Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

Γκιστάβ Λε Μπον: Η ψυχολογία του όχλου και ο ρόλος των δημαγωγών στις επαναστάσεις

Ο ρόλος του λαού στάθηκε ο ίδιος σ’ όλες τις επαναστάσεις. Δεν είναι ποτέ ο λαός εκείνος, που συλλαμβάνει την ιδέα των επαναστάσεων, ούτε εκείνος που τις καθοδηγεί. Η δράση του κατευθύνεται από τους δημαγωγούς. Μόνον όταν τα άμεσα συμφέροντά του βλάπτονται, βλέπει κανείς, τμήματα του λαού να επαναστατούν αυθόρμητα. Ένα κίνημα επίσης εντοπισμένο αποτελεί μια απλή στάση.
 
Η επανάσταση είναι εύκολη, όταν οι δημαγωγοί εξασκούν μεγάλη επιρροή στον λαό. Οι νέες όμως ιδέες διεισδύουν στις λαϊκές μάζες με μια εξαιρετική βραδύτητα. Ο λαός αποδέχεται γενικά μια επανάσταση χωρίς να γνωρίζει το γιατί, και όταν τυχαία φθάσει στο σημείο να το αντιληφθεί, η επανάσταση έχει πια τελειώσει από πολύ καιρό. Ο λαός κάνει μια επανάσταση, γιατί σπρώχνεται να την κάνει, αλλά επειδή δεν καταλαβαίνει και πολλά πράγματα από τις ιδέες των δημαγωγών του, τις εξηγεί με τον τρόπο του κι ο τρόπος αυτός δεν μοιάζει καθόλου με τον τρόπο των αληθινών πρωτεργατών του κινήματος. Η Γαλλική Επανάσταση παρέχει σ’ αυτό το σημείο ένα εκπληκτικό παράδειγμα.

Η Επανάσταση του 1789 είχε σαν πραγματικό σκοπό ν’ αντικαταστήσει την εξουσία των ευγενών με την εξουσία της αστικής τάξεως, δηλαδή ν’ αντικαταστήσει μια παλιά ομάδα εκλεκτών, που είχαν γίνει ανίκανοι, με μια νέα ομάδα εκλεκτών, που ήταν ικανοί. Στην πρώτη αυτή φάση της Γαλλικής Επαναστάσεως πολύ λίγο έμπαινε ζήτημα για τον λαό. Είχε βέβαια διακηρυχθεί η λαϊκή κυριαρχία, αλλά μεταφραζόταν μόνο με το δικαίωμα να εκλέγει τους αντιπροσώπους του. Ο λαός εντελώς αμόρφωτος, μη ελπίζοντας, όπως η αστική τάξη, ν’ ανεβεί τις βαθμίδες της κοινωνικής κλίμακας, μη νοιώθοντας διόλου τον εαυτό του ισότιμο με τους ευγενείς και μη φιλοδοξώντας να το πετύχει, είχε βλέψεις και συμφέροντα πολύ διαφορετικά από τα συμφέροντα των ανεπτυγμένων τάξεων της κοινωνίας. Οι αγώνες της Εθνοσυνελεύσεως με τη βασιλική εξουσία οδήγησαν στην ανάμιξη του λαού σ’ αυτή την πάλη. Η ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή του λαού μετέβαλε πολύ γρήγορα την αστική επανάσταση σε λαϊκή.

Όταν μια ιδέα δεν έχει δύναμη και δεν επενεργεί παρά με την προϋπόθεση ότι θα ‘χει σαν στήριγμα μια συναισθηματική και μυστικιστική βάση, στην περίπτωση αυτή οι θεωρητικές αντιλήψεις της αστικής τάξεως, για ν’ ασκήσουν επίδραση πάνω στον λαό, θα ‘πρεπε να μεταμορφωθούν σε μια καινούργια ξεκάθαρη πίστη, που να πηγάζει από ολοφάνερα πρακτικά συμφέροντα. Η μεταμόρφωση αυτή έγινε πολύ γρήγορα, όταν ο λαός άκουσε τους ανθρώπους εκείνους, που τους θεωρούσε σαν κυβερνήτες του, να τον διαβεβαιώνουν, ότι ήταν ίσος με τους παλιούς αφέντες του. Θεώρησε τότε τον εαυτό του θύμα κι άρχισε να λεηλατεί, να πυρπολεί, να σφάζει, νομίζοντας ότι εξασκεί κάποιο δικαίωμα.
 
Η μεγάλη δύναμη των επαναστατικών αρχών κατέληξε γρήγορα στο να δώσει ελεύθερη διέξοδο στα ένστικτα της πρωτόγονης βαρβαρότητας, που χαλιναγωγούνταν ως τότε από τους πανάρχαιους απαγορευτικούς φραγμούς του κοινωνικού περιβάλλοντος, από την παράδοση και τους νόμους. Τα πλήθη σπάζοντας κάθε μέρα όλους τους κοινωνικούς φραγμούς, που τα συγκρατούσαν, είχαν την εντύπωση πως αποκτούσαν μια απεριόριστη εξουσία και δοκίμαζαν τη χαρά να βλέπουν τους παλιούς αφέντες τους να αφανίζονται και να απογυμνώνονται. Μιας κι ο λαός έγινε αφέντης, μπορούσε να μην επιτρέψει τα πάντα στον εαυτό του;

Το έμβλημα «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη», αληθινή εκδήλωση πίστης και ελπίδας στα πρώτα βήματα της Γαλλικής Επαναστάσεως, δεν χρησιμεύει τώρα πια παρά για να καλύψει με μια νόμιμη δικαιολογία τα αισθήματα πλεονεξίας, ζηλοφθονίας και μίσους για κάθε ανώτερο, δηλαδή τα αληθινά κίνητρα των όχλων, που καμμιά πειθαρχία δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Επανάσταση μέσα σε τόσο λίγο χρόνο κατέληξε στην αταξία, στις βιαιότητες και στην αναρχία.

Απ’ τη στιγμή που η Γαλλική Επανάσταση πέρασε απ’ τα χέρια της αστικής τάξεως στα λαϊκά στρώματα, έπαψε να κυριαρχεί ο ορθός λόγος πάνω στο ένστικτο και, αντίθετα, κατεβλήθη η προσπάθεια να κυριαρχήσει το ένστικτο πάνω στον ορθό λόγο. Ο νόμιμος αυτός θρίαμβος των αταβιστικών ενστίκτων ήταν τρομερός. Κάθε κοινωνική προσπάθεια-προσπάθεια απαραίτητη σε κάθε κοινωνία για να της επιτρέψει να υφίσταται— έτεινε σταθερά στο να χαλιναγωγήσει, χάρις στη δύναμη των παραδόσεων, των εθίμων και των κανόνων, ορισμένα φυσικά ένστικτα, που κληροδοτήθηκαν στον άνθρωπο από την πρωτόγονη ζωώδη κατάστασή του. Είναι εύκολο να δαμάσουμε τα ένστικτα αυτά -κι ένας λαός είναι τόσο περισσότερο πολιτισμένος, όσο περισσότερο τα εξουσιάζει- αλλά δεν μπορούμε να τα εξαλείψουμε. Η επίδραση διαφόρων παρορμήσεων τα κάνει να ξαναπαρουσιάζονται εύκολα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι τόσο επικίνδυνη η αποχαλίνωση των λαϊκών παθών. Ο χείμαρρος, που βγαίνει έξω από την κοίτη του, δεν ξαναγυρνάει σ’ αυτήν πριν να σπείρει την καταστροφή. «Δυστυχία σ’ εκείνον που θα ξεσηκώσει τις λαϊκές μάζες», έλεγε ο φιλόσοφος Ριβαρόλ, από την αρχή της Γαλλικής Επαναστάσεως. «Δεν είναι δυνατόν με κανέναν τρόπο να διαφωτιστεί ο όχλος».

Οι νόμοι της ψυχολογίας των όχλων, δείχνουν ότι ο λαός δεν ενεργεί ποτέ χωρίς δημαγωγούς και ότι αν λάβει κάποτε σημαντικό μέρος στις επαναστάσεις ακολουθώντας και οδηγώντας ως τα άκρα τις παρορμήσεις, που δέχτηκε, δεν διευθύνει ποτέ τα κινήματα, που εκτελεί. Σ’ όλες τις πολιτικές επαναστάσεις συναντά κανείς τη δράση των δημαγωγών. Οι δημαγωγοί δε δημιουργούν τις ιδέες, που χρησιμεύουν σαν στήριγμα στις επαναστάσεις, αλλά τις χρησιμοποιούν σαν μέσα δράσεως. Ιδέες, δημαγωγοί, στρατοί και όχλοι αποτελούν τέσσερα στοιχεία, που το καθένα έχει τον δικό του ρόλο σ’ όλες τις επαναστάσεις. Ο όχλος, που ξεσηκώνεται από τους δημαγωγούς, ενεργεί κυρίως σαν μάζα. Η δράση του μπορεί να παραβληθεί με τη δράση μιας οβίδας, που τρυπάει έναν θώρακα, με την ενέργεια μιας δύναμης, που δεν δημιούργησε. Ο όχλος σπανίως αντιλαμβάνεται κάτι απ’ τις επαναστάσεις, που συντελέστηκαν με τη βοήθειά του. Ακολουθεί υπάκουα τους δημαγωγούς, χωρίς καν να προσπαθεί να μαντέψει τι επιθυμούν να γίνει…

Ο φόβος της τιμωρίας εμποδίζει πολλούς απ’ αυτούς που αποτελούν τον όχλο να εγκληματίσουν σε ομαλές περιστάσεις· εγκληματούν όμως μόλις μπορέσουν, χωρίς κίνδυνο, ν’ αφήσουν αχαλιναγώγητα τα κακά τους ένστικτα. Σ’ αυτόν τον ολέθριο συρφετό, οφείλονται οι σφαγές, που βούτηξαν στο αίμα όλες τις επαναστάσεις. Γιατί, ο όχλος ήταν εκείνος που, με την καθοδήγηση των δημαγωγών, πλημμύριζε αδιάκοπα τις μεγάλες επαναστατικές συνελεύσεις. Τα άτακτα αυτά πλήθη, δεν είχαν άλλο ιδανικό παρά να σφάζουν, να λεηλατούν, να πυρπολούν. Η αδιαφορία τους για τις θεωρίες και τις αρχές ήταν πλήρης.

Στα στοιχεία, που στρατολογούνται από τα πιο χαμηλά στρώματα του λαού, έρχεται να προστεθεί, εξ αιτίας της μεταδοτικότητος, ένα πλήθος άεργοι κι αδιάφοροι, που παρασύρονται απ’ το κίνημα. Φωνασκούν, γιατί ο καθένας φωνασκεί και επαναστατούν, γιατί ο καθένας επαναστατεί, χωρίς να ‘χουν άλλωστε την πιο παραμικρή ιδέα για την αιτία, για την οποία φωνασκούν και στασιάζουν οι άλλοι. Η υποβολή του κοινωνικού περιβάλλοντος τα κυβερνάει εντελώς και τ’ αναγκάζει να δρουν.

Οι θορυβώδεις και κακοποιοί αυτοί όχλοι, πυρήνας όλων των επαναστάσεων, απ’ την αρχαιότητα ως την εποχή μας, είναι οι μόνοι που γνωρίζουν οι ψευτορήτορες. Γι’ αυτούς, ο όχλος είναι ο κυρίαρχος λαός. Στην πραγματικότητα, ο κυρίαρχος λαός αποτελείται προπάντων απ’ το χυδαίο όχλο για τον όποιον έλεγε ο Θιέρσος: «Απ’ τον καιρό που ο Τάκιτος τον είδε να χειροκροτεί τα εγκλήματα των αυτοκρατόρων, ο χυδαίος όχλος δεν άλλαξε. Οι βάρβαροι αυτοί, που πληθαίνουν μέσα στα σπλάγχνα της κοινωνίας, είναι πάντα έτοιμοι να την ρυπάνουν με όλα τα εγκλήματα, ν’ ακολουθήσουν κάθε εξουσία κι έτσι ν’ ατιμάσουν όλες τις αιτίες μιας επαναστάσεως».

Πλάι στις καταστροφικές ορδές, που ο ρόλος τους είναι πρωταρχικός στις επαναστάσεις, βρίσκεται η μάζα του πραγματικού λαού, που δεν ζητάει τίποτε άλλο παρά να εργαστεί. Ωφελείται μερικές φορές απ’ τις επαναστάσεις, αλλά δεν σκέπτεται ποτέ να τις υποκινήσει. Οι θεωρητικοί της επαναστάσεως, πολύ λίγο τον γνωρίζουν και δυσπιστούν σ’ αυτόν, επειδή διαισθάνονται καλά, ότι κατά βάθος είναι συντηρητικός και προσηλωμένος στις παραδόσεις. Σταθερός πυρήνας αντιστάσεως μιας χώρας, έχει συνοχή και δύναμη. Εξαιρετικά πειθήνιος από φόβο, παρασυρόμενος εύκολα απ’ τους δημαγωγούς, αφήνεται για μια στιγμή να οδηγηθεί, κάτω από την επίδρασή τους, σ’ όλες τις υπερβολές, αλλά το προγονικό βάρος της φυλής θα υπερισχύσει αμέσως και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο κουράζεται γρήγορα από τις επαναστάσεις. Η ψυχή του, που είναι προσηλωμένη στις παραδόσεις, τον παρακινεί να ορθωθεί γρήγορα ενάντια στην αναρχία, όταν αυτή ογκώνεται πολύ. Αναζητάει τότε τον αρχηγό, που θα ξαναφέρει την τάξη. Ο λαός αυτός, ο υποτακτικός και ήσυχος, δεν έχει φυσικά υψηλές ή πολυσύνθετες πολιτικές αντιλήψεις. Το ιδεώδες της πολιτικής διακυβερνήσεως που επιδιώκει, πάντα απλό, πλησιάζει πολύ προς τη δικτατορία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, από την εποχή των ελληνικών δημοκρατιών ως τις μέρες μας, η μορφή αυτή της διακυβερνήσεως έρχεται σαν σταθερό επακόλουθο της αναρχίας…

Οι κοινωνίες όλων των εποχών περιλαμβάνουν πάντοτε έναν ορισμένο αριθμό ανήσυχων πνευμάτων, ασταθών και δυσαρεστημένων, που είναι έτοιμα να επαναστατήσουν ενάντια σ’ οποιαδήποτε καθιερωμένη τάξη πραγμάτων. Δρουν από απλή μόνο κλίση προς την ανταρσία, κι αν κάποια μαγική δύναμη πραγματοποιούσε χωρίς κανέναν περιορισμό τις επιθυμίες τους, πάλι θα επαναστατούσαν. Η ειδική αυτή νοοτροπία προέρχεται συχνά απ’ την εσφαλμένη προσαρμογή του ατόμου στο περιβάλλον του, ή από υπερβολικό μυστικισμό, μπορεί όμως να είναι και ζήτημα ιδιοσυγκρασίας ή να προέρχεται από παθολογικές διαταραχές.

Η ανάγκη της εξεγέρσεως παρουσιάζει πολλούς και διαφόρους βαθμούς εντάσεως: Από την απλή δυσαρέσκεια, που εκφράζεται μόνο με λόγια ενάντια στους ανθρώπους και στα πράγματα, ως την ανάγκη της καταστροφής τους. Μερικές φορές, το άτομο στρέφει ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του την επαναστατική ορμή, που δεν μπορεί να την διοχετεύσει αλλιώς… Οι αιώνιοι αυτοί επαναστάτες, ρέπουν γενικά προς την υποβολή και η μυστικιστική ψυχή τους είναι κυριευμένη, από έμμονες ιδέες. Παρά την φανερή ενεργητικότητα, που χαρακτηρίζει τις πράξεις τους, έχουν χαρακτήρα αδύναμο και είναι ανίκανοι να αυτοκυριαρχηθούν, ώστε ν’ αντισταθούν στις παρορμήσεις που τους κυβερνούν. Το μυστικιστικό πνεύμα, απ’ το όποιο εμπνέονται, τους παρέχει προφάσεις για τις βιαιότητες τους και τους κάνει να θεωρούν τους εαυτούς τους σαν μεγάλους μεταρρυθμιστές.

Σε ομαλή κατάσταση, οι επαναστάτες, που κάθε κοινωνία κλείνει μέσα της, συγκρατούνται απ’ τους νόμους και το κοινωνικό περιβάλλον, με μια λέξη απ’ όλους τους κοινωνικούς καταναγκασμούς, κι έτσι δεν ασκούν καμμιά επίδραση. Μόλις όμως εκδηλωθούν περίοδοι ταραχών, οι κοινωνικοί αυτοί καταναγκασμοί εξασθενούν και οι επαναστάτες μπορούν να δώσουν ελεύθερη διέξοδο στα ένστικτά τους. Τότε γίνονται οι φημισμένοι δημαγωγοί των κινημάτων. Λίγο τους ενδιαφέρει η αιτία και ο σκοπός της επαναστάσεως· αυτοί θα πεθάνουν χωρίς να νοιαστούν πως θ’ αποκτήσουν την κόκκινη ή την λευκή σημαία, ή πως θα πετύχουν την απελευθέρωση κάποιας χώρας, που αόριστα μόνον άκουσαν να μιλάνε γι’ αυτήν.

Το επαναστατικό πνεύμα δεν σπρώχνεται πάντα σε ακρότητες, που το καθιστούν επικίνδυνο. Μπορεί ν’ αποβεί πηγή προόδου, όταν προέρχεται, όχι από συναισθηματικά και μυστικιστικά κίνητρα, αλλά από διανοητική βάση. Έτσι, χάρις στο τόσο ανεξάρτητα πνεύματα, που γίνονται διανοητικώς επαναστατικά, κατορθώνει ένας πολιτισμός να απαλλαγεί απ’ τον ζυγό των παραδόσεων και της συνήθειας, όταν ο ζυγός αυτός γίνεται αβάσταχτος. Οι επιστήμες, οι τέχνες, η βιομηχανία προόδευσαν προπάντων χάρις στα πνεύματα αυτά. Ο Γαλιλαίος, ο Λαβουαζιέ, ο Ντάρβιν, δ Παστέρ, ήταν επαναστάτες. Αν δεν είναι αναγκαίο σ’ έναν λαό να ‘χει πολλές τέτοιες μεγαλοφυίες, του είναι όμως απαραίτητο να ‘χει μερικές. Χωρίς αυτές ο άνθρωπος θα κατοικούσε ακόμη στα πρωτόγονα σπήλαια.

Η επαναστατική τόλμη, που ανοίγει τον δρόμο στις ανακαλύψεις, έχει ανάγκη από πολύ σπάνιες διανοητικές ικανότητες. Απαιτεί κυρίως μια ανεξαρτησία πνεύματος αρκετή για να ξεφεύγει απ’ την επίδραση των κοινών αντιλήψεων και μια κρίση που να επιτρέπει να αντιλαμβάνεται, κάτω απ’ τις επιφανειακές αναλογίες, την πραγματικότητα που κρύβεται. Η μορφή αυτή του επαναστατικού πνεύματος είναι δημιουργική, ενώ αυτή, που εξετάσαμε παραπάνω, είναι καταστροφική. Η επαναστατική νοοτροπία θα μπορούσε, λοιπόν, να συγκριθεί μ’ ορισμένες ψυχολογικές καταστάσεις, χρήσιμες στη ζωή του ατόμου, οι οποίες όμως, στην υπερβολή τους, παίρνουν κάποια παθολογική μορφή πάντοτε βλαβερή.

