Τετάρτη 29 Αυγούστου 2018

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ: Η ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Σχετική εικόναΟ Θουκυδίδης συνέγραψε τον Πόλεμο των Πελοποννησίων και των Αθηναίων. Αναγνωρίζουμε αυτό το έργο, όχι μόνο για το πνευματικό επίτευγμα και τη βαθιά γνώση της ιστορίας και της ανθρώπινης φύσης αλλά επίσης και για την πρόοδο που αντιπροσωπεύει στην εξέλιξη της γραφής ως μέσου επικοινωνίας. Με τον Θουκυδίδη η αρχαία ελληνική γραφή έχει προχωρήσει πέρα από την απλή καταγραφή των όσων λέγονται. Ο Θουκυδίδης, όπως παρατηρούμε, είναι ένας αληθινός συγγραφέας που απευθύνεται άμεσα, ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία, σε ένα κοινό που διαβάζει. Ο Πόλεμος των Πελοποννησίων και των Αθηναίων είναι ένα ‘αναγνώσιμο’ κείμενο, μια συζήτηση που προορίζεται για άμεση πρόσληψη μέσα από τη γραπτή σελίδα χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας φωνής που διαβάζει. Ως προς αυτό υπάρχει μια φυσική αντίθεση ανάμεσα στον Θουκυδίδη και στις ‘ακουστικές’ Ιστορίες του Ηροδότου, ένα έργο που προορίζεται να ακουστεί σε δημόσια διάλεξη και που έχει πολλά γνωρίσματα που συνδέονται με την παρουσία μιας φωνής.[1] Η αντίθεση αποτελεί, από την οπτική γωνία του ίδιου του Θουκυδίδη, όχι μόνο ένα ζήτημα μέσου αλλά και ένα ζήτημα ανθεκτικότητας του μηνύματος. Η γραφή του Θουκυδίδη τον διευκολύνει να απευθυνθεί σε ένα αναγνωστικό κοινό πέρα από το ακροατήριό του εκείνης της στιγμής: το κτῆμα ἐς αἰεΐ είναι ισχυρότερο από το ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν. Η γραφή επικρατεί του προφορικού λόγου.
 
            Μια τέτοιου είδους σύγκριση όμως ανάμεσα στον Θουκυδίδη και τον Ηρόδοτο δεν σημαίνει ότι η γραφή του Θουκυδίδη είναι αυταπόδεικτη ή χωρίς προβλήματα. Μάλιστα, ακριβώς η επιμονή του έργου στον ίδιο τον γραπτό χαρακτήρα του θα έπρεπε να μας προειδοποιήσει να μη θεωρούμε τα πράγματα εντελώς δεδομένα. Η ερώτηση που πρέπει να τεθεί είναι πώς ένας Αθηναίος στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. θα είχε συλλάβει κείμενα που δεν προορίζονταν να αποτελέσουν τις γραπτές σημειώσεις μιας προφορικής διάλεξης ή τη γραπτή αποτύπωση ενός δημόσιου λόγου.
 
Ας αρχίσουμε με τη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο ο Θουκυδίδης παρουσιάζει το έργο του σε σχέση με τη γραφή. Η πρώτη περίοδος του έργου παρουσιάζει τη γραφή ως ένα μεταβατικό σύνδεσμο ανάμεσα στο όνομα του συγγραφέα και τον Πόλεμο:
 
Θουκυδίδης Ἀθηναῖος ξυνέγραψε τόν πόλεμον τῶν Πελοποννησίων καί Ἀθη­ναίων, ὡς ἐπολέμησαν πρός ἀλλήλους (1.1.1)
 
Ο Αθηναίος Θουκυδίδης έγραψε την ιστορία του πολέμου των Πελοποννησίων και Αθηναίων, πώς πολέμησαν μεταξύ τους.
 
Η στενή σύνδεση ανάμεσα στο όνομα και τον πόλεμο, καθώς ενώνονται με το μεταβατικό ρήμα ξυνέγραψε, επαναλαμβάνεται σε ολόκληρο το έργο, στο τέλος κάθε ενότητας που πραγματεύεται ένα νέο έτος της σύρραξης:
 
καί [τό] δεύτερον ἔτος ἐτελεύτα τῷ πολέμῳ τῷδε ὅν Θουκυδίδης ξυνέγραφεν (2.70.4)
 
κι έκλεισε ο δεύτερος χρόνος του πολέμου τον οποίο ιστορεί ο Θουκυδίδης.[2]
 
Επιπλέον, η ταύτιση του Αθηναίου στρατηγού στην Αμφίπολη με τον συγγραφέα του κειμένου γίνεται με έναν παρόμοιο λογότυπο:
 
Θουκυδίδην τόν Ὀλόρου, ὅς τάδε ξυνέγραφεν (4.104.4)
 
τον Θουκυδίδη του Ολόρου, ο οποίος γράφει την ιστορία αυτήν.
 
Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο κεντρικός όρος που χρησιμοποιείται για τη σύνθεση του Πολέμου των Πελοποννησίων και των Αθηναίων είναι το σύνθετο ρήμα ξυγγράφειν. Το παρόν δοκίμιο θα εξετάσει τη σύνταξη, τη σημασιολογία και τα πραγματολογικά στοιχεία αυτού του ρήματος επιδιώκοντας να κατανοήσει τη γραφή του Θουκυδίδη στο πλαίσιο της εποχής του.
 
Εκείνη η εποχή γνωρίζει τις συγγραφάς, γραπτές εκθέσεις, πραγματείες με συγκεκριμένο θέμα. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης μνημονεύει (1.97.2) την Ἀττικήν ξυγγραφήν του Ελλάνικου· ο όρος απαντά σε φιλοσοφικά και σοφιστικά συμφραζόμενα.[3] Δεν χρειάζεται να διερευνήσουμε τη σημασιολογία του ρηματικού θέματος ξυγγραφ-, για να παρατηρήσουμε ότι η σύνταξη που χρησιμοποιεί με το ρήμα συγγράφειν ο Θουκυδίδης διαφέρει από εκείνη που συνδέεται με τέτοιες πραγματείες. Οι συγγραφείς πραγματειών συνήθως γράφουν ‘σχετικά με το’ ή ‘πάνω στο’ θέμα τους. Για παράδειγμα, στην αρχή της πραγματείας Περί Ιππικής ο Ξενοφώντας μνημονεύει κάποιον Σίμωνα, που ‘έχει γράψει [μια πραγματεία] σχετικά με την ιππευτική τέχνη’ (συνέγραφε περί ἱππικής) και ο συγγραφέας της ιπποκρατικής πραγματείας Περί διαίτης ασκεί κριτική ‘σε όλους εκείνους που έγραψαν πριν [από αυτόν] για την ανθρώπινη δίαιτα’ (τῶν προτέρων ξυγγραψάντων περί διαίτης ἀνθρωπίνης),[4]
 
Μερικές φορές όμως η σχέση ανάμεσα στην ενέργεια του συγγράφειν και το περιεχόμενό του είναι αμεσότερη από ένα απλό ‘σχετικά με’. Στον Γοργία του Πλάτωνα μαθαίνουμε για τον Σικελό αρχιμάγειρα Μίθαικο, που δεν έχει γράψει σχετικά με τη μαγειρική: πρόκειται για εκείνον που ‘έχει γράψει τη μαγειρική’ (ὁ τήν ὀψοποιίαν συγγεγραφώς).[5] Ο Θουκυδίδης συντάσσει το ρήμα κατά τον ίδιο τρόπο. Ούτε στην πρώτη περίοδο ούτε στον επαναλαμβανόμενο λογότυπο με τον οποίο ολοκληρώνεται η αφήγηση των ετών του πολέμου δεν απαντούν εμπρόθετες εκφράσεις που να διευκρινίζουν το περιεχόμενο μιας πραγματείας: από γραμματική άποψη, ο Πόλεμος είναι το άμεσο αντικείμενο του ρήματος. Ο Θουκυδίδης δεν γράφει μια πραγματεία σχετικά με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο- γράφει τον πόλεμο. Ο Πόλεμος είναι το έργο του. Αυτό σημαίνει ότι ο ‘Πόλεμος των Πελοποννησίων και των Αθηναίων’ μπορεί να θεωρηθεί ο τίτλος του έργου,[6] αλλά, και αυτό είναι το σημαντικότερο, σημαίνει επίσης ότι ο πόλεμος είναι κάτι περισσότερο από απλό περιεχόμενο στο οποίο ‘αναφέρεται’ το κείμενο. Ο πόλεμος, όπως τον παρουσιάζει το έργο του Θουκυδίδη, ίσως η ίδια η ύπαρξή του, είναι συνδεδεμένος με τη συγγραφή του. Το ρήμα ξυγγράφειν, όπως θα δούμε, προσφέρει μια καθαρή εικόνα των σχέσεων ανάμεσα στο έργο και τον πόλεμο, όπως συμπλέκονται μέσω της γραφής.
 
Μια απόπειρα προς αυτή την κατεύθυνση έγινε από τη Nicole Loraux σε ένα σημαντικό άρθρο που πραγματεύεται την πρώτη περίοδο του έργου του Θουκυδίδη και τα μεθοδολογικά κεφάλαια (1.21-22). Η Loraux υποστηρίζει ότι αυτό που επιτυγχάνει η πρώτη περίοδος είναι διπλό και προσεγγίζει το παράδοξο: ο συγγραφέας θέτει τον εαυτό του ως το υποκείμενο του μεταβατικού ρήματος της συγγραφής, ως τον παράγοντα που είναι υπεύθυνος για το τελικό προϊόν ενώπιον του αναγνώστη. Και, κατόπιν, το υποκείμενο αποσύρεται εξουδετερώνοντας την ενέργεια της συγγραφής, αλλά και την έρευνα του ως ιστορικού, σε άμεσο αντικείμενο του ρήματος, που είναι ο ίδιος ο πόλεμος. Η σύνταξη της περιόδου είναι αμιγώς μεταβατική.[7]
 
Παραδόξως, υποστηρίζει η Loraux, η απουσία του συγγραφέα θεμελιώνει την ίδια του την αυθεντία. Πώς θα μπορούσε ποτέ οποιοσδήποτε αναγνώστης να αμφισβητήσει τα ίδια τα γεγονότα ή μάλλον τις ίδιες τις πράξεις του πολέμου; Ο συγγραφέας εξαφανίζεται, η συγγραφή του, η έρευνά του και η κριτική των πηγών του εξαφανίζονται· ό,τι απομένει είναι τα έργα του πολέμου, που βρίσκουν την άμεση αντανάκλασή τους στο έργον του συγγραφέα.[8] Δεν έχει γίνει καμία επιλογή, τίποτα δεν έχει προστεθεί, καμία περαιτέρω έρευνα δεν είναι απαραίτητη: η πρόσβαση στο σύνολο του πολέμου είναι άμεση και απεριόριστη. Το κείμενο του Θουκυδίδη, όπως το αντιμετωπίζει η Loraux, είναι αυτό που ο Roland Barthes θα αποκαλούσε ‘βαθμό μηδέν της γραφής’: προσφέρει τον εαυτό του ως ένα ‘φυσικό’, αντιπροσωπευτικό σημάδι που αποσύρεται αξιώνοντας να αποτελέσει το άμεσο υποκατάστατο της πραγματικότητας.
 
Εδώ δεν χρειάζονται μεταδομικές κριτικές ικανότητες, για να διακρίνει κανείς ότι τέτοιες ταυτίσεις του έργου με την πραγματικότητα του πολέμου είναι προβληματικές από την άποψη της σημασιολογίας και της αναφορικότητας. Οι περισσότεροι σύγχρονοι αναγνώστες του Θουκυδίδη θα συμφωνούσαν ότι όχι μόνον η γραφή αλλά και η ίδια η γλώσσα είναι, αναπόφευκτα, παράγοντας διαμεσολάβησης. Η γλώσσα δεν μπορεί να κρύψει τον κατασκευασμένο χαρακτήρα της. Ο πρόδρομος του Θουκυδίδη, ο Ηρόδοτος, μπορεί να βρίσκεται πιο κοντά στον κόσμο του έπους και στη νοοτροπία της δημόσιας διάλεξης, αλλά έχει πλήρη επίγνωση του λόγου ως του μέσου της έρευνάς του και της παρουσίασής της. Για τον Ηρόδοτο ο λόγος είναι ‘διαφορά’: αντιπροσωπεύει αντιμαχόμενες, διαφορετικές περιγραφές της πραγματικότητας αλλά και την ίδια την πραγματικότητα και αυτό είναι πρόδηλο στην αφήγησή του.[9] Ο Θουκυδίδης μνημονεύει διαφωνίες ανάμεσα στα λεγάμενα των αυτοπτών μαρτύρων (1.22.3), αλλά αυτή η παρατήρηση λειτουργεί απλώς ως βάση για τον ισχυρισμό ότι το καθήκον του να καταλήξει στην εκδοχή που μας προσφέρει ήταν ‘δύσκολο’.
 
Είναι ο Θουκυδίδης, παρά την εμφανή πρόοδο στο γραπτό μέσο που εκπροσωπεί, ένας λιγότερο κριτικός ιστορικός σε σύγκριση με τον Ηρόδοτο; Μήπως η ανάλυση της Loraux ωθεί τον Θουκυδίδη προς αυτή την κατεύθυνση; Είναι δίκαιο να κρίνουμε έστω και στον ελάχιστο βαθμό τον Θουκυδίδη με τα κριτήρια της κριτικής των πηγών της σύγχρονης ιστοριογραφίας; Έχει πράγματι την πρόθεση να μας παρουσιάσει τον ίδιο τον Πόλεμο, τον ‘Πόλεμο αυτοπροσώπως’;[10] Η απάντηση εξαρτάται από την αντίληψη του ίδιου του Θου­κυδίδη αναφορικά με τη συγγραφή, το ξυγγράφειν (ή, μάλλον, το ξυγγράφαι). Στη συνέχεια θα διερευνήσω πρώτα την άποψη της Loraux σχετικά το γεγονός ότι ο συγγραφέας αρχικά αυτοπαρουσιάζεται και στη συνέχεια εξαφανίζεται στο κείμενό του ανατρέχοντας σε αυτοαναφορικές επιγραφές. Κατόπιν, θα πραγματευθώ το ζήτημα του αναγνώστη που έρχεται αντιμέτωπος με έναν πόλεμο που μετατρέπεται σε γραπτό μνημείο: ήθελε πράγματι ο Θουκυδίδης να παρουσιάσει στους χρονικά απομακρυσμένους αναγνώστες του ‘τον ίδιο τον πόλεμο’; Τέλος, θα επιστρέψουμε στην κεντρική έννοια της συγγραφής: η ερμηνεία του θουκυδίδειου ξυγγράφειν που υπονοείται στην πορεία του προηγούμενου επιχειρήματος φαίνεται να ενισχύεται από ένα πλήθος στοιχείων που μέχρι στιγμής δεν έχουν ληφθεί υπόψη.
     
Η παρουσία της συγγραφής: Το κείμενο ως μνημείο
 
Αμιγής μεταβατικότητα, η ολοκληρωτική μεταφορά ενέργειας από ένα υποκείμενο σε ένα αντικείμενο: ένα υποκείμενο αυτοπαρουσιάζεται, για να εξαφανιστεί ενώπιον του αντικειμένου. Το όραμα της Loraux, τουλάχιστον αυτό το τμήμα του, επιβεβαιώνεται σε ένα πλήθος χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του λόγου του Θουκυδίδη που με τη σειρά τους δείχνουν τον δρόμο προς νέους ορίζοντες. Σε ένα άρθρο που οικοδομεί πάνω στο επιχείρημα της Loraux ο Lowell Edmunds στρέφει την προσοχή του σε αυτό που αποκαλεί το ‘τώρα του κειμένου’ ή το ‘εδώ του συγγραφέα’: Ή ενέργεια της συγγραφής μεταφέρεται στο παρόν και κατ’ αυτόν τον τρόπο η συγγραφή είναι παρούσα στον αναγνώστη’.[11] Ο Θουκυδίδης, σύμφωνα με τον Edmunds, έχει δύο τρόπους με τους οποίους αναφέρεται στον εαυτό του ως συγγράφον υποκείμενο: μπορεί να αναφερθεί στον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο και σε παρελθοντικούς χρόνους ως ένα άτομο που έγραψε τη συγγραφήν του στο παρελθόν ή εμφανίζεται στο πρώτο πρόσωπο με παροντικούς χρόνους ως ένας συγγραφέας που είναι παρών ‘στον αναγνώστη σε κάθε δεδομένη στιγμή’.[12] Το δεύτερο είδος αυτοαναφοράς, υποστηρίζει ο Edmunds, είναι εκείνο που επιτυγχάνει το διπλό αποτέλεσμα της έγκυρης αυτοσύστασης και της επακόλουθης εξαφάνισης, για την οποία κάνει λόγο η Loraux. Αυτό που απομένει είναι η συγγραφή και η παρουσία της, που είναι επίσης υπεύθυνη για την πλήρη ταύτιση του έργου με τον πόλεμο.
 
Ένα σημαντικό γλωσσικό αντανάκλασα αυτής της παρουσίας είναι η δεικτική αξία με την οποία προικίζεται ο πόλεμος. Ο Edmunds επισύρει την προσοχή στη δεικτική αντωνυμία ὅδε, που δηλώνει αμεσότητα και ορίζει την αναφορά στον ‘πόλεμο’ στο χωρίο 1.118 και, στην πραγματικότητα, σε ολόκληρη την έκταση του έργου.[13] Η αντωνυμία δεν μπορεί να έχει την εσωτερική, ‘προληπτική’ λειτουργία τού να υποδεικνύει τι πρόκειται να ακολουθήσει στη συζήτηση. Αντίθετα, η αντωνυμία βρίσκεται έξω από τον λόγο και δείχνει προς την κατεύθυνση του πολέμου ως συνόλου, όπως τον έχει γράψει ο Θουκυδίδης, και κατ’ αυτόν τον τρόπο προς το ίδιο το έργο.[14] Ο πόλεμος σημαδεύεται ως προς την ‘παρουσία’ του και είναι εξίσου παρών με ένα αντικείμενο που τοποθετείται μπροστά στα μάτια των αναγνωστών.
 
Άλλο ένα διδακτικό παράδειγμα αυτής της δεικτικής κατάστασης, που επίσης επισημαίνεται από τον Edmunds, εμφανίζεται στην πρώτη περίοδο του 2ου βιβλίου, στην αρχή του ίδιου του πολέμου:
 
ἄρχεται δέ ὁ πόλεμος ἐνθένδε ἤδη Ἀθηναίων καί Πελοποννησίων γέγραπται δέ ἑξῆς ὡς ἕκαστα ἐγίγνετο κατά θέρος καί χειμώνα. (2.1)
 
Από εδώ κι έπειτα, αρχίζει η εξιστόρηση του πολέμου μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων Παραθέτονται τώρα τα γεγονότα κατά την σειρά τους, όπως συνέβησαν κατά καλοκαίρι και χειμώνα.
 
Η έναρξη του πολέμου καθορίζεται ως σημείο στον χώρο όπως επίσης και ως σημείο στον χρόνο που συμπίπτει με το εδώ και τώρα του αναγνώστη. Το δεικτικό τοπικό επίρρημα ἐνθένδε μοιράζεται με την αντωνυμία ὅδε την κατάληξη -δε για τη δείξη εγγύτητας· ένα αντικείμενο και η έναρξη μιας κίνησης εντοπίζονται αμφότερα στον χώρο: εδώ. Ο ενεστώτας (ἄρχεται) και η κατάληξη του μέσου παρακείμενου (γέγραπται) συμβάλλουν στην έννοια του τώρα που ακολουθεί το τοπικό εδώ.
 
Τα ‘δεικτικά’ όμως γνωρίσματα εγγύτητας προκύπτουν και στην άλλη σειρά από θουκυδίδειες αυτοαναφορές που επισημαίνει ο Edmunds, τις περιπτώσεις στις οποίες ο Θουκυδίδης τοποθετεί τον εαυτό του και τη συγγραφή του στο παρελθόν. Το προφανές παράδειγμα είναι ο επαναλαμβανόμενος λογότυπος για το τέλος ενός έτους που αναγγέλλεται στο παραπάνω χωρίο και που ήδη παρατέθηκε ως παράδειγμα αυτοαναφοράς εκ μέρους του Θουκυδίδη ως συγγράφοντος υποκειμένου:
 
καί ὁ χειμών ἐτελεύτα οὗτος, καί εἰκοστόν ἔτος τῷ πολέμῳ ἐτελεύτα τῷδε ὅν Θουκυδίδης ξυνέγραψεν (8.60.3).
 
Τελείωσε ο χειμώνας αυτός και μαζί του ο εικοστός χρόνος του πολέμου τον οποίο ιστορεί ο Θουκυδίδης.
 
Το ρήμα βρίσκεται στον αόριστο (ξυνέγραψεν) και, επομένως, στο παρελθόν, ενώ η δείξη αναφέρεται και πάλι στην εγγύτητα ταυ πολέμου (πολέμῳ...τῷδε). Έχει γράψει ο Θουκυδίδης μια φράση που αντιφάσκει λόγω αδιαφάνειας της δεικτικής αντωνυμίας; Μάλλον όχι. Είναι αλήθεια ότι ο αόριστος τοποθετεί την πράξη της συγγραφής, ακόμα και την ολοκλήρωσή της, στο παρελθόν· επίσης δηλώνει, όπως υποδεικνύει η Loraux, ότι ο πόλεμος έχει γραφεί στην ολότητά του.[15] Αλλά αυτό δεν αποτελεί τη μοναδική λειτουργία που επιτελεί. Ο αόριστος επίσης τοποθετεί το αποτέλεσμα αυτής της ολοκληρωμένης πράξης, το γραπτό κείμενο, στο παρόν. Μια γρήγορη ματιά σε κάθε αρχαιοελληνικό κείμενο αποκαλύπτει ότι ο αόριστος χρησιμοποιείται συνήθως, όταν μια παρελθοντική ενέργεια εγγυάται μια δήλωση στο παρόν. Ο αόριστος, και όχι ο παρατατικός, συνδυάζεται εύκολα με το χρονικό επίρρημα νῦν, για να μετατρέψει μια παρελθοντική ενέργεια ή ένα παρελθοντικό γεγονός σε μια παροντική δήλωση[16] Εν ολίγοις, ο αόριστος δηλώνει ένα παρελθόν που εισβάλλει ως λόγος στο παρόν.[17]
 
Ο αόριστος μπορεί επίσης να δηλώσει μια παρελθοντική ενέργεια που εισβάλλει στο παρόν ως υλικό αντικείμενο: αναθηματικά, ταφικά ή αναμνηστικά μνημεία θα αποδώσουν κατά κανόνα, όταν συνοδεύονται από μια επιγραφή, την ύπαρξή τους σε μια ενέργεια (‘κατασκεύασε’, ‘έστησε’) που έχει μετατραπεί σε ένα ρήμα σε αόριστο. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης παραθέτει μια τέτοια επιγραφή στην παρέκβασή του για τους Αθηναίους τυραννοκτόνους:
 
Μνῆμα τόδ΄ ἧς ἀρχῆς Πεισίστρατος Ίππίου
υἱός θῆκεν Ἀπόλλωνος Πυθίου ἐν τεμένει (6.54.7· πρβλ. IG I3 761)
 
Ο γιος του Ιππία Πεισίστρατος αφιέρωσε στον ναό του Απόλλωνος το μνημείο τούτο της εξουσίας του.
 
Το ρήμα θῆκεν δεν δηλώνει απλώς μια ‘ολοκληρωμένη ενέργεια’. Δηλώνει παρουσία του παρελθόντος στο παρόν. Υπάρχει πλήρης μεταβατικότητα: ένας παράγοντας έχει εκτελέσει μια ενέργεια και κατόπιν έχει εξαφανιστεί στο χειροπιαστό αποτέλεσμα της ενέργειας. Το μνημείο οφείλει την ύπαρξή του στην αξιομνημόνευτη πράξη ενός αφιερωτή, αλλά το μήνυμά του έχει σημασία μόνο εν απουσία του τελευταίου. Η παρουσία του μνημείου είναι αυτή που προκαλεί την εγχάρακτη, δεικτικού χαρακτήρα, λεκτική πράξη που, σύμφωνα με την αφηγηματολογία των αρχαϊκών και πρώιμων κλασικών ιδιωτικών επιγραφών του Jesper Svenbro, εκτελείται μέσω της φωνής του αναγνώστη.[18]
 
Η σύνταξη και τα πραγματολογικά, και δη τα δεικτικά, στοιχεία του εγχάρακτου μνημείου του Πεισίστρατου (του νεότερου), όπως και τόσων άλλων, είναι παρόμοια με τον τρόπο με τον οποίο ο Θουκυδίδης εγγράφει τον εαυτό του και τη συγγραφή του στο έργο. Το όνομα, η καταστατική πράξη και η εγγύτητα του προϊόντος της (που δηλώνονται μέσω της λέξης που σημαίνει εγγύτητα στη δείξη και του οριστικού ρήματος) είναι όλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα κοινά στο έργο του Θουκυδίδη και στα μνημεία που βρέθηκαν στην Ακρόπολη και σε ολόκληρη την επικράτεια του αρχαιοελληνικού κόσμου. Όπως ακριβώς το τοπικά άμεσο τόδε της επιγραφής (μνήμα/σήμα) αναφέρεται εξίσου στον εαυτό του όσο και στο μνημείο (δεν υπάρχει διαφορά), έτσι και οι δεικτικές λέξεις του Θουκυδίδη που δηλώνουν εγγύτητα συγχέουν το έργο και τον πόλεμο. Ο Πόλεμος των Πελοποννησίων και των Αθηναίων είναι ο πόλεμος των Πελοποννησίων και των Αθηναίων. Η πρώτη περίοδος του Θουκυδίδη είναι μια επιγραφή για τον πόλεμο που μετατράπηκε σε μνημείο. Παρουσιάζει το όνομα και τη φήμη του συγγραφέα να έχουν εξασφαλισθεί μέσω της συνάντησης των αναγνωστών με το έργο του στο μέλλον.[19]
 
Ὅσοι δέ βουλήσονται τῶν ... γενομένων τό σαφές σκοπεῖν:
Το παρόν του μελλοντικού αναγνώστη
 
Αν ο παραλληλισμός με τις επιγραφές είναι διδακτικός, εγείρεται ένα σημαντικό ερώτημα: πώς ακριβώς πίστευε ο Θουκυδίδης ότι θα λάβει χώρα η συνάντηση ανάμεσα στο έργο του και τον αναγνώστη; Η ανάγνωση επιγραφών κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή είναι προβληματική και το κλέος του αφιερωτή του μνημείου ίσως εξαντλείται με την πρόθεση του τελευταίου να ανεγείρει το μνημείο και να χαράξει το όνομά του λόγω της βεβαιότητας της μόνιμης παρουσίας της επιγραφής και δεν χρειάζεται την ανάγνωση της επιγραφής στο μέλλον. Ενίοτε οι επιγραφές είναι λιγότερο ανθεκτικές από όσο νομίζουν οι δημιουργοί τους και είναι δύσκολο να διαβαστούν, όταν δεν είναι τυπωμένες στις σελίδες της συλλογής IG. Εξάλλου, ο περαστικός της αρχαιότητας δεν είναι ένας τόσο αφοσιωμένος αναγνώστης όσο οι σύγχρονοι επαγγελματίες επιγραφολόγοι.
 
