Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Ο Μεγάλος Θεός Καρνάβαλος

«Ο Διόνυσος είναι Θεός του γλεντιού, βασιλεύει στα συμπόσια ανάμεσα σε λουλουδένια στέφανα, ζωηρεύοντας τους χαρούμενους χορούς στον ήχο της φλογέρας. Γέλια τρελά προκαλεί και διώχνει τις μαύρες έγνοιες. Και στο τραπέζι των Θεών, το νέκταρ του αυξάνει τη μακαριότητά τους κι αντλούν οι θνητοί από τη γελαστή του κύλικα τον ύπνο και ξεχνούν τα βάσανά τους». -Ευρυπίδης

«Όμοιοι με τους Κορύβαντες, που χορεύουν μόνο σαν έξαλλοι είναι. Οι λυρικοί ποιητές δε βρίσκουν στη νηφαλιότητά τους ωραίους τους στίχους. Μέσα στην ψυχή τους πρέπει να μπουν η αρμονία και το μέτρο και να τη μεθύσουν. Οι Βάκχες, μονάχα μέσα στην παράκρουσή τους, από τα ποτάμια αντλούν το γάλα και το μέλι. Τελειώνει η δύναμή τους σαν και το παραλήρημά τους τελειώσει» -Πλάτωνας

Ο Αριστοφάνης λέει στον Θεό της Ζωής, της Θείας Ποίησης και Μουσικής «Διόνυσε κισσοστεφανωμένε, τις χορωδίες μας διεύθυνε. Σ’ εσένα απευθύνονται οι ύμνοι κι οι χοροί μας, ω Εύιε, ω Βρόμιε, ω της Σεμέλης γιε, ω συ Διόνυσε που σου αρέσει ν’ ανακατεύεσαι στις χορωδίες των Νυμφών τις τρισχαριτωμένες επάνω στα βουνά και που χορεύοντας δε σταματάς να τραγουδάς τον ιερό σου ύμνο «Εύιος, Εύιος». Και γύρω σου αντιλαλεί του Κιθαιρώνα η ηχώ κι αναριγούν τα βουνά με τις φυλλωσιές τις μαύρες και τους πηχτούς τους ίσκιους, αναριγούν κι οι βράχοι μέσα στο δάσος»

Η Καρναβαλική Εύθυμη Μαγική Ελεύθερη Ζωή

Το Καρναβάλι είναι μια Ιερή μαγικοθρησκευτική γιορτή που εξυμνεί τη χαρά της ζωής, την αναγέννηση και την ανανέωση του ανθρώπου, της φύσης και ολόκληρης της Δημιουργίας. Οι άνθρωποι μεταμορφώνονται, υπερβαίνουν τα στενά όρια της ύπαρξης, χάνουν το γνώριμο εαυτό τους και ταυτίζονται με την ζωντανή ζωή, κατά τη διάρκεια μιας γιορτής που ανατρέπει την κατεστημένη εικόνα του κόσμου και τις κοινωνικές συμβάσεις. Αποτελεί έναν «ύμνο» στην Ελευθερία που εκφράζεται χωρίς περιορισμούς μετουσιώνοντας και αναγεννώντας τα πάντα.

Με άλλα λόγια, τα δρώμενα του Καρναβαλιού μας προσφέρουν την ευκαιρία για μια πηγαία έκφραση των βαθύτερων περιεχομένων του εαυτού μας, αλλά και την εμπειρία μιας άμεσης αυθεντικής επαφής με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε, υπερβαίνοντας έτσι κάθε χωριστική τεχνητή κοινωνική διάκριση. Είναι μια γιορτή που ικανοποιεί την ανάγκη μας να βρεθούμε όλοι μαζί, να διασκεδάσουμε, να γιορτάσουμε, πέρα από το μονότονο ρυθμό της καθημερινότητας. Η ψυχική ευφορία και το πολύτιμο θεραπευτικό γέλιο απελευθερώνονται τότε και ενισχύονται μέσα από τη γενικότερη διονυσιακή ατμόσφαιρα της γιορτής.

Η λέξη «καρναβάλι» προέρχεται από τη λατινική έκφραση: carne vale, που σημαίνει «κρέας αντίο» Η Encyclopaedia Britannica κάτω από τον τίτλο «Καρναβάλι» αναφέρει: «Η προέλευση της λέξης είναι αβέβαιη, παρ’ ότι πιθανόν να προέρχεται από το Μεσαιωνικό Λατινικό carnem levare ή carnelevarium, που σημαίνει να παίρνεις ή να αφαιρείς κρέας.

Σύμφωνα με το «Standard Dictionary of Folklore, Mythology and Legend» των Funk και Wagnalls: «Το καρναβάλι προέρχεται από τη φράση: «carrus navalis» που σημαίνει: κάρο της θάλασσας, ένα τροχοφόρο όχημα με μορφή πλοίου το οποίο χρησιμοποιούσαν στις  πομπές του Διόνυσου και από το οποίο έψαλλαν όλα τα είδη των σατυρικών τραγουδιών». Η λέξη επίσης σχετίζεται με τα Κάρνεια και τον Θεό Κάρνειο Απόλλωνα, αλλά τα Κάρνεια γιορτάζονταν τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο και δεν είχαν τα έθιμα των μασκαράδων, ανάμνηση νεκρών κτλ.

Επίσης σχετίζεται με τον χοροπηδηχτό χορό των Σατύρων που είναι μεταμφιεσμένοι ως τράγοι. Έτσι το καρναβάλι μπορεί να σημαίνει βαλλισμός των κάρνων. Κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι κάρνος· φθείρ. βόσκημα, πρόβατον. Έτσι οι τράγοι που είναι τα βοσκήματα, βαλλίζουν δηλ. χοροπηδάνε. Ίσως αυτή η ετυμολογία είναι πιο σωστή από τις άλλες και να συμβαδίζει και με τα αρχαία έθιμα.

Όσα στοιχεία ενσωμάτωσε το καρναβάλι τις αρχαίες γιορτές, τα διαιωνίζει μέχρι σήμερα. Δεν νοείται παρέλαση καρναβαλιού δίχως άρματα. Με πρώτο και καλύτερο αυτό του Βασιλιά Καρνάβαλου. Στην Ελλάδα, την Ιταλία, την Ισπανία και την Γαλλία, το Καρναβάλι έχει για πρωταγωνιστή του, μια κωμική μορφή η οποία έπειτα από μια σύντομη σταδιοδρομία γεμάτη δόξα και παραλυσία, καίεται δημόσια. Αυτός ο περίεργος τύπος, ο Ευρωπαίος Καρνάβαλος δεν είναι άλλος από τον διάδοχο του αρχαίου Βασιλιά των οργίων, των Σατουρναλίων.

Το Καρναβάλι είναι μια περίοδος ευθυμίας και χαρούμενης ελευθερίας, όπου οι κανόνες του κόσμιου βίου [ειδικά του θρησκευτικού δογματισμού] αναστέλλονται προσωρινά και βασιλεύει η λησμονιά της καθημερινότητας. Τα ταμπού και οι απαγορεύσεις παραμερίζονται και όλες οι εκτροπές επιτρέπονται. Εκδηλώσεις, γλέντια και πλουσιοπάροχα συμπόσια, όπου κυριαρχούν η έξαρση του αισθησιασμού, η μέθη, η αθυροστομία, οι ξέφρενοι χοροί, οι μεταμφιέσεις και οι πομπές προσωπιδοφόρων, συνθέτουν την όλη εικόνα. «Αγριάνθρωποι» που φορούν δέρματα ζώων, φυλλώματα δέντρων, άχυρα και κουδούνια και κρατούν ρόπαλα ή μαγκούρες, άνθρωποι ντυμένοι αρκούδες και άλλα ζώα αναστατώνουν τα πάντα.

Αποτελούσε την κορύφωση των μιμητικών πράξεων που σκοπό είχαν να καλοπιάσουν τη γη και να την πείσουν να προσφέρει πλούσια τα ελέη της την εποχή του θερισμού και της συγκομιδής.

Προκαλούν με πειράγματα τους περαστικούς, παράγουν εκκωφαντικούς θορύβους, πετούν αντικείμενα, μπαίνουν μέσα στα σπίτια και ξεφαντώνουν. Ποικίλα είναι τα έθιμα και τα τελετουργικά δρώμενα του Καρναβαλιού, μεταξύ των οποίων καθαρμοί, απομάκρυνση των δαιμόνων, άναμμα και σβήσιμο των φώτων ή της πυράς, αγώνες μεταξύ αντίπαλων ομάδων, στέψη και καθαίρεση ενός πλασματικού βασιλιά, κάψιμο ή ενταφιασμός ενός ανδρεικέλου, αναπαραστάσεις της γενετήσιας πράξης, του θανάτου και της νεκρανάστασης, παρωδίες του γάμου και της κηδείας.

Όμως, τα καρναβαλικά δρώμενα διακρίνονται γενικότερα από την τάση τους να αντιστρέφουν επίμονα και συστηματικά την τάξη του κόσμου και τις ιεραρχικές δομές της κοινωνίας. Ολόκληρος ο κόσμος ξεπροβάλει μέσα από ένα καθολικό αναποδογύρισμα, οι άνθρωποι βγάζουν τα ρούχα και τα ξαναφορούν ανάποδα, οι άντρες ντύνονται γυναίκες και οι γυναίκες άντρες. Καθετί «ανώτερο» υποβιβάζεται, τη στιγμή που οτιδήποτε «κατώτερο» αναβιβάζεται και εξυμνείται.

Ο ζητιάνος ενθρονίζεται βασιλιάς και ο καντηλανάφτης παπάς, ο τρελός ανακηρύσσεται σοφός, ο διάβολος δοξολογείται, η θεία λειτουργία τρέπεται σε βωμολοχία. Σύμβολα, θεσμοί, τίτλοι και αξιώματα, ιερά και όσια διακωμωδούνται και εκθρονίζονται, ενώ στη θέση τους ενθρονίζεται η τρέλα και το αλλόκοτο. Κάθε υψηλή ιδέα γελοιοποιείται και στη θέση της δοξάζεται μεταξύ άλλων η ανδρική και γυναικεία «φύση».

Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα συνθέτουν ένα οργιώδες ανατρεπτικό κλίμα, μέσα από το οποίο αναδύεται το αρχέτυπο του «τρελού», που ξεσκεπάζει με τις κουβέντες του κάθε ψέμα ή υποκρισία και ανακοινώνει δημόσια δυσάρεστες αλήθειες, που συγκαλύπτονται στην καθημερινή μας ζωή. Και επειδή στο καρναβάλι όλοι γίνονται «τρελοί», τούτο σημαίνει πως ακόμα και ο λαός κατορθώνει τότε να πει στην εξουσία, χάρη στην ασυλία της γιορτής, τη δική του αλήθεια· να κρίνει και να επικρίνει, να ελέγξει τους δυνατούς, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται, να επισημάνει τα στραβά, να καταγγείλει το άδικο, να σατιρίσει την εξουσία, διορθώνοντας ή βελτιώνοντας την κοινωνία.

Το Καρναβάλι στην Αρχαιότητα

Όταν, λοιπόν, λέμε Καρναβάλι εννοούμε κάθε εκδήλωση μεταμφιέσεων, που έχει ως κεντρικό θέμα τον περιοδικό εορτασμό της ανακύκλωσης των εποχών και της αναγέννησης του κόσμου, με το τέλος του παλιού, την αρχή του καινούργιου και την ανατροπή όλων των πραγμάτων. Τα δρώμενα του Καρναβαλιού τελούνται όχι μόνο κατά την περίοδο των Αποκριών του χριστιανικού κόσμου, αλλά και κατά το Δωδεκαήμερο ή ακόμα και σε άλλες περιόδους του έτους. Αυτά τα έθιμα είναι πολύ παλιά και η σύνδεσή τους με το χριστιανικό εορτολόγιο αιώνες μεταγενέστερη.

Γιορτές Καρναβαλιού διαπιστώνονται ήδη από το 2000 π.κ.ε. στην Ασία, και συγκεκριμένα στη Μεσοποταμία και τη Βαβυλώνα, όπου υπήρχε το έθιμο οι υπηρέτες να ντύνονται αφέντες και οι δούλες κυράδες. Ανάλογα έθιμα υπήρχαν στην Ινδία, κατά την ανοιξιάτικη γιορτή της αγάπης, Ηοli, όταν οι νέοι υποδύονταν τους γέρους προεστούς, οι υπηρέτες τους αφέντες και οι γυναίκες τον αυταρχικό σύζυγό τους. Σε γιορτές της αρχαίας Κίνας, οι άντρες πάλευαν με τις γυναίκες, για την αρπαγή των ρούχων ο ένας του άλλου. Καρναβαλικά δρώμενα περιλαμβάνονταν και στα πανάρχαια Σάκαινα των Βαβυλωνίων, στο Πουρίμ των Ιουδαίων και στο Κουρμπάνι των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, αλλά και σε ακόμα περισσότερες γιορτές.

Οι βαθύτερες όμως ρίζες των καρναβαλικών εθίμων βρίσκονται στα αρχαία μαγικοθρησκευτικά δρώμενα των ποιμενοαγροτικών κοινωνιών, στα οποία συναντάμε τη φωτιά, ως μέσο καθαρμού και αποτροπής του κακού, τη μεταμφίεση (μάσκα, κεφαλοκάλυμμα, κοστούμι), το εικονικό όργωμα, τη σπορά, την πάλη, το θάνατο και την ανάσταση, το χορό και τη μουσική.

Οι φυλές των Οτεντότων της Νότιας και των Μπαντού της Ανατολικής Αφρικής δεν γνώριζαν το Καρναβάλι αλλά την κατάλληλη εποχή τελούσαν λατρευτικές γιορτές που μπορούσαν και άγιο να σκανδαλίσουν. Στη στροφή του ΙΘ’ προς τον εικοστό αιώνα, ο αιδεσιμότατος H. Rowley βρέθηκε σε μια τέτοια τελετή των Μπαντού κι έγραψε ότι επρόκειτο για «αληθινά βακχικά όργια»: «Είναι αδύνατο να παρευρεθεί κάποιος (λέει) και να μην αισθανθεί ντροπή. Όχι μόνο επιτρέπεται στον επισκέπτη η πλήρης σεξουαλική ελευθερία αλλά συχνά του επιβάλλεται υποχρεωτική συμμετοχή. Η πορνεία είναι ελεύθερη και η μοιχεία κανέναν δεν ενοχλεί. Το μόνο που απαγορεύεται στους άνδρες, είναι να κάνουν σεξ με τις νόμιμες γυναίκες τους».

Ανάλογες γιορτές στην Αγγλία συνδέονται με την Πρωτομαγιά. Στον μεσαίωνα ήταν παντού διάσημες στην «γιορτή των Τρελών». Στην αρχαία Ρώμη, συνέπιπταν με τα Σατουρνάλια. Στην Ελλάδα, με τις γιορτές της Διονυσιακής λατρείας. Στις πλαγιές του Κιθαιρώνα, γιόρταζαν τα Τριετηρικά, κάθε τρία χρόνια. Μόνο γυναίκες συμμετείχαν: Νύχτα, στο φως των πυρσών, φορώντας προβιές ελαφιών, με ξέπλεκα μαλλιά, στεφανωμένες με κισσούς και κρατώντας ιερούς θύρσους (ραβδιά τυλιγμένα με φύλλα κισσού) το έριχναν σε ξέφρενο χορό κι αχαλίνωτο τρέξιμο, καλώντας τον Διόνυσο με ουρλιαχτά.

Το Καρναβάλι ως Διονυσιακή Λατρεία

Ανάλογα δρώμενα υπήρχαν και στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο και συγκεκριμένα στα Διονύσια, τα Ανθεστήρια, τα Λήναια, τα Θεσμοφόρια, τα Κρόνια, τα Θεσσαλικά Πελώρια, τις γιορτές του Ερμή στην Κρήτη και διάφορες άλλες μικρότερες, με έντονο πάντα το Διονυσιακό στοιχείο, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μια πίστη σε μαγικές γονιμικές πράξεις.

Σύμφωνα με τον πανάρχαιο μύθο, ο Διόνυσος ή Βάκχος λατρευόταν φανατικά στον Ορχομενό της Βοιωτίας αλλά οι κόρες του μυθικού βασιλιά Μινύα (Λευκίππη, Αλικιθόη και Αρσίππη) περιφρονούσαν τις τελετές. Ο Θεός θύμωσε με την ασέβειά τους και τις τρέλανε. Γεμάτες μανία, ρίχτηκαν στον Ίππασο, τον γιο της Λευκίππης, τον κατασπάραξαν κι έπειτα φύγανε στα βουνά. Από τότε, οι γυναίκες απόγονοι του Μινύα ονομάζονταν «ολείαι», ολέθριες.

Και υποχρεώνονταν σε βαρύ τίμημα: Στο βουνό της Γρανίτσας, το αρχαίο Λαφύστιο, οι κάτοικοι του Ορχομενού, επί τέσσερις συνεχείς νύχτες, τελούσαν τα Αγριώνια, προς τιμήν του Αγριώνιου Διονύσου. Τις τρεις πρώτες νύχτες, γυναίκες του Ορχομενού, με παρθένες του οίκου του Μινύα ανάμεσά τους, περιφέρονταν εκστασιασμένες στο βουνό ψάχνοντας να βρουν τον Διόνυσο, καλώντας τον να παρουσιαστεί. Αποκαμωμένες, την τέταρτη νύχτα ετοίμαζαν συμπόσιο και το έριχναν στο φαγοπότι.

Τη γιορτή παρακολουθούσαν υποχρεωτικά οι άνδρες της οικογένειας του μυθικού Μινύα, ντυμένοι με κουρέλια, βρόμικοι και τελείως αμέτοχοι στα δρώμενα. Πάνω στην έξαψη, εμφανιζόταν ο ιερέας του Διονύσου, μεταμφιεσμένος σε δαίμονα εχθρό του Θεού και με γυμνό ξίφος έστρωνε τις γυναίκες στο κυνήγι, χωρίς οι άνδρες να έχουν το δικαίωμα να επέμβουν. Οι γυναίκες έφευγαν πανικόβλητες αλλά ο ιερέας κυνηγούσε κυρίως τις παρθένες από την οικογένεια του Μινύα. Όποια προλάβαινε πρώτη, την σκότωνε θυσιάζοντάς την στον Βάκχο.

Αργότερα, όταν πια δεν υπήρχαν απόγονοι του Μινύα, ο ιερέας θυσίαζε την όποια παρθένα έπιανε πρώτη. Μετά, το έθιμο ατόνησε. Στους ιστορικούς χρόνους, η σφαγή της παρθένας είχε αντικατασταθεί από συμβολική θυσία. Μια μόνο φορά, πολύ αργότερα, στα χρόνια του Πλουτάρχου (Β’ μ.κ.ε. αι.), ο ιερέας Ζωίλος θέλησε να τηρήσει το έθιμο κι έσφαξε μια παρθένα. Αποτέλεσμα ήταν οι Ρωμαίοι κατακτητές να απαγορεύσουν τις τελετές, ο Ορχομενός να πληρώσει βαρύ πρόστιμο και η οικογένεια του Ζωίλου να αποκλειστεί από το ιερατικό επάγγελμα.

Ήταν τα χρόνια του αυτοκράτορα Αδριανού, που προσπαθούσε να εξαλείψει το φαινόμενο των ανθρωποθυσιών από τη ρωμαϊκή λατρεία, καθώς ανάλογα κρούσματα δεν έλειπαν ούτε στην ίδια τη Ρώμη. Η ανθρωποθυσία είχε βαθιές ακόμα ρίζες, καθώς ερχόταν από τους εβραίους (θυσία του Αβραάμ), τους Αιγυπτίους και τους Φοίνικες, που θυσίαζαν στον Μολώχ.