Όλες οι πολιτισμένες κοινωνίες σέρνουν μοιραία ξοπίσω τους ένα κατακάθι εκφυλισμένων κι απροσάρμοστων στο κοινωνικά περιβάλλον, που έχουν προσβληθεί από κάθε λογής κακές τάσεις. Απατεώνες, ζητιάνοι, κατάδικοι, κλέφτες, δολοφόνοι, εξαθλιωμένοι, που ζουν χωρίς να φροντίζουν για την άλλη μέρα, αποτελούν τον εγκληματικό συρφετό των μεγάλων πόλεων. Στις ομαλές περιόδους τα φυράματα αυτά του πολιτισμού συγκρατούνται σχεδόν απ’ την αστυνομία. Κατά τη διάρκεια όμως των επαναστάσεων, επειδή τίποτα δεν τα συγκρατεί πια, αφήνουν αχαλίνωτα τα εγκληματικά και αρπακτικά τους ένστικτα. Σ’ αυτό το κοινωνικό κατακάθι, οι επαναστάτες όλων των εποχών, είναι βέβαιοι ότι θα βρουν στρατιώτες. Άπληστοι μόνο για λεηλασίες και σφαγές, λίγο ενδιαφέρονται για την υπόθεση, που ο κόσμος νομίζει ότι υπερασπίζουν…

Οι επαναστάσεις, οποιεσδήποτε κι αν είναι οι αφετηρίες τους, δεν επιφέρουν όλα τα αποτελέσματα τους παρά αφού διεισδύσουν στην ψυχή των λαών. Οι επαναστάσεις λοιπόν είναι συνέπεια της ψυχολογίας των όχλων…

Ο άνθρωπος, αν και αποτελεί μέρος ενός λαού, διαφέρει πολύ απ’ τον ίδιο άνθρωπο, όταν είναι απομονωμένος. Η συνειδητή ατομικότητά του εξαφανίζεται μέσα στην ασυνείδητη προσωπικότητα του όχλου. Μια υλική σχέση δεν είναι απολύτως αναγκαία για να δώσει στο άτομο τη νοοτροπία ενός όχλου. Πάθη και συναισθήματα κοινά, που προκαλούνται από ορισμένα γεγονότα, αρκούν συχνά για να την δημιουργήσουν. Η ομαδική ψυχή, που σχηματίζεται ταυτόχρονα, αντιπροσωπεύει ένα πολύ ιδιόμορφο άθροισμα. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της είναι ότι κυριαρχείται αποκλειστικά από ασυνείδητα στοιχεία, που υποτάσσονται σε μια ιδιαίτερη λογική: Την ομαδική λογική.

Ανάμεσα στα άλλα χαρακτηριστικά των όχλων πρέπει να αναφέρουμε ακόμα την απεριόριστη ευπιστία τους, την υπερβολική συναισθηματικότητά τους, την απρονοησία και την ανικανότητα να επηρεαστούν από έναν συλλογισμό. Η διαβεβαίωση, η μετάδοση, η επανάληψη και το γόητρο, αποτελούν τα μόνα μέσα για να πεισθεί ο όχλος. Η πραγματικότητα και η πείρα δεν ασκούν καμμιά επίδραση στον όχλο. Μπορεί κάνεις να κάνει, ώστε το πλήθος να παραδεχτεί τα πάντα. Τίποτα δεν είναι αδύνατον στα μάτια του λαού.

Εξ αίτιας της υπερβολικής συναισθηματικότητας των όχλων, τα αισθήματά τους, καλά ή κακά, είναι πάντοτε υπερβολικά. Η υπερβολή αυξάνει πιο πολύ σ’ επαναστατικές εποχές. Ο παραμικρός ερεθισμός οδηγεί τότε τα πλήθη σε παράφορες ενέργειες. Η ευπιστία τους, που είναι τόσο μεγάλη σ’ ομαλές περιστάσεις, αυξάνει επίσης· οι πιο απίθανες ιστορίες γίνονται εύκολα πιστευτές…

Όταν ο άνθρωπος αποτελεί μέρος ενός όχλου, κατεβαίνει πολύ χαμηλά στην κλίμακα του πολιτισμού. Αφού καταντήσει βάρβαρος, εκδηλώνει έπειτα τα ελαττώματα και τα προτερήματά του: Στιγμιαίες βιαιότητες, όπως επίσης και ενθουσιασμούς και ηρωισμούς. Το διανοητικό επίπεδο ενός όχλου είναι πάντοτε κατώτερο απ’ το επίπεδο ενός μεμονωμένου ανθρώπου. Αντίθετα, το ηθικό και το συναισθηματικό του επίπεδο μπορεί να είναι ανώτερο. Ο όχλος εκτελεί επίσης ένα έγκλημα με τόση ευκολία, όπως και μια πράξη αυταπαρνήσεως.

Επειδή οι ατομικοί χαρακτήρες εξαφανίζονται στον όχλο, η επίδραση, που ασκεί πάνω στα άτομα, που τον αποτελούν, είναι σημαντική. Ο φιλάργυρος γίνεται μεγαλόδωρος, ο σκεπτικιστής, φανατικός πιστός, ο τίμιος άνθρωπος, εγκληματίας, ο δειλός, ήρωας… Ο άνθρωπος του όχλου, όταν είναι μέλος ενός δικαστηρίου ή μιας βουλής, βγάζει ετυμηγορίες ή ψηφίζει νόμους, που σίγουρα δεν θα είχε ποτέ σκεφθεί σαν μεμονωμένο άτομο.

Μια από τις πιο αξιοσημείωτες συνέπειες της επιδράσεως, που ασκεί η ομάδα πάνω στα άτομα, που την συγκροτούν, είναι η ενοποίηση των συναισθημάτων τους και των θελήσεών τους. Η ψυχολογική αυτή ενότητα, έχει σαν αποτέλεσμα ότι οι όχλοι αποκτούν μεγάλη δύναμη. Η διαμόρφωση μιας τέτοιας διανοητικής ενότητας, είναι προπάντων αποτέλεσμα του ότι σ’ έναν όχλο, συναισθήματα, χειρονομίες και ενέργειες, είναι εξαιρετικά μεταδοτικές. Επευφημίες μίσους, πάθους ή έρωτος, γίνονται αμέσως αποδεκτές και επαναλαμβάνονται απ’ τον όχλο.

Πώς γεννιούνται η θέληση αυτή και τα κοινά αυτά συναισθήματα; Διαδίδονται με τη διανοητική μετάδοση, είναι όμως αναγκαία κάποια αφετηρία για να δημιουργηθεί η ατμόσφαιρα αυτής της μεταδόσεως. Ο δημαγωγός, εκπληρώνει αυτόν τον ρόλο. Χωρίς δημαγωγούς, ο όχλος είναι ένα ον άμορφο και ανίκανο για δράση… Αν ορισμένοι ανώτεροι πολιτικοί άνδρες, κατόρθωσαν να μαντέψουν μ’ έναν ενστικτώδη τρόπο, τους νόμους της ομαδικής ψυχολογίας, πρέπει επίσης να διαπιστώσουμε ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις τους υποτίμησαν και τους υποτιμούν ακόμη. Ακριβώς επειδή τους αγνόησαν, γι’ αυτό πολλές κυβερνήσεις έπεσαν τόσο εύκολα. Όταν βλέπουμε με πόση ευκολία ανατράπηκαν ορισμένα καθεστώτα από μια μικρή στάση, οι κίνδυνοι που προέρχονται απ’ την άγνοια της ομαδικής ψυχολογίας, διαφαίνονται πολύ καθαρά…

Ένας λαός μπορεί, κάτω απ’ την πιο χειρότερη εκδοχή, να συγκριθεί μ’ έναν όχλο. Ο λαός έχει ορισμένες ιδιότητες του όχλου, οι διακυμάνσεις όμως των ιδιοτήτων αυτών, περιορίζονται απ’ την ψυχή της φυλής του, που διατηρεί μια σταθερότητα άγνωστη στην προσωρινή και μεταβατική ψυχή ενός όχλου. Όταν ένας λαός διαθέτει προγονική ψυχή, που έχει σταθεροποιηθεί από ένα μακρόχρονο παρελθόν, η ψυχή του όχλου κυριαρχείται πάντοτε απ’ αυτήν. Ένας λαός διαφέρει ακόμα από έναν όχλο ως προς το ότι αποτελείται από ένα πλήθος ομάδων, που καθεμιά έχει διαφορετικά συμφέροντα και πάθη. Σ’ έναν όχλο, με την καθ’ αυτή σημασία της λέξεως, βρίσκονται, αντιθέτως, ομάδες όπως π.χ. σε μια λαϊκή συγκέντρωση, που μπορεί να ανήκουν σε ανόμοιες κοινωνικές κατηγορίες… Ένας λαός είναι πολύ λιγότερο ευέξαπτος από έναν όχλο. Ωστόσο, ορισμένα γεγονότα όπως, εθνική εξύβριση, απειλή εισβολής, κ.λπ., μπορούν να τον κάνουν να ξεσηκωθεί σε μια στιγμή… Ή απότομη αυτή έκρηξη των συναισθημάτων μιας φυλής παρατηρείται, άλλωστε, σε όλους τους λαούς…

Όλες οι ποικιλίες των όχλων, ομοιογενείς ή ετερογενείς, συνελεύσεις, λαοί, λέσχες, κ.λπ., είναι σύνολα ανίκανα να ενωθούν και να δράσουν, εφ’ όσον δεν βρουν έναν οδηγό για να τους κατευθύνει… Η ασυνείδητη ομαδική ψυχή του όχλου φαίνεται πως είναι δεμένη με την ψυχή του δημαγωγού. Ο δημαγωγός, του δημιουργεί μια και μόνη θέληση και του επιβάλλει μια απόλυτη υπακοή. Ο δημαγωγός επενεργεί προπάντων πάνω στον όχλο με το μέσο της υποβολής. Κι απ’ τον τρόπο με τον όποιο προκαλείται η υποβολή αυτή, εξαρτάται η επιτυχία του… Σύμφωνα με την υποβολή των δημαγωγών του, το πλήθος είναι ήρεμο, παράφορο, εγκληματικό ή ηρωικό. Οι διάφορες αυτές υποβολές θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι εμφανίζουν κάποτε μια ορθολογιστική άποψη, αλλά δεν θα ‘χουν απ’ τον ορθό λόγο παρά την επιφανειακή του όψη. Επειδή ένας όχλος, είναι στην πραγματικότητα ανίκανος να δεχτεί οποιαδήποτε λογική, οι μόνες ιδέες, που είναι ικανές να τον επηρεάσουν, θα είναι πάντοτε συναισθήματα, που αναπολούνται με την μορφή εικόνων…

Μια μεγάλη πολιτική συνέλευση, ένα κοινοβούλιο παραδείγματος χάριν, είναι όχλος, αλλά όχλος μερικές φορές ελάχιστα δραστήριος, εξ αιτίας των αντιθέτων συναισθημάτων των εχθρικών ομάδων απ’ τις όποιες αποτελείται. Η παρουσία των ομάδων αυτών, που εμπνέονται από διάφορα συμφέροντα, μας υποχρεώνει να θεωρήσουμε μια συνέλευση ότι αποτελείται από ετερογενείς όχλους, που επιβάλλεται ο ένας πάνω στον άλλο και που ο καθένας υπακούει σε ξεχωριστούς δημαγωγούς. Ο νόμος της πνευματικής ενότητας των όχλων δεν εκδηλώνεται τότε παρά μόνο σε κάθε ομάδα, και μόνον έπειτα από εξαιρετικές περιστάσεις οι διαφορετικές ομάδες καταλήγουν να δημιουργήσουν ενιαία θέληση.

Κάθε ομάδα μιας συνελεύσεως αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή οντότητα. Τα άτομα που συμβάλλουν στο σχηματισμό αυτής της οντότητας παύουν να μένουν τα ίδια και θα ψηφίσουν χωρίς δισταγμό ενάντια στις πεποιθήσεις τους και στις επιθυμίες τους… Η δράση μιας ομάδας συνίσταται κυρίως στο να ισχυροποιήσει τις διατακτικές γνώμες. Κάθε ασθενής ατομική πεποίθηση εδραιώνεται, όταν γίνει ομαδική. Οι βίαιοι δημαγωγοί και εκείνοι που εξασκούν γόητρο κατορθώνουν κάποτε, επενεργώντας πάνω σ’ όλες τις ομάδες μιας συνελεύσεως, να δημιουργήσουν απ’ αυτές έναν μόνο όχλο… Μικρές ομάδες ατόμων, που έχουν τις ίδιες γνώμες, τις ίδιες δοξασίες, τα ίδια συμφέροντα και που διαγράφουν κάθε ετερόδοξο, διαφέρουν απ’ τις μεγάλες συνελεύσεις, γιατί έχουν ενότητα συναισθημάτων και συνεπώς θελήσεως…

Αν τα ομαδικά συναισθήματα ήταν δυνατόν να υπολογισθούν ακριβώς με κάποιο ποσοτικό μέτρο, θα μπορούσε κανείς να τα παρομοιάσει με μια καμπύλη, που, ύστερα από μια ανάβαση αρκετά αργή στην αρχή, έπειτα πολύ γρήγορη, θα κατέβαινε σχεδόν κατακόρυφα. Η εξίσωση της καμπύλης αυτής θα μπορούσε να ονομασθεί, εξίσωση των μεταβολών των ομαδικών συναισθημάτων, που υπόκεινται σ’ έναν σταθερό ερεθισμό.

Δεν είναι πάντοτε εύκολο να εξηγήσει κανείς την επιτάχυνση των συναισθημάτων κάτω απ’ την επίδραση μιας σταθερής αίτιας. Ίσως όμως θα μπορούσε κανείς να σημειώσει ότι, αν οι νόμοι της ψυχολογίας είναι δυνατόν να συγκριθούν με τους νόμους της μηχανικής, μια αιτία αναλλοίωτης δυνάμεως, που ενεργεί όμως συνεχώς, μπορεί να αυξήσει πολύ γρήγορα την ένταση ενός συναισθήματος. Είναι γνωστό, παραδείγματος χάριν, ότι μία δύναμη σταθερή σε ισχύ και διεύθυνση, όπως η βαρύτητα που επενεργεί σ’ ένα σώμα, του εμβάλλει μια κίνηση επιταχυνόμενη. H ταχύτητα ενός σώματος, που πέφτει κατά απ’ την επίδραση της βαρύτητας στο διάστημα, θα είναι περίπου δέκα μέτρα στο πρώτο δευτερόλεπτο, είκοσι μέτρα στο δεύτερο, τριάντα μέτρα στο τρίτο, κ.λπ. Θα ήταν εύκολο, αφήνοντας ένα σώμα να πέσει από πολύ ψηλά, να του δώσουμε τέτοια ταχύτητα, ώστε να είναι αρκετή για να τρυπήσει μια χαλύβδινη πλάκα.

Αν όμως η εξήγηση αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί και στην ταχύτητα ενός συναισθήματος, που υπόκειται σε μια σταθερή δύναμη, δεν μας λέει γιατί τα αποτελέσματα της επιταχύνσεως διακόπτονται απότομα. Μια τέτοια διακοπή, δεν γίνεται κατανοητή παρά με την παρέμβαση φυσιολογικών ερμηνειών· δηλαδή δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η χαρά, όπως και ο πόνος, δεν μπορούν να ξεπεράσουν ορισμένα όρια και ότι κάθε υπερβολικά βίαιος ερεθισμός προκαλεί την παράλυση της αισθήσεως. Ο οργανισμός μας δεν μπορεί να υποφέρει παρά ένα ορισμένο ανώτατο όριο χαράς, πόνου ή προσπάθειας, και ακόμα δεν θα μπορούσε να τα υποφέρει για πολύ καιρό. Το χέρι, που σφίγγει ένα δυναμόμετρο φτάνει έπειτα από λίγο στην εξάντληση της προσπάθειάς του και είναι αναγκασμένο να το αφήσει απότομα…

Όλες τις αναλογίες, που προσπαθούν να αποκαταστήσουν ανάμεσα στους νόμους, στους οποίους υπακούουν τα υλικά φαινόμενα και στους νόμους, που διέπουν την εξέλιξη των συναισθηματικών και μυστικιστικών στοιχείων, χωρίς αμφιβολία, μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε χονδροειδείς. Αναγκαστικά, έτσι θα συμβαίνει ως την ημέρα που ο μηχανισμός των εγκεφαλικών λειτουργιών θα είναι λιγότερο άγνωστος από σήμερα.
 
 Γκιστάβ Λε Μπον, Ψυχολογία των επαναστάσεων (1912)

ΣΕΝΕΚΑΣ: Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να ανακτήσει την ελευθερία της

Θα μπορούσες μήπως να βρεις κάποια πόλη σε περισσότερο άθλια κατάσταση από την πόλη των Αθηνών, όταν την είχαν κατακερματίσει οι τριάντα τύραννοι; Είχαν εκτελέσει δεκατρείς χιλιάδες πολίτες, τους αρίστους, και δεν επρόκειτο βέβαια γι’ αυτόν το λόγο να σταματήσουν, αλλά η ίδια η ωμότητά τους έτρεφε τη φλόγα αναπαραγωγής της. Στην πόλη όπου υπήρχε ο Άρειος Πάγος, ένα δικαστήριο θεοσεβέστατο, μία σύγκλητος και μία λαϊκή συνέλευση παρόμοια με τη σύγκλητο, εκεί μαζευόταν κάθε μέρα μια θλιβερή σύναξη δημίων, και το δύστυχο το βουλευτήριο είχε καταντήσει ασφυκτικά στενό από την πληθώρα των τυράννων!

Θα μπορούσε ποτέ αυτή η πόλη να βρει τη γαλήνη της, τη στιγμή που υπήρχαν σ’ αυτήν τόσοι τύραννοι όσοι και δορυφόροι; Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να ανακτήσει την ελευθερία της, ούτε και υπήρχε έδαφος για να της προσφέρει κανείς οποιαδήποτε βοήθεια μπροστά σε μια πανίσχυρη δύναμη καθαρμάτων.

Γιατί πως θα μπορούσαν να εμφανιστούν τόσοι Αρμόδιοι στη δύστυχη πολιτεία; Ο Σωκράτης όμως βρισκόταν τότε ανάμεσά τους και παρηγορούσε τους ταγούς της πόλης, που πενθούσαν, εμψύχωνε αυτούς που είχαν απελπιστεί για την τύχη του κράτους, κατηγορούσε τους πλούσιους, που έτρεμαν για τα αγαθά τους, προβάλλοντας μια όψιμη μεταμέλεια για την ολέθρια απληστία τους, ενώ σ’ αυτούς που θα ήθελαν να τον μιμηθούν πρόσφερε το μεγάλο του παράδειγμα, καθώς βάδιζε, ελεύθερος αυτός, ανάμεσα σε τριάντα τυράννους.

Και όμως, αυτόν τον άνθρωπο η Αθηνά δολοφόνησε στη φυλακή του, και έτσι η ίδια η ελευθερία δεν μπόρεσε να ανεχθεί να είναι ελεύθερος ο άνθρωπος που ακλόνητος είχε χλευάσει έναν ολόκληρο όμιλο τυράννων.

