Δευτέρα 24 Μαΐου 2021

Άγιοι καταστροφείς: Μελετίου του στρατηλάτου, Ιωάννου, Στεφάνου, Σεραπίωνος, Καλλινίκου και των συν αυτοίς Μαρτύρων

Άγιοι της χριστιανοσύνης που φέρονται ως καταστροφείς του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού ή των αντιπάλων τους ή και δολοφόνοι!

Ένας από τους γνωστούς ισχυρισμούς των χριστιανών απολογητών είναι ότι: "Οι χριστιανοί δεν έκαναν καταστροφές, ο Ελληνικός πολιτισμός κατέπεσε από μόνος του και αν έγιναν κάποιες ελάχιστες καταστροφές από κάποιους φανατικούς· αυτό έγινε λόγω των διωγμών που υπέστησαν από τους εθνικούς". Θα δούμε αν ευσταθεί αυτός ο πολύ συχνός ισχυρισμός τους, με βάση τα δικά τους κείμενα που είναι τα συναξάρια των αγίων, από τα οποία θα δούμε αποσπάσματα καταστροφών, όπως και από την ιστορία, τι αναφέρει για όσους από αυτούς τους αγίους, έχουμε ιστορικά στοιχεία.

Τα Συναξάρια είναι οι βιογραφίες των αγίων του Χριστιανισμού, άσχετα αν περιλαμβάνουν πλήθος μυθικών και υπερφυσικών στοιχείων, ή πολλές από αυτές είναι δημιουργήματα μεταγενέστερης ανάγκης για ύπαρξη πληθώρας μαρτύρων

Τα σχετικά με καταστροφές αποσπάσματα που ακολουθούν, είναι κυρίως από την συλλογή του Άγιου Νικόδημου του Αγιορείτη. Ακολουθεί ο "σύνδεσμος 1" στο πρωτότυπο. Ο δεύτερος "σύνδεσμος 2", είναι ένα διαδομένο συναξάρι στο Διαδίκτυο, που έχει μεταφρασμένα τα κείμενα, και ίσως πληροφορίες και από άλλα συναξάρια, αλλά όπως θα διαπιστώσετε και αρκετά αλλοιωμένα. Όταν ο δεύτερος σύνδεσμος είναι σε παρένθεση, υπάρχει αλλοίωση που συνήθως σημειώνεται δίπλα του σε παρένθεση. Για τα ιστορικά πρόσωπα χρησιμοποιήθηκαν άλλες πηγές.

Μελετίου του στρατηλάτου, Ιωάννου, Στεφάνου, Σεραπίωνος, Καλλινίκου και των συν αυτοίς Μαρτύρων (εορτάζουν για την Εκκλησία στις 24 Μαΐου).

Tη αυτή ημέρα μνήμη των Aγίων Mαρτύρων Mελετίου του στρατηλάτου και των συν αυτώ, Iωάννου, Στεφάνου, Σεραπίωνος του Aιγυπτίου, Kαλλινίκου του μάγου. Kομήτων και τριβούνων δώδεκα. Γυναικών τριών, Mαρκιανής, Παλλαδίας, και Σωσάννης. Nηπίων δύω, Kυριακού, και Xριστιανού, και του λοιπού πλήθους των συν αυτοίς μαρτυρησάντων χιλιάδων ένδεκα και διακοσίων οκτώ.
O Άγιος και Mάρτυς Mελέτιος, πέρνωντας μαζί του στρατιώτας Xριστιανούς, έχων δε και συνεργούς τους Aγίους Aγγέλους, επήγεν εις τον ναόν των Eλλήνων, και διά προσευχής του κατεκρήμνισεν όλα τα εν τω ναώ είδωλα και γλυπτά, και ελέπτυνεν αυτά ως κονιορτόν".

Από το πλήθος των μαρτύρων 11208 αν και οι επώνυμοι είναι μόνο 10 (τα μωρά τι τα ήθελαν ως συνεργούς;) που αναφέρει, που είναι σαφώς υπερβολικό, μιλάει για οργανωμένη επιδρομή σε ναό των αρχαίων Ελλήνων με σκοπό την καταστροφή.
σύνδεσμος 1
(σύνδεσμος 2)

Η αλήθεια είναι ότι τα συναξάρια είναι σε απίστευτο βαθμό μυθολογήματα και εφόσον δεν μπορούμε να δεχτούμε ως αληθή τα εξόφθαλμα θαύματα που περιέχουν, άλλο τόσο και τις ιστορίες τους. Αυτά όμως μαζί και με τις πράξεις των ιστορικών αγίων, αλλά και ότι έχουμε δει ήδη για το πως επικράτησε ο Χριστιανισμός, δείχνουν την ιδεολογία των χριστιανών διαχρονικά στο πως έβλεπαν τις άλλες θρησκείες και το μίσος τους για τις θεωρήσεις των άλλων που δεν άντεχαν, κυρίως των αρχαίων Ελλήνων που τους θεωρούσαν "μιαρούς", και "διεφθαρμένους". Αντικατοπτρίζουν τελικά το ποιοι κατέστρεφαν τα αρχαία ιερά, επίσης αντικατοπτρίζει τον πραγματικό λόγο που έγιναν οι σχετικά λίγοι διωγμοί των χριστιανών: Έγιναν εξαιτίας της επιθετικής τους δράσης κατά της αρχαίας θρησκείας, αφού εκείνη την εποχή και μέχρι να επικρατήσουν, υπήρχε πραγματική ανεξιθρησκεία.

Βλέπετε, για τους χριστιανούς τότε δεν εθεωρείτο κακό να καταστρέψεις τον ναό μιας άλλης θρησκείας ή τα αγάλματα της, υπήρχαν άλλωστε και οι κανόνες του Δευτερονομίου που δεν φαίνεται κανείς στον Χριστιανισμό να τους θεωρεί ως άκυρους, το αντίθετο. Υπάρχουν επίσης και οι εντολές του ίδιου του Ιησού, που είπε: ότι όποιος δεν είναι μαζί του είναι εναντίον του, ότι θα φέρει διχόνοια και ότι όποιος είναι έξω από την διδασκαλία του, πρέπει να αποβληθεί και να ριφθεί στην φωτιά. Έτσι δεν μας κάνουν εντύπωση τα κατορθώματα και οι καταστροφές αγίων χριστιανών, αφού συμφωνούν και με την θεωρία του. Μια θεωρία που η σύγχρονη Εκκλησία θέλει να ξεχάσει ή να συμβολοποιήσει.

Η μελέτη αυτή μπήκε για να ξεκαθαρίσουμε άλλη μια φορά, ότι ο Χριστιανισμός στην ουσία του και συχνά με την πράξη του, δεν έχει καμιά σχέση με την αγάπη και την ειρήνη που δήθεν θέλει να μας πει, ειδικά στον τρόπο που εξαπλώθηκε. Ήταν φονταμενταλιστικός, δηλαδή επικροτούσε και εφάρμοσε την βία στους άλλους όπως κάνουν τώρα οι μουσουλμάνοι, το προβάλει αυτό σαν επίτευγμα στα κείμενα αλλά και σε εικόνες του. Έτσι εξαπλώθηκε και δυστυχώς δεν υπάρχει καμιά διασφάλιση ότι δεν μπορεί να ξαναγίνει κάποια στιγμή το ίδιο.

ΔΕΣ: Άγιοι καταστροφείς

Η πιο αποτελεσματική παρηγοριά

Η πιο αποτελεσματική παρηγοριά για κάθε δυστυχία και συμφορά είναι να στρέψουμε το βλέμμα μας σε όσους έχουν σταθεί πιο άτυχοι από εμάς –όλοι το κάνουν αυτό. Το ζήτημα όμως είναι τι γενικότερα συμπεράσματα συνάγουμε από αυτή την τακτική.

Η ιστορία διδάσκει πως πορεύτηκαν τα έθνη: μόνο πολέμους και αναταραχές έχει να μας διηγηθεί. Οι ειρηνικές περίοδοι παρουσιάζονται αποκλειστικά ως μικρά διαλείμματα ανάμεσα σε πολέμους. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπο, η ζωή του είναι μια συνεχής πάλη· όχι μόνο μεταφορικά –μια πάλη δηλαδή ενάντια στην ανέχεια ή την ανία-, αλλά, και κυριολεχτικά, μια μάχη εναντίον άλλων ανθρώπων.

Ο άνθρωπος συναντά παντού αντιπάλους, ζει σε συνεχή διαμάχη και παραμένει ετοιμοπόλεμος μέχρι τον θάνατό του.

Αρτούρ Σοπενχάουερ, Για τη δυστυχία του κόσμου

ΑΡΡΙΑΝΟΣ - Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις (1.6.5-1.6.11)

[1.6.5] Ἀλέξανδρος δὲ λόφον τινὰς κατέχοντας ἰδὼν οὐ πολλοὺς τῶν πολεμίων, παρ᾽ ὃν αὐτῷ ἡ πάροδος ἐγίγνετο, παρήγγειλε τοῖς σωματοφύλαξι καὶ τοῖς ἀμφ᾽ αὑτὸν ἑταίροις, ἀναλαβόντας τὰς ἀσπίδας ἀναβαίνειν ἐπὶ τοὺς ἵππους καὶ ἐλαύνειν ἐπὶ τὸν γήλοφον· ἐκεῖσε δὲ ἐλθόντας, εἰ ὑπομένοιεν οἱ κατειληφότες τὸ χωρίον, τοὺς ἡμίσεας καταπηδῆσαι ἀπὸ τῶν ἵππων καὶ ἀναμιχθέντας τοῖς ἱππεῦσι πεζοὺς μάχεσθαι. [1.6.6] οἱ δὲ πολέμιοι τὴν ὁρμὴν τὴν Ἀλεξάνδρου ἰδόντες λείπουσι τὸν γήλοφον καὶ παρεκκλίνουσιν ἐφ᾽ ἑκάτερα τῶν ὀρῶν. ἔνθα δὴ καταλαβὼν Ἀλέξανδρος τὸν γήλοφον σὺν τοῖς ἑταίροις τούς τε Ἀγριᾶνας μεταπέμπεται καὶ τοὺς τοξότας, ὄντας ἐς δισχιλίους· τοὺς δὲ ὑπασπιστὰς διαβαίνειν τὸν ποταμὸν ἐκέλευσε καὶ ἐπὶ τούτοις τὰς τάξεις τῶν Μακεδόνων· ὁπότε δὲ διαβάντες τύχοιεν, ἐπ᾽ ἀσπίδα ἐκτάσσεσθαι, ὡς πυκνὴν εὐθὺς διαβάντων φαίνεσθαι τὴν φάλαγγα· αὐτὸς δὲ ἐν προφυλακῇ ὢν ἀπὸ τοῦ λόφου ἀφεώρα τῶν πολεμίων τὴν ὁρμήν. [1.6.7] οἱ δέ, ὁρῶντες διαβαίνουσαν τὴν δύναμιν, κατὰ τὰ ὄρη ἀντεπῄεσαν, ὡς τοῖς μετὰ Ἀλεξάνδρου ἐπιθησόμενοι τελευταίοις ἀποχωροῦσιν. ὁ δὲ πελαζόντων ἤδη αὐτὸς ἐκθεῖ σὺν τοῖς ἀμφ᾽ αὑτόν, καὶ ἡ φάλαγξ, ὡς διὰ τοῦ ποταμοῦ ἐπιοῦσα, ἐπηλάλαξεν· οἱ δὲ πολέμιοι πάντων ἐπὶ σφᾶς ἐλαυνόντων ἐγκλίναντες ἔφευγον· καὶ ἐν τούτῳ ἐπῆγεν Ἀλέξανδρος τούς τε Ἀγριᾶνας καὶ τοὺς τοξότας δρόμῳ ὡς ἐπὶ τὸν ποταμόν. καὶ πρῶτος μὲν αὐτὸς φθάσας διαβαίνει· [1.6.8] τοῖς τελευταίοις δὲ ὡς εἶδεν ἐπικειμένους τοὺς πολεμίους ἐπιστήσας ἐπὶ τῇ ὄχθῃ τὰς μηχανὰς ἐξακοντίζειν ὡς πορρωτάτω ἀπ᾽ αὐτῶν ἐκέλευσεν ὅσα ἀπὸ μηχανῶν βέλη ἐξακοντίζεται, καὶ τοὺς τοξότας δὲ ἐκ μέσου τοῦ ποταμοῦ ἐκτοξεύειν, ἐπεσβάντας καὶ τούτους. καὶ οἱ μὲν ἀμφὶ τὸν Γλαυκίαν εἴσω βέλους παρελθεῖν οὐκ ἐτόλμων, οἱ Μακεδόνες δὲ ἐν τούτῳ ἀσφαλῶς ἐπέρασαν τὸν ποταμόν, ὥστε οὐδεὶς ἀπέθανεν ἐν τῇ ἀποχωρήσει αὐτῶν.
[1.6.9] Τρίτῃ δὲ ἀπ᾽ ἐκείνης ἡμέρᾳ καταμαθὼν Ἀλέξανδρος κακῶς αὐλιζομένους τοὺς ἀμφὶ Κλεῖτον καὶ Γλαυκίαν, καὶ οὔτε φυλακὰς ἐν τῇ τάξει αὐτοῖς φυλαττομένας οὔτε χάρακα ἢ τάφρον προβεβλημένους, οἷα δὴ ξὺν φόβῳ ἀπηλλάχθαι οἰομένων Ἀλέξανδρον, ἐς μῆκός τε οὐκ ὠφέλιμον ἀποτετα[γ]μένην αὐτοῖς τὴν τάξιν, ὑπὸ νύκτα ἔτι λαθὼν διαβαίνει τὸν ποταμόν, τούς τε ὑπασπιστὰς ἅμα οἱ ἄγων καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας καὶ τοὺς τοξότας καὶ τὴν Περδίκκου καὶ Κοίνου τάξιν. [1.6.10] καὶ προσετέτακτο μὲν ἀκολουθεῖν τὴν ἄλλην στρατιάν· ὡς δὲ καιρὸν εἶδεν εἰς ἐπίθεσιν, οὐ προσμείνας ὁμοῦ γενέσθαι πάντας ἐφῆκε τοὺς τοξότας καὶ τοὺς Ἀγριᾶνας· οἱ δὲ ἀπροσδόκητοί τε ἐπιπεσόντες καὶ φάλαγγι κατὰ κέρας, ᾗπερ ἀσθενεστάτοις αὐτοῖς καρτερωτάτῃ τῇ ἐμβολῇ προσμίξειν ἔμελλον, τοὺς μὲν ἔτι ἐν ταῖς εὐναῖς κατέκτεινον, τοὺς δὲ φεύγοντας εὐμαρῶς αἱροῦντες, ὥστε πολλοὶ μὲν αὐτοῦ ἐγκατελήφθησαν καὶ ἀπέθανον, πολλοὶ δὲ ἐν τῇ ἀποχωρήσει ἀτάκτῳ καὶ φοβερᾷ γενομένῃ· οὐκ ὀλίγοι δὲ καὶ ζῶντες ἐλήφθησαν. [1.6.11] ἐγένετο δὲ ἡ δίωξις τοῖς ἀμφὶ Ἀλέξανδρον μέχρι πρὸς τὰ ὄρη τῶν Ταυλαντίων· ὅσοι δὲ καὶ ἀπέφυγον αὐτῶν, γυμνοὶ τῶν ὅπλων διεσώθησαν. Κλεῖτος δὲ ἐς τὴν πόλιν τὸ πρῶτον καταφυγὼν ἐμπρήσας τὴν πόλιν ἀπηλλάγη παρὰ Γλαυκίαν ἐς Ταυλαντίους.

***
[1.6.5] Όταν όμως ο Αλέξανδρος είδε ότι μερικοί εχθροί, όχι πολλοί, κατείχαν ένα λόφο, από τον οποίο έπρεπε να περάσει, διέταξε τους σωματοφύλακες και τους εταίρους ιππείς του να πάρουν μαζί τους τις ασπίδες, να ανέβουν στα άλογα και να επιτεθούν γρήγορα εναντίον του λόφου· αν διαπιστώσουν φτάνοντας εκεί ότι αυτοί που είχαν καταλάβει τον λόφο εξακολουθούσαν ακόμη να αμύνονται, οι μισοί να πηδήσουν στη γη από τα άλογα και να πολεμήσουν ως πεζοί ανάμεσα στους ιππείς. [1.6.6] Μόλις αντιλήφθηκαν οι εχθροί την επίθεση του Αλεξάνδρου, εγκατέλειψαν τον λόφο και διέφυγαν προς τις δυο πλευρές των βουνών. Τότε ο Αλέξανδρος με το ιππικό των εταίρων κατέλαβε τον λόφο και κάλεσε τους Αγριάνες και τους τοξότες, που ήταν δύο περίπου χιλιάδες· διέταξε επίσης τους υπασπιστές να περάσουν το ποτάμι και μετά από αυτούς τα τάγματα της φάλαγγας των Μακεδόνων· και μόλις το περνούν να παρατάσσεται το καθένα στα αριστερά του άλλου, ώστε αμέσως να φαίνεται πυκνή η φάλαγγά τους. Ο ίδιος παραμένοντας στην εμπροσθοφυλακή επιτηρούσε από τον λόφο τις κινήσεις των εχθρών. [1.6.7] Βλέποντας αυτοί ότι οι μακεδονικές δυνάμεις περνούν τον ποταμό, εξόρμησαν από τα βουνά με σκοπό να επιτεθούν στους άνδρες που ήταν μαζί με τον Αλέξανδρο και που θα αποχωρούσαν τελευταίοι. Και ενώ πλησίαζαν ήδη οι εχθροί, εφορμά εναντίον τους ο Αλέξανδρος με τους άνδρες που είχε μαζί του· συγχρόνως η φάλαγγα, σαν να ορμούσε εναντίον τους μέσα από τον ποταμό, κραύγασε πολεμικούς αλαλαγμούς. Οι εχθροί, επειδή όλοι πια προχωρούσαν εναντίον τους, γύρισαν τις πλάτες και τράπηκαν σε φυγή. Τότε ο Αλέξανδρος οδήγησε τρέχοντας προς το ποτάμι τους Αγριάνες και τους τοξότες του. Ο ίδιος πρόφθασε και πέρασε πρώτος τον ποταμό· [1.6.8] όταν όμως είδε ότι οι εχθροί πιέζουν τους τελευταίους άνδρες του, έστησε τις πολεμικές του μηχανές στην όχθη και διέταξε να ρίχνουν όσο πιο μακριά γινόταν τα βλήματα που εκτοξεύονται από μηχανές. Διέταξε επίσης τους τοξότες του να μπουν στον ποταμό και να ρίχνουν και αυτοί βέλη από το μέσο του ποταμού. Και οι μεν στρατιώτες του Γλαυκία δεν τολμούσαν να προχωρήσουν σε ακτίνα βολής των τοξευμάτων, οι Μακεδόνες όμως πέρασαν με ασφάλεια το ποτάμι, ώστε κανένας από αυτούς δεν σκοτώθηκε κατά την αποχώρηση.
[1.6.9] Τρεις μέρες αργότερα πληροφορήθηκε ο Αλέξανδρος ότι οι στρατιώτες του Κλείτου και του Γλαυκία είχαν στρατοπεδεύσει άσχημα στο ύπαιθρο και δεν τοποθέτησαν ούτε φρουρούς για το στρατόπεδο ούτε το είχαν περιτριγυρίσει με οχύρωμα ή με τάφρο, επειδή νόμιζαν ότι ο Αλέξανδρος είχε αποχωρήσει φοβισμένος· έμαθε ακόμη ότι η παράταξή τους είχε επεκταθεί σε επικίνδυνο βαθμό. Ενώ ήταν ακόμη νύχτα, πέρασε ο Αλέξανδρος τον ποταμό χωρίς να τον αντιληφθούν, παίρνοντας μαζί του τους υπασπιστές, τους Αγριάνες, και τους τοξότες, καθώς και τα τάγματα του Περδίκκα και του Κοίνου. [1.6.10] Είχε διατάξει να ακολουθήσει η υπόλοιπη στρατιά· όταν όμως είδε ότι ήταν ευκαιρία να επιτεθεί, χωρίς να περιμένει να συγκεντρωθούν όλες οι δυνάμεις του, εξαπέλυσε τους τοξότες και τους Αγριάνες· και αυτοί επιτέθηκαν απροσδόκητα με τη φάλαγγα συνταγμένη σε βάθος, εκεί όπου οι εχθροί ήταν πάρα πολύ ανίσχυροι και όπου οι ίδιοι επρόκειτο να έχουν φοβερή δύναμη κρούσεως. Έτσι άλλους από αυτούς σκότωναν, ενώ ήταν ακόμη στα στρωσίδια τους, και άλλους έπιαναν εύκολα καθώς έφευγαν, ώστε πολλοί πιάστηκαν επί τόπου και σκοτώθηκαν, ενώ πολλοί άλλοι έχασαν τη ζωή τους κατά την αποχώρηση που έγινε με αταξία και πανικό· αρκετοί επίσης πιάστηκαν ζωντανοί. [1.6.11] Οι στρατιώτες του Αλεξάνδρου τους καταδίωξαν ως τα βουνά των Ταυλαντίων· όσοι από τους εχθρούς διέφυγαν, σώθηκαν χωρίς τα όπλα τους. Ο Κλείτος στην αρχή κατέφυγε στην πόλη και αφού την πυρπόλησε, αναχώρησε και πήγε στη χώρα των Ταυλαντίων κοντά στον Γλαυκία.

