγή, τη μήτρα της ζωής, τη ρίζα της ανανέωσης, την πηγή της ανάστασης. Αποτελούν ένδειξη της εκδήλωσης των γονιμοποιών δυνάμεων της ζωής και τη διαδικασία γέννησης ενός νέου «σώματος», με την ευρύτερή του έννοια, είτε πρόκειται για το ανθρώπινο σώμα, είτε για το σώμα της κοινωνίας ή ακόμα και ολόκληρης της φύσης και της Δημιουργίας.

Επιπλέον, το έθιμο του εικονικού γάμου, που περιλαμβάνεται στα καρναβαλικά έθιμα, ανάγεται στην αρχαιότητα και ήταν λατρευτικό στοιχείο των διονυσιακών τελετών· η «Ιερογαμία» του Θεού Διονύσου με τη σύζυγο του βασιλιά της πόλης, στο «Βουκολείον» Ιερό, αποτελούσε μέρος των αθηναϊκών Ανθεστηρίων και αποτελούσε μια μαγική πράξη επίκλησης της γονιμικής δύναμης για την καρποφορία, αλλά και την εξασφάλιση της καλής χρονιάς στην ευρύτερή της έννοια, που θα πρόσφεραν οι Θεοί. Όμως, πέρα από αυτά ο γάμος συμβολίζει την ενότητα και την υπέρβαση των χωριστικών τάσεων του ανθρώπου και της κοινωνίας. Και κάθε Καρναβάλι γιορτάζει την κρυμμένη ενότητα του παλιού και του καινούργιου, του γήρατος και της νεότητας, της άνοιξης και του χειμώνα, της ζωής και του θανάτου, είναι μια γιορτή που ανατρέπει, αλλά και συνταιριάζει.

Μες στην Τρελή Αποκριά

Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Αποκριές και γενικότερα τα καρναβαλικά δρώμενα, συνδέονται με αναγεννητικές, εξευμενιστικές δυνάμεις, που επιφέρουν λύτρωση και απελευθερώνουν τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη φύση από τα δεσμά του φόβου και του θανάτου, που συγκρατούν τον κόσμο σε συγκεκριμένους χωροχρονικούς περιορισμούς, κάτω από την επιρροή οποιασδήποτε μορφής εξουσίας και κατεστημένου. Επιπλέον, οι γιορτές αυτές συμφιλίωναν ανέκαθεν τον άνθρωπο με το στοιχείο του θανάτου και του έδιναν τη δυνατότητα να λειτουργεί ελεύθερα σε σχέση με αυτό το ζήτημα, συμμετέχοντας στην διαδικασία του αέναου αναγεννητικού κύκλου των εποχών και της δημιουργίας.

Στις μέρες μας ο κόσμος βιώνει βαριά «την ανάσα του θανάτου και του νεκρού να περιπλανιούνται γύρω του», βιώνει έναν χειμώνα, μια σκοτεινή νύχτα της ψυχής. Όμως ο κύκλος του θανάτου και της ζωής είναι αέναος και σπειροειδής [αναζήτησε το σχετικό άρθρο] και οδηγεί την ανθρωπότητα μέσα από δυσκολίες και εμπόδια, μέσα από δοκιμασίες, μάχες και ανατροπές σε μια αναγέννηση, σε μια ανανέωση. Η μέθη και η χαρά της Ζωής, η ορμή του Φωτός και η Ιερή Μανία φέρνει ανάταση, και μαζί με την αναγέννηση του Θεού, αναγεννιέται κι ο άνθρωπος.

Ο άνθρωπός, η ζωή, ολόκληρος ο κόσμος μεταμορφώνεται, αλλάζει διαρκώς προσωπεία και μεταμφιέσεις παροδικές. Πίσω όμως από αυτές τις εφήμερες όψεις κρύβεται το αιώνιο, το άφθαρτο, το πνευματικό φως, ο τελικός θρίαμβός της ζωής, και οι άνθρωποι, μέσα από τις πανάρχαιες τελετές που φτάνουν σε εμάς ως Αποκριές, συμμετείχαν ανέκαθεν και ενίσχυαν την έλευση του καινούργιου. Ήταν μια σύμπραξη με τη Θεότητα, ένα κάλεσμα για το δυναμικό, πανηγυρικό ερχομό της, στη μορφή του Αρχαίου Διονύσου, στη μορφή του θυσιασμένου Θεού-Λυτρωτή.

Σήμερα, σε μια σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι καλούμαστε να ανατρέψουμε μέσα στην ίδια μας τη συνείδηση την εικόνα που έχουμε χτίσει για τον κόσμο και τον εαυτό μας, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάτι καινούργιο να λάμψει. Η Άνοιξη και ο Χειμώνας, η Ζωή και ο Θάνατος ουσιαστικά βρίσκονται μέσα μας. Ο κύκλος των εποχών δεν είναι ξεχωριστός από εμάς. Ο ρόλος του ανθρώπου είναι να συμμετέχει ενεργά στην εκδήλωση των δημιουργικών δυνάμεων της Ζωντανής Ζωής, ωθώντας σε ανανέωση κι εξέλιξη, σε κίνηση και αλλαγή. Αυτό ακριβώς γινόταν και παλιότερα, μέσα από τις Ιερές Τελετές και τα Μυστήρια, ενώ στις μέρες μας, σε μια εποχή που όλα ανατρέπονται, παρέχεται η ευκαιρία για μια εκ νέου Ιερή Μανία του ανθρώπου, του δημιουργικού, ανώτερου, πνευματικού ανθρώπου, που θα εξευμενίσει τον Θάνατο και θα φέρει Ελευθερία από την Ζωή.

Φέτος μην κάψετε τον Μεγάλο Θεό Καρνάβαλο κρατήστε τον ζωντανό μέσα σας κι ακολουθήστε τα κελεύσματα του για Ελευθερία και Ιερή Μανία. Κάντε τον υπόδειγμα της ζωής σας, αλλά ΚΡΥΦΑ μην το μοιραστείτε με κανέναν βέβηλο και ιερόσυλο. Εξάλλου, το Διονυσιακό στοιχείο είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή των Ελλήνων, συνυφασμένο με την Δύναμη και την Ανεξαρτησία, το γλέντι και την χαρά, την δημιουργικότητα και την ανάταση, πάνω από τις καθημερινές ψευδείς κι ασήμαντες δυσκολίες· το πνεύμα του Θεού Διονύσου είναι ζωντανό ανάμεσα μας, έτοιμο να μας ξεσηκώσει, μέσα στη Θεία Ιερή Μέθη και Μανία Του. Αυτήν την Ιερή Μανία την ακολουθούν μονάχα οι Δυνατοί!

Νίτσε: Η αμαρτία επινοήθηκε για να κάνει αδύνατη την επιστήμη, την πνευματική καλλιέργεια, κάθε ανύψωση και ευγένεια του ανθρώπου.

Η αρχή της Βίβλου περιέχει ολόκληρη την ψυχολογία του ιερέα.

Ο ιερέας ξέρει μόνο έναν μεγάλο κίνδυνο: Την επιστήμη, την υγιή σύλληψη του αιτίου και του αποτελέσματος.

Η επιστήμη όμως δεν ευδοκιμεί γενικά παρά μόνο κάτω από συνθήκες ευτυχίας· πρέπει να υπάρχει ένα πλεόνασμα χρόνου και πνεύματος, για γίνει εφικτή η «γνώση».

«Επομένως, ο άνθρωπος πρέπει να γίνει δυστυχισμένος» -αυτή ήταν η λογική του ιερέα σε όλες τις εποχές.

Μαντεύει κανείς τώρα τί εισήχθηκε, σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, για πρώτη φορά στον κόσμο: Η «αμαρτία»…

Η έννοια της ενοχής και της τιμωρίας, ολόκληρη η «ηθική τάξη», επινοήθηκε εναντίον της επιστήμης, ενάντιον της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τον ιερέα.

Ο άνθρωπος δεν πρέπει να κοιτά έξω, δεν πρέπει να κοιτά μέσα στον εαυτό του· δεν πρέπει να κοιτά τα πράγματα με εξυπνάδα και προσοχή, για να μάθει, δεν πρέπει να κοιτά καθόλου· πρέπει να υπόφερει….

Και πρέπει να υποφέρει με τέτοιο τρόπο ώστε να χρειάζεται πάντα τον ιερέα.

Κάτω οι γιατροί! Ένας «σωτήρας» χρειάζεται.

Η έννοια της ενοχής και της τιμωρίας, μαζί με το δόγμα της «χάρης», της «λύτρωσης», της «άφεσης» -ψέματα πέρα για πέρα, χωρίς καμιά ψυχολογική πραγματικότητα- επινοήθηκαν για να καταστρέψουν στον άνθρωπο την έννοια των αιτίων· είναι απόπειρα δολοφονίας κατά του αιτίου και του αποτελέσματος!

Και δεν είναι μια απόπειρα δολοφονίας με το χέρι, με το μαχαίρι, με την ειλικρίνεια στο μίσος και στην αγάπη!

Έχουν γεννηθεί από τα πιο δειλά, τα πιο πονηρά, τα πιο ταπεινά ένστικτα.

Απόπειρες ιερέων! Απόπειρες παρασίτων! Βαμπιρισμός ωχρών, υποχθόνιων αιματορουφηχτρών!

Όταν οι φυσικές συνέπειες μιας πράξης δεν είναι πια «φυσικές», αλλά θεωρούνται ότι προκαλούνται από τα εννοιακά φαντάσματα της δεισιδαιμονίας, από τον «Θεό», από τα «πνεύματα», από τις «ψυχές», σαν να ήταν απλώς «ηθικές» συνέπειες, σαν να ήταν ανταμοιβή, τιμωρία, νύξη, μέσα εκπαίδευσης, τότε έχει καταστραφεί η προϋπόθεση της γνώσης, τότε έχει διαπραχθεί το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

Για να το πούμε μια φορά ακόμη, η αμαρτία, αυτή η κατ’ εξοχήν μορφή αυτοβεβήλωσης του ανθρώπου, επινοήθηκε για να κάνει αδύνατη την επιστήμη, την πνευματική καλλιέργεια, κάθε ανύψωση και ευγένεια του ανθρώπου· ο ιερέας κυριαρχεί μέσω της επινόησης της αμαρτίας…

Φρίντριχ Νίτσε, Ο Αντίχριστος

Η Ιστορία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και η θρησκεία των δικαιωμάτων του ανθρώπου

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ;

Ενώ μερικά λεξικά τα ορίζουν ως «προνόμιο», όταν ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μιλάμε για κάτι πιο θεμελιώδες.

Όλοι οι άνθρωποι έχουν ορισµένα θεμελιώδη δικαιώµατα — απλά και µόνο επειδή είναι ανθρώπινα όντα. Αυτά, τα λεγόμενα «Ανθρώπινα Δικαιώματα» δεν είναι απλά προνόμια, που μπορούν να αφαιρεθούν εξαιτίας της ιδιοτροπίας κάποιου άλλου.

Είναι «δικαιώµατα» γιατί είναι πράγµατα που σου επιτρέπουν να είσαι, να κάνεις και να έχεις. Αυτά τα δικαιώµατα υπάρχουν για να σε προστατέψουν από ανθρώπους που ίσως να θέλουν να σου κάνουν κακό ή να σε πληγώσουν. Υπάρχουν επίσης για να µας βοηθήσουν να ζούµε σε µια ατµόσφαιρα φιλικότητας µεταξύ µας και να ζήσουμε ειρηνικά.

ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Αρχικά, οι άνθρωποι είχαν δικαιώµατα απλώς και µόνο επειδή αποτελούσαν µέλη µιας οµάδας, όπως η οικογένεια.

Έπειτα το 539 π.Χ., ο Κύρος ο Μέγας, αφού κατέκτησε τη Βαβυλώνα, εντελώς αναπάντεχα ελευθέρωσε όλους τους σκλάβους, έτσι ώστε να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ακόµα, διακήρυξε ότι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωµα να επιλέξουν τη δική τους θρησκεία.

Ο Κύλινδρος του Κύρου, µια πήλινη πινακίδα που περιέχει αυτές τις εξαγγελίες, θεωρείται η πρώτη διακήρυξη ανθρωπίνων δικαιωµάτων στην ιστορία.

Η ιδέα των ανθρωπίνων δικαιωµάτων γρήγορα εξαπλώθηκε στην Ινδία, στην Ελλάδα και τελικά, στη Ρώµη. Οι πιο σηµαντικές εξελίξεις από τότε περιέλαβαν:

1215: Τη Μάγκνα Κάρτα — η οποία καθιέρωσε νέα δικαιώµατα και κατέστησε το βασιλιά υποτελή στο νόµο.

1628: Η Αίτηση για Δικαιοσύνη — κείμενο το οποίο προέβαλε τα δικαιώµατα και τις ελευθερίες του λαού.

1776: Η Διακήρυξη Ανεξαρτησίας των Ηνωµένων Πολιτειών — η οποία διακήρυξε το δικαίωµα στη ζωή, στην ελευθερία και στην επιδίωξη της ευτυχίας.

1789: Η Διακήρυξη των Δικαιωµάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, — έγγραφο της Γαλλίας που καθιέρωσε το ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον του νόµου.

1948: Η Οικουµενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωµάτων — το πρώτο καταστατικό που δηλώνει επίσηµα τα τριάντα δικαιώµατα που έχει κάθε ανθρώπινο ον.