Η επιγραφή του Πεισίστρατου αποτελεί ένα διδακτικό παράδειγμα. Τα γράμματά της έχουν ήδη ξεθωριάσει για τον Θουκυδίδη που τη διαβάζει (ἀμυδροῖς γράμμασι, 6.54.7), και η παράθεσή της γίνεται για λόγους διαφορετικούς από την απλή διάδοση του κλέους του αφιερωτή. Ο Θουκυδίδης παραθέτει την επιγραφή για να αποδείξει μια άποψη: ο Ιππίας (ο πατέρας του αφιερωτή) και όχι ο Ίππαρχος ήταν τύραννος της Αθήνας· οι τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτονας δεν σκότωσαν τον τύραννο αλλά τον αδελφό του. Οι Αθηναίοι πίστευαν λανθασμένα ότι ο Ίππαρχος ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Πεισίστρατου. Ο Θουκυδίδης, προκειμένου να αποδείξει αυτή την άποψη, έπρεπε να παρεκκλίνει της πορείας του, για να ελέγξει τα στοιχεία και να διαβάσει επιγραφές που προφανώς κανείς δεν διάβαζε πλέον.[20]   
   
      Η παρέκβαση με θέμα τους τυραννοκτόνους χρησιμεύει για να εξάρει το ανώτερο επίπεδο της οξυδέρκειας και της προσπάθειας του Θουκυδίδη όσον αφορά τη διερεύνηση του παρελθόντος. Το ζήτημα προοικονομείται στην αργή της ενότητας περί μεθόδου (1.20.2), όταν ο Θουκυδίδης το αναφέρει ως παράδειγμα του επιπόλαιου και αστόχαστου τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι αποδέχονται αμφίβολες ή αποδεδειγμένα εσφαλμένες ιστορίες ακόμα και σχετικά με το πρόσφατο παρελθόν της πόλης τους. Η αναζήτηση της αλήθειας απαιτεί προσπάθεια και δεν είναι δεδομένη για τους πολλούς, που στρέφονται πολύ εύκολα σε αυτό που είναι, εύκαιρο και πρόχειρο ενδίδοντας στις απολαύσεως της στιγμής.[21] Και αυτό ισχύει για τους μελλοντικούς αναγνώστες του κειμένου εξίσου με τον ίδιο τον ερευνητή.
 
Ο τυπικός όρος που χρησιμοποιείται σε αυτή την περίσταση είναι το σκο­πεῖν. Αυτό το ρήμα δηλώνει την κριτική ματιά σε ζητήματα για τα οποία δεν προσφέρονται έτοιμα ή προφανή στοιχεία. Στην αρχή της Αρχαιολογίας ο Θουκυδίδης παραδέχεται ότι η λεπτομερής και ακριβής γνώση σχετικά με το παρελθόν πριν από τη δική του εποχή είναι αδύνατη, ωστόσο ισχυρίζεται ότι μέσα από την επισταμένη και κριτική έρευνα των στοιχείων έως το σημείο που μπορούσε να διακρίνει (ἐπί μακρότατον σκοποῦντί μοι, 1.1.3) ούτε οι πόλεμοι του παρελθόντος ούτε κάποια άλλη όψη της ιστορίας δεν είχαν τη σπουδαιότητα της σύγκρουσης που ξεκίνησε να συγγράφει. Όταν ο Θουκυδίδης συζητεί το μέγεθος του Σπαρτιατικού στρατού στη μάχη της Μαντίνειας (5.68.2), ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί ‘να καταγράψει’ (γράψαι) τον πραγματικό αριθμό των στρατιωτών, αλλά προσφέρει έναν υπολογισμό σύμφωνα με τον οποίο μπορεί κανείς να προβεί σε εύλογες εικασίες (ἐκ ... τοιοῦδε λογισμοῦ ἔξεστί τῷ σκοπεῖν).[22]
 
Η ενέργεια του σκοπεΐν μπορεί επίσης να αποτελεί επανέλεγχο αυτού που φαίνεται να αποτελεί τεκμήριο, αλλά στην πραγματικότητα είναι μόνο μια παραπλανητική επιφάνεια. Γι’ αυτό θα ήταν καλό στο μέλλον οι ερευνητές να εξετάζουν (σκοπεῖν, 1.10.3) την αληθινή ισχύ (δυνάμεις) των πόλεων και των κρατών και όχι τα υλικά κατάλοιπα (όψεις) που θα σώζονται από αυτές, γιατί έτσι θα μπορούσαν να παραπλανηθούν εντελώς: κοιτάζοντας την πόλιν της Σπάρτης (που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια συστάδα χωριών χωρίς εντυπωσιακούς ναούς ή μνημεία) κανείς θα ήταν δύσπιστος ως προς την αληθινή δύναμη που η πόλη αυτή πραγματικά είχε κάποτε, ενώ, αν κοιτούσε την Αθήνα, θα μπορούσε εύκολα να παραπλανηθεί και να πιστέψει ότι η δύναμη της πόλης ήταν δύο φορές μεγαλύτερη από ό,τι πραγματικά ήταν.[23]
 
Το κείμενο του Θουκυδίδη αφήνει ελάχιστα περιθώρια αμφιβολίας ως προς αυτό: ο μοναδικός τρόπος για να αποκτηθεί πραγματική γνώση για την αληθινή ισχύ των πόλεων του παρελθόντος, συγκεκριμένα της Αθήνας και της Σπάρτης, είναι το ίδιο το κείμενο του Θουκυδίδη, που συνιστά ‘τα ίδια τα γεγονότα του πολέμου’. Το έργο του Θουκυδίδη, μάλιστα, παρουσιάζεται ως το αντικείμενο του σκοπεῖν των μελλοντικών αναγνωστών του. Το κείμενο παροτρύνει τον αναγνώστη να υπολογίσει τη χρονολογία του πολέμου (σκοπείτω δέ τις, 5.20.2) σύμφωνα με το σύστημα διαίρεσης του έτους σε χειμώνα και θέρος, όπως έχει γραφεί (ὥσπερ γέγραπται, 5.20.3) και όχι βάσει των ονομάτων των αρχόντων στις εμπλεκόμενες πόλεις, που προκαλεί σύγχυση. Όποιος θέλει να κοιτάξει θα βρει στο έργο του Θουκυδίδη μια μεγαλύτερη τάξη.
 
Οι αναγνώστες που αναζητούν και διακρίνουν θα βρουν επίσης ένα πόλεμο που δεν είναι παρελθοντικός αλλά παρών, αφού βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτά τα εργα, ‘με τα ίδια τα γεγονότα’:
 
καί ὁ πόλεμος οὗτος. καίπερ τῶν ἀνθρώπων ἐν ᾦ μέν ἄν πολεμῶσιν τόν παρόντα αἰεί μέγιστον κρινόντων, παυσαμένων δέ τά. ἀρχαῖα μᾶλλον θαυμαζόντων, ἀπ΄ αὐτῶν τῶν ἔργων σκοποῦσι δηλώσει όμως μείζων γεγενημένος αὐτῶν (1.21.2).
 
Και ο πόλεμος ο τωρινός - αν και είναι φυσικό, όταν γίνεται ένας πόλεμος να τον θεωρούν οι εμπόλεμοι σαν τον μεγαλύτερο απ’ όλους, αλλ’ όταν τελειώσει πάλι φυσικό είναι να θαυμάζουν τα παλαιότερα γεγονότα - θ’ αποδειχθεί, με κριτήριο αυτήν την ίδια πραγματικότητα, ότι ήταν ο μεγαλύτερος απ’ όλους τους προηγούμενους.
 
Για πρώτη φορά το δεικτικό στοιχείο που προσδιορίζει τη λέξη πόλεμος δεν είναι το τοπικά άμεσο και αυτοαναφορικό ὅδε αλλά το πιο περιφερειακό και διαλογικό οὗτος, που κατά κανόνα τοποθετεί το άτομο ή το πράγμα που επισημαίνεται κοντά στον αποδέκτη των λόγων του ομιλητή.[24] Συνεπώς η προοπτική έχει μετατοπιστεί στα σημαντικά μεθοδολογικά κεφάλαια 1.21 και 1.22: μολονότι η φωνή του συγγραφέα Θουκυδίδη παραμένει στη θέση της, ο δει­κτικός προσανατολισμός προβάλλεται τώρα προσωρινά στον αναγνώστη. Ο πόλεμος ουτος, ‘αυτός ο πόλεμος που γράφεις’: αυτή δεν είναι η εγωκεντρική αυτοαναφορά μιας αναμνηστικής επιγραφής αλλά μια στιγμή διαλόγου ανάμεσα στον Θουκυδίδη και το μελλοντικό αναγνωστικό κοινό του. Ο πόλεμος του παρόντος θα είναι ο πόλεμος του μέλλοντος, καθώς ο Θουκυδίδης και οι αναγνώστες του συνδέονται σε ένα κοινό σκοπεῖν.
 
Ο πόλεμος, όπως είμαστε τώρα σε θέση να διαπιστώσουμε, είναι διαφορετικός από ένα γραπτό αντίγραφο των γεγονότων του παρελθόντος, όπως είναι στην εξίσωση συγγραφής και πραγματικότητας που κάνει η Loraux. Ο πόλεμος είναι ένας ερμηνευτικός οδηγός που επιτρέπει στους αναγνώστες να ερμηνεύσουν το δικό τους παρόν και να αναγνωρίσουν σε αυτό τις ίδιες θεμελιώδεις ανθρώπινες συμπεριφορές που ο Θουκυδίδης κατέγραψε στη δική του περιγραφή του Πελοποννησιακού Πολέμου.[25] Από αυτή την άποψη σημειώνουμε ότι η φράση αυτών τών έργων στο χωρίο 1.21.2 (βλ. παραπάνω) επιτρέπει μια ανάγνωση που διαφέρει από εκείνη η οποία τονίζει την άμεση πρόσβαση στην πραγματικότητα του πολέμου. Οι αναγνώστες του Θουκυδίδη θα είναι σε θέση να κατανοήσουν την εποχή τους βάσει της παρουσίασης από τον Θουκυδίδη των έργων του πολέμου στην ουσιαστική ταυτότητά τους: δεν πρόκειται τόσο για τα ίδια τα γεγονότα όσο για τα γεγονότα αυτά καθαυτά, τα γεγονότα αναγόμενα στην ουσία τους. Ο Θουκυδίδης μάς επιτρέπει, σε πλατωνική σχεδόν γλώσσα, να δούμε (σκοπεῖν) μέσα από την επιφάνεια των γεγονότων της ίδιας της εποχής μας στη βάση της ουσίας των γεγονότων του δικού του πολέμου.[26]
 
Ο πόλεμος του Θουκυδίδη και τα γεγονότα που αποτελούν συστατικά στοιχεία του γίνονται το πρότυπο για την κατανόηση μελλοντικών γεγονότων. Ο λοιμός που έπληξε την Αθήνα στο δεύτερο έτος του πολέμου είναι ένα διδακτικό παράδειγμα. Η αφήγηση της επιδημίας γίνεται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να διευκολύνει τους μελλοντικούς παρατηρητές, καθώς θα εξετάζουν προσεκτικά (σκοπών, 2.48.3) την αφήγηση του Θουκυδίδη, να αναγνωρίσουν τα συμπτώματα της επιδημίας και να μην καταληφθούν εξαπίνης, σε περίπτωση που ο λοιμός εμφανισθεί πάλι στη δική τους εποχή.[27] Η γενική αρχή ανακοινώνεται με αξιομνημόνευτο τρόπο στο κεφάλαιο 1.22:
 
ὅσοι δέ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τό σαφές σκοπεῖν καί τῶν μελλόντων ποτέ αὖθις κατά τό ἀνθρώπινον τοιούτων καί παραπλήσιων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτά ἀρκούντως ἕξει (1.22.4)
 
Αλλά θα είμαι ικανοποιημένος αν το έργο μου κριθεί ωφέλιμο από όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότων που συνέβησαν και εκείνων που θα συμβούν στο μέλλον, τα οποία, από την πλευρά της ανθρώπινης φύσης, θα είναι όμοια ή παραπλήσια.
 
Το παρελθόν του αναγνώστη και το παρόν του Θουκυδίδη, το παρόν του αναγνώστη και το μέλλον του Θουκυδίδη συνδέονται όλα μέσω της ανθρώπινης φύσης (κατά τό ἀνθρώπινον) και της συνειδητής επιλογής του αναγνώστη να μελετήσει την περιγραφή της από τον Θουκυδίδη. Ακολουθεί η δήλωση του κύρους του έργου με λόγια που έχουν προβληματίσει πολλούς αναγνώστες: ο Θουκυδίδης παραδέχεται ανοιχτά ότι δεν παρουσίασε τα πραγματικά λόγια που λέχθηκαν με τη μορφή ομιλιών στις κρίσιμες στιγμές της λήψης των αποφάσεων στον πόλεμο. Ήταν αδύνατο, γράφει ο Θουκυδίδης (1.22.1), να αποδώσει με κάθε λεπτομέρεια και ἀκρίβειαν[28] όσα λέχθηκαν (τῶν λεχθέντων), αδιακρίτως του αν ο ίδιος ήταν παρών στο γεγονός ή όχι. Επομένως, οι λόγοι θα παρουσιαστούν σύμφωνα με την ακόλουθη αρχή:
 
ὡς δ΄ ἄν ἐδόκουν ἐμοί ἕκαστοι περί τῶν αἰεί παρόντων τά δέοντα μάλιστ’ εἰπεῖν, ἐχομένῳ ὅτι ἐγγύτατα τῆς ξυμπάσης γνώμης τῶν ἀληθῶς λεχθέντων, οὕτως εἴρηται (1.22.1)
 
Γι’ αυτό και τις έγραψα (ενν. τις αγορεύσεις) έχοντας υπ’ όψη τι ήταν φυσικό να πουν οι ρήτορες που να αρμόζει καλύτερα στην περίσταση και ακλουθώντας, όσο το δυνατόν, την γενική έννοια των όσων πραγματικά είπαν.
 
Η απόφαση να καταγράψει ό,τι ήταν ‘πρόσφορο’ (τά δέοντα) στις συγκεκριμένες περιστάσεις έχει προβληματίσει τους σύγχρονους ιστορικούς, που συχνά διακρίνουν στην πρόταση μια ανεπίλυτη ένταση ή ακόμα και μια ξεκάθαρη αντίφαση ανάμεσα στην ‘αντικειμενικότητα’ και την ‘υποκειμενικότητα’.[29] Ωστόσο, η πρόταση δηλώνει ένα ουσιώδες στοιχείο του σχεδίου του Θουκυδίδη, ανεξάρτητα από το αν αυτό το γεγονός τον εκθέτει ως ιστορικό στα δικά μας μάτια. Μόνον όταν αποκαλυφθούν τα αληθινά κίνητρα και οι αληθινές επιδιώξεις του ομιλητή, μπορεί ο Πόλεμος των Πελοποννησίων και των Αθηναίων να εκπληρώσει την παραδειγματική λειτουργία που οραματίζεται ο δημιουργός του. Οι Αθηναίοι που δηλώνουν στους Μηλίους (5.89) ότι δεν θα δικαιολογήσουν την ηγεμονία τους επικαλούμενοι τη νίκη τους κατά του Ξέρξη είναι πολύ πιθανό στην πραγματικότητα να έχουν δηλώσει ακριβώς αυτό. Ωστόσο, ο Θουκυδίδης, μη έχοντας τρόπο να γνωρίζει τι πραγματικά ειπώθηκε στη Μήλο, επωφελήθηκε από την ευκαιρία να διαχωρίσει την προπαγάνδα από την ιδεολογία και να μεταδώσει την ουσία της ηγεμονίας και της Machtpolitik.[30] Τα πραγματικά λόγια που ειπώθηκαν, αν ήταν σε γνώση του Θουκυδίδη, θα ήταν πιθανό να είναι εξίσου παραπλανητικά για τους μελλοντικούς αναγνώστες με τα πραγματικά ερείπια της πόλης των Αθηνών.
 
To μνημείο που φέρει το όνομα του Θουκυδίδη, επομένως, δεν διαλαλεί το κλέος αυτού του ονόματος σε μια αυτάρκη απομόνωση, όπως κάνουν οι αναθηματικές ή ταφικές επιγραφές. Το μνημείο που έχει δημιουργήσει είναι διαχρονικά επίκαιρο και εξυπηρετεί έναν ζωτικό σκοπό στο συγκεκριμένο παρόν κάθε νέου αναγνώστη (αυτή είναι η δύναμη του αἰεί στο κτῆμα ἐς αἰεί). Ο σκοπός του Θουκυδίδη είναι να υπερβεί την απλώς ακριβή εξιστόρηση (ἀκρίβεια)· ο Πόλεμος των Πελοποννησίων και των Αθηναίων ερμηνεύεται με τέτοιον τρόπο, ώστε να διευκολύνει τους αναγνώστες να κατανοήσουν καλύτερα τη δική τους εποχή, με τις αυτοκρατορίες της και τους πολέμους της. Ο Θουκυδίδης, γράφοντας, θεωρεί δεδομένη σε κάθε εποχή την παρουσία ανθρώπων που θα θελήσουν να εξετάσουν, που θα θελήσουν να παρεκκλίνουν της πορείας τους, για να διαβάσουν τον ατίθασο πεζό του λόγο, όπως ακριβώς ο ίδιος έχει παρεκκλίνει της πορείας του, για να διαβάσει τα ξεθωριασμένα γράμματα της επιγραφής του Πεισίστρατου.
 
Όλοι όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση’ (ὅσοι βουλήσονταί ... σκοπεῖν, 1.22.4) είναι, στην πραγματικότητα, μια φράση που αφ’ εαυτής θυμίζει τη γλώσσα των επιγραφών και των μνημείων. Όπως έχει υποδείξει ο John Moles,[31] η φράση ανακαλεί στη μνήμη έναν επαναλαμβανόμενο λογότυπο που απαντά σε αθηναϊκές δημόσιες επιγραφές, τῷ βουλομένῳ σκοπεῖν, και ο οποίος σηματοδοτεί το ψήφισμα του δήμου ως ένα δημόσιο έγγραφο που προσφέρεται στην εξονυχιστική μελέτη του φιλοπερίεργου πολίτη.[32] Κανείς δεν χρειάζεται να διαβάσει το κείμενο της επιγραφής, αλλά εκείνοι που ενδιαφέρονται να εξακριβώσουν τις αποφάσεις και τις πολιτικές της πόλης θα έχουν πάντοτε την ευκαιρία να το κάνουν. Το ιδιωτικά χαραγμένο μνημείο του Θουκυδίδη δανείζεται τη γλώσσα των δημόσιων μνημείων της πόλης-κράτους, καθώς απευθύνεται σε ένα εκλεκτό, φιλοπερίεργο ακροατήριο που διαμορφώνεται με πρότυπο τον ιδεωδώς στοχαστικό πολίτη της δημοκρατικής πόλεως.[33]
 
Απομένει μια πρόταση στο πιο διάσημο κεφάλαιο του Θουκυδίδη. Τα προγραμματικά σχόλια σχετικά με τη χρησιμότητα στο μέλλον ακολουθούνται από την πασίγνωστη αυτοπαρουσίαση του έργου:
 
Κτῆμά τε ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκουειν ξύγκειται
(1.22.4)
 
Έγραψα την Ιστορία μου για να μείνει αιώνιο κτήμα των ανθρώπων και όχι σαν έργο επίκαιρου διαγωνισμού για ένα πρόσκαιρο ακροατήριο.
 
Οι προσπάθειες των μελετητών έχουν επικεντρωθεί στον τρόπο με τον οποίο αυτά τα λόγια είναι πιθανό να αντανακλούν τη στάση του Θουκυδίδη έναντι των προδρόμων, ιδιαίτερα του Ηροδότου, με τη λέξη κτήμα να υποδηλώνει την ανθεκτικότητα της συγγραφής και το ἀγώνισμα τον εφήμερο χαρακτήρα της προφορικής παρουσίασης.[34] Αλλά ας επικεντρωθούμε εδώ σε αυτά που γράφει ο Θουκυδίδης για τον εαυτό του. Ο Moles διαβλέπει έναν δεύτερο υπαινιγμό εδώ: η φράση κτήμα (ἐς αἰεί) ... ξύγκειται (1.22.4) ανακαλεί στη μνήμη, κατά την άποψή του, τον ομηρικό λογότυπο κτήματα κεῖται, που αναφέρεται σε προγονικό πλούτο ο οποίος έχει κατατεθεί για φύλαξη σε ιδιωτικό χώρο.[35] Για τον Moles το έργο του Θουκυδίδη παρουσιάζεται εδώ ως ένα πολύτιμο απόκτημα ‘που καταγράφεται για πάντα’ υπερβαίνοντας το δικό του χρονικό πλαίσιο.[36] Είναι αλήθεια ότι το κτήμα μεταδίδει την ιδέα ενός ιδιωτικού αποκτήματος, ενός ανθεκτικού μνημείου, ακόμα και ενός προσωπικού επιτεύγματος.[37] Ο προσδιορισμός όμως ἐς αἰεί υπαινίσσεται επίσης μια δυναμικότερη μονιμότητα. Το έργο παρουσιάζεται ως ένα περιουσιακό στοιχείο για κάθε νέα γενιά αναγνωστών, μεταδίδει δηλαδή κατ’ αυτόν τον τρόπο εξίσου την ιδέα μιας αιώνιας διαδικασίας όσο και την ιδέα μιας αιώνιας υλικότητας: ο δεσμός του Θουκυδίδη με το αναγνωστικό κοινό του ανανεώνεται από τη μια γενιά στην άλλη.[38] Αυτή η δυναμική σημασία επιβεβαιώνεται με το ξύγκειται, στο οποίο δεν ενυπάρχει απλώς η ιδέα μιας (παθητικής) ‘κατάθεσης’ (όπως στο ομηρικό κεῖται). Επιπλέον, αγνοεί την πρόθεση ξυν-, το στοιχείο που το ξύγκειται έχει κοινό με την κύρια αυτοαναφορική έκφραση του έργου, το ξυν-έγραψε. Στην επόμενη ενότητα θα δούμε ότι αυτό το στοιχείο δεν συνδέει απλώς το έργο ακόμα στενότερα με τον επιγραφικό λόγο και τα κίνητρά του, αλλά επίσης ενι­σχύει τον δεσμό με τον αναγνώστη, ο οποίος έχει οικοδομηθεί στην αρχιτε­κτονική του έργου του Θουκυδίδη.
     
Η σημασιολογία του ξυγγράφειν
 
Θα αποτελούσε λήψη του ζητουμένου να αποδώσουμε στο ξυγγράφειν όπως απαντά στον Θουκυδίδη τέτοιες σημασίες όπως ‘συγγραφή ιστορίας’ ή ‘σύνθεση πεζού λόγου’, δεδομένου ότι εκείνες οι σημασίες απέκτησαν εξέχουσα θέση μόνον ως αποτέλεσμα της επιρροής του έργου του Θουκυδίδη στη διαμόρφωση της αρχαιοελληνικής πεζογραφικής παράδοσης. Αντίθετα, πρέπει να γνωρίζουμε ακριβώς τι συνεισφέρει η πρόθεση ξυν- στο ρηματικό θέμα γραφ- και, γενικότερα, τι σήμαινε η συγγραφή για έναν Αθηναίο της εποχής του Θουκυδίδη, όταν δεν προετοίμαζε, όπως οι τραγικοί ποιητές, για παράδειγμα, ένα γραπτό κείμενο για εκτέλεση.
 
Για τη Loraux το ξυν- δηλώνει την ολότητα του πολέμου που έχει γραφεί, τη γλωσσική έκφραση της αντιστοιχίας του Πολέμου των Πελοποννησίων και των Αθηναίων με τον πόλεμο των Πελοποννησίων και των Αθηναίων.[39] Ο Θουκυδίδης έχει κυριολεκτικά ‘συν-γράψει’ τον πόλεμο και έχει συγκεντρώσει ένα ευρύ σύνολο ετερογενών γεγονότων, διασκορπισμένων στον χρόνο και στον χώρο, σε ένα μεμονωμένο μνημειώδες κείμενο. Η ‘συνένωση’ που εκφράζεται με το ξυν-, θα μπορούσαμε να πούμε, πραγματοποιείται από την πλευρά του αντικειμένου, όπως στο ξυν-άγω ‘οδηγώ μαζί’ ή στο συλ-λέγω ‘μαζεύω’.[40] Αντίθετα, ο Edmunds υποστηρίζει ότι το ξυν- ‘δεν αναφέρεται στη συναρμογή γεγονότων διά της γραφής, σε μια διαδικασία σύνθεσης, αλλά είναι είτε επιτελεστικό (‘επιτυγχάνω τη συγγραφή’) ή επιτατικό (‘σημειώνω’)’. Για τον Edmunds η θεμελιώδης σημασία του ξυγγράφειν είναι ‘καταγράφω’, με τη βαθύτερη έννοια πως οτιδήποτε έχει καταγραφεί προϋπάρχει της ενέργειας της γραφής.[41] Τόσο η Loraux όσο και ο Edmunds διακρίνουν στη χρήση του συγγράφειν εκ μέρους του Ηροδότου την πρωταρχική πηγή από την οποία αντλεί ο Θουκυδίδης.
 
Λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τη συζήτηση που προηγήθηκε σχετικά με τη μελλοντική πρόθεση του Θουκυδίδη, είναι πιθανό να αναρωτηθούμε αν η προσανατολισμένη στο παρελθόν απόδοση ‘έχει καταγράψει’ αποτελεί την ορθή ερμηνεία του ξυνέγραψε. Φαίνεται αβάσιμο να θεωρήσουμε δεδομένη τη λεξιλογική επίδραση του Ηροδότου, τη στιγμή που ο Θουκυδίδης αποφεύγει επιμελώς τους σαφώς πιο σημαντικούς ηροδότειους όρους ἱστορία ή ἀπόδεξις, προκειμένου να αναφερθεί στο δικό του έργο.[42] Φαίνεται, μάλιστα, ότι η χρήση του ξυγγράφειν στην Αθήνα της εποχής του προσφέρει το πλαίσιο για μια διαφορετική ερμηνεία της αυτοπαρουσίασης του Θουκυδίδη ως προς το στοιχείο της συγγραφής. Ο ίδιος ο ιστορικός προσφέρει ορισμένα χρήσιμα σημεία εκκίνησης.
 
Καταρχάς, υπάρχει η γλώσσα των πολιτικών συνθηκών. Ένα παράδειγμα απαντά στο χωρίο 5-41.3, όταν οι Σπαρτιάτες ‘συμφώνησαν με’ (ξυνεχώρησαν) τις απαιτήσεις των Αργείων και ‘διατύπωσαν εγγράφως τη συμφωνία’ (ξυνεγράψαντο).[43] Υπάρχει, ασφαλώς, η ιδέα της καταγραφής του αποτελέσματος των διαβουλεύσεων, μιας μεταγραφής της συμφωνίας από τον προφορικό στον γραπτό λόγο. Απομένει όμως να δούμε αν είναι αυτό που εκφράζει το ξυνεγράψαντο. Η καθαυτό συγγραφή είναι ένα προκαταρκτικό μόνο βήμα προς την κατεύθυνση ενός εγγράφου που απευθύνεται στο μέλλον. Η ακολουθία ‘συμφωνία-γραπτήή διατύπωση’ μπορεί, ή θα έπρεπε, να ακολουθείται από μια δημόσια παρουσίαση, μια ‘δείξη’, στις κοινότητες που εμπλέκονται. Αυτό ισχύει στη συνθήκη Αργείων-Σπαρτιατών που μόλις αναφέρθηκε και η οποία θα μπορούσε να φτάσει στην εκπλήρωσή της (τέλος) μόνο ύστερα από την ‘παρου­σίασή της στον λαό του Άργους’ (δεῖξαι τῷ πλήθει). Μετά τη λήψη όρκων και από τις δύο πλευρές η συνθήκη, κατοχυρωμένη πλέον, μπορεί να αναφέρεται ως τά ξυγκείμενα, όπως συμβαίνει συχνά στον Θουκυδίδη: η συνθήκη, θεσπισμένη και επικυρωμένη, ‘διατηρεί τη συνοχή της’, όπως μια συμπαγής κατα­σκευή.[44]
 
Μια δεύτερη σφαίρα με την οποία ο Θουκυδίδης μοιράζεται την ορολογία της αυτοπαρουσίασής του είναι η νομοθεσία. Στο 8.67.1 γράφει ότι το κόμμα του Πεισάνδρου πρότεινε στον δήμον να εκλέξει δέκα ‘μέλη συντακτικής επιτροπής με απόλυτη εξουσία’ (ξυγγραφέας αὐτοκράτορας), που θα συνέτασσαν μια γραπτή πρόταση (ξυγγράψαντας γνώμην) όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να κυβερνηθεί καλύτερα η πόλη. Ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί τη γλώσσα των επίσημων ψηφισμάτων και είναι πολύ πιθανό να παραφράζει μια πραγματική επιγραφή.[45] Πανομοιότυπη και ακόμα πλησιέστερη στη γλώσσα των αποφάσεων της εκκλησίας του δήμου που χαράσσονταν σε λίθινες πλάκες ‘για οποιονδήποτε θέλει να δει’ είναι η διατύπωση του Ξενοφώντα σχετικά με την αρχή του καθεστώτος των Τριάκοντα:
 
ἔδοξε τῷ δήμῳ τριάκοντα ἄνδρας ἑλέσθαι, οἵ τούς πατρίους νόμους συγγράφουσι. καθ’οὕς πολιτεύσουσι (Ξεν. Ελλ. 2.3.2)
 
Η εκκλησία του δήμου αποφάσισε να εκλέξει τριάντα άνδρες, που θα κατέγραφαν τους προγονικούς νόμους σύμφωνα με τους οποίους θα κυβερνιόταν η πόλη.
 
