Τρίτη 26 Μαΐου 2020

Το πρόβλημα του νοήματος της ζωής

Η θρησκεία και το «πρόβλημα της ζωής»

Δεν σκοπεύουμε να δώσουμε πολύ μεγάλο βάρος στις παραπάνω ιστορικές-κοινωνιολογικές εκτιμήσεις, διότι το πρόβλημα αν η επιστήμη και η θρησκεία είναι πράγματα ασυμβίβαστα ή μη είναι ζήτημα αξιώματος και όχι γεγονότος, δηλαδή δεν μπορεί να λυθεί λαμβάνοντας υπόψη στατιστικά μεγέθη: εάν υπάρχουν περισσότεροι πιστοί ή άπιστοι επιστήμονες. Επομένως, αφού έχουμε απεικονίσει επαρκώς στις σελίδες αυτού του βιβλίου «τι» είναι η επιστήμη (συμπεριλαμβανομένης και της τρέχουσας μορφής της τεχνοεπιστήμης), πρέπει να πούμε, τουλάχιστον σε συντομία, τι εννοούμε με τον όρο θρησκεία, όσο κι αν το ερώτημα φαίνεται περιττό.

Συνεπώς, διευκρινίζουμε ότι, όσον αφορά την κουβέντα μας, ως θρησκεία εννοούμε εκείνη τη στάση που βασίζεται στην παραδοχή ότι υπάρχει μια σφαίρα της πραγματικότητας η οποία είναι ιερή, ανώτερη από την ορατή πραγματικότητα (υπερφυσική) και από την οποία εξαρτάται ο ορατός κόσμος. Αυτή η σφαίρα του υπερφυσικού ονομάζεται συνήθως η σφαίρα του θείου και μπορεί να γίνει κατανοητή, όπως και πράγματι έγινε, με πολλούς τρόπους μέσα στους διαφορετικούς πολιτισμούς. Κοινή σε αυτές τις προοπτικές είναι η πεποίθηση ότι το θείο είναι προικισμένο με εξαιρετικές δυνάμεις και, ειδικότερα, μπορεί να παρέμβει στην πορεία των κοσμικών γεγονότων και ειδικά σε αυτά της ανθρώπινης ύπαρξης.

Εξίσου συχνή είναι η πεποίθηση ότι είναι δυνατόν κανείς να έρθει σε επαφή με το θείο, να λάβει βοήθεια και συμβουλές σχετικά με τον σωστό τρόπο δράσης. Αυτή η ανθρώπινη στάση γίνεται συγκεκριμένη μέσα από τις διάφορες ιστορικές θρησκείες, καθεμία από τις οποίες έχει αναπτύξει τη δική της «αναπαράσταση» του θείου (πολυθεϊστική ή μονοθεϊστική, εμμανιστική ή υπερβατική), των σχέσεων με τον φυσικό και ανθρώπινο κόσμο, καθώς και μια σειρά από τελετές σε επαφή με αυτό. Από όλα αυτά προήλθαν οι κοσμολογικές οπτικές, οι ηθικοί κώδικες και οι αντιλήψεις για τη φύση του ανθρώπου και τη δομή της κοινωνίας.

Σε κάθε θρησκεία, δημιουργείται μια τάξη ανθρώπων (ιερείς) επιφορτισμένη με την αφοσίωση σε αυτές τις σχέσεις με το θείο, το οποίο, συνήθως, βασίζεται σε κάποια μορφή παρατεταμένης αποκάλυψης, σε μια παράδοση της οποίας οι ιερείς θεωρούνται θεματοφύλακες. Πώς εξηγείται αυτό το τόσο γενικό άνοιγμα του ανθρώπου στο ιερό και το θείο; Κάθε άτομο φιλοδοξεί να λύσει με τον καλύτερο τρόπο το καθολικό πρόβλημα της ύπαρξής του, δηλαδή να ενεργεί με τον «σωστό» τρόπο μέσα στον κόσμο της ζωής όπου βρέθηκε, χωρίς να το έχει επιλέξει. Αυτός ο «κόσμος της ζωής» περιλαμβάνει ό,τι κατά κάποιο τρόπο είναι παρόν, από το φυσικό τοπίο, το οικογενειακό πλαίσιο, τα κοινωνικά έθιμα, τις πολιτιστικές παραδόσεις, τους θεσμούς, τις πεποιθήσεις, τις ηθικές αρχές που «περιβάλλουν» την ύπαρξή μας. Αλλά περιλαμβάνει επίσης την δική μας ατομική συγκρότηση: τα χρωμοσώματά μας, τις κλίσεις και τις συνήθειές μας, τις συναισθηματικές μας σχέσεις, τις γνώσεις μας, σε απλή γλώσσα: ολόκληρη την ατομική μας ιστορία.

Το άτομο αναπόφευκτα βρίσκεται υπό αυτόν τον κόσμο της ζωής, αλλά ταυτόχρονα συνειδητοποιεί ότι κανένας τρόπος δράσης (μέσα σε αυτόν) δεν είναι ισοδύναμος με οποιονδήποτε άλλο και θέλει να επιλέξει τον δικό του τρόπο, ώστε να είναι παρών και ενεργό, και ταυτόχρονα αυτό να το κάνει με τον καλύτερο τρόπο για το ίδιο. Εν ολίγοις, κανείς δεν θέλει να σπαταλήσει τη ζωή του, αντιθέτως επιθυμεί να «περισώσει την αξία του» και αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε «το πρόβλημα της ζωής».

Προκειμένου να αποφευχθεί αυτή η σπατάλη και η απώλεια, είναι απαραίτητο να γνωρίσουμε και να κατανοήσουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο της ζωής, σε μια συνεχή σύμπλεξη γνώσης, ερμηνείας και δράσης, στην οποία ορισμένες φορές η αληθινή γνώση και η σωστή ερμηνεία μπορούν να αναζητηθούν από πνευματική περιέργεια, από στοχαστικό πνεύμα, για την «αγάπη της γνώσης», αλλά που έχουν επίσης ένα βαθύτερο νόημα και ανταποκρίνονται σε μια πιο ριζοσπαστική ανάγκη, αυτή της εγγύησης του «σωστού» τύπου δράσης, που αντιστοιχεί στο «τι είναι καλό να κάνω».

Ονομάζουμε σοφία μια γνώση προσανατολισμένη και σχεδιασμένη με αυτή την έννοια. Θέλοντας να μεταφραστεί σε κρίσεις σχετικά με το «τι είναι καλό να κάνουμε και τι όχι», η σοφία δεν μπορεί να βασίζεται μόνο σε πραγματικές γνώσεις (de facto), δηλαδή σε εμπειρικά επαληθεύσιμες μερικές γνώσεις, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει και πολύ πιο γενικές γνώσεις που προέρχονται από τις ερμηνείες των γεγονότων, οι οποίες επιδιώκουν να σκιαγραφήσουν πώς είναι ο κόσμος και πώς είμαστε εμείς, και πρέπει ακόμη να περιλαμβάνει πολλούς και διαφορετικούς τύπους γνώσης, που αφορούν τις αξίες και τις υποχρεώσεις.

Όσον αφορά τον φυσικό κόσμο, οι φυσικές επιστήμες προσφέρουν έναν όλο και αυξανόμενο πλούτο γνώσεων, που τάχιστα εφαρμόζονται στα τεχνολογικά επιτεύγματα, αλλά και σε σχέση με τον ιστορικό-κοινωνικό κόσμο, οι επιστήμες του ανθρώπου μας προσφέρουν πλούτο γεγονότων και ερμηνειών που αναμφίβολα μας βοηθούν να κατανοήσουμε πώς τα εννοιολογικά μας συστήματα, οι τρόποι κατηγοριοποίησης του κόσμου, οι ερμηνείες μας για την κοινωνία και την ιστορία, οι αξίες που εμπνέουν τους θεσμούς και τις δράσεις μας, ο τρόπος ζωής μας έχουν ωριμάσει ιστορικά.

Η γνώση και η κατανόηση «από πού προέρχονται» και «πώς» δημιουργήθηκαν όλα τούτα, είναι πολύ σημαντική ώστε να μπορούμε να τα προσεγγίσουμε κριτικά και να δικαιολογήσουμε την εγκυρότητά τους ακόμη και στην παρούσα κατάσταση. Ωστόσο, προειδοποιούμε ότι όλες αυτές οι συνεισφορές δεν είναι αρκετές να ικανοποιήσουν αυτή την κλήση στην οποία από την αρχαιότητα είχε εντοπιστεί η ουσία της σοφίας: «το γνῶθι σ' αὐτόν».

Πράγματι, μόνο αφού καταλάβουμε επαρκώς «τι είμαστε», αποκτά νόημα το ερώτημα «τι πρέπει να κάνουμε» για να φροντίσουμε τον εαυτό μας, να μην σπαταλήσουμε τη ζωή μας, να καταλάβουμε τις σχέσεις που πρέπει να δημιουργήσουμε μεταξύ μας, στον κόσμο και την κοινωνία. Καθ’ όλη την ιστορία της ανθρωπότητας, οι θρησκείες παρείχαν απαντήσεις σε πανανθρώπινα ερωτήματα, κάποια συνοψίζονται εδώ, παρέχοντας τις ερμηνείες του κόσμου, του ανθρώπου, της κοινωνίας που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην επίλυση του «προβλήματος της ζωής» και συνεχίζουν να επιτελούν αυτή τη λειτουργία ακόμα και σήμερα. Μέσα στον δυτικό πολιτισμό (λιγότερο συγκεκριμένα και σε κάποιους άλλους) οι φιλοσοφίες φρόντιζαν να απαντούν σ’ αυτά τα ερωτήματα.

Σήμερα η φωνή της θρησκείας ακούγεται λιγότερο, θεωρείται ότι μπορεί να μιλήσει μόνο στην ιδιωτική συνείδηση και η φιλοσοφία, σε μεγάλο βαθμό, αποφεύγει να αντιμετωπίζει τα «μεγάλα προβλήματα» του ανθρώπου, ενώ θεωρείται ότι ο δημόσιος λόγος (δηλαδή ο διυποκειμενικός) είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της επιστήμης. Αλλά είναι δυνατόν να επιφορτιστεί με μια τέτοια λειτουργία η επιστήμη;

Η «επίδοση νοήματος» στον κόσμο της ζωής

Έχουμε ήδη δει κάποιους λόγους για τους οποίους η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι αρνητική όταν ασχοληθήκαμε με την «φυσικοποίηση» του ανθρώπου, όπου χρειάστηκε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή μπορεί να ιδωθεί όχι τόσο ως πρόοδος, αλλά ως οπισθοδρόμηση σε ένα όραμα «προ-Σωκρατικού» τύπου. Σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί, θέλουμε να προσθέσουμε ότι αυτή η προοπτική εμποδίζει τον άνθρωπο να λύσει το «πρόβλημα της ζωής του», καθώς αποκλείει τη δυνατότητα να δώσει στη ζωή ένα πραγματικό νόημα, και αυτό επειδή, όπως επιμείναμε, οι μοντέρνες επιστήμες (τόσο οι φυσικές όσο και αυτές του ανθρώπου) έχουν εξορίσει, από το εννοιολογικό τους υπόβαθρο, την έννοια του σκοπού. Είναι ξεκάθαρο ότι, όπου δεν μπορεί κανείς να αναγνωρίσει έναν σκοπό, δεν μπορεί καν να αναγνωρίσει ένα νόημα. Πράγματι το νόημα δεν του αποκαλύπτεται όταν μπορεί απλά να πει: «αυτό συμβαίνει εξαιτίας» αντί να πει «ενόψει ποιου πράγματος συμβαίνει αυτό».

Αυτό προκύπτει ήδη από τη μελέτη μιας εκ των εννοιολογήσεων του «νοήματος», που το θεωρεί συνώνυμο ή εξειδίκευση της «κατεύθυνσης», δηλαδή ως ένδειξη μιας πορείας «προς τα εκεί…». Η ανάγκη νοήματος, με τη βαθύτερη έννοια, εμφανίζεται και στον διαφορετικό τρόπο που σε συγκεκριμένες περιστάσεις προσεγγίζεται το ερώτημα «γιατί;». Για παράδειγμα, αναρωτιόμαστε «γιατί η λευχαιμία οδήγησε στο θάνατο αυτού του αθώου παιδιού;». Εάν η απάντησή μας περιοριζόταν σε γενετικές, περιβαλλοντικές και φυσιολογικές αιτίες που είναι ικανές να «εξηγήσουν» αυτό το τρομερό κακό, σίγουρα δεν θα θεωρούσαμε ότι πήραμε και την απάντηση που ψάχνουμε.

Ο λόγος για τον οποίο θα θέλαμε να μάθουμε, έχει ακριβώς να κάνει με το «αγωνιώδες πρόβλημα του κακού», το οποίο έχει ταλαιπωρήσει για αιώνες τη φιλοσοφία και τη θεολογία και στο οποίο καμία επιστήμη δεν μπορεί να απαντήσει, ακριβώς επειδή είναι ένα υπαρξιακό ερώτημα που αναζητά μια αίσθηση νοηματοδότησης αυτού του φυσικού γεγονότος, την πιθανότητα δηλαδή να το εγγράψει σε κάποιο σχέδιο ή σκοπό όπου αυτό δεν θα μπορεί πλέον να εμφανίζεται ως το απόλυτο κακό. Επομένως, η παγκοσμιοποίηση του μηχανιστικο-επιστημονικού σχήματος, το οποίο αναλύσαμε σε αυτόν τον τόμο, κατέληξε να καταστείλει το νόημα, όχι μόνο όσον αφορά τον άψυχο κόσμο, αλλά και όσον αφορά τον κόσμο της ζωής, ακόμη κι αν αυτή κατανοείται αποκλειστικά και μόνο με τη βιολογική της έννοια.

Το τελευταίο βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση έγινε με τη θεωρία της εξέλιξης του Δαρβίνου: ενώ ο εξελικτισμός του Λαμάρκ αναγνώριζε ακόμη στη ζωντανή ύλη μια εγγενή τάση να δημιουργεί, στο υψηλότερο επίπεδο συμβατό με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, ένα ενυπάρχον σχέδιο, η θεωρία του Δαρβίνου εφαρμόζει στα έμβια όντα το σχήμα μιας ντετερμινιστικής πορείας της ζωής ως το αποτέλεσμα αμιγώς εξωτερικών αιτιών, που ενεργούν χωρίς ένα σχέδιο και σε υλικές συνθήκες που προκύπτουν τυχαία. Έτσι ο άνθρωπος γίνεται απλά το προϊόν αυτών των τυχαίων μηχανισμών όχι μόνο σε σχέση με τη βιολογική του δομή, αλλά και (σύμφωνα με τις νατουραλιστικές προοπτικές που έχουμε λάβει υπόψη) σε όλες τις «υψηλότερες» διαστάσεις του.

Φαίνεται λοιπόν αναπόφευκτο ότι μέσα στα ερμηνευτικά πλαίσια του ανθρώπου και του κόσμου που παρέχονται από το σύμπλεγμα των επιστημών, δεν μπορούν καν να διατυπωθούν ερωτήματα σχετικά με το νόημα της ζωής. Στην πραγματικότητα, αυτά τα ερωτήματα είναι δυνατά μόνο αν θεωρήσουμε ότι μπορεί να υπάρχουν διαστάσεις της πραγματικότητας -και της ύπαρξης- που δεν μπορούν να εκπέσουν σε αυτό που είναι εμπειρικά εξακριβώσιμο ή επαληθεύσιμο και για τα οποία μπορεί ωστόσο να γίνει μια ορθολογική έρευνα.

Το να διασχίσουν τον ορίζοντα της εμπειρισμού δεν τα καταδικάζει να είναι «χωρίς νόημα», ούτε τα υποβιβάζει σε απλές συναισθηματικές καταστάσεις, απαιτεί όμως την αποδοχή σημασιολογικών κριτηρίων που είναι διαφορετικά από εκείνα που υιοθετήθηκαν από τις επιστήμες, και αυτό για το απλό γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι «καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται» όταν τίθενται αυτά τα ερωτήματα (κάτι που θα ήταν αδύνατο αν δεν είχαν νόημα), και όχι μόνο· συνειδητοποιούν ότι αυτά είναι ακριβώς τα θεμελιώδη ζητήματα που μας θέτει ο κόσμος της ζωής: τα προβλήματα νοήματος, δηλαδή υπαρξιακού προσανατολισμού και όχι η αιτιώδης εξήγηση των γεγονότων.

