Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

TO ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΘΕΣΗΣ: ΝΟΜΟΣ - ΦΥΣΙΣ ΣΤΗ ΣΟΦΙΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ

Οι υποστηρικτές του θετού νόμου. Οι θεωρητικοί της προτεραιότητας της φύσης: εγωιστική ή ατομικιστική και ανθρωπιστική αντίληψη.
 
 Η ρεαλιστική θεώρηση.
 
Προβαίνοντας στην εκδίπλωση της αντιθετικής σχέσης του δίδυμου όρου “νόμος - φύσις” και επιχειρώντας να χαρτογραφήσουμε τη σοφιστική εκδοχή, διαπιστώνουμε ότι το αντιθετικό δίπολο κατέχει κεντρι­κή θέση στην προβληματική των σοφιστών, επικαθορίζοντας ολόκληρο το πεδίο σκέψης με κυρίαρχο άξονα το κοινωνικοπολιτικό.
 
Αναντίλεκτα, η δημιουργική πρόσληψη, η διεύρυνση, η καθιέρωση και η εισαγωγή του ιδεολογικού αυτού σχήματος στην πολιτική φιλο­σοφία προσγράφεται στους εκπροσώπους της Σοφιστικής, οι οποίοι προσδίδουν στις θεωρητικές τους αναζητήσεις στοχαστική ποιότητα και γονιμότερο προσανατολισμό
 
Ασφαλώς, η διάκριση-αντίθεση του “νόμῳ” και του “φύσει” δια­γράφει πολυκύμαντη πορεία στην αρχαία ελληνική σκέψη, με αφετη­ρία τις νοητικές συλλήψεις στην περιοχή του μύθου και απόληξη το γόνιμο πεδίο της φιλοσοφικής προβληματικής, στο οποίο το εμβληματικό αυτό σχήμα διατηρεί στις περισσότερες χρήσεις του ένα είδος δυ­ναμικής χροιάς, εκφράζοντας και μετουσιώνοντας διαφορετικές αντι­λήψεις και αποκλίνουσες θεωρήσεις[1].
 
Είναι ευρύτατα εδραιωμένη η πεποίθηση, πλέον, ότι η πρώτη εμ­φάνιση ή υποτύπωση του ιδεολογικού αυτού σχήματος ανιχνεύεται στην εμπειρική σκέψη της ιπποκρατικής ιατρικής και συγκεκριμένα απαντάται στο ιπποκρατικό έργο «περί ἀέρων ὑδάτων τόπων» (κεφ. 14), που η έρευνα το χρονολογεί λίγο μετά το 440 π.Χ.[2] Από την περιοχή της ιατρικής εμπειρίας και το πεδίο της φύσης μεταφέρεται από τους σοφιστές στη σφαίρα της κοινωνικής προβληματικής, για να πολιτογραφηθεί βαθμιαία στον ιδεολογικό κόσμο της πολιτικής και να καταστεί μετρικός κανόνας και μεθοδολογικό κριτήριο προσέγγισης όλων των θεμάτων που αναφύονται στον τόπο του κοινωνικοπολιτικού.[3] Απόρροια της πολιτογράφησης του δίδυμου όρου στο πεδίο των κοινωνικών ιδεών αποτελεί η υποβολή στη βάσανο του κριτικού ελέγ­χου του αξιακού συστήματος των θεσμικών συλλήψεων και των ποικι­λώνυμων κοινωνικοπολιτικών συμβάσεων που διέπουν τη λειτουργία της πολιτικής κοινότητας. Η διεργασία αυτή εκβάλλει στον επανα­προσδιορισμό των κρατουσών αξιών και στην ανανοηματοδότηση του πολίτικου, χωρίς να αποσυνδέεται ο φιλοσοφικός στοχασμός από τον αυτοέλεγχο και την κριτική θεμελίωση των προτάσεών του.
 
Σε μια απόπειρα επακριβούς πρόσληψης της έννοιας “φύσις” δια­πιστώνουμε το πλήθος των σημασιοδοτήσεων τόσο στην ελληνική γραμματεία όσο και στην ελληνική φιλοσοφική προβληματική. Ανατέ­μνοντας ο Kerferd[4] το εννοιολογικό εύρος του όρου παρατηρεί ότι στους Ίωνες φυσικούς η φύση δηλώνει το σύνολο της υλικής πραγμα­τικότητας, για να καταλήξει, στη συνέχεια, να περιγράφει τα θεμελιώ­δη χαρακτηριστικά των όντων, την ουσία πρωταρχικά των πραγμά­των.[5] Ευρύνοντας το πεδίο σημασιών του όρου, επιβάλλεται να ανα­δείξουμε καίριες πραγματώσεις της φύσης, όπως η κανονικότητα που διέπει το φυσικό “γίγνεσθαι”, η ευταξία, η αυθόρμητη έκφραση επιθυ­μιών και η φυσιολογία του ανθρώπου. Επιπλέον, με τον όρο “φύσει” νοούμε την αρχική πηγή, την απαρασάλευτη κοσμική νομοτέλεια, την απαρέγκλιτη τάξη που είναι σύμφυτη με τα πράγματα, τη διαδικασία της ανάπτυξης.[6] Στη φιλοσοφική προβληματική των σοφιστών συναιρούνται οι σημασιολογικές αυτές αποχρώσεις, τελικά, όμως, ο όρος προσλαμβάνει ένα νόημα που τείνει να τον ταυτίσει με την αλήθεια, την ορθότητα, το υγιές, καταλήγοντας να σημαίνει το μέτρο, τον υπέρτατο κανόνα αποτίμησης των πραγμάτων. Σε αντίθεση, λοιπόν, με τη μεταβλητότητα[7] και τη συμβατικότητα του θετού νόμου αναδεικνύεται η ανυπέρβλητη ισχύς του φυσικού δικαίου και εξαίρεται ο καθολικός και αναγκαίος χαρακτήρας της φύσης.
 
Η θεώρηση, από την άλλη, του νόμου καθιστά επιβεβλημένη την ανάδειξη δυο εκδοχών που αντικατοπτρίζουν τον τρόπο πρόσληψης και τις χρήσεις του συμβατικού κανόνα. Η πρώτη εκδοχή αφορά το έθος, το εθιμικό δίκαιο, που θεμελιώνεται σε καθιερωμένες αντιλήψεις και συμβατικές δοξασίες που απηχούν και αντανακλούν κρατούσες παραδόσεις[8] και πατροπαράδοτα αξιακά συστήματα. Στην περίπτωση αυτή η συμβατική κανονιστική αρχή παγιώνεται και πραγματώνεται ως άγραφος νόμος και επιβάλλεται κατά συνθήκην. Η δεύτερη αναφέρεται στο δεσμευτικό κανόνα που θεμελιώνεται στο κύρος και στην ισχύ της πολιτείας και κωδικοποιεί την “προσήκουσα” συμπεριφορά ανυψώνοντάς τον σε νομικά επιβαλλόμενο κανόνα δικαίου και ταυτίζοντάς τον με τη θεσπισμένη βούληση της “πόλεως”. Οι σοφιστές, χωρίς να παραγνωρίζουμε τις αποκλίνουσες προσεγγίσεις και τα αντικρουόμενα πορίσματα στους κόλπους τους, προσλαμβάνουν τον νόμο ως τεχνητό[9] κατασκεύασμα, ως “επίθετον” και “θέσει”, ως απόρροια σύμβα­σης για τη θωράκιση της εύρυθμης κοινωνικοπολιτικής λειτουργίας.
 
Λόγοι μεθοδολογικοί υπαγορεύουν την κατηγοριοποίηση των εκ­προσώπων της Σοφιστικής και αποδεκτών του σχήματος “νόμῳ - φύ­σει” σε τρεις αντιπροσωπευτικές ομάδες - συνιστώσες: Η πρώτη τάσσε­ται υπέρ του νόμου και εναντίον της φύσης, στη δεύτερη ανήκουν οι υποστηρικτές της φύσης και πολέμιοι του νόμου και με την τρίτη μορφοποιείται μια στάση άτεγκτου ρεαλισμού που αποστασιοποιείται, προδήλως, από τα διαμάχη “φύσις - νόμος”, ταυτίζοντας το νόμο με το δίκαιο του ισχυροτέρου.[10]
 
Στους εισηγητές της προτεραιότητας του νόμου έναντι της φύσης, με βάση τις κρίσεις που διαγράφονται και αρθρώνονται στις θεωρητι­κές τους αναζητήσεις, συγκαταλέγονται ο Πρωταγόρας, ο Ανώνυμος του Ιάμβλιχου, ο Γοργίας, και ο Σωκράτης.[11] Κοινός τόπος των θεωρη­τικών τους προσεγγίσεων είναι η πρόσληψη του νόμου ως έκφανσης του θριάμβου της λογικής, ως απόρροιας της επινοητικότητας του αν­θρώπου, προκειμένου να υπερβαθεί ο “άτακτος και άναρχος βίος”[12] και να παγιοποιηθεί η ευταξία και η ευνομία.[13]
 
Ο Πρωταγόρας, θεμελιωτής της θεωρίας της προόδου, καταφάσκει στην υπεροχή του κράτους δικαίου και της πολιτικής παιδείας και προκρίνει την ευνομία ως πολιτικό ιδεώδες, θεμελιωτική της κοινωνι­κής ισορροπίας και της πολιτικής ευστάθειας. Η θεώρηση του νόμου στην πρωταγόρεια προβληματική επικαθορίζεται από τον άκρατο σχε­τικισμό που διατρέχει τη σοφιστική του διδασκαλία και συνέχει τις νοητικές τους συλλήψεις. Ο νόμος εκλαμβάνεται από τον Πρωταγόρα ως κοινωνική κατασκευή, “νομιζόμενον[14], απότοκος κοινωνικής σύμ­βασης, θετό μόρφωμα και συνθήκη στο πλαίσιο των δυνατοτήτων και των περιορισμών που περικλείονται στα ιδιαίτερα όρια του εκάστοτε κοινωνικού “γίγνεσθαι”.
 
Τις νομοκρατικές αντιλήψεις του Πρωταγόρα και την ταύτιση του δικαίου με το θετό νόμο,[15]τό κοινῇ δόξαν” δεν τις ανιχνεύουμε τόσο στα ελάχιστα σωζόμενα αποσπάσματα του σοφιστή και στα τμήματα των πλατωνικών έργων, στα οποία σκιαγραφείται η διδασκαλία του, όσο στον πολιτιστικό του μύθο, αν αφαιρεθεί το μυθικό περίβλημα. Σύμφωνα με τη μυθική διήγηση, που εικάζεται βάσιμα ότι συνιστά τμήμα του εναρκτικού κεφαλαίου του έργου του Πρωταγόρα “Περί τῆς ἐν ἀρχῇ καταστάσεως” και το οποίο δε διασώζεται, η πολιτική κοι­νότητα συγκροτείται “θέσει” και υφίσταται με αμοιβαία συμφωνία των μελών που την απαρτίζουν.[16] Η παγίωση της έννομης τάξης και η εμπέδωση της κοινωνικής ευρυθμίας είναι απότοκος της αδιάλειπτης ανθρώπινης προόδου, που αντικατοπτρίζεται στην κοινή συναίνεση και αυτόβουλη αλληλοδέσμευση των κοινωνικών μελών να αποτρέ­ψουν την κτηνώδη συμβίωση και την αλληλοκαταστροφή, θεμελιώνο­ντας αρχές ρυθμιστικές της λειτουργίας της πολιτικής κοινωνίας.
 
Η φύση, οι έμφυτες ικανότητες δεν επαρκούν, για να υπερκερά­σουν οι άνθρωποι τις εναντιότητες και να ανταπεξέλθουν στις προ­κλήσεις της καθημερινής ζωής,[17] διασφαλίζοντας απρόσκοπτη κοινω­νική ζωή. Η ευρυθμία και η ομαλότητα της κοινωνικής συμβίωσης πραγματώνονται χάρη στην ενεργοποίηση της πολιτικής τέχνης και αρετής[18] που παράγει συναινέσεις και εγγυάται την κοινωνική αλλη­λεγγύη[19] και την αδιατάρακτη κοινή πολιτειακή ζωή. Θεμελιώδη από­φανση της μυθικής αφήγησης συνιστά η παραδοχή ότι η χαώδης αναρ­χία και η αέναη αταξία της φύσης συντηρούν την αστάθεια και τη νο­σηρότητα, ενώ ο θετός νόμος και η κοινωνική συνθήκη - σύμβαση α­ντιμάχονται την αβεβαιότητα και εμπεδώνουν την απροσωποληψία, τη δικαιοσύνη και την απρόσκοπτη συμβίωση. Παρά τη θεϊκή προέλευση του δικαίου, σύμφωνα με τον πολιτιστικό μύθο, ο γραπτός νόμος ορί­ζεται ως απότοκος κοινής συναίνεσης και η περαιτέρω εφαρμογή του εναπόκειται στο συλλογικό υποκείμενο σε συνάρτηση με την περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα και την ιστορική συγκυρία.
 
Η αντικειμενικότητα του δικαίου αμφισβητείται, με κριτήριο την εμβληματική ρήση: “πάντων χρημάτων μέτρον ἐστίν ἄνθρωπος, τῶν μέν ὄντων ὥς ἔστιν, τῶν δέ οὐκ ὄντων ώς οὐκ ἔστιν” και διακηρύσσε­ται το κατ’ επίφαση δίκαιο που διακρίνεται για την πλαστικότητα και ελαστικότητά του. Πώς, όμως συμβιβάζεται ο κοινωνιολογικός συμβατισμός και σχετικισμός του Πρωταγόρα με το διακηρυγμένο, expressis verbis, δόγμα του ότι όλοι ανεξαίρετα οι άνθρωποι είναι κοινωνοί της ηθικότητας και της δικαιοσύνης; Ο Πρωταγόρας, όπως βεβαιώνεται στο Θεαίτητο,[20] δεν άγεται στον ακραίο υποκειμενισμό και στον ά­κρατο σχετικισμό. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν ανέφικτη η κοι­νωνική διάταξη των ανθρώπων, η συνεκτικότητα των μελών της πολι­τικής κοινότητας, η λειτουργία κανόνων και αρχών με καθολική ισχύ, εν τέλει, η βιωσιμότητα του κοινωνικού οργανισμού.
 
