Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2018

Ζακ Λακάν: Είμαστε όπως σκεφτόμαστε και σκεφτόμαστε όπως μιλάμε

Όταν μιλάμε για τον Ζακ Λακάν, συνδέουμε αναπόφευκτα το όνομά του με την διατύπωση, «επιστροφή στον Φρόυντ». Όταν ο ίδιος ο Λακάν ερωτήθηκε τί σημαίνει αυτό, απάντησε το εξής: «Ακριβώς αυτό που ειπώθηκε. Η ψυχανάλυση είναι ο Φρόυντ. Εάν θέλουμε να ασχοληθούμε με την ψυχανάλυση, πρέπει να επιστρέψουμε στον Φρόυντ, στους όρους του και στους ορισμούς του, διαβασμένους και ερμηνευμένους στην κυριολεξία τους.

Το να επιστρέψουμε στον Φρόυντ σημαίνει απλά να απαλλάξουμε το έδαφος από τις αποκλίσεις και τα διφορούμενα της υπαρξιακής φαινομενολογίας, όπως επίσης και από τον θεσμικό φορμαλισμό των ψυχαναλυτικών εταιρειών, ξαναπιάνοντας την ανάγνωση της διδασκαλίας του Φρόυντ σύμφωνα με τις αρχές που ορίστηκαν και απαριθμήθηκαν με βάση το έργο του. Το να διαβάσουμε εκ νέου τον Φρόυντ σημαίνει απλά να τον διαβάσουμε εκ νέου. Στην ψυχανάλυση, όποιος δεν το κάνει, χρησιμοποιεί μια καταχρηστική διατύπωση».

Ο Ζακ Λακάν λοιπόν, επικαλούμενος τον αρχικό Φρόυντ, υποστηρίζει ότι ο αληθινός εαυτός μας ταυτίζεται με τον κόσμο του ασυνείδητου. Και για να τον ερμηνεύσει στρέφεται στη γλωσσολογία.

Αρχικά υιοθετεί τη βασική ιδέα ότι η γλώσσα ως ένα συμβολικό σύστημα μαζί με τα άλλα κοινωνικο-πολιτιστικά συστήματα και τις δομές τους προϋπάρχουν της γέννησης ενός ανθρώπου και υπέρ-κεινται αυτού. Κατά συνέπεια, το παιδί με την κατάκτηση της γλώσσας εγγράφεται σε αυτή τη συμβολική τάξη, η οποία επειδή ακριβώς υπέρ-κειται θα το πλάσει ανάλογα με τις δομές της. Με άλλα λόγια, το άτομο αναδύεται ως υποκείμενο μέσα από την εγγραφή του στη συμβολική τάξη της γλώσσας ή, όπως λέει ο Αλτουσέρ, η κατάκτηση της γλώσσας είναι αυτή που με την εισαγωγή στη συμβολική τάξη θα σημαδέψει το πέρασμα από τον άνθρωπο-θηλαστικό στον άνθρωπο-παιδί-άνδρα ή γυναίκα.

Για τον Λακάν λοιπόν, «το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν μια γλώσσα». Δηλαδή μια δομή που όπως και η γλώσσα αποτελείται από στοιχεία που βρίσκονται σε σχέση, και εξομοιώνοντας τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου με τους γλωσσικούς μηχανισμούς της μεταφοράς και της μετωνυμίας. Το ασυνείδητο δεν είναι ένα πρωτόγονο ή αρχετυπικό μέρος του μυαλού χωριστά από το συνειδητό, μία γλωσσική εγώ. Αλλά μάλλον αποτελεί έναν σχηματισμό τόσο περίπλοκο και δομικά περίπλοκο όσο και η ίδια η συνείδηση. Μία από τις συνέπειες του ασυνείδητου είναι ότι όντας δομημένο σαν γλώσσα είναι ό,τι ο εαυτός μας αρνήθηκε σε οποιαδήποτε σημείο αναφοράς στο οποίο να «αποκατασταθεί» μετά από τραύμα ή μια κρίση ταυτότητας.

Το ασυνείδητο λοιπόν όντας δομημένο όπως η γλώσσα, κινείται γύρω από προαιώνια συμβολικά και μεταφορικά νοήματα, τα οποία κρύβονται μέσα στα συντακτικά σχήματα, και γενικά, στη δομή του λόγου, της γλώσσας που μαθαίνουμε να μιλάμε από παιδιά. Ως εκ τούτου «Είμαστε όπως σκεφτόμαστε, και σκεφτόμαστε όπως μιλάμε», έλεγε ο Λακάν. Ερμηνεύοντας την γλώσσα, η ψυχανάλυση μας αποκαλύπτει τον αληθινό εαυτό μας, ο οποίος κρύβεται στο ασυνείδητο.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα «το ασυνείδητο να είναι μια σημαίνουσα αλυσίδα η οποία εμμένει». Το μυστικό λοιπόν του λακανικού αξιώματος, σύμφωνα με το οποίο «το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν μια γλώσσα», κρύβεται στον πρωτότυπο ορισμό αυτών των δύο δομών. Αποτελούν επίσης τη διαπλαστική μήτρα τόσο των σχηματισμών του ασυνειδήτου (π.χ. σύμπτωμα, όνειρο κτλ.) όσο και του υποκειμένου, ως εν ελλείψει είναι (manque-à-être).

'Ολη η Αλήθεια για τις Θρησκείες

«Τίποτα δεν είναι πιό ενάντιο στην θρησκεία και στο ιερατείο από την κρίση και την κοινή λογική. Η θρησκεία είναι η αιτία κάθε ανοησίας και διαταραχής που μπορεί να σκεφτεί κανείς· είναι η μητέρα του φανατισμού και της διχόνοιας, είναι ο εχθρός της ανθρωπότητας» Voltaire

«Αν δεν ήμουν άθεος, θα πίστευα σε έναν θεό που επιλέγει να σώζει ανθρώπους με βάση τις ζωές τους συνολικά και όχι δείγματα από τα λόγια τους. Νομίζω πως θα προτιμούσε έναν ειλικρινή και δίκαιο άθεο από έναν τηλε-ευαγγελιστή του οποίου η κάθε λέξη είναι Θεός, Θεός, Θεός, και κάθε πράξη είναι ατιμία, ατιμία, ατιμία» -Isaac Asimov

«Είναι πράξη αρετής να εξαπατάς και να ψεύδεσαι, όταν με τέτοια μέσα μπορεί να προωθηθεί το συμφέρον της Εκκλησίας». Ευσέβιος, Επίσκοπος Καισαρείας (265-340), ο λεγόμενος και ‘πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας’, είναι ο πρώτος που, με εντολή και για λογαριασμό του Μονοκράτορα Κωνσταντίνου, συναρμολόγησε σε ‘ενιαία ιστορία’ όλους τους σκόρπιους ιουδαιο-μεσσιανικούς χριστιανικούς μύθους, κάποιες από τις ανατολίτικες φιλοσοφίες, τις νεοπλατωνικές θεωρίες και πολλές από τις αρχαίες παγανιστικές δοξασίες και κατασκεύασε τον χριστιανισμό, ως νέα ενιαία ιδεολογία της κοσμοκράτειρας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο Μονοκράτορας Κωνσταντίνος, όπως είναι γνωστό, έγινε αυτοκράτορας με στρατιωτικό πραξικόπημα του πατέρα του, δολοφόνησε όσους υποπτευόταν ως πιθανούς διεκδικητές του θρόνου, με φρικτούς τρόπους, τον πεθερό του, τον κουνιάδο του, την γυναίκα του, τον γιο του, τον γαμπρό του, τον ανεψιό του. Ο ίδιος βαπτίστηκε χριστιανός λίγες ημέρες πριν τον θάνατό του το 337.

Μόλις έγινε επίσημη θρησκεία του κράτους ο χριστιανισμός, εξαφάνισε όλα τα βιβλία των ‘αιρετικών’, πλαστογράφησε τα δικά του αρχικά κείμενα που ήταν ολοφάνερα κακοκατασκευασμένα και «έπνιξε την φωνή κάθε ελεύθερου στοχαστή που δεν συμφωνούσε με το δόγμα της Εκκλησίας και αντιγνωμούσε με τις επίσημες πια χριστιανικές παραδόσεις. Το ίδιο έγινε και στον Μεσαίωνα. Και τότε πνίγηκε στο αίμα κάθε απόπειρα να ερευνηθούν οι γραφές με το φως της λογικής και της επιστήμης, και η φωτιά και το σίδηρο ήταν η τιμωρία για εκείνους που τολμούσαν να κηρύξουν το ‘ερευνάτε τις Γραφές’». Κορδάτος Γιάνης, Ιησούς Χριστός…, ό.π., τόμ. 1ος, σ. 9.

«Αποκεφαλισμός. Κάψιμο στην πυρά. Απαγχονισμός. Στραγγαλισμός. Καταποντισμός (ράψιμο των καταδικασμένων σε σάκους γεμάτους φίδια και ρίξιμό τους σε ποταμό ή θάλασσα. Λιθοβολισμός. Ψήσιμο στη θράκα. Εκδορά. Θανάτωση σε βραστό νερό, λάδι ή πίσσα. Ανάποδη σταύρωση. Παλούκωμα. Κάψιμο με πυρωμένα σίδερα. Φαρμάκωμα. Ευνουχισμός. Τύφλωση. Ακρωτηριασμός. Ρινοτομή. Δουλεία. Ισόβια καταναγκαστικά έργα στα μεταλλεία και για τους τυχερούς ισόβιος εγκλεισμός σε μοναστήρι». Διεξοδικά για την σχέση της εξουσίας με τα βασανιστήρια στην ιστορία και ιδιαίτερα κατά τον Μεσαίωνα, βλ. Σιμόπουλος Κυριάκος, Βασανιστήρια και εξουσία, Στάχυ, Αθήνα 2003.

Ο πάπας Γελάσιος Α’ (από το 492 μέχρι το 496) έθεσε θέμα σχέσεων Εκκλησίας-κράτους, δηλαδή σχέσεις μεταξύ του Πάπα και του Αυτοκράτορα, και ποιος πρέπει να έχει τα πρωτεία. Κατά τον Γελάσιο, ο χριστιανισμός δεν περιορίζεται στην κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών και μόνον, αλλά κατευθύνει τα βήματα του ανθρώπου και στον ηθικό και στον πολιτικό βίο. Ο χριστιανισμός αφορά στο σύνολο του βίου, κι όχι σ’ ένα τμήμα του. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα: ποιος κυβερνά το πλήρωμα της Εκκλησίας, ο Αυτοκράτορας ή ο Πάπας; Ποιος αποφαίνεται για τα δόγματα της πίστεως; Ποιος μεριμνά για τον τρόπο ζωής του χριστιανικού κοινωνικού σώματος, καθώς και για τις αξίες που δι’ αυτού του τρόπου θα ενσαρκώσει και θα υπηρετήσει; Έτσι άρχισε ο Μεσαίωνας και ο σκοτεινός θρίαμβος του Παπισμού και της λεγόμενης ορθοδοξίας στο όνομα ενός σκοτεινού μύθου και του ανύπαρκτου ιδρυτή του χριστιανισμού.

ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ καὶ ἡ ΑΛΗΘΕΙΑ
«Η πίστη είναι για τον άνθρωπο ό,τι και η άμμος για την στρουθοκάμηλο»
Ἡ θρησκεία εἶναι κάτι ποὺ φαίνεται νὰ ἔχουν ἀνάγκη τὰ λεγόμενα ἔλογα ἀνθρώπινα ὄντα. Μπορεῖ ἀκόμη νὰ ἔχῃ συνεισφέρει στὴν σημερινὴ μορφή τῶν ὄντων, ἀλλὰ σὲ κάθε περίπτωση φαίνεται νὰ ἔπαιξε ἕναν πολὺ σημαντικὸ ῥόλο στὴν ἐξέλιξή τους ἢ στὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖο ἔχουν νὰ παρουσιάσουν σήμερα. Ἕνα εἶναι βέβαιο: ὁ,τιδήποτε ἔκαναν, φαίνεται νὰ τὸ ἐκαναν λάθος κι αὐτὸ πάλι φαινομενικὰ γύρισε ἐναντίον τους. Δὲν χρειάζεται ἰδιαίτερες γνώσεις γιὰ νὰ ὑποθέσῃ ἢ νὰ διαπιστώσῃ κάποιος ἐὰν εἶναι σωστὸ ἢ λάθος (ἡ δημιουργία θρησκειῶν), διότι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ εἶναι κατασκευασμένες ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἶναι καὶ σκέφτονται ἐξ ὁρισμοῦ λάθος, δὲν θὰ μποροῦσαν ποτὲ νὰ παράξουν κάτι ποὺ νὰ μὴν εἶναι λάθος ἢ νὰ μὴν κατέληγε τελικὰ ἔχοντας καταστροφικὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι μόνο ἡ μία ὄψη.

Ἐπειδὴ ἡ διαπίστωση τῆς λανθασμένης δομήσεως ἔγινε πολὺ ἐνωρίς, αὐτοὶ ποὺ κατασκεύασαν τὶς θρησκεῖες, θέλησαν νὰ ἀπαλείψουν αὐτὸν τὸν παράγοντα ἀπὸ τὴν ἐξίσωση, (δηλαδὴ τὸ ὅτι ἀφοῦ εἶναι κατασκεύασμα ἀνθρώπινο, τότε ἀναμφισβήτητα εἶναι λανθασμένο), ὁπότε ἄρχισαν νὰ μιλᾶνε γιὰ μεταφυσική, δηλαδὴ κάτι ποὺ νὰ μὴν μποροῦν νὰ ἀποδείξουν καὶ τεκμηριώσουν ὅλοι ὅσοι θὰ ἐξασκοῦσαν τὴν θρησκεία καὶ ἐπιπλέον γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ ἰσχυροποιήσουν τὴν θέση τους, στηρίχτηκαν σὲ αὐτὰ ποὺ γνώριζαν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ τὴν ῥοπή τους νὰ θέλουν νὰ αἰσθάνονται καλὰ καὶ νὰ ἀποφεύγουν τὸν πόνο, ὁπότε «ἔχτισαν» τὶς θρησκεῖες βασιζόμενοι σὲ αὐτὰ τὰ συστατικά.

Ἡ ὀργάνωση τὴν ὁποία ἐπέβαλε ἡ θρησκευτικὴ ἐξάσκηση προέκυψε ἀπὸ ἕνα συνδυασμὸ ἀνάγκης καὶ συντηρήσεως ἐν ᾧ εἶχε σὰν κύριο σκοπό της, τὴν παγιοποίηση κάποιων κανόνων ποὺ ἐξασφάλιζαν τὴν διαχρονικότητα τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους. Ἐπρόκειντο δηλαδὴ γιὰ πρακτικὲς συντηρήσεως τῆς ζωῆς. Τέτοιες εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἐγκράτεια, ὁ γάμος ἡ ἄσκοπη καὶ ἄνευ λόγου θανάτωση ὁμοίων γιὰ ἀσήμαντους λόγους, ἡ ζωὴ σὲ κοινότητα-κοινωνία κ.λ.π.

Ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν πολλὲς θρησκεῖες, γεγονὸς ποὺ φανερώνει ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα πρεσβεύει ἡ κάθε μία τους εἶναι μὲν κάποιοι κανόνες ποὺ εἶναι διαμορφωμένοι ὥστε νὰ κάνουν καλὸ γιὰ τὴν συντήρηση τῆς ζωῆς, ἀλλὰ ἀφ᾽ ἑτέρου ἀποδεικνύουν ὅτι προσπαθοῦν νὰ ἔχουν διαφορετικότητες μεταξύ τους ὅπως εἶναι διαφορετικοὶ καὶ οἱ ἄνθρωποι μεταξύ τους, ἐν ᾧ θὰ ἔπρεπε νὰ ἦταν κοινές στὶς ἀρχές τους καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους παγκοσμίως ὅπως πιστεύεται ὅτι αὐτὸ τὸ στάδιο εἶχε πλησιάσει πολὺ κοντὰ στὴν ἐπίτευξή του, στοὺς προκατακλυσμιαίους πολιτισμούς οἱ ὁποῖοι μοιράζονταν κοινὲς ἀρχές, δοξασίες καὶ σύμβολα, ἕνα τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ πολυσυζητημένη σβάστικα τὴν ὁποία προσπαθοῦν νὰ ἐνοχοποιήσουν καὶ ἀπαλείψουν οἱ σύγχρονοι τύραννοι τῆς ἀνθρωπότητος ποὺ εἶναι καὶ οἱ σημερινοὶ κάτοχοι τῶν ἡνίων τῶν θρησκειῶν.

Ἡ Σβάστικα μπορεῖ νὰ εἶναι δεξιοστροφη ἢ ἀριστερόστροφη συνήθως ἀριστερόστροφη καὶ συμβολίζει τὸν ῥυθμὸ καὶ τὴν τάξη τοῦ κόσμου. Ἡ Σβάστικα συμβολίζει τὴν ἀριστερόστροφη ἀξονικὴ κίνηση τῆς γῆς καὶ τῶν ἀστερισμῶν, παρομοίως οἱ παραδοσιακοὶ χοροὶ μιμοῦνται τὴν κίνηση τῆς γῆς καὶ τῶν πλανητῶν καὶ εἶναι ἀριστερόστροφοι.

Οἰ διαχειριστὲς τῶν θρησκειῶν εἶναι ἄνθρωποι ποὺ ἐμφανίζονται σὰν ἐκπρόσωποι θεῶν κατάσχοντας τὸ δικαίωμα τῆς αὐθεντίας ἢ τῆς ἐπικοινωνίας μὲ μεταφυσικὸ τρόπο μὲ ἀνώτερες δυνάμεις καὶ ἐπαναλαμβάνουν αὐτὰ ποὺ ἔγιναν καὶ στὸ παρελθόν, σὰν μία ἀνανέωση τῆς ἐξουσίας γιὰ μεγάλη ἀριθμητικῶς ἐπιβολὴ τῆς ἰδέας, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ ὠφεληθοῦν μὲ ὑλικὲς ἀπολαβὲς ἀπὸ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερους ἀνθρώπους.

Ἡ ἱστορία τὴν ὁποία προσπαθουῦν νὰ διαστρευλώσουν γιὰ νὰ μὴν ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια ἡ ὁποία προκύπτει ἀπὸ τὴν γνώση τῆς κυκλικότητος τῶν γεγονότων, διδάσκει ὅτι χρειάζονται περίπου 2.000 χρόνια ἔως ὅτου ἡ ἀναμενόμενη ἀνθρώπινη ἐξέλιξη καὶ ἀνάπτυξη τῆς διανοίας νὰ φθάσῃ σὲ ἕνα σημεῖο, ὥστε νὰ ἀρχίσῃ νὰ ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀπάτη ποὺ ἔχει συνδυαστεῖ μὲ τὴν κατὰ τὰ ἄλλα σωστὴ περιγραφὴ συντηρήσεως τῆς ζωῆς ἀπὸ τοὺς θρησκευτικοὺς κανόνες.

Τώρα βρισκόμαστε σὲ μία τέτοια περίπτωση ὅπου ἐπειδὴ λόγῳ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πληροφορήσεως μεγάλο ποσοστὸ ἀνθρώπων παγκοσμίως ἔχουν ἀντιληφθεῖ τὴν ἀπάτη καὶ ἀγανακτισμένοι θέλουν νὰ τιμωρήσουν αὐτὸ ποὺ τοὺς ἐξαπάτησε, ἐν ᾧ αὐτοὶ ποὺ διαχειρίζονται τὶς θρησκεῖες προσπαθοῦν νὰ κατευθύνουν τὸ «τσουνάμι» τῆς ἀπορρίψεως τῶν θρησκειῶν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μεταβιβάζοντας τὸ κέντρο βάρους σὲ μία μεταγενέστερη θρησκεία, ἡ ὁποία μπορεῖ καὶ νὰ σχεδιάστηκε γι᾽ αὐτὸν τὸν λόγο, δηλαδὴ νὰ δημιουργήθηκε καὶ καλλιεργήθηκε γιὰ νὰ «δουλέψῃ» μέσα στὸν χρόνο καὶ νὰ φθάσῃ σὲ κάποιο σημεῖο νὰ συγκρουσθῇ μὲ τὴν κυρίως ἐπικρατοῦσα θρησκεία ἐκείνων τῶν χρόνων, μιᾶς καὶ ἡ διαχείρηση τῶν θρησκειῶν λογικὰ ἀπαιτεῖ μεγάλη ἀνθρωπογνωσία καὶ ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ εἰδικοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν δημιουργία καὶ λειτουργία τους.

Μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικὸ καὶ μὲ σχέδιο τὴν διατήρηση τῶν ἰδίων διαχειριστῶν, παρατήρησαν ὅτι ἡ δημιουργία μίας θρησκείας δυσκολα μὲν ἀλλὰ τελικὰ παρήγαγε πολιτισμό, ἐν ᾧ μία ἄλλη ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς κατασκευῆς της δὲν παρήγαγε πολιτισμὸ ἀλλὰ ὰπεναντίας κατασκεύαζε ἐπιδρομεῖς καὶ μάλιστα μὲ χαμηλὴ διανοητικὴ ἱκανότητα.

Σκέφτηκαν ὅτι ὁ χρόνος εἶναι δόκιμος νὰ ἐπιδιώξουν τὴν σύγκρουση μεταξὺ αὐτῶν ποὺ δὲν μποροῦν νὰ παράξουν πολιτισμό ἀλλὰ εἶναι κατακτητές, μὲ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι πιὸ μαλθακοὶ ἄλλὰ δημιουγοῦν πολιτισμό, ἔτσι ὥστε νὰ ἐπέλθῃ μία μερικὴ ἐξίσωση ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ μπορέσῃ νὰ ὑφαρπαγῇ ἡ διαχείρηση αὐτοῦ τοῦ πλούτου.

Αὐτὸ εἶναι ποὺ βλέπουμε νὰ διαδραματίζεται στὶς ἡμέρες μας ὅπου οἱ δῆθεν σοφοὶ διαχειριστὲς καὶ κυβερνῆτες τῶν κρατῶν φαίνεται νὰ ἐξοντώνουν τὸν λεγόμενο δυτικὸ πολιτισμὸ μέσα στὸν ὁποίο ζοῦν καὶ τὴν θρησκέια του τὸν Χριστιανισμό, μὲ τὴν βίαια ἐπιβολὴ τῆς θρησκείας τοῦ Ἰσλάμ, καταστρέφοντας φαινομενικὰ ὅτι ἔχει ἐπιτύχει ὁ χριστιανικὸς πολιτιμός, ὅμως ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν παγκοσμίων διαστάσεων κίνηση, προσπαθοῦν νὰ θέσουν ὑπὸ τὸν δικό τους ἔλεγχο τὴν διαχείρηση τοῦ παγκόσμιου πλούτου.

Γι᾽ αὐτὸ χρησιμοποιοῦν τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς μίας θρησκευτικῆς ὁμάδας ποὺ εἶναι τὸ νὰ εἶναι πολεμιστὲς, ἅγριοι καὶ μὲ χαμηλὴ νοημοσύνη, ἐναντίον τῆς ἄλλης ποὺ εἶναι ἔξυπνοι, ἀποδοτικοί, παράγουν πολιτισμὸ ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔχουν ῥίξει τὸ βάρος τῆς ὑπάρξεώς τους στὴν δημιουργία τοῦ πολιτισμοῦ, δὲν εἶναι καὶ τόσο καλοὶ μαχητές.

Στὴ φύση οἱ ὀργανισμοὶ ἐπιβιώνουν μὲ τὸ κυνήγι. Φαίνεται ὅτι ἡ συντήρηση καὶ ἐξέλιξη τῆς ζωῆς κατὰ τὸ μεγαλύτερό της μέρος βασίζεται στὴν ὕπαρξη κάποιας ὀργανωμένης ζωῆς τὴν ὁποία χρησιμοποιεῖ μία ἄλλη ζωὴ γιὰ νὰ ἐπιβιώσῃ ἢ ἀλλιῶς ἡ ὕπαρξη μίας κάποιας ζωῆς δημιουργησε τὴν ἀνάγκη κάποιας ἄλλης ἡ ὁποία νὰ τρέφεται ἀπὸ αὐτὴν ἡ ὁποία προέκυψε σὰν ἀναγκαιότητα γιὰ τὴν ἐξέλιξη τῆς πρώτης, ἀφοῦ ἡ κατανάλωσή της ἀπὸ κάποια ἀνώτερή της τὴν ἀναγκάζει νὰ τροποποιηθῇ, νὰ ἐξελιχθῇ, νὰ προστατευθῇ, ἀλλιῶς νὰ ἐξαφανισθῇ.

Μὲ αὐτὴν τὴν θεώρηση δυσκολευόμαστε ἀκόμη καὶ νὰ διακρίνουμε τὸ ἐὰν κάποιο ἁρπακτικὸ κάνει καλὸ ἢ κακό. Στὴν μια περίπτωση θεωρεῖται σὰν τὸν καταστροφέα τοῦ εἴδους ποὺ συνεχῶς τείνει νὰ ἐξαφανίσῃ τὸ ἀπειλούμενο εἶδος, ἐν ᾧ στὴν ἄλλη περίπτωση ἡ ἐπιθετικότητά του σὲ ἕνα ἄλλο εἶδος, ἀναγκάζει τὸ θῦμα νὰ βελτιωθῇ προκειμένου νὰ ἀντέξῃ τὶς ἐπιθέσεις, ἐπειδὴ ἀπειλεῖται ἡ ὕπαρξή του.

Μὲ ἕναν ἁπλὸ παραλληλισμὸ μποροῦμε νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἀναλογικὰ συμβαίνει τὸ ἴδιο πρᾶγμα καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ εἶναι λογικὸ ἀφοῦ κι αὐτοὶ ζοῦν καὶ ἐξελίσσονται μέσα στὴν φύση κατὰ συνέπειαν ὑπόκεινται στοὺς ἴδιους κανόνες. Ἡ ὕπαρξη τῶν ζώων ὀφείλεται στὴν ὕπαρξη τῶν φυτῶν καὶ ὁ ἄνθρωπος στὴν ὕπαρξη τῶν δύο προηγουμένων γενικὰ ὅπως περίπου περιγράφεται καὶ ἡ διαδοχὴ τῆς δημιουργίας στὸ βιβλίο τῆς Γεννέσεως Τὸ νὰ βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος στὴν κορυφὴ τῆς διατροφικῆς ἀλυσίδος, δὲν τὸν ἀποκλείει καθόλου ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελῇ τροφὴ γιὰ ἕνα ἄλλο εἶδος ποὺ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ αὐτόν.

Ἐὰν ἐξετάζουμε τὴν διατήρηση ἀνοικτῶν συστημάτων τότε συζητᾶμε γιὰ τὴν ἀλληλεπίδραση ἐνεργείας ἡ ὁποία φροντίζει ὥστε τὸ σύστημα νὰ κατορθώνῃ νὰ μειώνῃ τὴν ἐντροπία του. Ἡ φύση εἶναι ἕνα ἀνοικτὸ σύστημα, Ἀνοικτὸ εἶναι κάθε σύστημα ποὺ ἀλληλεπιδρᾶ μὲ τὸ περιβάλλον του. Ἀλλὰ ἀνοικτὸ σύστημα εἶναι καὶ ἡ κοινωνία καὶ ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀπορροφᾶ, καταναλώνει καὶ ἀποδίδει ἐνέργεια μὲ σκοπὸ νὰ μειώσῃ τὴν ἐντροπία του, σὲ ἀντίθεση μὲ ἕνα κλειστὸ σύστημα.

Κλειστὸ εἶναι ἕνα σύστημα ποὺ ἀποτελεῖται ὰπὸ σώματα ποὺ δὲν ἀλληλοεπιδροῦν μὲ ἄλλα σώματα ἐκτὸς τοῦ συστήματος. Πιὸ ἁπλᾶ μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἕνα κλειστὸ σύστημα εἶναι ἕνα ἀπομονωμένο σύστημα. Τὰ ἀνοικτὸ σύστημα ποὺ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, διαχειρίζεται ἐνέργεια ποὺ ἀποτελεῖ τὴν καύσιμο ὕλη του, ἀλλὰ προσφέρει καὶ στὸ περιβάλλον του. Ἡ ἐνέργεια μπορεῖ νὰ προσλαμβάνεται μὲ φυσικὴ διεργασία ὅπως εἶναι τῆς θρέψεως, καὶ νὰ ἀποδίδεται ὑπὸ μορφὴν κινητικῆς, θερμικῆς ἢ νοητικῆς ἐνεργείας. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν κατανάλωσή της ἢ ἀλλιῶς τὴν συνεισφορά της στὸ περιβάλλον, ὥστε νὰ διατηρεῖται ἡ ἰδιότητα τοῦ ἀνοικτοῦ συστήματος ἔναντι τοῦ θνησιγενοῦς κλειστοῦ συστήματος.

Ὅπως γίνεται πλέον ἀντιληπτό, δὲν ἀποτελεῖ παράδοξο ἡ ὕπαρξη ἢ ἐμφάνιση ἑνὸς εἴδους τὸ ὁποῖο νὰ τρέφεται ἀπὸ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀποδίδει ὁ ἄνθρωπος ἢ πιὸ ἁπλᾶ ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου νὰ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς τροφῆς του. Μπορεῖ νὰ μὴν τρέφεται ἀπὸ τὶς ἀποθῆκες ἐνεργείας ποὺ εἶναι οἱ ἱστοί του, ἀλλὰ ἀπὸ μία πιὸ ἐκλεπτυσμένη μορφὴ ἐνεργείας, ἡ ὁποία παράγεται ἀπὸ τὰ ἀποθέματα ἐνεργείας ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος στὴ διάθεσή του, ὁ ὁποῖος καὶ λειτουργεῖ σὰν ἐργοστάσιο παραγωγῆς αὐτῆς τὴς λεπτοφυοῦς ἐνεργείας ποὺ εἶναι ἡ νοητική.

Ἐὰν τώρα ὑποθέσουμε ὅτι κάποιος ὀργανισμὸς δημιουργήθηκε ἐξ ἀνάγκης ἢ ὑπῆρχε ἀνέκαθεν ἐπειδὴ ἔχει βρεῖ τὸν τρόπο νὰ ἀποκτᾶ ὀντότητα καὶ νὰ ἐπιβιώνῃ κι αὐτὸς σὰν ἀνοικτὸ σύστημα καταναλώνοντας τὴν νοητικὴ ἐνέργεια τῶν ἀνθρώπων, τότε μποροῦμε ἴσως μὲ δυσκολία νὰ ἀρχίσουμε νὰ φανταζόμαστε ἕναν ὑπερ-οργανισμὸ ὁ ὁποῖος γίνεται ἀντιληπτὸς μόνο ἐκ τοῦ ἀποτελέσματός του. Αὑτὸς ὁ ὑπερ-οργανισμὸς συντηρεῖται μὲ τὴ συνεισφορά, βοήθεια καὶ χειρισμὸ ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἐπωφελοῦνται στιγμιαῖα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία ποὺ προσφέρουν στὸν ὑπερ-οργανισμό, δηλαδὴ νὰ τὸν βοηθοῦν, νὰ τὸν ταΐζουν καὶ νὰ τὸν συντηροῦν στὴν ὕπαρξη.

Φανταζόμαστε λοιπὸν μία τεράστια ὀντότητα ἡ ὁποία τρέφεται μὲ νοητικὴ ἐνέργεια ἀπὸ ἑκατομμύρια ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι προσανατολίζουν τὴν νοητική τους ἐνέργεια μὲ ἕναν τέτοιο συγκεκριμένο τρόπο ὥστε νὰ γίνεται «βρώσιμη» ἀπὸ τὴν ὀντότητα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔχουμε μία εἰκόνα ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βλέπουμε καθημερινὰ ὅλο καὶ περισσότεροι ἄνθρωποι νὰ τυποποιοῦνται στοὺς τρόπους τους, στὶς συμπεριφρορές τους, στὶς συνήθειές τους σὲ μία ἀέναη προσπάθεια νὰ ὁμογενοποιηθοῦν γιὰ μία καλὴ μεγάλη «μπουκιά» τῆς ὑπερ-οντότητος. Σὲ αὐτὴν τὴν ὁμογενοποίηση καὶ τυποποίηση δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ βρῇ καλύτερο ὑποκατάστατο ἀπὸ τὶς θρησκεῖες.

Κὰτι ποὺ δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγῃ εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ μεταβολὲς ποὺ συμβαίνουν στὰ συστήματα δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἀναιρεθοῦν παρὰ μόνο νὰ συνεχίζουν νὰ μεταβάλλονται τροποποιῶντας μὲ μόνιμες μεταβολὲς τὸ σύστημα, δηλαδὴ μὲ μὴ ἀντιστρεπτὲς μεταβολές. Ἀντιστρεπτὴ μεταβολὴ σὲ ἕνα σύστημα ἔχουμε, ὅταν σὲ ὁποιαδήποτε χρονικὴ στιγμὴ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μεταβολῆς ἀντιστραφεῖ ἡ φυσική του πορεία μὲ δυνατότητα τὸ σύστημα νὰ ἐπανέλθῃ στὴν ἀρχική του κατάσταση διερχόμενο ἀπό τὶς ἴδιες ἐνδιάμεσες καταστάσεις μὲ ἀντιστροφὴ τῆς σειρᾶς τους. Βέβαια, ἀντιστρεπτές μεταβολές δὲν ὑπάρχουν στὴ φύση καὶ κατὰ συνέπειαν σὲ αὐτὲς ποὺ ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι.

Μὲ συνέπεια σὲ αὐτὸν τὸν συλλογισμὸ βλέπουμε ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωὴ εἶναι μία ἀλληλεπίδραση ἐνεργείας καὶ ὅλες οἱ ἐνεργειακὲς μορφὲς ἢ ἀνοικτὰ συστήματα εἶναι ἁρπακτικὰ γιὰ τὴν κατώτερη διατροφικὴ κατηγορία καὶ θύματα γιὰ τὴν ἀνώτερη, ἀνεξαρτήτως τῆς μορφῆς της ἢ τοῦ ποιόντος τῆς ἐνεργειακῆς μορφῆς ποὺ καταναλώνεται. Ἡ φύση γιὰ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ἀποτελοῦσε πάντοτε τὴν καλύτερη, οὐσιαστικὰ μοναδικὴ πηγὴ πληροφοριῶν, προκειμένου νὰ ἐξάγουμε τὶς ἀντιστοιχίες μας καὶ νὰ καταλάβουμε τὴ θέση μας στὴ ζωή.

Γνωρίζουμε ὅτι τὰ ἁρπακτικά, προκειμένου νὰ βροῦν τὴν τροφή τους μηχανεύονται κάποιους τρόπους ποὺ ἔχουν παγιοποιηθεῖ μέσα στὴν συμπεριφορὰ καὶ τοὺς τρόπους τους διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν συντήρησή τους· ἔτσι γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουν, βλέπουμε νὰ χρησιμοποιοῦν παραπλανητικοὺς τρόπους καὶ τεχνάσματα ὅπως νὰ διαμορφώνουν τὸ τρίχωμα ἢ πτέρωμα, νὰ ἀλλάζουν ἢ προσαρμόζουν τὸ χρῶμα καὶ νὰ στήνουν ἐνέδρες ὅπου γνωρίζουν ὅτι συχνάζει ἡ τροφή τους. Θὰ ἦταν ἀδύνατον νὰ μὴν ὑποψιαστοῦμε ὅτι μία ἀπὸ τὶς πλέον ἀποδοτικὲς μεθόδους θὰ ἦταν ὅταν τὰ θηράματα τῶν ἁρπακτικῶν θὰ πήγαιναν ἐκεῖ ὅπου εἶχαν ἀνάγκη γιὰ νὰ αἰσθανθοῦν καλά, – ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ἄφθονη τροφή – νὰ ἱκανοποιήσουν ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς τους – λίμνες, ποτάμια, νερόλακκοι- ἢ νὰ νοιώσουν ἀσφαλῆ σὲ πυκνὴ βλάστηση – μέρη ποὺ θὰ ἀποτελοῦσαν τὶς πρῶτες ἐπιλογὲς τῶν ἁρπακτικῶν στὴν ἀναζήτηση τῆς τροφῆς τους.

Κάνοντας τὴν ἀντιστοιχία καὶ ἐφ᾽ ὅσων πραγματευόμαστε τὴν ἐπεξεργασμένη ποιότητα ἐνέργειας ποὺ ὠνομάσαμε νοητικὴ ἐνέργεια, τότε ἀναπόφευκτα θὰ ἐξετάσουμε σὲ τί ἀντιστοιχοῦν οἱ «τοποθεσίες» ποὺ ἐπιλέγουν τὰ ἁρπακτικὰ τὰ δικά μας γιὰ νὰ τραφοῦν ἀπὸ τὴν νοητική μας ἐνέργεια. Ὅπου ὑπάρχει ἄφθονη τροφὴ εἶναι ἕνα μέρος ὅπου ὑπάρχει πολιτισμός, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει εὐημερία, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει κοινωνία, δηλαδὴ σχετικὰ μεγάλη συγκέντρωση ἀνθρώπων, δηλαδὴ χωριά, κομωπόλεις, πόλεις· κανεὶς δὲν θὰ πήγαινε νὰ κυνηγήσῃ σὲ ἀραιᾶ διεσπαρμένες νομάδες, δὲν θὰ ἦταν ἀποδοτικὸ ἐκτὸς κι ἂν ἦταν ἀναγκαῖο· ὅπως ἀποτελεῖ ἀνάγκη καὶ ἀπαίτηση τῆς ζωῆς τὸ νερὸ ἔτσι κι ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει τὸ ἀντίστοιχό του γιὰ τὴν νοητικὴ ἐνέργεια εἶναι ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἡ γνώση καὶ ἡ δίψα γιὰ μάθηση, ποὺ εἶναι τὰ σχολεῖα καὶ τὰ πανεπιστήμια ποὺ βρίσκονται στὶς πόλεις, ποὺ ἔχουν γίνει ἀπὸ ὀργανωμένες κοινωνίες· καὶ ποῦ θὰ αἰσθάνονται ἀσφαλεῖς καὶ προστατευμένοι; φυσικὰ ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχουν πολλοὶ ὅμοιοί τους, μποροῦν νὰ χαθοῦν μέσα στὸ πλῆθος καὶ νὰ μειώσουν τὴν πιθανότητα νὰ εἶναι τὰ μοναδικὰ θύματα καὶ νὰ κρυφτοῦν στὴν ἀνωνυμία σὰν νὰ βρίσκονται σὲ πυκνὴ βλάστηση.

Ἡ ἁρπακτικὴ ὀντότητα γιὰ τὴν νοητικὴ ἐνέργεια δὲν εἶχε καλύτερη ἐπιλογὴ ἀπὸ τὸ νὰ πηγαίνῃ σὲ αὐτὰ τὰ μέρη γιὰ νὰ δημιουργήσῃ τὶς προϋποθέσεις της, νὰ μελετήσῃ τὶς συμπεριφορές, νὰ στήσῃ τὶς ἐνέδρες καὶ νὰ μηχανευτῇ τὰ τεχνάσματά ποὺ θὰ χρησιμοποιήσῃ. Ἔτσι ὅπου ὑπῆρχε μεγαλύτερη συνάθρηση ἦταν τὸ κατάλληλο μέρος καὶ βέβαια ἡ ἐξάπλωση κάποιας θρησκείας μποροῦσε νὰ ἀναπτυχθῇ ἀφ᾽ ὅτου σπάσει τὶς πρῶτες χλιαρὲς φυσικὲς ἀντιστάσεις, νὰ ἐξαπλωθῇ μὲ ἰογενῆ μορφὴ καὶ νὰ ἀποτελέσῃ μία προσοδοφόριο πηγὴ ἐνεργείας μὲ τεράστια ἀποθέματα.