Nietzsche: Η γέννηση της τραγωδίας - Ελληνισμός και απαισιοδοξία

Φρίντριχ Νίτσε: 1844–1900

Το τραγικό πνεύμα του πολιτισμού: Όνειρο και Μέθη

§1

Το πρώτο αυθεντικά φιλοσοφικό έργο του Νίτσε είναι το βιβλίο του: Η γέννηση της τραγωδίας . Για πρώτη φορά βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1872 και αυτο-κατανοείται ως συμβολή στην Αισθητική, ενώ στο πρακτικό του αντίκρισμα μπορεί να θεωρηθεί ως φιλοσοφική πραγματεία του πνευματικού πολιτισμού. Καθ’ όλη τη στοχαστική πορεία ζωής του φιλοσόφου, το εν λόγω έργο αξιολογείται ως ένα από τα πιο διαδεδομένα και συναρπαστικά δημιουργήματά του. Μια νέα έκδοσή του δημοσιεύτηκε το 1886 με τον τίτλο: Η γέννηση της τραγωδίας ή Ελληνισμός και απαισιοδοξία. Με τούτο το έργο ο Νίτσε επιχειρεί μια εξαρχής ανάγνωση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Με βάση αυτή την ανάγνωση, στην αρχαία ελληνική τέχνη και πιο ειδικά στην ποίηση μπορεί κανείς να διακρίνει δυο αντίθετα στοιχεία ζωτικής σημασίας για την οντολογική μας υπόσταση: το Απολλώνιο και το Διονυσιακό:

 «Θα έχουμε επιτύχει πολλά στην αισθητική επιστήμη, μόλις φτάσουμε όχι μόνο να καταλάβουμε λογικά, αλλά και να διαισθανθούμε με άμεση βεβαιότητα πως η εξέλιξη της τέχνης συνδέεται με τη δυϊκότητα του Απολλώνιου και του Διονυσιακού»[1].

Η φιλοσοφική πρόκληση του σπουδαίου τούτου έργου έγκειται στην ερμηνευτική του που θεμελιώνεται στην αισθητική επιστήμη. Όπως μαρτυρεί το ως άνω κείμενο, ο Νίτσε ερμηνεύει ως πρώτη φιλοσοφία την αισθητική επιστήμη και καμιά οντολογία ή γνωσιοθεωρία. Κατά ταύτα, η ανθρώπινη ύπαρξη βρίσκει τον αυθεντικό προσδιορισμό της και την αντίστοιχη αιτιολόγησή του στην πράξη της τέχνης και στην πρακτική εκδίπλωση της τελευταίας.

§2

Το αντικείμενο που δίνει τον τίτλο στο υπό συζήτηση έργο είναι η αττική τραγωδία. Τούτο σημαίνει πως ο Νίτσε αναγνωρίζει στην τελευταία το αποκορύφωμα του πνευματικού πολιτισμού των Ελλήνων και παράλληλα το ενδεικτικό στοιχείο για τον υπαρξιακό χαρακτήρα της τέχνης ως τέτοιας. Συνακόλουθα, η αττική τραγωδία παραπέμπει στην έννοια του “Τραγικού”, που εξίσου διατηρεί αμείωτη τη δυναμική της και στη σύγχρονη εποχή. Για την έννοια της αττικής τραγωδίας, όπως και για εκείνη της τέχνης και της φιλοσοφίας, στο έργο καθοριστική είναι η αντίθεση και η αντιθετική σύζευξη ανάμεσα στο Απολλώνιο και το Διονυσιακό:

«Τα ονόματα ‘‘Απολλώνιο’’ και “Διονυσιακό” τα δανειζόμαστε από τους Έλληνες, που εκφράζουν, για τον καθένα που κατανοεί, τα βαθυστόχαστα κρυφά διδάγματα της καλλιτεχνικής τους αντίληψης όχι με αφηρημένες έννοιες, αλλά με τις σαφείς και πειστικές μορφές του κόσμου των θεών τους. Οι δυο θεότητές τους που σχετίζονται με την τέχνη, ο Απόλλων και ο Διόνυσος, μας παρέχουν τη γνώση ότι στον ελληνικό κόσμο υπάρχει μια τρομερή αντίθεση, ως προς την προέλευση και τους σκοπούς, ανάμεσα στην πλαστική τέχνη, την απολλώνια, και τη μη-πλαστική της μουσικής, την τέχνη του Διόνυσου: αμφότερες αυτές οι τόσο διαφορετικές παρορμήσεις/ορμές κινούνται η μια δίπλα στην άλλη· τις περισσότερες φορές σε κατάσταση ανοικτής σύγκρουσης, αμοιβαία ερεθιζόμενες για νέες, όλο και πιο ισχυρές γέννες, για να διαιωνίσουν ανάμεσά τους τη διαμάχη που γεννά η αντίθεσή τους και την οποία μόνο φαινομενικά γεφυρώνει αυτό που είναι κοινό και ονομάζεται “τέχνη”· ώσπου, τελικά, δυνάμει ενός μεταφυσικού θαύματος της ελληνικής “Βούλησης”, εμφανίζονται ζευγαρωμένες και με το ζευγάρωμά τους αυτό γεννούν εν τέλει το έργο τέχνης που είναι συγχρόνως διονυσιακό και απολλώνιο, την αττική τραγωδία»[2].

§3

Η διάκριση ανάμεσα στο Απολλώνιο και το Διονυσιακό δεν είναι μια αφηρημένη, παγιωμένη και ακίνητη αντίθεση δυο καλλιτεχνικών παρορμήσεων, ορμών ή δυνάμεων παρά εισάγεται ως ένα είδος “διπλασιασμού”, τουτέστι ως παραγωγική αλληλεπίδραση μεταξύ τους: Απολλώνιο και Διονυσιακό εμφανίζονται ως αμοιβαία αντιθετικοί κόσμοι, καθένας για τον εαυτό του και παράλληλα συμπληρωματικός του άλλου, ο θεράπων παράγοντας του άλλου. Αμφότερα συγκροτούν πνευματικό πολιτισμό και μας παρέχουν τη δυνατότητα να αξιοποιούμε το ψεύδος για να βρίσκουμε «ισορροπία νοήματος» στη ζωή. Να τη βρίσκουμε όχι ως άρνηση της αλήθειας, με την κανονιστική σημασία του όρου, αλλά ως άγνοια αυτού που δεν θέλουμε να γνωρίζουμε. Εάν, για παράδειγμα, η αλήθεια για οποιαδήποτε πολιτική-κοινωνική καταρράκωση του ανθρώπινου Είναι μας, εκ μέρους της μιας ή της άλλης πολιτικής, μπορεί κάλλιστα να εγγίζει τα όρια μιας εθνικής μειοδοσίας, αυτή την αλήθεια –που προκαλεί φοβερό σεισμό στη ζωή μας– δεν θέλουμε να τη γνωρίζουμε. Το να επιδιώξουμε να γνωρίσουμε μια τέτοια αλήθεια σημαίνει να στερήσουμε την ύπαρξή μας από το βέβαιο, το σταθερό, το σίγουρο της ήρεμης καθημερινής βίωσης και επιβίωσης. Μια τέτοια στέρηση υποδηλώνει περίπου κλονισμό της βούλησής μας για ζωή. Και τη στιγμή που ο άνθρωπος είναι και παραμένει ένα ιδιοτελές κοινωνικο-πολιτικό ζώο, προέχει η βούληση για ζωή, γιατί μέσα από τούτη τη βούληση διέρχεται όχι μόνο η πιο πάνω «ισορροπία νοήματος» –ως αναγκαίος ίσως συμβιβασμός– αλλά και κάποια μελλοντική ανατροπή αυτού του «ισορροπημένου» με δουλόφρονα νοοτροπία βίου. Αυτό που επιζητεί ο Νίτσε, μέσα από αυτούς τους ερμηνευτικούς δρόμους, δεν είναι να δοξάσει το υφιστάμενο αλλά να μας προσφέρει γνώση, αλλάζοντας τον τρόπο σκέψης μας, έτσι ώστε η τελευταία να είναι σε θέση να επινοεί νέες μορφές ζωής.

§4

Γιατί όμως το Απολλώνιο και το Διονυσιακό μας παρέχουν τις ως άνω δυνατότητες; Κατ’ αρχήν, επειδή αμφότερα αποτελούν θεμελιώδεις αρχές της πνευματικότητάς μας. Πιο ειδικά: Το πρώτο συνδέεται με το όνειρο, ενώ το δεύτερο με τη μέθη. Ποια η σημασία αυτού του ονείρου; Στη σφαίρα του ονείρου, ο άνθρωπος πλάθει, δημιουργεί την όμορφη φαινομενικότητα από κόσμους εναρμονισμένους με τις ατομικές του ανάγκες και ικανούς να τον πλημμυρίζουν με ένα βαθύ αίσθημα συγκατάνευσης και γαλήνης. Συγχρόνως τον κάνει να αισθάνεται πως καθημερινά κινείται μέσα σε μια ονειρική πραγματικότητα, που αυτόματα παραπέμπει σε έναν κόσμο επιφανειακό, φαινομενικό, πίσω από τον οποίο κρύβεται ένας άλλος κόσμος. Έτσι εισέρχεται σε μια αλήθεια που ίσταται πάνω από το βιοτικό ή καθημερινό στοιχείο της ύπαρξής του. Μέσα στο όνειρο λοιπόν δύναται –ως αυτόνομος, αυτεξούσιος, αυτάρκης, φωτεινός, σύμμετρος με το Είναι του– να εξατομικεύεται, να ενδυναμώνει την ατομικότητά του και στη συνέχεια να κατέρχεται στην καθημερινή ζωή με εμπιστοσύνη, με αυτοπεποίθηση και με τάση για αυτοδιάθεση, για αυτοπροσδιορισμό. Με το Απολλώνιο στοιχείο συνεπώς είναι παρούσα η φιλοσοφική γαλήνη.
Στη σφαίρα της μέθης ο άνθρωπος δεν συναδελφώνεται μόνο με τον συνάνθρωπό του, αλλά χάρη στην κατάσταση της συλλογικής έκστασης απελευθερώνει το σύμπαν της σκλαβωμένης του φύσης, εκμηδενίζει κάθε ακαμψία, αποδυναμώνει κάθε συστολή και γκρεμίζει όλους τους φραγμούς, ορατούς και αόρατους, της αυθαιρεσίας, της εχθρότητας, της δουλικότητας, της συμβεβλημένης ηθικότητας κ.λπ., που του επιφυλάσσουν οι καταστάσεις ζωής και οι οποίοι τον χωρίζουν από την ουσία του ως ανθρώπου. Η αφύπνιση του διονυσιακού πνεύματος έτσι του επιτρέπει να θραύει τα δεσμά, μεταξύ άλλων, μιας δουλικής ηθικής και μιας εξαρτημένης σχέσης του βίου που του επιβάλλουν οι «δυνατοί» και δια της οποίας διαφεντεύουν την ύπαρξή του με δική του συγκατάθεση.
-----------------------------
[1] Kritische Studienausgabe (KSA) 1, die Geburt der Tragödie u.a., σ. 25.
[2] Ό.π., σσ. 25-26.

ΠΛΑΤΩΝ: Ἀπολογία Σωκράτους (24b-26a)

Ο Σωκράτης αντικρούει την κατηγορία του Μέλητου

Περὶ μὲν οὖν ὧν οἱ πρῶτοί μου κατήγοροι κατηγόρουν αὕτη ἔστω ἱκανὴ ἀπολογία πρὸς ὑμᾶς· πρὸς δὲ Μέλητον τὸν ἀγαθὸν καὶ φιλόπολιν, ὥς φησι, καὶ τοὺς ὑστέρους μετὰ ταῦτα πειράσομαι ἀπολογήσασθαι. αὖθις γὰρ δή, ὥσπερ ἑτέρων τούτων ὄντων κατηγόρων, λάβωμεν αὖ τὴν τούτων ἀντωμοσίαν. ἔχει δέ πως ὧδε· Σωκράτη φησὶν ἀδικεῖν τούς τε νέους διαφθείροντα καὶ θεοὺς οὓς ἡ πόλις
[24c] νομίζει οὐ νομίζοντα, ἕτερα δὲ δαιμόνια καινά. τὸ μὲν δὴ ἔγκλημα τοιοῦτόν ἐστιν· τούτου δὲ τοῦ ἐγκλήματος ἓν ἕκαστον ἐξετάσωμεν.
Φησὶ γὰρ δὴ τοὺς νέους ἀδικεῖν με διαφθείροντα. ἐγὼ δέ γε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἀδικεῖν φημι Μέλητον, ὅτι σπουδῇ χαριεντίζεται, ῥᾳδίως εἰς ἀγῶνα καθιστὰς ἀνθρώπους, περὶ πραγμάτων προσποιούμενος σπουδάζειν καὶ κήδεσθαι ὧν οὐδὲν τούτῳ πώποτε ἐμέλησεν· ὡς δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει, πειράσομαι καὶ ὑμῖν ἐπιδεῖξαι. καί μοι δεῦρο, ὦ Μέλητε, εἰπέ· ἄλλο τι ἢ
[24d] περὶ πλείστου ποιῇ ὅπως ὡς βέλτιστοι οἱ νεώτεροι ἔσονται;
Ἔγωγε.
Ἴθι δή νυν εἰπὲ τούτοις, τίς αὐτοὺς βελτίους ποιεῖ; δῆλον γὰρ ὅτι οἶσθα, μέλον γέ σοι. τὸν μὲν γὰρ διαφθείροντα ἐξευρών, ὡς φῄς, ἐμέ, εἰσάγεις τουτοισὶ καὶ κατηγορεῖς· τὸν δὲ δὴ βελτίους ποιοῦντα ἴθι εἰπὲ καὶ μήνυσον αὐτοῖς τίς ἐστιν. — Ὁρᾷς, ὦ Μέλητε, ὅτι σιγᾷς καὶ οὐκ ἔχεις εἰπεῖν; καίτοι οὐκ αἰσχρόν σοι δοκεῖ εἶναι καὶ ἱκανὸν τεκμήριον οὗ δὴ ἐγὼ λέγω, ὅτι σοι οὐδὲν μεμέληκεν; ἀλλ᾽ εἰπέ, ὠγαθέ, τίς αὐτοὺς ἀμείνους ποιεῖ;
Οἱ νόμοι.
[24e] Ἀλλ᾽ οὐ τοῦτο ἐρωτῶ, ὦ βέλτιστε, ἀλλὰ τίς ἄνθρωπος, ὅστις πρῶτον καὶ αὐτὸ τοῦτο οἶδε, τοὺς νόμους;
Οὗτοι, ὦ Σώκρατες, οἱ δικασταί.
Πῶς λέγεις, ὦ Μέλητε; οἵδε τοὺς νέους παιδεύειν οἷοί τέ εἰσι καὶ βελτίους ποιοῦσιν;
Μάλιστα.
Πότερον ἅπαντες, ἢ οἱ μὲν αὐτῶν, οἱ δ᾽ οὔ;
Ἅπαντες.
Εὖ γε νὴ τὴν Ἥραν λέγεις καὶ πολλὴν ἀφθονίαν τῶν ὠφελούντων. τί δὲ δή; οἱ δὲ ἀκροαταὶ βελτίους ποιοῦσιν

[25a] ἢ οὔ;
Καὶ οὗτοι.
Τί δέ, οἱ βουλευταί;
Καὶ οἱ βουλευταί.
Ἀλλ᾽ ἄρα, ὦ Μέλητε, μὴ οἱ ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, οἱ ἐκκλησιασταί, διαφθείρουσι τοὺς νεωτέρους; ἢ κἀκεῖνοι βελτίους ποιοῦσιν ἅπαντες;
Κἀκεῖνοι.
Πάντες ἄρα, ὡς ἔοικεν, Ἀθηναῖοι καλοὺς κἀγαθοὺς ποιοῦσι πλὴν ἐμοῦ, ἐγὼ δὲ μόνος διαφθείρω. οὕτω λέγεις;
Πάνυ σφόδρα ταῦτα λέγω.
Πολλήν γέ μου κατέγνωκας δυστυχίαν. καί μοι ἀπόκριναι· ἦ καὶ περὶ ἵππους οὕτω σοι δοκεῖ ἔχειν; οἱ μὲν

[25b] βελτίους ποιοῦντες αὐτοὺς πάντες ἄνθρωποι εἶναι, εἷς δέ τις ὁ διαφθείρων; ἢ τοὐναντίον τούτου πᾶν εἷς μέν τις ὁ βελτίους οἷός τ᾽ ὢν ποιεῖν ἢ πάνυ ὀλίγοι, οἱ ἱππικοί, οἱ δὲ πολλοὶ ἐάνπερ συνῶσι καὶ χρῶνται ἵπποις, διαφθείρουσιν; οὐχ οὕτως ἔχει, ὦ Μέλητε, καὶ περὶ ἵππων καὶ τῶν ἄλλων ἁπάντων ζῴων; πάντως δήπου, ἐάντε σὺ καὶ Ἄνυτος οὐ φῆτε ἐάντε φῆτε· πολλὴ γὰρ ἄν τις εὐδαιμονία εἴη περὶ τοὺς νέους εἰ εἷς μὲν μόνος αὐτοὺς διαφθείρει, οἱ δ᾽ ἄλλοι
[25c] ὠφελοῦσιν. ἀλλὰ γάρ, ὦ Μέλητε, ἱκανῶς ἐπιδείκνυσαι ὅτι οὐδεπώποτε ἐφρόντισας τῶν νέων, καὶ σαφῶς ἀποφαίνεις τὴν σαυτοῦ ἀμέλειαν, ὅτι οὐδέν σοι μεμέληκεν περὶ ὧν ἐμὲ εἰσάγεις.
Ἔτι δὲ ἡμῖν εἰπέ, ὦ πρὸς Διὸς Μέλητε, πότερόν ἐστιν οἰκεῖν ἄμεινον ἐν πολίταις χρηστοῖς ἢ πονηροῖς; ὦ τάν, ἀπόκριναι· οὐδὲν γάρ τοι χαλεπὸν ἐρωτῶ. οὐχ οἱ μὲν πονηροὶ κακόν τι ἐργάζονται τοὺς ἀεὶ ἐγγυτάτω αὑτῶν ὄντας, οἱ δ᾽ ἀγαθοὶ ἀγαθόν τι;
Πάνυ γε.
[25d] Ἔστιν οὖν ὅστις βούλεται ὑπὸ τῶν συνόντων βλάπτεσθαι μᾶλλον ἢ ὠφελεῖσθαι; ἀποκρίνου, ὦ ἀγαθέ· καὶ γὰρ ὁ νόμος κελεύει ἀποκρίνεσθαι. ἔσθ᾽ ὅστις βούλεται βλάπτεσθαι;
Οὐ δῆτα.
Φέρε δή, πότερον ἐμὲ εἰσάγεις δεῦρο ὡς διαφθείροντα τοὺς νέους καὶ πονηροτέρους ποιοῦντα ἑκόντα ἢ ἄκοντα;
Ἑκόντα ἔγωγε.
Τί δῆτα, ὦ Μέλητε; τοσοῦτον σὺ ἐμοῦ σοφώτερος εἶ τηλικούτου ὄντος τηλικόσδε ὤν, ὥστε σὺ μὲν ἔγνωκας ὅτι οἱ μὲν κακοὶ κακόν τι ἐργάζονται ἀεὶ τοὺς μάλιστα πλησίον