Επισκοπώντας συνοπτικά την ευρεία προβληματική για τη νοηματοδοσία των λέξεων της πρωταγόρειας εμβληματικής απόφανσης, προ­σχωρούμε στην εκδοχή ότι σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο το μέτρο - κριτήριο αποτίμησης των πραγμάτων μετατοπίζεται στο συλλογικό άνθρωπο.[21] Το συλλογικό υποκείμενο αναπροσδιορίζει και αναθεωρεί σύμφωνα με τις εκάστοτε ανάγκες και προτεραιότητές του το πλέγμα των συμβατικών κανόνων που αποκρυσταλλώνουν και κωδικοποιούν την κρατούσα, συγκυριακή ηθική της κοινωνίας. Ο θετός νόμος ταυτί­ζεται με το δίκαιο και το ωφέλιμο, αντανακλά συμβατική αξία, καταφάσκεται και αποφάσκεται σε συνάρτηση με τα προτάγματα και τα αιτήματα της κοινής πολιτειακής ζωής.[22]
 
Ο μετριασμός του υποκειμενισμού του Πρωταγόρα και της σχετι­κοκρατίας αποβαίνει, αναπόδραστα, σε βάρος της ενότητας του συ­στήματος του, αποτρέποντας τον άκρατο αμοραλισμό. Ο πραγματι­σμός του, στην αντιπαράθεση νόμου και φύσης τον καθιστά υπέρμαχο του νόμου, καθώς αναγνωρίζει ότι η “νόμῳ” κοινωνικοπολιτική λει­τουργία συνιστά προωθημένο στάδιο στην εξέλιξη του πολιτισμού, ενώ η “φύσει” πραγματικότητα ταυτίζεται με την αταξία, τη νοσηρή αναρχία και την κτηνώδη συνύπαρξη των κοινωνικών μελών.[23]
 
Στον Ανώνυμο του Ιάμβλιχου εκφέρεται πιο ρητά και συνειδητά η υπεράσπιση του νόμου έναντι της φύσης. Στο κείμενο - πραγματεία, που σώζεται στον “Προτρεπτικό” του νεοπλατωνικού Ιάμβλιχου, δεν αρθρώνονται ρηξικέλευθες θεωρίες για την πολιτεία, αλλά αναπαράγονται κρατούσες παραινέσεις που αξονίζονται στην ταύτιση της ενά­ρετης ζωής με την πιστή υπακοή στους πολιτειακούς νόμους.[24]
 
Ήδη επισημάνθηκε ότι στην αντίθεση νόμος - φύσις ο Ανώνυμος του Ιάμβλιχου τάσσεται σαφώς υπέρ του νόμου και του συμβατικού δικαίου. Η αντίθεση, όμως, αυτή αμβλύνεται αισθητά στο σωζόμενο κείμενο, αφού ο νόμος για τον ανώνυμο μαθητή του Πρωταγόρα συνιστά έμφυτη αναγκαιότητα, ορίζεται από τη φύση και αποτελεί συ­μπλήρωση της ανθρώπινης φύσης.[25] Ολόκληρο το κείμενο του Ανώ­νυμου εξαίρει και προβάλλει εμφατικά τα αγαθά της ευνομίας και της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος, διακηρύσσοντας, ταυτό­χρονα, ότι αρετή σημαίνει την ευσυνείδητη υπακοή στους πολιτεια­κούς νόμους και το δίκαιο, να ωφελείς όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους.[26] Θεμελιώδης παραδοχή της πραγματείας αυτής είναι ότι η βιολογική και κοινωνικοπολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου συναρτάται με την αρμονική συνύπαρξη των κοινωνικών μελών. Η ζωή, όμως, της κοινότητας καθίσταται δυνατή, όταν οι νόμοι της πολιτείας είναι σεβαστοί. Το κείμενο επισφραγίζεται με ένα εγκώμιο των ανθρώπινων κοινωνιών, στις οποίες ο νόμος είναι σεβαστός και με μια διαχρονικού χαρακτήρα καίρια επισήμανση: η ανομία πυροδοτεί τις προστριβές και υποθάλπει τις κοινωνικές συγκρούσεις, ενώ οι άνθρωποι βιώνουν την ανασφάλεια, την καχυποψία και το φόβο και αναπόδραστη κατάληξη είναι ο πόλεμος και η τυραννία.[27]
 
Πολλοί μελετητές[28] προβαίνουν, αυθαίρετα, σε σύγκριση του Ανώ­νυμου με τον Σωκράτη, υπερθεωρώντας έναν κοινό τόπο, την κατάφα­σή τους στο “νόμο ηγεμόνα”. Επιμένοντας σε μια πιο ενδελεχή συνθεώρηση των θέσεων και των δύο, διαπιστώνουμε ότι ο Σωκράτης σε α­ντίθεση με τον Ανώνυμο αναγορεύει ηγεμόνα όχι τον πολιτειακό νόμο, αλλά την ιδανική δικαιοσύνη, που εκπορεύεται από την αληθινή γνώ­ση. Εξάλλου, ο Ανώνυμος υπερασπίζεται την πόλη-κράτος, ενώ ο Σω­κράτης ευαγγελίζεται μια ιδανικά δίκαιη πολιτεία. Ο χαρακτήρας της δικαιοσύνης στο Σωκράτη προσλαμβάνει αντιπολιτευτική λειτουργία, ενώ στον Ανώνυμο μονοσήμαντα πολιτική.[29]
 
Ως κατακλείδα αρμόζει να επισημανθεί ότι με το πολιτικό αυτό κείμενο - πραγματεία επαναπροβάλλεται η συλλογικότητα, η πολιτικότητα και ο μονισμός των παλαιών Σοφιστών. Ταυτόχρονα, αξίζει να υπογραμμισθεί ότι το πολιτικό αυτό δοκίμιο του Ανώνυμου εγγράφεται στον ιδεολογικό κόσμο της “σχολής” του μεγάλου Αβδηρίτη σοφι­στή και συνιστά συγκροτημένη πρόταση γνήσιας δημοκρατικής διακυ­βέρνησης και λειτουργίας της πολιτείας.[30]
 
Η ανασυγκρότηση, στη συνέχεια, της προβληματικής του Γοργία με άξονα την αντίθεση νόμος-φύσις επικουρείται σημαντικά με την υπο­γράμμιση καίριων πτυχών της μακράς και ενδιαφέρουσας πνευματικής του ανέλιξης.
 
Θεμελιωτής του επιστημονικού ρητορικού λόγου και κορυφαία φυσιογνωμία της λεγόμενης Σικελικής ρητορικής σχολής, ο Γοργίας ο Λεοντίνος, συνδέεται γενετικά[31] με την προσωκρατική σκέψη και ειδι­κότερα με τη φυσική φιλοσοφία του Εμπεδοκλή, την ελεατική οντολο­γία και την ηρακλείτεια αντιθετική δομή του λόγου. Η μυθοποίησή του, ασφαλώς, οφείλεται στη σαγήνη, πρωτοτυπία και υποβλητικότη­τα του ρητορικού του λόγου παρά στη ρηξικέλευθη και πρωτοποριακή φιλοσοφική του σκέψη. Ωστόσο, οι γνωσιολογικές και οντολογικές αναζητήσεις του μαρτυρούν μια σπάνια φιλοσοφική ευαισθησία και οξύνοια, ιδιότητες τις οποίες συνειδητά αποσιωπά ο Σέξτος ο εμπειρι­κός στην προσπάθειά του να εμφανίσει το Γοργία ως πρόδρομό του. Με το φιλοσοφικό του σύγγραμμα “Περί τοῦ μή ὄντος ἤ περί φύσεως”, που διαπνέεται από έντονο σκεπτικισμό και αποτελεί μια ιδιότυ­πη reductio ad absurdum της ελεατικής φιλοσοφίας, επιχειρείται η αποδόμηση της παρμενίδειας οντολογίας.[32] Συγκεκριμένα, ο Γοργίας αποπειράται στην πραγματεία αυτή να αποδείξει μια τριπλή θέση:[33]
 
1) οὐδέν ἔστιν.
2) εἰ καί ἔστιν, ἀκατάληπτον ἀνθρώπῳ.
            3) εἰ καί καταληπτόν, ἀλλά τοί γε ἀνέξοιστον καί ἀνερμήνεντον τῷ πέλας.
 
Το διαλεκτικό απόσταγμα της αποδεικτικής αυτής διεργασίας συ­μπυκνώνεται στο συμπέρασμα, δηλωτικό του φιλοσοφικού του μηδε­νισμού: και αν ακόμη υπάρχει κάτι και μπορεί να αποτελέσει αντικεί­μενο γνώσης, είναι αδύνατο να ανακοινωθεί στους άλλους, «διά τό μή εἶναι τά πράγματα λόγους καί διότι οὐδ’ ἕτερος ἑτέρῳ ταὐτόν ἐννοεῖ».
 
Η αρνητική κριτική της ελεατικής οντολογίας και η αναγωγή του ορθού στο “καίριον” και το “πιθανόν’ ωθούν το Γοργία στον άκρατο πρακτικό και πολιτικό εμπειρισμό.[34] Απόρροια της θεώρησης αυτής είναι η αντιπαραβολή του “ἐπιεικοῦς” με το “αὐθάδες” θετό δίκαιο.[35] Την αλήθεια και την προτεραιότητα τους επιεικούς δικαίου έναντι του ανάλγητου “θέσει” δικαίου φαίνεται να συμμερίζεται και ο Αριστοτέ­λης. Στο ρητορικό του γύμνασμα ο Γοργίας που επιγράφεται “Ὑπέρ Παλαμήδους ἀπολογία” αναγορεύει το νόμο της πολιτείας θεματοφύλακα της δικαιοσύνης[36] και συντελεστή του εκπολιτισμού της ανθρω­πότητας. Για τον επιφανή Λεοντίνο ρήτορα το δίκαιο και το νόμιμο ταυτίζονται και για το λόγο αυτό αναφέρεται στο νόμο της φύσης και όχι στο φυσικό δίκαιο. Το φυσικό δίκαιο προϋποθέτει την αντιθετική σχέση νόμων και φύσης, προτάσσοντας τη φύση, ενώ ο νόμος της φύ­σης συσχετίζει, απλώς, τα δύο εξαίροντας τη σπουδαιότητα των πολι­τειακών νόμων. Πάντως, η έκφραση “νόμος της φύσεως” εκφέρεται άπαξ στον πλατωνικό Γοργία[37] και είναι δηλωτική όχι του νόμου στον οποίο υπόκειται η φύση, αλλά του νόμου από τον οποίο απορρέει. Στο ρητορικό σύγγραμμα “Ὑπέρ Παλαμήδους ἀπολογία” εκείνοι που κα­ταστρατηγούν τους πολιτειακούς νόμους στιγματίζονται ως προδότες και καθώς η αδικία, η αθεΐα και η ανομία ταυτίζονται, ο παραβάτης του συμβατικού νόμου χαρακτηρίζεται και ιερόσυλος. Στη νομοκρατική θεώρηση των κοινωνικών και πολιτικών διεργασιών που εισηγείται ο Γοργίας ενεργοποιείται ως ασφαλιστική δικλείδα, η ισχύς της πειθούς, η πειστική δεινότητα του υποκειμένου, που αποτρέπει τη μετάπτωση του θετού νόμου σε τυραννικό κανόνα. Την αξία της τέχνης της πειθούς εκ­θειάζει και ο Περικλής,[38] όταν επισημαίνει: «Ο ισχυρός είναι άδικο να μην πείθει τον ανίσχυρο, αλλά να τον εξαναγκάζει με τη βία».
 
Ο δυνάστης, ο «πειθούς δημιουργός» λόγος σαγηνεύει και κατεξουσιάζει τον ακροατή,[39] αφοπλίζοντάς τον με την ανυπέρβλητη ισχύ του και καθιστώντας τον υποχείριο του δεινού αγορητή. Στη διδασκα­λία του Γοργία η πειθώ ως μεθοδευμένη διεργασία της ρητορικής τέ­χνης αποσυνδέεται από τη μέριμνα της αλήθειας και τίθεται στην υπη­ρεσία του πιθανού, εκείνου το οποίο απομένει ως μόνο εύλογο και α­ληθοφανές μετά τον αποκλεισμό (διά της εις άτοπον απαγωγής) άλλων δυνατών ή ενδεχόμενων περιπτώσεων ως παράλογων.[40]
 
Συνιστά παρανόηση, πιστεύουμε, η ενσωμάτωση του Γοργία στους θεωρητικούς που καταφάσκουν στο δίκαιο του ισχυροτέρου με αφορ­μή το επίμαχο χωρίο από το ρητορικό γύμνασμα “Ἑλένης ἐγκώμιον”.[41] Τα συμφραζόμενα παραπέμπουν στις σχέσεις των ανίσχυρων θνητών με τους παντοδύναμους θεούς και δε συνιστούν πρώιμη διατύπωση της έννοιας του δικαίου του ισχυρότερου, όπως διατείνεται ο Sinclair.[42]
 
Καταληκτικά, η αποτύπωση των θέσεων του Γοργία, με βάση τις πηγές, ενισχύει την παραδοχή ότι ο Λεοντίνος σοφιστής ενστερνίζεται τους θεσμούς της δημοκρατικής πολιτείας και προκρίνει τους πολιτει­ακούς νόμους έναντι της φύσης. Στην προβληματική του που επικαθορίζεται από τον άκρατο πρακτικό και πολιτικό εμπειρισμό και δομεί­ται από τη σχετικότητα του “φαίνεσθαι” και τη ρευστότητα του “γί­γνεσθαι”, οι συμβατικοί νόμοι δεν αντιστρατεύονται τη φύση, συλλει­τουργούν αρμονικά και αντλούν από το φυσικό “γίγνεσθαι” το κύρος τους.[43]
 
Οι υποστηρικτές της προτεραιότητας της φύσης έναντι του συμβα­τικού δικαίου, που εκλαμβάνουν τον πολιτειακό νόμο ως τροχοπέδη στην εκδίπλωση της φυσικής νομοτέλειας, προσανατολίζονται σε δύο εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις, οι οποίες σχηματικά αποκαλούνται: ατομικιστική ή εγωκεντρική και ανθρωπιστική. Στην πρώτη συ­νιστώσα αριθμούμε τον Καλλικλή και τον Κριτία, που επιχειρούν με οίηση και απροκάλυπτα κυνικό τρόπο να μεταφέρουν στο πεδίο της κοινωνικής πραγματικότητας τη λειτουργία των φυσικών νόμων απο­δίδοντας στη φύση ηθικές προθέσεις.[44]
 
Στον Καλλικλή, στον πρώιμο αυτό κήρυκα του υπερανθρώπου, όπως τον χαρακτηρίζουν νεότεροι μελετητές, η έννοια του φυσικού δι­καίου προσλαμβάνει έντονα ατομικιστικό χαρακτήρα. Συγκροτημένα, η ηθικοπολιτική θεωρία του Καλλικλή αναπτύσσεται στον πλατωνικό διάλογο “Γοργίας” και επαναδιατυπώνεται συνοψιστικά, μεταγενέστε­ρα, στους “Νόμους”.
 