Φαίνεται νὰ πρόκειται γιὰ ἀνθρώπινη ἀνάγκη ἡ ἐπιρρέπεια στὶς θρησκεῖες γι᾽ αὐτὸ καὶ ὅλες οἱ ἀπάτες ποὺ στοχεύουν στὴν νοητικὴ ἐνέργεια κατασκευάζονται καὶ ἀντιγράφουν τὶς γνωστὲς καὶ παραδοσιακὲς θρησκεῖες διότι γνωρίζουν ὅτι οἱ ἐγκέφαλοι τῶν ἀνθρώπων εἶναι κατάλληλα διαμορφωμένοι μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἔχουν ὑπαγορεύσει οἱ θρησκεῖες καὶ ὅπως εἶναι ἐπιτυχὲς στὴ φύση τὸ τέχνασμα τῆς ἀποκρύψεως (camouflage), ἡ προσποίηση καὶ ἡ ἐνέδρα, ἔτσι καὶ κάτι ποὺ ὑποδύεται τὴν θρησκεία ἢ ποὺ τὸ ἀφήγημά του εἶναι παρόμοιο ἔχει τὴν τάση νὰ γίνεται πιστευτὸ καὶ νὰ ὑποτάσσῃ τὰ θύματα γιὰ νὰ τοὺς ἀπομυζήσῃ τὴν νοητική τους ἐνέργεια.

Ὁταν ἐξετάζουμε τὴν περίπτωση ἑνὸς ἁρπακτικοῦ ποὺ ἐπιτίθεται σὲ ἔνα θήραμά του καταλαβαίνουμε περίπου τὴν διαδικασία ἀποκτήσεως καὶ ἀποδόσεως τῆς ἐνεργείας, ὑπάρχει ὁ ἥλιος ὁ ὁποῖος στέλενει τὴν ἐνέργεια μέσῳ τῶν φωτονίων, οἱ δέκτες στὴ γῆ παραλαμβάνουν τὰ φωτόνια μὲ τὰ κατάλληλα διαμορφωμένα ὄργανά τους ὅπως εἶναι γιὰ τὰ φυτὰ τὰ φύλλα καὶ ἔτσι ἀναπτύσσονται διατηρῶντας καὶ ἀποθέματα. Τὰ ζῶα τώρα παραλαμβάνουν κι αὐτὰ φωτόνια στὸ σῶμα τους μὲ τὴν ἔκθεσή τους στὸν ἥλιο, ἀλλὰ τρώγοντας τὰ φυτά, παραλαμβάνουν μεγαλύτερες ποσότητες φωτονίων ποὺ εἶναι ἀποθηκευμένες στὰ φυτὰ κι ἔτσι ἀναπτύσσονται σὰν ἐνεργειακὰ ὄντα πολὺ περισσότερο ἀπὸ τὰ φυτά.

Ἀναμφισβήτητα ἡ ὕπαρξή τους ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν φυτῶν, ἀπώλεια τῶν ὁποίων θὰ σηματοδοτήσῃ καὶ τὴν ἐξαφάνιση τῶν ζώων ποὺ τρέφονται ἀπὸ αὐτά. Στὴν συνέχεια τὰ ἁρπακτικὰ ποὺ τρέφονται ἀπὸ τὰ ζῶα παραλαμβάνουν κάθε φορὰ πολὺ μεγαλύτερες ποσότητες φωτονίων οἱ ὁποῖες ἔχουν ληφθεῖ ἀπὸ τὰ φυτὰ καὶ χρησιμοποιηθεῖ ἀπὸ τὰ ζῶα θύματα γιὰ νὰ κατασκευάσουν τοὺς ἱστοὺς του σώματός τους. Οἱ ἄνθρωποι παραλαμβάνουν τὶς μερίδες τῶν φωτονίων καὶ ἀπὸ τὰ φυτὰ καὶ ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ φυσικὰ τὸ ἀνθρώπινο πεπτικὸ σύστημα εἶναι ἱκανὸ γιὰ τὴν κατεργασία αὐτῶν τῶν τροφῶν. Μὲ βάση αὐτὴν τὴν διαδικασία γίνεται εὔκολα ἀντιληπτὸ τὸ πῶς καὶ γιατὶ γίνεται αὐτὴ ἡ διαδικασία καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ ὄργανα ποὺ παίζουν πρωτεύοντα ῥόλο γιὰ τὴν ὁλοκλήρωσή της.

Ἐκεῖ ποὺ ἀλλάζουν λίγο τὰ πράγματα εἶναι ὅταν δὲν ἔχουμε χειροπιαστὰ παραδείγματα καὶ φυσικὰ ὄργανα ποὺ τὰ βλέπουμε καὶ καταλαβαίνουμε, δίοτι ἀντιλαμβανόμαστε μὲν τὴν πρόσληψη, κατανάλωση, κατεργασία καὶ ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ ἐὰν πρόκειται γιὰ τὴν διάθεση τῆς νοητικῆς ἐνεργείας δὲν εἶναι τόσο εὔολη ἡ ἀντιστοιχία. Ἐὰν ἀκολουθήσουμε ὅμως τὸ ἴδιο σκεπτικό, θὰ ἀνακαλύψουμε ὄχι μόνο τὸ ὅτι ὑπάρχει ἀντιστοιχία, ἀλλὰ θὰ ἔχουμε καὶ μία ἀποκάλυψη· νὰ ὑλοποιήσουμε κατὰ κάποιον τρόπο προσεγγιστικὰ στὸ μυαλό μας, τὴν μορφὴ τῆς ὀντότητος ἡ ὁποία τρέφεται ἀπὸ τὴν ἐκλεπτυσμένη μας νοητικὴ ἐνέργεια. Παραδεχόμαστε ὅτι ἡ ἐνέργεια ὑπάρχει καὶ εἶναι ἀποθηκευμένη στὶς ὁλότητες τῶν ἀνθρώπων, μὲ κέντρο διαχειρίσεως τὸν ἐγκέφαλο.

Γιὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἀποτελῇ ποσοστὸ τὸ ὁποῖο νὰ ἀξίζῃ νὰ τραβήξῃ τὴν προσοχὴ θὰ πρέπῃ νὰ εἶναι σὲ ἱκανὲς ποσότητες ποὺ παράγονται ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους μαζί· αὐτὸ καθιστᾶ τὶς τοποθεσίες τῶν συγκεντρώσεων ἑστίες σιτίσεως ποὺ εἶναι οἱ ναοὶ παντὸς εἴδους καὶ ἔτσι ἔχουμε τὶς πρῶτες τοποθεσίες προσλήψεως τῆς ἐνεργείας. Ἐὰν ἡ ἐνέργεια κατευθυνθεῖ καταλλήλως καὶ προσανατολισθεῖ, ἀποτελεῖ τέχνασμα συγκεντρώσεως τῆς ἐνεργείας καὶ τὰ ὄργανά του μποροῦν νὰ εἶναι ὅλα τὰ μέσα τὰ ὁποῖα εύθυγραμίζουν αὐτὲς τὶς ἐνέργειες. Αὐτὸ γίνεται μὲ τὰ ῥαδιόφωνα καὶ κατὰ κόρον μὲ τὶς τηλεοράσεις ποὺ ἔχει γίνει κατορθωτὸ νὰ βρίσκονται σὲ κάθε τόπο διαμονῆς τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀντὶ νὰ πραγματοποιεῖται ἡ σίτιση μία φορὰ τὴν ἑβδομάδα στοὺς ναούς, γίνεται καθημερινὰ καὶ ὅλες τὶς ὧρες τῆς ἡμέρας ἀπὸ αὐτὰ τὰ μέσα ποὺ ἔχουν ἀποκαλέσει κατ᾽ εὐφημισμὸν μέσα ἐνημερώσεως.

Ἔχουμε λοιπὸν μία ὀντότητα ἡ ὁποία ἔχει μηχανισμὸ συλλογῆς ἐνεργείας, χρησιμοποιεῖ τεχνάσματα, διαθέτει χώρους ὅπου ἔχει ἐγκαταστήσει τὰ ἀπαραίτητα ὄργανα γιὰ τὴν πρόσληψη τροφῆς, συντηρεῖται καὶ ὁλοένα μεγαλώνει καὶ γίνεται ἰσχυρότερη. Εἶναι λογικὸ νὰ ἰσχύῃ καὶ γι᾽ αὐτὴν τὴν ὀντότητα ὅτι ὅσο μεγαλώνει τόσο θὰ πρέπῃ νὰ καταναλώνῃ περισσότερο, ἀλλὰ καὶ νὰ περιορίζεται ἀπὸ τὴν ποσότητα τῆς τροφῆς της καὶ μάλιστα μιᾶς καὶ ἐξαρτᾶται ἀπόλυτα ἀπὸ αὐτὴν ἡ τύχη της εἶναι ἄμεσα συνδεδεμένη μὲ τὴν τύχη τῆς τροφῆς της.

Βάσει τοῦ φυσικοῦ νόμου θὰ πρέπῃ κάποια στιγμὴ κάπως νὰ περιοριστῇ ἢ νὰ φθάσῃ νὰ γίνῃ τόσο μεγάλη ποὺ νὰ περιπέσῃ σὲ ἀσιτία ἀπὸ τὴν ἔλλειψη τῆς τροφῆς ποὺ θὰ χρειάζεται γιὰ νὰ συντηρήσῃ τὴν δυσανάλογη ὕπαρξή της.

Αὐτὴν τὴν ὀντότητα ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται καὶ συντηρεῖται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πλάσματα ποὺ ἀποτελοῦν τὴν διατροφή της, τῆς ἔχουν προσδώσει πολλὰ καὶ διαφορετικὰ ὀνόματα σὲ μία μάταιη προσπάθεια νὰ τὴν ἐκφράσουν καὶ τὴν ἀποκαλοῦν κόλαση, ὰπληστία, καπιταλισμό, παγκοσμιοποίηση, θεία δίκη κατάρα, ἀνάγκη, ἔννοιες ἄϋλες ἀλλὰ μὲ οὐσιαστικὰ χαρακτηριστικὰ καὶ τέτοια ποὺ νὰ γίνονται ἀντιληπτὰ μόνο ἐὰν κάποιος μπορέσει νὰ τὰ θεωρήσῃ προσθέτοντας καὶ τὴν διάσταση τοῦ χρόνου ποὺ ὅμως ξεφεύγει ἀπὸ τὰ ὅρια τῶν τρισδιάστατων δυνατοτήτων μας νὰ τὴν φανταστοῦμε. Ποιοί εἶναι αὐτοὶ ποὺ ὑποστηρίζουν αὐτὴν τὴν ὀντότητα πλέον εἶναι εὔκολο νὰ καταλάβουμε διότι εἶναι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ ὀργανώνουν τὰ γεύματά της.

Εἶναι οἱ ἰδρυτὲς καὶ κατόπιν διαχειριστὲς τῶν θρησκειῶν εἶναι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ μὲ τὸν τρόπο τους ἐπιβεβαιώνουν ὅλες τὶς ἄϋλες ὀνομασίες ποὺ τοὺς δώσαμε προηγουμένως, εἶναι αὐτοὶ ποὺ διαχειρίζονται τοὺς τόπους σιτίσεως καὶ διευθύνουν τὰ ὄργανα τῆς ὀντότητος μὲ τὰ μέσα ἐνημερώσεως καὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ τὰ κάνουν ὅλα δυνατὰ μὲ τὴν διαχείρηση τῶν χρημάτων σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο ποὺ εἶναι ὅπως ἀρέσκονται νὰ αὐτοαποκαλοῦνται ἡ ἐκλεκτὴ φυλὴ τοῦ θεοῦ.

Τὰ ἁρπακτικὰ ὅπως λέγαμε χρησιμοποιοῦν τὰ τεχνάσματα τῆς ἐξαπάτησης, ἀποκρύψεως, τῆς ἐνέδρας, τοῦ αἰφνιδιασμοῦ καὶ ἡ τακτική τους εἶναι νὰ ἀκινητοποιοῦν τὸ θῦμα τους πρὶν τὸ καταβροχθήσουν, ἔτσι μπορεῖ νὰ τὸ κυνηγήσουν νὰ τὸ ὑπνωτίσουν, νὰ τὸ δηλητηριάσουν γιὰ νὰ τὸ ἐξαντλήσουν καὶ νὰ τὸ ἀκινητοποιήσουν. Ὅσο κι ἂν ἀκούγεται περίεργο, ἡ φύση καὶ πάλι σὲ μία ἀπόλυτη ἀντιστοιχία μᾶς δίνη τὴν ἀπάντηση στὸ ὅτι ἡ ἄϋλη αύτὴ ὀντότητα χρησιμοποιεῖ τὸν ἴδιο τρόπο στὴν ἐπίθεσή της στὰ θύματά της.

Τὰ ναρκώνει, τὰ ἐξαντλεῖ, τὰ ἀκινητοποιεῖ καὶ μετὰ τὰ καταναλώνει μὲ τὴν ἡσυχία της. Αὑτὸ ἐπιτεύχθηκε μὲ τὴν παγκόσμια ἐπέλαση τοῦ πολιτισμικοῦ μαρξισμοῦ ὁ ὁποῖος ἀναστάτωσε ὁλόκληρο τὸν πλανήτη, κατέστρεψε καὶ συνεχίζει νὰ καταστρέφῃ ὅλες τὶς κοινωνικὲς δομὲς καὶ ἰσορροπίες ποὺ χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια γιὰ νὰ ἑδραιωθοῦν φέρνοντας τοὺς ἀνθρώπους σὲ ἀπόγνωση, ἀδιέξοδο καὶ καθιστῶντας τους ἀνίκανους νὰ ἀντιδράσουν ἀκριβῶς σὰν νὰ εἶχαν ὑπνωτιστῇ ἢ δηλητηριαστῇ ἀπὸ τὸν κυνηγό τους ὅπως τὸ φίδι ποὺ δηλητηριάζει τὸ θῦμα του καὶ χάνει τῆς αἰσθήσεις του ἢ τὴν ἀράχνη ποὺ κάνει τὸ ἴδιο στὰ ἄτυχα ἔντομα ποὺ πέφτουν στὸν ἱστο της ἢ τὰ μεγαλύτερα ποὺ πιάνουν τὸ θύμα τους ἀπὸ τὸ λαιμό καὶ τὸ στραγγαλίζουν μέχρι νὰ λιποθυμίσῃ ἀπὸ τὴν ἔλλειψη ὀξυγόνου.

Οἱ ἄνθρωποι ποὺ πέφτουν θύματα στὶς ἐπιθέσεις τοῦ πολιτισμικοῦ μαρξισμοῦ ὑποκύπτουν στὶς ἀνάλογες μεθόδους καὶ γίνονται τροφὴ γιὰ τὴν μεγάλη ὀντότητα. Χῶρες ὁλόκληρες θυσιάζονται ἀπὸ τὶς ἴδιες τὶς κυβερνήσεις τους ποὺ ἀνήκουν σὲ αὐτοὺς ποὺ ὑποστηρίζουν καὶ συντηροῦν τὴν ὀντότητα, μὲ τὸν σύγχρονο ὅρο «Δόγμα τοῦ Σόκ».

Εἶναι ἀπόλυτα λογικὸ ὅτι ὅλοι ὅσοι ἔχουν ταχθεῖ γιὰ τὴν ὑποστήριξη καὶ συντήρηση τῆς ὀντότητος θὰ διαφωνήσουν ἔντονα μὲ αὐτὸ τὸ σκεπτικό, ἀλλὰ ὅπως καταλαβαίνετε δὲν ἔχει καμμία σημασία ἐὰν κάποιος διαφωνεῖ ἢ συμφωνεῖ, διότι ἡ φύση μᾶς ἔχει ἀποκαλύψει ἤδη τὴν ἀλήθεια μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο εἶναι ἡ ἴδια φιαγμένη καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀπέμενε γιὰ ἐμᾶς ἦταν νὰ κάνουμε τὴν ἀνάλογη σύγκριση.

Ἐὰν τώρα, ἀφοῦ καταλάβαμε περίπου τὶς ἀντιστοιχίες μὲ τοὺς κανόνες καὶ τὰ φαινόμενα τῆς ζωῆς καὶ εἴδαμε τὴν ἀλληλοεξάρτηση τῶν εἰδῶν. Εἴδαμε ἀκόμη καὶ τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ὑπάρξεως κάποιων εἶδῶν προκειμένου νὰ εἶναι ἐφικτὴ ἡ ὕπαρξη τῶν μεταγενεστέρων τους. Ἐπιπλέον μπορέσαμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ἰσχυροποίηση ἑνὸς εἴδους τὸ ὁποῖο δέχεται ἐπίθεση ἀπὸ ἕνα ἄλλο, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ σειρά του μπορεῖ νὰ δημιουργήθηκε ἐπειδὴ τὸ ἀπαίτησε κάποιος φυσικὸς νόμος γιὰ τὴν ἀπαγόρευση τῆς ἐξελίξεώς του ἢ ἀντίθετα γιὰ τὴν βελτίωσή του ἢ τὴν τελικὴ ἐξαφάνισή του. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος τῆς φύσεως καὶ ἐδῶ εἶναι ποὺ περιπλέκονται τὰ πράγματα ἐξαρτώμενα ἀπὸ ποιά ὁπτικὴ γωνία θὰ παρατηρηθοῦν καὶ ἐξεταστοῦν.

Πρόκειται λοιπὸν ἡ δυσκολία τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζει ἕνα εἶδος ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιθέσεως ἑνὸς ἁρπακτικοῦ γιὰ κατάρα καὶ τιμωρία ἢ πρόκειται γιὰ μία ἀναγκαιότητα γιὰ ἐνδυνάμωση καὶ ἐξέλιξη τοῦ εἴδους; Εἶναι τὸ ἁρπακτικὸ ποὺ προέκυψε, ἡ Νέμεσις γι᾽ αὐτὸ τὸ εἶδος ἢ εἶναι ὁ αύστηρὸς καὶ δίκαιος κριτὴς ποὺ θὰ ὁδηγήσῃ τὸ εἶδος σὲ μεγάλη δόξα φυσικῆς ἀνελίξεως καὶ νὰ τὸ κάνῃ ἄτρωτο γιὰ κάποιο μεγάλο χρονικὸ διάστημα μέχρι νὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ νέες προκλήσεις;

Εἶναι ὁ διάβολος αὐτὸς ποὺ τελικὰ φέρνει τὴν καταστροφὴ ἢ εἶναι αὐτὸς ποὺ φέρνει τὴν γνώση, τὴν Αὐγή, ὁ Ἑωσφόρος; Ποιός εἶναι ὁ Θεὸς καὶ ποιός ὁ διάβολος ποὺ περιγράφονται στὶς θρησκεῖες τελικά; Ποιός εἶναι ὁ καλός καὶ ποιός ὁ κακός; Ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀγαπάει τοὺς ἀνθρώπους, αὐτὸς ποὺ τοὺς κοιμίζει ὁδηγῶντας τους στὴν ἀπόλυτη ἡρεμία τοῦ θανάτου ἢ αὐτὸς ποὺ τοὺς δίνει τὸν λόγο νὰ πολεμήσουν γιὰ τὴν συνέχιση τῆς ὑπάρξεως τῆς ζωῆς;

Βλέπουμε πολὺ καθαρὰ πλέον ὅτι ἔτσι ὅπως εἶναι φιαγμένα τὰ πράγματα καὶ ἔτσι ὅπως ἰσχύουν οἱ κανόνες τὶς ζωῆς, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ δομηθῇ ἕνας τρόπος ἀπὸ τὴν μία ἢ τὴν ἄλλη θεώρηση καὶ νὰ εἶναι καὶ οἱ δύο σωστές. Τὸ ζητούμενο εἶναι πῶς νὰ συνεχίσῃ νὰ ὑπάρχῃ ἡ «κίνηση» ποὺ θὰ κρατήσῃ τὸ ἀνοιτὸ σύστημα τῆς ζωῆς σὲ ἀλληλεπίδραση μὲ τὸ περιβάλλον του καὶ αὐτὸ φαίνεται σὰν νὰ ἔχῃ μπῇ σὲ αὐτόματο πιλότο καὶ οἱ καταστάσεις νὰ ἀλληλοδιαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη ὥστε νὰ ἐπιτυγχάνεται ἡ μείωση τῆς ἐντροπίας, δηλαδὴ νὰ ἐπιτυγχάνεται ἡ ζωή.