[25e] ἑαυτῶν, οἱ δὲ ἀγαθοὶ ἀγαθόν, ἐγὼ δὲ δὴ εἰς τοσοῦτον ἀμαθίας ἥκω ὥστε καὶ τοῦτ᾽ ἀγνοῶ, ὅτι ἐάν τινα μοχθηρὸν ποιήσω τῶν συνόντων, κινδυνεύσω κακόν τι λαβεῖν ὑπ᾽ αὐτοῦ, ὥστε τοῦτο ‹τὸ› τοσοῦτον κακὸν ἑκὼν ποιῶ, ὡς φῂς σύ; ταῦτα ἐγώ σοι οὐ πείθομαι, ὦ Μέλητε, οἶμαι δὲ οὐδὲ ἄλλον ἀνθρώπων οὐδένα· ἀλλ᾽ ἢ οὐ διαφθείρω, ἢ εἰ διαφθείρω, 
[26a] ἄκων, ὥστε σύ γε κατ᾽ ἀμφότερα ψεύδῃ. εἰ δὲ ἄκων διαφθείρω, τῶν τοιούτων [καὶ ἀκουσίων] ἁμαρτημάτων οὐ δεῦρο νόμος εἰσάγειν ἐστίν, ἀλλὰ ἰδίᾳ λαβόντα διδάσκειν καὶ νουθετεῖν· δῆλον γὰρ ὅτι ἐὰν μάθω, παύσομαι ὅ γε ἄκων ποιῶ. σὺ δὲ συγγενέσθαι μέν μοι καὶ διδάξαι ἔφυγες καὶ οὐκ ἠθέλησας, δεῦρο δὲ εἰσάγεις, οἷ νόμος ἐστὶν εἰσάγειν τοὺς κολάσεως δεομένους ἀλλ᾽ οὐ μαθήσεως.

***
Και όσο για τις κατηγορίες των πρώτων μου κατηγόρων, αρκετά είναι αυτά που σας απολογήθηκα. Όσο για τον Μέλητο, τον καλό και πατριώτη, όπως τον λένε, και τους υστερινούς, θα δοκιμάσω τώρα ν᾽ απολογηθώ και σ᾽ αυτούς. Και επειδή αυτοί είναι άλλοι κατήγοροι, ας ξαναπάρουμε πάλι το κατηγορητήριό τους. Αυτό είναι: Λέει πως Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΟΧΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ
[24c] ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙ Ο ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΑ ΝΕΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ, ΑΛΛΕΣ. Τέτοια λοιπόν είναι η κατηγορία μου και τώρα ας την εξετάσουμε στο καθετί. Λένε δηλαδή πως είμαι ένοχος, γιατί διαφθείρω τους νέους. Κι εγώ, ω άνδρες Αθηναίοι, λέω πως ένοχος είναι ο Μέλητος, γιατί αστειεύεται στα σοβαρά και βάζει σε αγώνες δικαστικούς τους ανθρώπους για το τίποτε, με την πρόφαση πως φροντίζει και χάνεται για πράγματα που ποτέ του γι᾽ αυτά δεν τον έμελε. Και ότι τούτο έτσι είναι θα δοκιμάσω να το αποδείξω και σ᾽ εσάς.
Κι έλα μου εδώ τώρα, Μέλητε, και πες μου. Η μόνη σου

[24d] φροντίδα δεν είναι πώς να γίνουν καλύτεροι οι νέοι; — Βέβαια. — Έλα λοιπόν, πες σε τούτους τώρα ποιός είναι αυτός που τους κάνει καλύτερους. Γιατί φανερό είναι πως θα τον ξέρεις, αφού τόσο σε μέλει. Εκείνον που τους διαφθείρει, καθώς λες, τον βρήκες και είμ᾽ εγώ, που με φέρνεις στο δικαστήριο μπροστά σ᾽ αυτούς εδώ και με κατηγορείς· πες μου τώρα και ποιός είν᾽ αυτός που τους κάνει καλύτερους και δείξε τούς τον. Βλέπεις, Μέλητε, πώς σωπαίνεις και δεν έχεις τί να πεις; και δεν ντρέπεσαι, που σου δείχνω τώρα με το παραπάνω πως δε σε μέλει καθόλου γι᾽ αυτό το πράγμα; Πες μας λοιπόν, καλέ μου, ποιός τους κάνει καλύτερους; — Οι νόμοι.
[24e] — Μα δεν σε ρωτώ αυτό, λαμπρέ άνθρωπε, σε ρωτώ ποιός άνθρωπος, αφού πρώτα έμαθε κι αυτό που λες, τους νόμους. — Αυτοί εδώ, Σωκράτη, οι δικαστές. — Πώς είπες, Μέλητε; Αυτοί είναι ικανοί να εκπαιδεύσουν τους νέους και να τους κάνουν καλύτερους; — Μάλιστα. — Και ποιό απ᾽ τα δύο; Όλοι, ή μερικοί απ᾽ αυτούς ναι και άλλοι όχι; — Όλοι. — Πολύ καλά τα είπες, μά την Ήρα, και μας βρήκες ένα σωρό ωφέλιμους ανθρώπους. Γιά πες μας ακόμα. Αυτοί εδώ οι ακροατές τούς κάνουν καλύτερους
[25a] ή όχι; — Κι αυτοί. — Και οι βουλευτές; — Και οι βουλευτές. — Το λοιπόν, Μέλητε, μήπως οι άνθρωποι των συνελεύσεων, οι «εκκλησιαστές», διαφθείρουν τους νέους, ή κι εκείνοι τους κάνουν καλύτερους; — Κι εκείνοι. — Όλοι λοιπόν, καθώς φαίνεται, οι Αθηναίοι τούς κάνουν καλούς και άξιους, εκτός από μένα και μόνος εγώ τους διαφθείρω. Έτσι λες; — Έτσι λέω βέβαια. — Μεγάλη δυστυχία μού φόρτωσες αλήθεια. Και τώρα αποκρίσου μου πάλι. Το ίδιο δε σου φαίνεται πως γίνεται και με τ᾽ άλογα: εκείνοι
[25b] που τα καλυτερεύουν είναι όλοι οι άνθρωποι και ένας μονάχα είναι που τα καταστρέφει, ή το εναντίο ένας ή πολύ λίγοι είναι που μπορούν να τα κάνουν καλύτερα, δηλαδή οι ιπποκόμοι, ενώ ο πολύς κόσμος, αν ανακατεύεται με τ᾽ άλογα και τα μεταχειρίζεται, τα καταστρέφει; Δεν είναι έτσι, ω Μέλητε, και για τ᾽ άλογα και για όλα τ᾽ άλλα ζώα; Έτσι είναι βέβαια, είτε το παραδεχθείτε και συ και ο Άνυτος είτε όχι· θέλω να πω πως πολλή ευτυχία θα ήτανε για τους νέους αν ένας μονάχα είναι που τους διαφθείρει και οι άλλοι όλοι
[25c] τούς ωφελούν. Φανερώθηκε όμως αρκετά τώρα, Μέλητε, πως ποτέ δεν φρόντισες για τους νέους και καθαρά δείχνεις την αφροντισιά σου, πως τίποτε δε σε μέλει γι᾽ αυτά που με καταγγέλλεις.
Πες μας ακόμα, Μέλητε, για όνομα του θεού, τί είναι καλύτερο, να ζει κανένας με πολίτες καλούς ή με κακούς; Αποκρίσου, φίλε μου, γιατί δε σε ρωτώ τίποτε δύσκολο. Δεν είν᾽ αλήθεια πως οι κακοί κακό πάντα κάνουν σε όσους έχουνε κοντά τους, και οι καλοί καλό; — Βέβαια.

[25d] — Είναι λοιπόν κανένας που να θέλει καλύτερα να τον βλάφτουν οι δικοί του, παρά να τον ωφελούν; Αποκρίσου καλέ μου· γιατί ο νόμος προστάζει ν᾽ αποκριθείς. Είναι κανείς που να ζητεί να τον βλάφτουν; — Όχι βέβαια. — Έλα λοιπόν, πες μου, ποιό από τα δύο έφερες εδώ: πως τάχα διαφθείρω τους νέους και τους κάνω χειρότερους γιατί το θέλω, ή χωρίς να το θέλω κι ο ίδιος; — Εγώ λέω πως το θέλεις. — Τί λοιπόν, Μέλητε; Τόσο σοφότερος είσ᾽ εσύ, με τα χρόνια που έχεις, από μένα, με τα χρόνια τα δικά μου, ώστε εσύ το κατάλαβες πως οι κακοί πάντα κακό κάνουν σ᾽ αυτούς που είναι
[25e] γύρω τους και οι καλοί καλό; Κι εγώ σε τέτοια αμάθεια κατάντησα, που κι αυτό ακόμα να μην το καταλαβαίνω, πως αν κάνω σε κανένα κακόν απ᾽ αυτούς που συναναστρέφομαι, ο ίδιος θα κινδυνέψω να πάθω κακό απ᾽ αυτόν, και το μεγάλο αυτό κακό να το κάνω ο ίδιος με το θέλημά μου, όπως λες εσύ; Αυτό ποτέ δεν το πιστεύω για σένα, Μέλητε, και θαρρώ πως ούτε άλλος άνθρωπος κανένας το πιστεύει. Λοιπόν, είτε δεν διαφθείρω, είτε κι αν διαφθείρω,
[26a] το κάνω χωρίς να το θέλω· ώστε όπως και να το πάρουμε, πάντα εσύ λες ψέματα. Κι αν διαφθείρω χωρίς να το θέλω, γι᾽ αυτά τα ακούσια σφάλματα ο νόμος δε λέει να με φέρεις στο δικαστήριο, μα να με πάρεις κατά μέρος και να με συμβουλέψεις. Γιατί είναι φανερό πως αν μάθω θα πάψω να κάνω ό,τι κάνω χωρίς να θέλω. Εσύ όμως απόφυγες να μ᾽ ανταμώσεις και να με διδάξεις και δεν το θέλησες· αλλά με φέρνεις εδώ, όπου ο νόμος λέει να φέρνουν όσους χρειάζονται τιμωρία κι όχι όσους χρειάζονται μάθηση.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡλέκτρα (859-899)

ΧΟ. θὲς ἐς χορόν, ὦ φίλα, ἴχνος, ὡς νεβρὸς οὐράνιον [στρ.]
πήδημα κουφίζουσα σὺν ἀγλαΐαι.
νικᾶι στεφαναφόρα κρείσσω τῶν παρ᾽ Ἀλφειοῦ
ῥεέθροις τελέσας
κασίγνητος σέθεν· ἀλλ᾽ ὑπάειδε
865 καλλίνικον ὠιδὰν ἐμῶι χορῶι.

ΗΛ. ὦ φέγγος, ὦ τέθριππον ἡλίου σέλας,
ὦ γαῖα καὶ νὺξ ἣν ἐδερκόμην πάρος,
νῦν ὄμμα τοὐμὸν ἀμπτυχαί τ᾽ ἐλεύθεροι,
ἐπεὶ πατρὸς πέπτωκεν Αἴγισθος φονεύς.
870 φέρ᾽, οἷα δὴ ᾽χω καὶ δόμοι κεύθουσί μου
κόμης ἀγάλματ᾽ ἐξενέγκωμεν, φίλαι,
στέψω τ᾽ ἀδελφοῦ κρᾶτα τοῦ νικηφόρου.

ΧΟ. σὺ μέν νυν ἀγάλματ᾽ ἄειρε κρατί· τὸ δ᾽ ἁμέτερον [ἀντ.]
875 χωρήσεται Μούσαισι χόρευμα φίλον.
νῦν οἱ πάρος ἁμετέρας γαίας τυραννεύσουσι φίλοι βασιλῆς
δικαίως, τοὺς ἀδίκους καθελόντες.
ἀλλ᾽ ἴτω ξύναυλος βοὰ χαρᾶι.

880 ΗΛ. ὦ καλλίνικε, πατρὸς ἐκ νικηφόρου
γεγώς, Ὀρέστα, τῆς ὑπ᾽ Ἰλίωι μάχης,
δέξαι κόμης σῆς βοστρύχων ἀνδήματα.
ἥκεις γὰρ οὐκ ἀχρεῖον ἕκπλεθρον δραμὼν
ἀγῶν᾽ ἐς οἴκους ἀλλὰ πολέμιον κτανὼν
885 Αἴγισθον, ὃς σὸν πατέρα κἀμὸν ὤλεσεν.
σύ τ᾽, ὦ παρασπίστ᾽, ἀνδρὸς εὐσεβεστάτου
παίδευμα, Πυλάδη, στέφανον ἐξ ἐμῆς χερὸς
δέχου· φέρηι γὰρ καὶ σὺ τῶιδ᾽ ἴσον μέρος
ἀγῶνος. αἰεὶ δ᾽ εὐτυχεῖς φαίνοισθέ μοι.
890 ΟΡ. θεοὺς μὲν ἡγοῦ πρῶτον, Ἠλέκτρα, τύχης
ἀρχηγέτας τῆσδ᾽, εἶτα κἄμ᾽ ἐπαίνεσον
τὸν τῶν θεῶν τε τῆς τύχης θ᾽ ὑπηρέτην.
ἥκω γὰρ οὐ λόγοισιν ἀλλ᾽ ἔργοις κτανὼν
Αἴγισθον· †ὡς δὲ τῶι σάφ᾽ εἰδέναι τάδε
895 προσθῶμεν†, αὐτὸν τὸν θανόντα σοι φέρω,
ὃν εἴτε χρήιζεις θηρσὶν ἁρπαγὴν πρόθες,
ἢ σκῦλον οἰωνοῖσιν, αἰθέρος τέκνοις,
πήξασ᾽ ἔρεισον σκόλοπι· σὸς γάρ ἐστι νῦν
δοῦλος, πάροιθε δεσπότης κεκλημένος.

***
ΧΟΡ. Έλα, καλή μου, σύρε τον χορό,
860 πήδα πασίχαρη στα ουράνια
μ᾽ ανάλαφρο ποδάρι σαν ελάφι.
Νίκησ᾽ ο αδερφός σου παίρνοντας
στεφάνι πιο ακριβό από κείνα
που οι αθλητές πλάι στα νερά
του Αλφειού κερδίζουνε. Τραγούδα
τραγούδι νικητήριο στον χορό μου.

ΗΛΕ. Ω! φέγγος, ω! του ήλιου αρματοφόρα
φλόγα, κι ω! γης, ω! νύχτα, που μονάχα εσένα
θωρούσα, τώρα λεύτερα έχω μάτια
να βλέπω, γιατί ο Αίγισθος εχάθη,
ο φονιάς του γονιού μου. Εμπρός, όσα στολίδια
870 για τα μαλλιά στο σπίτι μου φυλάγω,
φίλες μου, θα τα φέρω να στολίσω
του νικητή αδερφού μου το κεφάλι.
(Μπαίνει μέσα.)

ΧΟΡ. Φέρε στολίδια εσύ για κείνον·
και τον δικό μας δεν θα πάψουμε χορό
τον ποθητό στις Μούσες. Τώρα
στη χώρα οι πρώτοι βασιλεύουν
αγαπημένοι βασιλιάδες, δίκαια
τους άνομους γκρεμίζοντας ετούτους.
Εμπρός, ας συνοδέψει τη χαρά μου
και της φλογέρας ο αχός.

(Η Ηλέκτρα βγαίνει από το καλύβι· ταυτόχρονα έρχονται ο Ορέστης, ο Πυλάδης και οι ακόλουθοί τους που μεταφέρουν τον νεκρό Αίγισθο.)