Στους Τριάκοντα σαφέστατα δεν ανατίθεται η δημιουργία νέων νόμων, αλλά ούτε και καταγράφουν απλώς υπάρχοντες, ‘προγονικούς’ νόμους. Αν το έκαναν, είναι δύσκολο να αντιληφθούμε γιατί ήταν απαραίτητη η καταγραφή τους (εκτός και αν υπονοείται ότι η νομοθεσία πριν από τη δημοκρατία δεν μπορούσε πλέον να ανακτηθεί). Μάλλον η ιδέα φαίνεται ότι ήταν πως τους ζητήθηκε να αναδιατυπώσουν τους νόμους της πόλης που ίσχυαν πριν από τη δημοκρατία ως τη βάση για ένα νέο σύνταγμα. Το ‘κείμενο’ που προκύπτει και που θα το αποκαλούσαμε συγγραφή[46] καταγράφει την προγενέστερη συμπεριφορά, αλλά ο αληθινός σκοπός του είναι να διαμορφώσει και να ρυθμίσει τη μελλοντική συμπεριφορά. Η αρχική αποστολή των Τριάκοντα ήταν να προσφέρουν ένα προσχέδιο, έναν οδηγό για τη μελλοντική διακυβέρνηση. Όπως ακριβώς στην περίπτωση των συνθηκών, το κείμενο (συγγραφή) της αυθεντικής πρότασης πρέπει να ‘επιδειχθεί’, προκειμένου να είναι έγκυρο και δεσμευτικό. Κανένα από τα δύο στάδια δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ από τους Τριάκοντα, που, όπως γράφει ο Ξενοφώντας (2.3.11), ανέβαλλαν διαρκώς ‘να συγγράψουν και να παρουσιάσουν’ (ἀεί ἔμελλον συγγράφειν τε καί ἀποδεικνύναι) το νέο σύνταγμα.
 
Ο Θουκυδίδης μοιράζεται τον κεντρικό όρο της αυτοπαρουσίασής του με τη γλώσσα των συνθηκών και των συνταγμάτων, δύο δραστηριοτήτων που εμπλέκουν τον κεντρικό όρο ἀπόδεξις του Ηροδότου, ώστε να δηλώσουν το τελικό στάδιο της διαδικασίας. ‘Καταγράφω’ είναι ένας όρος μάλλον ακατάλληλος για το είδος της συγγραφής και του κειμένου που εννοείται: η συγγραφή είναι προσανατολισμένη προς την εφαρμογή της και η διαδικασία δεν ολοκληρώνεται παρά μόνον όταν επιτευχθεί αυτός ο στόχος.
 
Η αναφορικότητα των τεχνικών εγχειριδίων της εποχής, που ονομάζονταν συγγραφαί, μοιράζεται αυτό το είδος γραφής: ο συγγραφέας τους συστηματοποιεί την προηγούμενη πρακτική, προκειμένου να διευκολύνει την πρακτική που θα ακολουθείται πλέον στο μέλλον και κατ’ αυτόν τον τρόπο ‘συγγράφει’ το οραματιζόμενο έργον της τέχνης του. Είδαμε ήδη ότι το βιβλίο μαγειρικής του Μίθαικου είναι μια συγγραφή και ανάλογος είναι και ο Κανόνας του συγχρόνου του Θουκυδίδη Πολύκλειτου, το κείμενο του οποίου στρέφεται προς το απόλυτο έργον της γλυπτικής: την αναπαράσταση του ιδανικού ανθρώπινου σώματος. Μετρώντας τις αναλογίες του ανθρώπου και κοιτάζοντας πέρα από την επιφάνεια της σωματικής διάπλασης οποιουδήποτε συγκεκριμένου ατόμου, ο Πολύκλειτος ‘έγραψε’ το ανθρώπινο σώμα.[47]
 
Πριν εξετάσουμε τον Θουκυδίδη από αυτή την οπτική γωνία υπάρχει μια ακόμη ομάδα στοιχείων που πρέπει να ληφθεί υπόψη: η γλώσσα των σχεδίων των δημόσιων κτισμάτων της πόλης των Αθηνών. Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας προέρχονται από τις δημόσιες επιγραφές που παραθέτουν το ψήφισμα το οποίο αφορά την κατασκευή του μνημείου και την ανάθεσή του. Φαίνεται ότι αυτά τα έγγραφα δεν έχουν άλλη λειτουργία πέρα από την περάτωση του κτίσματος (ἔργον) του οποίου την οικοδόμηση εξαγγέλλουν, αλλά περιστασιακά η επιγραφή διατείνεται ότι έχει ενδιαφέρον αφ’ εαυτής και ότι μεταφέρει πληροφορίες, έτσι ώστε να είναι δυνατό ‘σε κάθε ενδιαφερόμενο Αθηναίο να γνωρίζει και να ερευνά’ (τῷ βουλομένῳ Ἀθηναίων εἰδέναι καί ἐξετάζειν, IG ΙΙ/ΙΙΙ.463.30): πάλι, ένα επίλεκτο κοινό καλείται να ερευνήσει την αλήθεια σχετικά με τα έργα του παρελθόντος.
 
Οι κεντρικοί όροι είναι πάλι συγγράφει και συγγραφή. Και οι δύο χρησιμοποιούνται για το γράψιμο του αρχιτέκτονα, που διασαφηνίζει τις λεπτομέρειες για το κτίσμα και την κατασκευή του.[48] Το πασίγνωστο ψήφισμα για την ανάθεση του κτίσματος του ναού της Νίκης προσφέρει ένα παράδειγμα:
 
και το Ηιερόν θυρδσαι καθ’ ὅ τι Καλλικράτες χσυγγράφσει (IG I3 35.6-8)
 
και να εφοδιάσει το ναό με θύρες, σύμφωνα με όσα γράφει ο Καλλικράτης.[49]
 
Το νόημα του ρήματος εδώ είναι εξίσου τελεολογικό όσο και όταν οι Τριάκοντα επρόκειτο να συντάξουν τον κώδικα της Αθήνας ή όταν ένας δάσκαλος καταγράφει την τέχνη του. Αντί να καταγράψει οποιαδήποτε προϋπάρχουσα πραγματικότητα ο Καλλικράτης ‘γράφει’ τον ναό και έτσι προσφέρει την αναγκαία συνθήκη για την περάτωση του έργου. Οι υπεύθυνοι για την επίτευξή του δεν μπορούν παρά να ακολουθήσουν, έχοντας πλήρη εμπιστοσύνη, τις διευκρινίσεις του αρχιτέκτονα.
 
Η συγγραφή του αρχιτέκτονα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί αμιγώς ένα ζήτημα καλλιτεχνικού σχεδίου· αν περιγράφουν λεπτομερώς τέτοια στοιχεία όπως ημερομίσθια των εργατών, χρόνος παράδοσης ή υλικά που θα χρησιμοποιηθούν, συχνά προσεγγίζει αυτό που αποτελεί για μας ένα συμβόλαιο, σύμφωνα με το οποίο (κατά τάς συγγραφάς)[50] πρέπει να εκτελεστεί το έργο. Το μνημείο που έχει φτάσει στην ολοκλήρωσή του (τέλος, μια κατάσταση που προϋποθέτει ότι είναι συγκείμενον, ‘συνταιριασμένο’)[51] πρέπει να ‘επιδειχθεί’ στους αρμόδιους αξιωματούχους, έτσι ώστε η παράδοσή του να εκτελεστεί με τον σωστό τρόπο:
 
Ταῦ]τά δέ ποιήσας ἅπαντα δόκιμα κατά τήν συγγραφήν ἀπο[δει]ξάτο) τοῖς ναοποιοῖς κ[αϊ] τ[ώι ά]ρχιτ[έκτονΙ[ι] ὁ μισθωσάμενος τό ἔργ[ο]ν τέλος ἔχον (IG ΙΙ/ΙΙΙ. 1678, όψη Α16-18)
 
Έχοντας εκτελέσει όλα αυτά με ικανοποιητικό τρόπο σύμφωνα με το συμβό­λαιο. ο ανάδοχος θα επιδείξει/παραδώσει το έργο, όταν θα έχει ολοκληρωθεί, στους αξιωματούχους του ναού και στον αρχιτέκτονα.
 
Όπως ακριβώς το νέο σύνταγμα της Αθήνας ή η συνθήκη ανάμεσα στη Σπάρτη και το Άργος, το έργο της οικοδόμησης αρχίζει ουσιαστικά τη ζωή του ως μια συγγραφή και τελειώνει με την πράξη της αποδείξεως
 
Συμβόλαιο και σχέδιο
 
Το λεξικό των Liddell-Scott καταχωρεί τη συγγραφή των αρχιτεκτόνων ως την 6η σημασία του συγγράφειν, διαφορετική από τις σημασίες ‘συντάσσω ένα συμβόλαιο’ (σημασία III) και ‘συντάσσω μια πρόταση για ψήφισμα’ (IV). Αυτό είναι αμφίβολο τόσο από την άποψη της λεξικολογίας όσο και της πολιτισμικής ιστορίας. Έχουμε διαπιστώσει ότι μία κεντρική ιδέα διατρέχει μια σειρά πολιτισμικών πεδίων (συνθήκες, τεχνικά εγχειρίδια, αρχιτεκτονική κτλ.). Αυτά τα πεδία δεν συγκροτούν διαφορετικές ‘έννοιες’ του συγγράφειν το ρήμα, αντίθετα, κωδικοποιεί αυτό που τα πεδία έχουν κοινό όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται ή κινητοποιούνται οι διαδικασίες τους μέσω της συγγραφής. Η συγγραφή σχεδίων και συμβολαίων είναι αυτό που συνιστά το πεδίο του οποίου οι σημασίες ‘συνθέτω ένα γραπτό’ ή ‘γράφω σε πεζό λόγο’ (που τώρα παρατίθενται ως η κεντρικότερη έννοια II) αποτελούν τη μεταφορική επέκταση.
 
Έχουμε διαπιστώσει ότι η έννοια ‘γράφω σε πεζό λόγο’ είναι ήδη υπαρκτή την εποχή του Θουκυδίδη, ή τουλάχιστον λίγο αργότερα, στη φράση ‘γράφω (μια πραγματεία) σχετικά με’ (συγγράφειν περί). Ο ίδιος ο Θουκυδίδης βρίσκεται πιο κοντά στο κύριο πεδίο. Το δικό του ξυνέγραψε αντλεί από τη γλώσσα της αρχιτεκτονικής, των συνθηκών και της νομοθεσίας και έτσι προσθέτει στο έργο του σημαντικά γνωρίσματα εκείνων των τομέων. Η ιδέα ενός ιστορικού ως σχεδιαστή ή αρχιτέκτονα ενός πολέμου μπορεί να φαντάζει προβληματική στον σύγχρονο μελετητή, αλλά θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε αν ένας σύγχρονος ιστορικός θα είχε πλήρη αντίληψη αυτού του ‘γεγονότος’, αν δεν το είχε ‘συν-γράψει’ ο Θουκυδίδης σύμφωνα με την αρχιτεκτονική της διάκρισης θέρους και χειμώνα, στη διατύπωση της οποίας άλλωστε τοποθετεί και την υπογραφή του. Ο Θουκυδίδης οικοδόμησε ως έναν πόλεμο αυτό που όλοι πίστευαν ότι ήταν δυο και η ισχυρή επιμονή του στην έκταση ‘αυτού του πολέμου’ δείχνει ότι θεωρεί το έργο του τον μοναδικό τρόπο πρόσβασης σε μια πραγματικότητα της οποίας ο ίδιος έχει ετοιμάσει τη θεμελιώδη δομή.
 
Η σχέση με άλλα πεδία που η καταγραφή τους αποκαλείται συγγράφειν σε σύγχρονα του Θουκυδίδη κείμενα υποδηλώνει ότι η απόλυτη αντιστοιχία ανάμεσα στο έργο και τον πόλεμο, όπως προτείνει η Loraux, δεν είναι αυτό που είχε κατά νου ο Θουκυδίδης. Αυτός δεν είναι ο ίδιος ο πόλεμος, ο πόλεμος αυτοπροσώπως, αλλά το πρότυπό του. Ο πόλεμος δεν είναι μια παρελθούσα πραγματικότητα που καταγράφεται με πλήρεις και εξαντλητικές λεπτομέρειες αλλά μια πραγματικότητα ‘προς την κατεύθυνση της οποίας’ γράφεται το έργο. Αυτή η πραγματικότητα, όπως είδαμε, είναι η ίδια η πραγματικότητα του αναγνώστη, που γίνεται κατανοητή μέσω της συνταγής που προσφέρει για την κατανόηση ο Θουκυδίδης. Η συγγραφή του μπορεί να εξυπηρετήσει αυτόν τον σκοπό, μόνο όταν επιλέξει το ουσιώδες μέσα από ένα χαοτικό σύνολο πραγμάτων που έγιναν και ειπώθηκαν, όπως ο Κανών του Πολύκλειτου, που υπερέβη τις λεπτομέρειες και τους υπολογισμούς κάθε μεμονωμένου ανθρώπινου σώματος.
 
Η συγγραφή αποσκοπεί στο ουσιώδες, αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι ατελής: κάποιος θα χρειαστεί να ολοκληρώσει το έργον, να χτίσει τον ναό, να ζήσει σύμφωνα με τον νόμο ή να τιμήσει τη συνθήκη. Στην περίπτωση του Θουκυδίδη η ολοκλήρωση του έργου είναι καθήκον του αναγνώστη. Το έργο του Θουκυδίδη είναι ένα συμβόλαιο με τις μελλοντικές γενιές αναγνωστών, μια ενίσχυση της εμπιστοσύνης, μια συγγραφή που μετατράπηκε σε ένα συγκεί­μενον. Οι αναγνώστες, μέσα από την ενασχόληση με τη δική τους εποχή με τη βοήθεια του θουκυδίδειου πρίσματος του πολέμου, καταλαμβάνουν τη θέση των οικοδόμων ή μηχανικών που δεσμεύονται από τις διευκρινίσεις του αρχιτέκτονα εξίσου με το συμβαλλόμενο μέρος, το οποίο υποχρεούται να ζήσει σύμφωνα με τα ξυγκείμενα, την οριστική δομή της συνθήκης. Η τελική απαγγελία ἡ ἀπόδειξις αναβάλλεται και ίσως δεν είναι πολύ παραπλανητικό να πούμε ότι αυτό το καθήκον αφήνεται στον αναγνώστη, που η επιθυμία του να ‘κοιτάξει’ (σκοπεῖν) θα έχει το έργο του Θουκυδίδη ως αναντικατάστατο εργαλείο. Τοποθετώντας ο Θουκυδίδης τον φόρτο του επιτεύγματος στην αρχή της διαδικασίας, στη συγγραφή, κάνει κάτι περισσότερο από το να αποφύγει απλώς την ορολογία του προδρόμου του. Εισέρχεται στον κόσμο του αναγνώστη.
 
Αν η ενέργεια του συγγράφειν, όπως επιτελούνταν στην Αθήνα της κλασικής εποχής, μπορεί να ιδωθεί ως μια μεταφορά για τη σύγχρονη ερμηνεία της ανάγνωσης ως ολοκλήρωσης του γραπτού έργου, τότε ο Θουκυδίδης ενσαρκώνει αυτή τη μεταφορά, καθώς διαπλάθει το έργο του κατά το πρότυπο της συγγραφής της εποχής του. Έχει μεταδώσει στις επόμενες γενιές όχι μόνο ένα πρότυπο για την κατανόηση του παρόντος βάσει του παρελθόντος αλλά επίσης την ίδια την έννοια της συγγραφής ως μιας πράξης που επιζητεί συμπλήρωση. Ο Θουκυδίδης έχει γράψει τον Πόλεμο των Πελοποννησίων και των Αθηναίων κάθε φορά που το έργο διαβάζεται εκ νέου.
-----------------------
[1] Για την αντίθεση μεταξύ Ηρόδοτου και Θουκυδίδη σχετικά με τον ‘γραπτό χαρακτήρα’ βλ. Havelock (1963) 53-54, σημ. 8· πρβλ. Gentili-Cerri (1983) 8-11 (με αμφότερους να εστιάζουν στη φράση κτήμα ές αίεί, για την οποία βλ. περισσότερα παρακάτω). Ορι­σμένοι μελετητές δεν αποκλείουν προφορικές παρουσιάσεις του έργου του Θουκυδίδη σε ιδιωτικό περιβάλλον, π.χ. Hornblower (1987) 29. Για τον Ηρόδοτο και την ‘προφορικότητα’ βλ. Bakker (2002a) 11-12· (2006). 
[2] Τα άλλα τέλη ετών που φέρουν την υπογραφή του Θουκυδίδη είναι τα εξής: 2.103.2 (3ο)· 3.25.2 (4ο)· 3.88.4 (5ο)· 3-116.3 (6ο)· 4.51.1 (7ο)· 4.135.2 (9ο)· 6.7.4 (16ο)· 6.93.4 (17ο)· 7.18.4 (18ο)· 8.6.5 (19ο)· 8.60.3 (20ό)· βλ. ακόμα Luschnat (1970) 1109-10.
[3] Ηράκλειτος Β 129 DK (οι συγγραφαί του Πυθαγόρα), Ιππίας Β 6 DK.
[4] Ξεν. Περί ἱππ. 1· Ιπποκρ. Περί διαίτ. 1.1· 1.2· πρβλ. Ιπποκρ. Περί διαίτ. ὀξ. 1.
[5] Πλάτ. Γοργ. 518b6. 
[6] Βλ. Loraux (1986b) 149. Πρβλ. την πρώτη φράση της ιπποκρατικής πραγματείας Περί διαίτης ὀξέων όπου η επιθετική μετοχή καλεομένας χρησιμοποιείται, για να διασαφηνίσει την αναφορά: οἱ συγγράφαντες τάς Κνιδίας καλεομένας γνώμας ‘το έργο με τον τίτλο Κνίδιες Γνώμες’.
[7] Loraux (1986b) 139-40· 142-43- 149.
[8] Για την έννοια του ἔργου στον Θουκυδίδη (σε αντίθεση με αυτήν στον Ηρόδοτο) βλ. Immerwahr (1960) 276-77· 286.
[9] Βλ. Bakker (2002a) 16-19. 
[10] Loraux (1986b) 144· 161.
[11] Αντίστοιχα Edmunds (1993) 837· 838· 840.
[12] Edmunds (1993) 834-35· 837-38 (το παράθεμα από τη σ. 838).
[13] 1.118.1 (τοΰδε τοΰ πολέμου)· 1.118.2 (τής αρχής τοΰδε τού πολέμου)· 1.118.2 (ἀρξαμένοις τόνδε τόν πόλεμον)· πρβλ. 1.8.1- 1.13.3· 1.18.1· 1.18.3· 1.19· 1.23.3- 1.24.5· 1.97.1 (μεταξύ τοῦδε τοῦ πολέμου καί τοῦ Μηδικοῦ)· 5.20.1, 3. 
[14] Από αυτή την άποψη, ο πόλεμος του Θουκυδίδη δεν διαφέρει από την ἀπόδεξιν του Ηροδότου. που προσδιορίζεται επίσης μέσω του ἥδε· βλ. Bakker (2002a) 29-31.
[15] Loraux (1986b) 141. Η Loraux όμως αποδίδει αυτή την έννοια περισσότερο στην πρόθεση ξυν- (για την οποία θα λεχθούν περισσότερα στη συνέχεια) παρά στη γραμματική αξία του αορίστου. 
[16] Στον Θουκυδίδη, π.χ., 1.69.2 (νῦν γε ξυνήλθομεν)· 1.120.1 (νῦν ξυνήγαγον).
[17] Βλ. Bakker (1997) 19-27· (2005) 154-176
[18] Svenbro (1993) 44-63.
[19] Πρβλ. Svenbro (1993) 150, που τονίζει (σημ. 10) τη σύνδεση ανάμεσα στο μνήμα και στο κτήμα (ἐς αἰεί). Βλ. ακόμα Moles (1999) ενότητα 4, που απορρίπτει τη σχέση ανάμεσα στο έργο του Θουκυδίδη και στα ταφικά (ή αναθηματικά) μνημεία, καθώς έχει κατά νουν ένα διαφορετικό είδος επιγραφών· βλ. παρακάτω.
[20] Βλ. ακόμα, στο 6.55.1, την αναθηματική στήλη για την αδικία των τυράννων. Άλλη μια επιγραφή που παρατίθεται από τον Θουκυδίδη, η ιδιωτική επιγραφή του Παυσανία πάνω στον τρίποδα που αφιερώθηκε από τα λάφυρα της μάχης των Πλαταιών (1.132.2), δεν υφίσταται καν την εποχή που έγραφε, καθώς οι Σπαρτιάτες την είχαν αποξέσει. Για τη χρησιμοποίηση επιγραφών από τον Θουκυδίδη βλ. Hornblower (1987) 88-90· Higbie (1999) 59-62. Η ανάγνωση επιγραφών στην αρχαιότητα συζητείται στον Bine (2002).
[21] Βλ. ακόμα Edmunds (1993) 847-48. 
[22] Βλ. την παρόμοια περίπτωση του αριθμού των Ελλήνων που πολιόρκησαν την Τροία (1.10.4-5), μια ‘μέθοδο’ συλλογισμού που, όπως μου υποδεικνύει ο Jeffrey Rusten [προφορικά], αποφέρει με ειρωνικό τρόπο ένα αποτέλεσμα που δεν συμφέρει στον Θουκυδίδη, καθώς υποστηρίζει τη σπουδαιότητα του ‘δικού του’ πολέμου: η δύναμη των Αχαιών στην Τροία υπερείχε αριθμητικά κάθε δύναμης που συγκεντρώθηκε κατά τον Πελοποννησιακό Πόλειιο. Ο Rusten ποοτείνει επίσης να αντιπαραβληθεί το σκοπεῖν ιιε το εὑρεῖν. το ρήμα που δηλώνει τα ισχυρά, ασφαλή αποτελέσματα ἐρευνας.  
[23] Γι΄ αυτό το χωρίο βλ. επίσης Parry (1981) 100 κ.ε.· Kallet (2001) 38 k.e.· 56-58
[24] Για τις διαλογικές ιδιότητες του οὗτος βλ. Bakker (1999).
[25] Στο ζήτημα της ‘χρησιμότητας’ της Ιστορίας του Θουκυδίδη η αντίθεση ανάμεσα στο ‘θεωρητικό/επιστημονικόό’ (π.χ. Gomme, HCT 1.149) και στο ‘πρακτικό/πολιτικό’ μου φαίνεται τεχνητή και αναχρονιστική, εφόσον το έργο του Θουκυδίδη προορίζεται να αποτελέσει ένα μνημείο πολιτικής τέχνης. Βλ. ακόμα τη συζήτηση στον Nicolai (1995) 13-16.
[26] Ο Hornblower (1987) 34-44, στρέφοντας την προσοχή στην ‘επιλεκτικότητα’ του Θουκυδίδη, προσεγγίζει αυτή τη σύλληψη, όταν μιλά για επιλεκτικά ‘παραδείγματα’ ορισμένων ειδών γεγονότων, παραθέτοντας τον όρο ‘γενικές ιδέες’ του Finley (σ. 42).
[27] Βλ. ακόμα Erbse (1989) 138 (‘κάθε αναγνώστης’). Ο Θουκυδίδης απορρίπτει με εντυπωσιακό τρόπο την έρευνα για ‘αιτίες’, αἰτίαι, ως άσχετη με το θέμα. Για την αἰτίην και την ἱστορίην στον Ηρόδοτο βλ. Bakker (2002a) 13-14. 
[28] Γι’ αυτόν τον όρο βλ. Crane (1996) 50-65.
[29] Π.χ. ο Hornblower (1987) 45 (‘δύο καρδιές χτυπούν στο στήθος του Θουκυδίδη’)· ο Rusten (1989) 7-16· ο Rood (1998a) 46-48. 
[30] Βλ. ακόμα Raaflaub (2002b) 152- Kallet-Marx (1993) 75-76, σημ. 18. Για την αντίθετη άποψη, σύμφωνα με την οποία ο Θουκυδίδης, εδώ και αλλού, δεν είναι πιθανό να απομακρύνθηκε ιδιαίτερα από την ‘αλήθεια’, βλ., π.γ., Adcock (1963) 29.
[31] Moles (1999) ενότητες 2 και 6-7.
[32] Βλ. Thomas (1989) 60-61 με σημ. 151. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν τις επι­γραφές IG I3 60, fr. c, 31· 133,11· 140, 7· 1453, G, 16· 1453, B/G 12,2· 1G ΙΙ/ΙΙΙ 463-30 (τῷ βουλομένῳ ... εἰδέναι καί ἐξετάζειν - βλ. ακόμα την επόμενη ενότητα)· 487, 8· πρβλ. Πλάτ. Πολιτικ. 299c8-9.
[33] Η Lisa Kallet μου επισημαίνει ότι μπορεί να λανθάνει μια ειρωνική πρόθεση: ένας δημοκρατικός λογότυπος χρησιμοποιείται ως δήλωση της πρόθεσης ενός έργου που καταδεικνύει ακριβώς την αποτυχία της δημοκρατίας. 
[34] Π.χ. Havelock (1963) 54, σημ. 8· Gentili-Cerri (1983) 8-11· Lendle (1990). Ο Nagy (1990) 169 βλέπει στο κτήμα ένα σύμβολο της ‘ιδιωτικής απόκτησης της γνώσης’ σε αντί­θεση με ‘τη δημόσια επίδειξη τέτοιας γνώσης’ (όπως εκφράζεται με αρνητική σημασία στη φράση ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν). Η Thomas (2000) 267 προτείνει να δούμε στο ἀγώνισμα μια αναφορά όχι μόνο στον Ηρόδοτο αλλά και στην πρακτική των δημόσιων συζητήσεων της εποχής του. Βλ. ακόμα Bakker (2002a) 31-32, που προτείνει ότι με το ἀγώνι­σμα χαρακτηρίζεται εμμέσως το έργο του Ηροδότου ως λαοφιλής επιτυχία, σε αντίθεση με τη διαχρονική αξία του έργου του ίδιου του Θουκυδίδη.
[35] Moles (1999), ενότητες 3-5· πρβλ. I 382· δ 127. Και τις δύο φορές η φράση αναφέρεται στην αιγυπτιακή Θήβα. Ο Moles παραπέμπει στον Θουκ. 1.129.3, μια υποτίθεται κατά λέξη απόδοση μιας επιστολής του Πέρση βασιλιά Ξέρξη με την οποία ευχαριστεί τον Σπαρτιάτη στρατηγό Παυσανία: κείσεταί σοι εὐεργεσία ἐν τῷ ἡμετέρῳ οἴκῳ ἐς αἰει ἀνάγραπτος. Βλ. ακόμα Crane (1996) 13, που βλέπει στις φράσεις ένα παράδειγμα της ‘γλώσ­σας των οικονομικών λογαριασμών’, που μνημειώνεται μέσω της γραφής.
[36] Αυτόθι, ενότητα 3.
[37] Ιδιαίτερα πειστική είναι η άποψη του Moles για το κτήμα ως ένα βραβείο ‘που κερδήθηκε στον πόλεμο ή σε κάποιο αγωνιστικό πλαίσιο’· με αυτόν τον τρόπο το έργο του Θουκυδίδη κερδίζει ‘το βραβείο της αιώνιας χρησιμότητας’ και έτσι ‘απορροφά και υπερβαίνει’ το βραβείο για τη στιγμιαία και εφήμερη επιτυχία που υποδηλώνει η φράση ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν.
[38] Βλ. ακόμα την έκφραση περί τῶν αἰεί παρόντων στο 1.22.1, που συνεχίζει τη φράση τόν παρόντα αίεί μέγιστον (1.21.2): οι λεπτομέρειες των συγκεκριμένων καταστάσεων είναι διαφορετικά κάθε φορά, αλλά το οξυδερκές μάτι μπορεί να τα αντιληφθεί και να συλλάβει τον κοινά παρονομαστή. Η χρήση του αἰεί ανακαλεί στη μνήμη τον Αθηναϊκό επιγραφικό λογότυπο τήν βουλήν τήν αἰεί βουλεύουσαν: τα άτομα μπορεί να αλλάζουν, αλλά ο Θεσμός παραμένει ο ίδιος. Βλ. περαιτέρω Bakker (2002b) 19. 
[39] Loraux (1986b) 145· βλ. ακόμα Canfora (1972) 108-10, με τον οποίο συμφωνεί η Loraux.
[40] Πρβλ. τη σύμπνοια που συνδέεται με το υποκείμενο, την έννοια του να κάνεις κάτι μαζί με κάποιον άλλο, όπως στα συν-δουλεύω, συν-διακινδυνεύω, συμ-ποιέω κτλ. Βλ. περαιτέρω σημ. 43 παρακάτω.
[41] Edmunds (1993) 836· βλ. ακόμα Hornblower (1987) 8, σημ. 2, με αναφορές σε περιγραφές του ξυγγράφειν ως ‘συγκέντρωσης’, ‘συλλογής’.
[42] Ωστόσο, η μοναδική εξαίρεση είναι αξιοπρόσεκτη. Στο 1.97.2 ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί τη λέξη ἀπόδειξιν για το δικό του επίτευγμα σε ρητή αντίθεση με τη ξυγγραφήν του αντιπάλου του Ελλάνικου. Η λέξη ιστορία δεν απαντά στον Θουκυδίδη. 
[43] Ας σημειωθεί ότι το ρήμα βρίσκεται στη μέση φωνή σε αντίθεση με τις χρήσεις που συζητούνται παρακάτω και τη χρήση του ίδιου του Θουκυδίδη. Η ενέργεια της ξυγγραφῆς εκτελείται από δύο μέρη, που κυριολεκτικά αποτελούν δύο υποκείμενα που γράφουν μαζί: το ένα εμπλέκει τον εαυτό του στη συγγραφή του άλλου μέρους (βλ. σημ. 40 παραπάνω). Για άλλα παραδείγματα της ξυγγραφῆς ως γραπτής διατύπωσης μιας πολιτικής συνθήκης βλ. 5.35.2.
[44] Π.χ., 3.70.2· 4.68.5· 5.25.2· 5.47.8.
[45] Π.χ., IG I3 78a.3 (422 π.Χ.;): τάδε οἱ χσυγγραφες χσυνέ[γρ]αφσαν· πρβλ. IG I3 21.3. 
[46] Ο Πλάτωνας (στον Πολιτικό 297-300, π.χ., 297d6, 300al) έχει τη λέξη σύγγραμμα γι’ αυτό το είδος εγγράφου.
[47] Για τον Κανόνα του Πολύκλειτου βλ. Pollitt (1974) 14-22. Η κύρια πηγή μας, ο Γαληνός, Περί τῶν Ἱππ. καί Πλάτ. δογμάτων 5-3-16, κάνει λόγο για σύγγραμμα. Ο όρος μπορεί να είναι απλώς τεχνικός και να δηλώνει την ‘πραγματεία’ την εποχή του Γαληνού, αλλά δεν μπορούμε να απορρίψουμε την κλασική χρήση. Πρβλ. τη χρήση του όρου από τον Πλάτωνα στον Πολιτικό (σημ. 46 παραπάνω). 
[48] Βλ. Bundgaard (1957) 97· Holloway (1969) 286-89· Pollitt (1974) 212-13.
[49] Πρβλ. IG I3 79.16 (λίθοις δέ κατ-1 [ακ]αλύφσαι τάς διαρροάς τό Ρρε[τ]- I δ καθότι αν χσυγγρ<ά>φσει ΔεμομέΑ-..Ι [ες ὁ ἀρχιτέκτον].)· IG ΙΙ/ΙΙΙ 463-32 (τάς συγγραφάσ ἅς ἄν [εἰσ]ενέγκω[σι}ν οἱ άρχ[ι]τ[έ]κ[τονε]ς). Η ιδέα δεν περιορίζεται στην Αττική ή οτον 5ο αι.: π.χ. IG XII (Ρόδος) 1.1.10-11 (καθ’ ἅ κα ὁ άρχιτέ[κτων συγγρά] I ψηι)· βλ. περαιτέρω Higbie (2003) 55.
[50] Π.χ., IG I3 402.19· IG ΜΙΙ.244.39· 463-108-1168.11· 1668.95· 1670.23, 25.
[51] Π.χ., IG ΙΙ/ΙΙΙ.1678, όψη Α, 8. Ο Ηρόδοτος (5.62.3) χρησιμοποιεί τη λέξη συγκείμε­νον σε σχέση με την οικοδόμηση ναού με την έννοια ‘συαβόλαιο’, συγγραφή. 

