Κυριακή 12 Ιουλίου 2020

Η ΜΥΘΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

1β. Χιλιάδες παραμύθια, ένα παραμύθι

Τα παραμύθια, το περιεχόμενο των μυθικών διηγήσεων, δεν είναι, όπως εσφαλμένα πιστεύουν πολλοί, παιδικά αφηγήματα, αυθαίρετα ή άστοχα, με σκοπό την απλή διασκέδαση και με κάποιο, ίσως, ηθικό συμβολισμό και συμπέρασμα. Αυτή είναι μια ευτελής, επιφανειακή άποψη. Αντίθετα, κι αυτό το σημειώσαμε ήδη πιο πάνω, τα παραμύθια είναι καταστάλαγμα ζωής, είναι η Σοφία χιλιάδων χρόνων ανθρώπινης ιστορίας, που κατέληξε σε κάποια βασικά συμπεράσματα για τον κόσμο, τις αξίες της ζωής, τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. Είναι η Σοφία του Παρελθόντος, ένα σύνολο δεδομένων δοξασιακού χαρακτήρα που όμως επιβεβαιώνει η εμπειρία της ζωής. Αυτή η Σοφία του Παρελθόντος που κατέληξε σε ακλόνητες πεποιθήσεις για την ύπαρξη, την ζωή, την δράση στον κόσμο, διαμόρφωσε σιγά-σιγά κάποια σταθερά θέματα και μια ομοιόμορφη αντίληψη ζωής που διαπιστώνουν όλα τα παραμύθια. Όλα τα παραμύθια μιλάνε για τον ίδιο ηθικό κόσμο. Αυτό θα το αναλύσουμε πιο κάτω.

Αυτή η αποκρυστάλλωση της αντίληψης για την ζωή που είναι αποτέλεσμα σοφής εμπειρίας κι εμπειρικής διαπίστωσης της αλήθειας, προφυλάσσει το Παραμύθι, τα παραμύθια, από την διαστρέβλωση και την φθορά. Τα παραμύθια μιλάνε για τις αιώνιες αξίες της ζωής. Αν και φαίνεται ότι η αλήθεια, η Σοφία της Ζωής, κρύβεται μέσα σε διάφορες, διαφορετικές περιγραφές της ζωής, περιπέτειες της ζωής, στην πραγματικότητα το θέμα είναι πάντα ένα, η αποκατάσταση της αλήθειας, της ζωής, η Ίδια η Ζωή τελικά. Σε όλους τους λαούς ης γης βρίσκονται παραλλαγές των ίδιων θεμάτων για τα οποία οι ειδικοί μελετητές έχουν καταρτίσει και ευρετήρια. Κι όλα τα θέματα πάντα καταλήγουν στο ένα και μοναδικό θέμα, το ίδιο θέμα της ζωής. Όλες αυτές οι διηγήσεις δεν είναι παρά διατυπώσεις και επαναδιατυπώσεις του ίδιου βασικού προβλήματος του ανθρώπου, τι είναι αληθινή ζωή, πως πρέπει να ζει ο άνθρωπος. Όλες αυτές οι διηγήσεις δεν είναι παρά πρακτικές εφαρμογές αυτού του βασικού ερωτήματος. Κι όλες οι διηγήσεις διαπνέονται από την ίδια αντίληψη που διαμόρφωσε η Σοφία της Ζωής, η εμπειρία χιλιάδων χρόνων. Τα παραμύθια λοιπόν δεν είναι ούτε απλά σύμβολα ενός «ομαδικού ασυνειδήτου» (όπως υποστηρίζουν κάποιες ψυχολογικές σχολές) ούτε απλή προγονική μνήμη, όπως θέλουν κάποιες «ερμηνείες». Είναι κάτι πολύ πιο ουσιαστικό. Είναι η Αποκάλυψη της Ζωής όπως είναι, όπως θα έπρεπε να είναι κι όχι όπως την φτιάχνει ο άνθρωπος μέσα στην πολιτισμένη άγνοιά του.

Το Παραμύθι, τα παραμύθια, έχουν στην πραγματικότητα τον ίδιο ανώτερο προορισμό που έχει η Θρησκεία, η Φιλοσοφία κι η Ψυχολογία, να μας αποκαλύψουν την ζωή, την αλήθεια της ζωής. Απλά ακολουθούν άλλο δρόμο. Αντί να ακολουθούν τον δρόμο της άμεσης αποκάλυψης της Θρησκείας ή της εσωτερικής κατανόησης της Φιλοσοφίας και της Ψυχολογίας χρησιμοποιούν την αφηγηματική παραβολή. Αυτή την Ουσία του Παραμυθιού την αποκάλυψε κι ο Ίδιος ο Ιησούς Χριστός στις Παραβολές του. «Είναι σαν», «όπως συμβαίνει εκεί συμβαίνει κι εδώ». Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε μέσα στο Παραμύθι, μέσα σε όλα τα παραμύθια, το ίδιο Μυητικό Θέμα, την Αποκάλυψη της Αλήθειας, την Κατανόηση της Πραγματικότητας, την Πραγματοποίηση της Αληθινής Ζωής, την Ολοκλήρωση της Ύπαρξης. Σε όλες τις Παραδόσεις γίνεται λόγος για «κάτι που έχει χαθεί». Η ουράνια φύση του ανθρώπου, η επικοινωνία με τον Θεό, ο παράδεισος. Και σε όλες τις Παραδόσεις και τις Φιλοσοφίες αναζητείται ακριβώς αυτό το χαμένο αγαθό.

Εκεί όμως που οι Θρησκείες μιλούν για Μύηση και Μυστήρια και η Φιλοσοφία και η Ψυχολογία για Κατανόηση και Αυτοπραγμάτωση τα παραμύθια δείχνουν πρακτικούς τρόπους δράσης, ηθικές στάσεις και συμπεριφορές, ηρωικές πράξεις που οδηγούν στην Αληθινή Ζωή. Στην πραγματικότητα, κι αυτό έχει σημασία να το προσέξουμε ιδιαίτερα, τα παραμύθια μας μιλούν για κάτι που έχουμε χάσει για κάτι που μπορούμε να βρούμε με την ηθική επιλογή, με τον ηθικό τρόπο ζωής. Δεν είναι θέμα ούτε Γνώσης ή γνώσεων ή πολυμάθειας, αλλά καθαρά θέμα Ηθικής Επιλογής. Πάντα ο Ήρωας του Παραμυθιού, όποιες κι αν είναι οι εξωτερικές περιπέτειές του, φτάνει στο τέλος μπροστά στο δίλλημα μιας ηθικής επιλογής. Και μόνο η Ορθή Επιλογή μπορεί να μας βγάλει από τον λαβύρινθο της άγνοιας στο Φως της Αληθινής Ζωής, στην Αποκατάσταση της Ζωής. Στα παραμύθια, στις διάφορες παραλλαγές του Βασικού Θέματος, της Απώλειας και της Αποκατάστασης, ο Ήρωας πρέπει να αναζητήσει μια χαμένη χώρα, μια χαμένη κατάσταση, ένα πολύτιμο αντικείμενο, μια καλύτερη ζωή. Συχνά ο Ήρωας χάνει την ίδια την ανθρώπινη φύση του και μεταμορφώνεται σε ζώο και πάλι πρέπει να ξαναβρεί την αληθινή φύση του. Άλλοτε χάνει κάποια αίσθηση ή κάποιο μέλος του σώματός του. Στην πραγματικότητα όλα αυτά δεν είναι παρά σύμβολα της ίδιας μας της ζωής, της δικής μας ζωής, πράγματα που συμβαίνουν σε μας τους ίδιους. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το Μήνυμα του Παραμυθιού και η Λυτρωτική κι Εξαγνιστική Λειτουργία του. Ταυτιζόμενοι με τον Ήρωα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τις ηθικές επιλογές του και τον ορθό τρόπο δράσης του.

Στα παραμύθια, συχνά, ο Ήρωας βοηθιέται από «υπερφυσικές δυνάμεις», από μαγικά αντικείμενα, με τα οποία κατανικά τους εχθρούς του, ξεπερνά τα εμπόδια και φτάνει στο σκοπό του. Στην πραγματικότητα η Αληθινή Δύναμη, Ανεξάντλητη και Πάντα Διαθέσιμη, βρίσκεται Μέσα μας. Είτε σαν Πνευματική Συγγένεια με τον Δημιουργό κι Επίκληση της Θείας Πρόνοιας, είτε σαν Προσευχή ή Συγκέντρωση των πνευματικών δυνάμεων μας, είτε σαν πνευματική προσπάθεια και ηθική συμπεριφορά. Και τα μαγικά εργαλεία, σαν το μαγικό ραβδί, ή τον μαγικό λίθο ή το πολύτιμο πετράδι ή οτιδήποτε άλλο, δεν είναι παρά η ίδια μας η Θέληση, η Αγνή Καρδιά της Ύπαρξής μας, η Ηθική μας, το Φως που έχουμε μέσα μας και που όπως έλεγε ο Μέγας Διδάσκαλος των Παραβολών πρέπει να λάμπει και να μην το αφήσουμε να σβήσει, αλλά να το δυναμώσουμε για να φωτίσουμε τον κόσμο. Η Αληθινή Δύναμη που βρίσκεται Μέσα μας γίνεται το Θείο Πνεύμα, η Καλή Μάγισσα ή η Καλή Νεράιδα, ο Σοφός Γέροντας, ο Οδηγός της Οδού της Αλήθειας. Όλα αυτά τα σύμβολα δείχνουν απλά ένα πνευματικό προσανατολισμό και μια πνευματική επίδραση. Είναι πράγματα που βρίσκονται μέσα μας αλλά κρύβονται, μέσα στην αφήγηση, σε «αντικειμενικές» δυνάμεις. Εδώ ακριβώς χρειάζεται να αποσυμβολίσουμε την αφήγηση, να κατανοήσουμε το Μήνυμα, βλέποντας πως εκφράζεται αυτό σε μας τους ίδιους. Το Πνεύμα, ο Μάγος, η Νεράιδα, ο Σοφός, ο Οδηγός είναι η Ανώτερη Κατάσταση Έμπνευσης Μέσα μας κι όχι κάποια «εξωτερικά» όντα. Με τον ίδιο τρόπο πρέπει να κατανοήσουμε ότι η μαγική δύναμη που κρύβεται σε κάποιο αντικείμενο, στο διαμάντι του κόσμου, στο αθάνατο νερό, στο νερό της ζωής, στην ιερή φωτιά όλα είναι η αναζήτηση κι χρήση της Θέλησης μέσα μας. Είναι Εσωτερικές Στάσεις κι Επιλογές κι όχι «εξωτερικά» αντικείμενα.

Στις διάφορες παραλλαγές των παραμυθιών αυτό που αναζητάμε τελικά (αυτό που αναζητά ο Ήρωας) είναι η Ολοκλήρωση, η Ολοκληρωμένη Ζωή. Μπορεί να είναι ο Χαμένος Παράδεισος, η Ευτυχισμένη Ζωή, Η Αληθινή Σχέση, η Οικογένεια, Πολύτιμα Αντικείμενα, ένας Θησαυρός, ή ο ίδιος ο εαυτός μας (αν έχουμε γίνει «ζώα»), ή κάποια αίσθηση ή λειτουργία (η όραση, η φωνή, ο νους, η ομορφιά) ή κάποιο μέλος του σώματος που τον κάνει «ανάπηρο». Στην πραγματικότητα πάντα μιλάμε για την Αποκατάσταση της Ζωής στην Ολότητά της, στην Ενότητά της και στην Αλήθεια της.

Για κάποιον που θέλει πραγματικά να εισχωρήσει στον Μαγικό Κόσμο του Παραμυθιού και των παραμυθιών γίνεται κατανοητό ότι η Πορεία, το Ταξίδι προς τον Σκοπό, η Επίτευξη, δεν οδηγεί απλά σε μια καλύτερη ζωή, σε μια καλή ζωή ή σε μια αποκατάσταση της εξωτερικής ζωής. Οδηγεί στην Ηθική Επιλογή, σε μια Ηθική Λάμψη και σε μια Πνευματική Κατανόηση ταυτόχρονα. Ο άνθρωπος ολοκληρώνεται σε όλα τα επίπεδα της ύπαρξής του και σε όλα τα πεδία της δράσης του. Ολοκληρώνεται πρακτικά στην εξωτερική ζωή, Ηθικά και Πνευματικά. Αν αυτό σε κάποια παραμύθια υπονοείται σε κάποια άλλα γίνεται σαφής αναφορά. Σαν τον Μυθικό Ερμή που διαθέτει τον πέτασο, το κηρύκειο και τα φτερωτά σανδάλια που του δίνουν κυριαρχία στον κόσμο του νου, στον κόσμο των ηθικών επιλογών και στον εξωτερικό κόσμο, κάθε ήρωας κατακτά τις δικές του δυνάμεις για να κυριαρχήσει στους Τρεις Κόσμους, και να Επιτύχει την Πνευματική Κατανόηση, την Ηθική Αγνότητα, την Ενάρετη Δράση. Στην Γλώσσα του Παραμυθιού αυτά τα σύμβολα γίνονται ο μαγικός σκούφος που σου δίνει την παντογνωσία, το μαγικό ραβδί που σου δίνει παντοδυναμία και οι μαγικές μπότες ή τα μαγικά παπούτσια που σου δίνουν πανταχού παρουσία, για να μπορείς να ενεργείς όπου υπάρχει ανάγκη κι είναι απαραίτητο.

Στην πραγματικότητα ο Λόγος του Παραμυθιού λέει με απλά λόγια αυτό που στον Θρησκευτικό Συμβολισμό λένε τα Μυστήρια (και η Μύηση), το Βάπτισμα, το Χρίσμα και η Θεία Κοινωνία. Βρίσκουμε αυτόν τον Συμβολισμό σε πολλά Μυητικά Τάγματα (Στέφανος, Σκήπτρο, Υποδήματα) ακόμα και στον Μεσαιωνικό Ιπποτισμό (Περικεφαλαία, Σπαθί, Μπότες με σπιρούνια). Τελικά, όλα τα παραμύθια είναι Ένα Παραμύθι, το Παραμύθι της Ζωής, Μύηση στην Αληθινή Ζωή.

Η Αγάπη απαιτεί να είμαστε δυνατοί

Αγάπη και ουσιαστική πραγματικότητα του κόσμου μας αποτελούν καθώς φαίνεται δυο μεγάλους αντιθετικούς παράγοντες και δυνάμεις. Από τη μια μεριά, ο άνθρωπος μπορεί να ξέρει ότι μόνον όταν είναι ευπρόσιτος μπορεί αληθινά να προσφέρει και ν’ αποδεχτεί αγάπη. Ταυτόχρονα όμως ξέρει ότι αν αποκαλύψει το πόσο ευπρόσιτος είναι στην καθημερινή ζωή συχνά κινδυνεύει να τον εκμεταλλευτούν, να επωφεληθούν απ’ αυτόν. Νιώθει πως αν κρατήσει σε εφεδρεία ένα τμήμα του εαυτού του για να προστατέψει το ευπρόσιτο του, θα δέχεται πάντα από τους άλλους μόνο το μέρος της αγάπης που προσφέρει. Έτσι, η μοναδική πιθανότητα που έχει για μια βαθιά αγάπη είναι να προσφέρει όλα όσα διαθέτει. Όμως, ανακαλύπτει πως αν δίνει όλα όσα έχει συχνά μένει μ’ ελάχιστα ή τίποτα από μέρους των άλλων.