880 ΗΛΕ. Ω! δοξασμένε Ορέστη, γιε του δοξασμένου
που νίκησε μπροστά στης Τροίας το κάστρο,
δέξου για τα μαλλιά σου τα στεφάνια
τούτα. Δεν γύρισες στο σπίτι έχοντας τρέξει
δρόμο έξι πλέθρα σ᾽ άχρηστον αγώνα,
μα τον εχθρό μας Αίγισθο σκοτώνοντας,
που έσφαξε τον πατέρα μας. Πυλάδη,
ο σύντροφός του εσύ, που σ᾽ έχει θρέψει
άντρας θεοφοβούμενος, δικό σου
νά, το στεφάνι τούτο· στον αγώνα
ίσο μερίδιο αξίζει και σ᾽ εσένα.
Πάντοτε να σας βλέπω ευτυχισμένους.
890 ΟΡΕ. Τους θεούς να λογαριάζεις πρώτα, Ηλέκτρα,
για οδηγούς σ᾽ αυτήν την καλή μοίρα·
έπειτα παίνεψε κι εμένα που είμαι
των θεών και της τύχης υπηρέτης.
Τον Αίγισθο έχω σφάξει κι ήρθα·
δεν είναι κούφια λόγια μόνο, μα έργο.
Κι αυτό σού λέω για να με πιστέψεις·
τον ίδιο τον νεκρό σού φέρνω τώρα,
που, αν θέλεις, ή τον ρίχνεις να τον φάνε
τ᾽ αγρίμια ή σε παλούκι αφού τον μπήξεις,
στήσ᾽ τον να τον σπαράξουνε τα όρνια,
του αιθέρα τα παιδιά· σκλάβος σου τώρα
γίνηκε αυτός που αφέντη σου τον λέγαν.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, 1. Η τέχνη στην Ελλάδα κατά τους «Σκοτεινούς Αιώνες» και τη γεωμετρική περίοδο

1.1. Το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού και οι «Σκοτεινοί Αιώνες»: Το ιστορικό πλαίσιο

Η σταδιακή κατάρρευση του μυκηναϊκού πολιτισμού, που την τοποθετούμε με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα ανάμεσα στο τέλος του 13ου και το τέλος του 12ου αιώνα π.Χ., είναι σημαντικό ιστορικό ορόσημο για την Ελλάδα. Σημασία έχει ακόμη η διαπίστωση ότι στους επόμενους αιώνες, τον 11ο και τον 10ο, σημειώνεται στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής μια σημαντική τεχνολογική αλλαγή: εξαπλώνεται η τεχνική κατεργασίας του σιδήρου και το νέο αυτό μέταλλο υποκαθιστά τον χαλκό σε διάφορες χρήσεις, όπως η κατασκευή όπλων και εργαλείων. Με αυτή την εξέλιξη η ανθρώπινη ιστορία περνάει από την Εποχή του Χαλκού στην Εποχή του Σιδήρου. Παράλληλα, στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου σημειώνονται πολεμικές επιδρομές και μετακινήσεις πληθυσμών και συντελούνται κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές.
 
Στην Ελλάδα η αρχή του τέλους της μυκηναϊκής εποχής σηματοδοτείται από την εγκατάλειψη των κτηριακών συγκροτημάτων που ονομάζουμε ανάκτορα, που ήταν χτισμένα σε οχυρωμένες ακροπόλεις με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη· από εκεί ένας ηγεμόνας που λεγόταν ἄναξ, πλαισιωμένος από αξιωματούχους, ήλεγχε οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά μια ευρύτερη περιοχή (όπως είναι οι κάμποι της Αργολίδας και της Μεσσηνίας στην Πελοπόννησο, της Κωπαΐδας στη Βοιωτία ή η κοιλάδα του Ευρώτα στη Λακωνία). Η αλλαγή του τρόπου διακυβέρνησης, όποια και αν ήταν η αιτία που την προκάλεσε, δημιούργησε χωρίς αμφιβολία νέα πολιτικά δεδομένα και οδήγησε σε μια διαφορετική κοινωνική οργάνωση, η οποία, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που δεν μας είναι επαρκώς γνωστοί, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη γέννηση ενός νέου πολιτισμού.
 
Τα αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν πράγματι ότι, με την πάροδο του χρόνου, στη θέση του μυκηναϊκού πολιτισμού διαμορφώνεται ένας νέος, με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα στην τέχνη οι αλλαγές είναι, όπως θα δούμε, σημαντικές. Τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι, από τα πιο απλά ως τα πιο πολυτελή, τα σπίτια όπου κατοικούσαν, οι χώροι λατρείας έχουν ελάχιστες ομοιότητες με εκείνα της προηγούμενης περιόδου. Η εξήγηση δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με την πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική αλλαγή για την οποία μιλήσαμε. Αλλά η αιτία που προκάλεσε την ανατροπή του συγκεντρωτικού διοικητικού συστήματος το οποίο είχε αναπτυχθεί στα μυκηναϊκά ανάκτορα παραμένει ουσιαστικά άγνωστη. Η απουσία αξιόπιστων ιστορικών μαρτυριών οδήγησε στη διατύπωση υποθέσεων που, παρά το ενδιαφέρον τους, δεν προσφέρουν ικανοποιητική εξήγηση. Ανεξάρτητα πάντως από τις αβεβαιότητες που παραμένουν οφείλουμε να επισημάνουμε ότι το τέλος του μυκηναϊκού κόσμου συμπίπτει χρονικά (και ενδεχομένως συνδέεται) με σημαντικές εξελίξεις και ανακατατάξεις που εκδηλώνονται στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Γνωρίζουμε πράγματι ότι την ίδια περίπου εποχή η Αίγυπτος συνταράσσεται από τις επιδρομές των «λαών της θάλασσας», ενώ διαλύεται το ισχυρό κράτος των Χετταίων στην κεντρική Μικρά Ασία.
 
Το ερώτημα «τι ήταν αυτό που προκάλεσε μια τόσο σημαντική πολιτική και πολιτιστική αλλαγή» έκανε αρχικά τους ιστορικούς και τους αρχαιολόγους να σκεφτούν ότι η απάντηση βρίσκεται στην αρχαία παράδοση σχετικά με την Κάθοδο των Δωριέων, ενός νέου ελληνικού φύλου, το οποίο, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, εμφανίστηκε πράγματι στην Ελλάδα στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Η σκέψη αυτή φαίνεται καταρχήν απόλυτα δικαιολογημένη. Οι ίδιοι οι αρχαίοι ήταν πεπεισμένοι ότι η Κάθοδος των Δωριέων ήταν ιστορικό γεγονός και τη συνέδεαν με ένα κύμα ταραχών και μεταναστεύσεων που το τοποθετούσαν στα χρόνια μετά τον Τρωικό Πόλεμο. Ενδεικτικός είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει συνολικά την περίοδο που μας απασχολεί ο Θουκυδίδης (1.12) στην «Αρχαιολογία», στην αρχή της ιστορικής του συγγραφής:
 
«Και μετά τα Τρωικά εξακολούθησαν στην Ελλάδα οι μεταναστεύσεις και οι εισβολές και η έλλειψη ησυχίας την εμπόδισε να αναπτυχθεί. Η μακρόχρονη απουσία των Ελλήνων στην Τροία προκάλεσε πολλές αναταραχές και σε πολλές πολιτείες έγιναν επαναστάσεις που ανάγκασαν πολλούς να φύγουν και να πάνε να ιδρύσουν άλλες πολιτείες. Εξήντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας οι Θεσσαλοί έδιωξαν από την Άρνη τους σημερινούς Βοιωτούς, που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή που λέγεται σήμερα Βοιωτία και άλλοτε ονομαζόταν Γη του Κάδμου. Μερικοί Βοιωτοί ήσαν κιόλας εγκατεστημένοι εκεί και μερικοί από αυτούς πήραν μέρος στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Ογδόντα χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, οι Δωριείς με τους Ηρακλείδες κατέκτησαν την Πελοπόννησο. Μόνο μετά από πολλά χρόνια η Ελλάδα ησύχασε οριστικά, σταμάτησαν οι μετοικεσίες και έτσι μπόρεσε να ιδρύσει αποικίες. Οι Αθηναίοι εγκαταστάθηκαν στις Ιωνικές πολιτείες και στα περισσότερα νησιά. Οι Πελοποννήσιοι εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία και στη Σικελία και σε μερικά μέρη της υπόλοιπης Ελλάδας. Όλες αυτές οι αποικίες ιδρύθηκαν μετά τα Τρωικά.»
 
Είναι δύσκολο να πούμε πόσο αξιόπιστη μπορεί να θεωρηθεί αυτή η ιστορική αναδρομή του Θουκυδίδη, γιατί μας είναι άγνωστο από πού αντλεί τις πληροφορίες του· υποθέτουμε ότι η κυριότερη πηγή του ήταν η επική ποίηση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η εμφάνιση στην Ελλάδα νέων πληθυσμιακών ομάδων (που μπορούμε να τις ταυτίσουμε με τους Δωριείς) ανάμεσα στον 11ο και τον 8ο αιώνα π.Χ. είναι αναμφισβήτητη. Εκείνο που δεν γνωρίζουμε είναι αν αυτή η μετακίνηση πληθυσμών ήταν μια από τις αιτίες που προκάλεσαν το τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού ή συνέπεια της αποσύνθεσής του. Βέβαιο είναι ότι οι Δωριείς απουσιάζουν από τις παλαιότερες μυθολογικές παραδόσεις καθώς και από τα ομηρικά έπη, ενώ η μόνη αναντίρρητη μαρτυρία για την παρουσία τους, η δωρική διάλεκτος, εμφανίζεται στα ιστορικά χρόνια, μετά τον 8ο αιώνα π.Χ. Αναπάντητο παραμένει επίσης το ερώτημα κατά πόσο η εγκατάσταση των πληθυσμών αυτών είχε τη μορφή βίαιης εισβολής ή βαθμιαίας και ουσιαστικά ειρηνικής διείσδυσης.
 
Οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι δίνουν συχνά στην εποχή ανάμεσα στο τέλος του μυκηναϊκού πολιτισμού και τον 8ο αιώνα π.Χ. την ονομασία «Σκοτεινοί Αιώνες» εξαιτίας των λίγων σχετικά αρχαιολογικών ευρημάτων και της έλλειψης ιστορικών μαρτυριών. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η αρχαιολογική έρευνα έφερε στο φως στοιχεία που φωτίζουν αρκετά ορισμένες πλευρές της σκοτεινής αυτής περιόδου. Τα αρχαιολογικά λείψανα μαρτυρούν ότι στο τέλος της 2ης και στην αρχή της 1ης χιλιετίας π.Χ. ο πληθυσμός στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο μικρότερος από ό,τι στα χρόνια της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού αλλά, το κυριότερο, κατοικούσε διάσπαρτος σε μικρούς οικισμούς, σε σπίτια κατασκευασμένα από φθαρτά υλικά που δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν. Οι εμπορικές ανταλλαγές ήταν, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, περιορισμένες, όπως δείχνει ανάμεσα στα άλλα και το γεγονός ότι τα πολύτιμα μέταλλα απουσιάζουν σχεδόν εντελώς. Από πολιτική άποψη οι οικισμοί της εποχής αυτής φαίνεται ότι αποτελούσαν, μόνοι τους ή μαζί με άλλους γειτονικούς, ανεξάρτητες και αυτοδιοίκητες κοινότητες. Επικεφαλής της κάθε κοινότητας πρέπει να ήταν ισχυρές οικογένειες που εξουσίαζαν μικρές σχετικά περιοχές, περίπου σαν τα μεσαιωνικά τιμάρια. Φαίνεται ακόμη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι αρχηγοί των οικογενειών αυτών (που μπορούμε να τις ονομάσουμε αριστοκρατικές) συμμαχούσαν μεταξύ τους και επέλεγαν έναν κοινό ανώτερο άρχοντα, που ονομαζόταν βασιλεύς και είχε ταυτόχρονα πολιτικές και θρησκευτικές αρμοδιότητες. Αργότερα το σύστημα που περιγράψαμε έδωσε τη θέση του σε μια συλλογικότερη μορφή διακυβέρνησης, καθώς διευρύνθηκε ο αριθμός των ανθρώπων που συμμετείχαν στα κοινά.

Συγκρούσεις στην οικογένεια: πότε πρέπει να ανησυχώ;

Τι είναι άραγε η σύγκρουση και πώς δημιουργείται μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο; Η σύγκρουση στην οικογένεια οδηγεί στην αποξένωση, στο γκρέμισμα των οικογενειακών δεσμών και στην απομόνωση; πως θα μπορούσε μια σύγκρουση να έχει θετικά αποτελέσματα για το άτομο και το οικογενειακό πλαίσιο;

Η στάση μας απέναντι στην σύγκρουση


Συχνά όταν ακούμε την λέξη «σύγκρουση» αντιλαμβανόμαστε την αρνητική έννοια του όρου. Όλοι έχουμε να θυμηθούμε φορές που βρεθήκαμε σε περιστάσεις όπου ήρθαμε αντιμέτωποι με μια δύσκολη αδιέξοδη και συγκρουσιακή κατάσταση, την οποία δε μπορούσαμε να διαχειριστούμε με ένα ήρεμο και αποτελεσματικό τρόπο. Τέτοιες εμπειρίες μπορεί να μας οδηγήσουν να θεωρήσουμε  τις συγκρούσεις ανεπιθύμητες και με καταστρεπτικές συνέπειες στις προσωπικές σχέσεις και στο ίδιο τον εαυτό (Jonson & Jonson, 1996). Οι συγκρούσεις ωστόσο γίνονται ακόμα πιο δύσκολες όταν αναφερόμαστε στις στενές διαπροσωπικές μας σχέσεις και δεν υπάρχει πιο οικεία και στενή επαφή από αυτή που αναπτύσσουμε με τα μέλη της οικογένειάς μας. Εκεί βέβαια υπάρχει ο κίνδυνος οι συγκρούσεις να γίνουν συνεχόμενες και παρατεταμένες και τα μέλη να εμπλακούν σε μια νοσηρή και δυσλειτουργική επικοινωνία και επαφή με οδυνηρές επιπτώσεις στην ψυχοσυναισθηματική τους υγεία και εξέλιξη.

Η Οικογένεια ως σύστημα


Η οικογένεια αποτελεί ένα μικροσύστημα της κοινωνίας που τα μέλη εμπλέκονται με συναισθηματικούς δεσμούς, ζουν μαζί, αλληλοεπιδρούν και αλληλοεπηρεάζονται. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη μέσα σε ένα οικογενειακό πλαίσιο και μπορεί να δημιουργηθεί τόσο ανάμεσα στο ζευγάρι, στα παιδιά μεταξύ τους όσο και μεταξύ παιδιών και γονέων. Η έμφαση δεν δίνεται στα ατομικά χαρακτηριστικά των μελών της αλλά στον τρόπο που τα μέλη συναλλάσσονται μεταξύ τους στο πλαίσιο του οικογενειακού συστήματος. Στην οικογένεια υπάρχουν ιεραρχίες, ρόλοι, τρόποι επικοινωνίας, οικογενειακές συμμαχίες που διέπουν και καθορίζουν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο η κάθε οικογένεια λειτουργεί και αντιδρά στα εξωτερικά και εσωτερικά ερεθίσματα. Επίσης, καθορίζει τον ιδιαίτερο τρόπο που τα μέλη αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους και διαχειρίζονται τις μεταξύ τους συγκρουσιακές καταστάσεις και εντάσεις (Munuchin, 1985).
Μήπως αισθάνεσαι πως στην οικογένειά σου δεν σε καταλαβαίνει κανείς; Μήπως το σπίτι αντί για σημείο ασφάλειας και θαλπωρής έχει μετατραπεί σε ένα πεδίο μάχης και σύγκρουσης;

 

Δυσλειτουργική επικοινωνία και αλληλεπίδραση


Το επόμενο ερώτημα σε αυτήν την περίπτωση είναι πότε η σύγκρουση γίνεται προβληματική και μη λειτουργική για τα μέλη μιας οικογένειας; Με λίγα λόγια, πότε χρειάζεται να ανησυχεί κανείς για τις οικογενειακές του σχέσεις; Σύμφωνα με τον Laursen & Collins (1994) τρία στοιχεία δείχνουν την προβληματικότητα μιας συγκρουσιακής συνθήκης σε ένα οικογενειακό πλαίσιο. Τρία στοιχεία που θα λέγαμε πως είναι αλληλένδετα και όσο συνυπάρχουν ταυτόχρονα τόσο πιο δύσκολη και δυσλειτουργική γίνεται η επικοινωνία και η αλληλεπίδραση των μελών μιας οικογένειας. Το ένα αφορά τη συχνότητα των διαφωνιών και των συγκρουσιακών καταστάσεων σε μια οικογένεια. Σαφώς όσο πιο συχνές είναι οι εντάσεις, οι διαφωνίες και οι συγκρούσεις σε ένα οικογενειακό πλαίσιο τόσο τα μέλη ζουν σε ένα στρεσογόνο και γεμάτο ένταση οικογενειακό κλίμα, όπου δεν απολαμβάνουν ήρεμες και ειρηνικές οικογενειακές στιγμές.

Η ένταση των συγκρούσεων


Ο άλλος δείκτης είναι η ένταση των συγκρουσιακών καταστάσεων σε μια οικογένεια. Αυτός ο παράγοντας αναφέρεται στην ένταση των συναισθημάτων που επικρατούν και τις αντιδράσεις, συμπεριφορές σε μια συγκρουσιακή συνθήκη. Σαφώς σε αυτήν την περίπτωση δεν μιλάμε για μικρές διαφωνίες και διαφορετικές απόψεις που αφορούν ένα χαμηλής έντασης φαινόμενο αλλά αναφερόμαστε σε έντονες εκρήξεις θυμού, φωνές, υβρεολογία και επίθεση στην πιο ακραία μορφή που χαρακτηρίζονται από υψηλής έντασης συναισθήματα και ψυχολογική διάθεση.