Κυριακή 23 Μαΐου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Ἀντιγόνη (211-247)

ΧΟ. σοὶ ταῦτ᾽ ἀρέσκει, παῖ Μενοικέως, ποεῖν
τὸν τῇδε δύσνουν καὶ τὸν εὐμενῆ πόλει·
νόμῳ δὲ χρῆσθαι παντί, τοῦτ᾽ ἔνεστί σοι
καὶ τῶν θανόντων χὡπόσοι ζῶμεν πέρι.
215 ΚΡ. ὡς ἂν σκοποὶ νῦν ἦτε τῶν εἰρημένων...
ΧΟ. νεωτέρῳ τῳ τοῦτο βαστάζειν πρόθες.
ΚΡ. ἀλλ᾽ εἴσ᾽ ἑτοῖμοι τοῦ νεκροῦ γ᾽ ἐπίσκοποι.
ΧΟ. τί δῆτ᾽ ἂν ἄλλο τοῦτ᾽ ἐπεντέλλοις ἔτι;
ΚΡ. τὸ μὴ ᾽πιχωρεῖν τοῖς ἀπιστοῦσιν τάδε.
220 ΧΟ. οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῖν ἐρᾷ.
ΚΡ. καὶ μὴν ὁ μισθός γ᾽ οὗτος. ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἐλπίδων
ἄνδρας τὸ κέρδος πολλάκις διώλεσεν.
ΦΥΛΑΞ
ἄναξ, ἐρῶ μὲν οὐχ ὅπως σπουδῆς ὕπο
δύσπνους ἱκάνω κοῦφον ἐξάρας πόδα.
225 πολλὰς γὰρ ἔσχον φροντίδων ἐπιστάσεις,
ὁδοῖς κυκλῶν ἐμαυτὸν εἰς ἀναστροφήν·
ψυχὴ γὰρ ηὔδα πολλά μοι μυθουμένη,
τάλας, τί χωρεῖς οἷ μολὼν δώσεις δίκην;
τλήμων, μένεις αὖ; κεἰ τάδ᾽ εἴσεται Κρέων
230 ἄλλου παρ᾽ ἀνδρός, πῶς σὺ δῆτ᾽ οὐκ ἀλγυνῇ;
τοιαῦθ᾽ ἑλίσσων ἤνυτον σχολῇ βραδύς,
χοὕτως ὁδὸς βραχεῖα γίγνεται μακρά.
τέλος γε μέντοι δεῦρ᾽ ἐνίκησεν μολεῖν
σοί· κεἰ τὸ μηδὲν ἐξερῶ, φράσω δ᾽ ὅμως.
235 τῆς ἐλπίδος γὰρ ἔρχομαι δεδραγμένος,
τὸ μὴ παθεῖν ἂν ἄλλο πλὴν τὸ μόρσιμον.
ΚΡ. τί δ᾽ ἐστὶν ἀνθ᾽ οὗ τήνδ᾽ ἔχεις ἀθυμίαν;
ΦΥ. φράσαι θέλω σοι πρῶτα τἀμαυτοῦ· τὸ γὰρ
πρᾶγμ᾽ οὔτ᾽ ἔδρασ᾽ οὔτ᾽ εἶδον ὅστις ἦν ὁ δρῶν,
240 οὐδ᾽ ἂν δικαίως ἐς κακὸν πέσοιμί τι.
ΚΡ. εὖ γε στιχίζῃ κἀποφάργνυσαι κύκλῳ
τὸ πρᾶγμα. δηλοῖς δ᾽ ὥς τι σημανῶν νέον.
ΦΥ. τὰ δεινὰ γάρ τοι προστίθησ᾽ ὄκνον πολύν.
ΚΡ. οὔκουν ἐρεῖς ποτ᾽, εἶτ᾽ ἀπαλλαχθεὶς ἄπει;
245 ΦΥ. καὶ δὴ λέγω σοι. τὸν νεκρόν τις ἀρτίως
θάψας βέβηκε κἀπὶ χρωτὶ διψίαν
κόνιν παλύνας κἀφαγιστεύσας ἃ χρή.

***
ΧΟΡ. Εσέν᾽ αρέσει, γιε του Μενοικέα,
έτσι να κάμεις και για τον εχθρό
και για το φίλο αυτής της χώρας. Είναι
δικαίωμά σου όποιο να βάλεις νόμο
και για νεκρούς και για μας όσοι ζούμε.
ΚΡΕ. Φρουροί να ᾽στε λοιπόν γι᾽ αυτά όσα είπα.
ΧΟΡ. Σ᾽ έναν πιο νέο ανάθεσε το βάρος
του χρέους αυτού. ΚΡΕ. Μα έτοιμοι κιόλας είναι
αυτοί που το νεκρό θα επιτηρούνε.
ΧΟΡ. Τί άλλο λοιπόν έξω απ᾽ αυτό μας θέλεις;
ΚΡΕ. Να μη δειχθείτε επιεικείς αν ίσως
και παραβεί κανείς την προσταγή μου.
ΧΟΡ. Ποιός τόσο είναι τρελός που να θελήσει
220 το θάνατό του; ΚΡΕ. Αυτός θα ᾽ναι ο μιστός του
πραγματικώς· μα η ελπίδα για το κέρδος
πολλές φορές κατάστρεψεν ανθρώπους.
ΦΥΛΑΚΑΣ
Αφέντη, δε θα πω πως απ᾽ τη βια μου
δίχως πνοή ᾽ρθα παίρνοντας τα πόδια
στον ώμο μου, γιατί κοντοστεκόμουν
πολλές φορές στο δρόμο από την έγνοια
που πίσω με κυκλόφερνε να στρέψω,
γιατ᾽ η ψυχή μου τέτοια πολλά λόγια
μου μιλούσε και μὄλεγε: Καημένε,
τί πας εκεί που θα σε βρει άμα φτάσεις
ο παιδεμός; ταλαίπωρε, έτσι ακόμα
θα στέκεσαι; κι αν θα το μάθει απ᾽ άλλον
230 ο Κρέοντας, τί κακό πὄχεις να πάθεις;
τέτοια κλωθογυρίζοντας στο νου μου
μόλις και μετά βίας εμπρός τραβούσα
κι έτσι μακρύς γίνεται ο λίγος δρόμος·
νίκησε μολαταύτα η απόφασή μου
να σου έρθω εδώ· κι αν τίποτα δεν έχω
για να σου πω, μα όμως θενα μιλήσω,
γιατ᾽ ήρθα αγκαλιασμένος την ελπίδα
πως άλλο δε θα πάθω απ᾽ το γραφτό μου.
ΚΡΕ. Και τί ᾽ναι που έτσι ταραγμένο σ᾽ έχει;
ΦΥΛ. Να σου πω θέλω πρώτα όσο για μένα·
γιατί εγώ μήτε το ᾽καμα, μήτε είδα
ποιός ήτανε που το ᾽καμε· ούτε θά ηταν
240 δίκιο να μ᾽ εύρουν τίποτ᾽ αμαρτίες.
ΚΡΕ. Παίρνεις καλά τα μέτρα σου και γύρω
με τέχνη τα χαράκια σου τα στήνεις·
σίγουρα κάτι νέο θά ηρθες να φέρεις.
ΦΥΛ. Γιατί σου φέρνει πάντα πολύ ζόρι
να φανερώσεις το κακό. ΚΡΕ. Λοιπόν,
δε λες ό,τι έχεις και να παίρνεις πόδι;
ΦΥΛ. Σου λέω, νά· το νεκρό έθαψε κάποιος
λίγη πριν ώρα κι έφυγε, αφού πρώτα
του πασπάλισε απάνω στεγνή σκόνη
κι αφού μ᾽ όλα τον άγιασε που πρέπει.

Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία: 2. Αρχαϊκή εποχή (700-508 π.Χ.)

2.4.Β.iii.β. Ερωτική ελεγεία


Στον Μίμνερμο από την Κολοφώνα (7ος/6ος π.Χ. αι.) αποδίδουμε το ξεκίνημα της ερωτικής ελεγείας, γιατί ξέρουμε πως αγάπησε μιαν αυλητρίδα, τη Ναννώ,[1] και γιατί στους στίχους του όπου κακολογεί τα γεράματα (απόσπ. 1 W.) εύχεται να πεθάνει όταν πια δε θα γνοιάζεται για τη «χρυσή Αφροδίτη»,

κρυφές αγάπες, μειλίχια δώρα και κρεβάτι,

που είναι της νιότης άνθη ελκυστικά,

γι᾽ άντρες και για γυναίκες.


Κατά τα άλλα, στα λιγοστά αποσπάσματα που μας σώζονται, συναντούμε μυθολογικές σκηνές και ιστορικές αφηγήσεις για τους πολέμους της Κολοφώνας και της Σμύρνης εναντίον των Λυδών - ελεγείες που σωστά χαρακτηρίζονται αφηγηματικές.
---------------------
1. Οι αλεξανδρινοί φιλόλογοι έδωσαν το όνομά της στο ένα από τα δύο βιβλία όπου είχαν συγκεντρώσει τα έργα του.

Η Ελληνική Αρχαιότητα: ΙV. ΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ 8. Η ύστερη αρχαιότητα

8.2. Η πατρίδα μας είναι εκεί απ᾽ όπου ήρθαμε, και ο Πατέρας μας εκεί

Σε μια εκστρατεία του Μάρκου Αυρήλιου οι ρωμαϊκές λεγεώνες κινδύνεψαν σοβαρά να αφανιστούν από τη δίψα, λόγω παρατεταμένης ανομβρίας. Ξαφνικά μια αναπάντεχη καταιγίδα έσωσε τους στρατιώτες από βέβαιο θάνατο. Όλοι συμφώνησαν ότι επρόκειτο για θαύμα.

Οι χριστιανοί διατείνονταν ότι οι προσευχές τους είχαν εισακουστεί: ο δικός τους θεός είχε προκαλέσει τη βροχόπτωση, σαν άλλο μάννα εξ ουρανού. Οι παραδοσιακοί Ρωμαίοι απέδωσαν το θαύμα στη λατρεία του αυτοκράτορα: η εξουσία του, συμβολίζοντας την ουράνια, διέσωζε την επίγεια τάξη. Μια άλλη ομάδα στρατιωτών πείστηκε ότι οι μαγικές επωδές ενός Αιγυπτίου μάγου προκάλεσαν την καταιγίδα: η πανάρχαιη σοφία της Αιγύπτου διέθετε γνώσεις απόκρυφες. Κάποιοι άλλοι δέχτηκαν την άποψη ενός Ιουλιανού που απέκτησε την επωνυμία θεουργός. Αυτός υποστήριξε ότι οι τελετουργίες που είχε επιτελέσει εξανάγκασαν τους θεούς να στείλουν την ποθητή βροχή. Ίσως ορισμένοι δέχτηκαν δύο ή τρεις εκδοχές μαζί, χωρίς να αισθανθούν καμιά αντίφαση - εκτός, φυσικά, από τους χριστιανούς.

Το περιστατικό δείχνει καθαρά την κοινή βάση από την οποία πήγαζαν οι θρησκευτικές διαφωνίες των κατοίκων της ρωμαϊκής οικουμένης. Όλοι σχεδόν αναγνώριζαν επεμβάσεις υπεραισθητών δυνάμεων στον φυσικό κόσμο. Συμφωνούσαν ότι οι ανώτερες δυνάμεις -οι κρείττονες, όπως τις αποκαλούσαν- μπορούσαν να κληθούν και να παρέμβουν, αν κάποιος τις επικαλεστεί με τον δέοντα τρόπο. Αποδέχονταν ότι ο αισθητός κόσμος ήταν το πεδίο στο οποίο εμφανιζόταν, άλλοτε αμεσότερα και άλλοτε με λιγότερο πρόδηλο τρόπο, μια υπέρτερη πραγματικότητα, την οποία ορισμένοι ήθελαν να ονομάζουν νοητήν. Οι κρείττονες μπορεί να ήταν θεοί, άγγελοι, δαίμονες, ήρωες ή ψυχές. Οι διαφωνίες στην εξήγηση ενός θαυμαστού φαινομένου προέρχονταν από τις συγκεκριμένες οριοθετήσεις αυτού του νοητού κόσμου.

Οι κατηγορίες των υπέρτερων όντων, τα ονόματά τους και οι μυθικές περιπέτειές τους πήγαζαν από τις θρησκευτικές παραδόσεις των λαών που συναποτελούσαν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οι περισσότεροι δεν αμφισβητούσαν την ύπαρξη των δυνάμεων που επικαλούνταν οι θρησκευτικοί τους αντίπαλοι. Ισχυρίζονταν όμως ότι οι δικοί τους κρείττονες ήταν ισχυρότεροι και αγαθοεργοί. Μόνο ορισμένοι χριστιανοί έφτασαν στο σημείο να αρνηθούν την ύπαρξη των άλλων θεών, θεωρώντας τους αποκυήματα της ανθρώπινης φαντασίας. Αλλά ακόμη και κάποιοι που είχαν ασπαστεί τη νέα πίστη έβλεπαν στους θεούς των ἐθνικών, όπως ονόμαζαν συλλήβδην όσους δεν είχαν δεχτεί το φως του χριστιανικού ευαγγελίου, την πραγματική δράση των δικών τους εξεγερμένων αγγέλων, της στρατιάς των πονηρών πνευμάτων που είχε παρασύρει στην πτώση ο Σατάν ή, ελληνικότερα, ο Διάβολος.

Δίπλα στην κοινή γλώσσα της εποχής υπήρχε, λοιπόν, μια κοινή παρακαταθήκη αντιλήψεων και εμπειριών που διαχεόταν σε όλους τους κατοίκους της ρωμαϊκής οικουμένης, άσχετα από την εθνικότητα ή τη θρησκεία. Αόρατα όντα συνωστίζονταν παντού. Δυνάμεις ασώματες ή λεπτοφυείς, αγαθές και κακές, βρίσκονταν πίσω από κάθε ανθρώπινη επιτυχία ή συμφορά. Ο πραγματικός κόσμος ήταν πολύ μεγαλύτερος από το πεδίο που αντιλαμβάνονταν οι αισθήσεις. Η -αρχικά φιλοσοφική- πεποίθηση για την ανθρώπινη ψυχή ως ανώτερη και ανεξάρτητη από το σώμα είχε γίνει κτήμα των κοινών ανθρώπων. Μέσα από τη διάδοση των μυστηριακών λατρειών το μέλημα για μια ευτυχισμένη ύπαρξη πέρα από τον τάφο άγγιζε τους πολλούς.

Οι περισσότεροι που είχαν τυχόν αναλογιστεί το θέμα θα συμφωνούσαν ακόμη και στην αποδοχή ενός και μόνου θεού ανώτερου από τις άλλες υπεραισθητές δυνάμεις του σύμπαντος. Το ζήτημα ήταν ο καθορισμός της σχέσης που διατηρεί ο υπέρτατος αυτός θεός με τα απορρέοντα, ή δημιουργημένα από αυτόν, όντα στην πυραμιδωτή ιεραρχία του σύμπαντος. Άλλοι θεωρούσαν ότι ο ίδιος αυτός θεός παρουσιάζεται με διαφορετικά πρόσωπα -ή προσωπεία- στις κατά τόπους και κατά έθνη εκφάνσεις του. Άλλοι ότι παίρνει διαφορετικά ονόματα ανάλογα με τις ευεργεσίες που χαρίζει στους ανθρώπους. Άλλοι ότι χρησιμοποιεί κατώτερα αλλά διακριτά θεία όντα ως υπηρέτες του. Άλλοι ότι μένει απαθής για τα ανθρώπινα πράγματα, σε μια αιώνια αμεριμνησία. Άλλοι ότι και ο ίδιος πάσχει. Η μεγάλη αλυσίδα του όντος επιδεχόταν πολλαπλές ερμηνείες, ανάλογα με τις συνθήκες, τις εμπειρίες και τους πνευματικούς περιορισμούς κάθε ανθρώπου.