Διόνυσος Ζαγρέας και Ορφέας, με περίπου κοινή μοίρα, αποτέλεσαν τον μοχλό της πίστης των ορφικών που τελούσαν τα ορφικά μυστήρια, ανοιχτά μόνο στους μυημένους. Ο Ορφισμός λατρευόταν με όργια και αναπτύχθηκε με κέντρο λατρείας τον Διόνυσο Ζαγρέα, τον Θεό που δίνει ψυχή στα πάντα. Ο άνθρωπος που εκπλήρωνε τις επιταγές της ορφικής διδασκαλίας, μπορούσε να ελπίζει στη λυτρωτική χάρη του Διονύσου και να απαλλαγεί από τη μεταθανάτια κόλαση του Άδη. Αλλιώς, η ψυχή του κινδύνευε να υποστεί τα μύρια όσα, ώσπου να φθάσει στον καθαρμό.

Ξεκινώντας από τη Θράκη, ο Ορφισμός εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και γύρω στον Στ’ π.κ.ε. αιώνα, είχε καταντήσει αληθινή μάστιγα, καθώς διάφοροι απατεώνες οι «ορφεοτελεστές» περιφέρονταν από τόπο σε τόπο και έναντι αμοιβής, αναλάμβαναν να απαλλάξουν από τις αμαρτίες τους, όχι μόνο τους ζωντανούς αλλά και τους πεθαμένους. Στην πραγματικότητα, ήταν οι εφευρέτες της επιχείρησης που μετά από 2000 χρόνια, ο πάπας Λέων Ι’ (1513 – 1521) ξεκίνησε με τα συγχωροχάρτια, προκαλώντας το σχίσμα της δυτικής Εκκλησίας σε καθολικούς και διαμαρτυρόμενους που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στις χριστιανικές κυρίως εκκλησίες.  Κάτι ανάλογο έγινε και στην αρχαία Αθήνα του Στ’ π.κ.ε. αιώνα. Ήταν γύρω στα 535 π.κ.ε. όταν ο τύραννος Πεισίστρατος, άνθρωπος ξύπνιος και βαθιά μορφωμένος, καθιέρωσε τα Μεγάλα Διονύσια. Η λαμπρότητα του θεάματος αντιμέτωπη με τη θρησκοληψία και τη δεισιδαιμονία.

Οι γιορτές προς τιμήν του Θεού Διονύσου ήταν ξεχωριστές και περιλάμβαναν εύθυμες λατρευτικές πομπές, στις οποίες συμμετείχαν άνδρες και γυναίκες χορευτές, τραγουδιστές, προσωπιδοφόροι, μεταμφιεσμένοι σε σατύρους και κενταύρους, ενώ αργότερα στις γιορτές της κλασικής εποχής συμμετείχαν ιδιαίτερες φαλλικές μορφές, πέρα από τους μασκοφορεμένους χορευτές. Η μεταμφίεση, και ιδιαίτερα η μάσκα είναι χαρακτηριστικό των εορτών του Διονύσου, που ενίοτε αποκαλείται Θεός – προσωπείο, καθώς το προσωπείο αποτελούσε την λατρευτική εικόνα του. Η μάσκα συμβόλιζε επίσης τη νέα μορφή του αναγεννημένου ανθρώπου, ενώ υπήρξε και σύμβολο μετουσίωσης, αλλά και επικοινωνίας με τους αόρατους κόσμους. Σύμφωνα μάλιστα με τον Γ. Φ. Όττο ο μασκοφόρος βιώνει την ιερή τρέλα, το πνεύμα του μαινόμενου Θεού, που εμποτίζει το προσωπείο του.

Για παράδειγμα, σε τελετουργίες του Διονύσου στη Θράκη, που θεωρείται η πλέον πιθανή πατρίδα του, υπήρχαν «ταυρόφθογγοι μίμοι» που μούγκριζαν προς τον Θεό, ενώ οι γυναίκες που τον λάτρευαν ως Διόνυσο Λαφύστιο έφεραν οι ίδιες κέρατα, μιμούμενες τον Θεό, γιατί τον φαντάζονταν ως ταυροκέφαλο. Αργότερα, μέσα από τις γιορτές του Διονύσου, γεννήθηκε το Ιερό Θέατρο, που σε πολλές παραστάσεις, όπως εκείνες του Αριστοφάνη, ο χορός μεταμφιεζόταν σε όρνιθες, νεφέλες, βατράχους, σφήκες κ.λ.π.

Ο Διόνυσος παρουσιάζεται πάντοτε ανάμεσα σε μια θορυβώδικη ακολουθία, όπου οι Μαινάδες αποτελούν το θηλυκό στοιχείο και οι Σάτυροι, οι Σειληνοί και ο Πάνας το αρσενικό. Οι Μαινάδες, που ονομάζονταν επίσης και Βάκχες, ήταν Νύμφες. Οι Νύμφες είχαν αναθρέψει τον Διόνυσο στο βουνό Νύσα. Έγιναν οι πιστές ακόλουθες και συντρόφισσες του θεού του αμπελιού και τις βλέπουμε να καταγίνονται πρόθυμα με τον τρύγο, μαζί με τους Σειληνούς συχνά. Εμψυχωμένες από τον Διόνυσο, από το πνεύμα του θεού, ρίχνονταν αναμαλλιασμένες σε τρελές ορμητικές και ακανόνιστες διαδρομές, σαν με πηδήματα ελαφίνας, που προσπαθεί να ξεφύγει από την καταδίωξη του κυνηγού. Βγάζουν δυνατές κραυγές, χτυπώντας κρόταλα σαν μανιασμένες.

Ο Πλάτωνας ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αποδώσει τα μέγιστα των δυνατοτήτων του, μόνο μέσω Μανίας σε δόση θεϊκά ρυθμισμένη: «νῦν δὲ τὰ μέγιστα τῶν ἀγαθῶν ἡμῖν γίγνεται διὰ μανίας θείᾳ μέντοι δόσει διδομένης». Δικαιολογεί δε τη φαινομενική αυτή παραδοξολογία του με το ότι η Μανία είναι «Θείο δώρο» και αναφέρει 4 τύπους Μανίας: α) την προφητική (που εμπνέεται από τον Απόλλωνα), β) τη θρησκευτική (από τον Διόνυσο), γ) την ποιητική (από τις Μούσες) και δ) την ερωτική (από την Αφροδίτη και τον Έρωτα): «Τῆς δὲ θείας (μανίας) τέτταρα μέρη διελόμενοι μαντικὴν μὲν ἐπίπνοιαν Ἀπόλλωνος θέντες, Διονύσου δὲ τελεστικὴν, Μουσῶν δ’ αὖ ποιητικὴν, τετάρτην δὲ Ἀφροδίτης καὶ Ἔρωτος, ἐρωτικὴν μανίαν».

Η Θεία Διονυσιακή Μανία είναι ομαδική και μεταδοτική

«Θιασεύεται ψυχάν, ἐν ὄρεσι βακχεύων ὁσίοις καθαρμοῖσιν» (Βάκχες, 75). Οι δυο τεχνικές του Διονύσου είναι το κρασί κι ο χορός` σκοπός του δε η «κάθαρσις» με την ψυχολογική σημασία. Η μανία του χορού κι η ομαδική υστερία οδηγεί κατευθείαν στην κάθαρσιν, δηλαδή: στην απελευθέρωση του ανθρώπου. Ο Θεός Διόνυσος είναι ο Ελευθέριος, ο Λύσιος Θεός, δηλαδή ο Απελευθερωτής Θεός, που κάνει τον άνθρωπο να πάψει να είναι ο εαυτός του και να απολυτρωθεί. Του δείχνει τον δρόμο της Ελευθερίας.

Ο οργιαστικός απελευθερωτικός χαρακτήρας της λατρείας του Διονύσου είναι ολοφάνερος. Η ύπαρξή του για τους ανθρώπους του είναι μια αδιάκοπη συνέχεια από θορυβώδικα γλέντια, που κατέληγαν σε όργια, όπου προπάντων έπαιρναν μέρος οι γυναίκες. Από όπου πέρναγε ο Διόνυσος, συνέβαιναν θαυμαστά φαινόμενα. Πηγές κρασιού και νερού στο έδαφος κι από τα βράχια ανάβλυζαν κι από τα ποτάμια κυλούσε μέλι και γάλα. Κι ήταν τα κορφοβούνια αγαπημένος του τόπος διαμονής, όπου τελούνταν οι γιορτές του, κατά προτίμηση τη νύχτα. Όμως ο ρόλος του Διονύσου δεν περιορίζεται στο να διώχνει θλίψεις και καημούς από τους ανθρώπους και να τους κάνει να ξεχνούν τις καθημερινές έγνοιες με τα χαρούμενα μεθύσια.

Ο Διόνυσος τιμωρούσε τους εχθρούς της λατρείας του, μεταδίδοντάς τους την ίδια φρενίτιδα που έπιανε τις Μαινάδες και σπρώχνοντάς τους σε πράξεις αλλόφρονες κι εξωφρενικές. Μάλιστα η μανία των Μαινάδων δεν γνώριζε όρια. Ξεσκίζανε ζώα και έτρωγαν ωμές τις σάρκες τους. Δεν γλίτωναν μήτε οι άνθρωποι από τη φονική τους παράκρουση όπως στον μύθο του Ορφέα που τον κατασπάραξαν οι Βάκχες, οι μαινόμενες.

Ο Διόνυσος ήταν και ο ευεργέτης της ανθρωπότητας. Τρέλαινε όσους ήταν αντίθετοι στη λατρεία του και δεν ήθελαν να συμμετάσχουν σ’ αυτή, από την άλλη όμως μεριά εξασφάλιζε την ησυχία και τη γαλήνη των δικών του με τον πλούτο που χαρίζει η γεωργία. Του απέδιδαν την εφεύρεση του αρότρου, όπου πρώτος αυτός έζεψε βόδια. Ο Διόνυσος, συνέβαλε στην ανάπτυξη του πολιτισμού -υποβοηθώντας την ύπαρξη αρμονικών σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων- και την καλή διοργάνωση πόλεων, όπου παρουσιάζεται ως υπερασπιστής των αδυνάτων ενάντια σε όσους τους καταπιέζουν. Από τη λατρεία του Διονύσου γεννήθηκε το ελληνικό θέατρο, πράγμα που μας επιτρέπει να θεωρήσουμε το γιο του Διός και της Σεμέλης Θεό της ποίησης και της μουσικής.

Ανθεστήρια

Η κλασική αθηναϊκή γιορτή προς τιμήν του Θεού Διόνυσου ήταν τα Ανθεστήρια, τριήμερη και γεμάτη γλέντια και κρασί, καθώς τότε άνοιγαν τους πίθους με το γιοματάρι. Τα Ανθεστήρια ήταν πομπή, με άνθη, τραγούδια, μουσικούς και σκώμματα (σατιρικοί αστεϊσμοί, από το ρήμα σκώπτω = κοροϊδεύω, χλευάζω, σατιρίζω) που έλεγαν ντυμένοι ως σάτυροι -ακόλουθοι του Διονύσου, κρατώντας θύρσους κοσμημένους με κισσό (σύμβολο γονιμότητας)- και φορώντας προσωπίδες οι συμποσιαστές.

Δηλαδή, οι κωμαστές (κωμάζω = γυρίζω με άλλους στους δρόμους, λέγοντας τραγούδια και πειράγματα και κώμος = νυχτερινή έξοδος – πομπή συμποσιαστών στους δρόμους, με προσωπίδες, λαμπάδες, μουσικά όργανα και σατιρικά τραγούδια. Εξ ου και κωμωδία. Ο κορυφαίος, σε άρμα, όπως κάθε κωμαστής «τρεκλίζει ο κισσοστέφανος, χορεύει ο θυρσοφόρος» έλεγε ο Α. Σικελιανός – με τα πειράγματά του έσουρνε σε άλλους «τα εξ αμάξης»

Τέλειωνε με την τελετή της χύτρας που περιφερόταν μουτζουρωμένη, γεμάτη σπόρους για προσφορά στον Διόνυσο, ενώ την ημέρα αυτή έζωναν τους ναούς με μια κορδέλα, απαγορεύοντας την είσοδο σ’ αυτούς. Οι εκδηλώσεις έκλειναν με θυσία σε δεκατέσσερις βωμούς, για τους επτά Τιτάνες και τις επτά Τιτανίδες, που είχαν κομματιάσει τον Διόνυσο όταν ήταν μωρό. Την ίδια ημέρα, οι ψυχές των νεκρών ξαναγύριζαν στον Άδη και οι νοικοκυραίοι ξόρκιζαν αυτές που αρνιόνταν να φύγουν φωνάζοντας: «Έξω από το σπίτι, ψυχές! Τα Ανθεστήρια τέλειωσαν».

Το Καρναβάλι στην Αιώνια Πόλη

Γιορτές καρναβαλικού περιεχομένου υπήρξαν και στους Ρωμαίους, όπως τα Βακχανάλια, τα Σατουρνάλια, τα Λιμπεράλια, τα Λουπερκάλια, τα Φεράλια [ή Φε-(β)ρουάλια], τα Παρεντάλια· στο Βυζάντιο ήταν οι Καλένδες (ή Καλάνδες) και στη μεσαιωνική Δύση η Γιορτή των Τρελών, ένα παραεκκλησιαστικό Καρναβάλι, που τελούνταν κατά τη διάρκεια του Δωδεκαήμερου. Στη Γιορτή των Τρελών κατώτεροι κληρικοί, διάκοι και παπαδοπαίδια, εξέλεγαν τον ψευδοκαρδινάλιο ή τον πάπα των τρελών και τον χειροτονούσαν μέσα στην εκκλησία.

Εκεί χόρευαν μασκαρεμένοι, έψελναν φάλτσα αθυρόστομες παρωδίες εκκλησιαστικών ύμνων, έπιναν, έτρωγαν και έπαιζαν ζάρια. Μετά έβγαιναν στους δρόμους, χοροπηδούσαν διαβολεμένα, έριχναν μαγαρισιές στον κόσμο, και πήγαιναν στις ταβέρνες, συνεχίζοντας το πιόμα και τα ανόσια τραγούδια. Η παντοδύναμη Εκκλησία ήξερε πως εάν δεν έδινε στον καταπιεσμένο, φοβισμένο λαό έστω και μα ημέρα για να εκτονωθεί, δεν θα συνέχιζε να «πουλά τον Χριστό με το ζύγι», καταπώς έλεγε κι ο Καζαντζάκης, κρατώντας τον υποταγμένο υπό την απειλή της Κόλασης.

Παρόμοιες καταστάσεις συνέβαιναν στις Καλένδες, τις πλέον επίσημες και λαμπρές εορτές των βυζαντινών χρόνων με μεταμφιέσεις, στις οποίες αν και συμμετείχαν κληρικοί, κρίνονταν μη αποδεκτές και απαγορευμένες από την Εκκλησία. Στις Καλένδες οι βυζαντινοί έψελναν χορεύοντας, μεταμφιεσμένοι σε ζώα, τράγους, καμήλες, ελάφια, πιστεύοντας ότι έτσι θα εξασφάλιζαν ευθυμία για όλο το έτος. Τέτοια έθιμα υπήρξαν και σε νεότερους χρόνους, μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, ακόμα και στην Ελλάδα.

Τα έθιμα του Καρναβαλιού πέρασαν με τον καιρό από την ύπαιθρο στις αναπτυσσόμενες πόλεις, όπου τα περιεχόμενά τους διαμορφώθηκαν ανάλογα και απέκτησαν καινούργια σημασία, αντανακλώντας νέους κοινωνικούς συσχετισμούς. Η μαγική αγροτική τελετουργία μετατράπηκε βαθμιαία σε πάνδημο αστικό θέαμα και ψυχαγωγία, με το λαό θεατή και πρωταγωνιστή. Στους νεώτερους χρόνους τα σύγχρονα Καρναβάλια έλαμψαν στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία, με τις γιορτές και τις πομπές των μασκοφόρων.

Στην Ιταλία τα Καρναβάλια απέκτησαν μεγάλη φήμη

Η Φλωρεντία του 15ου-16ου αιώνα γιόρταζε με τραγούδια, που είχαν αρχικά μυθολογικό περιεχόμενο, αλλά στη συνέχεια έγιναν επίκαιρα, αποκτώντας μεγαλύτερη απήχηση στο λαό. Την εποχή του ρομαντισμού είχε γίνει ξακουστό και το Καρναβάλι της Ρώμης· μια εικόνα του μας δίνει ο Γκαίτε, όταν μιλάει για ποικιλία κοστουμιών, που παρίσταναν φασουλήδες, δικηγόρους, ζητιάνους και γυναίκες του λαού, με κομφετί, εκκεντρικές κομμώσεις, αλλά και αλλόκοτα δρώμενα, όπως εκείνο της τελευταίας βραδιάς, που περιφέρονταν με κεριά τα οποία προσπαθούσαν μεταξύ τους να σβήσουν. Εκείνο όμως που ξεχώριζε πάντοτε για τη μεγαλοπρέπειά του ήταν το Καρναβάλι της Βενετίας, με εντυπωσιακές μάσκες και μεταμφιέσεις, πυροτεχνήματα, ακροβατικές επιδείξεις, παρελάσεις και ψευτομάχες.

Στη Γαλλία, από το 15ο αιώνα υπήρχαν οι «χοροί των μεταμφιεσμένων», γνωστοί ως μπαλ-μασκέ, ενώ κατά το 16ο αιώνα ήταν στη δόξα τους τα «momons», οχλαγωγίες από μασκαράδες και μουσικούς, που εισέβαλλαν απρόσκλητοι στα σπίτια και έπαιρναν μέρος στους χορούς και τις διασκεδάσεις· το 18ο αιώνα καθιερώθηκαν και τα μπαλ-μασκέ της Όπερας του Παρισιού. Στη Βόρεια Γαλλία χαρακτηριστικές ήταν οι παρελάσεις γιγάντων, στο Νότια Γαλλία οι πομπές των ζώων, στην Κεντρική Γαλλία οι «κερατάδες» του Σωγκζιλάνζ, και στα ανατολικά της χώρας οι «χοντροί» του Σαιν-Κλωντ.

Οι αποικισμοί και οι μεταναστεύσεις των λαών συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάμιξη των καρναβαλικών παραδόσεων που προέρχονταν από διαφορετικούς πολιτισμούς και στη διαμόρφωση της σύγχρονη μορφής τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αμερική, με την ανάμιξη ευρωπαϊκών, αφρικανικών, ασιατικών και αυτοχθόνων εθίμων, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων καρναβαλικών εορτών, όπως στο Σαλβαντόρ ντα Μπαΐα και στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, στη Λουϊζιάνα και στη Νέα Ορλεάνη της Κεντρικής Αμερικής, στα νησιά Τρινιντάντ και Τομπάγκο της Καραϊβικής· αυτά τα δύο νησιά αποτελούν μάλιστα ένα όμορφο παράδειγμα του πώς το Καρναβάλι μπορεί να ενώσει τον κόσμο, αφού σε αυτό το μικρό έθνος οι πεποιθήσεις και οι παραδόσεις πολλών πολιτισμών ενώνονται κάθε χρόνο, ξεχνώντας τις διαφορές τους και γιορτάζοντας το θαύμα της ζωής!

Τα δρώμενα του Καρναβαλιού δανείστηκαν πολλά στοιχεία από τις αρχαίες αφρικανικές παραδόσεις, όπως παρελάσεις μεταμφιεσμένων μασκοφόρων με ρυθμούς τυμπάνων, μεγάλες μαριονέτες, ραβδούχους μαχητές και ξυλοπόδαρους χορευτές. Στα έθιμα αυτά συχνά συμπεριλάμβαναν κυκλικές πορείες γύρω από το χωριό, για να προκαλέσουν καλή τύχη, θεραπεία και εξευμενισμό των αποθανόντων συγγενών, αλλά και φυσικά αντικείμενα (οστά, φτερά, χόρτα, χάντρες, κοχύλια, ύφασμα) για να δημιουργούν μάσκες, καπέλα και φορεσιές με πνευματικές δυνάμεις και ιδιότητες. Η μάσκα αποτελούσε ιερό αντικείμενο σε νεκρικές τελετές, ενώ τα φτερά συμβόλιζαν τη δυνατότητά μας ως άνθρωποι να ανυψωθούμε πάνω από τα προβλήματα, τους πόνους και την ασθένεια της καθημερινότητας, αναγεννημένοι σε ένα νέο κόσμο. Σήμερα, τα φτερά χρησιμοποιούνται με πολλούς τρόπους στη δημιουργία αποκριάτικων στολών.

