Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2021

Νίτσε: Το κράτος, το άτομο και η δημοκρατία

Στους Παράκαιρους στοχασμούς ο Νίτσε τοποθετήθηκε σαφώς σε μια μεγάλη γερμανική παράδοση, που συνδυάζει την ιδέα της πνευματικής ελευθερίας με την παραδοχή, εκ μέρους του σοφού ή του στοχαστή, της εν ισχύει πολιτικής τάξης. Η μείζων ιδέα ήταν τότε εκείνη της διάκρισης των τάξεων [dinstinction des ordres], για την οποία ο Λούθηρος είχε δώσει μια θρησκευτική έκφραση, πριν την ξαναπιάσει η νεοτερική γερμανική σκέψη μέσα στο λαϊκό πλαίσιο που προέκυψε από την εμπειρία της "πεφωτισμένης δεσποτείας"· από τη μια μεριά, το "πνεύμα" και η "κουλτούρα" οφείλουν να διατηρήσουν την αυτονομία τους έναντι του κράτους (εξ ου και η απόρριψη του εθνικισμού), αλλά, από την άλλη, τα ελεύθερα πνεύματα οφείλουν να δεχτούν πρόθυμα ότι το κράτος είναι κυρίαρχο, έστω και για να εγγυάται την ηρεμία τους προστατεύοντάς τους από τις αναταραχές της πολιτικής.

Από το Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο και μετά, ο Νίτσε δέχεται, αντίθετα, ότι το "ελεύθερο πνεύμα" οφείλει να έχει ένα μίνιμουμ "ενεργού" ενδιαφέροντος για την πολιτική, επειδή η ακαταμάχητη κίνηση της νεοτερικής δημοκρατίας έχει αλλάξει εκ βάθρων την κατάσταση του στοχαστή· έτσι κάνει την εμφάνισή του στη σκέψη του Νίτσε το πρόβλημα της "μεγάλης πολιτικής", χαράζοντας από την αρχή τα όριά της: ο τελικός σκοπός παραμένει πάντα η διαφύλαξη της ελεύθερης σκέψης, χωρίς να αποκλείεται η παραδοχή αυστηρών καταναγκασμών, όταν αυτοί είναι απαραίτητοι για τη διαμόρφωση μεγάλων ατόμων.

Η διάκριση δύο ανταγωνιστικών ρευμάτων εντός του Διαφωτισμού έχει λοιπόν άμεσα πολιτικό νόημα: επιτρέπει την ανάκτηση του "νεοτερικού" ιδεώδους της αυτονομίας διαχωρίζοντάς το ριζικά από την ιδέα μιας θεμελιώδους ισότητας μεταξύ των ανθρώπων. Ο "ατομικισμός" του Νίτσε θα είναι λοιπόν ανοιχτά αριστοκρατικός ή "ελιτίστικος" (θεμελιωμένος στην αντίθεση ανάμεσα στο μεγάλο άτομο και τη μάζα), πράγμα που προϋποθέτει ότι πρέπει να σκεφτούμε την αυτονομία του υποκειμένου με βάση το πολιτικό μοντέλο της διακυβέρνησης των ανθρώπων: εκείνος που κυβερνά τον εαυτό του πρέπει να είναι ικανός να κυβερνήσει τους άλλους και, αντιστρόφως, μόνον εκείνος που είναι ικανός για κυριαρχία είναι αληθινά άξιος να είναι ελεύθερος.

Στον Πρόλογο του του 1886 στον πρώτο τόμο του έργου Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο ο Νίτσε περιγράφει καταπληκτικά τη διανοητική διαδρομή που τον οδήγησε να καταλάβει ότι το "πρόβλημα της ιεραρχίας" είναι εκείνο των "ελεύθερων πνευμάτων" (ό. π. § 7)· καθώς το πνεύμα γίνεται κύριος του εαυτού του, κύριος των ίδιων των αρετών του, καταλαβαίνει ότι η απελευθέρωσή του είναι αδιαχώριστη από την εδραίωση μιας ιεραρχίας: "Η δύναμη και η ορθότητα και η έκταση της προοπτικής αυξάνονται μαζί όσο ανεβαίνει κανείς" (αυτόθι, § 6). Αν όμως η ιεραρχία είναι πρόβλημα, δεν είναι από μόνη της λύση \ ο πολιτισμός απαιτεί ασφαλώς μια ελίτ προικισμένη συγχρόνως με την "τέχνη να ξέρει να διοικεί" και με την "τέχνη να υπακούει περήφανα" (Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο I, § 440), αλλά η ίδια η υπόταξη υπονομεύεται από τη νεοτερικότητα (αυτόθι, § 441), η οποία ορίζεται από την καθολικοποίηση του κριτικού λογικού (αυτόθι, § 438).

Αυτό που χαρακτηρίζει την πολιτική κατάσταση του νεωτερικού κόσμου είναι λοιπόν μια συστατική αβεβαιότητα ή απροσδιοριστία. Αυτή μεταφράζεται πρώτα από την αντίστιξη ανάμεσα σε "δύο συλλήψεις της διακυβέρνησης", την οποία ο Νίτσε περιγράφει με όρους πολύ κοντινούς με την αντίθεση μεταξύ ρομαντισμού και Διαφωτισμού: η παλιά σύλληψη, που θεωρεί ότι οι πολιτικές μορφές παράγονται από τη σχέση μεταξύ των δυνάμεων (ο Μπίσμαρκ θέλει να πετύχει ένα συμβιβασμό ανάμεσα στην "κυβέρνηση" και τον "λαό") έχει υπέρ της την ιστορία· η καινούργια, που ανάγει τη διακυβέρνηση στη βαθμίδα του "οργάνου του λαού", είναι ένα "καθαρό δημιούργημα του μυαλού". Η παρακμή όμως της παράδοσης κατέστρεψε το "λαϊκό" θεμέλιο του "ιστορικού δικαίου" και αυτό θα πρέπει να μεταφραστεί στην εγκαθίδρυση ενός αυθαίρετου δικαίου, το οποίο η αναγκαιότητά του το καθιστά πιο ορθολογικό από όσο θα ήταν ένα δίκαιο που θα προέκυπτε από τον αναστοχασμό (αυτόθι, § 459, βλ. Πέρα από το καλό και το κακό, § 242). Η πρόοδος της δημοκρατίας, που εκφράζει τον εξορθολογισμό των κοινωνικών σχέσεων, ζητά λοιπόν ως φυσικό αντιστάθμισμα την εγκαθίδρυση μιας "μεγάλης πολιτικής", η οποία δεν μπορεί να μην ανακαλύψει ξανά την αναγκαιότητα του πολέμου, της βίας και της ανισότητας· η ίδια η "μεγάλη πολιτική" έχει όμως τα "μειονεκτήματά" της που οδηγούν σε μια αληθινή απορία: η πολιτική ισχύος τείνει να υποτάξει όλες τις παρούσες δυνάμεις μέσα στην κοινωνία, και συνεπώς μπορεί να γίνει μείζον εμπόδιο στην επιτέλεση των πιο ευγενών έργων του πνεύματος (αυτόθι, § 481).

Στα έργα της ωριμότητας του Νίτσε, η σπουδαιότητα των θέσεων αυτών, που ανακαλύφθηκαν κατά τη "θετικιστική" περίοδο των έργων Ανθρώπινο, υπερβολικά ανθρώπινο και Χαραυγή, είναι ακόμη πιο ορατή, διότι εκφράζονται με μια μορφή ολοένα πιο προκλητική και συνοδεύονται από σαρκασμούς εναντίον όλων των ρευμάτων της νεοτερικής δημοκρατίας· ο Νίτσε προτείνει ως ήρωες κατακτητές ή και τύραννους (τον Καίσαρα Βοργία, τον Ναπολέοντα) (Πέρα από το καλό και το κακό, § 197 και 199), πλέκει το εγκώμιο του "εξαίσιου ξανθού κτήνους" (Γενεαλογία της ηθικής, I, 11), εξυμνεί τη σκληρότητα ενάντια στον ανθρωπισμό του ποινικού δικαίου (αυτόθι, II- πρβλ. Πέρα από το καλό και το κακό, § 229), βλέπει στη χειραφέτηση των γυναικών ένα από τα πιο σίγουρα σημάδια του "ασχημίσματος της Ευρώπης" (αυτόθι, § 232-239).

Ωστόσο, μένει να μάθουμε ποια είναι η ακριβής εμβέλεια των θέσεων αυτών, σε ένα συγγραφέα στον οποίο ξέρουμε ότι δεν βρίσκουμε διαβεβαίωση που να μη συνοδεύεται και από το αντίθετό της (Κ. Jaspers, 1986, σ. 18). Σε μια επιστολή στον Πέτερ Γκαστ, ο Νίτσε λέει ο ίδιος ότι το Πέρα από το καλό και το κακό (1886), όπου οι πολεμικές του είναι πανταχού παρούσες, είναι "ένα τρομακτικό βιβλίο"· στο τέλος του έργου, θυμίζει τη συνετή κρίση του "ερημίτη", που αμφιβάλλει αν ένας φιλόσοφος έχει εκφράσει "τις αληθινές και οριστικές γνώμες του" –ή ακόμη αν μπορεί να έχει τέτοιες γνώμες: "Μήπως δεν γράφουμε βιβλία για να κρύψουμε αυτό που έχουμε μέσα μας;" (αυτόθι, § 289). Σ' αυτό όμως ακριβώς είναι ο Νίτσε πολιτικός φιλόσοφος και όχι συγγραφέας: για να καταλάβουμε αυτό που έχει να μας πει, πρέπει να μάθουμε να ερμηνεύουμε τη σκέψη του, κι αυτό συνεπάγεται ότι λαμβάνουμε υπόψη μας την "τέχνη του να γράφει", που είναι αδιαχώριστη από τον τρόπο που έχει να σκέφτεται τη θέση του φιλοσόφου μέσα στην πολιτική τάξη.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (5.23.1-5.23.7)

[5.23.1] Ὡς δὲ ἐπὶ τὴν ἵππον προσαγαγοῦσαν οὐκ ἐξέδραμον οἱ Ἰνδοὶ ἔξω τῶν ἁμαξῶν, ἀλλ᾽ ἐπιβεβηκότες αὐτῶν ἀφ᾽ ὑψηλοῦ ἠκροβολίζοντο, γνοὺς Ἀλέξανδρος ὅτι οὐκ εἴη τῶν ἱππέων τὸ ἔργον καταπηδήσας ἀπὸ τοῦ ἵππου πεζὸς ἐπῆγε τῶν πεζῶν τὴν φάλαγγα. [5.23.2] καὶ ἀπὸ μὲν τῶν πρώτων ἁμαξῶν οὐ χαλεπῶς ἐβιάσαντο οἱ Μακεδόνες τοὺς Ἰνδούς· πρὸ δὲ τῶν δευτέρων οἱ Ἰνδοὶ παραταξάμενοι ῥᾷον ἀπεμάχοντο, οἷα δὴ πυκνότεροί τε ἐφεστηκότες ἐλάττονι τῷ κύκλῳ καὶ τῶν Μακεδόνων οὐ κατ᾽ εὐρυχωρίαν ὡσαύτως προσαγόντων σφίσιν, ἐν ᾧ τάς τε πρώτας ἁμάξας ὑπεξῆγον καὶ κατὰ τὰ διαλείμματα αὐτῶν ὡς ἑκάστοις προὐχώρει ἀτάκτως προσέβαλλον· ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τούτων ὅμως ἐξώσθησαν οἱ Ἰνδοὶ βιασθέντες πρὸς τῆς φάλαγγος. [5.23.3] οἱ δὲ οὐκέτι ἐπὶ τῶν τρίτων ἔμενον, ἀλλὰ ὡς τάχους εἶχον φυγῇ εἰς τὴν πόλιν κατεκλείσθησαν. καὶ Ἀλέξανδρος ταύτην μὲν τὴν ἡμέραν περιεστρατοπέδευσε τοῖς πεζοῖς τὴν πόλιν ὅσα γε ἠδυνήθη αὐτῷ περιβαλεῖν ἡ φάλαγξ· ἐπὶ πολὺ γὰρ ἐπέχον τὸ τεῖχος τῷ στρατοπέδῳ κυκλώσασθαι οὐ δυνατὸς ἐγένετο· [5.23.4] κατὰ δὲ τὰ διαλείποντα αὐτοῦ, ἵνα καὶ λίμνη οὐ μακρὰν τοῦ τείχους ἦν, τοὺς ἱππέας ἐπέταξεν ἐν κύκλῳ τῆς λίμνης, γνοὺς οὐ βαθεῖαν οὖσαν τὴν λίμνην καὶ ἅμα εἰκάσας ὅτι φοβεροὶ γενόμενοι οἱ Ἰνδοὶ ἀπὸ τῆς προτέρας ἥττης ἀπολείψουσι τῆς νυκτὸς τὴν πόλιν. [5.23.5] καὶ συνέβη οὕτως ὅπως εἴκασεν· ἀμφὶ γὰρ δευτέραν φυλακὴν ἐκπίπτοντες ἐκ τοῦ τείχους οἱ πολλοὶ αὐτῶν ἐνέκυρσαν ταῖς προφυλακαῖς τῶν ἱππέων· καὶ οἱ μὲν πρῶτοι αὐτῶν κατεκόπησαν πρὸς τῶν ἱππέων, οἱ δὲ ἐπὶ τούτοις αἰσθόμενοι ὅτι φυλάσσεται ἐν κύκλῳ ἡ λίμνη ἐς τὴν πόλιν αὖθις ἀνεχώρησαν.
[5.23.6] Ἀλέξανδρος δὲ χάρακί τε διπλῷ περιβάλλει ἵναπερ μὴ εἶργεν ἡ λίμνη τὴν πόλιν καὶ φυλακὰς ἐν κύκλῳ τῆς λίμνης ἀκριβεστέρας κατέστησεν. αὐτὸς δὲ μηχανὰς προσάγειν τῷ τείχει ἐπενόει, ὡς κατασείειν τὸ τεῖχος. αὐτομολήσαντες δὲ αὐτῷ τῶν ἐκ τῆς πόλεώς τινες φράζουσιν, ὅτι ἐν νῷ ἔχοιεν αὐτῆς ἐκείνης τῆς νυκτὸς ἐκπίπτειν ἐκ τῆς πόλεως οἱ Ἰνδοὶ κατὰ τὴν λίμνην, ἵναπερ τὸ ἐκλιπὲς ἦν τοῦ χάρακος. [5.23.7] ὁ δὲ Πτολεμαῖον τὸν Λάγου ἐπιτάττει ἐνταῦθα, τῶν τε ὑπασπιστῶν αὐτῷ δοὺς χιλιαρχίας τρεῖς καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας ξύμπαντας καὶ μίαν τάξιν τῶν τοξοτῶν, ἀποδείξας τὸ χωρίον, ᾗπερ μάλιστα εἴκαζε βιάσεσθαι τοὺς βαρβάρους· σὺ δὲ ἐπειδὰν αἴσθῃ, ἔφη, βιαζομένους ταύτῃ, αὐτὸς μὲν ξὺν τῇ στρατιᾷ εἴργειν τοὺς βαρβάρους τοῦ πρόσω, τὸν δὲ σαλπιγκτὴν κέλευε σημαίνειν· ὑμεῖς δέ, ἄνδρες ἡγεμόνες, ἐπειδὰν σημανθῇ, ξὺν τοῖς καθ᾽ αὑτοὺς ἕκαστοι ξυντεταγμένοι ἰέναι ἐπὶ τὸν θόρυβον, ἵνα ἂ ἡ σάλπιγξ παρακαλῇ. ἀποστατήσω δὲ οὐδὲ ἐγὼ τοῦ ἔργου.

***
[5.23.1] Επειδή οι Ινδοί δεν επιχειρούσαν εξόδους από τα αμάξια τους εναντίον του μακεδονικού ιππικού που πλησίαζε, αλλά ανεβασμένοι επάνω σε αυτά έβαλλαν από ψηλά, ο Αλέξανδρος πήδησε από το άλογό του και πεζός οδήγησε τη φάλαγγα του πεζικού αντιλαμβανόμενος ότι η επιχείρηση αυτή δεν ήταν για το ιππικό. [5.23.2] Οι Μακεδόνες έδιωξαν χωρίς δυσκολία τους Ινδούς από τα αμάξια της πρώτης σειράς. Οι Ινδοί όμως παρατάχθηκαν μπροστά από τα αμάξια της δεύτερης σειράς και αμύνονταν ευκολότερα, επειδή είχαν πράγματι παραταχθεί σε πυκνό σχηματισμό και σε μικρότερο κύκλο, ενώ οι Μακεδόνες εφορμούσαν εναντίον τους χωρίς να έχουν την ίδια άνεση χώρου, αλλά απομάκρυναν τα αμάξια της πρώτης σειράς και ενεργούσαν επιθέσεις χωρίς τάξη από τα κενά διαστήματά τους, όπως μπορούσε ο καθένας. Παρ᾽ όλα αυτά η φάλαγγα έδιωξε τους Ινδούς και από τη δεύτερη σειρά. [5.23.3] Και οι Ινδοί της τρίτης σειράς δεν παρέμειναν πλέον στα αμάξια τους, αλλά τράπηκαν σε φυγή όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και κλείσθηκαν στην πόλη τους. Εκείνη τη μέρα ο Αλέξανδρος στρατοπέδευσε με το πεζικό του γύρω από την πόλη, σε όσο τουλάχιστον μέρος της μπόρεσε να κυκλώσει η φάλαγγα, επειδή το τείχος εκτεινόταν επί πολύ και δεν ήταν δυνατό να το κυκλώσει με τον στρατό του. [5.23.4] Στα κενά διαστήματα της στρατοπέδευσης, εκεί όπου υπήρχε και μία λίμνη όχι μακριά από το τείχος, παρέταξε τους ιππείς ολόγυρα από τη λίμνη, επειδή έμαθε ότι η λίμνη δεν ήταν βαθιά και επειδή συμπέρανε ότι οι Ινδοί θα εγκαταλείψουν τη νύχτα την πόλη πανικόβλητοι από την προηγούμενη ήττα τους. [5.23.5] Τα πράγματα συνέβησαν έτσι όπως υπολόγισε ο Αλέξανδρος, δηλαδή κατά την ώρα περίπου της δεύτερης νυκτερινής φρουράς, οι περισσότεροι από αυτούς όρμησαν έξω από τα τείχη τους και έπεσαν επάνω στις προφυλακές των ιππέων. Οι ιππείς αποδεκάτισαν τους πρώτους από αυτούς, ενώ όσοι έρχονταν κατόπιν, μόλις κατάλαβαν ότι η λίμνη φρουρείται ολόγυρα, υποχώρησαν πάλι προς την πόλη τους.
[5.23.6] Ο Αλέξανδρος περιέβαλε την πόλη με διπλό χαράκωμα, όπου δεν εμπόδιζε η λίμνη, και γύρω από αυτήν τοποθέτησε πιο προσεκτικές φρουρές. Ο ίδιος σχεδίαζε να οδηγήσει προς τα τείχη πολιορκητικές μηχανές για να δημιουργήσει ρήγματα, μερικοί όμως από τους πολιορκούμενους, που λιποτάχτησαν προς αυτόν από την πόλη, του είπαν ότι οι Ινδοί είχαν στον νου τους να διαφύγουν τη νύχτα εκείνη από την πόλη προς τη λίμνη, όπου ακριβώς δεν υπήρχε χαράκωμα. [5.23.7] Εκεί ο Αλέξανδρος τοποθέτησε τον Πτολεμαίο, τον γιο του Λάγου, αφού του έδωσε τρεις χιλιαρχίες υπασπιστών και όλους τους Αγριάνες και ένα τάγμα τοξοτών και αφού του υπέδειξε τη θέση, την οποία ακριβώς υπέθετε ότι πιθανότατα θα επιχειρούσαν να παραβιάσουν οι βάρβαροι. «Μόλις αντιληφθείς», του είπε, «ότι οι βάρβαροι επιχειρούν να την παραβιάσουν, εσύ με τον στρατό σου να τους εμποδίσεις να προχωρήσουν και να διατάξεις τον σαλπιγκτή να δώσει το σύνθημα. Και σεις διοικητές, μόλις δοθεί το σύνθημα, να τρέξετε ο καθένας με συνταγμένους τους άνδρες του προς τον θόρυβο, οπουδήποτε σας καλεί η σάλπιγγα. Ούτε και εγώ θα απουσιάσω από την επιχείρηση».