Η ατομικιστική θεώρηση της φύσης του δικαίου από τον Καλλικλή εκβάλλει στη διατύπωση εξτρεμιστικών συμπερασμάτων με ανάλογη εκμηδενιστική κριτική του συμβατικού νόμου. Στο πλαίσιο αυτό, ο θε­τός πολιτειακός νόμος συνιστά τεχνητό φραγμό, σύμβαση της μάζας των αδυνάτων, για να υπερκεραστούν και να δεσμευτούν οι φυσικοί τους ταγοί, οι “φύσει” ισχυροί. Η θέσπιση συμβατικών νόμων από την πλειοψηφία των “ασθενών” παρέχει στον αδυνατότερο επίπλαστη και αυθαίρετη υπεροχή εξανδραποδίζοντας τον ισχυρότερο. Η απόφαση, όμως, της φύσης, είναι διαφορετική: Δίκαιο είναι ο ισχυρότερος “φύσει” να αναπτύσσει απαρακώλυτα τα φυσικά του προνόμια, να υπερτερεί συντριπτικά, να κυριαρχεί, να άρχει και να καθυποτάσσει τον υποδεέστερο “φύσει”.[45] Σε μια απόπειρα επίρρωσης της αξιωματι­κής αυτής απόφανσης επικαλείται τις σχέσεις υποταγής που διαπλέκονται καθολικά τόσο σε επίπεδο ζωικού βασιλείου όσο και στη σφαίρα του ανθρώπινου κόσμου.[46] “Η εικόνα της φυσικής πραγματικότητας που σκιαγραφείται από τη ρηξικέλευθη προβληματική του Καλλικλή δε διαφοροποιείται ουσιωδώς από την αντίστοιχη που περιγράφει ο Hobbes στον Leviathan και ο Spinoza στο Tractatus Politicus”.[47] Η φυ­σική δικαιοσύνη υπαγορεύει στον ισχυρότερο να ικανοποιεί χωρίς πε­ριορισμούς και αναστολές τις αχαλίνωτες επιθυμίες του, υπερβαίνοντας τα αυθαίρετα δεσμά του θετού δικαίου, που συνιστά στρέβλωση της ηθικής της φύσης, εγκαθιδρύοντας δυνάμει του δόλου του λογικού της πλειονότητας μιαν επίφαση δικαιοσύνης.
 
Σύμφωνα με τον Guthrie, στο κοινωνικοπολιτικό ιδεώδες του Καλλικλή αποκρυσταλλώνεται μια ακραία μορφή υπεράσπισης της φυσι­κής δικαιοσύνης και αποδόμησης της καθιερωμένης συμβατικότητας. Η ερμηνευτική εκδοχή του Guthrie συνοψίζεται εύστοχα στο απόσπασμα που παραθέτουμε: “Υπάρχει κάτι που λέγεται φυσική δικαιοσύνη και έγκειται απλώς στο ότι ο ισχυρός πρέπει να ζει κάνοντας χρήση των δυνάμεων του στο έπακρο και να αφήνει ελεύθερες τις επιθυμίες του. Το δίκαιο είναι με το μέρος της δύναμης (Might is Right) και η φύση προορίζει τον ισχυρό να αποκτά όλα όσα επιθυμεί. Οι υπάρχοντες ανθρώπινοι νόμοι είναι εντελώς αντίθετοι με τη φύση, γιατί εκπρο­σωπούν την απόπειρα των αδύναμων και πολλών ανάξιων να θέσουν εμπόδιο στο σχέδιο της φύσης, σύμφωνα με το οποίο ο δυνατός πρέπει να επικρατεί. Ο πραγματικά δίκαιος άνθρωπος δεν είναι ο δημοκράτης ούτε ο συνταγματικός μονάρχης, αλλά ο αδίστακτος τύραννος”.[48]
 
Στην καλλίκλεια θεώρηση του φυσικού δικαίου ο αναντίρρητα ι­σχυρός επιτάσσεται “φύσει” να καταστρατηγεί τα πολιτειακά θεσπί­σματα, ως αυθαίρετα πλάσματα και ευρήματα του άμορφου πλήθους και να πραγματώνει την υπεροχή της ισχύος του. Ο ακατέργαστος υ­περάνθρωπος του Καλλικλή ρυθμίζει και καθορίζει τα ενεργήματά του με όρους ασύστολης ελευθερίας, σύμφωνα με τις επιταγές του αέναου και καθολικού φυσικού νόμου, εξοβελίζοντας το διατροφικό έργο της παιδείας, που ναρκοθετεί τις διεργασίες υπερίσχυσης.[49]
 
Η κυνική αποκήρυξη της αρχής των πολλών, η ιταμή περιφρόνηση της δημοκρατίας, η αποδοκιμασία της παιδείας, η απαξίωση των κοι­νωνικών συμβάσεων και η προσχώρηση στο ιδεώδες της ανώτερης φύ­σης, από την οποία εκπορεύεται το δίκαιο του ισχυροτέρου, σύμφωνα με τον Καλλικλή, εμπνέουν τον Nietzsche στο εγχείρημά του να μορφοποιήσει το ιδεώδες του υπερανθρώπου “που προϋποθέτει, ασφαλώς, και συνεπάγεται την υιοθέτηση της βιολογικής και κοινωνικής ανισό­τητας, καθώς επίσης και την αποδοκιμασία της δημοκρατικής πολι­τείας”.[50]
 
Αποτιμώντας, συμπερασματικά, την πρόσληψη της αντίθεσης νό­μου και φύσης στην καλλίκλεια προβληματική πιστοποιούμε την εστί­αση της ερμηνευτικής θεώρησης στις διεργασίες της ατομικής φύσης και στους συσχετισμούς ισχύος. Συνακόλουθα, η ταύτιση φύσης και ηθικής ακυρώνει τη διαμεσολάβηση του κοινωνικού συμβολαίου ως σηματοδότη της μετάβασης από το φυσικό status στο στάδιο της πολι­τικής οργάνωσης, καθώς η ανυπέρβλητη ισχύς της φύσης επιτάσσει την άρση των νομικών και ηθικών κωδίκων που συνιστούν δεσμά αιχμα­λωσίας των ισχυρών φύσεων.
 
Συναφείς αντιλήψεις για τη φύση του δικαίου με εκείνες του Καλλικλή εκφέρει ο Κριτίας με σαφείς προθέσεις επανατοποθέτησης του πολιτικού και αναθεώρησης των στερεοτυπών για τη θεμελίωση του δικαίου. Η πρόσληψη του θρησκευτικού ως πολιτικής επινόησης και η αναγωγή του θετικού νόμου στην υπερφυσική οντότητα του θεού, που εισχωρεί σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης δραστηριοποίησης διατρέχει και συνέχει την αντίληψη της προόδου του ανθρώπινου γένους και την παγιοποίηση του συμβατικού δικαίου στην προβληματική του Κριτία, όπως αρθρώνεται στο εκτενές, σωζώμενο απόσπασμα του σατυρικού δράματος Σίσυφος. Η απομυθοποίηση και η αποδόμηση του συμβατι­κού νόμου, σύμφωνα με την εκδοχή της επινόησης του θείου, και η ο­ξεία κριτική στο θεσμικό πλαίσιο της δημοκρατίας δε συνιστούν ολι­στική απόρριψη του πολιτειακού νόμου,[51] στο μέτρο που ο θετός νό­μος, ως απόρροια της έμπνευσης του επινοητικού νομοθέτη αντανακλά ευεργετικά τόσο σε επίπεδο κυβερνητικής αρχής όσο και στο πεδίο της πολιτικής κοινότητας.[52]
 
Μολονότι καταφάσκει στην προτεραιότητα του φυσικού δικαίου ο Κριτίας και προσεγγίζει αρνητικά τις νομικές συμβάσεις[53] και τους κώ­δικες ηθικής της πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας δεν προχωρεί, σε θεωρητικό τουλάχιστο επίπεδο, στην πρακτική της βίας, όπως ο Καλλικλής, αλλά εγκολπώνεται τη μέθοδο της απάτης. Η θεώρηση του θε­τού νόμου στον Κριτία συμπορεύεται με τις θεμελιώδεις παραδοχές του Πρωταγόρα για τη φύση του συμβατικού δικαίου, μολονότι οι επιρ­ροές που ασκήθηκαν από την πρωταγόρεια πολιτική φιλοσοφία στον τυραννόφρονα σοφιστή δεν πρέπει να αξιολογούνται ως δεδομένες.
 
Ακριβώς, στο σημείο αυτό, μετά την κωδικοποιημένη καταγραφή της ενδιαφέρουσας προβληματικής του Κριτία, για να ολοκληρώσουμε την όλη δοκιμή ανασυγκρότησης του στοχασμού του στο επίμαχο ζή­τημα της διάκρισης: νόμος - φύσις, κρίνεται αναγκαία η παράθεση του αποσπάσματος που σταχυολογούμε, στο οποίο εύγλωττα σαφηνίζο­νται οι θεμελιώδεις παραδοχές του σοφιστή με άξονα την αναζήτηση των κοινωνικών αιτίων για την γένεση του κράτους, τη νατουραλιστική ερμηνεία της θρησκείας ως ανθρώπινης επινόησης και συνεπακόλουθα την έμφαση στην προτεραιότητα του φυσικού νόμου έναντι του συμβατικού δικαίου: “Υπήρξε ένας καιρός που ο βίος των ανθρώπων ήταν δίχως τάξη, φάνταζε σαν των ζώων. Η ζωή των ανθρώπων υπηρε­τούσε τη δύναμη. Δεν είχαν αμοιβή αυτοί που έπρατταν ορθά ούτε και ποινή οι κακοί. Ύστερα, καθώς πιστεύω, οι άνθρωποι καθιέρωσαν νό­μους τιμωρούς, για να κυριαρχήσει πάνω σε όλους η Δικαιοσύνη και να δαμάσει τη θρασύτητα. Τιμωρία περίμενε όποιον αδικούσε. Οι νό­μοι εμπόδιζαν με τη βία τους ανθρώπους να αδικούν φανερά. Αδικού­σαν όμως κρυφά. Τότε, ένας άνθρωπος πολυμήχανος και με σοφή σκέ­ψη, καθώς νομίζω, έβαλε το φόβο των θεών μέσα στις ψυχές των θνη­τών, για να τρέμουν οι κακοί, αν διαπράξουν, πουν ή στοχαστούν κάτι ακόμη και στα κρυφά. Γι’ αυτό καθιέρωσε (ο σοφός) την πίστη στο θείο, ότι δηλαδή υπάρχει ένας δαίμονας με ζωή σαν αιώνιο άνθος, που με το νου ακούει, βλέπει, στοχάζεται γερά, προσέχει τα ανθρώπινα και που έχει περιβληθεί θεϊκή φύση. Αυτός ο δαίμονας θα μπορέσει ν’ ακούσει ό,τι πουν οι θνητοί και να δει ό,τι κάνουν. Ακόμα και αν βάλεις στο νου σου σιωπηλά κάποιο άδικο, οι θεοί δε θα το αγνοήσουν, γιατί τόση είναι η δύναμη της σοφίας τους. Λέγοντας αυτούς τους λόγους καθιέρωσε την πιο ελκυστική διδασκαλία και σκέπασε την αλήθεια με ψεύτικο λόγο. Έλεγε πως οι θεοί κατοικούν σ’ έναν τόπο, που και μό­νον που τον βλέπουν οι άνθρωποι νιώθουν τρόμο. Ήξερε ότι από εκεί προέρχονται οι φόβοι των θνητών αλλά και οι παρηγοριές για την ά­θλια ζωή τους, δηλαδή από την περιστρεφόμενη ουράνια σφαίρα βλέ­ποντας τις αστραπές, ακούοντας τις τρομακτικές βροντές, αντικρύζοντας το αστεροποίκιλτο σώμα τ’ ουρανού, έργο του χρόνου, του σοφού τεχνίτη. Εκεί βαδίζει ο ήλιος, το λαμπρό αστέρι με πυρωμένη μάζα. Από κει πέφτει πάνω στη γη η υγρή βροχή. Με τέτοιες διδαχές φοβέρι­σε τους ανθρώπους και εγκατέστησε με λόγια τους θεούς, όμορφα, σε τόπο που τους ταίριαζε. Και με τους νόμους εξάλειψε την ανομία... Μ’ αυτόν τον τρόπο, έπεισε σύμφωνα με τη γνώμη μου, τους θνητούς για την ύπαρξη του γένους των θεών”.[54]
 
Στον Αντιφώνχα η φυσιοκρατική θεώρηση του δικαίου προβάλλε­ται ευκρινέστερα, οξύτερα και πληρέστερα, ενώ ριζοσπαστικότερη κρίνεται η υπεράσπιση της φύσης έναντι του νόμου, που θεμελιώνεται σε μια αλτρουιστική θεώρηση[55] του φυσικού δικαίου σε σύγκριση με τον Ιππία και τον Αλκιδάμα. Στους πάπυρους της Οξυρίγχου οφείλου­με τα δυο εκτενή αποσπάσματα, αποκατεστημένα κριτικά σε μεγάλο βαθμό, της φιλοσοφικής πραγματείας “Περί ἀληθείας”, από τα οποία διασφαλίζουμε την ευχέρεια ανασυγκρότησης της τεκμηριωμένης επι­χειρηματολογίας του Αντιφώντα για το επίμαχο πρόβλημα της σοφι­στικής, φύσις - νόμος. Ας παρακολουθήσουμε, όμως, τον Αντιφώντα στην ανάπτυξη της προβληματοθεσίας και επιχειρηματολογίας του:
 
α) Όλα τα φυσικά όντα υπόκεινται στους ίδιους σταθερούς και απαράβατους νόμους και συνέχονται από κάποια φυσική αναγκαιότη­τα. Στις επιταγές της φύσης ενυπάρχει ο χαρακτήρας της αναγκαιότη­τας και του καθολικού κύρους. Αντίθετα, οι διατάξεις των πολιτεια­κών νόμων είναι συμβατικές, αυθαίρετες συνθήκες, τεχνητά μορφώμα­τα, κίβδηλα και μεταβλητά θεσπίσματα, που εναντιώνονται στην αυ­θεντικότητα της φύσης και υπηρετούν τα εκάστοτε ατομικά ή συλλο­γικά συμφέροντα.[56] Επιπροσθέτως, η καταστρατήγηση του συμβατικού νόμου δεν επισύρει αναπόδραστα τον κολασμό του παραβατικού ατό­μου· αντίθετα, η ανυπακοή στα επιτάγματα της φύσης επιφέρει αυτό­ματη και αυτονόητη βλάβη στο παραβατικό υποκείμενο, απόρροια του αναγκαστικού κύρους των φυσικών νόμων. Η νομιμότητα, συνεπώς, που απορρέει από το θετό νόμο είναι κατ’ επίφαση, επίπλαστη, ενώ η αλήθεια της φύσης είναι καθολική, απόλυτη, αέναη και αυθεντική. Συ­μπερασματικά, στην νομιμότητα της φύσης αντιστοιχεί η αλήθεια και η αναγκαιότητα, ενώ στη νομιμότητα του συμβατικού νόμου αντιστοιχεί η “δόξα”, η φαινομενικότητα, η μεταβλητότητα και η αμφιλεγόμενη δεσμευτική εγκυρότητα.
 
β) Οι κείμενες νομικές διατάξεις ερείδονται σε αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα που συνιστούν δεσμό και τροχοπέδη της φύσης, η ο­ποία υλοποιεί την απόλυτη ελευθερία, χωρίς να υπόκειται σε δεσμευ­τικούς περιορισμούς. Στο βαθμό που η φύση συμπεριφέρεται ανυστε­ρόβουλα, ουδέτερα και διασφαλίζει ελευθερία επιλογής στον άνθρω­πο, περικλείει το αυθεντικό του συμφέρον[57] και, άρα, ταυτίζεται με την αλήθεια.[58]
 
γ) Η δικαιοσύνη ορίζεται ως πειθαρχία στους πολιτειακούς νόμους, που συνιστούν συμβατικά όρια, τα οποία καθορίζουν την ατομική και συλλογική συμπεριφορά των κοινωνικών μελών.[59] Υπαγορεύει επί­πλαστη συμπεριφορά, θεμελιωτική της νομιμότητας των ενεργειών στο πλαίσιο της κοινωνικής συνθήκης. Αποτελεί, επομένως, αποκύημα κοι­νωνικής σύμβασης και αλληλοδέσμευσης των πολιτών και αντιμάχεται «τά τῆς φύσεως ἀναγκαῖα».
 