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Η ιδεολογία των δικαιωμάτων ΤΟΥ ανθρώπου και το δικαίωμα ΤΩΝ ανθρώπων» των ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΕΝΟΥΑ και ΓΚΙΓΙΩΜ ΦΕΫ. Εκδ. «ελεύθερη σκέψις»

Κατά την διάρκεια μιας συνεδριάσεως της επιτροπής που επιφορτίστηκε να διατυπώσει την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που επικυρώθηκε το 1948, κάποιος που απορούσε και θαύμαζε για το ότι τόσοι εκπρόσωποι διαφορετικών ιδεολογιών μπορούσαν να συμφωνήσουν για την έννοια των «δικαιωμάτων του ανθρώπου», έλαβε την απάντηση ενός άλλου συνέδρου, ότι υπήρχε πράγματι μια συμφωνία αλλά υπό τον όρο κανένας να μη ρωτήσει «γιατί πράγμα»! (Αναφέρεται στην ιταλική έκδοση «Idiritti del’ uomo» – τα δικαιώματα του ανθρώπου – εκδ. Μιλάνου, 1960 σελ. 12).

Πράγματι, επιφανειακά είναι ωραίο πράγμα να διακηρύσσεται ότι «όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαιώματα», ή ακόμη ότι «όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ως προς την αξιοπρέπειά τους». Αλλά τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις; Αναφορικά σε τι έχουν δικαιώματα οι άνθρωποι; Για ποιόν άνθρωπο γίνεται λόγος; Τι είναι η «ίση αξιοπρέπεια»; Αυτά είναι τα ερωτήματα στα οποία πρέπει να δώσουμε απάντηση.

Η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου στηρίζεται σε τέσσερα άρθρα πίστεως:

1. Την δοξασία της ενότητας του ανθρώπινου είδους, δια της ηθικής σημασίας της ενότητας αυτής.
2. Την δοξασία της υπάρξεως ενός «ανθρώπινου προσώπου», ανεξάρτητα από τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά κάθε ατόμου.
3. Την δοξασία μιας «ανθρώπινης φύσεως», που καθιστά την βάση ενός «φυσικού δικαιώματος».
4. Την δοξασία της πρωτοκαθεδρίας του ατόμου έναντι των οργανικών και ιστορικών κοινοτήτων που αποτελούν τις πνευματικές καλλιέργειες (κουλτούρες) των λαών και των εθνών.

Η πρώτη από τις δοξασίες αυτές συνίσταται στο να θεωρεί κανείς αυταπόδεικτο ότι «κάθε άνθρωπος είναι μέλος ενός μοναδικού και οικουμενικά κυρίαρχου ζωικού είδους – του Homo Sapiens – όχι μόνον ατομικά, αλλά και ότι αυτό το βιολογικό γεγονός συμπεριλαμβάνει και ηθικές υπευθυνότητες» (Έντμουντ Ληήτς, «Η ενότητα του ανθρώπου και άλλα δοκίμια»). Η ενότητα του ανθρώπινου είδους τίθεται εδώ με την μορφή ισοδυναμίας.

Σύμφωνα με την έννοια αυτή, η ανθρωπότητα (θα πρέπει να) είναι αρκετά «ομοιογενής», ώστε κάθε άτομο να μπορεί να θεωρείται ουσιαστικά ισοδύναμο μ’ ένα άλλο. Έτσι, οι διαφορές που παρατηρούνται μεταξύ των ανθρώπων θα έπρεπε να θεωρούνται επιφανειακές, δευτερεύουσες, ή μεταβατικές.

Η ιδέα αυτή σαν «εμφανής», είναι σχετικά νέα. Και δικαίως ο Μισέλ Φουκώ σημειώνει ότι «ο άνθρωπος είναι μια εφεύρεση, της οποίας η αρχαιολογία της σκέψεώς μας αποδεικνύει εύκολα την αρχαία ημερομηνία της». («Οι λέξεις και τα πράγματα», εκδ. Γκαλιμάρ, 1966). Αλλά η διακήρυξη αυτή έχει μακρά προηγούμενη ιστορία.

«Η ιδέα του ανθρώπου είναι βιβλική», γράφει η Μπλαντίν Μπάρρετ Κρήγκελ.

Πράγματι, η Βίβλος είναι η πρώτη που, από την έναρξη του χρόνου, φέρνει στο προσκήνιο έναν μοναδικό άνθρωπο (ή μια μοναδική ανθρωπότητα) δημιούργημα ενός Θεού, επίσης μοναδικού.

Σύμφωνα με την Ζολύ Άϊζενμπερκ και τον Αρμάν Αμπεκασί «ο Εβραίος, αναλογιζόμενος τις πρώτες στιγμές της ανθρωπότητας, θέτει αυθόρμητα ένα μόνο πρόγονο στην καταγωγή της. Γιατί; Διότι στο επίπεδο των δικών του πνευματικών αξιών, θέλει να υπογραμμίσει με δύναμη την ισότητα των ανθρώπων και έτσι την ανάγει στην ενότητα της καταγωγής. Ενότητα του ανθρώπου, αλλά επίσης ενότητα του ανθρώπινου είδους.

Οι ραβίνοι μας, λένε: Να γιατί ο Θεός δημιούργησε την ανθρωπότητα από έναν μοναδικό άνθρωπο. Για να μη μπορεί κανείς να πει ότι ο δικός του πρόγονος προϋπήρχε του άλλου. Και προσθέτουν: Όλοι οι άνθρωποι είναι όσοι, σαν δημιουργήματα ενός και του ίδιου θεού, ενός Θεού μοναδικού. Αν ο Θεός δημιούργησε έναν, μοναδικό άνθρωπο, είναι για να μη μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι μπορεί να υπάρχουν πολλοί θεοί. Άρα, η μοναδικότητα του ανθρώπου, μαρτυρεί για την μοναδικότητα του θεού».

Η θρησκεία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, θεμελιωμένη στον μονοανθρωπσμό εμφανίζεται λοιπόν εξ αρχής δεμένη, αφ’ ενός μεν με τον ισοπεδωτισμό, αφ’ ετέρου δε με τον μονοθεϊσμό. Η βιβλική σκέψη είναι μονοανθρωπιστική και μονογεννηστική, γιατί ακριβώς είναι μονοθεϊστική. Είναι η έμμονη ιδέα του «Ιδίου Πράγματος», η βασιλεία του «Μόνος» (Ελληνικά στο κείμενο). Όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι μπροστά στον Γιαχβέ.

Για μας, οι διακηρύξεις αυτές δεν αντέχουν σε εξετάσεις. Για την Αρχαία Ευρώπη, η αφηρημένη έννοια «άνθρωπος» δεν υπάρχει. Υπάρχουν «οι» άνθρωποι: είναι Έλληνες, Ρωμαίοι, βάρβαροι, πατρίκιοι, δούλοι κ.ο.κ. Τον 18ο αιώνα, ο Έντμουντ Μπέρκ, κάνοντας κριτική των ιδεών του 1789 ξαναβρίσκει την κοσμοθεώρηση αυτή.

Την ίδια περίπου εποχή, ο Ζοζέφ ντε Μαίτρ γράφει: «Δεν υπάρχει η έννοια-άνθρωπος στον κόσμο. Έχω δει στην ζωή μου Γάλλους, Ιταλούς, Ρώσους κ.ο.κ. Μάλιστα, χάρις στον Μοντεσκιέ, ξέρω ότι μπορεί να είναι κανείς Πέρσης. Αλλά τον «άνθρωπο», δηλώνω ότι ποτέ δεν τον συνάντησα στην ζωή μου».

Μπορεί κανείς βέβαια να μιλήσει για «άνθρωπο» υπό μεταφορική έννοια. Αλλά πρόκειται για άνεση της γλώσσας, που, σε τελική ανάλυση, βασίζεται πάντα στην αντίληψη μερικών τύπων ανθρώπων.

Μπορούμε να μιλήσουμε για τα δικαιώματα των ανθρώπων, για τις ελευθερίες των Ρώσων, των Αφγανών, των Πολωνών, όπως επίσης και των λαών που είναι υποδουλωμένοι στον επεκτατισμό του αμερικανισμού. Ξέρουμε περί τίνος πρόκειται. Αλλά για τα αφηρημένα δικαιώματα ενός «καθαυτού ανθρώπου», δεν ξέρουμε τίποτα και δεν μπορούμε να ξέρουμε τίποτα. Ο «οικουμενικός» άνθρωπος δεν υπάρχει.

Υπάρχει όμως, αντίθετα μια ζωολογική ενότητα του ανθρώπινου είδους. Με την ακριβή έννοιά της, η «ανθρωπότητα» είναι το ανθρώπινο είδος. Αλλά πρόκειται για καθαρά βιολογική έννοια. Και δεν πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να καθοριστεί ουσιαστικά μέσω των βιολογικών χαρακτηριστικών του. Θεωρούμε, αντίθετα ότι αυτό που είναι το ειδικό στον άνθρωπο, αυτό που θεμελιώνει και συνιστά τον άνθρωπο – ως – άνθρωπο, ανήκει στον τομέα της πνευματικής καλλιέργειας και της ιστορίας.

Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο ζώον. Δεν καθορίζεται μόνο από το γεγονός ότι ανήκει στο είδος. Μάλιστα, απ’ όλα τα ζώα, είναι ο μόνος που δεν είναι ενεργούμενο της συμμετοχής του στο είδος. Ο άνθρωπος είναι ον μορφώσεως (κουλτούρας). Και στο μορφωτικό επίπεδο, δεν υπάρχει κοινό παράδειγμα στην ανθρωπότητα. Από ιστορικής απόψεως, οι πνευματικές καλλιέργειες αποκρυσταλλώνονται πάντα στον πληθυντικό.

Το να μιλήσει κανείς από μορφωτικής απόψεως για «ανθρωπότητα» σημαίνει την επαναφορά της μορφώσεως στη φύση, την σμίκρυνση της Ιστορίας σε Βιολογία. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι οπαδοί της ιδεολογίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι αυτοί που πέφτουν στην «βιολογική σμίκρυνση» του ανθρώπου, εισάγοντας μια ηθική επιταγή σ’ ένα γεγονός που ανήκει στον τομέα της ζωολογίας.

Άλλωστε, η έννοια του «είδους», είναι κι αυτή μεταβατική: η διαδικασία της επιλεκτικής προσαρμογής της φύσεως δημιουργεί μια πολυμορφία, η οποία, με τον χρόνο, είναι ίσως δυνατόν να καταλήξει σε νέα είδη. Κυρίως όμως μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν η έννοια αυτή, όταν αναφέρεται στον άνθρωπο, είναι καταλληλότερη.

Όπως γράφει ο Ζακ Ρυφιέ, κατά το μέτρο που, η «πολιτιστική κληρονομικότητα» παίρνει την σκυτάλη από την γενετική κληρονομικότητα, μπορούμε να πιστέψουμε ότι η διαφοροποίηση, που στα άλλα είδη, γίνεται μόνο στο βιολογικό επίπεδο, στον άνθρωπο εξελίσσεται μέσα στις πνευματικές καλλιέργειές του.

Το είδος «Homo Sapiens», υπογραμμίζει ο Έντμουντ Λήητς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί «ένα», παρά μόνον αν οι διασταυρώσεις του γίνονταν χωρίς κανένα πολιτιστικο-μορφωτικό εξαναγκασμό. Και τέτοια περίπτωση δεν υπάρχει: «Υπό την επιρροή των πολιτιστικών-μορφωτικών τους απαγορεύσεων, όλοι οι άνθρωποι και παντού στον κόσμο, συμπεριφέρονται ωσάν να ήσαν μέλη πολλών και διαφορετικών ειδών».

Η δεύτερη δοξασία στην οποία στηρίζεται η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η δοξασία της υπάρξεως ενός «ανθρώπινου προσώπου», σημαίνει την διακήρυξη υπάρξεως μιας αναλλοίωτης ουσίας του ατόμου, ανεξαρτήτως από όλα τα ειδικά χαρακτηριστικά του.

«Η γενική ιδιότητα του ανθρώπου, που συμπεριλαμβάνει όλες τις άλλες και συνιστά την ενότητά του, είναι η ιδιότητα του προσώπου του», γράφει ο Ανρί Άρενς. Η «ιδιότητα» αυτή (πρέπει να) βασίζεται σ’ ένα «απόλυτο και θεϊκό» στοιχείο, που εκδηλώνεται στην λογική. «Η λογική, προσθέτει ο Άρενς, ανυψώνοντας τον άνθρωπο υπεράνω της στενής ατομικότητάς του, ανοίγει στην ευφυΐα του τον κόσμο των αρχών, των νόμων, των αιωνίων ιδεών του καλού και του κακού».

Και η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ισχυρίζεται ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το «χάρισμα της λογικής» (άρθρο 1). Η ίδια ιδέα είχε υποστηριχθεί και από τον Θωμά τον Ακινάτο (θεολόγος του Μεσαίωνα που προσπάθησε να αποδείξει «λογικά» το καθολικό δόγμα του χριστιανισμού).

Στην πραγματικότητα, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν απολύτως καμμιά έννοια. Κατ’ αρχήν, το πρόσωπο είναι αδιαίρετο από αυτό από το οποίο αποτελείται, δηλαδή από τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τού καθενός. Δεν μπορεί λοιπόν να γίνει αντιληπτό, παρά διαφοροποιημένο, μέσα από μια δεδομένη μορφή του.