Ο Ιουλιανός ο Θεουργός ήταν, όπως αποδείχθηκε από την εξέλιξη των πραγμάτων, μια σημαίνουσα μορφή της εποχής - αν και ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τη ζωή του. Ο πατέρας του ονομαζόταν επίσης Ιουλιανός και, για να διαφοροποιηθεί από τον γιο, έλαβε στις πηγές την προσωνυμία Χαλδαίος. Στους δύο αυτούς Ιουλιανούς αποδόθηκε η συγγραφή των Χαλδαϊκῶν λογίων, μιας συλλογής χρησμών γραμμένων στα ελληνικά, που εξηγεί τη δομή του σύμπαντος, τις δυνάμεις που το συνέχουν και τη σωτηριολογική προοπτική του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Η συλλογή αυτή παρουσιάστηκε ως θεόπνευστη. Θεωρήθηκε μάλιστα ότι περιέχει δόγματα πανάρχαια, γνωστά στον προ αιώνων χαμένο πολιτισμό των Χαλδαίων - όπως ονομάζονταν οι Βαβυλώνιοι ιερείς που είχαν ασχοληθεί με την κίνηση των πλανητών και της σφαίρας των άστρων και είχαν αναπτύξει το παλαιότερο επεξεργασμένο σύστημα αστρονομίας και αστρολογίας στην αρχαιότητα. Αν και η βαβυλωνιακή επιστήμη είχε θεσμικά εκλείψει, η παράδοσή της φαίνεται ότι έμενε ζωντανή μέσα από προφορική διδασκαλία και σχέσεις προσωπικής μαθητείας.

Ο αποκαλυπτικός τόνος της συλλογής υπογραμμίστηκε με τη χρήση μιας δυσνόητης επικής διαλέκτου και του δακτυλικού εξαμέτρου, που ήταν από παλιά το μέτρο των θεϊκών αποκαλύψεων στα ελληνόφωνα μαντεία. Έναν αιώνα μετά την εμφάνισή τους, τα Χαλδαϊκά λόγια έγιναν οι ιερές γραφές του παραδοσιακού ελληνισμού στον αγώνα του εναντίον του χριστιανισμού. Μαζί με τα ορφικά έπη αποτέλεσαν τους δύο αποκαλυπτικούς στυλοβάτες της νέας φιλοσοφικοθρησκευτικής σύνθεσης που δημιούργησε η ύστερη αρχαιότητα, του νεοπλατωνισμού. Ένας ύστερος εκπρόσωπος της συνθετικής αυτής φιλοσοφίας έλεγε ότι ολόκληρη η σοφία του κόσμου περιέχεται σε δύο μόνο έργα: τον Τίμαιο του Πλάτωνα και τα Χαλδαϊκά λόγια. Ο υπομνηματισμός των δυσνόητων αυτών χρησμών αποτέλεσε το επιστέγασμα της ερμηνευτικής εμβρίθειας των εκπροσώπων του παραδοσιακού ελληνισμού από τον ύστερο 3ο αιώνα και εξής.

Ο όρος θεουργός, που πρωτοεμφανίστηκε τότε, δημιουργήθηκε για να δηλώσει αυτόν που γνωρίζει να εργάζεται, να επιτελεί τα θεϊκά πράγματα, όπως θεολόγος ήταν αυτός που γνώριζε να λέει, να διηγείται τις πράξεις των θεών. (Στην παραδοσιακή αντίληψη θεολόγοι ήταν οι θεόπνευστοι ποιητές: ο Όμηρος, ο Ησίοδος, ο Ορφέας, ο Μουσαίος.) Θεουργία ήταν η υψηλή τέχνη που εξανάγκαζε τους θεούς σε άμεση, ορατή ενέργεια ή παρουσία. Αντίθετα με τις κατώτερες μορφές μαγείας που είχαν πάντοτε έναν άμεσο και πρακτικά στόχο, η θεουργία ήταν τέχνη θεοψίας και τελετουργικής θέωσης.

Με τη σταδιακή άνοδο του χριστιανισμού δημιουργήθηκε ένα νέο γραμματειακό είδος, του οποίου η αξία δεν ήταν ούτε ακριβώς βιογραφική ούτε αφηρημένα ηθική. Το εὐαγγέλιον (που κυριολεκτικά σημαίνει «καλή αγγελία» και «χαρμόσυνο μήνυμα») ήταν μια αφήγηση για τη ζωή, τη δράση και κυρίως τη διδασκαλία του Ιησού(;) μέσα από μια σωτηριολογική προοπτική - στο φως, δηλαδή, της πορείας για τη σωτηρία των πιστών. Τα «καλά νέα» που έφερνε αυτό το νέο γραμματειακό είδος δεν συνοψίζονταν σε μια φιλοσοφική θεωρία για τη δομή του κόσμου και τη θέση του ανθρώπου, ούτε περιορίζονταν στην απλή βιογράφηση ενός μεμονωμένου ιερού προσώπου. Ενώ παρουσίαζαν το μήνυμα της σωτηρίας στη βάση ενός συγκεκριμένου ιστορικού συμβάντος που μπορούσε να τοποθετηθεί με σχετική ακρίβεια στον ιστορικό χώρο και χρόνο (στη ρωμαϊκή Ιουδαία κατά την πρώτη τριακονταετία του 1ου αιώνα), τα Ευαγγέλια ανοίγονταν, με τον προφητικό και αποκαλυπτικό τόνο τους, με τις παραβολές που περιείχαν, με τα θαύματα που περιέγραφαν και κυρίως με τη συμβολική αξία των αφηγούμενων γεγονότων, σε μια διάσταση που θα μπορούσε να ενδιαφέρει όλους τους ανθρώπους (sic).

Ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της αρχαιότητας που ένα ιστορικό συμβάν αποκτούσε τέτοια καθολική και μνημειώδη σημασία - αντιστρόφως ανάλογη, μάλιστα, προς την αξία που του απέδωσαν οι περισσότεροι από τους συγχρόνους του. Ελάχιστοι ιστορικοί είχαν ενδιαφερθεί να αναφέρουν τον Ιησού, που σταυρώθηκε ως κακούργος με εντολή του Ρωμαίου διοικητή Πόντιου Πιλάτου. Στη θανατική του καταδίκη, όμως, οι ακόλουθοι και μαθητές του είδαν τα εγκαίνια μιας νέας εποχής. Σταδιακά εμπεδώθηκε μια καινοφανής αντίληψη για τον ιστορικό χρόνο και τη ροή του: η αντίληψη της γραμμικής προόδου που φανερώνει ένα κρυμμένο σχέδιο.

Από χώρος της καθαρής συγκυρίας και της ανθρώπινης τυχαιότητας που ήταν έως τότε ή, αλλιώς, τομέας στον οποίο ο κοσμικός θεός εκδηλώνει κάθε στιγμή την πληρότητά του, η ιστορία απέκτησε για πρώτη φορά ένα κέντρο, την έλευση του Ιησού Χριστού, το οποίο, αν και εντός της ιστορίας, βρισκόταν επίσης έξω από αυτή, στον νου και την προαιώνια οικονομία του Θεού που είχε δημιουργήσει τον κόσμο. Όλα τα παρελθόντα γεγονότα θεωρήθηκαν ότι δείχνουν προς αυτό το κεντρικό συμβάν της ιστορίας και όλα τα μελλοντικά ότι αποκτούν την αξία τους από την πορεία θριάμβου της καθολικής Εκκλησίας. Διαγράφοντας από τη συνείδησή τους τον κυκλικό και επανερχόμενο χρόνο των παραδοσιακών κοινωνιών -αυτόν ακριβώς που υποσημαίνουν τα φαινόμενα της φύσης με τις διαδικασίες της γέννησης, της ανάπτυξης, της ωρίμανσης και της φθοράς- οι χριστιανοί ανέπτυξαν την αντίληψη ενός μονοδιάστατου και εξελισσόμενου χρόνου με συγκεκριμένη αρχή (τη δημιουργία του κόσμου), συγκεκριμένη στόχευση (την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου) και συγκεκριμένο μέλλον (τη δεύτερη παρουσία του Χριστού και τη συντέλεια του κόσμου). Με τρόπο πρωτόγνωρο για τα δεδομένα της αρχαιότητας, η ματιά των χριστιανών στράφηκε προς το μέλλον και έγινε εσχατολογική: οραματίζονταν τα έσχατα και το τέλος της ιστορίας και προσδοκούσαν την ενσώματη ανάσταση των νεκρών.

Οι πρώτοι χριστιανοί περίμεναν τη δεύτερη έλευση του Ιησού στη διάρκεια του βίου τους. Όσο απομακρυνόταν αυτό το γεγονός από τον άμεσο ορίζοντα του παρόντος, το τέλος της ιστορίας μετατοπιζόταν σε ένα απροσδιόριστο μέλλον που θα ερχόταν όταν η Εκκλησία ολοκλήρωνε την αποστολή της. Μέσα στον 2ο αιώνα η χριστιανική Εκκλησία απέκτησε σαφή οργανωτική δομή, εντεταλμένη να προστατεύει το ποίμνιο από εξωτερικούς εχθρούς και εσωτερικούς διαβολείς. Στην κορυφή κάθε τοπικής κοινότητας βρισκόταν ο επίσκοπος και κάτω από αυτόν οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι, που εκτελούσαν τις οδηγίες του. Η αυθεντία και η εξουσία των επισκόπων χρησιμοποιήθηκε για να περιοριστούν οι διχόνοιες και οι διαφωνίες μεταξύ των πιστών. Ωστόσο, οι συγκρούσεις δεν αποφεύχθηκαν. Οι σημαντικότερες αφορούσαν το ακριβές περιεχόμενο του χριστιανικού κηρύγματος και τον τρόπο κατανόησής του από τους ανθρώπους. Σε αντιδιαστολή προς άλλες ερμηνείες του χριστιανισμού που καταδικάστηκαν ως αιρετικές, αναδείχθηκε η μία, αγία, αποστολική και καθολική Εκκλησία που πορεύτηκε για να κατακτήσει την αυτοκρατορία.

Ο κανών των έργων που θα συναποτελούσαν την Καινή Διαθήκη -τα Ευαγγέλια, οι Πράξεις των Αποστόλων, διάφορες επιστολές που συντάχθηκαν από Αποστόλους ή αποδόθηκαν σε αυτούς, και η Αποκάλυψη του Ιωάννη- άρχισε να διαμορφώνεται στο τέλος του 2ου αιώνα. Είχαν όμως ήδη προκύψει έριδες γύρω από την αυθεντικότητα των συγγραμμάτων. Τα ιερά κείμενα που κυκλοφορούσαν και διαδίδονταν μεταξύ των χριστιανών ήταν πολλά, και συχνότατα είχαν σημαντικές και ηθελημένες αποκλίσεις μεταξύ τους. Τα περισσότερα γράφονταν προκειμένου να διορθώσουν κάποια εκδοχή των πράξεων, των λόγων και των παθών του Ιησού ή των μαθητών του, που οι συντάκτες τους θεωρούσαν εσφαλμένη. Ελάχιστα από τα «απόκρυφα» αυτά έργα έχουν σωθεί - μολονότι στην αιγυπτιακή έρημο αποκαλύπτονται διαρκώς νέα σημαντικά δείγματα. Πολλά από αυτά προέρχονται από κύκλους χριστιανών που αυτοαποκαλούνταν Γνωστικοί.

Όπως δηλώνει και το όνομά τους, Γνωστικοί ονομάστηκαν εκείνοι οι θρησκευόμενοι κάτοικοι της ρωμαϊκής οικουμένης, χριστιανικών ως επί το πλείστον αποκλίσεων, που διατείνονταν ότι η λύτρωση είναι θέμα γνώσεως. Θεωρούσαν την πίστιν (την οποία είχαν τόσο επαινέσει άλλοι δάσκαλοι του χριστιανισμού, με προεξάρχοντα τον Παύλο) ως προπαρασκευαστικό στάδιο για την επίτευξη της πραγματικής γνώσης. Κατά τους Γνωστικούς, πηγή των ανθρώπινων δεινών ήταν η άγνοια, όχι η αμαρτία, και η θεμελιώδης άγνοια έπαιρνε τρεις μορφές: ήταν άγνοια του εαυτού, άγνοια του κόσμου και άγνοια του Θεού. Η γνώση που είχαν κατά νου δεν ήταν φυσικά η θεωρητική ενατένιση ενός αντικειμένου, αλλά η βιωμένη απελευθέρωση του νου που οδηγούσε σε εσωτερική μεταμόρφωση.

Τα μυθικοφιλοσοφικά συστήματα που ανέπτυξαν οι Γνωστικοί υπήρξαν πολυάριθμα. Οι ορθόδοξοι κατήγοροί τους δικαιολογημένα έλεγαν ότι ο καθένας τους είχε την ελευθερία να προτείνει τη δική του κοσμοθεωρία. Οι Γνωστικοί αισθάνονταν ξένοι μέσα στον κόσμο, ξένοι μέσα στην κοινωνία, ξένοι μέσα στο ίδιο τους το σώμα. Το βίωμά τους συνοψιζόταν σε μια ριζική αλλοτρίωση - ίσως την πρώτη που γνώρισε ο αρχαίος κόσμος σε τέτοια ένταση. Οι πόλεις στις οποίες ζούσαν, ο πολιτισμός των καλλιεργημένων συνανθρώπων τους και η πολιτική της άρχουσας τάξης, συγκλητικών και αυτοκρατόρων, τους άφηναν αδιάφορους. Κήρυξαν πόλεμο σε όλες τις δυνάμεις του παρόντος κόσμου, αν και ο πόλεμός τους ήταν καθαρά πνευματικός. Ειδικά στον τομέα του ερωτισμού, ανέπτυξαν δύο φαινομενικά αντίθετες αλλά ουσιαστικά συμβατές τάσεις: την άκρα ελευθεριότητα και την πλήρη αποχή. Κοινός παρονομαστής των δύο τάσεων ήταν η αντίθεση στον παρόντα κόσμο και η διάθεση κατάργησής του - με την υπερβολή ή την άρνηση.

Όλοι οι Γνωστικοί συμφωνούσαν ότι το αισθητό σύμπαν είναι το αποτέλεσμα της παράλογης δράσης όχι του πρώτιστου θεϊκού Όντος αλλά ενός δεύτερου θεού-δημιουργού, που απομακρύνθηκε από τον Πατέρα, λησμόνησε τη σοφία του και δημιούργησε τον κόσμο για να αποδείξει την κυριαρχία του. Κατά την κοσμογονική διαδικασία, οσοδήποτε περίπλοκη και αν τη θεωρούσαν, κάποια ελάχιστα μόρια του πρώτου Θεού εγκλωβίστηκαν μέσα στον κόσμο της ύλης. Αυτά συνιστούσαν το ανθρώπινο πνεύμα και αυτά επιζητούσαν απελευθέρωση και επιστροφή στον πατρικό βυθό.

Πίσω από την πολυμορφία των γνωστικών μύθων και εννοιών κρύβεται η αγωνία να δοθούν ικανοποιητικές απαντήσεις σχετικά με το πώς ακριβώς προκαλείται η μετάβαση από τον πανάγαθο Θεό στο δημιουργημένο σύμπαν. Κρύβεται επίσης μια συνολική άρνηση της αγαθότητας και της ομορφιάς του αισθητού κόσμου και μια ανυποχώρητη τάση απομάκρυνσης από όλα όσα εμπλέκουν και δεσμεύουν το πνεύμα.

Δύο αντίρροπες τάσεις συνδυάστηκαν στη γέννηση του γνωστικού φαινομένου. Η μία, ελληνική τόσο στην προέλευση όσο και στον χαρακτήρα, τόνιζε την αξία της γνώσης όχι μόνο ως μέσου για άλλους σκοπούς αλλά και ως έσχατου τέλους («στόχου») της ανθρώπινης ζωής. Η γνώση του εαυτού, του κόσμου και του θείου ήταν κυρίαρχα μελήματα της ελληνικής φιλοσοφίας από τις πρώτες απαρχές της. Η άλλη τάση, ανατολικής και ίσως ειδικότερα ιρανοπερσικής προέλευσης, θεωρούσε ότι ο κόσμος είναι ουσιωδώς κακός και ότι, κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε να αποτελεί έργο ενός αγαθού θεού.

Ο Μάνης (216-275) ήταν ένας Πέρσης γεννημένος στη Βαβυλώνα. Εξαιτίας μιας αποκαλυπτικής εμπειρίας με τον Παράκλητο, την οποία κατέγραψε ο ίδιος, θεώρησε χρέος του να ιδρύσει μια νέα οικουμενική θρησκεία. Ως προδρόμους του στον φωτισμό των ανθρώπων αναγνώριζε τον Βούδα, τον Ζωροάστρη και τον Χριστό. Προσπάθησε να εναρμονίσει τις τάσεις των τριών αυτών θρησκειών, και η επιτυχία του ήταν σημαντική. Μέσα σε λίγες δεκαετίες, ο μανιχαϊσμός είχε διαδοθεί από τις ακτές του Ατλαντικού μέχρι τον Ινδικό ωκεανό. Η απειλή για τη χριστιανική Εκκλησία ήταν μεγάλη, γιατί, αντίθετα με τις άλλες εκδοχές του γνωστικισμού, ο μανιχαϊσμός έλυνε αποφασιστικά το πρόβλημα της προέλευσης του κακού, θεωρώντας το Σκότος (δηλαδή το ριζικό Κακό) ως αυθυπόστατη αρχή, δίπλα στο επίσης αυθυπόστατο Φως. Αν και αντιμετωπίστηκε από τους χριστιανούς ως αίρεση, ο μανιχαϊσμός ήταν στην πραγματικότητα μια νέα καθολική θρησκεία με οικουμενικές βλέψεις.

Νωρίτερα η λατρεία του επίσης ιρανικού θεού Μίθρα, που άρχισε να διαδίδεται τον 1ο αιώνα μαζί με τον χριστιανισμό, είχε γοητεύσει για παρόμοιους λόγους πολλούς κατοίκους της ρωμαϊκής οικουμένης. Ειδικά οι πολεμιστές έλκονταν ιδιαίτερα από τον Μίθρα, που εκπροσωπούσε την πάλη του Φωτός εναντίον των δυνάμεων του Σκότους, καθώς οι δικοί τους πολεμικοί αγώνες μπορούσαν εύκολα να θεωρηθούν απομιμήσεις εκείνης της μεγάλης κοσμικής μάχης. Οι επτά βαθμοί της μιθραϊκής μύησης ανακαλούσαν τη στρατιωτική ιεραρχία και ενέπνεαν το αγωνιστικό πνεύμα των ανδρών. Μάλιστα, αν η μιθραϊκή λατρεία δεν απέκλειε τις γυναίκες, και κατά συνέπεια το ήμισυ του πληθυσμού, ο Μίθρας θα μπορούσε να είναι ο κυριότερος αντίπαλος του Χριστού στη μάχη για θρησκευτική επικράτηση. Οι χριστιανοί είδαν στην αιματηρή βάπτιση των οπαδών του Μίθρα μια δαιμονική απομίμηση του δικού τους βαπτίσματος.