Παρασκευή 10 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (58-86)

ΟΙ. ὦ παῖδες οἰκτροί, γνωτὰ κοὐκ ἄγνωτά μοι
προσήλθεθ᾽ ἱμείροντες. εὖ γὰρ οἶδ᾽ ὅτι
60 νοσεῖτε πάντες, καὶ νοσοῦντες, ὡς ἐγὼ
οὐκ ἔστιν ὑμῶν ὅστις ἐξ ἴσου νοσεῖ.
τὸ μὲν γὰρ ὑμῶν ἄλγος εἰς ἕν᾽ ἔρχεται
μόνον καθ᾽ αὑτόν, κοὐδέν᾽ ἄλλον, ἡ δ᾽ ἐμὴ
ψυχὴ πόλιν τε κἀμὲ καὶ σ᾽ ὁμοῦ στένει.
65 ὥστ᾽ οὐχ ὕπνῳ γ᾽ εὕδοντά μ᾽ ἐξεγείρετε,
ἀλλ᾽ ἴστε πολλὰ μέν με δακρύσαντα δή,
πολλὰς δ᾽ ὁδοὺς ἐλθόντα φροντίδος πλάνοις.
ἣν δ᾽ εὖ σκοπῶν ηὕρισκον ἴασιν μόνην,
ταύτην ἔπραξα· παῖδα γὰρ Μενοικέως
70 Κρέοντ᾽, ἐμαυτοῦ γαμβρόν, ἐς τὰ Πυθικὰ
ἔπεμψα Φοίβου δώμαθ᾽, ὡς πύθοιθ᾽ ὅ τι
δρῶν ἢ τί φωνῶν τήνδε ῥυσαίμην πόλιν.
καί μ᾽ ἦμαρ ἤδη ξυμμετρούμενον χρόνῳ
λυπεῖ τί πράσσει· τοῦ γὰρ εἰκότος πέρα
75 ἄπεστι πλείω τοῦ καθήκοντος χρόνου.
ὅταν δ᾽ ἵκηται, τηνικαῦτ᾽ ἐγὼ κακὸς
μὴ δρῶν ἂν εἴην πάνθ᾽ ὅσ᾽ ἂν δηλοῖ θεός.
ΙΕ. ἀλλ᾽ ἐς καλὸν σύ τ᾽ εἶπας, οἵδε τ᾽ ἀρτίως
Κρέοντα προσστείχοντα σημαίνουσί μοι.
80 ΟΙ. ὦναξ Ἄπολλον, εἰ γὰρ ἐν τύχῃ γέ τῳ
σωτῆρι βαίη λαμπρὸς ὥσπερ ὄμματι.
ΙΕ. ἀλλ᾽ εἰκάσαι μέν, ἡδύς· οὐ γὰρ ἂν κάρα
πολυστεφὴς ὧδ᾽ εἷρπε παγκάρπου δάφνης.
ΟΙ. τάχ᾽ εἰσόμεσθα· ξύμμετρος γὰρ ὡς κλύειν.
85 ἄναξ, ἐμὸν κήδευμα, παῖ Μενοικέως,
τίν᾽ ἡμὶν ἥκεις τοῦ θεοῦ φέρων φάτιν;

***
ΟΙΔ. Παιδιά της λύπης μου,
ήρθατε με βαρύ καημό να πείτε
για τα γνωστά δεινά.
Δεν είναι άγνωστα σ᾽ εμένα.
Γνωρίζω καλά την πάνδημη νόσο.
60 Νοσείτε, το ξέρω·
όμως κανένας δεν νοσεί
όπως εγώ.
Καθένας ντύνεται με το δικό του άλγος·
η δική μου ψυχή αλγεί και σπαράζει
για μένα, για σένα και για την πόλη, μαζί.
Από βαθύ λοιπόν δε με ξυπνάτε λήθαργο.
Αν ξέρατε πόσες φορές
έχω λουστεί στα δάκρυα,
πόσες φορές περιπλανήθηκα τη νύχτα
στα μονοπάτια της ανάγκης και της έγνοιας.
Στοχάστηκα πολύ και βρήκα
μονάχα μία γιατρειά·
και την πραγμάτωσα.
Έστειλα τον Κρέοντα, τον γιο του Μενοικέως,
70 τον αδελφό της γυναίκας μου,
στον Πυθικό ναό του Φοίβου
να μάθει τί πρέπει να κάνω,
τί πρέπει να πω,
για να σώσω την πόλη μας.
Μετρώ τις μέρες και θλίβομαι.
Τί κάνει τάχα; Χρονοτριβεί·
ξεπέρασε τον λογικό της απουσίας χρόνο.
Μα θα γυρίσει κι αν δεν τελέσω
τα φανερά σημεία του θεού,
να δω το μέγα σκότος.
ΙΕΡ. Καλομελέτησες
κι αυτοί μου γνέφουν
πως μόλις τώρα φάνηκε ο Κρέων.
ΟΙΔ. Άναξ Απόλλων,
80 μακάρι να ᾽ρθει
της σωτηρίας φέρνοντας το φως,
καθώς το φως που λάμπει στη ματιά του.
ΙΕΡ. Φαντάζει γαλήνιος· εξάλλου
δεν θα στεφάνωνε την κεφαλή
με δάφνης ανθισμένο κλάδο.
ΟΙΔ. Γρήγορα θα το μάθουμε. Ζυγώνει·
μπορεί ν᾽ ακούσει πια.
Άρχοντα της καρδιάς μου, του Μενοικέως γιε,
τί χρησμό μας φέρνεις από το θεό;

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 11. Έννοιες και αρχές

11.2. Οίκος και πόλις

Μία από τις σημαντικές αλλαγές που δρομολογείται τον 8ο αι. π.Χ. και ανακλάται στα ομηρικά έπη είναι η μετάβαση από τον παραδοσιακό θεσμό του οίκου στον νεωτερικό της πόλης. Βασική κοινωνική μονάδα του οίκου αποτελούσε η στενότερη ή ευρύτερη οικογένεια, που βρισκόταν υπό την εξουσία ενός πατριάρχη βασιλιά, και περιελάμβανε τις εκτάσεις γης, τα ζώα, το υπηρετικό προσωπικό, και τα υπόλοιπα υλικά αγαθά. Παράδειγμα ο οίκος του Οδυσσέα στην Ιθάκη. Ο θεσμός του οίκου αντιπροσώπευε έναν τύπο κοινωνίας τοπικό, όπου ίσχυαν εθιμικοί κανόνες δικαίου, με συχνές συγκρούσεις ανάμεσα σε μεμονωμένους ανθρώπους και αντίπαλες ομάδες, και με ριζική διαφοροποίηση ανάμεσα στην ανώτερη τάξη των ευγενών και στον λαό. Η αλληλεγγύη ανάμεσα στα μέλη του οίκου στηριζόταν στους συγγενικούς κυρίως δεσμούς. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλα μέλη, που δεν ήταν συγγενείς, αλλά «ξένοι» που γίνονταν φίλοι. Αυτοί αναζητούσαν την ασφάλεια και τις ανέσεις του οργανωμένου σπιτικού, προσφέροντας ως αντάλλαγμα τις υπηρεσίες τους στον κύριό τους ως έμπιστοι ακόλουθοί του στη διάρκεια της ειρήνης ή του πολέμου. Παράδειγμα η σχέση του Πατρόκλου με τον Αχιλλέα.

Τα προνόμια που απολάμβαναν τα μέλη του οίκου εξαρτώνταν από την κοινωνική τους θέση, η οποία με τη σειρά της καθοριζόταν από την ανωτερότητα στην καταγωγή και τον πλούτο. Κατ᾽ επέκταση, οι βασικές αξίες του οίκου ήταν λίγο πολύ δεδομένες, προκαθορισμένες, και το ίδιο συνέβαινε με τη θέση που κατείχε κάποιος μέσα σε μια κοινότητα, από την οποία προέκυπταν τα προνόμια και οι υποχρεώσεις του. Ήταν αναμενόμενο λοιπόν το πρωταρχικό κίνητρο δράσης ενός επικού ήρωα, για παράδειγμα του Αχιλλέα, να είναι περισσότερο η υπεράσπιση του προσωπικού του κύρους και της περιωπής του μέσα στην κοινότητά του, καθώς και των φίλων του, των δικών, και λιγότερο η διακινδύνευση στο όνομα συλλογικότερων αξιών.

Παρ᾽ όλα αυτά, στα δύο ομηρικά έπη προβάλλονται στοιχεία τα οποία υποδηλώνουν την ύπαρξη ενός κόσμου που διαθέτει και προπολιτικά χαρακτηριστικά, με την έννοια ότι ήρωες και ηρωίδες εξαρτούν το προσωπικό τους κύρος από το συμφέρον του συνόλου, της κοινότητάς τους. Βέβαια, πολιτικοί θεσμοί, λειτουργίες και αξίες βρίσκονται ακόμη στην πρωτοβάθμια φάση σχηματισμού τους· διαθέτουν ωστόσο χαρακτηριστικά που θα οδηγήσουν σταδιακά στην κοινωνία των πολιτών-οπλιτών, στην οργανωμένη πόλη-κράτος των κλασικών χρόνων.

Τρεις σημαντικοί, μόνιμοι «πολιτικοί» σχηματισμοί συντηρούνται στα ομηρικά έπη (η Τροία, η ουτοπική Σχερία των Φαιάκων και η Ιθάκη) και ένας προσωρινός (το οχυρωμένο στρατόπεδο των Αχαιών). Οι μόνιμοι τουλάχιστον πολιτικοί σχηματισμοί δεν αποτελούν μόνον οχυρωμένες, αστικές τοποθεσίες ούτε μπορούν να θεωρηθούν μηχανιστική συσσώρευση αυτόνομων οίκων, αλλά συγκροτούν ανεξάρτητες, αυτοκυβερνώμενες κοινότητες και με συλλογικά έθιμα. Προβεβλημένος πολιτικός θεσμός είναι η συνέλευση, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να υπερτερεί συχνά η γνώμη του ενός βασιλιά ή μιας οικογένειας έναντι της βούλησης των πολλών, συζητούνται όμως κρίσιμα ζητήματα και παίρνονται αποφάσεις που εκτείνονται από τη διανομή της λείας μέχρι την επίλυση συγκρούσεων. Η αγορά συγκαλείται για να συζητήσει μόνο δημόσια ζητήματα, που σημαίνει ότι είχε αρχίσει να διακρίνεται η ιδιωτική από τη δημόσια ζωή. Σε άλλες περιπτώσεις ξεχωρίζει ο κάτοικος μιας πολιτικής κοινότητας από αυτόν που δεν γνωρίζει πολιτικούς θεσμούς, ενώ σπανιότερα (όχι πάντως με συνέπεια) η ανάληψη μιας πολεμικής επιχείρησης, όπως η εκστρατεία εναντίον της Τροίας, εμφανίζεται ως υπόθεση συλλογική.

Εξάλλου, στα δύο ομηρικά έπη οι ήρωες συνδέουν τη ζωή τους, τη δική τους ή της οικογένειάς τους, με την τύχη της πατρίδας ή της πόλης τους. Παράδειγμα ο Έκτορας, στον οποίο καταλογίζεται η διάσημη φράση της Ιλιάδας: Ένα είναι το πιο σωστό σημάδι, να πολεμά κανείς για την πατρίδα του (Μ 243). Ο τρωαδίτης ήρωας κληροδότησε μάλιστα στον γιο του το όνομα Ἀστυάναξ (ηγεμόνας πόλης), επειδή ο πατέρας του προστάτευε τις πύλες και τα ψηλά τείχη της Τροίας (Χ 501-502). Από την άλλη μεριά, στην Οδύσσεια ο κεντρικός πρωταγωνιστής της, ο Οδυσσέας, λαχταράει να βρεθεί στο σπίτι του, στους δικούς του αλλά και στη γη και πατρίδα του, την Ιθάκη: Τίποτε άλλο πιο γλυκό από πατρίδα και γονιούς (ι 34).

Όλα αυτά δηλώνουν ότι πλάι στις παραδοσιακές δομές του οίκου κάνουν την εμφάνισή τους οι νεωτερικές της πόλης, έτσι ώστε το προσωπικό με το συλλογικό, το τοπικό με το πολιτικό να συγχέονται και συχνά να συγκρούονται. Η προβολή των αρχών του οίκου συμφωνούσε με τον παραδοσιακό χαρακτήρα του μύθου των επών, η έκβαση του οποίου ήταν δεσμευτική για τον ποιητή και απαραβίαστη. Η συμπλοκή των παραδοσιακών αρχών του οίκου με τις νεωτερικές της πόλης, που εμφανίζονται κατά κανόνα στο πλαίσιο των λόγων ηρώων και θεών, αποτελεί στοιχείο της πλοκής των ομηρικών επών, πίσω από τις οποίες αναγνωρίζεται συχνά και η φωνή του ποιητή.

Η προσωπική μεταμόρφωση δεν είναι κούρσα

Η προσωπική μεταμόρφωση δεν είναι κούρσα. Στην πραγματικότητα, μερικές φορές όσο πιο πολύ προσπαθείς να αλλάξεις, τόσο περισσότερο χρόνο χρειάζεται. Πάρα πολλοί άνθρωποι αντιμετωπίζουν την αυτοανακάλυψη σαν ένα ακραίο σπορ - τρέχουν με έναν φρενήρη ρυθμό για να μπορέσουν να θεραπευτούν πλήρως.

Διαβάζουν το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Επισκέπτονται τον έναν οδηγό μετά τον άλλο και παρακολουθούν το ένα σεμινάριο μετά το άλλο. Θέλουν να μάθουν τις απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα με τα οποία παλεύουν. Αλλά, όποιος δεν μπορεί να καθίσει μέσα στο μυστήριο της ζωής του και να απολαύσει τη διαδικασία της προσωπικής ανάπτυξης, βρίσκεται σε καθεστώς φόβου.
 
Η ζωή δε λειτουργεί με τον τρόπο που περιμένεις

Μία από τις κυρίαρχες αξίες της κοινωνίας μας είναι το «όσο πιο γρήγορα τόσο καλύτερα».

Να είσαι σίγουρος ότι η δική σου χρονικότητα δεν είναι απαραίτητα και η χρονικότητα της φύσης. Χαλάρωσε και αφέσου στη διαδικασία. Δεν χρειάζεται να γνωρίζεις όλες τις απαντήσεις, τουλάχιστον όχι αυτή τη στιγμή. Όταν θα είσαι έτοιμος για μια συγκεκριμένη γνώση και ένα συγκεκριμένο μάθημα, αυτό θα έρθει.

Τι πλάκα θα είχε αν γνώριζες όλες τις ανατροπές της πλοκής μιας ταινίας από τα μισά της;

Η ζωή σου είναι σαν ένα θρίλερ, φίλε μου - η μισή πλάκα βρίσκεται στο να αγνοείς τι πρόκειται να συμβεί. Η ζωή είναι τόσο ρευστή. Όλα αλλάζουν συνεχώς. Ο τρόπος που νομίζεις ότι θα εξελιχθούν τα πράγματα δεν είναι ο τρόπος που θα εξελιχθούν. Αυτή είναι η πλάκα της όλης άσκησης. Αυτό είναι επίσης και το δώρο.

Μέρος του σκοπού της ζωής αποτελεί το να μάθεις απλώς να αποδέχεσαι ότι είναι ένα μυστήριο.

Κάτι που αφορά το όλο ταξίδι σου είναι να μάθεις να αφήνεις όλους τους φόβους σου σχετικά με ό,τι δεν πηγαίνει έτσι όπως θέλεις να πάει. Η ζωή δε λειτουργεί ποτέ με τον τρόπο που περιμένεις.

Μόλις το μάθεις αυτό, μπορείς να χαλαρώσεις και να απολαύσεις την περιπέτεια του όλου πράγματος. Απλώς κοίταξε πίσω τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε σήμερα η ζωή σου.

Εξελίχθηκε έτσι όπως την είχες σχεδιάσει;

Εάν αναλογιστείς περισσότερο και βαθύτερα το ερώτημα αυτό, προβλέπω ότι θα ανακαλύψεις πως, ενώ μπορεί να μην ανέμενες κάποιες από τις αναποδιές της ζωής, το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί και για τις καλύτερες στιγμές της.

Αποδέξου ότι δε μπορείς να ελέγξεις τη ζωή

Το μάθημα στην πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ελέγξει τη ζωή ή να κατανόησει το μεγαλειώδες σχέδιό της. Αλλά, πίστεψέ με, υπάρχει μια τελειότητα σε αυτό. Ακόμη και αυτό που βιώνεις τώρα, θα το δεις με το πέρασμα του χρόνου ως μια όμορφη ευλογία, που πρόσθεσε τεράστια αξία και πλούτο στη ζωή σου.

Πάρα πολλοί άνθρωποι δεν αντέχουν την ιδέα ότι τα σχέδια και οι στόχοι τους δεν θα έχουν την αναμενόμενη έκβαση. Μια τέτοια σκέψη αντανακλά ένα θέμα ελέγχου από τη μεριά τους. Και πίσω από την ανάγκη τους για έλεγχο υπάρχει συχνά ο φόβος. Αυτοί οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται τις ιδιοτροπίες της φύσης. Τέτοιοι άνθρωποι έχουν ελάχιστη πίστη στην αγάπη που έχει για αυτούς η πηγή της όλης δημιουργίας. Ναι, κάνε σχέδια και θέσε στόχους.

Εργάσου σκληρά και επιδίωξε ό,τι επιθυμείς. Αυτό είναι ένα κομμάτι τού να είσαι υπεύθυνο άτομο - είναι αλήθεια ότι, αν θέτεις στόχους, τους φέρνεις τελικά στη ζωή σου. Αλλά να επιμένεις στα σχέδια και στους σκοπούς σου με πολύ χαλαρά χαλινάρια. Συχνά, το σύμπαν θα σου στείλει ένα θησαυρό με ένα αναπάντεχο πακέτο.

Εάν έχεις απορροφηθεί και προσκολληθεί υπερβολικά σε αυτό που νομίζεις ότι είναι το καλύτερο για σένα, μπορεί να χάσεις αυτό που είναι πραγματικά το καλύτερο για εσένα.

Παραιτήσου από την ανάγκη σου να ελέγχεις το μονοπάτι του πεπρωμένου σου. Επειδή, όσο σκληρά κι αν προσπαθήσεις, απλώς δεν μπορείς να το ελέγξεις.

Σίγουρα μπορείς να κάνεις σοφές επιλογές, και οι επιλογές σου θα έχουν αντίκτυπο. Αλλά τελικά δεν έχεις τον έλεγχο.

Είμαστε τόσο υπερόπτες ως άνθρωποι. Νομίζουμε πως είμαστε πιο έξυπνοι από το σύμπαν. Αυτό το σύμπαν που δημιούργησε τα αστέρια και το φεγγάρι. Νομίζουμε ότι ξέρουμε πολύ περισσότερα για το τι μας συμφέρει από ό,τι η πηγή που δημιούργησε όλα όσα υπάρχουν. Είναι αστείο, εάν το σκεφτείς. Εμείς, που έχουμε τόσο λίγη πίστη.

Ο φόβος σε κάνει να ζεις μια μίζερη ζωή

Ο φόβος είναι ο νούμερο ένα παράγοντας που κάνει τους ανθρώπους να ζουν μια μίζερη, μη αυθεντική ζωή. Για να επιστρέψω στο πόσο χρόνο θα πάρει η μεταμόρφωση, θέλω να επαναλάβω ότι η προσωπική ανάπτυξη δεν είναι μια μεγάλη κούρσα μέχρι τη γραμμή του τερματισμού.

Αντίθετα, είναι μια πολύ οργανική διαδικασία. Πρέπει να αφήσεις λίγο χρόνο, για να εμπεδώσεις μέχρι τα βάθη της ύπαρξής σου τα μαθήματα.

Όταν θα είσαι έτοιμος να διδαχθείς ένα συγκεκριμένο μάθημα, θα έρθει μια τέλεια εμπειρία ή ένα πρόσωπο, που θα αντιπροσωπεύει την ευκαιρία για σένα, ώστε να μάθεις αυτό το μάθημα. Και μόλις πάρεις το μάθημα, θα πρέπει να περάσει κάποιος χρόνος μέχρι να μπορέσεις να το εμπεδώσεις. Δεν υπάρχει βιασύνη. Είναι ένα όμορφο ταξίδι. Πίστεψε ότι εκεί που βρίσκεσαι, σε κάθε συγκεκριμένο σημείο, είναι ακριβώς εκεί που θα έπρεπε να βρίσκεσαι.

Προυστ: Η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει

Αλλά, αντιλήφθηκα επίσης πως ο πόνος που προκαλεί η σκέψη πως ο έρωτάς μας δεν ανήκει στο πρόσωπο που τον εμπνέει, ένας πόνος που ένιωσα αρχικά σε σχέση με τη Ζιλμπέρτ, για δύο λόγους είναι ευεργετικός.

Ο πρώτος και λιγότερο σημαντικός είναι ότι, αν και η ζωή είναι μικρή, μόνο όταν υποφέρουμε βλέπουμε μερικά πράγματα που άλλες φορές είναι κρυμμένα.

Καθόμαστε μπροστά σ’ ένα παράθυρο σε άσχημη θέση που βλέπει όμως σε μιαν απέραντη θάλασσα, και μόνο στη διάρκεια μιας θύελλας, όταν οι σκέψεις μας ερεθίζονται από κινήσεις που αλλάζουν συνεχώς, ανυψώνονται σε τέτοιο επίπεδο που μπορούμε να δούμε όλη τη νομοτελειακή απεραντοσύνη που κάτω από κανονικές συνθήκες, όταν ο ήρεμος καιρός της ευτυχίας της δίνει μιαν απαλότητα, βρίσκεται κάτω απ’ το οπτικό μας πεδίο.

Ίσως μόνο για λιγοστές μεγάλες ιδιοφυίες να υπάρχει πάντοτε αυτή η κίνηση της σκέψης, ανεπηρέαστη από τις εξάρσεις της προσωπικής λύπης.

Μπορούμε όμως άραγε να είμαστε βέβαιοι, όταν σκεπτόμαστε την πλατειά και κανονική ανάπτυξη των χαρωπών δημιουργημάτων τους, πως δε γίνεται να συνάγουμε εύκολα από τη χαρά που αποπνέει το έργο τους ότι υπήρχε χαρά και στη ζωή τους, που ίσως αντίθετα να ήταν σχεδόν πάντοτε δυστυχισμένη;

Αλλά ο κυριότερος λόγος είναι ότι, αν ο έρωτάς μας είναι όχι μόνο ο έρωτας για την οποιανδήποτε Ζιλμπέρτ (και αυτό το γεγονός είναι που μας φαίνεται τόσο οδυνηρό), η αιτία δεν είναι πως είναι επίσης ο έρωτας κάποιας Αλμπερτίν αλλά ότι είναι ένα κομμάτι του νου μας πιο ανθεκτικό από τα διάφορα εγώ που σταδιακά πεθαίνουν μέσα μας και τα οποία θα ήθελαν, μέσα στην εγωπάθειά τους, να κρατήσουν για τον εαυτό τους, ένα κομμάτι του νου μας που πρέπει, όσο κι αν μας πονά (και ο πόνος μπορεί τελικά να μας κάνει καλό), να αποσπαστεί από τα άτομα έτσι ώστε να αποκαταστήσει το όλο και να προσφέρει τούτο τον έρωτα, την κατανόηση του έρωτα αυτού, σε όλους, στο πνεύμα το συμπαντικό και όχι τούτο ή τ’ άλλο, με τα οποία τούτο ή τ’ άλλο από τα εγώ που υπήρξαμε στο παρελθόν διαδοχικά θα ήθελε να συγχωνευθεί.

Μαρσέλ Προύστ, Ο ξανακερδισμένος χρόνος

Τι είναι αυτό που αποκαλούμε «Εγώ»;

Οι πνευματικές μας δυνατότητες θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από αυτό που είμαστε ως ο εαυτός μας. Από υλική άποψη, ο καθένας από εμάς είναι ένα σύστημα, κλειδωμένο σε μία συνεχή εναλλαγή και ενέργειας με το ευρύτερο σύστημα της γης.

Η ζωή των ιδίων των κυττάρων μας είναι δομημένη σε ένα δίκτυο ανταλλαγών, επάνω στο οποίο μπορούμε να ασκήσουμε μία εξαιρετικά χονδροειδή συνειδητή επιρροή -που παίρνει τη μορφή της απόφασης να κρατήσουμε την αναπνοή μας ή να πάρουμε ακόμη ένα κομμάτι πίτσα από το ψυγείο.

Ως υλικό σύστημα, δεν είμαστε αυτή τη στιγμή περισσότεροι ανεξάρτητοι από τη φύση, απ’ όσο είναι το συκώτι μας από το υπόλοιπο σώμα μας. Ως ένα σύνολο από αυτορυθμιζόμενα και συνεχώς διαιρούμενα κύτταρα, αποτελούμε επίσης μία συνέχεια με τους γεννητικούς μας προκατόχους: τους γονείς μας, τους γονείς των γονέων μας, και προς τα πίσω, επί δεκάδες εκατομμύρια γενεές οπότε σε κάποιο σημείο οι πρόγονοί μας αρχίζουν να φαίνονται λιγότερο ως άνδρες και ως γυναίκες με σάπια δόντια, και περισσότερο με αφρό στην επιφάνεια ενός βάλτου.

Είναι αρκετά σωστό να πει κανείς ότι, από υλική άποψη, δεν είμαστε κάτι πολύ περισσότερο από μία αμπώτιδα στο μεγάλο ποτάμι της ζωής.

Αλλά, φυσικά, το ίδιο το σώμα μας είναι ένα περιβάλλον κατάμεστο από όντα, σε σχέση με τα οποία είμαστε κυρίαρχοι μόνο κατ’ όνομα. Αν εξετάσουμε το σώμα ενός ατόμου, τα όργανα και τους ιστούς του, τα κύτταρα και την εντερική του χλωρίδα (δυστυχώς μερικές φορές και πανίδα), βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν κόσμο ο οποίος δεν εμφανίζει ενδείξεις μίας κυρίαρχης συνειδητής νοημοσύνης περισσότερο από τον υπόλοιπο κόσμο γενικότερα. Υπάρχει κάποιος λόγος να σκεφθεί κανείς, όταν παρατηρεί τη λειτουργία μίτοχονδρίας μέσα σε ένα κύτταρο, ή τις συσπάσεις των μυϊκών ινών σε ένα χέρι, ότι υπάρχει κάποιο πνεύμα, που βρίσκεται υπεράνω και πέραν αυτών των διαδικασιών, το οποίο σκέπτεται Το κράτος είμαι εγώ; Και μάλιστα, αν μπούμε στον πειρασμό να αποδώσουμε κάποιο προνόμιο στο σύνορο που αποτελεί το δέρμα μας στην έρευνά μας για τον σωματικό μας εαυτό, αυτό φαίνεται τελείως αυθαίρετο.

Τα σύνορα του νοητικού μας εαυτού είναι εξ ίσου δυσδιάκριτο; Αναμνηστικά, ταμπού, κανόνες συμπεριφοράς, γλωσσικές συμβάσεις, προκαταλήψεις, ιδανικά, αισθητικές προκαταλήψεις, εμπορικά κλισέ -τα φαινόμενα που κατοικούν στον χώρο του μυαλού μας είναι μετανάστες από τον έξω κόσμο. Είναι πράγματι επιθυμία μας να διατηρούμαστε σε καλή σωματική κατάσταση -ή οι ενδυματολογικές μας προτιμήσεις, η αίσθηση ότι ανήκουμε σε κάποια κοινότητα, η ιδέα της αμοιβαίας καλοσύνης, η συστολή μας, η εγκαρδιότητα, οι σεξουαλικές μας ιδιομορφίες κλπ - κάτι το οποίο έχει την προέλευσή του μέσα μας; Είναι κάτι που ορθώς θεωρεί κανείς ότι εδρεύει μέσα μας; Αυτά τα φαινόμενα είναι το άμεσο αποτέλεσμα της ενσωμάτωσής μας σε έναν κόσμο κοινωνικών σχέσεων και πολιτισμού (και συγχρόνως προϊόν των γονιδίων μας). Σε τελική ανάλυση, πολλά από αυτά φαίνονται να μην είναι περισσότερο «εγώ» από τους κανόνες της αγγλικής γραμματικής.

Και όμως, αυτή η αίσθηση ότι είσαι ένας κάποιος εαυτός παραμένει. Αν ο όρος «εγώ» σημαίνει κάτι, δεν αναφέρεται πάντως απλώς στο σώμα. Εξ άλλου, οι περισσότεροι αισθανόμαστε ότι εξατομικευόμαστε ως εαυτός μέσα στο σώμα.

Αναφέρομαι στο σώμα «μου» λίγο ως πολύ όπως αναφέρομαι στο αυτοκίνητό «μου», για τον απλό λόγο ότι κάθε πράξη αίσθησης αναγνώρισης ή γνώσης μεταδίδει τη σιωπηρή αίσθηση ότι αυτό που αποκτά τη γνώση είναι κάτι άλλο από το αντικείμενο της γνώσης. Ακριβώς όπως το γεγονός ότι γνωρίζω την ύπαρξη του αυτοκινήτου μου δείχνει ότι εγώ, ως υποκείμενο, είμαι κάτι άλλο από αυτό, ως αντικείμενο, μπορώ να αισθανθώ το χέρι μου ή ένα συναίσθημα, και να βιώσω την ίδια διάκριση ανάμεσα σε υποκείμενο και αντικείμενο. Για αυτόν τον λόγο, ο εαυτός δεν μπορεί απλώς να εξισωθεί με το σύνολο της πνευματικής νοητικής ζωής ενός ατόμου ή με την προσωπικότητά του ως συνόλου. Μάλλον πρόκειται για τη σκοπιά, γύρω από την οποία φαίνεται ότι περιστρέφονται οι μεταβαλλόμενες καταστάσεις του πνεύματος και του σώματός του.

Όποια και αν είναι στην πραγματικότητα η σχέση ανάμεσα στη συνείδηση και στο σώμα, από την άποψη των εμπειριών το σώμα είναι κάτι με το οποίο ο συνειδητός εαυτός, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, έχει κάποια σχέση. Δεν είναι γνωστό το πότε ακριβώς διαμορφώνεται αυτή η άποψη, με όρους εξέλιξης ή ανάπτυξης, ένα όμως είναι σαφές: σε κάποιο σημείο στα πρώτα χρόνια της ζωής, οι περισσότερες ανθρώπινες υπάρξεις αποκαλούνται «εγώ», το αιώνιο υποκείμενο, για το οποίο όλα τα φαινόμενα, μέσα και έξω, γίνονται κάποιου είδους αντικείμενα, που περιμένουν να αναγνωρισθούν.

Και με την ιδιότητα του «εγώ» όλοι οι επιστήμονες ξεκινούν την ερευνά τους σχετικώς με τη φύση του κόσμου και οι ευσεβείς πιστοί γονατίζουν και προσεύχονται.

Μίλαν Κούντερα: Το Σκοτάδι και το Φως

Για τη Σαμπίνα, το να ζει σημαίνει να βλέπει. Η όραση περιορίζεται από ένα διπλό σύνορο: το έντονο φως που τυφλώνει και το απόλυτο σκοτάδι...

Για τον Φράντς, η λέξη φως δε φέρνει στο μυαλό την εικόνα ενός τοπίου απαλά φωτισμένου απ' τον ήλιο, αλλά την πηγή φωτός αυτή καθ' αυτή: ένα λαμπτήρα, ένα προβολέα.

Θυμάται οικίες μεταφορές: ο ήλιος της αλήθειας, η εκτυφλωτική λάμψη της λογικής, κ.λ.π.

Το σκοτάδι τον ελκύει, όπως και το φως.

Στις μέρες μας, το να σβήνεις το φως για να κάνεις έρωτα μοιάζει γελοίο, το ξέρει, κι αφήνει ένα μικρό φωτάκι αναμμένο πάνω στο κρεβάτι.

Την ώρα όμως που μπαίνει μέσα στη Σαμπίνα, σβήνει το φως.

Η ηδονή που τον κυριεύει απαιτεί σκοτάδι.

Αυτό το σκοτάδι είναι καθαρό, απόλυτο, χωρίς εικόνες ή οράματα, αυτό το σκοτάδι δεν έχει τέλος, δεν έχει σύνορα, αυτό το σκοτάδι είναι το άπειρο που ο καθένας μας κουβαλάει μαζί του (ναι, όποιος αναζητάει το άπειρο δεν έχει παρά να κλείσει τα μάτια).

Τη στιγμή που αισθάνεται την ηδονή να χύνεται στο κορμί του, ο Φράντς διαλύεται στο άπειρο του σκοταδιού του, γίνεται ο ίδιος το άπειρο.

Η Σαμπίνα δε θέλει να τον κοιτάζει και με τη σειρά της κλείνει τα μάτια.

Γι αυτήν, το σκοτάδι τούτο δε σημαίνει το άπειρο, αλλά μόνον ένα διαζύγιο απ' αυτό που βλέπει, την άρνηση του ορατού, την άρνηση του να βλέπει....

Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι

Οι συνήθειες του νου

Οι Συνήθειες του Νου (Habits of mind) σύμφωνα με τους Arthur Costa και Bena Kallick, είναι ένα αναγνωρισμένο σύνολο 16 λύσεων των καθημερινών προβλημάτων, όπως επίσης και απαραίτητες δεξιότητες που σχετίζονται με τη ζωή, που λειτουργούν αποτελεσματικά στην κοινωνία και προωθούν τον στρατηγικό συλλογισμό, την διορατικότητα, την επιμονή, την δημιουργικότητα και την δεξιοτεχνία.

Η κατανόηση και η εφαρμογή αυτών των 16 Συνηθειών του Νου εξυπηρετεί να παρέχουν στο άτομο τις απαραίτητες δεξιότητες ώστε να δουλεύει σε καταστάσεις της πραγματικής ζωής και που να το εξοπλίζουν στην ευαισθητοποίηση και την αναγκαία στρατηγική για να αποκτήσει ένα θετικό αποτέλεσμα στη ζωή του.

1. Επιμονή: Εμμονή με το έργο που έχετε αναλάβει. Ακολουθήστε αυτό το δρόμο μέχρι την ολοκλήρωση του. Να μπορείτε να παραμένετε συγκεντρωμένος.

2. Διαχείριση παρορμητικότητας: Αφιερώστε χρόνο για να εξετάσετε τις επιλογές σας. Σκεφτείτε πριν μιλήσετε ή ενεργήσετε. Να παραμένετε σε ηρεμία όταν αγχώνεστε ή σας αμφισβητούν. Στοχαστικός και προσεκτικός με τους άλλους. Προχωρήστε προσεκτικά.

3. Να ακούτε με κατανόηση και ενσυναίσθηση: Δώστε προσοχή και μην απορρίπτετε κάποιου άλλου τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ιδέες του. Ψάξτε να βάλετε τον εαυτό σας στη θέση του άλλου. Πείτε στους άλλους ότι μπορείτε να συναισθάνεστε με αυτό που νιώθουν. Κρατήστε τις σκέψεις σας μέσα σας για να σέβεστε την άποψη και τα συναισθήματα του άλλου ατόμου.

4. Ευέλικτη σκέψη: Να είστε ικανός να αλλάξετε οπτική γωνία. Εξετάστε τη συμβολή των άλλων. Να παράγετε εναλλακτικές λύσεις. Ζυγίστε τις επιλογές που έχετε.

5. Σκεφτείτε αυτό που σκέφτεστε ξανά (Μεταγνώση): Έχοντας επίγνωση των δικών σας σκέψεων, συναισθημάτων, προθέσεων και δράσεων. Το να γνωρίζετε τι κάνετε και τι λέτε και πως επηρεάζουν τους άλλους. Να είστε πρόθυμοι να λάβετε υπόψη σας τον αντίκτυπο των επιλογών σας τόσο στον εαυτό σας όσο και στους άλλους. Η διαδικασία της μεταγνώσης είναι η ικανότητά μας να γνωρίζουμε αυτά που γνωρίζουμε και αυτά που δεν γνωρίζουμε. Είναι η ικανότητά μας να καταστρώνουμε ένα σχέδιο δράσης για να αναζητήσουμε τις απαραίτητες πληροφορίες, να έχουμε συνείδηση των σταδίων που θα πρέπει να περάσουμε για την επίλυση ενός προβλήματος, να εκτιμούμε το σημείο που έχουμε φτάσει και να αξιολογούμε την αποτελεσματικότητα του τρόπου που σκεφτήκαμε για να επιλύσουμε το πρόβλημα. Αν και ο διάλογος με τον εαυτό μας ξεκινάει στην ηλικία των πέντε χρόνων, όμως η ικανότητα της μεταγνώσης διαμορφώνεται γύρο στα έντεκα.

6. Προσπάθεια για ακρίβεια: Έλεγχος για σφάλματα. Κάντε τουλάχιστον δύο φορές τις μετρήσεις σας. Καλλιεργήστε την επιθυμία για ακρίβεια, πιστότητα & δεξιοτεχνία.

7. Ερωτήσεις και Θέσεις Προβλημάτων: Ρωτήστε τον εαυτό σας: «Πώς το ξέρω;». Και αναπτύξτε μια κατάλληλη ερώτηση. Εξετάστε ποιες πληροφορίες χρειάζονται, επιλέξτε στρατηγικές για να λάβετε αυτές τις πληροφορίες. Σκεφτείτε τα εμπόδια που απαιτούνται για την επίλυση του προβλήματος. Κάντε ερωτήματα σαν τα παρακάτω:
«Τι αποδείξεις έχουμε ότι …………………»
«Πως ξέρουμε ότι είναι αλήθεια;»
«Πόσο αξιόπιστη είναι αυτή η πηγή;»
«Από τίνος την σκοπιά βλέπουμε το θέμα;»
«Πώς τα δεδομένα, τα γεγονότα, οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους;»
«Τι θα συνέβαινε αν βάζαμε ένα ψάρι της θάλασσας σε ένα ενυδρείο;»
«Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε τι θα συνέβαινε αν…;»
«Γιατί οι γάτες χουρχουρίζουν;»
«Πόσο ψηλά μπορούν να πετάξουν τα πουλιά;»

8. Εφαρμογή γνώσεων του παρελθόντος σε νέες καταστάσεις: Χρησιμοποιήστε ό, τι μάθατε. Εξετάστε τις προηγούμενες γνώσεις και εμπειρίες. Εφαρμόστε τη γνώση πέρα ​​από την κατάσταση στην οποία μαθαίνετε. Όπως έλεγε και ο Thomas Edison «Δεν έχω κάνει λάθη. Απλώς μάθαινα από τις εμπειρίες μου».

9. Σκέψη και επικοινωνία με σαφήνεια και ακρίβεια: Προσπαθήστε να είστε σαφείς όταν μιλάτε και γράφετε. Προσπαθήστε να είστε ακριβείς όταν μιλάτε και γράφετε. Αποφύγετε γενικεύσεις, στρεβλώσεις, κάντε συντομεύσεις και παύσεις ή σβήστε ανάλογα κατά την ομιλία και τη γραφή σας.

10. Συλλογή δεδομένων μέσω όλων των αισθήσεων: Σταματήστε να παρατηρείτε μόνο αυτό που βλέπετε. Ακούτε τους ήχους. Παρατηρείστε τι μυρίζετε. Δοκιμάστε αυτό που τρώτε. Νιώστε αυτό που αγγίζετε.

11. Δημιουργία, φαντασία, καινοτομία: Σκεφτείτε πώς μπορεί να γίνει κάτι διαφορετικό από το συνηθισμένο; Προτείνετε νέες ιδέες. Προσπαθήστε για πρωτοτυπία. Εξετάστε νέες προτάσεις που θα μπορούσαν να έχουν άλλοι φτιάξει και σκεφτεί.

12. Αποκριθείτε με θαυμασμό και δέος: Να ενθουσιάζεστε από την ομορφιά του κόσμου, τη δύναμη της φύσης και την απεραντοσύνη για το σύμπαν. Λάβετε υπόψη αυτό που σας προκαλεί δέος και μπορεί να αγγίξει την καρδιά σας. Να είστε ανοιχτοί σε μικρές και μεγάλες εκπλήξεις που συμβαίνουν στη ζωή σε σας και τους άλλους.

13. Αναλάβετε κινδύνους: Να είστε πρόθυμοι να δοκιμάσετε κάτι νέο και διαφορετικό. Σκεφτείτε να κάνετε πράγματα που να είναι ασφαλή και λογικά ακόμα κι αν είναι καινούργια για σας. Αντιμετωπίστε τον τυχόν φόβο σας μήπως κάνετε λάθη και μην τον αφήσεις αυτό το φόβο να σας σταματήσει.

14. Ανακαλύψτε το χιούμορ: Να είστε πρόθυμος να γελάσετε κατάλληλα. Αναζητήστε το ιδιότροπο, παράλογο, ειρωνικό και απροσδόκητο στη ζωή. Γελάστε με τον εαυτό σας όταν μπορείτε

15. Να έχετε μία σκέψη αλληλεξαρτώμενη: Να είστε πρόθυμος να συνεργαστείτε με άλλους και να καλωσορίσετε τη συμβολή τους και την προοπτική τους. Τηρήστε τις αποφάσεις που λαμβάνει η ομάδα εργασίας ακόμη και αν διαφωνείτε κάπως. Να είστε πρόθυμοι να μάθετε από άλλους σε αμοιβαίες καταστάσεις. Να νοιάζεστε και να φροντίζετε ο ένας τον άλλον. Να μοιράζεστε μέσα στην ομάδα. Κανένας δεν πρέπει να νιώθει μόνος, αποκομμένος γιατί τότε δεν μπορεί να τα καταφέρει!

16. Παραμείνετε ανοιχτοί στη συνεχή μάθηση: Να είστε ανοιχτοί σε νέες εμπειρίες από τις οποίες μπορείτε να μάθετε. Περήφανοι και αρκετά ταπεινοί για να παραδεχτείτε όταν δεν ξέρετε κάτι. Καλωσορίστε νέες πληροφορίες για όλα τα θέματα.

Νίτσε: Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι βαθιά, ακόμα και στο πλήγωμα

Αγαπώ αυτούς που δεν ξέρουν να ζουν παρά μόνο σαν καταβάτες, επειδή είναι υπερβάτες. Αγαπώ τους μεγάλους καταφρονητές, επειδή είναι οι μεγάλοι λάτρες, και βέλη που λαχταρούν την άλλη ακτή. Αγαπώ εκείνους που δεν ψάχνουν πρώτα ένα λόγο πέρα από τ’ αστέρια για να κατεβούνε και να θυσιαστούνε, αλλά θυσιάζουν τον εαυτό τους στη γη, ώστε η γη του Υπεράνθρωπου στη συνέχεια να έρθει.

Αγαπώ αυτόν που ζει για να μαθαίνει και αναζητεί να μαθαίνει, ώστε ο Υπεράνθρωπος στη συνέχεια να ζήσει. Έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που μοχθεί και εφευρίσκει, ώστε να χτίσει το σπίτι για τον Υπεράνθρωπο, και να προετοιμάσει γι’ αυτόν γη, ζώα, και φυτά: γιατί έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που αγαπάει την αρετή του: γιατί η αρετή είναι η βούληση προς κατάβαση, και ένα βέλος λαχτάρας.

Αγαπώ αυτόν που δεν κρατάει μερίδιο πνεύματος για τον εαυτό του, αλλά θέλει να είναι πλήρως το πνεύμα της αρετής του: έτσι περπατάει σαν πνεύμα πάνω απ’ τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που κάνει την αρετή του κλίση και πεπρωμένο του: έτσι, για χάρη της αρετής του, είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να ζει, διαφορετικά να μη ζήσει άλλο. Αγαπώ αυτόν που δεν επιθυμεί πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερο αρετή από δύο, επειδή είναι περισσότερο κόμβος για να πιαστεί το πεπρωμένο κάποιου.

Αγαπώ αυτόν που η ψυχή είναι πλουσιοπάροχη, που δε θέλει ευχαριστώ και δεν τα επιστρέφει: αφού πάντα παρέχει και δεν επιθυμεί να κρατήσει για τον εαυτό του. Αγαπώ αυτόν που ντρέπεται όταν τα ζάρια πέφτουν ευνοϊκά γι’ αυτόν, και που στη συνέχεια ρωτάει: «Είμαι ανέντιμος παίχτης;» -επειδή είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει.

Αγαπώ αυτόν που σκορπάει λίγα χρυσά πριν από τα έργα, και πάντα κάνει περισσότερα απ’ ό,τι υποσχέθηκε: γιατί αναζητάει τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που δικαιολογεί τους μελλοντικούς και συγχωρεί τους παρελθόντες: γιατί είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει στους τωρινούς. Αγαπώ αυτόν που δαμάζει τον Θεό του, επειδή αγαπάει τον Θεό του: γιατί πρέπει να υποχωρήσει δια της οργής του Θεού του.

Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι βαθιά, ακόμα και στο πλήγωμα, και μπορεί να υποχωρήσει σε κάτι μικρό: έτσι περνάει εθελουσίως πάνω από τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι τόσο υπερπλήρης, που ξεχνάει τον εαυτό του, και όλα τα πράγματα είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η κάθοδός του.

Αγαπώ αυτόν που είναι ελεύθερο πνεύμα και ελεύθερη καρδιά: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, η καρδιά του, όμως, προκαλεί την κατάβασή του. Αγαπώ όλους όσοι είναι σαν βαριές σταγόνες που πέφτουν μια-μια απ’ το μαύρο σύννεφο που χαμήλωσε πάνω απ’ τον άνθρωπο: προμηνύουν τον ερχομό της αστραπής, και υποχωρούν σαν προάγγελοι.

Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε

O φόβος πάντα θα σε πηγαίνει πίσω

Φοβάμαι την αγάπη, φοβάμαι μην ξανά πάθω τα ίδια, φοβάμαι μήπως πληγωθώ. Δεν φοβάσαι όμως το να μην ζεις;

Όλοι έχουμε ένα παρελθόν, κάτι μας έχει μείνει από αυτό καλό-κακό. Όμως, που εστιάζουμε αλήθεια; Και γιατί το παρελθόν να μας κάνει άδικους κριτές για το μέλλον ή για το παρόν;

Στην πραγματικότητα είναι στο χέρι μας το πότε θα εμπλακούμε με άλλα πρόσωπα και πως θα τους συμπεριφερθούμε. Όταν λοιπόν μαστίζει ο φόβος μέσα μας, δεν είναι κανένας υποχρεωμένος να είναι το αποκούμπι μας για να ξεπεράσουμε τα κατάλοιπα μας.

Δεν είναι ντροπή να παραδεχτούμε ότι κάτι συμβαίνει μέσα μας το οποίο δεν είναι και τόσο ευχάριστο. Είναι όμως ντροπή το να το σκεπάζουμε με ωραιοποιημένες ‘’κουβέρτες’’ και να παριστάνουμε πως όλα είναι εντάξει.

Ό,τι κάνουμε έχει αντίκτυπο, αν όχι άμεσα, ετεροχρονισμένα, πάντως έχει.

Ύψιστη σημασία έχει το τι πραγματικά θέλω να είμαι.

Χωρισμένος; Ή ελεύθερος για μια καινούρια αρχή και όπου με βγάλει;

Στεναχωρημένος; Ή συνειδητοποιημένος και πιο δυνατός για να συνεχίσω;

Θυμωμένος; Η γαλήνιος να αποδεχτώ μια κατάσταση και να συνεχίσω παρακάτω στη ροή της ζωής;

Εξαρτημένος; ή πραγματικά ελεύθερος;

Να λέω μεγάλα λόγια που δεν μπορώ να πραγματοποιήσω; Ή να μιλάω λιγότερο και να λέω αλήθεια αυτά που μπορώ να υποστηρίξω;

Να ξεκαθαρίζω τις καταστάσεις; Ή να τις αφήνω όπως είναι;

Να διεκδικώ αυτό που θέλω; Ή να το αφήνω να φύγει επειδή κάτι με τρομάζει;

Δεν είμαστε αιώνια με σάρκα και οστά, ζήσε στιγμές, διεκδίκησε, πάλεψε, συνέχισε, σεβάσου τον εαυτό σου και τους άλλους, αγάπησε, δημιούργησε με πάθος, αγκάλιασε, κάνε έρωτα. Όμως μη φοβάσαι, γιατί το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να γυρνάς μονίμως σε έναν φαύλο κύκλο και να δημιουργείς συνέχεια τις ίδιες απογοητεύσεις.

ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ Ή ΨΥΧΩΣΙΚΗ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Έρευνες έχουν δείξει ότι τα ποσοστά εμφάνισης σχιζοφρένειας σε άτομα που ανήκουν στα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα είναι υψηλότερα. Οι αιτιολογίες που έχουν προταθεί για αυτά τα στατιστικά ευρήματα επικεντρώνονται στα υψηλότερα ποσοστά στρες που βιώνονται από τα άτομα που ανήκουν στις συγκεκριμένες τάξεις. Τέτοιου είδους στρεσογόνοι παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν αρνητικά άτομα που έχουν ήδη προδιάθεση καθώς μάλιστα έχει φανεί ότι πριν από την εκδήλωση της σχιζοφρένειας προηγείται συνήθως ένα οξύ στρεσογόνο επεισόδιο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενδέχεται εν προκειμένω να έχει υποεκτιμηθεί η συμβολή, των καθημερινών στρεσογόνων παραγόντων που αν και δεν εμφανίζονται με ιδιαίτερη οξύτητα, παρουσιάζονται σταθεροί και ίσως συμβάλλουν στην εκδήλωση ψυχωσικών επεισοδίων.

Η φύση της σχιζοφρένειας

Οι ειδικοί ερευνητές δεν έχουν καταλήξει σε ενιαία και κοινά συμπεράσματα για τη φύση της σχιζοφρένειας. Η πάθηση φαίνεται να περιλαμβάνει μια σειρά διαταραχών που επηρεάζουν την αντίληψη, τη συμπεριφορά, τη διάθεση και τη σκέψη του πάσχοντος με ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο λειτουργίας της σκέψης. Η τελευταία εκδηλώνεται μέσω στρεβλής πρόσληψης της πραγματικότητας και χαρακτηρίζεται από παραλητικές ιδέες, παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις καθώς και από άρση αναστολών.

Χαρακτηριστικό των ανθρώπων που πάσχουν από σχιζοφρένεια είναι η έλλειψη ειρμού, η διάλυση και ο κατακερματισμός δηλαδή της συνειρμικής ικανότητας, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα ο λόγος τους να είναι ασυνάρτητος και αποδιοργανωμένος αντανακλώντας και τον τρόπο σκέψης τους (ιδεοφυγή).

Δεν είναι σπάνιο να δημιουργούν λέξεις που δεν υπάρχουν ή να συνδέουν με απροσδόκητο και παράδοξο τρόπο λέξεις μεταξύ τους. Δεν είναι σε θέση να συντηρήσουν και να παρακολουθήσουν την πορεία μιας συζήτησης και θεωρούν συχνά ότι οι σκέψεις τους δεν τους ανήκουν αλλά έχουν υποβληθεί από άλλους ή ότι οι άλλοι μπορούν να τις «διαβάσουν» ή ότι μπορούν οι ίδιοι να υποβάλλουν τις σκέψεις τους στους άλλους. Το παραλήρημα και η αλλόκοτη αντίληψη για τον εαυτό και τους άλλους είναι μορφές. πίστης χαρακτηριστικά της φύσης της σχιζοφρένειας και μπορούν να λάβουν πολυποίκιλες.

Τρεις είναι οι κύριοι τύποι παραληρητικών ιδεών που τους διακρίνουν:

α) παραληρητικές ιδέες ελέγχου β) παραληρητικές ιδέες μεγαλείου γ) παραληρητικές ιδέες αναφοράς.

Αντιστοίχως, λοιπόν:

η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει σκέψεις που σχετίζονται με την υποτιθέμενη δυνατότητα ελέγχου των άλλων ή το αντίθετο: τη δυνατότητα δηλαδή οι άλλοι να ελέγχουν το άτομο που πάσχει

η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει ψευδαισθήσεις μεγαλείου, καθώς το άτομο διατηρεί την εξωπραγματική πεποίθηση ότι είναι ξεχωριστό, εξαιρετικά δημοφιλές, ιδιαίτερα προικισμένο με ειδικές ικανότητες, διάσημο ή χαρισματικό

η τρίτη κατηγορία έχει να κάνει με τον τρόπο που το άτομο αντιλαμβάνεται τη σχέση του με τους άλλους. Ο σχιζοφρενής συχνά θεωρεί ότι τα παραμικρά δείγματα της γενικότερης συμπεριφοράς των άλλων έχουν να κάνουν με τον ίδιο. Μπορεί ως εκ τούτου να πιστέψει ότι φευγαλέα και αθώα σχόλια, γέλια ή βλέμματα απευθύνονται σε αυτόν ή σχετίζονται με τον ίδιο.

Οι σχιζοφρενείς παρουσιάζουν συχνά οπτικές, ακουστικές, απτικές, οσφρητικές και άλλες ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις που συχνά φανερώνουν διωκτικό παραλήρημα δηλαδή φόβο καταδίωξης ή έχουν γενικότερα διωκτικό χαρακτήρα (απατηλή πεποίθηση ότι κάποιος ή κάτι τους κυνηγάει θέλοντας να τους βλάψει) — συνηθέστερες, πάντως, είναι οι ακουστικές ψευδαισθήσεις. Η συναισθηματική ανταπόκριση των σχιζοφρενών στα εξωτερικά ερεθίσματα είναι περιορισμένη και δίνουν την αίσθηση ότι το συναίσθημά τους είναι αμβλύ και επίπεδο, το συναίσθημα λοιπόν που εκφράζεται είναι περιορισμένο ή αναντίστοιχο με τη φύση, και τη βαρύτητα ενός εξωτερικού ερεθίσματος. Γενικότερα η διάθεσή τους ποικίλλει με τρόπο που είναι συχνά «ανάρμοστος» καθώς μπορούν να εκφράσουν οργή ή κατάθλιψη εξαιτίας του εσωτερικού τους μονολόγου και των ψευδαισθήσεων — παρουσιάζουν δηλαδή αμφιθυμία (συνύπαρξη αντιφατικών συναισθημάτων) και απροσφορότητα ή ελλείμματα στις συναισθηματικές τους αποκρίσεις με σύγχυση, απώλεια συνείδησης και ελέγχου. Η διαταραχή αυτή της συμπεριφοράς τους εκδηλώνεται είτε μέσω απάθειας και απόσυρσης είτε μέσω αλλόκοτης δραστηριότητας που περιλαμβάνει τόσο την εκκεντρική συμπεριφορά όσο και την κακή υγιεινή, την αδιαφορία για τη φροντίδα του εαυτού, κτλ.

Ανάλογα με τα συμπτώματα που επικρατούν κατά περίπτωση, η σχιζοφρένεια διακρίνεται σε διάφορους τύπους εκ των οποίων οι βασικότεροι είναι οι ακόλουθοι τέσσερις:

Αποδιοργανωμένος τύπος:

Ο σχιζοφρενής που ανήκει σε αυτή την κατηγορία χαρακτηρίζεται από αποδιοργανωμένο λόγο, κατακερματισμένη σκέψη και ασυνάρτητη συμπεριφορά, ενώ συναισθηματικά εμφανίζεται επίπεδος και απρόσφορος.

Παρανοειδής τύπος:

Πρόκειται για την κοινότερη κατηγορία σχιζοφρενούς με κύρια χαρακτηριστικά τις παρανοειδείς παραληρηματικές ιδέες που συνοδεύονται από ακουστικές ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις και τον φόβο καταδίωξης. Η αποδιοργανωμένη ομιλία και η συναισθηματική διαταραχή σε αυτή την κατηγορία δεν είναι τα στοιχεία που επικρατούν ούτε κυριαρχεί η παρουσία κατατονικών συμπτωμάτων, αντίθετα το επίπεδο συναίσθημα και η επιθετικότητα είναι συνηθέστερα.

Κατατονικός τύπος:

Στην κατηγορία αυτή ο πάσχων παρουσιάζει έντονη ψυχοκινητική διαταραχή που μπορεί να περιλαμβάνει την υπερβάλλουσα κινητικότητα ή τον λήθαργο (εμβροντησία) ή και την πλήρη ακινησία για ώρες στη στάση που το έχουν τοποθετήσει (κηρώδης ευκαμψία). Συχνά, οι πάσχοντες αυτού του τύπου επιδεικνύουν πολύ μεγάλο αρνητισμό και βιώνουν καταστάσεις που χαρακτηρίζονται από έντονες, ονειρικού τύπου, ψευδαισθήσεις.

Υπολειμματικός τύπος:

Οι σχιζοφρενείς που υπάγονται σε αυτή την κατηγορία παρουσιάζουν είτε την ύπαρξη αρνητικών συμπτωμάτων είτε δύο ή περισσότερα από τις δύο ομαδοποιήσεις των βασικών συμπτωμάτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που προαναφέρθηκε — έστω και αν αυτά βρίσκονται σε ύφεση. Γενικότερα στον τύπο αυτό απουσιάζουν η παραληρηματικές ιδέες, ο κατακερματισμένος λόγος ή η αποδιοργανωμένη και κατατονική συμπεριφορά

Ηλικιακά Όρια Εμφάνισης της Σχιζοφρένειας

Γενικότερα η σχιζοφρένεια πρωτοεκδηλώνεται κατά μέσο όρο μεταξύ του 15ου και του 25ου έτους της ηλικίας με τους άνδρες να εμφανίζουν την πάθηση πρωιμότερα από τις γυναίκες. Η εμφάνισή της μετά το 45ο έτος είναι μάλλον σπάνια.

Αιτιολογία της Σχιζοφρένειας

Οι παράγοντες που αποτελούν γενεσιουργά αίτια της σχιζοφρένειας καθώς και οι τρόποι με τους οποίους αυτή εκδηλώνεται παραμένουν ασαφείς. Η επιστημονική κοινότητα δεν έχει καταλήξει σε κοινά και οριστικά συμπεράσματα για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (σχέσης δηλαδή αιτίας και αποτελέσματος) ανάμεσα στην κληρονομικότητα και την εμφάνιση της πάθησης, ενώ στη συζήτηση εμπλέκονται τόσο βιολογικοί όσο και ψυχοκοινωνικοί παράγοντες που ενοχοποιούνται επίσης για την εμφάνισή της, χωρίς απαραίτητα τη διαμεσολάβηση κληρονομικών παραγόντων. Ο ρόλος που διαδραματίζει η κατάχρηση ουσιών έχει πλέον φανεί με ασφάλεια ότι αποτελεί ανεξάρτητο και σημαντικό γενεσιουργό αίτιο της ασθένειας.

Γενετικοί παράγοντες

Η ύπαρξη ενός κληρονομούμενου βιολογικού υπόβαθρου που δικαιολογεί την εμφάνιση της πάθησης αποτελούσε και εξακολουθεί συχνά να θεωρείται η επικρατούσα άποψη στις απόπειρες εξήγησης της εκδήλωσης της σχιζοφρένειας. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, αυξάνονται οι έρευνες που δεν επιβεβαιώνουν αδιάκριτα τη μονιστική και σχεδόν απλοϊκή αυτή πεποίθηση.

Παλαιότερες έρευνες είχαν αφήσει να διαφανεί ότι η αιματοσυγγένεια αποτελούσε ισχυρό δείκτη που υποδείκνυε πολύ μεγάλο ποσοστό πιθανότητας εκδήλωσης σχιζοφρένειας εντός της οικογένειας. Άλλες έρευνες έχουν πλέον αμφισβητήσει την απόλυτη εγκυρότητα αυτής της προσέγγισης. Οι μελέτες μονοζυγωτικών και διζυγωτικών διδύμων (δηλαδή αυτών που μοιράζονταν το ίδιο ακριβώς γενετικό υλικό και εκείνων που δεν είχαν ταυτόσημο γενετικό προφίλ) φανέρωσαν ότι τα μονοζυγωτικά δίδυμα παρουσίαζαν όντως πιο αυξημένο ποσοστό εμφάνισης της νόσου σε σύγκριση με τα διζυγωτικά δίδυμα.

Βιοχημικοί και Βιολογικοί Παράγοντες

Η συμπτωματολογία της σχιζοφρένειας σχετίζεται άμεσα με τη δράση συγκεκριμένων νευροβιολογικών διεργασιών του εγκεφάλου στους οποίους κυριαρχεί η ποσότητα, παραγωγή και αλληλεπίδραση νευροδιαβιβαστών (ουσιών που εξασφαλίζουν τη μεταβίβαση σημάτων στο νευρικό σύστημα). Πιο συγκεκριμένα οι νευροδιαβιβαστές που έχουν ενοχοποιηθεί είναι η ντοπαμίνη, το γλουταμινικό οξύ, η σεροτονίνη, η νορεπινεφρίνη, κ.ά. Οι συγκεκριμένοι νευροδιαβιβαστές αποτελούν ορισμένους από τους βασικότερους παράγοντες μεταβίβασης και επεξεργασίας πληροφοριών στον εγκέφαλο. Όταν παρουσιάζονται ανισορροπίες στην ποσότητα και στον τρόπο δράσης τους η εγκεφαλική λειτουργία επηρεάζεται με τρόπους που συναντάμε και στη σχιζοφρένεια. Ο νευροδιαβιβαστής που έχει ενοχοποιηθεί περισσότερο από τους υπόλοιπους για την ανάπτυξη της νόσου είναι η ντοπαμίνη — ιδιαίτερα όταν η παρουσία της είναι αυξημένη. Αν και τα φάρμακα που λειτουργούν ως αναστολείς της πρόσληψης της ντοπαμίνης στους υποδοχείς των νευρωνικών συνάψεων φαίνεται να έχουν θετικό αποτέλεσμα στην καταπολέμηση των συμπτωμάτων της πάθησης, η άποψη ότι αποτελεί τον αποκλειστικό παράγοντα που την εξηγεί θεωρείται πλέον ξεπερασμένη. Πέρα από τη δυσλειτουργία στη δράση των διάφορων νευρομδιαβιβαστών έχουν εντοπιστεί και άλλες εγκεφαλικές ανωμαλίες στις οποίες έχει αποδοθεί αιτιακός ρόλος για την εκδήλωση της σχιζοφρένειας. Αυτοί περιλαμβάνουν τόσο μορφοδομικές εγκεφαλικές ανωμαλίες όσο και λειτουργικές διαφορές σε σχέση με τους εγκεφάλους φυσιολογικών ατόμων. 

Οι πλέον σύγχρονες νευροαπεικονιστικές μέθοδοι αλλά και η μεταθανάτια εξέταση ανατομικών λεπτομερειών του εγκεφάλου έχουν δείξει σημαντικές διαφορές όπως διογκωμένες εγκεφαλικές αρτηρίες ή διαφορές στη λειτουργία του κροταφομετωπιαίου λοβού που σχετίζονται αμφότερα με λειτουργίες όπως η εκτελεστική λειτουργία (η ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται τις πληροφορίες που συλλέγει από το περιβάλλον και να τις χειρίζεται με σκοπό τη λήψη κατάλληλων αποφάσεων), η προσοχή, ή κριτική ικανότητα, η αντίληψη, κ.ά. Διαφορές έχουν εντοπιστεί επίσης και στο βάρος του εγκεφάλου ατόμων που πάσχουν από σχιζοφρένεια. Αυτό όμως που παραμένει ασαφές είναι αν οι διαφοροποιήσεις αυτές είναι γενετικές (κληρονομικές δηλαδή) ή επιγενετικές (αν δηλαδή αναπτύσσονται υπό την επίδραση περιβαλλοντικών ή χημικών παραγόντων κατά τη διάρκεια της κύησης ή μετά τη γέννηση του ατόμου ή ακόμη αν προκύπτουν σταδιακά εξαιτίας της εκδήλωσης της ίδιας της νόσου).

Επιπλέον παράγοντες που έχουν συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου είναι οι περιγεννητικοί. Επιπλοκές που συμβαίνουν κατά την κύηση όπως η αιμορραγία, η προεκλαμψία, ο διαβήτης της κύησης, επιπλοκές κατά τον τοκετό, όπως η ασφυξία και υποξία του εμβρύου, η άκαιρη καισαρική τομή, η ατονία της μήτρας που συνδέονται με την ανάπτυξη του εγκεφάλου του παιδιού αλλά και άλλες διαταραχές όπως οι συγγενείς δυσπλασίες, η μικρή περίμετρος της κεφαλής του νεογέννητου, τα προβλήματα σίτισης της μητέρας κατά την κύηση, η αιματολογική ασυμβατότητα των γονέων και οι επιπλοκές κατά τη γέννα έχουν όλα συσχετιστεί με την εμφάνιση της πάθησης.

Άλλες μελέτες βρίσκουν συσχετίσεις με τον ιό της γρίπης κατά τη διάρκεια των πρώτων 6 μηνών της κύησης. Ως προς αυτό, δεν φαίνεται να είναι τυχαίο το εκ πρώτης όψεως παράδοξο στατιστικό εύρημα ότι τα παιδιά που έχουν γεννηθεί κατά τους χειμερινούς μήνες παρουσιάζουν από 5-15% μεγαλύτερες πιθανότητες να νοσήσουν απ’ ό,τι τα παιδιά που δεν έχουν γεννηθεί την ίδια εποχή. Είναι πιθανό η έκθεση της μητέρας στον ιό της γρίπης κατά το δεύτερο τρίμηνο (χειμερινό) της κύησης να σχετίζεται με τη στατιστική αυτή παραδοξότητα. Άλλοι ιοί που έχουν συνδεθεί με τη σχιζοφρένεια και πιθανώς επηρεάζουν τα έμβρυα κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων μηνών της κύησης, είναι ο έρπης ζωστήρας, οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, η ιλαρά, η παρωτίτιδα και η πολιομυελίτιδα.

Όπως προαναφέρθηκε η απουσία επαρκούς σίτισης της μητέρας κατά την κύηση ενοχοποιείται επίσης σε σχέση με την εκδήλωση σχιζοφρένειας στο παιδί. Ελλείψεις σε βιταμίνη Β9, λιπαρά οξέα (ω-3 και ω-6), βιταμίνη Α, πρωτεΐνες, αλλά και χαμηλή θερμιδική πρόσληψη σε συνδυασμό με παράγοντες όπως το στρες επιδρούν επιβαρυντικά στον εγκέφαλο του εμβρύου ιδιαίτερα κατά τα πρώτα στάδια της νευροανάπτυξής του.

Ψυχοκοινωνικοί και Ψυχοβιολογικοί Παράγοντες

Ερευνες έχουν δείξει ότι τα ποσοστά εμφάνισης σχιζοφρένειας σε άτομα που ανήκουν στα χαμηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα είναι υψηλότερα. Οι αιτιολογίες που έχουν προταθεί για αυτά τα στατιστικά ευρήματα επικεντρώνονται στα υψηλότερα ποσοστά στρες που βιώνονται από τα άτομα που ανήκουν στις συγκεκριμένες τάξεις. Τέτοιου είδους στρεσογόνοι παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν αρνητικά άτομα που έχουν ήδη προδιάθεση καθώς μάλιστα έχει φανεί ότι πριν από την εκδήλωση της σχιζοφρένειας προηγείται συνήθως ένα οξύ στρεσογόνο επεισόδιο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ενδέχεται εν προκειμένω να έχει υποεκτιμηθεί η συμβολή, των καθημερινών στρεσογόνων παραγόντων που αν και δεν εμφανίζονται με ιδιαίτερη οξύτητα, παρουσιάζονται σταθεροί και ίσως συμβάλλουν στην εκδήλωση ψυχωσικών επεισοδίων.

Μακροπρόθεσμοι στρεσογόνοι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο εκκίνησης της νόσου. Μία τέτοια μακροχρόνια πηγή στρες αποτελεί η ίδια η οικογένεια του πάσχοντος και το οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει. Βασικό ρόλο σε αυτό παίζει η σχέση μητέρας-παιδιού. Έχει παρατηρηθεί ότι όταν η επικοινωνιακή σχέση παρουσιάζει αντιφατικότητα και λογική ασυμβατότητα τότε μπορεί να προκύψει παθογένεια. Τα αλληλοσυγκρουόμενα μηνύματα από μία φαινομενικά αυτοθυσιαστική, αλλά στην στην πραγματικότητα, ψυχρή, εγωκεντρική και δεσποτική μητέρα —η επονομαζόμενη και σχιζοφρενογενής (π.χ. πρέπει να τρως όλο το φαγητό σου, αλλά θα χοντρύνεις αν το φας όλο)— μπορεί να δημιουργήσει σύγχυση στο παιδί που προσπαθώντας να επιλύσει την ασυμφωνία καταλήγει σε αδιέξοδο στην απόπειρά του να ερμηνεύσει το περιβάλλον. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη χαοτική συμπεριφορά, τον σχηματισμό αντιφατικών γνωσιών και εν τέλει σχιζοφρενικής συμπεριφοράς (θεωρία του διπλού δεσμού). 

Άλλους βασικούς παράγοντες στην παθογένεση της σχιζοφρένειας συνιστούν και οι δυσλειτουργικές σχέσεις των γονέων που κατηγοριοποιούνται σε δύο ομάδες: το «συζυγικό σχίσμα» και το «έκτροπο ζεύγος». Στην πρώτη περίπτωση κυρίαρχο στοιχείο είναι η αντιπαλότητα και ο έντονος ανταγωνισμός των γονέων ενώ στη δεύτερη είναι η κυριαρχία του ενός γονέα επί του άλλου με αποτέλεσμα την αλλοίωση της προσωπικότητας του ενός εκ των δύο χωρίς η επιθετικότητα να γίνεται εμφανής ή χωρίς να επαπειλείται διάλυση της οικογένειας. Αν και αμφότερες οι θεωρίες έχουν λογική βάση δεν επιβεβαιώνονται από άλλα δεδομένα. Μία τελευταία απόπειρα ψυχοβιολογικής αυτή της φοράς απόπειρας ερμηνείας της σχιζοφρένειας είναι η αλληλεπίδραση βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που συμβάλλουν από κοινού στο ξέσπασμα της νόσου. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία η βιολογική προδιάθεση δεν επαρκεί για την εκδήλωση της σχιζοφρένειας αν δεν συντρέχουν και περιβαλλοντικοί παράγοντες: το στρες δημιουργείται από καταστάσεις που ασκούν έντονη επίδραση στο άτομο και στον οργανισμό σε κρίσιμα αναπτυξιακά του στάδια και επιβαρύνουν την ικανότητα του παιδιού και του εφήβου που έχει ήδη τη βιολογική προδιάθεση να ανταποκριθεί στις καθημερινές ανάγκες του περιβάλλοντος.

Σχιζοφρένεια και Κατάχρηση Ουσιών

Πέρα από τα γενεσιουργά αίτια της σχιζοφρένειας υπάρχουν και χημικοί παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν τόσο την έναρξη όσο και την έξαρση της νόσου. Εκτός από τους ψυχολογικούς παράγοντες βαρύνοντα ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και η κατάχρηση ψυχοδραστικών ουσιών στις οποίες περιλαμβάνονται κατά κύριο λόγο η ινδική κάνναβη, η κοκαΐνη, η ηρωΐνη, οι αμφεταμίνες (π.χ. ecstasy), ενώ κατά καιρούς έχει ενοχοποιηθεί και το αλκοόλ ως εκλυτικός παράγοντας. Αν και οι μελετητές παραμένουν διχασμένοι ως προς τον ρόλο αυτών των ουσιών —προξενούν δηλαδή τη σχιζοφρένεια ή λειτουργούν απλώς ως εκλυτικοί παράγοντες;— υπάρχουν ενδείξεις ότι άτομα που κάνουν εντατική χρήση κάνναβης ήδη από το 18ο έτος της ηλικίας τους είναι πιθανότερο να εμφανίσουν σχιζοφρένεια εντός των επόμενων 15 ετών. Η ποσότητα επίσης της ουσίας που λαμβάνεται αυξάνει τον κίνδυνο σχιζοφρένειας. Γενικότερα φαίνεται ότι οι πιθανότητες ανάπτυξης της πάθησης μεταξύ χρηστών που κάνουν αυξημένη χρήση κάνναβης από νεαρή ηλικία είναι διπλάσιος σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό. Πρέπει ωστόσο να παρατηρηθεί ότι μεγάλο ποσοστό σχιζοφρενών κάνει κατάχρηση ψυχοδραστικών ουσιών γενικότερα.

Παλαιοντολόγοι ανακάλυψαν θαλάσσιο «τέρας» με κεφάλι σαν κράνος

Παλαιοντολόγοι από το Βασιλικό Μουσείο του Οντάριο, προχώρησαν στην ανακάλυψη ενός μεγάλου και ιδιαίτερου θαλάσσιου αρπακτικού της Καμβρίου περιόδου.

Σε σύγκριση με τα περισσότερα άλλα θαλάσσια είδη της εποχής εκείνης, το μέγεθός του ήταν «απίστευτο» και είναι «σαν ένα κεφάλι με ένα μεγάλο κράνος, που κολυμπάει».

Ειδικότερα, πριν από μισό δισεκατομμύριο χρόνια, στον πυθμένα του ωκεανού ζούσε ένα πλάσμα με ένα πλατύ κεφάλι σαν κράνος, νύχια που σκάλιζαν την άμμο και ένα κυκλικό στόμα γεμάτο δόντια, και ρουφούσε τα θηράματά του σαν ηλεκτρική σκούπα. Πρόκειται για το νεοανακαλυφθέν Titanokorys gainesi.

Όπως αναφέρουν οι ερευνητές σε νέα μελέτη, είχε ένα πεπλατυσμένο σώμα και ένα πλατύ κεφάλι που αποτελούσε περίπου τα δύο τρίτα του συνολικού του μήκους, με μήκος σχεδόν 50 εκατοστά. Το Titanokorys ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ωκεάνια αρπακτικά της Καμβρίου περιόδου (543 έως 490 εκατομμύρια χρόνια πριν) και είναι το μεγαλύτερο γνωστό αρπακτικό του βυθού εκείνης της περιόδου.

Σε σύγκριση με τα περισσότερα άλλα θαλάσσια είδη της εποχής εκείνης, το μέγεθός του ήταν «απίστευτο», ανέφερε σε ανακοίνωσή του ο επικεφαλής της μελέτης, Ζαν-Μπερνάρ Καρόν, έφορος παλαιοντολογίας ασπόνδυλων στο Βασιλικό Μουσείο του Οντάριο (ROM) στο Τορόντο. «Είναι σαν ένα κεφάλι με ένα μεγάλο κράνος, που κολυμπάει», δήλωσε ο Καρόν στο Live Science. «Έχει ένα πολύ ασυνήθιστο σχήμα».

Ο Καρόν και ο συν-συγγραφέας της μελέτης Τζο Μοίσιουκ, υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα οικολογίας και εξελικτικής βιολογίας του Πανεπιστημίου του Τορόντο, συνέθεσαν την ανατομία του προ πολλού εξαφανισμένου πλάσματος από 12 απολιθωμένα θραύσματα που συλλέχθηκαν από το Burgess Shale, ένα κοίτασμα απολιθωμάτων στη Βρετανική Κολομβία του Καναδά, που χρονολογείται πριν από περίπου 508 εκατομμύρια χρόνια.

Το μεγάλο κεφάλι και το προστατευτικό κάλυμμα του Titanokorys υποδεικνύουν ότι ανήκε στο γένος hurdiid, μιας οικογένειας με κεφάλι σαν κράνος, που ανήκει σε μια ομάδα εξαφανισμένων ζώων γνωστών ως radiodonts, τα οποία είχαν εξέχοντα μάτια, εξαρτήματα που έμοιαζαν με νύχια, και κυκλικά στόματα με δόντια. Τα ραδιόδοντα είναι πρώιμα αρθρόποδα – ασπόνδυλα με εξωσκελετό, αρθρωτά άκρα και τμηματικά σώματα. Σύγχρονα παραδείγματα είναι τα έντομα και τα καρκινοειδή.

Οι επιστήμονες συνέλεξαν περαιτέρω ανατομικές λεπτομέρειες για το Titanokorys εξετάζοντας απολιθώματα συγγενικών ζώων της Καμβρίου, όπως το Cambroraster falcatus, επίσης από τον Σχιστόλιθο Burgess. Το όνομα αυτού του πλάσματος με τα νύχια-τσουγκράνες και το κεφάλι-κράνος παραπέμπει στην ομοιότητά του με το Γεράκι της Χιλιετίας από την κινηματογραφική ταινία «Ο Πόλεμος των Άστρων».

«Είναι λίγο σα να συμπληρώνουμε το παζλ, όπως πολλοί από τους προκατόχους του και πολλά άλλα ραδιόδοντα που έχουμε βρει στο παρελθόν με βάση αποσπασματικά στοιχεία», δήλωσε ο Καρόν.

​​​​​​​«Είναι πολύ σπάνιο να βρει κανείς ένα πλήρες δείγμα στο Burgess Shale και ειδικά μεγάλα δείγματα. Πολλά από αυτά τα ζώα ζούσαν κατά μήκος του βυθού και θάφτηκαν πολύ γρήγορα στη λάσπη. Αν είσαι μικρός, τείνεις να καλύπτεσαι πιο εύκολα απ’ ό,τι αν είσαι μεγάλος. Αν δεν είσαι καλυμμένος, είσαι εκτεθειμένος σε πτωματοφάγους ή στην αποσύνθεση, γι’ αυτό και δεν βρίσκουμε μεγάλα, πλήρη δείγματα, παρά μόνο κομμάτια».

Η ζωή υπήρχε στη Γη πολύ πριν από την Κάμβρια περίοδο, ωστόσο κατά τη διάρκεια του πρώιμου μέρους αυτής της περιόδου – περίπου 541 έως 530 εκατομμύρια χρόνια πριν – τα σώματα των ζώων άρχισαν να γίνονται περίεργα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου έκρηξης της εξέλιξης, που είναι γνωστή ως Κάμβρια έκρηξη, τα είδη εξελίχθηκαν και διαφοροποιήθηκαν με πρωτοφανή ρυθμό, δημιουργώντας πλάσματα με ουρές που έμοιαζαν με στιλέτα, αγκαθωτά χέρια, κεφάλια σαν ελβετικά μαχαίρια, στόματα γεμάτα βελόνες και σώματα τα οποία ήταν τόσο πυκνά καλυμμένα με τρίχες, που έμοιαζαν με βούρτσες κουζίνας.

Ο Θουκυδίδης και η αθηναϊκή δημοκρατία

Αν δεν ξέραμε τίποτε από άλλες πηγές, το κείμενο του Θουκυδίδη δεν μας δίνει το δικαίωμα να πούμε με ασφάλεια αν είναι φιλοολιγαρχικός ή φιλοδημοκρατικός. Εντυπωσιακό επίτευγμα (μια πλευρά της περίφημης θουκυδίδειας αμεροληψίας), αν σκεφτεί κανείς ότι οι λέξεις δημοκρατία και ολιγαρχία διατρέχουν όλη την Ιστορία, εφόσον, κατά τον Θουκυδίδη, ο Πελοποννησιακός πόλεμος χωρίζει τους εμπολέμους σε δύο στρατόπεδα: από τη μια πλευρά Δωριείς ολιγαρχικοί, από την άλλη πλευρά Ίωνες δημοκρατικοί. Ο κανόνας αυτός έχει και τις εξαιρέσεις του, αλλά είναι εντυπωσιακά λίγες αν σκεφτεί κανείς το πλήθος των εμπόλεμων πόλεων. Η Κέρκυρα λ.χ. είναι δωρική αποικία, αλλά τελικά επικρατούν οι δημοκρατικοί μετά από μια σκληρή εμφύλια διαμάχη. Μία από τις εξαιρέσεις είναι σημαίνουσα και θα επανέλθουμε σ’ αυτήν: Οι Συρακούσες είναι δωρική πόλη αλλά μένει ως το τέλος του πολέμου δημοκρατική.

Αυτή η ομοιογένεια εξηγείται χωρίς να χρειάζεται να καταφύγουμε σε φυλετικούς λόγους. Μετά τους Περσικούς πολέμους και μέχρι τον Πελοποννησιακό, οι ελληνικές πόλεις εξαναγκάσθηκαν από την πίεση των γεγονότων να πάρουν θέση: θα ήσουν ή με τους Σπαρτιάτες ή με τους Αθηναίους. Οι Σπαρτιάτες, μας λέει ο Θουκυδίδης, άσκησαν μια χαλαρή κυριαρχία στους συμμάχους τους, χωρίς να τους απομυζούν, αφού ωστόσο φρόντισαν κατά κανόνα να επιβάλουν στις πόλεις του δικού τους στρατοπέδου ολιγαρχικό πολίτευμα (Α.18). Οι Αθηναίοι από την άλλη ουσιαστικά υποδούλωσαν τους συμμάχους τους, οπότε δεν ήταν φυσικά ανεκτικοί και στο θέμα του πολιτεύματος.

Ως προς τα αίτια του πολέμου ο Θουκυδίδης είναι σαφής. Κατά τη γνώμη του, οι βασικοί υπαίτιοι είναι οι Αθηναίοι: «Η πραγματική αιτία και η πιο ανομολόγητη είναι κατά τη γνώμη μου ότι οι Αθηναίοι καθώς η δύναμή τους είχε αυξηθεί και ενέπνεαν φόβο στους Λακεδαιμόνιους, εξανάγκασαν τους τελευταίους να πάρουν τα όπλα» (Α.23).

Με ποια πλευρά είναι λοιπόν ο Θουκυδίδης; Πώς αντιμετωπίζει την αθηναϊκή δημοκρατία; Μία μόνο φορά εκφέρει προσωπική κρίση, όταν περιγράφει το ολιγαρχικό πραξικόπημα του 411 π.Χ. στην ηττημένη μετά τα Σικελικά Αθήνα.

Δεν δείχνει να συμπαθεί τους πραξικοπηματίες, εκτός του Αντιφώντα, όταν όμως ανατρέπονται οι 400 από εσωτερικές έριδες και εγκαθίσταται για λίγο το πολίτευμα των 5000 πολιτών, ο Θουκυδίδης επιδοκιμάζει τη μείξη ολιγαρχίας και δημοκρατίας που προς στιγμή επιβλήθηκε («και φαίνεται ότι ο πρώτος καιρός ήταν μια περίοδος που τα πράγματα της Αθήνας αντιμετωπίστηκαν με τον καλύτερο τρόπο, επί των ημερών μου τουλάχιστον [επι γε εμού]. Διότι έγινε τότε ένας συγκερασμός ολιγαρχίας και δημοκρατίας [ες τους ολίγους και τους πολλούς σύγκρασις] με τον οποίο ορθώθηκε η πόλη από την άθλια κατάσταση που είχε περιπέσει», Θ.97). Την ίδια στιγμή προβαίνει ωστόσο στην οξυδερκή παρατήρηση ότι οι ολιγαρχικοί της Αθήνας είναι τόσο μολυσμένοι από το πανίσχυρο μικρόβιο της Δημοκρατίας, που και να επικρατήσουν προς στιγμή, αργά η γρήγορα θα καταρρεύσουν από τις εσωτερικές τους αναπόφευκτες έριδες.

«Και αυτό συνήθως φέρνει την καταστροφή σε μια ολιγαρχία προερχόμενη από δημοκρατικό πολίτευμα∙ διότι από την πρώτη μέρα οι πρωτεργάτες αξιώνουν όχι να είναι ίσοι αλλά ο καθένας τους πρώτος από όλους, ενώ στη δημοκρατία αποδέχεται κανείς ευκολότερα τις δια ψήφου αποφάσεις διότι δεν θεωρεί ότι υφίσταται μείωση από ομοίους του» (Θ.89).

Εκπληκτική παρατήρηση! Είναι η μόνη εύλογη εξήγηση που έχω διαβάσει, σε αρχαίους και συγχρόνους, για την ανθεκτικότητα της αθηναϊκής δημοκρατίας επί δύο ολόκληρους αιώνες χωρίς ουσιαστική διακοπή.

Μέση στάση λοιπόν; Ίσως, αν συνυπολογίσουμε ότι αφενός μιλάει με μεγαλύτερη συμπάθεια για τους Σπαρτιάτες στρατηγούς (κυρίως τον Αρχίδαμο και τον Βρασίδα) ή ότι θεωρεί τις αποστασίες των συμμάχων από την αθηναϊκή κυριαρχία κινήματα απελευθέρωσης, και αφετέρου είναι αυτός που γράφει και βάζει στο στόμα του Περικλή τον περίφημο Επιτάφιο, το μοναδικό εγκώμιο της αθηναϊκής δημοκρατίας που μας έχει διασωθεί από την κλασσική Ελλάδα.

Κατά τη γνώμη μου, δεν έχει τόση σημασία η προσωπική προτίμηση του Θουκυδίδη προς κάποιο είδος πολιτεύματος όσο το πώς παρουσιάζει τη δημοκρατική Αθήνα – τι χαρακτηριστικά γνωρίσματα της αποδίδει, πώς εξηγεί τις κινήσεις και τις βλέψεις της.

Θα μείνω σε μια δημηγορία, που θεωρώ εντυπωσιακή, στο 1ο βιβλίο της Ιστορίας του Θουκυδίδη. Μιλούν οι Κορίνθιοι στους Σπαρτιάτες προσπαθώντας να τους πείσουν να μπουν στον πόλεμο κατά τον Αθηναίων, και μας δίνουν μια εικόνα για το τι πιστεύουν οι Έλληνες του 431 π.Χ. για την Αθήνα του Περικλή. Παρόμοια συμπεράσματα θα έβγαιναν ίσως και από πιο γνωστές δημηγορίες, όπως ο διάλογος των Μηλίων ή οι λόγοι Κλέωνος και Διοδότου για τα γεγονότα στη Μυτιλήνη ή ακόμη και ο ίδιος ο Επιτάφιος.

Οι Κορίνθιοι δεν διστάζουν να κατακρίνουν, και μάλιστα κατά πρόσωπον, τους Σπαρτιάτες για την εσωστρέφειά τους και τη δυσπιστία προς τους ξένους, που τους οδηγεί σε αναποφασιστικότητα και σε αδράνεια (Α.69). Έτσι δεν έχουν συνειδητοποιήσει «τι λογής άνθρωποι είναι αυτοί οι Αθηναίοι, και πόσο διαφορετικοί ή μάλλον εντελώς διαφορετικοί είναι από εσάς. Εκείνοι είναι «νεωτεροποιοί» [ο Θουκυδίδης πλάθει για την περίσταση την εκπληκτική αυτή λέξη, που είναι πρακτικά αμετάφραστη, ίσως «επαναστάτες»], ικανοί να συλλάβουν γρήγορα ένα σχέδιο και να εκτελέσουν αμέσως ό,τι αποφάσισαν∙ εσείς κλίνετε προς τη διατήρηση των υπαρχόντων, δεν επινοείτε τίποτε καινούργιο, δεν διεκπεραιώνετε ούτε τα απαραίτητα. Κι ακόμη αποτολμούν πράγματα πάνω από τις δυνάμεις τους, ριψοκινδυνεύουν παρά τις υπαγορεύσεις της φρόνησης και δεν χάνουν στις δύσκολες καταστάσεις την ελπίδα (παρά δύμαμιν τολμηταί, και παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες). Και ακόμη είναι γεμάτοι αποφασιστικότητα σε σύγκριση μ’ εσάς τους διστακτικούς, έτοιμοι να πάνε σε ξένους τόπους ενώ εσείς μένετε πάντα στον δικό σας∙ γιατί αυτοί νομίζουν ότι κάτι μπορεί να κερδίσουν φεύγοντας, ενώ εσείς πιστεύετε ότι εάν βγείτε πιο έξω μπορεί να διακινδυνεύσετε κι αυτά που έχετε. Όταν νικούν τους εχθρούς προχωρούν όσο το δυνατόν περισσότερο, κι όταν νικηθούν ελάχιστα επηρεάζεται το ηθικό τους. Κι ακόμη θυσιάζουν τα σώματά τους για την πόλη τους σαν να τους ήταν εντελώς ξένα και αφιερώνουν τη σκέψη τους αποκλειστικά σε αυτήν. Κι άμα δεν φέρουν σε πέρας όσα σκέφτηκαν, πιστεύουν ότι έχασαν κάτι από αυτά που είχαν, ενώ άμα αποκτήσουν ό,τι επιδίωξαν το θεωρούν ότι ήταν απλώς η αρχή. Αν πάλι δοκιμάσουν και αποτύχουν σε κάτι, αναπληρώνουν την έλλειψη ελπίζοντας σε κάτι άλλο∙ γιατί μόνο σ’ αυτούς η ελπίδα της απόκτησης των επιδιωκομένων εξομοιώνεται με την απόκτησή τους, επειδή εκτελούν γρήγορα ό,τι αποφασίσουν. Και όλα αυτά τα επιδιώκουν με αδιάλειπτο μόχθο και κινδύνους σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους απολαμβάνοντας ελάχιστα τα αγαθά που έχουν, αφού διαρκώς απαιτούν καινούργια κι ούτε θεωρούν γιορτή άλλο τίποτε από το να κάνουν ό,τι πρέπει, ενώ την ξενοιασιά της απραξίας τη θεωρούν συμφορά όχι μικρότερη από μια επίπονη δραστηριότητα. Έτσι, εάν με δύο λόγια τους χαρακτήριζε κανείς ανθρώπους από τη φύση τους καμωμένους να μην έχουν ούτε οι ίδιοι ησυχία ούτε τους άλλους να τους αφήνουν να βρουν, θα είχε δίκιο» (Α.70).

Η περιγραφή αυτή των Αθηναίων, στην αρχή μάλιστα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου, είναι απρόσμενη και εντυπωσιακή. Δικαιώνει, νομίζω, όσους βλέπουν την αφήγηση του Θουκυδίδη όχι μόνο ως ιστορία αλλά και ως λογοτεχνική δημιουργία –ως την εκδίπλωση της περιπετείας της Αθήνας, η οποία αποτελεί και τον πραγματικό ήρωα του θουκυδίδειου δράματος. Απαριθμώ τα χαρακτηριστικά που αποδίδει η δημηγορία στους Αθηναίους, ακολουθώντας την εξέλιξη του κειμένου: νεωτεριστές, ρηξικέλευθοι, αποφασιστικοί, παράτολμοι, αισιόδοξοι, εξωστρεφείς, άπληστοι, πατριώτες, επίμονοι, ακούραστοι, ανατροπείς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ηθικές κρίσεις απουσιάζουν πλήρως από την περιγραφή των Κορινθίων, ενώ καμία αναφορά δεν γίνεται για το ποιος έχει δίκιο ή άδικο στον επικείμενο πόλεμο. Ο συνδυασμός αυτών των ιδιοτήτων των Αθηναίων υποβάλλει στον αναγνώστη έναν βαρύτερο χαρακτηρισμό, που, εδώ τουλάχιστον, δεν διατυπώνεται: οι Αθηναίοι είναι αλαζόνες, δεν σέβονται κανένα όριο. Παραδόξως η αλαζονεία θα προστεθεί, εμμέσως πλην σαφώς, στον ίδιο τον Επιτάφιο, στον ύμνο της Αθήνας που βάζει στο στόμα του Περικλή ο Θουκυδίδης: «Έχοντας δώσει τρανά δείγματα και αψευδείς μαρτυρίες για τη δύναμή μας, θα μας θαυμάσουν οι σύγχρονοι και οι μεταγενέστεροι, δίχως καθόλου να χρειαζόμαστε κανέναν Όμηρο για να μας επαινέσει» (Β.41). Ο ισχυρισμός ότι η δόξα της πόλης σου είναι τόσο μεγάλη ώστε δεν χρειάζεται ένας Όμηρος για να την υμνήσει, είναι ύψιστη εκδήλωση αλαζονείας και αγγίζει για τους Έλληνες τα όρια της ύβρεως, αφού ο Όμηρος είναι ακριβώς το κοινό παρελθόν τους, η κοινή τους παιδεία.

Για τους Κορινθίους –αλλά και τον Θουκυδίδη-, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη ζωή και στον πόλεμο, «όπως και στις τέχνες», πάντοτε η καινοτομία (τα επιγενόμενα) επικρατεί επί των αρχαιοτρόπων επιτηδευμάτων (Α.71). Το ότι η γνώμη των Κορινθίων αποτυπώνει το πώς ο Θουκυδίδης βλέπει τους Αθηναίους και την αθηναϊκή δημοκρατία φαίνεται αργότερα στην Ιστορία, όταν υιοθετεί την ίδια κατ’ ουσίαν επιχειρηματολογία για να δείξει τη διαφορά Αθηναίων και Λακεδαιμονίων. «Αλλά δεν ήταν η μόνη περίπτωση όπου οι Λακεδαιμόνιοι αποδείχθηκαν οι πιο βολικοί εχθροί για τους Αθηναίους – υπήρξαν και άλλες πολλές. Διότι η πολύ μεγάλη διαφορά των δύο ως προς την ιδιοσυγκρασία, οι μεν γρήγοροι οι άλλοι αργοί, αποφασιστικοί οι πρώτοι άτολμοι οι δεύτεροι, αποτελούσε πολύ μεγάλο πλεονέκτημα για τους Αθηναίους, ιδίως επειδή ήταν ναυτική δύναμη. Αυτό άλλωστε απέδειξαν και οι Συρακούσιοι: επειδή τους έμοιαζαν πάρα πολύ, τους πολέμησαν και πάρα πολύ αποτελεσματικά». (Θ.96)

Σε τι όμως έμοιαζαν οι Συρακούσιοι, που ήταν άποικοι και Δωριείς, με τους αυτόχθονες Αθηναίους; Η απάντηση είναι προφανής: ήταν όμοιοι ως προς το δημοκρατικό τους πολίτευμα, που τους έκανε κι αυτούς εξίσου κινητικούς, ριψοκίνδυνους και αδίστακτους, δηλαδή εξίσου αποτελεσματικούς με τους Αθηναίους. Οι Αθηναίοι έχασαν τελικά τον πόλεμο όχι από τους Σπαρτιάτες, τους αντίθετούς τους ως προς το πολίτευμα και την ιδιοσυγκρασία, αλλά από τους ομοίους τους Συρακούσιους. Για τον Θουκυδίδη η αθηναϊκή δημοκρατία μόνο από μια άλλη δημοκρατία μπορούσε να ηττηθεί.

Από τα λεγόμενα του Θουκυδίδη προκύπτει ότι το μεγάλο πλεονέκτημα της δημοκρατίας σε καιρό ανταγωνισμού, στη φυσιολογική δηλαδή κατά τη γνώμη του ανθρώπινη κατάσταση, είναι ότι το γεγονός ότι είναι γρήγορη, επιθετική και αποτελεσματική, ακριβώς γιατί είναι απολύτως ψυχρή.

Η δημοκρατία, κατά τον Θουκυδίδη, είναι μια ιδανική πολεμική μηχανή - το εντελώς αντίθετο δηλαδή από ό,τι πιστεύουμε σήμερα για τις σύγχρονες δημοκρατίες.

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (5.21.4-5.22.7)

[5.21.4] Ἐπὶ τοῦτον ἐλαύνων Ἀλέξανδρος ἀφικνεῖται ἐπὶ τὸν Ὑδραώτην ποταμόν, ἄλλον αὖ τοῦτον Ἰνδὸν ποταμόν, τὸ μὲν εὖρος οὐ μείονα τοῦ Ἀκεσίνου, ὀξύτητι δὲ τοῦ ῥοῦ μείονα. ὅσην δὲ τῆς χώρας ἔστε ἐπὶ τὸν Ὑδραώτην ἐπῆλθε, φυλακὰς ὑπέλιπεν ἐν τοῖς ἐπικαιροτάτοις χωρίοις, ὅπως οἱ ἀμφὶ Κρατερόν τε καὶ Κοῖνον δι᾽ ἀσφαλείας ἐπέρχοιντο τῆς χώρας τὴν πολλὴν προνομεύοντες. [5.21.5] ἐνταῦθα Ἡφαιστίωνα μὲν ἐκπέμπει δοὺς αὐτῷ μέρος τῆς στρατιᾶς, πεζῶν μὲν φάλαγγας δύο, ἱππέων δὲ τήν τε αὑτοῦ καὶ τὴν Δημητρίου ἱππαρχίαν καὶ τῶν τοξοτῶν τοὺς ἡμίσεας, ἐς τὴν Πώρου τοῦ ἀφεστηκότος χώραν, κελεύσας παραδιδόναι ταύτην Πώρῳ τῷ ἄλλῳ, καὶ εἰ δή τινα πρὸς ταῖς ὄχθαις τοῦ Ὑδραώτου ποταμοῦ αὐτόνομα ἔθνη Ἰνδῶν νέμεται, καὶ ταῦτα προσαγαγόμενον τῷ Πώρῳ ἄρχειν ἐγχειρίσαι. [5.21.6] αὐτὸς δ᾽ ἐπέρα τὸν Ὑδραώτην ποταμόν, οὐ καθάπερ τὸν Ἀκεσίνην χαλεπῶς. προχωροῦντι δὲ αὐτῷ ἐπέκεινα τῆς ὄχθης τοῦ Ὑδραώτου τοὺς μὲν πολλοὺς καθ᾽ ὁμολογίαν προσχωρεῖν ξυνέβαινεν, ἤδη δέ τινας ξὺν ὅπλοις ἀπαντήσαντας, τοὺς δὲ καὶ ὑποφεύγοντας ἑλὼν βίᾳ κατεστρέψατο.
[5.22.1] Ἐν τούτῳ δὲ ἐξαγγέλλεται Ἀλεξάνδρῳ τῶν αὐτονόμων Ἰνδῶν ἄλλους τέ τινας καὶ τοὺς καλουμένους Καθαίους αὐτούς τε παρασκευάζεσθαι ὡς πρὸς μάχην, εἰ προσάγοι τῇ χώρᾳ αὐτῶν Ἀλέξανδρος, καὶ ὅσα ὅμορά σφισιν ‹ἔθνη› ὡσαύτως αὐτόνομα, καὶ ταῦτα παρακαλεῖν ἐς τὸ ἔργον· [5.22.2] εἶναι δὲ τήν τε πόλιν ὀχυρὰν πρὸς ᾗ ἐπενόουν ἀγωνίσασθαι, Σάγγαλα ἦν τῇ πόλει ὄνομα, καὶ αὐτοὶ οἱ Καθαῖοι εὐτολμότατοί τε καὶ τὰ πολέμια κράτιστοι ἐνομίζοντο, καὶ τούτοις κατὰ τὰ αὐτὰ Ὀξυδράκαι, ἄλλο Ἰνδῶν ἔθνος, καὶ Μαλλοί, ἄλλο καὶ τοῦτο· ἐπεὶ καὶ ὀλίγῳ πρόσθεν στρατεύσαντας ἐπ᾽ αὐτοὺς Πῶρόν τε καὶ Ἀνισάρην ξύν τε τῇ σφετέρᾳ δυνάμει καὶ πολλὰ ἄλλα ἔθνη τῶν αὐτονόμων Ἰνδῶν ἀναστήσαντας οὐδὲν πράξαντας τῆς παρασκευῆς ἄξιον ξυνέβη ἀπελθεῖν.
[5.22.3] Ταῦτα ὡς ἐξηγγέλθη Ἀλεξάνδρῳ, σπουδῇ ἤλαυνεν ὡς ἐπὶ τοὺς Καθαίους. καὶ δευτεραῖος μὲν ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ τοῦ Ὑδραώτου πρὸς πόλιν ἧκεν ᾗ ὄνομα Πίμπραμα· τὸ δὲ ἔθνος τοῦτο τῶν Ἰνδῶν Ἀδραϊσταὶ ἐκαλοῦντο. [5.22.4] οὗτοι μὲν δὴ προσεχώρησαν ὁμολογίᾳ Ἀλεξάνδρῳ. καὶ Ἀλέξανδρος ἀναπαύσας τῇ ὑστεραίᾳ τὴν στρατιὰν τῇ τρίτῃ προὐχώρει ἐπὶ τὰ Σάγγαλα, ἵνα οἱ Καθαῖοί τε καὶ οἱ ἄλλοι πρόσχωροι αὐτοῖς ξυνεληλυθότες πρὸ τῆς πόλεως παρατεταγμένοι ἦσαν ἐπὶ γηλόφου οὐ πάντῃ ἀποτόμου· κύκλῳ δὲ τοῦ γηλόφου ἁμάξας περιστήσαντες ἐντὸς αὐτῶν ἐστρατοπέδευον, ὡς τριπλοῦν χάρακα προβεβλῆσθαι [πρὸ] τῶν ἁμαξῶν. [5.22.5] Ἀλέξανδρος δὲ τό τε πλῆθος κατιδὼν τῶν βαρβάρων καὶ τοῦ χωρίου τὴν φύσιν, ὡς μάλιστα πρὸς τὰ παρόντα ἐν καιρῷ οἱ ἐφαίνετο παρετάσσετο· καὶ τοὺς μὲν ἱπποτοξότας εὐθὺς ὡς εἶχεν ἐκπέμπει ἐπ᾽ αὐτούς, ἀκροβολίζεσθαι κελεύσας παριππεύοντας, ὡς μήτε ἐκδρομήν τινα ποιήσασθαι τοὺς Ἰνδοὺς πρὶν ξυνταχθῆναι αὐτῷ τὴν στρατιὰν καὶ ὡς πληγὰς γίγνεσθαι αὐτοῖς καὶ πρὸ τῆς μάχης ἐντὸς τοῦ ὀχυρώματος. [5.22.6] αὐτὸς δὲ ἐπὶ μὲν τοῦ δεξιοῦ κέρως τῶν ἱππέων τὸ ἄγημα κατέστησε καὶ τὴν Κλείτου ἱππαρχίαν, ἐχομένους δὲ τούτων τοὺς ὑπασπιστάς, καὶ ἐπὶ τούτοις τοὺς Ἀγριᾶνας· κατὰ δὲ τὸ εὐώνυμον Περδίκκας αὐτῷ ἐτέτακτο τήν τε αὑτοῦ ἔχων ἱππαρχίαν καὶ τὰς τῶν πεζεταίρων τάξεις· ἐπὶ κέρως δὲ ἑκατέρου οἱ τοξόται αὐτῷ διχῇ διακριθέντες ἐτάχθησαν. [5.22.7] ἐκτάσσοντι δὲ αὐτῷ παρεγένοντο καὶ οἱ ἀπὸ τῆς ὀπισθοφυλακίας πεζοί τε καὶ ἱππεῖς. καὶ τούτων τοὺς μὲν ἱππέας ἐπὶ τὰ κέρατα διελὼν παρήγαγεν, ἀπὸ δὲ τῶν πεζῶν τῶν προσγενομένων πυκνοτέραν τὴν ξύγκλεισιν τῆς φάλαγγος ποιήσας αὐτὸς ἀναλαβὼν τὴν ἵππον τὴν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ τεταγμένην παρήγαγεν ἐπὶ τὰς κατὰ τὸ εὐώνυμον τῶν Ἰνδῶν ἁμάξας. ταύτῃ γὰρ εὐπροσοδώτερον αὐτῷ ἐφαίνετο τὸ χωρίον καὶ οὐ πυκναὶ ὡσαύτως αἱ ἅμαξαι ἐφειστήκεσαν.

***
[5.21.4] Προελαύνοντας εναντίον του ο Αλέξανδρος έφθασε στον Υδραώτη ποταμό, έναν άλλο πάλι ποταμό της Ινδίας που έχει το ίδιο πλάτος με τον Ακεσίνη, αλλά είναι λιγότερο ορμητικός. Σε όσα μέρη της περιοχής πέρασε, ώσπου να φθάσει στον Υδραώτη, άφησε φρουρές στις πιο επίκαιρες θέσεις για να μπορέσουν οι άνδρες του Κρατερού και του Κοίνου να διασχίσουν με ασφάλεια το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, ενώ θα συνέλεγαν τρόφιμα. [5.21.5] Από εκεί έστειλε τον Ηφαιστίωνα, αφού του έδωσε ένα μέρος του στρατεύματος, δηλαδή δύο φάλαγγες πεζικού και από το ιππικό τη δική του ιππαρχία και την ιππαρχία του Δημητρίου και τους μισούς από τους τοξότες, στη χώρα του Πώρου που είχε επαναστατήσει, με τη διαταγή να την παραδώσει στον άλλο Πώρο. Και αν υποτάξει κάποια από τα αυτόνομα έθνη των Ινδών που κατοικούσαν στις όχθες του Υδραώτη ποταμού να παραδώσει και αυτά στον Πώρο για να τα διοικεί. [5.21.6] Ο ίδιος πέρασε τον Υδραώτη ποταμό χωρίς τις δυσκολίες που συνάντησε στον Ακεσίνη. Ενώ προχωρούσε πέρα από την όχθη του Υδραώτη, οι περισσότεροι Ινδοί προσχωρούσαν σε αυτόν μετά από συμφωνία. Μερικούς όμως που πρόβαλαν ένοπλη αντίσταση και μερικούς άλλους που επιχείρησαν να φύγουν τους συνέλαβε και τους υπέταξε με τη βία.
[5.22.1] Στο μεταξύ ανήγγειλαν στον Αλέξανδρο ότι και μερικοί άλλοι από τους ανεξάρτητους Ινδούς, κυρίως όμως οι ονομαζόμενοι Καθαίοι, ετοιμάζονταν να πολεμήσουν, αν ο Αλέξανδρος οδηγούσε τον στρατό του στη χώρα τους, και ότι παρότρυναν στο εγχείρημα αυτό και όσους άλλους γειτονικούς λαούς ήταν ανεξάρτητοι, όπως αυτοί. [5.22.2] Του ανήγγειλαν ακόμη ότι η πόλη, κοντά στην οποία σχεδίαζαν να αγωνισθούν, ήταν οχυρή και ονομαζόταν Σάγγαλα. Οι Καθαίοι αυτοί φημίζονταν στα πολεμικά έργα για τη μεγάλη τόλμη και τη μεγάλη γενναιότητά τους, όπως και ένας άλλος ινδικός λαός, οι Οξυδράκες, καθώς και οι Μαλλοί, άλλος και αυτός ινδικός λαός. Γιατί λίγο πριν, αν και εξεστράτευσαν εναντίον τους ο Πώρος και ο Αβισάρης με τις δικές τους δυνάμεις και μολονότι ξεσήκωσαν και πολλούς από τους ανεξάρτητους Ινδούς, αποχώρησαν χωρίς να επιτύχουν τίποτε αντάξιο της προετοιμασίας τους.
[5.22.3] Όταν τα ανήγγειλαν στον Αλέξανδρο, βάδισε γρήγορα κατά των Καθαίων και τη δεύτερη μέρα από τότε που ξεκίνησε από τον Υδραώτη ποταμό έφθασε σε μια πόλη που ονομαζόταν Πίμπραμα. Ο ινδικός αυτός λαός που ονομαζόταν Αδραϊστές [5.22.4] προσχώρησαν στον Αλέξανδρο ύστερα από συμφωνία. Την επόμενη μέρα ο Αλέξανδρος ξεκούρασε τον στρατό του και την τρίτη μέρα προχώρησε προς τα Σάγγαλα, όπου οι Καθαίοι και οι άλλοι γείτονές τους είχαν συγκεντρωθεί και παραταχθεί μπροστά στην πόλη τους, πάνω σε έναν λόφο, όχι απόκρημνο από όλες τις μεριές του. Αφού έστησαν αμάξια γύρω από τον λόφο, έτσι ώστε να σχηματισθεί τριπλό περιτείχισμα, στρατοπέδευσαν μέσα σε αυτά. [5.22.5] Βλέποντας το πλήθος των βαρβάρων και τη φυσική οχυρότητα της τοποθεσίας ο Αλέξανδρος άρχισε να παρατάσσει τον στρατό του, όπως έκρινε καλύτερα για τη συγκεκριμένη περίσταση. Έστειλε αμέσως, όπως ήταν, τους ιπποτοξότες εναντίον τους και τους διέταξε να βάλουν κατά μήκος του εχθρικού μετώπου, ώστε να μην επιχειρήσουν οι Ινδοί καμιά έφοδο πριν παραταχθεί ο στρατός του και να έχουν απώλειες μέσα στο χαράκωμά τους και πριν από τη μάχη. [5.22.6] Ο ίδιος τοποθέτησε στη δεξιά του πτέρυγα το άγημα του ιππικού και την ιππαρχία του Κλείτου και αμέσως μετά τους υπασπιστές και μετά από αυτούς τους Αγριάνες. Στην αριστερή του πτέρυγα είχε παραταχθεί ο Περδίκκας με τη δική του ιππαρχία και τις φάλαγγες των πεζεταίρων. Και στις δύο πτέρυγες τοποθετήθηκαν οι τοξότες, αφού χωρίσθηκαν σε δύο τμήματα.
[5.22.7] Ενώ παρέτασσε ο Αλέξανδρος τον στρατό του, κατέφθασαν και οι πεζοί και οι ιππείς της οπισθοφυλακής του. Χώρισε σε δύο τους ιππείς και τους έστειλε στις πτέρυγες, ενώ με τους πεζούς που προστέθηκαν πύκνωσε περισσότερο τη φάλαγγα. Ο ίδιος πήρε μαζί του τους ιππείς που είχαν παραταχθεί στη δεξιά του πτέρυγα και τους οδήγησε εναντίον των αμαξών που ήταν στην αριστερή πτέρυγα των Ινδών, γιατί νόμιζε ότι από εκείνο το μέρος μπορούσε πιο εύκολα να πλησιάσει την οχυρή θέση και επειδή δεν είχαν τοποθετηθεί και εκεί τόσο πυκνά τα αμάξια.

Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Οἰδίπους Τύραννος (1-57)

ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Ὦ τέκνα, Κάδμου τοῦ πάλαι νέα τροφή,
τίνας ποθ᾽ ἕδρας τάσδε μοι θοάζετε
ἱκτηρίοις κλάδοισιν ἐξεστεμμένοι;
πόλις δ᾽ ὁμοῦ μὲν θυμιαμάτων γέμει,
5 ὁμοῦ δὲ παιάνων τε καὶ στεναγμάτων·
ἁγὼ δικαιῶν μὴ παρ᾽ ἀγγέλων, τέκνα,
ἄλλων ἀκούειν αὐτὸς ὧδ᾽ ἐλήλυθα,
ὁ πᾶσι κλεινὸς Οἰδίπους καλούμενος.
ἀλλ᾽, ὦ γεραιέ, φράζ᾽, ἐπεὶ πρέπων ἔφυς
10 πρὸ τῶνδε φωνεῖν, τίνι τρόπῳ καθέστατε,
δείσαντες ἢ στέρξαντες; ὡς θέλοντος ἂν
ἐμοῦ προσαρκεῖν πᾶν· δυσάλγητος γὰρ ἂν
εἴην τοιάνδε μὴ οὐ κατοικτίρων ἕδραν.
ΙΕΡΕΥΣ
ἀλλ᾽, ὦ κρατύνων Οἰδίπους χώρας ἐμῆς,
15 ὁρᾷς μὲν ἡμᾶς ἡλίκοι προσήμεθα
βωμοῖσι τοῖς σοῖς, οἳ μὲν οὐδέπω μακρὰν
πτέσθαι σθένοντες, οἳ δὲ σὺν γήρᾳ βαρεῖς
ἱερῆς, ἐγὼ μὲν Ζηνός, οἳ δ᾽ ἔτ᾽ ᾐθέων
λεκτοί· τὸ δ᾽ ἄλλο φῦλον ἐξεστεμμένον
20 ἀγοραῖσι θακεῖ, πρός τε Παλλάδος διπλοῖς
ναοῖς, ἐπ᾽ Ἰσμηνοῦ τε μαντείᾳ σποδῷ.
πόλις γάρ, ὥσπερ καὐτὸς εἰσορᾷς, ἄγαν
ἤδη σαλεύει κἀνακουφίσαι κάρα
βυθῶν ἔτ᾽ οὐχ οἵα τε φοινίου σάλου,
25 φθίνουσα μὲν κάλυξιν ἐγκάρποις χθονός,
φθίνουσα δ᾽ ἀγέλαις βουνόμοις, τόκοισί τε
ἀγόνοις γυναικῶν· ἐν δ᾽ ὁ πυρφόρος θεὸς
σκήψας ἐλαύνει, λοιμὸς ἔχθιστος, πόλιν,
ὑφ᾽ οὗ κενοῦται δῶμα Καδμεῖον· μέλας δ᾽
30 Ἅιδης στεναγμοῖς καὶ γόοις πλουτίζεται.
θεοῖσι μέν νυν οὐκ ἰσούμενόν σ᾽ ἐγὼ
οὐδ᾽ οἵδε παῖδες ἑζόμεσθ᾽ ἐφέστιοι,
ἀνδρῶν δὲ πρῶτον ἔν τε συμφοραῖς βίου
κρίνοντες ἔν τε δαιμόνων συναλλαγαῖς·
35 ὅς γ᾽ ἐξέλυσας ἄστυ Καδμεῖον μολὼν
σκληρᾶς ἀοιδοῦ δασμὸν ὃν παρείχομεν,
καὶ ταῦθ᾽ ὑφ᾽ ἡμῶν οὐδὲν ἐξειδὼς πλέον
οὐδ᾽ ἐκδιδαχθείς, ἀλλὰ προσθήκῃ θεοῦ
λέγῃ νομίζῃ θ᾽ ἡμὶν ὀρθῶσαι βίον.
40 νῦν δ᾽, ὦ κράτιστον πᾶσιν Οἰδίπου κάρα,
ἱκετεύομέν σε πάντες οἵδε πρόστροποι
ἀλκήν τιν᾽ εὑρεῖν ἡμίν, εἴτε του θεῶν
φήμην ἀκούσας εἴτ᾽ ἀπ᾽ ἀνδρὸς οἶσθά που·
ὡς τοῖσιν ἐμπείροισι καὶ τὰς ξυμφορὰς
45 ζώσας ὁρῶ μάλιστα τῶν βουλευμάτων.
ἴθ᾽, ὦ βροτῶν ἄριστ᾽, ἀνόρθωσον πόλιν·
ἴθ᾽, εὐλαβήθηθ᾽· ὡς σὲ νῦν μὲν ἥδε γῆ
σωτῆρα κλῄζει τῆς πάρος προθυμίας·
ἀρχῆς δὲ τῆς σῆς μηδαμῶς μεμνῄμεθα
50 στάντες τ᾽ ἐς ὀρθὸν καὶ πεσόντες ὕστερον,
ἀλλ᾽ ἀσφαλείᾳ τήνδ᾽ ἀνόρθωσον πόλιν.
ὄρνιθι γὰρ καὶ τὴν τότ᾽ αἰσίῳ τύχην
παρέσχες ἡμῖν, καὶ τανῦν ἴσος γενοῦ.
ὡς εἴπερ ἄρξεις τῆσδε γῆς, ὥσπερ κρατεῖς,
55 ξὺν ἀνδράσιν κάλλιον ἢ κενῆς κρατεῖν·
ὡς οὐδέν ἐστιν οὔτε πύργος οὔτε ναῦς
ἐρῆμος ἀνδρῶν μὴ ξυνοικούντων ἔσω.

***
ΟΙΔΙΠΟΥΣ
Παιδιά μου, βλαστοί
της παλαιάς σποράς του Κάδμου,
γιατί στων ανακτόρων το βωμό
τριγύρω συναχτήκατε
με κλάδους ικεσίας στα χέρια
και στέφανα στην κεφαλή;
Η πόλη μας πλημμύρισε θυμίαμα
κι ακούγονται παντού θρήνοι και μοιρολόγια.
Δεν καταδέχομαι να με πληροφορούν μεσάζοντες
γι᾽ αυτό και ήρθα μονάχος μου ν᾽ ακούσω
εγώ ο λαοπρόβλητος κι ονομαστός Οιδίπους.
Μίλησε, γέροντα.
Το κύρος σου εκπροσωπεί το σύνολο.
10 Ο λόγος ποιός της σύναξης;
Φοβάστε κάτι; Ποθείτε κάτι;
Επιθυμώ παντού και πάντα
να σπεύδω στην ανάγκη σας.
Ανάλγητος δεν είμαι
γι᾽ αυτό και μου ταράζει την ψυχή
η λιτανεία της ικεσίας.
ΙΕΡΕΥΣ
Ω παντοκράτορα της χώρας μου Οιδίπου,
θωρείς τριγύρω στους βωμούς σου
τις ηλικίες όλες πεσμένες στα γόνατα·
νεοσσοί που δεν μπορούν
ν᾽ ανοίξουν τα φτερά τους
και να πετάξουν μακριά,
βαρείς από τα χρόνια γέροντες,
ιερείς, όπως εγώ, λειτουργοί του Διός
και παλικάρια διαλεχτά.
Το μέγα πλήθος του λαού
με φύλλα δάφνης στεφανωμένο
συνέρρευσε στις αγορές
20 στους δυο ναούς της Αθηνάς Παλλάδος
και στου Απόλλωνος το ιερόν
στου Ισμηνού τις όχθες
εκεί που μαντικά λαλούν
οι στάχτες της θυσίας.
Η πόλη, το βλέπεις και μόνος σου,
είναι πολύς καιρός που παραπαίει.
Βουλιάζει μες στη δίνη των αιμάτων
και δεν μπορεί την κεφαλή της
να σηκώσει απ᾽ τον θολό βυθό
να πάρει λίγη ανάσα.
Προτού να δέσουν οι καρποί
στους κάλυκες σαπίζουν·
κοπαδιαστά ψοφούν τα βόδια στη βοσκή·
των γυναικών οι μήτρες μαραθήκαν.
Ο θεός ο πυρφόρος περνά
και τα πάντα σαρώνει·
ο φοβερός λοιμός ερήμωσε
την πόλη των Καδμείων·
ο μαύρος Άδης πλούτισε
30 με βογκητά και στεναγμούς.
Ισόθεος δεν είσαι και το ξέρουμε
κι εγώ και τούτα τα παιδιά
που πρόσπεσαν ικέτες στην εστία σου·
όμως είσαι μες στους θνητούς ξεχωριστός,
γνωρίζεις τις αιφνίδιες τροπές του βίου
και τα μηνύματα που στέλνουν οι θεοί.
Ήρθες στην πολιτεία του Κάδμου
κι απ᾽ το δασμό που πλήρωνε
στην ανελέητη τη μελωδούσα
χρησμωδό, τη λύτρωσες.
Κανένας από μας δε σε δασκάλεψε·
απληροφόρητος αυτοσχεδίασες·
με του θεού την αρωγή μονάχα
νομίζουν όλοι πως μας έσωσες.
40 Και τώρα, κραταιά κεφαλή του Οιδίποδος,
η πόλη σύμπασα μπροστά σου γονατίζει
και σε παρακαλεί να βρεις
στη νόσο γιατρειά,
είτε διαβάζοντας θεών σημάδια
είτε μαθαίνοντας από θνητή πηγή.
Η πείρα των σοφών ανθρώπων
θαρρώ πως αιωνίως ζει
και διαρκώς επαληθεύεται.
Έλα, λοιπόν, λαοπρόβλητε,
ανάστησε την πόλη·
σπατάλησε γι᾽ αυτήν την μέριμνά σου.
Ο τόπος σε κράζει σωτήρα του τώρα,
γιατί την παλιά σου την προσφορά
την αφειδώλευτη θυμάται.
Αν τώρα καταρρεύσουμε,
θα λησμονήσουμε για πάντα
τα χρόνια που κυβέρνησες την πόλη
50 και την εκράτησες ορθή.
Με χέρι σταθερό ανάστησέ την πάλι.
Κάποτε μας οδήγησες στην ευτυχία
διαβάζοντας ορθά τους οιωνούς·
γίνε και τώρα
αυτός που ήσουν κάποτε.
Αν λαχταράς να κυβερνάς
αυτή την επικράτεια,
καλύτερα να κυβερνάς ανθρώπους
παρά να βασιλεύεις στο κενό.
Έρημα κάστρα κι έρημα πλοία
χωρίς ανθρώπους
είναι το μέγα τίποτα.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια, 11. Έννοιες και αρχές

11.1. Πλαίσιο και συμφραζόμενα


Το συναρπαστικό ενδιαφέρον και οι συνεχείς προβληματισμοί που προκαλεί η ανάγνωση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας οφείλονται, εκτός των άλλων, στο ότι ο κόσμος στον οποίο αναφέρονται είναι εξαιρετικά ευμετάβλητος, συχνά αντιφατικός, οικείος και συνάμα ανοίκειος. Κυριαρχείται, για παράδειγμα, από υπερφυσικές δυνάμεις, κυρίως από τους ανθρωπόμορφους ολύμπιους θεούς, οι οποίοι, όταν δεν καβγαδίζουν μεταξύ τους και δεν εξαπατούν ο ένας τον άλλον, άλλοτε βλάπτουν όσους δεν συμπαθούν, άλλοτε δεν είναι σε θέση, παρά την παντοδυναμία τους, να σώσουν τους προστατευόμενούς τους θνητούς και άλλοτε επιβάλλουν ένα, προσωρινό έστω, καθεστώς τάξης και δικαιοσύνης. Από την άλλη, οι θνητοί δεν είναι κοινοί άνθρωποι αλλά ήρωες. Συγκρίνονται με τους θεούς, αλληλοσφάζονται «για μιαν Ελένη», αρνούνται να πολεμήσουν όταν τους παίρνουν τα λάφυρά τους (παράδειγμα ο Αχιλλέας), ενώ χρησιμοποιούν τον δόλο και την πανουργία για να επιβιώσουν (παράδειγμα ο Οδυσσέας). Σε άλλες περιπτώσεις όμως ξέρουν τι θα πει ανδρεία, φιλία, τιμή και σεβασμός στον άλλον, και, παρά τη συχνά υπερβολική τους συμπεριφορά, έχουν επίγνωση της θνητότητάς τους.

Ο ρευστός κόσμος που αναπαριστάνεται στα δύο ομηρικά έπη επηρεάζεται και εξαρτάται από δύο κυρίως συντελεστές. Πρώτα από τις συμβάσεις του λογοτεχνικού γένους στο οποίο η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ανήκουν. Ύστερα από τις σχέσεις των δύο ομηρικών επών με την ιστορική πραγματικότητα στην οποία έμμεσα τουλάχιστον αναφέρονται. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια ανήκουν στο γένος της αρχαϊκής επικής ποίησης. Ο σχηματισμός τους προϋποθέτει τη μακρόχρονη εξέλιξη της προφορικής παράδοσης, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στη σύνθεση των δύο επών, με την καθοριστική μεσολάβηση και της γραφής που τοποθετείται γύρω στο δεύτερο μισό του 8ου αι. π.Χ. Αναπόφευκτα, ο παραδοσιακός χαρακτήρας των ομηρικών επών επέτρεψε τη συντήρηση αναχρονισμών: αντιλήψεων, δηλαδή, και δοξασιών που δεν συμφωνούν με το πνεύμα της εποχής του ποιητή. Ωστόσο, τα κάθε λογής παραδοσιακά στοιχεία (μορφικά ή θεματικά) δεν μεταφέρθηκαν μηχανιστικά μέσα στο έργο του ποιητή, αλλά μεταπλάστηκαν με τέτοιον τρόπο, ώστε να συμβάλλουν στη δημιουργία μιας νέας ποιητικής σύνθεσης, η οποία απέκτησε προοδευτικά πανελλήνια εμβέλεια και διαχρονικό χαρακτήρα.

Και τα δύο ομηρικά έπη ως λογοτεχνικά έργα απεικονίζουν έναν ποιητικό, πεποιημένο κόσμο. Ο Όμηρος δεν αποσκοπούσε να περιγράψει ως ιστορικός την ίδια τη ζωή, αλλά να εκφράσει ως ποιητής την άποψή του για τη ζωή, ανταποκρινόμενος καταρχήν στις προσδοκίες του ακροατηρίου της εποχής του. Γι᾽ αυτό η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν είναι δυνατόν να ταυτιστούν με μία, πραγματική και μοναδική, περίοδο της αρχαιοελληνικής ιστορίας ούτε με κάποιο συγκεκριμένο τύπο κοινωνικής οργάνωσης, ο οποίος να διέπεται από ενότητα αντιλήψεων και αξιών (πολιτικών, ιδεολογικών, θρησκευτικών). Κι όμως, όπως κάθε λογοτεχνικό έργο, έτσι και η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν μηδενίζουν ολότελα τη σχέση τους με την ιστορική πραγματικότητα, αλλά αναφέρονται σ᾽ αυτήν έμμεσα. Ο ποιητής χειρίζεται το υλικό του επιλέγοντας, διογκώνοντας ή και παραμορφώνοντας στοιχεία που προέρχονται: σε μικρότερο ποσοστό από το απόμακρο, ένδοξο παρελθόν της μυκηναϊκής εποχής (πριν δηλαδή από τα τέλη του 12ου αι. π.Χ.) και σε πολύ μεγαλύτερο από την περίοδο των λεγόμενων «σκοτεινών χρόνων» (1100-800 π.Χ.). Από την εποχή αυτή και εξής, με χρονικό σημείο κορύφωσης τον 8ο αι. π.Χ., συμβαίνουν ραγδαίες, κοινωνικές και πολιτισμικές, αλλαγές: αύξηση του πληθυσμού και έλλειψη της καλλιεργήσιμης γης (που προκαλούν αλλαγές στις κοινωνικές δομές και πολεμικές συγκρούσεις)· συγχώνευση μετακινούμενων πληθυσμών· εξάπλωση του ελληνισμού στη Μεσόγειο· ακμή της τέχνης και διαμεσολάβηση μιας καινούργιας γραφής· εξάπλωση της φήμης των πανελλήνιων ιερών· ολυμπιακοί αγώνες. Οι αλλαγές αυτές είχαν ως αποτέλεσμα το παλιό και το νέο να επικαλύπτονται στη μνήμη και στις εμπειρίες των ανθρώπων. Έτσι, ο ποιητής είχε τη δυνατότητα να αγνοεί τις πιο πρόσφατες εξελίξεις και να προσδίδει στον κόσμο που αναπαριστούσε στα έπη του αρχαϊστικές αποχρώσεις. Μπορούσε ακόμη να συνδυάζει τα παραδοσιακά στοιχεία με πιο πρόσφατα, της εποχής του, και να γίνεται, παρά ταύτα, κατανοητός από το ακροατήριό του.