Εξ’ άλλου, το πρόσωπο δεν πρέπει να συγχέεται με το άτομο. Όλα τα άτομα δεν μπορούν να είναι ισοδύναμα «προσωποποιημένα». Τέλος, τίποτα δεν μας επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι η λογική είναι ισοδύναμα διανεμημένη σε όλους τους ανθρώπους. Ο «κόσμος των αρχών» (που αναφέρει ο Άρενς) δεν μπορεί να υπάρχει παρά υποκειμενικά (ανάλογα με τον κάθε άνθρωπο). Δεν υπάρχουν «αιώνιες ιδέες», ούτε και «καλό» ή «αληθινό», αυτά καθαυτά.

«Το να είναι κανείς ένα πρόσωπο, γράφει ο Ιούλιος ΄Έβολα, δεν είναι μια ομοιόμορφη ιδιότητα, ούτε ομοιόμορφα διανεμημένη. Δεν είναι ισοδύναμο αξίωμα σε όλους, ούτε απορρέει αυτομάτως από το γεγονός ότι το άτομο ανήκει στο βιολογικό ανθρώπινο είδος. Το «αξίωμα του ανθρώπινου προσώπου», με όλα όσα συμπεριλαμβάνει, γύρω από το οποίο οι υπερασπιστές του φυσικού δικαίου και οι φιλελεύθεροι κάνουν τόσο θόρυβο, πρέπει να αναγνωρίζεται εκεί που υπάρχει πραγματικά και όχι στον πρώτο τυχόντα.

Και εκεί όπου πραγματικά υπάρχει, το αξίωμα αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ισοδύναμο σε όλες τις περιπτώσεις. Περιλαμβάνει πολλούς βαθμούς, και δίκαιο είναι να απονέμεται σε καθέναν από τους βαθμούς αυτούς ένα διαφορετικό δικαίωμα, μια διαφορετική ελευθερία. Έξω απ’ αυτό το πλαίσιο, ο σεβασμός του ανθρώπινου προσώπου υπό την γενική έννοια, δεν είναι παρά δεισιδαιμονία».

Η δοξασία υπάρξεως ενός «φυσικού δικαιώματος» απορρέει λογικά από τον ισχυρισμό υπάρξεως μιας αφηρημένης έννοιας «ανθρώπινου προσώπου». Είναι η ιδέα ότι υπάρχει ένα δικαίωμα «μέσα στον άνθρωπο, ενσωματωμένο στη φύση του, που απορρέει από την θεϊκή αρχή, η οποία εκδηλώνεται με την λογική του» (Ανρί Άρενς).

Έτσι, βλέπουμε ότι η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι μια ιδεολογία «φυσικισμού» («νατουραλιστική»). Από τον Θωμά τον Ακινάτο και το έργο του «Summa Theologica» («Θεολογική Σύνοψη») έως τον Κλωντ Λεβύ-Στράους («Φυσικό δικαίωμα και Ιστορία») η ιδεολογία αυτή προϋποθέτει ότι υπάρχει, ή είναι δυνατόν να κάνουμε να υπάρχει μια «φυσική κατάσταση» του ανθρώπου και ότι η κοινωνία έχει σαν σκοπό είτε να την επαναφέρει (ο Ρουσσώ π.χ.), είτε να την δημιουργήσει (ο Λοκ).

Η δοξασία αυτή πραγματοποιεί την ένωση μεταξύ του κλασσικού ιουδαιοχριστιανισμού, ο οποίος πιστεύει στην «φυσική τάξη» και του σύγχρονου ορθολογισμού (ρασιοναλισμού), ο οποίος επιχειρηματολογεί για δήθεν «αντικειμενικές» πραγματικότητες και για δήθεν «οικουμενικούς» νόμους.

Όλες αυτές οι έννοιες «φυσικής τάξεως», «φυσικού δικαιώματος», ανθρώπινης φύσεως» κ.ο.κ. είναι, αυτές καθαυτές, πολύ αμφιλεγόμενες, κατά το μέτρο που μπορεί να παραχωρήσει κανείς σε πολύ αντιφατικές παραστάσεις για την «φύση» αυτή.

Η «φυσική κατάσταση» του ανθρώπου δεν είναι η ίδια για τον Καλλικλή, ή για τον Χομπς, ή για τον Ρουσσώ! Είναι κατάσταση «πολέμου» ή «ειρήνης»; Είναι κατάσταση «δικαιοσύνης» ή «αδικίας»; Αυτά είναι ερωτήματα που έθεσε ο Πούφεντορφ στην πολεμική του κατά του Χομπς. Δεν είναι του παρόντος να δοθούν εδώ απαντήσεις. Θα περιορισθούμε στο να υπενθυμίσουμε ότι, για μας, ο άνθρωπος δεν έχει άλλη «φύση» από την πνευματική καλλιέργεια, μέσω της οποίας δημιουργεί τον εαυτό του. Μόνος, υπό την αφηρημένη έννοια, έξω από κάθε ευκαιρία μορφοποιήσεώς του, ο άνθρωπος δεν είναι ούτε «καλός», ούτε «κακός». Δεν είναι απολύτως τίποτα.

Ο άνθρωπος δεν υπάρχει σαν «άνθρωπος», παρά μορφοποιημένος από τους θεσμούς και τις ιστορικές του δομές. Ο Γκάμσι, μολονότι ακόμη αιχμάλωτος των μαρξιστικών σχηματοποιήσεων, είναι πιο πραγματιστής από τους συνηθισμένους υπερασπιστές της ιδεολογίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όταν γράφει ότι «δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση αφηρημένη, σταθερή και αμετακίνητη» γιατί «η ανθρώπινη φύση είναι το σύνολο των ιστορικά καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων».

Δεν υπάρχει «φυσικός» άνθρωπος. Για μας, η κοινωνία, πρέπει να δημιουργήσει περισσότερο το «ανθρώπινο πρόσωπο», παρά να το αναγνωρίσει σαν κάτι που υπάρχει ήδη.

Τέλος, το δόγμα του ατομικισμού απορρέει κι αυτό από τον «μονοανθρωπισμό». Αν υπάρχει μια έννοια «ανθρώπου αυτού καθαυτού», τότε, οι συλλογικές συγγένειες που χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους μεταξύ τους, μετρούν πολύ λίγο. «Η μονοθεϊστική νοοτροπία και η ανθρωπιστική της εκδήλωση προωθούν, κατά κάποιο τρόπο, τον ατομικισμό», γράφουν η Ζολύ Άϊζενμπεργκ και ο Αρμάν Αμπεκασσι.

Πράγματι, στο όνομα ενός «ανθρώπινου προσώπου» οικουμενικού τύπου, είναι πάντα δυνατόν να θεωρήσει κανείς τον εαυτό του αποσυνδεδεμένο από κάθε υποχρέωση προς μια ορισμένη κοινότητα. Τότε, το απόλυτο της «ανθρωπότητας» ενώνεται με το απόλυτο του «ατόμου», όπως ακριβώς ο αντικειμενισμός της θεωρίας του «φυσικού δικαιώματος» ενώνεται με τον πιο αχαλίνωτο υποκειμενισμό του ατομικισμού: απόδειξη κι αυτή ότι οι άκρες υπερβολές ενώνονται. Η διάσταση που αρνούνται είναι η ενδιάμεση διάσταση: αυτή που αγκυροβολεί τον άνθρωπο μέσα σε μια πνευματική μορφοποίηση, σ’ ένα λαό, σ’ ένα έθνος.

Αλλά οι ενδιάμεσες κοινότητες έχουν επίσης δικαιώματα, όπως έχουν και καθήκοντα. Ο λαός έχει δικαιώματα. Το έθνος έχει δικαιώματα. Η κοινωνία, το κράτος, έχουν δικαιώματα. Αντίστροφα, το άτομο έχει κι αυτό δικαιώματα κατά το μέτρο που ανήκει σε μια ιστορική, εθνική, ή πολιτιστική σφαίρα, δικαιώματα που είναι αδιαίρετα από τις αξίες και τα ειδικά χαρακτηριστικά τής δεδομένης αυτής σφαίρας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σε μια οργανική κοινωνία, δεν υπάρχει πλέον αντίθεση μεταξύ των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, όπως δεν υπάρχει και «αντίθεση» μεταξύ του ιδίου ατόμου και του λαού στον οποίον ανήκει….

Βάζοντας τα δικαιώματα του αφηρημένου «ατομικού ανθρώπου» πάνω από τις συγκεκριμένες κοινοτικές συγγένειες, η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ενώνεται με την τάση του φιλελευθερισμού να σβήνει το παρελθόν και να αποκληρώνει το μέλλον, στο όνομα ενός «αιωνίου παρόντος».

«Τέτοιου είδους φιλελευθερισμός, παρατηρεί ο Ραϋμόν Ρουιγιέ, είχε πολύ πιο καταστρεπτικά αποτελέσματα από τις θεωρίες και των χειρότερων επαναστατών, των χειρότερων αναρχικών. Οι απαιτήσεις των «δικαιωμάτων του ανθρώπου» είναι κατά βάθος απαίτηση του δικαιώματος να μην ενδιαφέρεται κανείς για την διάρκεια και την επιβίωση του λαού στον οποίον ανήκει, να μην ενδιαφέρεται για την βαθύτερη διάστασή του και να ζει στην ‘ελευθερία’ του παρόντος».

Εκλαϊκευμένη μεταφορά των νόμων του Μωϋσέως και του Νώε, η ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα (και πιθανότατα άλλο σκοπό) παρά την σμίκρυνση και την ομοιομορφοποίηση του ανθρώπου.

Γράφει π.χ. η Γκιλαίν Ρενέ-Κασσέν (Εβραία): «το ενοποιητικό λειτούργημα του Δεκαλόγου ως προς τον λαό του Μωϋσέως, είναι αυτό που πρέπει ν’ αναλάβει η Οικουμενική Διακήρυξη (των δικαιωμάτων του ανθρώπου) ως προς την ανθρωπότητα ολόκληρη»! Πρόκειται δηλαδή για την πρόθεση να επικληθούν τα δικαιώματα του ανθρώπου αυτού καθαυτού, εναντίον των συγκεκριμένων δικαιωμάτων των συγκεκριμένων ανθρώπων, μέσα στις συγκεκριμένες κοινότητές τους.

Ο άνθρωπος που υπερασπίζεται τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι άνθρωπος χωρίς πατρίδα, χωρίς ρίζες, χωρίς κοινωνία, χωρίς άγκυρες. Είναι άνθρωπος που θέλει να καταστρέψει τις έννοιες αυτές. Και είναι άνθρωπος που θα ήθελε να είναι και οι άλλοι σαν κι αυτόν. Θα ήθελε πολύ να τους δει να εγκαταλείπουν τις δικές τους κληρονομιές και να γίνουν υπνοβάτες όπως αυτός.

Ο παράδεισος και η κόλασή μας έρχονται πάντοτε από τους άλλους

Η επιστήμη καθιστά τον κόσμο κατοικήσιμο για τον άνθρωπο, όμως εκείνη που τρέφει την ψυχή είναι η τέχνη, η γενίκευση της απεικόνισης, οι μαγικές παραπομπές του αφηγήματος, η δυνατότητα να σχεδιάσει ο καθένας το τμήμα που κλείνει την άκρη που έμεινε ανοικτή, χωρίς κανένας βέβαια να έχει χαράξει το οριστικό όριο.

Αυτή η δυνατότητα να θέτουμε στον εαυτό μας ερωτήματα και να στοχαζόμαστε γι' αυτόν είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου, κι αν βεβαίως αυτή οδήγησε στην οικοδόμηση του πολιτισμού, το πιο εξαίσιο από τα συστήματα προσαρμογής στον κόσμο, αποκάλυψε επίσης και το πιο ριζικό πόνο, εκείνον που νιώθουμε όσο αγωνιούμε για το νόημα και το πεπρωμένο της ίδιας μας της ύπαρξης.

Η νεύρωση, κατά τη γνώμη μας, είναι πάντοτε ένα μπλοκάρισμα των δημιουργικών δυνατοτήτων του ανθρώπου, μια ισορροπία συμβιβασμού ανάμεσα στις εσωτερικές αιτήσεις που επιθυμούν να δράσουν και σε άλλες που αρνούνται την εγκυρότητα και την νομιμότητα σε μια τέτοια δράση, σε μια διαρκή πάλη που εξασθενίζει τη ζωτική δύναμη του ατόμου.

Συχνά ένα τέτοιο υπαρξιακό αδιέξοδο προέρχεται από την αναγκαστική ταύτιση με ένα συλλογικό κανόνα αξιών και νόμων που η συνείδηση αντιλαμβάνεται ως κατασταλτικούς και ευνουχιστικούς, αλλά από τους οποίους φοβάται να απελευθερωθεί, επειδή μια τέτοια πράξη στο πεδίο του ασυνείδητου γίνεται αντιληπτή ως μια παράβαση που κομίζει θάνατο, καταστροφή, τρέλα.

Η δημιουργικότητα είναι η μόνη ψυχολογική διαδικασία που μπορεί να καταπραΰνει το αίσθημα ενοχής μας.

Εάν θέλουμε να δημιουργήσουμε τους εαυτούς μας, οφείλουμε να διοχετεύσουμε τις ενέργειές μας όχι προς την επιθετικότητα και τη διαμαρτυρία αλλά προς εκείνη τη μορφή βαθιάς αλληλεγγύης που είναι η αντιπαράθεση με τον άλλον, η αυθεντική συνάντηση που μπορεί να ενεργοποιήσει την επαναδόμηση των εσωτερικών μας περιεχομένων.