Οἱ θρησκεῖες προκειμένου νὰ ἐπιτύχουν αὐτὸ ποὺ θέλουν, εἶναι ὑποχρεωμένες νὰ λένε τὴ μισὴ ἀλήθεια καὶ νὰ υἱοθετοῦν δόγματα σὰν ἀσφαλιστικὲς δικλεῖδες γιὰ τὴν διατήρησή τους, ἐπίσης νὰ ἔχουν τὴν ἐναλλακτικὴ λύση γιὰ τὴν ἀποκαθήλωση τῆς θεωρίας τους μὲ τὸ νὰ ἀποκαλύψουν τὴν ἀλήθεια τὴν ὁποία σκοπίμως ἀπέκρυπταν γιὰ τὴν ὥρα ποὺ ὁ κόσμος θὰ ἔφθανε στὸ σημεῖο νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι εἶχε παραπλανηθεῖ καὶ δὲν τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ὅλη ἡ ἀλήθεια. Αὑτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ κάθε θρησκεία προκειμένου νὰ ἑδραιωθῇ χρειάζεται ἁγνούς, ἀπονήρευτους καὶ ἀμόρφωτους ἀνθρώπους γιὰ νὰ τοὺς διαμορφώσῃ ἔτσι ὅπως ἔγινε μὲ τοὺς ἀγαθοὺς ψαράδες τοῦ Χριστοῦ, μὲ τοὺς ληστὲς τοῦ Μωάμεθ καὶ μὲ τοὺς ἀμόρφωτους τοῦ Μάρξ.

Ἐπίσης γίνεται κατανοητὸ ὅτι οἱ ἄνθρωποι πρέπει νὰ παραμέινουν σὲ ἄγνοια ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο καὶ νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμός τους γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ παίζουν τὸν ῥόλο τῶν ὑποστηρικτῶν τῶν θρησκειῶν ποὺ πρέπει νὰ βρίσκονται μόνιμα σὲ ἐγρήγορση καὶ νὰ ἐνεργοῦν σὰν ἕνα σῶμα ὅταν κάποιος ξεφύγει καὶ προσπαθεῖ νὰ ἀπορρίψῃ τὰ δογματα καὶ πιστεύω τους. Αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ περίπτωση τῶν πιθήκων στὸ κλουβὶ ὅπου δὲν ἀφήνουν τὸὺς νεοεισερχομένους νὰ φθάσουν στὶς «μπανάνες», ποὺ εἶναι ἡ «ἀλήθεια» γιὰ τὴν ὁποία ὑπάρχει ἡ φυσικὴ τάση τῶν ἀνθρώπων νὰ ἐπιθυμοῦν μὲ τόσο φυσικὸ τρόπο ὅσο θὰ ἐπιθυμοῦσε ἕνας πίθηκος τὴν ἀγαπημένη του τροφή, τὶς μπανάνες.

Οἱ τοποτηρητὲς πίθηκοι, ἂν καὶ ὅπως ξέρουμε δὲν ἔχουν ὑποστεῖ οἱ ἴδιοι τὶς ἀρνητικὲς ἐπιδράσεις ἐὰν ἀφήσουν κάποιον νεοεισερχόμενο νὰ πλησιάσῃ τὶς μπανάνες, ἔχουν πεισθεῖ ὅτι εἶναι ασφαλεῖς μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ προσφέρουν αὐτὴν τὴν μικρὴ ὑπηρεσία στοὺς διαχειριστές καὶ ἀπολαμβάνοντας αὐτὴν τὴν ἰσορροπία θεωροῦν ὅτι εἶναι εὐτυχισμένοι καὶ πλήρεις. Ὅταν ὅμως ἔλθει ἡ ὥρα γιὰ τὴν ἀλλαγὴ ὅλοι αὐτοὶ βρίσκονται σὲ πανικὸ καὶ σύγχιση καὶ γίνονται εὔκολη τροφὴ στὰ ἁρπακτικά.

Ὅταν λοιπὸν ἡ κατάσταση μοιραῖα ξεφύγει ἀπὸ τὸν ἔλεγχο καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι ἀρχίζουν νὰ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀπάτη τῆς ἀποκρύψεως τῆς ἀλήθειας, φθάνει καὶ ἡ ὥρα τῆς ἀνατροπῆς καὶ τῆς ἐπιβολῆς μίας νέας καταστάσεως. Στὴν παροῦσα φάση ἔχει ἐπιλεγεῖ ἀρχικά, τοὐλάχιστον ὅπως φαίνεται, ὁ τρόπος τῆς ἀποκαθηλώσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἡ ἄνοδος τοῦ Μουσουλμανισμοῦ μὲ κύριο σκοπὸ τὴν ἀντικατάσταση τῶν τοποτηρητῶν πιθήκων μὲ ἄλλους λιγώτερο προβληματικοὺς ποὺ γίνονται κατάλληλοι ἐξ αἰτίας τοῦ χαμηλοῦ διανοητικοῦ τους ἐπιπέδου.

Ἀργότερα καὶ ἀφοῦ χρησιμοποιήσουν τοὺς Μουσουλμάνους γιὰ τὴν μεγάλη ἀλλαγή, καὶ παρατείνουν γιὰ λίγο χρόνο τὴν κυριαρχία τῶν θρησκειῶν, μποροῦν νὰ εἰσάγουν τὴν θεότητα τῆς φύσεως καὶ τὴν ἀναβίωση τοῦ Ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ. Τὸν Ἑωσφόρο, τὸν Προμηθέα, τὸν ὄφι, τὸν Σατανᾶ, τὸν κυρίαρχο καὶ μοναδικὸ ἄρχοντα τοῦ κόσμου ἀφοῦ ἀπὸ αὐτὸν ἐξαρτᾶται ἡ ἐξέλιξη καὶ διατήρηση τῆς ζωῆς ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι λίγο σκληρὸς ἀλλὰ χωρὶς αὐτὸν ζωὴ δὲν θὰ ὑπῆρχε. Αὐτὴν τὴν δρομολόγηση μποροῦμε νὰ τὴν παρατηρήσουμε διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ στὸ Βατικανὸ ὅπου ὁ μοναδικὸς ἐν ζωῇ ἄνθρωπος ποὺ ὑποτίθεται συνομιλεῖ μὲ τὸν Θεό, βρίσκεται σὲ ἕνα μέρος ὅπου βρίθει ἀπὸ διαβολικὲς μορφὲς καὶ σύμβολα καὶ συνεδριάζει σὲ κτίρια ποὺ εἶναι κατασκευασμένα γιὰ νὰ παραπέμπουν σὲ ἑρπετικὲς μορφές.

Κατόπιν μποροῦν εὔκολα νὰ ἐξουδετερώσουν τοὺς διαχειρίσιμους Μουσουλμάνους καὶ νὰ ἐφαρμόσουν μία «καινούρια, ὅλα σὲ ἕνα» θρησκεία, ἀφ᾽οὗ θὰ καθορίζουν τὴν διατροφὴ τῆς ὀντότητος ἐπειδὴ θὰ τὴν ἔχουν θέσει ὑπὸ τὸν ἔλεγχό τους.

Μὲ αὐτὴν τὴν μικρὴ ἀναδρομὴ ποὺ κάναμε εἴδαμε ἐν ὀλίγοις τὸν σκοπὸ καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν θρησκειῶν, εἴδαμε τὴν λογικὴ συνέπεια τῆς πορείας τῆς ζωὴς καὶ τῆς ὑποχρεωτικῆς δοκιμασίας ποὺ καλεῖται νὰ ἀνταπεξέλθῃ, βρισκόμενη ἀντιμέτωπη μὲ τὴν συνέχιση τῆς ὑπάρξεώς της ἢ τὴν ἐξαφάνισή της, εἴδαμε τὶς συνέπειες τῆς δημιουργίας τῶν θρησκειῶν οἱ ὁποῖες ὅπως οἱ κυματισμοὶ ποὺ προκαλοῦνται σὲ μία λίμνη ἐὰν πετάξουμε ἕνα βότσαλο μέσα ἐξαπλώνονται σὲ ὁλόκληρη τὴ λίμνη, ἔτσι καὶ ἡ ἀναπαραγωγὴ μοντέλων ὑποθρησκεῶν φαίνεται σὰν λογικὴ συνέπεια τῆς δημιουργίας τῶν θρησκειῶν. Εἰδαμε ἐπίσης πὼς ὁ,τιδήποτε μείνει ἀδρανὲς γιὰ κάποιο σχετικὸ χρονικὸ διάστημα, θὰ ἀποτελέσῃ τὴν αἰτία δημιουργίας κάποιας προκλήσεως ποὺ θὰ ἐχῃ σὰν σκοπὸ τὴν κινητοποίησή του διότι ἀλλιῶς θὰ σημάνῃ τὴν αὔξηση τῆς ἐντροπίας του καὶ θὰ προκαλέσῃ τὸν θάνατό του.

Ἡ δημιουργία καὶ ἡ ὕπαρξη ἀνωτέρων ὀντοτήτων ποὺ ἀπειλοῦν τὴν ὕπαρξή μας εἶναι ἀναπόφευκτοι παράγοντες στὴν διάρθρωση τῆς ζωῆς καὶ γι᾽ αὐτὸ οἱ ἀρχαῖοι εἶχαν πάντοτε ἐνεργὸ τὸν θεὸ τοῦ πολέμου, τὸν Ἄρη, ποὺ σήμαινε ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα βρίσκεται μονίμως σὲ ἕναν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἐπιβίωσή της. Προκειμένου νὰ μπορέσῃ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συνέχιση τῆς ζωῆς, εἶναι ἀναγκαῖα ἡ ὕπαρξη ἀνθρώπων ποὺ θὰ ἀποτελέσουν τὴν στήριξη τῆς δημιουργίας ὀντοτήτων ποὺ θὰ ἀναγκάζουν τὴν ἀνθρωπότητα νὰ ἀνασκουμπωθῇ καὶ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἀπειλή. Τέλος εἰπαμε ὅτι ἡ ἀντιστροφὴ καταστάσεων στὴν φύση δὲν εἶναι δυνατὴ, παρὰ μόνον ἡ μεταβολὴ σὲ κάτι νέο ποὺ θὰ περιέχῃ σὰν γνώση ὅλες τὶς προσπάθειες ἐπιβιώσεώς της καταχωρημένες στὶς μνῆμες τοῦ DNA της.

Ἔτσι λοιπὸν τὴν ἑπόμενη φορὰ ποὺ θὰ πρέπῃ νὰ συλλογιστοῦμε γιὰ τὶς θρησκεῖες, τοὺς διαχειριστές τους, τὶς ἔννοιες τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ διαβόλου, τὴν ταυτόχρονη ὕπαρξη τῶν κατὰ συνθήκην καλῶν καὶ κακῶν ἀνθρώπων, θὰ μποροῦμε νὰ ἔχουμε μία καλύτερη κατανόηση ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ εἴμαστε λιγώτερο δογματικοὶ καὶ περισσότερο ἀνοικτόμυαλοι καὶ διαλλακτικοὶ προκειμένου νὰ ἀποκομίσουμε τὸ μεγαλύτερο ὄφελος ἀπὸ τὶς σκέψεις μας. Θὰ μπορέσουμε νὰ θεωρήσουμε τὰ δόγματα καὶ τὶς δογματικὲς ἀπόψεις μὲ περισσότερη συμπάθεια καὶ νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι ἡ θέση μας δὲν θὰ εἶναι ἐπιθυμητὴ σὰν προσάρτηση σὲ κάποια ἀπὸ τὶς δύο πλευρὲς ἀλλὰ σὰν μία ὕπαρξη ποὺ ἐπιβιώνει σὲ ἕνα Σύμπαν ἀντιθέσεων ποὺ μέσα ἀπὸ αὐτὲς συντηρεῖται ἡ ἐκδήλωση τῆς ζωῆς.

Ὁ σκοπὸς μας παρ᾽ὅ,τι δὲν διαφέρει κατὰ πολὺ ἀπὸ αὐτὴν τὴν παρότρυνση τῶν θρησκειῶν θὰ πρέπῃ νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὰ καμώματα ποὺ υἱοθετοῦν οἱ θρησκεῖες γιὰ νὰ ἐπιβιώσουν καὶ οἱ διαχειριστές τους γιὰ νὰ ἀπολαύσουν πρόσκαιρα ὀφέλη, καὶ τοῦτο διότι θέλουμε νὰ ἔχουμε διαθέσιμη ὅση περισσότερη ἐνέργεια μποροῦμε νὰ ἀποθκεύσουμε στὴν ὕπαρξή μας προκειμένου νὰ διατηρήσουμε τὴν ἀκεραιότητά μας ἐρχόμενοι ἀντιμέτωποι μὲ τὶς θηριώδεις δυνάμεις τῆς δικαιοσύνης τοῦ Σύμπαντος.

Κάθε ἐμπλοκὴ καὶ ἐνασχόληση μὲ τοὺς σκοποὺς τῶν θρησκειῶν καὶ τῶν τελετουργιῶν τους ποὺ ἔχουν ἐπινοειθεῖ γιὰ νὰ ὑποτάσσουν τὴν προσοχὴ τῶν ἀνθρώπων, θὰ εἶναι μία σημαντικὴ ἀπώλεια ἐνεργείας ποὺ θὰ καταναλωθῇ ἀπὸ ἐφήμερες ἄϋλες ὀντότητες χωρὶς νὰ προκαλεῖ ἰδιαίτερες μεταβολὲς ἢ σηματικὲς ἀνελίξεις καὶ σὰν βεβαιότητα δὲν εἶναι καθόλου ὠφέλιμες γιὰ τὴν ὕπαρξή μας.

Οἱ διαχειριστὲς τῶν θρησκειῶν εἶναι ἐπίσης αὐτοὶ ποὺ στὴν περιγραφὴ τοῦ Σπηλαίου τοῦ Πλάτωνος περνοῦν τὰ διάφορα ἀντικείμενα πίσω ἀπὸ τὴν φωτιὰ γιὰ νὰ ἐμφανίζεται ἡ σκιά τους στὸν τοῖχο, εἶναι αὐτοὶ ποὺ προσπαθοῦν νὰ σὲ κρατήσουν μέσα στὸ σπήλαιο ὅταν σὲ δοῦν ὅτι ἐλευθερώθηκες, εἶναι αὐτοὶ ποὺ πάιζουν τὸν ῥόλο τοῦ σκουληκιοῦ, τοῦ πολιτικοῦ, τοῦ δημοσιογράφου, τοῦ παπὰ ποὺ λέει ψέμματα γιατὶ οὔτε ὁ ἴδιος πιστεύει αὐτὰ ποὺ λέει, εἶναι οἱ ἄποτυχημένοι ἄνθρωποι ποὺ κατάλαβαν ὅτι ἔχουν χάσει τὴ ζωή τους ἀπὸ δειλία καὶ παρασύρουν τὸν κόσμο νὰ πέσῃ στὴν ἴδια κατάσταση μὲ αὐτούς, εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ θὰ χαρακτηρίζαμε χωρὶς ψυχή, εἶναι τὰ φαρμακερὰ φἴδια τῆς ἀπάτης, τὰ ὑποκατάστατα τῶν θρησκειῶν, εἶναι οἱ προσυλητιστὲς τοῦ κομμουνισμοῦ, εἶναι οἱ μαρξιστὲς ποὺ μισοῦν τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καὶ αὐτοὶ ποὺ προσπαθοῦν νὰ καταστρέψουν ὅ,τι ὑπάρχει θεωρῶντας ὅτι μποροῦν νὰ πᾶνε ἐνάντια στὴν φύση. Αὑτοὶ πρέπει νὰ παίξουν αὐτὸν τὸν ῥόλο γιατὶ προέρχονται ἀπὸ συγχωνεύσεις κακῶν ὑλικῶν γι᾽ αὐτὸ καὶ βρίσκονται σὲ αὐτὲς τὶς θέσεις.

Οἱ ἄνθρωποι ποὺ διάγουν ὑγειῶς τὶς ζωές τους καὶ ἐξελίσσουν τὶς ψυχές τους ἔχουν ἀνώτερους προορισμοὺς καὶ καλοῦνται νᾶ διαχειριστοῦν δυνάμεις ποὺ ἀπαιτοῦν ὁλόκληρο τὸ διαθέσιμο δυναμικὸ τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν μποροῦν νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ παιχνίδια τῶν θρησκειῶν τῶν ἀνθρώπων. Ἡ «θρησκεία» ἡ δική τους εἶναι ἡ ὕπαρξή τους μέσα στὸ Σύμπαν μὲ σκοπὸ ἐπιβιώσεως, ὄχι γιὰ ἀπόκτηση ὀφέλους ἀλλὰ γιατὶ βρέθηκαν ἐκεῖ καὶ πρέπει νὰ συνεχίσουν νὰ ὑπάρχουν παλεύοντας μὲ τὶς συνεχεῖς προκλήσεις ποὺ τοὺς παρουσιάζονται χωρὶς μεμψιμοιρία ἢ λιποψυχία κι αὐτὸ γιατὶ ἁπλᾶ βρέθηκαν ἐκεῖ καὶ δὲν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο νὰ κάνουν παρὰ νὰ πολεμήσουν ὅσο καλύτερα μποροῦν, ἄλλωστε κανένα ἄλλο ὄφελος δὲν εἶναι διαχρονικό.

Πεπρωμένο

Πεπρωμένο…

Είναι το καθορισμένο από τη μοίρα, το προδιαγεγραμμένο… Αυτό που κατευθύνει  τον ανθρώπινο βίο, χωρίς ο άνθρωπος να είναι σε θέση να αντιδράσει. Γιατί η μοίρα είναι εκείνη που έχει καθορίσει το μέλλον και την εξέλιξή του. Ο συγκεκριμένος όρος προέρχεται από το πέπρωται, που  σημαίνει: αυτό που έχει καθοριστεί από τη μοίρα. H λέξη αυτή απαντά σε στίχο του Ομήρου: «Όπποτέρω θανάτοιο πεπρωμένον εστίν».

O όρος μοίρα είναι παράγωγο ουσιαστικό από το αρχαίο ρήμα μείρομαι. Αυτό σημαίνει:

λαμβάνω μέρος, μετέχω στην κλήρωση. Στη νεότερη γλώσσα, συνώνυμα θεωρούνται οι περιφράσεις: το μέρος (μοίρα), που αναλογεί στον καθένα. Μεταφορικά είναι το αναπόφευκτο, το γραφτό, το ριζικό, το τυχερό, ο κλήρος. Η  μοίρα ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με την τύχη. Οι ανατολικοί λαοί  θεωρούν ότι η τύχη δεν προκαλεί τις συμφορές, αλλά τα ευτυχή γεγονότα, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο «Κισμέτ».

Οι όροι πεπρωμένο και μοίρα μπορεί να σχετίζονται, αλλά δεν ταυτίζονται καθώς η μοίρα προηγείται του πεπρωμένου. 

Μοίρα θεωρείται η υπερφυσική δύναμη, «υπερθεότητα» που διαμοιράζει στον κόσμο τα καλά και τα κακά. To πεπρωμένο επαγρυπνεί  ώστε να τηρούνται αυστηρά όλα όσα προδιεγράφησαν από τη μοίρα. Συνεπάγεται, λοιπόν, ότι  το πεπρωμένο είναι, κατά κάποιον τρόπο, το επιγέννημα της μοίρας.

