Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Ο ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

Ένα Θαύμα της Αρχαιότητας

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας θεωρείται ένα από τα Επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Κατασκευάστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. και παρέμεινε σε λειτουργία ώς την πλήρη καταστροφή του από δύο σεισμούς τον 14ο αιώνα μ.Χ. Ήταν ένας πύργος συνολικού ύψους 140 μέτρων και ήταν για εκείνη την εποχή το πιο ψηλό ανθρώπινο οικοδόμημα του κόσμου μετά τις πυραμίδες του Χέοπα και του Χεφρήνου ή Χεφρένης…

Κατασκευάστηκε από κομμάτια άσπρης πέτρας και ήταν δομημένος σε τέσσερα επίπεδα. Το χαμηλότερο ήταν η τετράγωνη βάση, το δεύτερο ήταν ένα τετράγωνο κτίσμα, το τρίτο οκτάγωνο κτίσμα και το τέταρτο το ψηλότερο ένα κυκλικό κτίσμα επί της κορυφής του οποίου το άγαλμα του Ποσειδώνα ή Απόλλωνα. Στο τέταρτο επίπεδο υπήρχε ένας καθρέπτης που αντανακλούσε το φως του ήλιου κατά τη διάρκεια της μέρας ενώ το βράδυ έκαιγε μία φλόγα για να προειδοποιεί τα διερχόμενα πλοία για την ύπαρξη εμποδίων. Η λέξη φάρος υιοθετήθηκε από πολλές χώρες και χρησιμοποιήθηκε ευρέως στο λατινογενές λεξιλόγιο και σε γλώσσες όπως τα Γαλλικά (phare), τα Ιταλικά (faro), Πορτογαλικά (farol) και Ισπανικά (faro).

Γενικά

Ο φάρος κατασκευάστηκε επί της νησίδας Φάρος. Το νησί έδωσε το όνομα στο οικοδόμημα κι όχι το αντίθετο, όπως πιστεύεται. Οι σύγχρονοι φάροι "δανείζονται" επίσης το όνομα της νησίδας. Είναι παγκοσμίως γνωστός με την ονομασία "Φάρος" της Αλεξάνδρειας επειδή ήταν λίγο έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Συνδεόταν τεχνητά με ένα είδος γέφυρας, το λεγόμενο Επταστάδιο (είχε, όπως μαρτυρά το όνομά του, μήκος επτά στάδια) και σχημάτιζε το ένα μέρος του λιμανιού της Αλεξάνδρειας.

Επειδή η διαμόρφωση του λιμανιού και της ευρύτερης περιοχής ήταν επίπεδη και δίχως κάποιο σημάδι που να προειδοποιεί τα διερχόμενα πλοία, χρησίμευε για να δίνει κάποιο είδος σινιάλου για την προσέγγιση στο λιμάνι. Ο φάρος χτίστηκε από τον Σώστρατο τον Κνίδιο μηχανικό, αρχιτέκτονα, γιο του επίσης αρχιτέκτονα Δεξιφάνους που είχε κατασκευάσει το στάδιο "Τέτρα" της Αλεξάνδρειας, το 282 π.Χ., ενώ αρχικά η μελέτη του έργου είχε ξεκινήσει επί Βασιλείας του πρώτου Βασιλιά της Ελληνιστικής περιόδου, τον Πτολεμαίο τον Α' της Αιγύπτου, στρατηγό του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Η Φάρος λοιπόν είναι ένα μακρόστενο νησί, πάρα πολύ κοντά στην ξηρά και σχηματίζει μ αυτήν λιμάνι με δύο στόμια» στον βορειοδυτικό βραχίονα του Αιγυπτιακού Δέλτα, μας λέει ο Στράβων.


Η ονομασία του νησιού, Φάρος, είναι πιθανόν να χάρισε στους Φαραώ, το όνομά τους. Στο νησί αυτό, κατά την μυθολογία, κατοικούσε ο Πρωτέας. Η πρώτη λιμενική εγκατάσταση εκεί διαμορφώθηκε από τον Τούθμωση Γ΄ γύρω στο 1460 π.Χ. για να εξυπηρετήσει το εμπόριο με την Κρήτη. Αργότερα στα χρόνια του Πτολεμαίου του Φιλάδελφου κτίσθηκε λίθινη γέφυρα, το Επταστάδιον, που ονομάστηκε έτσι επειδή το μήκος της ήταν επτά στάδια (1300 μ. περίπου) και ένωνε το νησί με την παραλία της Αλεξάνδρειας.

«στο άκρο του νησιού» συνεχίζει ο Στράβων «υπάρχει ένας βράχος, που περιβρέχεται από την θάλασσα. Πάνω στο βράχο βρίσκεται ένας πύργος πολυώροφος χτισμένος θαυμαστά από άσπρο μάρμαρο που φέρει το ίδιο όνομα με το νησί.» 

Ο πύργος αυτός, έφερε σε κάποιο διαμέρισμά του πυρ και φτιάχτηκε για την σωτηρία των πλοίων κυρίως κατά την νυχτερινή πλοήγησή τους. Από τότε η λέξη «φάρος» δηλώνει κάθε θαλάσσιο ευκρινή πυρσοφόρο πύργο που τα βράδια φωτίζει, οδηγεί και κυρίως προειδοποιεί τους ναύτες και τα καράβια τους να μην πέσουν σε κακοτοπιές, όπως ξέρες ή αβαθή νερά, όπως με περιγράφει ο Στράβων την νήσο Φάρο, ή σε υφάλους, σε ύπουλους σκοπέλους κλπ.

Ένα Μηχανικό και Τεχνολογικό Θαύμα

Εκπληκτικό κατόρθωμα παραμένει στο πέρασμα του χρόνου η οικοδόμηση του περίφημου Φάρου της Αλεξάνδρειας, τόσο κατασκευαστικά όσο και τεχνολογικά. Δίκαια κατατάχθηκε στα επτά θαύματα. Από τους αρχαίους συγγραφείς περιγραφή του μας διασώζουν ο Στράβων (Γεωγραφικά, 17.1. 6-10) και ο Πλίνιος (Φυσική ιστορία 36.83). Κτίστηκε στη διάρκεια της περιόδου του Πτολεμαίου Β’ του Φιλάδελφου από το διάσημο αρχιτέκτονα Σώστρατο τον Κνίδιο, του Δεξιφάνους και η κατασκευή του διήρκεσε δώδεκα χρόνια. 

Την ονομασία «Φάρος» την πήρε από την ομώνυμη νησίδα Φάρος που βρισκόταν στην είσοδο του λιμανιού της πόλης. Το αρχικό του όνομα ήταν «πυροφόρος πύργος», έμεινε όμως γνωστός σαν Φάρος και από αυτόν έλκουν την ονομασία τους οι γνωστοί φάροι της ναυτιλίας. Δεν άργησε να ταυτιστεί με την ίδια την πόλη και όταν έλεγαν «Φάρος» εννοούσαν την Αλεξάνδρεια. Το συνολικό του ύψος έφτανε τα 140μ.(!) και ήταν κτισμένος σε τέσσερα επίπεδα. 


Το πρώτο, ύψους 71 μέτρων, ήταν το ψηλότερο από όλα. Ήταν τετράγωνο, διάτρητο από παράθυρα, και γύρω – γύρω υπήρχαν πλήθος δωμάτια όπου στεγάζονταν οι μηχανικοί και οι φύλακες. Στο κέντρο του υπήρχε υδραυλικός μηχανισμός , με τη βοήθεια του οποίου ανέβαζαν τα διάφορα εφόδια και καύσιμα του πυργίσκου. Το δεύτερο τμήμα, πάνω στο πρώτο, ήταν οκταγωνικό, γεμάτο με ελικοειδείς σκάλες, και το τρίτο, πάνω στο δεύτερο, ήταν κυκλικό, στολισμένο με κίονες. 

Στο τελευταίο τμήμα προς την κορυφή υπήρχε ο μηχανισμός που αντανακλούσε το φως. Εκεί υπήρχε τόσο η φωτιά, όσο και ευαίσθητα όργανα που την αντανακλούσαν πολλά μίλια μακριά (300 στάδια). Πολλές αναφορές μιλούν για έναν παράξενο «καθρέπτη», που προκαλούσε θαυμασμό περισσότερο από το κτίριο και που δεν ράγιζε. 

Μερικοί λένε ότι ήταν από γυαλί, άλλοι από διαφανή επεξεργασμένη πέτρα, και όταν κάθονταν από κάτω, μπορούσαν να βλέπουν πλοία στη θάλασσα που δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι. Έχουμε μήπως εδώ ένα πρώτο τηλεσκόπιο; Όλα είναι πιθανά. Και ήταν ένας μόνο ανακλαστήρας ή υπήρχαν πολλοί; Δυστυχώς τα στοιχεία που έχουμε είναι ελλιπή.

Αναφέρονται επίσης πολλά έργα τέχνης με αυτοματισμούς: Ένα άγαλμα που το δάκτυλό του ακολουθούσε την τροχιά του ήλιου στη διάρκεια της ημέρας (τι γινόταν άραγε τη νύχτα;) ένα άλλο που εσήμαινε τις ώρες της ημέρας με ποικίλες και μελωδικές φωνές, και ένα άλλο που έδινε το σύνθημα του συναγερμού όταν ερχόταν εχθρικός στόλος που δεν ήταν ακόμη ορατός. Διακρίνουμε εδώ πολλές εφαρμογές αυτομάτων, υδραυλικών οργάνων, κατόπτρων κλπ. 

Μια λαμπρή παράδοση σε εφαρμογή, ένας κατασκευαστικός άθλος που υλοποιούσε τις τεχνολογικές προδιαγραφές της εποχής του. Οι Άραβες κατακτητές ενθουσιασμένοι από το Φάρο, που τον αποκαλούσαν «Ελ-Μανάρα», έδωσαν το όνομά του στα ψηλά κτίρια της θρησκείας τους, γνωστά σαν μιναρέδες. Στην Ελληνική βιβλιογραφία απουσιάζει και αυτό το τόσο ενδιαφέρον θέμα. Πολύ ελάχιστα στοιχεία μας δίνουν οι Έλληνες συγγραφείς. 


Υπάρχουν φυσικά τα ελλιπή λήμματα των εγκυκλοπαιδειών και τρεις μόνο ξενόγλωσσες μελέτες που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά και που αναφέρονται στο Φάρο. Ξενόγλωσσες μελέτες υπάρχουν φυσικά πολλές και δεν μπορώ να τις αναφέρω, αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για το θέμα αφότου η Γαλλική εφημερίδα le Figaro δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «βρέθηκε ο Φάρος της Αλεξάνδρειας» όπου ιστορούνταν οι έρευνες και οι ανακαλύψεις των Γάλλων αρχαιολόγων στην Αλεξάνδρεια.

Η Κατασκευή

Η κατασκευή του πολυώροφου κτιρίου, του φάρου, πιθανότατα άρχισε το 297 π.Χ. στα χρόνια του Πτολεμαίου Ά του Σωτήρος (305-282 π.Χ.), ή το 283/2 π.Χ σύμφωνα με τον μεταγενέστερο χρονικογράφο Ευσέβιο, επίσκοπο της Καισαρείας, και τελείωσε στα χρόνια του Πτολεμαίου Β΄, του Φιλάδελφου (284-246 π.Χ.).

Αρχαίοι συγγραφείς, όπως οι Στράβων, Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, Ποσείδιππος και Λουκιανός από τα Σαμόσατα (115-180 μ.Χ.) μας πληροφορούν ότι η κατασκευή του φάρου ανατέθηκε στον αρχιτέκτονα και μηχανικό, ισάξιο του Αρχιμήδους, τον Σώστρατο του Δεξιφάνους από την Κνίδο (πόλη της Καρίας και έδρα της δωρικής Εξάπολης), ο οποίος ήταν και φίλος των βασιλέων Πτολεμαίου Α και Β. Στον Σώστρατο αποδίδονται οι στοές του ναού της Αφροδίτης στην Κνίδο, το «κρεμαστό περιπατητήριον», καθώς και η υποταγή της Μέμφιδος χωρίς πολιορκία, αλλά με απλή εκτροπή των υδάτων του Νείλου.

Σύμφωνα με τον Λουκιανό, ο Σώστρατος, αφού οικοδόμησε το κτίριο, έγραψε το όνομά του επ’ αυτού, καθώς και το όνομα του Βασιλεύοντος. Ο Σώστρατος που αναφέρουν, ενδεχομένως να ταυτίζεται με έναν πρέσβη του Πτολεμαίου Β΄, του Φιλάδελφου, στη Δήλο. Ωστόσο δεν υπάρχει κάποια σχετική ένδειξη.

Ο Φάρος της Αλεξάνδρειας συγκαταλέγεται στα επτά θαύματα της αρχαιότητας, φωτίζοντας τον πλου των καραβιών για περίπου 1500 χρόνια. Ξεκίνησε να κτίζεται στα 280 π.Χ., χρονιά κατά την οποία στη Ρόδο εγκαινιαζόταν ο περίφημος Κολοσσός. Ήταν φωτεινός σηματοδότης και λειτουργούσε νύχτα μέρα, ένας φανός για τους αρχαίους, φανάρι για τους σύγχρονους. Είχε ύψος 140 μέτρα και το φως του διακρινόταν από απόσταση 47 με 50 χιλιομέτρων. 


Επίσημα, ο πρώτος Πτολεμαίος ήταν γιος του Μακεδόνα ευπατρίδη Λάγου. Γι’ αυτό και δυναστεία των Λαγιδών ονομάζεται η Βασιλική γενιά της Αιγύπτου που ξεκίνησε με τον ίδιο και χάθηκε με την Κλεοπάτρα. Ανεπίσημα, όμως, όλοι στη Μακεδονία γνώριζαν πως ο Πτολεμαίος δεν ήταν παρά ένα από τα κρυφά κατορθώματα του Βασιλιά Φίλιππου, νόθος γιος του με την Αρσινόη κι επομένως ετεροθαλής αδελφός του Μεγαλέξανδρου. Άλλωστε, το όνομα Αρσινόη έπαιζε στο παλάτι της Αιγύπτου σχεδόν όσο και το όνομα των Πτολεμαίων Βασιλιάδων.

Μια Αρσινόη, κόρη του πρώτου Πτολεμαίου, δολοφόνησε τον άνδρα της, Βασιλιά της Θράκης Λυσίμαχο, για να παντρευτεί τον αδελφό της, Βασιλιά της Αιγύπτου, που απαλλάχθηκε από την πρώτη του γυναίκα, Αρσινόη κι αυτή. Μια άλλη παντρεύτηκε τον επίσης αδερφό της Πτολεμαίο (τον τέταρτο), από τον οποίο και δολοφονήθηκε. Κι ακόμα μια Αρσινόη ήταν αδερφή της Κλεοπάτρας που έβαλε τον Ιούλιο Καίσαρα να τη βγάλει από τη μέση, προκειμένου να μην έχει μελλοντικούς ανταπαιτητές του θρόνου.

Εκείνος, όμως, ο πρώτος Πτολεμαίος ήταν όμορφο και ανδρείο παλικάρι, συμπολεμιστής του Μεγάλου Αλεξάνδρου και αρχηγός της σωματοφυλακής του. Ανέλαβε διοικητής της Αιγύπτου, όταν στα 323 π.Χ. ο στρατηλάτης πέθανε. Στα άγρια χρόνια που ακολούθησαν, συμμετείχε στους πολέμους των διαδόχων και, το 301 π.Χ., ήταν στην πλευρά των νικητών μετά την καθοριστική μάχη της Ιψού, όπου αυτός, ο Κάσσανδρος, ο Σέλευκος και ο Λυσίμαχος κατατρόπωσαν τον Αντίγονο. 

Του έλαχε η Αίγυπτος, στην οποία ήταν ήδη Βασιλιάς από το 305 π.Χ. Αποδείχτηκε άξιος του θρόνου, πήρε το προσωνύμιο Σωτήρ, προστάτευσε τα γράμματα και τις τέχνες κι έκτισε την περίφημη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, με ένα εκατομμύριο τόμους στις δόξες της, και το μουσείο, όπου έμεναν δωρεάν και συνεργάζονταν φιλόσοφοι, σοφοί και ποιητές. Πέθανε το 283 π.Χ.

Ο δεύτερος Πτολεμαίος, αυτός που απαλλάχθηκε από τη γυναίκα του για να παντρευτεί την αδερφή του, Αρσινόη, έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο Φιλάδελφος, ακριβώς γι’ αυτή του την επιλογή. Τον αδικούσαν, όμως. 


Προστάτευε τα γράμματα και τις τέχνες εξίσου αποτελεσματικά, όπως κι ο πατέρας του και ήταν αυτός που χρηματοδότησε την ανέγερση του Φάρου της Αλεξάνδρειας, έργο που ο Πτολεμαίος Α’ είχε συλλάβει αλλά δεν έζησε να δει την ολοκλήρωσή του. Πατέρας και γιος, άλλωστε, ήταν αυτοί που έβαλαν γερά τα θεμέλια για να ανθίσει και να αναπτυχθεί στο έπακρο η «Αλεξανδρινή εποχή», παρ’ όλο που οι επόμενοι Πτολεμαίοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αποδείχτηκαν ανίκανοι, έκφυλοι και αιμοσταγείς.

Ο Πτολεμαίος Β’ έγινε συμβασιλιάς του πατέρα του το 285 π.Χ. και μονοκράτορας το 283 π.Χ. Τον επόμενο χρόνο (282 π.Χ.) εγκαινίασε το εντυπωσιακό στάδιο της Αλεξάνδρειας (το είπαν «Τέτρα»), που είχε κατασκευάσει ο αρχιτέκτονας Δεξιφάνης. Γιος του ήταν ο επίσης αρχιτέκτονας, Σώστρατος, που είχε αναλάβει να ανεγείρει τον Φάρο της Αλεξάνδρειας. 

Ο Πτολεμαίος του είχε απαγορεύσει να «υπογράψει» το έργο του (οπότε έβαλε το όνομά του κρυφά) ή ο ίδιος ήταν πολύ μετριόφρων. Ό,τι και να συνέβαινε, μια λαξευμένη επιγραφή στη βάση του έργου, πάνω σε στρώμα σοβά, ανέφερε ως κατασκευαστή του Φάρου τον Πτολεμαίο. Κάτω από τον σοβά, μια άλλη επιγραφή ανέφερε τα εξής:

«ΣΩΣΤΡΑΤΟΣ ΔΕΞΙΦΑΝΟΥΣ ΚΝΙΔΙΟΣ ΘΕΟΙΣ ΣΩΤΕΡΣΙΝ ΥΠΕΡ ΠΛΩΙΖΟΜΕΝΩΝ» 

(Σώστρατος ο Κνίδιος, ο γιος του Δεξιφάνους, {το αφιερώνει} στους σωτήρες Θεούς υπέρ των ναυτιλομένων).

Το νησάκι Φάρος βρίσκεται λίγο έξω από το λιμάνι της Αλεξάνδρειας και συνδεόταν τεχνητά με αυτό χάρη σε μια κατασκευή, γνωστή ως Επταστάδιον («μήκους επτά σταδίων» ή 1.288 μέτρων). Το οικοδόμημα κτίστηκε με άσπρες πέτρες στην άκρη του νησιού, ώστε η θάλασσα να το περιβάλλει από τη δυτική και τη βόρεια πλευρά του. 


Σύμφωνα με την περιγραφή του Άραβα περιηγητή Αμπού Γιουσέφ Χαγκάγκ ελ Ιμπν Ανταλουσί, που το επισκέφτηκε στα 1165, αλλά και διάφορες απεικονίσεις του Φάρου πάνω σε αυτοκρατορικά νομίσματα, κύπελλα, μωσαϊκά κλπ καταλήγουμε ότι το κτίσμα ήταν τετράγωνο, με περίπου 8,5 μέτρα η κάθε πλευρά. Το κτίριο αποτελούσαν τέσσερα επίπεδα (συνδεμένα μεταξύ τους με αρμούς από μολύβι) με πρώτο μια βάση πάνω στην οποία εδραζόταν:

Η βάση είχε ύψος 6,5 μέτρα από τη μεριά της στεριάς (από την πλευρά της θάλασσας ήταν πιο ψηλή) και ήταν τετράγωνο με κάθε πλευρά να έχει μήκος 8,5 μέτρων. Μια ράμπα πάνω σε 16 καμάρες, μήκους περίπου 183 μέτρων, οδηγούσε, από τα τείχη του νησιού, στην υπερυψωμένη πύλη του κτιρίου. Το ύψος του πρώτου πατώματος από το έδαφος ήταν περίπου εξήντα μέτρα (ή 57,73 μ. σύμφωνα με τον άραβα). 

Τρίτωνες ή και άλλα θαλάσσιοι θεοί, που φυσούσαν σάλπιγγες ή θαλάσσια κοχύλια διακοσμούσαν τις γωνίες της κορυφής του πρώτου πατώματος. Το δεύτερο επίπεδο ήταν ένα τετράγωνο κτίσμα, με Τρίτωνες να κοσμούν τις γωνίες του, σύμφωνα με παράσταση σε ρωμαϊκό νόμισμα. Πάνω σ’ αυτό, είχε κτιστεί ένα οκτάγωνο (τρίτο επίπεδο) κτίριο, με εξώστη γύρω του. Πάνω του είχε κτιστεί το κυλινδρικό τέταρτο επίπεδο, στην κορυφή του οποίου είχε στηθεί άγαλμα του θεού Ποσειδώνα (ή του Απόλλωνα). 

Στο επίπεδο αυτό είχε προσαρμοστεί ένας γιγάντιος καθρέφτης που έστελνε τις ακτίνες του ήλιου στο πέλαγος, ώστε να είναι ορατός από πολύ μακριά. Τη νύχτα, μια φλόγα αντικαθιστούσε τις ακτίνες. Το όλο οικοδόμημα είχε ύψος 140 μ. από τη μεριά της θάλασσας. Στο εσωτερικό του υπήρχαν αίθουσες και μια ελαφρά επικλινής ράμπα με χαμηλά σκαλοπάτια, που οδηγούσε ως την κορφή και την οποία χρησιμοποιούσαν για να μεταφέρουν με ζώα τα υλικά της φωτιάς στην οροφή. Ολοκληρώθηκε στα 270 π.Χ., δώδεκα χρόνια αφότου ξεκίνησε η ανέγερσή του.

Ο δεύτερος όροφος ήταν οκταγωνικός με μήκος κάθε πλευράς 18,30 μ. και ύψος περίπου 30 μ (ή 27,45 μ.) Ο τρίτος όροφος ήταν κυλινδρικός με διάμετρο, σύμφωνα με τον άραβα 75,20 μ. και ύψος 7.32 μ. Στην κορυφή υπήρχε ορθό άγαλμα του Διός Σωτήρος περίπου 5 μέτρων, ο οποίος κράδαινε κεραυνό στο αριστερό του χέρι και σκήπτρο ή τρίαινα στο δεξί. Σ΄ αυτόν ήταν αφιερωμένος ο Φάρος. 


Τον Δία αντικατέστησε, αργότερα, ένα τζαμί. Σύμφωνα με κάποια νομίσματα, στην κορυφή εμφανίζεται ο Ποσειδώνας ο οποίος με το αριστερό του χέρι κρατούσε τρίαινα, ενώ με το δεξί του έδειχνε το πέλαγος.

Ο πύργος ξεπερνούσε τα 100 μέτρα. Πλησίαζε τα 120 μ. περίπου. Ο τοίχος είχε πάχος μεταξύ 1,5 και 2μ. και πρέπει να διακρίνονταν καθαρά η πλινθοδομή του. Κάθε όροφος ξεχώριζε με ένα στηθαίο διαφορετικού μήκους και ύψους. Υπήρχαν περίπου 68 δωμάτια, το ένα εκ των οποίων μάλλον οδηγούσε υπόγεια στην θάλασσα. Όλα τα διαμερίσματα είχαν τουλάχιστον από ένα ορθογώνιο (ή κυκλικό κατά άλλους) παράθυρο. 

Η είσοδος του πύργου λέγεται ότι βρισκόταν χαμηλά στη βάση Υπάρχει όμως και η εκδοχή, που θεωρείται ακριβέστερη, η θύρα να βρισκόταν ψηλότερα. στην κορυφή μιας κλίμακας η οποία στηριζόταν πάνω σε μια σειρά από 16 καμπύλες αψίδες.

Το καθοδηγητικό φως του Φάρου πρέπει να έβγαινε από το τελευταίο επίπεδο (κυλινδρικό) ή τον τελευταίο όροφο του κτιρίου. Ωστόσο οι περισσότερες αρχαίες μαρτυρίες φαίνεται να συμφωνούν ότι η φωτιά που έκαιγε βρισκόταν στην βάση του πύργου. 

Την φωτιά αυτή, ως το πιο εύλογα ικανό, υπαρκτό και πρακτικό υλικό, για την εποχή, που πρέπει να την συντηρούσε, ανάμεσα σε άλλες σύγχρονες υποθέσεις πρέπει να θεωρηθεί η αποξηραμένη ζωική κοπριά, η οποία καιγόταν στην βάση και με καθρέπτες ανακλώνταν ως την κορυφή του κτίσματος. Το φως του Φάρου, σύμφωνα με τον Ιώσηπο στο Περί του Ιουδαϊκού Πολέμου, γινόταν ορατό σε απόσταση 300 στάδια, δηλαδή περίπου 55 χιλιόμετρα, ή και το ξεπερνούσε κατά το δεκαπλάσιο, σύμφωνα με τον Λουκιανό. Ο Πλίνιος μας λεει ότι η όλη κατασκευή στοίχισε 800 τάλαντα.


Στην ίδια περίπου θέση, σύμφωνα με επιστολή του Ηφαιστίωνος προς τον διοικητή της πόλης Κλεομένη, φαίνεται να προϋπήρχε φανοφόρος πύργος πολύ μικρότερων διαστάσεων ήδη από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου.

Κοντά στον Φάρο υπήρχε ιερό της Φαρίας Ίσιδος ή Ειδοθέης, η οποία έβοσκε στην ελευσίνια ακτή τα ποίμνια των Τριτώνων. Το ιερό μετατράπηκε σε εκκλησία του Ραφαήλ, η οποία διασώθηκε μέχρι τον 15 αιώνα. Σύμφωνα με τον Ευστάθιο τον υπομνηματιστή του Διονυσίου, στην Φάρο υπήρχε ακόμα εκτός από τον Φάρο και ένας Αντίφαρος, η θέση του οποίου μας είναι άγνωστη, καθώς και οι τάφοι του Οσίριδος και της Ειδοθέης της Πρωτέως.

Ο χρόνος στάθηκε αμείλικτος σε αυτό το θαύμα. Το ανώτερο και μεσαίο τμήμα του είχαν καταστραφεί μέχρι το 90 μ.Χ. Στα 500 μ.Χ. περίπου και επί αυτοκράτορα Αναστασίου η προκυμαία και τα θεμέλια σταδιακά είχαν καταστραφεί από την θάλασσα γι αυτό ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Αμμώνιο την επισκευή τους, την οποία και εκτέλεσε με το παραπάνω.

Το πρώτο ταρακούνημα του Φάρου έγινε στον σεισμό του 796 και το δεύτερο σε εκείνον του 1303. Το 1303 ο Φάρος της Αλεξάνδρειας λειτουργεί για τελευταία φορά.

Άντεξε ακόμα είκοσι χρόνια, καθώς κάθε φορά επισκεύαζαν τις ζημιές. Περί το 874 μ.Χ. ο Αχμέτ έμπν Τουλούν, προέβη και αυτός στην επισκευή της κορυφής, επισκευή η οποία μάλλον ήταν και η τελευταία που δέχτηκε ο πυρσοφόρος Πύργος. Με τον καιρό, η Αλεξάνδρεια έχασε την εμπορική αίγλη της και το λιμάνι εγκαταλείφθηκε. Μαζί τους και ο Φάρος. Όμως, στον σεισμό του 1324 κατέρρευσε και η βάση. 


Τη χρονιά εκείνη, ο Άραβας Ιμπν Μπατούσα δεν κατάφερε να μπει στα χαλάσματα του. Ο Εμίρης της Αιγύπτου, Καήτ Βέης, κατά τον 15 αιώνα, ο οποίος κατεδάφισε τελείως τον φάρο, βρήκε χρήσιμα τα ερείπια και τα χρησιμοποίησε, στα 1480 και στην θέση του, με τα ίδια του τα υλικά, έκτισε ένα ισλαμικό φρούριο με ναυτικό φάρο συγχρόνως. 

Το φρούριο σώζεται ακόμη και η περιοχή είναι στρατιωτική και δυσπρόσιτη. Ειπώθηκε ότι οι μιναρέδες στα τζαμιά της Αιγύπτου ακολουθούν τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του Φάρου.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΥΡΓΟΙ

Το φάρο τον αποτελούσαν τρεις μαρμάρινοι πύργοι, χτισμένοι επάνω σε ένα θεμέλιο από πέτρινους ογκολίθους. Ο πρώτος πύργος ήταν τετράπλευρος και περιείχε διαμερίσματα για τους εργάτες και τους στρατιώτες. Από επάνω υπήρχε ένας δεύτερος οκταγωνικός, με σπειροειδές κεκλιμένο επίπεδο που οδηγούσε στον τελευταίο πύργο.

ΤΟ ΛΑΜΠΡΟ ΦΩΣ

Ο τελευταίος πύργος είχε σχήμα κυλίνδρου και στο εσωτερικό του έκαιγε η φωτιά που οδηγούσε τα πλοία με ασφάλεια στο λιμάνι. Από επάνω του υπήρχε το άγαλμα του Διός Σωτήρας. Το συνολικό ύψος του φάρου ήταν 117 μέτρα.

ΤΟ ΣΤΙΛΠΝΟ ΟΡΕΙΧΑΛΚΙΝΟ ΚΑΤΟΠΤΡΟ

Για τη συντήρηση της φωτιάς χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες καύσιμων. Την τροφοδοτούσαν με ξύλα, που τα μετέφεραν χάρη στο σπειροειδές κεκλιμένο επίπεδο άλογα και μουλάρια. Πίσω από τη φωτιά υπήρχαν φύλλα ορειχάλκου που αντανακλούσαν τη λάμψη προς τη θάλασσα. Τα πλοία μπορούσαν να τη διακρίνουν από 50 χιλιόμετρα μακριά. Κατά το δωδέκατο μ.Χ. αιώνα το λιμάνι της Αλεξάνδρειας γέμισε από λάσπη και τα πλοία έπαψαν να το χρησιμοποιούν. Ο φάρος έπεσε σε αχρηστία. Ενδεχομένως τα φύλλα του ορειχάλκου κάτοπτρου αποσπάστηκαν και έγιναν νομίσματα.


Πολλές αναφορές μιλάνε για έναν παράξενο καθρέπτη από γυαλί, ή διαφανή επεξεργασμένη πέτρα που μέσω αυτού μπορούσαν να βλέπουν πλοία στην θάλασσα, που δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι (κάτι σαν τηλεσκόπιο).

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο φάρος εκτός από την θαυμαστή του κατασκευή, περιελάμβανε πολλές εφαρμογές αυτομάτων μηχανισμών, υδραυλικών οργάνων, κατόπτρων κλπ , δείγματα των τεχνολογικών ικανοτήτων της εποχής. Υπάρχουν πολλές αναφορές για έργα τέχνης με αυτοματισμούς όπως ένα άγαλμα που το δάχτυλό του ακολουθούσε την τροχιά του ηλίου στη διάρκεια της ημέρας, ένα άλλο που σήμαινε τις ώρες της ημέρας με ποικίλες και μελωδικές φωνές, ένα άλλο που έδινε το σύνθημα του συναγερμού όταν ερχόταν εχθρικός στόλος, που δεν ήταν ακόμα ορατός.

H Ολοκλήρωση

Μετά τον ανέλπιστο και απρόοπτο θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου ο Πτολεμαίος ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά της τεράστιας αυτοκρατορίας, που δημιούργησε ο Μέγας Αλέξανδρος το 305 π.Χ. Κατά την περίοδο της βασιλείας του ξεκίνησε και η κατασκευή αυτού του μεγαλουργήματος αλλά δεν πρόλαβε να το δεί ολοκληρωμένο αφού πέθανε το 283 π.Χ. Ο γιος του, Πτολεμαίος Β' Φιλάδελφος, είδε το έργο να ολοκληρώνεται δώδεκα χρόνια από την έναρξη της δόμησής του το 270 π.Χ. 

Μετά τις πυραμίδες της Αιγύπτου, ο φάρος της Αλεξάνδρειας είναι το μεγαλύτερο σε χρονική διάρκεια μνημείο της περιοχής, που κατάφερε να διασωθεί εώς την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή του από τρεις σεισμούς που έλαβαν χώρα το 796 π.Χ., το 1303 και το 1323 μ.Χ. Το 1323 ήταν η χρονιά, που ο Άραβας επισκέπτης Ίμπν Μπατούτα δεν μπορούσε να εισέλθει στον φάρο από τα πολλά ερείπια που είχαν συγκεντρωθεί. 

 Το 1480 μ.Χ. ο Σουλτάνος της Αιγύπτου, Καΐτ-μπεης, χρησιμοποίησε τα εναπομείναντα ερείπια μεταφέροντάς τα για το χτίσιμο κάστρου στον ίδιο χώρο, πάνω στη θεμελίωση του Φάρου. Αλλά και αυτό το φρούριο αν και είχε ανακαινισθεί στις αρχές του 19ου αι. κατεδαφίστηκε από τους Άγγλους το 1882.


Η Λειτουργία του Φάρου

Στο κέντρο του υπήρχε υδραυλικός μηχανισμός με την βοήθεια του οποίου ανέβαζαν τα διάφορα εφόδια και καύσιμα του πυργίσκου. Το δεύτερο τμήμα, ήταν οκταγωνικό, γεμάτο με ελικοειδής σκάλες και το τρίτο, ήταν κυκλικό, στολισμένο με κίονες. Στο τελευταίο τμήμα στη κορυφή υπήρχε ο μηχανισμός που αντανακλούσε το φως.

Εκεί υπήρχε τόσο η φωτιά όσο και ευαίσθητα όργανα ενώ την ημέρα ύψωνε στον ουρανό μια μεγάλη στήλη καπνού που την αντανακλούσαν πολλά χιλιόμετρα μακριά (300 στάδια). Από επάνω του υπήρχε το άγαλμα του Διός Σωτήρος.

Πολλές αναφορές μιλάνε για έναν παράξενο καθρέπτη από γυαλί, ή διαφανή επεξεργασμένη πέτρα που μέσω αυτού μπορούσαν να βλέπουν πλοία στην θάλασσα, που δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι (κάτι σαν τηλεσκόπιο).

Βλέπουμε λοιπόν ότι ο φάρος εκτός από την θαυμαστή του κατασκευή, περιελάμβανε πολλές εφαρμογές αυτομάτων μηχανισμών, υδραυλικών οργάνων, κατόπτρων κλπ , δείγματα των τεχνολογικών ικανοτήτων της εποχής.

Υπάρχουν πολλές αναφορές για έργα τέχνης με αυτοματισμούς όπως ένα άγαλμα που το δάχτυλό του ακολουθούσε την τροχιά του ηλίου στη διάρκεια της ημέρας, ένα άλλο που σήμαινε τις ώρες της ημέρας με ποικίλες και μελωδικές φωνές, ένα άλλο που έδινε το σύνθημα του συναγερμού όταν ερχόταν εχθρικός στόλος, που δεν ήταν ακόμα ορατός. Για τη συντήρηση της φωτιάς χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες καυσίμων.


Την τροφοδοτούσαν με ξύλα, που μετέφεραν χάρη στο σπειροειδές κεκλιμένο επίπεδο άλογα και μουλάρια. Τα πλοία μπορούσαν να τη διακρίνουν από 50 χιλιόμετρα μακριά. Κατά το δωδέκατο αιώνα το λιμάνι της Αλεξάνδρειας γέμισε από λάσπη και τα πλοία έπαψαν να το χρησιμοποιούν.

Ο φάρος έπεσε σε αχρηστία. Ενδεχομένως τα φύλλα του ορειχάλκινου κατόπτρου αποσπάστηκαν κι έγιναν νομίσματα. Κατά το δέκατο τέταρτο αιώνα ένας σεισμός κατάστρεψε το φάρο. Μερικά χρόνια αργότερα οι Μουσουλμάνοι χρησιμοποίησαν τα υλικά του για την κατασκευή ενός οχυρού. Το οχυρό αυτό ανακατασκευάστηκε και παραμένει ακόμη στη θέση, του πρώτου φάρου στον κόσμο.

Αρχαιολογία

Όλα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν τεράστιοι όγκοι μπετόν ρίχτηκαν στη θάλασσα, στο ανατολικό λιμάνι της Αλεξάνδρειας, για να προστατεύσουν από τα κύματα της Μεσογείου το φρούριο που έκτισε στο νησί Φάρος το 1477 ο Μαμελούκος Σουλτάνος Κάϊτ-μπέης, πάνω στα θεμέλια του αρχαίου φάρου.

H κινηματογραφίστρια Aσμά Eλ Μπακρί ανατρίχιασε στη θέα των ογκόλιθων που απειλούσαν να θάψουν για πάντα ένα σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ιστορικής κληρονομιάς. Oι ογκόλιθοι είχαν "καθίσει" πάνω σε αρχαιότητες.

Έτσι, τον Οκτώβριο του 1994, έξι Γάλλοι και έξι Αιγύπτιοι δύτες άρχισαν τις υποβρύχιες έρευνες για τον εντοπισμό και την καταγραφή τμημάτων από μνημεία και κτίρια της αρχαίας Αλεξάνδρειας. Σφίγγες, οβελίσκοι, και αγάλματα-κολοσσοί μαρτυρούν το παρελθόν ενός λαμπρού οικονομικού, πολιτιστικού και θρησκευτικού κέντρου της Μεσογείου. Πολλές από τις έντεχνα σμιλεμένες πέτρες αποτελούσαν τμήματα του ενός από τα Επτά Θαύματα της Αρχαιότητας, του Φάρου της Αλεξάνδρειας.
 

Tι γνωρίζουμε αλήθεια, γι' αυτό το οικοδόμημα, που επί αιώνες αποτελούσε το στίγμα της πόλης και οδηγούσε με ασφάλεια τα πλοία στο λιμάνι της; Από την εποχή του Ομήρου (8ος π.X. αιώνας) και ίσως από παλαιότερα, το μικρό νησί Φάρος, με το φυσικό λιμάνι του, χρησιμοποιείτο από ξένους εμπόρους ως ασφαλής σταθμός των πλοίων κατά τη διαδρομή τους προς τον Κανωβικό βραχίονα του Νείλου, όπου συναντούσαν Αιγυπτίους εμπόρους που είχαν κατεβεί το μεγάλο ποταμό.

H πόλη της Αλεξάνδρειας θεμελιώθηκε το 331 π.X. από το Μέγα Αλέξανδρο και, χάρη στην προνομιακή της θέση, άρχισε να εξελίσσεται γρήγορα. Δύο, όμως, ήταν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα προσεγγίζοντα από τη Μεσόγειο πλοία: οι χαμηλές ακτές της που δεν τα βοηθούσαν να βρουν λιμάνι και οι ξέρες γύρω από το νησί Φάρο που τα τσάκιζαν όταν είχε τρικυμία.

O παιδικός φίλος του Αλέξανδρου και Διοικητής της Αιγύπτου Πτολεμαίος A' κατάλαβε γρήγορα ότι χρειάζονταν ένα ψηλό οικοδόμημα και κάποιος μηχανισμός που θα διευκόλυνε τα πλοία να εντοπίζουν την πόλη και να εισέρχονται στο λιμάνι με ασφάλεια. Tο οικοδόμημα κατασκευάσθηκε πάνω στο νησί Φάρο, από το οποίο έχουν πάρει έκτοτε το όνομά τους οι φάροι.

H ανέγερση του φάρου άρχισε το 285 π.X. περίπου και τελείωσε το 279 π.X. Oι μαρτυρίες των ιστορικών διίστανται όσον αφορά στο ύψος του. O πιο αξιόπιστος υπολογισμός βασίζεται στη φωτοβολία. O Ιουδαίος ιστορικός Ιώσηπος αναφέρει ότι ο φάρος ήταν ορατός από απόσταση 300 σταδίων, δηλαδή 30 σημερινών ναυτικών μιλίων.

Από αυτό συμπεραίνουμε ότι το ύψος του πρέπει να ήταν περίπου 150 μέτρα. Αραβικές μαρτυρίες μας δίνουν μια εικόνα του τριώροφου φάρου. Tο ισόγειο ήταν μαρμάρινο με τετράγωνη κάτοψη, ο πρώτος όροφος με οκτάγωνη και ο δεύτερος με κυκλική. Από πάνω βρισκόταν η φωτεινή πηγή και στην κορυφή ένα άγαλμα του Ποσειδώνα, ύψους 7 μέτρων.


Tο ισόγειο του κτιρίου είχε πολλά παράθυρα και περιελάμβανε 300 περίπου δωμάτια για τη φρουρά και τους τεχνικούς, καθώς και μεγάλες αποθήκες για τα ξύλα που έκαιγε ο φάρος. Στο κέντρο του οικοδομήματος υπήρχε κατακόρυφο κλιμακοστάσιο με δύο ελικοειδείς ράμπες, αρκετά φαρδιές για να περνά ένα φορτωμένο ζώο, και κάποιες μηχανικές διατάξεις που ανέβαζαν ξύλα στην κορυφή του. Oι σκάλες είχαν άπλετο φυσικό φωτισμό από φεγγίτες στους εξωτερικούς τοίχους.

Από αφηγήσεις της εποχής, ξέρουμε ότι ο φάρος είχε κάποιο κάτοπτρο που χρησίμευε για να αντανακλά μία φλόγα από ρητινούχα ξύλα. Tην ημέρα ο φάρος φαινόταν κυρίως από τον καπνό του. Ορισμένες αφηγήσεις περιγράφουν το κάτοπτρο σαν να ήταν από γυαλί και μάλιστα σε κοίλο σχήμα. O θρύλος λέει ότι, όταν κοίταζες μέσα στο κάτοπτρο του φάρου, μπορούσες να δεις πλοία που ήταν πολύ μακριά και δεν φαίνονταν με γυμνό μάτι. Ή ότι το κάτοπτρο μπορούσε να συγκεντρώσει το φως του ήλιου και να κάψει εχθρικά πλοία από μεγάλη απόσταση. 

Λέγεται, ότι ο Αρχιμήδης είχε σχεδιάσει την οπτική συσκευή του φάρου. O φάρος είχε κι άλλα θαυμαστά μηχανήματα. Στην κορυφή του πύργου, το άγαλμα του Ποσειδώνα είχε ένα πολύπλοκο μηχανισμό, που του επέτρεπε να περιστρέφεται και να ανεβοκατεβάζει το χέρι δείχνοντας τη θέση του ήλιου μέρα νύχτα. 

Ένα άλλο άγαλμα ανήγγελλε με μελωδικούς τόνους τις ώρες της ημέρας, όπως τα ρολόγια των μεσαιωνικών μοναστηριών που δεν είχαν καντράν και δείκτες. Λέγεται ακόμα, ότι υπήρχε το άγαλμα ενός Τρίτωνα που ηχούσε δυνατά συναγερμό τη στιγμή που κάποιος εχθρικός στόλος σήκωνε άγκυρα, ακόμα κι αν βρισκόταν μέρες μακριά, ενώ άλλοι Τρίτωνες έφεραν σάλπιγγες που με τον ήχο τους βοηθούσαν τα πλοία να προσεγγίζουν το λιμάνι όταν υπήρχε ομίχλη.

Όλα αυτά θα μας φαίνονταν απίστευτα αν δεν είχε σωθεί μέχρι σήμερα ένα νόμισμα της εποχής του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Μάρκου Αυρήλιου, που απεικονίζει το άγαλμα του Ποσειδώνα και τους Τρίτωνες. Δεκαέξι αιώνες άντεξε ο φάρος τις τρικυμίες της ανοικτής θάλασσας και τους συχνούς μεγάλους σεισμούς. 


Είχαν επανειλημμένα γίνει προσπάθειες για την επισκευή των ζημιών και τη συντήρηση του λαμπρού αυτού οικοδομήματος μέχρι το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, οπότε καταστράφηκε ολοσχερώς εξ' αιτίας μάλλον, ισχυρότατου σεισμού. Έτσι, τα "κομμάτια" του ενός από τα Eπτά Θαύματα του Kόσμου σκορπίστηκαν στο βυθό της Aλεξανδρινής θάλασσας, για να ξανάρθουν στο φως στις μέρες μας.

Φωτογραφικό Υλικό


(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Ο λόγος σαν μέσο

Η Αληθινή Ζωή είναι Εμπειρία, Άμεση Επαφή με τα πράγματα, όσα υπάρχουν, όσα συμβαίνουν. Η Αντίληψη της Πραγματικότητας μπορεί να είναι απλή και καθαρή ή να εμπλουτίζεται σε ερμηνεία, με κίνδυνο όμως να παραποιήσουμε την εικόνα της πραγματικότητας. Η περιγραφή της Αλήθειας δεν είναι η Αλήθεια. Αυτό είναι ολοφάνερο.

Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η σκέψη, ο λόγος (που την εκφράζει), λειτουργούν συμβολικά, είναι σύμβολα της Πραγματικότητας. Υποδεικνύουν βέβαια την Πραγματικότητα, αλλά Μένει κάποιος να Βιώσει το Μήνυμα, το περιεχόμενου του λόγου, για να λειτουργήσει ο λόγος σαν μέσο προς την Αλήθεια.

Ένα μέσο, εξορισμού, δεν είναι παρά ένα βοήθημα μετάβασης, Έχει αξία αν λειτουργεί σαν βοήθημα μετάβασης. Ο ίδιος ο λόγος δεν έχει δική του ανεξάρτητη ύπαρξη, ούτε μπορεί να σταθεί σαν Αλήθεια στην θέση της Αλήθειας, ούτε καν σαν (ιερός) λόγος, σαν κάτι αληθινό. Είναι μόνο Υπόδειξη της Αλήθειας.

Άρα, το να εγκλωβιζόμαστε σε μια αντίληψη, σε μια περιγραφή, σε μια διδασκαλία, σε ένα ιερό κείμενο (που θεωρούμε «λόγο» του Θεού), σε οποιοδήποτε κείμενο νομίζοντας και υποστηρίζοντας ότι είναι η Αλήθεια, κάνουμε ένα χονδροειδές λογικό σφάλμα. Ο λόγος δεν είναι η Αλήθεια, μιλά για την Αλήθεια. Μια Αλήθεια που οφείλουμε, που πρέπει, να Βιώσουμε, για να Είναι Αλήθεια. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να Γίνουμε η Αλήθεια για να Κατανοήσουμε την Αλήθεια. Το να μεταχειριζόμαστε μια διδασκαλία, ένα κείμενο, όσο ιερό κι αν το θεωρούν οι άνθρωποι, για να αντλήσουμε διανοητικά επιχειρήματα και να υποστηρίξουμε μια διανοητική θέση σημαίνει ότι δεν καταλάβαμε τίποτα, ότι δεν πέρασε μέσα μας το Αληθινό Μήνυμα και το μόνο που συλλάβαμε κι έχουμε κτήμα μας είναι η διανοητική περιγραφή. Πιστεύουμε, λέμε, διακηρύττουμε αλλά δεν «κάνουμε». Αυτό είναι μια παιδιάστικη συμπεριφορά. Και δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι λειτουργούν σε αυτό το επίπεδο.

Ένα Ιερό Κείμενο, κι οι άνθρωποι έχουν, από τα αρχαία χρόνια, πολλά ιερά κείμενα, δεν αυτό καθ’ εαυτό ιερό. Αποκτά όμως αξία όταν μιλά για το Ιερό και μας Οδηγεί στο Ιερό, στην Εμπειρία του Αληθινού, όταν δηλαδή «λειτουργεί» για τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε κι όταν έχει αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, δεν είναι το Κείμενο, αυτό που λέει το κείμενο (ο διανοητικός λόγος) που έχει αξία αλλά η Κατανόηση που αποκομίζουμε εμείς, η Εμπειρία της Αλήθειας. Τότε το κείμενο γίνεται η «σχεδία» που μας περνά από τον κόσμο της άγνοιας στην Αντίπερα Όχθη της Πραγματικότητας.

Πέρα από τις όποιες «χρήσεις» ή ερμηνείες του «ιερού λόγου», αυτό που έχει σημασία είναι το αποτέλεσμα. Αν όντως μας Οδηγεί στην Αλήθεια. Με αυτή την έννοια, βλέποντας μόνο το ουσιαστικό που είναι πέρα από τον λόγο, δεν έχουν σημασία, ούτε ερμηνείες, ούτε διαφορές, ούτε διαμάχες. Σημασία έχει να Περάσει κάποιος στην Αντίπερα Όχθη του ποταμού της άγνοιας, του χρόνου, της εξέλιξης, της τελείωσης, στην Ακτή της Γνώσης της Πραγματικότητας. Σημασία δεν έχει το τι σχήμα έχει η σχεδία ή πως είναι δεμένη (μιλάμε για την μορφοποίηση του κειμένου). Όταν Περάσεις Πέραν η σχεδία εγκαταλείπεται, είναι άχρηστη πιά γιατί ο Σκοπός έχει Επιτευχθεί. Αυτά τα είχε πει ένας Σοφός πριν 2.500 χρόνια στην γη της ΕΛΛΑΔΑΣ, αλλά είναι μια Αλήθεια που Ισχύει πάντα και για όλους. (ΔΕΣ: Όμως, δεν είμαστε αγνώμονες)

Και σε τελευταία ανάλυση το δίκαιο είναι με την Αλήθεια, με την Αληθινή Ζωή, με την Εμπειρία των πραγμάτων, με την άμεση επαφή με όσα υπάρχουν, όσα συμβαίνουν. Γιατί αγωνίζονται οι άνθρωποι να αναδείξουν την δική τους ερμηνεία σαν την απόλυτη αλήθεια; Γιατί οι διαμάχες μεταξύ των θρησκειών; των εκκλησιών; των σχολών; Μήπως δεν Βιώνουν την Αλήθεια, δεν Γνωρίζουν την Αλήθεια, δεν Υπερασπίζονται την Αλήθεια, αλλά προβάλλουν μονάχα τον ανθρώπινο εγωισμό τους, την μονομέρειά τους και την έλλειψη πραγματικής γνώσης; Κι όμως, το περίεργο είναι ότι όλη αυτή η υπόθεση υπηρετείται  από λαμπρά πνεύματα, από εξαίρετους διανοούμενους, από ηθικούς ανθρώπους, από ανιδιοτελείς εργάτες της ανθρωπότητας (αν και όχι πάντα) που αναλώνονται να αποδείξουν ότι μόνο το άστρο που βλέπουν αυτοί στον ουρανό είναι το μόνο πραγματικό άστρο, ή ότι μόνο ένας δρόμος (μια ακτίνα) οδηγεί από την περιφέρεια στο κέντρο του κύκλου.

Τελικά, αν είμαστε σοβαροί άνθρωποι και τίμιοι με τον εαυτό μας και τους άλλους, θα πρέπει να αποδεχτούμε την Αλήθεια που είναι Ολοφάνερη μπροστά μας, το Πραγματικό. Η Αλήθεια Είναι Εδώ, Τώρα, Μπροστά μας, σε Αυτό που Υπάρχει, σε Αυτό που Συμβαίνει. Η Αλήθεια δεν βρίσκεται μέσα στις φαντασιώσεις των ανθρώπων. Δεν κυκλοφορεί στην κοινωνία, στις αγορές της κοινωνίας, σαν τα υλικά αγαθά, ούτε διδάσκεται στα πανεπιστήμια, οι στις απόκρυφες σχολές που φτιάχνουν οι άνθρωποι (συνήθως για να ικανοποιήσουν τον εγωισμό τους να κερδίσουν δόξα και χρήματα), ούτε είναι γραμμένη στα βιβλία γιατί αυτό που μεταδίδουν τα βιβλία είναι όχι η Αλήθεια αλλά οι (ελλιπείς) γνώσεις των ανθρώπων για την Αλήθεια. Η Αλήθεια Είναι η Κατανόηση που Κατακτάμε Μέσα μας κι είναι τόσο ολοκληρωμένη όσο είναι το βάθος της Κατανόησής μας Μέσα μας είναι ο Δρόμος. Μέσα μας είναι το Τέλος του Δρόμου, Μέσα μας Είναι η Αλήθεια, όταν η Αυτογνωσία Ανθίζει και γίνεται το Αμάραντο Λουλούδι της ΥΠΑΡΞΗΣ.

Γιατί οι νέοι χρειάζονται την επιθετικότητά τους

Υπάρχουν πολλοί νέοι των οποίων η επιθετικότητα τους δημιουργεί προβλήματα. Προκαλούν επιθέσεις λεκτικές, σωματικές και συναισθηματικές προσπαθώντας συνεχώς να υπερισχύουν των άλλων ανθρώπων με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, λες και η επιθετικότητα είναι ο μόνος τρόπος που γνωρίζουν για να υπάρχουν, λες και αυτό τους δίνει την αίσθηση ότι είναι ζωντανοί και αληθινοί. Υπάρχουν βέβαια κι άλλοι νέοι που αντιμετωπίζουν διαφορετικά προβλήματα επειδή ακριβώς δεν μπορούν να είναι επιθετικοί. Δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Παραιτούνται χωρίς να δώσουν μάχη. Δεν είναι σε θέση να ζητήσουν αυτό που έχουν ανάγκη με αποτέλεσμα να γίνονται αόρατοι και να θεωρούνται δεδομένοι από τους άλλους.

Όποιος ζει ή συνεργάζεται με νέους ανθρώπους πρέπει να βρει έναν τρόπο να εξηγήσει την επιθετικότητα. Είναι κάτι θετικό ή αρνητικό, απαραίτητο ή περιττό; Είναι θεμιτό να θέλει κάποιος να δώσει μια μάχη; Να δώσει μάχη για να κερδίσει; Να δώσει μάχη για πράγματα που έχουν σημασία; Στον κόσμο συμβαίνουν τραγικά πράγματα εξαιτίας της επιθετικότητας, άρα μήπως θα έπρεπε να την εμποδίζουμε να υπάρχει στους νέους ανθρώπους;

Ενώ ο Freud (1923) υποστηρίζει ότι η επιθετικότητα είναι μια πρωταρχική ενστικτώδης ορμή που συνδέεται με το «ένστικτο θανάτου» και στην ουσία είναι καταστροφική, ο Winnicott (1958) υποστηρίζει ότι η επιθετικότητα στα μωρά είναι τρόπος αυτοπροστασίας. Ναι, τα μωρά γεννιούνται επιθετικά, αλλά η «επιθετικότητα είναι σχεδόν συνώνυμη της ζωντάνιας», γράφει (σελ. 204). Τα μωρά απαιτούν να τα προσέχουν, ζητούν φαγητό, ουρλιάζουν και χτυπιούνται αν δεν γίνει το δικό τους. Αυτή η αρχική επιθετικότητα όμως δεν αποσκοπεί απαραίτητα στην καταστροφή. Είναι μια αντίδραση στην ενόχληση που νιώθουν, γιατί αν δεν πάρουν αυτό που χρειάζονται, θα πεθάνουν. Η επιθετικότητα, γράφει κάπου αλλού ο Winnicott (1965), είναι «απόδειξη της ζωής» (σελ. 127).

Έτσι, ακολουθώντας την άποψη του Winnicott, δεχόμαστε την επιθετικότητα ενός μωρού και δεν τη φοβόμαστε. Ωστόσο, δεν θέλουμε τα μωρά να μετατραπούν σε ναρκισσιστικούς τυράννους, γι’ αυτό όταν είναι έτοιμα, με τρόπο ήπιο και σταδιακό αρχίζουμε να τα μαλώνουμε διδάσκοντάς τους τα όρια του τι μπορούν και δεν μπορούν να ελέγξουν. Συγκρατούμε την επιθετικότητά τους καθώς προσαρμόζονται στην εκπλήρωση των επιθυμιών τους και τις απογοητεύσεις του περιβάλλοντος. Δεν εκμηδενίζουμε την επιθετικότητα, αλλά ούτε την αφήνουμε να φτάσει σε σημείο που να βλάψει τους άλλους ανθρώπους.

Αν όμως ανησυχήσουμε ή φοβηθούμε από την επιθετικότητα ενός μωρού, από την απαραίτητη αυτή ανάγκη ενός μωρού κι εκείνο το αισθανθεί, τότε μαθαίνει να κρύβει την επιθετικότητά του. Αν πάντοτε υποχωρούμε στην επιθετικότητα ενός μωρού, αν δεν αντιμετωπιστεί ποτέ, δεν συγκρατηθεί και δεν βιωθεί από το μωρό ως περιορισμένη και ασφαλής, και πάλι αυτό μαθαίνει να την κρύβει.

Η αντεπίθεση είναι εξίσου αναποτελεσματική. Αν αντιμετωπίσουμε την παιδιάστικη επιθετικότητα ενός μωρού με τη σαρωτική επιθετικότητα του ενήλικα, τότε – και πάλι – το μωρό σταματά να είναι επιθετικό επειδή η κατάσταση είναι πολύ επικίνδυνη. Η επιθετικότητά του – και πάλι –  δεν περιορίζεται και έτσι το μωρό σταματά να ζητά ό,τι χρειάζεται, παύει να ασχολείται με τους άλλους ανθρώπους, παραιτείται από τη δική του επιθετικότητα και επιδιώκει να λάβει ικανοποίηση από αλλού, βρίσκοντας έμμεσους τρόπους για να λάβει (ή όχι) ό, τι χρειάζεται.

Ένα μωρό που έχει παρελθόν μη συγκρατημένης επιθετικότητας, μπορεί είτε να εξελιχθεί σε ένα νεαρό άτομο που δεν θα μπορεί να ελέγξει την επιθετικότητά του ξεσπώντας ανεξέλεγκτα με την παραμικρή απογοήτευση, είτε σε ένα νεαρό άτομο που φοβάται την επιθετικότητα του, φοβάται να διεκδικήσει οτιδήποτε, φοβάται να πολεμήσει μήπως προκαλέσει κακό ή μήπως υποστεί κακό από τον αντίπαλο. Είναι πιθανό να γίνει εσωστρεφές, να κλειστεί στο δωμάτιό του, απρόθυμο να μιλήσει για τα πράγματα που έχουν σημασία, να χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και να γίνει αόρατο. Ο Winnicott (1958) παρατηρεί το εξής: «… αν η κοινωνία βρίσκεται σε κίνδυνο, αυτό δεν οφείλεται στην επιθετικότητα του ανθρώπου, αλλά στην καταπίεση της προσωπικής επιθετικότητας στα μεμονωμένα άτομα» (σελ. 204).

Υπάρχουν πολλοί νέοι των οποίων η επιθετικότητα φαίνεται ότι έχει καταπιεστεί. Συνήθως είναι ασυνήθιστα παθητικοί και αυτάρκεις ως παιδιά. Στη συνέχεια, καθώς η εφηβεία εμφανίζεται με τα επακόλουθα  συναισθήματα αυτοσυνειδησίας και τις σεξουαλικές ανησυχίες, γίνονται ακόμα πιο εσωστρεφείς και χωρίς να έχουν αναπτύξει αυτοπεποίθηση προκειμένου να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Οι νέοι που δεν μπόρεσαν ποτέ να βασιστούν αξιόπιστα και σταθερά στη συγκρατημένη επιθετικότητα των άλλων ανθρώπων, θα βασίζονται απόλυτα στον εαυτό τους, στη δική τους παρέα, στις δικές τους συμβουλές και (σε ορισμένες περιπτώσεις) ο εαυτός τους θα γίνει αντικείμενο αυτοτραυματισμού και μίσους. Μπορεί ακόμα και να θέσουν σε κίνδυνο τις σπουδές τους μένοντας στο δωμάτιό τους και αρνούμενοι να πάνε στο σχολείο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν οι γονείς και οι ειδικοί ανησυχούν για τα κλειστά, ντροπαλά, παθητικά παιδιά επειδή αισθάνονται κάτι δυνητικά επικίνδυνο για το παιδί: μια τρέλα ικανή να ξεσπάσει, μια βία ικανή να εξωτερικευτεί απότομα.

Ο κίνδυνος είναι ότι το παιδί που δεν μπορεί ποτέ να διεκδικήσει τον εαυτό του, γίνεται ο νεαρός που τελικά θα επιτεθεί σε κάποιον.

Πρέπει να κατανοήσουμε την επιθετικότητα ως έναν ουσιαστικά αμυντικό μηχανισμό, ως έναν τρόπο επικοινωνίας που πρέπει να γίνει κατανοητός. Δεν προτείνω να υποχωρούμε πάντα στην επιθετικότητα αλλά ούτε και να την εκμηδενίζουμε. Υποστηρίζω ότι πρέπει να κατανοήσουμε την επιθετικότητα ως μια μορφή άγχους, ένα είδος πανικού. Και φυσικά, αυτό που θα βοηθήσει περισσότερο ή θα εμποδίσει την ικανότητά μας να κατανοήσουμε την επιθετικότητα και να αντιδράσουμε κατάλληλα είναι η σχέση που εμείς έχουμε με τη δική μας.

Η βαθύτερη έννοια της ενηλικίωσης

Ο αγώνας για την ενηλικίωση, για το μεγάλωμα είναι από τους μεγαλύτερους αγώνες που δίνουμε στη ζωή. Ο πιο δύσκολος, ο πιο συνεχής. Η επιθυμία να γίνουμε ένα άτομο ολοκληρωμένο που θα έχει μία θέση ξεκάθαρη και σταθερή την εκάστοτε στιγμή τόσο μέσα μας όσο και απέναντι στους άλλους, δεν είναι μία εύκολη υπόθεση. Εμπεριέχει πόνο και κόπο.

Τα χαρακτηριστικά ενός ενήλικου ατόμου

Το να γίνουμε ένα ενήλικο άτομο δε σημαίνει απλά να φτάσουμε σε κάποια ηλικία, των 18 ή των 20 ή των 30! Σημαίνει να προσπαθούμε κάθε στιγμή να αναλαμβάνουμε τον εαυτό μας με εντιμότητα και επίγνωση, να αναγνωρίζουμε τις πλευρές μέσα μας, τον τρόπο που λειτουργούμε κάθε στιγμή, τις ανάγκες και τα συναισθήματα μας και να έχουμε τη διάθεση να είμαστε δίπλα μας με έναν τρόπο φροντιστικό, αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τον εαυτό μας, τις επιλογές μας και όλα όσα νιώθουμε κάθε στιγμή.

H ενηλικίωση είναι τόσο πλούσια έννοια, εμπεριέχει τόσα πολλά προσωπικά νοήματα. Δεν είναι απλώς ένα στάδιο της ζωής!

Είναι μία συνεχής προσπάθεια να νιώθουμε εντάξει απέναντι στους άλλους και να πιστεύουμε ότι και οι άλλοι είναι εντάξει απέναντι σε μας. Να μην τοποθετούμε τον εαυτό μας ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω από τους άλλους. Να μας βάζουμε σε ίση θέση και να φροντίζουμε να κρατιόμαστε εκεί.

Ενας ενήλικας έχει την ικανότητα να παραδέχεται τις αδυναμίες του, να αναγνωρίζει τις δυσκολίες του, μπορεί να εκφράζει την ευαλωτότητα του και να επιτρέπει να είναι όπως είναι χωρίς κριτική, χωρίς αυστηρότητα, χωρίς μάσκα. Η δύναμη του ενήλικα έρχεται από την αγκαλιά της αδυναμίας του, από την ικανότητα του να αναγνωρίζει την αδυναμία του και να την δέχεται κάθε στιγμή. Αυτή η ευαλωτότητα μας κάνει πιο ανθρώπινους, πιο μοναδικούς!

Σα να ανεβαίνεις ένα βουνό! Στο δρόμο συναντάς πολλά εμπόδια, ανηφόρες, χωματόδρομους, γκρεμούς, αδιέξοδα! Όμως ταυτόχρονα, βλέπεις τοπία που δεν έχεις ξαναδεί, δέντρα, ρυάκια, μυστικά που είναι κρυμμένα μέσα στο βουνό και μόνο αν το περπατήσεις θα τα βρεις! Και ξέρεις ότι κάπου εκεί, πάντα υπάρχει μία θέα.

Η σύνθεση των σχέσεων υπό το πρίσμα του ενήλικα

Οι σχέσεις που δημιουργούμε από τη θέση του ενήλικα είναι διαφορετικές. Είναι ισότιμες και συμπληρωματικές! Έχουν αποβάλει τα εξαρτητικά στοιχεία της προηγούμενης περιόδου. Νιώθουμε καλά να είμαστε μαζί, διατηρώντας ο καθένας την ατομικότητα του και αναλαμβάνοντας ο καθένας τον εαυτό του και τις ευθύνες του. Από την ενήλικη θέση, δεν ψάχνουμε να ρίξουμε ευθύνες στον άλλον απέναντι μας. Αντίθετα, κοιτάμε μέσα μας και έχουμε την ικανότητα να αλλάξουμε θέση με τον άλλον και να δούμε τα πράγματα από την δική του οπτική γωνία.

Μπορούμε να εκφράζουμε τις ανάγκες μας, να ζητάμε αυτό που χρειαζόμαστε, να αναζητάμε τη βοήθεια, την αγκαλιά ή την φροντίδα του άλλου. Η διαφορά της ενήλικης θέσης είναι ότι αν αυτά που ζητάμε δεν έρθουν, μπορούμε να το αντέξουμε.

Οι σχέσεις είναι συμπληρωματικές με την έννοια ότι ο ένας ενθαρρύνει τον άλλον να προχωρήσει στην προσωπική του πορεία και να αναπτυχθεί, χωρίς να νιώθει από αυτό απειλή ή αγωνία.

"Χαίρομαι να σε βλέπω να προχωράς! Εμπνέομαι από σένα!”, αυτή είναι η διάθεση που επικρατεί! Κοιτάω το δρόμο μου και συνεχίζω να προχωράω σε αυτόν, όπως κι εσύ στον δικό σου. Κάποιες φορές μπορεί να συναντιόμαστε και να πηγαίνουμε μαζί, να βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Άλλες φορές έχει μία μοναξιά ο δρόμος μου, όμως ξέρω ότι μπορώ να σου μιλήσω για αυτό και να με καταλάβεις!

Χωράμε μαζί σε αυτήν τη σχέση, όπως είμαστε, χωρίς να είμαστε δεμένοι ο ένας με τον άλλον, αλλά έχοντας και κάτι να μας ενώνει. Μέσα σε μία τέτοια σχέση, μπορώ να αναπτύσσομαι και να δημιουργώ μαζί με σένα ή και χωρίς, και αυτό δεν επηρεάζει την σχέση μας.

Ο ενήλικας θέλει να είναι ελεύθερος και αυτόνομος και αυτό εμπεριέχει πολλές υπερβάσεις που χρειάζονται να γίνουν! Αξίζει, όμως, τον κόπο! Η ζωή, έτσι, αποκτά άλλη αίσθηση, άλλες ποιότητες, άλλη έννοια.

Αλλάξτε διάθεση με «όπλο» τις αυτόματες σκέψεις

Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε από προκλήσεις τις οποίες και καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε σε πολλούς τομείς της ζωής μας αναφορικά με προσωπικά, επαγγελματικά, κοινωνικά ζωή ή οικογενειακά ζητήματα.

Συχνά, όμως, ερχόμαστε αντιμέτωποι με συμβάντα τα οποία στεκόμαστε ανήμποροι να αντιμετωπίσουμε. Τα πράγματα δηλαδή δεν καταλήγουν όπως τα περιμένουμε και νιώθουμε «έρμαια» δυσάρεστων συναισθημάτων όπως ο πανικός, ο φόβος, η ανησυχία. Είναι σημαντικό όμως να θυμόμαστε ότι οι δυσάρεστες καταστάσεις τις περισσότερες φορές δεν είναι αυτές που ορίζουν την έκβαση των γεγονότων. Δηλαδή, πιο συχνά το αποτέλεσμα καθορίζεται από τον τρόπο που τις αντιμετωπίζουμε εμείς – Πώς;- Μα φυσικά με τη σκέψη μας!

Αν ρωτήσουμε τους ανθρώπους τις περισσότερες φορές τι τους έχει στενοχωρήσει, συχνά αναφέρονται σε δυσάρεστα γεγονότα και καταστάσεις. Για παράδειγμα, είμαι στενοχωρημένος/ή γιατί είχα έναν καβγά με τον/τη σύντροφό μου. Αυτό πρόκειται για μια κατάσταση. Ωστόσο, το ζήτημα δεν μπορεί να είναι τόσο απλό τελικά! Αν μια κατάσταση έφερε την ευθύνη της αυτόματης πρόκλησης ενός συναισθήματος, τότε θα περιμέναμε πως το ίδιο γεγονός θα προκαλούσε το ίδιο ακριβώς συναίσθημα στον οποιονδήποτε βίωνε ένα παρόμοιο συμβάν. Αυτό όμως που παρατηρούμε στην πράξη είναι ότι οι άνθρωποι αντιδρούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό διαφορετικά σε πανομοιότυπα γεγονότα. Επομένως δεν είναι μόνο η κατάσταση που καθορίζει το συναίσθημα, αλλά είναι κάτι άλλο!

Ο άνθρωπος, όντας σε θέση να κάνει διαφορετικές αναπαραστάσεις για το περιβάλλον του, δεν δεσμεύεται από το περιβάλλον καθεαυτό, αλλά από τις αναπαραστάσεις που κάνει για αυτό. Έτσι, παρόλο που βιώνουμε όλοι την ίδια πραγματικότητα, δεν είναι απαραίτητα το ίδιο καλή ή κακή για κάθε άνθρωπο, εκτός αν αναπαριστάται ως κακή μέσα του. Το πώς δηλαδή, δομούμε νοητικά τον κόσμο ασκεί αποφασιστικό ρόλο στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά μας. Η πλέον χαρακτηριστική φράση, που εμπεριέχει πλήρως το νόημα των παραπάνω είναι αυτή του Επίκτητου, ότι «δεν είναι τα πράγματα που ταράζουν τους ανθρώπους, αλλά οι δοξασίες των ανθρώπων για τα πράγματα».

Είναι εύκολο επομένως να εξάγουμε το συμπέρασμα ότι τα συναισθήματα και οι συμπεριφορές των ανθρώπων επηρεάζονται από την αντίληψή τους για τα γεγονότα. Φανταστείτε, για παράδειγμα, μια κατάσταση όπου κάποια άτομα όπως εσείς διαβάζουν το συγκεκριμένο άρθρο. Πολλοί από εσάς θα έχουν τελείως διαφορετικές συναισθηματικές αντιδράσεις στην ίδια αυτή κατάσταση οι οποίες μπορεί να σχετίζονται με το «τι περνάει από το μυαλό σας» αναφορικά με αυτήν την κατάσταση.
  • Ο αναγνώστης Α σκέφτεται: «Επιτέλους ένα χρήσιμο άρθρο που θα μου προσφέρει αρκετές γνώσεις». Ο αναγνώστης Α είναι ήπια ενθουσιασμένος.
  • Ο αναγνώστης Β, από την άλλη, σκέπτεται: «Αυτά που διαβάζω μου φαίνονται υπερβολικά απλοϊκά και δεν νομίζω να μου φανούν χρήσιμα». Ο αναγνώστης Β αισθάνεται απογοητευμένος.
  • Ο αναγνώστης Γ κάνει τις παρακάτω σκέψεις: «Αυτό το άρθρο δεν είναι αυτό που περίμενα. Δεν θα σπαταλήσω άλλον από τον χρόνο μου». Ο αναγνώστης Γ είναι αγανακτισμένος.
  • Ο αναγνώστης Δ σκέφτεται: «Είναι απαραίτητο να τα διαβάσω όλα αυτά; Δεν νομίζω ότι θα τα καταλάβω;» και αισθάνεται αγχωμένος.
  • Ο αναγνώστης Ε έχει άλλου είδους σκέψεις: «Είναι τόσο δύσκολα όλα αυτά. Ίσως δεν είμαι αρκετά έξυπνος. Δεν πρόκειται να πετύχω κάτι αν τα διαβάσω». Ο αναγνώστης Ε αισθάνεται λυπημένος.
Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από το παραπάνω παράδειγμα, παράλληλα, με τις αξιολογήσεις τους για το άρθρο, οι παραπάνω κάνουν παράλληλα και άλλες σκέψεις, οι οποίες έχουν αρνητική χροιά και φαίνεται να γίνονται αυτόματα. Οι σκέψεις αυτές καλούνται «αυτόματες» και παρόλο που πραγματοποιούνται, όπως λέει και το όνομά τους, αυτόματα, τις περισσότερες φορές δεν είναι εύκολο να προσδιοριστούν. Ωστόσο, μπορείτε να μάθετε να αναγνωρίζετε τις αυτόματες σκέψεις σας παρακολουθώντας τις μεταπτώσεις στο συναίσθημα σας.

Όταν παρατηρήσετε ότι νιώθετε δυσφορικά, λοιπόν, κάντε την εξής απλή ερώτηση στον εαυτό σας: «Τι πέρασε από το μυαλό σας αυτή τη στιγμή;»

Τις περισσότερες φορές θα εντοπίσετε αρνητικές σκέψεις που ξεπηδούν αντανακλαστικά στον νου σας. Αυτές είναι οι λεγόμενες αρνητικές αυτόματες σκέψεις οι οποίες, πιο συγκεκριμένα, είναι αρνητικά επηρεασμένες ερμηνείες που δίνουμε σε όσα πραγματοποιούνται γύρω μας. Έχοντας την ικανότητα να αναγνωρίζετε τις αυτόματες σκέψεις σας, μπορείτε -αν και πιθανότατα το κάνετε ήδη μέχρι ενός σημείου-, να αξιολογήσετε την εγκυρότητα των σκέψεων σας. Σε περίπτωση που η ερμηνεία σας είναι λανθασμένη και τη διορθώσετε, ίσως παρατηρήσετε ότι η διάθεση σας βελτιώνεται.

Σε γενικές γραμμές όταν υποβάλλουμε την σκέψη μας σε ορθολογική ανάλυση η διάθεσή μας βελτιώνεται. Και να θυμάστε: Μην πιστεύετε απαραίτητα ό,τι σκέπτεστε!

Αν η ευτυχία σου έχει προϋποθέσεις, θα παραμείνεις δυστυχισμένος

Εχθές, το σήμερα ήταν μέλλον κι εσύ το ονειρευόσουν. Τώρα βρίσκεται εδώ. Τι συμβαίνει; Είσαι ευτυχισμένος;
Το χθες ήταν επίσης μέλλον κάποτε. Το παρελθόν ήταν κάποτε μέλλον και τώρα έχει φύγει. Και το μέλλον επίσης θα φύγει.
Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου με το να ονειροπολείς.
Κοίταζε αυτό που συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Αν το αναβάλλεις έστω και για μια στιγμή, χάνεις και τότε γίνεται συνήθεια, μια πολύ βαθιά ριζωμένη συνήθεια. Αύριο επίσης θα χάσεις και μεθαύριο επίσης, επειδή εσύ θα παραμείνεις ο ίδιος. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και η συνήθειά σου να ονειροπολείς θα γίνει ακόμη πιο δυνατή.
Και ονειρεύεσαι κάτι, το επιθυμείς, το λαχταράς και όταν συμβεί, βλέπεις ότι εξακολουθείς να είσαι ανικανοποίητος.
Τώρα κάτι άλλο σε κάνει δυστυχισμένο.
Αυτό είναι που πρέπει να γίνει κατανοητό. Αν η επιθυμία σου δεν εκπληρωθεί, απογοητεύεσαι. Αν εκπληρωθεί, πάλι απογοητεύεσαι.
Αυτή είναι η δυστυχία της επιθυμίας.
Ακόμη κι αν εκπληρωθεί, εσύ δεν αισθάνεσαι πληρότητα.
Ξαφνικά εμφανίζονται καινούργια πράγματα.
Ο νους συνεχίζει να σου λέει: “Κάνε αυτό, κάνε εκείνο. Αγόρασε αυτό, αγόρασε το άλλο… διαφορετικά πώς μπορείς να είσαι ευτυχισμένος;”
Αν η ευτυχία σου έχει προϋποθέσεις, θα παραμείνεις δυστυχισμένος.
Αν δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος έτσι όπως είσαι…
Ξέρω ότι η δουλειά είναι σκληρή, ότι ο μισθός είναι λίγος, ότι η ζωή είναι ένας αγώνας, αν όμως δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος έτσι όπως είσαι, δεν πρόκειται να είσαι ποτέ ευτυχισμένος.
Αν δεν είσαι ευτυχισμένος χωρίς κανένα λόγο, θα βρίσκεις πάντοτε κάτι για να καταστρέψει την ευτυχία σου. Πάντοτε θα βρίσκεις ότι κάτι λείπει. Κι εκείνο που “λείπει”, θα γίνει και πάλι η ονειροπόλησή σου.
Και ποτέ δεν μπορείς να τα έχεις όλα. Ακόμη κι αν αυτό ήταν εφικτό, ακόμη και τότε εσύ δεν θα ήσουν ευτυχισμένος.
Απλώς δες το μηχανισμό του νου: Αν έχεις τα πάντα, όλα όσα επιθυμείς, ξαφνικά θα αρχίσεις να βαριέσαι. Ο νους δεν θα σου επιτρέψει ποτέ να είσαι ευτυχισμένος.
Όποιες κι αν είναι οι προϋποθέσεις, ο νους πάντα βρίσκει κάτι για να είναι δυστυχισμένος.
Δεν χρειάζεται να κάνεις προσπάθεια για να αναπνέεις ούτε να θέτεις προϋποθέσεις. Απλώς αναπνέεις. Το ίδιο ακριβώς είναι η ευτυχία.
Η ευτυχία είναι η εσωτερική σου φύση. Δεν χρειάζεται καμία εξωτερική προϋπόθεση. Η ευδαιμονία είναι η φυσική σου κατάσταση, δεν είναι επίτευγμα. Αν απλώς ξεφορτωθείς το μηχανισμό του νου, αρχίζεις να αισθάνεσαι ευδαιμονικά.
Ρωτάς: “Γιατί συνεχώς ονειρεύομαι το μέλλον;”
Ονειρεύεσαι το μέλλον, επειδή δεν έχεις γευτεί το παρόν.
Άρχισε να γεύεσαι το παρόν. Βρες μερικές στιγμές, που απλώς τις ευχαριστιέσαι.
Όταν κοιτάζεις τα δέντρα, να τα κοιτάζεις ολόκληρος.
Όταν ακούς τα πουλιά, να τα ακούς ολόκληρος. Άφησέ τα να αγγίξουν τον βαθύτερο πυρήνα σου. Άφησε το τραγούδι τους να απλωθεί σε όλο σου το είναι.
Όταν κάθεσαι στην άκρη της θάλασσας, απλώς άκουγε τον άγριο βρυχηθμό των κυμάτων, επειδή εκείνος ο άγριος βρυχηθμός δεν έχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον. Αν μπορείς να συντονιστείς μαζί του, θα γίνεις κι εσύ επίσης ένας άγριος βρυχηθμός.
Αγκάλιασε το δέντρο και χαλάρωσε μαζί του. Νιώσε το πράσινό του να μπαίνει μέσα σου.
Ξάπλωσε στην άμμο, ξέχνα τον κόσμο, νιώσε τη ζέστη της να μπαίνει μέσα σου.
Πήγαινε στο ποτάμι, κολύμπησε κι άφησε το ποτάμι να κολυμπήσει μαζί σου.
Κάνε ό,τι αισθάνεσαι ότι σ’ ευχαριστεί κι απόλαυσέ το ολοκληρωτικά.
Εκείνες τις στιγμές, το παρελθόν και το μέλλον θα εξαφανιστούν κι εσύ θα βρίσκεσαι στο εδώ και τώρα.

Ο ρόλος της Φιλοσοφίας και η άρρηκτη σύνδεσή της με την Επιστήμη

Ο Bertrand Russell κάποτε συνέκρινε τους κλάδους της ανθρώπινης γνώσης με μια αρχειοθήκη, όπου το υλικό με το οποίο ασχολούνταν οι φιλόσοφοι βρισκόταν στο ντουλάπι με την ένδειξη «Δεν Ξέρω». Μόλις μάθουμε αρκετά για ένα δεδομένο θέμα ώστε να μπορούμε να προσεγγίσουμε τα ερωτήματά του με συστηματικό τρόπο, τα περιεχόμενα μεταφέρονται σ’ ένα άλλο ντουλάπι με διαφορετική ένδειξη, είτε αυτή είναι «Φυσική» είτε «Ψυχολογία» είτε «Οικονομικά». Πρόκειται για μια δίκαιη περιγραφή της ιστορίας της φιλοσοφίας, από την οποία έχουν κατά καιρούς προκύψει νέοι κλάδοι, νέες επιστήμες. Εξηγεί επίσης την ψευδαίσθηση ότι η φιλοσοφία δεν πετυχαίνει ποτέ τίποτα. Οι φιλόσοφοι ποτέ δεν εισπράττουν αναγνώριση για τις επιτυχίες τους, γιατί, μόλις συντελεστεί πραγματική πρόοδος σ’ ένα θέμα, τους το παίρνουν από τα χέρια και το δίνουν στους καινούργιους κηδεμόνες τους. Ο Sir Ισαάκ Νεύτων έγραψε το Principia και ο Adam Smith το Ο Πλούτος των Εθνών με την ιδιότητά τους ως φιλοσόφων, αλλά σήμερα ο κόσμος τους θυμάται ως φυσικό και οικονομολόγο αντίστοιχα. Ο σύγχρονος στοχαστής Noam Chomsky περιγράφεται ως φιλόσοφος καθώς και ως ο θεμελιωτής της γλωσσολογίας, αλλά το πρώτο μισό του τίτλου του κάποια μέρα θα εκλείψει από τις εγκυκλοπαίδειες.

Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει στην πρόσφατη διαπίστωση ότι, από τη στιγμή που η φιλοσοφία φαίνεται να επιτυγχάνει όταν δημιουργεί νέες επιστήμες, το όλο αντικείμενο θα έπρεπε να γίνει επιστήμη. Το να απαιτούμε η σκέψη να γίνεται πάντα και μόνο σύμφωνα με αυστηρές επιστημονικές αρχές θα σήμαινε ότι με κάποια αντικείμενα – αυτά για τα οποία γνωρίζουμε λιγότερα – δεν θα ασχολούμασταν ποτέ, με αποτέλεσμα να μην αναπτύσσονται νέοι επιστημονικοί κλάδοι. Ωστόσο, το θέμα αφορά κάτι περισσότερο από το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να καλλιεργούνται οι ιδέες, καθώς αυτό προϋποθέτει ότι προορισμός κάθε χρήσιμης ερευνητικής μεθόδου είναι να γίνει επιστημονική μέθοδος. Η διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και την επιστήμη είναι συχνά θέμα συγχρονισμού παρά κατανομής αντικειμένων. Μερικές φορές η φιλοσοφία καταλήγει στην επιστήμη. Πολύ περιστασιακά επιλύει κάποιο πρόβλημα χωρίς να δημιουργεί έναν καινούργιο επιστημονικό κλάδο και, κάποιες φορές, αυτό συμβαίνει επειδή το πρόβλημα έχει διαλυθεί αντί να επιλυθεί.

Μπορεί ο οποιοσδήποτε να κατανοήσει σύνθετες φιλοσοφικές έννοιες;

Ο κόσμος φαντάζεται πως απαντήσεις μπορεί να συλλέξει ο καθένας, θαρρείς και είναι μήλα. Κάτι τέτοιο δεν είναι παρά ευσεβής πόθος. Κάποιες αλήθειες βρίσκονται στα χαμηλότερα κλαδιά, όπου μπορούμε εύκολα να τις πιάσουμε ενώ άλλες θα ήταν άπιαστες χωρίς την εφεύρεση της σκάλας. Παρόλο που είναι σκληρό να φανταζόμαστε τους φιλοσόφους παλιότερων γενεών – οι οποίοι συχνά ήταν μεγάλες ιδιοφυΐες – να δουλεύουν όλη τους τη ζωή χωρίς την ελπίδα πως κάποτε θα βρουν την αλήθεια, πολλοί απ’ αυτούς έκαναν αυτό ακριβώς. Ίσως αυτοί οι στοχαστές παρήγαν εσφαλμένες θεωρίες και ατελέσφορα επιχειρήματα επειδή δεν σκέφτονταν αρκετά ή προσεκτικά. Ωστόσο το πρόβλημα είναι πιο απλό: δεν διέθεταν τον κατάλληλο εξοπλισμό για να βρουν αυτό που έψαχναν, γιατί δεν υπήρχε τέτοιος εξοπλισμός.

Ο εξοπλισμός αυτός έχει πολλές μορφές: ένα συγκεκριμένο είδος επιχειρήματος ή ένα λογικό τέχνασμα, ένα μηχανικό βοήθημα όπως ένας σαρωτής εγκεφάλου ή μια φωτογραφία της Γης από το διάστημα. Όσο καλή κι αν είναι η όρασή μας, δεν επρόκειτο ποτέ να κατανοήσουμε τα αστέρια ή να καταλάβουμε ότι αυτές οι κουκκίδες φωτός στον νυχτερινό ουρανό είναι αυτό που σήμερα αντιλαμβανόμαστε ως αστέρια απλώς κοιτάζοντάς τα. Το τηλεσκόπιο, από την άλλη, έδωσε τη δυνατότητα ακόμα και σ’ αυτούς με σχετικά αδύνατη όραση να μπορούν να δουν τους πλανήτες. Αναμφίβολα υπάρχουν πολλά προβλήματα που σήμερα είναι άλυτα γιατί δεν διαθέτουμε τον εξοπλισμό που ενδέχεται να είναι διαθέσιμος στους απογόνους μας. Δεν είναι τόσο η επιστήμη που είναι σημαντική για την ανακάλυψη της αλήθειας, όσο η τεχνολογία με τη μία ή την άλλη μορφή. Εν μέρει, ο λόγος των παλιότερων αποτυχιών της φιλοσοφίας είναι ο ίδιος με τον λόγο για τον οποίο πέτυχαν οι πρώτες ιπτάμενες μηχανές και οι πρώτες προσπάθειες θεραπείας ασθενειών: δεν ήταν διαθέσιμα μέσα.

Μια άλλη συνηθισμένη οδός προσέγγισης του θέματος, την οποία ακολουθούν ο Wittgenstein και ο Gottfried Leibniz μεταξύ άλλων, ήταν οι μαθηματικές σπουδές. Ένα τέτοιο υπόβαθρο ενδεχομένως να προετοιμάζει κάποιον καλύτερα ν’ αποδεχτεί τις ιδιότυπες ανταμοιβές της φιλοσοφικής έρευνας και να έχει την ίδια στάση που εκφράζει ο φυσικός Richard Feynman:

«Έχω έναν φίλο που είναι καλλιτέχνης, και ενίοτε έχει απόψεις με τις οποίες δεν συμφωνώ απολύτως. Κρατάει ένα λουλούδι και λέει «Κοίτα τι όμορφο που είναι», και συμφωνώ. Και μετά λέει «Βλέπεις, εγώ ως καλλιτέχνης μπορώ να δω πόσο όμορφο είναι, αλλά εσύ, ως επιστήμονας, το αναλύεις και το μετατρέπεις σε ένα ανιαρό πράγμα». Θεωρώ πως είναι λιγάκι παλαβός. Κατ’ αρχάς, το είδος της ομορφιάς που βλέπει μπορούν να το δουν κι άλλοι άνθρωποι, κι εγώ επίσης, θέλω να πιστεύω, παρόλο που μπορεί να μην είμαι τόσο αισθητικά εκλεπτυσμένος όσο εκείνος. Μπορώ να εκτιμήσω την ομορφιά ενός λουλουδιού και την ίδια στιγμή βλέπω πολύ περισσότερα σχετικά με το λουλούδι απ’ ό,τι αυτός. Μπορώ να φανταστώ τα κύτταρά του, τις περίπλοκες διεργασίες μέσα του, που επίσης έχουν ομορφιά. Δεν είναι μόνο η ομορφιά σ’ αυτή τη διάσταση του ενός εκατοστού: υπάρχει ομορφιά και σε μια μικρότερη διάσταση, η εσωτερική δομή… οι διεργασίες επίσης. Το γεγονός ότι τα χρώματα στο λουλούδι εξελίσσονται, ώστε να προσελκύουν έντομα για να το γονιμοποιήσουν, είναι ενδιαφέρον – σημαίνει ότι τα έντομα μπορούν να δουν τα χρώματα. Και γεννά ένα ερώτημα: άραγε αυτή η αισθητική υπάρχει και στις χαμηλότερες μορφές; Ή γιατί είναι αισθητική; Υπάρχουν πάρα πολλά ενδιαφέροντα ερωτήματα που μόνο η επιστημονική γνώση μπορεί να προσθέσει στη χαρά και το μυστήριο και το δέος ενός λουλουδιού».

Τι είναι επιστήμη

Αρχικά, επιστήμη σήμαινε εξακριβωμένη, τεκμηριωμένη, βεβαιωμένη γνώση .Ενδεικτικός αυτού του νοήματος είναι ο πρώτος ορισμός που γνωρίζουμε. Διατυπώθηκε ως τελική προσπάθεια (προσέγγισης της γνώσης) από τον Πλάτωνα στο γνωστό διάλογο “Θεαίτητος” (§ 202), όπου συμπερασματικά ένας από τους συνομιλητές καταλήγει:
 
«Έστιν ουν επιστήμη δόξα αληθής μετά λόγου» (Επιστήμη λοιπόν, δηλαδή γνώση βεβαιωμένη, είναι η γνώμη που έχουμε για την πραγματικότητα, εφόσον επαληθευτεί με λογικά θεμελιωμένα επιχειρήματα).
 
Η επιστήμη διαχωρίζεται από την φιλοσοφία τον 16ο και 17ο αιώνα, στην λεγόμενη επιστημονική επανάσταση. Ορόσημο αποτελεί η ίδρυση της Βασιλικής Εταιρίας του Λονδίνου το 1661 που αποτελεί το πρώτο επιστημονικό κέντρο στην Ευρώπη. Μέχρι τον Διαφωτισμό με τον όρο επιστήμη αναφερόμασταν στο αριστοτελικό ορισμό που θα δούμε παρακάτω. Ο προτιμώμενος όρος για την μελέτη των φυσικών φαινομένων ήταν φυσική φιλοσοφία. Η επιστήμη αποτελεί μια επίμονη προσπάθεια για την αύξηση των γνώσεων του ανθρώπου για την φύση. Αυτό γίνεται μέσω της επιστημονικής έρευνας.
 
Στις αρχές του 17 αιώνα συναντούμε το F. Bacon ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως ο Αρχιτέκτων της Νέας Επιστήμης. Στα βιβλία του γράφει τις επιστημονολογικές του απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες ο χαρακτήρας της επιστήμης πρέπει να είναι δημόσιος, δημοκρατικός και συνεργατικός ενώ πρέπει να γίνεται σαφής χρήση της γλώσσας και της ορολογίας. Τέλος, δομικά συστατικά για την επιστήμη αποτελούν η επαγωγική μέθοδος και το πείραμα.
 
Μια σύντομη εξήγηση, ερμηνεία των παραπάνω είναι ότι ο επιστήμονας πρέπει να κάνει τα αποτελέσματα της έρευνας του φανερά (σε αντίθεση με την αλχημεία και τις αντιλήψεις που υπήρχαν τότε). Τα αποτελέσματα της έρευνα πρέπει να είναι για χάρη όλου του κόσμου και η έρευνα αυτή πρέπει να γίνεται συλλογικά. Αυτό σημαίνει πως κάποιος επιστήμονας δεν μπορεί να είναι απομονωμένος αλλά ενεργό μέλος της επιστημονικής κοινότητας που σχηματίζεται.
 
Η επιστήμη οφείλει να έχει συνεπή ορολογία ώστε να διευκολύνεται η συνεννόηση μεταξύ των επιστημόνων και να υπάρχει κοινή κατανόηση των προβλημάτων προς επίλυση. Ο Bacon επίσης προτείνει την επαγωγική μέθοδο, για την οποία έχει μιλήσει πρώτος ο Αριστοτέλης. Αυτή συνίσταται ως η πορεία από τα επιμέρους προς το όλο. Σαν μέθοδος, αυτή δεν χρησιμοποιείται τουλάχιστον εκείνη την εποχή από την κοινωνία για την οργάνωση της, αφού προτιμάται η παραγωγική μέθοδος.
 
Τέλος, εγείρεται το θέμα πως η γνώση ισοδυναμεί με δύναμη από την οποία μπορεί να προκύψει ωφέλεια (επιστημονικός ωφελιμισμός). Η γνώση της φύσης επιτρέπει την εξήγηση των φαινομένων που παρατηρούμε και επειδή οι γνώσεις μας θα είναι εφαρμόσιμες θα μπορούμε να βελτιώσουμε την ζωή μας. Έτσι, όμως, προκύπτει και η ευθύνη του επιστήμονα.
 
Μια άποψη του Bacon, ευρέος αποδεκτή σήμερα, είναι πως η θεολογία και η επιστήμη είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους. Η θρησκεία αφορά ιδέες για τον θεό οι οποίες γίνονται γνωστές εξ’ αποκαλύψεως ενώ η φιλοσοφία και η επιστήμη αφορούν ιδέες που υπόκεινται σε κρίση, διάλογο, ανατροπές και αμφισβήτηση.
 
Ο Πλάτωνας πρώτος, κάνει διάκριση ανάμεσα στη γνώμη ή πίστη και την βέβαιη γνώση ή επιστήμη. Στην συνέχεια, ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα, προσδιορίζει την επιστήμη η οποία έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

1. Ορθολογική γνώση που αφορά στις αρχές και τις αιτίες.
2. Γνώση που αποκτάται με μέθοδο και χρειάζεται την απόδειξη.
3. Διανοητική διαδικασία που σκοπός της είναι από τα γνωστά να φθάσει στα άγνωστα.
4. Από πολλά επιμέρους να φθάσει σε κάτι γενικό (επαγωγή).
5. Ασχολείται με την αμετάβλητη ουσία των πραγμάτων.

Οι Στωικοί θεωρούν ότι επιστήμη είναι η κατανόηση και η γνώση που αποκτάται με τη χρήση της λογικής και είναι ασφαλής, βέβαιη και αμετάθετη.
 
Ο David Hume, στην Πραγμάτεια για την ανθρώπινη φύση αναφέρει:

1. Η αιτία και το αποτέλεσμα πρέπει να συνδέονται στο χώρο και τον χρόνο.
2. Η αιτία πρέπει να προηγείται του αποτελέσματος.
3. Η σύνδεση αιτίας αποτελέσματος πρέπει να είναι σταθερή. (αιτιακή σχέση)
4. Μια αιτία πρέπει να παράγει πάντα το ίδιο αποτέλεσμα. Αντίστροφα, ένα αποτέλεσμα πρέπει να παράγεται πάντα από την ίδια αιτία.
5. Η διαφορά στα αποτελέσματα που παράγονται από όμοια αντικείμενα, πρέπει να προκύπτει από το σημείο στο οποίο αυτά διαφέρουν.
6. Όταν ένα αντικείμενο αυξάνεται η μειώνεται με την αύξηση ή μείωση της αιτίας του, αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως σύνθετο αποτέλεσμα.
7. Η παρουσία ή η απουσία ενός μέρους της αιτίας συνεπάγεται και την παρουσία ή απουσία ενός μέρους του αποτελέσματος.
 
Η επιστημονική μέθοδος προσπαθεί να εξηγήσει τα γεγονότα της φύσης με ένα τρόπο που μπορεί να επαληθευθεί ώστε να μπορούν να γίνουν χρήσιμες προβλέψεις για το μέλλον. Συντελείται μέσα από την παρατήρηση των φυσικών φαινομένων και τον πειραματισμό όπου και προσπαθείται η εξομοίωση των φυσικών γεγονότων υπό ελεγχόμενες συνθήκες. Παρέχεται μια αντικειμενική μέθοδος ώστε να βρούμε λύσεις σε προβλήματα σε επιστημονικά ή τεχνολογικά πεδία.
 
Σύμφωνα και με τον Locke, η απόδειξη αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της επιστημονικής γνώσης. Ο Kant θεώρησε ως επιστήμη τη γνώση των αιτιωδών σχέσεων των φαινομένων της φύσης και κάθε έρευνα που βαδίζει σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

1. Να ανακαλύπτει τους νόμους που διέπουν τις σχέσεις φαινομένων
2. Να οργανώνει ένα θεωρητικό σύστημα το οποίοι εξηγεί τα φαινόμενα
 
Ορισμοί για την επιστήμη
 
Ο όρος «επιστήμη» και «επιστήμονας» είναι εντυπωσιακό ότι αποτελούν σύγχρονες επινοήσεις. Στην πραγματικότητα, ο όρος «επιστήμονας» προτάθηκε από το βικτοριανό πολυμαθή Ουίλιαμ Ουέγουελ, ο οποίος τον χρησιμοποίησε στο περιοδικό Quarterly Review το Μάρτιο του 1834. Σχεδόν αμέσως ο όρος υιοθετήθηκε από τους Αμερικανούς, και προς το τέλος του 19ου αιώνα ήταν ήδη δημοφιλής στη Βρετανία.
 
O όρος «επιστήμη» (στα λατινικά scientia, που σημαίνει γνώση) προέρχεται από το ρήμα «επίσταμαι» του οποίου η τελική σημασία είναι «γνωρίζω καλά». O όρος «επιστήμονας» σταδιακά εκτόπισε άλλους όρους, όπως «φυσικός φιλόσοφος».
 
Η επιστήμη είναι μια τόσο ευρεία δραστηριότητα ώστε η περιγραφή της σε λίγες γραμμές δεν θα είναι πλήρης. Έτσι, σε μια απόπειρα να γεμίσουμε κάποια από τα κενά, δίνουμε έναν κατάλογο με παραθέματα σχετικά με την επιστήμη.
H επιστήμη είναι οργανωμένη γνώση Χέρμπερτ Σπένσερ (1820-1903), Άγγλος φιλόσοφος
H επιστήμη είναι το σπουδαιότερο αντίδοτο στο δηλητήριο του ενθουσιασμού και της δεισιδαιμονίας
Άνταμ Σμιθ (1723-1790), Σκοτσέζος οικονομολόγος
H επιστήμη είναι όσα γνωρίζετε. H φιλοσοφία είναι όσα δεν γνωρίζετε Μπέρτραντ Ράσελ (1872-1970), άγγλος φιλόσοφος
H επιστήμη είναι μια σειρά από κρίσεις, αδιαλείπτως αναθεωρούμενες.
Πιερ Εμίλ Ντικλό (1840-1904), γάλλος βακτηριολόγος
H επιστήμη είναι η επιθυμία να γνωρίσουμε τα αίτια Ουίλιαμ Χάζλιτ (1778-1830), άγγλος δοκιμιογράφος
H επιστήμη είναι η γνώση των συνεπειών, και η εξάρτηση ενός γεγονότος από ένα άλλο. Τόμας Χομπς (1588-1679)
H επιστήμη είναι μια ευφάνταστη περιπέτεια του νου στην αναζήτηση της αλήθειας μέσα σε έναν κόσμο μυστηρίου. Σίριλ Χέρμαν Χίνσελγουντ (1897-1967), άγγλος χημικός
H επιστήμη είναι ένα μεγάλο παιχνίδι. Εμπνέει και αναζωογονεί. Το γήπεδο είναι το ίδιο το σύμπαν. Ίσιντορ Άιζαακ Ράμπι (1898-1988), αμερικανός φυσικός
O άνθρωπος κυριαρχεί στη φύση όχι με τη βία αλλά με την κατανόηση. Γι αυτόν το λόγο η επιστήμη πέτυχε εκεί όπου απέτυχε η μαγεία: επειδή δεν προσπάθησε να κάνει μάγια στη φύση. Τζέικομπ Μπρονόφσκι (1908-1974), βρετανός επιστήμονας και συγγραφέας
Αυτή είναι η ουσία της επιστήμης: θέτεις ένα άσχετο ερώτημα και βρίσκεσαι καθ’ οδόν προς μια σχετική απάντηση. Τζέικομπ Μπρονόφσκι (1908-1974), βρετανός επιστήμονας και συγγραφέας
Για έναν επιστήμονα ερευνητή μια καλή πρωινή άσκηση είναι, κάθε μέρα πριν από το πρόγευμα, η απόρριψη κάποιας θεωρίας σχετικής με τα κατοικίδια. Τον διατηρεί νέο. Κόνραντ Λόρεντς (1903-1989), αυστριακός ζωολόγος
O καλύτερος ορισμός της αλήθειας στην επιστήμη: η πιο καλή υπόθεση εργασίας που είναι κατάλληλη για να ανοίξει το δρόμο στην επόμενη, ακόμη καλύτερη υπόθεση. Κόνραντ Λόρεντς (1903-1989), αυστριακός ζωολόγος
Ουσιαστικά, η επιστήμη είναι μια αέναη αναζήτηση μιας έλλογης και ολοκληρωμένης κατανόησης του κόσμου στον οποίο ζούμε. Κορνέλιους βαν Νιλ (1897-1985), αμερικανός μικροβιολόγος
O επιστήμονας δεν είναι κάποιος που δίνει τις σωστές απαντήσεις, αλλά κάποιος που θέτει τα σωστά ερωτήματα. Kλoντ Λεβί-Στpoς(1908-) γάλλος ανθρωπολόγος
H επιστήμη μπορεί να εξακριβώσει μόνο ό,τι υπάρχει, όχι ό,τι θα έπρεπε να υπάρχει, και έξω από το πεδίο της παραμένουν αναγκαίες κάθε είδους αξιολογικές κρίσεις. Αλμπερτ Αϊνστάιν (1879-1955), γερμανικής καταγωγής φυσικός
Επιστήμη είναι η ανιδιοτελής αναζήτηση της αντικειμενικής αλήθειας σχετικά με τον υλικό κόσμο. Ρίτσαρντ Ντόκινς (1941)
H επιστήμη δεν είναι παρά η εξασκημένη και οργανωμένη διαφοροποίηση από την κοινή λογική, όπως ένας βετεράνος διαφέρει από ένα νεοσύλλεκτο, και οι μέθοδοι της διαφέρουν από εκείνες της κοινής λογικής, όπως διαφέρουν οι φραστικοί διαξιφισμοί ενός φρουρού των ανακτόρων από τον τρόπο που ένας πρωτόγονος χειρίζεται το ρόπαλο του. Τόμας Χένρι Χάξλεϊ (1825-1895), άγγλος βιολόγος
Οι επιστήμες δεν προσπαθούν να εξηγήσουν, ούτε να ερμηνεύσουν, αλλά κυρίως καταστρώνουν μοντέλα. Όταν λέμε μοντέλο εννοούμε ένα μαθηματικό κατασκεύασμα το οποίο, με την προσθήκη συγκεκριμένων λεκτικών ερμηνειών, περιγράφει παρατηρούμενα φαινόμενα. H δικαίωση ενός τέτοιου μαθηματικού κατασκευάσματος έγκειται αποκλειστικά στην προσδοκία να δίνει αποτελέσματα. Τζον φον Νόιμαν (1903-1957), ουγγρικής καταγωγής μαθηματικός
H σημερινή επιστήμη είναι η τεχνολογία του αύριο. Έντουαρντ Τέλερ (1908-2003), αμερικανός φυσικός
Κάθε μεγάλη πρόοδος στην επιστήμη προέκυψε από μια νέα αποκοτιά της φαντασίας. Τζον Ντιούι (1859-1952), αμερικανός φιλόσοφος
Υπάρχουν τέσσερα στάδια αποδοχής μιας θεωρίας: α) πρόκειται για άχρηστες ανοησίες, β) πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα, αλλά πλανημένη, θεώρηση, γ) είναι αληθής, αλλά μάλλον ασήμαντη, δ) πάντα το έλεγα. Τζ.Μπ.Σ. Χαλντέιν (1892-1964), άγγλος γενετιστής
H φιλοσοφία της επιστήμης είναι για τους επιστήμονες σχεδόν τόσο χρήσιμη όσο η ορνιθολογία για τα πτηνά. Ρίτσαρντ Φέινμαν (1918-1988), αμερικανός φυσικός
Ένας άνθρωπος παύει να είναι αρχάριος σε οποιαδήποτε επιστήμη και γίνεται γνώστης αυτής όταν συνειδητοποιήσει ότι θα είναι αρχάριος σε όλη του τη ζωή. Ρόμπιν Κόλινγκγουντ (1889-1943), άγγλος φιλόσοφος

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ: Υπάρχει ανυπαρξία αποδείξεων;

Εδώ, θα δούμε ένα ενδιαφέρον θέμα που ακούγεται όλο και περισσότερο τελευταία από τους απολογητές: Τα γεγονότα διαψεύδουν όποιον νομίζει ότι υπάρχει οτιδήποτε αποδεδειγμένο”.

Θα το βρείτε για παράδειγμα εδώ: Ή πως με ψευτοφιλοσοφικά επιχειρήματα καταργούμε την Επιστήμη. Η συγκεκριμένη δημοσίευση έχει ενδιαφέρον, γιατί από την μια θέλει να φέρει αποδείξεις εκ της εμπειρίας των χριστιανών για την ύπαρξη του θεού τους και από την άλλη να μας πει ότι όταν τους ζητάμε αποδείξεις, αυτοί μπορούν να ισχυριστούν ότι τελικά δεν είναι τίποτα αποδεδειγμένο.

Ας δούμε τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν…

Τα επιχειρήματα των απολογητών για την ύπαρξη του Θεού είναι:

1. Έχουμε εκατομμύρια αυτόπτες μάρτυρες της παρουσίας Του σε όλη την ανθρώπινη ιστορία.

2. Πού τις είδαν ταυτόχρονα περισσότεροι από έναν ανθρώπους;

3. Όλη η ιστορία της ανθρωπότητας, είναι γεμάτη με προφητείες για τον Ιησού Χριστό, και με πλήθος προφητείες που εκπληρώθηκαν με θαυμαστή ακρίβεια σε αυτόν.

Για όσους έχουν λίγη εμπειρία με το θέμα και τα τρία επιχειρήματα είναι αστεία, όσο και αν για αυτούς να φαντάζουν σοβαρά.

Για τα δύο πρώτα, οφείλουμε να θυμίσουμε στους απολογητές, ότι από την ανθρωπότητα πέρασαν και υπάρχουν ακόμα χιλιάδες θρησκείες και όλες οι θρησκείες είχαν και έχουν προσωπικά βιώματα με τον ή τους θεούς τους. Η αρχαία ελληνική γραμματεία είναι γεμάτη από δαύτα. Τα ίδια τα Ασκληπιεία στηριζόντουσαν στα όνειρα ή σε εμπειρίες που είχαν οι ασθενείς με τους θεούς -ειδικά τον Ασκληπιό- και έδιναν με βάση αυτά θεραπείες. Για το θέμα αυτό υπάρχει και η δημοσίευση Θρησκεία ή βίωμα; που δείχνει πως με την σημερινή γνώση δικαιολογούνται τα βιώματα, πως παράγονται στο εργαστήριο και φυσικά πως εξαρτώνται από το παρελθόν του κάθε ατόμου και από το περιβάλλον του.

Το τρίτο επίσης δεν έχει καμία αξία για όποιον έχει διαβάσει την Παλαιά Διαθήκη και όσες υποτιθέμενες προφητείες έχουν εφεύρει σήμερα, θέλοντας να μας δείξουν ότι όλοι και όλα μιλούν για τον θεό τους. Ειδικά οι περίφημες προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρονται σε άλλα θέματα και χρειάζεται απομόνωση του κειμένου και ειδική ερμηνεία για να τους βγει όπως την θέλουν. Άλλωστε η πρώτη μονοθεϊστική θρησκεία, ο Ιουδαϊσμός, που έχει τα κείμενα αυτά και στην δική του γλώσσα, δεν θεωρεί τις συγκεκριμένες προφητείες όπως τις θέλει ο Χριστιανισμός και έχει άλλες ερμηνείες για αυτές.

Τέλος ακόμα και η ίδια η υποτιθέμενη εμφάνιση του Ιησού στην γη, είναι χαμένη στον μύθο των μεσσιανισμών της εποχής της ρωμαϊκής κατάκτησης και δεν υπάρχει η ελάχιστη ιστορική αναφορά για αυτόν πέρα από τα Ευαγγέλια που τα ίδια είναι αγνώστου πατρός, έχουν εμφανιστεί πολύ αργότερα, έχουν υποστεί αλλοιώσεις και τέλος αντιφάσκουν μεταξύ τους, ή και έχουν σοβαρά λάθη.

Τα επιχειρήματα της σελίδας περί της “ανυπαρξίας αποδείξεων” είναι:
α. Ακόμα και τα μαθηματικά, η γεωμετρία, και η φυσική, στη βάση τους στηρίζονται σε θεμελιώδη ΑΞΙΩΜΑΤΑ, δηλαδή παραδοχές πίστης που δεν αποδεικνύονται!!! Ξεκινούν από μια πράξη πίστης σε κάτι αναπόδεικτο, για να οικοδομήσουν ένα οικοδόμημα… αποδείξεων!

β. Όπως τα αξιώματα της επιστήμης στηρίζονται στην παρατήρηση, κι εμείς πιστεύουμε στον Θεό που είδαμε και γνωρίσαμε.

γ. Όμως η εμπειρία στο διάστημα, δείχνει άλλα πράγματα! Εκεί ο συντομότερος δρόμος, είναι η καμπύλη, λόγω της βαρυτικής στρέβλωσης του χώρου. Με τον τρόπο αυτό, κάποια αξιώματα της ευκλείδιας γεωμετρίας, αποδεικνύονται εσφαλμένα στην πράξη!

δ. Υπάρχουν κοσμολογικά μοντέλα, που εισάγουν 10, άλλα 11, και άλλα περισσότερες διαστάσεις… Με άλλα λόγια, ο κάθε φυσικός που κάνει μια θεωρία και εργάζεται με ζήλο δαπανώντας τη ζωή του σε αυτή, ΠΙΣΤΕΥΕΙ ότι θα μπορέσει να τη συμβιβάσει με τα παρατηρούμενα, κάνοντας σε αυτή μετατροπές, όταν κάτι δεν ταιριάζει με την παρατήρηση. Όμως τέτοιες θεωρίες είναι πάρα πολλές, και διαφορετικές μεταξύ τους!… Μπορείτε να αποδείξετε ότι αυτή η θεωρία που μας θέλει “δισδιάστατους” είναι λάθος; Αν όχι, τότε δεν μπορείτε να αποδείξετε ΤΙΠΟΤΑ.

ε. Ούτε μπορούν πλέον να μιλούν οι υλιστές για την τόσο προσφιλή τους “ύλη”…

στ. Όμως ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΟΤΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑ; Μπορεί κανείς να αποδείξει ότι όλα όσα ξέρει δεν είναι ένα Μάτριξ;

ζ. Στο βάθος των πραγμάτων, υπάρχει ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ η πίστη. άλλων η καλοπροαίρετη πίστη στον Θεό, και σε άλλους η κακοπροαίρετη πίστη στην εμπειρία. Αυτοί οι τελευταίοι είναι οι άθεοι.
Από το δ` ως το στ` ξεκινάει πράγματι η επιστημονική φαντασία. Πιάνουν πιθανές θεωρίες της φυσικής που αν ισχύουν όπως τις φαντάζονται όλες μαζί, τότε μπορεί να σημαίνει ότι τίποτα δεν ισχύει.

Το ε` περί ύλης, είναι μια γνωστή χαζομάρα των σύγχρονων θεϊστών που μιλάνε με ορολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, δηλαδή τελικά του Αριστοτέλη. Σήμερα ξέρουμε πολύ καλά ότι τα πάντα και η μάζα και η ενέργεια είναι διαφορετικά ορίσματα της ύλης. Το μόνο γνωστό πνευματικό είναι ότι έχει βγάλει το ανθρώπινο μυαλό και μόνο, δηλαδή αυτό που περιλαμβάνει: Την φιλοσοφία, την τέχνη–λογοτεχνία, την επιστήμη και φυσικά όλες τις ιδεοληψίες όπως οι θρησκείες.

Το ζ` είναι το συμπέρασμα που θέλει να βγάλει εξισώνοντας στον θεό όλων των θεϊστών με τον δικό τους θεό δηλαδή τον Ιεχωβά, ή τον Ιησού, ή το Πνεύμα, ή την Αγία Τριάδα, όπως τέλος πάντων και να τον/τους φαντάζονται.

Στην πράξη, όπως ξέρουμε πολύ καλά σήμερα, μόνο το 32% των θεϊστών είναι χριστιανοί, το 24% μουσουλμάνοι και οι υπόλοιποι ανήκουν σε άλλες θρησκείες και η κάθε μία φαντάζεται όχι μόνο διαφορετικό τον θεό ή τους θεούς της αλλά τους δίνει και διαφορετικές ιδιότητες. Για τον λόγο αυτό και δεν υπάρχει σαφής ορισμός της λέξης “θεός” σήμερα.

Ακόμα όμως και στο 32% των χριστιανών, οι ίδιοι είναι χωρισμένοι σε διαφορετικές σέχτες, που η κάθε μία φαντάζεται τον δικό της θεό λίγο ή πολύ διαφορετικά και μάλιστα οι ορθόδοξοι είναι και οι λιγότεροι.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν, ότι η γενίκευση αυτή είναι άστοχη γιατί η πίστη αυτή των διαφόρων θεϊστών, είναι διαφορετική και προβάλει τελείως διαφορετική κοσμοθεωρία, εξαρτάται δε απόλυτα από την γεωγραφική θέση του κάθε πιστού, αφού η κάθε θρησκεία εξαπλώθηκε για πολιτικούς, ιστορικούς και γεωγραφικούς λόγους και μόνον.

Οι διαφορετικές λοιπόν αυτές “πίστεις”, δεν έχουν τίποτα το κοινό και κυρίως το ουσιαστικό, πέρα από την μεταφορά μιας παράδοσης του τόπου ή της δεδομένης κοινωνίας, στηριγμένη σε μυθοπλασίες και ιδεοληψίες από το παρελθόν. Το γεγονός λοιπόν ότι ένα βίωμα δεν μεταφράζεται όπως το φαντάζεται ο κάθε θεϊστής από όλους, δεν κάνει τους υπόλοιπους “κακοπροαίρετους στην εμπειρία” αλλά σοφούς, διότι δεν μεταφράζουν οτιδήποτε συμβαίνει αυθαίρετα, αλλά αν δεν μπορούν να το εξηγήσουν λογικά, απευθύνονται στην επιστήμη που έχει σήμερα εξαιρετικές και βοηθητικές απαντήσεις, ειδικότερα στο τι ενδιαφέροντα παιχνίδια μας παίζει το υποσυνείδητό.

Ας πάμε τώρα στην γεωμετρία και το αν έχουμε αποδείξεις ή όχι. Στην ουσία όλη αυτή η ιστορία είναι μια πλήρης αποδόμηση της Επιστήμης και φυσικά του πολιτισμού μας. Βέβαια δεν το λένε έτσι ακριβώς, αλλά αυτό εννοούν. Δεν θα τους πείραζε πάντως αν επιστρέφαμε όλοι στις σπηλιές ή στην έρημο, από την οποία προέρχεται η ιδεοληψία τους.

Είναι αλήθεια, ότι η Επιστήμη έχει αρκετά κενά και είναι προφανές ότι για να υπάρξουν αποδείξεις, πρέπει να υπάρχουν αξιώματα, δηλαδή κάποιες γερές βάσεις που να είναι κοινώς αποδεκτές από όλους. Φυσικά, παρ’ όλα αυτά τα κενά που έχει, και παρ’ όλες αυτές τις κοινές παραδοχές στις οποίες έχει στηριχθεί, έχουν αποδειχθεί από την πράξη ότι είναι ολόσωστες και πάνω σε αυτές, έχουν στηριχθεί ένας πολιτισμός και τα πάντα σχεδόν που βρίσκονται γύρω μας.

Θα παρακαλούσα λοιπόν τον κύριο Ν.Μ. που υπογράφει αυτό το άρθρο της ΟΟΔΕ καθώς και τους ίδιους τους απολογητές που ενστερνίζονται αυτές τις αμπελοφιλοσοφίες, την επόμενη φορά που θα πρέπει να πάνε σε ένα νοσοκομείο, ή θα χρειαστούν γιατρό, αυτοί ή τα αγαπημένα τους πρόσωπα, να μην πάνε εκεί, γιατί στην ιατρική -την οποία οι χριστιανοί απαγόρεψαν και αναθεμάτισαν την άσκησή της το 540κ.ε.- δεν “υπάρχουν αποδείξεις” και φυσικά “δεν θα γιατρευτούν”. Να μην χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις, ικανότητες ή εργασία κανενός επαγγελματία, γιατί όλος ο τεχνικός μας πολιτισμός στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια αφού κατά αυτούς “δεν υπάρχουν αποδείξεις”, φυσικά να φύγουν από τα σπίτια τους και να πάνε να ζήσουν στην ύπαιθρο ή σε καμία σπηλιά, γιατί η γεωμετρία πάνω στην οποία στηρίχθηκαν οι κατοικίες τους, όπως τονίζουν “δεν στηρίζεται σε καμία απόδειξη”. Τέλος να μην χρησιμοποιούν ιστοσελίδες, υπολογιστές, ράδιο και τηλεόραση που αρχικά αναθεμάτισαν ή αυτοκίνητα, ή ότι άλλο μας χάρισε η επιστήμη προς όφελος του ανθρώπου, για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Εφόσον όμως δεν κάνουν τίποτα από όλα αυτά, σημαίνει ότι η γεωμετρία και η επιστήμη, έχουν πραγματικές αποδείξεις και στηρίζονται σε γερά θεμέλια και οι ίδιοι γίνονται αστείοι με τις χαζομάρες και αυτοαναιρούνται.

Φυσικά και η γεωμετρία στηρίζεται σε αποδείξεις και δουλεύουν άριστα. Με την πρόοδο όμως της επιστήμης δεν ακυρώθηκε η γεωμετρία ούτε έχασε την αξία της, αλλά διευρύνθηκε στον μακρόκοσμο στην βάση νέων σταθερών. Στην ουσία έγινε ακριβέστερη. Το ίδιο έχει συμβεί, (δεν το αναφέρει εδώ αλλά έχει ακουστεί και αυτό) με την κβαντομηχανική. Δεν ακύρωσε την κλασική φυσική, αλλά την διεύρυνε στον μακρόκοσμο και τον μικρόκοσμο και ήδη χρησιμοποιείται από την τεχνολογία μας.

Ας αφήσουν λοιπόν τις εξυπνάδες και τις θεωρίες. Με αυτές δεν μπορούν να μας δείξουν πόσο καλή είναι η ιδεοληψία τους, γιατί αυτή έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι έφερε τον σκοταδισμό και τον Μεσαίωνα. Τα γεγονότα λοιπόν ακόμα και οι πράξεις τους, αποδεικνύουν την ύπαρξη πολλών αποδείξεων, τόσο πολλών, ώστε ακόμα και αυτοί οι αρνητές τους να τις αποδέχονται και να τις χρησιμοποιούν καθημερινά, αντιφάσκοντας με αυτά που γράφουν.

Η Επιστήμη είναι η μόνη πλήρως και καθολικά αποδεκτή έκφανση του πνευματικού μας πολιτισμού και τόσο καλά τεκμηριωμένη και αποδεκτή σε όλο τον πλανήτη, σε αντίθεση με τις ιδεοληψίες της θρησκείας που ανά περιοχή και κοινωνία είναι διαφορετικές και αντικρουόμενες.

ΔΕΣ: Απλά επιχειρήματα για άθεους

Γνώση ήδη έχουμε. Όμως όποιος την κυνηγήσει είναι ύποπτος ότι πηγαίνει εναντίον της

Η γνώση δεν ισοδυναμεί πάντα με τη σοφία, κάποιες φορές σημαίνει το εντελώς αντίθετο. Η εμμονή για αποθησαύριση γνώσεων μπορεί να θολώσει ακόμα και τη ματιά μας για τον κόσμο.

Για τους σοφούς της Ανατολής, η απαλλαγή, η απελευθέρωση από πολλές γνώσεις που έχουμε αποκτήσει ως προκαταλήψεις και στερεότυπα καταλήγει να είναι απαραίτητη ώστε να βλέπουμε την πραγματικότητα χωρίς τα φίλτρα που τη στρεβλώνουν.

Ο Αμερικανός διανοητής Γουίλ Ντουράντ θεμελιώνει την ακόλουθη διαφορά ανάμεσα στη σοφία και στη γνώση: «Η γνώση είναι δύναμη, όμως μόνο η σοφία είναι ελευθερία». Δύο αιώνες νωρίτερα, ο Εμμάνουελ Καντ έλεγε ότι: «Η επιστήμη είναι οργανωμένη γνώση, αλλά η σοφία είναι οργανωμένη ζωή».

Τι είναι αυτό από το οποίο πρέπει να απαλλαγούμε για να φτάσουμε στη σοφία;

Οι γεμάτες προκατάληψη αντιλήψεις για πρόσωπα και πράγματα. .Οι προφητείες για το τι θα κάνει κάποιος ή για το τι θα συμβεί σε μια ορισμένη κατάσταση.

Οι γνώμες τρίτων που δε μας αφήνουν να διαμορφώσουμε φυσιολογικά τη δική μας γνώμη.

Η ψευδής πίστη ότι ήδη γνωρίζουμε όλα όσα είναι απαραίτητα για κάθε όψη της ζωής.

Αν αφήσουμε να πέσουν όλα αυτά τα φίλτρα, η σαφήνεια και η σοφία θα έρθουν από μόνες τους.

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Κέκροψ

Ο Κέκροπας ήταν πανάρχαια μορφή της Αττικής. Ήταν αυτόχθονας, γεννημένος από την ίδια τη Γη, και διφυής ως προς τη μορφή. Ήταν δηλ. ένα από τα παράξενα εκείνα δίμορφα πλάσματα, από τη μέση και πάνω άνθρωπος και από τη μέση και κάτω φίδι, όπως ο Τυφώνας. Λένε πως πριν να εμφανιστεί ο Κέκροπας, ο τόπος που μετά ονομάστηκε Αθήνα λεγόταν αρχικά Ακτική ή Ακτή, από το όνομα ενός Ακταίου που ήταν ένας πανάρχαιος αυτόχθονας βασιλιάς στην Αττική. Όταν πέθανε ο Ακταίος τον διαδέχτηκε ο Κέκροπας, έγινε βασιλιάς και κατοίκησε στο βράχο της Ακρόπολης, που έχτισε τα τείχη της, και από το όνομά του ονομάστηκε “Κεκροπία”.

Ο Κέκροπας παντρεύτηκε την κόρη του Ακταίου Άγραυλο (“αυτή που έμενε στους αγρούς”) και απόκτησε μαζί της ένα γιο, τον Ερυσίχθονα και τρεις κόρες, την Άγραυλο, την Έρση και την Πάνδροσο. Ο γιος όμως δεν έμελλε να βασιλέψει, γιατί πέθανε νέος όσο ζούσε ακόμα ο πατέρας του. Οι κόρες του Κέκροπα ήταν μορφές όπως οι Ώρες και οι Νύμφες, και ήταν αυτές που έριχναν πάνω στους αγρούς και τα λιβάδια τη δροσιά, όπως το δείχνουν και τα ονόματά τους Άγραυλος, Έρση (δροσιά), Πάνδροσος. Στις χορταρένιες απλωσιές μπροστά από τους ναούς της Αθηνάς έστηναν το χορό με πρωτοχορευτή τον ίδιο τον Ερμή, ενώ ο Πάνας έπαιζε το σουραύλι του. Μία μάλιστα απ’ αυτές, η Έρση, ενώθηκε με τον Ερμή και γέννησε τον Κέφαλο. Οι κόρες του Κέκροπα είχαν άσχημο τέλος, που προήλθε από την παρακάτω ιστορία: Η Αθηνά τούς έδωσε να φυλάξουν ένα κιβώτιο, μέσα στο οποίο είχε κρύψει τον μικρό Εριχθόνιο με την αυστηρή εντολή να μην το ανοίξουν. Εκείνες όμως φλέγονταν από περιέργεια να μάθουν τι έκρυβε το κιβώτιο και παραβαίνοντας την εντολή της θεάς, το άνοιξαν. Την ίδια στιγμή τις χτύπησε και τις τρεις τρέλα και χωρίς να ξέρουν τι κάνουν άρχισαν να τρέχουν, ώσπου έπεσαν από τα τείχη της Ακρόπολης και σκοτώθηκαν.

Ο Κέκροπας αφού έγινε βασιλιάς πάνω στην Ακρόπολη άρχισε να παίρνει διάφορα μέτρα για να οργανώσει καλύτερα τη ζωή της πόλης του. Πρώτα, όπως είπαμε, έχτισε τα τείχη πάνω στο βράχο. Αργότερα χρειάστηκε να οργανώσει καλύτερα την άμυνα της χώρας, όταν απείλησαν εχθροί την Αττική. Από τη θάλασσα έφτασαν οι Κάρες και από την ξηρά εμφανίστηκαν οι Βοιωτοί, που τότε τους έλεγαν Άονας. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και έπρεπε να συγκεντρωθούν δυνάμεις για την αντίσταση. Γι’ αυτό ο Κέκροπας σκέφτηκε να μαζέψει τους κατοίκους που ως τότε ζούσαν σκόρπιοι και να τους βάλει να μείνουν σε χωριά που μετά τα οργάνωσε σε μια ενιαία πόλη.

Έτσι με ενωμένους τους κατοίκους της Αττικής μπόρεσε ο Κέκροπας να αντιμετωπίσει με επιτυχία τους εισβολείς. Διηγούνται μάλιστα πως τότε ο Κέκροπας έκανε και την πρώτη καταμέτρηση του πληθυσμού- δηλαδή κάθε κάτοικος έπρεπε να φέρει μια πέτρα και να τη ρίξει σε ένα ορισμένο μέρος. Έτσι μπόρεσε και τους μέτρησε και λένε ότι από το γεγονός αυτό ονομάστηκαν λαός (από τη λέξη λάς = λίθος), ενώ πρώτα ήταν ένα απροσδιόριστο πλήθος.

Ο Κέκροπας ήταν ο πρώτος που έκανε τους νόμους στην Αθήνα. Έβαλε τάξη στις σχέσεις των ανθρώπων επισημαίνοντας τη διπλή τους καταγωγή και επιβάλλοντας τη μονογαμία. Ενώ δηλ. πρώτα η ερωτική σχέση ήταν ελεύθερη όπως στα ζώα, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μη γνωρίζουν τον πατέρα τους, παρά μόνο τη μητέρα τους και την καταγωγή τους από αυτήν, από δω και πέρα, με τη μονογαμία που θέσπισε ο Κέκροπας, τα παιδιά άρχισαν να αναφέρονται στην πατρική τους καταγωγή. Από τον Κέκροπα επίσης αρχίζει να επικρατεί η συνήθεια να θάβουν τους νεκρούς. Ακόμα, σύμφωνα με μια παλιά παράδοση, αυτός ήταν που έφερε πρώτος το αλφάβητο στην Αθήνα. Άλλες πράξεις που έκανε ήταν ότι καθιέρωσε τη λατρεία του Κρόνου και της Ρέας, έχτισε ένα ιερό για τον Δία Ύπατο, που ο ίδιος τον ονόμασε έτσι, και έστησε στο μέρος του Ερεχθείου ένα άγαλμα του Ερμή από ξύλο ελιάς. Για τις θυσίες όρισε πως δεν πρέπει στους βωμούς να σφάζουν και να καίνε ζωντανά πλάσματα, όπως έκαναν άλλοι, αλλά να προσφέρουν κάτι ειδικά γλυκίσματα, φτιαγμένα για το σκοπό αυτό από μέλι, αλεύρι και αλάτι, που τα έλεγαν “πελάνους”.

Η βασιλεία του Κέκροπα συνδέεται και με το περιστατικό από το οποίο η Αθήνα πήρε το όνομά της. Την εποχή εκείνη σκέφτηκαν οι θεοί πως πρέπει να πάρουν τις πόλεις της Ελλάδας υπό την προστασία τους, για να τους χτίζουν οι άνθρωποι ναούς και να τους προσφέρουν θυσίες. Έτσι άρχισαν να μοιράζονται τις πόλεις μεταξύ τους, αλλά μοιραία, όταν δύο θεοί ήθελαν την ίδια πόλη, κατέληγαν να φιλονικήσουν μεταξύ τους. Όπως για το Άργος ξέσπασε έρις ανάμεσα στην Ήρα και τον Ποσειδώνα, το ίδιο έγινε και για την πόλη του Κέκροπα ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα, για να κερδίσουν την πόλη άρχισαν έναν αγώνα μεταξύ τους, ποιος θα δώσει το πιο χρήσιμο δώρο στην πόλη. Ανέβηκαν τότε πάνω στο βράχο της Ακρόπολης, όπου ήρθαν και οι άλλοι δέκα θεοί από τον Όλυμπο για να κάνουν το δικαστή στη διαφωνία των δύο θεών, ενώ ο Κέκροπας παρίστατο ως μάρτυρας. Άλλοι πάλι – αργότερα όμως – είπαν πως δικαστής ήταν ο ίδιος ο Κέκροπας. Όταν έφτασαν λοιπόν όλοι στην Ακρόπολη, άρχισε ο αγώνας ανάμεσα στους δύο θεούς. Πρώτος ήρθε ο Ποσειδώνας, στάθηκε στη μέση του βράχου και με την τρίαινά του έδωσε ένα δυνατό χτύπημα στο έδαφος. Αμέσως ξεπήδησε ένα κύμα αλμυρού νερού που σχημάτισε μια μικρή λίμνη που την ονόμασαν «Ερεχθηίδα θάλασσα». Μετά ήρθε η σειρά της Αθηνάς να παρουσιάσει το δώρο της και αφού κάλεσε τον Κέκροπα για μάρτυρα, φύτεψε μια ελιά πάνω στο βράχο, που ξεπετάχτηκε γεμάτη καρπό. Το δέντρο αυτό σωζόταν για πολλά χρόνια αργότερα και το έδειχναν στο Πανδρόσειο. Μετά από το δώρο της Αθηνάς ο Δίας κήρυξε το τέλος του αγώνα και είπε στους άλλους θεούς να κρίνουν σε ποιον από τους δύο θεούς θα δοθεί η πόλη. Συγχρόνως ζήτησαν τη μαρτυρία και τη γνώμη του Κέκροπα. Αυτός από το βράχο ψηλά έριξε μια ματιά γύρω, αλλά όπου και να γύριζε, τα μάτια του αντίκριζαν αλμυρό νερό, τις θάλασσες που από παντού έζωναν τη χώρα. Το δώρο λοιπόν του Ποσειδώνα δεν ήταν τίποτα νέο, ούτε ιδιαίτερα χρήσιμο. Το δέντρο όμως που είχε κάνει η Αθηνά να φυτρώσει ήταν το πρώτο που φύτρωνε σε όλη τη χώρα και ήταν συνάμα για την πόλη η υπόσχεση για δόξα και ευτυχία. Γι’ αυτό ο Κέκροπας θεώρησε πως το δώρο της Αθηνάς ήταν πιο χρήσιμο και έτσι της δόθηκε η κυριαρχία της πόλης. Από τότε η πόλη πήρε το όνομά της και λέγεται Αθήνα.

Όταν ήρθε ο καιρός να πεθάνει ο Κέκροπας, η Αθηνά μεταμορφώθηκε σε αίθυια (είδος πάπιας), τον πήρε κάτω από τα φτερά της και τον μετέφερε στα Μέγαρα. Μετά τον Κέκροπα δεν βασίλεψε ο γιος του Ερυσίχθονας, γιατί είχε πεθάνει πριν από τον πατέρα του, όπως είδαμε. Οι Αθηναίοι διάλεξαν τότε για βασιλιά τους τον Κραναό που μετά τον Κέκροπα είχε στην Αθήνα τη μεγαλύτερη δύναμη και επιβολή.

Αυστραλοί αστρονόμοι ανίχνευσαν 20 μυστηριώδεις «εκρήξεις» ραδιοκυμάτων

Αστρονόμοι στην Αυστραλία ανίχνευσαν μέσα σε ένα χρόνο άλλες 20 μυστηριώδεις γρήγορες «εκρήξεις» ραδιοκυμάτων (Fast Radio Bursts-FRB), που προέρχονταν από τα βάθη του διαστήματος.

Μεταξύ των σημάτων που εντοπίσθηκαν, είναι οι πιο κοντινές και πιο φωτεινές FRB που έχουν ποτέ βρεθεί.

Μετά τη νέα ανακάλυψη, που έγινε με τη διάταξη ραδιοτηλεσκοπίων ASKAP (Australia Square Kilometer Array Pathfinder) στη Δυτική Αυστραλία, σχεδόν διπλασιάσθηκε ο αριθμός των γνωστών FRB, οι οποίες ήσαν 34 από τότε που έγινε η πρώτη ανακάλυψη το 2007.

Οι Σουίνμπερν  ερευνητές, με επικεφαλής τον αστρονόμο δρα Ράιαν Σάνον του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας και του Διεθνούς Κέντρου Ερευνών Ραδιοαστρονομίας (ICRAR), που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature”, δήλωσαν ότι οι νέες ραδιοεκπομπές «έρχονται από την άλλη πλευρά του σύμπαντος και όχι από τη γαλαξιακή μας γειτονιά».

Οι FRB, που ταξιδεύουν δισεκατομμύρια έτη φωτός στο χωροχρόνο για να φθάσουν στη Γη, προέρχονται από όλα τα σημεία του ουρανού και διαρκούν μόλις ελάχιστα χιλιοστά του δευτερολέπτου.

Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν τι τις προκαλεί και δηλώνουν εντυπωσιασμένοι από το γεγονός ότι η πηγή τους διαθέτει απίστευτα ισχυρή ενέργεια, ισοδύναμη με όση απελευθερώνει ο Ήλιος μας μέσα σε 80 χρόνια.

Οι FRB είναι πολύ σύντομης διάρκειας αλλά πολύ μεγάλης ισχύος παλμοί ενέργειας, που αποτελούν τα πιο φωτεινά «φλας» του σύμπαντος, καθώς λάμπουν με την ένταση 100 ήλιων. Επειδή είναι ραδιοκύματα, παραμένουν πλήρως αόρατοι από τα ανθρώπινα μάτια και είναι δυνατό να ανιχνευθούν μόνο από ραδιοτηλεσκόπια.

Έχουν προταθεί διάφορες εξηγήσεις για την προέλευσή τους, όπως ότι είναι εκρήξεις πολύ μακρινών υπερκαινοφανών αστέρων (σούπερ-νόβα), ακτινοβολία από ταχέως περιστρεφόμενα άστρα νετρονίων (πάλσαρ) ή σήματα…εξωγήινων. Προς το παρόν, κανείς δεν ξέρει με σιγουριά.

Γιατί το μπούμερανγκ γυρνά πίσω;

Το μπούμερανγκ (αυτεπίστροφο) συμπεριφέρεται στον αέρα όπως μια σβούρα.

Μόλις φύγει από το χέρι, περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του και προωθείται χάρη στην ωστική και περιστροφική ενέργεια που ασκεί πάνω του εκείνος που το ρίχνει. Σ’ αυτό το σημείο, το επίπεδο περιστροφής είναι σχεδόν κάθετο.

Άνωση. Ο αέρας που ασκείται στο ένα άκρο ασκεί μια δύναμη (την άνωση) όμοια μ’ εκείνη που κρατά σε πτήση τα αεροπλάνα, αλλά με μια διαφορά: καθώς τα πεπλατυσμένα άκρα του μπούμερανγκ είναι κάθετα στη δύναμη, η άνωση τείνει να τα κάνει να περιστραφούν προς τα αριστερά (εξαιτίας του σχήματος τους), και όχι προς τα πάνω. Επίσης, καθώς τα άκρα περιστρέφονται, η ταχύτητα περιστροφής του άνω φτερού έχει φορά προς τα εμπρός, ενώ η φορά του κάτω φτερού είναι προς τα πίσω. Έτσι το φτερό που βρίσκεται πάνω κινείται ταχύτερα σε σχέση με τον αέρα, άρα ασκείται πάνω του μεγαλύτερη άνωση. Κατά συνέπεια, μετατίθεται προς τα αριστερά (για τους δεξιόστροφους ρίπτες) το επίπεδο περιστροφής και το πάνω φτερό διαγράφει έναν κύκλο. Στο υψηλότερο σημείο της τροχιάς, ως αποτέλεσμα της βαρύτητας, το μπούμερανγκ επανακτά ταχύτητα και περιστροφική δύναμη. Κάνοντας στροφή 180° επιστρέφει σ’ εκείνον που το ρίχνει σε οριζόντια θέση.

Αρχαία Ελληνική Κωμωδία: Μεταφράσεις (και Παραστάσεις)

1. Την πρώτη γνωστή μας νεοελληνική «παράφραση» -των Αχαρνέων από τον Ι. Ραπτάρχη (1856)- ακολούθησαν αξιόλογες μεταφράσεις της τριάδας Νεφέλες, Βάτραχοι, Πλούτος, έργα που κιόλας οι αλεξανδρινοί μελετητές τα είχαν ξεχωρίσει για τον φιλολογικό, αν όχι και διδακτικό, χαρακτήρα τους: ο Μ. Χουρμούζης μετάφρασε τον Πλούτο (1860), ο Γ. Σουρής τις Νεφέλες (1910), ο Π. Δημητρακόπουλος τους Βατράχους (1910). Oτελευταίος και ο Μ. Αυγέρης είχαν μεταφράσει ως το 1911 όλες τις αριστοφανικές κωμωδίες για τη γνωστή Βιβλιοθήκη Φέξη. Σωστές και πετυχημένες οι μεταφράσεις τους, έμμετρες, στη δημοτική, αλλά για τις αυστηρώς ακαταλλήλους δια Κυρίας Δεσποινίδας και ανηλίκους παραστάσεις τους οι θίασοι προτιμούσαν άλλες, λαϊκίστικες, όπου οι πονηροί υπαινιγμοί μετατρέπονταν σε ωμή κυριολεξία (Κ. Γεωργουσόπουλος).
 
2. Οι περισσότερες μεταφράσεις των αριστοφανικών έργων έγιναν για να παρασταθούν, άσχετο αν μερικές δεν είχαν ποτέ αυτήν την τύχη. Ελάχιστες είναι οι καθαρά φιλολογικές, πεζές μεταφράσεις, όπου το βάρος δόθηκε στην ορθότητα περισσότερο παρά στο κάλλος και τη φυσική ροή του νεοελληνικού λόγου. Σπάνια περίπτωση αποτελούν οι μεταφράσεις των Ιππέων (1987) και των Αχαρνέων (1998) από τον Η. Σπυρόπουλο, που χρησιμοποιήθηκαν, αν και φιλολογικές, σε παραστάσεις του Εθνικού και του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.
 
3. Σε σύγκριση με την Τραγωδία, η Κωμωδία άργησε ν᾽ αναβιώσει στις ελληνικές σκηνές. Μπορεί κιόλας στα 1868 να παίχτηκαν στο Ηρώδειο ο Πλούτος σε ανώνυμη μετάφραση και οι Νεφέλες στ᾽ αρχαία από φοιτητές· μπορεί ακόμα στα 1900 να παρουσιάστηκαν μ᾽ επιτυχία οι Βάτραχοι σε μετάφραση Γ. Σουρή και ν᾽ ακολούθησαν κάποιες αξιόλογες σκηνοθεσίες στο Βασιλικό Θέατρο, στη Νέα Σκηνή κ.α.· όμως στις περισσότερες παραστάσεις των έργων του Αριστοφάνη, ως και στα χρόνια του Μεσοπολέμου, πρόχειροι μεταφραστές και πρόχειροι ηθοποιοί βάζουν τα δυνατά τους για να εξαντλήσουν κάθε πορνογραφική δυνατότητα ψυχαγωγίας που προσφέρει -και τις περισσότερες φορές που δεν προσφέρει- το αριστοφανικό θέατρο (Σιδέρης).
 
4. Η Κωμωδία δεν αναγνωρίστηκε και δεν αξιώθηκε τη σωστή της θέση στις ελληνικές σκηνές παρά μόνο όταν πρώτος ο Κάρολος Κουν και στα χνάρια του ο Α. Σολομός άρχισαν να σκηνοθετούν το ένα μετά το άλλο τα αριστοφανικά έργα στο Εθνικό και στο Θέατρο Τέχνης, με μεγάλη πάντα επιτυχία. Δεν είναι σύμπτωση, όταν τα ίδια χρόνια άξιοι μεταφραστές σαν τον Θρ. Σταύρου, τον Κ. Βάρναλη, τον Ν. Σφυρόερα, τον Κ. Ταχτσή, τον Β. Ρώτα, τον Τ. Ρούσσο, τον Κ. Γεωργουσόπουλο κ.ά. μεταφράζουν τις κωμωδίες του Αριστοφάνη και του Μενάνδρου όσες μπορούν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο να παρασταθούν: τους Επιτρέποντες, την Ασπίδα, τη Σαμία και τον Δύσκολο. Ας ξεχωρίσουμε τον Θρ. Σταύρου (1886-1979) για την υψηλή ποιότητα των μεταφράσεών του και γιατί ευτύχησε να μεταφράσει όχι μόνο και τις έντεκα κωμωδίες του Αριστοφάνη, αλλά και το Δύσκολο και τ᾽ αποσπασματικά έργα του Μενάνδρου. Δική του ήταν η μετάφραση, όταν το 1960 στην Επίδαυρο ο Δύσκολος παρουσιάστηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα.
 
5. Κάθε νεοελληνική απόδοση αρχαίου κειμένου είναι δύσκολη, ιδιαίτερα όταν το κείμενο είναι θεατρικό και η μετάφραση προορίζεται ν᾽ απαγγελθεί στη σκηνή και ν᾽ ακουστεί ως ζωντανός λόγος. Στην περίπτωση της Κωμωδίας οι μεταφραστές συναντούν πρόσθετες δυσκολίες: τα συχνά λογοπαίγνια, που δε μεταφράζονται, και τις πάμπολλες αναφορές και υπαινιγμούς σε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις γνωστές στους θεατές της παλιάς εποχής, όχι όμως και στα σύγχρονα ακροατήρια. Στις περιπτώσεις αυτές ο μεταφραστής έχει να επιλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους: ν᾽ αντικαταστήσει τα παλιά στοιχεία με άλλα νεότερα, ή να προσπαθήσει να κατατοπίσει τους ακροατές εισάγοντας δικές του ερμηνευτικές παρεμβάσεις στο κείμενο, όπως τύχαινε να κάνουν και οι κωμωδιογράφοι - ο Αριστοφάνης, παράδειγμα, στους Όρνιθες, όταν μνημονεύοντας ένα άσημο πρόσωπο φρόντισε και να το συστήσει στο ακροατήριο: Ἦ δεινὰ νὼ δέδρακεν οὑκ τῶν ὀρνέων, / ὁ πινακοπώλης Φιλοκράτης μελαγχολῶν, ὃς … (13κ.).
 
6. Ξεχωριστές δυσκολίες παρουσιάζουν πάντα οι έμμετρες μεταφράσεις, όπου η αρχαία προσωδία πρέπει, ως ποιητική βάση, ν᾽ αντικατασταθεί από τον δυναμικό τονισμό. Ευτυχώς η γλώσσα μας έχει τη δυνατότητα ν᾽ αντιστοιχήσει τους προσωδιακούς με τους τονικούς ρυθμούς, και επιτρέπει στους μεταφραστές ν᾽ αποδίδουν άνετα τα ιαμβικά, τροχαϊκά, αναπαιστικά και δακτυλικά μέτρα με τα νεοελληνικά τους αντίστοιχα. Στιχουργικό πρόβλημα αποτελεί έτσι μόνο η απόδοση των λυρικών, όπου η αντικατάσταση των μακρών με τονισμένες και των βραχύχρονων με άτονες συλλαβές είναι άγονη και παραπλανητική. Έτσι, στα λυρικά μέρη οι μεταφραστές έχουν κάθε δικαίωμα να κινηθούν αδέσμευτοι, να συνθέσουν δικά τους μέτρα και ρυθμούς, δικούς τους ελεύθερους στίχους - και το κάνουν. Εξαίρεση αποτέλεσε ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής που το 1860 δημοσίεψε Μεταφράσεις ελληνικών δραμάτων: Σοφοκλέους Αντιγόνη, Αριστοφάνους Νεφέλαι, Ειρήνη, Όρνιθες, όλα σε καθαρεύουσα, έχοντας αυτοδεσμευτεί να διατηρήσει στη μετάφραση τα μέτρα του πρωτοτύπου, όχι μόνο στα διαλογικά αλλά και στα λυρικά μέρη!
 
7. Στον αιώνα μας έρχονται καλοκαίρια όπου οι κωμωδίες του Αριστοφάνη παρουσιάζονται σχεδόν όλες· όμως οι μεγάλοι σκηνοθέτες έχουν λείψει. Έχοντας σκηνοθετήσει και τις έντεκα αριστοφανικές κωμωδίες στο Εθνικό, με ηθοποιούς σαν τον Χ. Νέζερ και τη Μ. Αρώνη, ο Α. Σολομός στον αποχαιρετιστήριο λόγο του είπε: … διαστρεβλώνοντας τα αριστοφανικά έργα με δικές μας προσθήκες και φαντασιώσεις, άσχετες με την πρόθεση του κωμωδιογράφου, εξαφανίζουμε τον λυρικό ποιητή, τον σατιρικό αγωνιστή, τον πολιτικό φιλόσοφο και τον υπέροχο θεατρικό οραματιστή […] Είμαι σίγουρος πως οι νεότερες γενιές των θεατρικών δημιουργών θα φροντίσουν να μη συμβεί ποτέ αυτό. Μεγάλο κρίμα που οι νεότεροι τόσο οι σκηνοθέτες όσο και οι μεταφραστές σχεδόν όλοι προτίμησαν και προτιμούν να τον διαψεύδουν.
 
8. Για τις μεταφράσεις των κωμωδιών και τις δυσκολίες τους, βλ. Γ. Σηφάκης, Προβλήματα μετάφρασης του Αριστοφάνη, Αθήνα: Στιγμή 1985 και Τ. Καραγεωργίου, Οι νεοελληνικές μεταφράσεις του Αριστοφάνη, δ.δ. Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Κρήτης, Ρέθυμνο 1998· πβ. της ίδιας «Νεοελληνικές μεταφράσεις του Αριστοφάνη», στον τόμο Αττική Κωμωδία. Πρόσωπα και Προσεγγίσεις, Αθήνα: Gutenberg 2011, σ. 814-859. Κατάλογο των μεταφράσεων από τις αρχές ως και το 1979 προσφέρει το πολύτιμο έργο των Γ. Οικονόμου και Γ. Αγγελινάρα, Βιβλιογραφία των εμμέτρων νεοελληνικών μεταφράσεων της αρχαίας ελληνικής ποιήσεως, Βιβλιοθήκη Σαριπόλου 36, Αθήνα 1979, σ. 401-496. Για τις παραστάσεις αναντικατάστατο είναι το βιβλίο του Γ. Σιδέρη, Το αρχαίο θέατρο στη νέα ελληνική σκηνή (1817-1932), Αθήνα: Ίκαρος 1976· βλ. και Ν. Χουρμουζιάδης, «Η περιπέτεια του Αριστοφάνη στη νεοελληνική σκηνή …», στον τόμο Ο Αριστοφάνης και η αρχαία κωμωδία, Π.Ε.Φ. Σεμινάριο 33, Αθήνα: Μεταίχμιο 1990, σ. 117-127.