Η Αποκριά

Μια σημαντικότατη γιορτή καρναβαλικού χαρακτήρα, που τελείται σε ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο πριν από την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής είναι η γιορτή της Αποκριάς (ή των Αποκριών ή Αποκρεών), μια περίοδος διασκέδασης κι ανεμελιάς, που σημάνει το οργιαστικό ξέσπασμα της ζωής και την εκδίωξη του θανάτου, τον ερχομό της άνοιξης και το τέλος του χειμώνα, την ευφορία της γης και τη γονιμότητα -φυσική και πνευματική- όλων των υπάρξεων. Η γιορτή αυτή είναι ένα χαρούμενο καλωσόρισμα στο Πνεύμα της Θεότητας που κατακλύζει τα πάντα, και μεταβάλει το θάνατο σε ζωή, τη θλίψη σε χαρά, συμπαρασύροντας τους ανθρώπους και τη φύση σε μια θεία ιερή μέθη, γεμάτη από την αγάπη για τη ζωή και το χτίσιμο ιδανικών.

Η Αποκριά σε οποιοδήποτε μέρος γιορταζόταν, περιλάμβανε μεταμφιέσεις και αποκτούσε πάνδημο χαρακτήρα. Οι ρωμαιοκαθολικοί την καθιέρωσαν πριν από εκατοντάδες χρόνια στην Ιταλία. Ήταν μια ξέφρενη εορτή αμφίεσης, που την ονόμαζαν Carnevale, από το λατινικό carnem levare ή carnis levamen, που σημαίνει «αποχή από το κρέας», εφόσον τη γιορτή ακολουθούσε η Σαρακοστή, όπου δεν επιτρεπόταν η βρώση κρέατος. Οι κυριότερες εκδηλώσεις της Αποκριάς των καθολικών συνηθίζονται πλέον κατά τις τρεις τελευταίες μέρες της κρεοφαγίας, δηλαδή Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη (γνωστή στα γαλλικά ως Mardi Gras, Αμαρτωλή Τρίτη). Η επόμενη μέρα, η Καθαρή Τετάρτη (Mercredi des Cendres = Τετάρτη των Τεφρών) είναι η αρχή της νηστείας της Σαρακοστής (Careme), αντίστοιχη της δικής μας Καθαρής Δευτέρας.

Οι Αποκριές στην Ελλάδα

Οι Αποκριές στην Ελλάδα, που αποκαλούνται από το λαό και «Μεγάλες Αποκριές» στην Κύπρο «Μεγάλες Σήκωσες» διαρκούν τρεις εβδομάδες και ξεκινούν την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μαζί με το Τριώδιο -το βιβλίο των εκκλησιαστικών ύμνων, που ψάλλονται στην εκκλησία από την εν λόγω Κυριακή μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Οι επόμενες τρεις Κυριακές των Αποκριών είναι η Κυριακή του Ασώτου, της Απόκρεω και της Τυρινής. Η Κυριακή της Τυρινής σημάνει τη λήξη αυτή της περιόδου και την έναρξη της μεγάλης Σαρακοστής, από την Καθαρά Δευτέρα. Η πρώτη εβδομάδα ονομάζεται Προφωνή, Προφανή, Προφωνέσιμη ή Προφωνήσιμη, επειδή προφωνείται (ανακοινώνεται) η έναρξη των Αποκριών, επίσης Συγκόκαλη ή Απόλυτη, επειδή δεν εφαρμόζεται η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής, καθώς και Αμολυτή, Αποβολή ή Απόλυτη, γιατί τότε απολύονται οι ψυχές των αποθαμένων και βγαίνουν στον Επάνω Κόσμο· επιπλέον, αποκαλείται Λόκρια, Αρνοβδομάδα, Αρτσι Βούρτσι ή Αρτσι Μπούρτσι.

Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή, γιατί θεωρείται η περίοδος της κρεοφαγίας που σταματάει την Κυριακή της Απόκρεω, τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Η τρίτη και τελευταία εβδομάδα, που ξεκινάει μετά την Κυριακή της Απόκρεω, ονομάζεται της Τυρινής ή Τυροφάγου, γιατί περιλαμβάνει βρώση τυροκομικών.

Ιδιαίτερη θέση στην Κρεατινή εβδομάδα κατέχει η Τσικνοπέμπτη (ή Τσικνοπέφτη) και το Ψυχοσάββατο (ή Σάββατο των Ψυχών). Την Τσικνοπέμπτη η τσίκνα είναι διάχυτη παντού, καθώς οι άνθρωποι γιορτάζουν ψήνοντας κρέατα έξω από το σπίτι, κάτι που έκαναν και οι αρχαίοι Έλληνες, επειδή πίστευαν ότι οι νεκροί πετούσαν γύρω από τις φωτιές και γευμάτιζαν από τον καπνό και την τσίκνα. Ανάλογα, το Ψυχοσάββατο είναι αφιερωμένο στη λατρεία των νεκρών με προσφορά γευμάτων πάνω στους τάφους. Αυτά τα δύο έθιμα προέρχονται από τα Ανθεστήρια, που περιλάμβαναν προσφορές σπονδών και τροφίμων στους νεκρούς, για τους οποίους πίστευαν ότι τριγυρνούσαν εκείνες τις μέρες ανάμεσα στους ζωντανούς.

Αποκριάτικα Εθιμα στην Ελλάδα

Η Ανακύκλωση της Ζωής

Τα παλαιότερα χρόνια στον τόπο μας οι μέρες της Αποκριάς προσλάμβαναν ένα ιδιαίτερο λαϊκό χρώμα. Στο πλαίσιο του παραδοσιακού πανηγυρισμού οι άντρες μεταμφιέζονταν σε γυναίκες και αντίθετα, γινόταν η περιφορά του καρνάβαλου, του γαϊτανακιού και της καμήλας, με ομίλους χορευτών να γυρνάνε τις συνοικίες σκορπίζοντας το κέφι. Αναβίωναν διάφορες προλήψεις, μαντείες και δεισιδαιμονίες, ψάλλονταν εύθυμα και άσεμνα τραγούδια, γίνονταν εικονικές δίκες και επικρατούσε ένα γενικό ξεφάντωμα, μια γενική ευωχία.

Αναβαν φωτιές, που ονόμαζαν «Φανούς», «Κλαδαριές», «Μπουμπούνες», «Καψαλιές», «Χαλαούζιες» ή «Καλολόγους»· γύρω τους έστηναν χορούς και τις πηδούσαν με ευχές για υγεία και καλή τύχη, αντλώντας τη δύναμη που η φωτιά πίστευαν ότι έκρυβε. Στις μεταμφιέσεις χαρακτηριστικές μορφές ήταν ο γέρος, η νύφη και ο γαμπρός, ο αράπης και η αραπίνα, ο γιατρός και ο βοηθός του, ο παπάς και ο σατανάς, η καμήλα, η αρκούδα κ.λ.π. Αλλοτε πάλι έδιναν υπαίθριες παραστάσεις, κωμικού περιεχομένου, ενώ διαδεδομένα ήταν και τα κοινά συμπόσια.

Γέννηση, ανάπτυξη, γάμος, θάνατος και αναγέννηση του ήρωα, είναι ένα δράμα που παίζεται ακατάπαυστα. Είναι η ανακύκλωση της ζωής, στην οποία συμμετέχει ολόκληρη η κοινότητα, στην αγορά του χωριού ή της πόλης. Μέσα από τις μάσκες, τα ανδρείκελα, τις μεταμφιέσεις οι άνθρωποι «γίνονταν ένα σώμα» και βίωναν την αναγεννητική διαδικασία. Γιόρταζαν πάνω από όλα τον ερχομό του νέου -του νέου χρόνου, της νέας άνοιξης, της νέας ζωής- το καινούργιο που εμφανίζεται στον κόσμο.

Αυτά τα αποκριάτικα έθιμα διατηρούνται ακόμα και σήμερα σε πολλά μέρη της Ελλάδας, όπως στο Σοχό Λαγκαδά στη Θεσσαλονίκη, με πανηγυρισμούς, με αγερμούς και τραγούδι, από μεταμφιεσμένους με προβιές τράγου, ψηλά καλύμματα στο κεφάλι από πολύχρωμες κορδέλες, γουρουνοτσάρουχα στα πόδια και μάσκες με πούλιες και μακριά μουστάκια· κρατώντας ξύλινο γιαταγάνι ή αγκλίτσα, ταγάρι με ούζο, κρασί και πορτοκάλια, περπατούν ρυθμικά, πηδούν και σείονται, κουδουνίζουν και τραγουδούν, κερνούν τους ανθρώπους, πότε στα μαγαζιά και τις ταβέρνες, πότε στους δρόμους.

Στη Θράκη, κατά το παλιό αποκριάτικο δρώμενο του «Καλόγερου», η καμπουρίτσα Μπάμπω γεννάει ένα εφταμηνίτικο μωρό που μεγαλώνει στο άψε-σβήσε. Το καλάθι δεν το χωράει, τρώει και πίνει τον περίδρομο, ανδρώνεται, γυρεύει γυναίκα, παντρεύεται, έρχεται στα χέρια με τον κουμπάρο του, σκοτώνεται, μοιρολογιέται και κηδεύεται. Ξαφνικά όμως ανασταίνεται θαυματουργά και οργώνει τη γη μαζί με το μετανιωμένο του φονιά. Ο θάνατος και η ανάσταση του γαμπρού μας παραπέμπουν στο θάνατο του Διόνυσου το χειμώνα και στην ανάστασή του την άνοιξη, ενώ το καλάθι της γριάς το Λίκνο του, που χρησίμευε ως κόσκινο και κούνια (Λικνίτης ήταν γνωστή επωνυμία του Διόνυσου).

Στην ίδια περιοχή τη Δευτέρα της Τυρινής εβδομάδας τελείται ο «Μπέης» ή «Κιοπέκ Μπέης», ευετηριακό δρώμενο, με αγερμούς, ευχές σε κάθε σπίτι για «καλοχρονιά με πολύ στάρι και πολύ κριθάρι», εικονικό όργωμα, εικονική σπορά και αγώνες  -πήδημα, ρίξιμο πέτρας, τρέξιμο, πάλη- χορούς και τραγούδια. Στη Νάουσα «Μπούλες» και «Γενίτσαροι» με παραδοσιακές στολές και προσωπίδες, χορεύουν σε ομάδες, με ήχους ζουρνάδων και νταουλιών, σε ανάμνηση των αρματολών της τουρκοκρατίας, που κυκλοφορούσαν μεταμφιεσμένοι τις Αποκριές για να κρύβονται.

Στα χωριά του Παγγαίου, κατά το πανάρχαιο διονυσιακό έθιμο της Ντερβένας, που ανάγεται στην πυρολατρεία των αρχαίων χρόνων, οι άνθρωποι πηδούν πάνω από μεγάλες φωτιές (ντερβένες), που έχουν διπλό σκοπό· αφενός ζεσταίνουν τις καρδιές, αφετέρου εξαγνίζουν τους ανθρώπους, απαλλάσσοντάς τους από τα παλιά ακάθαρτα στοιχεία, σε μια φυσική και πνευματική αναγέννηση, με τον ερχομό της άνοιξης και της Ανάστασης του Πάσχα. Εξάλλου, η φωτιά είχε ανέκαθεν εξαγνιστικό χαρακτήρα και προκαλεί την κάθαρση, την αναγέννηση.

Στη Σκύρο έχουμε τους τραγόμορφους Γέρους και τις Κορέλες, σε ένα ερωτικό παιχνίδι, με μεταμφιεσμένους που σηκώνουν πάνω τους πολλά κουδούνια, συχνά τριάντα, πενήντα ή και περισσότερα, προκαλώντας πανδαισία ήχων. Στη Ζάκυνθο γίνονται θεατρικές παραστάσεις, οι λεγόμενες «Ομιλίες», αλλά και απαγγελίες αυτοσχέδιων σατιρικών στίχων με έντονη αθυροστομία. Στο Δαφνί της Σπάρτης οι άνδρες μεταμφιέζονται σε νύφη και γαμπρό, και επικρατούν αυτοσχέδιοι διάλογοι, χοροί γύρω από εθιμικές φωτιές, τραγούδια, κέφι, τολμηρά πειράγματα και κρασί.

Ο «Πεθαμένος στη Γκούβα», ένα Δρώμενο των Σαρακατσάνων της Ηπείρου με έντονο το στοιχείο της μαγείας, άρχιζε με το ηλιοβασίλεμα της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς και τελείωνε τα χαράματα της Καθαρής Δευτέρας. Ένας θίασος ανδρών υποδυόταν το γαμπρό, τη νύφη, τα πεθερικά, τους γέρους, το γύφτο και άλλα πρόσωπα. Οι γέροι φορούσαν μάσκες και κάπες από προβιές ζώων, κουδούνια στη μέση, ενώ κρατούσαν μεγάλα ραβδιά, με τα οποία χτυπούσαν τη γη. Ένας τσοπάνης ξάπλωνε πεθαμένος μέσα σε μια γκούβα (γούβα ή λάκκος) και ο θίασος τον μοιρολογούσε, ενώ στο τέλος χόρευαν, με πρωτοχορευτή τον πεθαμένο και αναστημένο τσοπάνη.

Η λήξη των Αποκριών σηματοδοτείται από την πομπή και το κάψιμο του καρνάβαλου. Είναι σημάδι ότι η γεύση της Ελευθερίας, της ανεμελιάς και της ουσίας της Ζωής τελείωσε και ο σκλάβος-άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην φυλακή της καθημερινότητας του αναλαμβάνοντας και πάλι τον ρόλο του πεπρωμένου του. Μέχρι τον επόμενο χρόνο … αν είναι ζωντανός!

Ακολουθεί η Καθαρά Δευτέρα

Εκείνη τη μέρα στην Αγία Αννα της Εύβοιας οι γυναίκες τραγουδούν τα «γαμοτράγουδα», μαζί με τολμηρά αστεία, πειράγματα και λόγια χωρίς «ηθικούς φραγμούς», με θέμα το φαλλό και το αιδοίο, των οποίων οι μετέχοντες φέρουν ομοιώματα· ένα δρώμενο που ανάγεται στα Μικρά ή Κατ’ Αγρούς Διονύσια, και στα Μεγάλα Διονύσια, που ήταν χαρούμενες ελεύθερες γιορτές με πομπή φαλλού, τον οποίο συνόδευαν με χορωδίες, τραγούδια και προσφορές, ακόμα και οι δούλοι. Ο φαλλός ήταν σύμβολο του Διονύσου ως Θεού της γονιμότητας, και κάθε τέτοια μαζική πομπή αποσκοπούσε στο να προκαλέσει την ευφορία των αγρών και των κήπων, αλλά και τη γονιμότητα των σπιτικών.

Η χρησιμοποίηση, λοιπόν, σεξουαλικών και ερωτικών συμβόλων, που συνδυάζεται συχνά με τις παραδοσιακές λαϊκές εκδηλώσεις αυτής της περιόδου, δεν δηλώνει μόνο την σεξουαλική πράξη. Συμβολίζει ευρύτερα την πηγή, τη μήτρα της ζωής, τη ρίζα της ανανέωσης, την πηγή της ανάστασης. Αποτελούν ένδειξη της εκδήλωσης των γονιμοποιών δυνάμεων της ζωής και τη διαδικασία γέννησης ενός νέου «σώματος», με την ευρύτερή του έννοια, είτε πρόκειται για το ανθρώπινο σώμα, είτε για το σώμα της κοινωνίας ή ακόμα και ολόκληρης της φύσης και της Δημιουργίας.

Επιπλέον, το έθιμο του εικονικού γάμου, που περιλαμβάνεται στα καρναβαλικά έθιμα, ανάγεται στην αρχαιότητα και ήταν λατρευτικό στοιχείο των διονυσιακών τελετών· η «Ιερογαμία» του Θεού Διονύσου με τη σύζυγο του βασιλιά της πόλης, στο «Βουκολείον» Ιερό, αποτελούσε μέρος των αθηναϊκών Ανθεστηρίων και αποτελούσε μια μαγική πράξη επίκλησης της γονιμικής δύναμης για την καρποφορία, αλλά και την εξασφάλιση της καλής χρονιάς στην ευρύτερή της έννοια, που θα πρόσφεραν οι Θεοί. Όμως, πέρα από αυτά ο γάμος συμβολίζει την ενότητα και την υπέρβαση των χωριστικών τάσεων του ανθρώπου και της κοινωνίας. Και κάθε Καρναβάλι γιορτάζει την κρυμμένη ενότητα του παλιού και του καινούργιου, του γήρατος και της νεότητας, της άνοιξης και του χειμώνα, της ζωής και του θανάτου, είναι μια γιορτή που ανατρέπει, αλλά και συνταιριάζει.

Μες στην Τρελή Αποκριά

Όλα αυτά μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Αποκριές και γενικότερα τα καρναβαλικά δρώμενα, συνδέονται με αναγεννητικές, εξευμενιστικές δυνάμεις, που επιφέρουν λύτρωση και απελευθερώνουν τον άνθρωπο, την κοινωνία, τη φύση από τα δεσμά του φόβου και του θανάτου, που συγκρατούν τον κόσμο σε συγκεκριμένους χωροχρονικούς περιορισμούς, κάτω από την επιρροή οποιασδήποτε μορφής εξουσίας και κατεστημένου. Επιπλέον, οι γιορτές αυτές συμφιλίωναν ανέκαθεν τον άνθρωπο με το στοιχείο του θανάτου και του έδιναν τη δυνατότητα να λειτουργεί ελεύθερα σε σχέση με αυτό το ζήτημα, συμμετέχοντας στην διαδικασία του αέναου αναγεννητικού κύκλου των εποχών και της δημιουργίας.

Στις μέρες μας ο κόσμος βιώνει βαριά «την ανάσα του θανάτου και του νεκρού να περιπλανιούνται γύρω του», βιώνει έναν χειμώνα, μια σκοτεινή νύχτα της ψυχής. Όμως ο κύκλος του θανάτου και της ζωής είναι αέναος και σπειροειδής [αναζήτησε το σχετικό άρθρο] και οδηγεί την ανθρωπότητα μέσα από δυσκολίες και εμπόδια, μέσα από δοκιμασίες, μάχες και ανατροπές σε μια αναγέννηση, σε μια ανανέωση. Η μέθη και η χαρά της Ζωής, η ορμή του Φωτός και η Ιερή Μανία φέρνει ανάταση, και μαζί με την αναγέννηση του Θεού, αναγεννιέται κι ο άνθρωπος.

Ο άνθρωπός, η ζωή, ολόκληρος ο κόσμος μεταμορφώνεται, αλλάζει διαρκώς προσωπεία και μεταμφιέσεις παροδικές. Πίσω όμως από αυτές τις εφήμερες όψεις κρύβεται το αιώνιο, το άφθαρτο, το πνευματικό φως, ο τελικός θρίαμβός της ζωής, και οι άνθρωποι, μέσα από τις πανάρχαιες τελετές που φτάνουν σε εμάς ως Αποκριές, συμμετείχαν ανέκαθεν και ενίσχυαν την έλευση του καινούργιου. Ήταν μια σύμπραξη με τη Θεότητα, ένα κάλεσμα για το δυναμικό, πανηγυρικό ερχομό της, στη μορφή του Αρχαίου Διονύσου, στη μορφή του θυσιασμένου Θεού-Λυτρωτή.

Σήμερα, σε μια σύγχρονη εποχή οι άνθρωποι καλούμαστε να ανατρέψουμε μέσα στην ίδια μας τη συνείδηση την εικόνα που έχουμε χτίσει για τον κόσμο και τον εαυτό μας, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάτι καινούργιο να λάμψει. Η Άνοιξη και ο Χειμώνας, η Ζωή και ο Θάνατος ουσιαστικά βρίσκονται μέσα μας. Ο κύκλος των εποχών δεν είναι ξεχωριστός από εμάς. Ο ρόλος του ανθρώπου είναι να συμμετέχει ενεργά στην εκδήλωση των δημιουργικών δυνάμεων της Ζωντανής Ζωής, ωθώντας σε ανανέωση κι εξέλιξη, σε κίνηση και αλλαγή. Αυτό ακριβώς γινόταν και παλιότερα, μέσα από τις Ιερές Τελετές και τα Μυστήρια, ενώ στις μέρες μας, σε μια εποχή που όλα ανατρέπονται, παρέχεται η ευκαιρία για μια εκ νέου Ιερή Μανία του ανθρώπου, του δημιουργικού, ανώτερου, πνευματικού ανθρώπου, που θα εξευμενίσει τον Θάνατο και θα φέρει Ελευθερία από την Ζωή.

Φέτος μην κάψετε τον Μεγάλο Θεό Καρνάβαλο κρατήστε τον ζωντανό μέσα σας κι ακολουθήστε τα κελεύσματα του για Ελευθερία και Ιερή Μανία. Κάντε τον υπόδειγμα της ζωής σας, αλλά ΚΡΥΦΑ μην το μοιραστείτε με κανέναν βέβηλο και ιερόσυλο. Εξάλλου, το Διονυσιακό στοιχείο είναι βαθιά ριζωμένο στην ψυχή των Ελλήνων, συνυφασμένο με την Δύναμη και την Ανεξαρτησία, το γλέντι και την χαρά, την δημιουργικότητα και την ανάταση, πάνω από τις καθημερινές ψευδείς κι ασήμαντες δυσκολίες· το πνεύμα του Θεού Διονύσου είναι ζωντανό ανάμεσα μας, έτοιμο να μας ξεσηκώσει, μέσα στη Θεία Ιερή Μέθη και Μανία Του. Αυτήν την Ιερή Μανία την ακολουθούν μονάχα οι Δυνατοί!

Στην Φύση δεν υπάρχει η Πίστη

Έχουν ΠΕΘΆΝΕΙ – ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΕΙ εκατομμύρια άνθρωποι, για την θρησκευτική πρόοδο της ανθρωπότητας, τόσοι που αναρωτιέμαι αν η ανθρωπότητα αποτελείται από ανθρώπους!

Δεν πιστεύω τίποτα. Δεν είναι δυνατόν να δεχτώ ότι τα προϊόντα του ΝΟΥ μπορούν να είναι αντικείμενα πίστης.

Στην Φύση δεν υπάρχει η Πίστη

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι τα περισσότερα ανθρώπινα ζώα θα ήθελαν, μέσα απ’ τα βάθη της καρδιάς τους, να σταματήσει ο οποιοσδήποτε θεός να ανακατεύεται στην καθημερινή τους ζωή και μαζί με αυτόν και οι εκπρόσωποι του. Γιατί αυτή η υπόθεση έχει απλωθεί τόσο πέρα και μακριά από την επίσημη ή ανεπίσημη θρησκεία; Γιατί ο Πρόεδρος των ΗΠΑ και άλλοι αναγεννημένοι και όψιμοι χριστιανοί αναφέρονται στο «χέρι του θεού» που τους βοηθάει να πολεμούν, να καταστρέφουν και να δολοφονούν στην Μέση Ανατολή και όπου στον πλανήτη τους κάνει κέφι!

Η Δυτική κοινωνία με όλες τις χριστιανικές θρησκευτικές αιρέσεις, δοξασίες και δόγματα, σίγουρα είναι πολύ διαφορετική από την παραδοσιακή μουσουλμανική ή ινδουιστική αλλά υπάρχει κάτι το κοινό, τα ανθρώπινα ζώα όλων των θρησκευτικών κοινωνιών, πιστεύουν (χωρίς να γνωρίζουν) ότι κάποιος καλοκάγαθος τυπάκος που αποκαλούν θεό (με εκατοντάδες – χιλιάδες ονόματα) είναι με το πλευρό τους σε κάθε νοσηρότητα που λαμβάνει μέρος!

Αυτό σημαίνει ότι πιστεύουν πως ξέρουν τι σκέφτεται ή ποιος είναι ο θεός –αξιοσημείωτη αλαζονική εγωπάθεια– που σημαίνει επίσης ότι ο καλοκάγαθος τυπάκος, είναι απεριόριστα παρόν και απεριόριστα υπερβατικός, κοσμικός και προσωπικός ταυτόχρονα, αόρατος και αδύνατον να τοποθετηθεί στο χρόνο και χώρο. Ταυτόχρονα τα ανθρώπινα ζώα συνεχίζουν και γκρινιάζουν σχετικά με τα λεγόμενα αρχαία ιερά κείμενα, τα οποία αξιώνουν να μεταδώσουν τι είναι αυτό που ο θεός τους πραγματικά θέλει να κάνουν. Η πιθανότητα να χρησιμοποιήσουν την ταλαίπωρη Λογική του ΝΟΥ τους, είναι στην σφαίρα του λυκόφωτος άλλωστε η χρήση του Νου και του Λογικού δεν είναι ίδιον γνώρισμα του ζώου.

Ο μεγάλος Ινδός ποιητής Kabir έγραψε πως είχε διαβάσει όλα τα ιερά κείμενα, πλύθηκε σε όλες τις ιερές πισίνες και λίμνες, επισκέφτηκε όλους τους ιερούς τόπους και δεν βρήκε κανέναν θεό πουθενά. Οι περισσότεροι θρησκευόμενοι άνθρωποι θα θεωρούσαν το γεγονός αυτό απελπισία και οι πιο φανατικοί βλασφημία, ενώ ουσιαστικά εκεί βρίσκεται το κλειδί της Ανεξαρτησίας. Στη Vedanta, το πιο λογικό πνευματικό δόγμα του Ινδουισμού, ο θεός δεν θέλει τίποτα από το ανθρώπινο ζώο, πέρα από το να πάψει να είναι ζώο. Δεν θέλει να τον βρούνε, δεν έχει νόμους που το ζώο θα ‘πρεπε να εκτελεί υπάκουα, ποτέ δεν κρίνει, τιμωρεί ή έχει προσδοκίες.

Η αλήθεια είναι ότι ο όποιος θεός (είτε υπάρχει, είτε όχι) έχει αφήσει το ανθρώπινο ζώο μόνο του, πριν από πολύ καιρό και αυτή δεν ήταν πράξη τιμωρίας ή εγκατάλειψης. Αυτή είναι μια ευκαιρία για το ανθρώπινο ζώο, να βρει την ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ του και την Πνευματικότητα του και μέσα από αυτήν να ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΙ κάτι απλό, αλλά ακόμη βαθιά παγιωμένο και δυσκολονόητο …

Ο κάθε «θεός» είναι μέσα του, είναι το ίδιο το ΠΝΕΥΜΑ καθεαυτό και γίνεται ΟΛΟΦΑΝΕΡΟ στις σκέψεις που κατακλύζουν το μυαλό του, στις λέξεις που χρησιμοποιεί και στις πράξεις του. Όμως το Πνεύμα δεν είναι ένα άδειο σκάφος, περιέχει κάθε δυαδικότητα, το καλό και το κακό, τη ζωή και το θάνατο, ελλιμενίζεται τον Εαυτό, τη μορφή της συνείδησης που μπορεί να αγκαλιάσει την ίδια την ύπαρξή του και να δημιουργήσει το δικό της όχημα που οδηγεί από την ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ στην Ελευθερία.

Εάν βυθιστούμε αρκετά βαθιά στο Πνεύμα, (μακριά κι έξω από κάθε δόγμα θρησκευτικό, επίσημο ή ανεπίσημο) αφήνοντας στην άκρη όλα τα αντικείμενα και τις δοξασίες που μας περικυκλώνουν κι αν βγάλουμε τη μάσκα του εαυτού (του εγώ) από τα μάτια μας, αν βάλουμε στο παρασκήνιο το εγώ μας και σταματήσουμε να κοιτάμε με το βλέμμα στην αγελάδας, τότε αρχίζουμε να Βλέπουμε ότι το Πνεύμα είναι αιώνιο και περιέχει το σπόρο του κάθε άλλου δημιουργημένου πράγματος. Ό,τι υπάρχει και αποτελεί την αποκαλούμενη πραγματικότητα, είναι μόνο μια αντανάκλαση του Πνεύματος και του Πνευματικού Ανθρώπου σαν φορέα του, όλα τα σύμπαντα συμπεριλαμβάνοντας κι αυτό το πολύτιμο που επιβιώνουμε, πέφτουν στις τρεις κατηγορίες:

1. Συνείδηση που αντανακλάται στα υλικά αντικείμενα και γεγονότα.
2. Συνείδηση που αντανακλάται σε περισσότερο αφηρημένα αντικείμενα και γεγονότα.
3. Συνείδηση που αντανακλάται πάνω στο ΕΙΝΑΙ.

Τα δέντρα, βουνά, σύννεφα και το ανθρώπινο ζώο στην σημερινή του κατάπτωση του ΕΓΩ, ανήκουν στην πρώτη κατηγορία. Το θαυμαστό, η φαντασία τα όνειρα, τα ιδανικά και οι φιλοδοξίες ανήκουν στη δεύτερη. Ο Εαυτός-Ατομον (στην κατάσταση του ΕΙΝΑΙ) ανήκει στη τρίτη. Η κάθε αιτία, το κάθε ιδανικό και πνευματικό κίνημα, οι πνευματικές διδασκαλίες έχουν να κάνουν με το ερώτημα: Ποιος είμαι; Οι φονταμενταλιστές και οι θρησκείες όλων των ειδών θέλουν να δώσουν απάντηση σε αυτή την ερώτηση, μια για πάντα και η κάθε μια ξεχωριστά έχουν την δήθεν «μοναδική απάντηση» την «μοναδική αλήθεια» και τσακώνονται αναμεταξύ τους ποιανού η αλήθεια είναι η καλύτερη, η ωραιότερη, η πιο τσαχπίνα !!!! Η παράνοια του ανθρώπινου ζώου σε όλο της το μεγαλείο !

Μπορεί να πετύχουν στο να δαμάσουν την αμφιβολία και την δειλία τους για λίγο, στην απίθανη περίπτωση που κάτσουν να σκεφτούν με το ΛΟΓΙΚΟ, ότι ο κάθε θεός δεν έχει να πει τίποτα. Πόσο σωστά είναι τα λόγια του Thomas Merton: «Η αναζήτηση του ιδανικού θεού είναι να φτάνεις σε ένα μέρος και να ανακαλύπτεις ότι αυτός, μόλις έχει φύγει από ‘κει». Έτσι πρέπει να είναι. Η ουσία της Ανθρώπινης Πνευματικής φύσης είναι να φτάνει πέρα από ό,τι ήδη ξέρει για τον εαυτό της και η ουσία είναι μακριά από κάθε θεό και κοντά στην Πνευματικότητα.

Αυτή τη στιγμή είμαστε αντιμέτωποι με την αναβράζουσα και λανθάνουσα σύγχυση από τις απαρχαιωμένες παρανοικές θρησκευτικές πεποιθήσεις και δοξασίες, που δίνουν αγώνα, για να αποδείξουν ότι δεν έχασαν την δύναμή τους στο ανθρώπινο ζωώδες κοπάδι που καθοδηγούν-ελέγχουν. Υπάρχει ένας φυσικός νόμος που λέει ότι «η φύση δεν αποδέχεται το κενό» άρα αυτό σημαίνει, πολύ λογικά, ότι κανένας δεν μπορεί να απελευθερωθεί από οποιαδήποτε δοξασία αν δεν γεμίσει το κενό που θα άφηνε η δοξασία πίσω του.

Ο κάθε θεός μπορεί να εξελιχθεί, έτσι ελπίζει κανείς, σε κάτι διαφορετικό από την αυθεντική μορφή του με άσπρα γένια, μοχθηρία και τάση για εκδίκηση. Στις μετριοπαθείς αιρέσεις αυτός ο μετασχηματισμός έγινε πριν από παρά πολύ καιρό. Αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε έναν πιο ευγενικό, πιο λεπτεπίλεπτο και λογικό θεό. Τα εκατομμύρια ανθρώπινα ζώα αισθάνονται υπερβολικά άδεια και φοβισμένα, θυμωμένα και απειλούμενα, απομονωμένα και αποσυνδεμένα, για να ξαναπιστέψουν σε μια καλή και ευγενική θεϊκή παρουσία. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται αποξένωση.

Τη διάγνωση αυτή έκανε ο Γιούγκ αλλά και όλοι οι άξιοι λόγου φιλόσοφοι, που υποδείκνυαν ότι η ανθρώπινη ψυχή (human psyche) υποφέρει τρομακτικά όταν είναι αποτραβηγμένη απότομα από την επαφή με τη Φύση, όταν οι παραδόσεις σταματάνε να είναι μία φλογερή φωλιά, όταν η εξάρθρωση και ο φόβος γίνονται καθημερινότητα. Σύμφωνα με γκάλοπ η αιτία που το 97% των Αμερικάνων ποτέ δεν είχαν αμφιβολία για την ύπαρξη του δικού τους θεού και η σιγουριά τους για την ύπαρξη του, δεν είναι η ακλόνητη πίστη τους.

Είναι ο φόβος από το εναλλακτικό, ο φόβος από τον φόβο, από το άγνωστο, ο φόβος από έναν κόσμο με τον οποίον θα κυβερνούσε το άγνωστο που θα έμενε πίσω από την εξαφάνιση του γνωστού θεού. Δηλ. ο ΦΟΒΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ είναι που κάνει τον κάθε θεό και τους επίσημους και μη αντιπρόσωπους του, να υπάρχουν, να διοικούν, να ελέγχουν και να καταδυναστεύουν το φοβισμένο, ανθρώπινο ζώο. Ό,τι και να πιστεύουν, όλοι πρέπει να γεμίσουν αυτό το κενό και το γεμίζουν με ανοησίες του ίδιου επιπέδου με τον κάθε θεό. Η Φύση δεν αποδέχεται το κενό και ή θα το γεμίσεις εσύ, ως Αιτία ή θα το γεμίσει κάποιος άλλος και θα σε κάνει Αποτέλεσμα του.

Η Νέα Ανθρώπινη Πνευματικότητα

Θα ήταν πράξη καλής θέλησης αν τα Θρησκευτικά Δικαιώματα μπορούσαν να αποδεχτούν ότι σε θέματα Πνευματικότητας είμαστε όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Θα ‘ταν μία ισότιμη πράξη καλοσύνης και θέλησης αν οι εχθροί των Θρησκευτικών Δικαιωμάτων έκαναν την ίδια παραχώρηση. Τότε η παρανοϊκά παράλογη θρησκευτικότητα θα υποχωρούσε και η θεϊκά ανώτερη Πνευματικότητα θα προχωρούσε μπροστά και σε οικουμενικό επίπεδο θα συνεχίζαμε την αναζήτηση του πώς να ενώσουμε κάθε πλάσμα ανθρώπινο με το Πνεύμα.

Είναι δυστυχώς αλήθεια ότι οι Ευαγγελιστές αυξάνονται, ακόμη και στα πιο παραδοσιακά και αγνά από την λαίλαπα της θρησκείας μέρη. Η Χώρα του Ισημερινού, που κάποτε ήταν φρούριο του ορθόδοξου καθολικισμού, υπολογίζεται ότι έχει πλέον πάνω από 25% Προτεστάντες, εξαιτίας των εισβολών και την χριστιανικής προπαγάνδας που έγιναν από τους προπαγανδιστές ιεραπόστολους των ΗΠΑ.

Όμως το μέλλον της Πνευματικότητας είναι στην Πνευματική Ανθρώπινη εξέλιξη και στην σύνδεση με το Πνεύμα που διαποτίζει και κυβερνά το Όλον. Το επόμενο βήμα εξέλιξης και ανάπτυξης είναι για τους πνευματικούς ανθρώπους που θα αρχίσουν να αφυπνίζονται, ο ένας μετά τον άλλον, αν και όταν τους το επιτρέψουν. Οι παρακάτω τάσεις θ’ αρχίσουν να διαμορφώνουν την πνευματική ζωή των ανθρώπων, που θ’ αποκοπούν από την παγ(ι)ωμένη πρακτική των οργανωμένων και δογματικών εκκλησιών, αν αποφασίσουν επιτέλους να πάρουν το εαυτό τους από την κατάσταση του ανθρώπινου ζώου και να τοποθετήσουν τον εαυτό τους στην Πνευματική Ανθρώπινη κατάσταση:

* Θα εξαφανιστεί η πίστη που είναι συνώνυμο της άγνοιας και οι άνθρωποι θα αρχίσουν να γνωρίζουν.
* Η Διαλογιστική – Στοχασμός θα γίνει το κυρίαρχο ρεύμα πνευματικότητας με νέα ανώτερη ολιστική μορφή, έξω και μακριά από τις οργανωμένες θρησκείες.
*Τα στοιχεία του «θαυμαστού» και του «παραφυσικού» θα αναγνωρίζονται όλο και πιο εκτεταμένα.
*Οι εναλλακτικές θεραπείας, σωματικές και ψυχολογικές, θα γίνουν κάτι συνηθισμένο.
* Η προσευχή θα εξαφανιστεί θα θεωρηθεί μη πραγματική και αναποτελεσματική.
* Η υλοποίηση της επιθυμίας και της θέλησης θα αναγνωριστεί ως ένα αληθινό φαινόμενο.
* Οι Άνθρωποι θα ξαναποκτήσουν την επαφή με την ψυχή τους.
* Οι άνθρωποι θα βρουν τις απαντήσεις στα πιο βαθιά τους πνευματικά ερωτήματα, εσωτερικά. Θα ανακαλύψουν ΜΟΝΟΙ τους, στις προσωπικές τους απαντήσεις και θα ζήσουν ανάλογα.
* Θα αναπτυχθούν καινούργιες πνευματικές και ταυτόχρονα ενεργητικές κοινότητες.
* Οι γκουρού, οι ιερείς και άλλες «πνευματικές αυθεντίες» θα χάσουν την δύναμη και την επιρροή τους.
* Η Φιλοσοφία θ’ αγκαλιάσει την Πνευματικότητα, έξω από το νεκρό δόγμα κάθε οργανωμένης θρησκείας.
* Η πίστη πλέον θα θεωρείται ως μια παράλογη αναχώρηση από τη λογική, την γνώση, την πνευματικότητα.
* Οι πόλεμοι θα ελαττώνονται σε τοπικές διενέξεις, ενώ η ειρήνη θα γίνεται όλο και περισσότερο μια κοινωνική πραγματικότητα.
* Η Φύση θα ξανακερδίσει τις ιερές της αξίες.

Πολλοί άνθρωποι ήδη ενσωματώνουν αυτές τις τάσεις και ιδέες μέσα στις ζωές τους. Συμμορφώνονται και ζουν σύμφωνα με τις Ανθρώπινες Αξίες της Νέας Πνευματικότητας γιατί αντιλαμβάνονται ότι αυτή η Νέα Πνευματικότητα τους προσφέρει –ψήγματα ακόμη- ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ και Δύναμης. Τα γεγονότα μπορεί να κρύβουν την εκτεταμένη επανάσταση των Νέων Πνευματικών αξιών, αλλά τα εξωτερικά γεγονότα πάντα ήταν ο φτωχός οδηγός για το τι συμβαίνει στο επίπεδο της ανθρώπινης ψυχής και τις επιταγές του Πνεύματος.

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

Μάρκος Αντώνιος

Ο Μάρκος Αντώνιος (Marcus Antonius, 14 Ιανουαρίου 83 π.Χ. – 1 Αυγούστου 30 π.Χ.) ήταν Ρωμαίος πολιτικός και στρατηγός, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά την μετατροπή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Ο Μάρκος Αντώνιος ήταν υποστηρικτής του Ιούλιου Καίσαρα και υπηρέτησε ως ένας από τους στρατηγούς του κατά την κατάκτηση της Γαλατίας και κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Διορίστηκε διοικητής της Ιταλίας ενώ ο Καίσαρας εξάλειψε τους πολιτικούς αντιπάλους του στην Ελλάδα, τη Βόρεια Αφρική και την Ισπανία. Με τη βοήθεια του Ιούλιου Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος έγινε ταμίας, δήμαρχος, ίππαρχος και έπειτα ύπατος, περίπου το 44 π.Χ..

Το 43 π.Χ. δημιούργησε τριανδρία, μαζί με τον Οκταβιανό και τον Λέπιδο, με σκοπό να τιμωρήσουν ενωμένοι τους δολοφόνους του Ιούλιου Καίσαρα. Αμέσως οι τρεις άντρες διέταξαν τις “προγραφές”, κατά τις οποίες εκατοντάδες Ρωμαίοι πολίτες, αντίθετοι με το καθεστώς, γράφτηκαν σε καταλόγους, συνελήφθησαν και θανατώθηκαν. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Κικέρωνας, σφοδρός πολέμιος του Μάρκου Αντώνιου.

Το 42 π.Χ. ο Αντώνιος, μαζί με τον Οκταβιανό, νίκησε στους Φιλίππους της Μακεδονίας τους δολοφόνους του Καίσαρα, τον Βρούτο και τον Κάσσιο. Μετά τη νίκη τους, τα τρία μέλη της Τριανδρίας μοιράστηκαν τις κτήσεις του ρωμαϊκού κράτους. Ο Αντώνιος έλαβε υπό τον έλεγχό του την Ανατολή.

Κατά την περίοδο που ετοίμαζε την εκστρατεία του εναντίον των Παρθών, ο Μάκρος Αντώνιος γνώρισε την Κλεοπάτρα, την οποία είχε αρχικά αποφασίσει να τιμωρήσει επειδή είχε συνταχθεί με το πλευρό του Βρούτου και του Κάσσιου. Ωστόσο, γοητευμένος από την βασίλισσα της Αιγύπτου, αποφάσισε να γίνει εραστής της. Η επιρροή της επάνω του ήταν τόση που σύντομα προκάλεσε την αντίδραση των πολιτών της Ρώμης. Εξαιτίας της, ο Αντώνιος ήλθε σε ρήξη με τη Σύγκλητο και τον ίδιο τον Οκταβιανό.

Όταν ο Μάρκος Αντώνιος προσέφερε ως δώρο στην Κλεοπάτρα εκτεταμένα εδάφη της Ασίας και ζήτησε διαζύγιο από τη νόμιμη σύζυγό του Οκταβία, αδελφή του Οκταβιανού, η Σύγκλητος και ο ρωμαϊκός λαός εξοργίστηκαν. Ο Οκταβιανός κήρυξε εναντίον του πόλεμο, ο οποίος κρίθηκε στο ακρωτήριο Άκτιο, στην είσοδο του Αμβρακικού κόλπου.

Ο Αντώνιος, νικημένος, επέστρεψε στην Αίγυπτο, όπου τον ακολούθησε ο νικητής Οκταβιανός. Βλέποντας τους άντρες του να στρέφονται τελικά με το μέρος του Οκταβιανού και να επιτίθενται στην Αλεξάνδρεια, ο Αντώνιος αποφάσισε να αυτοκτονήσει. Παρόμοια ήταν η κατάληξη και της τελευταίας συζύγου του, Κλεοπάτρας, με τον θάνατο της οποίας η Αίγυπτος έγινε τελικά επαρχία του ρωμαϊκού κράτους.

Η ζωή του Μάρκου Αντώνιου ήταν ταραχώδης και αυτό οδήγησε τον Πλούταρχο στην παράλληλη βιογράφησή του με τον Δημήτριο τον Πολιορκητή, καθώς και οι δύο, αν και σπουδαίοι στρατηγοί και πολιτικοί, καταστράφηκαν εξαιτίας του χαρακτήρα τους.

Καταγωγή
Ο Μάρκος Αντώνιος γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου του 83 π.Χ.. Καταγόταν από την οικογένεια των Αντωνίων, οι οποίοι θεωρούσαν τους εαυτούς τους απόγονους του Ηρακλή.

Πατέρας του ήταν ο Μάρκος Αντώνιος ο Κρητικός και παππούς του ο Μάρκος Αντώνιος ο Ρήτορας. Τον τελευταίο σκότωσε ο Γάιος Μάριος, όταν συντάχθηκε με την πλευρά του Σύλλα (87 π.Χ.). Μητέρα του ήταν η Ιουλία, η οποία ανήκε στο γένος των Ιουλίων Καισάρων και ήταν 3η εξαδέλφη του Ιουλίου Καίσαρα.

Όταν ο πατέρας του απεβίωσε, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Κορνήλιο Λέντλο, τον οποίο σκότωσε ο Κικέρωνας, λόγω της συμμετοχής του στην συνωμοσία του Κατιλίνα. Κατά τον Πλούταρχο, αυτή ήταν και η αρχή για το μίσος, που ένοιωθε ο Μάρκος Αντώνιος για τον Κικέρωνα, ο οποίος θα γίνει σύντομα πολιτικός του αντίπαλος και θα εκφωνήσει μια σειρά από διάσημους λόγους εναντίον του. Ο Αντώνιος μάλιστα, δεν θα διστάσει να παραδώσει για εκτέλεση ακόμη και τον αδελφό της μητέρας του, Λεύκιο Καίσαρα, με αντάλλαγμα τον θάνατο του Κικέρωνα.

Αδέλφια του Μάρκου Αντώνιου ήταν ο Γάιος Αντώνιος (Gaius Antonius) και ο Λεύκιος Αντώνιος (Lucius Antonius).

Τα πρώτα χρόνια
Τα νεανικά του χρόνια τα πέρασε ζώντας άσωτα. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι είχε καταφέρει να δημιουργήσει χρέος διακοσίων πενήντα ταλάντων και για τον λόγο αυτό ο πατέρας του τον έδιωξε από το σπίτι. Ανάμεσα στους φίλους του, εκείνη την εποχή, ήταν ο Κουρίωνας και ο δημαγωγός Κλώδιος, ο οποίος ήταν αντίπαλος του Κικέρωνα και τον είχε κατηγορήσει για την εκτέλεση του Λέντλου. Μετά τον θάνατό του Κλώδιου, ο Αντώνιος θα πάρει για σύζυγό του την χήρα του, Φουλβία.

Ο Αντώνιος έφυγε από την Ιταλία στην Ελλάδα, όπου περνούσε τον καιρό του με ασκήσεις σε στρατιωτικούς αγώνες και μελετώντας τη ρητορική τέχνη και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο ρητορείας που ονομαζόταν «Ασιανός», που ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής εκείνη την εποχή.

Το 57 π.Χ. συμμετείχε ως αρχηγός του ιππικού του στρατού του Ρωμαίου έπαρχου της Συρίας, Αύλου Γαβίνιου, κατά της εξέγερσης που οργάνωσε ο Αλέξανδρος Μακκαβαίος και υποστήριξε ο πατέρας του, πρώην βασιλιάς της Ιουδαίας, Αριστόβουλος Β’, εναντίον του αρχιερέα των Ιεροσολύμων (και θείου του Αλέξανδρου), Υρκανού του Β’. Ο Γαβίνιος και ο Αντώνιος κατάφεραν να νικήσουν τον στρατό των εξεγερμένων Ιουδαίων στα οχυρά του Αλεξάνδρειου (εκεί όπου, όπως αναφέρει ο Ιώσηπος για την γενναιότητά του, «…κατὰ ταύτην ἀριστεύει τὴν μάχην ὁ ἡγεμὼν Μᾶρκος Ἀντώνιος, πανταχοῦ μὲν γενναῖος ἀεὶ φανείς, οὐδαμοῦ δ᾽ οὕτως…») και του Μαχαιρούντα και να βοηθήσει τον Γαβίνιο να συλλάβουν, τελικά, τον Αλέξανδρο και τον πατέρα του Αριστόβουλο (56 π.Χ.).

Έπειτα, μετά από πρόταση του Πτολεμαίου, ο Γαβίνιος εισέβαλε στην Αίγυπτο. Ο Αντώνιος στάλθηκε με το ιππικό προς το Πηλούσιο, στο Δέλτα του Νείλου. Κατάφερε και κυρίευσε την πόλη και έκανε ασφαλές το πέρασμα του στρατού του Πτολεμαίου και του Γαβίνιου από εκεί. Μάλιστα, κατάφερε να πείσει τον Πτολεμαίο να μην τιμωρήσει τους κατοίκους της πόλης, πράξη η οποία – σε συνδυασμό με τις αποδεδειγμένες πολεμικές του ικανότητες – του προσέδωσε δόξα. Στη φήμη του συνέβαλαν και οι τιμές που έδειξε στον νεκρό Αρχέλαο, γιό του στρατηγού Αρχελάου Καππαδόκη.
Αντώνιος και Ιούλιος Καίσαρας

 Ο Κουρίωνας, ο οποίος μέσω του Κράσσου είχε αποκτήσει πρόσβαση στο περιβάλλον του Ιούλιου Καίσαρα, ήταν αυτός που οδήγησε τον Αντώνιο στον Ρωμαίο στρατηγό. Ο Καίσαρας, ενθουσιασμένος από τις στρατιωτικές ικανότητες του Μάρκου Αντώνιου, του παραχώρησε μια θέση μεταξύ του στρατού του, το 54 π.Χ. κατά την εκστρατεία εναντίον της Γαλατίας. Κατά την περίοδο αυτή οι δυο άνδρες ανέπτυξαν μια γερή φιλία.

Μέσω της επιρροής και των χρημάτων του Καίσαρα, ο Μάρκος Αντώνιος κατάφερε να γίνει, το 52 π.Χ. κοιαίστορας (ταμίας). Επέστρεψε στην Γαλατία, μετά την επανάσταση των Γαλατών υπό τον στρατηγό Βερκιγγετόριξ, και συμμετείχε ως επικεφαλής του ιππικού του Καίσαρα κατά την πολιορκία της Αλεσίας, όπου οι Ρωμαίοι κατάφεραν να νικήσουν τους εξεγερμένους και να υποτάξουν ολοκληρωτικά την περιοχή. Μετά την μάχη, ο Καίσαρας τον έχρισε λεγάτο, δίνοντας υπό την ηγεσία του δύο λεγεώνες.

Το 49 π.Χ. ο Μάρκος Αντώνιος κατάφερε να εκλεγεί δήμαρχος της Ρώμης (Tribunus plebis). Από την θέση του δημάρχου ο Αντώνιος βοήθησε να περάσουν πολλές θέσεις που ευνοούσαν τον Καίσαρα.

Στη συζήτηση της Συγκλήτου, το 49 π.Χ. σχετικά με τα στρατεύματα του Πομπήιου και του Καίσαρα, ο Αντώνιος διαφώνησε με τον Κάτωνα, αποχώρησε από την Ρώμη και ενώθηκε με τον Καίσαρα. Ο Καίσαρας, εκμεταλλευόμενος την αφορμή πως η Σύγκλητος εκδίωξε έναν δήμαρχο από τη Ρώμη, επιτέθηκε με τον στρατό του στην πρωτεύουσα.

Ο Κικέρων, στους Φιλιππικούς του, κατηγόρησε τον Αντώνιο για την στάση του, ως υπαίτιο του Εμφυλίου πολέμου. Ο Καίσαρας αποκατέστησε τον Αντώνιο στη θέση του δημάρχου και του ανέθεσε την διοίκηση της Ιταλίας και το στρατό. Ο χαρακτήρας του όμως έκανε πολλούς Ρωμαίους να τον μισήσουν.

Ο Αντώνιος βοήθησε τον Καίσαρα στις μάχες του στην Ελλάδα, και διακρίθηκε σε διάφορες περιπτώσεις, αποκτώντας μεγάλη φήμη ανάμεσα στους στρατιώτες. Στη Μάχη των Φαρσάλων, ο Αντώνιος ήταν επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας του στρατού του Καίσαρα. Μετά την νίκη του, ο Καίσαρας αναγορεύτηκε δικτάτορας και έχρησε τον Αντώνιο αρχηγό του ιππικού, που ήταν το δεύτερο στη σειρά αξίωμα μετά τον δικτάτορα.

Στη Ρώμη ο Αντώνιος αντιτάχθηκε στο δήμαρχο Δολαβέλλα, γιατί πίστεψε πως είχε ατιμάσει το γάμο του και γιατί ο Δολαβέλλας προσπάθησε να περάσει με τη βία νόμους για την παραγραφή των χρεών. Αποφάσισε να επιτεθεί στους άνδρες του, κάτι που τον έκανε ακόμα πιο μισητό σε πολλούς. Σε αυτό ευθυνόταν και η τρυφηλή ζωή του. Ο Καίσαρας όταν επέστρεψε, απάλλαξε τον Δολαβέλλα από τις κατηγορίες του Αντωνίου.

Ο Αντώνιος παντρεύτηκε την Φουλβία, χήρα του Κλώδιου, ενώ αγόρασε και την πρώην οικία του Πομπήιου. Όταν ο Καίσαρας έγινε για πέμπτη φορά ύπατος, διάλεξε για δεύτερο ύπατο τον Αντώνιο, ενώ στη θέση του αρχηγού του ιππικού τοποθέτησε τον Λέπιδο. Αν και ο Καίσαρας ήθελε να παραχωρήσει την εξουσία του στο Δολαβέλλα, ο Αντώνιος αντιτάχθηκε και τελικά ο Καίσαρας υπαναχώρησε.

Ο Καίσαρας, αν και αντιλαμβανόταν την περίεργη συμπεριφορά του Αντώνιου, τις περισσότερες φορές συγχωρούσε τα σφάλματά του. Κατά την Ρωμαϊκή “Εορτή των Λυκαίων” ή “Λουπερκάλια” (15 Φεβρουαρίου 44 π.Χ.), ο Αντώνιος προσπάθησε να στεφανώσει τον Καίσαρα με “βασιλικό διάδημα”, ένα στεφάνι από δάφνη. Ο Καίσαρας αρνήθηκε, γιατί ο βασιλιάς ήταν ένας τίτλος που δεν ανέχονταν οι πολίτες της Ρώμης, καθώς το θεωρούσαν κατάργηση της ελευθερίας τους. Ο Αντώνιος επέμενε, παρά τις αποδοκιμασίες του πλήθους. Ο Καίσαρας τότε πρότεινε τον λαιμό του και φώναξε πως όποιος θέλει μπορεί να τον σφάξει. Το στεφάνι κρεμάστηκε σε κάποιον από τους ανδριάντες του, αλλά όταν κάποιοι δήμαρχοι το απέσπασαν, ο Καίσαρας τους καθαίρεσε. Η χειρονομία αυτή του Αντώνιου έκανε μερικούς, που ήταν αφοσιωμένοι στο δημοκρατικό ιδεώδες, να υποπτευθούν και τον Καίσαρα, ενισχύοντας αυτούς που προγραμμάτιζαν τη δολοφονία του.

Ο Αντώνιος γνώριζε για το σχέδιο ενάντια στον Καίσαρα, αλλά ήταν ενάντια σε αυτό, αν και δεν μαρτύρησε τους συνωμότες. Για τον λόγο αυτό, είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν και αυτόν, μετά τη δολοφονία του Καίσαρα. Την ημέρα της δολοφονίας του Καίσαρα (15 Μαρτίου 44 π.Χ.), είχαν αναθέσει σε κάποιους να κρατήσουν τον Αντώνιο απασχολημένο έξω από τη Σύγκλητο. Μετά τη δολοφονία, ο Αντώνιος, ντυμένος υπηρέτης, κρύφτηκε αρχικά για να γλιτώσει. Αργότερα όμως αποφάσισε να προσεγγίσει τον Κάσσιο και τον Βρούτο, και, τελικά, ήταν αυτός (μαζί με τον Λέπιδο) που πρότεινε στη σύγκλητο να δοθεί αμνηστία στους συνωμότες , να τους διανεμηθούν επαρχίες, αλλά και να μην γίνει κάποια αλλαγή σε αυτά που είχαν αποφασιστεί από τον Καίσαρα. Η κίνησή του αυτή, έκανε τον Αντώνιο συμπαθή, καθώς θεωρήθηκε πως είχε δώσει τέλος στον εμφύλιο. Όμως, την στιγμή που η σορός του Καίσαρα μεταφερόταν για ταφή, εκφώνησε εγκώμιο για αυτόν στην Αγορά και εξέγειρε το λαό εναντίον των δολοφόνων, που ζήτησε την τιμωρία τους. Μάλιστα, οι πολίτες άναψαν εκεί φωτιά και έκαψαν το σώμα του Καίσαρα, και στη συνέχεια επιτέθηκαν στα σπίτια των δολοφόνων με αναμμένα ξύλα από την φωτιά. Ο Βρούτος και οι οπαδοί του αναγκάστηκαν να φύγουν από τη Ρώμη, και οι οπαδοί του Καίσαρα ενώθηκαν με τον Αντώνιο, ενώ και η χήρα του Καίσαρα, Καλπουρνία, του εμπιστεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Η Σύγκλητος, κατηγόρησε τον Αντώνιο ως υπεύθυνο για την καύση του σώματος στην Αγορά. Ο Αντώνιος συνέλαβε και διέταξε να σκοτώσουν τον Αμάτιο, που είχε παρουσιαστεί ως απόγονος του Γάιου Μάριου, και με την συμπαράσταση του λαού είχε κυνηγήσει τους δολοφόνους του Καίσαρα.

Ο Αντώνιος απέκτησε μεγάλη εξουσία, και είχε ως συνάρχοντες τους αδελφούς του, τον Γάιο ως στρατηγό και τον Λεύκιο ως δήμαρχο. Επίσης, έγινε κυβερνήτης της Μακεδονίας και έκανε τον Δολαβέλλα κυβερνήτη της Συρίας.

Β’ Τριανδρία
Οι πρώτες διαμάχες με τον Οκταβιανό
Ο Ιούλιος Καίσαρας είχε υιοθετήσει τον ανιψιό του, Γάιο Οκτάβιο Θουρίνο. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας δολοφονήθηκε, ο Γάιος Οκτάβιος βρισκόταν στην Ιλλυρία, εν αναμονή του πολέμου με τους Πάρθους. Μετά τον θάνατο του Καίσαρα, έγινε γνωστό πως αυτός ήταν ο νόμιμος διάδοχος του και επέστρεψε στην Ρώμη. Σύμφωνα με τον Αππιανό, ο Οκτάβιος όταν επέστρεψε στην Ιταλία, έμαθε για τη διαθήκη του Καίσαρα, άλλαξε το όνομά του σε Γάιος Ιούλιος Καίσαρ Οκταβιανός -ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Καίσαρα- και αποφάσισε να γίνει πολιτικός κληρονόμος του θείου του αλλά και των δύο τρίτων της προσωπικής του περιουσίας.

Ο Οκταβιανός απευθύνθηκε στον Αντώνιο, που τον αναγνώριζε ως πατρικό φίλο, ζητώντας να τηρήσει τη διαθήκη του Καίσαρα, που εκτός των άλλων όριζε και την καταβολή 75 δραχμών σε κάθε Ρωμαίο. Ο Αντώνιος αρχικά προσπάθησε να τον αποστρέψει από τις διεκδικήσεις του, ενώ αντιτάχθηκε στην απόφαση του να γίνει δήμαρχος και απείλησε να τον κλείσει στη φυλακή. Ο Οκταβιανός βρήκε ένα σύμμαχο στο πρόσωπο του Κικέρωνα. Ο Κικέρωνας, που είχε αποκτήσει τεράστια δύναμη ανάμεσα στο λαό, κατάφερε με τους λόγους του να στρέψει τη Σύγκλητο εναντίον του Αντωνίου. Στις 2 Σεπτεμβρίου του 44 π.Χ., εκφώνησε τον πρώτο από τους 14 περίφημους Φιλιππικούς του λόγους κατά του Αντωνίου, που ονομάστηκαν έτσι συγκρινόμενοι με αυτους του Δημοσθένη κατά του Φίλιππου της Μακεδονίας. Ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός προσπάθησαν ο καθένας να πάρει με το μέρος του τον στρατό. Ο Αντώνιος προσπάθησε να περάσει νόμους που θα του εξασφάλιζαν τη διοίκηση της Εντεύθεν των Άλπεων Γαλατίας. Εκεί όμως, ο Βρούτος Αλμπίνος αρνήθηκε να την παραδώσει, και ο Αντώνιος τον πολιόρκησε στη σημερινή Μοντένα, τον Οκτώβριο του 44 π.Χ.. Ο Κικέρωνας κατάφερε να πείσει τη Σύγκλητο, τον Ιανουάριο του 43 π.Χ., να ψηφίσει ότι ο Αντώνιος ήταν εχθρός του λαού, να στείλει τη ράβδο και όλα τα διακριτικά του στρατηγού στον Οκταβιανό και να στείλει τους ύπατους εκείνου του έτους, Πάνσα και Ίρτιο, να διώξουν τον Αντώνιο από την Ιταλία.

Η δημιουργία της Τριανδρίας
Ο Οκταβιανός, συμμετείχε μαζί με τους δύο ύπατους, στη νικηφόρα μάχη κατά του Αντωνίου στη Μυτίνη, τον Απρίλιο του 43 π.Χ., όπου ο Πάνσας και ο Ίρτιος σκοτώθηκαν. Ο Αντώνιος έφυγε και προσπάθησε να συναντήσει τον Λέπιδο, που ήταν φίλος του. Καθώς όμως δεν συνάντησε φιλική αντιμετώπιση από αυτόν, αποφάσισε να τον πολεμήσει. Μιλώντας στους στρατιώτες του Λέπιδου, κατάφερε να πείσει αρκετούς από αυτούς να μην του αντισταθούν. Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς, ντυμένοι εταίρες, έφτασαν κρυφά στο στρατόπεδο του Αντωνίου, και του πρότειναν να σκοτώσουν τον Λέπιδο. Ο Αντώνιος απαγόρευσε να γίνει κάτι τέτοιο, και ξεκίνησε την επίθεση, κυριεύοντας εύκολα το στρατόπεδο του Λέπιδου. Ο Αντώνιος συμπεριφέρθηκε με μεγάλες τιμές στον Λέπιδο, και δεν του αφαίρεσε τον τίτλο του στρατηγού αυτοκράτορα (αρχιστράτηγος). Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρθηκε και στον Μουνάτιο Πλάγκο. Έτσι, με μία δύναμη δεκαεπτά λεγεώνων πεζών και δέκα χιλιάδων ιππέων, διέσχισε τις Άλπεις προς την Ιταλία, ενώ άφησε και έξι λεγεώνες στη Γαλατία.

Ο Οκταβιανός, αφού αποκόπηκε από τον Κικέρωνα, όταν κατάλαβε πως ο τελευταίος ήταν αφοσιωμένος στην ελευθερία, αναζήτησε τον συμβιβασμό με τον Αντώνιο. Το Νοέμβριο του 43 π.Χ., ο Οκταβιανός, ο Λέπιδος και ο Αντώνιος συναντήθηκαν κοντά στη σημερινή Μπολόνια και αφού συζήτησαν για τρεις μέρες, αποφάσισαν να δημιουργήσουν μία Τριανδρία. Η εξουσία της τριανδρίας (Β’ Τριανδρία), που διήρκεσε πέντε χρόνια, υποστηριζόταν με νόμο, σε αντίθεση με την αντίστοιχη των Καίσαρα, Πομπηίου και Κράσσου (Α’ Τριανδρία), που ήταν ανεπίσημη. Το κύριο μέλημα της τριανδρίας ήταν ο διωγμός των δολοφόνων του Καίσαρα και των οπαδών τους. Οι τρεις άνδρες, αφού μοίρασαν την εξουσία ανάμεσά τους, κλήθηκαν να αποφασίσουν για αυτούς που θα θανατώνονταν, διατάζοντας “προγραφές”, γράφοντας δηλαδή σε καταλόγους τους αντιπάλους τους και διατάζοντας την σύλληψη και την θανάτωσή τους. Οι προγραφές αυτές περιλάμβαναν και άτομα προσκείμενα στα ίδια τα μέλη της Τριανδρίας. Έτσι, ο Οκταβιανός παρέδωσε τον Κικέρωνα στον Αντώνιο, με αντάλλαγμα τον Λεύκιο Καίσαρα, αδελφό της μητέρας του Αντωνίου, Ιουλίας. Επίσης, σκότωσαν τον αδελφό του Λέπιδου, Παύλο.

Οι στρατιώτες ζητούσαν, για να επιβεβαιωθεί η συμφωνία, ο Οκταβιανός να πάρει για σύζυγο του την Κλωδία Πούλχρα, κόρη της συζύγου του Αντωνίου, Φουλβίας, από τον πρώτο της γάμο με τον Πούμπλιο Κλώδιο Πούλχερ (ο Αντώνιος ήταν ο τρίτος σύζυγός της). Οι δύο άνδρες συμφώνησαν, αλλά ακολούθησαν νέες προγραφές και θανατώθηκαν και άλλοι 300 άνδρες.

Ο Πλούταρχος αναφέρει πως όταν θανατώθηκε ο Κικέρωνας, ο Αντώνιος διέταξε να κοπεί το κεφάλι και το δεξί του χέρι, με το οποίο έγραψε τους λόγους του, και αφού του τα έφεραν να τα δει, διέταξε να τοποθετηθούν στο βήμα στην Αγορά. Αντίθετα με τον Κικέρωνα, ο Λεύκιος Καίσαρ κατέφυγε στην αδελφή του, την Ιουλία, η οποία δεν άφησε να τον συλλάβουν και του έσωσε τη ζωή.

Συνολικά, 300 συγκλητικοί και 2000 ιππείς κηρύχθηκαν εκτός νόμου, έχασαν τις περιουσίες τους και, όσοι δεν κατάφεραν να διαφύγουν, θανατώθηκαν. Τα περιουσιακά τους στοιχεία τα δέσμευσαν οι τρεις σύμμαχοι, και με αυτά σκόπευαν να πληρώσουν τους στρατιώτες για τον πόλεμο εναντίον του Βρούτου και του Κάσσιου. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, που σήμερα ονομάζεται «Ρωμαϊκή Επανάσταση», ήταν η εκκαθάριση της παλαιάς τάξης και η προετοιμασία για την ανάδειξη του νέου πολιτεύματος με τον Οκταβιανό, της Αυτοκρατορίας.

Η τριανδρία ήταν μισητή στους Ρωμαίους πολίτες και κύριος υπεύθυνος για αυτό θεωρούταν ο Αντώνιος, που ήταν μεγαλύτερος από τον Οκταβιανό και ισχυρότερος από τον Λέπιδο. Σε αυτό συντελούσε, για μία ακόμα φορά, ο τρόπος ζωής του. Οι Ρωμαίοι θλίβονταν, κυρίως, βλέποντάς τον να κατοικεί στο σπίτι του Πομπηίου του Μεγάλου, που ήταν ένας συνετός και δημοκρατικός άνδρας, ενώ ο Αντώνιος το χρησιμοποιούσε για τα διάφορα γλέντια του, διώχνοντας με προσβλητικό τρόπο από αυτό τους διάφορους πρέσβεις, ηγεμόνες και στρατηγούς που ήθελαν να τον συναντήσουν. Επιπλέον, πουλούσαν τις περιουσίες αυτών που σκότωναν και τους συκοφαντούσαν αυτούς και τις οικογένειές τους. Κατηγορήθηκαν επίσης πως έκλεψαν τα χρήματα από τις Εστιάδες Παρθένες.

Οι μάχες στους Φιλίππους
Ο Μάρκος Αντώνιος και ο Οκταβιανός, ξεκίνησαν για τη Μακεδονία, ενάντια στους Κάσσιο και Βρούτο. Ο στρατός τους αποτελούταν από 19 λεγεώνες πεζικό, σχεδόν πλήρης, καθώς και από 13.000 ιππείς με τον Οκταβιανό και 20.000 με τον Αντώνιο. Ο Λέπιδος έμεινε πίσω στη Ρώμη.
Στρατοπέδευσαν κοντά στους εχθρούς τους. Η μάχη δόθηκε στην περιοχή των Φιλίππων (κοντά στη σημερινή Καβάλα, που τότε ονομαζόταν Νεάπολη και ήταν το επίνειο των Φιλίππων). Στη μάχη τις 3 Οκτωβρίου του 42 π.Χ., ο Αντώνιος παρατάχθηκε αρχικά απέναντι στον Κάσσιο, ενώ ο Οκταβιανός απέναντι στο Βρούτο. Ο Οκταβιανός ηττήθηκε αρχικά κατά κράτος από τον Βρούτο, χάνοντας το στρατόπεδό του και δραπετεύοντας την τελευταία στιγμή. Αντίθετα, ο Αντώνιος νίκησε τον Κάσσιο. Ο δε Κάσσιος, πιστεύοντας ότι ο Βρούτος είχε ηττηθεί, διέταξε έναν από τους πιστούς του απελεύθερους, τον Πίνδαρο, να τον σκοτώσει.

Λίγες μέρες αργότερα, στις 23 Οκτωβρίου, ο Οκταβιανός και ο Αντώνιος παρατάχθηκαν για δεύτερη φορά απέναντι στο Βρούτο. Αυτή τη φορά, ο Αντώνιος και ο Οκταβιανός νίκησαν τον Βρούτο, ο οποίος αυτοκτόνησε.

Ο Αντώνιος πήρε τη δόξα για τη νίκη αυτή, καθώς ο Οκταβιανός ήταν άρρωστος. Κατά τη διάρκεια των “προγραφών”, ο Βρούτος, για να εκδικηθεί για το θάνατο του Κικέρωνα, είχε σκοτώσει τον αδελφό του Μάρκου Αντώνιου, τον Γάιο Αντώνιο. Όταν ο Αντώνιος ανακάλυψε το σώμα του νεκρού Βρούτου, είπε ότι περισσότερο υπεύθυνος για τον θάνατο του αδελφού του ήταν ο Ορτήσιος. Διέταξε τότε να σφάξουν τον Ορτήσιο πάνω από τον τάφο του αδελφού του. Αντίθετα, έριξε τον μανδύα του πάνω στο νεκρό Βρούτο και διέταξε κάποιον από τους απελεύθερους του Βρούτου να φροντίσει για την ταφή, πληρώνοντας αυτός τα έξοδα. Αργότερα, μαθαίνοντας ότι αυτός πήρε τον μανδύα και κάποια από τα λεφτά για τον εαυτό του, τον σκότωσε.

Ο Μάρκος Αντώνιος επωφελήθηκε από την σύγκρουση αυτή για να μειώσει τον Οκταβιανό, που τον κατηγόρησε για δειλία και γιατί παρέδωσε τη διοίκηση του στρατού του στον Μάρκο Βιψάνιο Αγρίππα.

Αρχικά, ο Αντώνιος κατέβηκε νότια στην Ελλάδα, με σκοπό να μαζέψει χρήματα για τους στρατιώτες από τις ανατολικές επαρχίες, ενώ ο Οκταβιανός γύρισε στη Ρώμη. Στους Έλληνες φέρθηκε φιλικά και συμμετείχε σε αγώνες και τελετές μυήσεων και τους έκανε πολλά δώρα, και ιδιαίτερα στην πόλη των Αθηνών. Επίσης υποσχέθηκε να ολοκληρώσει τον ναό του Πυθίου Απόλλωνα στους Δελφούς.

Έπειτα άφησε τον Λεύκιο Κηνσωρίνο στην Ελλάδα και προχώρησε προς την Ασία. Εκεί περνούσε την ώρα του διασκεδάζοντας, εισπράττοντας τους φόρους των περιοχών.

Η γνωριμία με την Κλεοπάτρα
Ο Αντώνιος ετοιμαζόταν για πόλεμο με τους Πάρθους. Κάλεσε την Κλεοπάτρα να λογοδοτήσει για την κατηγορία πως έδωσε χρήματα στoν Κάσσιο και γιατί δεν τους είχε βοηθήσει στη μάχη των Φιλίππων. Η συνάντηση θα γινόταν στην Κιλικία. Ο απεσταλμένος του Δέλλιος, προβλέποντας ότι ο Αντώνιος θα εντυπωσιαζόταν από την Κλεοπάτρα και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να την τιμωρήσει, την συμβούλευσε να μην φοβάται και να παρουσιαστεί στον Αντώνιο. Μεταβαίνοντας στην Κιλικία η Κλεοπάτρα, μέσα από τον ποταμό Κύδνο, τον Οκτώβριο του 41 π.Χ., παριστάνοντας μία νέα Αφροδίτη, με ακολουθία από Ερωτιδείς, Νηρηίδες και Χάριτες, κατάφερε να εκπλήξει τον Αντώνιο που την έκανε αμέσως ερωμένη του. Η Κλεοπάτρα δικαιολογήθηκε πως ήταν έτοιμη να βοηθήσει τον Αντώνιο και τον Οκταβιανό, εξεστράτευσε η ίδια, αλλά συνάντησε καταστροφικό καιρό και κατόπιν ασθένησε βαριά. Την εξήγηση αυτή, την αποδέχθηκε ο Αντώνιος. Στη συνέχεια μετέβησαν στην Αλεξάνδρεια.

Την περίοδο εκείνη, που ο Αντώνιος βρισκόταν με την Κλεοπάτρα στην Αλεξάνδρεια, ξοδεύοντας τεράστια ποσά σε δείπνα και λοιπές γιορτές, στη Ρώμη η γυναίκα του Φουλβία και ο αδελφός του Λεύκιος αντιμετώπιζαν τον Οκταβιανό, ενώ ο στρατός των Πάρθων βρισκόταν στη Μεσοποταμία, αναγορεύοντας αυτοκράτορα τον Ρωμαίο αποστάτη Λαβιηνό και προετοιμάζοντας εισβολή στη Συρία.

Ο Αντώνιος δεν δίστασε να ικανοποιήσει διάφορες επιθυμίες της Κλεοπάτρας. Έτσι σκότωσε την αδελφή της Αρσινόη, έναν άνδρα που η ίδια υποστήριζε πως ήταν ο αδελφός της Πτολεμαίος ΙΓ’ και ακόμα τον διοικητή της Κύπρου,ως σύμμαχο του Κάσσιου.

Ο Αντώνιος πέρασε το χειμώνα του 41 – 40 π.Χ. στην Αίγυπτο. Την άνοιξη του 40 π.Χ., έμαθε τα νέα από τη Ρώμη, για την ήττα της Φουλβίας και αναγκάστηκε να επιστρέψει πίσω. Η Φουλβία όμως πέθανε μετά από λίγες μέρες στη Σικυώνα και ο Αντώνιος φτάνοντας στην Ιταλία συμφιλιώθηκε με τον Οκταβιανό. Με τον Οκταβιανό χώρισαν το κράτος, έχοντας ως σύνορο το Ιόνιο, το φθινόπωρο του 40 π.Χ., με τη Συνθήκη του Βρινδησίου. Ο Αντώνιος πήρε την ανατολική περιοχή και ο Οκταβιανός τη δυτική. Ο Λέπιδος κράτησε τη Λιβύη. Τότε, έλαβε για νέα του σύζυγο την αδελφή του Οκταβιανού, την Οκταβία (Σεπτέμβριος του 40 π.Χ.), που ήταν χήρα του Γάιου Μάρκελλου, και θεωρούσαν πως είχε μεγάλη ομορφιά αλλά και σύνεση, κάτι που θα βοηθούσε και τον Αντώνιο.

Οι εκστρατείες στην Παρθία
Αφού βοήθησε στους διακανονισμούς με τον Σέξτο Πομπήιο, γιου του Πομπηίου του Μεγάλου, το 39 π.Χ. με τη Συμφωνία του Μισένου, αποφάσισε να στείλει τον Βεντίδιο στην Ασία, για να αντιμετωπίσει τους Πάρθους. Ο ίδιος μαζί με την Οκταβία, που είχε ήδη γεννήσει μία κόρη από τον Αντώνιο, έφυγαν από την Ιταλία για την Αθήνα. Εκεί έμαθε ότι ο Βεντίδιος είχε νικήσει τους Πάρθους, είχε σκοτώσει τον Λαβιηνό και είχε αιχμαλωτίσει τον Φρανιπάτη, τον πιο ικανό στρατηγό του βασιλιά Ορώδη.Ο Αντώνιος αποφάσισε να πάει στον πόλεμο. Ο γιος του βασιλιά Ορώδη, Πάκορος επιτέθηκε στη Συρία, όμως ο Βεντίδιος τον αντιμετώπισε με επιτυχία και τον σκότωσε. Στη συνέχεια πολιόρκησε τον Αντίοχο της Κομμαγήνης και όταν ζήτησε να του παραδοθεί, του πρότεινε να μιλήσει στον Αντώνιο, που πλησίαζε. Ο Αντώνιος όμως δεν άφησε τον Βιντίδιο να υποχωρήσει και συνέχισε αυτός την πολιορκία. Οι πολιορκημένοι όμως αντιστάθηκαν γενναία και ο Αντώνιος αναγκάστηκε να υπογράψει ειρήνη για να απεμπλακεί, και να επιστρέψει στην Αθήνα. Και διάφοροι άλλοι στρατηγοί του επέτυχαν διάφορες νίκες στην Ανατολή, κάνοντας το όνομα του Αντωνίου γνωστό σε αυτές τις περιοχές.

Ο Αντώνιος συνάντησε τον Οκταβιανό στο λιμάνι του Τάραντα το 37 π.Χ.. Με την μεσολάβηση της Οκταβίας, οι δύο τους αποφάσισαν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον. Ο Αντώνιος θα έστελνε 120 πλοία για τη μάχη κατά του Πομπηίου, που δεν είχε τηρήσει τη συμφωνία του Μισένου, ενώ ο ίδιος θα λάμβανε 20.000 λεγεωνάριους για τον πόλεμο κατά της Παρθίας. Αυτό έφερε και την ανανέωση της Τριανδρίας για άλλα 5 χρόνια. Επίσης συμφώνησαν η Οκταβία, που ήταν έγκυος στη δεύτερη της κόρη της από τον Αντώνιο, να παραμείνει στην Ιταλία μαζί με τον Οκταβιανό και τα παιδιά της Φουλβίας. Η συμφωνία όμως δεν τηρήθηκε τελικά, αφού ο Οκταβιανός έστειλε πολύ λιγότερο στρατό (2.000 άνδρες), κάτι για το οποίο ο Αντώνιος θα τον κατηγορούσε στη συνέχεια.

Ο Αντώνιος πηγαίνοντας στη Συρία, ενώθηκε ξανά με την Κλεοπάτρα. Αναγνώρισε τα δίδυμα παιδιά που είχε αποκτήσει με αυτή, τον Αλέξανδρο Ήλιο και την Κλεοπάτρα Σελήνη, ενώ απέκτησαν και ένα τρίτο. Επίσης, ζήτησε οικονομική στήριξη από αυτή για τον πόλεμο. Χάρισε στην Κλεοπάτρα τη Φοινίκη, την Κοίλη Συρία, την Κύπρο και ένα μέρος της Κιλικίας. Επίσης, ένα μέρος από την περιοχή των Ιουδαίων και από την Αραβία όση επεκτείνεται στην εξωτερική θάλασσα. Όλα αυτά προκάλεσαν, για άλλη μία φορά, την αγανάκτηση στους Ρωμαίους. Ο Αντώνιος δεν δίστασε να σκοτώσει τον βασιλιά Αντίγονο τον Ιουδαίο και να τοποθετήσει στη θέση του ένα δικό του σύμμαχο, τον Ηρώδη.

Όταν ο Φραάτης σκότωσε τον πατέρα του Ορώδη και ανέλαβε βασιλιάς των Πάρθων, ένας από τους επιφανείς άνδρες των Παρθών που δραπέτευσε ήταν ο Μοναίσης. Αυτός πήγε στον Αντώνιο, που του χάρισε τις πόλεις Λάρισα, Αρεθούσα, και την Ιεράπολη (Βαμβύκη). Ο Φραάτης προσέφερε ειρήνη στο Μοναίση και ο Αντώνιος προσπάθησε να εξαπατήσει, μέσα από αυτόν, τον βασιλιά των Πάρθων. Μέσα από την Αρμενία και την Αραβία, έφτασε εκεί που ήταν συγκεντρωμένος ο στρατός του έτοιμος να επιτεθεί στους Πάρθους. Αν και οι δυνάμεις ήταν πολυάριθμες και πανίσχυρες, η βιασύνη του Αντωνίου να ξεκινήσει τον πόλεμο αποδείχθηκε καταστροφική. Ο Αντώνιος οδήγησε τον στρατό του προς την πόλη Ατροπατηνή που προσπάθησε να καταλάβει, χωρίς όμως να κάνει κάποια ενδιάμεση στάση για να περάσει το χειμώνα και να ξεκουράσει τους στρατιώτες από την πορεία τους. Επιπλέον, είχε αφήσει πίσω τις πολιορκητικές μηχανές, πράγμα που αποδείχθηκε τεράστιο λάθος. Ο Φραάτης επιτέθηκε στις μηχανές και τις κατέστρεψε. Οι Αρμένιοι, απελπισμένοι με τους Ρωμαίους, τους εγκατέλειψαν, ενώ ο Φραάτης κινήθηκε ενάντια στον Αντώνιο, και τον απέκλεισε. Τελικά ο Αντώνιος πείστηκε πως δεν είχε καμία πιθανότητα να νικήσει τους Πάρθους – αλλά και την πείνα και τον χειμώνα – και αναγκάστηκε να αποχωρήσει.

Μετά από μία μεγάλη και εξαντλητική πορεία, με συνεχείς επιθέσεις των Πάρθων και τεράστιες απώλειες, αλλά και διάφορες σπουδαίες νίκες εναντίον τους, χάνοντας όμως το ένα τέταρτο του στρατού του έφτασε σε μια περιοχή (Λευκό Χωριό) κοντά στη Βηρυτό και τη Σιδώνα, όπου και συνάντησε ξανά την Κλεοπάτρα.Ο βασιλιάς των Μήδων, Μήδος, μάλωσε με τον Φραάτη και αποφάσισε να ενωθεί με τον Αντώνιο. Η Οκταβία πήγε στην Αθήνα για να βρει τον Αντώνιο και να του παραδώσει τους 2.000 στρατιώτες που του έστελνε ο Οκταβιανός. Ο Αντώνιος την ενημέρωσε με επιστολές για την εκστρατεία του, της ζήτησε να μείνει εκεί και να τον περιμένει, και να του στείλει τους στρατιώτες και προμήθειες. Η Κλεοπάτρα κατάλαβε πως η Οκταβία είχε ως σκοπό να την ανταγωνιστεί και να κάνει τον Αντώνιο να επιστρέψει σε αυτήν. Τελικά, κατάφερε να πείσει τον Αντώνιο να αναβάλει την συνάντηση με τους Μήδους και να επιστρέψουν στην Αλεξάνδρεια. Για να διατηρήσει τις φιλικές σχέσεις με τον Μήδο, ο Αντώνιος πάντρεψε έναν από τους γιούς της Κλεοπάτρας με την κόρη του βασιλιά των Μήδων.

Ο πόλεμος εναντίον του Οκταβιανού
Πίσω στη Ρώμη, ο Οκταβιανός, εκτοπίζοντας τον Λέπιδο και καταλαμβάνοντας την Σικελία από τον Πομπήιο, είχε πια την απόλυτη εξουσία. Η Οκταβία επέστρεψε στη Ρώμη, θεωρώντας μεν ότι ο Αντώνιος της φέρθηκε περιφρονητικά, μη θέλοντας όμως να γίνει αιτία για να ξεκινήσει κάποια διαμάχη ανάμεσα στον Αντώνιο και τον αδελφό της. Για τον λόγο αυτό, συνέχισε να συμπεριφέρεται σαν να βρισκόταν ο Αντώνιος δίπλα της. Αυτό όμως είχε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που περίμενε, καθώς οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να ανεχτούν τον τρόπο με τον οποίο της φερόταν ο Αντώνιος.

Σε εκστρατεία του στην Αρμενία για να τιμωρήσει τον Αρταουάσδη, βασιλιά των Αρμενίων που τον εγκατέλειψε στη μάχη με τους Πάρθους, ο Αντώνιος, αφού νίκησε και πήρε αιχμάλωτο τον Αρταουάσδη, τον παρουσίασε σε θρίαμβο στην Αλεξάνδρεια μπροστά από την Κλεοπάτρα. Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με τη Ρωμαϊκή παράδοση που ήθελε όλους τους θριάμβους να γίνονται στην Ιερά Οδό στη Ρώμη. Έπειτα ανακήρυξε την Κλεοπάτρα «Βασίλισσα των Βασιλέων», βασίλισσα της Αιγύπτου, της Κύπρου, της Λιβύης και της Κοίλης Συρίας, με συμβασιλέα («Βασιλεύς των Βασιλέων»), τον γιό της Καισαρίωνα, ως νόμιμο διάδοχο του Ιουλίου Καίσαρα. Ανακήρυξε τους γιούς του από την Κλεοπάτρα, το μεν Αλέξανδρο Ήλιο «Μέγαν Βασιλέα» της Αρμενίας και όλων των ανατολικών επαρχιών των εδαφών του Αλεξάνδρου του Μεγάλου μέχρι την Ινδία (όταν θα τα κατακτούσε), τον δε Πτολεμαίο Φιλάδελφο βασιλιά της Συρίας και της Μικράς Ασίας. Η Κλεοπάτρα Σελήνη ανακηρύχτηκε βασίλισσα της Κυρηναϊκής. Η δε Κλεοπάτρα, κυκλοφορούσε ντυμένη ως αρχαία Αιγύπτια θεά και την αποκαλούσαν “Νέα Ίσιδα”. Ο Αντώνιος αποκαλούσε τον εαυτό του “Νέο Διόνυσο”.

Όλα αυτά ήταν αρκετά στον Οκταβιανό για να κατηγορήσει τον Αντώνιο στη Σύγκλητο 33 π.Χ., ότι ήθελε να κάνει κέντρο του κράτους την Αλεξάνδρεια.

Η Ρώμη χωρίστηκε στα δύο. Κάποιοι εγκατέλειψαν τον Αντώνιο και στράφηκαν στον Οκταβιανό το φθινόπωρο του 32 π.Χ.. Οι Μουνάτιος Πλάνκος και ο Μάρκος Τίτιος, που ήταν αρχικά με τον Αντώνιο, έδωσαν στη Σύγκλητο τις αποδείξεις σχετικά με την αλήθεια των ισχυρισμών του Οκταβιανού. Ο Οκταβιανός, μπαίνοντας με τη βία στο ιερό των Εστιάδων Παρθένων, απέσπασε από αυτές τη μυστική διαθήκη του Αντωνίου, η οποία έδινε όλες τις κυριευμένες από τη Ρώμη περιοχές στους γιους του και προέβλεπε την ανέγερση ενός ταφικού μνημείου στην Αλεξάνδρεια για εκείνον και την Κλεοπάτρα. Στα τέλη του 32 π.Χ. η Σύγκλητος επισήμως αφαίρεσε από τον Αντώνιο τα αξιώματά του και κήρυξε τον πόλεμο κατά της Αιγύπτου.

Ο Αντώνιος είχε μάθει από πριν για τις κινήσεις του Οκταβιανού, είχε ήδη αρχίσει να ετοιμάζεται για πόλεμο, πριν ακόμα βγει η απόφαση εναντίον του. Αν και ζήτησε από την Κλεοπάτρα να μην παρέμβει και να μείνει στην Αίγυπτο, εκείνη αρνήθηκε και επέμενε να τον ακολουθήσει. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που ο Πλάνκος και ο Τίτος εγκατέλειψαν τον Αντώνιο. Αφού συγκέντρωσε στρατό από όλες τις ανατολικές επαρχίες, προχώρησε προς την Ελλάδα. Αλλά έκανε πάλι λάθος και αντί να επιτεθεί αμέσως στη Ρώμη προτίμησε να καθυστερήσει, διασκεδάζοντας με την Κλεοπάτρα. Το χειμώνα του 33 – 32 π.Χ. τον πέρασε στην Έφεσο, όπου ήταν συγκεντρωμένος ο στρατός. Στη συνέχεια προχώρησαν στη Σάμο και μετά στην Αθήνα, απ’ όπου έστειλε στην Ιταλία να ανακοινώσουν πως έπαιρνε διαζύγιο από την Οκταβία και να την διώξουν από το σπίτι του. Η Οκταβία έφυγε, παίρνοντας μαζί της και τα παιδιά του Αντώνιου από την Φουλβία, εκτός από τον Μάρκο Αντώνιο Αντύλλο, που ήταν μαζί με τον πατέρα του. Τότε ήταν που ο Οκταβιανός διάβασε τη διαθήκη του Αντωνίου στη Σύγκλητο.

Η ναυμαχία στο Άκτιο
Ο Αντώνιος, αν και είχε πιο πολλές πιθανότητες να νικήσει στην ξηρά, αποφάσισε, παρασυρμένος από το περιβάλλον της Κλεοπάτρας, να πολεμήσει στην θάλασσα. Είχε, αρχικά, κοντά στα 500 πλοία, και ανάμεσα σε αυτά και τη ναυαρχίδα του πτολεμαϊκού στόλου “Αντωνιάς”, αλλά τα περισσότερα από αυτά ήταν με ελάχιστο πλήρωμα, μεγάλα, πλούσια στολισμένα και δυσκίνητα. Αντίθετα με αυτόν, ο στόλος του Οκταβιανού, ήταν τέλεια επανδρωμένος, με πλοία μικρά και ευέλικτα.

Αρχικά, ο Οκταβιανός κάλεσε τον Αντώνιο να έρθει με τον στόλο του στον Τάραντα και το Βρινδήσιο, προσφέροντάς του αγκυροβόλιο και χρόνο για να οργανωθεί. Ο Αντώνιος απέρριψε την πρόκληση, και προκάλεσε με την σειρά του τον Οκταβιανό σε μονομαχία, ή, αν ήθελε, να παραταχθούν στα Φάρσαλα, όπως παλιότερα ο Καίσαρας με τον Πομπήιο. Ο Οκταβιανός πέτυχε μια πρώτη νίκη στις αρχές του 31 π.Χ., όταν ο Αγρίππας κατάφερε επιτυχώς να διασχίσει με τον στόλο τους την Αδριατική. Πέρασε το Ιόνιο και έφτασε σε μια περιοχή που λεγόταν Τορύνη. Ο Αντώνιος φοβούμενος μία επίθεση συγκέντρωσε τα πλοία του κοντά στο Άκτιο. Διάφοροι από την πλευρά του, όπως ο Δομίτιος και οι βασιλείς Αμύντας και Δηιόταρος, έφυγαν από αυτόν και πήγαν με τον Οκταβιανό, αυξάνοντας ακόμα περισσότερο τη δύναμη του τελευταίου. Αν και ο αρχηγός του πεζικού του, Κανίδιος, του πρότεινε να αποχωρήσουν και να δώσουν αργότερα μάχη στη στεριά, όταν θα είχε και τη βοήθεια των Γετών, η Κλεοπάτρα διαφώνησε. Αλλά τα πλοία της είχαν διαταχθεί έτσι που να είναι έτοιμα για φυγή μάλλον παρά για μάχη.

Η ναυμαχία ξεκίνησε στις 2 Σεπτεμβρίου του 31 π.Χ.. Ο Αντώνιος είχε κάψει τα περισσότερα Αιγυπτιακά πλοία, αφήνοντας μόνο 60, εξοπλίζοντας τα πιο καλά και μεγάλα. Ο Αντώνιος είχε το δεξί κέρας, ο Ποπλικόλας και ο Κλοίος το αριστερό και στο κέντρο οι Μάρκος Οκτάβιος και Μάρκος Ινστήιος. Ο Οκταβιανός παρέταξε τον Αγρίππα αριστερά και αυτός κράτησε το δεξί κέρας. Στο πεζικό ο Κανίδιος ήταν αρχηγός από την πλευρά του Αντώνιου και ο Ταύρος από την πλευρά του Οκταβιανου. Η έναρξη της ναυμαχίας καθυστέρησε λόγω άπνοιας. Όταν η ναυμαχία άρχισε, δεν έγινε ό,τι συνήθως μέχρι τότε, δηλαδή εμβολισμός του αντίπαλου πλοίου, γιατί τα μεν πλοία του Αντώνιου ήταν τεράστια και δεν μπορούσαν να κινηθούν εύκολα, τα δε πλοία του Οκταβιανού δεν είχαν την δύναμη να προκαλέσουν ζημιές σε αυτά του Αντωνίου. Έτσι, τα πλοία του Οκταβιανού προσέγγιζαν αυτά του Αντωνίου και η μάχη γινόταν μεταξύ των πληρωμάτων, σώμα με σώμα και με καταπέλτες που υπήρχαν στα πλοία του Αντωνίου. Ενώ η μάχη ήταν αμφίβολη, τα πλοία της Κλεοπάτρας, ξαφνικά, σήκωσαν πανιά και απομακρύνθηκαν προς την Πελοπόννησο. Μετά από λίγο, ο Αντώνιος ακολούθησε και αυτός την Κλεοπάτρα. Κάποια από τα πλοία του Οκταβιανού τον ακολούθησαν, αλλά μόλις οι Αιγύπτιοι τους επιτέθηκαν, οπισθοχώρησαν όλα, εκτός από αυτό του Ευρυκλή, που κατάφερε να εμβολίσει τη μία από τις δύο ναυαρχίδες των Αιγυπτίων, αλλά όχι αυτή στην οποία βρισκόταν ο Αντώνιος και η Κλεοπάτρα. Στη συνέχεια, αφού κατέφυγαν στο Ταίναρο, ο Αντώνιος ειδοποίησε τον Κανίδιο να υποχωρήσει προς την Ασία. Έπειτα επέστρεψαν στην Αφρική.
Στο Άκτιο ο στόλος του Αντώνιου συνέχισε να αντιστέκεται και τελικά όταν είχε πια υποστεί μεγάλες ζημιές από τα κύματα, παραδόθηκε. Αν και οι νεκροί δεν ήταν περισσότεροι από 5.000, σύμφωνα με τον Οκταβιανό είχαν κυριευθεί 300 πλοία. Στη στεριά ο στρατός του Αντώνιου δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ο αρχηγός τους τους είχε εγκαταλείψει και συνέχισαν να αμύνονται. Όταν μετά από επτά ημέρες ο Κανίδιος τους εγκατέλειψε και αυτός, παραδόθηκαν στον Οκταβιανό.

Ο θάνατος του Μάρκου Αντώνιου
Ο Αντώνιος πήγε αρχικά στη Λιβύη, στέλνοντας την Κλεοπάτρα στην Αίγυπτο. Όταν ο αρχηγός του στρατού του στη Λιβύη αποστάτησε, προσπάθησε να αυτοκτονήσει, αλλά οι φίλοι του τον σταμάτησαν και τον έστειλαν στην Αλεξάνδρεια, όπου βρήκε την Κλεοπάτρα να επιχειρεί να μεταφέρει τα πλοία της από την στεριά του ισθμού που χώριζε τη Μεσόγειο από την Ερυθρά θάλασσα. Οι κάτοικοι της περιοχής Πέτρας, έκαψαν τα πρώτα πλοία, και τελικά η Κλεοπάτρα σταμάτησε. Ο Αντώνιος εγκαταστάθηκε σε ένα μέρος στην περιοχή του Φάρου, με μια παρέα φίλων, απομονωμένος από τους υπόλοιπους, μιμούμενος, όπως έλεγε, τη ζωή του Τίμωνα του Αθηναίου.

Εκεί τον βρήκε ο Κανίδιος, και του ανακοίνωσε την απώλεια των δυνάμεων στο Άκτιο, την προσχώρηση του Ηρώδη, του ανθρώπου που είχε τοποθετήσει ο ίδιος βασιλιά στην Ιουδαία, στην πλευρά του Οκταβιανού, καθώς και την αποστασία διαφόρων άλλων δυναστών. Ο Αντώνιος αποφάσισε να πάει κοντά στην Κλεοπάτρα και να προετοιμαστεί για το τέλος που έβλεπε πως πλησίαζε. Άρχισε τότε να παραθέτει ξανά συμπόσια στους φίλους του, ενώ η Κλεοπάτρα προσπαθούσε να ανακαλύψει έναν τρόπο για μία γρήγορη και, όσο γινόταν, λιγότερο οδυνηρή αυτοκτονία. Διέλυσαν τη σύνοδο των Αμιμητοβίων και δημιούργησαν μία καινούργια από φίλους που σκόπευαν να πεθάνουν μαζί τους. Αυτή ονομάστηκε σύνοδος των Συναποθανουμένων.

Έστειλαν πρέσβεις, ζητώντας από τον Οκταβιανό, η μεν Κλεοπάτρα την εξουσία της Αιγύπτου για τα παιδιά της, ο δε Αντώνιος να γυρίσει στη Ρώμη ως απλός πολίτης. Επίσης προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αποτρέψουν τον Ηρώδη από την αποστασία. Ο Οκταβιανός αρνήθηκε την χάρη στον Αντώνιο, ενώ προέτρεψε την Κλεοπάτρα να θανατώσει τον Αντώνιο ή να τον εξορίσει, αν ήθελε να έχουν μία επιεική μεταχείριση τα παιδιά της. Τον Οκταβιανό κάλεσε πίσω στη Ρώμη ο Αγρίππας, γράφοντάς του για γεγονότα που ήθελαν την παρουσία του εκεί, αναβάλλοντας έτσι για λίγο τον πόλεμο.

Μόλις πέρασε ο χειμώνας, ο Οκταβιανός επιτέθηκε από τη Συρία και τη Λιβύη, κυριεύοντας το Πηλούσιο, και προχώρησε προς την Αλεξάνδρεια, το καλοκαίρι του 30 π.Χ.. Η Κλεοπάτρα είχε κατασκευάσει τάφο, όπου είχε συγκεντρώσει τους πιο σημαντικούς βασιλικούς θησαυρούς. Ο Αντώνιος, αφού αρχικά αντιμετώπισε τον Οκταβιανό σε θέση κοντά στον Ιππόδρομο, τον προκάλεσε σε μονομαχία, αλλά αυτός αρνήθηκε. Ύστερα, αποφάσισε να επιτεθεί, από στεριά και θάλασσα.Την ημέρα που θα γινόταν η επίθεση, την 1η Αυγούστου του 30 π.Χ., τα πλοία του Αντώνιου ενώθηκαν με αυτά του Οκταβιανού και επιτέθηκαν όλα μαζί στην πόλη. Βλέποντας αυτό, τον εγκατέλειψε και το ιππικό του. Όταν ηττήθηκε το πεζικό του, αναχώρησε για την πόλη, από τους λόφους που γινόταν η μάχη. Κατηγόρησε την Κλεοπάτρα πως τον πρόδωσε, και αυτή κλείστηκε στον τάφο της, ενώ έβαλε να του πουν πως αυτοκτόνησε. Ο Αντώνιος, μαθαίνοντας ότι η Κλεοπάτρα αυτοκτόνησε, διέταξε έναν πιστό του υπηρέτη, με το όνομα Έρως, να τον σκοτώσει. Όμως αυτός προτίμησε να αυτοκτονήσει. Τελικά, ο Αντώνιος αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμά του, τρυπώντας την κοιλιά του. Δεν πέθανε αμέσως όμως και ζήτησε από αυτούς που ήταν δίπλα του να τον σκοτώσουν.Τότε, μεταφέρθηκε στον τάφο της Κλεοπάτρας. Αυτή, εκεί, με τις δύο υπηρέτριές της που είχαν κλειστεί μαζί της, ανέσυραν με λουριά τον Αντώνιο μέσα στον τάφο. Εκεί ο Αντώνιος ξεψύχησε.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, όταν ο Οκταβιανός έμαθε πως ο Αντώνιος πέθανε, άρχισε να θρηνεί και ζήτησε από τον Προκλήιο να μην αφήσει την Κλεοπάτρα να αυτοκτονήσει. Ο Προκληίος κατάφερε να συλλάβει την Κλεοπάτρα , την οποία συνάντησε αργότερα ο Οκταβιανός. Αυτή τον παρακάλεσε να της επιτρέψει να προσφέρει χοές στο νεκρό Αντώνιο, και εκείνος το επέτρεψε. Μετά από αυτό, αυτοκτόνησε και αυτή. Θάφτηκε μαζί με τον Αντώνιο. Ο γιος του Αντώνιου και της Φουλβίας, Αντύλλος, που βρισκόταν πάντα μαζί με τον πατέρα του, αποκεφαλίστηκε από τους στρατιώτες του Οκταβιανού. Ο Οκταβιανός μετέφερε τα παιδιά του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας στη Ρώμη όπου τα περιέφερε στον θρίαμβό του. Αργότερα όμως, τα πήρε και αυτά υπό την προστασία της η Οκταβία.

Η ακρασία του Αριστοτέλη και η σύγχρονη οικονομική θεωρία

Το άτομο δεν υποτιμά ένα μεγαλύτερο ποσό και δεν προτιμά ένα μικρότερο μόνον επειδή φοβάται. Πολύ συχνά κάνει ακριβώς το ίδιο αλλά για έναν άλλο λόγο: Επειδή το μεγαλύτερο ποσό θα το λάβει έπειτα από καιρό, ενώ το μικρότερο θα το λάβει τώρα. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται «μυωπία» και συνδέεται άμεσα με ένα φαινόμενο που είχε εντοπιστεί από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, την ακρασία.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι κάποια από τα στοιχεία της συμπεριφοράς ορισμένες φορές μάς εμποδίζουν να αποφασίσουμε ορθολογικά. Αυτά τα στοιχεία της συμπεριφοράς είναι τα λεγόμενα «πάθη». Τα πάθη θα τα ορίσουμε εδώ πρόχειρα και προσωρινά ως εκείνες τις νοητικές διεργασίες οι οποίες σε εμποδίζουν να πραγματοποιήσεις τους στόχους σου.

Για να το καταλάβουμε καλύτερα, ας δούμε ένα παράδειγμα:

Έχω δύο επιλογές, την Α και τη Β. Με βάση τις επιθυμίες και τις πεποιθήσεις που έχω, η Α ικανοποιεί καλύτερα τις προτιμήσεις μου από τη Β. Αποφασίζω, λοιπόν, ως ορθολογικό άτομο να επιλέξω την Α. Αλλά, τελικά, επιλέγω τη Β. Γιατί; Διότι ενώ γνωρίζω ότι η Α εξυπηρετεί καλύτερα τους σκοπούς μου, «αναγκάστηκα» να επιλέξω τη Β γιατί ήμουν «αιχμάλωτος των παθών μου».

Τι συμβαίνει και κάνουμε άλλες επιλογές από αυτές που θα θέλαμε; Γιατί κάνουμε το Β, ενώ θα θέλαμε το Α και γνωρίζουμε ότι το Α μας συμφέρει, είναι καλύτερο για εμάς; Τι είναι αυτό που μας υποχρεώνει να μην αποφασίζουμε με βάση τις προτιμήσεις μας και τις πεποιθήσεις που έχουμε σχηματίσει για το τι είναι καλό για εμάς; Αυτό το φαινόμενο ο Αριστοτέλης το ονόμασε ακρασία και οι μεταγενέστεροι σχολιαστές διατήρησαν τον όρο στα αγγλικά (akrasia), ορίζοντάς την ως «αδυναμία της θέλησης».

Ο Σωκράτης, ωστόσο, απέρριπτε την έννοια της ακρασίας. Στον διάλογό του με τον Πρωταγόρα υποστηρίζει ότι ακρασία δεν υπάρχει, απλώς κάνουμε αυτό που μας αρέσει. Ας δούμε πώς το διατυπώνει ο ίδιος:

«Και φυσικά κανείς δεν κάνει με τη θέλησή του κάτι που θα τον βλάψει ή που νομίζει ότι θα τον βλάψει. Ο άνθρωπος προφανώς από τη φύση του δεν επιθυμεί να πετύχει κάτι που θεωρεί ότι είναι κακό γι’ αυτόν και, φυσικά, δεν προτιμά κάτι που είναι κακό γι’ αυτόν από κάτι που το θεωρεί καλό. Ακόμα κι όταν αναγκαστεί να επιλέξει μεταξύ δύο κακών, κανείς δεν θα διαλέξει το χειρότερο από το λιγότερο κακό [και με αυτά όλοι μας συμφωνήσαμε]».

Για τον Σωκράτη, λοιπόν, ακρασία δεν υπάρχει. Αν θέλεις να κάνεις το Α και κάνεις, τελικά, το Β, αυτό σημαίνει ότι από την αρχή ήθελες το Β ή (αν, πράγματι, ήθελες το Α) ότι όταν ήρθε η ώρα της επιλογής, απλώς άλλαξες γνώμη και διάλεξες το Β. Διότι, σύμφωνα με τον Σωκράτη, αποκλείεται να θεωρούσες πιο ευχάριστο για σένα το Α και να επέλεξες το Β. Δεδομένου ότι κανείς δεν σε έπιασε από τον λαιμό, προφανώς προτιμούσες το Β την ώρα που επέλεγες (ή απλώς το Β ήταν λιγότερο δυσάρεστο από το Α). Αλλά ας δούμε το επιχείρημα του Σωκράτη λίγο πιο προσεκτικά, παρακολουθώντας με προσοχή τον συλλογισμό του.

Το πρόβλημα της ακρασίας είναι το εξής: Ο άνθρωπος έχει να επιλέξει μεταξύ του Α, το οποίο θέλει να επιλέξει γιατί το θεωρεί καλό και ωφέλιμο γι’ αυτόν, και του Β, το οποίο δεν θέλει να επιλέξει, γιατί το θεωρεί κακό γι’ αυτόν. Αλλά επιλέγει το Β γιατί είναι ευχάριστο. Έτσι:

Ι.Ένα άτομο με τη θέλησή του κάνει μια πράξη που γνωρίζει ότι είναι κακή για το ίδιο, διότι υπερνικά η ευχαρίστηση.

Αλλά η ευχαρίστηση, σύμφωνα με τον Σωκράτη, είναι καλό πράγμα! Άρα μπορούμε να αναδιατυπώσουμε την i ως εξής:

ΙΙ. Ένα άτομο με τη θέλησή του κάνει μια πράξη που γνωρίζει ότι είναι κακή για το ίδιο, διότι υπερνικά το καλό.

Αλλά αυτή η πρόταση είναι, σύμφωνα με τον Σωκράτη, γελοία («γελοίον»). Και δεν φτάνει αυτό, η πρόταση μπορεί να γίνει ακόμα πιο γελοία, καθώς το κακό είναι, φυσικά, κάτι το οποίο το άτομο αποφεύγει γιατί είναι οδυνηρό. Από την Ι. μπορούμε, λοιπόν, να καταλήξουμε και στην ΙΙΙ:

ΙΙΙ. Ένα άτομο με τη θέλησή του κάνει μια πράξη που γνωρίζει ότι είναι οδυνηρή για το ίδιο, διότι υπερνικά η ευχαρίστηση.

Όπως καταλαβαίνετε, οι τρεις προτάσεις λένε το ίδιο πράγμα, απλώς αλλάξαμε (ο Σωκράτης, για την ακρίβεια) τις λέξεις, αντικαθιστώντας τες με ισοδύναμες. Ο Σωκράτης αποδεικνύει έτσι με μεγάλη ευκολία το παράδοξο της έννοιας της ακρασίας:

Εφόσον εσύ αποφασίζεις τι θα κάνεις με βάση τις επιθυμίες σου και τις πεποιθήσεις σου, αυτό που κάνεις είναι αυτό που πραγματικά ικανοποιεί τις επιθυμίες σου σύμφωνα με τις πεποιθήσεις σου, αλλιώς δεν θα το έκανες. Αν το Α σε ικανοποιούσε περισσότερο, θα το είχες επιλέξει. Εφόσον, τελικά, έκανες το Β, αυτό σε ικανοποιεί – και γι’ αυτό το επέλεξες. Ό,τι επιλέγεις σε ικανοποιεί – ό,τι σε ικανοποιεί το επιλέγεις.

Το επιχείρημα του Σωκράτη είναι απόλυτα συμβατό με τη ΘΟΕ (θεωρία της ορθολογικής επιλογής) και ίσως αποτελεί και την πρώτη διατύπωσή της. Όμως είναι μια προβληματική διατύπωση (άλλωστε προκύπτει από ένα παράδοξο!) για διάφορους λόγους.

Καταρχάς είναι ταυτολογική (όπως είναι και η ΘΟΕ σε μεγάλο βαθμό). Επιπλέον, δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη τα λάθη στις πεποιθήσεις. Αυτό το πρόβλημα, όμως, ο Σωκράτης το αναγνώρισε: Οι άνθρωποι μπορεί να επιλέξουν λάθος διότι δεν έχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Αν κάνεις κακό στον εαυτό σου με τη θέλησή σου, αυτό σημαίνει ότι μάλλον δεν ήξερες τι έκανες: Ο Πλάτωνας, μαθητής του Σωκράτη (και δάσκαλος του Αριστοτέλη), θεωρούσε όχι μόνο ότι ο δάσκαλός του δεν είχε δίκιο, αλλά ότι οι άνθρωποι κυριαρχούνται από τα πάθη τους (συναισθήματα και προσδοκία ηδονών) σε βάρος της λογικής. Είναι πολύ δύσκολο, πίστευε, να βρεις ανθρώπους που ο ορθός λόγος διέπει την κρίση τους στα περισσότερα από όσα κάνουν.

Ένας άλλος μαθητής του Σωκράτη, ο Ξενοφών, διαφωνούσε με τον Πλάτωνα.

«Εντάξει, ο Σωκράτης προφανώς υπερβάλλει όταν θεωρεί κάθε επιλογή μας εκούσια, αλλά δεν είμαστε και έρμαια των παθών μας, όπως φοβάται ο Πλάτωνας. Η κρίση μας διέπεται από τον ορθό λόγο αλλά τα πάθη συχνά την μπερδεύουν, εμπλέκονται με τον ορθό λόγο και το αποτέλεσμα είναι να πράττουμε κάποιες φορές διαφορετικά από τον τρόπο που θεωρούμε σωστό».

Ο Αριστοτέλης, όμως, δεν αρκέστηκε στις επιφανειακές συζητήσεις του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα, αλλά μελέτησε με προσοχή την ακρασία. Οι παρατηρήσεις του είναι ως επί το πλείστον εμπειρικές (κάτι που συνήθιζε ο Αριστοτέλης) και έχουν περίπου ως εξής:

Υπάρχουν δύο ειδών άνθρωποι: οι εγκρατείς και οι ακρατείς. Οι εγκρατείς κάνουν αυτό που θεωρούν καλύτερο χωρίς να επηρεάζονται από τα πάθη αλλά μόνο από τον ορθό λόγο. Αντίθετα, οι ακρατείς πράττουν υπό την επήρεια των παθών. Αλλά δεν είναι όλοι οι ακρατείς ίδιοι.

Αυτοί που έχουν ασθενική θέληση γνωρίζουν ποιο είναι το σωστό, αλλά δεν το κάνουν. Παρασύρονται από το πάθος τους. Από την άλλη, οι προπετείς παρασύρονται από τα πάθη τους χωρίς καν πριν να προσπαθήσουν να αναζητήσουν τη σωστή απόφαση με βάση τον ορθό λόγο. Απλά δρουν παρορμητικά όντας έρμαια των παθών. Οι πρώτοι βασανίζονται γιατί ξέρουν το σωστό αλλά δεν μπορούν να το κάνουν, οι δεύτεροι δεν προβληματίζονται καθόλου. Αλλά και οι δύο (και ο ασθενής και ο προπετής) μετανιώνουν. Συνήθως, τα δύο πάθη που ελέγχουν τους ακρατείς είναι ο θυμός και η ηδονή.

Ο Αριστοτέλης δεν θεωρούσε, πάντως, ότι οι άνθρωποι άγονται και φέρονται από τα «ανορθολογικά» πάθη. Θεωρούσε ότι η ακρασία είναι ένα είδος ασθένειας της βούλησης, που προσβάλλει ορισμένους ανθρώπους που συστηματικά φέρονται ανορθολογικά. Αλλά τι είδος ασθένειας είναι; Ο Αριστοτέλης, τελικά, παραδέχεται ότι δεν είναι ακριβώς ασθένεια αλλά άγνοια (είχε δίκιο τελικά ο Σωκράτης!). Ο ασθενής και ο προπετής δεν έχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για να επιλέξουν σωστά.

Αυτό, όμως, που ο Σωκράτης δεν έλαβε υπόψη του είναι ο χρόνος. Ο χρόνος επηρεάζει καταλυτικά τις επιλογές μας για έναν απλό λόγο: Προτιμάμε το παρόν από το μέλλον. Είμαστε κατά κάποιον τρόπο «μυωπικοί». Αυτό μπορεί να συμβαίνει για πολλούς λόγους αλλά ίσως ένας είναι η αίσθηση της θνητότητάς μας.

Ας το δούμε πάλι αριθμητικά. Αν κάποιος μας προσφέρει σήμερα 1.000 ευρώ ή του χρόνου 1.100 ευρώ, θα πρέπει να επιλέξουμε τα 1.100 ευρώ γιατί ο πληθωρισμός είναι μικρότερος του 10%, αλλά από την άλλη τα «1.100 ευρώ του χρόνου» δεν έχουν για εμάς την αξία των «1.100 ευρώ σήμερα», αλλά πολύ μικρότερη, ίσως ακόμα και 900 ευρώ (άσε που μπορεί να τα πάρεις σε δραχμές)! Αυτός είναι ο λόγος που θα προτιμήσουμε τώρα τα 1.000 ευρώ. Επειδή η επιλογή θα γίνει τώρα, θα πρέπει να συγκρίνουμε τώρα τα 1.000 ευρώ με τα 1.100 ευρώ: τα 1.000 είναι 1.000 αλλά τα 1.100 είναι 1.100 επί την έκπτωση της χρονικής απόστασης. Αλλά αυτή η τάση να κάνουμε εκπτώσεις για το μέλλον δεν περιορίζεται στα χρήματα. Γενικά υποτιμάμε το μέλλον. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι διάφοροι εθισμοί:

«Ας καπνίσω τώρα, και στο μέλλον θα το κόψω!»

«Ας φάμε τώρα, κι από τη Δευτέρα δίαιτα!»

«Ακόμα ένα ποτηράκι, και αύριο δεν θα πιω γουλιά!»

«Νυστάζω, θα πλύνω τα δόντια μου το πρωί».

Όλες αυτές τις μεγάλες κουβέντες τις είπαν άνθρωποι που συνέχισαν να υποτιμούν το μέλλον προς όφελος του παρόντος. Ένας από τους λόγους που το κάνουμε αυτό όλοι είναι ότι δεν είμαστε κάθε μέρα οι ίδιοι. Τι σχέση έχουν οι επιθυμίες μας, οι στόχοι μας και οι πεποιθήσεις μας τώρα με εκείνες που είχαμε όταν ήμασταν πέντε ετών ή με εκείνες όταν θα είμαστε εξήντα πέντε; «Δεν μπορώ να επιστρέφω στο παρελθόν, ήμουν ένα άλλο πρόσωπο τότε», γράφει ο Λιούις Κάρολ.

Αλλά όσοι κι αν είναι οι εαυτοί, ένα είναι το σίγουρο: Στον μελλοντικό μου εαυτό εγώ θα είμαι πάλι μέσα. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, εγώ θα την πληρώσω γιατί ποιοτικά οι εαυτοί μας είναι πολλοί αλλά ποσοτικά είναι ένας. Αυτό συμβαίνει με όλες τις μελλοντικές συνέπειες. Εμείς θα τις υποστούμε, όσο μακρινό κι αν μας φαίνεται τώρα αυτό.

Όμως αυτές ακριβώς οι αποφάσεις που φαίνονται παράλογες και ανορθολογικές, αν η θεωρία για τους πολλαπλούς εαυτούς δεν μας πείθει, ίσως φαίνονται περισσότερο ορθολογικές εάν υιοθετήσουμε τη θεωρία για τον ορθολογικό εθισμό του Gary Becker. Ορθολογικά εθισμένος είναι αυτός που ξέρει τις συνέπειες των πράξεών του και τις αποδέχεται ορθολογικά, καθώς η σημερινή ευχαρίστηση είναι μεγαλύτερη από το προσδοκώμενο όφελος της σημερινής εγκράτειας. Όπως γράφει ο συγγραφέας Kingsley Amis:

«Δεν αξίζει να αρνηθούμε καμία απόλαυση για να κερδίσουμε δύο χρόνια επιπλέον σ’ ένα γηροκομείο».

Η θεωρία του Becker (που τη διατύπωσε σε συνεργασία με τον Kevin Murphy) είναι πιο εκλεπτυσμένη και αρκετά πειστική για αρκετές περιπτώσεις. Σύμφωνα με τους Becker και Murphy, είναι κάποιος ορθολογικός εφόσον έχει συνεπές πλάνο μεγιστοποίησης της ωφελιμότητας σε βάθος χρόνου.

Ένας ισχυρός εθισμός (όπως το τσιγάρο ή τα ναρκωτικά) έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται καταλυτικά η παρούσα κατανάλωση ενός αγαθού από την κατανάλωσή του στο παρελθόν (επειδή κάπνιζα τα τελευταία δέκα χρόνια δύο πακέτα την ημέρα, τώρα δεν μπορώ να σταματήσω, ούτε καν να το μειώσω!). Αυτό το γνωρίζει το ορθολογικό άτομο, αλλά παρά ταύτα επιλέγει να εθιστεί. Ξέρει ότι με το να καπνίσει σήμερα θα μειώσει το προσδόκιμο ζωής του και επιπλέον θα είναι δυσκολότερο να το κόψει αύριο, αλλά το προτιμά από το να μην καπνίσει σήμερα, καθώς υποτιμά το μέλλον (όπως ο Amis).

Όμως το κάνει μέχρι ένα σημείο. Αν η τιμή των τσιγάρων αυξηθεί, αυτό θα επηρεάσει την απόφασή του. Αν μάθει ότι η τιμή θα διπλασιαστεί σε έναν χρόνο, ίσως σκεφτεί την πιθανότητα να καπνίζει λιγότερο. Το ότι είναι εθισμένος δεν σημαίνει ότι δεν συγκρίνει το σημερινό όφελος με το μελλοντικό προσδοκώμενο κόστος – κάθε άλλο! Δεν είναι βλάκας, είναι απλά ορθολογικά εθισμένος!

Η θεωρία του ορθολογικού εθισμού έχει επιβεβαιωθεί σε σειρά εμπειρικών ερευνών αλλά, φυσικά, έχει υποστεί και έντονη κριτική. Βρίσκεται στα όρια της Θεωρίας της Ορθολογικής Επιλογής και η βασική αντίρρηση που μπορεί να διατυπώσει κάποιος είναι η εξής (που ισχύει για την ακρασία γενικά): Γιατί να πρέπει να αποδείξουμε ότι όλες οι πράξεις και όλοι οι άνθρωποι είναι ορθολογικοί; Γιατί να μην υπάρχουν εξαιρέσεις; Ακόμα κι αν οι εξαιρέσεις είναι πολλές, ακόμα κι αν είναι περισσότερες από τις «κανονικές» περιπτώσεις και πάλι μια θεωρία ορθολογικότητας δεν χάνει την προβλεπτική της ισχύ, καθώς, ενώ οι ορθολογικές συμπεριφορές μπορούν να μοντελοποιηθούν, οι ανορθολογικές δεν μπορούν διότι δεν ανήκουν σε μια κατηγορία με συνέπεια και ομοιογένεια.