Ο χρόνος δεν επουλώνει τις πληγές

Ιστορικά η έννοια του τραύματος αναδεικνύεται αρχικά στη ψυχαναλυτική θεωρία, όταν ο Freud τοποθετούσε το τραύμα στη βάση των νευρώσεων. Αυτό που διακρίνει το τραύμα είναι η ύπαρξη μιας καθηλωτικής εμπειρίας, η επίδραση της οποίας εντοπίζεται κυρίως εκ των υστέρων.

Οι αντιδράσεις του ψυχισμού μας σε κάποιο τραυματικό γεγονός

Καθηλωτική εμπειρία, σημαίνει ότι έχει συμβεί κάποιο στρεσσογόνο γεγονός σε πρώιμη ηλικία και το ίδιο το άτομο το έχει ερμηνεύσει με τέτοιο τρόπο που το έχει καθηλώσει συναισθηματικά και έτσι το ξαναζεί, γυρίζει επανειλημμένα πίσω σε αυτό και αδυνατεί να προχωρήσει. Αυτά τα ανεπίλυτα τραύματα, που έχουν συμβεί στην αρχή της ζωής και μέχρι την προεφηβεία, φαίνεται, δηλαδή,  να εισβάλλουν στο παρόν. Όλα αυτά, βέβαια, συμβαίνουν σε επίπεδο ασυνειδήτου και με την αφορμή μιας δύσκολης συνθήκης στην ενήλικη ζωή, έρχεται η καινούρια εμπειρία και επικάθεται στην παλιά, μέσω της παλινδρόμησης, όπου συναντούμε αντιδράσεις σε αποχρώσεις εκδραμάτισης.

Μια από τις βασικές ανθρώπινες άμυνες είναι η απώθηση, ή αλλιώς η διαγραφή μιας εμπειρίας από τη συνειδητή σκέψη και η μετακίνηση της στο ασυνείδητο. Ότι όμως απωθείται στο ασυνείδητο δε σημαίνει ότι δεν είναι ενεργή. Υπάρχουν πάντοτε ρωγμές στο ασυνείδητο, οι οποίες αφήνουν να διαρρεύσουν οι απωθημένες εμπειρίες και τα συναισθήματα που τις συνοδεύουν. Όταν κάνουμε σαν κάτι να μην υπάρχει ή σαν κάτι να μην έχει συμβεί, εκείνο επανέρχεται σαν χείμαρρος, σαν μια κραυγή. Μπορεί να υποφέρουμε από επαναλαμβανόμενους εφιάλτες, να αντιδρούμε ακραία σε καταστάσεις, να δυσκολευόμαστε με τις, ή τους συντρόφους μας και γενικότερα να μας χαρακτηρίζει μια εγωκεντρική οπτική στα πράγματα. Η βία, η συναισθηματική εγκατάλειψη, η κακομεταχείριση, η σεξουαλική διέγερση, η μη κατανόηση, η απουσία γονεϊκής πλαισίωσης, η μετανάστευση κτλ., μπορεί να εκλαμβάνονται ως έλλειψη αποδοχής του ατόμου από το περιβάλλον του και ενδεχομένως να οδηγήσουν στον τραυματισμό της ευάλωτης φύσης του ως παιδιού και στην απώλεια του αυθορμητισμού και της συναισθηματικής του αυτονομίας κατά την ενήλικη ζωή.

Το παιδί που έχουμε όλοι μέσα μας

Η Luccia Capacchione, έχει διερευνήσει με αρκετή λεπτομέρεια το ζήτημα του εσωτερικού παιδιού και ειδικά του μη αναγνωρισμένου εσωτερικού παιδιού, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο μας συνοδεύει η αποσιωπημένη φωνή του δια βίου. Μόνο όταν δημιουργούμε τον απαραίτητο χώρο για να ακουστεί η φωνή του εσωτερικού μας παιδιού μπορούμε να αισθανθούμε ότι βρισκόμαστε σε επαφή με τις αληθινές μας ανάγκες και άρα να μπορέσουμε να τις φροντίσουμε. Ποιά είναι, όμως, αυτή η εσωτερική φωνή και ποιά η σχέση της με το τραύμα; Εσωτερική φωνή μέσα μας είναι η αυθεντική μας φωνή, ο αληθινός μας εαυτός που χαρακτηρίζεται από το αποτύπωμα κάθε παγιωμένου μνημονικού μας ίχνους από την αρχή της ζωής μας. Η ιστορία μας ως παιδιών έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Καταρχάς, μπαίνουμε σε ένα κόσμο ενηλίκων και αναφέρω ενηλίκων γιατί από αυτούς εξαρτάται το βρέφος και αργότερα το παιδί, οι οποίοι ενήλικες συχνά μας πιέζουν να γίνουμε μικρογραφίες δικές τους.

«…Από τους πρώτους μήνες, το παιδί διδάσκεται όχι μόνο τι να κάνει, αλλά επίσης τι να δει, τι να ακούσει, τι να αγγίξει, τι να σκεφτεί και τι να αισθανθεί. Και πέραν αυτών, του λένε ακόμη αν θα είναι κερδισμένος ή χαμένος και πως θα τελειώσει η ζωή του. Όλες αυτές οι οδηγίες προγραμματίζονται στο μυαλό του και στον εγκέφαλό του τόσο σταθερά, σαν κάρτες προγραμμάτων στον υπολογιστή...» (EricBerne, 1963).

Όταν στο παιδί επιτρέπεται να υπάρχει ως παιδί και ότι αυτό συνεπάγεται, χωρίς όμως αυτό να παραπέμπει σε μια αόριστη κατάσταση, τότε το εσωτερικό παιδί ταυτίζεται με την εξωτερική εικόνα του παιδιού. Όταν όμως το παιδί καλείται να καταπιέσει τη φύση του και εξ ανάγκης να συμμορφωθεί, τότε ενδεχομένως να χρειαστεί να απαλλαγεί από την πραγματική του εσωτερική φωνή υιοθετώντας έναν ψευδή ή συνεξαρτημένο εαυτό προκειμένου να επιβιώσει, ασχέτως εάν ο μη αυθεντικός εαυτός δεν γνωρίζει το πως να ζει. Το ζήτημα είναι όμως ότι η αυθεντική φωνή της αλήθειας έχει αποσιωπηθεί. Ωστόσο, βρίσκεται απλά σε κατάσταση αναμονής, και με κάθε αφορμή δοθείσα ουρλιάζει, για να ακουστεί! Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το τραύμα, διαφαίνεται με κάθε ευκαιρία. Μπορεί ο ενήλικας να αντιμετωπίζει το γεγονός ενός διαζυγίου και λόγω ενός τραύματος που αφορά στα πρώτα χρόνια της ζωής του, να αναβιώνει μια εκδοχή της ίδιας ιστορίας, να αισθάνεται δηλαδή ότι τον εγκαταλείπουν, ή ότι έχει εξαπατηθεί, ή ότι δεν ήταν αρκετός κτλ. Αλλά προσοχή τα ινία έχει πάρει εδώ η ύπαρξη μιας εσωτερικής φωνής που έχει σμιλευτεί από το τραύμα και αναπαράγει τη φωνή ενός ή περισσότερων από τα βασικά άτομα φροντίδας που τον αντιμετώπιζαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αντιμετωπίζει το άτομο τον εαυτό του επί του παρόντος, ως ένα άτομο που δεν είναι άξιο να αγαπηθεί, ή ένα άτομο που δεν μπορεί να εμπιστευτεί τους άλλους τελικά. Η φωνή του εσωτερικού παιδιού βρίσκεται όμως θαμμένη κάτω από όλο αυτό τον άχρηστο σωρό σχημάτων.

Όταν το παιδί μέσα μας απουσιάζει

Η απουσία του παιδιού εντός μας, μας αφήνει μια επώδυνη αίσθηση κενού, σαν κάτι να λείπει μονίμως από τη ζωή μας. Όταν το τιμόνι της ζωής μας έχει αναλάβει ο ψευδής ή συνεξαρτημένος εαυτός μας, προσπαθούμε να γεμίσουμε αυτό το κενό με διάφορους τρόπους, με ανθρώπους, μέρη πράγματα, συμπεριφορές και γενικότερα με εμπειρίες από έξω προς τα μέσα. Μπορεί να χρειαστεί αρκετός χρόνος προκειμένου να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές οι πρακτικές δεν λειτουργούν γιατί η αίσθηση του κενού δεν δημιουργήθηκε από την απουσία εξωτερικών συνθηκών αλλά από το παιδί που χρειάστηκε να κρυφτεί, δηλαδή από την απουσία του αληθινού μας εαυτού που οδήγησε στην απώλεια της ικανότητας μας να συνδεόμαστε ουσιαστικά με τους άλλους. Όταν λοιπόν δίνουμε πίσω τη φωνή στο εσωτερικό μας παιδί, μας δίνεται η δυνατότητα να βγούμε από τη λήθη και να συνάψουμε ειρήνη με την ουσία της ύπαρξης μας. Ο τρόπος για να το καταφέρουμε είναι να γίνουμε εμείς οι ίδιοι οι φροντιστές του και οι προστάτες του, στρέφοντας την προσοχή μας στις σωματικές, συναισθηματικές, πνευματικές και δημιουργικές μας ανάγκες. Όταν αποφασίζουμε να γίνουμε εμείς οι φροντιστές του εσωτερικού μας παιδιού εξαφανίζεται η ανάγκη να βρούμε γονεϊκά υποκατάστατα και γινόμαστε εμείς οι φροντιστές του εαυτού μας. Καθώς συμβαίνει αυτό μεταμορφώνονται και τα κριτήρια βάσει των οποίων επιλέγουμε τους ανθρώπους γύρω μας, και κυρίως ο τρόπος που συνδεόμαστε με αυτούς, ενώ στις ερωτικές μας σχέσεις μπαίνουμε ολόκληροι, χαρούμενοι, με αυθορμητισμό αλλά και με αρκετή λογική.

Ο στόχος, λοιπόν, είναι να αυξηθεί η επίγνωση του «εγώ» και η ανάδειξη του αληθινού μας εαυτού.

Όσο θα ενδυναμώνεται η επικοινωνία με το εσωτερικό μας παιδί, θα δυναμώνει και η φωνή του, υποστηρίζοντας πλέον τον εαυτό του ενάντια στην εγκατάλειψη, τον χειρισμό ή την κακοποιητική αυτοκριτική. Το παιδί θα απαιτεί πλέον την επαρκή φροντίδα και προστασία και δε θα συμβιβάζεται με ψίχουλα. Όσο αυξάνεται, λοιπόν, η επίγνωση του ατόμου αυξάνεται και το εύρος των επιλογών του, ενάντια στα δυσλειτουργικά πρότυπα συμπεριφοράς του.

Εσωστρεφής σ’ έναν κόσμο εξωστρεφών

Καλώς ή κακώς, ο κόσμος έχει βασιστεί σε στερεότυπα που βοηθούν περισσότερο τα εξωστρεφή μέλη του απ’ ό,τι τα εσωστρεφή. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό ακόμη και μέσα από απλά καθημερινά παραδείγματα. Ένας εξωστρεφής θεωρείται η ψυχή της παρέας και τις περισσότερες φορές από την πλειοψηφία αντιμετωπίζεται ως ένας αυταπόδεικτα ενδιαφέρων άνθρωπος με έντονη προσωπικότητα είτε όντως είναι, είτε όχι.

Το συμπέρασμα του δυναμικού εξωστρεφή – που του δίνει προβάδισμα ακόμη και στα περισσότερα επαγγέλματα εκεί έξω – συνάγεται από τους περισσότερους μιας και στο μυαλό του μέσου όρου των ανθρώπων κάποιος που δε μιλάει πολύ, δε φωνάζει, παρατηρεί ήρεμα τους γύρω του και συμμετέχει σε μια συζήτηση μόνο αν τον ενδιαφέρει το θέμα είναι είτε αντικοινωνικός, είτε βαρετός.

Κι εδώ είναι το λάθος στη γενικότερη εντύπωση του κόσμου για τα εσωστρεφή άτομα. Ένας εσωστρεφής, λοιπόν, όπως φανερώνει κι η ίδια η λέξη δεν είναι λιγότερο ανήσυχος ή πληθωρικός άνθρωπος απλώς στρέφοντάς την προσοχή του προς τα μέσα – δηλαδή προς τον εαυτό, την ψυχολογία, το πνεύμα και τα συναισθήματα – δεν τον ενδιαφέρει να αναλώνεται σε άσκοπες εκρήξεις ή παρεμβάσεις, αλλά αρέσκεται περισσότερο στο ρόλο του ακροατή, παρατηρητή ή/και αναλυτή χωρίς αυτό – όπως παρεξηγημένα πιστεύεται – να σημαίνει πως είναι λιγότερο ενεργητικός.

Ένας παρατηρητής αναλύει, σκέπτεται, αντιλαμβάνεται κάθε ερέθισμα κι ύστερα όλα αυτά στρέφοντάς τα προς τα μέσα τα αξιολογεί, τα ξεψαχνίζει, τα εξελίσσει, βρίσκει πιθανά παρακλάδια τους, ψάχνει πιθανότητες, προσπαθεί να ψυχολογήσει, εμβαθύνει εκεί που άλλοι αρκούνται στην επιφάνεια, γεννά ιδέες και δεν έχει διάθεση παράλληλα με όλα τα παραπάνω να σπαταλά ενέργεια σε άσκοπες κινήσεις – κατά τη γνώμη του – αχρείαστου εντυπωσιασμού.

Ένας εσωστρεφής δε βρίσκει κανένα ενδιαφέρον στις μικρές καθημερινές συζητήσεις. Κάπως έτσι μπορεί να μείνει για ώρα σιωπηλός σε μια παρέα δίνοντας την εντύπωση πως δεν περνάει καλά ή πως σνομπάρει τους άλλους. Την ίδια στιγμή παρ’ όλα αυτά – σε αντίθεση με την εντύπωση που δίνει – μπορεί να έχει ήδη πλάσει με το μυαλό του κόσμους ολόκληρους κι ιστορίες γι’ αγρίους.

Στην πραγματικότητα αν τον αναγκάσεις από υποχρέωση ως δείγμα ευγένειας να πάρει μέρος σε μια κουβέντα χωρίς κάποιο ιδιαίτερο για τον ίδιο νόημα θα βασανίζεται ώσπου κάποιος να τον σώσει από αυτό το μαρτύριο. Αντιθέτως, αν το θέμα μιας συζήτησης έχει υπόβαθρο πιο φιλοσοφικό, υπαρξιακό, συμπεριλαμβάνει αφηρημένες έννοιες κι ιδέες θα μπορούσες να έρθεις αντιμέτωπος με την άλλη του πλευρά και να τον δεις ξαφνικά να μιλάει τόσο παθιασμένα που θα σε κάνει να αναρωτιέσαι αν είναι ο ίδιος άνθρωπος ο οποίος λίγη ώρα πριν στεκόταν αμίλητος στη γωνιά του.

Το μυαλό του εσωστρεφή είναι χάος. Συνήθως οι σκέψεις του είναι αβυσσαλέες κι αδυνατεί να τις βάλει ακόμη κι ο ίδιος σε τάξη. Γι’ αυτό, ο προφορικός λόγος ίσως να τον δυσκολεύει κι έτσι συχνά καταφεύγει στο γράψιμο όπου οργανώνει με περισσότερη ψυχραιμία αυτή την άβυσσο που έχει για μυαλό. Λένε πως οι περισσότεροι – όχι φυσικά όλοι – στοχαστές, φιλόσοφοι, καλλιτέχνες, συγγραφείς, ποιητές κ.ο.κ ήταν ή είναι στη βάση τους εσωστρεφείς.

Είτε ισχύει είτε όχι κάτι τέτοιο, με μια απλή παρατήρηση του κόσμου γύρω μας, όπως και του παρελθόντος, θα καταλάβουμε ότι ίσως να μην απέχει και πολύ από την πραγματικότητα μιας κι η ενέργεια ενός εσωστρεφούς περιστρέφεται γύρω από τη σκέψη και τη δημιουργία κι άλλων υποσκέψεων κι ιδεών ενώ η ενέργεια ενός εξωστρεφούς -χωρίς να σημαίνει ότι δε σκέφτεται – γίνεται εκρηκτική πράξη χωρίς ιδιαίτερο κοσκίνισμα.

Άλλος ένας τρόπος να βασανίσεις κάποιον εσωστρεφή είναι να τον καλέσεις στο τηλέφωνο. Ακριβώς επειδή δεν αγαπά τις συζητήσεις τέτοιου είδους, όταν είναι υποχρεωμένος να συμμετέχει σε αυτές, γλιτώνει πολλές φορές από το άγχος της αμηχανίας ή κερδίζει χρόνο κάνοντας κάποιον μορφασμό που θα δείχνει τη διάθεσή του απέναντι σε όσα ακούει δίχως να είναι απαραίτητο να μιλά συνεχώς. Αυτή η δυνατότητα μέσω τηλεφώνου δεν υπάρχει εφόσον δεν υπάρχει οπτική επαφή. Ουσιαστικά, λοιπόν, τον αναγκάζεις να μιλά συνέχεια δίχως παύσεις κάτι που τον εξαντλεί.

Ένα εσωστρεφές άτομο έχει διαφορετικά όρια στο τι θεωρεί προσωπικό του χώρο. Δεν επιδιώκει αγκαλιές και φιλιά με οποιονδήποτε χωρίς να σημαίνει ότι δε συμπαθεί τον εκάστοτε με τον οποίο συναναστρέφεται. Δεν είναι αντικοινωνικός όπως το αντιλαμβάνονται πολλοί. Απλώς μετά από κάθε δραστηριότητα, ειδικά αν αυτή συμπεριλαμβάνει πολλά άτομα, έχει απόλυτη ανάγκη επαναφόρτισης των προσωπικών του μπαταριών. Έτσι, όσο εύκολα θα τον δεις να αποζητά κοινωνικές εκδηλώσεις κάθε είδους, άλλο τόσο εύκολα θα τον δεις να κλείνεται στο καβούκι του για όσο χρειαστεί ώσπου να επανακτήσει την ενέργεια που νιώθει ότι του απομυζούν οι άλλοι.

Θα περάσει καλά με κόσμο αλλά εξίσου καλά περνάει και με την παρέα του ίδιου του του εαυτού. Οι αντικρουόμενες αυτές ανάγκες του κάποιες φορές ίσως τον οδηγούν σε κυκλοθυμικές συμπεριφορές κι ενώ όσο είναι σπίτι μπορεί να σκέφτεται πόσο ωραία θα ήταν αν έβγαινε όταν έρθει η ώρα να βγει μπορεί ν’ αρχίσει να σκέφτεται λίγο μετά πόσο ωραία περνούσε σπίτι του μόνος.

Είναι πολύπλοκα όντα οι εσωστρεφείς. Όχι περισσότερο ή λιγότερο από έναν εξωστρεφή αλλά χρειάζονται ειδικούς χειρισμούς που απαιτούν να τους έχεις προηγουμένως κατανοήσει αντί να τους κατατάξεις κι εσύ στις συνηθισμένες αβάσιμες κατηγορίες που συνηθίζουν να τους τοποθετούν πολλοί.

Το μυαλό ενός εσωστρεφή μπορεί να σε ταξιδέψει σε μονοπάτια που δεν έχεις καν διανοηθεί, αν τον εμπνεύσεις. Από τη στιγμή που θα του δώσεις την ευκαιρία να εκφραστεί ελεύθερα δείχνοντάς σου πως σε ενδιαφέρει να ακούσεις όσα σκέφτεται, πιθανότατα θα καταλήξεις να τον θεωρείς ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και σκεπτόμενα άτομα που έχεις γνωρίσει.

Απλώς δεν είναι φωνακλάς και πρακτικά πληθωρικός. Είναι όμως πληθωρικές οι ιδέες του κι οι σκέψεις του φωνάζουν σε άλλα ντεσιμπέλ από αυτά που θα μπορούσε κι ο ίδιος να κουμαντάρει. Σεβάσου τη φαινομενική σιωπή του ώστε να καταφέρεις να γνωρίσεις την ουσιαστική εκρηκτικότητα που επικρατεί μέσα του. Πού ξέρεις; Ίσως κάτι να έχει να σου πει. Ίσως να μην το μετανιώσεις.

Προφανώς τα πάντα διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο κι η ατομικότητα – σε ό,τι έχει να κάνει με τη διαφορετικότητα – είναι πάνω από κάθε ομάδα. Ωστόσο, κάποια βασικά χαρακτηριστικά ξεχωρίζουν σε διάφορες ομάδες ανθρώπων, όπως στους εσωστρεφείς, τα οποία χρησιμοποιούνται όταν πρόκειται να αναλυθούν προς ευκολία έκφρασης και συνεννόησης. Ο καθένας ωστόσο έχει την όμορφη και πολύτιμη διαφορετικότητά του σε όποια από τις ευρύτερες ομάδες κι αν ανήκει κι αυτό καλό είναι να μην το ξεχνάμε ποτέ.

Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;

Τι θα πει άραγε αυτό που λέγεται από κάποιους «χάνω το χρόνο μου» ή «αυτή η κατάσταση με πάει πίσω»; Πώς τον κερδίζει κανείς τον χρόνο του ή πώς μια κατάσταση τον πάει μπροστά;

Είναι ένα ερώτημα που συνδέεται με το περιβάλλον που έχει ανατραφεί κάποιος και σαφώς με τις εκάστοτε επικρατέστερες κοινωνικές σταθερές, δηλαδή όσα οι άγραφες πεποιθήσεις του κοινωνικού συνόλου θεωρούν σωστά ή λανθασμένα, επιτυχία ή αποτυχία και σε μεγάλο βαθμό το επιβάλουν σε όσους θέλοντας και μη, τις ασπάζονται.

Έχει αξία εδώ να αναφερθεί μια εύστοχη ιστορία:

Αυτή λέει πως κάποτε ζούσε σ’ ένα χωριό κάποιος φτωχός γέροντας, ο οποίος είχε ένα όμορφο άλογο που τον βοηθούσε στις γεωργικές του ασχολίες και το οποίο ήταν τόσο όμορφο και δυνατό, ώστε ήταν γνωστό σε όλη τη γύρω περιοχή.

Κάποια μέρα, ένας πρίγκιπας που εντυπωσιάστηκε από τη φήμη και το παρουσιαστικό του αλόγου, θέλησε να το αγοράσει, προσφέροντας στον γέροντα ένα υπέρογκο ποσό. Αυτός, όμως, αρνήθηκε να πουλήσει το αγαπημένο του άλογο, με το οποίο είχε δεθεί τόσα χρόνια, και επέστρεψε στο χωριό του. «Μα καλά είσαι ανόητος;» ρωτούσαν οι συγχωριανοί του. Πούλα το άλογο για το καλό σου, θα πιάσεις πολλά χρήματα και θα είσαι ευτυχισμένος. «Α, εμένα το άλογο με βοηθά στην εργασία μου. Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;» απαντούσε ο γέροντας.

Οι μέρες περνούσαν και το άλογο παρέμενε αχώριστη συντροφιά του γέροντα. Ένα πρωί ξύπνησε και είδε ότι το άλογό του είχε φύγει. Οι συγχωριανοί του μαζεύτηκαν για να του εκφράσουν τη λύπη τους: «Τι μεγάλο κακό που σε βρήκε, τώρα ποιος θα σε βοηθά στις δουλειές σου; Ήσουν ανόητος που δεν το πούλησες. Τώρα δεν έχεις ούτε τα χρήματα, ούτε το άλογο».

Ο γέροντας με τη χαρακτηριστική ηρεμία του απαντούσε: «Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό;» Οι χωριανοί απομακρύνονταν νομίζοντας ότι ο γέρος τα έχει χάσει. Ύστερα από λίγες μέρες, το άλογο επέστρεψε στη μάντρα του γέροντα, μαζί με μερικά άλλα πανέμορφα άγρια άλογα που είχε συναντήσει στο δάσος.

Μαζεύτηκαν ξανά οι συγχωριανοί και του έλεγαν: «Τι τυχερός που είσαι! Σου έτυχε μεγάλο καλό, αφού τώρα έχεις περισσότερα άλογα να σε βοηθούν». Ο γέροντας τούς απάντησε: «Και ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό. Πάντως, είμαι ευχαριστημένος που το άλογό μου γύρισε». Οι συγχωριανοί του τον κοιτάζανε πάλι περιφρονητικά.

Μετά από λίγες μέρες, ο γιος του, καβαλικεύοντας ένα από τα άλογα, έπεσε και χτύπησε τα πόδια του, μένοντας ανήμπορος. Μαζεύτηκαν πάλι οι χωριανοί λέγοντας: «Τι κακό που σε βρήκε! Με τα άλογα που ήρθαν, έχασες τελικά το δεξί σου χέρι στις δουλειές – τον γιο σου – που υποφέρει τώρα από τους πόνους και ίσως υποφέρει για όλη του τη ζωή». Ο γέρος απαντούσε πάλι: Ποιος ξέρει τι είναι καλό και τι κακό.

Δεν πέρασε μια βδομάδα από αυτό το ατύχημα και μια γειτονική χώρα κήρυξε τον πόλεμο στη χώρα του. Πέρασε, λοιπόν, και από την πόλη του ο στρατός και επιστράτευσε όλους τους νέους άντρες της πόλης. Δεν πήραν, φυσικά, τον γιο του, που είχε χτυπήσει τα πόδια του, κι έτσι δεν έλαβε μέρος στις άγριες μάχες που ακολούθησαν. Ήρθαν πάλι οι συγχωριανοί και έλεγαν: «Είσαι πολύ τυχερός, αφού οι γιοι όλων μας πάνε να σκοτωθούν στον πόλεμο, ενώ εσύ θα έχεις τον γιο σου πάντα κοντά σου». Και ο γέροντας τούς απάντησε με τρυφερότητα: «Εμείς οι άνθρωποι δεν ξέρουμε ποτέ αρκετά, για να κρίνουμε αν κάτι είναι ευλογία ή συμφορά, αρκεί να το ζούμε με ψυχραιμία».

Είναι κατανοητή η ατάκα περί χασίματος χρόνου ή οπισθοπορείας, όταν μια κατάσταση σε φθείρει ή δεν σε προάγει, σου δημιουργεί μια δυσλειτουργία, σου αφήνει ένα κενό. Ωστόσο, όσοι έχουν μεγαλώσει στους ρυθμούς της πόλης με ανταγωνιστικό προσανατολισμό πέραν του σκατζοχοιρένιου αυτισμού που παρουσιάζουν, αναπτύσσουν και μια άκρατη λογική περί πάρτης. Αυτό το μοντέλο όμως δεν ταιριάζει στις αλληλεπιδράσεις, στις ανθρώπινες σχέσεις.

Όλες αυτές οι σκιερές σκέψεις συρρικνώνονται στην απλή ατάκα «όλα είναι δρόμος». Απ’ όλες τις καταστάσεις μπορεί κάποιος να ωφεληθεί αν το θέλει, να αναμετρηθεί και να αναδείξει τις «θαμμένες» του δυνάμεις. Όλα είναι δρόμος. Αν κάποιος θέλει, συνθέτει την ψυχική του ανθεκτικότητα κι από το λάθος κι από την αποτυχία.

Με όλα όσα του συμβαίνουν μπορεί να έχει ένα «αλισβερίσι» και να βγει δυνατότερος, περισσότερο έμπειρος. Το κλειδί είναι να καταφέρει να αποδεχτεί ποιος στ’ αλήθεια είναι δίχως φόβους κι εκεί να προσθέσει την ανάπτυξη και την ενδυνάμωση του εαυτού του. Η αυτοπαρατήρηση με ρεαλισμό, τού προσφέρει δημιουργικές και παραγωγικές δυνάμεις προκειμένου να μειώνει σταδιακά τις ολισθήσεις του και να αυξάνει τη σταθερότητά του.

Σίγουρα ό,τι δεν προάγει την προοπτική του καθενός σύμφωνα με το προσωπικό του όραμα, αργά ή γρήγορα το προσπερνά και το αφήνει στην άκρη για να συνεχίσει την πορεία της ζωής του. Κάποια στιγμή χρειάζεται να περάσει κανείς στην επόμενη «πίστα» στο παιχνίδι της ζωής αυτής, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως μετριέται ο δρόμος προς την ολοκλήρωση – που είναι διαρκής – με μονάδες όπως χάνω, κερδίζω, πίσω μπροστά.

Θεωρώ πως αυτή η στάση έχει στοιχεία ναρκισσισμού. «Χάνω το χρόνο μου, τη μέρα μου, την καριέρα μου». Ναι συμφωνώ, όταν μένει κανείς συνεχώς άπραγος και έχει την νοοτροπία «πέσε μήλο να σε φάω», διαφορετικά μήπως «κερδίζει» να μαθαίνει να ζει με ευγνωμοσύνη στο παρόν, αφτιασίδωτος, εξασφαλίζοντας την ψυχραιμία του στα γεγονότα που τον αφορούν, πλησιέστερα στον άνθρωπο που ζει στον επίγειο παράδεισο και τον αξιοποιεί. Tα πράγματα κυλούν όπως ξέρουν. Η ζωή ξέρει, ασ’ την να σ’ εντυπωσιάσει! Το μόνο που οφείλεις να κάνεις είναι να είσαι εκεί, με εγρήγορση.

Οι διαπροσωπικές σχέσεις δεν έχουν μονάδα μέτρησης αυτής της μεζούρας. Έρχεται η ώρα να πεις το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι». Όχι σε ό,τι κλέβει τις στιγμές που σε κάνουν εσένα ευτυχισμένο και σε ξεκουράζουν. Είναι απλά αυτό που σημειώνει εύστοχα η Κική Δημουλά: «Όχι, δεν παίρνω άλλο διαταγές. Όταν μου λέγανε τα σύννεφα ταξίδευε, ταξίδευα κι όταν μου λέγανε τα όνειρα περίμενε, περίμενα». Το μόνο που χρειάζεται λοιπόν για να επικοινωνεί, είναι να μάθει κανείς τη «γλώσσα» του σύννεφου και του ονείρου, της ψυχοσωματικής του υπόστασης, τη γλώσσα της ζωής, της σιωπής, του γέλιου, της ανατολής, της καρδιάς του.

Μητρότητα: Ένας σεισμός της ψυχής

Όλοι ξέρουμε πολλά πλέον για το τι σημαίνει να είσαι μητέρα. Ωστόσο, μερικοί πιθανώς υιοθετούν μια πολύ ρεαλιστική προσέγγιση στην κρίση που συνεπάγεται με την μητρότητα για πολλές γυναίκες.

Η Laura Gutman αναφέρεται στο θέμα στο βιβλίο της «Maternity, coming face to face with our own shadow». Η ψυχοθεραπεύτρια εξηγεί πως οι γυναίκες έρχονται σε επαφή με τις σκιές τους όταν γίνονται μητέρες.

Τι αποκαλούμε «σκιές»;
Ο όρος «σκιά*» χρησιμοποιήθηκε και διαδόθηκε από τον Καρλ Γιούνγκ. Αυτή η έννοια περιλαμβάνει περισσότερα από το περίφημο «ασυνείδητο» του Φρόιντ. Αναφέρεται στα άγνωστα μέρη της ψυχής και του πνευματικού κόσμου.

Ολόκληρο το σύμπαν είναι φτιαγμένο από αντιθέσεις: μέρα και νύχτα, αρσενικό και θηλυκό, θετικό και αρνητικό, φως και σκοτάδι. Ο ψυχικός μας κόσμος επίσης διαμορφώνεται από τα φωτεινά και σκοτεινά μέρη του. Δεν βλέπουμε τι βρίσκεται στο σκοτάδι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει.

Οι «σκιές» αρχίζουν να αναπτύσσονται στην παιδική μας ηλικία. Όταν είμαστε μικροί, αρχίζουμε να χτίζουμε την προσωπικότητα μας. Μερικές φορές είναι επίπονα συναισθήματα και γεγονότα που δεν μπορούμε να επεξεργαστούμε συναισθηματικά και αποφασίζουμε να τα ξεχάσουμε. «Γυρνάμε την πλάτη μας» ώστε να συνεχίσουμε την πορεία μας στη ζωή. Αυτές οι άλυτες και μερικές φορές ασυνείδητες περιοχές είναι οι «σκιές» μας.
«Όλοι χρειάζεται να κοιτάξουμε στην σκοτεινή πλευρά της φύσης μας – εκεί βρίσκεται η ενέργεια, το πάθος. Οι άνθρωποι την φοβούνται επειδή έχει κομμάτια μας που τα αρνούμαστε.» – Sue Grafton
Τι συμβαίνει στις γυναίκες όταν αρχίζει η μητρότητα;
Ανεξάρτητα από την ηλικία μας, το παιδί που ήμασταν εξακολουθεί να ζει μέσα μας. Μερικές φορές το εσωτερικό μας παιδί είναι εδώ για να μας βοηθήσει να απολαύσουμε τον εαυτό μας, να διασκεδάσουμε. Άλλες φορές μας συνδέει με το πιο ευάλωτο κομμάτι του εαυτού μας, τους πιο πρωτογενείς φόβους μας, τις αναμνήσεις και ίσως τα πράγματα που μας λείπουν.

Η μητρότητα μας ταράζει και αποκαλύπτει όλες τις συναισθηματικές ελλείψεις και πληγές μας. Φέρνει πίσω τις εμπειρίες που είχαμε με την μητέρα και τον πατέρα μας, με τους ανθρώπους που μας μεγάλωσαν και που μας έθρεψαν συναισθηματικά. Αυτές οι αναμνήσεις, ίσως επίπονες αναμνήσεις, ήταν θαμμένες… μέχρι τώρα.

Τώρα στην εγκυμοσύνη, η ανάμνηση της παιδικής ηλικίας σας ξυπνά. Παλιές διαφωνίες βγαίνουν στο φως, ξανά ανοίγουν πληγές. Αυτή η ολόκληρη συναισθηματική έκρηξη συνοδεύεται από σωματικές και ορμονικές αλλαγές στην εγκυμοσύνη.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι φυσιολογικό για τις γυναίκες να νιώθουν συγχυσμένες ή λυπημένες… και συμβουλεύονται τον γιατρό. Συχνά η διάγνωση του γιατρού είναι «κατάθλιψη» ή «επιλόχεια κατάθλιψη» που ίσως να είναι αλλά και ίσως να μην είναι σωστή.

Αυτό συνήθως περιλαμβάνει την αυτόματη συνταγή φαρμάκων που σταματούν τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Πρέπει να θυμόμαστε πως η φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να προσφέρει στιγμιαία ανακούφιση, αλλά αν δεν υπάρξει ψυχολογική θεραπεία, τα προβλήματα μόνο θα θαφτούν και δεν θα λυθούν.

Πώς θα βρείτε τον δρόμο σας προς την θεραπεία;
Η αλήθεια είναι ότι πολλές κρυμμένες περιοχές της γυναικείας ψυχής ενεργοποιούνται και αποκαλύπτονται στην μητρότητα. Είναι συνήθως η ώρα της αποκάλυψης, της κρίσης… Πρόκειται για μια διαδικασία όπου η θεραπεία και άλλα είδη υποστήριξης μπορούν πραγματικά να βοηθήσουν.

Το να κάνουμε το ασυνείδητο συνειδητό μας κάνει να αναπτυχθούμε και να ωριμάσουμε. Κάνοντας τον πόνο συνειδητό, φέρνοντας τον στο φως, θα τον θεραπεύσουμε. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα μας εναντιωθεί όταν θα είμαστε αδύναμοι.

Το να επιστρέψουμε στον κανονικό εαυτό μας είναι επίσης απαραίτητο μέρος της θεραπείας των συναισθηματικών τραυμάτων που υπήρχαν, ανοιχτά και επώδυνα, από την παιδική ηλικία. Αναφερόμαστε στο να βρούμε και να θεραπεύσουμε το εσωτερικό μας παιδί.

Έτσι θα διορθώσουμε τις επιβλαβείς αντισταθμιστικές συμπεριφορές, κάνοντας τον εαυτό μας και πάλι ολόκληρο. Μπορούμε να θεραπευτούμε. Μια υγιέστερη, πιο ισορροπημένη και πιο ευτυχισμένη ζωή –και μητρότητα- είναι δυνατή.
«Αυτό είναι το έργο κάθε ανθρώπινου όντος: να περάσει την γήινη ζωή του αναζητώντας την σκιά του, να την φέρει στο φως και να περπατήσει στην αληθινή πορεία της ζωής.» – Laura Gutman
---------------------
*Η Σκιά (shadow) είναι το άθροισμα των πλευρών ενός ανθρώπου με τις οποίες αυτός βρίσκεται σε ρήξη/άρνηση. Η σκιά συνεχώς σαμποτάρει τις ενσυνείδητες αποφάσεις του ατόμου και, επιπλέον, προβάλλεται πάνω στους υπόλοιπους ώστε να εξισορροπήσει την απογοήτευση, και ταυτόχρονα να κρύψει την πραγματική πηγή των αποτυχιών (που είναι η ρήξη με τον εαυτό).

Η αντιπαράθεση του ατόμου με άλλους, που έχουν τις ιδιότητες με τις οποίες το άτομο βρίσκεται σε ρήξη, εξορκίζει την πιθανότητα να τις κατέχει κι ο ίδιος. Η λύση βρίσκεται στην συμφιλίωση με τις πλευρές του εαυτού, με τις οποίες το άτομο βρίσκεται σε ρήξη.

Το πρώτο βήμα για τη λύση φυσικά είναι η αναγνώριση της Σκιάς. Η Σκιά γίνεται αντιληπτή μέσω μιας κύριας ένδειξης: Της αυτόματης, αντανακλαστικής συναισθηματικής αντίδρασης (αντίθεση, αποστροφή) απέναντι σε συγκεκριμένες καταστάσεις, ανθρώπους ή γεγονότα. Στις περιπτώσεις αυτές συνήθως η Σκιά έχει προβληθεί πάνω στον εκάστοτε εξωτερικό παράγοντα, δίνοντας στον εξωτερικό (συνήθως) παρατηρητή και την ένδειξη του ποιοί είναι οι παράγοντες ρήξης από τους οποίους αποτελείται η Σκιά.

Ουσιώδης σημείωση: Η Σκιά δεν αποτελείται απαραίτητα από αντικειμενικώς μη-επιθυμητά χαρακτηριστικά (ειδικά σε άτομα με χαμηλή αυτοπεποίθηση). Για παράδειγμα η αυταρχικότητα κάποιου μπορεί να είναι ο πόλεμος του υποσυνείδητού του απέναντι στην (υποτιθέμενη ή μη) ευαισθησία και αδυναμία άλλων, ώστε να αποκρυφτεί η αδυναμία και ευαισθησία του ίδιου του υποκειμένου και να επιβεβαιωθεί η διάστασή του από αυτήν.

Ο Γιούνγκ λέει ότι όσο λιγότερο αναγνωρίζει ενσυνείδητα το άτομο την Σκιά του και όσο λιγότερο ενσωματωμένη είναι στην ενσυνείδητη ζωή του, τόσο πιο σκοτεινή και παχιά είναι η Σκιά. Και όσο πιο σκοτεινή και παχιά γίνεται, τόσο περισσότερη δύναμη αποκτάει, δηλαδή τόσο περισσότερο είναι σε θέση να πραγματώνεται δια της προβολής. Και όσο συμβαίνει αυτό, τόσο μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ Εγώ και Πραγματικότητας.

Η Σκιά όμως αναγνωρίζεται από τον Γιούνγκ και ως δημιουργική δυναμική. Προφανώς η ένταση που δημιουργεί το χάσμα Εγώ – Πραγματικότητας θα εξωτερικευθεί: Μπορεί στην τέχνη, μπορεί στον πόλεμο.

Πώς η έμφαση δίνεται στο «έχειν» και όχι στο «είναι»

Μια κάποια αλλαγή, όσον αφορά την έμφαση που δίνεται αντίστοιχα στο «έχειν» και στο «είναι», φαίνεται ξεκάθαρα στην όλο και αυξανόμενη χρήση των ουσιαστικών και στην επακόλουθη μείωση της χρήσης των ρημάτων στις δυτικές γλώσσες.

Το ουσιαστικό είναι η ακριβής κατονομασία ενός πράγματος. Μπορώ να πω ότι έχω πράγματα: έχω ένα τραπέζι, ένα σπίτι, ένα βιβλίο, ένα αυτοκίνητο. Η ακριβής κατονομασία μιας δραστηριότητας, όμως ή μιας διαδικασίας σε εξέλιξη είναι ένα ρήμα: λόγου χάρη, «είμαι», «αγαπώ», «επιθυμώ», «μισώ» κ.λπ.  Αλλά όλο και πιο συχνά, ακόμη και μια δραστηριότητα εκφράζεται με όρους κτήσης: με άλλα λόγια, ένα ουσιαστικό αντικαθιστά το ρήμα. Το να εκφράσεις ωστόσο μια δραστηριότητα χρησιμοποιώντας το ρήμα «έχω» σε συνδυασμό με ένα ουσιαστικό, αποτελεί εσφαλμένη χρήση της γλώσσας, καθώς οι δραστηριότητες και οι διαδικασίες σε εξέλιξη μπορούν μόνο να βιωθούν και όχι να αποκτηθούν.

Οι καταστροφικές συνέπειες αυτής της σύγχυσης είχαν ήδη αναγνωριστεί από τον δέκατο όγδοο αιώνα. Ο Ντι Μαρέ έδωσε μια ιδιαίτερα ακριβή έκφραση αυτού του προβλήματος σ’ ένα έργο του που εκδόθηκε μετά των θάνατό του, με τίτλο: «Οι Πραγματικές Αρχές της Γραμματικής» (1769), Γράφει εκεί: «Στο παράδειγμα “Έχω ένα ρολόι”, το ρήμα πρέπει να εννοηθεί με την κυριολεκτική του σημασία• όταν, όμως, λέει κάποιος “έχω μια ιδέα”, τότε το “έχω” λέγεται μόνο μεταφορικά. Είναι μια δανεισμένη έκφραση. Έχω μια ιδέα σημαίνει σκέφτομαι, συλλαμβάνω κάτι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Παρόμοια, έχω μια επιθυμία σημαίνει επιθυμώ κ.ο.κ.».

Στη διάρκεια των δύο αιώνων μετά τον Ντι Μαρέ, αυτή η γενική τάση της υποκατάστασης των ρημάτων με ουσιαστικά έχει λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις, που ακόμη κι εκείνος ο ίδιος δύσκολα θα μπορούσε να είχε φανταστεί. Ιδού ένα τυπικό, ακόμη κι αν είναι κάπως παρατραβηγμένο, παράδειγμα της καθημερινής μας ομιλίας. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος πηγαίνει να συμβουλευτεί έναν ψυχαναλυτή και ξεκινά τη συζήτηση με τα παρακάτω λόγια: «Γιατρέ, έχω ένα πρόβλημα˙ έχω αϋπνία. Αν και έχω ένα όμορφο σπίτι, αξιαγάπητα παιδιά κι έναν ευτυχισμένο γάμο, έχω και πολλές ανησυχίες». Πριν από μερικές δεκαετίες, αντί ο ασθενής να πει «έχω ένα πρόβλημα», θα είχε ίσως πει «είμαι προβληματισμένος», αντί να πει «έχω αϋπνία», θα έλεγε «δεν μπορώ να κοιμηθώ»˙ και, αντί να πει «έχω έναν ευτυχισμένο γάμο», θα έλεγε «είμαι ευτυχισμένος στον γάμο μου».

Ο πιο πρόσφατος τρόπος έκφρασης δηλώνει και τον υψηλό βαθμό αλλοτρίωσης που έχει επικρατήσει. Λέγοντας «έχω ένα πρόβλημα» αντί «είμαι προβληματισμένος», η υποκειμενική εμπειρία περιορίζεται: το εγώ της βιωμένης εμπειρίας υποκαθίσταται από αυτό της κτήσης. Έχω μετασχηματίσει το συναίσθημά μου σε κάτι το οποίο κατέχω: ένα πρόβλημα. Όμως, η λέξη «πρόβλημα» είναι ένας αφηρημένος όρος για κάθε λογής δυσκολία. Δεν δύναμαι να έχω ένα πρόβλημα, καθώς αυτό το τελευταίο δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να βρίσκεται στην κατοχή μου. Ωστόσο, μπορεί αυτό να κατέχει εμένα. Με διαφορετική διατύπωση, έχω μεταβάλει τον εαυτό μου σε «πρόβλημα» και τώρα πια με κατέχει το δημιούργημά μου. Αυτός o τρόπος ομιλίας προδίδει επομένως μια κρυμμένη, ασυνείδητη αλλοτρίωση. Αλλά βέβαια, θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει σε όλα αυτά πως η αϋπνία είναι ένα φυσικό σύμπτωμα όπως ο πονεμένος λαιμός ή ο πονόδοντος, και γι’ αυτό είναι αποδεκτό να λέμε ότι έχουμε αϋπνία, όπως λέμε ότι έχουμε πονεμένο λαιμό. Αλλά εδώ υπάρχει μια διαφορά: ένας πονεμένος λαιμός ή ένας πονόδοντος είναι σωματικές αισθήσεις, οι οποίες μπορούν να είναι περισσότερο ή λιγότερο έντονες, όμως δεν έχουν ιδιαίτερη ψυχική χροιά. Μπορεί κανείς να έχει πονεμένο λαιμό, αφού βέβαια έχει λαιμό, όπως μπορεί να έχει πονεμένο δόντι, αφού έχει δόντια. Η αϋπνία, αντίθετα, δεν είναι μια σωματική αίσθηση, αλλά μια πνευματική κατάσταση του ανθρώπου, αυτή κατά την οποία αδυνατεί να κοιμηθεί. Αν πω ότι «έχω αϋπνία» αντί «δεν μπορώ να κοιμηθώ», προδίδω την επιθυμία μου να απωθήσω μακριά μου την εμπειρία του άγχους μου, της ανησυχίας και της έντασης που δεν με αφήνουν να κοιμηθώ, και να αντιμετωπίσω ένα φαινόμενο που σχετίζεται με το μυαλό μου σαν να ήταν σωματικό σύμπτωμα.

Ή ένα άλλο παράδειγμα˙ το να πω «έχω μεγάλη αγάπη για σένα», δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Η αγάπη δεν είναι ένα πράγμα που μπορεί κάποιος να το έχει, αλλά μια ζωντανή διαδικασία, μια εσωτερική δραστηριότητα, υποκείμενο της οποίας είναι αυτός ο κάποιος. Μπορώ να αγαπώ, μπορώ να είμαι ερωτευμένος, αλλά αγαπώντας… δεν έχω τίποτε. Στην πραγματικότητα, μάλιστα, όσο λιγότερα έχω τόσο περισσότερο μπορώ να αγαπώ.

Erich Fromm, Να έχεις ή να είσαι;

Η ζωή και ο θάνατος Ρωμαίων αυτοκρατόρων: το μίσος δημιουργείται τόσο με τις καλές όσο και με τις κακές πράξεις

Αν εξετάσουμε τη ζωή και τον θάνατο μερικών Ρωμαίων αυτοκρατόρων, θα φαινόταν ίσως σε πολλούς ότι υπάρχουν παραδείγματα αντίθετα με αυτή την άποψή μου, καθώς μπορεί να βρεθούν μερικοί που έζησαν πάντα παραδειγματικά και επέδειξαν μεγάλη αρετή ψυχής και παρ’όλα αυτά έχασαν την εξουσία ή δολοφονήθηκαν από τους δικούς τους που συνωμότησαν εναντίον τους. Θέλω λοιπόν να απαντήσω σ’αυτές τις αντιρρήσεις. Θα μιλήσω για τις αρετές μερικών αυτοκρατόρων και θα αποδείξω πως οι αιτίες της καταστροφής τους δεν ήταν διαφορετικές από αυτές τις οποίες περιγράφω εδώ. Θα εξετάσω ιδιαίτερα εκείνα τα έργα τους που είναι αξιόλογα σε όποιον μελετά την ιστορία της εποχής. Μου αρκεί να επιλέξω όλους εκείνους τους αυτοκράτορες που διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλο στην εξουσία, από το φιλόσοφο Μάρκο Αυρήλιο έως τον Μαξιμίνο. Ήταν ο Μάρκος Αυρήλιος, γιος του ο Κόμμοδος, ο Περτίναξ, ο Ιουλιανός , ο Σεβήρος, ο Αντωνίνος Καρακάλλας, ο γιος του Μακρίνος, ο Ηλιογάβαλος, ο Αλέξανδρος και ο Μαξιμίνος. Το πρώτο που οφείλουμε να σημειώσουμε είναι πως ενώ στις άλλες ηγεμονίες πρέπει να αγωνιστείς μόνο εναντίον της φιλοδοξίας των ισχυρών και της αναίδειας του λαού, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες είχαν και ένα τρίτο πρόβλημα: έπρεπε να ανεχτούν την αγριότητα και την απληστία των στρατιωτών.