δ) Η απόλυτη κατάφαση στο φυσικό δίκαιο και η επισήμανση με οξυδέρκεια της αδυναμίας προληπτικής δραστικότητας και αυτόματης αποτελεσματικότητας του πολιτειακού νόμου δε στοιχειοθετούν πρό­θεση κατάρριψης των νόμων της πολιτείας και διακήρυξης ενός ιδιό­τυπου αναρχισμού,[60] όπως διατείνονται ευάριθμοι μελετητές, αλλά τροφοδοτούν το στόχο της εναρμόνισης του θετού νόμου με τις υπαγο­ρεύσεις της φύσης, προκειμένου να προαχθεί ο πολιτιστικός βίος των ανθρώπων.[61] Η νατουραλιστική θεώρηση του Αντιφώντα συνυφαίνεται άρρηκτα με έναν ασυμβίβαστο ανθρωποκεντρισμό, κεντρικό αίτη­μα του οποίου αποτελεί η επάνοδος στο ιδανικό της ελευθερίας και της αυτάρκειας, σε μια πορεία ευδαιμονίας που απορρέει από την εναρμό­νιση της ζωής με τη φύση και πραγματώνεται ως απαρακώλυτη έκ­φραση των φυσιολογικών ενορμήσεων.
 
Ο Ιππίας ο Ηλείος αποφαίνεται, όπως ο Αντιφών, ότι η δικαιοσύνη είναι διττή, φυσική και συμβατική.[62] Στην πρώτη προσδίδει χαρακτήρα καθολικότητας, ενώ στη δεύτερη απονέμει την ιδιότητα της ανελευθε­ρίας και της μεταβλητότητας. Το συμβατικό δίκαιο, γραπτό ή εθιμικό είναι ασταθές, ασαφές, απότοκος κοινωνικής συνθήκης, λειτουργεί δι­αιρετικά και αντιμάχεται τις επιταγές της φύσης. Αντιθέτως, το φυσικό δίκαιο που εμπερικλείει και τους άγραφους νόμους ανταποκρίνεται στο ιδεώδες της αυτάρκειας, έχει καθολική ισχύ, καταρρίπτει τους φραγμούς που υψώνουν οι αυθαίρετες νομικές διατάξεις της εκάστοτε πολιτείας και υπηρετεί την ενότητα του ανθρώπινου γένους. Το θετό δίκαιο ως έκφραση προσωρινής συμφωνίας συμπεριφέρεται τυραννι­κά, βιάζει την ανθρώπινη φύση[63] και υποσκάπτει τη φυσική ενότητα των ανθρώπων. Η προβληματική του Ιππία επικεντρώνεται κυριότατα στο αντινομικό φαινόμενο: Ενώ οι πολιτειακοί νόμοι προσλαμβάνουν δεσμευτικό χαρακτήρα, είναι ευμετάβλητοι. Η διαπιστωμένη αυτή α­ντίφαση, παρατηρεί ο Θ. Βέικος,[64] θα μπορούσε να εμφανιστεί αποδει­κτικά εξαρθρωμένη με μια εμπεριστατωμένη ανάλυση του δεσμευτικού χαρακτήρα των νόμων.
 
Οι νόμοι ως αυθαίρετες “συνθήκες”, δυναστικά εξαναγκάζουν τους ανθρώπους να υλοποιούν συμπεριφορές που εναντιώνονται στα επιτάγματα της φύσης. Ωστόσο, το θετό δίκαιο αποτιμάται ως νόμιμο και ανεπιφύλακτα αποδεκτό, στο βαθμό που εναρμονίζεται με τη φύση και ευθυγραμμίζεται με τα κελεύσματά της, προκειμένου να ενισχυθούν οι αδύνατοι και να αμβλυνθούν οι κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις.
 
Μολονότι ο Ιππίας διαμορφώνει τη θεωρία του φυσικού δικαίου ύστερα από διεξοδική ανατομία της αντιθετικής σχέσης νόμου και φύσης[65] και υπερασπίζεται με παρρησία το νόμο της φύσης, δεν υποτιμά το θετό δίκαιο και δεν εισηγείται την κατάλυση του ισχύοντος πολι­τειακού status. Στον “Ιππία μείζονα”, μάλιστα, επισημαίνει ότι, αν και ο συμβατικός νόμος εναντιώνεται στη φύση, είναι λυσιτελής, όταν συ­μπίπτει με το αληθινό δίκαιο και προάγει τον άνθρωπο.[66] Η κατάφαση στην προτεραιότητα του φυσικού δικαίου δεν εκβάλλει στη θεωρία του Καλλικλή για το δίκαιο του ισχυροτέρου. Η κρίσιμη παράμετρος που αναδεικνύεται και η ηθικοπολιτική προέκταση της θεώρησής του αποτυπώνονται στο αίτημα της ισότητας, της αλληλεγγύης και της δι­καιοσύνης, θεμελιώδεις αρχές που εκπηγάζουν από τη φυσική υπόστα­ση του ανθρώπου.[67]
 
Την υπεροχή του φυσικού δικαίου έναντι των θετών νόμων φαίνε­ται να υπερασπίζεται και ο Αλκιδάμας, κινούμενος στην κατεύθυνση και στο πνεύμα της αντιφώντειας πολιτικής θεωρίας. Αδιάσειστο τεκ­μήριο της κατάφασής του στο δίκαιο της φύσης αποτελεί η περιώνυμη γνώμη του σοφιστή που διασώζεται στη Ρητορική του Αριστοτέλη.[68] Η εμβληματική αυτή απόφανση που κωδικοποιεί το δόγμα της πολιτικο­κοινωνικής του φιλοσοφίας αποδοκιμάζει με τον αιχμηρότερο τρόπο τη διάκριση ελεύθερων και δούλων, αποδίδοντάς την στους συμβατι­κούς νόμους. Διακηρύσσει, μάλιστα, ο σοφιστής από την αιολική Ε­λαία ότι η φιλοσοφία[69] μπορεί να αποτελέσει το προπύργιο εναντίον των πολιτειακών νόμων και να αποδομήσει δραστικά το κύρος του θετού δικαίου.
 
Καθίσταται σαφές ότι η υποστήριξη της φύσης εναντίον της συμ­βατικότητας αμφισβητεί τη νομιμότητα της δουλείας και εναντιώνεται στο δίκαιο του ισχυροτέρου, προβάλλοντας μια νέα αντίληψη για το νόμο και το δίκαιο, που υπηρετεί την ελευθερία και τα ανθρώπινα δι­καιώματα χωρίς συμβιβασμούς.
 
Στην τρίτη συνιστώσα της σοφιστικής εκδοχής αναφορικά με το ι­δεολογικό σχήμα “νόμῳ-φύσει” συγκαταλέγονται ο Θρασύμαχος ο Χαλκηδόνιος, ο Γλαύκων και ο Αδείμαντος. Η προβληματική τους α­ποστασιοποιείται από τη διαμάχη των υποστηρικτών της φύσης και των υπερασπιστών του νόμου και κινείται σε μια θετικιστική θεώρηση άτεγκτα ρεαλιστική, στην οποία κυριαρχεί η περιγραφική και όχι η δεοντολογική πρόθεση.[70]
 
Ο Θρασύμαχος, αποπειράται στο Α' βιβλίο της πλατωνικής “Πολι­τείας” να ερμηνεύσει το δίκαιο πραγματιστικά,[71] εκφέροντας διαπιστωτικές θέσεις εμπειρικού χαρακτήρα και αποκαλύπτοντας εντυπωτική ειλικρίνεια προθέσεων. Κεντρικός πυρήνας της θρασυμάχειας συλ­λογιστικής είναι η παραδοχή - δόγμα ότι το δίκαιο εκφράζει τη νομο­θετημένη βούληση των ισχυρών και νομιμοποιεί το συμφέρον των κρατούντων. Υπό την έννοια αυτή, η δικαιοσύνη ορίζεται ως συμμόρφωση προς το συμβατικό νόμο, τον οποίο θεσπίζει και επιβάλλει η κυρίαρχη εξουσία πραγματώνοντας τα συμφέροντά της. Σε αντίθετη με τον Hobbes, ο Θρασύμαχος δεν επικαλείται τη σύναψη κοινωνικού συμβο­λαίου, για να αιτιολογήσει την κυριαρχία του ηγεμόνα και την επιβο­λή της εξουσίας του. Η εξουσιαστική του ισχύς νομιμοποιείται και επι­κυρώνεται από την ηγετική του θέση και τη δύναμη που απορρέει από αυτήν.[72]
 
Η κυνική, σχεδόν, συλλογιστική του απολήγει σε μια ιδιαίτερα τολμηρή απόφανση. Η αδικία είναι ισχυρότερη και λυσιτελέστερη από τη δικαιοσύνη, γιατί διασφαλίζει την προώθηση ατομικών διεκδική­σεων και εγγυάται το ιδεώδες της ευδαιμονίας. Ο δίκαιος, συνεπώς, πειθαρχώντας στο θετό νόμο, που ενσαρκώνει το συμφέρον των εκάστοτε ισχυρών, δέσμιος της νομιμότητας και υπηρέτης του θεσμικού πλαισίου των κρατούντων, υφίσταται αναπόδραστα τη βλάβη που απορρέει από τη νομοταγή του συμπεριφορά.[73] Καταφάσκοντας στην ευεργετική επενέργεια της αδικίας στο υποκείμενο που τη μετέρχεται, αποφαίνεται ο Θρασύμαχος ότι η αδικοπραγία που αρμόζει σε κυρί­αρχα και ελεύθερα άτομα πραγματώνεται ως κατίσχυση του ιδιοτελούς συμφέροντος, ενώ η δικαιοσύνη που ασκεί ο “εὐπειθής τοῖς νό- μοις” λειτουργεί ως “θεραπαινίδα”, του “αλλότριου αγαθού” και ταυ­τίζεται με το συμφέρον της “καθεστηκυίας” νομοθετικής αρχής.[74]
 
Απηχήσεις του θρασυμάχειου δόγματος, που δεν ευαγγελίζεται, βέ­βαια, τον αμοραλιστικό “ρεαλισμό”, αλλά καταδεικνύει την αδήριτη πραγματικότητα, απροκάλυπτα και με επίγνωση της δυσκολίας του εγ­χειρήματος, επισημαίνουμε στη θουκυδίδεια ιστοριογραφία, και συγκε­κριμένα στο δραματικό διάλογο Αθηναίων και Μηλίων.[75] Το κειμενικό απόσπασμα επιβεβαιώνει την απαξίωση των ηθικών αρχών, το χλευα­σμό των συμβατικών κανόνων δικαίου και τη διαστροφή του κοινού και παραδεκτού νοήματος της δικαιοσύνης, απροσχημάτιστα, στο όνο­μα του επεκτατισμού και των συμφερόντων της αθηναϊκής ηγεμονίας.
 
Θα συνιστούσε στο σημείο αυτό πραγματική παράλειψη να μην ε­πιχειρήσουμε να αναδείξουμε στοιχεία διαφοράς, με βάση τα πορίσμα­τα της έρευνας,[76] ανάμεσα στη θρασυμάχεια οπτική και την καλλίκλεια φιλοσοφική κατάθεση για την προβληματική της αντίθεσης: νόμος- φύσις. Στη θρασυμάχεια πρόσληψη του δικαίου η έννοια της φύσης απουσιάζει, ενώ στο θεωρητικό εγχείρημα του Καλλικλή κατέχει περί­οπτη θέση, επικαθορίζοντας την επιχειρηματολογία του. Στην πολιτική θεωρία του Θρασύμαχου δεσπόζει η σχέση ατόμου - πολιτείας, ενώ στη θεωρητική ανάλυση του Καλλικλή προβάλλονται οι διανθρώπινες σχέσεις. Στον πρώτο, το συμβατικό, δίκαιο φαλκιδεύει τα συμφέροντα των νομοταγών πολιτών, ενώ στον δεύτερο το θετό δίκαιο αντιμάχεται μεθοδευμένα τα δικαιώματα και τα προνόμια των ανώτερων φύσεων. Η τελευταία αλλά όχι λιγότερο σημαντική διαφορά έγκειται στη στά­ση των δύο σοφιστών κατά την εκφορά της προβληματικής τους: Η θεώρηση του Θρασύμαχου προσλαμβάνει χαρακτήρα περιγραφικό, ενώ η αποτύπωση της καλλίκλειας εκδοχής κινητροδοτείται από τη δεοντολογική πρόθεση.
 
Πάντως, η αποκαλούμενη ρεαλιστική ή πραγματιστική αντίληψη του Θρασύμαχου για το δίκαιο καθίσταται κατανοητή στο πλαίσιο των πολιτικοκοινωνικών διεργασιών και εξελίξεων του δεύτερου μι­σού του Ε' π.Χ. αιώνα, όπου σημειώνεται απροκάλυπτη η εξαλλοίωση και η εκτροπή του δικαίου. Σύμφωνα με τη θεώρηση αυτή, η πολιτική εξουσία και ο θεσμός της δικαιοσύνης προσλαμβάνονται ως αντανά­κλαση ταξικών συμφερόντων. “Από μια ορισμένη οπτική, ο Θρασύμαχος εκφέρει με αφοπλιστική κυνικότητα αυτό που υπερασπίζεται με υποδειγματική δεξιοτεχνία ο Πλάτων στην “Πολιτεία” του, την ιεραρ­χική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, στην οποία το δίκαιο εκπορεύεται από την άρχουσα ελίτ και υποτάσσεται στα συμφέροντα των κυρίαρ­χων κοινωνικών τάξεων”.[77]
 
Αξιολογώντας τις θεωρητικές προσεγγίσεις του Θρασύμαχου, ο Αύγουστος Μπαγιόνας, επισημαίνει ότι ο Χαλκηδόνιος σοφιστής α­ποφεύγει να ορίσει δεοντολογικά τη φΰση του δικαίου και απορρίπτει την ύπαρξη φυσικού δικαίου με καθολικό κύρος, που θα ακύρωνε ή θα συνέβαλε στη βελτίωση του συμβατικού δικαίου.[78] Ο Θρασύμαχος προσλαμβάνει το πολιτικό σε άρρηκτη σχέση με την ταξική συγκρότηση της κοινωνίας και σε συνάφεια με την κρατούσα ιδεολογία που την υποβαθρώνει, αναδεικνύοντας ως θεμελιώδες δεδομένο της πολιτικής λει­τουργίας ότι η κυρίαρχη τάξη αναγορεύει το συμφέρον της ως δίκαιο, αποκρύπτοντας συνειδητά την πραγματική φύση της δικαιοσύνης.
 