Από το γεγονός αυτό θα μπορούσες να διδαχθείς δύο πράγματα, και ότι ο σοφός έχει τη δυνατότητα, όταν η πολιτεία του σπαράσσεται από τη δυστυχία, να παρουσιάσει τη δύναμη της ψυχής του, αλλά και ότι η ιταμότητα, ο φθόνος και αναρίθμητες άλλες απαίσιες κακίες βασιλεύουν όταν η πολιτεία του είναι ακμαία και ευημερεί. Γι’ αυτό και εμείς είτε θα εντείνουμε είτε θα περιστείλουμε τις προσπάθειές μας, ανάλογα με το πώς έρχονται τα πράγματα και εφόσον βέβαια η τύχη μάς το επιτρέπει, σε κάθε όμως περίπτωση θα εξακολουθήσουμε να είμαστε δραστήριοι και δεν πρόκειται ποτέ να μας αλυσοδέσει, ούτε και να μας παραλύσει ο φόβος.

Έτσι, λοιπόν, τότε μόνο θα είναι κάποιος πραγματικός άντρας, όταν, τη στιγμή που οι κίνδυνοι τον απειλούν από κάθε μεριά και τα όπλα και οι αλυσίδες μαίνονται γύρω του, δεν συνθλίβει την αρετή του, ούτε και προσπαθεί να την αποκρύψει` γιατί δεν εξυπακούεται ότι, για να σωθεί κάποιος, θα πρέπει να ταφεί.

Γι’ αυτό και νομίζω ότι σωστά έλεγε ο Κούριος Δεντάτος πως θα προτιμούσε να πέθαινε παρά να ζει σαν νεκρός` δεν υπάρχει, αλήθεια, χειρότερο πράγμα από το να πάψεις να συγκαταλέγεσαι στους ζωντανούς πριν ακόμα πεθάνεις.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης

ARTHUR SCHOPENHAUER: Ο ενεργός βίος έχει, ως επί το πλείστον, διεκπεραιωθεί, ο άνθρωπος δεν έχει πλέον να περιμένει τίποτε

Όσο, όμως, αυξάνει η ηλικία τόσο ευκολότερο και φυσικότερο γίνεται εδώ το sapere aude [τόλμα να γνωρίζεις]· μετά δε τα εξήντα η ορμή για μοναχικότητα είναι πια μια ορμή φυσική, ενστικτοειδής, καθώς τώρα όλα συμπράττουν για την προαγωγή της. Η ισχυρότερη έλξη προς την κοινωνικότητα, ο έρωτας δηλ. για τις γυναίκες και η γενετήσια ορμή, δεν δρα πλέον· από τις μύριες πλάνες και ανοησίες, έχει κανείς πια απελευθερωθεί· ο ενεργός βίος έχει, ως επί το πλείστον, διεκπεραιωθεί, ο άνθρωπος δεν έχει πλέον να περιμένει τίποτε, σχέδια και προθέσεις δεν έχει πια· η γενεά στην οποία πραγματικά ανήκει δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή· έχοντας γύρω του μία ξένη γενεά, ο άνθρωπος είναι ήδη αντικειμενικά και ουσιαστικά μόνος.

Συνάμα δε, καθώς η ροή του χρόνου έχει επιταχυνθεί, θέλει ν’ αξιοποιήσει πνευματικά αυτόν που του απομένει· διότι τώρα, εφόσον, βέβαια, το μυαλό έχει διατηρήσει τις δυνάμεις του, οι πολλές αποκτηθείσες γνώσεις κι εμπειρίες, η βαθμηδόν τελειωθείσα επεξεργασία όλων των σκέψεων και η μεγάλη ευχέρεια στην εξάσκηση όλων των πνευματικών δυνάμεων καθιστά την μελέτη κάθε είδους ευκολότερη και πιο ενδιαφέρουσα από ποτέ. Τώρα πια, βλέπει κανείς με διαύγεια μύρια πράγματα που παλαιότερα περιεβάλλοντο από ομίχλη, καταλήγει σε συμπεράσματα και νιώθει όλη του την υπεροχή.

Ως συνέπεια της μακρόχρονης πείρας, έχει πάψει να περιμένει πολλά πράγματα από τους ανθρώπους, καθώς αυτοί, συνολικά θεωρούμενοι, δεν αποδεικνύονται πιο αξιόλογοι όταν τους γνωρίζουμε καλύτερα· αντίθετα, τώρα γνωρίζει κανείς ότι – εξαιρουμένων κάποιων ευτυχών συγκυριών – δεν θ’ απαντά παρά μόνο πολύ ελαττωματικά δείγματα της ανθρώπινης φύσης, τα οποία είναι καλύτερα να μην αγγίζει.

Έτσι, δεν υπόκειται πλέον στις συνήθεις πλάνες, αλλά σύντομα διακρίνει τι είναι ο καθένας και σπάνια νιώθει την επιθυμία να συσχετισθεί περισσότερο μαζί του. Τέλος, και ειδικά εάν ο άνθρωπος έχει αναγνωρίσει την μοναχικότητα σαν μια παλιά καλή του φίλη, έχει προστεθεί επίσης και η συνήθεια της απομόνωσης και της τριβής με τον εαυτό του, έχοντας καταστεί “δευτέρα φύσις”.

Κατά συνέπεια, η αγάπη για την μοναχικότητα, η οποία παλαιότερα έπρεπε να κατακτηθεί με αγώνα κατά της κοινωνικής ορμής, είναι τώρα εντελώς απλή και φυσική: στην μοναξιά νιώθει κανείς όπως το ψάρι μέσα στο νερό. Ως εκ τούτου, κάθε ατομικότητα εξαιρετική κι άρα ανόμοια με τις υπόλοιπες και διαχωρισμένη απ’ αυτές νιώθει, λόγω της ουσιαστικής της αυτής απομόνωσης, στην μεν νεότητα θλίψη, στο δε γήρας ανακούφιση.

Εντούτοις, ο καθένας αποκτά το αληθινό αυτό προνόμιο του γήρατος πάντοτε κατ’ αναλογία προς τις διανοητικές του δυνάμεις, συνεπώς, το εξέχον μυαλό περισσότερο απ’ όλους, σε μικρότερο δε βαθμό προφανώς όλοι. Μόνον εντελώς ενδεείς κι ευτελείς φύσεις είναι στο γήρας τόσο κοινωνικές όσο και άλλοτε. Τέτοιοι άνθρωποι είναι για την κοινωνία – στην οποία και δεν ταιριάζουν πια – φορτικοί, το περισσότερο δε που καταφέρνουν είναι να τους ανέχονται, ενώ άλλοτε η συντροφιά τους ήταν περιζήτητη.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Μαρία· από απλή γυναίκα, σε «μετά Θεόν, η θεός» - Η προοδευτική εξέλιξη της θεολογικής θέσης της Παναγίας, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες

Πρόλογος

«Βλέπουμε την παρθένο Μαρία όχι ανεξάρτητα από τον Χριστό, αλλά πάντοτε σε σχέση με το πρόσωπο του Θεανθρώπου». (Η Ορθοδοξία μας, σ. 214).

Ακριβώς σε αυτήν την θεολογική παραδοχή, στηρίζεται όλο το παρόν άρθρο μας. Η θεολογική θέση που έχει ο Χριστός, εξαρτά και την θεολογική θέση της Μαρίας. Ήταν όμως πάντοτε η ίδια, ή μήπως διαμορφώθηκε μέσα στον χρόνο; Στην πλαστογραφημένη επιστολή του Ιούδα του «Αδελφόθεου», η οποία είναι ένα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, ο άγνωστος συντάκτης υποστηρίζει, όχι μόνο ότι η πίστη παραδόθηκε μία φορά, αλλά προτρέπει τους πιστούς να αγωνίζονται για αυτήν, σαν κάτι στατικό. «ἀνάγκην ἔσχον γράψαι ὑμῖν παρακαλῶν ἐπαγωνίζεσθαι τῇ ἅπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει» (στ. 3). Οι σύγχρονοι απολογητές ισχυρίζονται ότι δεν γραμμένα τα πάντα μέσα στα βιβλία της Καινής Διαθήκης, αλλά ότι και αυτή αποτελεί μέρος της «Ιεράς Παραδόσεως». Έτσι δικαιολογούν από την μία μεριά τις σοβαρότατες ελλείψεις της Καινής Διαθήκης σε σχέση με την μεταγενέστερη θεολογία, και από την άλλη προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα πάντα με βάση τα αποκρυσταλλωμένα δόγματα του 4ου- 5ου αιώνος.

Παρ' όλα αυτά, αν μελετήσουμε προσεκτικά την χριστιανική γραμματεία, θα παρατηρήσουμε μια σταδιακή εξέλιξη στην χριστολογία της Εκκλησίας, που επηρεάζει και την «Μαριολογία». Ειδικά, κατά τις λεγόμενες «χριστολογικές» έριδες, εντός της Εκκλησίας πάντα, παράλληλα με την ενίσχυση της «θεότητας» του Ιησού, ενισχύθηκε και η θεολογική θέση της Μαρίας, ως «Θεομήτωρ», «Θεοτόκος», και «Αειπάρθενος». Και μαζί με αυτά, και οι σχετικές εορτές και τα προσκυνήματα, για τα οικονομικά οφέλη του ιερατείου. Δες και εδώ

Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, να παρακολουθήσουμε αυτήν την εξέλιξη κατά τους πρώτους αιώνες, με τρόπο συνοπτικό, και αναφερόμενοι κυρίως στην μερίδα εκείνη του πολυμορφικού χριστιανισμού, που τελικά επικράτησε και αργότερα εδραιώθηκε με την πολιτική εξουσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, την αυτοαποκαλούμενη «ορθόδοξη», η οποία φρόντισε να εξαφανίσει τα συγγράμματα των αντιπάλων. Πως η Μαρία, από απλή γυναίκα, σταδιακά μετετράπη σε «μετά Θεόν, η θεός τα δευτερεία της Τριάδος η έχουσα», όπως αναφέρεται σε ύμνο της Εκκλησίας του 7ου αιώνος (Άγιος Ανδρέας, αρχιεπίσκοπος Κρήτης). ΔΕΣ: ΕΙΧΕ Ο ΘΕΟΣ ΓΙΑΧΒΕ ΣΥΖΥΓΟ;

Τί προκύπτει από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης

Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, όσα δηλαδή κρίθηκαν εκ των υστέρων ως «κανονικά», μέσα από μια μακρά διαδικασία που διήρκησε δύο-τρεις αιώνες, αν και πλαστογραφημένα σε πάμπολλα σημεία όπως έχει αποδείξει η επιστημονική έρευνα, εντούτοις περιέχουν σπέρματα που αντικατοπτρίζουν τα ποικίλα ρεύματα του πολυμορφικού Χριστιανισμού, για τουλάχιστον έναν αιώνα. Οι επιμέρους συγγραφείς των βιβλίων, άγνωστοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία, εκφράζουν διαφορετικές θεολογικές αντιλήψεις, τόσο ως προς την χριστολογία, όσο και για την θέση της Μαρίας. Το κοινό τους σημείο, είναι ότι πουθενά δεν ισχυρίζονται όσα θα ισχυριστούν αργότερα οι θεολόγοι και ειδικά κατά την περίοδο των χριστολογικών ερίδων (4ος-6ος αιώνας).

Όπως είναι γνωστό, ο Παύλος, είναι ο αρχαιότερος χριστιανός συγγραφέας του οποίου διαθέτουμε γραπτά (γράφει περίπου μεταξύ 49-60 π. κ. ε). Μέσα από τις επιστολές του, που τις απευθύνει κυρίως στις περιοχές όπου σύστησε ομάδες πιστών, μεταξύ «των εθνών», δεν προκύπτει ότι έδινε μεγάλη σημασία στο πρόσωπο της Μαρίας. Ούτε καν «παρθένο» δεν την αναφέρει. Φαίνεται να αγνοεί ακόμα και αυτό το θαυμαστό «γεγονός» της παρθενικής γέννησης, παρ' ότι ήταν άριστος γνώστης των ιουδαϊκών «προφητικών» κειμένων. Έτσι, στην «Προς Ρωμαίους» επιστολή του, γράφει: «περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ τοῦ γενομένου ἐκ σπέρματος Δαβὶδ κατὰ σάρκα» (1:3). Από το «σπέρμα» του Δαβίδ, σημαίνει ότι ο Ιησούς κατάγεται από απογόνους του Δαβίδ. Αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς είχε πατέρα φυσικό (και όχι απλά νομικό, όπως ισχυρίζονται οι απολογητές), πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα μπορούσε να ισχύει ταυτόχρονα η γέννηση από Παρθένο, όπως μεταπλάστηκε αργότερα η «ιστορία». Σύμφωνα με τις εβραϊκές συνήθειες της εποχής, η καταγωγή δίδονταν από τον πατέρα (Αριθμοί, 1:18, - Β΄ Έσδρα, 2:59).

Σε άλλη επιστολή του, αναφέρει σχετικά: «ὅτε δὲ ἦλθεν τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἐξαπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ γενόμενον ἐκ γυναικός» (Προς Γαλάτας, 4:4). Αποκαλεί την Μαρία ως «γυναίκα» και όχι ως «παρθένο», όπως θα έπρεπε σύμφωνα με τα σημερινά θεολογικά δεδομένα. Στην Γραφή, πάντα γίνεται διάκριση μεταξύ γυναίκας (που είναι η παντρεμένη), και παρθένου (που είναι η μη παντρεμένη). Μάλιστα, ο ίδιος ο Παύλος, κάνει την διάκριση και ξεχωρίζει τους όρους αυτούς στην πρώτη επιστολή του «Προς Κορινθίους», που γράφει: «μεμέρισται ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος» (7:34). Διαφέρει, δηλαδή. Συνεπώς, κατά τον Παύλο, η Μαρία γέννησε τον Ιησού με φυσικό τρόπο και όχι υπερφυσικό. Σε αυτό συνηγορεί και η σχετική χριστολογική άποψη του Παύλου, όπως εκφράζεται από τον ίδιο στην «Προς Φιλιππησίους» επιστολή του:
τοῦτο γὰρ φρονείσθω ἐν ὑμῖν ὃ καὶ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὃς ἐν μορφῇ θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα θεῷ ἀλλ' ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος• καί σχήματι εὑρεθείς ὥς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου θανάτου δὲ σταυροῦ· διὸ καὶ ὁ θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσεν καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἰς δόξαν θεοῦ πατρός.
(2:5-11)
Κατά τον Παύλο, λοιπόν, ο Ιησούς είναι μια «θεϊκή οντότητα», που αδειάζει τον εαυτό του λαμβάνοντας ομοίωμα και σχήμα ανθρώπου, πεθαίνει, ανασταίνεται από τον Θεό και τότε είναι που ο Θεός τον υπερυψώνει και τον κάνει «Κύριο». Ο συγγραφέας των «Πράξεων», διασώζει σχετικό κήρυγμα του Παύλου: «ταύτην ὁ θεὸς ἐκπεπλήρωκεν τοῖς τέκνοις αὐτῶν ἡμῖν ἀναστήσας Ἰησοῦν ὡς καὶ ἐν τῷ ψαλμῷ τῷ δευτέρῳ γέγραπται Υἱός μου εἶ σύ ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε» (13:33).

Κατά την υποτιθέμενη «ανάσταση» του Ιησού από τον Θεό, τότε έγινε Υιός του Θεού. Αυτή την έννοια έχει η φράση «Εγώ σήμερα σε γέννησα», δηλαδή, σήμερα σε υιοθέτησα.

Τότε υπερυψώθηκε και έγινε «Κύριος», σύμφωνα με την «Προς Φιλιππησίους» επιστολή. Σε αυτό, συνηγορεί και ο Πέτρος, κήρυγμα του οποίου διασώζεται πάλι στο βιβλίο των «Πράξεων»:
προϊδὼν ἐλάλησεν περὶ τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὅτι οὐ κατελείφθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ εἰς ᾅδου, οὔδε ἡ σὰρξ αὐτοῦ εἶδεν διαφθοράν ·τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ἀνέστησεν ὁ θεός οὗ πάντες ἡμεῖς ἐσμεν μάρτυρες (...) ἀσφαλῶς οὖν γινωσκέτω πᾶς οἶκος Ἰσραὴλ ὅτι καὶ κύριον καὶ Χριστὸν αὐτὸν ὁ θεός ἐποίησεν τοῦτον τὸν Ἰησοῦν ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε.
(2:31-36)
Κατά την «ανάσταση», λοιπόν, ο Ιησούς έγινε «Κύριος» και «Χριστός» από τον Θεό. Συνεπώς, όταν γεννήθηκε ο Ιησούς, γεννήθηκε ως απλός άνθρωπος. Για αυτόν τον λόγο, η θέση της Μαρίας δεν ήταν κάποια πολύ σημαντική, όπως έγινε αργότερα. Αυτές οι απόψεις, σήμερα θεωρούνται αιρετικές. Όμως, μάλλον ότι ήταν «ορθόδοξες» κατά την εποχή εκείνη.

Στο «Κατά Μάρκον» ευαγγέλιο, που αν δεχτούμε τον μεταγενέστερο ισχυρισμό του Ειρηναίου, γράφτηκε καθ’ υπαγόρευση του αποστόλου Πέτρου, ο Ιησούς γίνεται «Χριστός» όχι κατά την «ανάσταση», αλλά κατά την βάπτιση. Είναι αξιοσημείωτο να δούμε πως αρχίζει το συγκεκριμένο ευαγγέλιο ο άγνωστος συγγραφέας του: «Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» (1:1). Σύμφωνα με την θεολογική γλώσσα, το ευαγγέλιο, είναι ο ίδιος ο ερχομός του Ιησού στον κόσμο. Είναι δηλαδή ένα χαρμόσυνο «γεγονός». Ο Θεός Λόγος προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, την αγιάζει, την ανακαινίζει, της δίνει την νίκη κατά του θανάτου, την θεραπεύει, και την υψώνει στα επουράνια για την κατά χάρη ένωσή της με τον Τριαδικό θεό.

Στο ευαγγέλιο αυτό όμως, που είναι και το πρώτο χρονολογικά, παραλείπεται η σημαντική εξιστόρηση των «γεγονότων» που σήμερα αποτελούν τον θεολογικό πυρήνα της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Η «αρχή», για τον συγγραφέα (ή για τον Πέτρο, αν θέλετε), δεν τοποθετείται στην ενανθρώπηση, αλλά στην βάπτιση! Για αυτό, δεν αναφέρονται «γεγονότα» που έχουν σήμερα την σπουδαιότερη θεολογική σημασία, όπως ο «ευαγγελισμός της Θεοτόκου», ούτε η δήθεν εκπλήρωση κάποιας μεσσιανικής «προφητείας». Προφανώς, τίποτα από αυτά δεν υπήρχε ως «θεολογία» ακόμα. Η «αρχή» της καλής αγγελίας, ξεκινάει με τον Ιησού να βαπτίζεται και τότε να λαμβάνει δύναμη από τον Θεό, ώστε να αρχίσει να ενεργεί «εν δυνάμει».
Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην καὶ εὐθὲως ἀναβαίνων ἀπὸ τοῦ ὕδατος εἶδεν σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ πνεῦμα ὡσεὶ περιστερὰν καταβαῖνον ἐπ' αὐτόν• καὶ φωνὴ ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν Σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός ἐν ὦ εὐδόκησα.
(1:9-11)
Συνεπώς, ούτε εδώ είναι περίοπτη η θέση της Μαρίας. Αναφέρεται μάλιστα ρητώς, ότι ο Ιησούς είχε αδέλφια (6:1-3). Η αναφορά ότι αυτά είναι παιδιά του Ιωσήφ από προηγούμενο γάμο του, είναι μεταγενέστερη ερμηνεία, βρίσκεται στο ψευδεπίγραφο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου», και υπάρχει απλά και μόνο για να στηρίξει το δήθεν «αειπάρθενο» της Μαρίας.