Παρατήρησε, λοιπόν, και απάντησε πόσο έντονες είναι οι συγκρούσεις στην οικογένειά σου και πόσο ακραίες ή μη χαρακτηρίζονται οι αντιδράσεις σε αυτές από τα μέλη τις οικογένειάς σου; Τέλος παρατήρησε τον τρόπο επίλυσης και το αποτέλεσμα της κάθε σύγκρουσης. Έχουν οι συγκρούσεις θετικό ή αρνητικό έμβασμα, υπάρχει ικανοποιητική επίλυση της κατάστασης. Τα μέλη μετά την σύγκρουση συζητούν, διαπραγματεύονται, επικοινωνούν, κάνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις, συμβιβάζονται; Ή αντίθετα μένουν παθητικά, δεν εκφράζουν τα συναισθήματά τους, έχουν συναισθηματική ένταση, ψυχική αναταραχή και τελικό αίσθημα μοναξιάς και στο τέλος νιώθουν αποξενωμένα και με συναισθηματική απόσταση μεταξύ τους;

Οικογενειακές συγκρούσεις


Οι συγκρούσεις στην οικογένεια είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο και συμβαίνουν διότι η οικογένεια αποτελεί ένα ζωντανό σύμπλεγμα/σύστημα διαφορετικών προσωπικοτήτων και χαρακτήρων, όπου οι ανάγκες, οι επιθυμίες, οι αξίες, οι προτεραιότητες και οι στόχοι των μελών συχνά διαφοροποιούνται και έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Μέχρι ένα βαθμό η οποιαδήποτε σύγκρουση στο οικογενειακό πλαίσιο είναι φυσιολογική και αναγκαία για την ωρίμανση και ανάπτυξη των μελών της.

Η θεωρία του Erikson για τις συγκρούσεις


Όπως άλλωστε ο Erikson (1959) υποστηρίζει οι συγκρούσεις είναι κεντρικές και καθοριστικές για την προσωπική ανάπτυξη του ατόμου και οδηγούν στην αλλαγή και ωρίμανση του ατόμου. Σύμφωνα, λοιπόν, με την θεωρία του ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα αντιμετωπίζουν τις εσωτερικές και εξωτερικές συγκρούσεις, καθορίζει την περαιτέρω ανάπτυξής τους ή μπορεί να προκαλέσει την στασιμότητα και παλινδρόμησή τους. Οπότε το μυστικό βρίσκεται στον τρόπο που κάθε οικογένεια και κάθε μέλος της ξεχωριστά διαχειρίζεται και επιλύει την σύγκρουση τόσο σε εσωτερικό όσο και σε εξωτερικό επίπεδο. Ο ιδιαίτερος τρόπος που στέκομαι και επιλύω την σύγκρουση είναι οπότε εκείνος ο παράγοντας που κάνει την διαφορά και δημιουργεί ένα τελείως διαφορετικό αποτέλεσμα τόσο σε συναισθηματικό όσο και σε ψυχολογικό επίπεδο στην οικογενειακή ζωή και καθορίζει τόσο την εξέλιξη των μελών της όσο και τη στασιμότητα/νοσηρότητα και αποδιοργάνωση της οικογενειακής εστίας.

Η στάση σου στις συγκρούσεις


Αναλογίσου, λοιπόν, και απάντησε στον εαυτό σου: απολαμβάνεις την οικογενειακή σου ζωή, βιώνεις χαρά και ικανοποίηση από την σχέση με τους σημαντικούς άλλους στην ζωή σου ή βρίσκεσαι σε συνεχή άμυνα και συγκρουσιακή σχέση μαζί τους; Αξιολόγησε με βάση τις παραπάνω διαστάσεις για να δεις αν η οικογενειακή σου ζωή βρίσκεται σε ένα καλό και λειτουργικό επίπεδο επικοινωνίας και επαφής ή αν υπάρχει λόγος να προβληματιστείς για την ποιότητα της οικογενειακής σου ζωής. Το ερώτημα είναι εσύ πως στέκεσαι απέναντί στην σύγκρουση στην ζωή σου με τους σημαντικούς άλλους και πόσο αυτό επηρεάζει την καθημερινή σου ζωή και ψυχική ισορροπία. Οι προβληματικές συγκρούσεις σε μια οικογένεια όσο και να φαίνονται πολλές φορές ότι γίνονται για ασήμαντα και επιφανειακά αίτια έχουν στο βάθος τους βαθύτερες αιτίες και ενδότερες ενδοψυχικές προεκτάσεις που μπορεί να οδηγήσουν τις σχέσεις των μελών της σε αδιέξοδο.

Χωροχρονικό Loop: Tο “Υφαντό” του Παρελθόντος

Χωροχρονικό Loop: Mater Polis &   – Ο Αέρας φυσά μέσα στο στενό σοκάκι που περιστοιχίζεται από παλιά, σχεδόν ερειπωμένα κτίσματα που παραδόξως κατοικούνται, και μεταφέρει μνήμες από κάποιο μακρινό αλλά ίσως φωτεινότερο παρελθόν.
 
Μπορείς να το νιώσεις την ώρα που τσιτώνει το δέρμα σου, να αφουγκραστείς πως δεν είναι η παγωνιά που σε κάνει να θες να αλλάξεις το βλέμμα και να μεταφερθείς βιαστικά σε μία πιο ζωντανή περιοχή, αλλά αυτή η ξεχασμένη μακρινή ανάμνηση ενός αλλοτινού χαρακτήρα που ακόμα υπάρχει ως ένα αστικό φάντασμα που στοιχειώνει κάθε γωνία και πέτρα αυτού του μέρους. Και οι άνθρωποι; Πως αντανακλάται αυτή η ζοφερή αύρα στο ζωντανό στοιχείο που κρατά ενεργό έστω και αμυδρά το ζωτικό επίπεδο της περιοχής; Είναι άραγε τόσο ερειπωμένοι ψυχικά όσοι και τα ταλαιπωρημένα κτίσματα που τους περιθάλπουν;
“Λειτουργούμε μονάχα με πράγματα που δεν υπάρχουν: Αόρατες γραμμές, σφαίρες ύπαρξης, σώματα, άτομα, διαχωρισμένα χρονικά διαστήματα, διαχωρισμένους χώρους.. Πως μπορούν να υπάρξουν πιθανές εξηγήσεις όταν μετατρέπουμε τα πάντα σε εικόνα, την δική μας εικόνα… Και λειτουργούμε με πράγματα που υπάρχουν εικονικά.. Εικονικές γραμμές,  σφαίρες ύπαρξης, σώματα, εικονικά διαχωρισμένα χρονικά διαστήματα, και εικονικούς χώρους. Δεν μπορούν να υπάρχουν πιθανές εξηγήσεις, όταν μετατρέπουμε τα πάντα σε μία εικονική κατάσταση, την δική μας Εικονική Πραγματικότητα…» The Electronic Disturbance

Απέναντι φαίνεται ολοζώντανα ζωγραφισμένο το κεφάλι μίας αλλόκοτης παιδικής μορφής που περιεργάζεται το τοπίο με μία σειρά από μάτια. Διαθέτει τέσσερα από δαύτα, το ένα ζευγάρι κάτω από το άλλο, και στην κορυφή της κεφαλής βρίσκεται μία ερμητικά σφραγισμένη κουκκίδα. Ίσως αυτή η μορφή να είναι η υλοποιημένη σκεπτομορφή του Συλλογικού Ασυνείδητου της Ευρύτερης περιοχής. Τα δύο της κάτω μάτια αντανακλούν την πραγματικότητα που έχει απλώσει τα πλοκάμια της σε αυτόν εδώ τον τόπο. Μαύρα σαν το έρεβος, σαν τα προβλήματα της γειτονιάς που ενδυναμώνουν την στασιμότητα του κέντρου της Πόλης. Ναι, βρίσκομαι στο κέντρο της Χώρας, στον Ομφαλό ολόκληρης της εξέλιξης του πολιτισμού μας. Και αυτή είναι η εικόνα που αντικρύζουν καθημερινά χιλιάδες ανθρώπων που δίχως να το κατανοούν με τα χιλιάδες υποσυνείδητα και συνειδητά προβλήματά τους υλοποιούν τον χώρο και τον «σακατεύουν», σε μία αλληλεπίδραση που στο τέλος θα σακατέψει και την ίδια την ύπαρξή τους, αν δεν το έχει ήδη κάνει.

Η δεύτερη σειρά από μάτια είναι η αόρατη χρονική γραμμή που ενώνει την περιοχή αυτή με το παρελθόν της. Τις αναμνήσεις και όλα τα όνειρα, τις ελπίδες και τις προσδοκίες που θάφτηκαν κάτω από την σκόνη και τα σκουπίδια. Η συνείδηση του Συλλογικού ασυνείδητου που κάποτε λειτουργούσε και παρέδιδε στον χώρο την θετική ενεργειακή μορφή της. Και οι άνθρωποι, βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα εικονικό χρονικό timeline, αναμεταδίδοντας στο Νου τους το παρελθόν μονάχα. Η συλλογιστική διαδικασία αυτής της γειτονιάς, αυτής της πόλης, αυτής της χώρας, παίζει μονίμως σε Rewind. Έτσι ξαναζωντανεύει το πνεύμα του παρελθόντος, προσπαθώντας να αποσύρει από το υποσυνείδητό της τα ερείπια της γειτονιάς, τα ερείπια της Ψυχικής γαλήνης των κατοίκων.

Η Αθήνα, η Μητρόπολη στην οποία ζούμε μπορεί να θεωρηθεί ως η “Mater Polis” η Μητέρα Πόλη, που αφομοιώνει τα προβλήματα των κατοίκων της και τα ενσωματώνει στο ενεργειακό της αποτύπωμα. Αυτή η Μέγα-πόλη αποτελείται από ένα σύνθετο δίκτυο κοινωνικής αλληλεπίδρασης που υπάρχει σαν αποτύπωμα στον ενεργειακό πλέγμα της και υφαίνεται μέρα με την ημέρα, στιγμή με την στιγμή, ανάμνηση με την ανάμνηση.. Είναι η Ενεργειακή δομή της πόλης μέσα στην οποία ο άνθρωπος είναι δύσκολο να πλοηγηθεί και ακόμη δυσκολότερο να κατανοήσει. Μόνο που οι εξελίξεις τείνουν πάντοτε να μας προλαβαίνουν, και αυτή η αναγνώριση της ενεργειακής δομής αλλά και η συνειδησιακή της μετατόπιση θα είναι ραγδαία, απότομη και Πανίσχυρη…

Είναι το τρίτο μάτι σε αυτή την υλοποιημένη εικόνα στο στόρι της βρώμικης γειτονιάς, το ερμητικά κλεισμένο μυστικό, η μη υλοποιημένη Τρίτη πραγματικότητα που όταν αποκαλυφθεί και ανοίξει θα απλώσει άπλετο το φως ενός Ενεργειακά και Συνειδησιακά απελευθερωμένου κόσμου…

Προτού συμβεί αυτό όμως υπάρχουν κάποια χαρακτηριστικά που θα πρέπει ο καθένας μας να αρχίσει να παρατηρεί:

Κάθε στιγμή μέσα στην πόλη υπάρχουν πολλά περισσότερα από όσα το μάτι μπορεί να δει, από όσα μπορεί να ακούσει το αυτί, ένα σκηνικό που περιμένει κρυμμένο και έτοιμο να αποκαλυφθεί. Τίποτα δεν υπάρχει από μόνο του, παρά μόνο σε σχέση με το περιβάλλον, η αλληλουχία των γεγονότων που οδηγούν σε αυτό το κρυμμένο σκηνικό, η μνήμη περασμένων εμπειριών που βρίσκεται εντυπωμένη στο βιωματικό DNA του αστικού τοπίου. Κάθε άνθρωπος που ζει σε μία γειτονιά διαθέτει βιωματικούς δεσμούς με κάποια περιοχή της πόλης και η εικόνα του είναι βουτηγμένη στις αναμνήσεις και την σημειολογία.

Η Δόμηση και η αναγνώριση του περιβάλλοντος χώρου είναι μία ζωτική δυνατότητα των ανθρώπων και είναι χρήσιμο να την αποκρυπτογραφήσουμε. Εδώ χρησιμοποιούνται πολλά χαρακτηριστικά: Οι οπτικές αισθήσεις του χρώματος, το σχήμα, η κίνηση ή η πόλωση του φωτός, καθώς και οι υπόλοιπες αισθήσεις όπως η όσφρηση, ο ήχος, η αφή, η κιναίσθηση, η αίσθηση της βαρύτητας και ίσως τα ηλεκτρικά και τα μαγνητικά πεδία.

Πρόκειται για την διαδικασία αναγνώρισης της εικόνας που είτε έχει εντυπωθεί επιτηδευμένα από τους χειριστές του Αστικού περιβάλλοντος με σκοπό την μετάλλαξη της πόλης και των κατοίκων της, είτε «γεννήθηκε» από το Συλλογικό Ασυνείδητο που για χρόνια τώρα χειραγωγείται και εγκλωβίζεται σε μία διαδικασία αναπαραγωγής τέτοιων ξενομορφικών εικόνων.

Το χτίσιμο της «Εικόνας»

Από πού πηγάζουν όμως αυτές οι Αρχετυπικές εικόνες που βρίσκονται παντού μέσα στο αστικό τοπίο; Πως μπορεί κάποιος να τις παρατηρήσει για να καταφέρει να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά που περνάνε μέσα στον υποσυνείδητο εαυτό του;

Οι «Χωρικές εικόνες» είναι τα όνειρα της κοινωνίας. Και όταν αυτά τα ιερογλυφικά της οποιασδήποτε Χωρικής εικόνας αποκρυπτογραφηθούν τότε η βάση της συνειδησιακής πραγματικότητας των ανθρώπων παρουσιάζεται και αποκαλύπτεται. Αυτό που παρατηρούμε στην «επιφάνεια» είναι απλά το αποτέλεσμα των βαθύτερων δυνάμεων που δρουν, ενεργοποιούνται και αποτυπώνονται στο επιφανειακό επίπεδο. Οι εκφράσεις του επιφανειακού αυτού επιπέδου μέσω της υποσυνείδητης φύσης τους παρέχουν πρόσβαση στην υποβόσκουσα ενεργειακή υπόσταση. Άρα η παρατήρηση των φαινομένων αυτών και των χαρακτηριστικών στοιχείων που εντυπώνονται μέσα της μας επιτρέπει την απόρριψη αυτών των επιφανειακών αλλά κατ’ ουσίαν βαθύτερων ροών Συλλογικής «απενεργοποίησης»

Οι χωρικές εικόνες είναι αποτέλεσμα μίας δυαδικής διαδικασίας μεταξύ του παρατηρητή και του περιβάλλοντος. Το περιβάλλον «προτείνει» τις αντιθέσεις και τους συσχετισμούς και ο παρατηρητής – με μεγάλη προσαρμογή στα ερεθίσματα αυτά για τους δικούς του εσωτερικούς σκοπούς – επιλέγει, οργανώνει και αποτυπώνει το υποσυνείδητο μήνυμα που παρατηρεί. Αυτή η εικόνα είναι πια τόσο αναπτυγμένη που οριοθετεί αυτό που βλέπει ο παρατηρητής, και όταν το ίδιο είδωλο δοκιμάζει να αποτυπωθεί σε κάποια φιλτραρισμένη συνείδηση μέσω μίας οπτικής αλληλεπίδρασης, τότε παρατηρούμε το εξής: Η πραγματικότητα που αποτυπώνεται στον Νου διαφέρει ανάλογα με την συνειδησιακή κατάσταση των παρατηρητών που έρχονται αντιμέτωποι μαζί της.

Οι χειριστές του Τεχνητού περιβάλλοντος της πόλης φαίνεται πως ενδιαφέρονται κυρίως για την αλληλεπίδραση αυτή που παράγει η εικόνα του χώρου. Διαφορετικοί χώροι μπορεί να αντισταθούν ή ακόμα και να αποβάλλουν την εντύπωση μίας συγκεκριμένης εικόνας που θα επιφέρει τον συνειδησιακό σκοταδισμό στους επερχόμενους παρατηρητές της.

Να μάθεις να αγαπάς εσένα και να το βλέπεις στις επιλογές σου

Να μάθεις να αγαπάς τον εαυτό σου και να το βλέπεις στις επιλογές σου, στις σχέσεις σου, στη δουλειά σου, στην καθημερινότητά σου.

Να μάθεις να τον αγαπάς και να τον περιβάλλεις με ανθρώπους που θα σε εξελίσσουν, που δεν θα σε κάνουν να αμφισβητείς τον εαυτό σου, αλλά όταν χρειάζεται δεν θα διστάσουν να σου επισημάνουν και τα λάθη σου...

Να μάθεις να τον αγαπάς τον εαυτό σου και να θέλεις να σου αναγνωρίζουν οι άλλοι, αυτά που κάνουν... γιατί την αναγνώριση όλοι την θέλουμε, για να νιώθουμε ότι οι άλλοι αντιλαμβάνονται την προσπάθεια που καταβάλλουμε…

Να μάθεις να τον αγαπάς τον εαυτό σου και να μην φοβάσαι να φύγεις από σχέσεις, που θα συμβούλευες τους άλλους να τελειώσουν… από σχέσεις που δίνεις μόνο εσύ και οι άλλοι έχουν βολευτεί σε αυτό το ρόλο... από σχέσεις που νιώθεις ότι παλεύεις μόνο εσύ...