Ιδιαίτερη θέση στην παραγωγή εγγράμματου ελληνικού πολιτισμού κατείχε, από τον 2ο έως τον 4ο αιώνα, η Συρία. Οι πόλεις της (η Αντιόχεια, η Δαμασκός και κυρίως η Απάμεια) έγιναν μεγάλα κέντρα διανόησης και πνευματικής αναζήτησης. Οι φιλόσοφοι του 2ου αιώνα που προετοίμασαν τη μεγάλη αναγέννηση του νεοπλατωνισμού κατάγονταν από τη Συρία. Σήμερα ονομάζονται νεοπυθαγόρειοι, διότι στράφηκαν με ιδιαίτερη έμφαση στη μορφή του Πυθαγόρα ως σοφοῦ και ως του κατεξοχήν θείου ἀνδρός. Οι Βίοι του Πυθαγόρα που έχουν διασωθεί από τη γραφίδα δύο μεταγενέστερων Νεοπλατωνικών (του Πορφύριου και του Ιάμβλιχου, που κατάγονταν και οι δύο από τη Συρία) δείχνουν ότι ο πυθαγορισμός είχε αναπτυχθεί ως ένας φιλοσοφικοθρησκευτικός τρόπος ζωής, με ιδιαίτερη έμφαση στον αριθμολογικό και μυθικό συμβολισμό και στην περίπλοκη τελετουργία του καθημερινού βίου. Ο Νουμήνιος από την Απάμεια, ο σημαντικότερους από τους τρεις νεοπυθαγόρειους της Συρίας, έλεγε ότι «ο Πλάτων είναι ένας Μωυσής που μιλά σε αττική διάλεκτο». Ο φιλοσοφικός συγκρητισμός προσπαθούσε και πάλι, όπως το είχε κάνει νωρίτερα ο Ιουδαίος Φίλων, να εναρμονίσει την Αθήνα με την Ιερουσαλήμ.

Η συλλογή των Σιβυλλιακών χρησμών που άρχισε να συγκροτείται την ίδια εποχή αποσκοπούσε επίσης σε μια τέτοια σύνθεση. Σιβυλλιακοί χρησμοί υπήρχαν από παλιά στη Ρώμη. Το αρχικό υλικό υπέστη πολλαπλές επεξεργασίες και προσθήκες, για να εξυπηρετήσει τόσο πολυθεϊστικές όσο και ιουδαϊκές (ηθικοπρακτικές ή μονοθεϊστικές) σκοπιμότητες. Ένα μέρος του εκχριστιανίστηκε.

Μιλώντας από μια οικουμενική κορυφή, η εκχριστιανισμένη Σίβυλλα, η προσωποποίηση της θεϊκά εμπνευσμένης προφήτισσας, παρουσίαζε τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, αφηγούνταν την έλευση του Ιησού και το έργο της σωτηρίας, προμήνυε τη Δευτέρα Παρουσία και προφήτευε για μελλοντικά γεγονότα, διακοσμώντας πάντοτε τη βασική αφήγηση της Γενέσεως, ορισμένων προφητικών βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης και των Ευαγγελίων με στοιχεία από τα ησιόδεια έπη και την ελληνική μυθολογία.

Κύρια μέριμνα της χριστιανικής συλλογής ήταν η εξύμνηση του Ύψιστου Θεού δίχως βεβιασμένους συγκρητισμούς ή χρήση φιλοσοφικής ορολογίας. Μάλιστα, τα αμιγώς εβραϊκά θρησκευτικά τελετουργικά και έθιμα υποβαθμίστηκαν για χάρη της οικουμενικότητας, ενώ αντλήθηκαν, με νεανική ελευθερία, εικόνες και εκφράσεις από την επική παράδοση χωρίς την υποψία ότι γίνονται παραχωρήσεις στον εθνικό κόσμο. Κρινόμενο με λόγια μέτρα, το δακτυλικό εξάμετρο της συλλογής είναι ελλειπτικό και ασταθές. Αποπνέει όμως τη χαρμόσυνη δροσιά της ζωντανής ποίησης.

Ο τόπος συγγραφής των Σιβυλλιακών χρησμών δεν είναι γνωστός. Άλλωστε, η ολοκλήρωση της συλλογής κράτησε αρκετούς αιώνες και αξιοποίησε πολλούς εργάτες του πνεύματος. Η Εγγύς Ανατολή φαίνεται, ωστόσο, πιθανός τόπος προέλευσης για την εκχριστιανισμένη μορφή της. Ειδικά στη Συρία οι ελληνικές επιγραφές που έχει φέρει στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη ξεπερνούν σε αριθμό εκείνες που είναι γραμμένες στα συριακά. Με την επικράτηση του χριστιανισμού, η Αίγυπτος και η Συρία έμελλε να αναδείξουν σημαίνουσες μορφές στη θεολογία. Και στις δύο περιοχές οι επίσκοποι ήταν κατά κύριο λόγο ελληνόφωνοι, ενώ ο κατώτερος κλήρος και αργότερα οι μοναχοί μιλούσαν συχνά τις τοπικές γλώσσες (κοπτικά και συριακά). Κατά την ύστερη αρχαιότητα η Αίγυπτος και (περισσότερο) η Συρία έκαναν τονωτικές ενέσεις στον ελληνισμό.

Από τον 3ο αιώνα και μέχρι το τέλος της αρχαιότητας ο πλατωνισμός έγινε η κυρίαρχη φιλοσοφία όσων συνέχισαν να συνδέονται με την αρχαιοελληνική παράδοση. Οι περισσότεροι άνθρωποι φυσικά δεν μπορούσαν, ούτε ήθελαν, να παρακολουθήσουν τις υψηλές απαιτήσεις του. Δίπλα στον αναγεννημένο πλατωνισμό, που αποτελούσε ουσιαστικά μια φιλόδοξη σύνθεση της αλήθειας όλων σχεδόν των φιλοσοφικών σχολών (εκτός από τον σκεπτικισμό, που δεν μπορούσε να εναρμονιστεί), αναπτύχθηκε και ένας τρόπον τινά λαϊκός πλατωνισμός, κατάλληλος για τις μάζες, του οποίου η έκφραση έτεινε προς την εικονοποιία, την αλληγορία και τον μυθικό συμβολισμό. Το σπουδαιότερο μέρος αυτού του λαϊκού πλατωνισμού συγκροτήθηκε σε μορφή ευανάγνωστων κειμένων κατά τον 3ο αιώνα και αποδόθηκε στη θεϊκή αυθεντία του Ερμή, ο οποίος, με την επωνυμία Τρισμέγιστος, ταυτίστηκε με τον αιγυπτιακό θεό του λόγου Θωτ (ή Θευθ).

Οι αποκαλύψεις του Τρισμέγιστου Ερμή θεωρήθηκαν πανάρχαιες, και το κύρος τους ενδυναμώθηκε από την υποτιθέμενη θεοπνευστία των έργων. Στα συγγράμματα αυτά συντέθηκε η μαγική σοφία της Αιγύπτου με την ελληνική σκέψη και η μυθική θεογονία με τη μεταφυσική και την κοσμολογία. Η βασική απορία, στην οποία τα έργα αυτά προσπαθούσαν να απαντήσουν, ήταν παμπάλαιη και αφορούσε τη θέση του ανθρώπου μέσα στη δομή του σύμπαντος και τη δυνατότητα λύτρωσης από την άτεγκτη αναγκαιότητα της φθοράς και του θανάτου.

Το βαβυλωνιακό, το περσικό, το αιγυπτιακό και τα άλλα ανατολικά θρησκευτικά στοιχεία της ύστερης αρχαιότητας δεν αποτελούσαν πρωτότυπες δημιουργίες της εποχής. Τα δόγματα και οι διδασκαλίες, οι μυθολογίες, οι δοξασίες, τα σύμβολα και οι τελετές ήταν στην πλειονότητά τους αρχαϊκά. Το νέο χαρακτηριστικό της εποχής ανιχνεύεται στην απόσπαση των παραδοσιακών αυτών στοιχείων από το γενέθλιο έδαφος των κοινωνιών που τα εξέθρεψαν. Με τη μετατροπή τους σε αφηρημένες ιδέες τα παραδοσιακά στοιχεία μπορούσαν να συσχετιστούν (να αντιπαρατεθούν, να συγκριθούν, να εναρμονιστούν) με άλλες, εξίσου αυτόνομες, ιδέες.

Η εποχή πάντως επιζητούσε θεία αποκάλυψη. Οι ανθρώπινες ενέργειες φαίνονταν μετέωρες και ανούσιες αν δεν εντάσσονταν σε κάποιον ευρύτερο, θεϊκό σχεδιασμό. Η πολιτική και πολεμική δράση φάνταζε σε πολλούς ως αποπροσανατολιστική λήθη του αληθινού εαυτού. Στην ύστερη αρχαιότητα διακρίνεται μια ολοένα αυξανόμενη και διευρυνόμενη αγωνία για την ανεύρεση εκείνων των ανθρώπων που μπορούν να μεταδώσουν το θείο μήνυμα στον κόσμο των θνητών. Οι άγιοι, οι όσιοι και οι θείοι άνδρες έγιναν μεσάζοντες ανάμεσα στον ουρανό και τη γη και διαχειριστές του υπερφυσικού στοιχείου στον επίγειο κόσμο. Οι πάντες συμφωνούσαν στην αναγκαιότητα της ύπαρξής τους, αν και διαφωνούσαν ποιος ήταν αληθινά φωτισμένος, δηλαδή γνώστης των ουράνιων πραγμάτων πέρα και πάνω από τους περιορισμούς της θνητής ανθρώπινης διάνοιας. Με την άνοδο του χριστιανικού μοναχισμού κατά τον 4ο αιώνα, οι ασκητές της ερήμου θεωρήθηκαν από τους χριστιανούς ως οι ορατοί σύνδεσμοι του ουρανού με τη γη.

Προφήτες και ψευδοπροφήτες, άγιοι και μάγοι, σοφοί και αγύρτες ήταν οι εκλεκτοί των θείων δυνάμεων ή οι ανόσιοι σφετεριστές του πνεύματός τους. Στο δύσκολο έργο της αναγνώρισης του γνήσιου από τον απατηλό φορέα της φωνής του υπερπέραν οφείλεται μεγάλο μέρος των πνευματικών συγκρούσεων και των θρησκευτικών ανταγωνισμών της ύστερης αρχαιότητας. Η χριστιανική οριοθέτηση της ορθόδοξης πίστης έναντι των αιρέσεων αποτελεί συνέπεια μιας γενικότερης τάσης της εποχής: της απαίτησης για απόλυτη αλήθεια. Η έννοια της ετεροδοξίας ως προσωπικού νεωτερισμού που παραχαράσσει από ματαιοδοξία την αυθεντική παράδοση αιώνων, εμφανίζεται -και κατακρίνεται- στα έργα αρκετών συγγραφέων της εποχής, όχι μόνο χριστιανών.

Το να “κάνουμε τίποτα” μας κάνει καλό

Η ιδέα πως το να «κάνεις τίποτα» είναι μια δεξιότητα που χρειάζεται να μάθει κάποιος μπορεί να προκαλεί σύγχυση, τουλάχιστον αρχικά.

Σίγουρα είναι απλά το ζήτημα του να σταματήσει κάποιος να κάνει το παραμικρό. Αυτό δεν είναι; Κι όμως αυτό είναι τελικά εύκολο να το πεις και δύσκολο να το κάνεις. Είναι μια γενική παραδοχή –αναγνωρισμένη από το Βούδα έως τον Τζον Κητς (Άγγλος ρομαντικός ποιητής) – ότι το «πράττειν» μπορεί να γίνει ένα είδος καταναγκασμού, μια εξάρτηση που δεν έχει την αναγνώριση που της αξίζει επειδή η κοινωνία μας επαινεί γι ’αυτήν. Πράγματι, το να μάθεις να «κάνεις τίποτα» μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για να πετύχουμε ό,τι επιθυμούμε στους φρενήρεις ρυθμούς που ζούμε. Δείτε γιατί:

Το να «κάνεις τίποτα» δε σημαίνει ότι δεν κάνεις κάτι

Αν υποθέσουμε ότι δεν είσαι νεκρός, είσαι σε μια κατάσταση όπου μονίμως κάνεις κάτι – ακόμα και αν απλώς απολαμβάνεις την αδράνεια. (Για τους ψυχολόγους το αίσθημα της απόλαυσης είναι κι αυτή μια δεξιότητα που μπορεί να ασκεί κάποιον στο να μαθαίνει να συγκεντρώνεται σε κάθε αίσθηση ξεχωριστά). Αλλά αυτό που συνηθέστερα εννοούμε όταν λέμε «κάνω τίποτα», σημαίνει δεν κάνω κάτι χρήσιμο. Το θέμα είναι ότι το «χρήσιμο» ορίζεται με τρόπους που δεν μας εξυπηρετούν πάντοτε. Το να εργάζεται κανείς όλο και πιο σκληρά για να αγοράζει όλο και περισσότερα πράγματα είναι χρήσιμο για τους εμπόρους αλλά όχι απαραίτητα για εμάς. Η χρησιμότητα σχετίζεται περισσότερο με το μέλλον: σας αποσπά από το παρόν, κάνοντας όλο και πιο δύσκολο να απολαύσετε τη στιγμή, ίσως λοιπόν το να «κάνεις τίποτα» να είναι συνώνυμο της απόλαυσης της ζωής.

Η ανεμελιά, η ξεκούραση ακόμα και η ανία μπορούν να πυροδοτήσουν τη δημιουργικότητα

Υπάρχει λόγος που τόσο πολλοί συγγραφείς και καλλιτέχνες γενικότερα βάζουν στην καθημερινότητά τους μακρινές βόλτες. Μια εξήγηση είναι «το φαινόμενο της επώασης»: όταν σταματάει κάποιος να εστιάζει σε αυτό που πρέπει να κάνει φαίνεται πως δίνει άδεια στο ασυνείδητο να ξεκινήσει να εργάζεται. Σε μια έρευνα οι άνθρωποι που γνώριζαν ότι θα επέστρεφαν σε μια δημιουργική δραστηριότητα μετά το διάλειμμα τα πήγαν πολύ καλύτερα σε αυτή τη δραστηριότητα όταν επέστρεψαν σε αυτή σε σχέση με εκείνους που δεν περίμεναν ότι θα επιστρέψουν στη δραστηριότητα αυτή. Υποθέτουμε ότι είναι η ασυνείδητη επεξεργασία όχι απλά η ανάπαυλα, που κάνει τη διαφορά.

Άλλες έρευνες σχετικές με την ανία, (σε μια από αυτές οι συμμετέχοντες έπρεπε να αντιγράψουν αριθμούς από τον τηλεφωνικό κατάλογο), δείχνουν ότι η ανία κινητοποιεί τους ανθρώπους να επινοήσουν ενδιαφέροντες τρόπους ώστε να την καταπολεμήσουν κι έτσι πυροδοτείται η δημιουργικότητά τους. Επιπλέον, η ελεύθερη σκέψη καταπολεμά την τάση να έχουμε παρωπίδες όπως όταν συγκεντρωνόμαστε αποκλειστικά και μόνο στους στόχους μας.

Η υπερδραστηριότητα είναι αντιπαραγωγική

Εδώ και πολλά χρόνια συγχέουμε την υπερπροσπάθεια με την αποτελεσματικότητα. Μια μέρα που ξοδεύουμε σε δευτερεύουσες εργασίες είναι εξουθενωτική, αλλά εμείς θεωρούμε –συχνά λανθασμένα- ότι κάναμε κάτι απαραίτητο και χρήσιμο. Ο Δανός ειδικός στην εργασία Manfred Kets de Vries, γράφει ότι η υπερδραστηριότητα μπορεί να είναι «ένας πολύ αποτελεσματικός αμυντικός μηχανισμός για να απωθούνται ενοχλητικές σκέψεις και συναισθήματα». Όταν «κάνουμε τίποτα» πραγματικά ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτά που έχουν σημασία.

Η ξεκούραση είναι απαραίτητη για τον εγκέφαλο

Από τη Βιομηχανική Επανάσταση ως σήμερα, αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους σαν να είναι μηχανές, υποθέτοντας ότι αν πιεστούμε πολύ και πιέσουμε και τους άλλους θα επιτύχουμε περισσότερα. Όμως οι νευροεπιστήμονες συνεχώς επιβεβαιώνουν ότι οι εγκέφαλοί μας χρειάζονται ξεκούραση – όχι μόνο για να επαναφορτίσουμε τις μπαταρίες μας αλλά για να μπορέσουμε να επεξεργαστούμε τα δεδομένα που παίρνουμε, να ταξινομήσουμε τη μνήμη μας, να ενισχύσουμε τις διαδικασίες μάθησης και να ενδυναμώσουμε τους νευρώνες που μας επιτρέπουν να κάνουμε όλα τα παραπάνω. Σε μια έρευνα του 2009 η απεικόνιση του εγκεφάλου ανθρώπων στους οποίους ζητήθηκε να χρησιμοποιήσουν ένα τηλεχειριστήριο που δεν λειτουργούσε όπως τα συνηθισμένα, έδειξε ότι η γνωστική διεργασία των ανθρώπων που μάθαιναν κάτι νέο, γινόταν κατά τη διάρκεια των περιόδων χαλάρωσης του εγκεφάλου.

Θα μπορείτε να ελέγχετε την προσοχή σας

Μην περιμένετε πως το να «κάνετε τίποτα» θα σας φαίνεται εύκολο στην αρχή: η αντίσταση στην ανάγκη να κάνετε πράγματα απαιτεί αποφασιστικότητα. Στο Βουδισμό σύμφωνα με την εκπαιδεύτρια στο διαλογισμό Susan Piver η υπεραπασχόληση θεωρείται μια μορφή τεμπελιάς – είναι μια αποτυχία να διατηρήσουμε την προσοχή μας απερίσπαστη από κάποιο ασήμαντο email, ιστοσελίδα ή κάποια υποχρέωση που διεκδικεί την προσοχή μας. Ο πειρασμός είναι μεγάλος: η σύγχρονη οικονομία και ειδικά το διαδίκτυο μάχονται για να τους δώσουμε την προσοχή μας. Τα καλά νέα είναι ότι το να μάθουμε «να κάνουμε τίποτα» θα μας βοηθήσει να ξαναπάρουμε στα χέρια μας τον έλεγχο της προσοχής μας σε κάθε περίσταση. Ένα είναι το κόλπο: προγραμματίστε κάποια στιγμή μέσα στη μέρα να «κάνετε τίποτα» με τον ίδιο τρόπο που προγραμματίζετε τις υπόλοιπες ασχολίες της μέρας. Απλά μην περιμένετε να σας κατανοήσουν οι υπόλοιποι αν ισχυριστείτε ότι δε μπορείτε να φανείτε συνεπείς σε κάποια κοινωνική υποχρέωση επειδή είστε απασχολημένοι με το να «κάνετε τίποτα».