Η αποθάρρυνση, η απελπισία και η κατάθλιψη που χαρακτηρίζουν την άρρωστη εποχή μας είναι οι θρήνοι της ψυχής που είναι στριμωγμένη σε σώματα δίχως όψη, σε μορφές χωρίς περίγραμμα· ο άνθρωπος χωρίς όνομα ανίκανος να «ονοματίσει» τα πράγματα, είναι ένα ασήμαντο ον επειδή είναι αποστερημένος από τη δυνατότητα να αποδώσει νόημα στον κόσμο, και τα πράγματα, που έχουν καταστεί έτσι σκέτα αντικείμενα, δεν μπορούν παρά να του επιστρέψουν τη μάταιη αντανάκλαση του δικού του τίποτα, του ότι είναι ένα χαμένο αντικείμενο, ανίκανο να ξαναβρεί τον εαυτό του.

Όποιος αρνείται στον εαυτό του τη δυνατότητα να υποφέρει, αρνείται επίσης κάθε δυνατότητα να δώσει μια λύση στον πόνο.

Ελευθερία υπάρχει μόνον εκεί όπου μια ηθική συνείδηση ορθολογικά προσανατολισμένη αναρωτιέται για τον εαυτό της και για τους σκοπούς της δράσης της.

Όμως εμείς οι άνθρωποι, στην καθημερινή μας ζωή, καταγινόμαστε με μικρά προβλήματα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μας εμπλέκουν και καθιστούν προβληματική τη συνείδηση μας, έτσι ώστε η δράση μας να γίνεται αντιφατική κι εμείς να χάνουμε εκείνη τη γραμμική συνέχεια στη συμπεριφορά, η οποία, τουλάχιστον με απατηλό τρόπο, μας κάνει να αισθανόμαστε ειρηνικά με τους εαυτούς μας.

Δεν μπορούμε να τροφοδοτήσουμε την ψυχή μας εάν δεν διακινδυνεύσουμε στη σχέση με τον άλλον, και για να διακινδυνεύσουμε, δηλαδή να εκτεθούμε, να προσφερθούμε αυθεντικά, ξεπερνώντας τους φραγμούς και τα προσωπεία της επιφανειακής επικοινωνίας, είναι απαραίτητο να επενδύσουμε χρόνο και πάθος.

Χωρίς μιαν ανταλλαγή όπου ο ένας και ο άλλος κοιτάζονται και επικοινωνούν μέσα στη γυμνή αλήθεια, δεν υπάρχει τροφή και ανάπτυξη για την ψυχή, και η ατομικότητα μας αρρωσταίνει, γιατί, ακριβώς όπως ο βιολογικός οργανισμός, έχει ανάγκη από φως και οξυγόνο για να αναπνεύσει και να ζήσει.

Όπως έγραψε ο Γιούνγκ: «Μπορούμε να γνωρίσουμε βαθιά εμάς τους ίδιους μόνο μέσα από τη σύγκριση με τον άλλον», που είναι πάντοτε ο θεματοφύλακας των ασύνειδων προβολών μας.

Αυτό φυσικά παράγει μια πάλη, και γνωρίζουμε ότι όσο περισσότερο ριψοκινδυνεύουμε στην αντιπαράθεση με τους συνανθρώπους μας, τόσο περισσότερο είμαστε εκτεθειμένοι στον πόνο, στον κίνδυνο της απώλειας, της ασυνεννοησίας: Ο παράδεισος και η κόλαση μας έρχονται πάντοτε από τους άλλους.

Η ομορφιά κάθε ανθρώπινης συνάντησης φέρνει μαζί της αναπόφευκτα τον κόπο της αντιπαράθεσης και το φάσμα της προδοσίας.

Αλλά δεν θα μπορέσουμε ποτέ να γλιτώσουμε από το κάλεσμα του αγνώστου που προχωράει προς εμάς με τα χαρακτηριστικά του άλλου ή της άλλης, επειδή μέσα από όλο το καλό και όλο το κακό που μπορεί να μας προκύψει από τη συνάντηση, εμείς διαπλαθόμαστε, αποκτούμε ένα προσωπικό ψυχολογικό προφίλ. Μας δίνεται ένα πρόσωπο κι ένα όνομα.

Γονεϊκή Aποδοχή: Μία βασική προϋπόθεση της αγάπης

«Τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας, είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τον εαυτό της. Δημιουργούνται μέσω, αλλά όχι από εσάς. Κι αν βρίσκονται μαζί σας δεν ανήκουν ωστόσο σε σας. Ίσως τους δίνετε την αγάπη σας, αλλά όχι τις σκέψεις σας, Γιατί αυτά έχουν τις δικές τους σκέψεις. Μπορεί να στεγάζετε τα σώματά τους, αλλά όχι τις ψυχές τους, γιατί οι ψυχές τους κατοικούν στο σπίτι του αύριο, που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφθείτε, ούτε ακόμη στα όνειρά σας. Ίσως να παλεύετε να τους μοιάζετε, αλλά μην αναζητήσετε να τα κάνετε να σας μοιάσουν. Γιατί η ζωή δεν πάει προς τα πίσω, ούτε χρονοτριβεί με το χθες.» -Χαλίλ Γκιμπράν «Ο προφήτης»

Ήφαιστος: παιδί μη αποδεκτό της Ήρας, που τον πέταξε στη θάλασσα. Τον βρήκαν η Ευρυνόμη και η Θέτις και τον ανέθρεψαν κρυφά σε ένα σπήλαιο. Ένας από τους δημιουργικότερους θεούς...

Η αποδοχή είναι ένας από τους τρεις βασικότερους πυλώνες της αγάπης. Όταν δεν μας αποδέχονται στην ολότητά μας, όταν εμείς δεν αποδεχόμαστε τον άλλο όπως είναι, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αγάπη.

Δυστυχώς, αν και θεωρείται δεδομένη η αγάπη των γονιών προς τα παιδιά, και το αντίστροφο δεν είναι πάντα αληθές. Αγαπάμε όπως έχουμε μάθει να αγαπιόμαστε. Κι αν αυτός ο τρόπος ήταν ελλειμματικός, ή στρεβλώθηκε, το ίδιο θα αναπαράγουμε.

Η έλλειψη αποδοχής του παιδιού από τον γονιό, φαίνεται να είναι , βάση της κλινικής μου εμπειρίας, η πιο σημαντική αιτία ενδογενούς κατάθλιψης στην ενήλικη ζωή. Μοιάζει σαν ένα κομμάτι του εαυτού να ταυτίζεται με τον απορριπτικό γονιό και να λειτουργεί πάντα εις βάρος της ζωής. Από την άλλη, φαίνεται τα παιδιά που δεν έγιναν αποδεκτά κατά την παιδική ηλικία να επιλέγουν συντρόφους αργότερα οι οποίοι τους απορρίπτουν ή δεν τους δέχονται όπως πραγματικά είναι.

Συνέπεια της μη αποδοχής είναι συνήθως η συμμόρφωση και ο αυτοευνουχισμός-δηλαδή το «κόψιμο» μέσω του μηχανισμού της μόνωσης, των στοιχείων που δεν γίνονται αποδεκτά, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση της δυσφορίας, της οποίας σπάνια γίνονται αντιληπτά τα αίτια, και της στενο-χώριας. Η δυσφορία εκφράζεται ήδη από την παιδική ηλικία με διάφορους τρόπους-πχ. Πρόκληση, γκρίνια, κακοτροπία και κορυφώνεται στην εφηβεία με μεγαλύτερη ένταση. Το αίσθημα του πνιξίματος και της πίεσης μπορούν επίσης να οδηγήσουν και στην ανάπτυξη ψυχοσωματικών εκδηλώσεων, αφού το παιδί δεν έχει τα λεκτικά εργαλεία ακόμη για να μπορέσει να επεξεργαστεί επαρκώς αυτά τα συναισθήματα, τα οποία ήρθαν από την οικογένεια για να εγκατασταθούν για πάντα, αν δεν καταφέρει να τα συνειδητοποιήσει και να τα επεξεργαστεί ως ενήλικας.

Μια σχέση αγάπης είναι σαν ένα ευρύχωρο σπίτι, μέσα στο οποίο μπορεί κάποιος να αισθάνεται άνετα αφού είναι ο εαυτός του, τον αποδέχονται, τον κατανοούν, τον εμπιστεύονται και τον σέβονται ως πολύτιμη ύπαρξη.

Πόσες φορές έχουμε ακούσει ότι ο σύντροφος δεν είναι όπως θα θέλαμε αλλά «μπορεί να αλλάξει με τον καιρό». Τι σημαίνει αυτό αν όχι την επιθυμία, να πετσοκόψει στοιχεία της ταυτότητάς του και να αποκτήσει νέα, αυτά που επιθυμούμε; Φυσικά το ιδανικό δεν υπάρχει στην πράξη παρά μόνο ως ιδέα. Γι αυτό και δεν υπάρχουν ιδανικά παιδιά, ούτε ιδανικοί άλλοι, παρά μόνο στη σφαίρα του φαντασιακού και του παραμυθιού.

Παλιά θεωρούσαν ότι το παιδί είναι μία λευκή σελίδα, tabula rasa, ένα ζυμάρι που πλάθεται και που δεν φέρει τίποτε το ατομικό. Ο Ρουσσό με το έργο του «Αιμίλιος» το 1762, προκάλεσε επανάσταση ανατρέποντας τις παλαιότερες ιδέες. Το παιδί δεν είναι ένας μικρός ενήλικας. Έχει δικές του ανάγκες σύμφωνα με το αναπτυξιακό του στάδιο, τη γονιδιακή ταυτότητα, τον προσωπικό ρυθμό και την προσωπικότητά του.

Η προσδοκία του γονιού εμφανίζεται πριν τη γέννηση του παιδιού. Τότε που το φαντασιώνει και το περιεχόμενο αυτής της φαντασίωσης εμπλέκεται στην παιδαγωγική που θα ακολουθήσει αργότερα. Φυσικά, δεν είναι επιβλαβές να φαντασιώνει κανείς το αγέννητο παιδί του, αλλά και ούτε αποφεύγεται. Από την άλλη, είναι πολύ θετική η φαντασίωση ενός καλού μέλλοντος για το παιδί.

Η επιθυμία του γονιού ιδιαίτερα από τα μικρά παιδιά γίνεται αντιληπτή ακόμη και χωρίς να ειπωθεί. Ήδη από την βρεφική ηλικία τα βρέφη αντιλαμβάνονται τις διαθέσεις των γονιών, ιδιαίτερα της μητέρας. Και ως την εφηβεία, τα παιδιά προσπαθούν να ικανοποιούν αυτές τις επιθυμίες.

Η αντίληψη της διαφορετικότητας του παιδιού, ως αυτόνομου ατόμου με τα δικά του χαρακτηριστικά, είναι δύσκολη και προαπαιτεί την ψυχική ωριμότητα του γονιού.

Η μη αποδοχή κλιμακώνεται από την ολοκληρωτική απόρριψη, μέσω της γονεϊκής εγκατάλειψης, ως την άρνηση και μη αποδοχή μέρους του παιδιού. Τέτοια είναι η μη αποδοχή επιλογών του παιδιού τους, όπως ,του συντρόφου, του επαγγέλματος, του τρόπου ζωής, του θρησκεύματος και των πολιτικών πεποιθήσεων, αλλά και στοιχείων της προσωπικότητας. Οι γονείς αυτοί συνήθως παρεμβαίνουν κριτικά απέναντι στους φίλους που επιλέγει το παιδί, την επαγγελματική του επιλογή. Συνήθως, του επιβάλλουν, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, να ακολουθήσει δρόμους που δεν ακολούθησαν εκείνοι γιατί κάποιος άλλος, ή η ζωή δεν τους το επέτρεψε. Βλέπουν το παιδί σαν προέκταση του εαυτού τους και ζουν μέσα από τη ζωή του. Δεν διακρίνουν την επιθυμία του, ή την αρνούνται.

Πολλές φορές το παιδί έρχεται στη ζωή πρόωρα και σε κακή εποχή για τους γονείς. Μπορεί να το θέλει μόνο ο ένας από τους δυο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μη αποδοχή ξεκινά ήδη από τη σύλληψη. Συνήθως οι άνθρωποι αυτοί που έχουν τέτοια προϊστορία αισθάνονται ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν, ή ότι η ζωή τους είναι ένα λάθος. Δυσβάσταχτες σκέψεις!

Η ενηλικίωση αυτού του παιδιού θα αργήσει πολύ να έρθει. Γιατί, σε σχέση με ένα άλλο παιδί που το αποδέχονται, θα πρέπει να σπαταλήσει πολύτιμο χρόνο για να καταλάβει ότι έχει δικαίωμα να αισθάνεται και να επιθυμεί διαφορετικά από τους γονείς του. Θα προσπαθήσει πολλά χρόνια να τους πείσει να αποδεχθούν την ταυτότητά του, στην ουσία ζητώντας την αγάπη τους. Μερικές φορές αυτές οι προσπάθειες δεν σταματούν ποτέ, ως το θάνατο του γονέα.