Να μάθεις να τον αγαπάς τον εαυτό σου, με εκείνο τον υγιή εγωισμό, που όταν ακούσεις τον άλλον να σου λέει «πάντα εσύ μου έδινες, χωρίς να στο ζητάω και χωρίς να προσπαθώ...» να σκεφτείς ότι οι σχέσεις είναι διαδραστικές, είναι αμφίδρομες και βασίζονται στην αμοιβαιότητα...

Να μάθεις να τον αγαπάς τον εαυτό σου και να το βλέπεις στις επιλογές σου... να φροντίζεις το σώμα σου και να τρέφεσαι σωστά, ισορροπημένα.. να προσπαθείς να έχεις χρόνο για να κάνεις πράγματα όπως είναι το διάβασμα ή ο χρόνος με τους φίλους.. να επιλέγεις να γυμνάζεσαι και να μην ζεις με τους δαίμονες του παρελθόντος.

... και αν έχεις μάθει όλα αυτά να τα θεωρείς πολυτέλεια χρόνου, και αν έχεις μάθει να δικαιολογείς τον εαυτό σου για ατυχείς επιλογές και για όσα δεν του προσφέρεις, και αν έχεις μάθει να φοβάσαι τον εαυτό σου, να του υπενθυμίζεις… ότι την αξία εμείς την δίνουμε σε εμάς, με μικρές καθημερινές στιγμές, με επιλογές αλλά και χτίσιμο μικρών στιγμών ευτυχίας.

Όταν οι λέξεις τελειώνουν, η σιωπή μιλά από μόνη της

Και έρχεται η στιγμή που πνίγεσαι… Που υπάρχουν μέσα σου τόσοι διάλογοι, υπάρχουν τόσα λόγια, υπάρχουν σκέψεις. Κάθεσαι με τις ώρες και σκέφτεσαι, τι έκανες, πώς αντέδρασες, βάζεις τον εαυτό σου σε μια διαδικασία διαμάχης. Αρχίζεις να μιλάς, να κάνεις διάλογο με μοναδικό ακροατή εσένα.

Ρωτάς, απαντάς ξανά ρωτάς, παίρνεις τη θέση κάποιου τρίτου, καμία φορά ακόμα και περισσότερων ανθρώπων. Προσπαθείς να βρεις τις αιτίες, τις λύσεις, προσπαθείς να πάρεις απαντήσεις, να βγάλεις συμπεράσματα για συμπεριφορές και πλάθεις τα δικά σου σενάρια.

Και ύστερα, κουρασμένος πλέον, μην έχοντας άλλες ψυχικές αντοχές να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου ότι βρήκες τη λύση. Ποια λύση; Ας μην εξαπατόμαστε, ακόμα και στα μαθηματικά για να έχεις ένα αποτέλεσμα χρειάζεσαι τουλάχιστον δύο αριθμούς. Με τους ανθρώπους πιστεύεις η μονάδα αρκεί;

Και όλο αυτό συμβαίνει γιατί απλά δείλιασες. Ναι ακριβώς. Είχες μπροστά σου όλα όσα χρειαζόσουν, ήταν η καλύτερη στιγμή, απλά εσύ διάλεξες να σωπάσεις. Και τώρα όλα γυρνούν στο μυαλό σου γιατί αυτά που δεν κατάφερες να πεις με λόγια, αυτά που δεν άφησες να φύγουν από μέσα σου, δεν βρήκαν διέξοδο και έχουν φωλιάσει. Και όσο τα κρατάς κλειστά και κλειδωμένα, εκείνα αντιδρούν. Δεν τους αρέσει να φυλακίζονται, οι λέξεις είναι ελεύθερες και έτσι ελεύθερες τριγυρνούν μέσα σου μέχρι να απελευθερωθούν.

Ξέρεις τι θα συμβεί αν δεν καταφέρουν να αποδράσουν, αν φανείς εσύ πιο επίμονος από αυτές, αν τις αγνοήσεις; θα μείνουν εκεί για λίγο ήσυχες μέχρι που θα πιστέψεις κι εσύ ίδιος ότι δεν υπάρχουν κι όταν στην παρέα τους κάνεις το λάθος και προσθέσεις και άλλες, τότε όλες μαζί θα ενωθούν, θα συμμαχήσουν, θα δυναμώσουν και το ξεσήκωμά τους θα είναι αναπόφευκτο.

Εντάξει όμως δείλιασες, δεν ήσουν έτοιμος ακόμα να μιλήσεις, ήθελες να πάρεις τον χρόνο σου, να βεβαιωθείς για τις σκέψεις σου, να μιλήσεις και να ακούσεις πρώτα εσένα. Ο χρόνος που χρειάστηκε, λίγος – πολύς, εσύ το ξέρεις καλύτερα από όλους, πέρασε, τώρα γιατί ακόμα σωπαίνεις;

Γιατί πιστεύεις ότι τα λόγια σου δεν θα έχουν καμία σημασία για τον άλλο. Γιατί οι πράξεις του, σου έδειξαν και σε έφεραν στο σημείο που βρίσκεσαι. Γιατί για σένα αυτά που θα ακουστούν έχουν αξία και θέλεις ο άλλος που θα τα πάρει, να τα προσέξει σαν θησαυρό. Γιατί θέλεις να καταλάβουν τη σιωπή σου και όσα δεν έχεις πει, να ειπωθούν μέσω αυτής.

Μόνο που η σιωπή μιλάει στους άλλους όταν οι λέξεις σου πραγματικά έχουν τελειώσει, όταν οι σκέψεις σου έχουν φύγει και όταν οι διάλογοί σου πλέον είναι πραγματικοί. Τότε μόνο η σιωπή σου θα κάνει θόρυβο, τότε μόνο εσύ θα σωπάσεις.

Κόψε τα δεσμά που σε τραβούν προς τα κάτω

Ελεύθερος να Είσαι.

Κόψε τα δεσμά που σε τραβούν προς τα κάτω, αφέσου στη ροή. Στο άκουσμα του γαλήνιου κύματος τη νύχτα και των γλυκών ήχων των πουλιών που κελαηδούν την ημέρα.

Πίστεψε στα όνειρα σου, πίστεψε στην αλήθεια σου. Φαντάσου τον κόσμο σου όπως τον επιθυμείς κι έπειτα ζήσε τη ζωή σου δημιουργώντας όλα όσα φαντάστηκες.

Χαμογέλα τώρα, μην αναβάλλεις την ευτυχία για μετά. Αργότερα θα είναι μια άλλη ζωή, μια άλλη πραγματικότητα. Ο χρόνος που σπαταλάμε στη δυστυχία δεν θα αναπληρωθεί ποτέ.

Πες μια καλή κουβέντα, κάνε μια καλή πράξη. Ο κόσμος έχει ανάγκη από αυτό. Άκου πριν μιλήσεις, σκέψου πριν κρίνεις, κατανόησε πριν καταδικάσεις. Δεν είμαστε εδώ για να κρίνουμε, αλλά για να αγαπήσουμε.

Αγάπησε τον πλησίον σου, σεβάσου τον συνάνθρωπο σου. Όχι επειδή στο επιβάλλει κάποιος, αλλά γιατί έτσι ο κόσμος γίνεται καλύτερος, το αύριο γίνεται πιο ελπιδοφόρο.

Συγχώρησε τα σφάλματα, εμπνεύσου από την ομορφιά, υπερασπίσου το δίκαιο, προστάτεψε το αληθινό. Ζήτα συγνώμη, πες ευχαριστώ. Διώξε τον εγωισμό, τη μνησικακία.

Αγνόησε την κακία, το φθόνο. Δείξε μεγαλοψυχία και γενναιοδωρία. Κανείς δεν έγινε πιο ευτυχισμένος πολεμώντας τους μίζερους. Κανείς δεν έγινε πιο επιτυχημένος απαντώντας στους ανόητους.

Το μίσος είναι αγκάθι, αγάπα.
Η άγνοια είναι εχθρός, μάθε.

Ο κόσμος αυτός δεν βασίζεται στη βεβαιότητα, βασίζεται στη ρευστότητα. Τα πάντα είναι πιθανά, τα πάντα κινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ό,τι κι αν φαντάζεσαι μπορεί να υλοποιηθεί.

Μπορείς να δημιουργήσεις οτιδήποτε επιθυμείς, μπορείς να υλοποιήσεις οτιδήποτε φαντάζεσαι. Έχεις τη δύναμη να φτιάξεις κόσμους, να γκρεμίσεις τα σύνορα, να μηδενίσεις την αμφιβολία.

Μπορείς να ελευθερωθείς από οτιδήποτε σε καταδυναστεύει, να απαγκιστρωθείς από οποιαδήποτε κατάσταση ρουφάει τη ζωή σου, να ξεκόψεις από οποιαδήποτε αρνητική συνήθεια.

Μπορείς να ζήσεις όπως ονειρεύεσαι, να αποκτήσεις όλα τα πνευματικά και υλικά αγαθά που λαχταράς. Έχεις τη δύναμη της επιλογής, τη δύναμη της συνείδησης.

Είμαστε κόκκοι άμμου μπροστά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Όμως ταυτόχρονα είμαστε και πανίσχυροι δημιουργοί. Δημιουργούμε την πραγματικότητα μας και επηρεάζουμε και τους άλλους καθώς δημιουργούν τη δική τους.

Όλα ξεκινούν από την επιθυμία. Επιθυμείς όχι γιατί είσαι ανίσχυρος, αλλά για να εκφράσεις τον εαυτό σου. Επιθυμείς και αυτό συμβαίνει για να εξελιχθείς, για να προοδεύσεις, για να έχεις προορισμό. Θέλεις να αποκτήσεις οτιδήποτε γιατί αυτό που ουσιαστικά επιθυμείς είναι η εξέλιξη, η πρόοδος και η ευημερία.

Αν η επιθυμία σου «ριζώσει» στο πρόσφορο έδαφος του υποσυνείδητου ο εαυτός σου θα αρχίσει να σε εμπνέει. Καθώς ο εαυτός σου σε εμπνέει μη τον μπλοκάρεις με σκέψεις ανέχειας και αδυναμίας γιατί ουσιαστικά αυτό που μπλοκάρεις είναι η ευτυχία σου. Ανθρώπινο να φοβάσαι, θεϊκό να δημιουργείς. Έχεις το δικαίωμα να επιλέξεις πλευρά.

Έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε οτιδήποτε δεν μας αρέσει και να το μετατρέψουμε σε κάτι εκπληκτικό. Δεν είναι ευσεβής πόθος, είναι Κβαντομηχανική.

Κύριος σε κάθε τι είναι αυτός που έχει τη δύναμη να παρέχει ή να απομακρύνει αυτό που ο ίδιος θέλει ή δεν θέλει

Σε αυτά το αποσπάσματα από το Εγχειρίδιό του, ο Επίκτητος θεμελιώνει μια σημαντική σχέση ανάμεσα στις επιθυμίες, την ελευθερία και την επιλογή, προτρέποντας να φροντίζουμε μόνο εκείνο που είναι στις δυνάμεις μας.

«Εάν επιθυμείς τα παιδιά σου, η γυναίκα σου και οι φίλοι σου να ζουν για πάντα, είσαι ανόητος: θέλεις τα πράγματα που δεν είναι στον έλεγχό σου, να είναι, και εκείνα που είναι ξένα, να γίνουν δικά σου. Με τον ίδιο τρόπο, εάν θέλεις ο σκλάβος σου να μη σφάλλει, είσαι τρελός, γιατί θέλεις το ελάττωμα να μην είναι ελάττωμα, αλλά κάτι άλλο. Αλλά αν θέλεις να μην αποτυγχάνεις όταν επιθυμείς κάτι, αυτό μπορείς να το καταφέρεις. Να ασκείσαι, λοιπόν, σε αυτό που μπορείς.

Κύριος σε κάθε τι είναι αυτός που έχει τη δύναμη να παρέχει ή να απομακρύνει αυτό που ο ίδιος θέλει ή δεν θέλει. Όποιος, λοιπόν, θέλει να είναι ελεύθερος, δεν επιθυμεί και δεν αφαιρεί κάτι που βρίσκεται στον έλεγχο άλλων: διαφορετικά. αναπόφευκτα είναι σκλάβος.

Παρατήρησε πως όταν βλέπεις αξιότιμους ή ισχυρούς άντρες ή τον τρόπο με τον οποίο είναι φημισμένοι και δοξασμένοι, η εμφάνισή τους δεν σου κάνει εντύπωση ώστε να θεωρήσεις ότι είναι περιπετειώδεις και ευτυχισμένοι. Γιατί, αν η ουσία του καλού βρίσκεται στα πράγματα που είναι στην ευχέρειά μας, δεν πρέπει να υπάρχουν ούτε ο φθόνος ούτε η ζήλια. Κι εσύ, σε ό,τι σε αφορά, δεν θα θέλεις να είσαι ούτε αρχηγός στρατού ούτε πρόεδρος συμβουλίου ούτε πρόξενος, αλλά ελεύθερος: και προς αυτό υπάρχει μόνο ένας δρόμος, που είναι να μην ασχολούμαστε με τα πράγματα που δεν ανήκουν στη δύναμή μας».

Επίκτητου, Εγχειρίδιον

Και ποιος είναι ακώλυτος; Αυτός που δεν επιθυμεί τίποτε από τα ξένα

O ανεμπόδιστος άνθρωπος, αυτός, στον οποίο τα πράγματα έρχονται όπως θέλει, είναι ελεύθερος.

Αυτός όμως, που μπορεί ή να τον ανακόψουν ή να τον εξαναγκάσουν ή να τον εμποδίσουν ή, παρά τη θέλησή του, να τον μπλέξουν σε κάτι, είναι δούλος.

Και ποιος είναι ακώλυτος;

Αυτός που δεν επιθυμεί τίποτε από τα ξένα.

Και ποια πράγματα είναι ξένα;

Αυτά που δεν εξαρτάται από εμάς ούτε να τα έχουμε ούτε να μην τα έχουμε ούτε να τα έχουμε σε μια ορισμένη κατάσταση ή με έναν ορισμένο τρόπο.

Επομένως, το σώμα είναι ξένο, τα μέρη του είναι ξένα, η περιουσία είναι ξένο πράγμα.

Αν, λοιπόν, πάσχεις για κάτι από αυτά σαν να είναι δικό σου, θα τιμωρηθείς όπως αξίζει σε αυτόν που επιθυμεί ξένα πράγματα.

Αυτός ο δρόμος οδηγεί στην ελευθερία, αυτή μόνο είναι η απαλλαγή από τη δουλεία, να μπορείς κάποτε με όλη σου την ψυχή να πεις το: οδήγησέ με Δία, και συ Πεπρωμένο, εκεί που από παλιά με έχετε ορίσει.

Επίκτητος, Δ’ Διατριβή α΄, «Περί ελευθέριας», §128-131

Το κουτσομπολιό έχει γίνει η βασική μορφή επικοινωνίας στην ανθρώπινη κοινωνία

Το κουτσομπολιό είναι η χειρότερη μαύρη μαγεία, επειδή αποτελείται από καθαρό δηλητήριο. Μάθαμε πώς να κουτσομπολεύουμε μέσω κάποιας συμφωνίας. Όταν ήμαστε παιδιά, ακούγαμε τους μεγάλους να κουτσομπολεύουν ασταμάτητα γύρω μας, εκφράζοντας ανοιχτά τη γνώμη τους για διάφορους άλλους ανθρώπους. Είχαν κάτι να πουν ακόμη και για άτομα εντελώς άγνωστα. Με τις γνώμες αυτές μεταφερόταν το συναισθηματικό δηλητήριο από τον έναν στον άλλον κι εμείς μάθαμε ότι αυτός είναι ο φυσιολογικός τρόπος επικοινωνίας.

Το κουτσομπολιό έχει γίνει η βασική μορφή επικοινωνίας στην ανθρώπινη κοινωνία. Το χρησιμοποιούμε για να νιώσουμε κοντά ο ένας στον άλλον, επειδή αισθανόμαστε καλύτερα βλέποντας ότι υπάρχουν και άλλοι που υποφέρουν όσο εμείς. Εκείνοι που βασανίζονται στην κόλαση δεν θέλουν να είναι μόνοι. Ο φόβος και η οδύνη αποτελούν βασικά συστατικά του ονείρου του πλανήτη: είναι τα μέσα με τα οποία το όνειρο μας κρατάει δέσμιους.

Αν παρομοιάσουμε το ανθρώπινο μυαλό μ έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, τότε το κουτσομπολιό θα μπορούσε να συγκριθεί μ’ έναν ιό. Ένας τέτοιος ιός είναι γραμμένος στην ίδια γλώσσα με όλους τους υπόλοιπους κώδικες του υπολογιστή, έχει, όμως, επιζήμια πρόθεση. Ο βλαβερός αυτός κώδικας εγκαθίσταται στο πρόγραμμα του υπολογιστή σας εκεί που δεν το περιμένετε και, συνήθως, χωρίς να το γνωρίζετε. Ύστερα απ’ αυτή την εισβολή, ο υπολογιστής σας δεν λειτουργεί όπως πριν ή παύει να λειτουργεί τελείως, επειδή οι κώδικές του περιπλέκονται, στέλνοντας αναρίθμητα αντικρουόμενα μηνύματα.