Η Φιλοσοφία και η Θρησκεία Σήμερα

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ (η οποιαδήποτε συνείδηση) έχει μία Αντικειμενική Φύση άσχετα από το τι αντιλαμβάνεται η Συνείδηση, άσχετα δηλαδή από τις όποιες υποκειμενικές αντιλήψεις. Αυτή η Αντικειμενική Φύση, η Βαθύτερη Φύση της κάθε συνείδησης μπορεί να διερευνηθεί μόνο βιωματικά, όταν υπερβαίνουμε όλες τις ατομικές νοητικές ή άλλες δραστηριότητες. Για να γίνει αυτό ξεκινάμε από την Δεδομένη Συνείδηση σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται. Απλά πρέπει να υπερβούμε τις ατομικές δραστηριότητες.

Ανώτεροι & Κατώτεροι Κόσμοι

Βέβαια, στην διάρκεια της ιστορίας, η αντίληψη για την Πραγματική Φύση (την Αντικειμενική Φύση, την Ύστατη Πραγματικότητα, το Βαθύτερο Είναι μας) έχει αλλάξει. Και η Δεδομένη Συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολύ πιο κοντά στην Πραγματικότητα από ό,τι ήταν η Δεδομένη Συνείδηση του πρωτόγονου ανθρώπου. Η Φιλοσοφική και Θρησκευτική εμπειρία προσέγγισε την Αλήθεια σε μεγαλύτερο βαθμό και η Αντικειμενική Φύση της Συνείδησης έγινε πιο ευδιάκριτη.

Τις δύο τελευταίες χιλιετηρίδες επικράτησαν φιλοσοφικές αντιλήψεις και θρησκείες που αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει Μία και Μόνη Πραγματικότητα, Ένα και Μοναδικό Είναι, στο Οποίο αναφέρεται κάθε είναι.

Πριν 2500 χρόνια ο Πλάτωνας έθετε το Όντως Ον, το «τελείως είναι», σαν την Βάση στην Οποία αναφερόταν κάθε είναι. Το «τελείως είναι» είναι Αντικειμενική Αρχή, πέραν της νοήσεως, δεν είναι μία γενική ιδέα που συλλαμβάνουμε με την σκέψη. Πολύ αργότερα, λίγους αιώνες πριν, ο Χέγγελ ταύτιζε ουσιαστικά το ΝΟΕΙΝ με το ΕΙΝΑΙ δίνοντας έτσι στο ΕΙΝΑΙ όχι μία ουσιαστική φύση αλλά μία δυναμική δραστηριότητα. Το ΕΙΝΑΙ δεν είναι Ουσία είναι Ενέργεια, συνειδησιακή κατάσταση. Αυτό το ΕΙΝΑΙ περιέχει τα πάντα. Σε Αυτό το ΕΙΝΑΙ αναφέρονται όλες οι συνειδησιακές καταστάσεις, όλα τα φαινόμενα. Τον περασμένο αιώνα οι υπαρξιστές φιλόσοφοι προσέγγισαν μέσα από την Δεδομένη Συνείδηση το ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ σαν την Ίδια, την Πραγματική Φύση μας.

Στον ίδιο δρόμο μεγάλα θρησκευτικά κινήματα, όπως ο Βουδισμός ή το Βεδάντα, έφτασαν στην Ίδια Πραγματικότητα, την Μία και Μοναδική, μέσα στην Οποία συγχωνεύονται όλα. Ακόμα και θρησκείες που αντιλαμβάνονταν την Ύστατη Πραγματικότητα σαν κάτι Απροσδιόριστο, του Οποίου μόνο την Εικόνα, τον Παγκόσμιο Λόγο, μπορούμε να προσεγγίσουμε, όπως ο χριστιανισμός, έφτασαν μέσω ορισμένων εκπροσώπων τους, στην αντίληψη ότι Μόνο ο Θεός Υπάρχει κι ότι μπορούμε να αντιληφθούμε τον Θεό μόνο όταν ο νους κενωθεί από όλα τα ατομικά στοιχεία του. Για τους ισλαμιστές σούφι δεν υπάρχει τίποτα άλλο από τον Θεό, το εγώ αποτελεί μία βλαστήμια. Μονάχα όταν οποιαδήποτε ατομική αντίληψη εξαλειφθεί φτάνουμε σε αυτό που ορίζουν σαν φανά φι ΄λλαχ (σβήσιμο μέσα στον Θεό).

Αν πρόκειται λοιπόν να υιοθετηθεί μία φιλοσοφική άποψη, ή μία θρησκευτική αντίληψη, τον εικοστό πρώτο αιώνα, αυτή θα πρέπει να αντιλαμβάνεται την Πραγματικότητα σαν Μία και Ενιαία, Εντός της Οποίας συγχωνεύονται όλες οι άλλες πραγματικότητες. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, είτε μας αρέσει, είτε όχι, η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΦΥΣΗ μας είναι Αιώνια, Αναλλοίωτη, Πλήρης. Δεν εκπίπτει, δεν διασώζεται. Όλα αυτά είναι μόνο επιφανειακές μεταβολές. Ανήκουμε στο Απόλυτο, όποια ηλίθια δεδομένη συνείδηση κι αν βιώνουμε. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο καλύτερα.

Ο Αιώνιος Δρόμος προς την Αλήθεια

Από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε την ύπαρξή του, εδώ και χιλιάδες χρόνια, προσπάθησε να κατανοήσει το «περιβάλλον» του, να αντιληφθεί την Πραγματικότητα κι έτσι δημιούργησε διάφορες κοσμοθεωρίες. Μία τέτοια αντίληψη, μία κοσμοθεωρία, όσο απλοϊκή κι αν είναι, είναι κατά βάση φιλοσοφική και κατά δεύτερο λόγο θρησκευτική.

Στην διάρκεια της ιστορίας ο άνθρωπος βελτίωσε αρκετά την αντίληψή του για την Πραγματικότητα. Κάποιοι εξαιρετικοί άνθρωποι μάλιστα προσέγγισαν την Πραγματικότητα με τρόπο ιδιαίτερα ευφυή και «επέβαλλαν» την αντίληψή τους στους συνανθρώπους τους, επηρεάζοντας συχνά μεγάλους πληθυσμούς. Αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι θεωρήθηκαν «Θεοί» ή «ενσαρκώσεις» του Θεού.

Στην πραγματικότητα αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν διαφέρουν σε τίποτα από εμάς τους «κοινούς» ανθρώπους, τον κάθε άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση (οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή) είναι μία και λειτουργεί σε όλους το ίδιο. Από την στιγμή που μία ανθρώπινη συνείδηση (αδιάφορο αν ονομάζεται Βούδας ή Σανκάρα, Λαό Τσε ή Ιησούς, Πλάτωνας ή Χέγγελ) φτάνει στην Αντίληψη της Πραγματικότητας (αν υποθέσουμε ότι αυτή η Αντίληψη ανταποκρίνεται στην Αλήθεια) μπορεί να το κάνει ξανά και ξανά και όχι απλά μία συνείδηση αλλά κάθε συνείδηση, οποιαδήποτε συνείδηση.

Βέβαια, καλό είναι να γνωρίζουμε τις αντιλήψεις των συνανθρώπων μας (όχι μόνο της κοινωνίας που ζούμε αλλά και άλλων κοινωνιών, σε όλες τις εποχές) και να μπορούμε, αν το θέλουμε, να ακολουθήσουμε κάποια φιλοσοφική, θρησκευτική, αντίληψη για να «συλλάβουμε» την Πραγματικότητα, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορούμε, είτε στηριζόμενοι σε κάποια στοιχεία από το κοινωνικό περιβάλλον μας, είτε όχι, να ξαναβρούμε τον Δρόμο προς την Αλήθεια (όπως τον βρήκαν και οι άλλοι) δομώντας έτσι την δική μας, την προσωπική μας αντίληψη για την Πραγματικότητα. Σε τελευταία ανάλυση το να αντιληφθεί κάποιος μόνος του την Αλήθεια, βασιζόμενος στον εαυτό του, είναι το πιο ορθό λογικά, φιλοσοφικά, γιατί έτσι Βιώνει πραγματικά την Αλήθεια και δεν προσπαθεί μέσα από μία ξένη αντίληψη να προσεγγίσει την Πραγματικότητα. Αν ο Βούδας ή ο Ιησούς, ο Λάο Τσε, ο Πλάτωνας ή ο Πλωτίνος, ο Έκαρτ ή ο Χάιντεγκερ, ή οποιοσδήποτε φιλόσοφος, ή άλλος άνθρωπος έφτασαν στην Αλήθεια, μπορεί οποιοσδήποτε άνθρωπος να το κάνει ξανά και ξανά στους αιώνες και να δομήσει, ενδεχομένως, μία αντίληψη περισσότερο ευφυή από την αντίληψη όλων αυτών.

Αυτός ο Προσωπικός Δρόμος προς την Αλήθεια, είναι ο Αιώνιος Δρόμος του Ανθρώπου, η Αιώνια Φιλοσοφία, η Αιώνια Θρησκεία, που διατυπώνεται ξανά και ξανά κι Αυτός ο Δρόμος είναι ο Δρόμος όλων μας, ο δικός μου, ο δικός σου, ο δικός του, ο δικός μας, ο δικός σας, ο δικός τους. Καμία συνείδηση δεν μπορεί να «συλλάβει» κάτι που είναι αδύνατο να συλλάβουν όλες οι συνειδήσεις (σε κανονικές συνθήκες βέβαια). Ας σταματήσουμε λοιπόν να τρέχουμε πίσω από «διαφωτιστές» ή «σωτήρες» ή τουλάχιστον ας απορρίψουμε την ανόητη ιδέα ότι είναι κάτι «διαφορετικό» από εμάς. Ας βασιστούμε λίγο στον εαυτό μας, το μόνο ασφαλές θεμέλιο κι ας ανακαλύψουμε μόνοι μας την Αλήθεια. Η Πραγματικότητα είναι μέσα μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Η Αιώνια Αλήθεια

Όλοι οι ιδρυτές των μεγάλων θρησκειών και όλοι οι σημαντικοί φιλόσοφοι της ιστορίας, στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν την Πραγματικότητα και να «συλλάβουν» την Αλήθεια, ακολούθησαν έναν τελείως φυσικό και απλό τρόπο: Όλοι αναζήτησαν την Αλήθεια και προσπάθησαν να κατανοήσουν την Πραγματικότητα μέσα στην «Δεδομένη Συνείδηση», στην «Παρούσα Συνείδηση», σε όποια κατάσταση κι αν βρισκόταν αυτή. Αναζήτησαν την Αληθινή Φύση της Ύπαρξης τους, την εγκυρότητα της αντίληψής τους και ενήργησαν για να φτάσουν στην Καθαρή Αλήθεια.

Το ίδιο μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε άνθρωπος που μπορεί να είναι εξίσου σοφός με όλους αυτούς. Να διερευνήσει την «Δεδομένη Συνείδηση» που τυχαίνει να είναι. Σε αυτή την έρευνα θα περάσει από όλα τα στάδια που πέρασε το ανθρώπινο είδος στην πολλών χιλιετηρίδων ιστορία του. Τυπολογικά υπάρχουν πέντε στάδια προς την Αλήθεια (όπως κι αν την εννοούμε αυτή), πέντε βήματα που πρέπει να κάνουμε.

1) Το πρώτο και ασφαλές θεμέλιο, η βάση από την οποία μπορούμε να ξεκινήσουμε είναι η ίδια μας η Συνείδηση (η «Δεδομένη Συνείδηση» όποια κι αν είναι αυτή). Αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουμε και προβληματιζόμαστε κι αναζητούμε την Αλήθεια. Αν δεν υπήρχαμε (αν δεν είχαμε «συνείδηση» της ύπαρξής μας) δεν θα ετίθετο καν το πρόβλημα. Πρέπει να διερευνήσουμε λοιπόν καταρχήν τι «είναι» «συνείδηση», τι είναι σταθερό και τι είναι δευτερεύουσα δραστηριότητα στην λειτουργία της. Ασφαλώς η «συναίσθηση» είναι το σταθερό στοιχείο, ενώ το περιεχόμενο, όλα όσα αντιλαμβανόμαστε έρχονται μετά. Καταρχήν λοιπόν αντιλαμβανόμαστε την Ύπαρξη σαν ένα όλο, συγκεχυμένο όλο.

2) Μέσα στην «Δεδομένη Συνείδηση» εκδηλώνεται συναίσθηση, νόηση, αντίληψη, διανοητικές λειτουργίες, αισθήματα (δηλαδή ερεθίσματα από κάπου έξω από το εγώ) κι ένας ολόκληρος κόσμος απέναντί μας (που θεωρείται αντικειμενικός). Έτσι θεμελιώνεται η διάκριση μεταξύ Υποκειμένου κι αντικειμενικού κόσμου και παγιώνεται η αντίληψη ότι είμαστε μέσα σε αυτό τον αντικειμενικό κόσμο. Η απορρόφηση στο υποκείμενο οδηγεί στην προανθρώπινη, παιδιάστικη αντίληψη, ότι ελέγχουμε τα πάντα (οδηγεί σε ένα συνειδησιακό αυτισμό), ενώ η απορρόφηση στο αντικειμενικό μας στερεί το ανθρώπινο χαρακτηριστικό μας που είναι η αυτεξουσιότητα και μας κάνει να τρέχουμε πίσω από τα φαινόμενα (και τελικά μας αποκτηνώνει).

3) Αντιλαμβανόμαστε ότι Υποκείμενο, αντικειμενικό, είναι διαφορετικά. Επεξεργαζόμενοι διανοητικά αυτές τις δύο αρχές μπορούμε να ακολουθήσουμε ή τον ένα δρόμο του υποκειμένου ή τον άλλο του αντικειμενικού και να θεμελιώσουμε φιλοσοφικές θεωρίες και αντιλήψεις που θα δίνουν προτεραιότητα είτε στο ένα είτε στο άλλο. Αυτός είναι ο διανοητικός δρόμος που ακολούθησαν οι πρώιμοι και ανώριμοι διανοητές κι έτσι θεμελίωσαν φιλοσοφίες, μεταφυσικές δοξασίες για την Πραγματικότητα που στα εγχειρίδια της φιλοσοφίας διαχωρίζονται σε ιδεαλιστικές και ρεαλιστικές. Όλα αυτά είναι διανοητικές κατασκευές, προσπάθειες να συλλάβουμε με την σκέψη την Πραγματικότητα. Είναι όμως τελείως διαφορετικό πράγμα να βιώνουμε την Πραγματικότητα από το να σκεφτόμαστε την Πραγματικότητα. Μία τέτοια στάση παραμένει ανώριμη και παιδιάστικη κι ας παίρνει την μορφή φιλοσοφικής θεωρίας.

4) Ο Δρόμος που ακολούθησαν οι ώριμοι φιλόσοφοι (συχνά μυστικιστές και αντι-διανοητικοί φιλόσοφοι) είναι άλλος, είναι ο Δρόμος του Βιώματος. Για να αντιληφθούμε την Αληθινή Φύση της Ύπαρξής μας, της Συνείδησης σαν Συνείδησης και της σχέσης μας με τον αντικειμενικό κόσμο θα πρέπει να υπερβούμε και την διανόηση κι όλες τις δευτερεύουσες δραστηριότητες της Συνείδησης. Στον χώρο της σκέψης (αν και φανταστικός, τεχνητός) ο άνθρωπος αισθάνεται ασφάλεια. Εδώ όμως καλείται να εγκαταλείψει όλες αυτές τις δραστηριότητες και να ξανοιχτεί στο Άπειρο της Καθαρής Συνείδησης, στον Ωκεανό της Αληθινής Ύπαρξης. Μία τέτοια ενέργεια είναι ασφαλώς προσωπική, μη ελεγχόμενη και συνεπώς αμφιλεγόμενη και αμφισβητούμενη. Βεβαίως, στην πραγματικότητα, το Υποκείμενο εγκαταλείποντας όλες αυτές τις δευτερεύουσες δραστηριότητες βυθίζεται στην Αντικειμενική Φύση Του, σε Αυτό που Είναι Πραγματικά, αλλά αυτό το Βιώνει προσωπικά, σαν Υποκείμενο. Η Αλήθεια που ανακαλύπτει λοιπόν το Υποκείμενο είναι Αντικειμενική, αλλά είναι μία προσωπική αντίληψη της Αντικειμενικής Φύσης. Στην πραγματικότητα, σε Αυτή την Κατάσταση Υποκείμενο, Αντικειμενική Φύση, «διαλύονται» και η Πραγματικότητα Αποκαλύπτεται σαν Μία Ενότητα, σαν Ένας Ωκεανός Ύπαρξης που συμπεριλαμβάνει τα πάντα: και το Υποκείμενο που Υπερβαίνει τον εαυτό του και ταυτίζεται με την Αντικειμενική Ύπαρξη και όλο τον φαινομενικό αντικειμενικό κόσμο. Σε Αυτή την Κατάσταση το Υποκείμενο που Ταυτίστηκε με το Σύνολο της Ύπαρξης μεταβάλλεται σε Παγκόσμιο Πνεύμα που περικλείνει την «αντικειμενική φύση». Σε Αυτή την Κατάσταση το Υποκείμενο έχει αντιστρέψει τελείως την θέση του, δεν αισθάνεται ότι είναι μέσα στον «αντικειμενικό κόσμο», αντιλαμβάνεται ότι Μέσα Του περικλείνεται όλος ο «αντικειμενικός κόσμος». Συμβαίνει μία Πλήρης Πνευματική Ανατροπή κι έτσι ο «άνθρωπος» «γίνεται» «Θεός», ό,τι ήταν πάντα.

5) Μία Συνείδηση που Πραγματοποίησε την Πλήρη Αυτογνωσία, που έφτασε στην Έλλαμψη, στην Φώτιση, στην Σωτηρία (όπως κι αν το πούμε είναι το ίδιο), Αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, η ΥΠΑΡΞΗ, η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ, ότι ποτέ δεν αποχωρίστηκε από την ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ κι ότι όλη η πορεία της μέσα στον φαινομενικό κόσμο δεν ήταν παρά μία «συνειδησιακή παραζάλη», που την οδήγησε στο να αντιλαμβάνεται όλα τα φαινόμενα που παράγονται μέσα της σαν ανεξάρτητα από αυτήν και ότι βρέθηκε στην παράδοξη θέση να αισθάνεται ότι ζει μέσα σε αυτό το κοσμικό όνειρο. Είναι δύσκολο να κατανοήσει Αυτή την Κατάσταση μία συνείδηση που δεν την Βίωσε.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, καταλαβαίνουμε ότι ο Δρόμος Προς Την Αλήθεια είναι Βιωματικός. Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι Βίωμα, δεν είναι περιγραφή του Δρόμου, ούτε διανοητική θεωρία. Για να φτάσουμε στην ΑΛΗΘΕΙΑ πρέπει να διαβούμε τα πέντε στάδια της «συνειδησιακής εξέλιξης» που περιγράψαμε (και που ο άνθρωπος σαν είδος έκανε χιλιάδες χρόνια να διανύσει). Δηλαδή:

1. Να ξεκινήσουμε από την Δεδομένη Συνείδηση.

2. Να διακρίνουμε το Υποκείμενο από το δεδομένο αντικειμενικό,

3. Να ξεπεράσουμε την διανοητική παγίδα της ερμηνείας της Πραγματικότητας είτε από την ιδεαλιστική, είτε από την ρεαλιστική πλευρά,

4. Να ξανοιχτούμε στον Άγνωστο Ωκεανό της Αληθινής Ύπαρξης, πέρα από την διανόηση και τις άλλες δραστηριότητες και να πραγματοποιήσουμε την πνευματική μεταστροφή, να αντιληφθούμε ότι ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ που περιλαμβάνει Μέσα Της τα φαινόμενα,

5. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ Η ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ κι ότι ποτέ δεν ξεπέσαμε, ούτε ποτέ φωτισθήκαμε, απλά «βγήκαμε» από το «όνειρο».

Ασφαλώς, από την πιο πάνω περιγραφή μπορούμε να εξάγουμε μία μεταφυσική θεωρία, αλλά αυτό είναι αδιάφορο. Σημασία έχει να Διαβούμε τον Δρόμο κι όχι να έχουμε μία καλή περιγραφή του Δρόμου. Όσο κι αν σας περιγράφουμε τον δρόμο προς την Ακρόπολη των Αθηνών αυτό μένει μία διανοητική σύλληψη, ένας «χάρτης». Πρέπει να βαδίσετε τον δρόμο για να δείτε την Ακρόπολη και να περπατήσετε ανάμεσα στις κολώνες του Παρθενώνα. Τότε μόνο μπορείτε να ελπίσετε ότι θα δείτε την «Αθηνά». Μόνο δευτερεύοντα πνεύματα μένουν στην περιγραφή. Σε χειρότερη κατάσταση είναι οι άνθρωποι που προσπαθούν μέσω της διανόησης να ερμηνεύσουν την Πραγματικότητα. Όσο ωραίες θεωρίες κι αν φτιάχνουν, είτε πετούν στα «σύννεφα» του υποκειμενισμού, είτε σέρνονται στα «έλη» του ρεαλισμού. Σε ακόμη χειρότερη κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι που είναι σε σύγχυση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικειμενικό, είτε στρέφονται προς τον εγωιστικό υποκειμενισμό και σε ένα άρρωστο αυτισμό, είτε βυθίζονται στον «αληθινό κόσμο της καθημερινότητας» και αποκτηνώνονται τρώγοντας ο ένας τον άλλο. Υπάρχει τέλος μία πέμπτη κατηγορία ανθρώπων που βρίσκονται στην σύγχυση μίας πρωτόγονης ολικής αντίληψης της Πραγματικότητας, όπου όμως δεν υπήρξε ποτέ ούτε ανάδυση του «εγώ», ούτε υπέρβασή του μέσα στην Αντικειμενική Φύση της Ύπαρξης. Δυστυχώς ο κόσμος είναι γεμάτος από «ηλίθιους», «κτήνη», «αυτιστικούς», «διανοητές-κατσίκες» που μηρυκάζουν συνεχώς την «γνώση» της ανθρωπότητας και ανθρώπους που ζουν την αλήθεια από «δεύτερο χέρι».

Εμείς πιστεύουμε ότι κάθε Συνείδηση μπορεί να βαδίσει τον Δρόμο της Αλήθειας, τον Δρόμο που βάδισε ο Βούδας, ο Ιησούς από την Ναζαρέτ, ο Λάο Τσε, ο Πλάτωνας, ο Έκαρτ, ο Χέγγελ και τόσοι άλλοι. Δηλαδή, σε τι ήταν καλύτεροι αυτοί; Η φυσική δυνατότητα υπάρχει, άλλο αν την χρησιμοποιούμε ή όχι. Πάντως είναι καλύτερα να «χαθούμε» στον Ωκεανό του Αγνώστου προσπαθώντας να ζήσουμε γνήσια, πρωτότυπα, κατακτώντας την Αλήθεια με δικά μας μέσα, παρά να μένουμε μέσα στο «μαντρί» μαζί με τα υπόλοιπα «ζώα». Η Αλήθεια κι η Ελευθερία είναι εκεί «έξω».

Η Φιλοσοφία και η Θρησκεία Σήμερα

Η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ (η οποιαδήποτε συνείδηση) έχει μία Αντικειμενική Φύση άσχετα από το τι αντιλαμβάνεται η Συνείδηση, άσχετα δηλαδή από τις όποιες υποκειμενικές αντιλήψεις. Αυτή η Αντικειμενική Φύση, η Βαθύτερη Φύση της κάθε συνείδησης μπορεί να διερευνηθεί μόνο βιωματικά, όταν υπερβαίνουμε όλες τις ατομικές νοητικές ή άλλες δραστηριότητες. Για να γίνει αυτό ξεκινάμε από την Δεδομένη Συνείδηση σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται. Απλά πρέπει να υπερβούμε τις ατομικές δραστηριότητες.

Βέβαια, στην διάρκεια της ιστορίας, η αντίληψη για την Πραγματική Φύση (την Αντικειμενική Φύση, την Ύστατη Πραγματικότητα, το Βαθύτερο Είναι μας) έχει αλλάξει. Και η Δεδομένη Συνείδηση του σύγχρονου ανθρώπου είναι πολύ πιο κοντά στην Πραγματικότητα από ό,τι ήταν η Δεδομένη Συνείδηση του πρωτόγονου ανθρώπου. Η Φιλοσοφική και Θρησκευτική εμπειρία προσέγγισε την Αλήθεια σε μεγαλύτερο βαθμό και η Αντικειμενική Φύση της Συνείδησης έγινε πιο ευδιάκριτη.

Τις δύο τελευταίες χιλιετηρίδες επικράτησαν φιλοσοφικές αντιλήψεις και θρησκείες που αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει Μία και Μόνη Πραγματικότητα, Ένα και Μοναδικό Είναι, στο Οποίο αναφέρεται κάθε είναι.

Πριν 2500 χρόνια ο Πλάτωνας έθετε το Όντως Ον, το «τελείως είναι», σαν την Βάση στην Οποία αναφερόταν κάθε είναι. Το «τελείως είναι» είναι Αντικειμενική Αρχή, πέραν της νοήσεως, δεν είναι μία γενική ιδέα που συλλαμβάνουμε με την σκέψη. Πολύ αργότερα, λίγους αιώνες πριν, ο Χέγγελ ταύτιζε ουσιαστικά το ΝΟΕΙΝ με το ΕΙΝΑΙ δίνοντας έτσι στο ΕΙΝΑΙ όχι μία ουσιαστική φύση αλλά μία δυναμική δραστηριότητα. Το ΕΙΝΑΙ δεν είναι Ουσία είναι Ενέργεια, συνειδησιακή κατάσταση. Αυτό το ΕΙΝΑΙ περιέχει τα πάντα. Σε Αυτό το ΕΙΝΑΙ αναφέρονται όλες οι συνειδησιακές καταστάσεις, όλα τα φαινόμενα. Τον περασμένο αιώνα οι υπαρξιστές φιλόσοφοι προσέγγισαν μέσα από την Δεδομένη Συνείδηση το ΚΑΘΑΡΟ ΕΙΝΑΙ σαν την Ίδια, την Πραγματική Φύση μας.

Στον ίδιο δρόμο μεγάλα θρησκευτικά κινήματα, όπως ο Βουδισμός ή το Βεδάντα, έφτασαν στην Ίδια Πραγματικότητα, την Μία και Μοναδική, μέσα στην Οποία συγχωνεύονται όλα. Ακόμα και θρησκείες που αντιλαμβάνονταν την Ύστατη Πραγματικότητα σαν κάτι Απροσδιόριστο, του Οποίου μόνο την Εικόνα, τον Παγκόσμιο Λόγο, μπορούμε να προσεγγίσουμε, όπως ο χριστιανισμός, έφτασαν μέσω ορισμένων εκπροσώπων τους, στην αντίληψη ότι Μόνο ο Θεός Υπάρχει κι ότι μπορούμε να αντιληφθούμε τον Θεό μόνο όταν ο νους κενωθεί από όλα τα ατομικά στοιχεία του. Για τους ισλαμιστές σούφι δεν υπάρχει τίποτα άλλο από τον Θεό, το εγώ αποτελεί μία βλαστήμια. Μονάχα όταν οποιαδήποτε ατομική αντίληψη εξαλειφθεί φτάνουμε σε αυτό που ορίζουν σαν φανά φι ΄λλαχ (σβήσιμο μέσα στον Θεό).

Αν πρόκειται λοιπόν να υιοθετηθεί μία φιλοσοφική άποψη, ή μία θρησκευτική αντίληψη, τον εικοστό πρώτο αιώνα, αυτή θα πρέπει να αντιλαμβάνεται την Πραγματικότητα σαν Μία και Ενιαία, Εντός της Οποίας συγχωνεύονται όλες οι άλλες πραγματικότητες. Είτε το θέλουμε, είτε όχι, είτε μας αρέσει, είτε όχι, η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΦΥΣΗ μας είναι Αιώνια, Αναλλοίωτη, Πλήρης. Δεν εκπίπτει, δεν διασώζεται. Όλα αυτά είναι μόνο επιφανειακές μεταβολές. Ανήκουμε στο Απόλυτο, όποια ηλίθια δεδομένη συνείδηση κι αν βιώνουμε. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο καλύτερα.

Ο Αιώνιος Δρόμος προς την Αλήθεια

Από την πρώτη στιγμή που ο άνθρωπος συνειδητοποίησε την ύπαρξή του, εδώ και χιλιάδες χρόνια, προσπάθησε να κατανοήσει το «περιβάλλον» του, να αντιληφθεί την Πραγματικότητα κι έτσι δημιούργησε διάφορες κοσμοθεωρίες. Μία τέτοια αντίληψη, μία κοσμοθεωρία, όσο απλοϊκή κι αν είναι, είναι κατά βάση φιλοσοφική και κατά δεύτερο λόγο θρησκευτική.

Στην διάρκεια της ιστορίας ο άνθρωπος βελτίωσε αρκετά την αντίληψή του για την Πραγματικότητα. Κάποιοι εξαιρετικοί άνθρωποι μάλιστα προσέγγισαν την Πραγματικότητα με τρόπο ιδιαίτερα ευφυή και «επέβαλλαν» την αντίληψή τους στους συνανθρώπους τους, επηρεάζοντας συχνά μεγάλους πληθυσμούς. Αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι θεωρήθηκαν «Θεοί» ή «ενσαρκώσεις» του Θεού.

Στην πραγματικότητα αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν διαφέρουν σε τίποτα από εμάς τους «κοινούς» ανθρώπους, τον κάθε άνθρωπο. Η ανθρώπινη φύση (οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή) είναι μία και λειτουργεί σε όλους το ίδιο. Από την στιγμή που μία ανθρώπινη συνείδηση (αδιάφορο αν ονομάζεται Βούδας ή Σανκάρα, Λαό Τσε ή Ιησούς, Πλάτωνας ή Χέγγελ) φτάνει στην Αντίληψη της Πραγματικότητας (αν υποθέσουμε ότι αυτή η Αντίληψη ανταποκρίνεται στην Αλήθεια) μπορεί να το κάνει ξανά και ξανά και όχι απλά μία συνείδηση αλλά κάθε συνείδηση, οποιαδήποτε συνείδηση.

Βέβαια, καλό είναι να γνωρίζουμε τις αντιλήψεις των συνανθρώπων μας (όχι μόνο της κοινωνίας που ζούμε αλλά και άλλων κοινωνιών, σε όλες τις εποχές) και να μπορούμε, αν το θέλουμε, να ακολουθήσουμε κάποια φιλοσοφική, θρησκευτική, αντίληψη για να «συλλάβουμε» την Πραγματικότητα, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν μπορούμε, είτε στηριζόμενοι σε κάποια στοιχεία από το κοινωνικό περιβάλλον μας, είτε όχι, να ξαναβρούμε τον Δρόμο προς την Αλήθεια (όπως τον βρήκαν και οι άλλοι) δομώντας έτσι την δική μας, την προσωπική μας αντίληψη για την Πραγματικότητα. Σε τελευταία ανάλυση το να αντιληφθεί κάποιος μόνος του την Αλήθεια, βασιζόμενος στον εαυτό του, είναι το πιο ορθό λογικά, φιλοσοφικά, γιατί έτσι Βιώνει πραγματικά την Αλήθεια και δεν προσπαθεί μέσα από μία ξένη αντίληψη να προσεγγίσει την Πραγματικότητα. Αν ο Βούδας ή ο Ιησούς, ο Λάο Τσε, ο Πλάτωνας ή ο Πλωτίνος, ο Έκαρτ ή ο Χάιντεγκερ, ή οποιοσδήποτε φιλόσοφος, ή άλλος άνθρωπος έφτασαν στην Αλήθεια, μπορεί οποιοσδήποτε άνθρωπος να το κάνει ξανά και ξανά στους αιώνες και να δομήσει, ενδεχομένως, μία αντίληψη περισσότερο ευφυή από την αντίληψη όλων αυτών.

Αυτός ο Προσωπικός Δρόμος προς την Αλήθεια, είναι ο Αιώνιος Δρόμος του Ανθρώπου, η Αιώνια Φιλοσοφία, η Αιώνια Θρησκεία, που διατυπώνεται ξανά και ξανά κι Αυτός ο Δρόμος είναι ο Δρόμος όλων μας, ο δικός μου, ο δικός σου, ο δικός του, ο δικός μας, ο δικός σας, ο δικός τους. Καμία συνείδηση δεν μπορεί να «συλλάβει» κάτι που είναι αδύνατο να συλλάβουν όλες οι συνειδήσεις (σε κανονικές συνθήκες βέβαια). Ας σταματήσουμε λοιπόν να τρέχουμε πίσω από «διαφωτιστές» ή «σωτήρες» ή τουλάχιστον ας απορρίψουμε την ανόητη ιδέα ότι είναι κάτι «διαφορετικό» από εμάς. Ας βασιστούμε λίγο στον εαυτό μας, το μόνο ασφαλές θεμέλιο κι ας ανακαλύψουμε μόνοι μας την Αλήθεια. Η Πραγματικότητα είναι μέσα μας, είμαστε εμείς οι ίδιοι.

Η Αιώνια Αλήθεια

Όλοι οι ιδρυτές των μεγάλων θρησκειών και όλοι οι σημαντικοί φιλόσοφοι της ιστορίας, στην προσπάθειά τους να προσεγγίσουν την Πραγματικότητα και να «συλλάβουν» την Αλήθεια, ακολούθησαν έναν τελείως φυσικό και απλό τρόπο: Όλοι αναζήτησαν την Αλήθεια και προσπάθησαν να κατανοήσουν την Πραγματικότητα μέσα στην «Δεδομένη Συνείδηση», στην «Παρούσα Συνείδηση», σε όποια κατάσταση κι αν βρισκόταν αυτή. Αναζήτησαν την Αληθινή Φύση της Ύπαρξης τους, την εγκυρότητα της αντίληψής τους και ενήργησαν για να φτάσουν στην Καθαρή Αλήθεια.

Το ίδιο μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε άνθρωπος που μπορεί να είναι εξίσου σοφός με όλους αυτούς. Να διερευνήσει την «Δεδομένη Συνείδηση» που τυχαίνει να είναι. Σε αυτή την έρευνα θα περάσει από όλα τα στάδια που πέρασε το ανθρώπινο είδος στην πολλών χιλιετηρίδων ιστορία του. Τυπολογικά υπάρχουν πέντε στάδια προς την Αλήθεια (όπως κι αν την εννοούμε αυτή), πέντε βήματα που πρέπει να κάνουμε.

1) Το πρώτο και ασφαλές θεμέλιο, η βάση από την οποία μπορούμε να ξεκινήσουμε είναι η ίδια μας η Συνείδηση (η «Δεδομένη Συνείδηση» όποια κι αν είναι αυτή). Αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουμε και προβληματιζόμαστε κι αναζητούμε την Αλήθεια. Αν δεν υπήρχαμε (αν δεν είχαμε «συνείδηση» της ύπαρξής μας) δεν θα ετίθετο καν το πρόβλημα. Πρέπει να διερευνήσουμε λοιπόν καταρχήν τι «είναι» «συνείδηση», τι είναι σταθερό και τι είναι δευτερεύουσα δραστηριότητα στην λειτουργία της. Ασφαλώς η «συναίσθηση» είναι το σταθερό στοιχείο, ενώ το περιεχόμενο, όλα όσα αντιλαμβανόμαστε έρχονται μετά. Καταρχήν λοιπόν αντιλαμβανόμαστε την Ύπαρξη σαν ένα όλο, συγκεχυμένο όλο.

2) Μέσα στην «Δεδομένη Συνείδηση» εκδηλώνεται συναίσθηση, νόηση, αντίληψη, διανοητικές λειτουργίες, αισθήματα (δηλαδή ερεθίσματα από κάπου έξω από το εγώ) κι ένας ολόκληρος κόσμος απέναντί μας (που θεωρείται αντικειμενικός). Έτσι θεμελιώνεται η διάκριση μεταξύ Υποκειμένου κι αντικειμενικού κόσμου και παγιώνεται η αντίληψη ότι είμαστε μέσα σε αυτό τον αντικειμενικό κόσμο. Η απορρόφηση στο υποκείμενο οδηγεί στην προανθρώπινη, παιδιάστικη αντίληψη, ότι ελέγχουμε τα πάντα (οδηγεί σε ένα συνειδησιακό αυτισμό), ενώ η απορρόφηση στο αντικειμενικό μας στερεί το ανθρώπινο χαρακτηριστικό μας που είναι η αυτεξουσιότητα και μας κάνει να τρέχουμε πίσω από τα φαινόμενα (και τελικά μας αποκτηνώνει).

3) Αντιλαμβανόμαστε ότι Υποκείμενο, αντικειμενικό, είναι διαφορετικά. Επεξεργαζόμενοι διανοητικά αυτές τις δύο αρχές μπορούμε να ακολουθήσουμε ή τον ένα δρόμο του υποκειμένου ή τον άλλο του αντικειμενικού και να θεμελιώσουμε φιλοσοφικές θεωρίες και αντιλήψεις που θα δίνουν προτεραιότητα είτε στο ένα είτε στο άλλο. Αυτός είναι ο διανοητικός δρόμος που ακολούθησαν οι πρώιμοι και ανώριμοι διανοητές κι έτσι θεμελίωσαν φιλοσοφίες, μεταφυσικές δοξασίες για την Πραγματικότητα που στα εγχειρίδια της φιλοσοφίας διαχωρίζονται σε ιδεαλιστικές και ρεαλιστικές. Όλα αυτά είναι διανοητικές κατασκευές, προσπάθειες να συλλάβουμε με την σκέψη την Πραγματικότητα. Είναι όμως τελείως διαφορετικό πράγμα να βιώνουμε την Πραγματικότητα από το να σκεφτόμαστε την Πραγματικότητα. Μία τέτοια στάση παραμένει ανώριμη και παιδιάστικη κι ας παίρνει την μορφή φιλοσοφικής θεωρίας.

4) Ο Δρόμος που ακολούθησαν οι ώριμοι φιλόσοφοι (συχνά μυστικιστές και αντι-διανοητικοί φιλόσοφοι) είναι άλλος, είναι ο Δρόμος του Βιώματος. Για να αντιληφθούμε την Αληθινή Φύση της Ύπαρξής μας, της Συνείδησης σαν Συνείδησης και της σχέσης μας με τον αντικειμενικό κόσμο θα πρέπει να υπερβούμε και την διανόηση κι όλες τις δευτερεύουσες δραστηριότητες της Συνείδησης. Στον χώρο της σκέψης (αν και φανταστικός, τεχνητός) ο άνθρωπος αισθάνεται ασφάλεια. Εδώ όμως καλείται να εγκαταλείψει όλες αυτές τις δραστηριότητες και να ξανοιχτεί στο Άπειρο της Καθαρής Συνείδησης, στον Ωκεανό της Αληθινής Ύπαρξης. Μία τέτοια ενέργεια είναι ασφαλώς προσωπική, μη ελεγχόμενη και συνεπώς αμφιλεγόμενη και αμφισβητούμενη. Βεβαίως, στην πραγματικότητα, το Υποκείμενο εγκαταλείποντας όλες αυτές τις δευτερεύουσες δραστηριότητες βυθίζεται στην Αντικειμενική Φύση Του, σε Αυτό που Είναι Πραγματικά, αλλά αυτό το Βιώνει προσωπικά, σαν Υποκείμενο. Η Αλήθεια που ανακαλύπτει λοιπόν το Υποκείμενο είναι Αντικειμενική, αλλά είναι μία προσωπική αντίληψη της Αντικειμενικής Φύσης. Στην πραγματικότητα, σε Αυτή την Κατάσταση Υποκείμενο, Αντικειμενική Φύση, «διαλύονται» και η Πραγματικότητα Αποκαλύπτεται σαν Μία Ενότητα, σαν Ένας Ωκεανός Ύπαρξης που συμπεριλαμβάνει τα πάντα: και το Υποκείμενο που Υπερβαίνει τον εαυτό του και ταυτίζεται με την Αντικειμενική Ύπαρξη και όλο τον φαινομενικό αντικειμενικό κόσμο. Σε Αυτή την Κατάσταση το Υποκείμενο που Ταυτίστηκε με το Σύνολο της Ύπαρξης μεταβάλλεται σε Παγκόσμιο Πνεύμα που περικλείνει την «αντικειμενική φύση». Σε Αυτή την Κατάσταση το Υποκείμενο έχει αντιστρέψει τελείως την θέση του, δεν αισθάνεται ότι είναι μέσα στον «αντικειμενικό κόσμο», αντιλαμβάνεται ότι Μέσα Του περικλείνεται όλος ο «αντικειμενικός κόσμος». Συμβαίνει μία Πλήρης Πνευματική Ανατροπή κι έτσι ο «άνθρωπος» «γίνεται» «Θεός», ό,τι ήταν πάντα.

5) Μία Συνείδηση που Πραγματοποίησε την Πλήρη Αυτογνωσία, που έφτασε στην Έλλαμψη, στην Φώτιση, στην Σωτηρία (όπως κι αν το πούμε είναι το ίδιο), Αντιλαμβάνεται ότι στην πραγματικότητα η ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, η ΥΠΑΡΞΗ, η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ, ότι ποτέ δεν αποχωρίστηκε από την ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ κι ότι όλη η πορεία της μέσα στον φαινομενικό κόσμο δεν ήταν παρά μία «συνειδησιακή παραζάλη», που την οδήγησε στο να αντιλαμβάνεται όλα τα φαινόμενα που παράγονται μέσα της σαν ανεξάρτητα από αυτήν και ότι βρέθηκε στην παράδοξη θέση να αισθάνεται ότι ζει μέσα σε αυτό το κοσμικό όνειρο. Είναι δύσκολο να κατανοήσει Αυτή την Κατάσταση μία συνείδηση που δεν την Βίωσε.

Όπως κι αν έχει το πράγμα, καταλαβαίνουμε ότι ο Δρόμος Προς Την Αλήθεια είναι Βιωματικός. Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι Βίωμα, δεν είναι περιγραφή του Δρόμου, ούτε διανοητική θεωρία. Για να φτάσουμε στην ΑΛΗΘΕΙΑ πρέπει να διαβούμε τα πέντε στάδια της «συνειδησιακής εξέλιξης» που περιγράψαμε (και που ο άνθρωπος σαν είδος έκανε χιλιάδες χρόνια να διανύσει). Δηλαδή:

1. Να ξεκινήσουμε από την Δεδομένη Συνείδηση.

2. Να διακρίνουμε το Υποκείμενο από το δεδομένο αντικειμενικό,

3. Να ξεπεράσουμε την διανοητική παγίδα της ερμηνείας της Πραγματικότητας είτε από την ιδεαλιστική, είτε από την ρεαλιστική πλευρά,

4. Να ξανοιχτούμε στον Άγνωστο Ωκεανό της Αληθινής Ύπαρξης, πέρα από την διανόηση και τις άλλες δραστηριότητες και να πραγματοποιήσουμε την πνευματική μεταστροφή, να αντιληφθούμε ότι ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ που περιλαμβάνει Μέσα Της τα φαινόμενα,

5. Να συνειδητοποιήσουμε ότι ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ Η ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ κι ότι ποτέ δεν ξεπέσαμε, ούτε ποτέ φωτισθήκαμε, απλά «βγήκαμε» από το «όνειρο».

Ασφαλώς, από την πιο πάνω περιγραφή μπορούμε να εξάγουμε μία μεταφυσική θεωρία, αλλά αυτό είναι αδιάφορο. Σημασία έχει να Διαβούμε τον Δρόμο κι όχι να έχουμε μία καλή περιγραφή του Δρόμου. Όσο κι αν σας περιγράφουμε τον δρόμο προς την Ακρόπολη των Αθηνών αυτό μένει μία διανοητική σύλληψη, ένας «χάρτης». Πρέπει να βαδίσετε τον δρόμο για να δείτε την Ακρόπολη και να περπατήσετε ανάμεσα στις κολώνες του Παρθενώνα. Τότε μόνο μπορείτε να ελπίσετε ότι θα δείτε την «Αθηνά». Μόνο δευτερεύοντα πνεύματα μένουν στην περιγραφή. Σε χειρότερη κατάσταση είναι οι άνθρωποι που προσπαθούν μέσω της διανόησης να ερμηνεύσουν την Πραγματικότητα. Όσο ωραίες θεωρίες κι αν φτιάχνουν, είτε πετούν στα «σύννεφα» του υποκειμενισμού, είτε σέρνονται στα «έλη» του ρεαλισμού. Σε ακόμη χειρότερη κατάσταση βρίσκονται οι άνθρωποι που είναι σε σύγχυση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικειμενικό, είτε στρέφονται προς τον εγωιστικό υποκειμενισμό και σε ένα άρρωστο αυτισμό, είτε βυθίζονται στον «αληθινό κόσμο της καθημερινότητας» και αποκτηνώνονται τρώγοντας ο ένας τον άλλο. Υπάρχει τέλος μία πέμπτη κατηγορία ανθρώπων που βρίσκονται στην σύγχυση μίας πρωτόγονης ολικής αντίληψης της Πραγματικότητας, όπου όμως δεν υπήρξε ποτέ ούτε ανάδυση του «εγώ», ούτε υπέρβασή του μέσα στην Αντικειμενική Φύση της Ύπαρξης. Δυστυχώς ο κόσμος είναι γεμάτος από «ηλίθιους», «κτήνη», «αυτιστικούς», «διανοητές-κατσίκες» που μηρυκάζουν συνεχώς την «γνώση» της ανθρωπότητας και ανθρώπους που ζουν την αλήθεια από «δεύτερο χέρι».

Εμείς πιστεύουμε ότι κάθε Συνείδηση μπορεί να βαδίσει τον Δρόμο της Αλήθειας, τον Δρόμο που βάδισε ο Βούδας, ο Ιησούς από την Ναζαρέτ, ο Λάο Τσε, ο Πλάτωνας, ο Έκαρτ, ο Χέγγελ και τόσοι άλλοι. Δηλαδή, σε τι ήταν καλύτεροι αυτοί; Η φυσική δυνατότητα υπάρχει, άλλο αν την χρησιμοποιούμε ή όχι. Πάντως είναι καλύτερα να «χαθούμε» στον Ωκεανό του Αγνώστου προσπαθώντας να ζήσουμε γνήσια, πρωτότυπα, κατακτώντας την Αλήθεια με δικά μας μέσα, παρά να μένουμε μέσα στο «μαντρί» μαζί με τα υπόλοιπα «ζώα». Η Αλήθεια κι η Ελευθερία είναι εκεί «έξω».

Στους περισσότερους αρέσει η ευχαρίστηση και ο πόνος που φέρνει το «εγώ»

Μπορώ, ας πούμε, να κοιτάξω ένα λουλούδι στην άκρη του δρόμου ή στο δωμάτιό μου χωρίς όλες αυτές τις σκέψεις που εμφανίζονται, χωρίς τη σκέψη που λέει, «είναι τριαντάφυλλο· την ξέρω τη μυρωδιά του, το άρωμά του, και μ’ αρέσει», και όλα τα υπόλοιπα που θυμάμαι;

Μπορώ απλώς να το παρατηρήσω χωρίς τον παρατηρητή;

Μπορώ να παρατηρώ χωρίς τον παρατηρητή;

Αν δεν το έχετε κάνει ποτέ αυτό, κάντε το στο πιο εύκολο, στο πιο απλό επίπεδο.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ευκολότερο επίπεδο· αν ξέρεις πώς να το κάνεις αυτό, μπορείς να το κάνεις παντού.

Τότε μπορείς να κοιτάξεις τον εαυτό σου χωρίς τον παρατηρητή· χωρίς το κέντρο του «εγώ», χωρίς το χωρισμό του σκεπτόμενου από τη σκέψη του· τότε μπορείς να κοιτάξεις τη γυναίκα σου ή τον άντρα σου, το αφεντικό σου και όλες τις απαιτήσεις της κοινωνίας χωρίς τον παρατηρητή....

Πρέπει να ελευθερωθούμε από τις αιτίες που δημιουργούν συγκρούσεις μέσα μας.

Και το κέντρο της σύγκρουσης είναι το «εγώ».

Οι πιο πολλοί από μας δεν θέλουν να ελευθερωθούν από το «εγώ» τους.

Αυτή είναι η δυσκολία.

Στους περισσότερους αρέσει η ευχαρίστηση και ο πόνος που φέρνει το «εγώ».

Και όσο βρισκόμαστε κάτω από τον έλεγχο της ευχαρίστησης και του πόνου του «εγώ», θα υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στο «εγώ» και στην κοινωνία, ανάμεσα στο «εγώ» και στο συλλογικό και το συλλογικό θα κυριαρχήσει στο «εγώ» και αν μπορεί θα το καταστρέψει.

Το «εγώ» όμως, είναι πιο δυνατό από το συλλογικό έτσι πάντοτε το παρακάμπτει, προσπαθεί να κερδίσει μια θέση μέσα σ’ αυτό, να αναπτυχθεί, να καταξιωθεί.

Σίγουρα η απελευθέρωση από το «εγώ», είναι το πραγματικό έργο της ζωής του ανθρώπου.

Τι μετρούν στην πραγματικότητα τα τεστ νοημοσύνης;

Τα τεστ νοημοσύνης μετρούν αποτελέσματα αναφορικά με τη συμβολή των γονιδίων και του περιβάλλοντος στην ανάπτυξη ικανοτήτων και γνώσεων που σχετίζονται με το ζήτημα της συμβολής της «φύσης» ή της «ανατροφής» όπως το έθεσε ο Galton.

Νοημοσύνη

Οι οπαδοί της ευγονικής απλώς ισχυρίστηκαν ότι καθένας από εμάς έχει σε διαφορετικό βαθμό «κάτι» που ονομάζεται «νοημοσύνη», το οποίο μας κάνει να απαντάμε σωστά ή λανθασμένα σε ερωτήσεις, και το οποίο «κάτι» το κληρονόμησε σε διαφορετικό βαθμό καθένας από εμάς ανάλογα με την καταγωγή του.

Οι ισχυρισμοί αυτοί άσκησαν έντονη επίδραση στην άποψη του ευρύτερου κοινού για τα αίτια των ακαδημαϊκών επιτευγμάτων και της κοινωνικής επιτυχίας, ενώ οι συγκεκριμένες απόψεις υπάρχουν σε κάποιο βαθμό έως και σήμερα.

Έτσι συχνά ερμηνεύουμε την αποτυχία μας αναφερόμενοι στην «έλλειψη ευφυΐας». Μια άλλη κοινή πεποίθηση ήταν ότι η κοινωνική ανισότητα δικαιολογείται βάσει της ανώτερης έμφυτης νοημοσύνης των πλουσίων και των δυνατών, και αυτό θεωρήθηκε ότι μπορούσε να αποδειχθεί επιστημονικά με τη χρήση ψυχολογικών δοκιμασιών.

Βέβαια, ούτε τότε ούτε σήμερα υπάρχουν αποδείξεις περί της ύπαρξης αυτού του κληρονομικού «κάτι» που αποκαλείται «νοημοσύνη», ανεξάρτητα από την επίδοση των ατόμων σε δοκιμασίες που υποτίθεται ότι «το» μετρούν.

Ακόμη όμως και αν μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε τη νευρολογική φύση της «νοημοσύνης», η απόδειξη ότι η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων που αφορούν την εκπαίδευση και συνθέτουν τα τεστ είναι έμφυτη, δηλαδή ανεξάρτητη από την εμπειρία μας, απαιτεί τη σύγκριση ατόμων που έχουν μεγαλώσει μαζί και χωριστά σε κάποιο περιβάλλον, κάτι το οποίο είναι τελείως αδύνατον.

Από τη στιγμή που σε ένα περιβάλλον υπάρχει ποικιλομορφία, η πιθανότητα αλληλεπίδρασης περιβάλλοντος και αναπτυσσόμενης φυσιολογίας είναι δεδομένη: δεν υπάρχει τεστ που να μπορεί να αποκλείσει κάτι τέτοιο. Άλλωστε, οι εθνικές και τοπικές ομάδες έχουν κοινή όχι μόνο τη γενετική αλλά και την πολιτισμική ποικιλομορφία.

Παράλληλα, η πολυπλοκότητα των αλληλεπιδράσεων φυσιολογίας και πολύπλοκων πλαισίων είναι βέβαιο ότι συνεπάγεται διαφορετικές μετρήσεις σε διαφορετικά είδη τεστ.

Ένα καλύτερο ερώτημα από το «εάν η νοημοσύνη κληρονομείται ή αποκτάται» είναι το εξής:

Ποιες όψεις της φυσιολογίας αλληλεπιδρούν με ποιες όψεις του περιβάλλοντος και σε ποιες περιόδους της ανάπτυξής μας για να καθορίσουν ποιες όψεις της νοητικής λειτουργίας;

Η οπτική αυτή υπαινίσσεται ότι γνωρίζουμε πολύ λιγότερα για την ανάπτυξη της νοήμονος συμπεριφοράς από ό,τι μας έκαναν να πιστέψουμε οι ισχυρισμοί για τη φύση και την ανατροφή. Όπως αποδεικνύεται, η ανακάλυψη αιτιωδών σχέσεων μεταξύ πραγματικών φυσικών γεγονότων και ανάπτυξης της νοήμονος συμπεριφοράς είναι αρκετά δύσκολη υπόθεση, γεγονός που συμβάλλει αναμφίβολα στη μόνιμη δημοτικότητα της, έτσι ή αλλιώς, υπάρχουσας διχοτόμησης «φύσης-ανατροφής».

Από την άλλη μεριά, οι αντικειμενικές και αξιόπιστες περιγραφές κάποιων πραγματικών καθοριστικών παραγόντων της νοήμονος συμπεριφοράς είναι πιθανό ότι θα συνεισφέρουν θετικά στη δημοσιονομική πολιτική και δεν θα προκαλέσουν μισαλλοδοξία στον χώρο της επιστήμης.

Ο δείκτης νοημοσύνης

Κατά τη δημιουργία ενός τεστ για τη μέτρηση σχετικά πολύπλοκων διανοητικών λειτουργιών με στόχο την τοποθέτηση παιδιών με ιδιαίτερες ανάγκες σε ειδικά προγράμματα επιμόρφωσης, ο Alfred Binet εισήγαγε την έννοια του «νοητικού επιπέδου» για να αναφερθεί στο ηλιακό επίπεδο στο οποίο τα περισσότερα παιδιά της συγκεκριμένης ηλικίας επιλύουν καθεμία από πολλές ομάδες θεμάτων.

Σε αντίθεση με τις συστάσεις του Binet όμως, ο οποίος πίστευε ότι η νοημοσύνη δεν καθορίζεται από την κληρονομικότητα, αλλά τείνει να αυξάνεται με την ηλικία και την εμπειρία, οι περισότεροι από τους μεταφραστές του τεστ αντικατέστησαν τον όρο «νοητικό επίπεδο» με τον όρο νοητική ηλικία.

Οι Αμερικανοί μεταφραστές πίστευαν ότι η νοημοσύνη είναι κληρονομική και αμετάβλητη, οπότε η άποψη μιας σταθερά αυξανόμενης νοημοσύνης τούς ενοχλούσε.

Μια λύση προτάθηκε από τον Γερμανό θεωρητικό της προσωπικότητας William Stern, ο οποίος υποστήριξε ότι η νοημοσύνη μπορεί να εκφράζεται καλύτερα ως αναλογία της νοητικής ηλικίας προς τη χρονολογική ηλικία. Για να μην υπάρχουν κλάσματα, ο δείκτης πρέπει να πολλαπλασιάζεται επί 100.

Το αποτέλεσμα αυτής της πράξης έγινε παγκοσμίως γνωστό ως Δείκτης Νοημοσύνης ή I.Q.

Σύμφωνα με τον Δείκτη Νοημοσύνης, το παιδί του οποίου οι ικανότητες βελτιώνονται συστηματικά, αλλά παρ' όλα αυτά μένει πίσω από τη μέση ικανότητα των συμμαθητών του, διατηρεί το ίδιο χαμηλό I.Q. παρά τις βελτιώσεις στην επίδοσή του.

Αυτή η έμφαση στη σταθερότητα των μετρήσεων της επίδοσης, παρά τις αλλαγές της επίδοσης, ήταν περισσότερο σύμφωνη με την επικρατούσα άποψη περί αμετάβλητης κληρονομικής νοημοσύνης.

Η κατάχρηση του Δείκτη Νοημοσύνης

Η μέτρηση του I.Q. αποδείχθηκε βολική, καθώς δεν ήταν πλέον απαραίτητο να υπάρχουν δύο βαθμολογίες του παιδιού για να καθοριστεί η θέση του σε σχέση με τους συνομηλίκους του. Αποδείχθηκε όμως υπερβολικά βολική, καθώς φαινόταν να επιβεβαιώνει την άποψη ότι έχουμε μέσα μας κάτι σταθερό το οποίο, χρόνο με τον χρόνο, μας κάνει να επιτυγχάνουμε ή να αποτυγχάνουμε σε διανοητικά απαιτητικές καταστάσεις.

Ακόμη και στη σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι στρέφονται κυρίως στη βαθμολογία του Δείκτη Νοημοσύνης για να μάθουν πόσο έξυπνοι είναι «πραγματικά».

Παρομοίως, κάποιοι δάσκαλοι ανατρέχουν στο I.Q. για να δικαιολογήσουν τις αποτυχίες των μαθητών τους, αγνοώντας τις (προσεκτικά προετοιμασμένες) καθοδηγητικές συστάσεις του ψυχολόγου, να βρουν τη βαθμολογία που θα δείξει τις ενυπάρχουσες ελλείψεις του παιδιού.

Από την άλλη μεριά, όταν ο Δείκτης Νοημοσύνης ενός παιδιού είναι υψηλότερος από τα επιτεύγματά του, οι άνθρωποι εκφράζουν την καχυποψία τους και μπορεί να το τιμωρήσουν γιατί «δεν καταβάλλει προσπάθειες», αντί να αναρωτηθούν γιατί το εκπαιδευτικό πρόγραμμα αποτυγχάνει να το βοηθήσει.

Η ουσία πάντως είναι ότι ο Δείκτης Νοημοσύνης αποτελεί απλώς μια μονάδα που εκφράζει το αποτέλεσμα ενός τεστ, το οποίο βρίσκει κατά πόσο κάποιες συγκεκριμένες συμπεριφορές περιλαμβάνονται στο ρεπερτόριο του εξεταζόμενου ατόμου.

Ο Δείκτης Νοημοσύνης είναι μια μέτρηση της συμπεριφοράς, όχι μια αιτία της.

Είναι έργο του ψυχολόγου -και όχι κάποιου ψυχολογικού τεστ- να δημιουργήσει μια χρήσιμη αναφορά για τη συμπεριφορά του υποκειμένου σε σχέση με τα γεγονότα και τις συνθήκες του παρόντος και του παρελθόντος.

Τα τεστ βοηθούν τον ψυχολόγο να αναγνωρίσει τα σημαντικά φαινόμενα που έχει καθήκον να μελετήσει. Αυτή ήταν η πρόθεση του Binet όταν δημιούργησε το πρώτο χρήσιμο τεστ νοημοσύνης.

Και παρότι χρησιμοποιήθηκαν και με ακατάλληλο τρόπο για την ψευδοεπιστημονική υποστηρίξη πολιτικών στόχων, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα ίδια αυτά τεστ αξιοποιήθηκαν από ευσυνείδητους ψυχολόγους ως εργαλεία που βοηθούν στη διάγνωση και εντοπίζουν άτομα τα οποία μπορούν να ωφεληθούν από τη θεραπεία.

Στην πραγματικότητα, η αναγνώριση της αξίας της ψυχολογικής εξέτασης για την κλινική διάγνωση οδήγησε στην εδραίωση της κλινικής ψυχολογίας ως ανεξάρτητου κλάδου.

Πόση συναισθηματική ευελιξία αντέχεις;

Στην ερώτηση “τι κάνεις;”, θυμήσου πόσες φορές μπόρεσες, θέλησες ή σου βγήκε αυθόρμητα να απαντήσεις κάτι διαφορετικό από την φράση “είμαι καλά, εσύ;”. Τι περιλαμβάνει, όμως, αυτό το “καλά”, έχεις ποτέ αναλογιστεί; Αντικατοπτρίζει στ’ αλήθεια τον πραγματικό εσωτερικό σου κόσμο, την συναισθηματική σου κατάσταση κάθε στιγμή;

Είναι αλήθεια πως πολλές φορές μας βγαίνει αυτόματα να απαντήσουμε “καλά”, χωρίς να κάνουμε συναισθηματική διερεύνηση, χωρίς να ισχύει αυτό στην πραγματικότητα. Μία φίλη μου, μου είχε πει κάποτε πως όταν συνηθίζει να απαντάει με αυτή την λέξη, η ψυχολογία της ακολουθεί και την γλώσσα που χρησιμοποίει και αρχίζει όντως να αισθάνεται καλά. Θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε ως μία μορφή αυθυποβολής. Λέω πως είμαι καλά, άρα πείθω τον εαυτό μου πως αισθάνομαι έτσι. Στην πραγματικότητα, όμως τον ξεγελάω, τον χειρίζομαι, τον εξαναγκάζω να απαρνηθεί οποιοδήποτε άλλο αρνητικό ή θετικό συναίσθημα τόλμησε να αισθανθεί. Είναι μία μέθοδος συναισθηματικής λογικής που μόνο σε γνωστικές διαστρεβλώσεις για την πραγματικότητά μας καθώς και για το συναισθηματικό μας κόσμο μπορεί να μας οδηγήσει.

Και οι άνθρωποι είμαστε έτσι φτιαγμένοι για να βιώνουμε όλα τα συναισθήματα στο έπακρο, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά. Γιατί, αν απαρνηθείς ένα συναίσθημα, αν το κοροϊδέψεις, αν δεν τον αφήσεις να εισβάλλει στο συνειδητό σου, αυτό το ίδιο συναίσθημα θα βρει τρόπο να σε πολεμήσει και να μπει στη ζωή σου εκεί που δεν το περιμένεις, ύπουλα, βίαια, ακόμα και αθόρυβα.

Ξέρω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από το να νιώθεις κάθε μέρα ευχάριστα, καλά, όμορφα, να νιώθεις την πεποίθηση πως έχεις τον έλεγχο της ζωής σου. Γνωρίζεις, όμως πως το ίδιο έλεγχο μπορείς να τον διατηρείς και όταν δεν είσαι καλά, αρκεί να έχεις επίγνωση αυτής της κατάστασης;

Έχεις ακούσει τον όρο “συναισθηματική ευελιξία“; Είναι η ικανότητά σου να μπορείς να βιώνεις, να ελέγχεις και να αποδέχεσαι οποιοδήποτε συναίσθημα σε κατακλύζει. Το να είναι κάποιος συναισθηματικά ευέλικτος προϋποθέτει να μπορεί να εκφράσει το κάθε συναίσθημα, χωρίς να αισθάνεται ντροπή ή ενοχή γι’ αυτό. Έτσι, μπορείς παράλληλα να είσαι πιο παραγωγικός, δημιουργικός και ένα βήμα πιο κοντά στον αληθινό εαυτό σου.

Η μόδα των θετικών συναισθημάτων, όπως συνηθίζω να λέω είναι πλέον ξεπερασμένη. Θεωρώ πως αυτή η μόδα ποτέ δεν ταίριαζε απόλυτα με την ανθρώπινη φύση. Τα θετικά συναισθήματα γίνονται πλέον εμμονή και ξεχνάμε να τα ζήσουμε.

Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΟΤΙ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΙΩΘΟΥΜΕ ΘΕΤΙΚΑ Η ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΧΝΟΥΜΕ ΘΕΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΙ, ΜΑΣ ΑΠΟΤΡΕΠΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ.

Εσύ ανήκεις στην κατηγορία των συναισθηματικά ευέλικτων; Σου επιτρέπεις να νιώσεις πολλά συναισθήματα μαζί ή να μεταπηδήσεις από το ένα συναίσθημα στο άλλο χωρίς κανέναν δισταγμό; Ή μήπως ανήκεις σε εκείνη την κατηγορία τον ατόμων που χρησιμοποιούν φίλτρα συναισθημάτων όπως εκείνα τα φίλτρα στις φωτογραφίες, που παραποιούν όλα τα αληθινά χαρακτηριστικά, όλες εκείνες τις ατέλειες που σε κάνουν επίπεδο, άγχρωμο, μη αυθεντικό.

Τα καλά νέα είναι πως ποτέ δεν είναι αργά να αποκτήσεις γνώση, έλεγχο, να αγαπήσεις και να αποδεχτείς το συναισθηματικό σου φορτίο.

Τρόποι για να μπορέσεις να γίνεις “συναισθηματικά ευέλικτος”:

– Αναγνώρισε ποια συναισθήματα σου είναι πιο εύκολο να εκφράζεις. Για παράδειγμα είναι πιο εύκολο να δείχνεις χαρά, ενθουσιασμό, θαυμασμό ή σου είναι πιο εύκολο να εκφράζεις τον φόβο σου, τον θυμό σου, την δυσαρέσκεια σου για κάτι; Σ΄ αυτήν την πρώτη αναγνώριση θα εντοπίσεις και κάτι πολύ σημαντικό για τον εαυτό σου, τον ρόλο που σου αρέσει να παίρνεις στη ζωή σου και στις σχέσεις σου, το προσωπείου που προτιμάς να φοράς.

– Βρες τα άτομα με τα οποία αισθάνεσαι πιο άνετα στο να μοιραστείς τις σκέψεις και τα συναισθήματά σου. Δες τι πηγαίνει καλά με αυτούς και προσπάθησε αυτό να το ελκύεις στη ζωή σου, απορρίπτοντας σχέσεις που σε αποτρέπουν να φτάνεις στο μέγιστο βαθμό της γνώσης του εαυτού σου, σχέσεις που σου δημιουργούν συναισθηματική ανασφάλεια.

– Ανακάλυψε τον τρόπο που αντιλαμβάνεσαι το κάθε συναίσθημα. Για παράδειγμα σε άλλος μέρος του σώματος σου στεγάζεται ο φόβος, σε άλλο ο θυμός και ίσως κάπου αλλού η χαρά. Είναι σημαντικό να ακούς το σώμα σου, καθώς η συναισθηματική ευελιξία προϋποθέτει και σωματική, που σημαίνει πως αντιλαμβάνομαι τις αλλαγές στο σώμα μου, τις δέχομαι και προσπαθώ να τις μεταφράσω.

– Ξεκίνα να ενδιαφέρεσαι για τον συναισθηματικό κόσμο των σημαντικών σου άλλων. Τι θα έλεγες να αλλάξεις την ερώτηση σου προς τους άλλους από “τι κάνεις;” σε “πως νιώθεις;”. Αυτό το βήμα θα σε βοηθήσει, όχι μόνο στην ανάπτυξη της συναισθηματικής ευελιξίας, αλλά και στην ενίσχυση της συναισθηματικής νοημοσύνης.

– Αποδέξου ότι η συνύπαρξη πολλών συναισθημάτων μαζί είναι κάτι απόλυτα φυσιολογικό. Εμπλούτισε τις λέξεις σου με συναισθηματικό λεξιλόγιο και όχι με περιγραφές γεγονότων. Για παράδειγμα αντί να πεις “η θάλασσα σήμερα ήταν ήρεμη”, μπορείς να πεις “ένιωσα ηρεμία σήμερα στην θάλασσα.”

Εύχομαι διαβάζοντας αυτό το κείμενο να μην ένιωσες απλώς καλά. Εύχομαι η κάθε μέρα σου να είναι γεμάτη συναισθήματα. Μη ξεχνάς πως αντέχεις πολύ περισσότερα συναισθήματα από όσα νομίζεις!

Η δήθεν χρεοκοπία του Ορθού Λόγου

Πρόοδος υπάρχει, όχι μόνο στην επιστήμη και την τεχνολογία, αλλά και σε καθαρά ανθρωπιστικό και ανθρώπινο επίπεδο. Φτάνει βέβαια να κρίνουμε με βάση το παρελθόν και όχι ανύπαρκτα ουτοπικά κριτήρια.

Οι υποστηρικτές του «μύθου» της προόδου, συνήθως, ταυτόχρονα με την αποτυχία της, υποστηρίζουν και την αποτυχία του ορθού λόγου. Ταυτίζουν τον ορθό λόγο με όλη την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας και εφόσον πιστεύουν πως αυτή μας οδήγησε στην κόλαση (και όχι στο παράδεισο που επαγγέλονταν οι υπεραισιόδοξοι οραματιστές του 19ου αιώνα) θεωρούν και τον ορθολογισμό υπεύθυνο γι αυτή την πορεία. Κι όχι μόνο αυτό: του φορτώνουν το Ολοκαύτωμα, τους Παγκόσμιους Πολέμους, τις εκκαθαρίσεις του Χίτλερ, του Στάλιν του Μάο και του Πολ Ποτ – κι ότι άλλο κακό προέκυψε στην διάρκεια του 20ου αιώνα.

Το πρώτο που πρέπει να παρατηρήσει κανείς είναι ότι ο αντίπαλοι του ορθολογισμού τον πολεμάνε με καθαρά ορθολογιστικά επιχειρήματα. Δηλαδή, η σειρά των συλλογισμών τους, που προσπαθεί να αποδείξει τον θάνατο του ορθολογισμού, τον ανασταίνει. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά: ο ορθολογισμός είναι η (σιωπηρή ή ανοιχτή) προϋπόθεση για κάθε επιχειρηματολογία. Θα έλεγα ακόμα: για κάθε σκέψη. Εκτός ορθού λόγου είναι η ποίηση, η τέχνη γενικά, τα συναισθήματα, τα όνειρα, οι διαισθήσεις... Αλλά με αυτά τα υλικά δεν μπορεί να οικοδομηθεί καμία συλλογιστική.

Το δεύτερο που έχω να πω είναι ότι ο ορθολογισμός δεν σκότωσε ποτέ ούτε μύγα. Ο ορθολογισμός είναι ένας τρόπος σκέψης, μία μέθοδος, ένα σύστημα – αλλά δεν είναι ιδεολογία. Ίσα-ίσα, η κριτική ορθολογική σκέψη είναι ο μέγας αντίπαλος των ιδεολογιών, των κοσμοθεωριών ακόμα και των θρησκειών – επειδή είναι ο αντίπαλος κάθε δογματισμού, κάθε φανατισμού, κάθε ιδεοληψίας. Αυτό που σκότωσε π. χ. τα θύματα του Φασισμού ή και του Κομμουνισμού ήταν η τυφλή πίστη σε τελείως παράλογα δόγματα (π.χ. η ανωτερότητα της Άρειας Φυλής, ή ο Μεσσιανικός Διαλεκτικός Υλισμός) δόγματα που έπαιζαν τον ρόλο της θρησκείας: είχαν τα ιερά τους βιβλία, το ιερατείο, την επαγγελία του παραδείσου (το Τέταρτο Ράιχ ή η αταξική κοινωνία). Η εξόντωση έξη εκατομμυρίων Εβραίων δεν είναι ορθολογική απόφαση. Μόνο ο τυφλός φανατισμός μπορεί να οδηγήσει σε αυτή.

Από την ορθολογική σκέψη το μόνο που μπορεί να προκύψει είναι μία θέση όπως η κατηγορική προσταγή του Καντ: «Πράττε έτσι ώστε η θέλησή σου να μπορεί να γίνει νόμος για όλη την ανθρωπότητα». Να μία καθαρά λογική σκέψη. Το να θέλω οι αποφάσεις μου να ισχύουν μόνο για μένα είναι παράλογο. Άλλωστε η κατηγορική προσταγή δεν είναι άλλο από την μεταφορά του Χρυσού Κανόνα σε πιο φιλοσοφική διάλεκτο.

Ο Χρυσούς Κανών απαντά σε πολλές εκδοχές σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ανάλογες παραινέσεις έχουν διατυπώσει ο Βούδας, ο Κομφούκιος, ο Μωάμεθ, ο Λαο-Τσε, και άλλοι σοφοί. Περισσότερα στο Δίκτυο http://www.jcu.edu/philosophy/gensler/goldrule.htm.

Με αυτή την καθαρά λογική αλλά απόλυτα ανθρώπινη παραδοχή, ο ορθός λόγος οδηγεί, νομοτελειακά, στην αποδοχή των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Γιατί τι άλλο είναι τα ανθρώπινα δικαιώματα παρά η εφαρμογή, λεπτομερειακά, του κανόνα: «να φέρεσαι όπως θέλεις να σου φέρονται». Να μπαίνεις δηλαδή στην θέση του άλλου. Τις ελευθερίες που διεκδικείς για τον εαυτό σου, θα ήταν παράλογο να τις αρνηθείς στον άλλο. Εκτός αν δεν τον θεωρείς ίσο με σένα – πράγμα που πάλι είναι παράλογο. Γιατί πώς, λογικά, θα θεμελιώσεις την διάκριση;

Αν νομίζετε πως είναι τυχαίο το ότι όλες οι θρησκείες και οι ιδεολογίες αντιδρούν στα ανθρώπινα δικαιώματα (και ο δικός μας Προκαθήμενος τα έχει καταδικάσει επανειλημμένα)... Φτάσαμε ο όρος Διαφωτιστής να θεωρείται ύβρις (μου την έχουν πετάξει στο κεφάλι). Κι ας έλεγε ο Καντ ότι διαφωτισμός: «είναι η ενηλικίωση του ανθρώπου, η έξοδός του... από την αδυναμία να χρησιμοποιεί το νου του χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου... 'Τόλμησε να χρησιμοποιήσεις τον δικό σου νου' – αυτό είναι το σύνθημα του Διαφωτισμού. Και γι αυτό τίποτα άλλο δεν χρειάζεται παρά μόνον η ελευθερία».

Αλίμονο – οι πόλεμοι δεν έγιναν από ορθολογιστές αλλά από ανθρώπους που είχαν ξεχάσει τον ορθό λόγο. Αυτό που οδήγησε τους Χούτου να σφάξουν ένα εκατομμύριο Τούτσι και τον Πολ Ποτ να εξολοθρεύσει τρία εκατομμύρια συμπολίτες του, ήταν ακριβώς το αντίθετο από την λογική. Αυτό έφερε το Άουσβιτς και την Σερμπρένιτσα.

Μα η επιστήμη και η τεχνολογία δημιούργησαν την ατομική ενέργεια! Ναι, αλλά ποιοι την χρησιμοποίησαν ως βόμβα; Με τον ηλεκτρισμό φωτίστηκε η ανθρωπότης – φταίει ο Τέσλα αν χρησιμεύει για την ηλεκτρική καρέκλα;


Οι θεωρητικοί που πολεμούν τον ορθό λόγο και τον διαφωτισμό δεν έχουν τίποτα να του αντιπαραθέσουν παρά μόνο κάτι συναισθηματικές και νεφελώδεις γενικότητες όπως «θητεία στην φύση», «συντονισμός στην οντογένεση», «αυθεντική και αρμονική συν-εξέλιξη» (ανθολογία από ανάλογες μελέτες).

Ευτυχώς για μας, ο ορθολογισμός δεν χρεοκόπησε. Ίσα-ίσα που αποτελεί την τελευταία μας ελπίδα για να λύσουμε τα προβλήματα που έφερε η ασυδοσία στην ανάπτυξη και στην ανισοκατανομή των αγαθών...