Οι γονείς από την άλλη, αποδέχονται ευκολότερα ό,τι θεωρούν ως θετικές πλευρές του παιδιού τους και δυσκολότερα τις άλλες, ή τις μειονεξίες του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ζευγάρι επιστημόνων με παιδί 10 χρονών με δυσλεξία, που προτιμούν να τον αποκαλούν «τεμπέλη» πλήττοντας την αυτοεκτίμηση και το ναρκισσισμό του, παρά να δεχθούν ότι το παιδί τους έχει μία νοητική ιδιαιτερότητα και χρήζει ιδιαίτερης αντιμετώπισης και λογοθεραπείας.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι η διαγενεολογική συνέχεια του επαγγέλματος, που συνήθως είναι κερδοφόρο. Βλέπουμε λοιπόν συχνά γιατρούς ή δικηγόρους πολλών γενεών να κρατούν το ίδιο γραφείο για αιώνες. Το παιδί που θα σπάσει αυτή την αλυσίδα για να ακολουθήσει το δικό του δρόμο δεν μπορεί παρά να διακατέχεται από (το παράδοξο) αίσθημα ενοχής και προδοσίας απέναντι στη γενιά του. Μόνο αν οι γονείς το αγαπούν πραγματικά μπορούν να το βοηθήσουν να βρει τον δρόμο του-ο οποίος μπορεί ακόμη και να είναι και η συνέχεια της αλυσίδας, αλλά αυτό θα πρέπει να έχει προκύψει από την καθαρή επιθυμία του ίδιου.

Αποδοχή σημαίνει επίσης και την ικανότητα αντίληψης της ιδιαίτερης αναπτυξιακής φάσης του παιδιού. Αυτό σημαίνει, ότι είναι θετικό να του δίνουμε ερεθίσματα, αλλά να μην το πιέζουμε « να φορέσει μεγαλύτερα παπούτσια» από την ηλικία του, δηλαδή να έχει επιτεύγματα μεγαλύτερης ηλικίας. Από την άλλη, μία καθυστέρηση σε έναν αναπτυξιακό τομέα, συνήθως σημαίνει ότι έχει άλλους ρυθμούς, και αν κάπου καθυστερεί σε κάτι άλλο θα υπερτερεί.

Ακόμη και στην περίπτωση σημαντικής νοητικής καθυστέρησης, η καθαρή αντίληψη και αποδοχή του γεγονότος από τον γονιό μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην εξέλιξη του παιδιού.

Παιδιά που έχουν γίνει αποδεκτά από τους γονείς θα έχουν ευτυχισμένες σχέσεις και θα ξέρουν να αγαπούν, αλλά και να αγαπιούνται.

Δεν χρειάζεται να μιλάς πολύ

Δεν χρειάζεται να μιλάς πολύ. Αρκετά φλυαρεί το μυαλό σου.

Να προσέχεις τι σου λέει, μπορεί να σε παραπλανήσει.

Και να μην αναλώνεσαι. Δεν έχεις να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν, ούτε να τους αλλάξεις γνώμη. Πόσο μάλλον να σε αγαπήσουν για αυτό που είσαι και όχι για αυτό που θα ήθελαν. Δεν είναι ο ρόλος σου να τους πείσεις.

Άνοιξε την πύλη της διαίσθησής σου και δες! Ό,τι δεν σε κάνει να νιώθεις καλά, δεν υπάρχει και λόγος να βρίσκεται στην πραγματικότητά σου. Ό,τι δεν αγγίζει και τις έξι αισθήσεις σου (ναι, έξι), θα σε ρουφήξει.. απομακρύνσου.

Και να μην φοβάσαι, η μοναχικότητα είναι προτιμότερη από την ανούσια παρέα ανθρώπων που δεν σας συνδέει τίποτα – ή σχεδόν τίποτα.

Η μετριότητα δεν θα σε γεμίσει ποτέ, αν ανήκεις σε αυτούς που η κενότητα είναι μη ανεκτή.

Κρατήσου από εσένα και μην αναζητάς να γίνουν στήριγμά σου άλλες ψυχές. Έχουν κι αυτές το δρόμο τους να διανύσουν, όποιος κι αν είναι αυτός. Και είναι σεβαστός. Και πρέπει να τον βρουν μόνοι τους αλλιώς δεν θα απεγκλωβιστούν ποτέ χρησιμοποιώντας δεκανίκια σε κάθε τους βήμα.

Σκέψου και νιώσε, με την ελευθερία που εσύ ορίζεις, χωρίς τους περιορισμούς μιας καλά βολεμένης και αυτοματοποιημένης κοινωνίας. Χρησιμοποίησε την ανεξάρτητη σκέψη για το καλό το δικό σου και του κόσμου όλου. Να αποζητάς το καλό, την ομόνοια και την ευγένεια σε κάθε σου σκέψη και βήμα.

Αγάπα τον εαυτό σου, γιατί σε αυτόν γέρνεις τη ψυχή σου τα βράδια μέχρι να ηρεμήσει – έστω κι αν δεν ηρεμεί ποτέ.

Ερωτεύσου ελεύθερα πνεύματα, δοτικά μεν αλλά ανεξάρτητα. Που δεν θα διστάσουν να σε περιμένουν αν κουραστείς. Κι αν χρειαστεί θα κοντοσταθείς κι εσύ για αυτά με όλο σου το είναι. Που θα ταξιδέψουν μαζί σου ακόμα και νοερά και πάνω από όλα άφοβα.

Ονειρέψου… είναι δημιουργικότητα.

Και γέλα, με τον εαυτό σου, με την ζωή... γέλα με την καρδιά σου.

Αλλά μην μιλάς πολύ... Πράξε!

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ: Όποιος είναι λυτρωμένος στο σώμα αλλά δέσμιος στην ψυχή είναι δούλος

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ περ.55-120 (135;)μ.Χ.

Διατριβαί Γ’ 7.2-6
Κανείς σχεδόν δεν αντιλέγει ότι τρία πράγματα αφορούν τον άνθρωπο, η ψυχή, το σώμα και τα εξωτερικά πράγματα- δικό σας έργο, λοιπόν, είναι ν’ απαντήσετε ποιο είναι το καλύτερο. Τι θα πούμε στους ανθρώπους; Η σάρκα; Γι’ αυτήν έπλευσε ο Μάξιμος μέχρι την Κασσιόπη, χειμωνιάτικα, με τον γιο του στο πηδάλιο; Για την ηδονή της σάρκας;

Εκείνος αρνήθηκε και είπε: Κάθε άλλο.

Οπότε ο Επίκτητος συνέχισε: —Δεν πρέπει ν’ αναζητούμε το καλύτερο;

—Πάνω απ’ όλα αυτό πρέπει.

—Τι καλύτερο, λοιπόν, έχουμε από τη σάρκα;

—Την ψυχή, είπε.

—Και ποια είναι καλύτερα, τα αγαθά του καλύτερου ή του χειρότερου;

— Του καλύτερου.

-Τα αγαθά της ψυχής εξαρτώνται από την ελεύθερη βούλησή μας ή όχι; –

Εξαρτώνται.

— Άρα η ηδονή της ψυχής εξαρτάται από την ελεύθερη βούλησή μας;

-Το παραδέχτηκε.

-Και η ηδονή αυτή πως δημιουργείται; Αφ’ εαυτού της; Αυτό είναι αδιανόητο, προηγούμενη αυτής πρέπει να υπάρχει η ουσία του καλού που, άμα την έχουμε, θα νιώσουμε την ηδονή στην ψυχή μας.

Διατριβαί Δ’ 11. 5-8
Πρώτη, λοιπόν, και πάνω απ’ όλα εμφανίζεται στην ψυχή η καθαρότητα- το ίδιο και η ακαθαρσία. Στην ψυχή, βέβαια, δεν θα βρεις την ίδια ακαθαρσία που βρίσκεις στο σώμα και, προκειμένου για την ψυχή, ποιαν άλλη θα έβρισκες παρά αυτή που την καθιστά ρυπαρή ως προς την επιτέλεση των έργων της; Τα έργα της ψυχής είναι οι επιλογές ή οι αρνήσεις, οι επιθυμίες η οι αποστροφές, η προπαρασκευή, οι προθέσεις, οι συγκαταθέσεις. Στα παραπάνω έργα, λοιπόν, ποιο είναι εκείνο που την κάνει ρυπαρή και ακάθαρτη; Τίποτε άλλο από τις κακές κρίσεις. Ώστε ακαθαρσία για την ψυχή είναι οι λανθασμένες κρίσεις, και κάθαρση η πρόσκτηση των κρίσεων που πρέπει. Καθαρή ψυχή είναι αυτή που έχει τις πρέπουσες κρίσεις, διότι μόνο αυτή μπορεί ν’ αποφύγει τη σύγχυση και τη ρυπαρότητα στα έργα της.

Απόσπ. 20
Όσοι έχουν σώμα σε καλή κατάσταση, αντέχουν τις ζέστες και τα κρύα· με τον ίδιο τρόπο, όσοι έχουν ψυχή σε καλή κατάσταση, αντέχουν και την οργή και τη λύπη και τη μεγάλη χαρά και τα άλλα πάθη.

Απόσπ. (Στοβαίου) 2
Η ψυχή που συνδέεται στενά με την αρετή μοιάζει με πηγή που συνεχώς αναβλύζει· το νερό της, δηλαδή, είναι καθαρό, ατάραχο, πόσιμο, νόστιμο, άφθονο, πλούσιο, αβλαβές, άκακο.

Απόσπ. (Στοβαίου) 32-33
Είναι κακά δεσμά για το σώμα η τύχη και για την ψυχή η κακία. Όποιος είναι λυτρωμένος στο σώμα αλλά δέσμιος στην ψυχή είναι δούλος. Όποιος πάλι είναι δέσμιος στο σώμα αλλά λυτρωμένος στην ψυχή είναι ελεύθερος.

Ισχύς και Απόφαση

Η θεωρία της απόφασης, που εκτίθεται σ’ αυτό το άρθρα, θέλει να παραμείνει αυστηρά περιγραφική. Το μέλημά μας δε είναι η υπεράσπιση του δικαιώματος μιας ύπαρξης, η οποία ταλανίζεται από αφαιρέσεις και συστήματα, ωστόσο ακατάπαυστα πάλλεται κι αναζητεί δικούς της δρόμους, να παίρνει αποφάσεις απόλυτα αυτόνομες και βαθύτατα προσωπικές˙ αυτό το δικαίωμα υπεράσπιζαν μέχρι σήμερα οι κρατούσες παραλλαγές της θεωρίας της απόφασης, όπως εμφανίζονται στις λεγόμενες υπαρξιστικές φιλοσοφίες. Εμείς θα δείξουμε, αντίθετα, ότι τούτη η στρατευμένη θεωρία της απόφασης δεν μπορεί ποτέ να επιβληθεί μακροπρόθεσμα ή σε έκταση κοινωνικά αξιόλογη, όσο κι αν αποτέλεσε ή αν αποτελεί ακόμα φυσιολογικό φαινόμενο διαμαρτυρίας μέσα σε ορισμένες συγκυρίες της ιστορίας των ιδεών. Από την άλλη μεριά, επιθυμούμε να αποδείξουμε ότι και η σκέψη εκείνη, η οποία θα ήθελε να εμφανισθεί ως αντίπαλη της στρατευμένης θεωρίας της απόφασης, είναι de facto υποχρεωμένη να εκτυλιχθεί και να δομηθεί πάνω στη βάση μιας απόφασης, όσο έντονα κι αν το αμφισβητεί αυτό για λόγους που θα εξηγήσουμε παρακάτω. Και, τέλος, θα ισχυρισθούμε ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις τα πράγματα δεν μπορεί να είναι διαφορετικά απ’ ό,τι ήσαν ίσαμε τώρα, και ότι οι εισηγήσεις ή οι ευχές για τη διόρθωσή τους δεν προωθούν την κατανόηση, παρά την πολεμική, καθώς μάλιστα εξ αρχής έχουν πρόθεση και υφή πολεμική.

Η ίση απόσταση της δικής μας θεωρίας τόσο από τη στρατευμένη θεωρία της απόφασης όσο και από τους αντιπάλους της δίδεται ήδη εξ αιτίας του περιγραφικού της χαρακτήρα. Γιατί, σε αντίθεση με αυτήν, και οι δύο παραπάνω αντιλήψεις εδράζονται σε κανονιστικές πεποιθήσεις. Η στρατευμένη θεωρία της απόφασης βλέπει την απόφαση όχι απλώς ως αναπόδραστη πραγματικότητα, αλλά την έχει αναγορεύσει σε καθήκον και συχνά την μετέτρεψε σε παθητική και δραματική τελετουργία, γι’ αυτό και θα μπορούσε να ονομαστεί επιταγματική ή κανονιστική θεωρία της απόφασης. Κατά την άποψή της, το άτομο οφείλει να γνωρίσει υπαρξιακά ύψη και βάθη, τινάζοντας πάνωθέ του τον κονιορτό του καθημερινού και του αυτονόητου, αποσείοντας την πίεση υπερπροσωπικών ή απρόσωπων κοινωνικών και πνευματικών θεσμίσεων, και δοκιμάζοντας στο πετσί του και σ’ όλη τους τη δριμύτητα τις εναλλακτικές λύσεις των προβλημάτων της ζωής. Όποιος μπορεί να περιέλθει σ’ αυτή την κατάσταση και να σηκώσει τέτοια ευθύνη, όποιος κρατά ανά πάσα στιγμή τη γνωστική και ηθική του συνείδηση ξάγρυπνη και έτοιμη για την μεγάλη απόφαση, αυτός θεωρείται eo ipso αξιότερος από όσους βολεύονται με έτοιμες βεβαιότητες και κανονιστικές αρχές. Ο έμπρακτος υποβιβασμός των αντιπάλων της θεωρίας της απόφασης, ο οποίος προκύπτει από τούτη την τοποθέτηση, προφανώς θεμελιώνεται σε μιαν ορισμένη αξιολογική αντίληψη για τον «αληθινό» προορισμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Ωστόσο η αντίληψη αυτή παραγνωρίζει πόσο μεγάλη υπαρξιακή ένταση είναι ικανή να αναπτύξει μια ανθρώπινη στάση, η οποία ρητά και απροκάλυπτα κατανοεί τον εαυτό της ακριβώς ως στάση υπαγορευόμενη από το καθήκον ή και ως πρόσχαρη υποταγή σε κάθε λογής εξουσιαστικές αρχές˙ παραγνωρίζει επίσης πόσο κοντά βρίσκεται συχνά η υπαρξιακή ένταση τούτης εδώ της στάσης προς την ένταση της προσωπικής απόφασης.