Το κουτσομπολιό κάνει την ίδια ακριβώς δουλειά. Για παράδειγμα, πρόκειται να παρακολουθήσετε έναν κύκλο σπουδών και αυτό είναι κάτι το οποίο περιμένατε εδώ και πολύ καιρό. Λίγη ώρα πριν μπείτε στην τάξη, γνωρίζετε κάποιον που παρακολούθησε στο παρελθόν το ίδιο μάθημα κι ο οποίος σας λέει, “Α, ο καθηγητής που θα έχετε είναι τελείως άσχετος. Ούτε ήξερε τι μας έλεγε. Και είναι και διεστραμμένος, γι’αυτό έχετε το νου σας!”.

Στο μυαλό σας αποτυπώνονται αμέσως και τα λόγια αυτού του ανθρώπου και ο συναισθηματικός κώδικας που τα συνόδευε, χωρίς, όμως, να γνωρίζετε τα αληθινά κίνητρά του. Το άτομο που σας έδωσε αυτή την πληροφορία μπορεί να είχε πάρει κακούς βαθμούς από τον συγκεκριμένο καθηγητή ή να είχε καταλήξει σε εσφαλμένα συμπεράσματα εξαιτίας δικών του φοβιών και προκαταλήψεων, αλλά επειδή έχετε μάθει από παιδί να αποδέχεστε κάθε είδους πληροφορία, ένα μέρος του εαυτού σας πηγαίνει στην τάξη πεπεισμένο ότι τα όσα άκουσε αληθεύουν. Κατά τη διάρκεια της παράδοσης, το δηλητήριο σάς διαποτίζει σιγά-σιγά και δεν συνειδητοποιείτε ότι βλέπετε πλέον τον καθηγητή μέσα από τα μάτια του ατόμου που σας τον κακολόγησε. Κατόπιν, αρχίζετε να μεταδίδετε κι εσείς σε άλλους συμμαθητές σας το κουτσομπολιό και σιγά-σιγά όλοι μέσα στην τάξη θεωρούν τον καθηγητή αδαή και διεστραμμένο. Στο μεταξύ, εσείς, προκατειλημμένος πλέον, έχετε απογοητευτεί από το μάθημα και θέλετε να τα παρατήσετε στη μέση. Ρίχνετε την ευθύνη στον καθηγητή, στην ουσία, όμως, φταίει το κουτσομπολιό.

Να τι προβλήματα μπορεί να προκαλέσει ένας τόσος δα ιός. Μια μικρή λανθασμένη πληροφορία έχει τη δύναμη να γκρεμίσει τις γέφυρες επικοινωνίας ανάμεσα στους ανθρώπους, μολύνοντας όποιον αγγίζει, ώστε να μεταδώσει κι αυτός με τη σειρά του τον ιό στους άλλους. Φανταστείτε ότι κάθε φορά που ακούτε ένα κουτσομπολιό, εκείνος που σας το λέει τοποθετεί μέσα στον εγκέφαλό σας έναν ιό και σαν αποτέλεσμα χάνετε λίγο-λίγο την πνευματική σας διαύγεια. Εσείς, σε μια προσπάθεια να ξεμπερδέψετε τη σύγχυσή σας και να ανακουφιστείτε από το συσσωρευμένο δηλητήριο, μεταφέρετε με τη σειρά σας μερικούς απ’ αυτούς τους ιούς-κουτσομπολιά σε κάποιον άλλον.

Φανταστείτε τώρα αυτή τη διεργασία σαν μια ατέλειωτη αλυσίδα που ενώνει όλους τους ανθρώπους πάνω στη γη. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος γεμάτος ανθρώπους που έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες μόνο μέσα από υπολογιστές, στους οποίους έχει εισβάλει ένας δηλητηριώδης και άκρως μεταδοτικός ιός. Αυτός ο ιός είναι και πάλι ό,τι ονόμαζαν οι Τολτέκοι μιτότε – δηλαδή η Βαβέλ των χιλιάδων διαφορετικών φωνών που μιλούν όλες μαζί μέσα στο ανθρώπινο μυαλό.

Χειρότεροι, όμως, είναι οι κακοί μάγοι -οι αντίστοιχοι “χάκερς” των υπολογιστών που σπέρνουν εσκεμμένα τον ιό. Θυμηθείτε κάποια φορά στο παρελθόν που εσείς ή κάποιος γνωστός σας εξοργιστήκατε με κάποιον και θελήσατε να τον εκδικηθείτε. Για να πάρετε εκδίκηση, είπατε κάτι γι’ αυτόν τον άνθρωπο ή στον ίδιο ή πίσω από την πλάτη του, με την πρόθεση να τον πληγώσετε ή να ρίξετε δηλητήριο για το άτομό του. Όταν είμαστε παιδιά το κάνουμε αυτό συχνά και άσκεφτα, μεγαλώνοντας, όμως, οι προσπάθειές μας να μειώσουμε τους άλλους γίνονται πολύ πιο υπολογισμένες. Κατόπιν λέμε ψέματα στον εαυτό μας, καθώς ισχυριζόμαστε ότι το άτομο που έγινε στόχος της κακίας μας άξιζε να τιμωρηθεί.

Όταν βλέπουμε τον κόσμο μέσα από το φάσμα ενός ιού των υπολογιστών, είναι εύκολο να δικαιολογήσουμε ακόμα και την πιο άκαρδη συμπεριφορά. Εκείνο που δεν καταλαβαίνουμε είναι ότι κάνοντας κατάχρηση του λόγου μας πέφτουμε ακόμα πιο βαθιά στην κόλαση.

Ορατίου οι Ωδές: Η αρπακτική Τύχη αφαιρεί από εδώ το στέμμα με σφοδρό πάταγο, ενώ χαίρεται να το τοποθετεί αλλού

Ενώ σπανίως και με φειδώ λάτρευα τους θεούς
ως ένας πλανώμενος μύστης της ασύνετης σοφίας,
αναγκάζομαι τώρα να στρέψω προς τα πίσω τα ιστία
και να ακολουθήσω πάλι τις διαδρομές,
που είχα εγκαταλείψει.

Διότι ο Δίας,
που συχνά σχίζει τα νέφη με λαμπρό πυρ, οδήγησε σε αίθριο ουρανό τους βροντώδεις ίππους και το άρμα του,
από το οποίο συνταράσσεται η ακίνητη γη,
οι ρέοντες ποταμοί, η Στύγα, η φρικτή
περιοχή του μισητού Ταινάρου, και το ατλαντικό
σύνορο.

Ο Θεός έχει τη δύναμη να αλλάσσει
τα κατώτερα με τα ανώτερα, να σμικρύνει τον επιφανή,
να φανερώνει τα σκοτεινά.

Η αρπακτική Τύχη
αφαιρεί από εδώ το στέμμα με σφοδρό πάταγο, ενώ
χαίρεται να το τοποθετεί αλλού.

Ορατίου οι Ωδές

ΡΩΤΑΣ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ;

ΝΑ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ!

Να αγαπάς με πάθος πολύ! Να αγαπάς ότι σε συγκινεί και ότι ονειρεύεσαι! Να αγαπάς γιατί νιώθεις και θέλεις! Να αγαπάς επειδή ξημερώθηκες και να αγαπάς που νυχτώθηκες! Να αγαπάς εκεί που κοιτάς και κει που βαδίζεις! Να αγαπάς τον εαυτό σου και το καθρέφτισμά του στους άλλους! Να αγαπάς χωρίς σκέψη και χωρίς μέλλον! Να αγαπάς γιατί υπάρχεις, γιατί δίνεις και γιατί δέχεσαι! Να αγαπάς τόσο, που να επιτρέψεις σε εσένα να είσαι, να γίνεις και να έχεις το πεπρωμένο σου.

Να είσαι εσύ! Πάντα! Και όταν σε απορρίπτουν γι' αυτό που είσαι! Και όταν θέλουν κάτι άλλο από αυτό που είσαι! Και όταν νομίζεις ότι δεν σου βγαίνει αυτό που είσαι! Να είσαι εσύ! Πάντα! Και αν βρεις πόρτες κλειστές! Και αν σου έχουν γυρισμένες πλάτες! Και αν σου λένε άλλαξε για να γίνεις αποδεκτός! Να είσαι εσύ! Πάντα! Γιατί όταν σε πλησιάσω και είσαι εσύ, οι καρδιές μας θα ανταλλάξουν λόγια που το στόμα δεν βγάνει. Οι ψυχές μας θα δουν εικόνες που τα μάτια αδυνατούν! Και στο βάθος μας, θα ξέρουμε ότι δεν διαφέρουμε και τόσο πολύ. Να είσαι εσύ! Πρωτίστως για σένα! Και όταν είσαι για εσένα, είσαι για όλους. Γιατί δεν διαφέρουμε και τόσο πολύ!

Να θες! Μην το φοβάσαι, μην το ντρέπεσαι. Να θες! Είσαι ο κληρονόμος αυτής της ζωής και όσο αναπνέεις δικαιούσαι. Να θες! Με όραμα, με πίστη, με πρόγραμμα, με δράση. Να θες! Με βλέμμα σταθερό σε αυτό που θες, ώστε να πας εκεί που θες και όχι εκεί που τελικά θα κοιτάζεις. Να θες! Με ευγνωμοσύνη για ότι έχεις μέχρι σήμερα, ώστε να έχεις τα θεμέλια για τις απολαβές του αύριο. Να θες! Τόσο πολύ, που να το ζεις σαν να το έχεις. Τόσο έντονα, που να το αισθάνεσαι. Τόσο απόλυτα, που να αποκλείεις από το μυαλό σου οποιαδήποτε άλλη κατάληξη. Να θες! Χωρίς φόβο, αλλά με πάθος. Και τότε, περίμενε να το απολαύσεις!

Να αναζητάς συνέχεια την Αλήθεια! Όχι με τα μάτια. Αυτά, δεν την βλέπουν. Η γη δεν είναι επίπεδη και ο ήλιος δεν γυρίζει γύρω της. Ούτε με τα αυτιά. Αυτά, δεν την ακούν. Δεν είσαι αυτό που σου λένε οι άλλοι ότι είσαι, ούτε μπορείς μόνο τα θέλω τους. Αλλά ούτε και με τη σκέψη. Η σκέψη σου, είναι μόνο μια σταγόνα αντίληψης μέσα στον ωκεανό της Αλήθειας. Μην ζητάς το πεπερασμένο να συλλάβει το άπειρο. Να αναζητάς συνέχεια την Αλήθεια. Με τους χτύπους της καρδιάς σου. Χτυπάει δυνατά όποτε την πλησιάζεις. Με την ψυχή σου. Αυξάνεται όποτε την αγγίζεις. Με την Αγάπη σου. Σου αποκαλύπτεται απλόχερα όποτε τη βιώνεις.

Να είσαι προετοιμασμένος. Ο δρόμος έχει αγκάθια. Αυτά που επέτρεψες να μεγαλώσουν στον κήπο σου. Ο δίπλα θα κοιτάξει να σε φρενάρει. Αυτό του ζήτησες όταν του επέτρεψες να σε κρίνει. Το μυαλό σου θα βλέπει αδιέξοδα. Έτσι στο εκπαίδευσαν να κάνει. Να είσαι προετοιμασμένος. Το σπόρο των προσδοκιών σου, μην τον ξεφυτεύεις συνέχεια για να δεις αν φύτρωσε. Και να σε πατάνε, και να χωθείς βαθιά μέσα στο χώμα, και να σκοτεινιάσει γύρω σου, μην ξεχνάς ότι μόλις φυτρώσεις, θα κατευθυνθείς προς τα ουράνια. Να είσαι προετοιμασμένος. Οι γύρω ζουν με το σύνηθες, με το γνωστό, με το τετριμμένο. Θέλουν την επανάληψη, την ασφάλεια, τη σιγουριά. Και αντιδρούν σε κάθε τι νέο. Πρώτα το χλευάζουν, μετά το πολεμούν και στο τέλος το κάνουν τμήμα της ζωής τους.

Να ζητάς! Αν θες κάτι να λάβεις, να το ζητάς! Όπως ακριβώς το θες. Όπως το σκέφτεσαι. Όπως ακριβώς το νοιώθεις, όταν στοιχειώνει τα όνειρά σου. Αν δεν τα έχει στοιχειώσει, δεν το θες πολύ! Να ζητάς! Όπως όταν παραγγέλνεις σε ένα εστιατόριο το φαγητό που θες να φας. Κανείς δεν έφαγε ποτέ τίποτα, απλά δηλώνοντας στο σερβιτόρο «πεινάω». Και αν τελικά αυτός του έδωσε, έφαγε αυτό που ο σερβιτόρος ήθελε και όχι αυτό που τραβούσε η καρδιά του. Να ζητάς! Το πεπρωμένο σου, το όνειρό σου, την κληρονομιά σου, αυτό που κάνει τα κύτταρά σου ευτυχισμένα, το νιώθεις, το γνωρίζεις. Να το ζητάς! Συνέχεια και άσχετα με το που βρίσκεσαι τώρα!

Το πηγάδι και το εκκρεμές. Ο βαθύς ύπνος της κατάθλιψης

«Όταν ξυπνάμε από ύπνο βαθύ,
σκίζουμε το αραχνοϋφαντο πλέγμα
κάποιου εφιάλτη».
-Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Όταν είσαι θλιμμένος, αισθάνεσαι σαν να έχεις πέσει μέσα σε ένα βαθύ, σκοτεινό πηγάδι. Όταν κοιτάζεις ψηλά, βλέπεις το στόμιό του τόσο μακρινό, που δεν μπορεί να σε φτάσει το φως του ήλιου. Ο πυθμένας του πηγαδιού είναι υγρός και τραχύς. Ο χρόνος δεν περνά το ίδιο μέσα στο πηγάδι, όπως για εκείνους που ζουν ελεύθεροι στον επάνω κόσμο.

Αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι σε έναν βαθύ ύπνο, που μοιάζει με την κατάσταση που βιώνουν οι νεκροφανείς. Είσαι ζωντανός, η καρδιά σου χτυπά, μα το μυαλό σου είναι σε διαρκή ύπνωση. Καταστολή της χαράς και καταδίκη στην αιώνια νέκρωση όλων των γήινων αισθήσεων.

Υπάρχει ένα τεράστιο εκκρεμές πάνω από το κεφάλι σου. Κοφτερό κι ακονισμένο σαν λεπίδα, που μετρά τον χρόνο της ποινής για την επανένταξή σου στον επάνω κόσμο. Των κόσμο των φυσιολογικών, ευτυχισμένων όντων.

Η ταλάντωση του εκκρεμούς μετρά τις ώρες μεταξύ των δόσεων της αντικαταθλιπτικής αγωγής. Οι 21.600 ταλαντώσεις αντιστοιχούν σε 6 ώρες που μεσολαβούν πριν από κάθε δοσολογία.

Τον πρώτο καιρό το μόνο που σκέφτεσαι, στο μόνο που ελπίζεις, είναι να περάσει γρήγορα ο χρόνος για να πάρεις την επόμενη δόση της αγωγής. Ζεις μόνο για εκείνη τη μικρή στιγμή. Για την αίσθηση της ψευδούς ανακούφισης που προσφέρει το εικονικό περιβάλλον των ουσιών ενός αντικαταθλιπτικού χαπιού. Είναι μια όαση μέσα στο απέραντο σκοτάδι, γιατί θα έχεις την ευκαιρία να βλέπεις για λίγο το φως να περνάει έξω από το στόμιο του πηγαδιού, τουλάχιστον για όσο διαρκεί η επήρεια των ουσιών στον εγκέφαλό σου.

Το πηγάδι είναι το σπίτι σου, ο βαθύς ύπνος είναι η αρρώστια του μυαλού σου και το εκκρεμές ο βασανιστής σου. Είσαι χωμένος εκατοντάδες μέτρα κάτω από τη γη και κανείς δε σε βλέπει. Χαμένος στον ύπνο μιας ανεξήγητης κατάστασης, δε γνωρίζεις γιατί συνέβη αυτή η συμφορά σε σένα. Γιατί έπεσες τόσο βαθιά μέσα σε αυτό το πηγάδι; Υποψιάζεσαι τους λόγους, αλλά δεν τους παραδέχεσαι. Νομίζεις ότι φταις, ότι είσαι ένας άχρηστος. Ένα αδύναμο ανθρωπάκι που βρέθηκε στον πάτο ενός ξεροπήγαδου. Ένα τίποτα!

Καθώς το εκκρεμές χτυπά για κάθε δευτερόλεπτο της θλιβερής ύπαρξής σου, κάποια στιγμή ξεκινά το μυαλό να σκέφτεται πώς θα σωθεί. Συνηθίζεις την κατάσταση και την αποδέχεσαι σιωπηρά.

Όπως κάθε φυλακισμένος, έχεις το δικαίωμα να σχεδιάσεις την απόδραση. Υπομονή και ανασυγκρότηση. Αδιαφορείς για το εκκρεμές που μετρά τον χρόνο σου. Ξεχνάς την επιβλητική παρουσία του και τον τρόμο που φέρνει η αναμονή των χτύπων του. Το περιφρονείς κι έτσι δεν εξαρτάσαι πια από αυτό. Όταν ξεχνάς να πάρεις τη δόση των χαπιών, ξεκινά το πρώτο στάδιο της ίασης. Σταδιακά, μαθαίνεις να ζεις δίχως να μετράς τον χρόνο μεταξύ των δόσεων. Λίγο ακόμα και θα είσαι απόλυτα ελεύθερος. Θεραπευμένος από την καταδίκη του μυαλού σου.