Ο Γλαύκων, ο αδερφός του Πλάτωνα, αναλαμβάνει στην αρχή του Β' βιβλίου της πλατωνικής “Πολιτείας” να προεκτείνει και συμπληρώ­σει τη θρασυμάχεια προβληματική για την απονομή του δικαίου. Επαναθέτει το πρόβλημα του δικαίου εξαρχής εισάγοντας στη συλλογιστι­κή του την έννοια της φύσης.[79] Σε μια απόπειρα ανασυγκρότησης και συνοπτικής θεώρησης της φιλοσοφικής κατάθεσης του Γλαύκωνα, επι­σημαίνουμε ότι για το σοφιστή η δικαιοσύνη συνιστά αποκρουστέο αγαθό, κατά συνθήκη αποδεκτή, ενώ η αδικία επιδιωκτέο αγαθό. Η ωφέλεια που απορρέει από την διάπραξη της αδικίας για το υποκείμε­νο κρίνεται υποδεέστερη από τη βλάβη που υφίσταται το αδικούμενο πρόσωπο. Ολόκληρο το πλέγμα, συνεπώς, των νόμων και των κανό­νων[80] που διέπουν την κοινωνική συμβίωση είναι απότοκος του φόβου που κατατρύχει τις κατώτερες φύσεις για τα οδυνηρά επακόλουθα από την πρακτική της αδικίας σε βάρος τους. Οι θετοί νόμοι, ως αποτέλε­σμα κοινωνικής συνθήκης, λειτουργούν ανασχετικά, περιστέλλοντας την έμφυτη ροπή προς την πλεονεξία (πλέον έχειν) και διασφαλίζοντας την κοινωνική ισορροπία.
 
Αν η δικαιοσύνη προσλαμβάνεται ως παραγωγό του φόβου και απόρροια της βίας και του καταναγκασμού του θετού νόμου,[81] η αδι­κία θεμελιώνεται στην ανθρώπινη φύση που τείνει στην πραγμάτωση της ευδαιμονίας. Η αποκήρυξη, συνεπώς, της αδικίας συνιστά χειριστή επιλογή και έσχατη παραφροσύνη, καθώς αντιμάχεται τις επιταγές της φύσης. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι στο Γλαύκωνα η δικαιοσύνη, ως απόρροια του ενστίκτου του φόβου, ορίζεται ως ανάγκη των ανίσχυ­ρων φύσεων και υπηρετική της απρόσκοπτης κοινωνικής συμβίωσης, ενώ στη θρασυμάχεια πρόσληψη του δικαίου θεμελιώνεται και ερείδεται στη ροπή της κυριαρχίας και στο συμφέρον του ισχυροτέρου.[82]
 
Με την κρίσιμη παρέμβαση του Αδείμαντου στη διαλεκτική αντι­παράθεση που κλιμακώνεται, επικουρείται και σαφηνίζεται περαιτέρω η προβληματοθεσία και η επιχειρηματολογία του Γλαύκωνα. Ανα­πτύσσοντας τη συλλογιστική του επισημαίνει ότι δεν συνιστά εγκώμιο της αρετής του δικαίου ο εκθειασμός και η εξύμνηση της δικαιοσύνης, αλλά έπαινο της υπόληψης και των πλεονεκτημάτων που επιφυλάσσει η άσκηση της δικαιοσύνης στους θνητούς χρήστες της.[83] Από την άλλη, η πλειοψηφία της ανθρώπινης μάζας προβαίνει στην αποδοκιμασία και στη στηλίτευση της αδικίας, διότι επισύρει τον κολασμό, το στιγματισμό και τα μεταθανάτια βασανιστήρια στον Άδη. Διακηρύσσει, μάλι­στα, την προσήλωσή της στη δικαιοσύνη, προσθέτοντας ότι η άσκησή της είναι επίμοχθη και δυσχερής.[84] Αντιθέτως, η μαλθακότητα, η ακο­λασία και η αδικία προβάλλονται ως ευπρόσιτες και ευκατάκτητες εκ­δοχές ζωής, ενώ ονειδίζονται από την καθιερωμένη συμβατικότητα και την ευμετάβλητη και αμφίβολης αξιοπιστίας γνώμη των πολλών. Όμως, ακόμη και οι αδέκαστοι θεοί απαξιώνουν τους χρήστες της δικαιοσύ­νης, μεταβάλλουν την κρίση τους επηρεασμένοι από τις θυσίες, δεήσεις και τελετές και συναινούν στον καθαρμό των αδικοπραγούντων και στη διαγραφή των παραβατικών τους συμπεριφορών. Όλες αυτές οι διακριβώσεις απηχούν τις κυρίαρχες δοξασίες των πολλών και υπαγο­ρεύουν την πρόκριση της αδικίας ως συνώνυμης της ηδονής και της ευδαιμονίας και την αποκήρυξη της δικαιοσύνης που συνυφαίνεται με τη φενάκη, την οδύνη και τη βλάβη. Η παραστατική αναδιατύπωση από τον Αδείμαντο των κυρίαρχων αντιλήψεων της εποχής, που προκαλεί την ανασκευή τους από τον Σωκράτη, στη συνέχεια, απολήγει σε μια καίρια, θετικιστικού χαρακτήρα, απόφανση: Στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που παγιώθηκαν, οι άνθρωποι ρυθμίζουν τη συμπερι­φορά τους με κριτήριο το “φαίνεσθαι”. Δεν υπερβαίνουν τις οριοθετή­σεις του θετού νόμου και της τρέχουσας ηθικής, καθώς το δαχτυλίδι του Γύγη αποτελεί μυθοπλαστική επινόηση. Ο “απόλυτα άδικος άν­θρωπος” παραμένει ανέφικτο ιδανικό.[85]
 
Ολοκληρώνοντας τη δοκιμή καταγραφής όλων αυτών των θεωρη­τικών προσεγγίσεων, μπορούμε συνοψίζοντας να επισημάνουμε ότι στους εκπροσώπους της Σοφιστικής προσγράφεται η διαμόρφωση του πλαισίου στο οποίο αναδύθηκε και γονιμοποιήθηκε περαιτέρω η προ­βληματική για την αντίθεση του συμβατικού και του φυσικού νόμου. Συνισταμένη των αμφίρροπων ιδεολογικών κατευθύνσεων είναι η α­ναζήτηση της πηγής των αξιών και η κριτική θεμελίωση του κύρους δικαίου.
------------------------
[1] Για εκτενέστερη ανάλυση της προέλευσης και των ερευνητικών προβλημά­των της αντίθεσης αυτής βλ. το βιβλίο του F. Heinimann, Nomos und Physis. Herkunft und Bedeutung einer Anti these im griechischen Denken des 5. J hs., Basel (ανατύπ. Darmstadt 19722).
[2] Σύμφωνα με τον B. Κύρκο, όπ.π., σ. 206, στην προβληματική αυτή πρέπει να ενταχθεί και η γνώμη του Αρχέλαου, προσωκρατικού φιλοσόφου (5°5 αι.), την οποία διέσωσε η δοξογραφική παράδοση (DKA 1= Διογ. Λαέρτιος, 2, 16): «ἔλεγε καί τό δίκαιον καί τό αἰσχρόν οὐ φύσει ἀλλά νόμῳ». Αναφορικά με την αξιοπι­στία της γνώμης αυτής βλ. W.K.C. Guthrie, Greek Philosophy, σσ. 3 και 58 και Σο­φιστές, σ. 83 κ.ε. Πρβλ. και στον F. Heinimann, όπ.π., σ. 111.
[3]F. Heinimann, όπ.π., σ. 13. Βλ., επίσης, Β. Κύρκος, όπ.π., σ.σ. 219-222.
[4] G.B. Cerferd, όπ.π., σ. 173. Βλ., επίσης, Γ. Πλάγγεσης, Αρχαία πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη, 2005, σ. 43.
[5] Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά, Δ 1015a 13 -15.
[6] Ἀντιφών, D.K., 87 Β 44, απ. Α, στ. 1, πρβλ. Άριστοτέλους, Σοφιστικοί ’Έλεγχοι 12, 173a 7-11.
[7] W.K.C. Guthrie, όπ. π., σ. 80: «Νόμος για τους ανθρώπους της κλασικής επο­χής είναι κάτι που νομίζεται, που πιστεύεται, που θεωρείται ορθό στην πράξη; αρχικά κάτι που νέμεται, που διανέμεται, απονέμεται ή χορηγείται... Με άλλα λόγια προϋποθέτει ένα υποκείμενο που ενεργεί, κάποιον που πιστεύει...που απο­νέμει ... Γι’ αυτόν το λόγο ήταν φυσικό διαφορετικοί λαοί να έχουν διαφορετι­κούς νόμους».
[8] F. Heinimann, όπ.π., σ. 61 κε. πρβλ. W.K.C. Guthrie, όπ.π., σ. 82.
[9] Πλάτων, Νόμοι, I, 888e - 889α και Πλάτων, Γοργίας, 482e-483a
[10] W.K.C. Guthrie, όπ. π., σ. 86, και Β. Κΰρκος, όπ. π., σσ. 222-224.
[11] Η προτεραιότητα του νόμου στην προβληματική του Σωκράτη αποτυπώνεται με ενάργεια στο πλατωνικό έργο “Κρίτων”.
[12] Πλάτων, Πρωταγόρας, 327d.
[13] Αύγ. Μπαγιόνας, όπ.π., σ. 120.
[14] F. Heinimann, όπ.π., σ. 119.
[15] Πλάτων, Πρωταγόρας, 326d.
[16] K. Popper, (1996), The open Society and its Enemies, vol. I, The Spell of Plato, 5th edition, London, σ. 60, σημ. 3.
[17] Δ. Τσεκουράκης, Η στάση των σοφιστών απέναντι στο δίκαιο του ισχυροτέρου: Επιστ. Επετ. Φιλοσ. Σχολ. του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, τ. 22, 1984, σ. 649.
[18] Πλάτων, Πρωταγόρας, 322d.
[19] C.C.W. Taylor, Plato’s, Protagoras, Oxford, 1976, σσ. 81 κ.ε. 
[20] Πλάτων, Θεαίτητος, 166e κ.ε.
[21] Θ. Βέϊκος, Αρχαία Σοφιστική, Θεσσαλονίκη, 1971 σσ. 53, 56.
[22] Βλ. αναλυτικότερα για το σχετικισμό του Πρωταγόρα στον Α.Τ. Cole, The Relativism of protagoras, Ycis 22, 1972, σ. 44 κ.ε.
[23] Όπ. π., σσ. 44-46. Βλ., επίσης, Γ. Πλάγγεσης, όπ.π., σ. 44.
[24] D.K., σ. 404, απ. 13V, II: «ού γάρ οϊόν τε άνθρώπους ανευ νόμων καί δίκης ζην»’. Βλ., επίσης, Γ. Πλάγγεσης, όπ.π., σ. 45.
[25] Zeller - Nestle, Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας (μ.τ.φρ. Χρ. Θεοδωρίδης, Αθήνα, χ.χ., 6.115, και 115. και Ε.Β. Cerferd, όπ.π., σ. 127.
[26] D.K., σ. 401, απ. 16, II «Ὁ πλείστοις ὠφέλιμος ὤν».
[27] Γ. Πλάγγεσης, όπ.π., σ. 45. Βλ., επίσης,, G.B. Kerferd, όπ.π., σσ. 195-197.
[28] Μ. Μίχα, Το φυσικό δίκαιο στους Σοφιστές και στους Κυνικούς, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 1985, σ. 36.
[29] Γρ. Αλατζόγλου - Θέμελη, «Νόμος ηγεμών και νόμος τύραννος στην αρ­χαία Σοφιστική», Φιλοσοφία και Πολιτική, εκδ. Καρδαμίτσας, 1982, σσ. 187-196.
[30] R. Roller, Untersuchungen zum Anonymus Iamblichi, Tubingen, 1931, σσ. 40-62 και 100-131.
[31] Θ. Βέικος, όπ. π., σ. 59.
[32] Ν. Αυγελής, Εισαγωγή στη φιλοσοφία,5 εκδ. Σταμούλη Αντ., Θεσσαλονί­κη, 2009, σ. 165.
[33]Η αρχαία Σοφιστική: Τα σωζόμενα αποσπάσματα (επιμέλεια κειμένων, μετάφραση, σχολιασμός Ν.Μ. Σκουτερόπουλου), Αθήνα, 1991, σ. 182.
[34] Πλάτων, Γοργίας, 453a, 457a, 458e, Φίληβος, 58a.
[35] Γοργίας, Επιτάφιος, D.K., 82 Β 6 «Πολλά μέν δή τό πρᾶον ἐπιεικές τοῦ αὐθάδους δικαίου προκρίνοντες, πολλά δε νόμον ἀκριβείας λόγων ὀρθότητα, τοῦτον νομίζοντες θειότατον καί κοινότατον νόμον, τό δέον ἐν ταῷ δέοντι και λέγειν...».
[36] D.K., σ. 30IV, II: «νόμους τε γραπτούς φύλακάς [τε] τοῦ δικαίου, γράμμα­τά τε μνήμης ὄργανον». Βλ., επίσης, Ν. Αυγελής, όπ.π., σ.σ. 165 κ.ε.
[37] Πλάτων, Γοργίας, 483e.
[38] Ξενοφών, Απομνημονεύματα, 1, 3, 40-46 «Ὁ κρείττων τόν ἥττω μή πείσας ἀλλά βιασάμενος ἀναγκάσει ποιεῖν ἀνομία ἐστίν».
[39] Πλάτων, Γοργίας 452e.
[40] Θ. Βέικος, όπ. π., σ. 61.
[41] D.K., σ. 290 V, II «πέφυκε γάρ οὐ τό κρεῖσσον ὑπό τοῦ ἥσοονος κωλύεσθαι, ἀλλά τό ἧσσον ὑπό τοῦ κρείσσονος ἄρχεσθαι καί ἄγεσθαι, καί τό μέν κρεῖσσον ἡγεῖσθαι, τό δέ ἧσσον ἕπεσθαι».
[42] T.S. Sinclair, Ιστορία της ελληνικής πολιτικής σκέψεως, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1969, σ. 62.
[43] Αύγ. Μπαγιόνας, Η πολιτική φιλοσοφία των Κυνικών, εκδ. Παπαζήσης, Αθήνα, 1970, σ. 46, παρ. 122 και Μ. Μίχα, όπ.π., σ. 20.
[44] W.K.C. Guthrie, όπ.π., σ. 135 και Β. Κύρκος, όπ.π., σ. 229.
[45] Πλάτων, Γοργίας, 483d.: «ἡ δέ γε, οἶμαι, φύσις αὐτή ἀποφαίνει αὐτό, ὅτι δίκαιόν ἐστιν τόν ἀμείνω τοῦ χείρονος πλέον ἔχειν καί τόν δυνατώτερον τοῦ ἀδυνατωτέρου... πλέον ἔχειν».
[46] Όπ.π., 483d: «καί ἐν τοῖς ἄλλοις ζώοις καί τῶν ἀνθρώπων ἐν ὅλαις ταῖς πόλεσι καί τοῖς γένεσι, ὅτι οὕτω τό δίκαιον κέκριται, τόν κρείττω τοῦ ἥιτονος ἄρχειν καί πλέον ἔχειν».
[47] Γ. Πλάγγεσης, όπ.π., σ. 51.
[48] Γ. Πλάγγεσης, όπ.π., σ. 52. Βλ., επίσης,, W.K.C. Guthrie, όπ. π., σ. 140.
[49]Μ. Μίχα, όπ.π., σ. 32.
[50] Γ. Πλάγγεσης, όπ. π., σ. 52. Βλ., επίσης, R. Schacht, Nietzsche, London, 1983, σσ. 327 κ.ε.
[51]Μ. Salomon, Der Begriff des Naturrechts bei den Sophisten, zeitschr d. Savi- gny Stiftungf. Rechtsgeschichte, Rom. Abteil. 32, 1911, σ. 151.
[52] Αύγ. Μπαγιόνας, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής ηθικής από τους Προ- σωποκρατικούς ως την Αρχαία Ακαδημία, Θεσσαλονίκη, 1985, σ. 64.
[53] D.K., 88 Β 22 [πειρίθους]: «τρόπος δέ χρηστός ἀσφαλέστερος νόμου».
[54] Η απόδοση του αποσπάσματος από το σατυρικό δράμα Σίσυφος του Κριτία είναι του Μπάμπη Λυκούδη. Βλ. U. Cerroni, Η πολίτική σκέψη, τόμος Α'. σ.σ. 122-123. Πρβλ. και την απόδοση του Ν.Μ. Σκουτερόπουλου, Η Αρχαία Σοφιστι­κή, τα σωζώμενα αποσπάσματα, 2" έκδοση, εκδ. Γνώση, Αθήνα, 1991, σσ. 523-524. Βλ., επίσης, Γ. Πλάγγεσης, όπ.π., σσ. 46-47.
[55]W.K.C. Guthrie, όπ.π., σ. 153.
[56] Ν.Μ. Σκουτερόπονλος όπ.π., Α44, σ. 438: «Τά μέν γάρ τῶν νόμων ἐπίθετα, τά δέ τῆς φύσεως ἀναγκαῖα· καί τά μέν τῶν νόμων ὁμολογηθέντα, οὐ φύντα ἐστίν, τά δέ τῆς φύσεως φύντα οὐχ όμολογηθέντα». Βλ. A. Croiset, Les nouveaux fragments d’ Antiphon, Revue des etudes Grecques, 1917, σσ. 1-19.
[57] Μ. Μίχα, όπ.π., σσ. 23-27.
[58] Διαπιστώνεται, με βάση την προβληματική που αναπτύσσεται, ότι η αντί­θεση φύσις και νόμου στον Αντιφώντα αναπαράγεται ως αντίθεση αλήθειας και δόξας.
[59] Ν.Μ. Σκουτερόπουλος όπ.π.: «τά νόμιμα τῆς πόλεως, ἐν ᾗ ἄν πολιτεύηταί τις».
[60] Στο έργο του «Περί ὁμονοίας» ο Αντιφών καταδικάζει την αναρχία απε­ρίφραστα και τη συγκαταλέγει στα μεγαλύτερα δεινά των ανθρώπων.
[61] Θ. Βέικος, όπ. π., σ. 82, Β. Κύρκος, όπ.π., σσ. 217-219 και Αΰγ. Μπαγιόνας, όπ.π., σ.σ. 130-132.
[62] Οι πολιτικές αντιλήψεις του Ιππία, αναφορικά με το επίμαχο σχήμα: φύσις-νόμος, διαγράφονται με ενάργεια στους πλατωνικούς διαλόγους: «Ἱππίας μείζων», «Ἱππίας ἐλάσσων», «Πρωταγόρας» και στα «Απομνημονεύματα» του Ξενοφώντα.
[63]Πλάτων, Πρωταγόρας, 337 e-d: «ἡγοῦμαι ἐγώ ὑμᾶς συγγενεῖς τε καί οἰκείους καί πολίτας ἅπαντας εἶναι φύσει, οὐ νόμῳ· τό γάρ ὅμοιον τῷ ὁμοίῳ φύσει συγγενές έστιν, ὁ δέ νόμος τύραννος ὤν τῶν ἀνθρώπων, πολλά παρά τήν φύσιν βιάζεται».
[64]Θ. Βέικος, όπ. π., σ. 86.
[65] F. Heinimann, όπ.π., σ. 142.
[66] Πλάτων, Ἱππίας μείζων, 274d και Ξενοφών, Ἀπομνημονεύματα, 4, 4, 16κ.ε.
[67] J. de Romilly, Ο νόμος στην ελληνική σκέψη, όπ. π., σσ. 78-80.
[68] Αριστοτέλης, Ρητορική, 1406 b.: «ἐλευθέρους ἀφῆκε πάντας θεός, οὐδένα δοῦλον ἡ φύσις πεποίηκεν».
[69] Στο ίδιο, 1406b11. «ἐπιτείχισμα τῶν νόμων».
[70] Δ. Τσεκουράκης, όπ.π., σ. 670.
[71] Πλάτων, Πολιτεία, A, 339a: «ἐν ἁπάσαις ταῖς πόλεσι ταὐτόν εἶναι δίκαι­ον, τό τῆς καθεστηκυίας ἀρχῆς συμφέρον».
[72] Α.Ε. Taylor, Πλάτων. Ο άνθρωπος και το έργο του, Μορφωτικό ίδρυμα εθνικής τραπέζης, Αθήνα, 1992, σ. 316. Βλ., επίσης, Μ. Φαμιλίτου, όπ.π., σσ. 25-26.
[73]Πλάτων, Πολιτεία, A, 343c-d.
[74] Όπ.π., 344c: «οὕτως, ὦ Σωκράτες, καί ἰσχυρότερον καί ἐλευθεριώτερον καί δεσποτικώτερον ἀδικία δικαιοσύνης ἐοτίν ἱκανῶς γιγνομένη, καί ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ἔλεγον, τό μέν τοῦ κρείττονος ξυμφέρον τό δίκαιον τυγχάνει ὄν, τό δ’ ἄδι­κον ἑαντῷ λυσιτελοῦν τε καί ξυμφέρον».
[75] Θουκιδίδης, 5, 85-111.
[76]G.B. Kerferd, The Doctrine of Thrasymachus in Plato’s Republic, Durham Univ. Journal 9, 1947, σσ. 19-27 και Δ. Τσεκουράκης, όπ.π., σσ. 669-672.
[77] Πλάτων, Πολιτεία, Α, 338 e - 339α. Πρβλ. Γ. Πλάγγεσης, Αρχαία πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία, Θεσσαλονίκη, 2005, σσ. 47-50.
[78] Αύγ. Μπαγιόνας, Η αρχαία σοφιστική..., όπ.π., σ. 123.
[79] Ε. L. Harrison, “Plato’s Manipulation of Thrasymachus”, Phoenia 21, 1967, σσ. 32 κ.ε. και B. Κύρκος, όπ.π., σσ. 216-217.
[80] Πλάτων, Πολιτεία, Β, 359a.: «καί ὀνομάσαι τό ὑπό τοῦ νόμου ἐπίταγμα νόμιμόν τε καί δίκαιον».
[81] Όπ.π., 359b.
[82] Ε. Barker, Greek political theory: Plato and his Predecessors, Cambridge, 1925, κεφ. 8.
[83] W.K.C. Guthrie, όπ.π., σσ. 131-132.
[84] Πλάτων, όπ. π., 364a.
[85]W.K.C. Guthrie, όπ.π., σ. 132 και Α.Ε. Taylor, Plato, The Man and his Work, Methuen και Co Ltd, London, 1978, ελληνική μετάφραση, I. Αρζόγλου, M.I.E.T., 2003, κεφ. ΙΑ