Ξέρει ότι πρέπει να εμπιστεύεται και να πιστεύει στην αγάπη. Ωστόσο, αν εκφράσει την εμπιστοσύνη και την πίστη του, η κοινωνία δε διστάζει να τον εκμεταλλευτεί και να τον θεωρήσει τρελό. Αν έχει ελπίδα στην αγάπη και ξέρει ότι μόνο με την ελπίδα, που μπορεί να κάνει το όνειρο, μιας όλο αγάπη ανθρωπότητας, πραγματικότητα η κοινωνία θα τον γελοιοποιήσει σαν έναν ιδεαλιστή ονειροπόλο. Αν δεν αποζητά την αγάπη σαν μανιακός, θα τον υποπτευτούν ότι είναι ανίκανος, ή ότι έχει «παράξενα γούστα». Ωστόσο, ξέρει ότι την αγάπη δεν την επιδιώκεις, υπάρχει παντού, και το να την αναζητάς είναι αυταπάτη, κοροϊδία. Η αγάπη κι η καθημερινή πρακτική του σημερινού κόσμου μοιάζουν απομακρυσμένες καταστάσεις, μίλια μακριά. Δεν είναι ν’ απορούμε λοιπόν που τόσο πολλοί άνθρωποι δεν έχουν το κουράγιο να προσπαθήσουν να γεφυρώσουν αυτό το χάσμα, γιατί από πρακτικής πλευράς το χάσμα μοιάζει αγεφύρωτο. Ο άνθρωπος έχει την κατανόηση και την παρόρμηση για ωρίμανση μέσα στην αγάπη, αλλά η κοινωνία καθιστά αυτή την παρόρμηση δύσκολη στην πράξη. Η πραγματικότητα της κοινωνίας διαφέρει από την πραγματικότητα της αγάπης. Η δύναμη να πιστεύεις στην αγάπη, χωρίς να κινείσαι σ’ έναν ασφαλή περίγυρο, είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτό που μπορούν να δεχτούν οι περισσότεροι άνθρωποι. Έτσι, βρίσκουν ότι είναι πιο εύκολο ν’ αφήσουν την αγάπη κατά μέρος, να τη φυλάξουν μόνο για ειδικούς ανθρώπους, ή για μοναδικές ευκαιρίες και να συμμαχήσουν με την κοινωνία.

Για να μένεις ανοικτός στην αγάπη, να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις στην αγάπη, να έχεις ελπίδες στην αγάπη και να ζεις με την αγάπη, χρειάζεσαι την πιο μεγάλη δύναμη. Αυτός ο όρος τόσο σπάνια βιώνεται μέσα στην πραγματική ζωή, ώστε οι άνθρωποι δεν ξέρουν πώς να συμπεριφερθούν μαζί του, ακόμη κι όταν ανακαλύπτουν ότι τον διαθέτουν. Δηλητήριασαν ένα Σωκράτη. Η κοινωνία έχει λίγο χώρο για την τιμιότητα, την τρυφερότητα, την καλοσύνη ή το ενδιαφέρον. Όλ’ αυτά θεωρούνται σαν εμπόδια στην «πορεία του κόσμου». Αυτό το φαινόμενο υπήρξε η βάση για σπουδαία φιλολογικά έργα αρχίζοντας από την Πολιτεία του Πλάτωνα και τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφκι, ως τον Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη και τον Ναζαρηνό του Λιουίς Μπουνιουέλ. Μοιάζει σχεδόν σαν ένα παιχνίδι. Οι άνθρωποι αποζητούν μια φυσιογνωμία για να την εξάρουν. Επιλέγουν προσεχτικά το άτομο αυτό, περνούν λίγο καιρό πεσμένοι στα πόδια του με λατρεία, κι ύστερα βρίσκουν μεγάλη ικανοποίηση σφαγιάζοντάς το. Μοιάζει σα να μη μπορούν ν’ ανεχτούν την τελειότητα σαν να τους αναγκάζει να δουν τον εαυτό τους, σαν να τους παρακινεί ν’ αλλάξουν, – κι όλες αυτές οι σκέψεις είναι τόσο δυσάρεστες κι επίπονες! Είναι πιο εύκολο να μη βλέπουν ούτε να ενδιαφέρονται για τον εαυτό τους, να μην ασχολούνται με την τελειότητα. Έτσι μπορούν να είναι ευχαριστημένοι με τις ατέλειές τους.

Είναι γεγονός ότι ο άνθρωπος δε ζει μέσα σ’ έναν κόσμο όπου όλοι αγαπιούνται. Αν σχετιστεί με τον κόσμο των ανθρώπων είναι το πιο πιθανό ότι θα συναντήσει εγωισμό, σκληρότητα απάτη, εκμετάλλευση και διάθεση για παρασιτικές πράξεις. Αν εξαρτηθεί από τον πραγματικό κόσμο, έξω από τον εαυτό του, για ενίσχυση, θ’ απογοητευτεί και γρήγορα θ’ ανακαλύψει ότι η κοινωνία κι οι άνθρωποι δεν είναι καθόλου τέλειοι. Γιατί η κοινωνία του δημιουργήθηκε από καθόλου τέλειους ανθρώπους. Για να τα βγάλει πέρα μ’ αυτά που ανακαλύπτει και να εξακολουθήσει να ζει μέσα στην αγάπη χρειάζεται μεγάλη δύναμη. Θα επιβιώσει μόνο αν αυτή η δύναμη βρίσκεται μέσα του. Δεν πρέπει να προσφέρει την αγάπη του στον κόσμο, κι αν απορριφθεί να κατηγορεί τον κόσμο για την αναισθησία του. Αν δε βρει καθόλου αγάπη, μπορεί να κατηγορήσει μόνο τον εαυτό του που δεν είχε αγάπη. Πρέπει να έχει την αγάπη εξασφαλισμένη μέσα του. Πρέπει ν’ αφιερώσει τον εαυτό του στην αγάπη, να είναι αποφασιστικός κι ακλόνητος με την αγάπη του.

Δεν πρέπει να είναι σαν τον ανόητο Αφελή του Βολταίρου και ν’ αναγνωρίζει μόνο καλοσύνη ακόμη κι εκεί που υπάρχει το κακό. Πρέπει να γνωρίζει και το κακό, το μίσος και την απάτη σαν πραγματικά φαινόμενα, αλλά πρέπει να βλέπει την αγάπη σαν μεγαλύτερη δύναμη. Δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλει γι’ αυτό, έστω και για μια στιγμή, γιατί τότε χάθηκε. Η μοναδική του σωτηρία είναι ν’ αφιερώσει τον εαυτό του στην αγάπη, με τον ίδιο τρόπο όπως έκανε ο Γκάντι κηρύσσοντας τη μη-βία, όπως ο Σωκράτης με την αλήθεια. Μόνο τότε θα βρούμε τη δύναμη να καταπολεμήσουμε τις δυνάμεις της αμφιβολίας, της σύγχυσης και της αντίθεσης- Ο άνθρωπος δεν πρέπει να εξαρτιέται από κανέναν κι από τίποτα για ενίσχυση κι εξασφάλιση εκτός από τον εαυτό του. Αυτός ο δρόμος μπορεί να είναι μοναχικός, αλλά θα είναι λιγότερο μοναχικός αν ο άνθρωπος κατανοήσει τα παρακάτω:
Το βασικό του λειτούργημα είναι να βοηθήσει στην αναδίπλωση του αληθινού Εαυτού του.

Ισότιμο μ’ αυτό το λειτούργημα είναι να βοήθα τους άλλους να γίνουν δυνατοί και να τελειοποιηθούν σαν μοναδικά άτομα.

Θα το κάνει αυτό καλύτερα δίνοντας σ’ όλους την ευκαιρία να δείξουν τα αισθήματα τους, να εκφράσουν τις βλέψεις τους και να μοιραστούν τα όνειρά τους.

Πρέπει να βλέπει τις δυνάμεις που χαρακτηρίζονται «κακές» σαν να προέρχονται από άτομα που υποφέρουν και που, όπως ο ίδιος, είναι «ανθρώπινα», ζώντας μέσα στη διαδικασία της προσπάθειας να τελειοποιηθούν σαν «πλάσματα».

Πρέπει να καταπολεμά αυτές τις δυνάμεις του κακού, μέσα από μια δραστήρια αγάπη που βαθιά ασχολείται κι ενδιαφέρεται για την ελεύθερη αναζήτηση της αυτοανακάλυψης του κάθε ατόμου.

Πρέπει να πιστεύει ότι δεν είναι ο κόσμος άσχημος, πικρόχολος και καταστρεπτικός, αλλά είναι έτσι όπως ο άνθρωπος έχει κάνει τον κόσμο να φαίνεται.

Πρέπει να είναι ένα πρότυπο. Όχι πρότυπο τελειότητας – μια κατάσταση που δεν τη φτάνει συχνά ο άνθρωπος – αλλά ένα πρότυπο ανθρώπινου πλάσματος. Γιατί το να είναι ένα καλό ανθρώπινο πλάσμα είναι το σπουδαιότερο που μπορεί να είναι.

Πρέπει να μπορεί να συγχωρεί τον εαυτό του επειδή είναι λιγότερο τέλειος.

Πρέπει να καταλάβει ότι η αλλαγή είναι αναπόφευκτη και πως το να πορεύεται μέσα στην αγάπη και στην αυτο-υλοποίηση, είναι πάντα καλό.

Πρέπει να πειστεί ότι τη συμπεριφορά για να τη μάθει, πρέπει να τη δοκιμάζει. «Ζω σημαίνει κάνω».

Πρέπει να μάθει ότι δεν μπορεί ν’ αγαπηθεί απ’ όλους τους ανθρώπους. Ότι αυτό είναι το ιδανικό. Μέσα στον κόσμο των ανθρώπων, αυτό το ιδανικό δε βρίσκεται συχνά.

Πρέπει να γίνει ο πιο όμορφος καρπός που υπάρχει στον κόσμο, ώριμος, ζουμερός, γλυκός, και να προσφερθεί σε όλους. Αλλά πρέπει και να θυμάται ότι θα υπάρξουν άνθρωποι που δεν τους αρέσουν αυτοί οι καρποί.

Πρέπει να καταλάβει πως αν γίνει ο πιο όμορφος καρπός του κόσμου και σε κάποιον τον οποίο αγαπά δεν αρέσουν αυτοί οι καρποί, έχει την επιλογή ν’ αλλάξει και να γίνει ένας άλλος καρπός. Αλλά πρέπει και να τον προειδοποιήσουμε πως αν γίνει ένας άλλος καρπός θα είναι πάντα δεύτερης ποιότητας. Μόνο ο καρπός που πραγματικά είναι, θα ‘ναι πάντα ο καλύτερος.

Πρέπει να συνειδητοποιήσει πως αν επιλέξει να είναι ένας δεύτερης ποιότητας καρπός, διατρέχει τον κίνδυνο αυτός που αγαπά ν’ ανακαλύψει το δεύτερο της ποιότητας, κι επειδή θέλει μόνο το καλύτερο, να τον απορρίψει. Μπορεί τότε να σπαταλήσει την υπόλοιπη ζωή του προσπαθώντας να γίνει ο καλύτερος άλλος καρπός – πράγμα αδύνατο αφού είναι άλλος – ή μπορεί πάλι να ξαναγίνει αυτό που ήταν.

Πρέπει να προσπαθήσει ν’ αγαπά όλους τους ανθρώπους, έστω κι αν όλοι δεν τον αγαπούν. Δεν αγαπάς για να σ’ αγαπήσουν αγαπάς για χάρη της αγάπης.

Δεν πρέπει ν’ απορρίπτει κανέναν άνθρωπο, γιατί έχει συνειδητοποιήσει ότι είναι τμήμα του κάθε ανθρώπου κι αν απορρίπτει έστω κι έναν άνθρωπο είναι σαν ν’ απορρίπτει τον εαυτό του.

Πρέπει να ξέρει πως αν αγαπά όλους τους ανθρώπους κι απορριφθεί από έναν, δεν πρέπει ν’ αποτραβηχτεί με φόβο, πόνο, απογοήτευση ή θυμό. Δεν είναι λάθος του άλλου. Απλά δεν ήταν έτοιμος γι’ αυτά που του προσφέρονταν. Η αγάπη δεν του προσφέρθηκε με όρους. Έδωσε αγάπη επειδή στάθηκε αρκετά τυχερός ώστε να έχει για να δώσει, επειδή ένιωθε χαρά δίνοντας, και δεν έδωσε μόνο και μόνο επειδή θα ’παίρνε κάτι σαν αντάλλαγμα.

Πρέπει να καταλάβει πως αν κάποιος απόρριψε την αγάπη του, υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι που την περιμένουν. Η ιδέα ότι δεν υπάρχει παρά μόνο μια σωστή αγάπη είναι αυταπάτη. Υπάρχουν πολλές σωστές αγάπες.

Αυτές οι σκέψεις θα σας βοηθήσουν ν’ αποκτήσετε δύναμη σαν άτομο που αγαπά, γιατί το ν’ αγαπάς θ’ απαιτήσει να έχεις συνέχεια τη λεπτότητα του πολύ σοφού, την ευελιξία του παιδιού, την ευαισθησία του καλλιτέχνη, την κατανόηση του φιλόσοφου, την ανεκτικότητα του άγιου, την ανεξιθρησκεία του αφοσιωμένου, τη γνώση του λόγιου, και τη γενναιότητα του σίγουρου. Πολλά προτερήματα! Μα όλ’ αυτά θα ωριμάσουν μέσα σ’ αυτόν που επιλέγει ν’ αγαπά, γιατί είναι κιόλας τμήμα του δυναμικού του και θα υλοποιηθούν μέσα από την αγάπη. Το ζήτημα είναι λοιπόν ν’ αγαπάς τον τρόπο με τον οποίο αγαπάς.

Τσαρλς Μπουκόφσκι: Οδηγός για μια καλύτερη ζωή

Ψάχνετε να βρείτε πράγματα που θα σας βοηθήσουν για να ζήσετε μία τρομερή ζωή; Η καλύτερη πηγή είναι ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, ο Αμερικανός συγγραφέας, ποιητής και μυθιστοριογράφος, που μοιράστηκε τις «αφιλτράριστες» απόψεις του για τα πάντα, από την τέχνη μέχρι το θάνατο. Απολαύστε τη σοφία του μέσα από τις πολύτιμες συμβουλές του, μέσα από γνωστά αποσπάσματα.

      1. Μην συμβιβάζεστε

«Ήθελα όλο τον κόσμο ή τίποτα».
Δεν θα έπρεπε να συμβιβάζεστε με τίποτα λιγότερο από αυτό που απολύτως αξίζετε ή επιθυμείτε. Προσπαθήστε για το καλύτερο και μην δέχεστε τίποτα άλλο εκτός από αυτό που θα σας ικανοποιήσει πλήρως. Δεν έχει αξία να παρατήσετε τους στόχους σας απλά και μόνο για να συμβιβαστείτε για κάτι λιγότερο που θα σας αφήσει να εύχεστε για κάτι περισσότερο και να ζείτε μέσα στη θλίψη.

  1. Αγαπήστε τον εαυτό σας

«Ποτέ δεν γνώρισα κανέναν άλλο άνδρα, ο οποίος θα προτιμούσα να είμαι. Και ακόμα και αν αυτό είναι μια αυταπάτη, είναι μια τυχερή αυταπάτη».
Κανείς δεν είναι τέλειος, αυτό είναι σίγουρο, αλλά δεν υπάρχει λόγος να τυραννάτε τον εαυτό σας για αυτό το λόγο. Σταματήστε να κριτικάρετε το κάθε τι στον εαυτό σας, κάθε τι που θα μπορούσατε να αλλάξετε και δείξτε στον εαυτό σας λίγη αγάπη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσπαθείτε για αυτοβελτίωση, αλλά απλά γίνετε ο μεγαλύτερος θαυμαστής του εαυτού σας, ό,τι και αν συμβαίνει.

  1. Ζήστε τη ζωή στο έπακρο

«Αυτό που είναι τρομερό, δεν είναι ο θάνατος αλλά οι ζωές που οι άνθρωποι ζουν ή δεν ζουν μέχρι να πεθάνουν» – «Μερικοί άνθρωποι δεν τρελαίνονται ποτέ. Πραγματικά τι απαίσιες ζωές θα πρέπει να ζουν».
Θέλετε να κάνετε ελεύθερη πτώση αλλά δεν το έχετε κάνει ποτέ; Κάντε το βήμα. Θέλετε να πάρετε πτυχίο στην ιστορία της τέχνης αλλά δεν ξέρετε σε τι θα σας χρησίμευε; Είναι καιρός να γραφτείτε. Έχετε μόνο μια ζωή, οπότε καλύτερα να τη ζήσετε στο έπακρο , τώρα αμέσως. Γιατί να περιμένετε για αργότερα;

  1. Μην φοβάστε τον πόνο, χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσατε να βιώσετε την ευτυχία.

«Πρέπει να πεθάνεις μερικές φορές, πριν μπορέσεις πραγματικά να ζήσεις»
Πόνος, θλίψη, θυμός, άγχος – αρνητικά αισθήματα σαν και αυτά μπορεί να είναι επίπονα μερικές φορές. Όμως, δεν μπορείς να εκτιμήσεις πλήρως τα καλά συναισθήματα που έχει να σου προσφέρει η ζωή χωρίς πρώτα να βιώσεις τα άσχημα. Οπότε, όταν νομίζετε πως έχετε πιάσει πάτο, θυμηθείτε πως ο μόνος δρόμος πλέον είναι η ανηφόρα και ο πόνος που νιώθετε τη συγκεκριμένη στιγμή θα κάνει την ευτυχία πιο γλυκιά αργότερα.

  1. Να είστε ο εαυτός σας και χωρίς ντροπή να το εκφράζετε σε ο,τιδήποτε κάνετε.

«Είναι καλύτερο να κάνετε κάτι βαρετό με στυλ, παρά κάτι επικίνδυνο χωρίς στυλ».
Μην φοβάστε να είστε ο εαυτός σας – ο Τσαρλς Μπουκόφσκι σίγουρα δεν δίσταζε. Πάντα να δείχνετε τον πραγματικό σας εαυτό και τον πραγματικό σας χαρακτήρα. Είναι καλύτερα να ζήσετε πραγματικά παρά να προσπαθείτε να προσποιείστε να γίνετε κάτι που δεν είστε, μόνο και μόνο για να είστε αρεστοί στους άλλους. Άλλωστε, ποιος νοιάζεται για το τι πιστεύουν οι άλλοι;

  1. Είστε δυνατότεροι απ’ ότι νομίζετε

«Μερικές φορές σηκώνεστε απ’ το κρεβάτι το πρωί και σκέφτεστε δεν πρόκειται να τα καταφέρω, αλλά γελάτε μέσα σας… θυμηθείτε όλες τις στιγμές που έχετε νιώσει έτσι».
Η ζωή είναι γεμάτη δοκιμασίες και δυσκολίες – το ξέρετε, και πιθανόν το έχετε ζήσει πολλές φορές. Παρ’ όλα αυτά πάντα καταφέρνετε να επιβιώσετε αυτές τις δύσκολες στιγμές. Θυμηθείτε πάντα πως είστε δυνατότεροι απ’ ότι νομίζετε και ότι το έχετε μέσα σας αυτό που χρειάζεται για να ξεπεράσετε τις δυσκολίες.

  1. Μην φοβάστε τον θάνατο

«Έχω τον θάνατο μέσα στην αριστερή μου τσέπη. Μερικές φορές τον βγάζω έξω και του μιλάω: Γεια σου μωρό μου, τι κάνεις; Πότε θα έλθεις να με πάρεις; Θα είμαι έτοιμος» – «Δεν υπάρχει τίποτα για να θρηνήσεις για τον θάνατο, περισσότερο απ’ ότι δεν υπάρχει για να θρηνήσεις για ένα λουλούδι που μεγαλώνει».
Ο θάνατος είναι αναπόφευκτος, οπότε γιατί να περάσεις τη ζωή σου ανησυχώντας για αυτόν; Αντί να τρελαίνεστε για το πότε θα πεθάνετε, επωφεληθείτε από τη ζωή που έχετε. Είναι πολύ πιο χρήσιμο να γιορτάζετε τη ζωή από το να φοβάστε τον θάνατο, και μάλλον θα είστε πολύ πιο ευτυχισμένοι.

  1. Έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας

«Το πρόβλημα με τον κόσμο είναι ότι οι έξυπνοι άνθρωποι είναι γεμάτοι αμφιβολίες»
Είστε καταπληκτικοί και το μόνο που έχετε να κάνετε για να αφήσετε να λάμψουν τα πραγματικά σας ταλέντα είναι να τα πιστέψετε. Έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη στον εαυτό σας και ίσως εκπλαγείτε με όσα μπορείτε να καταφέρετε.

  1. Υπάρχουν πολύ χειρότερα πράγματα από την μοναξιά.

«Υπάρχουν πολύ χειρότερα πράγματα από το να είσαι μόνος, όμως συχνά παίρνει δεκαετίες να το συνειδητοποιήσετε και συχνά όταν το κάνετε είναι πολύ αργά και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το πολύ αργά» – «Δεν ήμουν μισάνθρωπος ούτε μισογύνης, αλλά μου άρεσε να είμαι μόνος μου. Ένιωθα ωραία να κάθομαι μόνος σε έναν μικρό χώρο, να καπνίζω και να πίνω. Ήμουν πάντα καλή παρέα για τον εαυτό μου».
Είναι εύκολο να φοβάσαι να είσαι μόνος σου, και η συντροφιά των άλλων πολλές φορές λειτουργεί σαν δίκτυ ασφαλείας. Όμως, υπάρχουν πολύ χειρότερα πράγματα από τη μοναξιά, και δεν υπάρχει λόγος να παγιδευτείτε στο να είστε μόνος σας όταν αυτός ο χρόνος μπορεί να «δαπανηθεί» σε πιο ικανοποιητικά και χαρούμενα πράγματα. Μάθετε να εκτιμάτε τον εαυτό σας χωρίς να υπάρχουν άλλοι και εκτιμήστε τον χρόνο που περνάτε μόνοι σας.

  1. Η ζωή απλά συμβαίνει, μην την παίρνετε πάντα τόσο σοβαρά.

Απρόσμενα, ακόμα και τρελά πράγματα είναι βέβαιο ότι θα συμβούν στη ζωή και μερικές φορές απλά θα πρέπει να τα δέχεστε. Μην παγιδεύεστε στην τελειότητα και φροντίστε να ξελαφρώνετε μερικές φορές. Δεν υπάρχει λόγος να παίρνετε τα πάντα σοβαρά και μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται είναι να διασκεδάσετε!

Στόχος-εμπόδιο-αποτέλεσμα: η εξίσωση που πάντα θα παλεύουμε να λύσουμε

Μας κυνηγούν πολλά πράγματα καθημερινά. Σκέψεις, ανασφάλειες, φοβίες. Πελαγώνουμε στην προσπάθεια του πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα ευνοϊκό περιβάλλον γύρω μας, για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε σε ό, τι μας φέρει το μέλλον. Βάζουμε στόχους, που προσπαθούμε να τους πετύχουμε, φτάνοντας σχεδόν καθημερινά στο εκατό τοις εκατό των ορίων μας. Εμπόδια εμφανίζονται για να μας σταματήσουν, τις περισσότερες φορές τα καταφέρνουν, μα πάντα αν θέλεις κάτι και είσαι αφοσιωμένος σ’ αυτό βρίσκεις έναν τρόπο να φέρεις ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Οι ανάγκες δεν τελειώνουν ποτέ. Πάντα κάτι θα χρειάζεται παραπάνω, για να μας δίνει εφόδια να συνεχίζουμε. Και πάμε πάλι από την αρχή. Στόχοι- Εμπόδια- Αποτέλεσμα. Στόχοι- Εμπόδια- Αποτέλεσμα. Κάθε μέρα. Αυτά τα τρία πράγματα ποτέ μα ποτέ δεν πάνε ξεχωριστά. Πάντα υπάρχει ο στόχος, που φέρνει τα εμπόδια, που επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Όπως είπε και η Μαρία Σολομού ως πολυαγαπημένη Ράνια: «Όταν ο στόχος συναντά τα εμπόδια, το αποτέλεσμα της σύγκρουσης είναι η ζωή που καταλήγουμε να ζούμε». Έχει ένα δίκιο εδώ που τα λέμε. Πάμε, όμως πρώτα, να δούμε το καθένα ξεχωριστά.

Στόχος

Πολλά γνωμικά και παροιμίες έχουν γραφτεί για τους στόχους και για τον λόγο ύπαρξής μας εξαιτίας αυτών. Για την αυτοπεποίθηση και την προσωπική ευχαρίστηση που νιώθουμε όταν τα καταφέρνουμε. «Exitus acta probat», είπε ο Οβίδιος. Η μετάφραση της φράσης είναι πως ο σκοπός δικαιώνει την πράξη. Με πιο απλά λόγια λέμε πως οι στόχοι μας καθορίζουν. Μπορεί να είναι εφικτοί. Για κάποιους άλλους ουτοπικοί. Πάντα έχουμε την ανασφάλεια και τις ερωτήσεις του τύπου αν είμαστε αρκετοί ή αν τα καταφέρουμε. Κάθε αρχή και δύσκολη. Όπως κι αν είναι, όταν βάζουμε υψηλούς στόχους, είτε καταφέρουμε να τους πετύχουμε, είτε όχι, πάντα έχουμε πάρει αρκετές γνώσεις ώστε να συνεχίσουμε στον ίδιο δρόμο ή σε διαφορετικό. Για να πας στην Ιθάκη, πρέπει  να ξεκινήσεις το ταξίδι σου.

Εμπόδια

Είναι αυτές οι μικρές (ή και μεγάλες) αναποδιές που καταφέρνουν να μπαίνουν στη μέση, με μόνο σκοπό να μας αποθαρρύνουν και να μας βγάλουν από το δρόμο του στόχου. Έχουν σκοπό, βέβαια, άθελά τους (ή και ηθελημένα), να μας διδάξουν και να μας δείξουν τις τρύπες που έχουμε και δεν τις βλέπουμε. Πολλές φορές αποκαρδιωνόμαστε, δε θέλουμε να συνεχίσουμε και σκεφτόμαστε να τα παρατήσουμε. Είναι οι στιγμές που πιστεύουμε πως οι δυνάμεις και γνώσεις μας δεν είναι αρκετές για να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Και εδώ είναι που την πατάμε. Ό, τι δε γνωρίζουμε, είναι αυτό που δεν έχουμε ψάξει αρκετά. Και η μπάλα συνεχίζει και γυρίζει, καθώς παίρνουμε σιγά- σιγά πίσω το κουράγιο μας, για να συνεχίσουμε την ανηφόρα.

Αποτέλεσμα

Τα αποτελέσματα ποικίλουν και εξαρτώνται από το πόσο παλέψαμε, τις συγκυρίες τις οποίες βρισκόμαστε και τους χειρισμούς τους οποίους κάναμε. Άλλες φορές είναι θριαμβευτικά. Καμαρώνουμε για τους στόχους που επιτύχαμε, ξεπερνώντας τα εμπόδιά τους. Άλλες είναι απλός ικανοποιητικό το αποτέλεσμα. Λέμε πως μπορούμε να πάμε και καλύτερα. Με αυτό τον τρόπο, έχουμε τις δύο επιλογές. Να το συνεχίσουμε ή να μείνουμε με αυτό που καταφέραμε, όταν βλέπουμε πως μας αξίζει και μας ικανοποιεί. Τέλος, άλλες πάλι η αποτυχία μας χτυπά την πόρτα. Δεν είναι λόγος να το βάλουμε κάτω. Είναι η ευκαιρία μας να προσπαθήσουμε ξανά και να βάλουμε πιο γερά θεμέλια. Ή βρίσκουμε αυτό που μας ταιριάζει καλύτερα. Πολλά μπορούν να συμβούν.

Όλα τα παραπάνω πάνε πακέτο. Δεν στηρίζεται το ένα χωρίς τα υπόλοιπα. Άλλωστε, αυτή είναι και η μαγεία τους. Να μπλέκονται όλα μαζί και να μας κάνουν τη ζωή δύσκολη. Αλλά, η ανταμοιβή; Η ανταμοιβή είναι η ανάσα που παίρνουμε για να συνεχίσουμε σε άλλους, πιο μακρινούς στόχους. Έρχεται αργά; Γρήγορα; Με χελώνα κουτσή από την Κίνα; Δεν έχει σημασία. Έρχεται. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για να τα αντιμετωπίσουμε όλα αυτά είναι να περιμένουμε. Θέλει υπομονή η δικαίωση. Υπομονή και συνεχή μάθηση. Δύσκολα και τα δύο, αλλά χωρίς λίγη ταλαιπωρία, δεν έχει γλύκα.

Αισχύλος: το βασίλειο του φόβου και της αγωνίας

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ
 
Στον τραγικό κόσμο του Αισχύλου, ο φόβος, από όλα τα ανθρώπι­να συναισθήματα, είναι αυτός του οποίου η παρουσία γίνεται πε­ρισσότερο αισθητή. Και πρέπει να είμαστε ευγνώμονες προς τον Β. Snell, που μας το έδειξε τόσο καλά με τη μελέτη του, που φέρει τον τίτλο: Aischylos und das Handeln im Drama[1]. Με μιαν έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε για όλο το θέατρο του Αισχύλου, αυτό που λέει για τις πρώτες του τραγωδίες, πως ό,τι ακούμε μέσα σε αυτές «δεν είναι παρά η παθιασμένη κραυγή της αγωνίας». Και αυτό κά­νει το θέατρο του Αισχύλου να ξεχωρίζει, όταν το συγκρίνουμε με τις άλλες τραγωδίες που μας έχουν σωθεί[2].
 
Κλασική δεν είναι η εξ υπαρχής ενότητα, αλλά η ενότητα του αγώνα, η συμφιλιωμένη διχοστασία, η γιατρεμένη αγωνία (B. Snell)
 
Φυσικώ τω λόγω, αυτόν τον φόβο και αυτή την αγωνία τα εκ­φράζει συνήθως ο χορός, καθώς είναι αρκετά στενά εμπλεγμένος στη δράση, ώστε τούτη να τον επηρεάζει έντονα, ενώ συγχρόνως παραμένει, από τη φύση του, ανίκανος να την διεξαγάγει ο ίδιος. Με εξαίρεση τις Χοηφόρες και τις Ευμενίδες, όλοι οι χοροί του Αι­σχύλου αποτελούνται από τρομαγμένους ανθρώπους. […] Μπορούμε να πούμε συνοψίζοντας, ότι ο φόβος στον Αισχύλο, εί­ναι κατά κάποιο τρόπο η ίδια η ανθρώπινη δυστυχία. Πράγμα που μας το δείχνει παραδειγματικά ένα χωρίο του Προμηθέως, όπου οι Ωκεανίδες οικτίρουν τη μοίρα της Ιούς και τα τρομερά της πήμα­τα, λύματα, δείματα (δυστυχίες, φρίκες, τρόμους) που τους παγώ­νουν την καρδιά (690)· αυτό μας δείχνει, ακόμα πιο έντονα και το χορικό των Χοηφόρων, όπου οι αιτίες της δυστυχίας του ανθρώ­που καλούνται δεινά δειμάτων άχη (586), χωρίο που χωρίς αμφι­βολία, όπως το δείχνουν τα συμφραζόμενα αναφέρεται στα τέρα­τα, αλλά που θα σήμαινε επιλέξει μεταφρασμένο: «οι φοβερές ωδί­νες των τρόμων»[3].
     
Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ
 
Υπάρχουν δύο τρόποι να δαμάσει κανείς τον φόβο· και οι δύο όμως συνδέονται με την ιδέα κάποιων νόμιμων ποινών. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι δύο αναφέρονταν ως ευχές, ο ένας στην αρχή, ο άλλος στο τέλος της Ορέστειας.
 
1.      Δίας Σωτήρας
 
Στην αρχή του Αγαμέμνονος, ο χορός έχει έναν φόβο, ακαθό­ριστο, συγκεχυμένο. Φοβάται εξαιτίας των χρησμών, εξαιτίας της δικής του κρίσης, φοβάται χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς φοβάται. Αλλά στο μέσο ακριβώς του χορικού, όταν κάνει λόγο για την αγωνία του, σταματάει μια στιγμή για να προσευχηθεί στον Δία. Γιατί έχει εμπιστοσύνη στον Δία. Ο Δίας μόνο μπορεί να του επι­τρέψει να αποβάλει την ακαθόριστη ανησυχία που τον διακατέχει: «Μόνο τον Δία αναγνωρίζω ικανό να με απαλλάξει πραγματικά από το βάρος της στείρας αγωνίας μου (165). Και γιατί; Διότι άνοιξε στους ανθρώπους τους δρόμους της σοφίας δίνοντάς τους για νόμο: «να μαθαίνει κανείς παθαίνοντας» (176). Με άλλα λό­για, η οδύνη δεν είναι άσκοπη, και δεν είναι ατελέσφορη[4].
 
Θα βγαίναμε από τα όρια της παρούσης μελέτης αν ζητούσαμε να προσδιορίσουμε πραγματικά, σε όλη του τη διάσταση, το νόη­μα που ο ίδιος ο χορός δίνει σε μια τέτοια ομολογία πίστεως. Εντούτοις, από την άποψη του φόβου δύο είναι οι παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να γίνουν.
Πρώτα απ’ όλα ο χορός μιλάει μόνο για πάθημα· και σκέφτεται χωρίς αμφιβολία κυρίως τούτη ή την άλλη Θεϊκή τιμωρία που, πλήττοντας τον ασύνετο, μαθαίνει και τον ίδιο και τους άλλους να σέβονται τη σωφροσύνη. Πράγμα που προϋποθέτει ήδη ότι πρέπει κανείς να εμπιστεύεται τον Δία. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Και αυτό το είδος εφησυχασμού που αποζητάει η καρδιά θα της το εξα­σφαλίσει εντέλει το ηθικό βάσανο. Πράγματι, το πάθημα για το οποίο πρόκειται συμβαίνει όντως «κατά τον ύπνο»· τοποθετείται, όπως και ο φόβος ο ίδιος, «μπροστά στην καρδιά»[5] και μοιάζει να συνιστάται από μνήμες (180: μνησιπήμων). Να πούμε ότι πρόκει­ται για τις τύψεις[6] είναι εδώ τουλάχιστον τόσο ανακριβές, όσο και στις περιπτώσεις που εξετάσαμε παραπάνω· αλλά το πάθημα που εξετάζουμε τις αντικαθιστά κάπως, ιδίως αν η ουσία του είναι να ξαναζεί κανείς το μάθημα που μόλις υπέστη και να διαπερνάται από αυτό, ακόμα και ασυνείδητα, ώσπου να συνετιστεί.
 
Πράγμα που σημαίνει ότι το πάθημα έχει ένα νόημα. Επομένως φαίνεται σαν να μπορούσε κανείς σχεδόν να αποφύγει να εκτεθεί στον φόβο, στο μέτρο που εκ των προτέρων εμπιστεύεται τον Δία και αφήνεται σε αυτόν. Σε άλλους το φρονείν ή σωφρονείν έρχεται παρά τη θέλησή τους, σαν μια ευεργετική βία· «αλλά ο άνθρωπος που με όλη του την ψυχή θα δοξάσει το θριαμβευτικό όνομα του Δία, αυτός θα έχει την ύψιστη σοφία»[7].
 
Βέβαια αυτό λέει σε γενικές γραμμές και το κείμενο των Πα­ροιμιών, 15.33: «αρχή σοφίας φόβος Θεού». Εδώ όμως η θεϊκή δι­καιοσύνη παρουσιάζεται στον χορό τόσο καθησυχαστική και τόσο ενθαρρυντική που τούτος σκέφτεται μόνο να υμνήσει τον θρίαμβο του Δία, και όχι -τη φορά αυτή- να κάνει λόγο για φόβο.
 
H ύπαρξη τρομερών Θεών -ή μάλλον μιας τρομερής θείας φύ­σης- έχει λοιπόν το παράδοξο αποτέλεσμα ότι μπορεί να γαληνεύ­σει μια ορισμένη μορφή αγωνίας, αμφιβολίας, ανησυχίας[8]. Και συμβαίνει αυτό που περιγράφει ο M.R. Couffignal: «Αυτό το αί­σθημα εξάρτησης, όπου κυριαρχεί ο φόβος, αμβλύνεται από μια ορισμένη τρυφερότητα προς τη θεότητα, ακόμα και μια ορισμένη εμπιστοσύνη». Η θεϊκή οργή δεν ξεσπά χωρίς λόγο· προλαβαίνει το κακό πραγματοποιώντας το.
 
2.      Ο Φόβος μέσα στην Πόλη
 
Ωστόσο η εμπιστοσύνη που μπορεί κανείς να αντλήσει από αυτή την ιδέα είναι μια εμπιστοσύνη αρχής, που έχει κάτι το τυφλό, όπως ακριβώς και η βούληση του Δία διατηρεί κάτι το απροσπέ­λαστο. Ώστε δεν είναι στο μεταφυσικό πεδίο που θα μπορέσει πο­τέ ο φόβος να δαμαστεί ολοκληρωτικά, αλλά σε ένα πεδίο, όπου οι εντολές και οι ποινές έχουν έναν πιο συγκεκριμένο χαρακτήρα: αυτό συμβαίνει όντως στο πεδίο της πόλεως. Και ο Αισχύλος δεν θα ήταν ένας Αθηναίος του καιρού του, αν είχε παραβλέψει αυτή τη δυνατότητα. Πράγματι ήταν ένας από τους πρώτους που έθεσαν τις βάσεις μιας δοξασίας, στην οποία έρχονται αντιμέτωποι από πρακτική άποψη ο καλός και ο κακός φόβος. Πρέπει μάλιστα να αναγνωρίσουμε ότι έχοντας τοποθετήσει την ιδέα του φόβου στο κέντρο του έργου του, οδηγήθηκε, αρκετά φυσιολογικά, να δώσει στην αντίθεση αυτή μια ιδιαίτερη δύναμη και καθαρότητα.
 
Μια πρώτη διάκριση κάνει ήδη την εμφάνισή της στον Αγαμέ­μνονα, όταν οι γέροντες, πάνω στον παροξυσμό της αγωνίας τους, κάνουν λόγο για το μόνο φάρμακο που υπάρχει για τους πειρασμούς της ύβρεως· και αυτό είναι ένας φόβος, μια συστολή, ένας όκνος: «Αν τουλάχιστον ένας σοφός φόβος, κρατώντας με σωφρο­σύνη το τιμόνι, ξέρει να ξεφορτωθεί λίγα από τα συσσωρευμένα πλούτη, το σπίτι δεν πέφτει ολόκληρο από το βάρος της ευμάρειας». Πρόκειται εδώ για ένα φόβο που συγγενεύει με τη σωφροσύ­νη και για μια ηθική της μετριοπάθειας. Δείχνει όμως τουλάχιστον ότι ο φόβος μπορεί να γίνει επωφελής όταν παρεμβαίνει εκ των προτέρων, ως κανόνας συμπεριφοράς.
 
Αλλά για να είναι επωφελής, δεν πρέπει να αποβλέπει μόνο στην προστασία από τις εκπλήξεις της τύχης. Πρέπει να παρεμ­βαίνει για να εμποδίσει κάθε σφάλμα, κάθε αδικία· και γι’ αυτό πρέπει να πιστεύεις στην τιμωρία της αδικίας, πρέπει να έχεις πί­στη στους κυβερνώντες. H σημασία αυτής της διάκρισης φαίνεται πρωτίστως σε κάθε ανθρώπινη διακυβέρνηση.
 
O κακός φόβος είναι αυτός που εμπνέουν οι κακοί αφέντες. Κα­θώς δεν είναι δίκαιοι, ο φόβος που τους περιβάλλει δεν συνοδεύε­ται από σεβασμό. Αυτό συμβαίνει με την Κλυταιμνήστρα και τον Αίγισθο, όταν κατέχουν τη βασιλική εξουσία· και οι γυναίκες του χορού διαμαρτύρονται (Χοη. 55 κε). «Ο παλιός σεβασμός (σέβας[9]), ο ανίκητος, αδιάφθορος, απρόσβλητος, που διαπερνούσε την καρ­διά και τα αφτιά του λαού, έχει πια χαθεί: ο φόβος μόνο βασιλεύ­ει»[10] (φοβεῑτε δέ τις). Ωστόσο ο φόβος έχει από μόνος του τη χρη­σιμότητά του, βεβαιώνουν οι Ερινύες· και καθώς το χωρίο όπου το θυμίζουν, απηχεί την ομολογία πίστεως των γερόντων, μπορούμε ήδη να σκεφτούμε ότι η δικαιολογία που δίνουν δεν είναι μάταιη. «Υπάρχουν περιπτώσεις», λένε, (Ευμ. 516), «όπου ο Φόβος (το δει­νόν) είναι χρήσιμος, και όπου πρέπει να στέκει μόνιμα μες στις καρδιές σαν άγρυπνος φρουρός. Γιατί ποιος άνθρωπος και ποια πόλη, αν τίποτε δεν υπάρχει κάτω από τον ουρανό που να τους εμπνέει φόβο, θα διατηρούσαν τον σεβασμό που οφείλουν στη Δικαιοσύνη» (σέβοι). Ο φόβος αυτός έχει γίνει κάτι το αφηρημένο: το δεινόν. Παρεμβαίνει εδώ επίσης πριν από το αμάρτημα. Από την άλλη, για να εγγυηθεί τον σεβασμό της δικαιοσύνης πρέπει προφα­νώς να είναι θεμελιωμένος στην πίστη σε μια δικαιοσύνη. Θα παρατηρήσουμε μόνο ότι αν οι δύο όροι, φόβος και σεβασμός μοιά­ζουν εδώ συμφιλιωμένοι, ο φόβος στα μάτια των Ερινύων έρχεται πρώτος και ο σεβασμός είναι η συνέπειά του.
 
Αυτή είναι η μόνη τροποποίηση που θα επιφέρει η Αθηνά στο πρόγραμμά τους, που κατά τα άλλα ξαναπιάνει για λογαριασμό της (Ευμ. 690 κε): «Πάνω σ’ αυτό το βουνό, λέω, στο εξής, ο Σεβα­σμός και ο Φόβος, ο αδερφός του (σέβας… φόβος τε συγγενής), μέ­ρα και νύχτα θα κρατούν τους πολίτες μακριά από το έγκλημα. Ούτε αναρχία, ούτε δεσποτισμός, αυτός είναι ο κανόνας που συμ­βουλεύω την πόλη μου να σεβαστεί (σέβειν). Και να μην εκδιωχθεί κάθε είδος φόβου (το δεινόν) έξω από τα τείχη της· αν δεν έχει τί­ποτε να φοβηθεί, ποιος θνητός κάνει αυτό που οφείλει;» (τις γαρ δεδοικώς μηδέν ένδικος βροτών). Ελευθερώνοντας τον Ορέστη από τον τρόμο στον οποίο ήταν καταδικασμένος, η Αθηνά δεν έθιξε το κύρος της αρχής των επίφοβων ποινών· αλλά, εγγυώμενη εκ των προτέρων ότι θα είναι εύλογες, ανάγοντας τη σχετική απόφαση στον Δία, έδωσε στον φόβο μια δικαίωση που τον έκανε χρήσιμο.
 
Πολύ μετά τον Αισχύλο, ο Πλάτων στους Νόμους, θα θυμηθεί αυτό το είδος αποκάλυψης· και αυτός επίσης θα επιμείνει στη χρη­σιμότητα του καλού φόβου. Οι δύο δοξασίες είναι προφανώς συγ­γενικές, και κατά τον Κ. Θ. Βουρβέρη[11] συγκλίνουν. Αντιθέτως θα θέλαμε, για να προσδιορίσουμε καλύτερα τη σκέψη του Αισχύλου, να υπογραμμίσουμε εδώ αυτό που τις διακρίνει.
 
Στον Πλάτωνα η τιμωρία που φοβάται ο καλός φόβος είναι η ατίμωση. Για να δηλώσει το συναίσθημα αυτό ο Πλάτων χρησιμο­ποιεί τις λέξεις αιδώς (647α· 699c) ή αισχύνη (671d). Και διευκρι­νίζει ότι πρόκειται για την κρίση που διατυπώνουν οι φίλοι μας (647b: φίλων δε φόβος αισχύνης περί κακής). Χωρίς αμφιβολία ονομάζει αυτόν τον φόβο «θεϊκό»· αλλά το κάνει μόνο στο 671d, σε μια σύνοψη του 647α, όπου προσθέτει τη λέξη θείον, όπως προ­σέθεσε τη λέξη κάλλιστον· και δεν είναι βέβαιο ότι η αξία του ενός διαφέρει πολύ από την αξία του άλλου[12]. Όπως και να έχει, δεν πρόκειται για τον φόβο των θεών. Τούτος είναι βέβαια υπαρκτός και στην Πολιτεία ο Πλάτων βάζει στο στόμα του Κεφάλου μια ωραία ανάπτυξη για τον κακό ύπνο του γέροντα, που αρχίζει να σκέφτεται τις μεταθανάτιες τιμωρίες[13] . Αλλά πιο άμεσα στην πρά­ξη, αυτό πάνω στο οποίο η πόλη θέλει κυρίως να υπολογίζει εί­ναι ο φόβος της ατίμωσης. Εδώ άλλωστε ο Πλάτων συναντά μια παλιά ομηρική παράδοση· διότι όταν στην Ιλιάδα, στο Ο, 657, ο ίδιος καλός φόβος συγκρατεί τους πολεμιστές από τη φυγή (αιδώς και δέος), ο ποιητής προσθέτει: «Ασταμάτητα, νουθετούν οι μεν τους δε».
 
O φόβος της τιμωρίας είναι κάτι πιο αποτρόπαιο. Και αυτή εί­ναι η μορφή που προτιμούν οι ρεαλιστές πολιτικοί άρχοντες του Σοφοκλή: «Ποτέ, σε μια πόλη, οι νόμοι δεν θα είχαν την απαιτού­μενη δύναμη, αν δεν υποστηρίζονταν από τον φόβο (δέος), και μια στρατιά δεν θα είχε σοφή πειθαρχία, αν δεν την υπερασπίζονταν ο φόβος και ο σεβασμός (φόβου-αιδούς). Όσο γεροδεμένος κι αν είναι από τη φύση του κανείς, πρέπει να έχει στο νου του ότι μπορεί να πέσει ακόμα και από ένα μικρό κακό. Όποιος αισθάνεται φόβο και σεβασμό (δέος-αισχύνη), να το ξέρεις καλά, έχει ελπίδες σωτη­ρίας… Ένας σωτήριος φόβος πρέπει πάντα (δέος… καίριον) να υπάρχει»… (Αίας, 1071 κε)[14].
 
Αλλά, όπως και ο πλατωνικός φόβος των Νόμων, ο φόβος που επικαλείται ο Μενέλαος εδώ παραμένει ένας φόβος, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, πολιτικής φύσεως.
 
Αντίθετα ο αισχύλειος φόβος, όσο κι αν έρχεται να ενταχθεί ξαφνικά στα πλαίσια της πόλης και σαν σε ένα πολιτικό πρόγραμ­μα, είναι πάντοτε ο φόβος της Ερινύας· και ο σεβασμός που τον συνοδεύει, που του είναι συγγενικός[15], είναι ο σεβασμός που έχει κανείς για τους θεούς· είναι σέβας, όρος χαρακτηριστικός της ευ­σέβειας έτσι όπως την εκφράζει ο Αισχύλος[16]. H Αθηνά προσθέτει την ιδέα του ταρβείν (Ευμ., 700: τοιόνδε τοι ταρβούντες ενδίκως σέβας), που θυμίζει ό,τι έχει το θρησκευτικό έντονο, ζωντανό, ο φόβος που μπορεί να εμπνεύσει, ακόμα και εκ των προτέρων, η Ερινύα.
 
Όπως ακριβώς στις Ικέτιδες, η εξουσία του λαού και αυτή των θεών συναντιόνται λοιπόν και συνεργάζονται. Και όταν ακόμα η πολιτική τάξη έχει αποκατασταθεί, το αισχύλειο σύμπαν παραμέ­νει ασπαίρον από την διπλή ζωή που το κατοικεί, και θέλει τίποτε να μην στερείται από θεϊκή παρουσία. Ο φόβος διατηρεί εδώ τον ιερό χαρακτήρα του ως το τέλος.
 
Έχει όμως αλλάξει πρόσωπο. Ένας ευλαβικός σεβασμός έχει πάρει τη θέση του -ή θα ήθελε να πάρει τη θέση της σκοτεινής αγω­νίας που περιγράψαμε. Και μπορεί κανείς να πει ότι δεν υπάρχει πιο ωραία μαρτυρία της βαθιάς φιλοδοξίας που διαπνέει το έργο, από το να βλέπουμε τη συγκινητική πομπή που κλείνει με τόση με­γαλοπρέπεια τις Ευμενίδες, να γιορτάζει στην πραγματικότητα μια συμφιλίωση που σημαίνει το τέλος της αγωνίας και την έλευση του καλού φόβου, σε έναν δίκαιο κόσμο[17].
 -------------------------------------
 [1] Philologus, Supplementband, 1928, 164 σ. in-8ο. Tο χωρίο που ακολουθεί είναι παρ­μένο από τη σ. 43: «Από τη σκηνή των πρώτων έργων του Αισχύλου ηχεί μόνο η πα­θητική κραυγή της αγωνίας».
[2] Ο B. Snell επιμένει στον ρόλο που είχε ο φόβος στον Φρύνιχο. (βλ. του ιδίου, εκτός από την προαναφερθείσα μελέτη, Die Entdeckung des Geistes, σ. 114. Αλλά ο Φρύνι­χος μας είναι πολύ λίγο γνωστός για να μπορεί η σύγκριση να είναι γόνιμη).
[3] H σχέση που δηλώνει η γενική δεν διατηρείται σε καμία από τις μεταφράσεις.
[4] ο Αισχύλος μοιάζει να έχει συλλάβει την ιδέα της γονιμότητας του πάσχειν: όταν τούτο δεν είναι «δίκαιο» στο φως του παρελθόντος, «δικαιολογείται» στην προοπτι­κή του μέλλοντος: η Ιώ εξαγοράζει έτσι με τα πάθη της το προνόμιο που τελικά της εκ­χωρείται. Αλλά αυτό προφανώς προϋποθέτει ότι ο εν λόγω πόνος είναι προσωρινός και ότι τα δεινά του παίρνουν τέλος στην ειρήνη.
[5] Πβ. παραπάνω, σ. 46. Οι προσεγγίσεις που επιχειρήσαμε παραπάνω μοιάζουν επαρ­κείς, χωρίς να χρειάζεται να επιστρατεύσει κανείς μια ιδιαίτερη θεωρία περί ύπνου. Πβ. όμως σχετικά το εμπεδόκλειο απόσπασμα Β 105, κατά το οποίο η συγκέντρωση του αίματος στην καρδιά γεννά τη σκέψη (νόημα).
[6] Πβ. P. Mazon, ad loc.
[7] Το παν Θα σήμαινε μάλλον «στα πάντα, πλήρως»: δεν πρόκειται για φιλοσοφία, αλ­λά για πρακτική σοφία.
[8] Πβ. Snell, Aischylos…,σ. 118: «Κατονομαζόμενος και χαρακτηρισμένος ο φόβος αυτός χάνει τη φρίκη του».
[9] Ο σεβασμός αυτός είναι φυσικός όταν απευθύνεται σε έναν ηγεμόνα άξιο του ονό­ματός του: πβ. Πέρσες, 694 κε, όπου οι διαφορετικές λέξεις που δηλώνουν τον φόβο, τον σεβασμό, την ανησυχία για το μέλλον χρησιμοποιούνται απ’ ό,τι φαίνεται αδια­κρίτως.
[10] Ορισμένοι σκέφθηκαν ότι ο φόβος αυτός θα μπορούσε να αναφέρεται στην Κλυ­ταιμνήστρα: πράγμα που η παραπάνω προσέγγιση καθιστά απίθανο. Ο σχολιαστής καταλάβαινε ήδη πολύ καλά το απόσπασμα.
[11] Βλ. για παράδειγμα, Βουρβέρη, Θεῑος φόβος, Επιστημονική Επετηρίς της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 1953-4, σ. 121-132.
[12] Κατά τον Βουρβέρη, η λέξη «θείος» δικαιολογείται από μια τάση σεβασμού της θεί­ας βούλησης παν άρχει του σύμπαντος. Ακόμα κι αν αυτή η απόχρωση είναι υπαρκτή, βρισκόμαστε μακριά από το ιερό.
[13] Πολιτείας 330d κε Πβ. ιδιαίτερα: εισέρχεται αυτώ δέος και φροντίς… δείματος με­στός… Θαμά εγειρόμενος δειμαίνει.
[14] Μπορούμε να πλησιάσουμε αυτό το χωρίο που λέει ο Κρέων στην Αντιγό­νη, 663 κε, το ίδιο και ο Επίχαρμος, απ. 221 (αναφέρεται από τον σχολιαστή του Αίαντα), κλπ.
[15] Συγγενής στον στίχο 691 κε, δεν μπορεί να σημαίνει παρά μια συγγένεια ανάμεσα στον φόβο και το σέβας: o Verall βλέπει επιπλέον έναν υπαινιγμό στη συγγένεια ανά­μεσα στον Άρη (αφού πρόκειται για τον Άρειο Πάγο) και τον Φόβο (γιο του Άρη κα­τά την Θεογονία, 940). Αυτή η ερμηνεία φαίνεται υπερβολικά εξεζητημένη.
[16] Πβ. Couffignal, Pech. de Sc. Rel., 1947, 328-346.
[17] Η μελέτη αυτή ξαναπιάνει τον μίτο συμπερασμάτων διαφόρων διαλέξεων που δό­θηκαν στα Πανεπιστήμια του Γκαίτινγκεν (Göttingen), του Αμβούργου, τον Λονδίνου και της Οξφόρδης: δράττομαι της ευκαιρίας για να εκφράσω την ζωηρή μου αναγνώ­ριση σε αυτούς που με υποδέχθηκαν στα πανεπιστήμια αυτά.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Ελευθερία από τη δουλοπρέπεια

Νομίζεις ότι η ελευθερία είναι κάτι σπουδαίο και ευγενές και αξιόλογο;

Πώς όχι;

Είναι δυνατόν κάποιος που έχει αποκτήσει κάτι σπουδαίο και αξιόλογο και ευγενές να είναι ταπεινός;

Δεν είναι.

Άρα όταν δεις κάποιον να υποκλίνεται σε κάποιον άλλον ή να του λέει κολακείες χωρίς να τις πιστεύει, να λες με θάρρος πως ούτε αυτός είναι ελεύθερος- και όχι μόνο αν το κάνει για ένα ταπεινό δείπνο, αλλά ακόμα και για μια θέση διοικητή ή συμβούλου. Κι αυτούς να τους αποκαλείς μικροδούλους, που τα κάνουν αυτά για τόσο μικρά πράγματα, και τους άλλους μεγαλοδούλους, όπως τους αξίζει.

Ας πούμε πως ισχύουν αυτά.

Νομίζεις, λοιπόν, ότι η ελευθερία είναι κάτι αυτεξούσιο και αυτόνομο;

Πώς όχι;

Όποιος εξαρτάται από άλλον, που μπορεί να τον εμποδίσει ή να τον εξαναγκάσει σε κάτι, να λες με θάρρος ότι δεν είναι ελεύθερος. Και να μην κοιτάζεις τους παππούδες και τους προπαππούδες του ρωτώντας να μάθεις αν αγοράστηκε ή αν πωλήθηκε ποτέ, αλλά, αν τον ακούσεις να λέει μέσα από τα σωθικά του και με πάθος «κύριε», ακόμα κι αν πριν από αυτόν υπάρχουν δώδεκα ακόντια ως συνοδεία, να τον αποκαλείς δούλο- κι αν τον ακούσεις να λέει «τι περνάω, ο δυστυχής», να τον αποκαλείς δούλο- αν τον δεις γενικά να κλαίγεται, να γκρινιάζει, να ταράζεται, να τον αποκαλείς δούλο ντυμένο με πορφύρα. Κι αν δεν κάνει τίποτα από αυτά, να μην τον αποκαλέσεις ακόμη ελεύθερο, αλλά εξέτασε τις πεποιθήσεις του για να δεις αν, με οποιονδήποτε τρόπο, τον καταναγκάζουν, τον παρεμποδίζουν ή τον ταράζουν- κι αν διαπιστώσεις ότι είναι τέτοιος, να τον αποκαλείς δούλο που τελεί υπό ανοχή στα Σατουρνάλια. Να λες ότι ο κύριός του έχει φύγει προσωρινά και όχι σύντομα θα επιστρέφει και θα δει τι έχει να πάθει.

Ποιος θα επιστρέφει;

Όποιος έχει την εξουσία να παρέχει ή να στερεί από κάποιον όσα επιθυμεί.

Άρα έχουμε πολλούς αφέντες;

Ναι, πολλούς. Γιατί, πριν από αυτούς, αφέντες μας είναι οι καταστάσεις- κι εκείνες είναι πολλές. Γι’ αυτό όσοι εξουσιάζουν κάποια από αυτές είναι κατ’ ανάγκη αφέντες μας- γιατί κανένας δεν φοβάται τον Καίσαρα αλλά τον θάνατο, την εξορία, τη στέρηση περιουσίας, τη φυλακή, τη στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Ούτε και αγαπά κανείς τον Καίσαρα, εκτός αν τύχει να είναι πανάξιος, αλλά αγαπούμε τον πλούτο, το αξίωμα του δημάρχου, του στρατηγού και του συμβούλου. Όταν αυτά τα αγαπούμε και τα μισούμε και τα φοβόμαστε, τότε, κατ’ ανάγκη, όσοι τα εξουσιάζουν είναι αφέντες μας.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ο Ύπνος και τα υπερβατικά στάδια του Νου

Ύπνος θα πει ανάπαυση, όμως οι επιστήμονες δεν έχουν καταφέρει ακόμα να εντοπίσουν τι είναι εκείνο που προκαλεί την αναγκαιότητα του και γιατί χρειάζεται να καταλαμβάνει το 1/3 της ανθρώπινης ζωής. Υπάρχουν στιγμές που ο εγκέφαλος είναι πολύ πιο δραστήριος κατά τη διάρκεια του ύπνου ενώ ο ανθρώπινος μεταβολισμός δεν μειώνεται πολύ.

“Η ανάπαυση προέρχεται όχι από την ποσότητα αλλά από την ποιότητα του ύπνου.” – Γκιόργκι Γκουρτζίεφ (1877-1949)

Κυριαρχεί η άποψη πως, για να αποδώσει καλύτερα, ο ανθρώπινος οργανισμός οφείλει να κοιμάται τη νύχτα και να ξυπνά το χάραμα ακολουθώντας τους φυσικούς ρυθμούς (μονοφασικός κύκλος ύπνου των 6-8 ωρών). Στην πραγματικότητα, ο μονοφασικός ύπνος είναι ένας απ’ τους τέσσερις κύκλους ύπνου που έχουν χρησιμοποιεί με επιτυχία σε ολόκληρη την ιστορία. Οι υπόλοιποι τέσσερις είναι μέρη του προγράμματος του πολυφασικού ύπνου και προϋποθέτουν πως ο ανθρώπινος οργανισμός οφείλει να κοιμάται πολλαπλές φορές, ελάχιστης ώρας, ολόκληρο το 24ωρο. Με την πρώτη ματιά, ο πολυφασικός ύπνος μοιάζει επικίνδυνος για την υγεία και κάπως ιδιόρρυθμος.

   Η επιστήμη, όμως, έχει άλλη γνώμη καθώς το σημαντικό στάδιο κάθε ύπνου είναι να επιτευχθεί η κατάσταση REM που ωφελεί και «αναζωογονεί» τον εγκέφαλο (Rapid Eye Movement, Στάδιο 5). Το ηλεκτρογράφημα δείχνει πως στην κατάσταση REM ο εγκέφαλος εμφανίζει εναλλαγές κυμάτων Άλφα, Θήτα και Δέλτα. Απόδειξη, ότι παρόλο που το σώμα βρίσκεται σε μια παθητική και άτονη κατάσταση, ο εγκέφαλος παρουσιάζει υψηλή απόδοση διότι απομνημονεύει πληροφορίες, χαλαρώνει και αποθεραπεύεται, πυροδοτώντας τη δημιουργική και ενορατική του δραστηριότητα. Όταν δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα τα παραπάνω κύματα, ο εγκέφαλος είναι ικανός ακόμα και να αποτρέψει μια αρρώστια, να ανανεώσει τα κύτταρα του οργανισμού, να αφυπνίσει τις ορμόνες, να βοηθήσει στην έμπνευση και τις «θαυματουργές λύσεις» καθώς και να ενοποιήσει τις δυνάμεις σώματος και πνεύματος. Ο ύπνος REM διαρκεί από μιάμιση έως δύο ώρες σε έναν ενήλικα και είναι μια κατάσταση κατά την οποία τα εγκεφαλικά κύματα βρίσκονται σε εγρήγορση (έντονη ηλεκτρική δραστηριότητα), ενώ το σώμα σε βαθιά χαλάρωση. Εάν για κάποιο λόγο, ο ανθρώπινος οργανισμός στερηθεί τον ύπνο REM, τότε την επόμενη φορά που θα κοιμηθεί θα φτάσει σχεδόν απευθείας στο στάδιο αυτό, παρακάμπτοντας το στάδιο NREM. Κατά την κατάσταση REM παράγονται «ζωντανά», χρωματιστά και όμορφα όνειρα.

   Λέγεται πως ο διακοπτόμενος ύπνος καθώς και ο λιγοστός ύπνος μπορεί να επιφέρουν βλάβη στην υγεία. Έρευνες όμως έχουν δείξει πως η αλλαγή σε έναν ποιοτικό πολυφασικό τρόπο ύπνου που πραγματοποιείται σωστά, μπορεί να κάνει θαύματα στην υγεία. Ο οργανισμός μαθαίνει να ρυθμίζει την εγκεφαλική του λειτουργία στην κατάσταση REM, περνώντας από όλα τα απαραίτητα προηγούμενα στάδια, γρηγορότερα. Έτσι, χωρίς να αφιερώνει πολλές ώρες στον ύπνο, ο άνθρωπος, συνηθίζει να εναλλάσσει τα στάδια της αντίληψης του (εγρήγορση-ύπνος) ταχύτερα από έναν άλλον άνθρωπο που είναι «απορροφημένος» στους ρυθμούς της ζωής και πιθανότατα βιώνει το πρόβλημα της αυπνίας.

   Ο νους δεν κοιμάται ποτέ. Οι λειτουργικές δραστηριότητες του ανθρώπου μέσα στη μέρα, καθώς και η σωματική ή ψυχολογική του κατάσταση, επηρεάζονται άμεσα απ’ τους νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου που ευθύνονται για τον έλεγχο της συνεχόμενης εγκεφαλικής λειτουργίας. Αν ο ανθρώπινος οργανισμός μάθει να παραλείπει συνεχώς τα στάδια 1 έως 4 του ύπνου λόγω καταχρήσεων, υπερκόπωσης, κακής διατροφής κλπ (ακόμα κι αν ακολουθεί το πρόγραμμα του μονοφασικού ύπνου), θα παρουσιάσει μακροπρόθεσμα προβλήματα στην υγεία του.

“Τις μισές μέρες μας τις περνάμε στη σκιά της γης. Και ο αδερφός του θανάτου αρπάζει το ένα τρίτο της ζωής μας.” – Thomas Browne (1605-1682)

Θεός Ύπνος ή Αρχέτυπο;

Ο θεός Ύπνος, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία -και συγκεκριμένα τον Ησίοδο-, είναι ο γιος της Νυκτός και του Ερέβους, ενώ αδερφός του είναι ο Θάνατος. Η Πασιθέη, η θεά της χαλάρωσης και της ξεκούρασης, είναι η αγαπημένη του Ύπνου. Τα παιδιά τους είναι ο Μορφεύς, ο Ίκελος, ο Φοβήτωρ και ο Φάντασος. Ο Μορφέας είναι ο υφαντής των μορφών στα όνειρα, ο Ίκελος έχει το χάρισμα να κάνει τα όνειρα να μοιάζουν ρεαλιστικά, ο Φοβήτωρ αποτελεί την προσωποποίηση του εφιάλτη διότι συνθέτει αποκρουστικά και δυσνόητα όνειρα ενώ ο Φάντασος παράγει πλασματικές εικόνες με τη βοήθεια της φαντασίας. Παρατηρούμε τελικά, πως οι παραπάνω θεότητες αποτελούν αρχέτυπα των απόκρυφων δυνάμεων και ταλέντων της ανθρώπινης ύπαρξης. Απλές αλήθειες διατυπωμένες μέσα από αλληγορίες της μυθολογίας.

Στάδια της ανθρώπινης αντίληψης

   Σύμφωνα με τον Donald Tyson, η συνείδηση είναι που δημιουργεί την πραγματικότητα. Όλα είναι μέσα στο μυαλό μας. Οι νόμοι που ορίζουν την φυσική αλήθεια που αντιλαμβανόμαστε γύρω μας είναι ενεργά επηρεασμένοι απ’ τον νοητικό κόσμο. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η πραγματικότητα είναι τα «αποτυπώματα» των ψυχικών μας πεποιθήσεων και δεν πως δεν υπάρχει «μέσα ή έξω απ’ το μυαλό» παρά μόνο σκαλοπάτια αντίληψης. Διάφορα επίπεδα του μυαλού στα οποία μπορεί να υπερπηδήσει η συνείδηση μας. Η αστρική προβολή, η μέθη, η κωματώδη κατάσταση, ο ονειρικός ύπνος, ο διαλογισμός, ο υπνωτισμός κλπ είναι ποικίλοι τρόποι αντίληψης της ζωής (modes), μέσα απ’ τους οποίους ο ανθρώπινος εγκέφαλος μας δείχνει την υπέρτατη ικανότητα του να φιλοξενεί όλα τα πρίσματα της ύπαρξης. Μοιάζει με «κρεμμύδι» που αποτελείται από αμέτρητα στρώματα αντιλήψεων και ο νους καταλαμβάνει κάθε φορά ένα από εκείνα.

«Η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση της ανθρωπότητας είναι ότι νομίζει πως έχει περιορισμούς.» -Robert Allan Monroe (1915 – 1955)

   Στο βιβλίο «Υπέρτατο Ταξίδι» του Robert A. Monroe, ο ίδιος μας παρουσιάζει τον όρο «Επίπεδο Εστίασης=Focus». Ο όρος αυτός προσδιορίζει με κατανοητό τρόπο ένα συγκεκριμένο επίπεδο συνειδητότητας του νου. Στα αρχικά επίπεδα εστίασης ο άνθρωπος, ο νους βρίσκεται σε κατάσταση εγρήγορσης ενώ το ανθρώπινο σώμα μπορεί να βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου. Στα επόμενα επίπεδα ενεργοποιείται η αντίληψη των ανθρώπων που έχουν κάνει χρήση παραισθησιογόνων ουσιών, αλκοόλ, πάσχουν από άνοια και σχιζοφρένεια ή βρίσκονται σε κώμα. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε πως, σε μια κωματώδη κατάσταση, ο ασθενής δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την φυσική πραγματικότητα με τρόπο που θα μπορούσε αν ήταν υγιής. Μπορεί να μην αλληλοεπιδρά με τον περιβάλλον, όμως, αυτό δεν σημαίνει πως η συνείδηση του έχει σταματήσει να λειτουργεί. Αντιθέτως, μελέτες ηλεκτροεγκεφαλογράφων σε ασθενείς που βρίσκονται σε κώμα, έχουν καταγράψει φυσιολογική εγκεφαλική δραστηριότητα παρόμοια με εκείνη των ανθρώπων που δεν βρίσκονται σε κώμα. Η διάγνωση της κατάστασης του «φυτού» είναι λανθασμένη, διότι πίσω απ’ το ακίνητο, υλικό σώμα των ασθενών, υπάρχει δραστήριο και έντονο παρασκήνιο ζωής και επικοινωνίας, απλώς σε διαφορετικό υπαρξιακό επίπεδο.

   Οι περαιτέρω εστιάσεις του Monroe, αφορούν εκείνα τα «πεδία» στα οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποδεχτεί τον υλικό του θάνατο και βρίσκεται νοητικά συνδεδεμένος με τις γήινες συνήθειες. Λίγο παραπέρα, συναντούμε τις Περιοχές του Συστήματος Πεποιθήσεων. Εκεί υπάρχουν όλοι οι αστρικοί κόσμοι που έχουν δημιουργηθεί με τα χρόνια απ’ τις φιλοσοφίες, τις θρησκείες, τις φαντασίες και τα πιστεύω των ανθρώπων που προϋποθέτουν ζωή μετά θάνατον. Παραπέρα, υπάρχει το πάρκο υποδοχής, το οποίο είναι κι εκείνο κατασκευασμένο από ανθρώπινους εγκεφάλους και αποσκοπεί στην ηρεμία των αποθανόντων, βοηθώντας τη συνείδηση τους να κατανοήσει πως έχει αποδεσμευτεί πια απ’ την γήινη πραγματικότητα και βιώνει μια μεταβατική κατάσταση. Στα ανώτερα πεδία αντίληψης, βρίσκονται όλα εκείνα που δεν χωρούν στην έννοια του χωροχρόνου αλλά ούτε και στην ανθρώπινη διάνοια. Θα μπορούσαμε να πούμε πως ότι «υπάρχει» εκεί είναι απρόσιτο για τον ανθρώπινο νου.

   Με λίγα λόγια, ο Monroe υποστηρίζει πως ο φυσικός θάνατος είναι απλώς μια αντίληψη της οποίας το νήμα έχει κοπεί, και ο νους συνεχίζει να διευρύνει την αντίληψη του σε ένα νέο και πιο λεπτοφυές στρώμα, το οποίο βρισκόταν ήδη μέσα του κι εξαιτίας της προηγούμενης του ύπαρξης δεν μπορούσε να γίνει ξεκάθαρα αντιληπτό.

   Σε αντίθεση με τον παραπάνω, ο Robert McNish στη «Φιλοσοφία του Ύπνου» αναφέρει πως ο ύπνος αποτελεί το ενδιάμεσο στάδιο ανάμεσα στην εγρήγορση και στο θάνατο και πως η εγρήγορση, που θεωρείται το ενεργό στάδιο όλων των ζωικών και διανοητικών λειτουργιών, καταστέλλεται ολοκληρωτικά με το σωματικό θάνατο. 

Διάσημοι και πολυφασικός ύπνος

-Ύπνος 30 λεπτών κάθε 6 ώρες (Μέθοδος Dymaxion). (Λέγεται πως μπορεί να χρησιμοποιεί με ασφάλεια από άτομα που φέρουν μετάλλαξη στο γονίδιο DC2.)

-Ύπνος 20 λεπτών κάθε 4 ώρες (Mέθοδος Uberman)

-Βραδινός ύπνος για 1.5-3 ώρες κι ύστερα 3 φορές κατά τη διάρκεια της ημέρας για 20 λεπτά (Mέθοδος Everyman)

-Βραδινός ύπνος για 2 ώρες κι ύστερα 1 ώρα το απόγευμα για 20 λεπτά (Mέθοδος Tesla)

-Βραδινός ύπνος για 5 ώρες κι ύστερα 1.5 ώρα το απόγευμα για 20 λεπτά (Mέθοδος Siesta)

   Ένας σημαντικός αριθμός των μεγαλύτερων μυαλών της ανθρωπότητας τόλμησαν να ακολουθήσουν τα πολυφασικά χρονοδιαγράμματα ύπνου εξοικονομώντας έτσι δημιουργικό χρόνο. Τις πολύτιμες στιγμές εκείνες, ανάμεσα στα μικρά διαλείμματα ύπνου, συνέβησαν οι σημαντικότερες τους εμπνεύσεις. Μήπως η ικανότητα τους να απολαμβάνουν λιγότερο ύπνο μεταπηδώντας με ευκολία στα διάφορα επίπεδα συνειδητότητας, όπως οι εξασκημένοι σαμάνοι, έπαιξε το δικό της ρόλο στην ανάπτυξη των πρωτοπόρων ιδεών τους; Σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ανθρώπους, εκείνοι είχαν συνηθίσει να κοιμούνται και να ξυπνούν με την ίδια ευκολία πολλές φορές μέσα στην μέρα, κρατώντας τον εαυτό τους σε εγρήγορση, χωρίς να μένουν για πολλή ώρα σε μία κατάσταση. Ταξιδεύοντας κάπου ανάμεσα στο «εδώ» και το «εκεί». Όπως ακριβώς ένας yogi ή ένας μυημένος αποκρυφιστής.

   Ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, με την αξιοθαύμαστη καριέρα του σχεδόν σε κάθε επιστημονικό και καλλιτεχνικό τομέα, κατόρθωσε να κοιμάται από μιάμιση έως δύο ώρες τη μέρα. Το επίσημο πρόγραμμα του τού επέτρεπε 10-15 λεπτά ύπνου κάθε 2 ώρες, μια παραλλαγή του προγράμματος Uberman. Ένας απ’ τους μεγαλύτερους εφευρέτες, ο Νικολά Τέσλα, ακολουθούσε επίσης το πολυφασικό πρόγραμμα ύπνου αξιοποιώντας κάθε στιγμή της ημέρας και αφιερώνοντας λιγότερο από δύο ώρες στον καθημερινό του ύπνο. Ο Ρίτσαρντ Μπάκμινστερ Φούλερ, ένας απ’ τους πιο φημισμένους νεωτερικές του προηγούμενου αιώνα, είχε εφεύρει το δικό του πρόγραμμα πολυφασικού ύπνου, το λεγόμενο Dymaxion. Το ακολούθησε για δύο συνεχόμενα χρόνια αλλά το σταδιακά το σταμάτησε διότι οι ρυθμοί των συνεργατών του έρχονταν σε αντίθεση με τους δικούς του.

   Ο Σαλβαντόρ Νταλί, θεωρούσε πως ο ύπνος αποτελούσε χάσιμο χρόνου κι έτσι είχε αναπτύξει τη δική του μέθοδο ύπνου και έμπνευσης που περιγράφεται στο βιβλίο του «50 Secrets of Magic Craftsmanship». Ο Τόμας Τζέφερσον, απολάμβανε να ξυπνάει με τον ήλιο, όμως στο τέλος κατάφερε να κοιμάται από 4 έως 6 ώρες το πολύ μέσα στη μέρα. Ο Τόμας Έντισον, ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε, ο Ναπολέων Βοναπάρτης και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ ακολουθούσαν επίσης παραλλαγές των πολυφασικών προγραμμάτων ύπνου. Εδώ αξίζει να αναφέρουμε πως η παντελής απουσία φωτός είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας ποιοτικού (μονοφασικού ή πολυφασικού) ύπνου.

Οι «παραξενιές» των μεγαλοφυών δεν σταματούν εδώ. Δεν έχαναν ευκαιρία να επινοήσουν περίεργους και πρωτοπόρους τρόπους έμπνευσης, όπως πχ ο γιατρός Γιοσίρο Νακαμάτσου. Ο συγκεκριμένος πίστευε πως, όταν κάποιος βουτήξει βαθιά και επιτρέψει στην πίεση του νερού να στερήσει το αίμα απ’ τον εγκέφαλο για λίγα δευτερόλεπτα πριν το θάνατο, οι μεγαλύτερες ιδέες έκαναν την εμφάνιση τους στο προσκήνιο της συνειδήσεως. Ακόμη, ο Σίγκμουντ Φρόυντ, ο Ονορέ Ντε Μπαλζάκ, η Αγκάθα Κρίστι, ο Στίβεν Κινγκ, ο Κάρολος Ντίκενς κλπ είναι μερικοί απ’ τις πολλές προσωπικότητες με περίεργες καθημερινές συνήθειες όπως η πολλή κατανάλωση καφεΐνης ή ναρκωτικών ουσιών, το παγωμένο νερό, η ενατένιση στο Βορρά, η πλήρης απομόνωση κλπ. Συνήθειες που όπως αποδεικνύει ο χρόνος, βοηθούσαν άμεσα στα χαρίσματα τους να εκφραστούν πιο ελεύθερα. Μήπως η αίσθηση του κινδύνου αφυπνίζει στον εγκέφαλο την οξυδέρκεια και την έμπνευση;

Επίφυση

Τι είναι τελικά εκείνο που προκαλεί τα ψυχικά χαρίσματα, τις μεταφυσικές εμπειρίες και τα παραφυσικά φαινόμενα που συνδέουν τον ανθρώπινο κόσμο με τον πνευματικό; Ποιο είναι εκείνο το «μικρό εργαλείο-κλειδί» που ωθεί τον εγκέφαλο να μεταπηδά από μια κατάσταση συνειδητότητας σε μία άλλη βοηθώντας στην αντίληψη των αλλοκοσμικών βιωμάτων ή την πρόκληση του ύπνου; Κάποιοι υποστηρίζουν πως η απάντηση κρύβεται στην επίφυση: τον ενδοκρινή αδένα ανάμεσα στα δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια, τον μεσολαβητής του «έξω κόσμου» με τον «μέσα κόσμο».

   Οι φιλόσοφοι της Αναγέννησης υποστήριζαν πως στην επίφυση «κατοικεί» η ψυχή του ανθρώπου. Είναι το κομβικό όργανο που σχετίζεται με το τρίτο μάτι, την έκκριση μελατονίνης και πινολίνης (οι οποίες ευθύνονται για την πρόκληση ονείρων και παραψυχολογικών φαινομένων αντίστοιχα) και τα έμφυτα ψυχικά χαρίσματα του ανθρώπου. Χαρίσματα τα οποία μένουν κλειδωμένα λόγω της αδυναμίας της επιστήμης να ανακαλύψει τον φυσικό τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντιδράσει συνειδητά και εκούσια η επίφυση.

   Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει στ’ αλήθεια τι είναι εκείνο που ωθεί τον εγκέφαλο να αντιλαμβάνεται τη ζωή, να κοιμάται και να βιώνει μεταβατικές εμπειρίες. Ίσως στον εγκέφαλο του ανθρώπου να κρύβεται ο ίδιος ο Θεός. Κι ίσως κάποτε να μπορέσουμε να κατακτήσουμε την αρμονία του εσωτερικού μας κόσμου…

Βολτέρος: Είστε ελεύθερος να κάνετε κάτι όταν έχετε τη δυνατότητα να το κάνετε

Α. -Να μια πυροβολαρχία που ρίχνει κανονιές στ’ αυτιά μας· έχετε την ελευθερία επιλογής να την ακούτε ή να μην την ακούτε;

Β. -Χωρίς αμφιβολία, δεν μπορώ να εμποδίσω τον εαυτό μου να την ακούει.

Α. -Μήπως θα θέλατε αυτή η κανονιά να πάρει το δικό σας το κεφάλι, το κεφάλι της γυναίκας σας και της κόρης σας, που κάνουν περίπατο μαζί σας;

Β. -Μα τι είναι αυτό που μου προτείνετε; Όσο θα έχω τα μυαλά μου, δεν μπορώ να θέλω κάτι τέτοιο· μου είναι αδύνατο.

Α. -Ωραία. Τότε αυτό το κανόνι το ακούτε αναγκαστικά και αναγκαστικά δεν θέλετε να πεθάνετε την ώρα του περιπάτου από μια βολή κανονιού, ούτε εσείς ούτε η οικογένειά σας· δεν έχετε ούτε τη δυνατότητα να μην ακούτε μήτε τη δυνατότητα να θέλετε να μείνετε εδώ.

Β. -Αυτό είναι σαφές.

Α. -Επομένως, προχωρήσατε καμιά τριανταριά βήματα για να προφυλαχτείτε από το κανόνι, είχατε λοιπόν τη δύναμη να κάνετε μαζί μου αυτά τα λίγα βήματα;

Β. -Αυτό είναι ακόμα πιο σαφές.

Α. -Δεν είναι αλήθεια ότι εάν ήσαστε παράλυτος, δεν θα είχατε αποφύγει να εκτεθείτε σ’ αυτήν την πυροβολαρχία; Ότι δεν θα είχατε τη δύναμη να παραμείνετε εκεί που είστε; Ότι θα είχατε αναγκαστικά ακούσει και δεχθεί τη βολή του κανονιού και θα είχατε αναγκαστικά πεθάνει;

Β. -Τίποτα δεν είναι περισσότερο αληθές.

Α. -Σε τι ακριβώς συνίσταται η ελευθερία σας, αν όχι στη δύναμη που έχει το άτομο σας, να πράξει αυτό που απαιτούσε η βούλησή σας, με μια απόλυτη αναγκαιότητα;

Β. -Με βάζετε σε δύσκολη θέση. Ελευθερία συνεπώς δεν είναι τίποτε άλλο από τη δύναμη να κάνω αυτό που θέλω;

Α. -Σκεφτείτε το και δείτε μήπως η ελευθερία μπορεί να έχει άλλο νόημα.

Β. Σ’ αυτήν την περίπτωση, το κυνηγόσκυλό μου είναι το ίδιο ελεύθερο όπως κι εγώ. Έχει κατ’ ανάγκην την επιθυμία να τρέξει όταν βλέπει ένα λαγό και τη δύναμη να τρέξει εάν δεν του πονούν τα πόδια. Άρα, δεν έχω τίποτα παραπάνω από το σκύλο μου, με υποβιβάζετε στην κατάσταση του ζώου.

Α. -Ιδού τα ευτελή σοφίσματα των ευτελών σοφιστών που σας μόρφωσαν. Ορίστε, αρρωστήσατε επειδή είστε ελεύθερος όπως και ο σκύλος σας! Ε, και λοιπόν! Μήπως δεν μοιάζετε σε χίλια δυο πράγματα με το σκύλο σας; Η πείνα, η δίψα, η αγρυπνία, ο ύπνος, οι πέντε αισθήσεις δεν είναι κοινές σ’ εσάς και στο σκύλο; Θα θέλατε μήπως να οσφραίνεσθε με διαφορετικό τρόπο και όχι από τη μύτη; Γιατί θέλετε, λοιπόν, να είστε ελεύθερος με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι ο σκύλος;

Β. -Όμως εγώ έχω ψυχή που συλλογίζεται πολύ, ενώ ο σκύλος μου δεν σκέφτεται καθόλου. Δεν έχει παρά απλές ιδέες, ενώ εγώ έχω χίλιες δυο μεταφυσικές ιδέες.

A. -Ε, και λοιπόν! Είστε χίλιες φορές πιο ελεύθερος από κείνον: δηλαδή έχετε χίλιες φορές μεγαλύτερη ικανότητα να σκέφτεστε απ’ ότι εκείνος· αλλά δεν είστε με διαφορετικό τρόπο ελεύθερος από κείνον.

Β. -Πώς! Δεν είμαι ελεύθερος να θέλω αυτό που θέλω;

Α. -Τι ακριβώς εννοείτε;

Β. -Εννοώ αυτό που όλος ο κόσμος εννοεί. Δεν λέμε κάθε ημέρα: «Η βούληση είναι ελεύθερη»;

Α. -Μια παροιμία δεν είναι λόγος· εξηγηθείτε καλύτερα.

Β. -Εννοώ ότι είμαι ελεύθερος να θέλω ότι μου αρέσει.

Α. -Εάν μου επιτρέπετε, αυτό δεν έχει νόημα· δεν βλέπετε ότι είναι γελοίο να λέτε: «Θέλω ότι θέλω»; Κατ’ ανάγκην θέλετε, συνεπώς έχετε ιδέες που σας έρχονται. Θέλετε να παντρευτείτε, ναι ή όχι;

Β. -Εάν όμως σας έλεγα ότι δεν θέλω ούτε το ένα ούτε το άλλο;

Α. -Θα απαντούσατε όπως αυτός που έλεγε: «Οι μεν νομίζουν ότι ο καρδινάλιος Μαζαρίνος είναι νεκρός, οι δε πως είναι ζωντανός κι εγώ δεν νομίζω ούτε το ένα ούτε το άλλο».

Β. -Καλά λοιπόν! Θέλω να παντρευτώ.

Α. -Αυτό κι αν είναι απάντηση. Γιατί θέλετε να παντρευτείτε;

Β. -Επειδή είμαι ερωτευμένος με μια νέα κοπέλα, όμορφη, γλυκιά, με καλή ανατροφή, αρκετά πλούσια, που τραγουδάει πολύ ωραία, που οι γονείς της είναι πολύ καθωσπρέπει άνθρωποι, και επειδή με κολακεύει η ιδέα πω: κι εκείνη μ’ αγαπάει και πως είμαι καλοδεχούμενος στην οικογένειά της.

Α. -Αυτός είναι ένας λόγος. Βλέπετε πως δεν μπορείτε να θέλετε χωρίς κάποιο λόγο. Σας δηλώνω, ότι είστε ελεύθερος να παντρευτείτε· δηλαδή ότι έχετε τη δυνατότητα να υπογράψετε το συμβόλαιο.

Β. -Πώς! Δεν μπορώ να θέλω χωρίς λόγο; Και τι θ’ απογίνει αυτή η παροιμία: Sit pro ratione voluntas: η βούλησή μου είναι ο λόγος μου, αιτία μου, θέλω επειδή θέλω;

Α. -Τούτο είναι παράλογο, καλέ μου φίλε, τότε θα υπήρχε σε σας ένα αποτέλεσμα χωρίς αιτία.

Β. -Πως! Όταν παίζω μονά ζυγά, έχω κάποιο λόγο για να διαλέξω τα ζυγά αντί τα μονά;

Α. -Ναι, χωρίς καμιά αμφιβολία.

Β. -Και ποιος είναι αυτός ο λόγος, παρακαλώ;

Α. -Είναι ότι στο μυαλό σας παρουσιάστηκε η ιδέα του ζυγού αριθμού και όχι η αντίθετη ιδέα. Θα ήταν αστείο να υπάρχουν περιπτώσεις όπου θέλετε κάτι επειδή υπάρχει κάποια αιτία γι’ αυτό και να υπάρχουν μερικές περιπτώσεις όπου θα θέλατε κάτι χωρίς αιτία. Όταν θέλετε να παντρευτείτε, αισθάνεστε προφανώς τον κυρίαρχο λόγο· δεν τον αισθάνεστε όταν παίζετε μονά ζυγά, παρ’ όλ’ αυτά πρέπει να υπάρχουν κάποιοι λόγοι.

Β. -Αλλά, για μια ακόμη φορά, δεν είμαι, λοιπόν, ελεύθερος;

Α. -Η βούλησή σας δεν είναι ελεύθερη, αλλά οι πράξεις σας είναι. Είστε ελεύθερος να κάνετε κάτι όταν έχετε τη δυνατότητα να το κάνετε.

Β. -Αλλά όλα τα βιβλία που έχω διαβάσει σχετικά με την απροσδιόριστη ελευθερία...

Α. -Είναι βλακείες: δεν υπάρχει απροσδιόριστη ελευθερία· είναι μια λέξη απογυμνωμένη από κάθε νόημα. Την επινόησαν άνθρωποι που διόλου δεν την είχαν.
 
α. Ένας πτωχός τω πνεύματι, σ’ ένα μικρό, έντιμο ευγενικό και κυρίως λογικό γραπτό, παρατηρεί ότι εάν ο ηγεμόνας διατάξει τον Β να εκθέσει τον εαυτό του στο κανόνι, ο Β θα το κάνει. Ναι, βεβαίως, εάν έχει περισσότερο θάρος ή εάν, κυρίως, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, ο φόβος του μήπως ντροπιαστεί είναι πιο ισχυρός από την αγάπη του για τη ζωή. Πρώτον, εδώ πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Δεύτερον, όταν το ένστικτο του φόβου της ντροπής υπερισχύει του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης, τότε ο άνθρωπος βρίσκεται τόσο κάτω υπό την επήρεια της ανάγκης να παραμένει εκτεθειμένος στο κανόνι, όσο και να τραπεί σε φυγή, όταν δεν ντρέπεται να το βάλει στα πόδια. Και ο φτωχός τω πνεύματι είναι αναγκασμένος να κάνει γελοίες παρατηρήσεις και να πει και μερικές βρισιές και οι φιλόσοφοι αναγκασμένοι να τον κοροϊδέψουν λιγάκι και να τον συγχωρέσουν. (Πρόσθετη σημείωση του Βολταίρου για την έκδοση Varbeg 1761).
 
Βολταίρος, Φιλοσοφικό λεξικό

Η αυτάρκεια ως επικούρεια αρετή

Στην σύγχρονη Ελλάδα κυριαρχεί το θέμα της κρίσης της οικονομίας, αλλά και της κρίσης των αξιών, καθώς μεταδίδονται σαν πυρκαγιά στους ψυχικά αδύναμους τα ακραία συναισθήματα του άγχους,  της απόγνωσης, της οργής και της κατάθλιψης. Όμως, αντίθετα απ’ ό,τι λέγεται από τους πολλούς, η κρίση δεν είναι σημερινή αλλά διαχρονική. Η ζωή μας έχει συνεχή εναλλαγή από καλοκαίρια, χειμώνες και ερχομούς της άνοιξης. Με την έννοια της αβεβαιότητας και του κινδύνου για την ευδαιμονία μας πάντα υπήρχε κρίση και πάντα θα υπάρχει. Και βέβαια, είναι ανόητο να περιμένουμε να γίνει τέλειο το σύμπαν για να γίνουμε κι εμείς ευτυχισμένοι. Στις δύσκολες εποχές, ο Επικούρειος σοφός είναι θωρακισμένος με την αρετή της αυτάρκειας, επειδή γνωρίζει ότι τα αληθινά αγαθά είναι εύκτητα εάν κάποιος διαθέτει φρόνηση και αντιμετωπίζει τους φόβους του.

Για τον Επικούρειο σοφό η αυτάρκεια είναι αρετή που παράγεται από την φρόνηση και από την επίγνωση ότι «για εκείνον που το λίγο δεν είναι αρκετό, τίποτα δεν είναι αρκετό». Σύμφωνα με τον Επικούρειο φιλόσοφο Φιλόδημο, η αρετή της αυτάρκειας είναι αντίθετη της απληστίας. Όπως όλες οι κακίες, έτσι και η απληστία έχει γνωστικά και συναισθηματικά χαρακτηριστικά που αποτελούν συμπλέγματα κενών, ψευδών και βλαβερών δοξασιών. Η πεποίθηση ότι τα εξωτερικά αγαθά είναι πολυτιμότερα από την φρόνηση, την αταραξία και την φιλία οδηγεί τους ανόητους και άπληστους ανθρώπους στην ανασφάλεια, την ταραχή, την μισανθρωπία και την δυστυχία. Η απληστία, όπως κάθε αυτοκαταστροφική και ετεροκαταστροφική κακία, χαρακτηρίζεται από ανορθολογικότητα, έλλειψη αυτογνωσίας και βλαπτική επίδραση στον κοινωνικό ιστό. Ενώ η αυτάρκεια συνυπάρχει με την φρόνηση, την ανδρεία, την δικαιοσύνη και την φιλία, η απληστία συνυπάρχει με την αφροσύνη, την δειλία, την αδικία και την μοναξιά.
 
Η αυτάρκεια, ως ψυχολογική κατάσταση αντίθετη της υπερβολής, είναι απόρροια της προσωπικής αρετής της φρόνησης του Επικούρειου σοφού και τον οδηγεί στην φιλία, την καλοπροαίρετη αλληλεπίδραση με τους ομοίους του και τους άλλους συνανθρώπους με ειλικρίνεια προθέσεων, λόγων και πράξεων. Η αυτάρκεια ως ενσυνείδητη επιλογή μπορεί να χαρακτηρίζει μόνο τον σώφρονα Επικούρειο, όχι τον υπερβολικά ασκητικό Κυνικό, ούτε τον απάνθρωπα απαθή Στωικό. Αυτάρκεια δεν μπορεί να διαθέτει όποιος δεν έχει κατανοήσει και δεν βιώνει την Επικούρεια φιλοσοφία, επειδή δεν την έχει μελετήσει επισταμένα και συνεχίζει να έχει κενές δοξασίες από τις προηγούμενες εμπειρίες του. Ο μόνος τρόπος να βοηθήσει τον εαυτό του κάποιος, αλλά και να βοηθήσει τους άλλους διαφωτίζοντάς τους ώστε να σταθούν μόνοι στα πόδια τους είναι βιώνοντας την ψυχοθεραπευτική Επικούρεια φιλοσοφία.   
 
Η διάδοση της Επικούρειας φιλοσοφίας
 
Εκείνος που ακολουθεί την Επικούρεια φιλοσοφία, ως ώριμος και σώφρων άνθρωπος, αντιλαμβάνεται πως είναι προς όφελός του το να είναι καλός, δίκαιος και φιλικός με τους άλλους, καθώς αυτές οι αρετές τον οδηγούν στην ηδονή και την ηρεμία. Αυτό που νιώθει ο καθένας θα μεταδώσει και στο περιβάλλον του. Η αβίαστη διάδοση της Επικούρειας φιλοσοφίας είναι ευχάριστη υπόθεση για κάποιον που νιώθει όμορφα με αυτήν και αισθάνεται ότι και οι συνάνθρωποί του θα βιώσουν αυτή την ευχαρίστηση. Αυτή είναι και η μεγάλη διαφορά του Επικούρειου κινήματος από τα άλλα κοινωνικά κινήματα (τα οικολογικά, τα ανθρωπιστικά, τα πολιτικά κλπ), ότι βασίζεται στην ανθρώπινη φύση που επιθυμεί να ζει ευχάριστα και όχι σε θεωρητικολογίες και καθηκοντολόγια.
 
Είναι γνωστό από το βιβλίο του Φιλόδημου «Περί Παρρησίας» ότι η διδασκαλία της Επικούρειας φιλοσοφίας στον Κήπο γινόταν με την χρήση παρρησίας σε φιλικό περιβάλλον με στόχο την ψυχοθεραπεία. «Την της ψυχής θεραπείαν» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Επικούρειος φιλόσοφος. Η προσπάθεια των Επικουρείων ήταν η αλληλοβοήθεια (το περίφημο «δι’ αλλήλων σώζεσθαι») και η βελτίωση του χαρακτήρα με στόχο την κατάκτηση της φρόνησης και της ψυχικής ισορροπίας. Άλλωστε, σύμφωνα με τον Επίκουρο: «Κενός περιεχομένου είναι εκείνος ο φιλοσοφικός λόγος που δεν θεραπεύει κανένα ανθρώπινο πάθος». 
 
Στο έργο του «Περί παρρησίας» ο Φιλόδημος περιγράφει τον ειλικρινή αλλά και ευγενικό τύπο του Επικούρειου σοφού:
 
«Είναι δυνατόν να ξεχωρίσουμε τη φύση κάποιου που μιλά με παρρησία λόγω ευγενικού χαρακτήρα από κάποιον με μοχθηρό χαρακτήρα. Ευγενικός είναι καθένας που πάντα έχει καλή πρόθεση, φιλοσοφεί συνετά και διαρκώς, είναι μεγαλόψυχος, αδιάφορος για τη δόξα, καθόλου πολιτικάντης, απαλλαγμένος από φθόνο, αναφέρεται μόνο στο θέμα συζήτησης και δεν ξεφεύγει από αυτό για να προσβάλλει ή να διαπομπεύσει ή να περιφρονήσει ή να βλάψει, ούτε χρησιμοποιεί ασελγείς εκφράσεις ή κολακείες. Ούτε είναι ασυγκράτητος στη γλώσσα, ούτε μεμψίμοιρος, διότι δεν είναι ανόητος ώστε να θυμώσει ακόμη και αν κάποιος τον βλάψει ελάχιστα, ούτε είναι ευερέθιστος, ούτε τραχύς, ούτε πικρόχολος. Αλλά αυτός που έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά είναι λόγω μοχθηρίας που μιλά με παρρησία».
 
Κατά αντιστοιχία με το σκεπτικό του Φιλόδημου, αυτή η παρέμβασή μου προτείνει απλές οδηγίες αναγνώρισης των λανθασμένων συμπεριφορών ορισμένων φίλων της Επικούρειας φιλοσοφίας με στόχο την αυτοβελτίωση και την ετεροβελτίωση. Οι συμπεριφορές αυτές πηγάζουν από λανθασμένες νοοτροπίες που δεν μπορούν να οδηγήσουν στην φρόνηση, στην ηρεμία και στην ευδαιμονία.
 
Λανθασμένες νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Χρήσιμο είναι να αναγνωρίσουμε ότι σε μια οποιαδήποτε ομάδα ανθρώπων υπάρχει η λεγόμενη εξελισσόμενη ψυχολογία ομάδας, δηλαδή η ταχύτατη μετάδοση συναισθημάτων μεταξύ των μελών της ομάδας. Έτσι, ένας άνθρωπος προβληματικός ψυχολογικά και διανοητικά μπορεί με την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του να μεταδώσει την ταραχή του και να επηρεάσει αρνητικά ολόκληρη την ομάδα. Αυτό γίνεται μέσω της ικανότητας της ενσυναίσθησης, που έχουμε εμείς οι άνθρωποι. Ενσυναίσθηση είναι η κατανόηση του συνανθρώπου μας. Υπάρχει νοητική ενσυναίσθηση, δηλαδή καταλαβαίνουμε πώς σκέφτεται ο άλλος. Υπάρχει και συναισθηματική ενσυναίσθηση, δηλαδή κατανοούμε πώς αισθάνεται ο συνάνθρωπός μας. Οι μη ισορροπημένοι διανοητικά και ψυχολογικά άνθρωποι αδυνατούν να αντιληφθούν τους άλλους και να συνυπάρξουν φιλικά μαζί τους.
 
Είναι χρήσιμο λοιπόν να αναγνωρίσουμε ότι και ανάμεσα σε εκείνους που δηλώνουν Επικούρειοι υπάρχουν και ορισμένοι με λανθασμένη νοοτροπία και συμπεριφορά, η οποία διαστρεβλώνει την ουσία της Επικούρειας διδασκαλίας και δεν οδηγεί στον ορθό λογισμό, στην ορθοπραξία και στην ευδαιμονία. Θα αναφέρω τα χαρακτηριστικά ορισμένων τέτοιων ψυχολογικών τύπων λανθασμένης συμπεριφοράς δίνοντάς τους χάριν συνεννόησης φιλοσοφικά ονόματα εντός εισαγωγικών.
 
Πρώτο θα αναφέρω τον «Κυνικό» τύπο. Είναι ατομικιστής έως αυτιστικός, είναι επιθετικός και ειρωνικός. Αυτοκριτική δεν κάνει ποτέ και σύνθημά του είναι το «έτσι μ’ αρέσει». Ο «Κυνικός» τύπος δεν διαθέτει ενσυναίσθηση      ούτε συναισθηματική ούτε νοητική.
 
Δεύτερο θα αναφέρω τον «Πλατωνικό» τύπο. Αυτός διαθέτει παρορμητικότητα και άμετρο συναισθηματισμό. Τον χαρακτηρίζει η πολυλογία, η έλλειψη συνοχής και η σύγχυση, καθώς στο ρητορικό λόγο του ανακατεύει σωστά και λάθη μαζί. Αυτοκριτική κάνει σπάνια, καθώς στην σκέψη του επικρατεί το «θέλω». Ο «Πλατωνικός» τύπος συνήθως δεν διαθέτει νοητική ενσυναίσθηση.
 
Ο τρίτος τύπος είναι ο «Αριστοτελικός», που είναι επιδειξιομανής, ματαιόδοξος και ελιτιστής. Αυτοκριτική κάνει σπάνια, καθώς στην σκέψη του επικρατεί το «εγώ είμαι». Συνήθως ο «Αριστοτελικός» τύπος δεν διαθέτει συναισθηματική ενσυναίσθηση.
 
Ο τέταρτος και τελευταίος τύπος είναι ο «Στωικός». Τον χαρακτηρίζει η υπερβολική αίσθηση του καθήκοντος, η μαχητικότητα, η επιθετικότητα και η υβριστική διάθεση. Και αυτός σπάνια κάνει αυτοκριτική, καθώς στον τρόπο σκέψης του επικρατεί το «πρέπει». Ο «Στωικός» τύπος δεν διαθέτει συναισθηματική ενσυναίσθηση.
 
Η επιφανειακή προσέγγιση της Επικούρειας φιλοσοφίας από κάποιον δεν έχει κανένα ωφέλιμο αποτέλεσμα. Όπως είπε ο σοφός Επίκουρος: «Όπως η ιατρική δεν ωφελεί καθόλου εάν δεν θεραπεύει τις αρρώστιες του σώματος, έτσι και η φιλοσοφία δεν ωφελεί εάν δεν θεραπεύει τα πάθη της ψυχής». Μόνο αν διαβάσουμε και κατανοήσουμε την σοφή σκέψη του Επίκουρου μπορούμε να βελτιωθούμε και να αποκτήσουμε διανοητική και ψυχολογική ισορροπία έχοντας ως στόχο την αταραξία και την ευδαιμονία και οδηγούς την προσωπική αρετή της φρόνησης και το συμμετοχικό αγαθό της φιλίας.
 
Η ομοιογένεια των απόψεων και της συμπεριφοράς στους Κήπους με την ελεύθερη βούληση του καθενός μας και σε περιβάλλον φιλίας και παρρησίας θα ενδυναμώσει την προσπάθειά μας και είναι το μεγάλο Επόμενο Βήμα για τους φίλους της Επικούρειας φιλοσοφίας στην χώρα μας. Με την προσωπική ωρίμανση του καθενός μας, μέσω της μελέτης των κειμένων και του φιλικού διαλόγου, θα έρθει η γνώση, η συνήθεια στον ορθό λογισμό και στην ορθοπραξία. Μόνο έτσι θα είμαστε σοβαροί ως ομάδα, εάν όλα τα μέλη μας είναι συγκροτημένα και ψυχικά ισορροπημένα. Με αυτό τον τρόπο θα γίνουμε παράδειγμα σωφροσύνης, αρετής και ευδαιμονίας και για τους συνανθρώπους μας εκτός των Κήπων, οι οποίοι θα θέλουν να μας μιμηθούν. Και αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος μετάδοσης της Επικούρειας φιλοσοφίας.
 
Θα τελειώσω με την συμβουλή του Δασκάλου μας στο τέλος της επιστολής του «Προς Μενοικέα»:
 
«Αυτά και τα παρόμοια να μελετάς μέρα και νύχτα, μόνος σου και με τους ομοίους σου, και ποτέ, ούτε στον ύπνο σου ούτε ξύπνιος, δεν θα ταράζεσαι. Και θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί δεν μοιάζει καθόλου με θνητό ον ο άνθρωπος που ζει ανάμεσα σε αθάνατα αγαθά».