Ακολουθούν 19 σοφά αποφθέγματα για τη μοίρα και το πεπρωμένο…

  1. Είναι αδύνατο να ξεφύγεις από ό,τι σου γράφει η μοίρα σου. – Αισχύλος
  2. Η μοίρα τα ορίζει και τα κατεργάζεται όλα. – Πίνδαρος
  3. Οι σκέψεις σου είναι ο αρχιτέκτονας του πεπρωμένου σου. – Davide O. Mc Kay
  4. Είμαι ο κυρίαρχος της μοίρας μου και ο καπετάνιος του πεπρωμένου μου. – Nelson Mandela
  5. Η σημερινή σου πίστη ελέγχει το αυριανό σου πεπρωμένο. – Fred Phillips
  6. Η αγάπη είναι το αληθινό μας πεπρωμένο. Δεν βρίσκουμε το νόημα της ζωής μόνοι μας, αλλά πάντα με ανθρώπους γύρω μας . – Thomas Merton
  7. Κάθε πάθος έχει το πεπρωμένο του. – Billy Millis
  8. Μία αγάπη, μία καρδιά, ένα πεπρωμένο. – Bob Marley
  9. Αφήνοντας κάποιους ανθρώπους να φύγουν από το ζωή σου σημαίνει ότι συνειδητοποιείς ότι υπήρξαν μέρος της ιστορίας σου, αλλά όχι μέρος του πεπρωμένου σου! – Steve Maraboli
  10. Μερικά πράγματα είναι γραφτό να γίνουν, το μόνο που χρειάζεται είναι μερικές προσπάθειες για να φτάσεις σε αυτά! – J.R. Ward, Lover Mine
  11. Το πεπρωμένο δεν είναι θέμα ευκαιρίας, αλλά επιλογής! Δεν το περιμένεις αλλά το κερδίζεις. – William Jennings Bryan
  12. Συχνά συναντάς την μοίρα σου στο μονοπάτι που αποφεύγεις. – Goldie Hawn
  13. Οφείλουμε να αποδεχόμαστε το πεπρωμένο μας με κουράγιο. – Friedrich Nietzsche
  14. Οι μοίρα φανερώνεται κάτω απο πολύ διαφορετικές μορφές, οι θεοί αποτελειώνουν πολλά πράγματα κόντρα στη δική μας προσδοκία, κι εκείνα που τα περιμένουμε δεν έρχονται. Μα ο Θεός ανοίγει το δρόμο σε απρόβλεπτα γεγονότα… – Ευριπίδης
  15. Δεν υπάρχουν συμπτώσεις, ούτε στη ζωή, ούτε στη μοίρα κάποιου. Ο άνθρωπος φτιάχνει το πεπρωμένο του. – Αμπέλ  Φρανσουά Βιλμέν
  16. Η μοίρα οδηγεί εκείνον που την ακολουθεί και σέρνει εκείνον που αντιστέκεται. – Πλούταρχος
  17. Η μοίρα φροντίζει για μας περισσότερο απ` ό,τι εμείς για τον εαυτό μας. – Δημοσθένης
  18. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το πεπρωμένο του. – Πλάτωνας
  19. Ο χαρακτήρας κάθε ανθρώπου είναι η μοίρα του. – Ηράκλειτος

ΣΚΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΡΥΒΔΗ

Φεύγοντας από το νησί της Κίρκης ο Οδυσσέας, ακούει τις οδηγίες της για τη συνέχεια του ταξιδιού: Αφού περάσει το νησί με τις Σειρήνες και πριν φτάσει στο νησί του Ήλιου, όπου ο Απόλλων έχει τις αγελάδες του, θα βρεθεί ανάμεσα στις Πλαγκτές Πέτρες, απόκρημνα βράχια, όπου το κύμα ακούεται με ρόχθο τρομερό κι απ’ όπου δεν περνά ούτε πουλί πετάμενο- με εξαίρεση την Αργώ, που σώθηκε με την ιδιαίτερη προστασία και την προσωπική επίβλεψη της Ήρας, κανένα καράβι απ’ όσα ξέπεσαν σ’ εκείνο το πέρασμα δεν μπόρεσε να ξεφύγει την καταστροφή και πήγε του χαμού αύτανδρο μέσα σε μια κόλαση από κύματα και φλόγες. Είναι δυο σκόπελοι κι ο ένας απ’ αυτούς φτάνει μεσούρανα, μαύρα σύννεφα σκεπάζουν την κορφή του, έτσι που ούτε στο κατακαλόκαιρο δεν κάνει αιθρία- εκεί πάνω άνθρωπος δεν θα μπορούσε ν’ ανεβεί, ακόμα κι αν είχε είκοσι πόδια και άλλα τόσα χέρια, γιατί είναι πέτρα γλιστερή, σαν λαξεμένη- καταμεσής σ’ αυτό το σκόπελο είναι σπηλιά, όπου το βάθος της ούτε το βέλος του τοξότη δεν το φτάνει- εκεί μέσα μένει η Σκύλλα, που αλυχτάει φοβερά, τέρας που και θεός δεν το απαντάει δίχως φόβο- έχει δώδεκα ποδάρια, υψωμένα στον αέρα, έξι λαιμούς με μάκρος ασυνήθιστο, και ο καθένας τους στηρίζει μια φρικαλέα κεφαλή και κάθε στόμα έχει τριπλά σαγόνια, απ’ όπου στάζει μαύρος θάνατος- κρυμμένη μέσα στο βάραθρο αφήνει τα κεφάλια να προβάλλουν κι αρπάζει έτσι δελφίνια και σκυλόψαρα κι άλλα μεγάλα κήτη- κι απ’ τα καράβια που περνούν αρπάζει πάντα απ’ το κατάστρωμα τόσα παλικάρια όσα είναι και τα στόματά της.

Συνεχίζοντας η Κίρκη τις πληροφορίες της, λέει στον Οδυσσέα ότι ο άλλος σκόπελος δεν είναι τόσο ψηλός όσο ο πρώτος, αλλά έχει μια αγριοσυκιά κι αποκάτω της κάθεται η Χάρυβδη, που ξερνάει μαύρο νερό- τρεις φορές τη μέρα ρουφάει όλο το νερό και τρεις φορές το ξαναβγάζει- αν βρεθεί κανείς κοντά την ώρα που η Χάρυβδη ρουφά το νερό, δεν γλιτώνει, ακόμα κι αν ο Ποσειδώνας ο ίδιος το θελήσει να τον σώσει· γι’ αυτό είναι προτιμότερο να περάσει κοντά στη Σκύλλα και να χάσει έξι παλικάρια, παρά να χαθεί το πλοίο ολόκληρο. Σε ερώτηση του Οδυσσέα αν μπορεί να βγει στην πλώρη αρματωμένος, να πολεμήσει το θεριό, η Κίρκη απαντά πως είναι ανώφελο και πως το μόνο που έχει να κάνει εκείνη τη φοβερή στιγμή είναι να επικαλεστεί το όνομα της Κραταίιδας, που είναι μάνα της Σκύλλας, για να μερώσει το θεριό και να μην πάρει άλλους έξι άντρες, προτού προφτάσει να ξεμακρύνει το καράβι.

Έτσι, το καράβι του Οδυσσέα έφτασε στο στενό και οι άντρες του, μόλις από μακριά ένιωσαν το κύμα το μεγάλο, με τον καπνό και με το γδούπο, τόσο φοβήθηκαν, που άφησαν από τα χέρια τους να πέσουν τα κουπιά. Η Χάρυβδη ρουφούσε τα νερά κι ύστερα τα ξερνούσε, και τότε η θάλασσα ήταν σαν το καζάνι που βράζει σε δυνατή φωτιά, και ο αχνός σκέπαζε τους δυο σκοπέλους ως την κορφή. Ο Οδυσσέας έδωσε θάρρος στους συντρόφους του και πρόσταξε να ξεμακρύνουν όσο γίνεται από τη Χάρυβδη, κρατώντας μυστικό τον κίνδυνο της Σκύλλας, για να μην παραλύσουν ολότελα οι σύντροφοι και πάνε του χαμού όλοι μαζί. Ο ίδιος, αψηφώντας την ορμήνια της Κίρκης, αρματώθηκε και στάθηκε στην πλώρη, μα τίποτα δεν ήταν δυνατόν να δει μες στην αντάρα, κι ας κούρασε τα μάτια του πολύ. Το μόνο που κατάφερε στο τέλος ν’ αντικρίσει ήταν οι έξι άντρες του, από τους πιο γερούς, που άρπαξε η Σκύλλα, και που τους είδε στον αέρα, πιασμένους σαν τα ψάρια στο αγκίστρι που τραβιούνται απ’ το νερό, κι άκουσε τις φωνές τους κι άκουσε στερνά να τον καλούν με τ’ όνομά του και είδε τα χέρια και τα πόδια τους που γύρευαν βοήθεια, ώσπου χάθηκαν για πάντα.

Και το καράβι πρόφτασε και μάκρυνε και σώθηκε κι έφτασε πια στο νησί του Ήλιου, κι εκεί οι σύντροφοι πείνασαν κι έφαγαν τα ζώα του θεού, μόλο που ήταν ορμηνεμένοι πως δεν κάνει, και ο θεός στο γυρισμό τούς χτύπησε καταμεσής στο πέλαγος και τους έπνιξε όλους κι άφησε ολομόναχο τον Οδυσσέα με τα υπολείμματα του καραβιού του· κι η θάλασσα ξανά τον έσπρωξε πάνω στη ρουφήχτρα της Χάρυβδης και παρά τρίχα πιάστηκε σ’ ένα κλαδί της αγριοσυκιάς κι έμεινε κρεμασμένος σαν τη νυχτερίδα, ώσπου το θεριό ξέρασε πάλι το νερό και τα σανίδια, και τότε ο Οδυσσέας πήδησε σ’ αυτά και κολυμπώντας έφτασε επιτέλους στην Ωγυγία, όπου τον βρήκε η Καλυψώ.

Για την Αργώ έλεγαν πως είχε περάσει το στενό με προστατευτικό κλοιό από Νηρηίδες, με την επίβλεψη της Ήρας και με πλοηγό τη Θέτιδα, που έλεγε στον Πηλέα, τον άντρα της, τι έπρεπε κάθε στιγμή να κάνει, γιατί και ο Πηλέας ήταν ανάμεσα στους Αργοναύτες. Για τον Αινεία έλεγαν πως άκουσε τον Έλενο, το μάντη, κι απέφυγε τον κίνδυνο και δεν μπήκε στο στενό, αλλά έκανε τον περίπλου της Σικελίας. Όμως κι αυτός λένε πως είδε με τα μάτια του τη φριχτή όψη των τεράτων αυτών, όταν περνούσε την πύλη του Άδη. Αντίθετα από τον Αινεία ο Ηρακλής δεν δίστασε καθόλου ν’ αναμετρηθεί με τα θεριά. Αυτός, καθώς περνούσε από εκεί, μεταφέροντας τα βόδια του Γηρυόνη, όταν η Σκύλλα τού πήρε ένα, την άρπαξε και την έκανε κομμάτια, αλλά ο πατέρας της, ο Φόρκυς, κατάφερε με αναμμένα δαυλιά να την ξανακολλήσει και να της ξαναδώσει τη ζωή.

Για τη Σκύλλα έλεγαν πως είχε μητέρα τη Λαμια, κάποια όμορφη βασίλισσα, ευνοούμενη του Δια, και πως η ‘Ηρα από ζήλια τη μεταμόρφωσε σ’ ένα φριχτό στοιχειό, που γέννησε τη Σκύλλα, με τα γνωρίσματα και τη μοίρα της μάνας της.

Έλεγαν ακόμα πως και η ίδια η Σκύλλα στην αρχή ήταν μια όμορφη παρθένα του πελάγους, που την αγάπησε παράφορα ο Γλαύκος, χωρίς να βρει ανταπόκριση, και πως η Κίρκη από αντιζηλία φαρμάκωσε το νερό, όπου η κόρη έπαιρνε το μπάνιο της, κι έκανε με τα μάγια της να μεταμορφωθεί σε τέρας. Άλλοι λένε πως ο ίδιος ο Ποσειδώνας την είχε αγαπήσει και πως η Αμφιτρίτη ήταν εκείνη που από ζήλια τη μεταμόρφωσε σε τέρας. Τέλος, άλλοι προσθέτουν πως αντίζηλος του Ποσειδώνα ήταν ο Τρίτων και πως αφού δεν τα κατάφερε να την κερδίσει, αυτός με τα μάγια της Κίρκης τη μεταμόρφωσε σε τέρας. Και για τη Χάρυβδη υπάρχει ανάλογη παράδοση: ήταν κι αυτή μια κόρη, γονείς της είχε τον Ποσειδώνα και τη Γη, και έτρωγε πάντα πολύ και με μεγάλη λαιμαργία. Μια μέρα έκλεψε του Ηρακλή ένα βόδι και το έφαγε, και τότε πια ο Δίας, αηδιασμένος, μ’ έναν κεραυνό του τη γκρέμισε στη θάλασσα και την έκανε αυτό το φοβερό θεριό που καταβροχθίζει τα πάντα.

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ
Το πέρασμα της Σκύλλας και της Χάρυβδης το τοποθετούν άλλοι στον Βόσπορο, άλλοι στο Ταίναρο, άλλοι έξω από τη Μεσόγειο, κοντά στις Καναρίους, όμως οι πιο πολλοί λένε πως είναι το στενό της Σικελίας.

Οι “κύκλοι” ανάπτυξης και ύφεσης στις οικονομίες των δυτικών χωρών

Ιστορικά οι οικονομίες των δυτικών χωρών από τις αρχές του 19ου αιώνα διαγράφουν αλλεπάλληλους “κύκλους” ανάπτυξης και ύφεσης. Οι τετραετίες ή πενταετίες άνθησης ακολουθούνται από ένα ή δύο χρόνια κάμψης, ενώ κατά καιρούς παρατηρείται και μια γενικευμένη κρίση που διαρκεί πέντε ή έξι χρόνια. Το γράφημα του εθνικού προϊόντος στις χώρες αυτές μοιάζει με το σκαρίφημα μιας τραχιάς οροσειράς. Κάθε «βουτιά» στο γράφημα, ισοδυναμεί με τη χρεοκοπία εταιρειών που είχαν μακρά ιστορία, με την απόλυση εργαζομένων, με το κλείσιμο εργοστασίων, με την άντληση του αποθεματικού. Μερικοί υποκύπτουν ενδεχομένως στον πειρασμό και αποδίδουν τα γεγονότα αυτά σε αφύσικες «εκδηλώσεις» της οικονομικής ζωής, ορισμένοι δε υποστηρίζουν ότι κάποια μέρα θα καταστεί μάλλον εφικτό να αποφεύγονται. Αλλά παρ’ όλες τις προσπάθειες των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών, δε φαίνεται να υπάρχουν και πολλοί τρόποι για να αποσοβούνται αυτές οι αναταράξεις.

Κάθε κύκλος χαρακτηρίζεται από τις ίδιες λίγο πολύ εξελίξεις. Αρχίζει όταν εντείνεται η ανάπτυξη καθώς οι επιχειρήσεις επενδύουν εκ νέου στον τομέα της παραγωγής, για να καλύψουν τις ανάγκες που θεωρούν ότι θα προκόψουν στο μέλλον. Τότε τα κόστη παραγωγής τείνουν να αυξάνονται, όπως και η αξία του ενεργητικού, ιδίως οι μετοχές και τα ακίνητα, πράγμα που σε κάποιο βαθμό οφείλεται και στη δραστηριότητα των κερδοσκόπων. Στο σημείο αυτό το κόστος του δανεισμού είναι χαμηλό, πράγμα που ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να πραγματοποιούν επενδύσεις «εντάσεως κεφαλαίου» σε εγκαταστάσεις, όπως εργοστάσια και γραφεία. Ενώ όμως η ζήτηση και η τρέχουσα παραγωγή αρχίζουν να επιβραδύνονται, ο ρυθμός της καταvάλωσης εξακολουθεί να αυξάνεται. Με τις αποταμιεύσεις σε χαμηλό επίπεδο, ο δανεισμός για τους ιδιώτες όσο και για τις εταιρείες επεκτείνεται.

Προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της χώρας, αυξάνονται οι εισαγωγές και μειώνονται οι εξαγωγές, οπότε δημιουργείται έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών. Η οικονομία τώρα πάσχει: υπερεπενδύσεις, υπερκατανάλωση, υπερδανειοδότηση, υπερδανειοληψία. Στο σημείο αυτό αρχίζει η ολίσθηση προς την ύφεση. Οι τιμές αυξάνονται λόγω ενός συνδυασμού χρήσης λιγότερο αποδοτικής
παραγωγικής ικανότητας αφενός και αύξησης της προσφοράς χρήματος και της κερδοσκοπίας αφετέρου. Το κόστος των ανείσπρακτων χρεών επιβαρύνεται από το δανεισμό, που έχει πλέον υψηλότερο επιτόκιο και στενότερο περιθώριο αποπληρωμής. Η αξία τον ενεργητικού, που έχει υπερτιμηθεί κατά την ανοδική πορεία, υποτιμάται. Οι δανειολήπτες αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη, οι δε εγγυήσεις για λήψη νέων δανείων είναι δεσμευμένες. Τα εισοδήματα, οι επενδύσεις και η κατανάλωση μειώνονται. Αρκετές εταιρείες και επιχειρηματίες παραπαίουν ή χρεοκοπούν· η ανεργία αυξάνεται. Καθώς εξανεμίζεται το αίσθημα ασφάλειας, παρατηρείται νέα μείωση στη χορήγηση δανείων και στις δαπάνες. Οι μακροπρόθεσμες επενδύσεις που είχαν γίνει κατά την περίοδο ανάπτυξης αρχίζουν να υλοποιούνται, πράγμα που αυξάνει την προσφορά ενώ ταυτόχρονα συμπιέζει τις τιμές, αφού η ζήτηση ελαττώνεται. Οι εταιρείες και τα νοικοκυριά υποχρεώνονται να πωλήσουν περιουσιακά στοιχεία κάτω του κόστους, πράγμα που επιτείνει την κρίση. Οι δυνητικοί αγοραστές περιμένουν να «πιάσει πάτο» η αγορά πριν προβούν σε αγορές, πράγμα που καθυστερεί ακόμη περισσότερο την ανάκαμψη.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, το διαρκές άγχος που βιώνουμε δε φαίνεται να αποτελεί ένδειξη υστερίας αλλά μια λογική ενδεχομένως απόκριση στις πραγματικές απειλές του οικονομικού περιβάλλοντός μας.

ΑΛΑΙΝ ΝΤΕ ΜΠΟΤΤΟΝ, Περί του κοινωνικού STATUS

Φιλοσοφία και ατρωσία

Στην περιοχή της Ελλάδας, όταν άρχιζε ο 5ος π.Χ. αιώνας, εμφανίστηκαν ορισμένοι άνθρωποι, πολλοί από αυτούς γενειοφόροι, οι οποίοι ξεχώριζαν επειδή δε βαρύνονταν από το άγχος του γοήτρου που ταλάνιζε τους σύγχρονούς τους. Αυτοί οι φιλόσοφοι όχι μόνο παρέμεναν ανεπηρέαστοι από τις ψυχικές ή τις υλικές επιπτώσεις της φτώχειας, αλλά και διατηρούσαν την ψυχραιμία τους όταν δέχονταν προσβολές ή διαπόμπευση. Λέγεται ότι ο Σωκράτης είδε κάποτε να περιφέρεται στους δρόμους της Αθήνας ένας σωρός από χρυσάφι και κοσμήματα και αναφώνησε: «Για κοίτα πόσα πράγματα υπάρχουν που δεν τα θέλω!». Σε μια άλλη περίσταση ένας περαστικός που τον είδε να δέχεται προσβολές στην αγορά τον ρώτησε: «Δε σε πειράζει που σε βρίζουν;». Κι αυτός απάντησε: «Για ποιο λόγο; Εσύ θα το έπαιρνες προσωπικά αν σε κλοτσούσε ένας γάιδαρος;». Παρόμοια ήταν και η στάση ενός νεότερου, του Αντισθένη· όταν τον πληροφόρησαν ότι πολύς κόσμος στην Αθήνα είχε αρχίσει να τον εγκωμιάζει, ρώτησε: «Γιατί; Έκανα τίποτα κακό;». Παρά την ατυχή κατάληξη ορισμένων, φαίνεται πως το ρεύμα αυτό είχε έρεισμα, γιατί εκατό και πλέον χρόνια αργότερα, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος πέρασε από την Κόρινθο κι επισκέφτηκε το φιλόσοφο Διογένη, τον βρήκε να κάθεται κάτω από ένα δέντρο, ρακένδυτος αλλά αμετάπειστος. Ο πανίσχυρος Αλέξανδρος τον ρώτησε πώς μπορούσε να τον βοηθήσει. «Αρκεί να κάνεις λίγο στο πλάι» αποκρίθηκε ο φιλόσοφος «γιατί μου κρύβεις τον ήλιο». Οι στρατιώτες του Αλέξανδρου τρομοκρατήθηκαν, περιμένοντας ότι θα ξεσπούσε ο διαβόητος θυμός του ηγέτη τους. Εκείνος όμως απλώς γέλασε και είπε πως αν δεν ήταν ο Αλέξανδρος, θα ήθελε το δίχως άλλο να είναι ο Διογένης.

Όλα αυτά δε σημαίνουν ότι οι φιλόσοφοι εκείνοι δεν αντιλαμβάνονταν τη διαφορά ανάμεσα στο να είσαι καλός και στο να γίνεσαι γελοίος, ανάμεσα στην επιτυχία και στην αποτυχία. Απλώς είχαν κατασταλάξει σ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο για να αντιμετωπίζουν τη δυσάρεστη πλευρά της εξίσωσης, σε μιαν απόκριση πολύ διαφορετική από τον παραδοσιακό κώδικα τιμής που υπονοεί ότι η γνώμη των άλλων για εμάς πρέπει να καθορίζει πώς επιτρέπεται να βλέπουμε τον εαυτό μας ή ότι κάθε προσβολή επιβάλλεται να μας θίγει, ασχέτως αν είναι ορθή ή αβάσιμη.

ΣΧΕΣΕΙΣ  ΤΙΜΗΣ

ΓΝΩΜΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ                           ΑΥΤΟΘΕΩΡΗΣΗ
Είσαι ανυπόληπτος     —————>   Είμαι ανυπόληπτος

Η φιλοσοφία εισήγαγε ένα νέο στοιχείο στη σχέση μας με τη γνώμη των άλλων. Μπορούμε να το φανταστούμε σαν ένα κουτάκι, μέσα στο οποίο θα έπρεπε να τοποθετούμε κάθε ξένη εκτίμηση, αρνητική ή θετική, ώστε να την αποτιμούμε ψυχρά. Τότε θα μπορούσαμε να τη διοχετεύουμε προς τον εαυτό μας ενισχυμένη αν ήταν αληθής ή να την αποβάλλουμε ανώδυνα στην ατμόσφαιρα αν ήταν εσφαλμένη, χαμογελώντας ή ανασηκώνοντας τους ώμους. Οι φιλόσοφοι ονόμασαν αυτό το κουτάκι «λογική».
                     
ΝΟΗΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
 
ΓΝΩΜΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ                                                  ΑΥΤΟΘΕΩΡΗΣΗ
                                                                  ——> αν ευσταθεί: Είμαι ανυπόληπτος                                                        
   Είσαι ανυπόληπτος   —-   ΛΟΓΙΚΗ
                                                                   ——> αν καταρρίπτεται: Είμαι μια χαρά, παρά την εικόνα μου

Σύμφωνα με τους νόμους της λογικής, το συμπέρασμά μας πρέπει να θεωρείται αληθές αν, και μόνο αν, προκύπτει από μια λογική επαγωγή σκέψεων που βασίζονται σε ακριβείς συλλογισμούς.

Οι φιλόσοφοι θεωρούσαν τα μαθηματικά υπόδειγμα ορθής σκέψης και βάλθηκαν να βρουν τρόπους για να μεταφέρουν και στο ήθος μια αντίστοιχη αντικειμενική βεβαιότητα. Με τη βοήθεια της λογικής, υποστήριξαν, μπορούσε κανείς να αποτιμά το γόητρό του μέσω της νόησής του, αντί να είναι έρμαιο αγοραίων αισθημάτων και καπρίτσιων. Αν λοιπόν η λογική προσέγγιση αποκάλυπτε ότι η κοινότητα μας αδικεί, οι φιλόσοφοι συνιστούσαν να αδιαφορούμε για τη στάση της, κατά τον ίδιο τρόπο που παραμένουμε ψύχραιμοι όταν μας πλησιάζει κάποιος παραπλανημένος και θέλει με το ζόρι να αποδείξει ότι δύο και δύο κάνει πέντε.

Το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος – είναι η απάθεια

Έχω μια πολύ βαθιά εντύπωση πως το αντίθετο της αγάπης δεν είναι το μίσος – είναι η απάθεια. Είναι το να μη δίνεις δεκάρα για τίποτα. Αν κάποιος με μισεί αυτό θα πει ότι πρέπει να «νιώθει» κάτι για μένα, αλλιώς δε θα μπορούσε να με μισήσει. Έτσι, υπάρχει κάποιος τρόπος να έρθω σ’ επαφή μαζί του. Αν δεν σας αρέσει το σκηνικό όπου ζείτε, αν είσαστε δυστυχισμένοι, αν είσαστε μοναχικοί, αν νιώθετε ότι τίποτα αξιόλογο δε σας συμβαίνει, αλλάξτε το σκηνικό σας. Φτιάξτε ένα καινούργιο. Φροντίστε να έχετε γύρω σας άλλους ηθοποιούς. Γράψτε ένα καινούργιο θεατρικό έργο. Κι αν δεν είναι κι αυτό καλό, παρατήστε το και γράψτε ένα άλλο. Υπάρχουν εκατομμύρια θεατρικά έργα, – τόσα, όσα κι οι άνθρωποι. Ο Νίκος Καζαντζάκης έλεγε, «Έχεις το πινέλο και τα χρώματά σου, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα».

Ένα αξιαγάπητο πρόσωπο αναγνωρίζει ότι έχει ανάγκες. Χρειάζεται ανθρώπους που να νοιάζεται, και κάποιον που να νοιάζεται τουλάχιστον γι’ αυτόν, που στ’ αληθινά τον βλέπει και να τον ακούει. Το λέω και πάλι, ίσως μόνο ένα άτομο, αλλά που να’ ναι κάποιος που νοιάζεται βαθιά. Καμιά φορά χρειάζεται μόνο ένα δάχτυλο για να γεφυρώσεις το χάσμα.

Δεν ξέρω πόσοι από σας έχετε δει το έργο «Η μικρή μας πόλη», αλλά μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές είναι όταν η μικρή Έμιλη πεθαίνει και πηγαίνει στο νεκροταφείο κι οι θεοί της λένε ότι μπορεί να ξαναγυρίσει πίσω στη ζωή για μια μέρα. Κι αυτή διαλέγει να γυρίσει πίσω για να ξαναζήσει τη μέρα των δωδέκατων γενεθλίων της. Κατεβαίνει τις σκάλες φορώντας το καινούργιο για τα γενέθλιά της φόρεμα, με τις μπούκλες της ν’ ανεμίζουν, τόσο ευτυχισμένη επειδή είναι αυτή που γιορτάζει. Αλλά η μαμά της είναι τόσο απασχολημένη, φτιάχνοντας την τούρτα των γενεθλίων της, ώστε ούτε που γυρίζει να την κοιτάξει. Έρχεται κι ο μπαμπάς, κι είναι τόσο απασχολημένος με τα βιβλία και τα χαρτιά του που του δίνουν χρήμα, ώστε την προσπερνά κι ούτε που τη βλέπει. Ο αδελφός της βρίσκεται στο δικό του κόσμο, κι ούτε που νοιάζεται κι αυτός να της ρίξει μια ματιά. Η Έμιλη τελικά φτάνει στο κέντρο της σκηνής ολομόναχη, φορώντας το καινούργιο για τα γενέθλιά της φουστάνι. Και λέει, «Παρακαλώ, ας με κοιτάξει κάποιος». Γυρνά στη μητέρα της και λέει, «Μαμά, σε παρακαλώ, μόνο για μια στιγμή, κοίταξέ με». Αλλά κανένας δεν το κάνει, και τότε στρέφεται προς τους θεούς, κι αν θυμάστε, λέει περίπου, «Πάρτε με από δω. Ξέχασα το πόσο δύσκολο ήταν να είσαι ανθρώπινο πλάσμα. Κανένας πια τώρα δε γυρίζει να κοιτάξει τον άλλο».

Ερμής ο Ψυχοπομπός

Ο Ερμής ή με το επικό όνομα Ερμείας, είναι ένας απ’ τους παλαιότερους θεούς με γνήσια ελληνική «λαϊκή» καταγωγή. Κατά τη μυθολογία γεννήθηκε σε μια σπηλιά στην Κυλλήνη (στο σημερινό όρος Ζήρια) της Κορινθίας, από τον Δία και την πανέμορφη Νύμφη Μαία, την κόρη του Άτλαντα.

Στον Όμηρο μνημονεύεται με το αρχαιότερο όνομά του Ερμής ο Κυλλήνιος, αλλά και με τους επιθετικούς προσδιορισμούς «εύσκοπος αργεϊφόντης», «διάκτορος», δηλαδή ψυχοπομπός. Στον Όμηρο χρησιμοποιούνται συχνότερα τα επίθετα «χρυσόραβδος» Ερμής, «αγγελιοφόρος» Ερμής, ενώ στον Ησίοδο «ξακουστός κήρυκας των θεών» και «προστάτης των βοσκών και των αιγοπροβάτων».

Η μυθολογία αναφέρει ότι αμέσως μετά τη γέννησή του επινόησε και κατασκεύασε την πρώτη λύρα και έδειξε, από τη βρεφική του ακόμη ηλικία, την επιδεξιότητά του να μπορεί να κλέβει ακόμη και τα βόδια του Απόλλωνα. Ο Ερμής, όπως και ο Προμηθέας, επειδή ανακάλυψε τη φωτιά και τα πυρεία, και συγχρόνως τη θυσία, προφανώς μια θυσία για το δωδεκάθεο, θεωρείται κατά βάση «ένας ανταγωνιστής του δόλιου πυρφόρου Προμηθέα».

Ο Ερμής, μολονότι στην επική ποίηση φαίνεται να έχει βοηθητική θέση έναντι των άλλων ολύμπιων θεών, πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε τόσο πολυσχιδή θεότητα ώστε κάλυπτε σχεδόν κάθε εκδήλωση της ζωής. Είναι ο πλέον πολυάσχολος θεός, καθώς έχει πολλά καθήκοντα στον Επάνω Κόσμο: πριν απ’ όλα είναι ο αγγελιοφόρος του Δία.

Eίναι επίσης θεός των διασταυρώσεων των δρόμων και των ορίων (συνόρων) (Ερμής Τρικέφαλος ή Τετρακέφαλος), προστάτης των θυρών των σπιτιών και των πυλών των ναών (Πύλαιος και Προπύλαιος Ερμής), θεός των γραμμάτων και της ρητορικής (λόγιος Ερμής), προστάτης των αθλητών και των αγώνων (αγώνιος Ερμής), προστάτης των εμπόρων (αγοραίος και κερδώος Ερμής) -μάλιστα προστάτευε όχι μόνο το θεωρούμενο σήμερα ως νόμιμο, αλλά και το τυχαίο εύρημα, το λεγόμενο έρμαιον, που σημαίνει «δώρο του Ερμή», δηλαδή το θεόσταλτο δώρο (εξ ου και Ερμής Τύχων) ή το απροσδόκητο πολύτιμο εύρημα ή ακόμη και το προϊόν κλοπής ή αρπαγής (εξ ου και άναξ φηλητών ή δόλιος ή ληιστήρ Ερμής). Κατά τη Γιγαντομαχία, φορώντας την Άϊδος κυνήν (αόρατη περικεφαλαία), σκότωσε τον γίγαντα Ιπόλλυτο, έσωσε τον Δία επανασυνδέοντας τα νεύρα των ποδιών του, τα οποία είχε κόψει ο Τυφωέας και απελευθέρωσε τον θεό Άρη, τον οποίον είχαν φυλακίσει οι Αλωάδες για ένα και πλέον έτος.

Σε όλη την αρχαιότητα ο Ερμής θεωρούνταν ο πιο έξυπνος και ο πιο φιλάνθρωπος θεός (Ερμής αλεξίκακος και αγαθών δωτήρ) και γι’ αυτό ο πιο αγαπητός και διασκεδαστικός θεός του ελληνικού πανθέου, «έκφραση όλων των προτερημάτων και όλων των ελαττωμάτων του αρχαίου Έλληνα». Σε όλη την ιστορία του όμως, την πρώτη θέση είχαν τα χθόνια γνωρίσματά του και ιδίως η γνωστή πανελλήνια ιδιότητα του ψυχοπομπού ή ψυχαγωγού.

Ως ψυχοπομπός στον Κάτω Κόσμο εξυπηρετεί τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη. Συγκεκριμένα μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών και συγχρόνως παρευρίσκεται στο δικαστήριο του Άδη, δηλαδή εκτελεί καθήκοντα με τα οποία απέκτησε εξαιρετική θέση ανάμεσα στους θεούς του Κάτω Κόσμου.

Πολλές είναι οι αρχαίες πηγές που παρουσιάζουν τον Ερμή συνδεμένο με καθαρά χθόνιες θεότητες, όπως είναι η Δήμητρα, ο Πλούτων, ο Τροφώνιος κ.ά. «Χθόνιο», λ.χ., αποκαλούν τον Ερμή ο Σοφοκλής, ο Αισχύλος και ο Ευριπίδης. Δεν είναι όμως απίθανο η ιδιότητα του χθόνιου θεού να προήλθε από την άλλη ιδιότητά του, του κήρυκα των θεών και του ψυχοπομπού. Έτσι, σαν κήρυκας μπορούσε να διαβιβάσει ειδήσεις ή ευχές από τον Επάνω Κόσμο στον Κάτω ή να μεταφέρει τις ψυχές στους χθόνιους, και ως εκ τούτου να θεωρήθηκε και ο ίδιος χθόνιος.

Στους Ορφικούς Ύμνους, ο Ερμής ο χθόνιος οδηγεί τις «αθάνατες ψυχές» στον Άδη και τις ξαναφέρνει πίσω στον Επάνω Κόσμο (για καινούριες ενσωματώσεις). Ως ψυχαγωγός αναφέρεται επίσης και στις «Χοηφόρους» του Αισχύλου (στ. 622), μολονότι ο Ορέστης αναμένει από αυτόν όχι απλά να διαβιβάσει την ευχή του στους άλλους χθόνιους και στο νεκρό πατέρα του, αλλά και να τον συμπαρασταθεί στην προσπάθειά του να εκδικηθεί τους δολοφόνους του πατέρα του (στ. 727-29). Τη χθόνια θεότητά του μαρτυρεί και ο Παυσανίας, ο οποίος αναφέρει ότι είδε στον Άρειο Πάγο άγαλμα του Ερμή δίπλα σε αγάλματα των άλλων μεγάλων «υπογαίων θεών».

Για την εξαιρετική θέση του Ερμή ανάμεσα στους θεούς του Κάτω Κόσμου μας πληροφορεί και ο Πλούταρχος, καθώς στη γιορτή Ελευθέρια της Πλάταιας συνήθιζαν πρώτα να προσεύχονται στον χθόνιο Ερμή και στον χθόνιο Δία κατά τη θυσία του ταύρου και κατόπιν να καλούν στην «αιμακουρία» τις ψυχές εκείνων που είχαν σκοτωθεί στη μάχη κατά των Περσών, το 479 π.Χ..

Τον Ερμή όμως, ως φοβερό χθόνιο θεό, τον επικαλούνταν οι Έλληνες κατά τον 5ο π.Χ. αι. και στους λεγόμενους «καταδέσμους» (defixiones), δηλαδή στις επικλήσεις προς τους νεκρούς ή τους χθόνιους θεούς, για να βλάψουν όσους μισούσαν. Στην αρχαϊκή εποχή κάθε ταφικό μνημείο ήταν αφιερωμένο ως «άγαλμα» του ψυχοπομπού θεού του Κάτω Κόσμου. Ο Πίνδαρος, ένα λίθινο γλυπτικό έργο στημένο πάνω σε τάφο το αποκαλεί «άγαλμα Αϊδα». Πάντως, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στον Όμηρο δε γίνεται μνεία του πορθμέα Ερμή, αφού οι ψυχές των νεκρών και στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια μπαίνουν στον Άδη «χωρίς τη βοήθεια κάποιου πλωτού μέσου, αρκεί βέβαια να έχουν καεί». Όπως αναφέραμε στην προηγούμενη ενότητα, το ρόλο του πορθμέα (του περαματάρη) στη μεταγενέστερη (μεθομηρική) εποχή θα τον χρεωθεί ο Χάρων (Χάροντας), ο οποίος μετέφερε με το πλεούμενό του τους νεκρούς στην απέναντι όχθη των ποταμών του Κάτω Κόσμου (κυρίως της φοβερής Στύγας) και της Αχερουσίας λίμνης.

Η ιστορία του θεού Ερμή είναι ίσως η πιο διδακτική για την εξέλιξη και τη διαρκή ανανέωση του περιεχομένου όλων των χθόνιων θεών. Μάλιστα η περίπτωση του Ερμή δικαιώνει τη νεότερη επιστημονική έρευνα, σύμφωνα με την οποία -όπως προαναφέρθηκε- κάθε μελέτη ή παρουσίαση της ελληνικής θρησκείας θα πρέπει να ξεκινάει από την προ-ομηρική θρησκεία των Ελλήνων. Σ αυτήν λοιπόν την πλούσια «λαϊκή» θρησκευτική παράδοση και στο τελετουργικό της μπορεί κανείς να ανιχνεύσει τις άφθονες χθόνιες καταβολές κάθε ολύμπιου θεού και να καταγράψει την εξέλιξη και τη σταδιακή ανανέωσή του, η οποία σε μερικές περιπτώσεις είναι τόσο σημαντική, ώστε από την αρχική θεότητα δεν επιζεί παρά μόνο το όνομα, όπως λ.χ. η περίπτωση του χθόνιου θεού Ερμή, στη μετεξέλιξη του οποίου αξίζει να κάνουμε μια σύντομη αναφορά.

Ο Ερμής, στα πρώιμα χρόνια είχε συνδεθεί με τους παρόδιους λιθοσωρούς που ήταν είτε τάφοι είτε «όροι» (ορόσημα). Και το ελληνικό όνομά του εξάλλου σημαίνει κυριολεκτικά «αυτόν που προβάλλει μέσα από σωρό με πέτρες». Υπήρχε λοιπόν μια παλιά συνήθεια του αρχαίου Έλληνα αγρότη που, όταν έβρισκε στο δρόμο ένα σωρό από πέτρες, έριχνε άλλη μια πέτρα επάνω του, γιατί πίστευε ότι κάποια θεϊκή δύναμη (θεός-δαίμων) κατοικούσε μέσα σ’ αυτές. Ο Μ. Nilsson θεωρεί ότι σ’ αυτήν τη συνήθεια υποκρύπτονται ίχνη παλιάς λιθολατρίας, και σημειώνει ότι αυτές τις πέτρες τις ονόμαζαν «έρμα» και την μεγαλύτερη από αυτές -στην κορυφή του σωρού- την ονόμαζαν «Ερμή». Και ο W. Burkert επισημαίνει ότι οι λιθοσωροί, όπως και η πρωτόγονη οριοθέτηση των περιοχών με φαλλό, είχαν πάντοτε την ίδια αποτρεπτική δύναμη.

Οι λιθοσωροί αυτοί, δηλαδή οι «Ερμές», τους οποίους οι άνθρωποι της υπαίθρου χρησιμοποιούσαν ως «οδοδείκτες» για τους ταξιδιώτες, αλλά και ως ορόσημα των αγρών και των ιδιωτικών κτημάτων, φαίνεται πως αποτελούσαν τεμένη του χθόνιου Ερμή, ο οποίος μάλιστα τιμωρούσε όποιον τολμούσε να καταπατήσει ξένη γη. Μολονότι η «παρουσία» του θεού των «συνόρων» (Ερμή) εμπόδιζε την παράνομη καταπάτηση, οι γείτονες φαίνεται ότι μετακινούσαν τα σύνορα, για να επεκτείνουν τη δική τους γη, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των κτημάτων να χρησιμοποιούν ως ορόσημα ακόμη μεγαλύτερες πέτρες σε όρθια εμφανή θέση. Στην κορυφή αυτών των λιθοσωρών (είτε «όροι» ήταν είτε τάφοι) στηνόταν μία ακόμη μεγαλύτερη πέτρα, η «ερμαϊκή στήλη». Ο Παυσανίας αναφέρει ότι οι λιθοσωροί αυτοί χρησιμοποιούνταν και ως σύνορα των χωρών.

Στις λίθινες ή αργότερα ξύλινες αυτές «Ερμές», τις οποίες μεταγενέστερα τοποθετούσαν σε διασταυρώσεις οδών, στις πλατείες των πόλεων και στις εισόδους των σπιτιών ή των ναών, τονίζονταν με έμφαση οι φαλλοί. Από την παρουσία των φαλλών, σύμβολο της γονιμικής του ιδιότητας, ο Ηρόδοτος συμπεραίνει ότι ο Ερμής ήταν προϊστορικός θεός, τον οποίο οι Αθηναίοι είχαν παραλάβει από τους Πελασγούς. Τέλος, το 520 π.Χ. ο γιος του Πεισίστρατου Ίππαρχος πρότεινε στους Αθηναίους τη λίθινη μορφή του Ερμή που αργότερα επιβλήθηκε γενικώς.

Αξίζει να αναφέρουμε στο σημείο αυτό την επισήμανση του Μ. Nilsson ότι από την αντίληψη των αγροτικών λαών ότι μέσα στις πέτρες κατοικούσε κάποια θεϊκή «δύναμη» (ένας δαίμων) που είχε ανάγκη από εξαγνισμούς και χοές, δημιουργήθηκε η αντίληψη για την υπόγεια κατοικία των νεκρών, δηλαδή για το σκοτεινό Άδη κάπου βαθιά, κάτω από τη γη. Κατά συνέπεια, μέσα από τις «δαιμονικές τελετουργίες» των αγροτικών λαών, γεννήθηκε η πίστη σε ένα θεό που θα παραλαμβάνει τις ψυχές των νεκρών, για να τις οδηγεί στον Κάτω Κόσμο ή μερικές φορές θα τις επαναφέρει στην εδώ ζωή. Και αυτός ο θεός ήταν ο Ερμής Ψυχοπομπός ή Ψυχαγωγός.

Ως ψυχοπομπός, ο Ερμής, αναφέρεται καταρχάς στη «δευτερο-νέκυια» της Οδύσσειας να παραλαμβάνει τις ψυχές των σκοτωμένων μνηστήρων και, με το χρυσό και όμορφο μαγικό ραβδί του, να τις οδηγεί απευθείας στον Άδη («κατ’ ευρώεντα κέλενθα») μέχρι τον ασφοδελόν λειμώνα, «ένθα ναίουσι ψυχαί, είδωλα καμόντων» και όχι όπως αναφέρουν οι μεταγενέστερες δοξασίες και δείχνουν οι αττικές λήκυθοι να οδηγεί τις ψυχές στη λέμβο («ακάτιο») του πορθμέα Χάροντα.

Ο ψυχοπομπός Ερμής σε αγγειογραφίες εμφανίζεται να επαναφέρει στον Επάνω Κόσμο τη βασίλισσα του Άδη, την Κόρη Περσεφόνη, να μεταφέρει τη νεκρή Αλκμήνη από τη Θήβα στα Νησιά των Μακάρων και να συνοδεύει τον Πρίαμο κατά τη μεταφορά του Έκτορα για ενταφιασμό. Με την ίδια ιδιότητα ο Ερμής μεταφέρει και την Ελένη στην Αίγυπτο, αφήνοντας στη θέση της ένα ομοίωμά της. Επίσης, ο Ερμής, παριστάνεται στο περίφημο ανάγλυφο του Ορφέα να υπενθυμίζει στην Ευρυδίκη, πιάνοντάς της ελαφρά το χέρι, ότι πρέπει να επιστρέψει οριστικά στον Κάτω Κόσμο.

Κατά τη μυθολογία, ο Ερμής, φορά φτερωτά χρυσά σανδάλια, με τα οποία μπορεί σαν γλάρος να γλυστρά πάνω στα κύματα, όποτε χρειάζεται, ενώ κρατάει τη θαυματουργική του ράβδο, με την οποία όποτε θέλει αποκοιμίζει ή ξυπνά από τον ύπνο τους ανθρώπους. Γι’ αυτό άλλωστε τιμάται και ως υπνοδότης, ύπνου προστάτης και ονειροπομπός. Κατά το Διογένη Λαέρτιο (8,31) ο Πυθαγόρας αποκαλούσε τον Ερμή «θεϊκό ταμία των ψυχών», «πομπαίο» και «πυλαίο και χθόνιο», επειδή συνόδευε τις ψυχές των νεκρών στο υποχθόνιο βασίλειο μέσω της «Πύλης» του Άδη, όπου και φρόντιζε ο ίδιος ο Ερμής να συγκεντρωθούν οι καθαρές ψυχές στον «υψηλότερο χώρο», ενώ οι ακάθαρτες να βρεθούν σε «άρρηκτα δεσμά» με τις Ερινύες.

Στη Θεσσαλία είχε επικρατήσει η συνήθεια στα ελληνιστικά και στα ρωμαϊκά χρόνια να χαράζουν ή να ζωγραφίζουν κάτω από το όνομα του νεκρού, στο κάτω μέρος της επιτάφιας στήλης, μια μικρή ερμαϊκή στήλη με τις λέξεις «Ερμάου χθονίου», που σημαίνουν ότι η στήλη με το όνομα του νεκρού αφιερωνόταν στο χθόνιο Ερμή. Και ο Πλούταρχος αναφέρει την τοπική συνήθεια των κατοίκων του Άργους, τριάντα ημέρες μετά το θάνατο συγγενικού τους προσώπου να θυσιάζουν για τον Ερμή, ο οποίος «δέχεται τις ψυχές των ανθρώπων, όπως το χώμα δέχεται τα σώματά τους». Παρόμοιο μνημόσυνο για τους δικούς τους νεκρούς είχαν και οι Αθηναίοι στη γιορτή των Χύτρων, την τρίτη και τελευταία ημέρα των Ανθεστηρίων, οπότε θυσίαζαν για τον ψυχοπομπό Ερμή και όχι για τους ολύμπιους θεούς.

Η δημοτικότητα του Ερμή αυξήθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας, τότε που ολοκληρώθηκε και η μετεξέλιξή του, καθώς απέκτησε πολλαπλές ιδιότητες εντελώς ξένες προς την αρχική του χθόνια φύση. Έτσι, από χθόνιος θεός του Κάτω Κόσμου και ψυχοπομπός των νεκρών ψυχών θα μετεξελιχθεί μέχρι και σε θεό των γυμναστηρίων και του αθλητισμού, προστάτη των αθλητικών αγώνων. Πολλά γυμνάσια αφιερώθηκαν τότε στον Ερμή τον αγώνιο ή εναγώνιο, τον οποίο τιμούσαν συνήθως μαζί με τον Ηρακλή.

Σε αρκετά γυμνάσια έχουν βρεθεί πολλά αναθήματα με την επιγραφή «Ερμήι και Ηρακλεί», ενώ, όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, στη Μεγαλόπολη υπήρχε κοινός ναός για τους δύο θεούς, κοντά σε στάδιο. Μεγάλες γιορτές προς τιμήν του Ερμή, ως προστάτη των αθλητών και αθλητικών συλλόγων (τα λεγόμενα Ερμαία) τελούνταν σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και της Ρώμης, ενώ η τέταρτη ημέρα του μήνα ήταν αφιερωμένη στον Ερμή, όπως στη Ρώμη η τετάρτη ημέρα της εβδομάδας.

Οι Ρωμαίοι πρώτοι μεταμόρφωσαν τον Ερμή σε θεό εμπορίου, τον Mercurius, με το γεμάτο βαλάντιο στο χέρι. Πάντως, τα γυμναστήρια με τον καιρό έχασαν τον αρχικό χαρακτήρα της σωματικής αγωγής, καθώς σε ειδικές αίθουσές τους, μετά τις σωματικές ασκήσεις γινόντουσαν και θεωρητικά μαθήματα. Μάλιστα δίδασκαν διακεκριμένοι λόγιοι της εποχής (ιδίως ρήτορες και φιλόσοφοι), με αποτέλεσμα ο Ερμής αυτόματα να γίνει προστάτης και των γραμμάτων και της ρητορικής (λόγιος Ερμής).

Ριζικά επίσης άλλαξε και η εικαστική του παράσταση: ενώ οι αρχαϊκοί αγγειογράφοι, εκφράζοντας τις μεταθανάτιες αντιλήψεις της εποχής τους, απεικόνιζαν σε λευκές ληκύθους το σκυθρωπό χθόνιο Ερμή, ως σεβάσμιο γενειοφόρο ψυχοπομπό, κατά την κλασική και ιδιαίτερα την ελληνιστική εποχή παριστανόταν ως ωραίος έφηβος με καλογυμνασμένο (πραξιτέλειο) σώμα, όπως φαίνεται από το γυμνό άγαλμά του που βρέθηκε στην Άνδρο (μόνο ένα φίδι που ελίσσεται σε παρακείμενο κορμό δέντρου, μαρτυρεί το χθόνιο χαρακτήρα του).

Άλλωστε, μ’ αυτήν τη μορφή ο Ερμής γίνεται αργότερα, μαζί με τον Έρωτα και τον Ηρακλή, ο θεός της αθλούμενης νεολαίας και των γυμναστηρίων. «Η πραξιτέλεια αυτή εικόνα του Ερμή απέχει τόσο πολύ από τη σεβάσμια μορφή του παλιού χθόνιου θεού, ώστε φαίνεται σα να παριστάνει άλλο θεό».

Ο Ερμής παριστάνεται συνήθως και με φτερωτά πέδιλα και με το πλατύγυρο καπέλο του, τον πέτασο, σύμβολα της αέρινης ταχύτητας του αγγελιοφόρου θεού και κρατώντας τη μαγική χρυσή ράβδο του, το κηρύκειον, αρχαιότατο σύμβολο της ποιμενικής του φύσης και της αφθονίας. Άλλα ιερά σύμβολα, εκτός από τον φαλλό, σύμβολο γονιμότητας, είναι η αόρατη κυνή, το ξίφος και το δρέπανο, σύμβολα της χθόνιας φύσης του, ο δίσκος, σύμβολο του θεού προστάτη της γυμναστικής και των αθλητικών αγώνων, ο αυλός (σύριγξ), η λύρα και η κιθάρα, σύμβολα της μουσικής του φύσης, και τέλος το βαλάντιον, σύμβολο του θεού προστάτη του εμπορίου και των συναλλαγών.

Πλάτων: πώς παράγεται ο φαύλος πολιτικός;

Πλάτων: 427-347 π.Χ.

Αληθινός φιλόσοφος και φαύλος πολιτικός

§1

     Ι. Είναι κοινός τόπος πως η φιλοσοφική έγνοια της πολιτικής σκέψης του Πλάτωνα δεν παύει να περιστρέφεται γύρω από τον αληθινό φιλόσοφο, τον οποίο διαχωρίζει ρητά από τους κίβδηλους περιφερόμενους «φιλοσόφους» –ίδιους και όμοιους με κάποιους πλανόδιους αμπελοφιλοσόφους κομματικών, διακομματικών, συντεχνιακών παρασυναγωγών του σήμερα– και συναφώς από τον φαύλο πολιτικό. Γιατί ο Πλάτων προβαίνει σε έναν τέτοιο διαχωρισμό και δεν στρέφεται προς τον έντιμο πολιτικό ως αντιστάθμισμα στον φαύλο πολιτικό; Επειδή ουδείς επαγγελματίας πολιτικός, είτε του ολιγαρχικού είτε του δημοκρατικού είτε οποιασδήποτε άλλης ιδεολογικής περιχαράκωσης, είναι έντιμος από γνωσιο-οντο-λογική σκοπιά: α) σε επίπεδο γνώσης είναι, εν ολίγοις, αμόρφωτος άνθρωπος, μιμητής των χείριστων ιδεολογιών και εντολοδόχος εκτελεστής-εφαρμοστής αυτών των τελευταίων· β) σε επίπεδο της οντικής του ύπαρξης και ως φυσικό επακόλουθο της προαναφερθείσας αμορφωσιάς του είναι άβουλο ον, υπηρετικό υποχείριο ξένων συμφερόντων, ασυγκράτητα εξουσιομανής και ως εκ τούτου εύκολος μεταπράτης των πάτριων συμφερόντων και εδαφών για λογαριασμό αλλότριων δυνάμεων. γ) σε επίπεδο ορθοφροσύνης και σκεπτόμενης σύνεσης ενσαρκώνει το πιο παράλογο, το αδιανόητα βάρβαρο και ακόλαστο ανδρείκελο, που εντός της πατρίδας του επιδίδεται σε θεατρινίστικους και πάντα ύποπτους λεονταρισμούς, ενώ εκτός της πατρίδας συμπεριφέρεται ως ο πιο αδίστακτος Εθνικός μειοδότης. Όλη η πλατωνική Πολιτεία βρίθει από τέτοια δείγματα ή παραδείγματα αλλά και η ιστορία της Ελλάδας, ας πούμε, από την αρχή μέχρι και σήμερα.

     ΙΙ. Συνοπτικά για τον Πλάτωνα, όλα τούτα σημαίνουν πως ο επαγγελματίας πολιτικός δεν έχει το υψηλό φιλοσοφικό ήθος ταύτισης του Εαυτού με το συμφέρον της πόλης ως όλου ούτε βαθιά συνείδηση κοινοκτημοσύνης των αγαθών, ώστε να μην έχει ανάγκη, αλλά και να μη μπορεί αντικειμενικά να κλέβει τον δημόσιο πλούτο για ίδιον όφελος:

«σε όποια πόλη λένε για το ίδιο πράγμα “αυτό είναι δικό μου” ή “αυτό δεν είναι δικό μου”, η εν λόγω πόλη δεν κυβερνιέται με τον άριστο τρόπο» (Πολιτεία 462c).

Το ήθος είναι ο θεός του ανθρώπου, μας λέει ο Ηράκλειτος. Νοούμενο βέβαια όχι απλώς ως μια ηθικότητα αλλά οντολογικά: ως διαμονή, ως ύπαρξη του ανθρώπου εντός της αντάξιας στο Dasein του πολιτικής κοινότητας.

§2

     Ι. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ένα τέτοιο ήθος συνυφαίνεται με τη φιλοσοφική γνώση και παιδεία. Ετούτη εδώ επιτρέπει στο άτομο να αντι-στέκεται σθεναρά στο μυθολογικό και απατηλό μασκάρεμα μίσθαρνων λογοποιών και μυθοποιών. Πρόκειται για ένα μασκάρεμα σαν αυτό της τρέχουσας ελληνικής πολιτικής, όπου πρώην αφισοκολλητές και εις το διηνεκές μοχθηροί αμόρφωτοι, κατά τον Μαρξ «παραφουσκωμένοι βάτραχοι», γαντζωμένοι κιόλας σε κυβερνητικούς θώκους, αποδεικνύονται άριστοι μυθοποιοί επί του πρακτέου και θέλουν να δημιουργούν ολική συσκότιση στο άγνωμο πλήθος. Απεναντίας, ο άνθρωπος, που από νεαρή ακόμα ηλικία μαθαίνει να εσωτερικεύει την ως άνω γνώση και να την ενεργοποιεί στη ζωή ως δεύτερη φύση του, δηλαδή ως πνευματική του φύση, αποκτά εσωτερική αυτοτέλεια, υψηλή αίσθηση του ευ ζην, προδιάθεση για ευψυχία και για αποκήρυξη με βδελυγμία όλων των παλαιών και νέων μυθοποιών της εξουσιολατρείας, του εγωκεντρισμού και της ηδονοθηρίας.

     ΙΙ. Από την πλευρά του, ο μυθοποιός πολιτικός παντός καιρού, ακριβώς επειδή απέχει πόρρω από μια τέτοια παίδευση, υπόσχεται να φέρει δήθεν την ευδαιμονία στην πόλη, χωρίς μια παράλληλη ανάπτυξη της εαυτού συνείδησης και της συνείδησης του αγελαίου πλήθους. Χωρίς όμως την ανάπτυξη τούτη, καμιά ευδαιμονία δεν μπορεί να κάνει πράξη πέρα από την καλλιέργεια φρούδων ελπίδων, γιατί ο ορίζοντάς του είναι στενός, η νοητική του ικανότητα ανύπαρκτη και η θεωρητικο-πρακτική του εμβέλεια τυχοδιωκτική. Χρησιμοποιεί έτσι το μαγικό δακτυλίδι του Γύγη, όπως πολύ παραστατικά μας λέει ο Πλάτων, για να αφανίζει ή να φανερώνει κατά βούληση ό,τι τον συμφέρει (Πολιτεία 359 κ.εξ): για να παρουσιάζει το άδικο ως δίκαιο, για να αναστρέφει την αλήθεια –σαν τους καθημερινούς μας πολιτικάντηδες του Ελλαδικού πολιτικού τοπίου, μη εξαιρουμένων και παρόμοιων εικόνων από άλλα εκτός συνόρων προτεκτοράτα– για να καθιδρύει στην κοινωνία τη φαυλότητα και να κρύβει το φάσμα της δικής του ευθύνης.

§3

     Ι. Καθότι άδειο Εγώ, διεκδικεί μόνο μια άμεση, υλική ζωή, με απόλυτο εκχυδαϊσμό της ύπαρξής του, και καμιά πνευματική. Συνδέει λοιπόν αυτή τη ζωή, δηλαδή «τόν ἄρτον τόν ἐπιούσιον», με την επιθυμία να ασκήσει εξουσία για να ζήσει μέσα στην τρυφή και την πολυτέλεια, αδιαφορώντας για τη δική του βαθύτερη δυστυχία αλλά και για εκείνη των άλλων. Με τούτο δείχνει την πλήρη έκπτωσή του ως βιολογικό μα και ως σκεπτόμενο ον: στερείται τη στοιχειώδη παιδεία ψυχής (ψυχ-αγωγία) και δεν αισθάνεται την ανάγκη να νοιάζεται για την κοινή μοίρα. Όπως αναφέρει ο φιλόσοφος στο τρίτο βιβλίο της Πολιτείας, τούτο προκύπτει από την τυπική του, καθεστωτική παιδεία, η οποία παραδίδει το άτομο στην πολυπραγμοσύνη, στη στάση, στη διχόνοια και ανοίγει το δρόμο για τον φαύλο πολιτικό.

     ΙΙ. Εάν η φιλοσοφική παιδεία παράγει αληθινούς φιλοσόφους, δηλαδή εκείνους που συλλαμβάνουν τα πράγματα όχι ως έναν απέραντο σωρό τεμαχίων, αλλά στην ενότητα των αναφορικών τους νοημάτων, η τυπική εκπαίδευση εισάγει στη ψυχή των ανθρώπων, και δη των νέων, διαλυτικές, απαξιωτικές «αξίες», που τους διαφθείρουν και τους καθιστούν ευάλωτους στα πολιτικά αγρίμια (Πολιτεία 495-97), δεσμώτες μέσα στον ψεύτικο κόσμο των σκιώνˑ με λόγια του Χέγκελ: ενύπαρκτους θαμώνες ενός ανεστραμμένου κόσμου. Να γιατί και τα σημερινά αγρίμια του παλαιού και του νέου καθεστώτος, με βάση την τυπική τους εκπαίδευση λυμαίνονται τον δημόσιο πλούτο αναστρέφοντας τη λογική των πραγμάτων, αλλά φροντίζοντας συνάμα να συγκαλύπτουν την αναστροφή τούτη με λαϊκιστικές πολιτικές. Λαϊκιστική πολιτική σημαίνει ολοκληρωτισμός, ολοκληρωτικός φασισμός, και στην πραγματικότητα είναι ο πιο θανάσιμος εχθρός μιας αυθεντικά δίκαιης πολιτικής κοινότητας. Λαϊκισμός και αντίστοιχη πολιτική είναι σύγχρονοι όροιˑ χαρακτηρίζουν ωστόσο πολιτικές ασκηθείσες ήδη από τα αρχαία χρόνια.

§4

     Ι. Έτσι, η φιλοσοφική αντιπαράθεση του Πλάτωνα με το τότε πολιτικό σύστημα είναι μια τιτάνια προσπάθεια, μεταξύ άλλων, διαχωρισμού της ως άνω ολοκληρωτικής πολιτικής από μια πολιτική για το συμφέρον όλων κι όχι μόνο της μιας πλευράς, των ολίγων, ή της άλλης πλευράς, των υποτιθέμενων πολλών. Κύρια μέριμνα μιας αυθεντικά λαϊκής πολιτικής δεν είναι

«στο πώς θα είναι ευτυχισμένη μόνο μια ομάδα ανθρώπων, αλλά πώς θα ευτυχεί, στο μέγιστο βαθμό, όλη η πόλη» (Πολιτεία 420b).

Κατά τη λαϊκιστική πολιτική όμως οι κυβερνήτες ανάγουν την εξουσία σε αυτοσκοπό, με αποτέλεσμα να διατηρούν τις υλικές ανισότητες ανάμεσα στους εαυτούς τους και τους πολίτες, να ευνοούν συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες σε βάρος του όλου και να ισοπεδώνουν τα ανθρώπινα άτομα υλικά και πνευματικά, αρκεί να βολεύουν τα δικά τους παιδιά και εγγόνια.
ΙΙ. Συμβαίνει, όπως ρητά διευκρινίζει ο Πλάτων (π.χ. στην Πολιτεία, στο Θεαίτητο, στο Φαίδρο κ.λπ.) οι ανίκανοι ‒και όχι οι πραγματικά ικανοί‒ κυβερνήτες σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου να διώκουν το άριστο. Το τελευταίο σπάνια συμβαδίζει με τον θόρυβο και τους θορυβοποιούς της μαζικής κουλτούρας και της τυπικής εκπαίδευσης· με τους θορυβοποιούς που νομοθετούν ‒για χάρη του τυπικά εκπαιδευόμενου με χαμηλές επιδόσεις, ήτοι του απαίδευτου, του δημαγωγικού, του χαμερπούς‒ και οι οποίοι επίσημα πλέον ενθαρρύνουν τις αντιγραφές, τις κομματικές συναλλαγές και ό,τι πιο άθλιο μπορεί να φανταστεί ο αρρωστημένος τους νους, προκειμένου να παραγάγουν μια άκριτη μάζα ίδιων και ομοίων. Έτσι ρίχνονται μέσα στην κοινωνία οι στρατιές των αδυνάμων, κατά Νίτσε, που ελέγχονται εύκολα και για να αισθανθούν πραγματωμένοι διψούν να κυριαρχήσουν και να εξελιχθούν σε δεσπόζουσα «δύναμη», πολιτική ή εκπαιδευτική εξουσία. Έργο τους είναι: ο ανηλεής διωγμός ‒με τη μορφή της νομοθετικής ή άλλης κατευθυνόμενης αξιολόγησης ή αξιοθέτησης‒ κάθε στοιχείου, όντος, πράγματος, αξίας, δύναμης, που τους υπερβαίνει (βλ. σχετικά: Φρ. Νίτσε, Ο Ευρωπαϊκός Μηδενισμός, εισαγωγή-μτφρ. σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος. Εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2017).

§5

      Ι. Σε ένα περίφημο χωρίο του (Πολιτεία 488) ο Πλάτων παρουσιάζει την πολιτεία με καράβι που ταξιδεύει στη θάλασσα και του οποίου ο κυβερνήτης είναι μεν ο πιο σωματώδης και δυνατός, αλλά παρακούει, θαμποβλέπει και έχει μειωμένη λογική ικανότητα. Οι ναύτες γύρω του ερίζουν, σκοτώνονται μεταξύ τους ποιος θα πάρει το τιμόνι στα χέρια του, παρά την έλλειψη ουσιαστικής γνώσης στην κυβερνητική. Όχι μόνο δεν γνωρίζουν τίποτα το ουσιώδες αλλά είναι και έτοιμοι να κατασπαράξουν όποιον μιλήσει υπέρ της αναγκαιότητας κεφαλαιώδους μάθησης. Αυτοί οι ακατέργαστοι, οι βαρβαροκένταυροι ναύτες, τη μόνη «ικανότητα» που έχουν είναι να κολακεύουν τον κυβερνήτη, να τον μεθούν ή να τον αποκοιμίζουν με μανδαγόρα και τελικά να αναλαμβάνουν οι ίδιοι τη διοίκηση του καραβιού. Τότε συνεχίζουν το ταξίδι, κλέβοντας το εμπόρευμα, μεθώντας και ρίχνοντάς το σε υλικές απολαύσεις και ηδονές.

     ΙΙ. Η τακτική τους είναι να ευνοούν τους ομοϊδεάτες τους και να σπιλώνουν όσους αντιστέκονται στις αθλιότητές τους. Χαρακτηρίζουν τους πραγματικά ικανούς, γνώστες, ταλαντούχους, ως απατεώνες, πολυλογάδες, παράξενους, ανίκανους, άχρηστους. Η παραβολή αυτή του κυβερνήτη του πλοίου και των ναυτών αποτυπώνει την κατάσταση μιας πόλης που κακοδιοικείται από διεφθαρμένους πολιτικούς και εχθρεύεται την αληθινή φιλοσοφία, δηλαδή το άριστο των αρίστων, το πολυτιμότερο της πόλης. Συναφώς υποδηλώνει πως φιλαυτία, ναρκισσισμός και φιλοδοξία, από τη μια πλευρά, και φιλοσοφία, από την άλλη, αποτελούν δυο διαφορετικούς κόσμους: η πρώτη περίπτωση τον κόσμο της μαζικο-δημοκρατικής αερολογίας, μαζί και των «ἐν πολλοῖς καὶ παντοίως πλανωμένων», δηλαδή τον κόσμο των ανάξιων προσώπων του δημόσιου βίου και των αγελαίων συντεχνιών τουςˑ η δεύτερη το ιερό τέμενος των Μουσών, την αληθινή ποιητική πράξη της πολιτικής.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ - Η εταιρική ομιλία Πριάμου και Αχιλλέα

Τα εταιρικά ζεύγη περισσεύουν στην Ιλιάδα σε σύγκριση προς την Οδύσσεια, και σχηματικώς ταξινομούνται ως εξής: δύο εταίροι στο ίδιο στρατόπεδο (ο Αχιλλέας και ο Πάτροκλος, όπως αναφέρθηκε)· αλλά και δύο εταίροι που γεφυρώνουν τα αντίπαλα στρατόπεδα (ο Διομήδης και ο Γλαύκος στο πρώτο μέρος της έκτης ραψωδίας, ο Αχιλλέας και ο Πρίαμος στην εικοστή τέταρτη ραψωδία). Αυτή η τελευταία και τελεσίδικη εταιρική ομιλία κρίνει την όλη έκβαση του ιλιαδικού πολέμου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ενδιαφέρει το πώς μεταβάλλεται ένα αγεφύρωτο έχθος σε φιλάνθρωπη συμφιλίωση.
 
Η εικοστή τέταρτη ραψωδία της Ιλιάδας, από τις πιο πολύστιχες του έπους, αποτελεί μεγάλο κατόρθωμα δραματικής αφήγησης. Εσοχές και εξοχές, καμπύλες και αιχμές, ένταση και χαλάρωση, λόγος και πράξη, στάση και κίνηση, αναμονή και εκτέλεση, συμπλέκονται με τρόπο θαυμαστό, καθώς η διήγηση περνά από την αρχή στην ακμή της, για να φτάσει στο πέρας της.
 
Θυμίζουμε πρώτα την υπόθεση της ραψωδίας, που οι αλεξανδρινοί γραμματικοί την επέγραψαν "Έκτορος Λύτρα". Το νεκρό σώμα του Έκτορα βρίσκεται ακόμη άταφο και αικιζόμενο στα χέρια του εξαγριωμένου φονιά του. Οι περισσότεροι θεοί αποστρέφονται το φριχτό αυτό θέαμα και ελεούν τον συμπαθέστερο ήρωα του τρωικού στρατοπέδου, αν όχι και της Ιλιάδας. Τότε επεμβαίνει ο Απόλλων, απαιτώντας λύση του δράματος. Αντιδρούν όμως η Ήρα, η Αθηνά και ο Ποσειδών. Οπότε ο Δίας ισορροπεί, με τη δική του δικαιοσύνη, τα αντίπαλα πάθη. Αποφασίζεται διπλή αποστολή της Ίριδας: να φέρει πρώτα από τα βάθη της θαλάσσης τη Θέτιδα στον Όλυμπο· για να δεχτεί η μάνα του Αχιλλέα να κατευνάσει το άγριο μένος και το ανίερο πάθος του γιου της· να τον πείσει να επιστρέψει στους δικούς του το σώμα του Έκτορα. Παράλληλα η Ίρις να επισκεφτεί τον Πρίαμο· να τον παρακινήσει μέσα στη νύχτα να βγει από το κάστρο της Τροίας, με το αμάξι του φορτωμένο λύτρα πολύτιμα· να προχωρήσει στη σκηνή του Αχιλλέα, να ταπεινωθεί μπροστά στον φονιά του γιου του· να τον ικετεύσει ώστε να του δώσει πίσω το άταφο σώμα. Αυτό το διπλό πρόγραμμα του Διός πραγματοποιείται βήμα προς βήμα, καθώς εξελίσσεται η εικοστή τέταρτη ραψωδία. Στο πλαίσιό της εξέχουν κάποιες δραματικές αιχμές, οι οποίες προάγουν την εταιρική ομιλία Αχιλλέα και Πριάμου με τη μέθοδο της ομοιοπαθητικής αναλογίας.
 
Πρώτη συγκλίνουσα αιχμή: στην αρχή της ραψωδίας ο Αχιλλέας παραμένει άγρυπνος και άσιτος από τον σπαραγμό για τον χαμό του εταίρου του· αναλόγως και ο Πρίαμος μέσα στην Τροία μέρες τώρα δεν τρώει και δεν κοιμάται, βρομίζει την κεφαλή του με κοπριά, από τον πόνο για τον σκοτωμένο και άταφο γιο του. Αυτός, λοιπόν, ο ομόλογος τρόπος αντίδρασης γεφυρώνει ήδη από μακριά τα δύο υποκείμενα της επερχόμενης εταιρικής ομιλίας.
 
Δεύτερη αναλογική αιχμή: όπως ο Αχιλλέας υποχωρεί αμέσως στη λιτή της Θέτιδας και συγκατατίθεται, έναντι λύτρων, να επιστρέψει στους δικούς του το σώμα του Έκτορα, έτσι και ο Πρίαμος πρόθυμα ενδίδει στην εντολή της Ίριδας και αποφασίζει τη ριψοκίνδυνη έξοδό του από το κάστρο της Τροίας, τη νυχτερινή πορεία του προς τη σκηνή του Αχιλλέα, παρά τις έντονες αντιρρήσεις της Εκάβης.
 
Τρίτη, εξ επαφής πλέον, συμφιλιωτική αιχμή: γονατιστός ακόμη μπροστά στον φοβερό Αχιλλέα ο Πρίαμος, συγκρίνει τη δική του πατρική μοίρα με την πατρική μοίρα του Πηλέα. Κι αυτή η σύγκριση καταλήγει σε αμοιβαίο θρήνο των δύο εταίρων: καθένας τους κλαίει για τον δικό του πόνο και τον δικό του πόθο.
 
Επόμενη και κορυφαία αιχμή: ο Αχιλλέας αποθέτει με τα ίδια του τα χέρια το νεκρό σώμα του Έκτορα πάνω στο αμάξι της επιστροφής. Και τότε ο Πρίαμος προτείνει να κοιμηθούν μέσα στη νύχτα, κόβοντας την πολυήμερη αγρυπνία τους. Στο μεταξύ, αντίκρυ ο ένας στον άλλο, επιτέλους ανακουφισμένοι, αλληλοθαυμάζονται.
 
Με την εταιρική ομιλία της Ιλιάδας αναλογικώς εξισώνονται και συμφιλιώνονται δύο αντίπαλα υποκείμενα του έπους. Δύο νεκροί, ο Πάτροκλος και ο Έκτορας, με τον αμοιβαίο σπαραγμό που προκαλούν στον Αχιλλέα και στον Πρίαμο, υποστηρίζουν τη συμφιλίωση αυτή, με την οποία τερματίζεται ο ιλιαδικός πόλεμος. Το πέρας της συμπίπτει με τον νεκρώσιμο νόστο του Έκτορα και την προσωρινή, έστω, κατάπαυση του τρωικού πολέμου, δίνοντας την αίσθηση ότι το θέμα της ομιλίας δεν εξοντώνεται ολοσχερώς από το θέμα του πολέμου: με τίμημα, έστω, τον φόνο του Πατρόκλου (από τον Έκτορα) και του Έκτορα (από τον Αχιλλέα), ο ιλιαδικός πόλεμος προσωρινά αναστέλλεται, και η αναστολή αυτή συμπίπτει με το τέλος του έπους, αφού προηγουμένως η έρις Πριάμου και Αχιλλέα έχει καταλήξει σε ανθρωπολογική συμφιλίωση.
 
Η Οδύσσεια κληρονομεί από την Ιλιάδα, εκτός των άλλων, και τα δύο μεγάλα συνθετικά της θέματα: τον "πόλεμο", στη μεταπολεμική, εμφυλιακή εκδοχή του, και την "ομιλία". Καθώς όμως πρόκειται για έπος που ανήκει στον ευρύτερο, και κυρίως στον μεταπολεμικό, κύκλο των "Νόστων", και τα δύο θέματα παραλλάσσονται και κυρίως αντιστρέφεται η ισχύς τους: εδώ το θέμα της ομιλίας επιβάλλεται τελικά στο θέμα του πολέμου. Τούτο φαίνεται καθαρά στην πορεία και στην έκβαση της συζυγικής ομιλίας Οδυσσέα και Πηνελόπης: η σχέση αυτή που κινδύνευσε, εξαιτίας του τρωικού πολέμου και προπάντων του μετατρωικού πολυπλάνητου νόστου του ήρωα, να εξαρθρωθεί, εντέλει, μετά τη μνηστηροφονία, συναρθρώνεται οριστικά.
 
Αλλά και η παρασυζυγία λειτουργεί στην Οδύσσειακατά κανόνα θετικά: η Κίρκη, η Καλυψώ και λανθανόντως η Ναυσικά τρέπονται, αργά ή γρήγορα, από φραγμούς σε αγωγούς του οδυσσειακού νόστου· ενώ στην αρχή (καθεμιά με τον τρόπο της) στήνουν εμπόδια στον νόστο του Οδυσσέα, από ένα σημείο και πέρα προωθούν την επιστροφή του. Όσο για την παρασυζυγική απόπειρα των μνηστήρων, η συνεχής αναβολή της οφείλεται στην πολύτροπη αντίσταση της Πηνελόπης, και η οριστική της ματαίωση στην αποτελεσματική μνηστηροφονία.
 
Αναλόγως διχάζεται και η τροπή της εταιρικής ομιλίας στην Οδύσσεια. Οι τρωικοί σύντροφοι του Οδυσσέα οδηγούνται από δική τους υπαιτιότητα στον αφανισμό, αναδεικνύοντας εντούτοις τον αρχηγό τους φιλέταιρο. Οι ιθακήσιοι, εξάλλου, εταίροι του Οδυσσέα (ο Εύμαιος και η Ευρύκλεια λ.χ., και σε άλλο επίπεδο η Αθηνά) συνεργούν στη διεκπεραίωση της μνηστηροφονίας και στην επικύρωση του οδυσσειακού νόστου.
 
Γενικότερα: το θέμα της ομιλίας προβάλλεται στην Οδύσσεια, ποσοτικά και ποιοτικά, πολύ πιο έντονα από ό,τι στην Ιλιάδα, δίχως όμως να παρασύρει το έπος σε αισθηματολογίες και να το κάνει ρομάντζο. Τούτο, εκτός των άλλων, οφείλεται και στον τρόπο που συμπλέκεται συνεχώς η ομιλία με τον οδυσσειακό πόλεμο: είτε τον εξωτερικό των Απολόγων είτε τον εσωτερικό της Ιθάκης. Οδυσσειακή ομιλία και οδυσσειακός πόλεμος συνέχονται με τη νοητική κυρίως αριστεία του Οδυσσέα, την πολύτροπη ευφυΐα του. Η γνωστή πολύτροπη εξυπνάδα του Οδυσσέα εφαρμόζεται όχι μόνο στις πολεμικές του δραστηριότητες, αλλά και στην ομιλητική του συμπεριφορά: με την Αθηνά, τον Εύμαιο, την Πηνελόπη, αλλά και τους μνηστήρες. Στο πλαίσιο μάλιστα της Μνηστηροφονίας, αυτή η δίδυμη οξύνοια του ήρωα γίνεται προφανέστερη.

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (405-428)

ΟΡ. πόποι δᾶ νερτέρων τυραννίδες, [στρ. ζ] 405
ἴδετε πολυκρατεῖς ἀραὶ φθινομένων,
ἴδεσθ᾽ Ἀτρειδᾶν τὰ λοίπ᾽ ἀμηχάνως
ἔχοντα καὶ δωμάτων ἄτιμα. πᾶ
τις τράποιτ᾽ ἄν, ὦ Ζεῦ;

ΧΟ. πέπαλται δαὖτέ μοι φίλον κέαρ [ἀντ. ε] 410
τόνδε † κλύουσαν οἶκτον.
καὶ τότε μὲν δύσελπις,
σπλάγχνα δέ μοι κελαινοῦ-
ται πρὸς ἔπος κλυούσᾳ.
415 ὅταν δ᾽ αὖτ᾽ ἐπαλκῆ σ᾽ ὁρῶ, ῥεῖ᾽
‹ἐλπίς› ἀπέστασεν ἄχος
† πρὸς τὸ φανεῖσθαι † μοι καλῶς.

ΗΛ. τί δ᾽ ἂν φάντες τύχοιμεν; ἢ τάπερ [ἀντ. ζ]
πάθομεν ἄχεα πρός γε τῶν τεκομένων;
420 πάρεστι σαίνειν, τὰ δ᾽ οὔτι θέλγεται.
λύκος γὰρ ὥστ᾽ ὠμόφρων ἄσαντος ἐκ
ματρός ἐστι θυμός.

ΧΟ. ἔκοψα κομμὸν Ἄριον ἔν τε Κισσίας [στρ. η]
νόμοις ἰηλεμιστρίας,
425 ἀπρικτόπληκτα πολυπάλακτα δ᾽ ἦν ἰδεῖν
ἐπασσυτεροτριβῆ τὰ χερὸς ὀρέγματα,
ἄνωθεν ἀνέκαθεν, κτύπῳ δ᾽ ἐπιρροθεῖ
κροτητὸν ἀμὸν καὶ πανάθλιον κάρα.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
Οϊμέ του κάτω κόσμου Αρχές,
ιδέτε, παντοδύναμες Κατάρες των νεκρών,
ιδέτε τ᾽ αποδέλοιπα των Ατρειδών
σε ποιές ανήμπορες στενοχωριές
κι από τα σπίτια τους διωγμένα·
που να στραφεί κανείς, οϊμένα;

ΧΟΡΟΣ
410 Πάλι μου σπαρταρά η καρδιά
τα τέτοια να γρικώ παράπονά σου.
με παίρνει τότε η απελπισιά
και μου μαυρίζουνε τα σωθικά
στα λόγια αυτά. Μα όταν ξανά σου
αντρειεύσαι, μου διώχνει τον καημό
και με γυρνά η ελπίδα στο καλό.

ΗΛΕΚΤΡΑ
Και τί κανείς να πρωτοπεί; να πει τις συμφορές
που πάθαμ᾽ από κείνη που μας γέννα;
καλόπιανέ τις όσο θες, μα αυτές
420 δεν παίρνουν από χάιδεμα κανένα·
γιατί σαν άγριου λύκου αμέρωτη
μου έκαμε η μάνα την ψυχή μου εμένα.

ΧΟΡΟΣ
Πάνω στα στήθια εδάρθηκα
τον Άρειο κοπετό και νά, σαν άλλη
μοιρολογήτρα Κισσιανή τα χέρια μου
άπαυτα πέφταν πανωτά και ξανά πάλι
κι από ψηλά κι από μακριά, που βούιζε
το βροντημένο το πανάθλιό μου κεφάλι.