Στο «Κατά Ματθαίον» ευαγγέλιο, γίνεται μια ανεπιτυχής προσπάθεια σύνδεσης του Ιησού με την Παλαιά Διαθήκη. Ο συγγραφέας, έχοντας πλαστογραφήσει και παραποιήσει τα ιουδαϊκά κείμενα, απευθυνόμενος σε κοινότητα Ιουδαίων που είχε δεχτεί τον Ιησού, προσπαθεί (συν τοις άλλοις) να αποδώσει την γέννηση του Ιησού σε παρθένο.
Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἠν• μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτούς, εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ πνεύματος ἁγίου· Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρᾳ ἀπολῦσαι αὐτήν· ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδού, ἄγγελος κυρίου κατ' ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων, Ἰωσὴφ υἱὸς Δαβίδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου• τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ πνεύματός ἐστιν ἁγίου· τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν• αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος, Ἰδού, ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσιν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον, Μεθ' ἡμῶν ὁ θεός.
(1:18-23)
Πριν λοιπόν συνευρεθεί ο Ιωσήφ με την Μαρία, η Μαρία βρίσκεται έγκυος, «έχουσα εκ Πνεύματος αγίου». Δεν αναφέρεται τίποτα στα υποτιθέμενα «γεγονότα» του «ευαγγελισμού», προφανώς διότι ήταν ακόμα άγνωστος. Η βαρύτητα δίδεται στο ότι έμεινε έγκυος ενώ ήταν ακόμα παρθένα, για να εκπληρωθεί η «προφητεία» του Ησαΐα. Ο Ησαΐας βέβαια, δεν λέει κάτι τέτοιο. Αν ανοίξουμε στο 7ο κεφάλαιο του ομώνυμου βιβλίου, ο Ησαΐας απευθυνόμενος στον βασιλιά, αναφέρεται σε ένα παιδί που θα γεννηθεί κατά την εποχή του και όχι αιώνες μετά. Απόδειξη είναι ότι οι εναντίον του Άχαζ εκστρατεύσαντες βασιλείς, θα διασπαστούν, πριν προλάβει το παιδί να μεγαλώσει και να διακρίνει το καλό από το κακό (Ησαΐας, 7:14-16). Ο συγγραφέας μεταβάλει το «καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ», που λέει ο Ησαίας στον Άχαζ, σε «καλέσουσιν το όνομα αυτού Εμμανουήλ», για να κρύψει το γεγονός ότι η ρήση του Ησαΐα έλαβε ήδη την εκπλήρωσή της, κατά την εποχή του Άχαζ και ότι είναι άσχετη με κάποια μεσσιανική «προφητεία». Άλλωστε, ούτε περί «παρθένου» κάνει λόγο ο Ησαΐας, αλλά περί νεαρής γυναικός. Την οποία έχει μπροστά του, και την δείχνει στον Άχαζ.

Συνεπώς, ούτε εδώ έχει κάποια καλύτερη θεολογική θέση η Μαρία. Άλλωστε, «οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκεν τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον» (1:25). Δηλαδή, αφού γέννησε τον γιο της τον πρωτότοκο, τον Ιησού, μετά είχε ερωτικές σχέσεις με τον Ιωσήφ, και μάλιστα έκανε και άλλα παιδιά. Διαφορετικά, η λέξη «πρωτότοκος» δεν θα είχε νόημα.

Είναι ξεκάθαρος ο συγγραφέας του ευαγγελίου και, μάλιστα, στο κεφάλαιο 12, στίχος 46, επιβεβαιώνει τον συγγραφέα του «Κατά Μάρκον» ευαγγελίου, στο ότι ο Ιησούς είχε αδέλφια, χωρίς να αναφέρεται κάπου ότι αυτά είναι από προηγούμενο γάμο του Ιωσήφ. Και όχι μόνο αυτό, αλλά επιπλέον όταν τον ζητά η Μαρία, ο Ιησούς την παραμερίζει, λέγοντας: «Τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου; καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπεν, Ἰδού, ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου» (12:48-49). Ωστόσο, ούτε στο «Κατά Μάρκον», ούτε στο «Κατά Ματθαίον», ούτε καν στο «Κατά Λουκάν», ο Ιησούς προϋπάρχει ως «Λόγος». Αυτή η θεολογία της «ενσάρκωσης» που διαβάζουμε στον συγγραφέα του «Κατά Ιωάννην» ευαγγελίου- που δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν του Παύλου που ήδη αναφέραμε- είναι μεταγενέστερη, προς τα τέλη του 1ου αιώνος.

Πριν όμως την εξετάσουμε, ας δούμε τι συμβαίνει στο «Κατά Λουκάν» ευαγγέλιο. Εδώ, αναφέρεται η γέννηση από Παρθένο, και τα σχετικά «γεγονότα», όπως ο «ευαγγελισμός». Όμως, αν και γίνεται προσπάθεια σύνδεσης του Ιησού με την Παλαιά Διαθήκη, εντούτοις καμία εκπληρωθήσα δήθεν προφητεία δεν αναφέρεται. Ο συγγραφέας δεν απευθύνεται σε κάποια ιουδαϊκή κοινότητα που να είναι εξοικειωμένη με τις Γραφές, αλλά στον Θεόφιλο, που ήταν μάλλον εθνικός προσήλυτος. Βέβαια, ούτε εδώ γίνεται αναφορά σε προΰπαρξη του Ιησού.

Προσέξτε τώρα τα λόγια του αγγέλου προς την Μαρία: «ἰδού, συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται καὶ δώσει αὐτῷ κύριος ὁ θεὸς τὸν θρόνον Δαβὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. [...] Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι• διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς θεοῦ» (1:31-33.35). Ώστε η Μαρία, συλλαμβάνει «δια Πνεύματος αγίου», τον Ιησού. Μετά από την επισκίαση της δύναμης του υψίστου. Ο Ιησούς, θα ονομαστεί «Υιός Υψίστου», ο Θεός θα του δώσει τον θρόνο του Δαβίδ για να βασιλεύει αιώνια στον οίκο Ιακώβ (στους Εβραίους λοιπόν), και θα κληθεί «Υιός θεού». Αυτό είναι κάτι το εντελώς διαφορετικό από αυτό που αναφέρεται στο «Κατά Ματθαίον». Όπως παρατηρούμε, για τον συγγραφέα του «Κατά Λουκάν» ευαγγελίου, ο Ιησούς δεν ήταν εξ αρχής «Υιός» του Θεού. Έγινε μελλοντικά. Αλλά πότε; Μάλλον, κατά την βάπτιση, τότε που υποτίθεται ότι μίλησε ο Θεός και τον σύστησε ως υιό αγαπητό, που σε εκείνον ευδόκησε (Κατά Λουκάν, 3:22). Αλλά και το «Υιός του Θεού», δεν έχει καμία σχέση με την διδασκαλία του ομοούσιου! Ο Ιησούς κλήθηκε αργότερα ως Υιός θεού, δια της υιοθεσίας.

Η ιουδαϊκή μονοθεϊστική παράδοση ήταν οικεία με ανθρώπους που γίνονται «θεϊκοί». Για παράδειγμα, ο Σολομώντας γίνεται θεϊκός δια της υιοθεσίας του από τον Θεό (Β΄ Σαμουήλ, 7:12-14), ο Δαβίδ (Ψαλμός, 88:20-28).

Υπάρχει όμως ένα χωρίο πάλι στο «κατά Λουκάν», που έρχεται σε αντίθεση με το παραπάνω. Εκεί, ο Ιησούς, είναι «Χριστός» και «Κύριος», από τότε που γεννήθηκε (2:11). Δεν πρέπει να μας παραξενεύει αυτή η αντίφαση που βρίσκεται στο ίδιο ευαγγέλιο, ένα κεφάλαιο παρακάτω. Τα κείμενα έχουν αλλαχθεί πολλές φορές, όπως αναφέρει σχετικά και ο Ωριγένης.

Είναι φανερό, ότι ο συγγραφέας, όταν αναφέρεται στην γέννηση από παρθένο, έχει επιρροές από τον εθνικό κόσμο. Ο Θεός καθιστά έγκυο μία παρθένα μέσω της δύναμής του. Ανάλογα παραδείγματα έχουμε και από την μυθολογία. Οι ομοιότητες είναι τόσο εκπληκτικές, ώστε ο απολογητής Ιουστίνος αναγκάζεται να ομολογήσει:
«Με το να λέγομε ότι ο Λόγος, ο οποίος είναι το πρώτο γέννημα του Θεού, γεννήθηκε χωρίς επιμιξία, ο Ιησούς Χριστός ο διδάσκαλος ημών, και ότι σταυρωθείς, αποθανών και αναστάς ανήλθε εις τον ουρανό, δεν φέρομε τίποτα νέο πέρα από τους λεγόμενους από εσάς υιούς του Διός» (Α΄ Απολογία, 21:1).
Στην προσπάθειά του να εξηγήσει το γιατί, πέφτει σε αντιφάσεις, δείγμα της αδυναμίας του χριστιανικού λόγου. Στην «Α΄ Απολογία» του, τις ομοιότητες τις αποδίδει στην «ενέργεια των φαύλων δαιμόνων» που προσπάθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπο να εξαπατήσουν το ανθρώπινο γένος, ενώ στην «Β΄ Απολογία» του τις αποδίδει στον «σπερματικό λόγο», ότι δήθεν ο Θεός άφησε να διαρρεύσει εν μέρει η αλήθεια στον εθνικό κόσμο, κάτι σαν «ευαγγελική προπαρασκευή». Είναι η γνωστή αντιφατική και υποκριτική χριστιανική διγλωσσία. Διότι, αυτές οι θέσεις είναι αλληλοαναιρούμενες. Οι ομοιότητες δεν είναι δυνατόν να αποδίδονται ταυτόχρονα σε ενέργεια του θεού και του διαβόλου!

Αν και η θεολογική θέση της Μαρίας δεν είναι ακόμα αυτό που σήμερα ξέρουμε, παρόλα αυτά, είναι σίγουρα βελτιωμένη σε σχέση με την γραμματεία πριν το 75- 85 κ. ε. Για αυτό και μακαρίζεται ως «ευλογημένη μεταξύ των γυναικών» (1:28), ότι βρήκε χάρη μεταξύ των γυναικών από τον θεό (1:30), «μητέρα του κυρίου», δηλαδή μητέρα εκείνου που ο Θεός έκανε «κύριο» του θρόνου Δαβίδ (1:41).

Για τον συγγραφέα του «κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, ο οποίος εισάγει μια ανώτερη θεολογική άποψη για τον Ιησού, την θεολογία της σάρκωσης, ο Ιησούς προϋπάρχει ως «ο Λόγος του Θεού», που σε κάποια χρονική στιγμή, έγινε άνθρωπος. Βέβαια, αξιοσημείωτο είναι ότι δεν αναφέρει τίποτα περί παρθενικής σύλληψης. Στην ιουδαϊκή γραμματεία, φαίνεται να υπάρχει δίπλα στον Θεό, μια δεύτερη οντότητα, η Σοφία. Εξαιτίας του αυστηρού μονοθεϊσμού των Ιουδαίων, αυτή η οντότητα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «θεός» κατ’ ουσία, διότι τότε θα είχαμε δύο θεούς, άρα πολυθεΐα. Είναι όμως «θεϊκή». Η Σοφία του Θεού, διακρίνεται από τον Θεό (η θέση των γνωστικών - νεοπλατωνιστών), και παρουσιάζεται ως έχουσα υπόσταση. Για παράδειγμα, αναφέρεται στο βιβλίο των Παροιμιών να λέει η Σοφία: «Κύριος έκτισεν με αρχήν οδών αυτού εις έργα αυτού» (8:22). Είναι το όργανο δια του οποίου ο Θεός ξεκίνησε τα έργα του.

Ο Φίλων ο Ιουδαίος, ένας διανοούμενος που προσπάθησε να συνδέσει τον Μωυσή με τον Πλάτωνα, δανείστηκε τον φιλοσοφικό όρο «λόγος» των Στωικών, και τον ταύτισε με την «Σοφία». Έτσι, εκείνος ήταν που πρώτος έκανε αναφορά στον «Λόγο» του Θεού, που θεωρούσε ως «Ιδέα των ιδεών», επηρεασμένος από τον Πλάτωνα. Ο άγνωστος συγγραφέας, πήρε την ιδέα του Φίλωνα, και την προσάρμοσε στην δική του σκέψη. Έτσι, ο «Λόγος» του «κατά Ιωάννην» ευαγγελίου, δεν είναι μία ιδέα αφηρημένη, αλλά γίνεται άνθρωπος. Οι ερμηνείες για την ένωση των δύο φύσεων «ατρέπτως, ασυγχύτως, και αδιαιρέτως» σε μία υπόσταση, είναι μεταγενέστερες, και δεν υποστηρίζονται από όλα τα εδάφια. Εκτός αυτού, και οι «αιρετικοί», έφερναν χωρία από τις Γραφές, για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους.

Ωστόσο, η θεολογική θέση της Μαρίας δεν θα πάρει ακόμα θέση περιωπής.

Από τα κείμενα του 2ου–3ου αιώνος

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, χάριν στον οποίο ενισχύθηκε ο επισκοπικός θεσμός προς καταπολέμηση των άλλων χριστιανικών ομάδων, αν και πλησιάζει στην ορθόδοξη θεολογία του 4ου αιώνος περί της διπλής φύσεως του Ιησού, δεν αναφέρει κάτι ιδιαίτερο για την Μαρία. Σε γνήσια επιστολή του, γράφει: «Εις ιατρός εστίν σαρκικός και πνευματικός, γεννητός και αγέννητος, εν σαρκί γενόμενος θεός, εν θανάτω ζωή αληθινή, και εκ Μαρίας και εκ θεού, πρώτον παθητός και τότε απαθής, Ιησούς Χριστός ο κύριος ημών» (VII:2).

Είναι γνωστό, ότι οι επιστολές του Ιγνατίου πλαστογραφήθηκαν κατά τους μετέπειτα αιώνες. Πιο συγκεκριμένα, κατά τον 4ο, όπου έχουμε τις χριστολογικές έριδες. Έτσι, υπάρχουν σήμερα δύο συλλογές· μία σύντομης μορφής (που υποστηρίζεται ότι είναι οι γνήσιες επιστολές), και μία εκτενέστερης μορφής (οι νοθευμένες). Ο ορθόδοξος πλαστογράφος του 4ου αιώνα, επειδή ο Ιγνάτιος είχε κύρος στις εκκλησιαστικές κοινότητες και θέλοντας να παρουσιάσει τις θεολογικές θέσεις του Ιγνατίου με περισσότερη ευκρίνεια, προβαίνει σε παραχάραξη. Ας δούμε πως είναι γραμμένο το απόσπασμα που παραθέσαμε παραπάνω, όπως αυτό περιέχεται στην δεύτερη συλλογή, με τις πλαστογραφημένες επιστολές.

«Ιατρός δε ημών εστίν ο μόνος αληθινός θεός, ο αγέννητος και απρόσιτος, ο των όλων Κύριος, του δε Μονογενούς Πατήρ και γεννήτωρ. Έχομεν ιατρόν και τον Κύριον ημών Θεόν Ιησούν τον Χριστόν, τον προ πάντων αιώνων Υιόν μονογενή και Λόγον, ύστερον δε και άνθρωπον εκ Μαρίας της Παρθένου. Ο Λόγος σάρξ εγένετο, ο ασώματος εν σώματι, ο απαθής εν παθητώ σώματι, ο αθάνατος εν θνητώ σώματι, η ζωή εν φθορά, όπως θανάτου και φθοράς ελευθερώση και ιατρεύση τας ψυχάς ημών και ιάσηται αυτάς» (VII).

Ο πλαστογράφος, στον αγώνα για την καταπολέμηση των διαφορετικών απόψεων για τον Ιησού, διευκρινίζει ότι ο Θεός Πατήρ είναι ο γεννήτορας του Μονογενούς, ο οποίος είναι «προ πάντων των αιώνων» ως Λόγος, που μετά ενανθρώπησε από την Μαρία την Παρθένο. Τώρα ο πλαστογραφημένος Ιγνάτιος, φαντάζει περισσότερο «ορθόδοξος» από πριν. Η δε Μαρία τονίζεται ότι είναι Παρθένος, και μετά τον τοκετό.

Από τα μέσα του 2ου αιώνος, αρχίζει να ενισχύεται η θεολογική θέση της Μαρίας, καθόσον αρχίζει η σύγκρισή της με την Εύα. Η Εύα απατήθηκε και μαζί της απατήθηκε ολόκληρη η ανθρωπότητα, ενώ δια της Μαρίας, ήρθε η ανόρθωση της ανθρωπότητας. Αν και στα κείμενα της Καινής Διαθήκης απαντάται η προηγούμενη θέση -ένδειξη του μισογυνισμού του Χριστιανισμού-, παρ' όλα αυτά δεν υπάρχει κάποια σύγκριση με την Μαρία. Στην μεταγενέστερη περίοδο που εξετάζουμε, αρχίζουν οι συγκρίσεις. Ο Ιουστίνος, αναφέρει: «Πράγματι η Εύα, παρθένος ούσα και άφθορος, συλλαβούσα τον λόγον από τον όφιν, εγέννησε παρακοήν και θάνατον· λαβούσα πίστιν και χαράν η παρθένος Μαρία, όταν ο άγγελος Γαβριήλ της ανήγγειλλεν ότι Πνεύμα Κυρίου θα έλθει επ’ αυτήν και δύναμις υψίστου θα την επισκιάσει, για αυτό και το γεννώμενον από αυτήν άγιο τέκνον είναι Υιός του Θεού, απεκρίνετο· ας γίνει εις εμέ κατά τον λόγον σου» (Διάλογος προς Τρύφωνα, 100:5).

Δύο-τρεις δεκαετίες αργότερα, αυτή η σύγκριση έγινε μέρος της θεολογίας της Εκκλησίας, δια του Ειρηναίου, επισκόπου της Λυών.

Ενώ οι απολογητές ως τότε υποστήριζαν ότι η αλήθεια προϋπήρχε μερικώς στον εθνικό κόσμο, πριν την έλευση του Χριστού, ο Ειρηναίος, βλέποντας τα κενά και τα αδιέξοδα της παραπάνω θέσης, υποστήριξε ότι ο Θεός Λόγος προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, την ανακαίνισε. Δεν ήρθε απλά να συμπληρώσει στο πρόσωπό του την «αλήθεια», αλλά ήρθε να προσφέρει τον Εαυτό του, που είναι η Αλήθεια σαρκωμένη, να ανακεφαλαιώσει τα πάντα στο πρόσωπό του. Έτσι, η Μαρία με την συγκατάθεσή της, δίνοντας σώμα από το σώμα της στον Θείο Λόγο, συντέλεσε σε αυτήν την ανάπλαση.