Όμως και οι οπαδοί της στρατευμένης θεωρίας της απόφασης εμποδίζονται από τον πολεμικό τους ζήλο να διαπιστώσουν τέτοιες δυσάρεστες και συνάμα αποκαλυπτικές συγγένειες, οι οποίες δημιουργούνται από την κοινή εμμονή των δύο πλευρών σε κάποιο κανονιστικό στοιχείο, έστω κι αν η κάθε μια τους ορίζει το περιεχόμενο του τελευταίου κατά τρόπο ολότελα διαφορετικό ˙ έτσι η οξύτητα της αντίθεσης ως προς το περιεχόμενο επικαλύπτει τη βαρύνουσα μορφική και δομική ομοιότητα της θεμελιώδους στάσης. Όπως και να ‘χουν τα πράγματα, η χαρακτηριστική κανονιστική τοποθέτηση των αντιπάλων της στρατευμένης θεωρίας της απόφασης διαφαίνεται μέσα από τον τρόπο με τον οποίο περιγράφουν τη θεωρία της απόφασης εν γένει. Από τη σκοπιά τους, δηλαδή, κάθε θεωρία της απόφασης παρουσιάζεται ως εξύμνηση ή τουλάχιστον ως αποδέσμευση της υποκειμενικής αυθαιρεσίας, ως έκκληση προς παραμερισμό της καλοπροαίρετης και συνεκτικής σκέψης για χάρη αχαλίνωτων εκρήξεων ή τυχαίων εμπνεύσεων και, επίσης, ως άμεση ή έμμεση συνηγορία υπέρ της πνευματικής (αν όχι και της πολιτικής) βίας και εναντίον του συνδιαλεγόμενου και συνδιαλλασσόμενου Λόγου. Οι κανονιστικές συνέπειες και προϋποθέσεις τούτης της κριτικής είναι πρόδηλες: η σκέψη όχι μόνο οφείλει να καταλήξει σε γενικώς δεσμευτικά, δηλαδή ηθικώς αποδεκτά πορίσματα (άλλωστε όσοι πρεσβεύουν τη θεωρία της απόφασης θα μπορούσαν να επιλέξουν με την υπαρξιακή τους απόφαση ακριβώς το ίδιο πράγμα που και οι αντίπαλοι της θεωρίας της απόφασης ίσως θεωρούν το καλύτερο, π.χ. τον Θεό ή την ελευθερία), αλλά και να μεθοδεύει άψογα την εργασία της, δηλαδή να σέβεται κανόνες γενικά ισχύοντες και να εμφανίζεται κατά το δυνατόν μετριοφρονέστερη –με άλλα λόγια: να παρουσιάζεται ως αξιόπιστος και σοβαρός υπηρέτης, ερμηνευτής και υπερασπιστής αντικειμενικών αξιών και αληθειών. Η εσωτερική λογική και η κοινωνική λειτουργία αυτής της τοποθέτησης, που ως τώρα ήταν η κυρίαρχη και ασφαλώς θα συνεχίσει να κυριαρχεί, θα μας απασχολήσουν διεξοδικά παρακάτω. Προκαταλαμβάνοντας τις αναλύσεις αυτές, ας θυμίσουμε μόνο εκείνη την παράδοξη (για ορισμένους άμεσα ενδιαφερόμενους ) ή ευτράπελη (για μας) κατάσταση, όπου παρατάξεις, οι οποίες ρητά και από κοινού απορρίπτουν το υπαρξιακό πρωτείο και τη θεωρία της απόφασης, στη συνέχεια καταπολεμούν με το ίδιο μένος η μία την άλλη στο όνομα «αντικειμενικών» αξιών και αληθειών. Ακριβώς η γενική, αλλά ως προς το περιεχόμενό της (πολύ) διαφορετική, επίκληση της «αντικειμενικής αλήθειας» κλονίζει τελικά την πίστη στην ύπαρξη μιας τέτοιας αλήθειας και τροφοδοτεί τάσεις ευνοϊκές για τη στρατευμένη θεωρία της απόφασης, έστω κι αν αυτό δεν διαρκεί περισσότερο απ’ ό,τι το σύντομο διάστημα μιας μεσοβασιλείας, δηλαδή ώσπου να επικρατήσει η εκάστοτε ισχυρότερη «αντικειμενικότητα».

Η δική μας περιγραφική θεωρία της απόφασης δεν δέχεται λοιπόν ούτε την απόφαση ως υπαρξιακό Δέον ούτε την καθηκοντολογική σύνδεση των αποφάσεων με κάποιο Δέον δήθεν αντικειμενικό. Ενάντια στους αντιπάλους της στρατευμένης θεωρίας της απόφασης πρέπει να τονιστεί ότι το να καταπολεμά κανείς τη θεωρία της απόφασης και το να βρίσκεται ο ίδιος εντελώς έξω από το πεδίο εφαρμογής της είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα, με άλλα λόγια, ότι πίσω από τη δήθεν εδραία αντικειμενικότητα του Δέοντος μπορεί θαυμάσια να κρύβεται η πλαστική υποκειμενικότητα της απόφασης. Ενάντια στη στρατευμένη ή κανονιστική θεωρία της απόφασης μπορούμε πάλι να πούμε πως η θέση, ότι κάθε πράξη και κάθε σκέψη έτσι κι αλλιώς στηρίζεται σε μιαν (όχι αναγκαστικά προσωπική και συνειδητή) απόφαση, κάνει αυτόματα εντελώς περιττό τον δεοντολογικό χαρακτήρα της απόφασης. Μονάχα αυτός ο διπλός παραμερισμός της κανονιστικής θεώρησης καθιστά δυνατή την καθαρά περιγραφική θεωρία της απόφασης. Αλλά και αντίστροφα: μονάχα η κατανόηση του γεγονότος, ότι η επικράτηση της κανονιστικής θεώρησης αποτελεί κοινωνική αναγκαιότητα, επιτρέπει στη θεωρία τούτη να παραμείνει περιγραφική, δηλαδή αξιολογικά ελεύθερη. Τούτο μπορεί να φαίνεται παράδοξο ˙ και όμως, αν δούμε τα πράγματα βαθύτερα, η αξιολογική ελευθερία στο επίπεδο της θεωρίας και η αναγνώριση της υπεροχής της αξιολογικής και κανονιστικής σκέψης στο πρακτικό πεδίο είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους. Γιατί απολύτως αξιολογικά ελεύθερη είναι μια θεώρηση όχι ήδη επειδή συνειδητοποίησε την υποκειμενικότητα και τη σχετικότητα των αξιών, αλλά από τη στιγμή που η ίδια παραιτείται ολότελα από το ρόλο του διαφωτιστή και του θεραπευτή –κοντολογίς: από το ρόλο του ηγέτη ˙ άλλωστε η ροπή προς την κανονιστική θεώρηση πηγάζει κατά πρώτο λόγο από την επιθυμία να παίξει κανείς έναν τέτοιο ρόλο. Η αξιολογικά ελεύθερη γνώση δεν μπορεί να θέσει ως στόχο της τη διάλυση των ψευδαισθήσεων, γιατί η ίδια έγινε αξιολογικά ελεύθερη μόνο και μόνο χάρη στη διαπίστωση ότι οι ψευδαισθήσεις δεν διαλύονται, και μάλιστα είναι βιοτικά αναγκαίες. Για τούτο η αξιολογικά ελεύθερη γνώση υποχρεωτικά παραμένει στο περιθώριο και απευθύνεται σε όσους είναι σε θέση να εκτιμήσουν γνώσεις και διαπιστώσεις πρακτικά περιττές ή και ανασχετικές. Αν σε ορισμένες εποχές γνωρίζει περισσότερη δημοσιότητα, ο λόγος είναι απλώς ότι η κανονιστική σκέψη βρίσκεται σε κρίση και θέλει να αυτοεπιβεβαιωθεί ασκώντας πολεμική εναντίον της και αναζητώντας αποδιοπομπαίους τράγους. Επειδή η αξιολογικά ελεύθερη σκέψη δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσει την ευρύτερη κοινωνική επιδοκιμασία, γι’ αυτό και η δημόσια εμφάνισή της έχει ως μόνο αποτέλεσμα να κινητοποιούνται οι εχθροί της και να εκλεπτύνονται τα επιχειρήματα των κανονιστικών θεωριών. Αυτό δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, απλώς είναι αναπόφευκτο. Αν τα πράγματα έρχονταν διαφορετικά, τότε ο κόσμος αυτός θα γινόταν άλλος, δηλαδή δεν θα ήταν πια ο κόσμος, από την περιγραφή του οποίου προέκυψε η αξιολογικά ελεύθερη θεώρηση.

Η τελευταία τούτη πρόταση συνεπάγεται ότι η λογικά συνεπής αξιολογικά ελεύθερη θεώρηση εδράζεται σε μιαν ορισμένη αντίληψη για τα ανθρώπινα πράγματα. Πρόθεσή μας εδώ είναι να τονίσουμε και να διευκρινίσουμε αυτήν τη συνάφεια. Όταν προσπαθεί κανείς να την αρνηθεί ή τουλάχιστον να την αποσιωπήσει, τότε δημιουργείται εκείνη η κατάσταση της αμηχανίας, στην οποία βρίσκονται αδιάκοπα μερικοί σύγχρονοι μας θετικιστές ή «κριτικοί» ορθολογιστές, καθώς θέλουν να εμφανίζονται ως αξιολογικά ελεύθεροι επιστήμονες, ενώ την ίδια στιγμή μεταμορφώνονται σε αιθεροβάμονες μεταφυσικούς προκειμένου να υπερασπίσουν λ.χ. τον φιλελεύθερο ηθικισμό ή «την» ελευθερία. Αυτού του είδους η αξιολογική ελευθερία δεν είχε άλλωστε ποτέ την πρόθεση να απόσχει οριστικά από τον αγώνα των παρατάξεων ή να παραιτηθεί από τον ενδεχόμενο ρόλο του ηγέτη, παρά αποτελούσε και η ίδια πολεμική πράξη, δηλαδή στρεφόταν εξ αρχής ενάντια στη μαρξιστική-λενινιστική ομολογία πίστεως στην κομματικότητα της επιστήμης, και το έκανε αυτό από τη σκοπιά φιλελεύθερων αντιλήψεων για την αυτονομία των διάφορων βασικών τομέων της κοινωνικής ζωής. Τέτοιοι εκπρόσωποι της αξιολογικής ελευθερίας προβάλλουν βέβαια ως ιδεώδες την απουσία οποιωνδήποτε κοσμοθεωρητικών προϋποθέσεων από την σκέψη και την έρευνα, όμως διόλου δεν εξετάζουν τη συνάφεια ανάμεσα στην προβολή ενός τέτοιου ιδεώδους καθ’ εαυτήν και σε ορισμένες αντιλήψεις αναφερόμενες στο περιεχόμενο της σκέψης, και ειδικότερα σε ζητήματα ανθρωπολογικά και φιλοσοφίας του πολιτισμού. Και δεν το κάνουν ακριβώς επειδή η αξιολογική τους ελευθερία επαμφοτερίζει και τα βαθύτερα κίνητρά τους είναι ετερογενή, δηλαδή συνδέονται με κανονιστικές προθέσεις και αρχές. Αν εκπροσωπούσαν απροκάλυπτα τον εγγενή ριζοσπαστικό σκεπτικισμό της αξιολογικά ελεύθερης θεώρησης, δηλαδή την αδιαφορία της απέναντι σε κανονιστικές αρχές στη συνάρτησή της με μιαν ορισμένη αντίληψη για τα ανθρώπινα πράγματα, τότε θα έδιναν ευπρόσδεκτα όπλα στους «ολοκληρωτικούς» εχθρούς του φιλελεύθερου θετικισμού, οι οποίοι πλειοδοτούν γενναιόδωρα στη δημοπρασία των ηθικών αξιών. Αλλά κάτι τέτοιο δεν μπορεί να το διακινδυνεύσει κανείς, αν θέλει να συμμετέχει κατά κάποιον τρόπο στο εγχείρημα της βελτίωσης του κόσμου –έστω και με τη νηφάλια όψη του κριτικού αναλυτή ποικίλων ψευδαισθήσεων.