Ήταν τόσο δύσκολο, ώστε αποτέλεσε την αιτία καταστροφής πολλών, επειδή δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν και τους στρατιώτες και τον λαό: ο λαό επιθυμούσε την ησυχία και γι’ αυτό αγαπούσε τους μετριοπαθείς ηγεμόνες – οι στρατιώτες αγαπούσαν τον ηγεμόνα με στρατιωτική ψυχή, που ήταν αλαζόνας, άγριος και άρπαγας. Ήθελαν να φορολογεί πολύ τον λαό, για να έχουν διπλάσιο μισθό και να ικανοποιούν την απληστία και την σκληρότητά τους. Αυτά τα πράγματα οδήγησαν στην καταστροφή εκείνους τους ηγεμόνες που, είτε από τη φύση τους είτε λόγω της συμπεριφοράς τους, δεν έχαιραν μεγάλης εκτίμησης ώστε να μπορούν να ελέγχουν τον πληθυσμό και τους στρατιώτες. Οι περισσότεροι από αυτούς, κυρίως εκείνοι που είχαν γίνει πρόσφατα ηγεμόνες, αφού αναγνώριζαν τη δυσκολία αυτών των δυο διαφορετικών διαθέσεων, στρέφονταν στην ικανοποίηση του στρατού, εκτιμώντας άνευ σημασίας το γεγονός ότι αδικούσαν τον λαό. Αυτή η απόφαση ήταν αναπόφευκτη : οι ηγεμόνες δεν μπορούν να αποφύγουν το μίσος κάποιας κοινωνικής ομάδας, οπότε οφείλουν κυρίως να μην είναι μισητοί απ’όλες κι αν δεν μπορούν να το επιτύχουν, οφείλουν δευτερευόντως να φροντίσουν με κάθε τρόπο να αποφύγουν το μίσος εκείνων των ομάδων που είναι πιο ισχυρές.

Οπότε, αυτοί οι αυτοκράτορες, που ως νέοι ηγεμόνες είχαν ανάγκη από ιδιαίτερη δημοτικότητα, στηρίζονταν περισσότερο στον στρατό παρά στον λαό. Κι αυτό μπορεί να είχε καλά ή κακά αποτελέσματα, ανάλογα με το πόσο ο ηγεμόνας ήξερε να διατηρεί το κύρος του απέναντί τους. Από τους παραπάνω λόγους προκύπτει ότι ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Περίναξ και ο Αλέξανδρος, όλοι μετριοπαθείς και φίλοι της δικαιοσύνης, εχθροί της σκληρότητας, ανθρωπιστές και ήπιοι, είχαν όλοι, εκτός από τον Μάρκο Αυρήλιο, κακό τέλος. Μόνο ο Μάρκος έζησε και πέθανε με πολυάριθμες τιμές, γιατί ανέβηκε στην εξουσία κληρονομικώ δικαίω και επομένως δεν ήταν αναγκασμένος να κερδίσει τη συναίνεση ούτε του στρατού ούτε του λαού. Έτσι, όσο ζούσε είχε πάντα τον λαό και στον στρατό υπό τον έλεγχο και ποτέ δεν τον μίσησαν ούτε τον περιφρόνησαν. Ο Περτίναξ όμως έγινε αυτοκράτορας ενάντια στη θέληση των στρατιωτών. Είχαν συνηθίσει να ζουν ασύδοτα επί Κόμμουδου και δεν μπορούσαν να ανεχτούν την τίμια ζωή στην οποία ήθελε να τους επαναφέρει εκείνος. Έτσι, τον μίσησαν και στο μίσος προστέθηκε η περιφρόνηση, επειδή ήταν γέρος. Κατά συνέπεια, οδηγήθηκε στην καταστροφή ήδη από την αρχή της εξουσίας του.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε πως το μίσος δημιουργείται τόσο με τις καλές όσο και με τις κακές πράξεις. Οπότε, όπως είπα πιο πάνω, ένας ηγεμόνας που θέλει να διατηρήσει την εξουσία συχνά αναγκάζεται να είναι καλός. Όταν αυτό το σύνολο ( ο λαός, ο στρατός ή οι ισχυροί) που κρίνεις ότι το έχεις ανάγκη προκειμένου να διατηρηθείς στην εξουσία είναι διεφθαρμένο, σε συμφέρει να ακολουθείς τις επιθυμίες του και να το ικανοποιείς. Στην προκειμένη περίπτωση, οι καλές πράξεις δε σε ωφελούν. Ας έρθουμε όμως στον Αλέξανδρο. Ήταν πολύ καλός και στα δεκατέσσερα χρόνια που κράτησε την αυτοκρατορία. Παρ’όλα αυτά, τον θεωρούσαν μαλθαλό και άνδρα που άφηνε να τον επηρεάζει η μητέρα του. Και για τον λόγο αυτό έγινε αντικείμενο περιφρόνησης, ο στρατός συνωμότησε εναντίον του και τον σκότωσε.

Αν μιλήσουμε τώρα για τις ιδιότητες του Κόμμοδου, του Σεπτίμιου Σεβήρου, του Αντωνίνου Καρακάλλα και του Μαξιμίνου, θα δείτε πως ήταν σκληρότατοι και υπερβολικά άρπαγες. Για να ικανοποιήσουν τους στρατιώτες, εφάρμοσαν κάθε δυνατή αδικία στον λαό. Και όλοι, εκτός από τον Σεβήρο, είχα θλιβερό τέλος. Ο Σεβήρος ήταν τόσο ικανός, ώστε κατάφερε να κρατήσει τους στρατιώτες με το μέρος του, ακόμα κι όταν ο λαός καταπιεζόταν πολύ από αυτόν. Έτσι μπόρεσε να κυβερνήσει πάντα με ασφάλεια, επειδή αυτές του οι ικανότητες τον έκαναν τόσο θαυμαστό στα μάτια του στρατού και του λαού, ώστε παρέμεναν κατά κάποιον τρόπο οι μεν σαστισμένοι και οι δε ικανοποιημένοι και γεμάτοι σεβασμό απέναντί του.

Και επειδή τα έργα του ήταν μεγάλα και αξιοθαύμαστα για έναν νέο ηγεμόνα, θέλω να αποδείξω εν συντομία πόσο καλά ήξερε να χρησιμοποιεί το προσωπείο της αλεπούς και του λιονταριού, τις φύσεις των οποίων όπως είπα πιο πάνω είναι αναγκασμένος ένας ηγεμόνας να μιμείται. Ο Σεβήρος, γνωρίζοντας τη νωθρότητα του αυτοκράτορα Ιουλιανού, έπεισε τον στρατό του, του οποίου ήταν στρατηγός στη Σλαβονία, πως όφειλε να πάει στη Ρώμη για να εκδικηθεί τον θάνατο του Περτίνακα, ο οποίος είχε δολοφονηθεί από πραιτοριανούς. Με αυτό το πρόσχημα, χωρίς να δείξει πως αποσκοπούσε να καταλάβει την εξουσία, ξεκίνησε με τον στρατό προς τη Ρώμη και βρέθηκε στην Ιταλία προτού μαθευτεί η αναχώρησή του. Μόλις έφτασε στη Ρώμη, η Σύγκλητος, έντρομη, τον ανακήρυξε αυτοκράτορα και σκότωσε τον Ιουλιανό. Έπειτα από αυτή την αρχή, ο Σεβήρος αν ήθελε να γίνει κύριος όλου του κράτους, έπρεπε να ξεπεράσει δύο εμπόδια: ένα στην Ασία, όπου ο Πεσκέννιος Νίγρος, αρχηγός των ασιατικών στρατευμάτων, είχε ανακηρυχτεί αυτοκράτορας και το άλλο στη Δύση, όπου βρισκόταν ο Σεπτίμιος Αλβίνος, ο οποίος απέβλεπε στο να γίνει αυτοκράτορας. Και επειδή έκρινε επικίνδυνο να δείξει πως είναι εχθρός και των δύο, αποφάσισε να επιτεθεί στον Νίγρο και να εξαπατήσει τον Αλβίνο. Στον τελευταίο έγραψε πως είχε ανακηρυχθεί αυτοκράτορας από τη Σύγκλητο και ότι ήθελε να μοιραστεί την εξουσία μαζί του. Του έστειλε τον τίτλο του Καίσαρα και με απόφαση της Συγκλήτου τον έκανε συναυτοκράτορα. Ο Αλβίνος τα θεώρησε όλα αυτά αληθινά. Όταν όμως νίκησε και σκότωσε τον Νίγρο και ηρέμησε την κατάσταση στην Ασία, ο Σεβήρος γύρισε στη Ρώμη και διαμαρτυρήθηκε στη Σύγκλητο πως ο Αλβίνος, μην αναγνωρίζοντας τα ευεργετήματα που είχε δεχτεί από τον ίδιο, προσπάθησε να τον δολοφονήσει με δόλο. Οπότε, ήταν αναγκασμένος να πάει και να τιμωρήσει την αχαριστία του.
Έτσι, πήγε και τον βρήκε στη Γαλλία και του αφαίρεσε την εξουσία και τη ζωή.

ΝΙΚΟΛΟ ΜΑΚΙΑΒΕΛΙ, Ο ΗΓΕΜΟΝΑΣ

ΤΙΜΩΝ Ή ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΟΣ

ΤΙΜΩΝ
Αυτά λοιπόν, αξιοθαύμαστε, πότε θα πάψεις να τα παραβλέπεις με τόση αδιαφορία, και πότε επιτέλους θα τιμωρήσεις την τόσο εκτεταμένη αδικία; Πόσες τιμωρίες τύπου Φαέθοντα ή Δευκαλίωνα είναι αρκετές για μια ζωή τόσο ξεχειλισμένη από αλαζονεία;
Και για να αφήσω τα κοινά και να μιλήσω για τα δικά μου, εμένα, που εξύψωσα τόσους Αθηναίους και από πάμφτωχους τους ανέδειξα πλούσιους, και που βοήθησα όλους όσους είχαν ανάγκη, ή καλύτερα που σκόρπισα το σύνολο του πλούτου μου ευεργετώντας τους φίλους μου, όταν γι’ αυτό τον λόγο έγινα φτωχός, αυτοί ούτε καν με γνωρίζουν πια, ούτε καν γυρίζουν να με κοιτάξουν εκείνοι που προηγουμένως συστέλλονταν και προσκυνούσαν και κρεμόταν από ένα νεύμα μου, αλλά αν κάπου βαδίζοντας στο δρόμο συναντήσω κάποιον απ’ αυτούς, με αντιμετωπίζουν σαν κάποια πεσμένη επιτύμβια στήλη παμπάλαιου νεκρού, αναποδογυρισμένη από τα χρόνια, που την προσπερνούν χωρίς καν να τη διαβάσουν.
Άλλοι πάλι, βλέποντάς με από μακριά, αλλάζουν δρόμο έχοντας την εντύπωση πως θα δουν ένα δυσάρεστο και δυσοίωνο θέαμα, αυτόν που πριν λίγο καιρό είχε γίνει σωτήρας και ευεργέτης τους.
Από τις συμφορές μου λοιπόν αποτραβήχτηκα σ’ αυτή την απόμακρη περιοχή, φόρεσα ένα τομάρι, και καλλιεργώ τη γη μεροκαματιάρης για τέσσερις οβολούς τη μέρα, φιλοσοφώντας μαζί με την ερημιά και το δικέλλι μου. Μου φαίνεται πως εδώ τουλάχιστον θα έχω αυτό το κέρδος, το να μην βλέπω άλλο πια πολλούς να καλοπερνούν χωρίς να το αξίζουν· γιατί αυτό θα ήταν ακόμη πιο δυσάρεστο.

ΔΙΑΣ
Ποιος είναι αυτός, Ερμή, που φωνάζει από την Αττική, κοντά στον Υμηττό, στους πρόποδες, εντελώς λερωμένος και ακάθαρτος και ντυμένος με τομάρι; Είναι σκυμμένος, νομίζω, και σκάβει· φλύαρος άνθρωπος και θρασύς.
Μάλλον φιλόσοφος θα είναι· αλλιώς δεν θα μιλούσε με τόση ασέβεια εναντίον μας.

ΕΡΜΗΣ
Τι λες πατέρα; Δεν ξέρεις τον Τίμωνα, τον γιο του Εχεκρατίδη από τον δήμο του Κολλυτού;
Είναι αυτός που πολλές φορές μας έκανε το τραπέζι με άψογες θυσίες, ο νεόπλουτος, αυτός που θυσίαζε εκατό ολόκληρα βόδια μαζί, που συνηθίζαμε στο σπίτι του να γιορτάζουμε με λαμπρότητα τα Διάσια.

ΔΙΑΣ
Πω, πω, τι αλλαγή! Εκείνος ο ωραίος, ο πλούσιος, που τον περιτριγύριζαν τόσοι φίλοι;
Μα τι έπαθε και κατάντησε έτσι, ακάθαρτος, αξιολύπητος, και σκαφτιάς και μεροκαματιάρης, όπως φαίνεται, που δίνει τόσο βαριά χτυπήματα με το δικέλλι;

ΕΡΜΗΣ
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον κατέστρεψε η εντιμότητά του και η φιλανθρωπία και η συμπόνια για όλους αυτούς που είχαν ανάγκη, η αλήθεια όμως είναι ότι τον κατέστρεψε η απερισκεψία και η αφέλεια και η έλλειψη ευθυκρισίας στην επιλογή των φίλων του, καθώς δεν καταλάβαινε ότι έδειχνε εύνοια σε κοράκια και λύκους.
Γι’ αυτό λοιπόν σκαφτιάς και τομαροντυμένος, όπως βλέπεις, έχοντας εγκαταλείψει την πόλη από ντροπή, καλλιεργεί τη γη με μεροκάματο, μέσα στη μαύρη θλίψη για τις συμφορές του, καθώς αυτοί που έγιναν πλούσιοι εξαιτίας του τον προσπερνούν με υπεροψία, χωρίς να ξέρουν ούτε καν το όνομά του, αν λέγεται Τίμωνας.

ΔΙΑΣ
Ασφαλώς δεν πρέπει να τον παραβλέψουμε τον άνθρωπο, ούτε να τον παραμελήσουμε· με το δίκιο του ήταν αγανακτισμένος μέσα στη δυστυχία του. Αλλιώς, θα συμπεριφερθούμε κι εμείς σαν τους καταραμένους εκείνους κόλακες, αν ξεχάσουμε έναν άνθρωπο που έκαψε για χάρη μας στους βωμούς τόσα τετράπαχα μεριά από ταύρους και γίδες· ακόμη έχω στα ρουθούνια μου την τσίκνα τους.
Ωστόσο εξαιτίας των φροντίδων και της μεγάλης φασαρίας εκείνων που καταπατούν τους όρκους τους και χρησιμοποιούν βία και αρπαγή, καθώς και εξαιτίας του φόβου των ιερόσυλων – που είναι πολλοί και δύσκολα φυλάγεται κανείς απ’ αυτούς, και δεν μας αφήνουν ούτε για λίγο να κλείσουμε τα μάτια μας – εδώ και πολύ καιρό ούτε που γύρισα να κοιτάξω στην Αττική, ιδιαίτερα από τότε που περίσσεψε ανάμεσά τους η φιλοσοφία και οι λογομαχίες· γιατί καθώς μαλώνουν μεταξύ τους και φωνάζουν, δεν μπορεί κανείς ούτε τις προσευχές να ακούσει.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έτυχε να τον παραμελήσουμε, ενώ δεν είναι ανάξιος λόγου.
Πάρε λοιπόν τον Πλούτο, Ερμή, και πήγαινε γρήγορα κοντά του. Ο Πλούτος να πάρει και τον Θησαυρό μαζί του και να μείνουν και οι δύο κοντά στον Τίμωνα και να μη φύγουν τόσο εύκολα, ακόμη κι αν από εντιμότητα τους διώχνει πάλι από το σπίτι.
Όσο για εκείνους τους κόλακες και την αχαριστία που του έδειξαν, θα εξετάσω πάλι το ζήτημα και θα τιμωρηθούν, μόλις επισκευάσω τον κεραυνό μου.
Στο μεταξύ όμως κι αυτή η τιμωρία θα είναι αρκετή γι’ αυτούς, να βλέπουν τον Τίμωνα πάμπλουτο.

ΕΡΜΗΣ
Πόσο σημαντικό ήταν το να φωνάζει κανείς δυνατά και να είναι ενοχλητικός και θρασύς. Δεν είναι χρήσιμο μόνο γι’ αυτούς που δικηγορούν, αλλά και γι’ αυτούς που προσεύχονται. Ορίστε, τώρα αμέσως θα γίνει πλούσιος από πάμφτωχος ο Τίμωνας, επειδή φώναξε και εκφράστηκε ελεύθερα στην προσευχή, και τράβηξε την προσοχή του Δία. Αν όμως έσκαβε σκυμμένος σιωπηλά, ακόμη θα έσκαβε παραμελημένος.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Εγώ όμως, Δία, δεν πρόκειται να πάω σ’ αυτόν.

ΔΙΑΣ
Γιατί, αξιότιμε Πλούτε, και μάλιστα ενώ εγώ έδωσα την εντολή;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Γιατί, μα τον Δία, με κακομεταχειριζόταν και με ξαπόστελνε και με κατακομμάτιαζε, και μάλιστα ενώ ήμουν φίλος του πατέρα του, και μόνο που δεν με έσπρωχνε με δικράνια έξω από το σπίτι, όπως αυτοί που πετούν κάτι αναμμένο από τα χέρια τους. Να πάω λοιπόν πάλι, για να παραδοθώ σε παράσιτους και κόλακες και πόρνες;

ΔΙΑΣ
Δεν πρόκειται πια να σου κάνει κάτι τέτοιο ο Τίμωνας· πολύ καλά τον έχει δασκαλέψει το δικέλλι, αν δεν είναι εντελώς αναίσθητος στη μέση του, ότι εσένα έπρεπε να προτιμήσει από τη φτώχεια.
Εσύ όμως μου φαίνεται πως είσαι πολύ γκρινιάρης· τώρα κατηγορείς τον Τίμωνα, επειδή σου άνοιγε διάπλατα τις πόρτες και σε άφηνε να τριγυρνάς ελεύθερος, χωρίς ούτε να σε περιορίζει ούτε να σε ζηλεύει· άλλες φορές όμως, αντίθετα, αγανακτούσες με τους πλούσιους, λέγοντας ότι σε κλειδαμπαρώνουν με μάνταλα και κλειδιά και σφραγίδες, ώστε να μη σου είναι δυνατό ούτε να ξεμυτίσεις στο φως. Αυτά μου παραπονιόσουν, λέγοντας ότι παθαίνεις ασφυξία μέσα στο πολύ σκοτάδι.
Και γενικά η κατάσταση σου φαινόταν εντελώς αφόρητη, να μένεις παρθενικά κλεισμένος μέσα σε έναν μπρούτζινο ή σιδερένιο θάλαμο, όπως η Δανάη, και να ανατρέφεσαι από αυστηρούς και κακότροπους παιδαγωγούς, τον Τόκο και τον Υπολογισμό.
Έλεγες λοιπόν ότι ήταν παράλογο αυτό που έκαναν, να είναι υπερβολικά ερωτευμένοι μαζί σου και, ενώ μπορούν να σε χαρούν, να μην το τολμούν, ούτε να απολαμβάνουν ελεύθερα τον έρωτά τους, ενώ έχουν το δικαίωμα, αλλά να σε περιφρουρούν άγρυπνοι, με τα μάτια καρφωμένα στη σφραγίδα και στο μάνταλο, θεωρώντας ικανοποιητική απόλαυση όχι το να μπορούν να απολαμβάνουν οι ίδιοι, αλλά το να μη συμμερίζονται την απόλαυση με κανέναν.
Πώς λοιπόν δεν είναι άδικα αυτά που κάνεις, προηγουμένως να τα κατηγορείς εκείνα, και τώρα να εγκαλείς τον Τίμωνα για τα αντίθετα;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Κι όμως, αν αναζητήσεις την αλήθεια, θα καταλήξεις ότι εύλογα κάνω και τα δύο. Και αυτή η πολύ χαλαρή στάση του Τίμωνα θα φαινόταν λογικά ότι αποτελεί αδιαφορία και όχι ευνοϊκή αντιμετώπιση μου· αλλά και αυτούς που με κρατούν με κλειδαμπαρωμένες πόρτες μέσα στο σκοτάδι, φροντίζοντας να τους γίνω παχύτερος και καλοθρεμμένος και υπέρμετρος, χωρίς ούτε οι ίδιοι να με αγγίζουν ούτε να με βγάζουν στο φως, ώστε να μην μπορεί κανείς ούτε να με δει, τους θεωρούσα ανόητους και αδιάντροπους, που με αφήνουν να σαπίζω μέσα σε τέτοια δεσμά, ενώ δεν έχω κάνει τίποτε κακό, και δεν ξέρουν ότι έπειτα από λίγο θα φύγουν αφήνοντας με σε κάποιον άλλο καλότυχο. Ούτε λοιπόν εκείνους τους επαινώ ούτε όσους είναι πολύ απλόχεροι μ’ εμένα, αλλά αυτούς που, όπως είναι το καλύτερο, θα βάλουν ένα μέτρο στο ζήτημα, και ούτε θα κρατιούνται εντελώς μακριά μου ούτε θα με διασκορπίζουν ολότελα.
Γι’ αυτό κι εγώ αγανακτώ, επειδή μερικοί με κλοτσούν περιφρονητικά και με καταβροχθίζουν και με αποτελειώνουν, ενώ μερικοί άλλοι με κρατούν αλυσοδεμένο σαν σημαδεμένο δραπέτη δούλο.

ΔΙΑΣ
Γιατί λοιπόν αγανακτείς εναντίον τους; Και στις δύο πλευρές αντιστοιχεί καλή τιμωρία· στη μια μένοντας, όπως ο Τάνταλος, χωρίς να πίνουν και χωρίς να γεύονται και με ξηρό το στόμα, χάσκοντας μόνο πάνω από το χρυσάφι, ενώ στην άλλη έχοντας, όπως ο Φινέας, τις Άρπυιες να τους αρπάζουν την τροφή μέσα από το στόμα. Πήγαινε όμως, για να συναντήσεις πια τον Τίμωνα πολύ πιο μυαλωμένο.
Πηγαίνετε λοιπόν και κάντε τον πλούσιο· κι εσύ, Ερμή, επιστρέφοντας σ’ εμάς, θυμήσου να φέρεις τους Κύκλωπες από την Αίτνα, για να ακονίσουν και να επισκευάσουν τον κεραυνό· γιατί σε λίγο θα τον χρειαστούμε ακονισμένο.

ΕΡΜΗΣ
Ας πηγαίνουμε, Πλούτε. Τι έπαθες; Κουτσαίνεις; Δεν το είχα προσέξει, λεβέντη μου, ότι είσαι όχι μόνο τυφλός, αλλά και κουτσός.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Δεν μου συμβαίνει πάντοτε αυτό, Ερμή, αλλά όποτε πηγαίνω σε κάποιον σταλμένος από τον Δία, δεν ξέρω πως, είμαι αργός και κουτσός και στα δύο πόδια, με αποτέλεσμα δύσκολα να φτάνω στο τέρμα, αφού έχει ήδη γεράσει αυτός που με περιμένει, ενώ όποτε χρειάζεται να φύγω, θα με δεις να πετάω, πολύ πιο γρήγορα από τα όνειρα.

ΕΡΜΗΣ
Δεν είναι αλήθεια αυτά που λες· εγώ τουλάχιστον μπορώ να σου πω για πολλούς, που χθες δεν είχαν ούτε έναν οβολό για να αγοράσουν θηλιά να κρεμαστούν, και σήμερα ξαφνικά είναι πλούσιοι και σπάταλοι, κυκλοφορώντας με άμαξα που τη σέρνει ένα ζευγάρι άσπρα άλογα, ενώ δεν είχαν ποτέ ως τώρα ούτε καν γαϊδούρι. Κι όμως, τριγυρνούν με πορφυρά ρούχα και χρυσά δαχτυλίδια, χωρίς ούτε και οι ίδιοι, φαντάζομαι, να πιστεύουν ότι δεν είναι όνειρο ο πλούτος τους.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Αυτό είναι διαφορετικό, Ερμή, και τότε δεν βαδίζω με τα δικά μου πόδια, ούτε με στέλνει σ’ αυτούς ο Δίας, αλλά ο Πλούτωνας, που είναι και ο ίδιος πλουτοδότης και γενναιόδωρος· το δηλώνει άλλωστε και με το στόμα του. Όταν λοιπόν χρειαστεί να μετακομίσω από τον έναν στον άλλον, με βάζουν σε μια διαθήκη, με σφραγίζουν προσεκτικά, με φορτώνονται και με μεταφέρουν.
Όταν λοιπόν αφαιρεθεί η σφραγίδα και κοπεί η λινή κλωστή και ανοιχτεί η διαθήκη και ανακηρυχθεί ο καινούργιος μου αφέντης, ή κάποιος συγγενής ή κόλακας ή θηλυπρεπής δούλος του σπιτιού, εκείνος λοιπόν, οποιοσδήποτε κι αν είναι, αρπάζοντάς με μαζί με τη διαθήκη τρέχει κρατώντας με, έχοντας αλλάξει το όνομά του από Πυρρίας ή Δρόμωνας ή Τίβειος σε Μεγακλής ή Μεγάβυζος ή Πρώταρχος.
Κι αυτός πέφτοντας με τα μούτρα επάνω μου, άνθρωπος ακαλαίσθητος και αγροίκος, που ακόμη ανατριχιάζει τις αλυσίδες και τεντώνει τα αφτιά του αν κάποιος περαστικός χτυπήσει άσκοπα το μαστίγιο, και προσκυνάει τον μύλο όπως το Ανάκτορο, είναι πια ανυπόφορος σε όσους συναπαντά: προσβάλλει τους ελεύθερους και μαστιγώνει τους συντρόφους του δούλους, για να δοκιμάσει αν επιτρέπεται και σ’ αυτόν να κάνει τέτοια πράγματα, μέχρις ότου πέσει στα δίχτυα κάποιου πορνιδίου ή επιθυμήσει την εκτροφή αλόγων ή παραδώσει τον εαυτό του σε κόλακες, που ορκίζονται ότι αυτός είναι πιο όμορφος από τον Νιρέα, πιο ευγενής από τον Κέκροπα ή τον Κόδρο, πιο συνετός από τον Οδυσσέα, και πιο πλούσιος από δεκαέξι Κροίσους μαζί, με αποτέλεσμα να διασκορπίσει μέσα σε μια στιγμή αυτά που συγκεντρώθηκαν λίγο λίγο με πολλές επιορκίες και αρπαγές και πανουργίες.

ΕΡΜΗΣ
Περιγράφεις σχεδόν ακριβώς αυτά που γίνονται. Όταν όμως περπατάς με τα δικά σου πόδια, πώς βρίσκεις τον δρόμο, ενώ είσαι έτσι τυφλός; ή πώς ξεχωρίζεις αυτούς στους οποίους τυχόν σε στέλνει ο Δίας κρίνοντας πως είναι άξιοι να γίνουν πλούσιοι;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Νομίζεις πως βρίσκω ποιοι είναι; Όχι και πολύ, μα τον Δία· γιατί αλλιώς δεν θα άφηνα τον Αριστείδη για να βρεθώ κοντά στον Ιππόνικο και τον Καλλία και σε πολλούς άλλους Αθηναίους που δεν αξίζουν ούτε δεκάρα.

ΕΡΜΗΣ
Και τι λοιπόν κάνεις, όταν σε στέλνει κάτω;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Περιπλανιέμαι τριγυρνώντας πάνω κάτω, μέχρι που, χωρίς να το καταλάβω, πέφτω επάνω σε κάποιον. Κι αυτός, οποιοσδήποτε κι αν με συναντήσει πρώτος, με παίρνει στο σπίτι του και με κρατάει, προσκυνώντας εσένα, τον Ερμή, για το απροσδόκητο κέρδος.