Αναφέρει ο Γ. Φλορόφσκι σχετικά:
Η λειτουργία της στην ενσάρκωση είναι διπλή. Απ’ τη μία μεριά εξασφαλίζει τη συνέχεια του ανθρωπίνου γένους. Ο Υιός της είναι, χάρις στην «δευτέρα γέννησή του», ο Υιός Δαβίδ, ο υιός Αβραάμ και όλων των προπατόρων (αυτό τονίζεται με έμφαση στη γενεαλογία του Ιησού και στις δύο εκδόσεις της). Κατά τη φράση του Ειρηναίου «ανακεφαλαίωσε εν αυτή το μακρό κατάλογο της ανθρωπότητος» (Κατά Αιρέσεων, III, 18, 1), «συνέλεξε εν εαυτώ όλα τα έθνη τα ήδη από του Αδάμ διασπαρέντα» (Κατά Αιρέσεων, III, 22, 3), και ανέλαβε εν εαυτώ την παλαιά οδό της δημιουργίας» (Κατά Αιρέσεων, IV, 23,4). Αλλά από την άλλη μεριά «επέδειξε ένα νέο είδος γεννήσεως» (Κατά Αιρέσεων, V,1,3). Ήταν ο Νέος Αδάμ. («Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας», σελ. 130).
Γράφει ο πατρολόγος Στ. Παπαδόπουλος, συμφωνώντας με τα ανωτέρω:
«Στο έργο της ανακεφαλαιώσεως έχει σπουδαία θέση και η Θεοτόκος. Ο ρόλος της είναι «σωτηριώδης», καθόσον συμβάλλει στην πνευματική αναμόρφωση του πιστού. Η Εύα παρακούσασα έγινε αρχή της πτώσεως, ενώ η Μαρία «υπακούσασα» έγινε «αιτία σωτηρίας» για όλη την ανθρωπότητα (Κατά Αιρέσεων, Γ 22,4). Η προσφορά της Θεοτόκου είναι λοιπόν πολύ περισσότερο από παραδειγματική» (Τόμος Α΄, σελ. 298).

Το δήθεν «αειπάρθενο», αναφέρεται για πρώτη φορά στο ψευδεπίγραφο «Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου», προϊόν του δευτέρου αιώνος και για αρκετούς, του τρίτου. Ο Στ. Παπαδόπουλος, γράφει σχετικά:
Το έργο τούτο σκοπό έχει να υπογραμμίσει την αειπαρθενία της Θεοτόκου και φυσικά να καλύψει με περισσή αφέλεια και ευσέβεια τα πραγματικά κενά που παρατηρούνται στα κανονικά ευαγγέλια σχετικά με τη ζωή της Μαρίας και τα παιδικά έτη του Κυρίου. Έτσι, διηγείται τη γέννηση της Μαρίας, τη ζωή της στο Ναό, τη μνηστεία της με τον ηλικιωμένο χήρο Ιωσήφ, ο οποίος είχε υιό από την πρώτη του σύζυγο τον δήθεν συγγραφέα του παρόντος έργου Ιάκωβο» (Πατρολογία, Α΄ τόμος, σ. 212).
Και ο Π. Χρήστου, συμπληρώνει στην δική του πατρολογία:
(Το κείμενο γράφτηκε) «με προφανή επιδίωξιν την καταπολέμησιν των αρνητών αυτής (σημ. της αειπαρθενίας), ως ήσαν τότε οι ανήκοντες εις μίαν των μερίδων των Εβιωναίων» (σ. 236). «Πάντως ο συντάκτης, αγνοών την γεωγραφίαν της Παλαιστίνης και τα έθιμα των Ιουδαίων, ούτε ο Ιάκωβος ούτε οιοσδήποτε Ιουδαίος της Παλαιστίνης δύναται να είναι» (Β΄ τόμος, σ. 236).
Με βάση αυτά τα κείμενα, αργότερα ο Επιφάνιος Κύπρου -σφοδρός πολέμιος του Ιωάννου του Χρυσοστόμου (εντούτοις «άγιοι» και οι δύο)- θα αναδειχθεί ως ο πρώτος θεολόγος που συστηματικά υποστήριξε το «αειπάρθενο» με ειδικές διατριβές. Στην 6η Οικουμενική, η Μαρία ανακηρύσσεται παρθένος, προ του τόκου, κατά τον τόκο, και μετά τον τόκο.

Χριστολογικές έριδες του 4ου και του 5ου αιώνος

Η σύγκρουση μεταξύ των χριστιανών για την υποτιθέμενη «αλήθεια» τους, οδήγησε στην κατασκευή πολλών πλαστών κειμένων, τάχα αναγόμενων στην αποστολική εποχή. Όταν επικράτησε το δόγμα που έκτοτε ισχύει, τότε ακριβώς θεσπίστηκαν νέες εορτές και πολλά προσκυνήματα, για την «Θεοτόκο». Όταν, επί παραδείγματι, καταδικάστηκε ο Νεστόριος στην Γ΄ Οικουμενική το 431, ενισχύθηκε η τιμή της Μαρίας και καθιερώθηκε το «Θεοτόκος».

Γράφει ο Βασίλειος Στεφανίδης:

«Η καταδίκη των Νεστοριανών εν τη τρίτη Οικουμενική Συνόδω ενίσχυσε την τιμήν της Θεοτόκου. Ο Αλεξανδρείας Κύριλλος εν Εφέσω μετά την μνημονευθείσα σύνοδον εν τω σχετικώ πανηγυρικώ λόγω είπε περί της Θεοτόκου τα επόμενα· ‘’Δι’ ης τριάς αγιάζεται, δι’ ης σταυρός τίμιος ονομάζεται και προσκυνείται εις πάσαν την οικουμένην…, δι’ ης το εκπεσόν πλάσμα αναλαμβάνεται…, δι’ ης βάπτισμα άγιον γίνεται τοις πιστεύουσι…, δι’ ης νεκροί εγείρονται» (Εκκλησιαστική Ιστορία, σ. 316).

Δεν ήταν μόνο το όπλο της πλαστογράφησης, αλλά και αυτό της παραποίησης των «αγιογραφικών δεδομένων». Για παράδειγμα, αναφέρει ο Βασίλειος Στεφανίδης:
Τα εισόδια της Θεοτόκου ως γεγονός απαντά εν τοις αποκρύφοις ευαγγελίοις (Πρωτευαγγέλιον, κεφ. 7. Ευαγγέλιον της γεννήσεως της Μαρίας, κεφ. 6). Η πληροφορία αύτη δεν στηρίζεται επί ιστορικής βάσεως, διότι απηγορεύετο εις τας γυναίκας η είσοδος εις τα Άγια των Αγίων του ιουδαϊκού ναού.
(ο. π. σ. 463)
Η εορτή της Υπαπαντής «απαντά εν Ιερουσαλήμ τέλη της 4ης εκ/ρίδος», ο αυτοκράτορας Μαρκιανός (450-457) «πρώτος έκτισεν ναόν της Θεοτόκου εν Γεθσημανή, όπου, κατά την παράδοσιν, είχε ταφή η Θεοτόκος...», η εορτή της «Κοιμήσεως» στις 15 Αυγούστου απαντά περί το 460, ενώ ο «Ευαγγελισμός» απαντά τον 6ο αιώνα. Τέλος, η εορτή της «Γεννήσεως της Θεοτόκου» απαντά τον 7ο αιώνα (ο. π. σ. 316-317).

Γράφει ο Π. Χρήστου, στον δεύτερο τόμο της πατρολογίας του:
Αυτοτελώς δια την Μαρίαν το ενδιαφέρον ανακινείται δια πρώτην φορά περί το 400, λόγω των προανακρουσμάτων της χριστολογικής έριδος. Επί μέρους επεισόδια του βίου της Θεοτόκου εκτίθενται εις την Κοίμησιν της Παρθένου Μαρίας, των αρχών του 5ου αιώνος, έργον διατηρούμενον εις το ελληνικόν πρωτότυπον, και εις μεταφράσεις συριακήν, λατινικήν, κοπτικήν, αρμενικήν, αραβικήν. Μια παραλλαγή αυτού απεδίδετο εις τον Μελίτωνα Σάρδεων. Το κείμενον αφού παρουσίαζει την Μαρίαν εις στενήν συναναστροφήν με τους αποστόλους μετά την ανάληψιν του Κυρίου, όπως άλλωστε υποδεικνύει και το βιβλίον των Πράξεων, συνεχίζει αμέσως με το κύριον θέμα, τον θάνατον και την ταφήν αυτής και τα μετέπειτα. Δια πρώτην φοράν εδώ η Θεοτόκος αναλαμβάνεται σωματικώς εις τον παράδεισον. Έκτοτε ο βίος της Θεοτόκου απετέλεσεν αντικείμενον ενός πλήθους κειμένων, ελληνικών και μη, μεταξύ δε άλλων και της Ιστορίας της μακαρίας Παρθένου Μαρίας, του 5ου αιώνος, σωζομένης εις την συριακήν, την αρμενικήν, και την αραβικήν. Τοιούτοι βίοι ήσαν εξαιρέτως αγαπητοί εις Ανατολήν και Δύσιν, όχι μόνο κατά τους μεσαιωνικούς, αλλά και κατά τους νεώτερους χρόνους» (σ. 240).
Περίπου τον 7ο αιώνα τοποθετείται ένα κείμενο με τίτλο «Όρασις Μαρίας Παρθένου», όπου αποκαλύπτεται στην Μαρία ο βασανισμός των ασεβών αιρετικών. Χάρις στις προσευχές της, δίδεται η παραχώρηση ώστε οι τιμωρούμενοι να βρίσκουν ανάπαυση από την εσπέρα της Παρασκευής μέχρι το πρωί της Δευτέρας (ο. π. σ. 241).

Σε άλλο κείμενο, το «Αποκάλυψις της Αγίας Θεοτόκου», που σώζεται στο ελληνικό πρωτότυπο και σε μεταφράσεις στην Αρμενική, αιθιοπική, και σλαβονική, ο Μιχαήλ αποκαλύπτει στην Μαρία τον βασανισμό όσων αρνούνται την πίστη του Τριαδικού Θεού και όσων δεν αποδέχονται την Μαρία ως Θεοτόκο (ο. π. σ. 241).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, από τον 4ο αιώνα και μετά, νέα πράγματα εδραιώνονται. Η Μαρία δεν πόνεσε όπως πονούν οι λοιπές γυναίκες όταν κυοφορούν και τίκτουν, και ο τόκος της ήταν «αλόχευτος» (ΣΤ΄ Οικουμενική, κανόνας ΟΘ΄). Στον Ακάθιστο Ύμνο, και στην 9η ωδή, καλείται «Κυρία όλων μας». Ο Αθανάσιος και ο Νύσσης Γρηγόριος υποστηρίζουν ότι χωρίς την παραδοχή της Μαρίας ως «Θεοτόκου», είναι αδύνατη η σωτηρία. Ο αιρετικός που δεν αποδέχεται το δόγμα αυτό (της Γ΄ Οικουμενικής), είναι αποξενωμένος από τον Θεό (επιστολή Γρηγορίου Νύσσης προς τον Κληδόνιο). Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, στην «Έκδοση της Ορθοδόξου πίστεως», ρητά αναφέρει ότι με το όνομα «Θεοτόκος» εκφράζεται «όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας» (κεφ. 56). Ο Ιερώνυμος ζητωκραυγάζει: «Δια της Εύας ο θάνατος, δια της Μαρίας η ζωή». Κατά το τροπάριο της «Κοιμήσεως», η Μαρία αναστήθηκε σωματικά μετά το θάνατό της και ανελήφθη, ως «μήτηρ υπάρχουσα της ζωής». Αλλού, αναφέρεται ως «τιμιωτέρα των Χερουβείμ», και «ενδοξοτέρα των Σεραφείμ».

Συνοψίζοντάς, θα πρέπει να αναφερθούμε, ακολουθούμενοι από την θεολογική σκέψη και σε ένα σύγχρονο θεολογικό, επιστημονικό και νομικό πρόβλημα που προκύπτει.

Η Μαρία είναι φυσική ή παρένθετη μητέρα του Ιησού, σύμφωνα με τις γραφές;

α) Αν είναι φυσική: (ωάριο δικό της (ανθρώπινο) και σπερματοζωάριο από τον ''Θεό'') τότε μιλάμε πλέον για υβρίδιο ή ημίθεο δηλ. μισό θεό + μισό άνθρωπο. (γνωστικισμός - αιρέσεις)

β) Αν είναι παρένθετη*: Δηλαδή, η Μαρία ''δάνεισε'' την μήτρα της και κυοφόρησε, έτοιμο γονιμοποιημένο και ολοκληρωμένο το γενετικό υλικό του θεού (θεϊκό έμβρυο) με συνέπεια να έχουμε μόνο ''θεό'' με αποτέλεσμα ως Θεός δεν θα μπορούσε να έχει υλικό σώμα όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι και καθώς είχε θεϊκή φύση δεν θα μπορούσε στην πραγματικότητα να υποφέρει και να πεθάνει. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο Ιησούς δεν ήταν πράγματι ένας άνθρωπος με σάρκα και αίμα παρά μόνο φαινόταν να έχει αυτή τη μορφή. Έτσι προήλθε και ο όρος «δοκητισμός», καθώς το ρήμα δοκέω σημαίνει «φαίνομαι». Για τους υποστηρικτές αυτής της θέσης, το σώμα του Ιησού ήταν ένα «φάντασμα», κάτι το μη πραγματικό. (γνωστικισμός - αιρέσεις)

*Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι πριν την ανακάλυψη του ωαρίου, τέλη το 17ου αιώνα κ.ε., όλες οι γυναίκες θωρούντουσαν μέχρι τότε ''παρένθετες'' με ρόλο μόνο στο να φιλοξενούν στην μήτρα τους το έτοιμο γονιμοποιημένο ωάριο - σπέρμα (προερχόμενο μόνο από τον άνδρα) και στη συνέχεια το έμβρυο κατά τη διάρκεια της κύησης και στον τοκετό.

ΔΕΣ: Oι πιο σκανδαλώδεις μύθοι για την Παρθένο Μαρία και τη Γέννηση του Ιησού
-----------------------
 Πηγές
1. «Η Ορθοδοξία μας», Α. Αλεβιζόπουλος, εκδόσεις «Διάλογος».
2. Αγία Γραφή.
3. «Α΄ Απολογία», Άπαντα Ιουστίνου, εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 1
4. Επιστολές γνήσιες και νοθευμένες Ιγνατίου Αντιοχείας, «Αποστολικοί Πατέρες» άπαντα, εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 4.
5. «Διάλογος προς Τρύφωνα», Άπαντα Ιουστίνου, εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», τ. 1.
6. «Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας», κείμενα του Γ. Φλορόφσκι, εκδόσεις «Άρτος ζωής».
7. Πατρολογία Στυλιανού Παπαδόπουλου, τ. Α΄, εκδόσεις «Παρουσία».
8. Πατρολογία Παναγιώτη Χρήστου, τ. Β΄, εκδόσεις «Κυρομάνος».
9. Εκκλησιαστική Ιστορία Βασιλείου Στεφανίδη, εκδόσεις «Παπαδημητρίου».

Και η επιδοκιμασία των άλλων δεν με αποζημιώνει

Επιπλέον, έχω παντελή άγνοια σε ό,τι αφορά τον εαυτό μου. Θαυμάζω την πεποίθηση και εμπιστοσύνη που καθένας έχει στο άτομό του, ενώ δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα που να ξέρω πως ξέρω, ούτε που να τολμώ να δώσω το λόγο μου ότι μπορώ να κάμω. Δεν έχω τις ικανότητές μου κατά κατηγορία και σε κατάλογο· και δεν μαθαίνω ποιες είναι παρά εκ των υστέρων: αμφιβάλλω τόσο για τον εαυτό μου όσο για οτιδήποτε άλλο. Και έτσι μου συμβαίνει, αν καταφέρω κάτι αξιέπαινο σε μια δουλειά, να το αποδίδω περισσότερο στην καλοτυχία μου παρά στη δύναμή μου, τόσο μάλλον που όλα μου τα σχέδια για κάθε δουλειά γίνονται στα τυφλά και διστακτικά. Ομοίως, μιλώντας γενικώς, να τι ισχύει και για μένα επίσης: από όλες τις γνώμες που, σε γενικές γραμμές, διατύπωσε η Αρχαιότητα περί του ανθρώπου, αυτές που ενστερνίζομαι προθυμότερα και με τις οποίες συμφωνώ πιο πολύ, είναι εκείνες που μας περιφρονούν, μας υποτιμούν και μας εκμηδενίζουν περισσότερο. Η φιλοσοφία ποτέ δεν μου φαίνεται πως έχει τόσο καλά χαρτιά, παρά μόνο όταν καταπολεμάει την αλαζονεία και τη ματαιότητά μας, όταν καλή τη πίστει αναγνωρίζει την αναποφασιστικότητά της, την αδυναμία της και την άγνοιά της. Μου φαίνεται πως η μητέρα τροφός των σφαλερότερων απόψεων, είτε δημόσιων είτε ιδιωτικών, είναι η υπέρμετρα καλή γνώμη που ο άνθρωπος έχει για τον εαυτό του.

Αλλά για να έρθω στην προσωπική μου περίπτωση, είναι εξαιρετικά δύσκολο μου φαίνεται για οποιονδήποτε άλλον να έχει λιγότερο σε εκτίμηση τον εαυτό του ή ακόμα για οποιονδήποτε άλλον να με έχει σε λιγότερη εκτίμηση από ό,τι εγώ έχω σε εκτίμηση τον εαυτό μου.

Εκτιμώ πως ανήκω στο συνηθισμένο είδος ανθρώπων, με τη μόνη διαφορά πως θεωρώ ότι εκεί πράγματι ανήκω· ένοχος των πιο παρακατιανών και χυδαίων ελαττωμάτων, που όμως ούτε απαρνιέμαι ούτε δικαιολογώ· και δίνω αξία στον εαυτό μου μόνο από το γεγονός ότι ξέρω την αξία μου.

Γιατί, για να λέω την αλήθεια, όποια μορφή και αν πάρουν, όταν πρόκειται για το προϊόντα του νου μου, ποτέ δεν ξεπήδησε κάτι από μένα που να με γέμιζε. Και η επιδοκιμασία των άλλων δεν με αποζημιώνει. Τα γούστα μου αντιλαμβάνονται λεπτές διακρίσεις και δύσκολα ικανοποιούνται, ιδιαιτέρως σε ό,τι σχετίζεται με το άτομό μου· απαρνιέμαι αδιάκοπα τον εαυτό μου και τον νιώθω παντού να αμφιρρέπει και να κάμπτεται από αδυναμία. Τίποτα από ό,τι βρίσκεται στην κατοχή μου δεν ικανοποιεί την κρίση μου. Η ματιά μου είναι αρκετά καθάρια και υπό έλεγχο, αλλά θολώνει όταν είναι να βγάλει αποτέλεσμα, όπως διαπίστωσα ξεκάθαρα στην περίπτωση της ποίησης. Την αγαπώ απέραντα· είμαι αρκετά καλός κριτής των έργων των άλλων· η αλήθεια όμως είναι πως όταν βαλθώ να καταπιαστώ με την ποίηση, είμαι σαν παιδί: βρίσκω τον εαυτό μου ανυπόφορο. Μπορείς να αστειεύεσαι οπουδήποτε αλλού, όχι όμως στην ποίηση:

τους μέτριους ποιητές δεν ανέχονται
ούτε οι θεοί ούτε οι άνθρωποι ούτε όσοι προβάλλουν τα έργα τους (ΟΡΑΤΙΟΣ)

Ας έδινε ο Θεός αυτή η φράση να βρισκόταν στην πρόσοψη των μαγαζιών όλων των τυπογράφων μας, για να απαγορεύει την είσοδο σε τόσους στιχουργούς:

πράγματι
κανείς δεν είναι πιο αμέριμνος απ’ τον κακό ποιητή. (ΜΑΡΤΙΑΛΗΣ)

Γιατί να μην έχουμε ανθρώπους [σαν και αυτούς τους Έλληνες που θα αναφέρω]; Ο Διονύσιος ο Πρεσβύτερος δεν είχε από τον εαυτό του τίποτα σε εκτίμηση όσο την ποίησή του. Στην περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων, εκτός από άρματα που ξεπερνούσαν όλα τα άλλα σε μεγαλοπρέπεια, έστειλε επίσης σκηνές και κιόσκια βασιλικά, χρυσωμένα και σκεπασμένα με χαλιά για τους ποιητές και μουσικούς που είχαν να παρουσιάσουν τους στίχους του. Όταν ήρθε η ώρα να απαγγελθούν οι στίχοι του, η χάρη και η αρτιότητα της απαγγελίας τράβηξαν στην αρχή την προσοχή του πλήθους· όταν όμως λίγο αργότερα ήρθε η ώρα να ζυγίσει τη μωρολογία του έργου, το κοινό έδειξε πρώτα περιφρόνηση και καθώς η κρίση του άρχισε να γίνεται αυστηρότερη, κυριεύτηκε σε λίγο από μανία και έτρεξε να γκρεμίσει και να ξεσκίσει από αγανάκτηση όλα τα κιόσκια. Και όταν τα άρματά του δεν έκαμαν τίποτα της προκοπής στις αρματοδρομίες και το πλοίο που έφερνε πίσω τους ανθρώπους του έχασε τη Σικελία, σπρώχτηκε από την τρικυμία και κομματιάστηκε πέφτοντας στην ακτή του Τάραντα, ο κόσμος θεώρησε βέβαιο πως ήταν κατατρεγμός των θεών, που είχαν οργισθεί, όπως και το κοινό, για εκείνη την κακή ποίηση. Και οι ίδιοι οι ναύτες που είχαν γλυτώσει από το ναυάγιο, έρχονταν συνεπίκουροι σε αυτήν τη γνώμη του κόσμου, με την οποία επίσης φάνηκε να συμφωνεί κάπως ο χρησμός που προείπε το θάνατό του. Ο χρησμός δήλωσε πως ο Διονύσιος θα πλησίαζε στο τέλος του, όταν θα είχε νικήσει εκείνους που άξιζαν περισσότερο από αυτόν, πράγμα που ο Διονύσιος ερμήνευσε ότι αφορούσε τους Καρχηδόνιους, που τον ξεπερνούσαν σε δύναμη. Και πολεμώντας εναντίον τους απέφευγε συχνά τη νίκη και τη μετρίαζε, για να μην υποστεί τη μοίρα που είχε προβλέψει εκείνη η προφητεία, όμως ερμήνευσε στραβά: γιατί ο θεός αναφερόταν στην εποχή που κέρδισε (με μεροληψίες και αδίκως) το βραβείο στην Αθήνα από καλύτερους τραγικούς ποιητές από ό,τι ο ίδιος, έχοντας δώσει να παίξουν στο διαγωνισμό το έργο του “Τα Λήναια”· ύστερα από αυτήν τη νίκη πέθανε ξαφνικά και εξαιτίας εν μέρει της υπερβολικής χαράς που τον κατέλαβε λόγω αυτού του γεγονότος.

Τα έργα μου απέχουν τόσο από το να μου προσφέρουν ικανοποίηση, ώστε όσες φορές και αν τα αναψηλαφώ, τόσες φορές με σκάζουν:

σαν τα ξαναδιαβάζω, ντρέπομαι που τα έγραψα,
γιατί εγώ που τα έγραψα βλέπω πολλά που κρίνω άξια να
σβηστούν. (ΟΒΙΔΙΟΣ)

Εξ αυτού συμπεραίνω πως οι παραγωγές εκείνων των γόνιμων και μεγάλων πνευμάτων των περασμένων καιρών είναι πολύ πιο πέρα από το έσχατο όριο όπου απλώνεται η φαντασία και η επιθυμία μου. Τα γραπτά τους δεν με ικανοποιούν και με γεμίζουν μόνο, αλλά μου φέρνουν απορία και με κάνουν να μαρμαρώνω από θαυμασμό. Κρίνω την ομορφιά τους· τη βλέπω, αν όχι ως την άκρη, τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό, ώστε μου είναι αδύνατο να προσπαθήσω να τη φτάσω.

Δεν πρέπει με τις καταστάσεις να θυμώνουμε· αυτές δεν νοιάζονται καθόλου

ΠΕΡΙ ΕΥΘΥΜΙΑΣ

Έτσι, όπως το υπόδημα προσαρμόζεται στο σχήμα του ποδιού και όχι το αντίστροφο, ομοίως και οι διαθέσεις των ανθρώπων κάνουν τις ζωές τους σαν τους ίδιους. Δεν κάνει, δηλαδή, η συνήθεια την άριστη ζωή ευχάριστη γι’ αυτούς που την έχουν επιλέξει, όπως έχει πει κάποιος, αλλά η φρόνηση κάνει την ίδια ζωή ταυτόχρονα και άριστη και ευχάριστη. Γι’ αυτό πρέπει να καθαρίζουμε την πηγή της ψυχικής γαλήνης που βρίσκεται μέσα μας, ώστε και τα εξωτερικά πράγματα, σαν να ήταν δικά μας και φιλικά, να μας είναι ευχάριστα όταν δεν τα χρησιμοποιούμε άσχημα:

Δεν πρέπει με τις καταστάσεις να θυμώνουμε·
αυτές δεν νοιάζονται καθόλου· εκείνος, όμως, που όσα του τυχαίνουν
σωστά θα χρησιμοποιήσει, θα ευτυχήσει. (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ)

Ο Πλάτων, επί παραδείγματι, παρομοίασε τη ζωή με το παιχνίδι των κύβων, κατά το οποίο πρέπει όχι μόνο να φέρνουμε το συμφερότερο αποτέλεσμα στο ρίξιμο των κύβων, αλλά, αφού το φέρουμε, να χρησιμοποιούμε σωστά αυτό που μας έτυχε. Με τις περιστάσεις όμως, αν και δεν είναι στο χέρι μας να ρίξουμε και να φέρουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε, ωστόσο, έργο δικό μας είναι, αν είμαστε σώφρονες, να δεχτούμε με τον κατάλληλο τρόπο ότι φέρνει η τύχη και να δώσουμε στο κάθε γεγονός τη θέση στην οποία και κείνο που μας είναι επιθυμητό θα μας είναι ωφελιμότατο και κείνο που μας είναι ανεπιθύμητο θα μας βλάψει όσο λιγότερο γίνεται.

Ο Θεόδωρος, που επονομάστηκε άθεος, έλεγε ότι προσέφερε τις ομιλίες του με το δεξί του χέρι αλλά το ακροατήριό του τις δεχόταν με το αριστερό· έτσι και οι απαίδευτοι άνθρωποι, όταν η τύχη είναι στα δεξιά τους, αυτοί την πιάνουν από τα αριστερά, ενεργώντας έτσι κατά τρόπο απαράδεκτο. Οι φρόνιμοι, όμως, όπως οι μέλισσες παίρνουν μέλι από το θυμάρι, το πιο δριμύ και ξηρό φυτό, με παρόμοιο τρόπο πολλές φορές αντλούν από τις πιο δυσμενείς περιστάσεις κάτι που τους είναι ταιριαστό και χρήσιμο.

Είναι, δηλαδή, δυνατό ν’ αλλάξουμε την κατεύθυνση της τύχης όταν μας έχει δώσει πράγματα που δεν θέλουμε. Ο Διογένης εξορίστηκε· “δεν ήταν κι άσχημα τελικά!” γιατί μετά την εξόρισή του άρχισε να φιλοσοφεί.

Στον Ζήνωνα τον Κιτιέα είχε απομείνει μόνο ένα φορτηγό πλοίο· όταν έμαθε ότι το πλοίο βυθίστηκε μαζί με όλο του το φορτίο, φώναξε: “Ωραία τα έκανες, τύχη, που με σπρώχνεις στον τρίβωνα και στη στοά”.

Τι μας εμποδίζει λοιπόν να μιμηθούμε τους παραπάνω; Απέτυχες ως υποψήφιος για το αξίωμα; Θα μπορούσες να ζήσεις στην εξοχή και να φροντίσεις τις προσωπικές σου υποθέσεις.

Αποκρούστηκες όταν προσπαθούσες να κάνεις φίλο σου κάποιον άρχοντα; Η ζωή σου θα είναι απαλλαγμένη από κινδύνους και προβλήματα.

Μήπως από συκοφαντία ή φθόνο, σου έτυχε ημέρα κακή και σε περιφρόνησαν; Ούριος ο άνεμος θα σε φέρει στις Μούσες και στην Ακαδημία, όπως έγινε με τον Πλάτωνα που χειμάστηκε από τη φιλία του Διονύσιου.

Γι’ αυτό συμβάλλει πολύ στην ψυχική γαλήνη η παρατήρηση ότι ένδοξοι άνδρες δεν έπαθαν τίποτα απολύτως από δεινά όμοια με τα δικά σου.

Σε στεναχωρεί, για παράδειγμα, η ατεκνία; Σκέψου τους βασιλείς της Ρώμης, από τους οποίους κανείς δεν άφησε το βασίλειο σε γιο του.

Δυσφορείς για την τωρινή σου φτώχεια; Ποιος Βοιωτός θα προτιμούσες να είσαι άλλος από τον Επαμεινώνδα; Ποιος Ρωμαίος άλλος από τον Φαβρίκιο;

“Μα η γυναίκα μου ξελογιάστηκε”. Δεν έχεις διαβάσει, λοιπόν, την επιγραφή στους Δελφούς:

Ο κύριος στεριάς και θάλασσας, ο βασιλιάς Άγις, με αφιέρωσε, και δεν έχεις ακούσει πως ο Αλκιβιάδης ξελόγιασε τη γυναίκα του Άγιδος, την Τιμαία, και ότι εκείνη ονόμαζε το γιο της ψιθυριστά στις θεραπαινίδες της Αλκιβιάδη;

Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον Άγι να είναι ο ενδοξότερος και ο μέγιστος Έλληνας.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ: Του συνέστησε να φυλάγεται και να φοβάται την “αλαζονεία, που είναι συγκάτοικος της μοναξιάς”

Σε ποιες περιπτώσεις, λοιπόν, πρέπει να είναι σφοδρός ο φίλος και πότε πρέπει να παίρνει τον τόνο της παρρησίας;

Όταν, μπροστά στις επιθέσεις της λαγνείας, της οργής ή της αλαζονείας, οι περιστάσεις απαιτούν ή να κόψει κανείς τα φτερά της φιλαργυρίας ή να αναχαιτίσει τον παραλογισμό και την αναισθησία.

Αυτή την παρρησία υιοθετούσε ο Σόλων απέναντι στον Κροίσο, που είχε διαβρωθεί από την εφήμερη ευτυχία και ζούσε τρυφηλά, όταν τον προέτρεψε να κοιτάζει το τέλος.

Έτσι ο Σωκράτης συγκρατούσε τον Αλκιβιάδη, τον έκανε να χύνει αληθινά δάκρυα, καθώς άκουγε την κριτική του, και να μεταστραφεί.

Παρόμοια ήταν τα λόγια του Κύρου προς τον Κυαξάρη και του Πλάτωνα προς τον Δίωνα· όταν εκείνος ήταν στις δόξες του και έκανε τους ανθρώπους όλους να στρέφουν το βλέμμα πάνω του με τις ωραίες και σπουδαίες πράξεις του, του συνέστησε να φυλάγεται και να φοβάται την “αλαζονεία, που είναι συγκάτοικος της μοναξιάς”.

Αλλά και ο Σπεύσιππος του έγραφε να μην παίρνουν τα μυαλά του αέρα, αν γίνεται πολύς λόγος για το άτομό του ανάμεσα στα παιδάκια και τις γυναικούλες, αλλά να κοιτάζει πώς να στολίσει τη Σικελία με ευλάβεια, δικαιοσύνη και νόμους άριστους ώστε να τιμήσει την Ακαδημία.

Ο Εύκτος και ο Εύλαιος, οι φίλοι του Περσέα, όσο ήταν ευνοούμενος της τύχης τον ακολουθούσαν, λέγοντάς του συνεχώς λόγια ευχάριστα και συμφωνώντας με τις απόψεις του όπως και οι υπόλοιποι. Όταν όμως συγκρούστηκε με τους Ρωμαίους κοντά στην Πύδνα, υπέπεσε σε σφάλματα και τράπηκε σε φυγή, του επιτέθηκαν, τον επιτιμούσαν με τα χειρότερα λόγια και του θύμιζαν τα λάθη και τις παραλείψεις του, κατηγορώντας τον για το καθετί, μέχρι που ο άνθρωπος, βαθιά πληγωμένος, από τη θλίψη και την οργή του χτύπησε και τους δύο με το ξίφος και τους σκότωσε.

Έτσι, λοιπόν, προσδιορίζεται εκ των προτέρων για τις γενικές περιπτώσεις η κατάλληλη στιγμή. Όσο για τις ευκαιρίες που προσφέρονται από μόνες τους, πολλές φορές ο φίλος που νοιάζεται δεν πρέπει να τις παραβλέπει αλλά να τις εκμεταλλεύεται. Κάποια ερώτηση μερικές φορές, κάποια διήγηση και κατηγορία για τις ίδιες πράξεις προκειμένου για διαφορετικά πρόσωπα, ή κάποιος έπαινος είναι έναυσμα για να μιλήσει κανείς με παρρησία.

Όπως λένε ότι έγινε με τον Δημάρατο, που πήγε από την Κόρινθο στη Μακεδονία, όταν ο Φίλιππος είχε διαφορές με τη γυναίκα και το γιο του· αφού τον υποδέχτηκε ο Φίλιππος και τον ρώτησε πώς τα πάνε στο θέμα της ομόνοιας μεταξύ τους οι Έλληνες, απάντησε ο Δημάρατος, που ήταν καλοπροαίρετος φίλος του: “Στ’ αλήθεια, ωραίο είναι, Φίλιππε, να ζητάς πληροφορίες για την ομοφροσύνη μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων και να μην κοιτάς το σπίτι σου που είναι όλο αντίδραση και διχόνοια”.

Καλά μίλησε και ο Διογένης, ο οποίος, όταν πήγε στο στρατόπεδο του Φιλίππου, τότε που εκείνος βάδιζε για να πολεμήσει τους Έλληνες, οδηγήθηκε μπροστά του και, καθώς, ο Φίλιππος δεν τον ήξερε και τον ρώτησε αν είναι κατάσκοπος, του απάντησε: “Κατάσκοπος, πράγματι, Φίλιππε, της απερισκεψίας και της αμυαλιάς σου, που σε κάνουν, χωρίς να σε εξαναγκάζει τίποτε, να έρθεις για να παίξεις σε μιαν ώρα στα ζάρια το βασίλειο και τη ζωή σου”.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

Οι ανήθικοι άνθρωποι κατά βάση είναι δυστυχισμένοι

Σε αντίθεση με τις περισσότερες θρησκείες και άλλα ηθικά συστήματα, η αριστοτελική ηθική είναι εκπληκτικά μη επικριτική απέναντι στους ανήθικους ανθρώπους, γιατί ο Αριστοτέλης βλέπει ότι κατά βάση είναι δυστυχισμένοι. Οι ανήθικοι άνθρωποι βιώνουν πάντα εσωτερική σύγκρουση. Κάνουν ό,τι τους ευχαριστεί, αλλά ταυτόχρονα γνωρίζουν ότι η επιδίωξη της ευχαρίστησης αυτής καθαυτήν δεν οδηγεί στην ευτυχία. Εσωτερικές συγκρούσεις βιώνουν και οι άνθρωποι που γνωρίζουν ποιο είναι το σωστό, αλλά παρεμποδίζονται στην εφαρμογή του «από δειλία ή οκνηρία».

Ο Αριστοτέλης, ο οποίος στην τέταρτη δεκαετία της ζωής του ζούσε πολύ κοντά στη δεσποτική οικογένεια του Μακεδόνα βασιλιά, του αδίστακτου Φιλίππου Β και των δολοπλόκων συζύγων, των παλλακίδων και των υπασπιστών που τον πλαισίωναν, παλεύοντας όλοι για μια θέση στην αυλή του, φαίνεται ότι είχε παρατηρήσει ενδελεχώς τη δυστυχία των ανήθικων ανθρώπων. Γνώριζε κατά συρροή εγκληματίες που απλώς αυτοκτονούσαν. Παρακολουθούσε κακούς ανθρώπους «που αναζητούν ανθρώπους τους οποίους μπορούν να συναναστραφούν και αποφεύγουν τη συντροφιά του εαυτού τους, επειδή όταν είναι μόνοι τους θυμούνται πολλά και φοβερά πράγματα του παρελθόντος και αναμένουν τα ίδια για το μέλλον, ενώ με τη συντροφιά άλλων ανθρώπων μπορούν να ξεχάσουν». Αυτοί οι δυστυχισμένοι διεφθαρμένοι άνθρωποι, που δεν αντέχουν να μείνουν μόνοι, με τον εαυτό τους, δεν μπορούν να βιώσουν απόλυτα «τις χαρές και τις λύπες τους, καθώς η ψυχή τους επαναστατεί». Νιώθουν λες και το σώμα τους είναι κομμένο στα δύο. Απολαμβάνουν να υπερηφανεύονται για τα κατορθώματά τους για λίγα λεπτά, αλλά «αμέσως μετά το μετανιώνουν και εύχονται να μην είχαν δοκιμάσει την ευχαρίστηση. Γιατί οι κακοί άνθρωποι πάντα αλλάζουν γνώμη».

Ο Λέων Τολστόι, που είχε μελετήσει την αρχαιοελληνική λογοτεχνία και φιλοσοφία, μάλλον είχε διαβάσει Αριστοτέλη, όπως φαίνεται στην αρχή του έργου του Άννα Καρένινα (1877) από την παρατήρηση: “Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους· αλλά κάθε δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο.” Γιατί ο Αριστοτέλης είχε υποστηρίξει ότι το “καλό είναι απλό, ενώ το κακό έχει πολλές μορφές και επίσης ο καλός άνθρωπος είναι πάντα ίδιος και δεν αλλάζει χαρακτήρα, ενώ ο κακός και ο ανόητος είναι αρκετά διαφορετικοί το βράδυ από ό,τι ήταν το πρωί”. Δεν έχει γίνει ποτέ καλύτερη ανατομή της ποικιλόμορφης ψυχολογικής δυστυχίας που οι ανήθικοι προκαλούν στον εαυτό τους λόγω της ασυνέπειας στην ίδια τη συμπεριφορά τους.