Όταν αντιλαμβάνεσαι ότι δεν υπάρχουν πια ιεροεξεταστές να σε δικάσουν, σαν από θαύμα, αρχίζεις να αιωρείσαι και να πλησιάζεις στο στόμιο του πηγαδιού. Κοιτάζεις ψηλά και το φως της ημέρας σε καλεί να ανέβεις να το φτάσεις. Δεν κοιτάζεις πια τον πυθμένα του πηγαδιού.

Τον βαθύ ύπνο διαδέχεται ένα ανοιξιάτικο πρωινό ξύπνημα όλων των αισθήσεων. Γαντζώνεσαι από τα τοιχώματα του πηγαδιού και περνάς το στόμιό του. Είσαι έξω! Ένας καινούριος κόσμος απλώνεται μπροστά στα αγουροξυπνημένα μάτια σου! Είσαι χαρούμενος που ξέφυγες από το εκκρεμές. Τα κατάφερες! Αυτό ήταν ένα ισχυρό μάθημα επιβίωσης. Μην το ξεχάσεις ΠΟΤΕ!

Κάθε φορά που θα πλησιάζεις στο στόμιο του πηγαδιού και θα νιώθεις ότι σε καλεί το βαθύ σκοτάδι, να θυμάσαι τη μυρωδιά του μουχλιασμένου πυθμένα του και να απομακρύνεσαι, ξέροντας πια ότι είσαι νικητής! Ξύπνησες απ’ τον μεγάλο ύπνο κι έσκισες το αραχνοΰφαντο πέπλο ενός αυτοκαταστροφικού εφιάλτη. Είσαι ήρωας!

Να θυμάσαι… Κάθε σκοτεινό πηγάδι φωτίζεται σαν καταλάβεις τον λόγο που βρίσκεσαι στη ζωή. Κάθε απειλητικό εκκρεμές καταστρέφεται, όταν γνωρίσεις τον σκοπό της ύπαρξής σου. Μη φοβάσαι! Δε θα ξαναγυρίσεις ποτέ σ’ εκείνον τον εφιάλτη, γιατί έχεις θέληση. Ο συγγραφέας Carlos Castaneda έγραψε πως, «Η θέληση είναι εκείνο που σε υποχρεώνει να νικάς, όταν η λογική σου, λέει ότι έχασες». Και είναι τόσο όμορφο να γυρίζεις πίσω στον κόσμο των ζωντανών…

«Ήμουν άρρωστος, άρρωστος μέχρι θανάτου, μ’ εκείνη την παρατεταμένη αγωνία. Υπάρχει φως μέσα στο σκοτάδι; Υπάρχει ελπίδα μέσα στην καταδίκη; Ποια είναι η σωτηρία της ψυχής και πότε σταματά το μαρτύριο του σώματος;»

Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Το πηγάδι και το εκκρεμές

Πως δείχνει εάν ένας εξωπλανήτης είναι δυνητικά κατοικήσιμος

Μια ομάδα αστρονόμων από το Πανεπιστήμιο του Κορνέλ στις Ηνωμένες Πολιτείες πρότεινε έναν νέο τρόπο για να γίνει γνωστό εάν ένας εξωπλανήτης είναι δυνητικά κατοικήσιμος.

Σύμφωνα με τη μελέτη τους, η οποία δημοσιεύτηκε σε επιστημονικό περιοδικό, η νέα προσέγγιση βασίζεται στο χρώμα της επιφάνειας του πλανήτη και στην ποσότητα του φωτός που αντανακλά.

«Εξετάσαμε το πώς διαφορετικές πλανητικές επιφάνειες στις κατοικήσιμες ζώνες των απομακρυσμένων ηλιακών συστημάτων θα μπορούσαν να επηρεάσουν το κλίμα στους εξωπλανήτες. Το ανακλώμενο φως στην επιφάνεια των πλανητών παίζει σημαντικό ρόλο όχι μόνο στο συνολικό κλίμα, αλλά και στα ανιχνεύσιμα φάσματα της Γης», είπε ο Jack Madden, αστρονόμος, εκ των συντακτών της μελέτης.

Κατά τη διάρκεια της έρευνάς τους, οι αστρονόμοι εξέτασαν διάφορους τύπους ήλιων καθώς και επιφάνειες πλανητών και στη συνέχεια βρήκαν έναν αλγόριθμο για τον υπολογισμό ενός κλίματος που βασίζεται στην επιφάνεια ενός πλανήτη και του φωτός από το αστέρι του ξενιστή του.

Για παράδειγμα, εάν ένας πλανήτης είναι βραχώδης και φτιαγμένος από μαύρο βασάλτη, θα απορροφήσει περισσότερο φως και ως εκ τούτου θα έχει πιο μεγάλη θερμοκρασία. Αντίθετα, μια αμμώδης επιφάνεια που περιβάλλεται από σύννεφα αντανακλά περισσότερο φως, οπότε η συνολική θερμοκρασία του πλανήτη θα είναι πιο κρύα από εκείνη του βραχώδους, βασάλτη.

Ο αστρονόμος Jack Madden εξήγησε την έννοια της μελέτης μέσω μιας αναλογίας με την καθημερινή μας ζωή: «Σκεφτείτε να φορέσετε ένα σκούρο πουκάμισο μια καυτή καλοκαιρινή μέρα. Θα ζεσταθείτε περισσότερο, επειδή το σκούρο πουκάμισο δεν αντανακλά το φως. Μάλιστα διατηρεί τη θερμότητα. Αν φοράτε κάτι ανοιχτόχρωμο, όπως το λευκό, που αντανακλά το φως, το πουκάμισό σας θα σας καρατήσει πιο δροσερούς», είπε ο Madden.

Σύμφωνα με τη Lisa Kaltenegger, η οποία είναι επίσης συντάκτρια της μελέτης, το παράδειγμα του πουκάμισου είναι παρόμοιο με το πώς λειτουργούν τα αστέρια και οι πλανήτες.

«Ανάλογα με το είδος του αστεριού και το πρωτεύον χρώμα του εξωπλανήτη, το χρώμα του πλανήτη μπορεί να μετριάσει μέρος της ενέργειας που εκπέμπεται από το αστέρι», είπε η Λίζα Καλτενέγκερ.

Η νέα προσέγγιση μπορεί να απλοποιήσει την αναζήτηση δυνητικά κατοικήσιμων εξωπλανητών. Οι ερευνητές περιμένουν τώρα ισχυρά διαστημικά εργαλεία, όπως το Διαστημικό Τηλεσκόπιο James Webb και το Εξαιρετικά Μεγάλο Τηλεσκόπιο που συνδέεται με τη Γη να επιτρέψει στους αστρονόμους να δοκιμάσουν τις προβλέψεις τους σχετικά με το κλίμα και να βοηθήσουν στην αναζήτηση ζωής σε άλλες γωνιές του σύμπαντος.

Σοπενχάουερ: Εριστική Διαλεκτική

Σε έναν βαθμό, όλοι είμαστε οπλισμένοι με τη δική μας πονηριά και κακοήθεια, κάτι που αποδεικνύεται από την καθημερινή εμπειρία, ενώ ο καθένας μας διαθέτει έμφυτη τη διαλεκτική ικανότητα, όπως διαθέ­τει έμφυτη και τη λογική ικανότητα.

Ωστόσο η δια­λεκτική ικανότητα δεν είναι σε καμία περίπτωση τόσο ασφαλής σύμβουλος όσο η λογική. Δεν μπορεί εύκολα ο οποιοσδήποτε να συναγάγει ένα συμπέρασμα ενάντια στους νόμους της λογικής, και, παρόλο που οι εσφαλμένες κρίσεις είναι συχνές, τα εσφαλμένα συμπεράσματα σπανίζουν. Είναι δύσκολο να στερείται κανείς έμφυτης λογι­κής ικανότητας, μπορεί όμως κάλλιστα να στερεί­ται διαλεκτικής ικανότητας, καθώς η τελευταία είναι χάρισμα που συναντάται σε διαφορετικό βαθμό στον καθένα. Υποστηρίζουμε κάτι τέτοιο στο μέτρο που η έμφυτη διαλεκτική ικανότητα μοιάζει με την κριτι­κή ικανότητα, της οποίας ο βαθμός διαφέρει από άν­θρωπο σε άνθρωπο, ενώ η λογική, με τη στενή έννοια, είναι για όλους η ίδια.

Συμβαίνει συχνά, σε ένα θέμα όπου κάποιος έχει πραγματικά δίκιο, να μπερδεύεται ή να διαψεύδεται από επιφανειακά μόνο επιχειρήμα­τα. Αν καταλήξει κανείς να υπερισχύσει σε μια αντι­παράθεση, πολύ συχνά δεν το οφείλει τόσο στην ορθή κρίση που επέδειξε εκθέτοντας την άποψή του, όσο στην πονηριά και τη δεξιοτεχνία με την οποία την υπερασπίστηκε.

Όπως γίνεται πάντα, ο καθένας γεννιέται με το ταλέντο του. Παρ’ όλ’ αυτά, μπορεί κανείς να κατα­κτήσει την τέχνη της αντιπαράθεσης με την εξάσκη­ση και τη μελέτη των τακτικών που είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει για να επικρατήσει του αντιπάλου του ή για κάποιον αντίστοιχο σκοπό. Επομένως, ακόμη κι αν κάποιος δεν μπορεί να κά­νει αληθινά πρακτική χρήση της λογικής, μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιήσει στην πράξη τη διαλεκτική του ικανότητα. Πρέπει πάντα να γίνεται ξεκάθαρος διαχωρισμός ανάμεσα στα πεδία της γνώσης.

Για να σχηματίσου­με μια σαφή εικόνα του αντικειμένου της διαλεκτι­κής ικανότητας, δεν πρέπει να δώσουμε σημασία στην αντικειμενική αλήθεια, η οποία είναι υπόθεση της λο­γικής. Πρέπει να τη δούμε απλά σαν την τέχνη της επικράτησης σε μια αντιπαράθεση (που γίνεται ευκο­λότερη αν έχουμε στ’ αλήθεια δίκιο).

Η μελέτη της διαλεκτικής από μόνη της δεν πε­ριλαμβάνει τίποτα περισσότερο από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί κάποιος να υπερασπιστεί τον εαυ­τό του ενάντια σε κάθε τύπου επιθέσεις, και ιδιαίτερα σε ανέντιμες επιθέσεις. Στην ίδια λογική, παρέχει τα απαραίτητα εφόδια ώστε να μπορεί κανείς να αντιπαρέλθει την άποψη του άλλου χωρίς να πέσει ο ίδιος σε αντιφάσεις και, γενικότερα, χωρίς να ηττηθεί. Η ανα­ζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας πρέπει να διαχω­ριστεί από την τεχνική με την οποία επιτυγχάνουμε την αποδοχή μιας άποψης.

Η αντικειμενική αλήθεια είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Αφορά τη λο­γική κρίση, τη σκέψη και την εμπειρία, για την οποία δεν υπάρχει ειδική τεχνική.

Αυτός είναι λοιπόν και ο στόχος της διαλεκτικής. Έχει οριστεί ως η λογική του φαινομενικού, ο ορισμός αυτός είναι όμως λανθασμένος. Αν ίσχυε, η διαλεκτι­κή θα μπορούσε χρησιμοποιηθεί μόνο για να υπερα­σπιστεί αναληθείς απόψεις. Ωστόσο, ακόμα και όταν κάποιος έχει την αλήθεια με το μέρος του, χρειάζεται τη διαλεκτική προκειμέ­νου να την υπερασπιστεί και να την υποστηρίξει. Δεν του αρκεί μόνο να γνωρίζει ποια είναι τα ανέντιμα τε­χνάσματα του αντιπάλου και να μπορεί να τα εξου­δετερώσει’ πρέπει και ο ίδιος να τα χρησιμοποιεί συ­χνά, για να είναι σε θέση νικήσει τον αντίπαλό του με τα ίδια του τα όπλα. Συνεπώς, σε μια αντιπαράθεση, πρέπει να εκλάβουμε την αντικειμενική αλήθεια ως μια τυχαία συγκυρία και να επικεντρωθούμε μόνο στην υπεράσπιση της θέ­σης μας και στην αντίκρουση της θέσης του αντιπά­λου.

Άλλωστε, η αλήθεια είναι κρυμμένη. Στην αρχή μιας αντιπαράθεσης, ο καθένας, κατά κανόνα, πιστεύ­ει πως έχει δίκιο, ενώ στην πορεία και οι δύο πλευρές αρχίζουν να αμφιβάλλουν’ η αλήθεια δεν προσδιορίζε­ται και δεν επιβεβαιώνεται παρά μόνο στο τέλος της αντιπαράθεσης. Έτσι, η διαλεκτική δεν έχει να κάνει με την αλή­θεια, όπως ακριβώς σε μια ξιφομαχία, από τη στιγμή που ένας καβγάς καταλήγει σε μάχη, δεν έχει σημα­σία ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Σημασία έχει μόνο η επίθεση και η άμυνα.

Η διαλεκτική είναι η τέχνη του πνευματικού διαξιφισμού, και μόνο αν την αντι­μετωπίσουμε ως τέτοια μπορούμε να την αναγάγουμε σε γνωστικό πεδίο.

Με αυτή την έννοια η διαλεκτική δεν έχει άλλο στό­χο παρά να συλλέξει, να εκθέσει και να συνοψίσει σε ένα σύστημα κανόνων τα τεχνάσματα που χρησιμο­ποιούν οι περισσότεροι άνθρωποι όταν κατά τη διάρ­κεια μιας αντιπαράθεσης διαπιστώνουν πως η αλήθεια δεν είναι με το μέρος τους και, παρ’ όλ’ αυτά, εξακο­λουθούν την προσπάθεια να υπερισχύσουν. Η επιστήμη της διαλεκτικής, κατά μία έννοια, ασχολείται πρωτίστως με την καταγραφή και την ανάλυση των ανέντιμων στρατηγικών, προκειμένου να μπορεί κανείς να τις αναγνωρίσει και να τις αποκρούσει σε μια πραγματική αντιπαράθεση.

Αν θέσουμε ως στόχο την αντικειμενική αλήθεια, χρησιμοποιούμε μόνο απλή λογική, αν υπερασπιζόμαστε αναληθή επιχειρήματα, τότε χρησι­μοποιούμε μεθόδους της σοφιστικής. Και στις δύο περιπτώσεις όμως, θα πρέπει να υποτεθεί πως γνωρίζαμε εξαρχής ποια ήταν η αλήθεια και ποιο το ψέμα, κάτι που είναι σπάνιο.

Η αληθινή σημασία της διαλεκτι­κής είναι αυτή που διατυπώσαμε: είναι η τέχνη του πνευματικού διαξι­φισμού με σκοπό την επικράτηση σε μια αντιπαράθεση. Παρόλο που η ονομασία «εριστική» θα ήταν καταλληλότερη, είναι πιο σωστό να την ορίσουμε ως «εριστική διαλεκτική». Δεν έχω υπόψη μου άλλες μελέτες προς αυτή την κατεύθυνση, παρόλο που πραγματοποίησα εκτενή έρευνα. Οπότε το πεδίο μένει ακόμη ανεξερεύνητο.

Για να επιτύχουμε τον σκοπό μας πρέπει να αντλή­σουμε πληροφορίες από την εμπειρία μας. Πρέπει να παρατηρήσουμε πώς χρησιμοποιείται κάθε τέχνασμα από τις αντίπαλες πλευρές στις αντιπαραθέσεις που προκύπτουν κατά τη συναναστροφή μας με τους συ­νανθρώπους μας. Ανακαλύπτοντας τα κοινά στοιχεία των τεχνασμά­των, που επαναλαμβάνονται με διαφορετικούς τρό­πους, θα μπορέσουμε να παραθέσουμε ορισμένες γενι­κότερες στρατηγικές που είναι δυνατόν να τις χρησιμο­ποιήσουμε τόσο προς όφελος της άποψής μας, όσο και για να ματαιώσουμε τα σχέδια του αντιπάλου, σε περί­πτωσή που επιχειρήσει να τα χρησιμοποιήσει εκείνος.

Τα παρακάτω μπορούν να θεωρηθούν ως μια πρώ­τη απόπειρα. Δύο άνθρωποι μπορεί συχνά να εμπλέκονται σε έντονη αντιπαράθεση κι ύστερα να επιστρέφουν σπίτι τους έχοντας ενστερνιστεί την άποψη του αντιπάλου τους. Εύκολα ισχυριζόμαστε πως σε κάθε αντιπαράθε­ση μοναδικός στόχος πρέπει να είναι η ανάδειξη της αλήθειας, ωστόσο, πριν από την αντιπαράθεση, κανείς δεν γνωρίζει ποια είναι η αλήθεια, και μέσα από τα επιχειρήματα, τόσο του αντιπάλου όσο και δικά μας, υπάρχει κίνδυνος να παραπλανηθούμε.
 
Αρτούρ Σοπενχάουερ, Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο