Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2018

Διαχείριση συναισθημάτων

Πώς «διαχειρίζομαι» τα συναισθήματά μου; Είναι μια πολύ συνηθισμένη απορία μα και αντίληψη ζωής η «διαχείριση συναισθημάτων», παράγωγο της Ψυχολογίας και τις Ιατρικής κυρίως.

Όλοι περνάμε από αυτό το στάδιο της «διαχείρισης», προσπαθώντας να ελέγξουμε ουσιαστικά ή να μετατρέψουμε τα αρνητικά συναισθήματά μας σε θετικά. Αυτός είναι ο σκοπός της όλης προσπάθειας και όλων των μεθόδων που αναπτύσσονται, προς αυτόν τον σκοπό. Στόχος, η εσωτερική γαλήνη και αταραξία.

Λειτουργεί όμως; Επιτυγχάνεται ποτέ ο πολυπόθητος σκοπός του απόλυτου αυτό-έλεγχου και διαχείριση συναισθημάτων, όπως τον εννοούμε; Επιτυγχάνουμε την ειρήνη με τα συναισθήματα και τον εαυτό μας; Τολμάμε άραγε ν’ απομακρύνουμε την εστίαση της προσοχής μας ώστε να συνθέσουμε μεγαλύτερα κομμάτια γνώσης και πληροφοριών, ώστε να δούμε μια πιο διευρυμένη θέαση των πραγμάτων; Τολμούμε να δούμε με αθωότητα και αγνότητα τα ουσιαστικά ερωτήματα της ζωής μας;

Η αλήθεια είναι σχετικά απλή στην αρχική οπτική που τολμάμε… φοβόμαστε τα συναισθήματά μας! Γιατί διαφορετικά θα τα τοποθετούσαμε απέναντι, προσπαθώντας να τα αλλάξουμε; Γιατί να τα εκλογικεύουμε αντί να τα αναγνωρίζουμε και να τα αποδεχόμαστε ως έχουν;

Η πρώτη παρανόηση που κάνουμε αλλά δεν εξετάζουμε ξανά στη συνέχεια είναι να διαχωρίζουμε τα συναισθήματα σε θετικά και αρνητικά. Αν το δούμε από τη πλευρά της αυτογνωσίας, ΟΛΑ τα συναισθήματα, μηδενός εξαιρουμένου, έχουν κάτι να μας πουν για τον εαυτό μας, κρύβουν μηνύματα του νου μας που διαφορετικά δεν θα μπορούσαμε ν’ αντιληφθούμε. Δεν υπάρχει «καλό» και «κακό» συναίσθημα, κάτι που υπονοεί η κατάταξη «θετικά – αρνητικά». Ενόσω επιμένουμε να υιοθετούμε αυτή την άποψη, ότι τα αρνητικά συναισθήματα μας εμποδίζουν, μας αρρωσταίνουν, χαλάνε τις σχέσεις μας κ.λ.π., τόσο παραμένουμε σε εμπόλεμη κατάσταση με τον εαυτό μας και στην άγνοια ουσιαστικά.

Η δεύτερη παρανόηση είναι ότι τα συναισθήματα προκύπτουν από το εξωτερικό περιβάλλον, όπου βρίσκονται και οι αιτίες τους. Συνηθίζουμε να υποθέτουμε ότι «ο άλλος με θύμωσε» ή ότι «ο οποιοσδήποτε με κάνει χαρούμενη» κ.λ.π., κάτι που φυσικά δεν ισχύει. Ο άλλος, το περιβάλλον, οι καταστάσεις, τα περιστατικά είναι απλά οι αφορμές που πυροδοτούν το συναίσθημα. Όμως οι αιτίες είναι πάντα εσωτερικές και βρίσκονται στις σκέψεις που διατηρούμε και ενισχύουμε.

Μια τρίτη παρανόηση είναι ότι αλλάζοντας είτε τις (επιφανειακές) σκέψεις μας είτε τον τρόπο που εκδηλώνουμε τα συναισθήματά μας, αυτό θα μας απαλλάξει και από τις αρνητικές συνέπειές τους, θα μας προφυλάξει από συγκεκριμένες εμπειρίες και τελικά θα «διαμορφώσει» το συναίσθημά μας. Τίποτα από όλ’ αυτά δεν λειτουργεί φυσικά, γιατί οι αιτίες που προκαλούν τα διάφορα συναισθήματα (είτε θετικά είτε αρνητικά) βρίσκονται βαθιά στο υποσυνείδητο, είναι θαμμένες στο παρόν και όχι στο παρελθόν που τις ψάχνουμε και είναι αδύνατον να αναδυθούν μέσω κριτικής και της ήδη διαμορφωμένης αντίληψής μας. Αυτό μας φέρνει σε μια άλλη παρανόηση...

Η τέταρτη παρανόηση είναι ότι πρέπει να αλλάξουμε το συναίσθημά μας (ή να το διατηρήσουμε) μέσω αυτοκριτικής και φυσικά… κατ’ επέκταση, κριτικής των άλλων: "αυτό μου αρέσει, αυτό δεν μου αρέσει, αυτό το θέλω, αυτό δεν το θέλω" κ.ο.κ. Δεν ξέρω αν το έχετε προσέξει, αλλά καθημερινά κρίνουμε τους άλλους, την κοινωνία, τον εαυτό μας... βλέπετε τίποτα ν' αλλάζει ή τ' αρνητικά συναισθήματα να μετατρέπονται σε θετικά;

Μια άλλη ισχυρή παρανόηση είναι ότι τα "αρνητικά" συναισθήματα πρέπει οπωσδήποτε ν' αλλάξουν και να μετατραπούν σε θετικά. Είναι μια αφοριστική άποψη που αφαιρεί την έννοια της διάκρισης, αφαιρεί τη μοναδικότητα της στιγμής, αφαιρεί την έννοια της δικαιοσύνης και πολλά άλλα, τα οποία παραμορφώνονται κάτω από το πέπλο μιας ψεύτικης ηθικής.
 
Υπάρχουν κι άλλες παρανοήσεις φυσικά... ο καθένας έχει τις δικές του, κρυμμένες μέσα στις απόψεις του, τις πεποιθήσεις και τις πρωταρχικές του ανάγκες. Χρειάζεται πάντα μια προσωπική διερεύνηση, για να διαπιστώσει ο καθένας μας τι χρειάζεται να επανεξετάσει, διαλύνοντας τις αντιφάσεις και τις παρανοήσεις μέσα του.

Η προσπάθεια της «διαχείρισης των συναισθημάτων» ενισχύει, μέσω του εσωτερικού κριτή, τον εσωτερικό πόλεμο, που άλλοτε τον εκτοξεύουμε προς τους άλλους και άλλοτε τον γυρνάμε προς τον εαυτό μας. Η έννοια του παρατηρητή είναι πρακτικά ακόμα άγνωστη σε μεγάλο βαθμό ως λειτουργία καθημερινή, διαχρονική. Αλλά η παρατήρηση συμπεριλαμβάνει και την αποδοχή, που είναι το πρώτο βήμα της αυτογνωσίας και είναι απαραίτητη για να πορευόμαστε εν ειρήνη, με τον εαυτό μας και για να καταλαβαίνουμε – μέσα από εμάς – τους άλλους.

Πώς γίνεται αυτό; Χρειάζεται μια «διόρθωση» κάποιων εννοιών, που έχουν καταγραφεί μέσα μας λανθασμένα και άρα διαστρεβλώνουν αυτά που κατανοούμε, επικοινωνούμε και τελικά λειτουργούμε. Επίσης, χρειάζεται να μάθουμε πώς λειτουργεί η σκέψη, πώς αναδύονται τα συναισθήματα, τη σημασία του γραμμικού χρόνου και της γραμμικότητας της σκέψης μας, πώς λειτουργεί η φαντασία, πόσες άλλες δυνατότητες διαθέτουμε αλλά αγνοούμε περιορίζοντας τον εαυτό μας και τους άλλους... 

Η ενεργοποίηση του παρατηρητή μέσα μας χρειάζεται δουλειά. Δεν το έχουμε μάθει άρα χρειάζεται να επιλέξουμε να το κατακτήσουμε, μαθαίνοντας τη μοναδική λειτουργία που θα μας οδηγήσει σε πολλές άλλες και σε μια διευρυμένη αντίληψη ζωής, χωρίς σύνορα. Είναι δουλειά, είναι σαφώς έξοδος από τη ζώνη άνεσης του κριτή και τις ψεύτικης ασφάλειάς του και χρειάζεται πειθαρχία και αφοσίωση. Χρειάζεται απόλυτη ειλικρίνεια με τον Εαυτό μας καθώς εισχωρούμε βαθύτερα στο νου και στο Είναι μας, αντλώντας τη δική μας, μοναδική αλήθεια και ειρηνική συνύπαρξη με τον κόσμο μας.

Τα συναισθήματα αποτελούν το κλειδί που ξεκλειδώνει τον εσωτερικό μας κόσμο. Είναι ένας κόσμος μαγικός, γεμάτος γνώση και σοφία, εφόσον είμαστε πρόθυμοι να εγκαταλείψουμε τις απόψεις που έχουμε υιοθετήσει και να προσπαθούμε μάταια να αλλάξουμε τον εαυτό μας (ή τους άλλους).  

ΔΙΠΡΟΣΩΠΙΑ: Ο κρυμμένος Ιανός

«Μισώ τον άνδρα τον διπλούν πεφυκότα, χρηστόν λόγοισι, πολέμιον δε τοις τρόποις»
Φωκυλίδης

           Ο άνθρωπος καθημερινά είναι υποχρεωμένος να συναναστρέφεται με άλλους ανθρώπους και να συνάπτει μαζί τους σχέσεις, φιλικές, επαγγελματικές, κοινωνικές. Στον απέναντι, στον «άλλο» αναζητά την ειλικρίνεια, την αλήθεια, την αυθεντικότητα, το πρόσωπο. Απεχθάνεται την υποκρισία, την προσποίηση, το ψέμα, το κίβδηλο και το προσωπείο. Ζητούμενο της επικοινωνίας και των ανθρώπινων επαφών η συνέπεια λόγων και έργων.

          Η προσωπικότητα και το πρόσωπο του ανθρώπου επηρεάζουν καταλυτικά τόσο την επικοινωνία όσο και την ποιότητα των διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων. Κι αυτό γιατί σε αυτά συμπυκνώνονται τα βασικά στοιχεία ενός ανθρώπου και δημιουργούν το κατάλληλο πλαίσιο – κλίμα για την προσέγγιση ή την αποστροφή. Οι πράξεις και η συμπεριφορά αντανακλούν το βαθύτερο «είναι» του ανθρώπου και ως ένα βαθμό αποτυπώνονται στην προσωπικότητα και το «πρόσωπο». Ζητούμενο η αρμονία ανάμεσα στο «εσωτερικό είναι» και στην εξωτερική εικόνα του ανθρώπου.

α. Το πρόσωπο και το προσωπείο
Όταν, όμως, υπάρχει ένας διχασμός ή μια διάσταση ανάμεσα στο «είναι» και το «φαίνεσθαι» τότε μιλάμε για διπροσωπία και για την κυριαρχία του προσωπείου έναντι του προσώπου που εκφράζει την αυθεντικότητα και τη γνησιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Κύριο γνώρισμα του διπρόσωπου είναι η υποκρισία και η προσποίηση. Ο διπρόσωπος, δηλαδή, προσποιείται ανύπαρκτα συναισθήματα ή αποκρύπτει τις πραγματικές προθέσεις. Εμφανίζεται φιλικός και ανιδιοτελής αλλά στο βάθος κρύβει την εχθρότητα και την ιδιοτέλεια. Προσπαθεί με τις κατάλληλες λέξεις να σκιάσει την αλήθεια των έργων, που κατά κύριο λόγο αποκαλύπτουν τις πραγματικές προθέσεις του υποκειμένου.

          «Πολλοί δρώντες τα αίσχιστα, λόγους τους αρίστους ασκέουσι» (Δημόκριτος)
Ο χαρακτηρολογικός τύπος του διπρόσωπου είναι συχνός αλλά δύσκολα διακρίνεται – εντοπίζεται. Οι ψυχολόγοι αναζητούν τη γενεσιουργό αιτία της ανάγκης του ανθρώπου να έχει δυο πρόσωπα. Η καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό είναι πάντα δύσκολη και πιο δυσχερής ο εντοπισμός και η γενίκευση – απολυτοποίηση του στοιχείου που πυροδοτεί την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Πολλοί διατείνονται πως η διπροσωπία ως φαινόμενο είναι ταυτισμένη με την ιδιοτέλεια που στοχεύει στην εξυπηρέτηση των προσωπικών συμφερόντων. Πολλοί άνθρωποι, παίζουν θέατρο για να ξεγελάσουν τους άλλους (γι’ αυτό και το προσωπείο), να αποκρύψουν τις ενδόμυχες προθέσεις (μη κοινωνικά αποδεκτές) και να πετύχουν τα μέγιστα προς ίδιον όφελος. Είναι μια συνήθης τακτική και χρειάζεται εκπαίδευση στην τέχνη του θεάτρου, την ηθοποιία.

β. Η ανασφάλεια και τα φοβικά σύνδρομα.
Ωστόσο, στο βάθος της διπροσωπίας και των πολλαπλών μεταμορφώσεων και μεταλλάξεων ενός ανθρώπου βρίσκεται η ανασφάλεια. Αυτή κατατρώγει τον ψυχικό κόσμο, αποδομεί την εσωτερική ισορροπία και προκαλεί φοβικά σύνδρομα. Ο διπρόσωπος χαρακτηρίζεται από χαμηλό δείκτη αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης. Γι’ αυτό καταφεύγει στη διπροσωπία και στις μεταμορφώσεις του που γι’ αυτόν λειτουργούν ως μηχανισμοί άμυνας που τις περισσότερες φορές είναι ασυνείδητοι (Άννα Φρόιντ).

          Το πρόβλημα έγκειται στην αδυναμία μας να αντιληφθούμε τη διπροσωπία του άλλου και να προφυλαχτούμε. Γιατί ο διπρόσωπος ξέρει να κρύβεται και να πείθει πως το «φαίνεσθαι» είναι και το «είναι». Επαγγελματικές, κοινωνικές σχέσεις και φιλίες κατέρρευσαν όταν αποκαλύφτηκε το πραγματικό πρόσωπο του διπρόσωπου. Γιατί δεν είναι εύκολο πάντα να διακρίνεις τα όρια του «προσώπου» και του «προσωπείου». Η δολιότητα και η προσποίηση σκιάζουν την αλήθεια:
«Στη γειτονιά τριαντάφυλλο και μες στο σπίτι αγκάθι» (παροιμία)

          Αυτή τη διπροσωπία, που λειτουργεί ως προστατευτικός κλοιός για το υποκείμενο, και τις συνεχείς μεταλλάξεις και μεταμορφώσεις την εντόπισαν και οι αρχαίοι Έλληνες και την απέδωσαν με τη μορφή του μυθικού Πρωτέα. Εξάλλου γνωστή είναι η φράση «Πρωτεϊκή μορφή», που χρησιμοποιείται σε ένα ευρύ φάσμα του λόγου μας (γλώσσα, καριέρα, εξουσία, πολιτική….). Ως επίθετο το «πρωτεϊκή» θα μπορούσε να έχει ως συνώνυμα τα: πολύμορφη, πολύχρωμη, άστατη, μεταβλητή, πολύπλευρη, μεταμορφωμένη…..

γ. Οι διπρόσωποι των μύθων.
Ο Πρωτέας, μυθικό πρόσωπο, ήταν ένας θαλάσσιος θεός στην υπηρεσία του θεού της θάλασσας, του Ποσειδώνα. Είχε την ικανότητα να προλέγει αλάνθαστα το μέλλον. Όταν κάποιος ήθελε να μάθει κάτι για το μέλλον του τότε πλησίαζε τον Πρωτέα ο οποίος με τη σειρά του για να αποφύγει αυτό το έργο άλλαζε μορφές και μεταμορφωνόταν σε κάθε είδος σχήμα και θαύμα της φύσης. Στον κοσμογονικό μύθο Πρωτέας σημαίνει ο Πρώτος, ο Πρωτογέννητος, μορφή δηλαδή που γεννά τις άλλες μορφές που συγκρατούν τον κόσμο, είναι, δηλαδή, η πρώτη μορφή ύλης (η γενετική δύναμη του νερού).

          Μια άλλη μορφή που σχετίζεται με τη διπροσωπία είναι και ο Ρωμαϊκός θεός, Ιανός. Ο Ιανός ήταν θεός με δυο πρόσωπα, τα οποία κοίταζαν, σε αντίθετες κατευθύνσεις, για αυτόν τον αποκαλούσαν και …. Jasus bifrons, δηλαδή, διπρόσωπο Ιανό. Τα δυο του πρόσωπα συμβόλιζαν την αρχή και το τέλος, τη νιότη και το γήρας, την είσοδο και την έξοδο. Γι’ αυτό και του αφιέρωσαν τον Ιανουάριο που σαν πρώτος μήνας του χρόνου, κοίταζε προς τον προηγούμενο χρόνο και προς τον επόμενο. Εμφανής είναι, λοιπόν, η «συγγένεια» της διπροσωπίας – διπρόσωπου με τον Ιανό.

            Τις πολλαπλές, όμως, μεταλλάξεις και μεταμορφώσεις του διπρόσωπου απέδωσε με το έργο του ο Λατίνος συγγραφέας Οβίδιος. Γνωστή εξάλλου είναι η φράση «οβιδιακές μεταμορφώσεις» που αποδίδεται ως μομφή ενάντια κάποιου που αλλάζει στάση ή συμπεριφορά για την εξυπηρέτηση με αθέμιτα μέσα του προσωπικού συμφέροντος.

          Ένα άλλο είδος διπροσωπίας συνιστά και ο χαμαιλέοντας (ερπετό που αλλάζει το χρώμα του για να προστατευθεί από τους εχθρούς του.) Μεταφορικά εννοούμε τον συμφεροντολόγο, τον υποκριτή και αναξιόπιστο που προσαρμόζει την εικόνα – πρόσωπό του, τις αρχές τις ιδέες σύμφωνα με τους επιδιωκόμενους – ιδιοτελείς τους στόχους.

δ. Διπροσωπία και λαϊκισμός.
«εσθλά αγορεύοντες, κακά δε φρεσί βυσσοδόμευον» (Όμηρος, Οδύσσεια ) (ενώ λένε τα καλά, σχεδιάζουν κρυφά τα κακά)

          Την αναντιστοιχία, επομένως, λόγων και έργων, προσώπου και προσωπείου, την υποκρισία και τη διπροσωπία εντόπισαν, περιέγραψαν και χλεύασαν οι αρχαίοι όσο και οι σύγχρονοι. Ιδιαίτερα δε απωθητική είναι η εικόνα και το φαινόμενο της διπροσωπίας και της βίαιης μετάλλαξης και μεταμόρφωσης των κομμάτων, της πολιτικής και των πολιτικών. Κι αυτό γιατί χρησιμοποιούνται τεχνικές ποδηγέτησης της βούλησης των πολιτών με απώτατο στόχο την κατάληψη ή παραμονή στην εξουσία.

          Η ανακολουθία άσκησης πολιτικής με τα υπεσχημένα και διακηρυγμένα (ιδεολογική προδοσία) καθίσταται συχνά αντικείμενο πολιτικών αντιπαραθέσεων και προσφιλές θέμα των γελοιογράφων και του θεάτρου. Η διακωμώδηση της διπροσωπίας και των οβιδιακών μεταμορφώσεων των πολιτικών και της πολιτικής τους αποτελεί την πρώτη και άμεση αντίδραση των πολιτών που αισθάνονται την έκπτωση της πολιτικής και βιώνουν τον αμοραλισμό των πολιτικών. Ως ένα βαθμό η διπροσωπία και οι οβιδιακές μεταμορφώσεις των πολιτικών συνθέτουν το περιεχόμενο του λαϊκισμού, που ως άλλος Ιανός υποσκάπτει τα θεμέλια της δημοκρατίας μας.

«Κίβδηλοι και αγαθοφανέες οι λόγω μεν άπαντα, έργω δε ουδέν έρδοντες» (Δημόκριτος) (ψεύτικοι και υποκριτές κάνουν τα πάντα με λόγια, με έργα δε τίποτα).

Το ένστικτό μας πάντα έχει δίκιο

Υπάρχουν μπροστά μας δύο γραμμές: η μία είναι πραγματική και οδηγεί στο σκοτάδι, η άλλη είναι φανταστική και οδηγεί στο φως. Πρέπει να επιλέξουμε, λοιπόν, ποια θ’ ακολουθήσουμε.

Ας υποθέσουμε πως επιλέγουμε ν’ ακολουθήσουμε τη φανταστική γραμμή που, όπως μάς φαίνεται, θα μας βγάλει στο φως. Πατώντας, λοιπόν, πάνω στη γραμμή που δεν υπάρχει στ’ αλήθεια, προκειμένου να πάμε στο φως, μπορεί να μας συμβούν τρία πράγματα:

Πρώτον, μπορεί να βρούμε πράγματι το φως. Δεύτερον, μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξαφανιστεί η φανταστική γραμμή, αφού δε βρίσκεται παρά μόνο στη φαντασία μας. Και, τέλος, το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί, είναι η φανταστική γραμμή να μην επιφυλάσσει το φως, αλλά το σκοτάδι, που θα το βρίσκαμε, όμως, έτσι κι αλλιώς, αν ακολουθούσαμε την πραγματική γραμμή απ’ την αρχή.

Σ’ αυτό το σημείο, ας πούμε πως η πραγματική γραμμή συμβολίζει τη γραμμή της λογικής μας, που οδηγεί στο σκοτάδι καθώς μας υποδεικνύει πως τα πράγματα δε θα έχουν την έκβαση που θέλουμε. Η φανταστική γραμμή, απ’ την άλλη, είναι η γραμμή της καρδιάς μας ή του ενστίκτου μας, που μας δείχνει ότι στο τέλος μπορεί και να πάρουμε αυτό που θέλουμε. Αν επιλέγουμε, λοιπόν, ν’ ακολουθούμε το ένστικτό μας, τότε μπορεί να συμβούν όσα συνέβησαν κι όταν ακολουθήσαμε τη νοερή γραμμή στην αρχή του άρθρου μας.

Καταρχάς, όταν το ένστικτό μας μάς κάνει να βλέπουμε φως, όταν η λογική μας προεξοφλεί το σκοτάδι κι επιλέξουμε να το ακολουθήσουμε, τότε μπορεί στ’ αλήθεια να βρούμε το φως. Δεν είναι απίθανο, δηλαδή, πολλές καταστάσεις να μην μπορούν να εξηγηθούν λογικά και να είναι αδύνατον να καταφέρουμε να εκμαιεύσουμε μια αιτία, που ν’ αμφισβητεί ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν έτσι όπως δε θα τα θέλαμε. Οι αιτίες, όμως, μπορεί να υπάρχουν κι ίσως να μην μπορούμε να τις αρθρώσουμε και να τους δώσουμε υπόσταση με ξεκάθαρες σκέψεις, αλλά να τις αισθανθούμε μόνο.

Αν ακολουθούμε το ένστικτό μας, τότε δε θα έχουμε να καταπιαστούμε πάνω σε τίποτα χειροπιαστό, αλλά θα στηριζόμαστε μόνο σε προαισθήματα και εικασίες. Δε θα μπορούμε, επομένως, να έχουμε μια εξασφαλισμένη βεβαιότητα πως θα βγούμε τελικά εκεί όπου θα θέλαμε. Αντιθέτως, σε κάθε βήμα μας θα καραδοκεί ο κίνδυνος ν’ αμφισβητηθεί το ένστικτό μας και να διαψευσθούν όσα πιστεύαμε πως υπήρχαν και να πάψει, έτσι, να υπάρχει κι η γραμμή που φανταστήκαμε.

Τέλος, το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί αν ακολουθήσουμε το ένστικτό μας, είναι να βρούμε αυτό που μας προμήνυε απ’ την αρχή η λογική μας, για το οποίο, όμως, θα είμαστε προετοιμασμένοι, αφού το μυαλό μας δε μας άφηνε να τ’ αποκλείσουμε ως ενδεχόμενο. Το μόνο για το οποίο θα έχουμε να μετανιώνουμε στην προκειμένη περίπτωση, είναι για το χρόνο που θα έχουμε χάσει, εμμένοντας σε μια κατάσταση που πιστεύαμε ότι θα μπορούσε να έχει θετική έκβαση.

Βλέπουμε, έτσι, πως οι γραμμές που μπορούμε ν’ ακολουθήσουμε όταν προμηνύεται σκοτάδι, είναι πάντα δύο: αυτή που θα μας κάνει ν’ αποδεχθούμε αμέσως το σκοτάδι κι εκείνη που θα μας δώσει ελπίδες, πως δεν είναι αδύνατον να βγούμε, με κάποιον τρόπο, στο φως. Η δεύτερη γραμμή, λοιπόν, έστω κι αν δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, ωστόσο μπορεί να μας βγάλει τελικά στο φως, όσο κι αν οι περισσότερες ενδείξεις το απέκλειαν ως ενδεχόμενο.

Είναι όντως πιο έξυπνες οι νεότερες γενιές απ’τις προηγούμενες;

Θα ’χεις αναρωτηθεί πολλές φορές, πώς μπορούσαν οι γενιές που προηγήθηκαν της δικής σου, να ζουν χωρίς όλ’ αυτά που διευκολύνουν την καθημερινότητά σου και την κάνουν πιο υποφερτή. Χωρίς την τεχνολογία που σου επιτρέπει να έχεις ελεύθερη πρόσβαση στις διάφορες γωνιές της γης -ακόμα κι αν δεν είναι τετράγωνη και σε κρατάει ενήμερο για ό,τι συμβαίνει στον πυρήνα τους. Χωρίς τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που σε φέρνουν ακόμη πιο κοντά σε ανθρώπους που μπορεί και να μη γνώριζες ποτέ, υπό διαφορετικές συνθήκες. Χωρίς τα διάφορα μέσα μεταφοράς που διευκολύνουν τη μετάβασή σου σε όποιον προορισμό επιθυμεί η ψυχούλα σου, χωρίς τις οικιακές συσκευές που χρησιμοποιείς ευλαβικά για να μην παιδεύεσαι, χωρίς την πλειοψηφία των πραγμάτων που βρίσκονται αυτήν τη στιγμή γύρω σου.

Η άρνησή σου να φανταστείς τον εαυτό σου στη θέση τους κι ο τρόμος που νιώθεις να κατακλύζει το είναι σου όταν επιτρέπεις στο μυαλό σου να το κάνει, δεν περιγράφεται. Κι αυτό, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επιρροής που έχουν σε ό,τι πρεσβεύεις ως άνθρωπος, γιατί δεν μπορείς να φανταστείς τη ζωή σου χωρίς την ύπαρξή τους. Η παγκοσμιοποίηση λοιπόν, έχει αλλάξει εντελώς τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την πορεία μας σ’ αυτήν και το πόσο απαραίτητα μας έχουν γίνει. Και μετά από πολλή σκέψη, φτάνουμε- είτε το θέλουμε, είτε όχι- στο εξής ερώτημα: Είναι όντως η γενιά μας πιο έξυπνη απ’ τις προηγούμενες;

Οι απόψεις στο συγκεκριμένο θέμα διίστανται, γεγονός που έχει οδηγήσει στην παρερμήνευση της σημασίας του και στην παρεξηγημένη φύση του νοήματός του. Κάτι πρέπει να έκαναν σωστά οι προηγούμενοι για να φτάσουμε σε μια πιο ανεπτυγμένη εκδοχή του κόσμου στον οποίο έχουμε την τύχη να ζούμε. Κάθε προηγούμενη γενιά λοιπόν, έχει αφήσει πίσω της βάσεις για ν’ ακολουθήσουν οι επόμενες, έτσι ώστε να μη σταματήσουν ποτέ να ενισχύουν τα θεμέλιά της και να προσθέτουν τα δικά τους.

Το συγκεκριμένο ερώτημα έχει οδηγήσει τους επιστήμονες στην περαιτέρω ανάλυσή του, τόσο στο βιολογικό, όσο και στον ψυχολογικό τομέα. Η ικανότητα του ανθρώπινου είδους να εξελίσσεται και να προσαρμόζεται μ’ επιτυχία στις συνθήκες της εξέλιξής του είναι γεγονός αξιοθαύμαστο που κανένας ειδικός δεν έχει ακόμα καταφέρει να εξηγήσει. Δε βασίζεται όμως σ’ έναν συγκεκριμένο τομέα και χαρακτηρίζεται από μια πραγματικότητα πολύπλευρη, αλλά κι αξιοσημείωτη.

Οι επιστήμονες έχουν καταλήξει σε διάφορα συμπεράσματα, όσον αφορά την ευφυΐα του σύγχρονου ανθρώπου και το πώς αυτή συγκρίνεται με των προγόνων του. Ένα απ’ αυτά λοιπόν, είναι και η έκθεσή του στην τεχνολογία, ακόμα κι αν η έννοια της λειτουργεί σαν μια ομπρέλα, αφού συμπεριλαμβάνει ακόμη περισσότερες. Προσφέρει πρόσβαση σ’ ένα φάσμα γνώσης που δεν μπορεί κανείς από εμάς να υπολογίσει κι αν χρησιμοποιηθεί με το σωστό τρόπο, μπορεί να προσφέρει ευκαιρίες ζωής και να πραγματοποιήσει όνειρα που χωρίς αυτή, ίσως και να μην υπήρχαν.

Η τυφλή πίστη μας όμως σε κάτι που έχει τη δυνατότητα να μας καταστρέψει, αν του το επιτρέψουμε, έχει μειώσει την ικανότητά μας να βασιζόμαστε σε στοιχειώδη ένστικτα που θα ’πρεπε να είχαμε ήδη καλλιεργήσει. Οι χειρωνακτικές εργασίες αποτελούν πλέον είδος προς εξαφάνιση, οι άνθρωποι που διακατέχονται από μια ανεξήγητη ανάγκη να δημιουργήσουν περιθωριοποιούνται κι αυτοί που έχουν μετατραπεί σε πρότυπα έχουν χάσει την ουσία της ζωής κι αγγίζουν με τ’ ακροδάχτυλα, την επιφάνειά της.

Οι άνθρωποι του παρελθόντος θα διαφέρουν πάντα απ’ τους ανθρώπους του μέλλοντος. Αυτό είναι γεγονός και βασίζεται περισσότερο απ’ όσο πιστεύουμε στις συνθήκες υπό τις οποίες μεγάλωσαν. Έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν για να προοδεύουν στους διάφορους τομείς της ζωής κι αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση ή και προς αποφυγή. Έμαθαν να διεκδικούν τα θέλω τους με νύχια και με δόντια, να κυνηγούν τα πιστεύω τους, να βρίσκουν την ευτυχία στις μικρές στιγμές που έκαναν τη ζωή να φαντάζει μεγάλη και να μετατρέπουν την κάθε δυσκολία της σ’ αυτό το λιθαράκι που θα τους οδηγούσε προς ένα καλύτερο αύριο.

Γιατί, όταν μια κοινωνία προοδεύει εξαιτίας των ανθρώπων που ζουν σε αυτήν, σου προσφέρει ευκολίες τις οποίες δεν μπαίνεις στη διαδικασία να επεξεργαστείς ή ακόμη και να σκεφτείς πως θα μπορούσες να είχες αποκτήσει διαφορετικά, γεγονός που κλέβει λίγη απ’ τη μαγεία της ύπαρξής τους. Αν το καλοσκεφτείς όμως, όλα απ’ τον άνθρωπο ξεκινούν κι όλα στον άνθρωπο τελειώνουν. Η ευφυΐα είναι εντελώς υποκειμενική και δεν μπορεί κανείς να κρίνει κατά πόσο επηρεάζεται απ’ το χρόνο, αν δε μελετήσει προσεκτικά κάθε πτυχή του.

Συνεξάρτηση

Αν και η αποτύπωση που έχει παρατηρηθεί στα παπάκια και στα πτηνά γενικότερα, δεν έχει παρατηρηθεί στο ανθρώπινο είδος, έχουν ωστόσο μελετηθεί σε μεγάλο βαθμό οι θεωρίες δεσμού που αφορούν την ανάπτυξη του δεσμού μεταξύ μητέρας, ή προσώπου φροντίδας, και βρέφους.

Ο πρωταρχικός δεσμός προσκόλλησης

Ο λόγος γίνεται για την έμφυτη τάση του βρέφους να συνδέεται και να δημιουργεί δεσμό με κάποιον ενήλικο του είδους του και έτσι να μπορεί να επιβιώνει και να αναπτύσσεται. Έτσι κατά τον πρώτο χρόνο ζωής του βρέφους μπαίνουν τα θεμέλια της εγγύτητας, του δεσμού και της μορφής του δεσμού που θα δημιουργηθεί με τον ή τους ενήλικους που βρίσκονται στη διάθεση του.

Η φύση μας προσφέρει την έμφυτη και δυναμική τάση για τη σύναψη δεσμού με τους σημαντικούς άλλους που μας περιβάλλουν και μας φροντίζουν, ενώ η ποιότητα του περιβάλλοντος εντός του οποίου θα βρεθεί το βρέφος, ενίοτε συνάδει με τη φύση του και άλλοτε όχι, γιατί η δεύτερη πολύ ισχυρή και έμφυτη τάση του βρέφους είναι να μπορεί να εκφράζει αβίαστα τα συναισθήματα του και τις επιθυμίες του σε ένα περιβάλλον που μπορεί να αφουγκραστεί τις ανάγκες του και να το κρατήσει με αποδοχή, όπως ακριβώς αυτό είναι.

Ο βαθμός εξάρτησης στον άνθρωπο και οι διαφορές από τα άλλα θηλαστικά

Ο άνθρωπος διαφέρει από τα υπόλοιπα θηλαστικά ως προς το βαθμό εξάρτησης του από τους άλλους προκειμένου να διατηρηθεί στη ζωή και να επιβιώσει, αλλά και ως προς το χρόνο που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί η αυτονόμηση του. Εκτός από την σωματική φροντίδα που χρειάζεται το βρέφος για να επιβιώσει, χρειάζεται και το άτομο που φροντίζει για τις παραπάνω ανάγκες του να φροντίζει και για τις κοινωνικο-συναισθηματικές του ανάγκες.

Εδώ μπαίνουν τα θεμέλια του δεσμού. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα μωρά που τα τάιζαν μεν, σε ιδρύματα της Ρουμανίας αρκετές δεκαετίες πριν, αλλά που ποτέ δεν τα κρατούσαν αγκαλιά, δεν τα κοιτούσαν στα μάτια και δεν τα άγγιζαν για χάρη και μόνο της χαράς που προσφέρει το σωματικό άγγιγμα, στρεσάρονταν σε τέτοιο βαθμό που η αυξημένη και συνεχής παραγωγή κορτιζόλης και αδρεναλίνης (ορμόνες του στρες) αποδυνάμωναν το αμυντικό τους σύστημα κάνοντας τα επιρρεπή σε λοιμώξεις, πολλές από τις οποίες οδηγούσαν στο θάνατο τους.

Οι έρευνες καταδεικνύουν επιπλέον ότι η αυξημένη παραγωγή των συγκεκριμμένων ορμονών που διατηρούν το στρές στον ανθρώπινο οργανισμό καθηλώνουν τη συναισθηματική ωρίμανση. Η περίπτωση όμως της Ρουμανίας δεν αποτελεί την εξαίρεση. Στη σημερινή εποχή οι γονείς σε μεγάλο βαθμό υποφέρουν οι ίδιοι από αυξημένα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης και κυρίως θυμού, για διάφορους λόγους αν και συχνά λόγω της κοινωνικοπολιτικών συνθηκών που τους επιβάλλονται.

Ο συναισθηματικά μη διαθέσιμος γονιός

Όταν ο γονέας ή το πρόσωπο φροντίδας είναι στρεσαρισμένο, θυμωμένο, σε κατάθλιψη, ή απλά βυθισμένο για μακρά διαστήματα στις σκέψεις του, μπορεί να φροντίζει για το τάισμα και την καθαριότητα του παιδιού αλλά εκεί που απαιτείται να εμπλακεί με ουσιαστική παρουσία απέναντι στο παιδί του, συνήθως απουσιάζει είτε εν μέρει, είτε και ολοκληρωτικά.

Είναι σαν να μην αντέχει να δώσει κάτι από τον εαυτό του, είναι σαν να μην έχει κάτι να δώσει, σαν να μην απομένει διαθέσιμος χώρος και υπομονή για τα παιδιά του γιατί και ο ίδιος παραμένει σε κατάσταση «μη ολόκληρου».

Δεν είναι ότι δεν αγαπάει το παιδί του, απλά δεν είναι συναισθηματικά διαθέσιμος, δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού με υπομονή και επιμονή. Μπορεί να αναπτύσσει μια βλεμματική επαφή με το βρέφος αλλά να μην διατηρείται τόσο όσο χρειάζεται για να πάρει το μήνυμα το βρέφος ότι είναι αξιαγάπητο, ή να μην συντονίζεται η βλεμματική επαφή με το σωματικό άγγιγμα.

Το παιδί όμως ακόμα και ως βρέφος, αυτό που εισπράττει είναι ότι εκείνο δεν είναι αξιαγάπητο, ή εκείνο δεν λειτουργεί ικανοποιητικά γιατί το «εγώ» του δεν έχει εδραιωθεί και ολοκληρωθεί στο βαθμό που η σκέψη του να απελευθερωθεί από τον εγωκεντρισμό που χαρακτηρίζει υγιώς τα πρώτα χρόνια ζωής του ανθρώπου.

Δεν νιώθει ασφάλεια λοιπόν στον δεσμό με το πρόσωπο φροντίδας και επιπλέον αυτό που αντιλαμβάνεται το παιδί είναι ότι πρέπει να θυσιάσει την αυθεντικότητα του, αυτό που είναι δηλαδή, για να μπορέσει να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις και προϋποθέσεις του δεσμού, τις οποίες έχει από πριν ορίσει το ενήλικο μέρος και κυρίως η συναισθηματική του κατάσταση ή διαθεσιμότητα του.

Όταν η αποδοχή είναι υπό προϋποθέσεις λοιπόν, το βρέφος το εισπράττει και προκειμένου να διατηρήσει τον δεσμό με το πρόσωπο φροντίδας θυσιάζει τον αυθορμητισμό του και την αυθεντικότητα του και μπαίνει σε έναν προσαρμοσμένο ρόλο που πιστεύει ότι θα ικανοποιήσει τον άλλον, ενώ σε μεγαλύτερη ηλικία, συχνά υιοθετεί έναν ρόλο που αντανακλά τον θυμό του απέναντι στο πρόσωπο φροντίδας, τον θυμό που αντανακλά την οικειότητα που του έχει στερήσει. Μπορεί αρχικά να είναι το απόλυτα συμμορφωμένο παιδί, το παιδί που τα καταφέρνει σε όλα, το παιδί που είναι ιδιαίτερα ώριμο για την ηλικία του, το παιδί που φροντίζει πρώτα για τις ανάγκες των άλλων και στο τέλος τις δικές του, ενώ αργότερα να εμφανίζει αντιδραστικές και αντικοινωνικές συμπεριφορές.

Τα πρότυπα στις σχέσεις μας

Δυστυχώς αυτές οι πρώτες-πρώτες σχέσεις που δημιουργούμε και στις οποίες οι κανόνες επιβάλλονται από τους ενήλικες, εν αγνοία τους συνήθως, γίνονται τα πρότυπα που θα υιοθετήσουμε αργότερα στις υπόλοιπες σχέσεις μας. Όταν το παιδί δεν μπορεί να διατηρήσει την αυθεντικότητα του σε μια σχέση γιατί έχει μάθει κατ’ αυτό τον τρόπο από πολύ νωρίς και έχει δημιουργήσει και το αντίστοιχο μνημονικό αποτύπωμα που ισχυροποιεί αυτή του τη τάση ακριβώς επειδή είναι στην ανάπτυξη, μαθαίνει να βλέπει τον κόσμο μέσα από αυτό που ήδη γνωρίζει. Αυτό που ήδη γνωρίζει και εφόσον δεν έχει κερδίσει στην πορεία την πολυπόθητη ασφάλεια μέσα από τη στάση έστω και ενός κοντινού του ενήλικα, είναι να δημιουργεί σχέσεις μη αυθεντικές. Είναι η παθητικής ή ενεργητικής μορφής συμβιωτικές ενώσεις ή όπως ακούγεται συχνά, οι σχέσεις συνεξάρτησης που είναι ανώριμες μορφές αγάπης, κατά την ενήλικη φάση ζωής.

Το μαζοχιστικό άτομο

Η παθητική μορφή της συμβιωτικής ένωσης είναι η υποταγή, ο μαζοχισμός. Το μαζοχιστικό άτομο καταφέρνει να ξεφύγει από το ανυπόφορο αίσθημα του «μη ολόκληρου», που οδηγεί στη ψυχική κατάσταση της απομόνωσης και της αίσθησης ότι δεν ανήκει σε κάποιο σύνολο, με το να γίνεται μέρος και αντικείμενο ενός άλλου προσώπου που το κατευθύνει, το καθοδηγεί, το προστατεύει, που γίνεται η ζωή του και το οξυγόνο του. Αισθάνεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει, είναι ένα τίποτα εάν δεν αποτελεί κομμάτι του άλλου.

Ως κομμάτι του άλλου μπορεί να συμμετέχει στο μεγαλείο του, στη σιγουριά του και στην ασφάλεια του, ακριβώς γιατί δεν έχει χορτάσει την ασφάλεια του δεσμού στην αρχή της ζωής του που θα τον οδηγούσε να αναγεννηθεί ως ολόκληρο ον. Αν το άτομο δεν έχει καταφέρει να «χορτάσει» εξάρτηση και ασφάλεια στα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν θα μπορέσει να αυτονομηθεί συναισθηματικά εύκολα, ενώ πάντα θα έχει την τάση να ερμηνεύει καταστάσεις ως απειλές που υπονομεύουν την ασφάλεια του. Το κενό δηλαδή από τον πρώτο-πρώτο δεσμό παραμένει ανοιχτό μέχρι να αυξηθεί η επίγνωση επ’ αυτού και να αρχίσει η αποκατάσταση της ασφάλειας από το ίδιο το άτομο όμως  προς τον εαυτό του.

Η μαζοχιστική σχέση μπορεί ωστόσο να αναμιχθεί και με το σωματικό και σεξουαλικό πόθο όπου όχι μόνο το πνεύμα συμμετέχει αλλά και ολόκληρο το σώμα. Πρόκειται για την ύστατη ψευδαίσθηση της οικειότητας, μια κραυγή για οικειότητα που οδηγεί σε αίσθημα μεγαλύτερου κενού.

Το σαδιστικό άτομο

Η ενεργητική τώρα μορφή της συμβιωτικής ένωσης αφορά τη κυριαρχία ή αλλιώς, το σαδισμό. Το σαδιστικό άτομο στην προσπάθεια του να γλιτώσει από το αίσθημα μοναξιάς που το καταλαμβάνει βρίσκει ένα ταίρι που πληροί τις προϋποθέσεις, δηλαδή δεν είναι ολόκληρο και «χρειάζεται» εξίσου την εξωτερική έδρα ανεφοδιασμού και πλήρωσης του δικού του κενού, δηλαδή το μαζοχιστικό άτομο.

Όσο πιο ανώριμο είναι το άτομο τόσο πιο πολύ η έδρα ανεφοδιασμού των συναισθηματικών του αναγκών βρίσκεται έξω από το ίδιο, πράγμα που είναι φυσιολογικότατο και αναμενόμενο στα βρέφη και στην παιδική ηλικία, αλλά όχι στη ενήλικη ζωή. Όταν δεν έχει ολοκληρωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό το συναισθηματικό τάισμα του ατόμου στα πρώτα χρόνια της ζωής, φαίνεται να δημιουργεί αρκετά σοβαρά προβλήματα, ακόμα και το υπόβαθρο για αρκετές "διαταραχές" αργότερα στη ζωή, όπως είναι οι εθισμοί.

Η τέχνη της αγάπης
 
Το σαδιστικό άτομο χρειάζεται τόσο το άτομο που λειτουργεί μαζοχιστικά όσο και το μαζοχιστικό άτομο το σαδιστικό. Το ένα είναι εξαρτημένο από το άλλο στον ίδιο βαθμό, ασχέτως εάν το ένα προβάλλει την εικόνα της κυριαρχίας. Η διαφορά εντοπίζεται μόνο στο ότι το σαδιστικό άτομο διατάζει, εκμεταλλεύεται, πληγώνει, ταπεινώνει και το μαζοχιστικό διατάζεται, πληγώνεται, υφίσταται την εκμετάλλευση, ταπεινώνεται.

Η διαφορά σε επίπεδο συναισθηματικής ανωριμότητας είναι ανύπαρκτη αλλά το σημαντικό σε αυτές τις καταστάσεις είναι το κοινό σημείο που έχουν τα δύο μέρη, που δεν είναι άλλο από μία σύνδεση που καθρεφτίζει την έλλειψη ακεραιότητας.

Μπορεί η βαθύτερη ανάγκη να είναι η οικειότητα αλλά το ασυνείδητο κίνητρο με το οποίο εισέρχονται αυτά τα άτομα σε μία σχέση είναι για να αρπάξουν ότι μπορούν από τον άλλον προκειμένου να γεμίσουν το κενό, στο όνομα πάντα της αγάπης. Οι δυο τους γίνονται ένα και παραμένουν ένα, άλλα όχι δύο όπως συμβαίνει στις ώριμες μορφές αγάπης.

Η τέχνη της αγάπης τελικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από το γνώθι σαυτόν που οδηγεί πρώτα στην αγάπη του εαυτού και μετά στο πηγαίο ενδιαφέρον και την αγάπη για τους άλλους.

Αν ο νους σου είναι φρέσκος, είναι φρέσκος και ο κόσμος

Χάνε το παρόν και θα ζεις μια ζωή πληκτική, βαρετή, ανιαρή. Να είσαι στο παρόν και θα εκπλαγείς που τίποτα δεν είναι πληκτικό.
Άρχισε κοιτάζοντας γύρω σου λίγο περισσότερο σαν παιδί. Γίνε και πάλι παιδί! Έχεις ξεχάσει την αμεσότητα, την οικειότητα.
Έχεις κόψει τις γέφυρες. Η γνώση λειτουργεί σαν τοίχος. Η αθωότητα λειτουργεί σαν γέφυρα.
Άρχισε να κοιτάζεις πάλι σαν παιδί.
Πήγαινε στην παραλία κι άρχισε να μαζεύεις κοχύλια. Δες ένα παιδί που μαζεύει κοχύλια. Είναι τόσο συγκλονισμένο, λες κι έχει ανακαλύψει ολόκληρο ορυχείο διαμαντιών.
Δες το παιδί που φτιάχνει κάστρα από άμμο, πόσο απορροφημένο είναι, σαν να μην υπάρχει τίποτα σπουδαιότερο στον κόσμο από το να φτιάχνει κάστρα.
Μη ζεις σαν να γνωρίζεις. Δεν γνωρίζεις τίποτα! Τη στιγμή που γνωρίζεις κάτι, εμφανίζεται η πλήξη. Η διαδικασία της γνώσης είναι τέτοια περιπέτεια, στην οποία δεν μπορεί να υπάρξει η πλήξη. Με τη γνώση, ασφαλώς μπορεί να υπάρξει. Με τη διαδικασία της γνώσης όμως δεν υπάρχει.
Και να σου θυμίσω ότι δεν μιλάω για καμιά θεϊκή γνώση, για καμιά εσωτερική γνώση, απλώς μιλάω γι' αυτήν εδώ τη ζωή.
Απλώς κοίταξε γύρω σου με λίγο περισσότερη καθαρότητα, λίγο περισσότερη διαύγεια και θα δεις η ζωή δεν είναι καθόλου πληκτική, αλλά ότι είναι καταπληκτική.
Αν όλα σου φαίνονται παλιά, αυτό σημαίνει ο νους σου είναι παλιός, έχει μουχλιάσει.
Αν ο νους σου είναι φρέσκος, είναι φρέσκος και ο κόσμος. Το ζήτημα δεν είναι ο κόσμος, αλλά ο καθρέφτης.
Αν υπάρχει σκόνη πάνω στον καθρέφτη, τότε ο κόσμος είναι παλιός. Αν δεν υπάρχει σκόνη, τότε πως μπορεί να είναι παλιός;
Αν τα πράγματα παλιώνουν, τότε νιώθεις πλήξη. Όλοι νιώθουν πλήξη μέχρι θανάτου.
Κοίταξε τα πρόσωπα των ανθρώπων.
Κουβαλάνε τη ζωή σαν βάρος, τη βαριούνται, δεν έχει νόημα γι’ αυτούς, μοιάζει με εφιάλτη, με κακό αστείο, με κόλπο που κάνει κάποιος εναντίον τους για να τους βασανίσει. Έτσι, η ζωή δεν είναι γιορτή, δεν μπορεί να είναι. Πώς να είναι γιορτή, όταν ο νους είναι βαρύς, γεμάτος αναμνήσεις; Μα ακόμα κι όταν γελάς, το γέλιο σου κουβαλάει την πλήξη σου. Κάνεις προσπάθεια για να γελάσεις και γελάς μόνο από ευγένεια.

Πολλές φορές μας είναι ευκολότερο να ζούμε στην άγνοια, αυτό μας κάνει πιο ευτυχισμένους

Πολλές φορές μας είναι ευκολότερο να ζούμε στην άγνοια, γιατί, όπως λέει η παροιμία, αυτό μας κάνει πιο ευτυχισμένους.

Ωστόσο, ο μέγας στρατηγός Σουν Τζου, που οι διδαχές του εφαρμόζονται ακόμα και σήμερα, διαβεβαίωνε πως δεν μπορείς να κερδίσεις μια μάχη αν δε γνωρίζεις εκτός από τον εχθρό, και τον εαυτό σου.

“Αν γνωρίζεις τον εχθρό και γνωρίζεις και τον εαυτό σου, δεν πρέπει να φοβάσαι την έκβαση ούτε εκατό μαχών” διαβεβαίωνε ο συγγραφέας του βιβλίου “Η τέχνη του πολέμου”.

Αν γνωρίσουμε τον εαυτό μας σε βάθος μπορεί να τρομάξουμε, γιατί, αν ερευνήσουμε πολύ και φτάσουμε ως τις πιο βαθιές πτυχές του εαυτού μας, ίσως βρούμε πράγματα που δεν θα μας αρέσουν. Για παράδειγμα, διακινδυνεύουμε:

Να έρθουμε αντιμέτωποι με πλευρές μας που απεχθανόμαστε.
Να θυμηθούμε τις στιγμές εκείνες που ενεργήσαμε άσχημα.
Να αισθανθούμε ντροπή ή ενοχή για καταστάσεις που ζήσαμε καιρό πριν.
Να ανακαλύψουμε ότι αυτό που έχουμε τώρα δεν είναι αυτό που θέλουμε πραγματικά.
Να χάσουμε ένα μέρος από την αυτοεκτίμησή μας όταν συνειδητοποιήσουμε τις αδυναμίες μας.

Όλα αυτά ίσως να μας ωθήσουν ν’ αφήσουμε στη σκοτεινή κόγχη της ψυχής αυτό που δε θέλαμε να δείχνουμε στον εαυτό μας και, πολύ περισσότερο στους άλλους.

Ωστόσο, πρέπει να αποβάλουμε τον φόβο.

Όπως διαβεβαιώνουν ερευνητές και ψυχολόγοι, το πρώτο βήμα για να υπερνικάμε δυσκολίες ξεκινάει από μια πράξη ενδοσκόπησης κι από δουλειά μέσα μας προκειμένου να βελτιωθεί αυτό που υπάρχει έξω.

Η εμβάθυνση στην αυτογνωσία αυτή μπορεί να μας βοηθήσει, μεταξύ άλλων, να βελτιώσουμε τη ζωή μας εξουδετερώνοντας τις εσφαλμένες πεποιθήσεις μας, οι οποίες συχνά μας βασανίζουν και μας κρατάνε σε κατάσταση παράλυσης.

Ο ερευνητής Γκάρι Μάρκους, του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης, διαβεβαιώνει πως οι αναμνήσεις που έρχονται στη μνήμη μας είναι αυτές που βρίσκονται σε αρμονία με τις πεποιθήσεις μας και πως εκείνες που δε συμφωνούν με τις τωρινές μας σκέψεις είναι πιο δύσκολο να τις θυμόμαστε. Γι’ αυτό, αν κάποιος έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, του είναι ευκολότερο να θυμάται μόνο τις καταστάσεις που δηλώνουν αυτή την έλλειψη. Κι όταν θυμώνουμε με κάποιον, σίγουρα μας έρχονται στον νου ένα σωρό περιπτώσεις που μας πρόσβαλε, αφήνοντας στην άκρη όλες εκείνες κατά τις οποίες έκανε καλά πράγματα για μας.

Γι’ αυτό τον λόγο, μεταξύ πολλών άλλων, είναι τόσο σημαντικό να φτάνουμε στη γνώση του εαυτού μας.

Το να ξέρουμε ότι απλώς είμαστε θυμωμένοι ή ότι αυτή η έλλειψη ασφάλειας επηρεάζει τα όσα πιστεύουμε και θυμόμαστε μπορεί να συμβάλει να ξεπεράσουμε μια κατάσταση ή ακόμα και να πάρουμε τα αναγκαία μέτρα για να την επιλύσουμε οριστικά.

Όπως διαβεβαιώνει ο Μάρκους στο βιβλίο του Αυτό θα σε κάνει εξυπνότερο:
“Ο νους μας είναι πεπερασμένος και απέχει πολύ από το να είναι ευγενής. Το να γνωρίζουμε τα όριά του μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοούμε καλύτερα τα πράγματα”.

Περικλής: Ο ηγέτης της δημοκρατίας που έκανε την Ελλάδα αθάνατη στον χρόνο

«Και καλείται το πο­λίτευμά μας Δημοκρατία, γιατί η κυβέρνηση της πόλης δεν βρίσκεται στα χέρια των ολίγων, βρίσκεται στα χέρια των πολλών», γράφει ο Αθηναίος ρήτορας, πολιτικός και στρατηγός Περικλής στον «Επιτάφιο Λόγο» του βάζοντας τα θεμέλια όχι μόνο της αθηναϊκής ακμής αλλά και του δυτικού πολιτισμού.

Ο άνθρωπος που συνύφανε την προσωπική του ζωή με την ίδια τη βιογραφία της πρώτης Δημοκρατίας ανέλαβε το έργο να καταστήσει πραγματικότητα το πολίτευμα του Κλεισθένη, τελειοποιώντας στην πράξη τις βασικές αρχές της λαϊκής βούλησης.

Και τα έκανε όλα χωρίς να έχει να βασιστεί κάπου, παρά μόνο στην ίδια την ανθρώπινη εμπειρία και το γενικό καλό! Η ιστορική πορεία του δημοκρατικού πολιτεύματος γεννιέται λοιπόν ως πολιτικό και κοινωνικό πείραμα του στρατηγού Περικλή, που χωρίς πρότυπα να ακολουθήσει, βασίζεται στις εμπνεύσεις του φωτεινού του πνεύματος για να αφήσει παρακαταθήκη τον αποτελεσματικότερο και δικαιότερο τρόπο συλλογικής ζωής.

Ο διαπρεπέστερος πολιτικός άνδρας της αρχαιότητας έκανε όμως πολλά περισσότερα από την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, καθώς στην εποχή του έλαβε χώρα η μεγαλύτερη ακμή της Αθήνας, όταν αποθεώθηκαν οι τέχνες, τα γράμματα και οι επιστήμες αφήνοντας κληρονομιά στην ανθρωπότητα την κλασική τελειότητα του 5ου π.Χ. αιώνα, που θα έπαιρνε τελικά το όνομα του πρώτου αυτού αθηναίου πολίτη.

Ο Χρυσός Αιώνας του Περικλή ήταν όλος έργο ενός ανθρώπου που αγάπησε τον κόσµο του, την Αθήνα, πιο πολύ από τον εαυτό του και πίστεψε τόσο πολύ στους συμπολίτες του ώστε να αντλήσει τη σχεδόν αυθάδικη δύναμη για να πειραματιστεί με τους ίδιους τους όρους της ανθρώπινης ύπαρξης. Το ευρύτατο πείραμά του θα τον δικαίωνε ιστορικά, καθώς το θάρρος της κολοσσιαίας δημιουργίας του θα γεννούσε έναν κόσμο που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί η κλασική αρχαιότητα. Και δεν θα ξανάβλεπε ίσως ποτέ η οικουμένη στους αιώνες που θα έρχονταν.

Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς, αυτός ο περιτριγυρισμένος από δόξα άντρας, χάρισε στην Αθήνα την πνευματική, οικονομική και καλλιτεχνική της φήμη με μια σειρά από γενναίες αποφάσεις που αποκαλύπτουν στην πλήρη έκτασή τους τα χαρίσματα του χαρακτήρα του. Όπως τα αριθμεί ο κορυφαίος Αθηναίος ιστοριογράφος Θουκυδίδης, ο Περικλής απέκτησε τη δύναμή του με το προσωπικό του κύρος, τη διανοητική του δεινότητα και τον ανιδιοτελή χαρακτήρα του. Συγκρατούσε τους συμπολίτες του χωρίς να περιορίζει τις ελευθερίες τους και δεν παρασύρθηκε ποτέ από τις επιταγές του πλήθους, αλλά αντιθέτως ήταν αυτός που καθοδηγούσε τον λαό, καθώς είχε το σθένος να αντιστρατεύεται, όταν χρειαζόταν, τα ιδιοτελή συμφέροντα του πλήθους.

Όταν διαπίστωνε ότι οι Αθηναίοι κυριεύονταν από έπαρση και επιδείκνυαν παράτολμο θάρρος, τότε τους μιλούσε με τέτοιον τρόπο ώστε να τους φοβίζει, ενώ αντίθετα όταν τους έβλεπε να δειλιάζουν χωρίς κάποιον σοβαρό λόγο, τους εγκαρδίωνε με τα λόγια του, όπως μας λέει ο Θουκυδίδης.

«Ο πολιτικός με τη βαθύτερη καλλιέργεια, ο πιο αυθεντικός και ο πιο ευγενής», όπως τον χαρακτήρισε αιώνες αργότερα ο μεγάλος Χέγκελ, στήριξε την οικοδόμηση του μεγαλείου της αθηναϊκής δημοκρατίας πάνω στα πυρηνικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, την έμφυτη δύναμη του νου του, τη διορατικότητα και την οξυδέρκεια, αλλά προπαντός την ανιδιοτέλειά του.

Ήξερε από όραμα ότι οι λαοί προκόβουν μόνο όταν το κοινό καλό τοποθετείται πάνω από το ατομικό συμφέρον, κι έτσι μίλησε στους Αθηναίους πολίτες με ευθύτητα και ειλικρίνεια, καθοδηγώντας τους με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον της πατρίδας. Αυτός, ένας αριστοκράτης και παραδειγματικό μέλος της ελίτ, έπαιρνε αποφάσεις όχι με γνώμονα τα συμφέροντα της τάξης του αλλά το καλό του λαού, υποστηρίζοντας τις λαϊκές μάζες με προνόμια και δικαιώματα σε βάρος της αριστοκρατίας.

Γι’ αυτό και στέφθηκε ως ο απόλυτος κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής επί δεκαετίες, πριν μετατραπεί σε σκηνοθέτη της μνημειακής χωροταξίας της πόλης και στείλει την Αθήνα και την Ελλάδα στο βάθρο που ανήκε μέχρι πρότινος μόνο στους θεούς…

Πρώτα χρόνια

Ο Περικλής του Ξανθίππου ο Χολαργεύς γεννιέται περί το 495 π.Χ. στον δήμο Χολαργού ως γιος του περίφημου αθηναίου στρατηγού Ξανθίππου, θριαμβευτή στη Ναυμαχία της Μυκάλης κατά των Περσών. Η μητέρα του, η Αγαρίστη, ήταν γόνος μιας από τις σημαντικότερες οικογένειες των Αθηνών, των Αλκμεωνιδών, και συγγενής του μεγάλου οραματιστή της δημοκρατίας Κλεισθένη. Λίγο πριν από τη γέννησή του, η Αγαρίστη βλέπει στο όνειρό της ότι δεν φέρνει στον κόσμο παιδί, αλλά λιοντάρι, σαν να της έκλεινε η μοίρα το μάτι δηλαδή.

Μεγαλώνοντας μέσα στις ανέσεις και τα προνόμια της αριστοκρατικής τάξης, ο μικρός Περικλής λαμβάνει την καλύτερη μόρφωση της εποχής που μπορούσε να εξασφαλίσει το χρήμα και οι υψηλές διασυνδέσεις. Οι δάσκαλοί του ήταν οι φιλόσοφοι Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος και Ζήνων ο Ελεάτης, αλλά και ο Πρωταγόρας και ο περίφημος μουσικός Δάμωνας. Τη βαθύτερη επίδραση στον ψυχισμό του μελετηρού μαθητή και φωτεινού πνεύματος είχε ο Αναξαγόρας, ο μέντορας του Περικλή, που του δίδαξε πέρα από τη χαρισματική ρητορική του δεινότητα, τις αρχές της ανεξαρτησίας του πνεύματος και της ευθυκρισίας, αλλά και τον αυτοέλεγχο, την πραότητα και τη διαλλακτικότητά του.

Κι έτσι ο φέρελπις νεαρός, αφού σμίλεψε τον χαρακτήρα του με τα καλύτερα διαθέσιμα υλικά, αποφάσισε να ακολουθήσει πολιτική καριέρα, κάτι που ήταν εξάλλου αποκλειστικό προνόμιο της τάξης του. Την ίδια εποχή θα κάνει έναν αποτυχημένο γάμο, που θα αποδώσει ωστόσο δύο παιδιά, και θα γίνει γνωστός στην αθηναϊκή κοινωνία ως χορηγός της αισχύλειας τραγωδίας «Πέρσαι» (472 π.Χ.), που αποσπά το πρώτο βραβείο στα Διονύσια και καθιερώνει τον λειτουργό της ως έναν από τους πιο προβεβλημένους νεαρούς Αθηναίους…

Πολιτική καριέρα

Η πολιτική ενασχόληση του Περικλή φαίνεται να ξεκινά το 463 π.Χ., όταν τον συναντάμε στους κατήγορους του Κίμωνα, γιου του στρατηγού Μιλτιάδη και ηγέτη της συντηρητικής παράταξης. Ο Περικλής είχε ήδη ενταχθεί στον δημοκρατικό σχηματισμό του Εφιάλτη (επιλέγοντας «αντί των πλουσίων και ολίγων τους φτωχούς και πολλούς», όπως μας λέει ο Πλούταρχος) και συνέβαλε καθοριστικά στην προώθηση του ψηφίσματος της Εκκλησίας του Δήμου το 461 π.Χ. που έψαχνε να αφαιρέσει τα προνόμια των ευγενών και να θέσει έτσι τέλος στο παλιό αριστοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, βάζοντας τα θεμέλια για τη σπουδαία αθηναϊκή δημοκρατία που ήταν προ των πυλών.

Ο Εφιάλτης δολοφονείται από ολιγαρχικούς κύκλους, που δεν του συγχώρεσαν ποτέ την καθιέρωση της λαϊκής ψήφου, ο Κίμωνας εξοστρακίζεται και η Κλασική Εποχή αχνοχαράζει. Η εμφατική νίκη του δημοκρατικού Περικλή κατά του ηγέτη των συντηρητικών θα σημάνει τις πρώτες στιγμές του νέου πολιτεύματος.

Ήδη από την αρχή, ο Περικλής προχώρησε σε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις για την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας του και συντάχθηκε με τον Δήμο, παίρνοντας τόσο φιλολαϊκά μέτρα που οι πολιτικοί του αντίπαλοι θα τον κατηγορήσουν για «λαϊκισμό». Ο Περικλής, μέσα από τη φωτισμένη διακυβέρνησή του, πέτυχε να επιβάλει την πλήρη εκδημοκρατικοποίηση της αθηναϊκής πολιτείας καταργώντας παραδοσιακά προνόμια της άρχουσας τάξης και κάνοντας όλους ίσους ενώπιον του νόμου.

Η ανακούφιση των Αθηναίων πολιτών συνέβαλε τα μέγιστα στην εμπέδωση του δημοκρατικού ιδεώδους, όπως και η αμοιβή που καθιέρωσε για τους πολίτες που θα προσέφεραν υπηρεσίες στα κοινά του τόπου, ώστε να μένουν ανεπηρέαστοι από τις Σειρήνες των προσωπικών συμφερόντων. Ταυτοχρόνως, αναβάθμισε, θωράκισε και ανεξαρτητοποίησε τη δικαιοσύνη παρέχοντας μισθό στους δικαστές της Ηλιαίας, οι οποίοι εκλέγονταν τώρα με ψηφοφορία και από τις δέκα φυλές του Δήμου των Αθηναίων.

Οι κατώτερες τάξεις μπορούσαν να κατέχουν σαφώς υψηλότερα αξιώματα από αυτά που τους επιτρέπονταν μέχρι πρότινος, καθώς ο Περικλής προωθούσε ανοιχτά τη διεύρυνση της δημοκρατικής βάσης, θεωρώντας πως μόνο μέσα από την αύξηση της λαϊκής κυριαρχίας θα μπορούσε να χτίσει τη στρατιωτική και κυρίως ναυτική δύναμη της Αθήνας. Όπως και έγινε.

Μετά τον θάνατο του αρχηγού των δημοκρατικών Εφιάλτη, ο λαοφιλής και λαοπρόβλητος Περικλής μετατράπηκε στον απόλυτο κυρίαρχο της πολιτικής ζωής της Αθήνας, μια θέση που θα κρατήσει μέχρι τον θάνατό του το 429 π.Χ. Τόσο καθολική ήταν η απήχηση των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεών του που όταν επέστρεψε από την εξορία του ο Κίμωνας το 451 π.Χ., δεν έφερε καμία δημόσια αντίθεση στο πρόγραμμα του σφοδρού πολιτικού του αντιπάλου.

Ανενόχλητος πλέον, καθώς οι συντηρητικοί ήταν αποδυναμωμένοι, ο Περικλής συνέχισε το δημοκρατικό του όραμα προσπαθώντας τώρα να αλλάξει τη δεινή θέση των απόρων και την επαφή τους με την παιδεία. Χορηγεί θεατρικό επίδομα στους φτωχούς πολίτες από τα δημόσια ταμεία, ώστε να μπορούν να έρθουν σε επαφή με το διδακτικό ελληνικό θέατρο και να ανέβει το μορφωτικό επίπεδο των Αθηναίων μέσω της αγωγής των πολιτών.

Ο Περικλής κυβέρνησε τη λατρεμένη Αθήνα του για τριάντα και πλέον χρόνια (461-429 π.Χ.) και κράτησε το αξίωμα του στρατηγού για δεκατέσσερα (443-429 π.Χ.), αλλάζοντας όχι μόνο το πρόσωπό της αλλά και την ίδια τη θέση της στον κόσμο, καθώς τη μετέτρεψε στο πιο λαμπρό οικονομικό, εμπορικό, πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο της Μεσογείου. Τα φιλολαϊκά του μέτρα δεν σταμάτησαν ποτέ να προωθούνται, μαγνητίζοντας την αγάπη και την αφοσίωση του απλού πολίτη και κάνοντας δημόσια αξιώματα και θέσεις ευθύνης προσιτά σε όλους τους Αθηναίους πολίτες.

Αφού τακτοποίησε την κατάσταση στο εσωτερικό της Αθήνας, χρειαζόταν κάτι ακόμα για να γεννηθεί ο Χρυσός Αιώνας του Περικλή: η στρατιωτική πρωτοκαθεδρία της πόλης-κράτους του. Το αθηναϊκό ναυτικό έγινε περιώνυμο επί των ημερών του και απάλλαξε τις ελληνικές θάλασσες από την πειρατεία, προκαλώντας μια πρωτόγνωρη και απρόσκοπτη εμπορική άνθηση, αυξάνοντας έτσι τα δημόσια έσοδα αλλά και την επιρροή της Αθήνας στο Κοινό των Ελλήνων.

Εγκατέστησε τους φτωχότερους ακτήμονες σε γεωργικούς κλήρους των αθηναϊκών αποικιών στα νησιά και τη Θράκη ενισχύοντας έτσι τους δεσμούς με τη μητρόπολη. Η δεξιοτεχνική εξωτερική πολιτική του Περικλή κατέστησε την Αθήνα ως την ισχυρότερη πόλη-κράτος σε όλο τον ελληνικό κόσμο.

Θέλοντας να ολοκληρώσει τη μετατροπή της παλιάς Δηλιακής Συμμαχίας σε Αθηναϊκή Ηγεμονία, ο Περικλής τήρησε μια άκαμπτη εξωτερική πολιτική που βασίστηκε σε δύο σημεία: την παραδειγματική τιμωρία των πόλεων-κρατών που θέλησαν να απεμπλακούν από τη σφαίρα επιρροής της Αθήνας (όπως η Εύβοια και η Σάμος) αλλά και την υπονόμευση της δύναμης τόσο του ελληνικού εχθρού (παράλια Πελοποννήσου και Θράκη) όσο και των βαρβάρων που απειλούσαν το Κοινό των Ελλήνων. Ο Περικλής ολοκλήρωσε τις αθηναϊκές οχυρώσεις με τα περίφημα Μακρά Τείχη Αθήνας-Πειραιά, καθώς τα τύμπανα του πολέμου με τη Σπάρτη ηχούσαν εδώ και καιρό…

Τα κλασικά αρχιτεκτονήματα της Αθήνας

Ο Περικλής, που οδήγησε την Αθήνα στον χρυσό αιώνα της άμεσης δημοκρατίας, των γραμμάτων, των τεχνών και του πολιτισμού, μεταμόρφωσε την πόλη του με τέτοιου κάλλους και σπουδαιότητας έργα που έμελλε να μείνουν αθάνατα. Αυτό που επιδίωξε ουσιαστικά να κάνει ήταν να ανοικοδομήσει τους ναούς και τα ιερά που είχαν καταστραφεί από τους Πέρσες και κυρίως τον Παρθενώνα. Τη διεύθυνση για την κατασκευή των καλλιτεχνημάτων ανέθεσε στον σπουδαίο Φειδία, υπό την επίβλεψη του οποίου χτίστηκε ο Παρθενώνας, σύμφωνα με τον σχεδιασμό των Ικτίνου και Καλλικράτη, ενώ τα Προπύλαια της Ακρόπολης ήταν έργο του Μνησικλή.

Πλάι στα επιβλητικότατα λατρευτικά αρχιτεκτονήματα συνυπήρχαν τώρα εντυπωσιακές γλυπτικές δημιουργίες, όπως το περίφημο Χρυσελεφάντινο Άγαλμα της Αθηνάς στον Παρθενώνα (έργο του Φειδία), αλλά και το χάλκινο της Προμάχου Αθηνάς μεταξύ Προπυλαίων και Παρθενώνα, το οποίο ήταν τόσο ψηλό ώστε λεγόταν ότι ήταν ορατό ακόμα και από το Σούνιο.

Η Αθήνα ήταν το αδιαφιλονίκητο κέντρο του πνεύματος και της τέχνης, συγκεντρώνοντας τους σπουδαιότερους φιλοσόφους και παιδαγωγούς της Ελλάδας, καθώς όλοι ήθελαν τώρα να διδάξουν στη λαμπρή μητρόπολη της Μεσογείου. Ρήτορες γοήτευαν το κοινό, αρχιτέκτονες κατασκεύαζαν θαύματα, γλύπτες και ζωγράφοι ίδρυαν εργαστήρια και συγγραφείς και ποιητές (μεγέθους Σοφοκλή και Ευριπίδη) έγραφαν τις διαχρονικές τραγωδίες τους, κάνοντας το θέατρο την αγαπημένη ψυχαγωγία όλων. Παρά το τεράστιο οικονομικό κόστος, ο Περικλής προώθησε το ολοκληρωμένο σχέδιό του για τις επιστήμες, τις καλές τέχνες αλλά και τα μεγάλα δημόσια έργα.

Ολόκληρο το όραμά του για την πόλη δεν έμελλε να ολοκληρωθεί, λόγω του πολυετή πολέμου που ακολούθησε, αν και η Αθήνα μεταμορφώθηκε τελικά στο ανεπανάληπτο θαύμα όλου του γνωστού κόσμου με την κλασική τελειότητα και την αρμονία της. Όσο για τα υπέρογκα κεφάλαια για τις λαμπρές αυτές θεωρητικές και πρακτικές κατασκευές, συγκεντρώνονταν από το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τις εξαγωγές, αλλά και τις εισφορές από τους συμμάχους για τη στρατιωτική και πολιτική προστασία που τους παρείχε η πόλη-κράτος του Περικλή…

Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος και το τέλος

Μόνο η στρατιωτική ήττα της Αθήνας θα μπορούσε να δώσει τέλος στο μεταρρυθμιστικό όραμα του Περικλή και τη νέα πραγματικότητα που είχε αυτό οικοδομήσει στην Αθήνα. Και θα ήταν ο αιώνιος αντίπαλος των Αθηναίων, οι Σπαρτιάτες, που θα προσυπέγραφαν τον χαμό της, καθώς δεν συγχώρεσαν ποτέ την εμφατική νίκη του Περικλή περί το 445 π.Χ., που τους υποχρέωσε σε ταπεινωτική ειρήνη 30 ετών.

Τώρα όμως ήταν ώρα για τον αιματοβαμμένο Πελοποννησιακό Πόλεμο που θα σημάνει το τέλος του Χρυσού Αιώνα του Περικλή και θα βάλει τη δημοκρατία σε πολλές περιπέτειες, καθώς σύντομα θα εκφυλιζόταν σε φαυλοκρατία. Την άνοιξη του 431 π.Χ., ο σπαρτιάτης βασιλιάς Αρχίδαμος κατέφτασε στην Αττική με μεγάλο στράτευμα, στο οποίο συμμετείχαν πολλές συμμαχικές των Λακεδαιμονίων πόλεις (Πελοποννησιακή Συμμαχία). Η εκστρατεία αυτή σκοπό είχε να καταστρέψει την Αθήνα κατακαίγοντας τα πάντα στο πέρασμά της, αν και δεν θα τολμούσε τελικά να πλησιάσει την Αθήνα.

Ο Περικλής ήξερε ότι οι Σπαρτιάτες ήταν πρακτικά ανίκητοι στη στεριά, κι έτσι αποφάσισε να τους χτυπήσει εκεί που είχε την αναντίρρητη υπεροχή, τη θάλασσα. Οι αψιμαχίες των δύο πόλεων-κρατών του 431 π.Χ. θα γενικεύονταν και ο πόλεμος θα γινόταν πανελλήνιος, κρατώντας 27 ολόκληρα χρόνια (431-404 π.Χ.), ως «ο σπουδαιότερος από όλους τους παλαιότερους πολέμους, επειδή, όταν άρχισε, οι δυο αντίπαλοι ήταν στην ακμή της δύναμής τους, ήταν καλά προετοιμασμένοι και όλοι οι άλλοι Έλληνες έπαιρναν ή ήταν έτοιμοι να πάρουν το μέρος του ενός ή του άλλου», όπως μας λέει ο έγκριτος Θουκυδίδης.

Έναν χρόνο μετά την κήρυξη του πολέμου, έφτασαν στην Αθήνα τα οστά των πρώτων νεκρών. Τρεις μέρες διάρκεσε το λαϊκό προσκύνημα και την ημέρα της ταφής τον επικήδειο εκφώνησε ο ίδιος ο Περικλής. Ο λόγος του διασώθηκε από τον Θουκυδίδη και έμεινε γνωστός ως «Περικλέους Επιτάφιος», ένα λαμπρό μνημείο ιδεών αλλά και γλωσσικής δεινότητας.

Τα τείχη του Περικλή αποδείχτηκαν απόρθητα και οι Σπαρτιάτες δεν τόλμησαν να εισβάλουν στην πόλη, η οποία κάμφθηκε όπως ξέρουμε από την πείνα και τις αρρώστιες (λοιμός), καθώς όλοι είχαν κλειστεί μέσα τους. Ο θάνατος άρχισε να απλώνει τα μαύρα του φτερά παντού και ο ίδιος ο Περικλής έχασε την αδελφή του και τους δυο του γιους από τον πρώτο του γάμο.

Παρά το γεγονός ότι ο μεγάλος αυτός άντρας θα προλάβαινε μόλις τα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου, καθώς προσβλήθηκε κι αυτός από τον φοβερό λοιμό που έπληξε την πολιορκημένη Αθήνα, έζησε ωστόσο αρκετά για να δει τους Αθηναίους να στρέφονται εναντίον του, επιρρίπτοντάς του τις ευθύνες για την ένοπλη σύγκρουση και τη φρίκη του λοιμού. Κι αυτό γιατί ήταν ο ίδιος που με μεγάλη αυτοπεποίθηση και υπεροψία ενδεχομένως είχε θεωρήσει τον πόλεμο αναγκαίο κακό (και συχνά καλοδεχούμενο), απορρίπτοντας το τελεσίγραφο με τις υπερβολικές απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων, καθώς κάτι τέτοιο, ισχυρίστηκε, θα άνοιγε την όρεξη των Πελοποννήσιων για ακόμα μεγαλύτερες απαιτήσεις.

Αναμφίβολα ο Περικλής θεώρησε τη θαλασσοκράτειρα Αθήνα με τον πανίσχυρο στόλο της ανίκητη και έβαλε σκοπό να πείσει τον λαό του για πολεμικές προετοιμασίες, αποσπώντας τελικά τη σύμφωνη γνώμη του. Ο Περικλής έφυγε από τη ζωή στις πρώτες πράξεις του πολέμου των δύο κόσμων, όταν ο εχθρός εισέβαλε στην Αττική και κατέστρεφε τη γη και οι Αθηναίοι ρήμαζαν με το υπέρτερο ναυτικό τους διάφορα γωνιές της Πελοποννήσου.

Καταβεβλημένος συναισθηματικά από τις οικογενειακές του απώλειες και άρρωστος ο ίδιος για αρκετό καιρό, εμφανίστηκε στο δικαστήριο για να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να πείσει τους δικαστές πως η Σπάρτη ήταν εκείνη που ξεκίνησε τον πόλεμο. Το δικαστήριο τον αθώωσε μεν, αλλά οι Αθηναίοι δεν τον εξέλεξαν ξανά στρατηγό, επιβάλλοντάς του ταυτοχρόνως εξοντωτικό πρόστιμο, παρά το γεγονός ότι η δικαστική διερεύνηση δεν εντόπισε σφάλματα και παραλείψεις από μέρους του. Ο τρομερός λοιμός της Αθήνας θέρισε το ένα τρίτο του πληθυσμού και με τις ζωές τους να έχουν αλλάξει ριζικά, οι πολίτες τον έπαυσαν από τα καθήκοντά του.

Αν και την επόμενη χρονιά, με την κατάσταση να βελτιώνεται σταδιακά, οι Αθηναίοι τον ξαναθυμήθηκαν και τον εξέλεξαν εκ νέου στρατηγό, εκφράζοντάς του τώρα την ευγνωμοσύνη τους. Ακόμα και τον γιο του, καρπό του γάμου του με την εταίρα Ασπασία από τη Μίλητο, προθυμοποιήθηκαν να κάνουν Αθηναίο πολίτη, παρά τον αυστηρό νόμο του ίδιου του Περικλή για την αθηναϊκή υπηκοότητα, σύμφωνα με τον οποίο πολιτικά δικαιώματα είχε αποκλειστικά εκείνος που και οι δύο γονείς του ήταν Αθηναίοι.

Ο Περικλής πείθει τον λαό του να συνεχίσει να ακολουθεί την ίδια στρατηγική, τη μάχη στη θάλασσα δηλαδή και την αποφυγή κάθε ευθείας αντιπαράθεσης στη στεριά μέσω άμυνας εντός των τειχών, καθώς πίστευε πως στο τέλος η Αθήνα θα έβγαινε νικήτρια. Όπως μας λέει και ο Θουκυδίδης, «φαίνεται, λοιπόν, καθαρά ότι στην αρχή του πολέμου, οι δυνάμεις της Αθήνας ήσαν περίσσιες και δικαιολογούσαν τις προβλέψεις του Περικλή που πίστευε ότι εύκολα θα μπορούσε να νικήσει μόνους τους Πελοποννησίους». Προσβεβλημένος όμως από την επιδημία και ψυχικά ταλαιπωρημένος, πέθανε τον Αύγουστο του 429 π.Χ., συμπαρασύροντας στον θάνατο και τον Χρυσό Αιώνα του. Η παρακμή της πόλης είχε ξεκινήσει με τον χαμό του πρώτου της πολίτη, του θνητού που κατάφερε να ξεπεράσει ακόμα και τους ολύμπιους θεούς…

Ενδεικτικό της σεμνότητάς του αλλά και της τυφλής πίστης του στα δημοκρατικά ιδεώδη ήταν ο μονόλογος που σιγομουρμούριζε κάθε πρωί: «Όρα και φύλαττε Περικλή (Κοίτα και πρόσεχε Περικλή) / Άρχεις Ελευθέρων Ανθρώπων / Άρχεις Ελλήνων / Άρχεις Αθηναίων»…

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Ησιόδεια έπη - Έργα και Ημέραι, Διδακτική ποίηση

H γνωστή και από τη Θεογονία απαισιοδοξία του Hσιόδου στα Έργα ενισχύεται και εξειδικεύεται: ο μύθος των πέντε εποχών εικονογραφεί την έκπτωση του ανθρώπου από μια κατάσταση σχεδόν παραδείσια σε έναν βίο επίμοχθο, μοχθηρό και άδικο. Aπό την άποψη αυτή ο ποιητής, βασισμένος ίσως και στη λαϊκή θυμοσοφία (τα περασμένα χρόνια είναι πάντα τα καλύτερα), υπονομεύει ήδη στα τέλη του 8ου αιώνα π.X. ή στις αρχές του 7ου κάθε ερμηνεία της ιστορίας του ανθρώπου ως εξελισσόμενης προόδου.
 
Έργα προωθούν, συμπληρώνουν και διορθώνουν κρίσιμα θέματα της Θεογονίας: η ιστορία του Προμηθέα και της πρότυπης γυναίκας, που τώρα ονομάζεται Πανδώρα, παραλλάσσεται και διευρύνεται· η συμπαγής έρις της Θεογονίας διχάζεται σε αγαθή και κακή· η δίκη μοιράζεται σε ἰθεῖα και σκολιή. Σε ανάλογη διαίρεση υποβάλλονται και άλλες ανθρωπολογικές αρχές: λ.χ. η αιδώς, η φήμη, η ελπίς. Mε τους όρους αυτούς θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι τα Έργα εισάγουν διπολικές έννοιες θρησκευτικής, ηθικής και κοινωνικής τάξης, οι οποίες στεγάζονται κάτω από το ίδιο όνομα· να μιλήσει για ένα είδος ποιητικής διαλεκτικής, που την είχε εγκαινιάσει εξάλλου, με άλλο τρόπο και σε άλλο επίπεδο, ο ποιητής της Oδύσσειας.
 
Δίχως αμφιβολία, ο Hσίοδος υπερασπίζεται στα Έργα του την ιδιοκτησία, εγκρίνει την κληρονομική περιουσία, δέχεται την οικονομική διαστρωμάτωση της κοινωνίας του καιρού του. O εύλογος, ωστόσο, αυτός συντηρητισμός αποδεικνύεται δυναμικός, στον βαθμό που καταδικάζει τις αυθαιρεσίες της εξουσίας, προτείνει την ανταγωνιστική άμιλλα και ευνοεί τη μετάταξη διά της εργασίας των πτωχών.
 
H γεωργική και αγροτική ζωή περιγράφονται και αξιολογούνται στα Έργα σε σχέση προς τον μικρογαιοκτήμονα και τον μικροεισοδηματία· όχι προς στήριξη της παραδοσιακής και νεότερης αριστοκρατίας, που την εκπροσωπούν μέσα στο ποίημα οι βασιλείς, μοιρασμένοι τώρα σε αγαθούς και δωροφάγους.
 
Άμεσες πολιτικές προθέσεις δεν φαίνεται να έχουν τα Έργα. Προσφέρουν όμως ρεαλιστική εικόνα μιας κλειστής μάλλον κοινότητας, εντοπισμένης στην "κώμη", στην περίοικη καλλιεργημένη περιοχή και στις αγροτικές μονάδες που ονομάζουμε σήμερα χωριά. H σύνθεση αυτής της κοινότητας προβλέπει, όπως θα το περιμέναμε, ελεύθερους και δούλους: στις πτωχότερες οικογένειες αναλογεί ένας δούλος· στις ευπορότερες περισσότεροι.
 
O δραστικά διδακτικός τρόπος και τόνος των Έργων προϋποθέτει κοινωνία που επιτρέπει στους ποιητές της να ασκούν κριτική. Tο γεγονός ότι η κριτική φωνή των αοιδών παραμένει συχνά ανίσχυρη (βλ. τον αίνο με το γεράκι και το αηδόνι) δεν αίρει τη σημασία της παρέμβασής τους στα κοινά. Mε τα Έργα πάντως του Hσιόδου εδραιώνεται στην αρχαία ελληνική γραμματεία και ζωή ο τύπος της διδακτικής ποίησης.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (869-907)

ΑΙ. ἒ ἔ, ὀτοτοτοῖ.
870 ΧΟ. — ἔα ἔα μάλα·
— πῶς ἔχει; πῶς κέκρανται δόμοις;
— ἀποσταθῶμεν πράγματος τελουμένου,
ὅπως δοκῶμεν τῶνδ᾽ ἀναίτιαι κακῶν
εἶναι· μάχης γὰρ δὴ κεκύρωται τέλος.

ΟΙΚΕΤΗΣ
875 οἴμοι, πανοίμοι δεσπότου †τελουμένου·
οἴμοι μάλ᾽ αὖθις ἐν τρίτοις προσφθέγμασιν.
Αἴγισθος οὐκέτ᾽ ἔστιν. ἀλλ᾽ ἀνοίξατε
ὅπως τάχιστα, καὶ γυναικείους πύλας
μοχλοῖς χαλᾶτε· καὶ μάλ᾽ ἡβῶντος δὲ δεῖ—
880 οὐχ ὥστ᾽ ἀρῆξαι διαπεπραγμένῳ· τί γάρ;
ἰοὺ ἰού.
κωφοῖς ἀυτῶ καὶ καθεύδουσιν μάτην
ἄκραντα βάζω. ποῦ Κλυταιμήστρα; τί δρᾷ;
ἔοικε νῦν αὐτῆς †ἐπὶ ξυροῦ πέλας
αὐχὴν πεσεῖσθαι πρὸς δίκην πεπληγμένος.
885 ΚΛ. τί δ᾽ ἐστὶ χρῆμα; τίνα βοὴν ἵστης δόμοις;
ΟΙΚ. τὸν ζῶντα καίνειν τοὺς τεθνηκότας λέγω.
ΚΛ. οἲ ᾽γώ, ξυνῆκα τοὔπος ἐξ αἰνιγμάτων.
δόλοις ὀλούμεθ᾽, ὥσπερ οὖν ἐκτείναμεν.
δοίη τις ἀνδροκμῆτα πέλεκυν ὡς τάχος·
890 εἰδῶμεν εἰ νικῶμεν, ἢ νικώμεθα.
ἐνταῦθα γὰρ δὴ τοῦδ᾽ ἀφικόμην κακοῦ.
ΟΡ. σὲ καὶ ματεύω· τῷδε δ᾽ ἀρκούντως ἔχει.
ΚΛ. οἲ ᾽γώ. τέθνηκας, φίλτατ᾽, Αἰγίσθου βία.
ΟΡ. φιλεῖς τὸν ἄνδρα; τοιγὰρ ἐν ταὐτῷ τάφῳ
895 κείσῃ. θανόντα δ᾽ οὔτι μὴ προδῷς ποτε.
ΚΛ. ἐπίσχες, ὦ παῖ, τόνδε δ᾽ αἴδεσαι, τέκνον,
μαστόν, πρὸς ᾧ σὺ πολλὰ δὴ βρίζων ἅμα
οὔλοισιν ἐξήμελξας εὐτραφὲς γάλα.
ΟΡ. Πυλάδη, τί δράσω; μητέρ᾽ αἰδεσθῶ κτανεῖν;
ΠΥΛΑΔΗΣ
900 ποῦ δὴ τὸ λοιπὸν Λοξίου μαντεύματα
τὰ πυθόχρηστα, πιστά τ᾽ εὐορκώματα;
ἅπαντας ἐχθροὺς τῶν θεῶν ἡγοῦ πλέον.
ΟΡ. κρίνω σε νικᾶν, καὶ παραινεῖς μοι καλῶς.
ἕπου, πρὸς αὐτὸν τόνδε σε σφάξαι θέλω·
905 καὶ ζῶντα γάρ νιν κρείσσον᾽ ἡγήσω πατρός.
τούτῳ θανοῦσα ξυγκάθευδ᾽, ἐπεὶ φιλεῖς
τὸν ἄνδρα τοῦτον, ὃν δὲ χρῆν φιλεῖν στυγεῖς.

***
ΑΙΓΙΣΤΟΣ
Αλί μου, συμφορά!

ΧΟΡΟΣ
870 Α, α! τί να γένηκε,
πώς να τέλειωσε μέσα το πράμα;
Μ᾽ ας τραβηχτούμε κι ό,τι να ᾽ναι παίρνει τέλος,
για να μην πέσει απάνω μας καμιά υποψία
για το κακό· γιατί έχει πια κριθεί ο αγώνας.

ΔΟΥΛΟΣ
Αλί και παναλί! χτυπήσαν τον αφέντη·
αλί, πάλι ξανά και τρεις φορές φωνάζω·
τέλειωσε, πάει ο Αίγιστος· ανοίξετέ μας
ευτύς αμέσως· ξεμπαρώσετε τις πόρτες
του γυναικείου· μα εδώ χρειάζετ᾽ άντρας κι άντρας,
880 όχι γι᾽ αυτόν — τι τ᾽ όφελος; πάει πού πάει.
Ε σεις, ε σεις!
Βροντώ σε κουφού πόρτα κι άγνοιαστοι κοιμούνται·
του κάκου κράζω· που ᾽ναι η Κλυταιμνήστρα, που ᾽ναι
μα τώρα κι αυτής φαίνεται στη κόψη απάνω
στέκει ο λαιμός, να πέσει δίκια χτυπημένος.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Τί τρέχει; τί ν᾽ αυτή που σήκωσες η αντάρα;

ΔΟΥΛΟΣ
Σκοτώνουν, λέω, το ζωντανό οι πεθαμένοι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Οϊμέ!
Κατάλαβα τί παν να πουν τα αινίγματά σου·
με δόλο, όπως σκοτώσαμε, και θα χαθούμε·
μ᾽ ας δώσει ένας ευτύς το αντρόφονο πελέκι,
890 να δούμε αν θα νικήσουμε ή θα νικηθούμε,
μια που ως εδώ κατάντησε το κακό νά ᾽ρθει.

ΟΡΕΣΤΗΣ
Σένα και ᾽γω ζητώ· όσο γι αυτόν, καλά ᾽ναι.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Νεκρός, αλί μας, Αίγιστέ μου αγαπημένε.

ΟΡΕΣΤΗΣ
Τον αγαπάς αυτόν; λοιπόν στον ίδιο τάφο
μαζί, δε θα τον χωριστείς νεκρόν ποτέ σου.

ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Στάσου, παιδί μου! τούτο καν σεβάσου, γιε μου,
το στήθος, που συχνά κοιμισμένος επάνω
άρμεξες με τα γούλια σου θραφτερό γάλα.

ΟΡΕΣΤΗΣ
Τί λες Πυλάδη; μάνα — πώς να τη σκοτώσω;

ΠΥΛΑΔΗΣ
900 Πού πάνε του Λοξία λοιπόν τότε οι μαντείες,
της Πυθώς ο χρησμός κι η ορκοδεμένη πίστη;
κάλλια όλους να ᾽χεις παρά τους θεούς εχθρούς σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ
Δίκιο έχεις, κρίνω! και σωστή ᾽ναι η συμβουλή σου.
Έρχου μαζί· δίπλα του θέλω να σε σφάξω,
γιατί πιο κάλλιο απ᾽ τον πατέρα μου τον είχες
σαν ήταν στη ζωή· λοιπόν και πεθαμένη
κοιμού μαζί του· αφού τον αγαπάς αυτόν
κι αποστρέφεσαι κείνον που ήταν ν ᾽αγαπούσες.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΘΕΟΙ - ΑΠΟΛΛΩΝ ή ΑΠΕΛΛΩΝ - Θεός μαντικός

Η ίδρυση του μαντείου των Δελφών

Ο Απόλλωνας έμαθε την τέχνη της μαντικής από τον Πάνα, γιο του Δία και της Θύβρης. Μέχρι να φτάσει στο σημείο ο Απόλλωνας να ιδρύσει το μαντείο του στους Δελφούς πέρασε από διάφορους τόπους, όπως η μητέρα του στην προσπάθειά της να γεννήσει τα παιδιά της. Απ' όπου περνούσε ο θεός, ακόμη κι αν δεν ίδρυε εκεί το ιερό του, εγκαθιδρυόταν η λατρεία του. Σύμφωνα με τον ομηρικό ύμνο πέρασε διαδοχικά από τους παρακάτω τόπους: Όλυμπος → Πιερία → Λέκτο → Αινιάνες (πηγές Σπερχειού), Περραιβοί (κάμπος της Λάρισας) → Ιωλκός → ακρωτήριο Κηναίο της Εύβοιας → Ληλάντιο πεδίο (ανάμεσα Χαλκίδα και Ερέτρεια) → Εύριπος → βουνό Μεσσάπιο → Μυκαλησσός → Τευμησσός → Θήβα → Ογχηστός → Κηφισός (που απ' τη Λίλαια το καλλίρροο νερό του αναβρύζει) → Ωκαλέη →Αλίαρτος (κοντά στην Κωπαΐδα) →Τελφούσα, κάτω από το βουνό Τελφούσιο → Πανοπέας → πολιτεία των Φλεγύων στην Κηφησίδα λίμνη κοντά → Κρίσα, κάτω απ' το χιονισμένο Παρνασσό. Μέχρι που κατέληξε.
 
Απόλλων και Δελφύνη(ς)
 
Όταν έφτασε στους Δελφούς, χρειάστηκε να σκοτώσει τον δράκο που φυλούσε την πηγή κοντά στο παλιό μαντείο και που, σύμφωνα με το λεξικό Σούδα, ονομαζόταν Δελφύνης. Όταν ο Απόλλωνας κατέλαβε τον χώρο, σκότωσε τον δράκο. Από αυτόν ονομάστηκε ο τόπος, Δελφοί, αλλά και η ιέρεια του Απόλλωνα, Πυθία, και ο ίδιος ο θεός, Πύθιος, γιατί εκεί τάφηκε και σάπισε το φίδι αυτό -πύθω = σαπίζω. Στον ομηρικό ύμνο η δράκαινα αυτή του παλιού μαντείου ήταν ανώνυμη και μόνο αργότερα την ονόμασαν και την είπαν Δέλφυνα ή Δελφύνη (Καλλίμ. απ. 88· Απολλ. Ρ. 2.706). Ο δράκοντας αυτός είναι διαφορετικός από τον δράκο Πύθωνα των Δελφών, που φυλούσε το μαντείο, όπου χρησμοδοτούσε η Θέμιδα· αυτός πρέπει να είναι μεταγενέστερη και διαδοχική μορφή του μύθου.
 
Απόλλων και Πύθωνας
 
Ο Πύθωνας ήταν φίδι, φρουρός του μαντείου και της ιερής πηγής, που όμως σκότωνε ζώα και ανθρώπους, θόλωνε τα νερά, κατέσκαπτε την εύφορη κοιλάδα της Κρίσας, τρόμαζε τις Νύμφες. Σαν γιος της Γαίας που ήταν, είχε την ικανότητα να χρησμοδοτεί, εμπόδισε μάλιστα τον Απόλλωνα να πλησιάσει το χάσμα, δηλαδή τον υπόγειο χώρο του μαντείου, όπου η ιέρεια, σε κατάσταση έκστασης, χρησμοδοτούσε. Αυτόν τον αντίπαλο χρειάστηκε να εξουδετερώσει ο Απόλλωνας, και εξαιτίας αυτού του φόνου ο θεός λατρεύτηκε και με το επίθετο Πύθιος, ενώ η ιέρειά του ονομαζόνταν Πυθία. Άλλη εκδοχή αποδίδει τις ονομασίες αυτές στο ρήμα πύθω, πύθομαι, που σημαίνει σαπίζω, από τη δράκαινα Δελφύνη, φύλακα του παλιού μαντείου, που επίσης μυθολογείται ότι τη σκότωσε ο Απόλλωνας -το νεκρό της σώμα είχε ταφεί εκεί και σάπιζε. Ο Πύθωνας δεν ταυτίζεται με τη Δελφύνη αλλά θεωρείται μεταγενέστερη και διαδοχική μορφή του μύθου, ενώ στον Ομηρικό Ύμνο στον Απόλλωνα, και ενίοτε στην τέχνη, ταυτίζεται με την Έχιδνα. Λεγόταν, ακόμη, ότι ο Πύθωνας γεννήθηκε από τη λάσπη που άφησε πίσω του ο κατακλυσμός, ότι μπορεί να ήταν αρσενικός ή θηλυκός.
 
Σύμφωνα με τον Υγίνο (Fab. 140) χρησμός φανέρωνε τον θάνατο του Πύθωνα από ένα γιο της Λητώς. Όταν, λοιπόν, η Λητώ έμεινε έγκυος από τον Δία, η γυναίκα βρέθηκε ανάμεσα σε δύο εχθρούς: τον Πύθωνα που προσπάθησε να τη σκοτώσει και την απατημένη σύζυγο του Δία, την Ήρα, που όρισε να μην μπορεί η Ήρα να γεννήσει σε μέρος που το έβλεπε ο Ήλιος. Με εντολή του Δία ο άνεμος Βορέας πήρε μακριά τη Λητώ και την πήγε στον Ποσειδώνα, ο οποίος, με προτροπή του αδελφού του Δία, έκρυψε την έγκυο γυναίκα στο νησί Ορτυγία που το κάλυψε με κύματα. Άπραγος ο Πύθωνας επέστρεψε στον Παρνασσό, ενώ ο Ποσειδώνας ανύψωσε το νησί πάνω από τα κύματα -γι' αυτό μετονομάστηκε σε Δήλο- και εκεί γέννησε η Λητώ πιασμένη από έναν φοίνικα. Τέσσερις μέρες μετά τη γέννησή του, ο Απόλλωνας σκότωσε τον Πύθωνα με τα βέλη που του χάρισε ο Ήφαιστος αμέσως μετά τη γέννησή του, παίρνοντας εκδίκηση για τα σχέδια του δράκου εναντίον της μητέρας του Λητώς. Ύστερα έκλεισε τα κόκαλα του νεκρού Πύθωνα σε λέβητα, που τον φύλαξε μέσα στον ναό του στους Δελφούς, και καθιέρωσε προς τιμή του νεκρικούς αγώνες, τα Πύθια. Παράλληλα, εκδικήθηκε και τη νύμφη Τέλφουσα, ηθική αυτουργό για τον φόνο του Πύθωνα παραχώνοντας τα νερά της πηγής της. Διότι ο θεός σκόπευε να ιδρύσει το δικό του ιερό στο όρος Τελφούσιο, κοντά στην Κωπαΐδα εκτοπίζοντας τη νύμφη και το ιερό της· όμως εκείνη με πονηριά τον κατηύθυνε προς την Κρίσα, στον Παρνασσό, όπου ο Απόλλωνας σκότωσε τον Πύθωνα και έβαλε τα θεμέλια για τον ναό του.
 
Προκειμένου να καθαρθεί από τον φόνο του Πύθωνα ο Απόλλωνας βρέθηκε στην Κρήτη αναζητώντας τον ιερέα Καρμάνορα (Παυσ. 2.7.7, 10.7.2). Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, ο Απόλλωνας εξαγνίστηκε στα νερά των Τεμπών και κάθε οκτώ χρόνια μια γιορτή στους Δελφούς θύμιζε τον φόνο του Πύθωνα και την κάθαρση του θεού.
 
Οι πρώτοι ιερείς του μαντείου
 
Οι πρώτοι ιερείς του μαντείου ήταν Κρήτες. Με πλοίο κατευθύνονταν στην Πύλο, για να εμπορευτούν εκεί. Τότε ο Απόλλωνας το παρέσυρε από τον Μαλέα προς το Ταίναρο. Παραπλέοντας τη Δυτική Πελοπόννησο και μπαίνοντας στη θάλασσα δυτικά, ανάμεσα σε Πελοπόννησο και Στερεά, έφτασαν στους Δελφούς και έγιναν οι πρώτοι ιερείς του θεού. Πιο συγκεκριμένα ακολούθησαν την εξής διαδρομή: Κνωσός → Μαλέας → της Λακωνίδας γης εφτάσανε την πόλη → Ταίναρο → Αρήνη → Αργυφέη → στου Αλφειού το πέρασμα, το Θρύονστο καλοχτισμένο Αίπυ → Πύλος → Κρουνοί → Χαλκίδα → Δύμη → Ήλιδα, των Επειών το κράτος → Φηρές (από εκεί φάνηκαν η Ιθάκη, η Σάμη, το Δουλίχιο, η Ζάκυνθος) → Κρίσα (Εις Απόλλωνα, στ. 474 κ.ε.)
 
Απόλλων και «Πυθία»
 
Η Πυθία δεν είναι κάποια συγκεκριμένη μάντισσα. Περισσότερο είναι τίτλος που δινόταν σε αυτή που κάθε φορά επιλεγόταν να είναι η εκλεκτή του θεού Απόλλωνα:
 
Η Πυθία, η γυναίκα που αποτελούσε το διάμεσο μεταξύ του θεού και των πιστών, δεν ήταν τυχαία. Θα πρέπει να ήταν ένα υπερευαίσθητο πλάσμα, που είχε τη δυνατότητα να περιπίπτει σε κατάσταση καταληπτικής αλλοτρίωσης, όχι μόνο πιστεύοντας ότι επικοινωνεί με τον θεό αλλά πείθοντας και τους άλλους γι' αυτό. Πιθανότατα οι πρώτες Πυθίες ή κάποια συγκεκριμένη γυναίκα των Δελφών να είχε το χάρισμα αυτό, γεγονός που δημιούργησε την πρώτη φήμη του μαντείου. Άλλωστε, η επιλογή των Πυθιών από το ιερατείο θα πρέπει να σχετιζόταν με την πίστη και την αφοσίωσή τους στη λατρεία του Απόλλωνος, γι' αυτό και γινόταν μόνο από τη γύρω περιοχή. Ο εκεί πληθυσμός θα πρέπει να διαβιούσε σε ατμόσφαιρα άκρου σεβασμού προς τον θεό. Η βεβαιότητα ότι ο Απόλλων θεωρούσε τη μελλοντική Πυθία εκλεκτή του ασφαλώς θα επηρέαζε την ψυχολογία ορισμένων γυναικών καλλιεργώντας ένα είδος προδιάθεσης για την κατάκτηση του αξιώματος. Δεν είναι απίθανο ακόμη για την επιλογή της νέας Πυθίας να ακολουθούσαν μια διαδικασία όπως αυτή που γίνεται για την επιλογή ενός θρησκευτικού ηγέτη, όπως π.χ. του Δαλάι Λάμα στη θιβετιανή θρησκεία. Να επέλεγαν δηλαδή ένα μικρό κορίτσι, που μεγάλωνε με την αναγκαία θεωρητική και πρακτική διδασκαλία, έτσι ώστε να μπορεί επάξια να αναλάβει υπηρεσία στον ναό, μόλις πέθαινε ή προηγούμενη ιέρεια. (Πάνος Βαλαβάνης, «Η ακτινοβολία του Μαντείου των Δελφών», «Η αγωνία της πρόγνωσης», Επτά ημέρες - Η Καθημερινή (28/11/2004).
 
Πριν τη χρησμοδότηση η Πυθία εξαγνιζόταν με νερό της Κασταλίας πηγής, το ίδιο και ο ναός, οι ιερείς, το προσωπικό του ιερού, οι προσκυνητές. Η Κασταλία τής χάριζε και ποιητική/προφητική έμπνευση, όμως η κατεξοχήν προφητική πηγή ήταν η Κασσοτίς που ανάβλυζε μέσα στο άδυτο του ναού. Αρχικά, η Πυθία χρησμοδοτούσε μία φορά τον χρόνο, στα γενέθλια του Απόλλωνα, στις 7 του Βύσιου μήνα. Αργότερα, χρησμοδοτούσε στις 7 κάθε μήνα, γενέθλια ημέρα του θεού, εκτός από τους χειμερινούς που ο Απόλλωνας έλειπε στους Υπερβόρειους ή στην κοιλάδα των Τεμπών.
 
Απόλλων και Ηρακλής
 
Ο Απόλλωνας χρειάστηκε να προστατεύσει το μαντείο του από έναν άλλο γιο του πατέρα του, τον Ηρακλή, που το διεκδίκησε, όταν η Πυθία αρνήθηκε να του δώσει χρησμό. Ο Ηρακλής θέλησε να λεηλατήσει το μαντείο και να αρπάξει τον τρίποδα, προκειμένου να ιδρύσει αλλού το μαντείο. Ο αγώνας μεταξύ των διογενών έληξε με τον πατέρα τους να παρεμβαίνει ρίχνοντας κεραυνό ανάμεσα στους γιους του. Το μαντείο παρέμεινε στους Δελφούς.