Συνέπεια κάτι που δεν την έχουν όλοι

Για την ακρίβεια, σαν να σπανίζει στις μέρες μας μου φαίνεται.
Ίσως να φταίει που όλοι κάναμε τη ζωή μας ένα χύμα πράγμα.
Αγνοούμε τους πάντες, κοιτάμε τον εαυτό μας και στα κακώς κείμενά του έχουμε πάντα μια δικαιολογία.
Μια δικαιολογία που σε μας φαίνεται καλή, αλλά που δεν είναι…
Όχι, φίλε, δεν υπάρχουν δικαιολογίες.

Η συνέπεια οφείλει να σου είναι δεύτερη φύση. Πετσί, πώς το λένε;
Συμβαδίζει με το σεβασμό. Αν δεν έχεις το ένα, δεν έχεις και το άλλο. Ή τα έχεις και τα δυο.
Σέβομαι τον άλλο σημαίνει είμαι και συνεπής απέναντί του. Είμαι συνεπής, σημαίνει ότι σέβομαι…
Τόσο απλό.
Μόνο που για τους περισσότερους από μας, αυτή η απλή σχέση δεν είναι και τόσο απλή. Δεν είναι αυτονόητη…
Κοίτα γύρω σου, σκέψου και πες μου.
Πόσες φορές στάθηκες ασυνεπής;
Και πόσες φορές σε κρέμασε η ασυνέπεια των άλλων;
Σκέφτηκες ποτέ γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί οι σχέσεις να έγιναν έτσι;
Χάλια θα τις πω… Αδιάφορες, εγωιστικές…
Παρτάκηδες είμαστε, αυτή είναι η αλήθεια. Μόνο ο εαυτός μας. Μόνο γι’ αυτόν τρέχουμε.
Μόνο ό,τι τον αφορά πρέπει να γίνει στην ώρα του ή και νωρίτερα. Όλοι οι άλλοι ας κάνουν τη δουλειά τους. Τι μας νοιάζει;
Ας μας περιμένουν. Ας περιμένουν ό,τι τάξαμε, ό,τι υποχρεωνόμαστε, ό,τι τους πρέπει…
Ασυνεπείς κι εγωιστές. Άσχημος συνδυασμός…
Αλλά δεν είναι έτσι… Ο απέναντί μας είναι καθρέφτης μας. Θα του φερόμασταν έτσι αν στο πρόσωπό του βλέπαμε εμάς;
Όχι, δε θα το κάναμε.
Ας δείξουμε συνέπεια. Δεν κοστίζει τίποτα παραπάνω από λίγο χρόνο.
Λίγο χρόνο και σεβασμό. Για υγιείς διαπροσωπικές σχέσεις. Για σχέσεις ξεγυμνωμένες από εγωισμούς.

Δεν κάνουμε ό,τι δε θέλουμε να μας κάνουν. Βασική αρχή, την ξέρουμε, τη θέλουμε, ας την ακολουθήσουμε κιόλας.Μπορούμε να φανταστούμε ένα συνεπή κόσμο; Έναν κόσμο που δε θα νοιάζεται μόνο για την πάρτη του;
Που θα σέβεται;
Σεβασμός, συνέπεια… δεν τις χορταίνει κανείς αυτές τις λέξεις.
Ας τις κάνουμε κτήμα μας. Ας τις βάλουμε στη ζωή μας.
Ας μην αδιαφορούμε για τον άλλο μες τα μούτρα του.
Κι όλα θα’ ναι καλύτερα…

ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ

ΑΥΤΟ που Ονομάζουμε Θεό, Απόλυτο, Πραγματικότητα, Ουσία (της Ύπαρξης), Πνεύμα, Ψυχή, είναι η Υπέρτατη Πραγματικότητα κι όλοι αυτοί οι Όροι δείχνουν (και «περιγράφουν») το ίδιο πράγμα. ΑΥΤΟ, σαν Ουσία, είναι το Σταθερό Υπόβαθρο κάθε αντίληψης ύπαρξης, δραστηριότητας, δράσης και «φαινομένου». Υπάρχει Πάντα, Παντού, πίσω από κάθε ύπαρξη, δραστηριότητα, δράση και φαινόμενο.
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
Η Εσωτερική Πραγματικότητα προσεγγίζεται μόνο Βιωματικά. Αυτό σημαίνει ότι ζεις, ότι έχεις Άμεση Επαφή με την Ουσία κι οποιαδήποτε γνώση παράγεται (αναδύεται) από αυτή την άμεση επαφή κι όχι από κάποια διαδικασία αντίληψης, κι είναι άμεση, αυθόρμητη, πηγαία κι αυτοαναβλύζουσα. Αυτό σημαίνει επίσης ότι αυτή η γνώση υφίσταται μόνον στο παρόν, τώρα, όταν εκδηλώνεται, δεν έχει σχέση με τον χρόνο, με την μνήμη, με την αποθηκευμένη ή μεταδιδόμενη πληροφορία, με άλλα λόγια είναι «ζωντανή». Μετά, αυτή η γνώση με τον αυθόρμητο και πηγαίο τρόπο που εκδηλώνεται φανερώνει Αυτό που Υπάρχει, την Αληθινή Ουσία στην Αμεσότητά της, άμεσα, πραγματικά κι όχι μέσω κάποιας αντίληψης που καθιστά «αντικείμενο» αυτό που γνωρίζεται. Με άλλα λόγια είναι Πραγματική Αυτογνωσία κι όχι έμμεση γνώση ή γνώση εξωτερική των ιδιοτήτων ή των δραστηριοτήτων ή των φαινομένων, αυτού που γνωρίζεται, είτε πρόκειται για τον Εαυτό, είτε οποιουδήποτε αντικειμένου. Έτσι η Ουσία Γνωρίζεται μόνο Βιωματικά, άμεσα, και ποτέ μέσω δραστηριότητας ή αντίληψης, Γνωρίζεται στην Απόλυτη Σιγή (κάθε δραστηριότητας).
 
Αυτοί που προσπαθούν να περιγράψουν την Εσωτερική Πραγματικότητα, από την μια είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιήσουν κάποιους όρους περιγραφικούς κι από την άλλη έχουν την ευθύνη να διακρίνουν τι είναι Ουσία, τι είναι η Δραστηριότητα και σε τι διαφέρει από την Δράση, τι είναι Φαινόμενο ή Περιεχόμενο της Επίγνωσης, και να διευκρινίσουν τι σχέση έχουν όλα αυτά και πως λειτουργεί τελικά η πραγματικότητα (κι ο άνθρωπος) και τι είναι η ύπαρξη και πως σχετίζεται με την ζωή σαν βιωματική εμπειρία. Καθόλου εύκολο έργο, καθώς υπάρχουν εσφαλμένες αντιλήψεις, λανθασμένες πεποιθήσεις και στρεβλές συμπεριφορές.
 
Αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό, σε όποιον θέλει να κατανοήσει την Πραγματικότητα, την πραγματικότητα που αντιλαμβάνεται, και το αληθινό νόημα των πραγμάτων, και να μην χάνεται στην ορολογία και τις περιγραφές, είναι ότι όλοι οι όροι που χρησιμοποιούνται στην θεολογική και φιλοσοφική γλώσσα αναφέρονται σε τρεις βασικές κατηγορίες, της Ύπαρξης, της Αντίληψης, της Ζωής, αναφέρονται είτε στην Ουσία, είτε στην Δραστηριότητα και την Δράση, είτε στο παραγόμενο αποτέλεσμα, στο «Περιεχόμενο» της δραστηριότητας. Έτσι, γίνεται κατανοητό γιατί η Υπέρτατη Πραγματικότητα, το Υπέρτατο Ον, ο Θεός, κλπ. (όροι της Παραδοσιακής Θεολογικής Σκέψης) περιγράφεται με Φιλοσοφικούς Όρους σαν Ουσία-Δραστηριότητα-Επίγνωση (ή «Περιεχόμενο»). Στην Βεδαντική Παράδοση αναφέρεται σαν Στα-Τσιτ-Ανάντ, ενώ στην Χριστιανική Θεολογική Σκέψη αναφέρεται σαν Πατέρας-Λόγος-Πνεύμα (Θεότητα-Θεός-Πνεύμα, στην Μυστική Παράδοση του Μάιστερ Εκκαρτ), και στην Θεοσοφική Διδασκαλία σαν Τρεις Λόγοι, κλπ.
 
ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ
 
Σύμφωνα με αυτήν την Βασική Αντίληψη (την Διευκρίνιση και την «διάκριση» Ουσίας της Συνείδησης, Δραστηριότητας και Δράσης της Συνείδησης και Επίγνωσης) Περιγράφεται (στην Εσωτερική Παράδοση) η Δημιουργία, ο Κόσμος, στα διάφορα Πεδία και Επίπεδά του. Υπάρχει Πάντα Μία Ουσία που Δραστηριοποιείται (και Δρα) και Παράγει κάποιο Περιεχόμενο (Επίγνωσης). Μάλιστα Υπάρχει Μόνο Μία Ουσία που απλά Δραστηριοποιείται σε διάφορα Πεδία Εκδήλωσης. Έτσι, Ό,τι εμφανίζεται σαν Διαφορετική ή Περιορισμένη Συνείδηση, δεν είναι Ουσία ή Διαφοροποιημένη Ουσία, αλλά μόνο Δραστηριότητες της (Ουσιαστικής) Συνείδησης και Φαινόμενα. Με άλλα λόγια η Δημιουργία, ο Κόσμος, οι Κόσμοι, δεν υπάρχουν σαν Ουσία (σαν Υπόσταση) υπάρχουν μόνο σε Λειτουργικό Επίπεδο, σαν Λειτουργίες και Φαινόμενα. Αυτό έχει τεράστια σημασία για την (θεολογική και φιλοσοφική) κατανόηση της Πραγματικότητας, αφού σε όποιο Πεδίο ή Επίπεδο Ύπαρξης κι αν αναφερόμαστε συνειδητοποιούμε κι αποδεχόμαστε ότι υπάρχει πάντα ένα Ουσιαστικό Πραγματικό Υπόβαθρο (ή Υπόβαθρο Ουσίας) στο Βάθος, που Υποστηρίζει Εξωτερικές Δραστηριότητες, Δράσεις, Μορφές κι Εμπειρίες (βιώματα ζωής). Αυτό το Βάθος Οφείλουμε να Βιώσουμε όπου κι αν βρισκόμαστε ή νομίζουμε ότι βρισκόμαστε. Αυτό σημαίνει επίσης ότι ποτέ δεν αποχωριστήκαμε από την Μία Ουσία κι όλες οι Διαφοροποιημένες Συνειδησιακές Καταστάσεις είναι μονάχα Φαινόμενα κι όχι κάτι (ουσιαστικό και) πραγματικό.
 
Όταν μιλάμε για Συνείδηση λοιπόν στον θεολογικό ή φιλοσοφικό λόγο (ο Όρος Συνείδηση υποδηλώνει τον Αρχαίο Όρο της Ψυχής ή της Πνευματικής Ουσίας) συχνά μπερδευόμαστε γιατί δεν αποσαφηνίζουμε που αναφερόμαστε, αν αναφερόμαστε στην Ουσία, στην Δραστηριότητα, ή στην Επίγνωση. Συχνά επικρατεί η λάθος αντίληψη να ουσιαστικοποιούμε δραστηριότητες κι εκεί που υπάρχει μόνο μια «διαδικασία» εμείς βλέπουμε υποστάσεις. Έτσι όμως εκτροχιαζόμαστε από τον ορθό λόγο και τον αληθινό φιλοσοφικό στοχασμό.. Στην πραγματικότητα η Συνείδηση είναι Μία σαν Ουσία, η Μία Συνείδηση. Όταν μιλάμε για Κοσμική Συνείδηση, Παγκόσμια Συνείδηση, Ατομική Συνείδηση, την Συνείδηση που Σκέπτεται, Αισθάνεται και Βιώνει την υλική ύπαρξη, δεν μιλάμε για Ουσίες ή Διαφοροποιήσεις της Ουσίας αλλά μόνο για Δραστηριότητες, Δράσεις κι Εμπειρίες της Μοναδικής Ουσίας (Συνείδησης). Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι η Συνείδηση σαν Ουσία Είναι Μία αλλά ότι οι Δραστηριότητες είναι Πολλές κι ότι  σε αυτές τις Δραστηριότητες Οφείλεται η Αντίληψη της Ενότητας, η Μετάβαση από την Ενότητα στην Πολλαπλότητα κι ο Περιορισμός του Παγκόσμιου σε Ατομικότητες, κι ακόμα η Αντίληψη της Ατομικότητας κι η προσωπική εμπειρία κι η ιδιαίτερη ζωή των πλασμάτων.
 
Αν μπορούμε να διακρίνουμε την Ουσία από την Δραστηριότητα και το Φαινόμενο στην πραγματικότητα έχουμε αποκωδικοποιήσει το Μυστήριο της Ύπαρξης, Κατανοούμε την ζωή και Βλέπουμε τον Δρόμο που Οδηγεί στην Πραγματικότητα (στην Βίωση της Αληθινής Ζωής). Κατανοούμε ότι η Ουσία Είναι Πάντα το Υπόβαθρο της Ύπαρξης που Υποστηρίζει την Δραστηριότητα η Οποία είναι πάντα κάτι δευτερεύον, εξωτερικό που φανερώνει την εξωτερική πραγματικότητα αλλά είναι αδύνατον να συλλάβει την Ουσία που είναι Έσω. Το δεύτερο πολύ σημαντικό που κατανοούμε είναι ότι η Ουσία μπορεί να Βιωθεί μόνο Άμεσα, σαν Εσωτερική Άμεση Βίωση της Ύπαρξης, όταν εγκαταλείπεται κάθε δραστηριότητα κι εξωτερική αντίληψη. Η Αντίληψη μας απομακρύνει από την Ουσία (τον Εαυτό) και μας κατευθύνει είτε προς κάποια Εικόνα του Εαυτού (που καθίσταται έτσι μικρότερο της Αντίληψης και κάτι «αντικειμενικό») είτε προς κάποιο άλλο αντικείμενο μέσα στην Δημιουργία. Έτσι το Υπέρτατο Βίωμα ή η Υπέρτατη Αντίληψη, ή η Υπέρτατη Πραγμάτωση είναι πέρα από κάθε διαδικαστική αντίληψη, πέρα από κάθε διαδικασία, στην Είσοδο στην Απόλυτη Σιγή, στην Καρδιά της Ζωής, στην Θεϊκή Ουσία μας.
 
Τελικά, η Συνείδηση σαν Ουσία δεν Παραμένει μέσα στην Σιωπηλή Ακινησία της Άμεσης κι Εσωτερικής Αντίληψής Της (στην Αιώνια Υπερβατικότητα και την Αδιατάρακτη Μακαριότητά Της). Η Συνείδηση Δραστηριοποιείται κι έτσι Γεννιούνται τα Διάφορα Πεδία (Λειτουργίας) της Συνείδησης, οι Διάφορες Αντιλήψεις της Ύπαρξης, οι Εξωτερικοί Κόσμοι της Μορφής, κλπ. Όλα αυτά που Εμφανίζονται δεν είναι Ουσία, Ουσίες, αλλά μονάχα Δραστηριότητες της Συνείδησης. Κι έτσι φτάνουμε στο πολύ σημαντικό συμπέρασμα. Τι είναι ο Ενσαρκωμένος Άνθρωπος; Ο Ενσαρκωμένος Άνθρωπος, αυτό που είμαστε, που είναι ο καθένας, στην πραγματικότητα είναι η Μία Μοναδική Συνείδηση που Λειτουργεί σαν παρούσα ατομική περιορισμένη συνείδηση. Λανθασμένα (κι επειδή δεν νοιώθουμε το Πραγματικό Βάθος, την Ουσία της Ύπαρξης) εκλαμβάνουμε λανθασμένα τον εαυτό σαν την περιορισμένη συνείδηση. Αφού όμως έτσι κι αλλιώς η Πραγματική Ουσία Υπάρχει στο Βάθος της Ύπαρξης (σαν Υπόβαθρο της αντίληψης που έχουμε για την ύπαρξη) κι εφόσον η αντίληψη μιας περιορισμένης ατομικής ύπαρξης είναι απλά μια λειτουργία (κάτι που κάνουμε) είναι αρκετό να κατανοήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα, να λειτουργήσουμε διαφορετικά και να πάμε πέρα, πάνω, από τις αυταπάτες στην Ορθή Αντίληψη της Ύπαρξης και στην Αληθινή Ζωή. Είναι αυτό που ονομάζουμε Αφύπνιση, Φώτιση, Απελευθέρωση, Λύτρωση, κλπ. Αυτό δεν οδηγεί απλά σε μια Ανώτερη Αντίληψη της Ύπαρξης, της Ζωής, Οδηγεί στην Καρδιά της Ύπαρξης, στην Ουσία, στον Εαυτό και στην Αληθινή Εσωτερική Ζωή του Εαυτού, στην Υπέρτατη Αφύπνιση, στην Πραγματική Αυτογνωσία, στο Απόλυτο. Με λίγα λόγια, Πάντα, το Υπόβαθρο είναι Ένα, η Μία Μοναδική Ουσία, ενώ ο ατομικός περιορισμός, η ατομική αντίληψη δεν είναι παρά μια δραστηριότητα, μια διαδικασία αντίληψης (και μια βιωματική εμπειρία) που αρκεί να αλλάξει για να αλλάξει η Εμπειρία της Ζωής, η «Αίσθηση» της Ζωής.
 
Τι είναι λοιπόν ο Άνθρωπος; Είναι η Μία Ουσία που απλά περιορίζει την Λειτουργία της και «νομίζει» ότι είναι μια ατομική οντότητα. «Εκλαμβάνει»  την απλή δραστηριότητα (του περιορισμού) σαν ουσιαστική ύπαρξη, σαν ουσία αυτόνομη. Αυτό δεν είναι απλά μια λανθασμένη αντίληψη ή μια εσφαλμένη ερμηνεία (αν και είναι και αυτό). Απλά δεν νοιώθουμε και δεν κατανοούμε το Αληθινό Βάθος της Ύπαρξής μας και το υποκαθιστούμε με μια λανθασμένη αντίληψη, εντύπωση, «ιδέα». Και μέσα από αυτό το φανταστικό κέντρο ύπαρξης (το εγώ) θεμελιώνουμε την ζωή μας στον κόσμο, δομούμε την αντίληψη του κόσμου και προσανατολίζουμε την εξωτερική ζωή μας και την συμπεριφορά μας. Απλά ενδυόμαστε, σαν ηθοποιοί, τον ρόλο της ατομικής ύπαρξης, ενσαρκώνουμε κάποιο ιδιαίτερο χαρακτήρα και υποδυόμαστε αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε, κάποιο χαρακτήρα στο θέατρο της ζωής. Το Θέατρο της Ζωής είναι μονάχα Θέατρο, δεν είναι ούτε Τραγωδία, ούτε Κωμωδία, ούτε Σατυρικό Δράμα, όλα αυτά συμπεραίνονται μονάχα από την «υπόθεση» του έργου, που έτσι κι αλλιώς είναι ψεύτικο. Γιατί όλα αυτά; Επειδή δεν θέλουμε να δούμε. Αλλά δεν είναι δύσκολο να δούμε και να κατανοήσουμε. Το δύσκολο είναι να θέλουμε.

B. Russell: Η αγάπη είναι σοφή, το μίσος είναι ανόητο

Ο Μπέρτραντ Άρθουρ Γουίλιαμ Ράσελ ήταν μεγάλος Βρετανός φιλόσοφος, μαθηματικός και ειρηνιστής. Γεννήθηκε στην ακμή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Πέθανε από γρίπη, έναν αιώνα αργότερα, όταν η Βρετανία είχε περάσει δύο παγκόσμιους πολέμους. Έκανε κριτική στα πυρηνικά καθώς και την εισβολή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ. Το 1950 κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
 
Ο Ράσελ δεν ήταν ποτέ δογματικός σε τίποτα, ούτε καν στις πολιτικές του πεποιθήσεις ενώ χαρακτηριστική της απέχθειάς του προς κάθε είδους φανατισμό είναι η δήλωσή του: «Δεν θα πέθαινα ποτέ για τις ιδέες μου, γιατί μπορεί να έκανα λάθος.»
Ο Μπέρτραντ Ράσελ, ο μεγάλος Βρετανός φιλόσοφος, εμφανίστηκε στο πρόγραμμα του BBC «Πρόσωπο με Πρόσωπο» το 1959 και ένα ερώτημα του τέθηκε κατά το κλείσιμο: «Τι θα λέγατε σε μια γενιά που θα ζει 1000 χρόνια από τώρα για τη ζωή που έχετε ζήσει και τα μαθήματα που έχετε μάθει» .
 
Η απάντησή του είναι σύντομη, αλλά μεστή:
 
«Θα ήθελα να πω δύο πράγματα, ένα πνευματικό-διανοητικό και ένα ηθικό:
 
Το διανοητικό είναι το εξής, Όταν μελετάτε οποιοδήποτε θέμα ή φιλοσοφία, εξετάστε μόνο τα δεδομένα και όποια αλήθεια επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα αυτά.
 
Ποτέ μην αφήνετε τον εαυτό σας να πιστεύει είτε αυτό που θέλετε ή αυτό που νομίζετε ότι θα έχει ευεργετικές κοινωνικές επιπτώσεις αν το πιστεύατε, παρά μόνο και αποκλειστικά επικεντρωθείτε στο ποια είναι τα γεγονότα και η αλήθεια τους
 
Αυτό είναι το διανοητικό κομμάτι των όσων θα έλεγα.
 
Το ηθικό που θα ήθελα να τους πω είναι πολύ απλό.
 
Η αγάπη είναι σοφή, το μίσος είναι ανόητο.
 
Σε αυτόν τον κόσμο, που έρχεται σε όλο και πιο στενή επαφή, θα πρέπει να μάθει να ανέχεται ο ένας τον άλλο.
Πρέπει να συμβιβαστούμε με το γεγονός ότι μερικοί άνθρωποι λένε πράγματα που δεν μας αρέσουν.
 
Μπορούμε να ζήσουμε μαζί μόνο με αυτόν τον τρόπο, και αν θέλουμε να ζήσουμε μαζί και να μην πεθάνουμε μαζί πρέπει να φέρουμε ένα είδος φιλανθρωπίας και ένα είδος ανεκτικότητας που είναι απολύτως ζωτικής σημασίας για τη συνέχιση της ανθρώπινης ζωής σε αυτόν τον πλανήτη.»
 
 

Ήταν οι άνθρωποι πιο ευτυχισμένοι στο παρελθόν από ό,τι σήμερα;

Υπήρχαν πράγματι οι «παλιές καλές μέρες» ή είναι (άλλος ένας) μύθος; Ήταν πράγματι οι άνθρωποι πιο ευτυχισμένοι στο παρελθόν από ό,τι σήμερα;

Μάλλον ναι, είναι η απάντηση μιας νέας βρετανικής επιστημονικής έρευνας, της πρώτης του είδους της διεθνώς, που επιχειρεί να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, δημιουργώντας με τη βοήθεια καινοτόμων μεθόδων ένα νέο διαχρονικό δείκτη, ο οποίος χρησιμοποιεί δεδομένα από βιβλία και εφημερίδες για να εκτιμήσει τα επίπεδα ευτυχίας σε μια χώρα και πώς αυτά έχουν μεταβληθεί με το πέρασμα του χρόνου. Η μελέτη, η οποία καλύπτει μια περίοδο από το 1820 μέχρι την εποχή μας, φιλοδοξεί να δώσει στις κυβερνήσεις μια καλύτερη ιδέα για το ποιες πρέπει να είναι οι προτεραιότητες τους, όσον αφορά τις αποφάσεις και τις πολιτικές τους που επιδρούν στη ζωή των ανθρώπων.

Μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τη «Ντέιλι Μέιλ», η μελέτη συμπεραίνει ότι στη δεκαετία του 1920 -μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και πριν το μεγάλο οικονομικό «κραχ»- οι άνθρωποι σε Ευρώπη και Αμερική ήταν πιο ευτυχισμένοι από κάθε άλλη φορά κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες. Ανάλογη -αν και σε μικρότερο βαθμό- «έκρηξη» ευτυχίας σημειώθηκε σε αρκετές χώρες μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, για να υποχωρήσει αργότερα. Αλλά ξανά στη δεκαετία του 1990, καθώς η οικονομία (και η «φούσκα» της) είχε πάρει τα πάνω της, τα επίπεδα ευτυχίας προσέγγισαν σχεδόν εκείνα του μεσοπολέμου.

Ορισμένες κυβερνήσεις έχουν ήδη αρχίσει να χρησιμοποιούν δείκτες «εθνικής ευτυχίας» ως συμπλήρωμα των κλασσικών οικονομικών δεικτών όπως το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ). Όμως οι νέοι αυτοί δείκτες βασίζονται σε στοιχεία των τελευταίων μόνο ετών ή, στην καλύτερη περίπτωση, δεκαετιών, πράγμα που καθιστά δύσκολο να διαπιστωθούν οι τάσεις σε βάθος χρόνου αναφορικά με την ευτυχία των πολιτών.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων του Γουόρικ και της Γλασκώβης, καθώς και του Ινστιτούτου Άλαν Τιούρινγκ του Λονδίνου, με επικεφαλής τον καθηγητή Τόμας Χιλ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature Human Behaviour», ανέλυσαν εκατομμύρια online κείμενα, που δημοσιεύθηκαν κατά τα τελευταία 200 χρόνια και υπάρχουν σήμερα στο Google Books.
Η μελέτη αναλύει το ψυχολογικά θετικό ή αρνητικό περιεχόμενο των κειμένων τεσσάρων χωρών (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία), καταλήγοντας σε ένα δείκτη που αντικατοπτρίζει τη διαχρονική εξέλιξη της ψυχικής διάθεσης των κατοίκων μιας χώρας.

Μερικά βασικά ευρήματα είναι τα εξής:

– Οι αυξήσεις στο εθνικό εισόδημα και προϊόν όντως αυξάνουν επίσης την εθνική ευτυχία, αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό. Χρειάζεται μια πολύ μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ για να υπάρξει αισθητή αύξηση της ευτυχίας σε εθνικό επίπεδο.
– Μια αύξηση στο προσδόκιμο ζωής κατά ένα έτος έχει τον ίδιο αντίκτυπο στην εθνική ευτυχία με μια αύξηση του ΑΕΠ κατά 4,3%.
– Ένα έτος λιγότερου πολέμου έχει την ίδια επίπτωση στην ευτυχία με μια αύξηση του ΑΕΠ κατά 30%.
– Ειδικότερα στις ΗΠΑ το χαμηλότερο σημείο του δείκτη (δηλαδή το μικρότερο επίπεδο εθνικής ευτυχίας) συνέπεσε με τα χρόνια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και αργότερα με τη λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ και την εκκένωση της Σαϊγκόν από τα αμερικανικά στρατεύματα. Στη Βρετανία η λιγότερο ευτυχισμένη χρονιά ήταν το 1978, λίγο πριν αναλάβει πρωθυπουργός η Μάργκαρετ Θάτσερ, όταν στη χώρα γίνονταν μεγάλες απεργίες και βουνά σκουπιδιών είχαν συσσωρευτεί στους δρόμους.

«Είναι αξιοσημείωτο ότι η εθνική υποκειμενική ευτυχία είναι απίστευτα ανθεκτική στους πολέμους. Επίσης οι οικονομικές κρίσεις έχουν τελικά μικρές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Οι άνθρωποι γρήγορα επέστρεψαν στα προηγούμενα επίπεδα υποκειμενικής ευτυχίας μετά από γεγονότα όπως ο αμερικανικός εμφύλιος πόλεμος, οι επαναστάσεις του 1848 στην Ευρώπη ή η μεγάλη κρίση του μεσοπολέμου», δήλωσε ο Χιλς.

Τζορτζ Όργουελ: Μια ματιά στο μέλλον

“Δύναμη είναι να επιβάλλεις πόνο και ταπείνωση. Δύναμη είναι να κομματιάσεις το ανθρώπινο μυαλό και να το συναρμολογήσεις πάλι δίνοντάς του το σχήμα που θέλεις εσύ.

Αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι κόσμο δημιουργούμε; Είναι ακριβώς το αντίθετο από τις ανόητες, ηδονιστικές ουτοπίες που είχαν οραματιστεί οι παλιοί μεταρρυθμιστές. Οι παλιοί πολιτισμοί ισχυρίζονταν πως βασίζονταν πάνω στην αγάπη και τη δικαιοσύνη. Ο δικός μας βασίζεται στο μίσος. Στον δικό μας κόσμο δεν θα υπάρχουν άλλα συναισθήματα εκτός από τον φόβο, την οργή, τη θριαμβολογία και την ταπείνωση. Όλα τα άλλα θα τα καταπνίξουμε -όλα!

Σπάσαμε τα δεσμά που ένωναν τους γονείς με τα παιδιά, τους άνδρες με τους άνδρες και τον άνδρα με τη γυναίκα. Κανένας δεν τολμά πια να εμπιστευτεί τη γυναίκα του, το παιδί του ή τον φίλο του.
Στο μέλλον όμως δεν θα υπάρχουν ούτε γυναίκες, ούτε φίλοι.

Τα παιδιά θα τα παίρνουμε από τη μητέρα τους μόλις γεννιώνται, όπως παίρνει κανείς τα αυγά από την κότα. Το σεξουαλικό ένστικτο θα ξεριζωθεί. Η αναπαραγωγή θα είναι μια ετήσια τυπική διαδικασία όπως η ανανέωση του δελτίου τροφίμων.

Δεν θα υπάρχει γέλιο παρά μόνο το γέλιο του θριάμβου για κάποιο νικημένο εχθρό.

Δεν θα υπάρχει τέχνηλογοτεχνία, επιστήμη.

Όταν θα είμαστε παντοδύναμοι, δεν θα έχουμε πια ανάγκη την επιστήμη.

Δεν θα υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην ομορφιά και την ασχήμια. Δεν θα υπάρχει πια η περιέργεια ούτε η χαρά της ζωής. Δεν θα υπάρχει άμιλλα.

Αν θέλεις μια εικόνα του μέλλοντος, φαντάσου μια μπότα να πατάει το πρόσωπο ενός ανθρώπου -για πάντα…”

Τζορτζ Όργουελ, 1984

Ας μη γίνουμε «κανονικοί», ας είμαστε τρελοί και ευτυχείς

Πρέπει να είμαστε φυσιολογικοί. Να ξυπνάμε το πρωί για τη δουλειά με την απαιτούμενη μουρμούρα. Το στρώμα μας έπεσε βαρύ και τα μαξιλάρια δεν φτιάχτηκαν για τον ευαίσθητο αυχένα μας. Οι συμβατικές αγκαλιές μας επιτρέπουν εξάλλου τη μουρμούρα. Για την ακρίβεια την απαιτούν. Τρέφονται από την αίσθηση πως κάτι μας λείπει, εκείνο το «μισό» που μας στερεί το δικαίωμα σε αγάπες και λουλούδια. Ο έρωτας, βλέπεις, αναζητά ένα κάποιο θάρρος, ένα ξεγύμνωμα και μια βουτιά στην ολόκληρη αλήθεια μας.

Εμείς, όμως, τα ξεκαθαρίσαμε. Είμαστε φυσιολογικοί. Πριν τον καφέ έχουμε τα νεύρα μας γιατί ακόμη καλά καλά δεν ανοίξαμε βλέφαρο. Μετά και πάλι δυσφορούμε. Μας φταίει η κίνηση στο δρόμο κι η άχαρη ρουτίνα που κρυφά τρέμει το φυλλοκάρδι μας να μην τη χάσουμε. Μα γκρινιάζουμε. Έτσι, για την ελάχιστη δόση επαναστατικότητας στο προφίλ μας. Ωραίο πράγμα η ανώδυνη επαναστατικότητα και, προπάντων, μας προσδίδει την απαιτούμενη τυχοδιωκτική γοητεία.

Μικροί θα αλλάζαμε τον κόσμο, θυμάσαι; Στην πορεία ευτυχώς το πιάσαμε το νόημα. Θα γινόμασταν απλώς κανονικοί. Κι όλα μέλι γάλα. Στη δουλειά θα βαφτιζόμασταν σωστοί υπάλληλοι. Υπάκουοι κι ανέμπνευστοι, εφόσον το επιθυμούσε το αφεντικό. Εάν τυχόν παίρναμε την πολυπόθητη προαγωγή ασφαλώς και θα ξεχνούσαμε το νευρικό παρελθόν των κατώτερων κλιμακίων. Θ’ ασκούσαμε την εξουσία ως τύραννοι και θ’ αναπτύσσαμε αλλεργία στα εργασιακά δικαιώματα. Θ’ ανταμείβαμε τους κόλακες και θα δυσπιστούσαμε στους λιγότερο δουλοπρεπείς.

Στις συζητήσεις θα συμφωνούσαμε με τον πλέον δυνατό. Είναι ωραίο να εντάσσεσαι στην ομάδα του ισχυρού, δεν συμφωνείς; Και προπάντων βολικό. Μια ομπρέλα προστασίας για τις δύσκολες στιγμές, ένα βόλεμα στο δημόσιο για τους απογόνους κι ένα ξελάσπωμα για τις τυχόν ατασθαλίες μας στην εφορία.

Στις φιλίες ξεκινήσαμε ρομαντικά. Μια συντροφιά από ατίθασες ψυχές με τα πόδια στο γραφείο και τα όνειρα στα σύννεφα. Προσγειωθήκαμε. Προτιμάμε το σταυροπόδι τώρα. Κρίνεται πιο κομψό και απείρως πιο ασφαλές. Για τους φίλους καιρός δεν μας απομένει. Μην το ξεχνάμε, γίναμε φυσιολογικοί. Περισπούδαστοι καριερίστες, με το κεφάλι ψηλά και την υπερκόπωση μόνιμη ντάμα μας.

Τις νύχτες επιλέγουμε τις σειρές. Με τους πολλούς κύκλους καθότι και άνθρωποι της συνήθειας. Μας δίνουν την αίσθηση ότι ζούμε. Για λίγο μεταμορφωνόμαστε σε περιπετειώδεις δικηγόρους ή ριψοκίνδυνους κατασκόπους. Ύστερα νυστάζουμε. Κλείνουμε την τηλεόραση και καληνυχτίζουμε την αγάπη μας πριν το πρώτο ροχαλητό.

Άλλη μια φορά: Πρέπει να υμνούμε την κανονικότητα. Και πρέπει να κάνουμε την πολυπόθητη πρόταση γάμου. Αν είμαστε άντρες ασφαλώς. Αν είμαστε γυναίκες καλύτερα να την περιμένουμε καρτερικά. Κι ας μην την λαχταρούμε. Επειδή πρέπει. Γιατί την προσδοκά το οικογενειακό πακέτο ασφάλειας, τα αγέννητα παιδιά μας κι η φίλη που επιμένει πως «άλλη χάρη ο γάμος».

Τα ζευγάρια ανέκαθεν λάτρευαν τ’ άλλα ζευγάρια εξάλλου. Σαν μια συμμορία με όρκο κανονικότητας που κυβερνά σιωπηλά τον κόσμο. Οφείλουμε να είμαστε φυσιολογικοί λοιπόν. Να τρέχουμε πίσω από τις χιλιάδες υποχρεώσεις μας. Ποτέ να μην τις φτάνουμε, για την απαραίτητη αδρεναλίνη που οι ενοχές εγγυώνται.

Να μην έχουμε χρόνο για πολλές σκέψεις. Αν σκεφτούμε θα καταλάβουμε. Κανέναν δεν εξυπηρετεί να καταλάβουμε, ούτε καν εμάς τους ίδιους.

Χρειάζεται να μην ξεχωρίζουμε. Να μην ντυνόμαστε πολύ αστραφτερά, να μην μιλάμε δυνατά, να μη γελάμε με την καρδιά μας. Δεν είμαστε τίποτα εγωκεντρικοί που εκλπιπαρούν σώνει και ντε την προσοχή και προπάντων δεν δηλώνουμε επιπόλαιοι χάχες. Από την άλλη ας μην γίνουμε και τελείως κλασικοί. Η εποχή λατρεύει το ελαφρώς αντισυμβατικό μα συνάμα κυριλέ στυλ, θα το έχεις ακουστά.

Επιβάλλεται να κουνάμε συγκαταβατικά το κεφάλι μας στις φιλικές παρέες και στα οικογενειακά δείπνα. Ακόμη κι όταν διαφωνούμε. Το να υπερασπιζόμαστε την άποψη μας – ή το να έχουμε μια οποιαδήποτε άποψη- θεωρείται στις μέρες μας αδιανόητο πείσμα και τινάζει τις σχέσεις στον αέρα.

Ας συνοψίσουμε: Πρέπει να είμαστε φυσιολογικοί. Υπάκουοι σύζυγοι, που στα κρυφά εκτονώνoυν την υπνωτισμένη τους λίμπιντο σε απαγορευμένους εραστές. Συνετοί γονείς που φορτώνουν στα παιδιά τα άλυτα συμπλέγματά τους. Αφοσιωμένοι φίλοι που δεν τολμούν να ξεστομίζουν στους κολλητούς την αλήθεια τους. Υπάκουα τέκνα που στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δοξολογούν τη μαμά και τον μπαμπά και στον ψυχαναλυτή τους λοιδορούν αλύπητα. Πετυχημένοι επαγγελματίες που σκότωσαν το όνειρο για έναν χαρτοφύλακα αδειανό κι ένα κοστούμι καλοραμμένο.

Κι ένα μυστικό: Δε χρειάζεται όντως να είμαστε φυσιολογικοί. Αρκεί απλώς να φαινόμαστε. Κανείς δεν σκοτίζεται για το ποιοι πραγματικά είμαστε, ούτε κι οι ίδιοι μπήκαμε ποτέ στον κόπο να το ερευνήσουμε σοβαρά. Όλα καλά λοιπόν. Προχωράμε ακάθεκτοι. Συνένοχοι στα εγκλήματα πλάνης, σύντροφοι του Οδυσσέα που ξελογιάστηκαν από τις σειρήνες. Ζούμε στο νησί της Κίρκης.

Ωστόσο, γιατί στα αλήθεια να χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας; Η Κίρκη αποδείχτηκε εξαίρετη οικοδέσποινα. Μας ταΐζει και μας ποτίζει για αιώνες τώρα. Με ένα όρο: Τη σιωπή της λήθης μας.