Πώς παρασύρθηκε αυτός ο απαίσιος τύραννος, ο πονηρός σαν τσακάλι;

Η παρακάτω ιστορία (ένα υπέροχο παραμύθι που πρωτοεμφανίστηκε στην Ανατολή πριν από τουλάχιστον 1500 χρόνια) αναφέρεται, εν ολίγοις, σε έναν ισχυρό και τυραννικό βασιλιά κι έναν σοφό και καλοκάγαθο ιερέα. Στην ιστορία, ο σοφός ιερέας καταστρώνει ένα σχέδιο για να παγιδεύσει τον άρχοντα.

Πολλοί μαθητές του ιερέα τσακώνονται για να τους καταδικάσει ο βασιλιάς σε αποκεφαλισμό. Ο βασιλιάς απορεί με αυτή την απόφαση ομαδικής αυτοκτονίας και αρχίζει να το ψάχνει, ώσπου «ανακαλύπτει» στις ιερές γραφές ένα κείμενο που βεβαιώνει ότι όποιος πεθάνει από τα χέρια τον δήμιου την πρώτη μέρα μετά την πανσέληνο θα ξαναγεννηθεί και θα είναι πλέον αθάνατος.

Ο βασιλιάς, ο οποίος δεν φοβάται παρά μόνο τον θάνατο, αποφασίζει να ζητήσει από τον δήμιο να του πάρει το κεφάλι το πρωί της συγκεκριμένης ημέρας.

… Έτσι κι έγινε, και το χωριό απαλλάχτηκε επιτέλους από τον τύραννο. Τότε, ρώτησαν οι μαθητές:

«Πώς μπόρεσε αυτός ο άνθρωπος που καταδυνάστευε τον λαό μας, ο πονηρός σαν τσακάλι, να πιστέψει κάτι τόσο παιδαριώδες όπως η ιδέα ότι θα συνεχίσει κανείς να ζει στην αιωνιότητα αφού του κόψει ο δήμιος το κεφάλι;»

Και ο δάσκαλος απάντησε:

«Εδώ, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθετε… Κανείς δεν είναι πιο ευάλωτος και έτοιμος να πιστέψει κάτι ψεύτικο, από εκείνον που ΕΥΧΕΤΑΙ να είναι το ψέμα αληθινό».

Οι περισσότεροι άνθρωποι εστιάζουν στις αδυναμίες τους αντί να καλλιεργούν τις ιδιαίτερες δυνάμεις τους

Ο Νόρμαν Κάζινς είχε πει κάποτε: «Η τραγωδία της ζωής δεν είναι ο θάνατος, αλλά αυτά που αφήνουμε να πεθάνουν μέσα μας όσο είμαστε ακόμη ζωντανοί». Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο «απλώς υπάρχω» και το «ζω πραγματικά». Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην απλή επιβίωση και την ουσιαστική, πλήρη ζωή. Το λυπηρό είναι πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν βλέπουν πια τα ανθρώπινα δώρα που κρύβονται μέσα τους κι έχουν παραδοθεί στη συνήθεια να παρακολουθούν παθητικά τηλεόραση.

Μια ιστορία, που προέρχεται από την αρχαία ινδική μυθολογία, για να θυμίσω ότι υπάρχει μέσα μας ένα πλούσιο απόθεμα δυνατοτήτων και ικανοτήτων που περιμένουν να αφυπνιστούν, φτάνει μόνο να τους επιτρέψουμε να δουν το φως της μέρας. Πριν από χιλιάδες χρόνια, σύμφωνα με αυτή την ιστορία, όποιος βάδιζε πάνω στη Γη ήταν θεός. Αλλά οι άνθρωποι δεν χρησιμοποίησαν σωστά αυτές τις απεριόριστες δυνάμεις, κι έτσι ο ύψιστος θεός αποφάσισε να κρύψει τη θεϊκή υπόσταση, την πηγή όλης εκείνης της δύναμης ώστε να μην μπορεί να τη βρει πλέον κανείς. Το ερώτημα που προέκυψε τότε ήταν: Πού Θα μπορούσε να κρύψει κάτι τέτοιο; Ο πρώτος σύμβουλός του πρότεινε να κρύψουν τη θεϊκή υπόσταση βαθιά κάτω από το χώμα, αλλά ο ύψιστος θεός του αποκρίθηκε: «Όχι, κάποιος τελικά θα σκάψει αρκετά βαθιά και θα τη βρει». Ο δεύτερος σύμβουλός του είπε: «Γιατί να μην την κρύψουμε στο βυθό του βαθύτερου ωκεανού;» Αλλά ο ύψιστος θεός αποκρίθηκε: «Όχι, κάποιος τελικά θα βουτήξει αρκετά βαθιά και θα τη βρει». Τότε, παρενέβη ο τρίτος σύμβουλος και είπε: «Ας την κρύψουμε στην κορυφή του ψηλότερου βουνού». Αλλά είπε ο ύψιστος θεός: «Όχι, είμαι σίγουρος ότι κάποιος τελικά θα σκαρφαλώσει ως την ψηλότερη κορυφή και θα τη βρει». Αφού συλλογίστηκε γι’ αρκετή ώρα, ο ύψιστος θεός βρήκε τη λύση: «Θα κρύψω αυτή την πηγή κάθε ανθρώπινης δύναμης και δυνατότητας, κάθε ανθρώπινου σκοπού, μέσα στην καρδιά του κάθε άντρα, της κάθε γυναίκας και του κάθε παιδιού που ζει στον πλανήτη, καθώς είναι σίγουρο ότι κανείς ποτέ δεν θα σκεφτεί να ψάξει εκεί».

Στη διάρκεια των κοινωνικών επαφών μου, βλέπω πάντα το ίδιο πράγμα: οι περισσότεροι άνθρωποι εστιάζουν στις αδυναμίες τους αντί να καλλιεργούν τις ιδιαίτερες δυνάμεις τους. Και επειδή επικεντρώνονται σε ό,τι δεν έχουν, παραμελούν τα ταλέντα που πράγματι έχουν. Οι πιο σπουδαίοι από τους ανθρώπους που έζησαν πριν από εμάς ακολουθούσαν μια απλή στρατηγική που εξασφάλιζε την επιτυχία τους: γνώριζαν τον εαυτό τους. Έβρισκαν το χρόνο να σκεφτούν ποιες ήταν οι σημαντικότερες ικανότητές τους εκείνες οι ιδιαίτερες ικανότητες που τους καθιστούσαν μοναδικούς- και περνούσαν την υπόλοιπη ζωή τους προσπαθώντας να τις καλλιεργήσουν και να τις τελειοποιήσουν. Γιατί, να ξέρεις, είμαστε όλοι προικισμένοι με την ικανότητα να μεγαλουργήσουμε. Ίσως απλώς να μην έδωσες στον εαυτό σου το χρόνο να ανακαλύψει ποια είναι τα προσωπικά του χαρίσματα και να τα καλλιεργήσει σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαπρέψει.

Πώς ξέρετε αν ο σύντροφός σας είναι κατάλληλος για εσάς;

Ίσως σκέφτεστε: «Αν δεν είμαι με την κατάλληλη γυναίκα ή τον κατάλληλο άνδρα;» Αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό ερώτημα. Φυσικά, πρέπει να επιλέξετε το κατάλληλο άτομο. Αλλά τι σημαίνει κατάλληλος άνδρας ή κατάλληλη γυναίκα; Είναι κάποιος που θέλει να πορευτεί στην ίδια κατεύθυνση με εσάς, κάποιος που συμβαδίζει με τις απόψεις και τις αξίες σας – συναισθηματικά, σωματικά, οικονομικά, πνευματικά.

Πώς ξέρετε αν ο σύντροφός σας είναι κατάλληλος για εσάς; Ας υποθέσουμε ότι είστε άνδρας και μια γυναίκα πρόκειται να σας επιλέξει. Αν υπάρχουν εκατό γυναίκες που αναζητούν έναν άνδρα και καθεμία σάς βλέπει ως πιθανό σύντροφο, για πόσες από αυτές θα είστε ο κατάλληλος; Η απάντηση είναι: Δεν ξέρετε. Γι’ αυτό πρέπει να ρισκάρετε. Μπορώ, όμως, να σας πω ότι η κατάλληλη γυναίκα για εσάς είναι αυτή που αγαπάτε όπως είναι, που δεν νιώθετε την ανάγκη αλλάξετε. Είστε τυχερός αν την βρείτε και ταυτοχρόνως είστε ο κατάλληλος άνδρας γι’ αυτήν.

Θα είστε κατάλληλος γι’ αυτήν, αν σας αγαπάει όπως είστε και δεν επιθυμεί να σας αλλάξει. Δεν χρειάζεται να είναι υπεύθυνη για εσάς• μπορεί να σας έχει εμπιστοσύνη ότι θα είστε αυτό που ισχυρίζεστε, αυτό που προβάλλετε. Μπορεί να είναι όσο το δυνατόν πιο ειλικρινής και να προβάλλει σε εσάς αυτό που είναι. Δεν θα έρθει κοντά σας προσποιούμενη ότι είναι κάτι που αργότερα θα ανακαλύψετε ότι δεν είναι. Αυτός που σας αγαπάει, σας αγαπάει ακριβώς όπως είστε. Διότι αν προσπαθεί να σας αλλάξει, αυτό σημαίνει ότι δεν είστε το άτομο που θέλει. Τότε γιατί είναι μαζί σας;

Όταν γνωρίζετε ένα άτομο, αμέσως μετά το πρώτο «γεια σου», αρχίζει να σας στέλνει πληροφορίες . Ανυπομονεί να μοιραστεί το όνειρό του μαζί σας. Σας ανοίγεται, ακόμα και αν δεν το κάνει συνειδητά. Είναι τόσο εύκολο να δείτε κάθε άτομο όπως ακριβώς είναι. Δεν χρειάζεται να λέτε ψέματα στον εαυτό σας. Μπορείτε να δείτε τι έχετε να αντιμετωπίσετε είτε το θέλετε είτε όχι.

Ξέρετε τι είδους άνδρα ή γυναίκα θέλετε; Αυτόν ή αυτήν που κάνει την καρδιά σας να τραγουδάει, που ευθυγραμμίζεται με αυτό που είστε και σας αγαπάει ακριβώς όπως είστε. Γιατί να αναγκάσετε τον εαυτό σας να συμβιβαστεί με κάτι διαφορετικό; Γιατί να μην αποκτήσετε αυτό που θέλετε; Γιατί να προσποιείστε ότι κάνατε κάποιον να ταιριάξει σε μια εικόνα που δεν τον αντιπροσωπεύει; Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αγαπάτε το συγκεκριμένο άτομο. Σημαίνει ότι κάνετε μια επιλογή και λέτε ναι ή όχι, γιατί αγαπάτε και τον εαυτό σας. Κάνετε μια επιλογή και είστε υπεύθυνος γι’ αυτήν. Αν οι επιλογές σας δεν λειτουργούν όπως θα θέλατε, δεν κατηγορείτε τον εαυτό σας. Απλώς κάνετε μια άλλη επιλογή.

Ας φανταστούμε, όμως, ότι παίρνετε έναν σκύλο, παρά το γεγονός ότι προτιμάτε τις γάτες. Αυτό που θέλετε είναι να συμπεριφέρεται σαν γάτα και προσπαθείτε να τον αλλάξετε γιατί ποτέ δεν νιαουρίζει. Τι κάνετε με έναν σκύλο; Πάρτε μια γάτα! Είναι ο μόνος τρόπος να ξεκινήσετε μια υπέροχη σχέση. Πρώτα πρέπει να ξέρετε τι θέλετε, πώς και πότε το θέλετε. Πρέπει να γνωρίζετε ακριβώς τις ανάγκες του σώματος και τον νου σας, καθώς και τι σας ταιριάζει.

Υπάρχουν εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες, και καθένας είναι μοναδικός. Κάποιοι θα σας ταιριάζουν, άλλοι πάλι καθόλου. Μπορείτε να αγαπάτε τους πάντες- αλλά αν σχετίζεστε με κάποιον σε καθημερινή βάση, θα χρειαστείτε ένα άτομο που να συμβαδίζει με τις πεποιθήσεις σας. Το άτομο αυτό δεν πρέπει απαραιτήτως να είναι ακριβώς ίδιο με σας’ αρκεί να ταιριάζετε όπως το κλειδί στην κλειδαριά – να ταιριάζετε για να μπορεί η σχέση να λειτουργεί.

Πρέπει να είστε ειλικρινείς τόσο με τον εαυτό σας όσο και με όλους τους άλλους. Προβάλετε αυτό που αισθάνεστε ότι είστε πραγματικά και μην υποκρίνεστε ότι είστε κάτι άλλο. Ας υποθέσουμε ότι είστε στην αγορά: πρόκειται να πουλήσετε (τον εαυτό σας), αλλά και να αγοράσετε. Για να αγοράσετε, θέλετε να δείτε την ποιότητα αυτού που θα πάρετε. Αλλά για να πουλήσετε, πρέπει να δείξετε στους άλλους ποιος είστε. Δεν έχει να κάνει με το αν είστε καλύτερος ή χειρότερος από κάποιον άλλο• έχει να κάνει με το να είστε ο εαυτός σας.

Αν δείτε αυτό που θέλετε, γιατί να μην το ρισκάρετε; Αλλά αν διαπιστώσετε ότι δεν είναι αυτό που θέλετε, ξέρετε ότι θα το πληρώσετε. Μην τριγυρνάτε κλαψουρίζοντας: «Ο εραστής μου με κακοποιεί», όταν αυτό ήταν ολοφάνερο από την αρχή. Μη λέτε ψέματα στον εαυτό σας. Μην επινοείτε για τους ανθρώπους χαρακτηριστικά που δεν διαθέτουν. Αυτό είναι το μήνυμα.

Δείτε αυτό που υπάρχει μπροστά σας· μην εθελοτυφλείτε και μην προσποιείστε ότι βλέπετε πράγματα που δεν υπάρχουν. Μην αρνείστε αυτό που βλέπετε για να πάρετε το εμπόρευμα, όταν αυτό δεν καλύπτει πραγματικά τις ανάγκες σας. Όταν αγοράζετε κάτι που δεν χρειάζεστε, καταλήγει στην αποθήκη. Το ίδιο συμβαίνει και σε μια σχέση. Φυσικά, μπορεί να μας πάρει χρόνια για να μάθουμε αυτό το οδυνηρό μάθημα, αλλά είναι ένα καλό ξεκίνημα. Αν κάνετε ένα καλό ξεκίνημα, τα υπόλοιπα θα είναι πιο εύκολα, γιατί θα μπορείτε να είστε ο εαυτός σας.

Ίσως να έχετε ήδη επενδύσει αρκετό χρόνο σε μια σχέση. Αν επιλέξετε να τη συνεχίσετε, μπορείτε και πάλι να κάνετε ένα νέο ξεκίνημα, αποδεχόμενοι τον σύντροφό σας και αγαπώντας τον όπως είναι. Πρώτα, όμως, θα πρέπει να κάνετε ένα βήμα πίσω- να αποδεχτείτε τον εαυτό σας και να τον αγαπήσετε ακριβώς όπως είναι. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορείτε να είστε πραγματικά αυτό που είστε και να το εκφράζετε. Είστε αυτοί που είστε, και αυτό είναι όλο. Δεν χρειάζεται να προσποιείστε ότι είστε κάτι άλλο. Όταν προσποιείστε ότι είστε κάτι διαφορετικό, πάντα θα αποτυγχάνετε.

Μόλις αποδεχτείτε τον εαυτό σας όπως είναι, το επόμενο βήμα είναι να αποδεχτείτε τον σύντροφό σας. Αν αποφασίσετε να είστε με ένα άτομο, μην επιχειρήσετε να το αλλάξετε. Όπως ακριβώς με τον σκύλο ή τη γάτα σας, αφήστε το να είναι ο εαυτός του. Έχει το δικαίωμα να είναι ο εαυτός του- έχει το δικαίωμα να είναι ελεύθερο. Όταν στερείτε την ελευθερία από τον σύντροφό σας, στην ουσία στερείτε την ελευθερία από τον εαυτό σας γιατί πρέπει να είστε συνεχώς παρόντες για να βλέπετε τι κάνει ή τι δεν κάνει ο σύντροφός σας. Και αν αγαπάτε τον εαυτό σας, δεν πρόκειται ποτέ να παραιτηθείτε από την προσωπική σας ελευθερία.

Foucault: Ο λόγος και η ανωνυμία του

Michel Foucault: 1926-1984

Τι είναι o ανώνυμος λόγος;

§1

Στο πλαίσιο της Αρχαιολογίας της Γνώσης ο Φουκώ επιχειρεί να περιγράψει μια σειρά από λόγους, οι οποίοι μας δίνονται ως διάφορα σύνολα επιστημών, κατευθύνσεων, ιστορικών σχέσεων, συναφών αποφάνσεων κ.λπ. και μπορούν ή θα πρέπει να κατανοούνται ως συγκεκριμένες πρακτικές. Οι λόγοι δεν είναι μόνο αυτό, αλλά και ό,τι ήδη έχει αναλύσει στο άλλο έργο του: Οι Λέξεις και τα Πράγματα·· δηλαδή συνυφαίνονται με τη γλώσσα, έτσι όπως την έχουμε γνωρίσει στην κλασική της αποδοχή και μάλιστα υπό τη δύναμη της αναπαραστατικής διαύγειας. Ορισμένως λοιπόν νοούνται, πρώτα πρώτα, ως σημεία, ως σύνολα σημείων, που μας παραπέμπουν σε μια αντίστοιχη ποικιλία αναπαραστάσεων. Τούτο υποδηλώνει πως οι λόγοι δεν μπορούν να μας αποστείλουν σημασίες, χωρίς την προσφυγή σε σημεία. Ωστόσο το ολοκληρωμένο τους έργο δεν εξαντλείται εδώ αλλά προϋποθέτει και άλλες λειτουργίες. Θεμελιωδώς, επεξηγεί περαιτέρω ο ίδιος ο φιλόσοφος, πρέπει

«να είμαστε έτοιμοι να δεξιωθούμε κάθε στιγμή του λόγου στην εισβολή του ως συμβάντος· μέσα στην εντελή ακρίβεια, με την οποία εμφανίζεται, και μέσα στη χρονική διασπορά που του επιτρέπει να γίνεται αντικείμενο επανάληψης, γνώσης, λήθης, μετασχηματισμού, εξάλειψης μέχρι τα παραμικρά του ίχνη, διαφυγής πολύ μακριά από κάθε βλέμμα, μέσα στη σκόνη των βιβλίων. Δεν πρέπει να επαναπέμψουμε τον λόγο στην απόμακρη παρουσία της καταγωγής· πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε μέσα στο παιχνίδι της βαθμίδας του» (Η αρχαιολογία της Γνώσης, σ. 42).

Ο Φουκώ διέρχεται μέσα από μια τέτοια περιγραφή όχι για να εγκολπωθεί το παραδοσιακά ισχύον περί του λόγου ή για να επιβεβαιώσει μια απολύτως αναγκαία και παθητική αποδοχή του, παρά για να θέσει υπό μια διαφωτιστικής/απελευθερωτικής μορφής ερμηνεία όλα εκείνα τα σύνολα του λόγου, που θέτει ενώπιόν μας η ιστορία.

§2

Πώς θα μπορέσει κανείς, σύμφωνα με τον Φουκώ, να ελευθερώσει περιοχές του λόγου, εάν δεν λάβει υπόψη του την πληθώρα των συμβάντων, που λαμβάνουν χώρα εντός του χώρου του λόγου; Με τούτη την έννοια, ό,τι λέγεται, και μάλιστα έτσι και όχι αλλιώς, έχει το δικό του μοναδικό λόγο εκφοράς, απόφανσής του, κατ’ επέκταση ύπαρξής του, και εμφανίζεται ανώνυμα· δεν αντανακλά υποχρεωτικά τις προθέσεις ενός ατόμου, αλλά εντυπώνεται σ’ αυτό. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια γλώσσα, της οποίας οι ορισμοί έχουν επιβληθεί πάνω μας. Στη συνάφεια τούτη, ο φιλόσοφος φέρνει στο κέντρο της περιγραφής του σχετικά με τους σχηματισμούς και τα σύνολα των λόγων την ανωνυμία του λόγου. Συμβαίνει λοιπόν να σκεφτόμαστε και να μιλάμε για ένα θέμα με τέτοιο τρόπο, ώστε να εσωτερικεύουμε μια σειρά από ανώνυμους λόγους, που ανήκουν σ’ αυτή τούτη την πρακτική του λόγου και είναι όπως η δύναμη/εξουσία που υπηρετούν.

ΠΛΑΤΩΝ: Μενέξενος (247e-249c)

Πάλαι γὰρ δὴ τὸ Μηδὲν ἄγαν λεγόμενον καλῶς δοκεῖ λέγεσθαι· τῷ γὰρ ὄντι εὖ λέγεται. ὅτῳ γὰρ ἀνδρὶ εἰς ἑαυτὸν ἀνήρτηται πάντα τὰ πρὸς εὐδαιμονίαν [248a] φέροντα ἢ ἐγγὺς τούτου, καὶ μὴ ἐν ἄλλοις ἀνθρώποις αἰωρεῖται ἐξ ὧν ἢ εὖ ἢ κακῶς πραξάντων πλανᾶσθαι ἠνάγκασται καὶ τὰ ἐκείνου, τούτῳ ἄριστα παρεσκεύασται ζῆν, οὗτός ἐστιν ὁ σώφρων καὶ οὗτος ὁ ἀνδρεῖος καὶ φρόνιμος· οὗτος γιγνομένων χρημάτων καὶ παίδων καὶ διαφθειρομένων μάλιστα πείσεται τῇ παροιμίᾳ· οὔτε γὰρ χαίρων οὔτε λυπούμενος ἄγαν φανήσεται διὰ τὸ αὑτῷ πεποιθέναι. τοιούτους [248b] δὲ ἡμεῖς γε ἀξιοῦμεν καὶ τοὺς ἡμετέρους εἶναι καὶ βουλόμεθα καὶ φαμέν, καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς νῦν παρέχομεν τοιούτους, οὐκ ἀγανακτοῦντας οὐδὲ φοβουμένους ἄγαν εἰ δεῖ τελευτᾶν ἐν τῷ παρόντι. δεόμεθα δὴ καὶ πατέρων καὶ μητέρων τῇ αὐτῇ ταύτῃ διανοίᾳ χρωμένους τὸν ἐπίλοιπον βίον διάγειν, καὶ εἰδέναι ὅτι οὐ θρηνοῦντες οὐδὲ ὀλοφυρόμενοι ἡμᾶς ἡμῖν μάλιστα χαριοῦνται, ἀλλ᾽ εἴ τις ἔστι τοῖς τετελευτηκόσιν αἴσθησις [248c] τῶν ζώντων, οὕτως ἀχάριστοι εἶεν ἂν μάλιστα, ἑαυτούς τε κακοῦντες καὶ βαρέως φέροντες τὰς συμφοράς· κούφως δὲ καὶ μετρίως μάλιστ᾽ ἂν χαρίζοιντο. τὰ μὲν γὰρ ἡμέτερα τελευτὴν ἤδη ἕξει ἥπερ καλλίστη γίγνεται ἀνθρώποις, ὥστε πρέπει αὐτὰ μᾶλλον κοσμεῖν ἢ θρηνεῖν· γυναικῶν δὲ τῶν ἡμετέρων καὶ παίδων ἐπιμελούμενοι καὶ τρέφοντες καὶ ἐνταῦθα τὸν νοῦν τρέποντες τῆς τε τύχης μάλιστ᾽ ἂν εἶεν ἐν λήθῃ καὶ [248d] ζῷεν κάλλιον καὶ ὀρθότερον καὶ ἡμῖν προσφιλέστερον.
Ταῦτα δὴ ἱκανὰ τοῖς ἡμετέροις παρ᾽ ἡμῶν ἀγγέλλειν· τῇ δὲ πόλει παρακελευοίμεθ᾽ ἂν ὅπως ἡμῖν καὶ πατέρων καὶ ὑέων ἐπιμελήσονται, τοὺς μὲν παιδεύοντες κοσμίως, τοὺς δὲ γηροτροφοῦντες ἀξίως· νῦν δὲ ἴσμεν ὅτι καὶ ἐὰν μὴ ἡμεῖς παρακελευώμεθα, ἱκανῶς ἐπιμελήσεται.
Ταῦτα οὖν, ὦ παῖδες καὶ γονῆς τῶν τελευτησάντων, ἐκεῖνοί [248e] τε ἐπέσκηπτον ἡμῖν ἀπαγγέλλειν, καὶ ἐγὼ ὡς δύναμαι προθυμότατα ἀπαγγέλλω· καὶ αὐτὸς δέομαι ὑπὲρ ἐκείνων, τῶν μὲν μιμεῖσθαι τοὺς αὑτῶν, τῶν δὲ θαρρεῖν ὑπὲρ αὑτῶν, ὡς ἡμῶν καὶ ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ γηροτροφησόντων ὑμᾶς καὶ ἐπιμελησομένων, ὅπου ἂν ἕκαστος ἑκάστῳ ἐντυγχάνῃ ὁτῳοῦν τῶν ἐκείνων. τῆς δὲ πόλεως ἴστε που καὶ αὐτοὶ τὴν ἐπιμέλειαν, ὅτι νόμους θεμένη περὶ τοὺς τῶν ἐν τῷ πολέμῳ τελευτησάντων παῖδάς τε καὶ γεννήτορας ἐπιμελεῖται, καὶ [249a] διαφερόντως τῶν ἄλλων πολιτῶν προστέτακται φυλάττειν ἀρχῇ ἥπερ μεγίστη ἐστίν, ὅπως ἂν οἱ τούτων μὴ ἀδικῶνται πατέρες τε καὶ μητέρες· τοὺς δὲ παῖδας συνεκτρέφει αὐτή, προθυμουμένη ὅτι μάλιστ᾽ ἄδηλον αὐτοῖς τὴν ὀρφανίαν γενέσθαι, ἐν πατρὸς σχήματι καταστᾶσα αὐτοῖς αὐτὴ ἔτι τε παισὶν οὖσιν, καὶ ἐπειδὰν εἰς ἀνδρὸς τέλος ἴωσιν, ἀποπέμπει ἐπὶ τὰ σφέτερ᾽ αὐτῶν πανοπλίᾳ κοσμήσασα, ἐνδεικνυμένη καὶ ἀναμιμνῄσκουσα τὰ τοῦ πατρὸς ἐπιτηδεύματα ὄργανα τῆς πατρῴας [249b] ἀρετῆς διδοῦσα, καὶ ἅμα οἰωνοῦ χάριν ἄρχεσθαι ἰέναι ἐπὶ τὴν πατρῴαν ἑστίαν ἄρξοντα μετ᾽ ἰσχύος ὅπλοις κεκοσμημένον. αὐτοὺς δὲ τοὺς τελευτήσαντας τιμῶσα οὐδέποτε ἐκλείπει, καθ᾽ ἕκαστον ἐνιαυτὸν αὐτὴ τὰ νομιζόμενα ποιοῦσα κοινῇ πᾶσιν ἅπερ ἑκάστῳ ἰδίᾳ γίγνεται, πρὸς δὲ τούτοις ἀγῶνας γυμνικοὺς καὶ ἱππικοὺς τιθεῖσα καὶ μουσικῆς πάσης, καὶ ἀτεχνῶς τῶν μὲν τελευτησάντων ἐν κληρονόμου καὶ ὑέος [249c] μοίρᾳ καθεστηκυῖα, τῶν δὲ ὑέων ἐν πατρός, γονέων δὲ τῶν τούτων ἐν ἐπιτρόπου, πᾶσαν πάντων παρὰ πάντα τὸν χρόνον ἐπιμέλειαν ποιουμένη. ὧν χρὴ ἐνθυμουμένους πρᾳότερον φέρειν τὴν συμφοράν· τοῖς τε γὰρ τελευτήσασι καὶ τοῖς ζῶσιν οὕτως ἂν προσφιλέστατοι εἶτε καὶ ῥᾷστοι θεραπεύειν τε καὶ θεραπεύεσθαι. νῦν δὲ ἤδη ὑμεῖς τε καὶ οἱ ἄλλοι πάντες κοινῇ κατὰ τὸν νόμον τοὺς τετελευτηκότας ἀπολοφυράμενοι ἄπιτε.

***
»Το γνωμικό «Τίποτα πιο πολύ απ᾽ ό,τι πρέπει», που λέγεται απ᾽ τα πιο παλιά χρόνια, φαίνεται πως πολύ σωστά λέγεται, γιατί στ᾽ αληθινά είναι ο πιο σωστός λόγος. Πράγματι ο άντρας, που εξαρτάει μονάχα από τον εαυτό του και τις δικές του δυνάμεις όλα εκείνα που οδηγούν στην ευτυχία [248a] ή σιμά στην ευτυχία και δεν αφήνει να κρέμεται η ζωή του απ᾽ τη ζωή των άλλων ανθρώπων που η επιτυχία τους ή η αποτυχία τους δεν μπορεί παρά να ᾽χει κατ᾽ ανάγκη τον αντίχτυπό της και στη δική του τη ζωή, αυτός είναι ο καλύτερα από κάθε άλλον προετοιμασμένος και οπλισμένος για τον αγώνα της ζωής. Αυτός ο άντρας είναι ο σώφρων κι αυτός είναι ο ηρωικός και ο γνωστικός· και πλούτη και παιδιά ν᾽ αποχτήσει στη ζωή του και να τα χάσει, απάνω απ᾽ όλα ως κανόνα της ζωής του θα ᾽χει το πιο πάνω γνωμικό· γιατί πράγματι δε θα φανεί ποτέ πως χαίρεται ή λυπάται πέρ᾽ απ᾽ ό,τι πρέπει, γιατί θα ᾽χει σ᾽ όλη τη ζωή του πεποίθηση μοναχά στον εαυτό του και στις εσωτερικές του δυνάμεις. Τέτοιοι [248b] έχουμε την αξίωση και θέλουμε να ᾽ναι και οι δικοί μας και διακηρύσσουμε πως πράγματι είναι. Και τέτοιοι δειχνόμαστε στη στιγμή αυτή κι εμείς οι ίδιοι κι ούτε λυπόμαστε ή φοβόμαστε πάρα πολύ αν πρέπει και μας μέλλει να πεθάνουμε τώρα. Θερμοπαρακαλάμε λοιπόν και ικετεύουμε τους πατέρες μας και τις μητέρες μας με το πνεύμα αυτό να περνούνε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής τους, και να ξέρουν πως με τα κλάματά τους και τα σκουξίματα και τα μοιρολογήματά τους για το θάνατό μας δε θα μας ευχαριστήσουν πιο πολύ, αλλά πως, αν αισθάνονται οι νεκροί κάτι [248c] για κείνους που είναι στη ζωή, βαθιά θα μας πικράνουν και θα μας λυπήσουν, αν ταλαιπωρούνε και βασανίζουνε σκληρά τους εαυτούς τους και υποφέρνουνε βαριά τις συφορές τους· απεναντίας θα μας χαρίζουν την πιο μεγάλη χαρά, αν κυριαρχούνε τον εαυτό τους και υπομένουνε με ηρεμία τον πόνο τους. Γιατί η ζωή μας θα ᾽χει στ᾽ αληθινά τ᾽ ωραιότατο τέλος που μπορεί να ᾽χει η ζωή για μας τους θνητούς ανθρώπους, ώστε πρέπει περισσότερο να υμνούμε και να δοξολογάμε τη ζωή, παρά να κλαίμε και να μοιρολογάμε γι᾽ αυτή. Όσο δα για τις οικογένειές μας, αν οι γονείς μας γνοιάζονται στο μέλλον για τις γυναίκες μας και τα παιδιά μας και φροντίζουν κι έχουνε το νου τους πώς να θρεφτούν καλύτερα και πώς να καλοπερνούνε στη ζωή τους, θα ᾽ναι τ᾽ ωραιότερο που θα ᾽χουν να κάμουν στο υπόλοιπο της ζωής τους και το καλύτερο για να ξεχάσουνε τη μοίρα τους και [248d] να ζούνε καλύτερα και ωραιότερα και σε μας αγαπητότερα.
»Αυτά είναι τα μηνύματά μας, που θεωρούμε αρκετά για ν᾽ απευθύνουμε στους δικούς μας. Την πολιτεία μας όμως έχουμε να παραινέσουμε να γνοιαστεί και για τους γονείς μας και για τα παιδιά μας, πώς να εκπαιδευτούν τούτα και να διαπλαστούν με ήθος κόσμιο και σεμνό, και πώς να γεροκομηθούν εκείνοι στα γεράματά τους με αξιοπρέπεια όπως αξίζει στους γονείς ηρώων· αλλ᾽ είμαστε απόλυτα βέβαιοι πως και χωρίς την παραίνεσή μας αυτή η πατρίδα μας θα γνοιαστεί για τους δικούς μας και θα κάμει όπως πρέπει το χρέος της».
Αυτά λοιπόν είναι, παιδιά και γονείς των πεθαμένων ηρώων της πατρίδας μας, τα μηνύματα που κι εκείνοι [248e] μας παράγγειλαν να σας μεταδώσουμε κι εγώ τώρα, όσο μπορώ, σας απαγγέλλω μ᾽ όλη την καρδιά μου. Κι εγώ ο ίδιος για χάρη εκείνων σας παρακαλώ και σας παραινώ, τα παιδιά τους να ᾽χουν ως πρότυπο και να μιμούνται στη ζωή τους τους πατέρες τους, και οι γονείς τους για το καλό τους να παρηγοριούνται και να ᾽χουν θάρρος στη ζωή τους, γιατί και η πολιτεία και όλοι εμείς οι συμπατριώτες σας, και ο καθένας χωριστά κι όλοι μαζί ενωμένοι, θα φροντίσουμε για να σας γεροκομήσουμε όπως πρέπει στα γεράματά σας και θα σας προστατεύσουμε σε κάθε περίσταση κι όπου κι αν τύχει και συναντάμε στη ζωή μας όποιον και να ᾽ναι από τους γονείς εκείνων που πεθάναν για την πατρίδα τους. Όσο για την πολιτεία και σεις οι ίδιοι ξέρετε πολύ καλά πως φροντίζει και προστατεύει πάντα τις οικογένειες των πολεμιστών που έπεσαν στους πολέμους, πως έχει θεσπίσει νόμους που προστατεύουν τα παιδιά τους και τους γονείς τους και [249a] πως έχει αναθέσει στον ανώτατο απ᾽ όλους τους άρχοντές της να επιβλέπει ξεχωριστά και περισσότερο γι᾽ αυτούς παρά για όλους τους άλλους πολίτες, πώς να μη γίνεται από κανέναν καμιά αδικία στους πατέρες τους και στις μητέρες τους όσο ζουνε. Για των παιδιών τους επίσης φροντίζει την κοινή διαπαιδαγώγηση και ανατροφή κι απάνω απ᾽ όλα ενδιαφέρεται και πασκίζει πώς να μην αισθάνονται καθόλου την ορφάνια τους στη ζωή τους. Όσο είναι ακόμα παιδιά τούς φέρνεται στοργικά σα να ᾽ναι η ίδια η πολιτεία ο αληθινός πατέρας τους κι όταν μεγαλώσουν και γίνουν πια άντρες, τα στέλνει στα σπίτια τους αφού τα στολίσει πρωτύτερα με λαπρή πολεμική πανοπλία. Έτσι χαρίζοντάς τους τα όργανα της πατρικής πολεμικής αντρείας θέλει να τους δείχνει και να τους θυμίζει ολοένα τον ηρωισμό και τους πολεμικούς άθλους των πατέρων τους· [249b] συνάμα το ᾽χει συμβολικά ως ωραίο οιωνό να ᾽ναι ο νιος αρματοστολισμένος τη στιγμή που πρωτομπαίνει στην πατρική του εστία για να διαφεντέψει με στιβαρό κι αντρίκειο χέρι το νοικοκυριό του. Κοντά σ᾽ όλ᾽ αυτά η πολιτεία μας δεν παύει ποτέ να τιμάει όπως πρέπει τους ηρωικούς νεκρούς της των πολέμων. Κάθε χρόνο οργανώνει προς τιμή τους την καθιερωμένη απ᾽ το νόμο δημόσια πανηγυρική τελετή, όπου γίνονται για όλους μαζί τους πεθαμένους στους πολέμους μας όσα είναι έθιμο στην πόλη μας να γίνονται για τον καθένα χωριστά από τους δικούς του· ταυτόχρονα και για τον ίδιο σκοπό οργανώνει γυμνικούς και ιππικούς αγώνες και αγώνες κάθε λογής μουσικής. Κοντολογίς η πολιτεία έχει σύμφωνα με το νόμο απέναντι των νεκρών των πολέμων τη θέση κληρονόμου και γιου, [249c] απέναντι των παιδιών τους τη θέση πατέρα και απέναντι των γονιών τους τη θέση κηδεμόνα, και γενικά φροντίζει και προστατεύει όλους με κάθε τρόπο και σ᾽ όλη τους τη ζωή. Όλ᾽ αυτά πρέπει να φέρνετε πάντα στη μνήμη σας στο μέλλον και με τη θύμησή τους να πραΰνετε τον πόνο σας και να υποφέρνετε πιο γαλήνια τη συφορά σας. Έτσι και σ᾽ εκείνους που πέθαναν και σ᾽ αυτούς που κρατιόνται ακόμα στη ζωή θα ᾽στε αγαπητότατοι κι ευκολότατο θα ᾽ναι κι εσείς να προστατεύετε τους άλλους κι οι άλλοι να προστατεύουν εσάς. Και τώρα κι εσείς κι όλοι οι άλλοι αφού εκάματε το χρέος σας κι εκλάψατε μαζί μ᾽ όλη την πολιτεία, όπως είναι έθιμο κι επιβάλλει ο νόμος, τους νεκρούς που έδωσαν ως ήρωες τη ζωή τους για την πατρίδα τους, άστε στο καλό».