Επιπλέον, μερικές φορές ελλοχεύει και ο φόβος ότι η συνεπής και ολόπλευρη θεμελίωση της αξιολογικής ελευθερίας θα της αφαιρούσε τον χαρακτήρα αυστηρής επιστημολογικής αρχής και θα την μετέτρεπε σε μια καινούργια μορφή ύποπτης ιδεολογικής ερμηνείας του κόσμου. Γιατί, αν γίνει παραδεκτή η συνάρτηση της αξιολογικά ελεύθερης θεώρησης με μιαν ορισμένη αντίληψη για τα ανθρώπινα πράγματα, τότε η θεώρηση αυτή φαίνεται εγκλωβισμένη στην ίδια εκείνη σχετικότητα, η οποία κατά την άποψή της προσιδιάζει αποκλειστικά στην υφή θεωρήσεων δεμένων με ορισμένες αξίες. Πράγματι, ενάντια στη θεωρία της απόφασης και στον σκεπτικισμό –των οποίων η αναγκαία λογική συνάφεια με την αξιολογικά ελεύθερη θεώρηση ορθά διαπιστώνεται από τους αντιπάλους, έστω κι αν αυτό γίνεται απλώς για λόγους πολεμικής- συχνότατα χρησιμοποιούνται επιχειρήματα του τύπου: η θεωρία της απόφασης σχετικοποιεί τα πάντα ανάγοντάς τα σε αποφάσεις αναγκαία συνδεδεμένες με συγκεκριμένη τοποθέτηση και προοπτική˙ εφ’ όσον και η ίδια, σύμφωνα με τις δικές της προϋποθέσεις, πηγάζει από μια τέτοιαν απόφαση, δεν μπορεί να είναι θεωρητικά δεσμευτική και πειθαναγκαστική. (Στην παραδοσιακή του μορφή το επιχείρημα έχει ως εξής: πώς μπορεί ο σκεπτικιστής να είναι πεπεισμένος για την ορθότητα της δικής του θέσης, αφού αμφισβητεί την ορθότητα όλων των θέσεων;). Τέτοια αγοραία φιλοσοφικά επιχειρήματα έχουν ωστόσο μόνο ρητορική, δηλαδή ψυχολογική αξία και μπορούν να ανασκευασθούν ήδη με τα εργαλεία της τυπικής λογικής. Αν διατυπωθούν σε μορφή κλασσικού συλλογισμού, τότε στη μείζονα πρόταση γίνεται δεκτό εκείνο που απορρίπτεται στο συμπέρασμα, δηλαδή το συμπέρασμα αντιφάσκει προς την προκείμενη αντί να την εμπεριέχει ˙ όμως είναι λογικά εσφαλμένο να γίνεται δεκτή η θεμελιώδης θέση του σκεπτικισμού προκειμένου ν’ αμφισβητηθεί μ’ αυτόν τον τρόπο η εγκυρότητα του ίδιου του σκεπτικισμού. Άλλωστε ο σκεπτικισμός εκείνος, ο οποίος συνδέεται με την (περιγραφική) θεωρία της απόφασης δεν αφορά τη δυνατότητα αντικειμενικής γνώσης, παρά μόνο τη δυνατότητα διατύπωσης αντικειμενικά έγκυρων κανονιστικών αρχών. Τούτη η αντιδιαστολή μεταξύ αντικειμενικής γνώσης και αντικειμενικών κανονιστικών αρχών συνεπάγεται ότι η πρώτη παρεμποδίζεται σε κάθε της βήμα από την προσπάθεια να πορισθεί κανείς τις δεύτερες –όπου με τον όρο «κανονιστικές αρχές» δεν εννοούμε απλώς τις συνήθεις ηθικές εντολές, παρά κάθε κοσμοεικόνα υποτυπωμένη με βάση την επιταγή της αυτοσυντήρησης και της διεύρυνσης της ισχύος ενός ατόμου ή μιας συλλογικής οντότητας ˙ μόνο στο πλαίσιο μιας τέτοιας κοσμοεικόνας φαίνεται ότι και η ηθική, με τη στενότερη έννοια του όρου, έχει ερείσματα και νόημα. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι μόνο παραίτηση από κάθε κανονιστική αρχή και από κάθε αξίωση για αυτοσυντήρηση και ισχύ μπορεί να καταστήσει δυνατή τη γνώση των ανθρωπίνων πραγμάτων. Το τίμημα της αξιολογικά ελεύθερης γνώσης είναι η ζωή, γι’ αυτό είναι μηδαμινές οι πιθανότητες να γίνει μια τέτοια γνώση κοινωνικά αποδεκτή.

Στην πνευματική ατμόσφαιρα, την οποία δημιούργησε η κυρίαρχη κανονιστική θεώρηση όλων των αποχρώσεων, κατάντησε να θεωρείται ως κοινοτοπία ανάξια ενός εκλεπτυσμένου στοχασμού ή ως απρέπεια ανεπίτρεπτη μεταξύ μορφωμένων το να θέτει κανείς το στοιχειώδες ερώτημα: γιατί οι κανονιστικές αρχές και οι αξίες δεν επιτέλεσαν στην ίσαμε τώρα ιστορία εκείνο που θα όφειλα να έχουν επιτελέσει προς την κατεύθυνση της αρμονικής συμβίωσης των ανθρώπων με βάση τα όσα επαγγέλλονται και τα όσα λένε οι ίδιες για να αυτοδικαιωθούν; Ή ακόμα: πώς μπόρεσαν να τεθούν τόσο πολλές φορές και με τόσο ζήλο στην υπηρεσία επιθετικών ενεργειών και αμοιβαίας εξόντωσης; Τα λυπηρά τούτα γεγονότα δεν μπορεί κανείς να τα αμφισβητήσει, και το δυσάρεστο συναίσθημα, το οποίο γεννούν στους ηθικιστές, αρθρώθηκε με κλασσική ευκρίνεια στα μεγάλα μεταφυσικά συστήματα του παρελθόντος, όπου εκτός από τις θεωρητικές εγγυήσεις για την τελική νίκη του «καλού» προσφέρονται και εξηγήσεις για τη μη πραγματοποίησή της ίσαμε τώρα. Αν στάθηκε δυνατόν να επινοηθούν τέτοιες εξηγήσεις, ο λόγος είναι ότι εντάχθηκαν στο πλαίσιο μιας νοητικής κατασκευής, η οποία ως σύνολο βρισκόταν υπό την αιγίδα της αναμενόμενης ( ίσαμε σήμερα) νίκης του «καλού» και, αντίστοιχα, είτε έβγαζε το «κακό» ανύπαρκτο είτε το ερμήνευε ως ασυνείδητο όργανο πραγμάτωσης του «καλού». Αν αφήσουμε στην άκρη την εσχατολογική πίστη και εξετάσουμε την έως τώρα πρακτική αποτυχία των αξιών με τη βοήθεια κριτηρίων εγγενών, δηλαδή παρμένων από τη θεωρία των αξιών και μόνο, τότε η αποτυχία τούτη θα μας φανεί αίνιγμα. Να το λύσει μπορεί μονάχα μια θεωρία της ανθρώπινης πράξης (και της λειτουργίας του «πνεύματος» εντός της) απαλλαγμένη από όλες τις κανονιστικές αξιωματικές αποδοχές – δηλαδή μια περιγραφική θεωρία της απόφασης. Μια θεωρία με κανονιστικά κίνητρα και κανονιστική έμπνευση δεν μπορεί να εξηγήσει ολοκληρωτικά τους λόγους της πρακτικής της αποτυχίας αν δεν αυτοαναιρεθεί ως αντικειμενική αλήθεια. Εδώ έγκειται η βαθύτερη αιτία, για την οποία οι ηθικιστές κατά το δυνατόν αποφεύγουν να θίξουν το νευραλγικό ζήτημα τούτης της αποτυχίας, μολονότι ακριβώς ένα τέτοιο ζήτημα θα ‘πρεπε να βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ανθρώπων που μοχθούν για το καλό της ανθρωπότητας. Βέβαια, εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε το εξής: όταν μιλάμε για πρακτική αποτυχία της κανονιστικής θεώρησης, έχουμε κατά νου την απόσταση ανάμεσα στην ονομαστική αξία των συνειδητών της σκοπών και στα πραγματικά ιστορικά συμβάντα˙ όμως η κανονιστική θεώρηση, σε τούτη ή εκείνη την εκδοχή της, παραμένει παρ’ όλ’ αυτά κοινωνικά επιτυχής, γιατί εκπληρώνει ορισμένες λειτουργίες ολότελα ανεξάρτητες από τον τρόπο με τον οποίον κατανοούν τον εαυτό τους οι εκπρόσωποί της – και μάλιστα η αποτυχία της με την παραπάνω έννοια αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση για την εκπλήρωση των αντικειμενικών της λειτουργιών και επομένως για την κοινωνική της επικράτηση.

Ρήξη με το παρελθόν. Έχοντας πλέον αποκοπεί από τις παλιές μορφές σκέψης, συναισθημάτων και προσαρμογής, οδηγούμαστε σε μια εντελώς νέα κοινωνία

Μια από τις πιο εντυπωσιακές αναλύσεις αυτού του θέματος, προέρχεται από τον Κένεθ Μπάουλντιγκ, έναν διαπρεπή οικονομολόγο και εμπνευσμένο κοινωνικό στοχαστή. Εξηγώντας την άποψή του ότι η σημερινή στιγμή αποτελεί μια κρίσιμη καμπή στην ιστορία του ανθρώπου, παρατηρεί ότι “όσον αφορά τις στατιστικές μελέτες σχετικά με τις δραστηριότητες της ανθρωπότητας, η χρονολογία που διαιρεί την ιστορία σε δύο ίσα μέρη βρίσκεται ζωντανή στη μνήμη”. Ουσιαστικά ο αιώνας μας αντιπροσωπεύει τη Μεγάλη Ενδιάμεση Λωρίδα που συνθλίβει το κέντρο της ιστορίας του ανθρώπου. Έτσι, υποστηρίζει, “ο σημερινός κόσμος… είναι τόσο διαφορετικός απ’ τον κόσμο μέσα στον οποίο γεννήθηκα, όσο και εκείνος διέφερε απ’ τον κόσμο του Ιουλίου Καίσαρα. Για να χρονολογήσω κατά προσέγγιση, γεννήθηκα στα μέσα της ιστορίας του ανθρώπου. Έχουν συμβεί τόσο πολλά από τότε, όσα είχαν συμβεί περίπου και πριν τη γέννησή μου”.

Αυτή η εκπληκτική αναφορά μπορεί να επεξηγηθεί με διάφορους τρόπους. Έχει αναφερθεί, για παράδειγμα, ότι αν τα τελευταία 50.000 χρόνια της ανθρώπινης ύπαρξης διαιρούνταν σε περιόδους ζωής των 62 ετών η κάθε μία, θα υπήρχαν περίπου 800 τέτοιες χρονικές περίοδοι, εκ των οποίων οι 650 θα ήταν περίοδοι των σπηλαίων.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 70 περιόδων, κατέστη δυνατή η ουσιαστική ιστορική συνέχεια από τη μία περίοδο στην άλλη- με την ανακάλυψη της γραφής. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μόλις έξι περιόδων, εκατομμύρια άνθρωποι μπόρεσαν για πρώτη φορά να αντικρύσουν μία τυπωμένη λέξη. Μόνο κατά τις τελευταίες 4 κατέστη δυνατή η μέτρηση του χρόνου με κάθε ακρίβεια. Στις τελευταίες 2 περιόδους χρησιμοποιήθηκε ο πρώτος ηλεκτρικός κινητήρας. Και τα περισσότερα υλικά αγαθά που χρησιμοποιούμε σήμερα στην καθημερινή μας ζωή, εμφανίστηκαν κατά τη σημερινή, την 800ή περίοδο ζωής.

Αυτή η 800ή περίοδος σηματοδοτεί την απότομη, έντονη ρήξη με όλη την προηγούμενη ανθρώπινη εμπειρία, διότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ζωής, η σχέση του ανθρώπου με τις πλουτοπαραγωγικές πηγές έχει μεταβληθεί. Αυτό γίνεται πιο φανερό στο πεδίο της οικονομικής ανάπτυξης. Μέσα σε μία μόνο περίοδο ζωής, η γεωργία, η αρχική βάση του πολιτισμού, άρχισε από έθνος σε έθνος να χάνει την κυρίαρχη θέση της. Σήμερα σε μια ντουζίνα μείζονες χώρες, ο αγροτικός τομέας απασχολεί πάνω από το 15% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου τα αγροκτήματα συντηρούν 200.000.000 Αμερικανούς, προστιθεμένων άλλων 160.000.000 σ’ όλο τον κόσμο, αυτός ο αριθμός έχει ήδη μειωθεί κάτω από το 6% και συνεχίζει να συρρικνώνεται με γοργό ρυθμό.

Επιπλέον, αν η γεωργία είναι το πρώτο στάδιο της οικονομικής ανάπτυξης και η εκβιομηχάνιση το δεύτερο, είμαστε τώρα σε θέση να αντιληφθούμε ότι ξαφνικά παρουσιάστηκε ακόμη ένα στάδιο, το τρίτο. Γύρω στο 1965 οι Ηνωμένες Πολιτείες εξελίχτηκαν στην πρώτη μείζονα δύναμη, στην οποία περισσότερο από το 50% του μη αγροτικού εργατικού δυναμικού έπαψε να φορά το μπλε κολάρο του εργοστασίου ή της χειρωνακτικής εργασίας. Οι χειρώνακτες ξεπεράστηκαν αριθμητικά από τους εργαζόμενους στα ονομαζόμενα επαγγέλματα του λευκού κολάρου – στο λιανικό εμπόριο, στη διοίκηση, στις επικοινωνίες, στην έρευνα, στην εκπαίδευση και σε άλλους επαγγελματικούς τομείς. Μέσα στην ίδια περίοδο ζωής, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπου μια κοινωνία όχι μόνο αποτίναξε το ζυγό της αγροτικής δουλειάς, αλλά κατάφερε επίσης, μέσα σε λίγες δεκαετίες, να αποτινάξει και τον ζυγό της χειρωνακτικής εργασίας. Είχε γεννηθεί η πρώτη οικονομία υπηρεσιών στον κόσμο.

Από τότε, οι τεχνολογικά ανεπτυγμένες χώρες, η μία μετά την άλλη, κινήθηκαν στην ίδια κατεύθυνση. Σήμερα, στη Σουηδία, Βρετανία, Βέλγιο, Καναδά και Κάτω Χώρες, στα κράτη δηλαδή όπου η γεωργία βρίσκεται σε ένα επίπεδο κάτω του 15% ή και χαμηλότερα, οι υπάλληλοι γραφείου ήδη υπερτερούν αριθμητικά από τους χειρώνακτες. Δέκα χιλιάδες χρόνια για τη γεωργία. Ένας ή δύο αιώνες για εκβιομηχάνιση. Και τώρα βλέπουμε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας η προοπτική του υπερ-βιομηχανισμού.

Ο Jean Fourastie, ο Γάλλος σχεδιαστής και κοινωνικός φιλόσοφος, δήλωσε, “Τίποτα δε θα είναι λιγότερο βιομηχανικό απ’ τον πολιτισμό που γεννήθηκε απ’ τη βιομηχανική επανάσταση”. Η σημασία αυτής της συγκλονιστικής πραγματικότητας, μένει ακόμη να αφομοιωθεί. Ίσως ο Θαντ, Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, προσέγγισε πιο πιστά την έννοια της μετατόπισης στην αντίληψη του υπερ-βιομηχανισμού, όταν δήλωσε ότι, “Η εκπληκτική αλήθεια για τις ανεπτυγμένες οικονομίες σήμερα είναι ότι αυτές μπορούν να έχουν πολύ σύντομα το είδος και την αναλογία πλουτοπαραγωγικών πηγών που επιθυμούν… Δεν είναι πια οι πλουτοπαραγωγικές πηγές αυτές που οριοθετούν τις αποφάσεις. Η απόφαση είναι αυτή που δημιουργεί τις πηγές. Αυτή είναι η θεμελιώδης επαναστατική αλλαγή- ίσως η πιο επαναστατική που έχει γνωρίσει ποτέ ο άνθρωπος”. Αυτή η μνημειώδης μεταστροφή, συνέβη κατά την 800ή χρονική περίοδο ζωής.

Επίσης, αυτή η περίοδος διαφέρει από όλες τις άλλες εξαιτίας της εκπληκτικής διεύρυνσης της κλίμακας της αλλαγής. Βεβαίως υπήρξαν και άλλες περίοδοι, κατά τις οποίες προκλήθηκαν κοσμοϊστορικές αναταραχές. Πόλεμοι, επιδημίες, σεισμοί και λιμοί ανέτρεψαν σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική τάξη πραγμάτων. Αλλά αυτοί οι συγκλονισμοί και οι αναταραχές συνεχίστηκαν μέσα στα πλαίσια μιας σειράς διαδοχικών κοινωνιών. Χρειάστηκαν γενιές ή και αιώνες για να εξαπλωθεί ο αντίκτυπός τους πέρα απ’αυτά τα σύνορα.

Στην περίοδο ζωής που διανύουμε τα σύνορα έχουν σπάσει. Σήμερα, το δίκτυο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης είναι τόσο άρρηκτα πλεγμένο, ώστε ο αντίκτυπος των σύγχρονων γεγονότων απλώνεται αστραπιαία σ’ όλο τον κόσμο. Ένας πόλεμος στο Βιετνάμ ανατρέπει βασικές πολιτικές συμμαχίες στο Πεκίνο, τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον, προκαλεί αναταραχές στη Στοκχόλμη, επηρεάζει τις οικονομικές συναλλαγές στη Ζυρίχη, επιβάλλει μυστικές διπλωματικές ενέργειες στην Αλγερία.

Πράγματι, δεν είναι μόνο τα σύγχρονα γεγονότα που διαδίδονται αστραπιαία- τώρα πια μπορούμε να πούμε ότι αισθανόμαστε τον ισχυρό αντίκτυπο όλων των προηγούμενων γεγονότων με ένα διαφορετικό τρόπο. Διότι το παρελθόν επιστρέφει ακολουθώντας τα ίδια του τα ίχνη. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση που θα ονομάζαμε “χρονικό άλμα”.

Ένα περιστατικό που, όταν συνέβη, επηρέασε ελάχιστους ανθρώπους, σήμερα μπορεί να έχει συνέπειες ευρείας κλίμακας. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, για παράδειγμα, ήταν, με σύγχρονους όρους, μια αψιμαχία. Ενώ η Αθήνα, η Σπάρτη και μερικές γειτονικές πόλεις-κράτη πολεμούσαν, ο πληθυσμός της υπόλοιπης υφηλίου παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ανυποψίαστος και ανενόχλητος από τον πόλεμο. Οι Ινδιάνοι Ζαποτέκ, που εκείνη την εποχή ζούσαν στον Μεξικό, δεν επηρεάστηκαν καθόλου. Στους αρχαίους Ιάπωνες επίσης δεν είχε κανέναν αντίκτυπο.

Κι όμως, ο Πελοποννησιακός πόλεμος μετέτρεψε αποφασιστικά τη μελλοντική τροχιά της Ελληνικής ιστορίας. Μεταβάλλοντας τις δραστηριότητες των ανθρώπων, τη γεωγραφική κατανομή γονιδίων, αξιών και ιδεών, επέδρασε στις μεταγενέστερες συνθήκες στη Ρώμη και, μέσω αυτής, σ’ ολόκληρη την Ευρώπη. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι είναι διαφορετικοί, σε κάποιο βαθμό, εξαιτίας εκείνης της σύγκρουσης.

Στον έντονα αλληλοεπηρεαζόμενο σημερινό κόσμο, αυτοί οι Ευρωπαίοι, με τη σειρά τους, επιδρούν το ίδιο στους Μεξικανούς όπως και στους Ιάπωνες. Όποιο ίχνος επιρροής κι αν άφησε ο Πελοποννησιακός πόλεμος στη γενετική δομή, στις ιδέες και αξίες των σημερινών Ευρωπαίων, εξάγεται τώρα απ’ αυτούς σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Έτσι, οι σύγχρονοι Μεξικανοί και Ιάπωνες αισθάνονται τον μακρινό αντίκτυπο εκείνου του πολέμου, αν και οι πρόγονοί τους, που έζησαν κατά τη διάρκεια του, δεν τον αισθάνθηκαν. Μ’ αυτόν τον τρόπο, τα γεγονότα του παρελθόντος, περνώντας βιαστικά μέσα από γενιές και αιώνες, αναβιώνουν σήμερα εισβάλλοντας στη ζωή μας.

Όταν σκεφτόμαστε όχι μόνο τον Πελοποννησιακό πόλεμο, αλλά και το Μεγάλο Τείχος της Κίνας, τη Μαύρη Πανούκλα, τη μάχη των Bantu ενάντια στους Hamites- ουσιαστικά όλα τα ιστορικά γεγονότα- οι αθροιστικές επιπτώσεις του “χρονικού άλματος” προσλαμβάνουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Οτιδήποτε συνέβη σε κάποιους ανθρώπους στο παρελθόν, επηρεάζει ουσιαστικά όλο τον κόσμο σήμερα. Αυτό δε συνέβαινε πάντα. Με λίγα λόγια, όλα τα ιστορικά γεγονότα μάς προλαβαίνουν, κι αυτή ακριβώς η διαφορά, παραδόξως, υπογραμμίζει τη ρήξη μας με το παρελθόν. Έτσι η εμβέλεια της αλλαγής διαφοροποιείται ριζικά. Στον χώρο και το χρόνο η αλλαγή συνιστά μια, χωρίς προηγούμενο, δύναμη και ικανότητα πρόσβασης σ’ αυτό που ονομάζουμε 800ή περίοδο ζωής.

Αλλά η τελική, ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη σημερινή περίοδο και σε όλες τις προηγούμενες, συμβαίνει να παραβλέπεται πιο εύκολα. Διότι δεν έχουμε απλώς διευρύνει την κλίμακα της αλλαγής, αλλά έχουμε αλλάξει ριζικά και τον ρυθμό της. Στην εποχή μας, έχουμε απελευθερώσει μία εντελώς καινούρια κοινωνική δύναμη- έναν χείμαρρο αλλαγής τόσο ορμητικό, ώστε επηρεάζει την αντίληψή μας για το χρόνο, μεταβάλλει επαναστατικά τον ρυθμό της καθημερινής ζωής, και επιδρά ακόμη και στον τρόπο που “αισθανόμαστε” τον κόσμο γύρω μας. Δεν “αισθανόμαστε” πια τη ζωή όπως οι άνθρωποι του παρελθόντος. Κι αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον αληθινά σύγχρονο άνθρωπο και σ’ όλους τους άλλους. Διότι αυτή η επιτάχυνση είναι η αιτία της παροδικότητας- της μεταβατικότητας- που διαπερνά και ζωντανεύει τη συνείδησή μας, επιδρώντας καταλυτικά στον τρόπο που συνδεόμαστε με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, με ολόκληρο τον κόσμο των ιδεών, της τέχνης και των αξιών.

Για να κατανοήσουμε τι μας συμβαίνει καθώς κινούμαστε προς την εποχή του υπερ-βιομηχανισμού, πρέπει να αναλύσουμε τη διαδικασία της επιτάχυνσης και να συλλάβουμε την έννοια της μεταβατικότητας. Αν η επιτάχυνση αποτελεί μια νέα κοινωνική δύναμη, η μεταβατικότητα είναι το ψυχολογικό της αντίστοιχο και χωρίς να αντιληφθούμε το ρόλο που διαδραματίζει στη σύγχρονη ανθρώπινη συμπεριφορά, όλες οι θεωρίες μας για την προσωπικότητα, όλη η ψυχολογία μας, παραμένουν παρωχημένες. Η ψυχολογία, χωρίς την αντίληψη της μεταβατικότητας, αδυνατεί να ερμηνεύσει με ακρίβεια τα ιδιόμορφα σύγχρονα φαινόμενα.

Αλλάζοντας τη σχέση μας με τις πηγές ενέργειας, επεκτείνοντας βίαια το εύρος της αλλαγής και, κάτι ακόμα πιο κρίσιμο, επιταχύνοντας απότομα το ρυθμό της, έχουμε εγκαταλείψει το παρελθόν αμετάκλητα. Έχουμε αποκοπεί από τις παλιές μορφές σκέψης, συναισθημάτων και προσαρμογής. Βάλαμε τις βάσεις μιας εντελώς νέας κοινωνίας και, τώρα, έχουμε αποδυθεί σ’ έναν αγώνα δρόμου για να την προλάβουμε. Αυτή είναι η ουσία της 800ής χρονικής περιόδου. Κι αυτή ακριβώς είναι που θέτει σε αμφισβήτηση την προσαρμοστικότητα του ανθρώπου. Πώς θα κατορθώσει να ευημερήσει σ’ αυτή τη νέα κοινωνική πραγματικότητα; Μπορεί να ανταποκριθεί στις επιταγές της; Κι αν όχι, μπορεί ν’ αλλάξει αυτές τις επιταγές;
 
ΑΛΒΙΝ ΤΟΦΛΕΡ, ΤΟ ΣΟΚ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Περήφανος είναι ο διαφανής, ο κρυστάλλινος και γι’ αυτόν το λόγο έξοχος

Υπάρχουν δύο λέξεις, περιφάνεια (όπως επιφάνεια) και υπερηφάνεια ή υπεραφάνεια.

Η πρώτη σημαίνει το περίβλεπτο (αυτό που φαίνεται γύρω -γύρω), το ευδιάκριτο, το απολύτως φανερό και άρα φωτεινό, καθαρό, ο περιφανής ή περίφανος άνθρωπος.

Η δεύτερη σημαίνει αλαζονεία, τον υπερφίαλο (υπέρ αφανής).

Το ρήμα φαίνω, φαίνομαι αλλά και φάος, φως, με το περί σχηματίζει την πρώτη, με το υπέρ (πάνω από) σχηματίζει τη δεύτερη. Έτσι, άλλο η (υ)περηφάνεια ή περηφάνια κι άλλο περιφάνεια.

Τα πράγματα μπερδεύτηκαν πολύ όταν η λέξη υπερηφάνεια έχασε το αρχικό Υ … κι έγινε περηφάνια με αποτέλεσμα να ξεχαστεί η λέξη περιφάνεια. Όμως δεν είναι ένα γράμμα που κάνει τη διαφορά αλλά μία ολόκληρη πρόθεση!

Οι περήφανοι άνθρωποι δεν είναι αλαζόνες, αντίθετα είναι εκείνοι που δεν κρύβουν τις πράξεις τους (έστω και λανθασμένες), που δεν είναι ύπουλοι και ψεύτες, δηλαδή εκείνοι που δεν έχουν κάτι σκοτεινό να κρύψουν στη ζωή τους και στην ιστορία τους, αντίθετα γίνονται φωτεινό παράδειγμα.

Έτσι η περιφάνεια πάει μαζί με την ταπεινοφροσύνη της οποίας αντίθετο είναι η υπερηφάνεια!