ΕΡΜΗΣ
Επομένως ο Δίας έχει εξαπατηθεί, νομίζοντας ότι εσύ κάνεις πλούσιους όσους, κατά τη δική του εκτίμηση, θεωρεί ότι είναι άξιοι να είναι πλούσιοι;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Και πολύ δικαιολογημένα, αγαπητέ μου, αφού, ξέροντας ότι είμαι τυφλός, με έστελνε να αναζητήσω ένα τόσο δυσεύρετο πράγμα, που έχει εκλείψει από τη ζωή εδώ και καιρό, ένα πράγμα που ούτε ο Λυγκέας δεν θα μπορούσε να το βρει εύκολα, καθώς είναι τόσο δυσδιάκριτο και μικρό. Επειδή λοιπόν οι καλοί είναι λίγοι, ενώ οι κακοήθεις είναι πάρα πολλοί και κατέχουν τα πάντα στις πόλεις, ευκολότερα πέφτω πάνω σε τέτοιους, καθώς τριγυρνώ, και πιάνομαι στα δίχτυα τους.

ΕΡΜΗΣ
Έπειτα όμως, όταν τους εγκαταλείπεις, πώς φεύγεις τόσο εύκολα, ενώ δεν ξέρεις τον δρόμο;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Τότε με κάποιον τρόπο αποκτώ οξύτατη όραση και γερά πόδια μόνο για την περίοδο της φυγής.

ΕΡΜΗΣ
Απάντησέ μου και σε κάτι ακόμη. Πώς ενώ είσαι τυφλός – θα τολμήσω να το πω – και επιπλέον χλωμός και αργοκίνητος, έχεις τόσους εραστές, ώστε όλοι να έχουν στραμμένα τα μάτια επάνω σου και, αν σε αποκτήσουν, να νομίζουν πως είναι καλότυχοι, ενώ, αν δεν τα καταφέρουν, να μην ανέχονται πια τη ζωή τους;
Ξέρω όμως καλά ότι κι εσύ ο ίδιος θα ομολογούσες, αν έχεις κάποια συναίσθηση του εαυτού σου, ότι δεν είναι στα καλά τους, αυτοί που έχουν ξετρελαθεί με έναν τέτοιο αγαπητικό.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Νομίζεις ότι αυτοί με βλέπουν έτσι όπως είμαι, κουτσό ή τυφλό ή με όσα άλλα χαρακτηριστικά έχω;

ΕΡΜΗΣ
Αλλά πώς, Πλούτε, αν δεν είναι και αυτοί τυφλοί;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Δεν είναι τυφλοί, αγαπητέ μου, αλλά ή άγνοια και η απάτη, που τώρα επικρατούν παντού, σκοτεινιάζουν το μυαλό τους· αλλά και εγώ ο ίδιος, για να μην είμαι εντελώς άσχημος, τους συναντώ βάζοντας μια πολύ αξιαγάπητη μάσκα, χρυσοποίκιλτη και γεμάτη πολύτιμα πετράδια, και φορώντας πολύχρωμα ρούχα· κι αυτοί, νομίζοντας ότι βλέπουν αυτούσια την ομορφιά, με ερωτεύονται και, αν δεν με αποκτήσουν, καταστρέφονται. Αν όμως κάποιος με έδειχνε σ’ αυτούς ολόγυμνο, είναι φανερό ότι θα αναγνώριζαν, κατηγορώντας τον εαυτό τους, ότι έχουν πρόβλημα όρασης σε τέτοια πράγματα, και ότι είναι ερωτευμένοι με πράγματα ανάξια για έρωτα και άσχημα.

ΕΡΜΗΣ
Γιατί λοιπόν συμβαίνει να εξαπατώνται ακόμη κι όταν είναι ήδη πλούσιοι και φορούν οι ίδιοι τη μάσκα, και, αν κάποιος προσπαθούσε να τους τη βγάλει, ευκολότερα θα έδιναν το κεφάλι τους παρά τη μάσκα;
Δεν είναι λογικό να μην ξέρουν ακόμη και τότε ότι η ομορφιά είναι επίπλαστη, από τη στιγμή που βλέπουν τα πάντα από μέσα.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Δεν είναι λίγα, Ερμή, αυτά που με υποστηρίζουν και σ’ αυτό.

ΕΡΜΗΣ
Ποια δηλαδή;

ΠΛΟΥΤΟΣ
Όταν κάποιος, συναντώντας με για πρώτη φορά, ανοίξει διάπλατα την πόρτα και με δεχτεί, μπαίνουν κρυφά μαζί μου η έπαρση και η ανοησία και η υπεροψία και η μαλθακότητα και η αναίδεια και η απάτη και μυριάδες άλλα.
Καθώς λοιπόν η ψυχή του καταλαμβάνεται από όλα αυτά, θαυμάζει αυτά που δεν είναι αξιοθαύμαστα, και επιθυμεί αυτά που θα έπρεπε να αποφεύγει, και μένει έκθαμβος μπροστά σ’ εμένα, τον πατέρα όλων εκείνων των κακών που μπήκαν μέσα και με περιφρουρούν, και θα προτιμούσε να υποφέρει οτιδήποτε παρά να αντέξει να με αποχωριστεί.

ΕΡΜΗΣ
Πόσο λείος είσαι και γλιστερός, Πλούτε, πόσο δύσκολα κρατιέσαι και πόσο εύκολα ξεφεύγεις, χωρίς να διαθέτεις ένα σίγουρο πιάσιμο, αλλά κι εγώ δεν ξέρω πώς δραπετεύεις μέσα από τα δάχτυλα, όπως τα χέλια ή τα φίδια.
Αντίθετα η Φτώχεια είναι κολλώδης και ευκολόπιαστη και έχει φυτρωμένα από όλο το σώμα της μυριάδες αγκίδες, ώστε, μόλις κάποιος την πλησιάσει, αμέσως πιάνεται και δεν μπορεί εύκολα να ελευθερωθεί.
Λοιπόν, ας προσγειωθούμε πια στην Αττική.
Ακολούθα με, κρατώντας με από τον μανδύα, μέχρι να φτάσω σ’ εκείνη την απόμακρη περιοχή.
Αυτός εκεί ο Τίμωνας σκάβει εδώ κοντά ένα μικρό ορεινό κτήμα, γεμάτο πέτρες.
Πω πω, είναι κοντά του και η Φτώχεια και ο πασίγνωστος Κόπος, καθώς και η Καρτερικότητα και η Σοφία και η Ανδροπρέπεια και ο αντίστοιχος συρφετός όλων αυτών που είναι κάτω από τις διαταγές της Πείνας, πολύ καλύτεροι από τους δικούς σου σωματοφύλακες.

ΦΤΩΧΕΙΑ
Πού τον πηγαίνεις αυτόν, Αργοφονιά, κρατώντας τον από το χέρι;

ΕΡΜΗΣ
Έχουμε σταλεί από τον Δία σ’ αυτόν εδώ τον Τίμωνα.

ΦΤΩΧΕΙΑ
Τώρα έρχεται ο Πλούτος στον Τίμωνα, αφού εγώ τον πήρα σε κακή κατάσταση από τη Μαλθακότητα και παραδίδοντάς τον σ’ αυτούς εδώ, στη Σοφία και τον Κόπο, τον ανέδειξα εκλεκτό και πανάξιο άνδρα;
Σας φαίνεται άραγε ότι εγώ η φτώχεια μπορώ να περιφρονηθώ και να αδικηθώ τόσο εύκολα, ώστε να μου πάρετε το μόνο μου απόκτημα, επεξεργασμένο με ακρίβεια για την αρετή, για να τον πάρει πάλι ο Πλούτος και, παραδίδοντάς τον στην Αναίδεια και την Έπαρση, να τον καταντήσει, όπως παλιά, μαλθακό και αναξιοπρεπή και ανόητο, και, όταν θα έχει γίνει πια κουρέλι, να μου τον επιστρέψει πάλι;

ΕΡΜΗΣ
Έτσι αποφάσισε, Φτώχεια, ο Δίας.

ΦΤΩΧΕΙΑ
Φεύγω. Κι εσείς, Κόπε, Σοφία και οι υπόλοιποι, ακολουθήστε με. Όσο γι’ αυτόν, σύντομα θα καταλάβει τι λογής σύντροφο θα εγκαταλείψει, καλή συνεργάτιδα και δασκάλα των καλύτερων, μαζί με την οποία, αν έμενε, θα ήταν υγιής στο σώμα, δυνατός στη σκέψη, ζώντας ανδροπρεπή ζωή και βασιζόμενος μόνο στον εαυτό του, θεωρώντας ξένα, όπως και είναι, αυτά τα πολλά περιττά πράγματα.

ΕΡΜΗΣ
Φεύγουν. Κι εμείς ας τον πλησιάσουμε.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Ποιοι είστε, καταραμένοι; Τι θέλετε και ήρθατε εδώ πέρα α ενοχλήσετε έναν άνθρωπο δουλευτή και μεροκαματιάρη;

ΕΡΜΗΣ
Μας έστειλε ο Δίας, ως απάντηση στις προσευχές σου. Με το καλό λοιπόν, δέξου τον πλούτο αφήνοντας στην άκρη τις κοπιαστικές δουλειές.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Και εσείς θα κλάψετε τώρα, κι ας είστε και θεοί, όπως λέτε· γιατί μισώ όλους μαζί τους ανθρώπους και τους θεούς. Κι αυτόν εδώ τον τυφλό, όποιος κι αν είναι, μου φαίνεται πως θα τον τσακίσω με το δικέλλι.

ΕΡΜΗΣ
Μην κάνεις καμιά ανοησία, Τίμωνα, αλλά άφησε στην άκρη αυτήν τη μεγάλη αγριότητα και τραχύτητα, άπλωσε τα χέρια σου και πάρε την καλή σου τύχη και γίνε πάλι πλούσιος, ο πρώτος από τους Αθηναίους, και περιφρόνησε εκείνους τους αχάριστους, έχοντας μόνο εσύ την καλοτυχία.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Δεν σας χρειάζομαι καθόλου. Μη με ενοχλείτε.
Μου είναι αρκετός πλούτος το δικέλλι, και κατά τα άλλα είμαι τρισευτυχισμένος, αν δεν με πλησιάζει κανείς.

ΕΡΜΗΣ
Ήταν βέβαια εύλογο να είσαι μισάνθρωπος, μια και έπαθες τόσο φοβερά πράγματα από τους ανθρώπους, όχι όμως και μισόθεος, αφού οι θεοί σε φροντίζουν τόσο.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Σ’ εσένα, Ερμή, και στον Δία χρωστώ μεγάλη ευγνωμοσύνη για τη φροντίδα, αλλά αυτόν εδώ τον Πλούτο δεν θα ήθελα να τον δεχτώ.

ΕΡΜΗΣ
Μα γιατί;

ΤΙΜΩΝΑΣ
Γιατί αυτός παλαιότερα μου προξένησε πάμπολλες συμφορές: με παρέδωσε σε κόλακες, με περιτριγύρισε με δολοπλόκους, ξεσήκωσε μίσος εναντίον μου, με διέφθειρε με καλοπέραση, με κατάντησε αντικείμενο φθόνου, και στο τέλος ξαφνικά με εγκατέλειψε τόσο αναξιόπιστα και προδοτικά.
Αντίθετα η αξιότιμη Φτώχεια, γυμνάζοντάς με συστηματικά με πολύ αντρίκειες κοπιαστικές εργασίες και συντροφεύοντάς με με αλήθεια και ελευθερία έκφρασης, φρόντιζε να μου εξασφαλίζει με τον κόπο μου τα απαραίτητα και να με εκπαιδεύει να περιφρονώ τα πολλά εκείνα, εξαρτώντας τις ελπίδες της ζωής μου μόνο από τον ίδιο τον εαυτό μου, και δείχνοντάς μου ποιος ήταν ο δικός μου πλούτος, που δεν θα μπορούσε να μου τον αφαιρέσει ούτε κόλακας καλοπιάνοντας με, ούτε συκοφάντης εκφοβίζοντάς με, ούτε όχλος που εξοργίστηκε, ούτε μέλος της συνέλευσης που ψήφισε, ούτε τύραννος που μηχανορράφησε.
Δυναμωμένος λοιπόν από τις κοπιαστικές εργασίες, καθώς καλλιεργώ φιλόπονα αυτό το χωράφι, χωρίς να βλέπω καμιά από τις ασχήμιες της πόλης, έχω αρκετά τρόφιμα διαρκώς από το δικέλλι μου.
Επομένως πάρε το δρόμο της επιστροφής, Ερμή, πηγαίνοντας τον Πλούτο πίσω στον Δία.

ΕΡΜΗΣ
Άσε όμως τα δύστροπα και παιδιάστικα, και δέξου τον Πλούτο. Δεν είναι για πέταμα τα δώρα που στέλνει ο Δίας.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Θέλεις, Τίμωνα, να υπερασπιστώ τον εαυτό μου μπροστά σου, ή θα θυμώσεις, μόλις αρχίσω να μιλώ;

ΤΙΜΩΝΑΣ
Λέγε, όχι όμως με πολυλογίες, ούτε με προοίμια, όπως οι κατεργάρηδες οι ρήτορες. Αν πεις λίγα, θα σε ανεχτώ, για χάρη αυτού εδώ του Ερμή.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Θα χρειαζόταν βέβαια ίσως και να μακρηγορήσω, μια και με κατηγόρησες για τόσα πολλά. Ωστόσο δες αν πραγματικά σε έχω αδικήσει, όπως λες, εγώ που ήμουν η αιτία για τις πιο ευχάριστες εμπειρίες σου, για εκδηλώσεις τιμής και προεδρική θέση και τιμητικά στεφάνια και κάθε άλλη καλοπέραση, καθώς εξαιτίας μου ήσουν αξιοθαύμαστος και περίφημος και περιζήτητος. Αν όμως έπαθες κάτι κακό από τους κόλακες, δεν σου φταίω εγώ. Το αντίθετο μάλιστα, εγώ αδικήθηκα από σένα σ’ αυτό, γιατί με άφησες τόσο ατιμωτικά στη διάθεση τρισκατάρατων ανθρώπων, που σε επαινούσαν και σε ξεγελούσαν και μηχανορραφούσαν εναντίον μου με κάθε τρόπο.
Όσο για το τελευταίο που είπες, ότι σε πρόδωσα, αντίθετα εγώ θα μπορούσα να σε κατηγορήσω γι’ αυτό, που διώχτηκα με κάθε τρόπο από σένα και πετάχτηκα κατακέφαλα έξω από το σπίτι σου. Να γιατί η αξιότιμη Φτώχεια σου φόρεσε αυτό το τομάρι, αντί για μαλακό μανδύα.
Άλλωστε είναι μάρτυράς μου αυτός εδώ ο Ερμής, πώς θερμοπαρακαλούσα τον Δία να μην έρθω σ’ εσένα, που μου είχες φερθεί τόσο εχθρικά.

ΕΡΜΗΣ
Βλέπεις όμως τώρα, Πλούτε, τι λογής άνθρωπος έχει γίνει; Μη διστάζεις λοιπόν να μείνεις μαζί του.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Πρέπει να πειστώ, Ερμή, και να ξαναπλουτίσω. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς, όταν οι θεοί τον αναγκάζουν; Πρόσεξε όμως σε τι βάσανα με βάζεις, τον κακότυχο, που, ενώ μέχρι τώρα ζούσα τρισευτυχισμένος, θα αποκτήσω ξαφνικά τόσο πολύ χρυσάφι, χωρίς να έχω κάνει κάτι κακό, και θα φορτωθώ τόσο μεγάλες έγνοιες.

ΕΡΜΗΣ
Αποδέξου το, Τίμωνα, για χάρη μου, ακόμη κι αν είναι δύσκολο και ανυπόφορο, ώστε οι κόλακες εκείνοι να σκάσουν από τη ζήλια τους.
Κι εγώ θα πετάξω πάνω από την Αίτνα προς τον ουρανό.

ΠΛΟΥΤΟΣ
Αυτός έφυγε, όπως συμπεραίνω από το φτεροκόπημα. Κι εσύ περίμενε εδώ· φεύγοντας θα σου στείλω τον Θησαυρό· ή καλύτερα χτύπα.
Εσένα λέω, Θησαυρέ από χρυσάφι, υπάκουσε σ’ αυτόν εδώ τον Τίμωνα και άφησε τον εαυτό σου να σε βγάλει έξω. Σκάβε, Τίμωνα, χτυπώντας βαθιά.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Εμπρός λοιπόν, δικέλλι μου, δυνάμωσε τώρα και μην αποκάμεις να προσκαλείς τον Θησαυρό από το βάθος στην επιφάνεια.
Ω Δία αξιοθαύμαστε και αγαπητοί μου Κορύβαντες και κερδοφόρε Ερμή, που βρέθηκε τόσο χρυσάφι;
Μήπως αυτά είναι τάχα όνειρο; Φοβάμαι μήπως ξυπνήσω και βρω μπροστά μου κάρβουνα. Κι όμως, είναι χρυσάφι σε νομίσματα, κοκκινωπό, βαρύ και με απολαυστικότατη όψη.
Ω Μίδα και Κροίσε και αναθηματικές προσφορές στους Δελφούς, πόσο τιποτένιοι υπήρξατε μπροστά στον Τίμωνα και στον πλούτο του Τίμωνα, με τον οποίο δεν είναι ίσος ούτε ο βασιλιάς των Περσών.
Ω δικέλλι και αγαπητό μου τομάρι, εσάς θα είναι ωραίο να σας προσφέρω σ’ αυτόν εδώ τον Πάνα.
Κι εγώ θα αγοράσω ολόκληρη αυτή την απόμακρη περιοχή, θα χτίσω για τη φύλαξη του θησαυρού έναν μικρό πύργο, που θα είναι αρκετός μόνο για να μένω εγώ, και μου φαίνεται πως τον ίδιο θα έχω και για τάφο, όταν πεθάνω.
“Ας αποφασιστούν αυτά και ας νομοθετηθούν για την υπόλοιπη ζωή μου: αποφυγή οποιασδήποτε επικοινωνίας και γνωριμίας· περιφρόνηση σε όλους· ο φίλος, ο φιλοξενούμενος, ο σύντροφος και ο βωμός της Συμπόνιας είναι ανοησίες· το να λυπηθώ κάποιον που κλαίει ή να βοηθήσω κάποιον που έχει ανάγκη είναι παρανομία και παράβαση των κανονισμών· διαβίωση μοναχική, όπως των λύκων, και φίλος μόνο ένας: ο Τίμωνας. Όλοι οι άλλοι, εχθροί και μηχανορράφοι· και η συνομιλία με κάποιον απ’ αυτούς, μόλυνση.
Ας πλουτεί μόνο ο Τίμωνας και ας περιφρονεί τους πάντες και ας καλοπερνάει μόνος με τον εαυτό του, απαλλαγμένος από κολακείες και ενοχλητικούς επαίνους.
Και ας έχει το εξαιρετικά ευχάριστο όνομα “Μισάνθρωπος”, καθώς χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του θα είναι δυστροπία και τραχύτητα και αναισθησία και οργή.
Τον νόμο τον εισηγήθηκε ο Τίμωνας, ο γιος του Εχεκρατίδη από τον δήμο του Κολλυτού, τον υπερψήφισε στη συνέλευση ο Τίμωνας ο ίδιος”.
Ωστόσο, και τι δεν θα ’δινα για να για να γνωστοποιηθούν αυτά με κάποιο τρόπο σε όλους, ότι δηλαδή είμαι πάμπλουτος· το γεγονός αυτό θα ήταν θηλιά στο λαιμό τους.
Αλλά τι συμβαίνει; Πω πω ταχύτητα! Από παντού τρέχουν όλοι μαζί, σκονισμένοι και λαχανιασμένοι, καθώς, κι εγώ δεν ξέρω πως, μυρίζονται το χρυσάφι.
Τι από τα δύο λοιπόν να κάνω, να ανέβω σ’ αυτόν τον βράχο και να τους αποδιώχνω με τις πέτρες, εκσφενδονίζοντάς τες από ψηλά, ή να παραβούμε για λίγο τον κανόνα απευθύνοντάς τους μόνο για μια φορά τον λόγο, για να στεναχωριούνται ακόμη περισσότερο που θα τους δείχνω καταφρόνια;
Αυτό, νομίζω, είναι το καλύτερο.
Επομένως ας τους υποδεχτούμε μένοντας εδώ κάτω.
Για να δω, ποιος είναι αυτός που έρχεται πρώτος απ’ όλους;
Ο Γναθωνίδης ο κόλακας, που, όταν παλαιότερα του ζήτησα άτοκο δάνειο, μου έδωσε μια θηλιά, ενώ είχε ξεράσει πιθάρια ολόκληρα στο σπίτι μου.
Καλά έκανε όμως που ήρθε· θα κλάψει πριν από τους υπόλοιπους.

ΓΝΑΘΩΝΙΔΗΣ
Δεν το έλεγα εγώ ότι οι θεοί δεν θα παραμελήσουν τον καλό άνθρωπο, τον Τίμωνα;
Γεια σου, Τίμωνα, πανέμορφε, εξαιρετικά ευχάριστε και άριστε συμποσιαστή.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Κι εσύ, Γναθωνίδη, πιο αρπακτικέ από όλους τους γύπες και πιο κατεργάρη από όλους τους ανθρώπους.

ΓΝΑΘΩΝΙΔΗΣ
Πάντοτε σου άρεσαν τα πειράγματα εσένα.
Πού όμως θα γίνει το συμπόσιο;
Τι είναι τούτο; Με χτυπάς, Τίμωνα; Καλώ μάρτυρες.
Ηρακλή μου, ωχ, ωχ, προσφεύγω εναντίον σου στον Άρειο Πάγο για τραυματισμό.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Και μάλιστα, αν καθυστερήσεις λίγο, ίσως κλητευθώ για φόνο.
Ποιος είναι αυτός που έρχεται, με τη φαλάκρα να αρχίζει από το μέτωπο;
Ο Φιλιάδης, ο πιο σιχαμερός από όλους τους κόλακες. Αυτός εδώ, ενώ πήρε από μένα ένα ολόκληρο χωράφι και δύο τάλαντα προίκα για την κόρη του, ως ανταμοιβή για την επιδοκιμασία του, τότε που τραγούδησα και, ενώ όλοι σιωπούσαν, μόνο αυτός με επαίνεσε, και με το παραπάνω, παίρνοντας όρκο πως είμαι πιο καλλίφωνος από τους κύκνους, όταν λοιπόν αυτός με είδε άρρωστο πριν λίγο καιρό, και εγώ τον προσέγγισα ζητώντας βοήθεια, άρχισε να με χτυπάει, ο λεβέντης.

ΦΙΛΙΑΔΗΣ
Γεια σου, αφεντικό, και φρόντισε να φυλάγεσαι από τους σιχαμερούς αυτούς κόλακες, που είναι μόνο για το τραπέζι, ενώ κατά τα άλλα δεν διαφέρουν από κόρακες. Δεν πρέπει να έχει κανείς εμπιστοσύνη σε κανέναν από τους τωρινούς· όλοι είναι αχάριστοι και κακοήθεις.
Αντίθετα εγώ, καθώς σου έφερνα ένα τάλαντο, για να μπορείς να το χρησιμοποιήσεις για τις άμεσες ανάγκες σου, άκουσα στον δρόμο, ενώ ήμουν κοντά, ότι πλούτισες με τεράστιο πλούτο.
Ήρθα λοιπόν να σου δώσω αυτές τις συμβουλές.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Θα γίνουν αυτά, Φιλιάδη. Πλησίασε όμως, για να σε καλωσορίσω με το δικέλλι.

ΦΙΛΙΑΔΗΣ
Άνθρωποι, μου έσπασε το κεφάλι αυτός ο αχάριστος, γιατί του έδινα συμβουλές για το συμφέρον του.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Να που έρχεται τρίτος αυτός ο ρήτορας, ο Δημέας, που κρατάει στο δεξί οτυ χέρι ένα ψήφισμα και ισχυρίζεται ότι είναι συγγενής μας.
Αυτός, ενώ πλήρωσε με δικά μου χρήματα στην πόλη δεκαέξι τάλαντα σε μια μέρα – είχε καταδικαστεί και ήταν στη φυλακή, μια και δεν μπορούσε να πληρώσει, κι εγώ τον λυπήθηκα και τον ελευθέρωσα – όταν πριν από λίγο κληρώθηκε στην Ερεχθηίδα φυλή να διανέμει τα θεωρικά χρήματα, κι εγώ τον πλησίασα ζητώντας το μερίδιό μου, είπε πως δεν ξέρει αν είμαι πολίτης.

ΔΗΜΕΑΣ
Γεια σου, Τίμωνα, το εξαίρετο απάνθισμα της γενιάς σου, το στήριγμα των Αθηνών, το προπύργιο της Ελλάδας· από ώρα βέβαια η εκκλησία του δήμου συγκεντρωμένη και οι δύο βουλές σε περιμένουν.
Εγώ μάλιστα ήθελα να σου φέρω και τον γιο μου, που από το δικό σου όνομα τον ονόμασα Τίμωνα.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Πώς, Δημέα, αφού ούτε καν έχεις παντρευτεί, όσο ξέρω τουλάχιστον;

ΔΗΜΕΑΣ
Αλλά θα παντρευτώ του χρόνου, πρώτα ο θεός, και θα κάνω παιδιά, και αυτό που θα γεννηθεί – θα είναι αγόρι βέβαια – το ονομάζω από τώρα Τίμωνα.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Δεν ξέρω αν θα επιθυμείς ακόμη, φίλε μου, να παντρευτείς, μετά από το τόσο γερό χτύπημα που θα σου δώσω.

ΔΗΜΕΑΣ
Αλίμονο! Τι είναι τούτο; Επιχειρείς να εγκαθιδρύσεις τυραννίδα, Τίμωνα, και χτυπάς ελεύθερους πολίτες, ενώ εσύ δεν είσαι καλά καλά ούτε ελεύθερος ούτε πολίτης; Σύντομα όμως θα τιμωρηθείς και για τα άλλα και γιατί έβαλες φωτιά στην ακρόπολη.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Μα δεν έχει πάρει φωτιά η ακρόπολη, παλιάνθρωπε· επομένως είναι φανερό ότι είσαι συκοφάντης.

ΔΗΜΕΑΣ
Ωχ, το σβέρκο μου!

ΤΙΜΩΝΑΣ
Μη φωνάζεις· θα σου δώσω και τρίτο χτύπημα.
Τι είναι όμως τούτο; Δεν είναι τούτος ο Θρασυκλής ο φιλόσοφος;
Αυτός είναι, και όχι άλλος. Με απλωμένη τη γενειάδα και ανασηκωμένα τα φρύδια και καμαρώνοντας για τον εαυτό του, έρχεται κοιτάζοντας σαν Τιτάνας.
Αυτός, που συγκροτημένη εμφάνιση και αξιοπρεπές βάδισμα και σεμνό ντύσιμο αναπτύσσει από το πρωί μυριάδες πράγματα για την αρετή και κατηγορεί τους οπαδούς της ηδονής και επαινεί την ολιγάρκεια, όταν καταφτάσει λουσμένος στο δείπνο παρουσιάζει ακριβώς τα αντίθετα από τα πρωινά εκείνα λόγια, αρπάζοντας πρώτος σαν περδικογέρακο τα φαγητά και σπρώχνοντας με τον αγκώνα τον διπλανό του, με τα γένια πασαλειμμένα από ζωμό, καταβροχθίζοντας σαν σκύλος, έχοντας σκύψει σαν να περιμένει να βρει την αρετή στις γαβάθες.
Πάντοτε ανικανοποίητος, ακόμη κι αν πάρει μόνο αυτός από όλους ολόκληρο το γλύκισμα ή το γουρουνόπουλο.
Το αποκορύφωμα δηλαδή της λαιμαργίας και της απληστίας.
Αλλά ακόμη και όταν είναι ξεμέθυστος, σε κανέναν δεν θα παραχωρούσε τα πρωτεία στο ψέμα, στη θρασύτητα ή στη φιλαργυρία· είναι επίσης από τους πρώτους κόλακες και πανέτοιμος να καταπατήσει τον όρκο του και η αγυρτεία προηγείται και αναίδεια τον συνοδεύει, και γενικά είναι ένα πάνσοφο πλάσμα, άρτιο από παντού και ποικιλότροπα τελειοποιημένο. Σε λίγο λοιπόν θα κλάψει, μια και είναι τόσο εξαιρετικός άνθρωπος.
Τι είναι τούτο; Πω, πω, καιρό είχες να μας έρθεις. Θρασυκλή.

ΘΡΑΣΥΚΛΗΣ
Δεν ήρθα, Τίμωνα, έχοντας τις ίδιες προθέσεις με αυτούς τους πολλούς, δεν ήρθα σαν εκείνους που, μένοντας έκθαμβοι μπροστά στον πλούτο σου, συγκεντρώθηκαν βιαστικά προσδοκώντας ασήμι και χρυσάφι και πολυτελή δείπνα, για να κάνουν επίδειξη άφθονης κολακείας σε έναν άνθρωπο σαν εσένα, που διαθέτεις απλότητα και μεταδοτικότητα σε όσα έχεις.
Ξέρεις άλλωστε ότι για μένα είναι αρκετό φαγητό ένα κριθαρόψωμο, και πολύ ευχάριστο προσφάι το θυμάρι ή το κάρδαμο ή, αν ποτέ θέλω να καλοπεράσω, λίγο αλάτι· ποτό μου το νερό από την εννεάκρουνη πηγή· κι αυτό το τριμμένο πανωφόρι καλύτερο από οποιοδήποτε πορφυρό ρούχο.
Όσο για το χρυσάφι, δεν το θεωρώ καθόλου πολυτιμότερο από τα πετραδάκια στην ακρογιαλιά.
Ξεκίνησα να έρθω για δική σου χάρη, για να μη σε διαφθείρει αυτό το εξαιρετικά κακό και ύπουλο απόκτημα, ο πλούτος, που πολλές φορές έγινε σε πολλούς αιτία ανεπανόρθωτων συμφορών.
Αν ακολουθήσεις τη συμβουλή μου, ασφαλώς θα τον πετάξεις ολόκληρο στη θάλασσα, μια που δεν είναι καθόλου απαραίτητος σε έναν άνθρωπο που είναι καλός και που μπορεί να βλέπει τον πλούτο της φιλοσοφίας· όχι όμως βαθιά, αγαπητέ μου, αλλά μπαίνοντας στη θάλασσα ως τους βουβώνες, σε μικρή απόσταση από την ακροθαλασσιά. Ενώ θα σε βλέπω μόνο εγώ.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Επαινώ αυτά τα λόγια σου, Θρασυκλή· πριν όμως αν συμφωνείς, έλα να σου γεμίσω το κεφάλι με καρούμπαλα, μετρώντας τα με το δικέλλι.

ΘΡΑΣΥΚΛΗΣ
Ω δημοκρατία και νόμοι, μας χτυπάει ο καταραμένος μέσα σε μια ελεύθερη πόλη.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Τι είναι όμως τούτο;
Συγκεντρώνονται πολλοί· ο Βλεψίας εκείνος και ο Λάχης και ο Γνίφωνας και όλη η παράταξη αυτών που πρόκειται να κλάψουν.
Γιατί λοιπόν δεν ανεβαίνω σ’ αυτόν τον βράχο να ξεκουράσω λίγο το δικέλλι μου, που είναι καταπονημένο εδώ και ώρα, και μαζεύοντας ο ίδιος όσο γίνεται περισσότερες πέτρες, να τις ρίχνω επάνω τους σαν χαλάζι από μακριά;

ΒΛΕΨΙΑΣ
Μη ρίχνεις, Τίμωνα· φεύγουμε.

ΤΙΜΩΝΑΣ
Όχι όμως χωρίς αίματα, εσείς τουλάχιστον, ούτε χωρίς τραύματα.

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ, ΣΑΤΙΡΑ ΑΠΛΗΣΤΙΑΣ ΚΑΙ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑΣ

Γήινα μικρόβια επιβιώνουν σε συνθήκες του Άρη

Ανθεκτικά μικρόβια που επιβιώνουν σε μια ποικιλία από περιβάλλοντα στη Γη επέζησαν όταν τοποθετήθηκαν σε έναν θάλαμο που προσομοιώνει τη χαμηλή πίεση και θερμοκρασία στην επιφάνεια του Άρη -μια εντυπωσιακή ανακάλυψη που ίσως επηρεάσει τις έρευνες για εξωγήινη ζωή.

Το πρώτο μικρόβιο που βρέθηκε να αντέχει αυτές τις συνθήκες ήταν ένα βακτήριο με την ονομασία Serratia liquefaciens, το οποίο απαντάται στο ανθρώπινο δέρμα, στις τρίχες και στους πνεύμονες, καθώς και σε ψάρια και φυτά.

Ανθεκτικότητα σε αντίξοες συνθήκες
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το βακτήριο αντέχει στο ακραίο κρύο, τις υψηλές συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα, καθώς και στη χαμηλή πίεση της αρειανής ατμόσφαιρας, η οποία δεν ξεπερνά τα 7 millibar. Στη Γη, η ατμοσφαιρική πίεση στο επίπεδο της θάλασσας είναι 1.000 millibar.

«Ήταν μεγάλη έκπληξη» σχολιάζει στο Reuters ο Άντριου Σούργκερ, μικροβιολόγος του Πανεπιστημίου της Φλόριντα.

Το πείραμα, πάντως, το οποίο πραγματοποιήθηκε σε εργαστήριο δίπλα στο Διαστημικό Κέντρο Κένεντι στη Φλόριντα, δεν εξέτασε την αντίδραση των μικροβίων στη σκληρή υπεριώδη ακτινοβολία που είναι γνωστό ότι λούζει την επιφάνεια του γειτονικού πλανήτη.

Είκοσι πέντε άλλα είδη μικροβίων που υποβλήθηκαν στη δοκιμασία τελικά δεν επιβίωσαν, αναφέρει η ομάδα του δρος Σούργκερ. Σε επόμενη φάση, οι ερευνητές εξέτασαν ακόμα 10.000 είδη μικροβίων που είχαν βρεθεί σε βάθος μερικών δεκάδων μέτρων μέσα στο μονίμως παγωμένο έδαφος της Σιβηρίας.

Οι έξι survivors
Έξι από τα είδη αυτά, όλα τους μέλη του γένους Carnobacterium όχι μόνο επιβίωσαν στον θάλαμο αλλά μπόρεσαν και να αναπτυχθούν.

Τα αποτελέσματα του πειράματος δείχνουν να αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να μολυνθεί το περιβάλλον του Άρη από μικρόβια που καταφθάνουν εκεί με τις γήινες αποστολές. Η NASA καταβάλλει κάθε προσπάθεια να αποστειρώνει τα σκάφη πριν από την εκτόξευσή τους, ωστόσο το ενδεχόμενο μόλυνσης δεν μπορεί ποτέ να αποκλειστεί. Το Serratia liquefaciens χρησιμοποιήθηκε στη μελέτη επειδή «το είδος αυτό έχει ανακτηθεί από διαστημικά σκάφη» σχολιάζει ο Σούργκερ.

Εικόνα για τα μικρόβια που ίσως ζουν στον Κόκκινο Πλανήτη
Επιπλέον, όμως, τα αποτελέσματα δίνουν μια εικόνα για τις μορφές μικροβίων που θα μπορούσαν ενδεχομένως να έζησαν ή να ζουν στον Άρη.

Το κατά πόσο ο Κόκκινος Πλανήτης ήταν ποτέ φιλόξενος για τη ζωή είναι ένα ερώτημα που καλείται τώρα να απαντήσει το ρομπότ Curiosity της NASA, το οποίο μελετά από τον περασμένο Αύγουστο τον αρχαίο Κρατήρα Γκέιλ.

Πίσω στη Γη, επόμενο βήμα του Δρ Σούεγκερ είναι να υποβάλλει τα μικρόβια σε ακόμα πιο αντίξοες συνθήκες, όπως υψηλές συγκεντρώσεις αλάτων, ισχυρή υπεριώδη ακτινοβολία και λιγότερο νερό.

Θα προσπαθήσει επίσης να μελετήσει το γενετικό προφίλ και τις μεταβολικές ιδιαιτερότητες του Serratia liquefaciens.

Οι μελέτες του ερευνητή δημοσιεύτηκαν στην αμερικανική επιθεώρηση PNAS και στην επιθεώρηση Astrobiology.

Η κοιμώμενη μαύρη τρύπα στο κέντρο του γαλαξία μας αναφλέγεται

Τα ολοκαίνουργια μάτια ακτίνων Χ της NASA στον ουρανό, το πυρηνικό Φασματοσκοπικό Array Telescope (NuStar), έχει συλλαβει τις πρώτες εικόνες από την γιγαντιαία μαύρη τρύπα που βρίσκεται σταθμευμένη στο κέντρο του γαλαξία μας. Οι παρατηρήσεις δείχνουν τη συνήθως ήπια μαύρη τρύπα στη μέση μιας αναφλεξης.

«Έιχαμε την τύχη να γίνουμε παρατηρητές ενός ξεσπάσματος της μαύρης τρύπας κατά τη διάρκεια της παρατήρησης μας," δήλωσε ο Fiona Harrison, κύριος ερευνητής της αποστολής στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνια (Caltech), στην Πασαντένα. "Αυτά τα στοιχεία θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τον ευγενικό γίγαντα στην καρδιά του γαλαξία μας .ο οποιος μερικές φορές φουντώνει για λίγες ώρες και στη συνέχεια επιστρέφει στο λήθαργο."

Το τηλεσκόπιο NuStar, ξεκίνησε στις 13 Ιουνίου και είναι το μόνο (τηλεσκόπιο) ικανό να παράγει εστιασμένες εικόνες από υψηλότατης ενέργειας ακτίνες-Χ. Για δύο ημέρες, τον Ιούλιο, το τηλεσκόπιο συνεργάστηκε με άλλα παρατηρητήρια στην παρατηρηση του Sagittarius A*-Τοξότης Α * ( συντομογραφία Sgr Α *), ονομα που οι αστρονόμοι έχουν δώσει σε μια συμπαγή ραδιοφωνική πηγή στο κέντρο του Γαλαξία μας.

Οι παρατηρήσεις δείχνουν μια τεράστια μαύρη τρύπα να βρίσκεται σε αυτή τη θέση. Συμμετοχή στην παρατηρηση εχουν το τηλεσκοπιο Chandra της NASA X-ray Observatory, το οποίο βλέπει με φως χαμηλής ενέργειας ακτίνων Χ καθως Και το WM Παρατηρητήριο Keck πάνω στο Mauna Kea στη Χαβάη, το οποίο έλαβε υπέρυθρες εικόνες. Σε σύγκριση με αλλες γιγάντιες μαύρες τρύπες στα κέντρα των άλλων γαλαξιών, η Sgr Α * είναι σχετικά ήσυχη.

Οι Ενεργές μαύρες τρύπες τείνουν να καταβροχθίζουν τα αστέρια και άλλα καύσιμα γύρω τους.Η Sgr Α * φαίνεται να << ροκανίζει>> ή να μην <<τρώει>> καθόλου, μια διαδικασία που δεν είναι πλήρως κατανοητή. Όταν οι μαύρες τρύπες καταναλώνουν καύσιμα - ένα αστέρι, ένα σύννεφο αερίου ή, όπως οι πρόσφατες παρατηρήσεις του Chandra έχουν δείξει, ακόμη και έναν αστεροειδή - ξεσπούν με επιπλέον ενέργεια.

Στην περίπτωση του NuStar, το τηλεσκόπιο του έχει πάρει ακτίνες Χ που εκπέμπονται από κατανάλωση ύλης που θερμαίνεται σε περίπου 180 εκατομμύρια βαθμούς Fahrenheit (100 εκατομμύρια βαθμούς Κελσίου) και προέρχονται από περιοχές όπου τα σωματίδια ωθήθηκαν πολύ κοντά στην ταχύτητα του φωτός. Οι αστρονόμοι λένε αυτά τα δεδομένα απο το NuStar, σε συνδυασμό με τις ταυτόχρονες παρατηρήσεις που λαμβάνονται σε άλλα μήκη κύματος, θα τους βοηθήσουν να κατανοήσουν καλύτερα τη φυσική του πώς οι μαύρες τρύπες <<τσιμπολογούν>> και μεγαλώνουν σε μέγεθος.

"Οι αστρονόμοι πιθανολογουν από καιρό ότι το <<τσιμπολόγημα>> της μαύρης τρύπας θα πρέπει να παράγει άφθονες σκληρές ακτίνες Χ, αλλά το NuStar είναι το πρώτο τηλεσκόπιο με αρκετή ευαισθησία για να τις ανιχνεύσει στην πραγματικότητα», δήλωσε το μέλος της ομάδας NuStar Chuck Hailey του Πανεπιστημίου Κολούμπια στη Νέα Υόρκη.

Βρισκόμαστε στη 2η φάση σχηματισμού άστρων στον Γαλαξία που είχε σταματήσει για δισεκατομμύρια χρόνια

Από τη γέννηση της σύγχρονης αστρονομίας, οι επιστήμονες επεδίωξαν να προσδιορίσουν την πλήρη έκταση του Γαλαξία και να μάθουν περισσότερα για τη δομή, το σχηματισμό και την εξέλιξή του. Σύμφωνα με τις τρέχουσες θεωρίες, πιστεύεται ευρέως ότι ο Γαλαξίας σχηματίστηκε λίγο μετά το Big Bang (περίπου 13,51 δισεκατομμύρια χρόνια πριν). Αυτό ήταν το αποτέλεσμα των πρώτων αστεριών και των σμηνών των άστρων που συναντούσαν, καθώς και η προσαύξηση του αερίου απευθείας από το γαλαξιακό φωτοστέφανο (άλως).
 
Από τότε που σχηματίστηκε, πιστεύεται ότι πολλοί γαλαξίες έχουν συγχωνευθεί με τον Γαλαξία, κάτι που προκάλεσε το σχηματισμό νέων αστεριών. Αλλά σύμφωνα με μια νέα μελέτη από μια ομάδα ιαπώνων ερευνητών, ο Γαλαξίας μας είχε μια πιο ταραχώδη ιστορία από ό, τι πιστεύαμε προηγουμένως. Σύμφωνα με τα ευρήματά τους, ο Γαλαξίας γνώρισε μια αδρανή εποχή ανάμεσα σε δύο περιόδους σχηματισμού αστεριών που διήρκεσαν δισεκατομμύρια χρόνια, σαν να είχε πεθάνει πριν επιστρέψει ξανά στη ζωή. 
 
Η μελέτη τους για αυτή την 2η περίοδο σχηματισμού άστρων πρόσφατα εμφανίστηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature. Η μελέτη διεξήχθη από τον αστρονόμο Masafumi Noguchi που χρησιμοποιώντας μια νέα ιδέα γνωστή ως «προσαύξηση της ψυχρής ροής», ο Noguchi υπολόγισε την εξέλιξη του Γαλαξία σε μια περίοδο 10 δισεκατομμυρίων ετών.
 
Αυτή η ιδέα της προσέλκυσης ψυχρού αερίου προτάθηκε αρχικά από τον Avishai Dekel στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ – και από τους συναδέλφους του για να εξηγήσουν πώς οι γαλαξίες συσσωρεύουν αέριο από τον περιβάλλοντα χώρο κατά τη διάρκεια του σχηματισμού τους. Η ιδέα του σχηματισμού δύο σταδίων έχει επίσης υποδειχθεί στο παρελθόν από τον Yuval Birnboim – ανώτερο λέκτορα στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο – και από τους συναδέλφους του για να υποστηρίξουν το σχηματισμό πιο μαζικών γαλαξιών στο σύμπαν μας.
 
Ωστόσο, μετά την κατασκευή ενός μοντέλου του Γαλαξία χρησιμοποιώντας τα δεδομένα σύνθεσης των αστεριών του, ο Noguchi κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δικός μας Γαλαξίας βίωσε επίσης δύο στάδια σχηματισμού αστεριών. Σύμφωνα με τη μελέτη του, η ιστορία του Γαλαξία μπορεί να διακριθεί εξετάζοντας τις στοιχειώδεις συνθέσεις των αστεριών του, οι οποίες είναι το αποτέλεσμα της σύνθεσης του αερίου από το οποίο σχηματίζονται.
 
Όταν κοιτάζετε τα αστέρια στη γειτονιά του ήλιου, πολλές αστρονομικές έρευνες έχουν παρατηρήσει ότι υπάρχουν δύο ομάδες που έχουν διαφορετικές χημικές συνθέσεις. Η μία είναι πλούσια σε στοιχεία όπως οξυγόνο, μαγνήσιο και πυρίτιο (άλφα στοιχεία) ενώ η άλλη είναι πλούσιο σε σίδηρο. Ο λόγος για αυτή τη διχοτόμηση είναι ένα μακροχρόνιο μυστήριο, αλλά το μοντέλο του Noguchi παρέχει μια πιθανή απάντηση.
 
Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο αυτό, ο Γαλαξίας ξεκίνησε όταν ρεύματα ψυχρού αερίου προσελκύθηκαν σε αυτόν και οδήγησαν στο σχηματισμό της πρώτης γενιάς άστρων. Το αέριο αυτό περιείχε τα άλφα στοιχεία ως αποτέλεσμα των βραχύβιων υπερκαινοφανών (σουπερνόβα) τύπου ΙΙ – όπου ένα αστέρι υφίσταται κατάρρευση του πυρήνα του στο τέλος του κύκλου ζωής του και στη συνέχεια εκρήγνυται – απελευθερώνοντας αυτά τα στοιχεία στο διαγαλαξιακό μέσο. Αυτό οδήγησε στο σχηματισμό της πρώτης γενιάς των άστρων που ήταν πλούσια σε άλφα στοιχεία. 
 
Τότε, περίπου 7 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, εμφανίστηκαν κύματα κλονισμού που θέρμαιναν το αέριο σε υψηλές θερμοκρασίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το ψυχρό αέριο να σταματήσει να ρέει στον Γαλαξία μας, προκαλώντας τη διακοπή του σχηματισμού των αστεριών. Ακολούθησε μια περίοδος ηρεμίας δύο δισεκατομμυρίων ετών  στον Γαλαξία μας. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, οι μακρόβιοι υπερκαινοφανείς τύπου Ια – οι οποίοι εμφανίζονται σε δυαδικά συστήματα όπου ένας λευκός νάνος σιγά-σιγά απορροφά υλικό από το συνοδό άστρο του – εκτοξεύοντας σίδηρο στο διαγαλαξιακό αέριο και αλλάζοντας  τη στοιχειακή του σύνθεση.
 
Με την πάροδο του χρόνου, το διαγαλαξιακό αέριο άρχισε να κρυώνει με την εκπομπή ακτινοβολίας και άρχισε να ρέει πίσω στον Γαλαξία μας πριν από 5 δισεκατομμύρια χρόνια. Αυτό οδήγησε σε μια δεύτερη γενιά σχηματισμού αστεριών, που περιελάμβανε τον Ήλιο μας, που ήταν πλούσια σε σίδηρο. Αν και ο σχηματισμός δύο σταδίων έχει προταθεί για πολύ πιο μαζικούς γαλαξίες στο παρελθόν, ο Noguchi κατάφερε να επιβεβαιώσει ότι η ίδια εικόνα ισχύει και για τον δικό μας Γαλαξία.
 
Επιπλέον, άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι το ίδιο συμβαίνει και με τον πλησιέστερο γείτονα του Γαλαξία μας, την Ανδρομέδα. Εν ολίγοις, το μοντέλο του Noguchi προβλέπει ότι οι μαζικοί σπειροειδείς γαλαξίες αντιμετωπίζουν ένα κενό στο σχηματισμό των αστεριών, ενώ οι μικρότεροι γαλαξίες φτιάχνουν αστέρια συνεχώς.
 
Στο μέλλον, οι παρατηρήσεις από τα υφιστάμενα και τα τηλεσκόπια της επόμενης γενιάς είναι πιθανό να δώσουν επιπλέον αποδείξεις γι’ αυτά τα φαινόμενα και να μας πουν πολλά περισσότερα σχετικά με το σχηματισμό των γαλαξιών. Από αυτό το γεγονός, οι αστρονόμοι θα είναι επίσης σε θέση να κατασκευάσουν ολοένα ακριβέστερα μοντέλα για το πώς εξελίχθηκε το Σύμπαν μας με την πάροδο του χρόνου.

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Αρχαίοι Έλληνες Ιστοριογράφοι - Πλούταρχος

Πλούταρχος

Βιογραφικά: Ο Πλούταρχος γεννήθηκε λίγα χρόνια πριν το 50 μ.Χ. στη Χαιρώνεια της Βοιωτίας. Από τα βιογραφικά στοιχεία που παραθέτει στα συγγράμματά του προκύπτει ότι καταγόταν από εύπορη οικογένεια. Νέος βρέθηκε στην Αθήνα, όπου μαθήτευσε κοντά στον Πλατωνικό Αμμώνιο. Έκανε μεγάλα ταξίδια, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ασία και την Αλεξάνδρεια, και επισκέφθηκε δύο φορές τη Ρώμη. Είχε την ευκαιρία να κάνει φίλους επιφανείς Ρωμαίους, όπως τον Μέστριο Φλώρο, χάρη στον οποίο απέκτησε τη ρωμαϊκή υπηκοότητα, και τον Σόσσιο Σενεκίωνα, στον οποίο αφιέρωσε τα Συμποσιακάκαι τους Παράλληλους Βίους. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε στη Χαιρώνεια. Ο άνθρωπος αυτός, που χάρη στα ταξίδια του γνώρισε τόσο σπουδαίες πόλεις της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προέκρινε την αφοσίωση προς την πατρίδα και επέλεξε να εγκατασταθεί μόνιμα εκεί. Σχετικά με αυτή την απόφασή του αναφέρει στο προοίμιο των βιογραφιών του Δημοσθένη και του Κικέρωνα, «Ζούμε σε μια μικρή πόλη και παραμένουμε σ' αυτήν από αγάπη, για να μη γίνει μικρότερη» (2.2). Πιστός στην παράδοση που απαιτούσε από τον ενάρετο άνδρα να υπηρετήσει την πατρίδα του, ο Πλούταρχος άσκησε στη Χαιρώνεια ποικίλα δημόσια καθήκοντα κι έγινε και επώνυμος άρχοντας. Συμμετείχε ενεργά και στη θρησκευτική ζωή του τόπου, αναλαμβάνοντας τη μία από τις δύο θέσεις ιερέων στον ναό των Δελφών, από όπου επίσης έλαβε τον τίτλο του πολίτη. Εκτός όμως από την πολιτική δραστηριότητα και την υπηρεσία του στους Δελφούς, πλούσια ήταν και η ιδιωτική ζωή του Πλούταρχου. Στο έργο του μας επιτρέπει να διακρίνουμε την αγάπη που έτρεφε προς τη σύζυγό του Τιμοξένα αλλά και την εκτίμησή του προς τους φίλους που τον περιέβαλλαν και που μοιράζονταν τα ενδιαφέροντά του. Ο θάνατός του τοποθετείται το 120 μ.Χ. ή λίγο αργότερα.
 
Ηθικά: Ο Πλούταρχος ήταν ιδιαίτερα πληθωρικός όχι μόνο στη δημόσια και ιδιωτική δράση του αλλά και ως συγγραφέας. Πάνω από εβδομήντα έργα ποικίλου περιεχομένου σώζονται που συγκεντρώνονται κάτω από τον τίτλο Ηθικά. Ο λεγόμενος κατάλογος του Λαμπρία, ένας κατάλογος των έργων του Πλούταρχου (ή ακριβέστερα των έργων που αποδίδονται στον Πλούταρχο) που ανάγεται στον 3ο ή τον 4ο αιώνα, αναφέρει περίπου διπλάσιο αριθμό έργων. Η ποικιλία των σωζόμενων κειμένων είναι ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας της ευρυμάθειας του Πλούταρχου αλλά και της πολλαπλότητας των ενδιαφερόντων του. Μεταξύ των έργων βρίσκονται πραγματείες αφιερωμένες στην εξέταση αρετών ή ελαττωμάτων, όπως, λόγου χάρη, οι Περὶ εὐθυμίας, Περὶ τῆς ἠθικῆς ἀρετῆς, Περὶ φιλαδελφίας, Περὶ ἀοργησίας, Περὶ ἀδολεσχίας, Περὶ πολυπραγμοσύνηςκλπ. Αλλού το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη σφαίρα της μεταφυσικής. Εδώ ανήκουν τα συγγράμματα που συζητούν θέματα που σχετίζονται με τη θεοδικία (Περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ θείου βραδέως τιμωρουμένων) και την Τύχη (Περὶ εἱμαρμένης), καθώς και εκείνα που εξετάζουν τη θεωρία της ψυχής του πλατωνικού Τίμαιουκαι τις απόψεις των Στωϊκών και του Επίκουρου. Ξεχωριστή θέση κατέχουν οι «δελφικές» πραγματείες για το αινιγματικό Ε της εισόδου του δελφικού ναού (Περὶ τοῦ Εἶ τοῦ ἐν Δελφοῖς), τη μορφή των χρησμών (Περὶ τοῦ μὴ χρᾶν ἔμμετρα νῦν τήν Πυθίαν) και την παρακμή τους (Περὶ τῶν ἐκλελοιπότων χρηστηρίων). Πιο κοντά στην ιστορία είναι τα έργα που εξετάζουν την επιτυχία του Αλέξανδρου (Περὶ τῆς Ἀλεξάνδρου τύχης ἢ ἀρετῆς λόγος α', β') και τη δόξα των Αθηναίων (Πότερον Ἀθηναῖοι κατὰ πόλεμον ἢ κατὰ σοφίαν ἐνδοξότεροι). Άλλα έργα έχουν καθαρά πολιτικό περιεχόμενο, όπως, για παράδειγμα, το Εἰ πρεσβυτέρῳ πολιτευτέον και τα Πολιτικὰ Παραγγέλματα. Υπάρχουν ακόμη έργα που ασχολούνται με τη λογοτεχνία, όπως τα Περὶ τῆς Ἡροδότου κακοηθείας και Πῶς δεῖ τὸν νέον ποιημάτων ἀκούειν. Η μορφή των έργων αυτών είναι εξίσου ποικίλη και ενδιαφέρουσα με το περιεχόμενό τους. Πολλά έχουν διαλογική μορφή και άλλα έχουν χαρακτήρα πραγματείας. Τα παραθέματα είναι πολυάριθμα, όπως και τα παραδείγματα από την ιστορία αλλά και από την προσωπική ζωή του Πλούταρχου.
 
Βίοι Παράλληλοι: Τα Ηθικάεπιτρέπουν να προσεγγίσουμε τη σκέψη και τα ενδιαφέροντα του Πλούταρχου, τη φήμη του όμως ως συγγραφέα τη θεμελίωσε το εγχείρημά του να συγγράψει παράλληλους βίους μεγάλων Ελλήνων και Ρωμαίων. Σώθηκαν 22 τέτοιες συζυγίες, ενώ έχουμε ακόμη μεμονωμένες βιογραφίες του Άρατου, του Αρταξέρξη, του Γάλβα και του Όθωνα. Η συζυγία Επαμεινώνδας-Σκιπίων δεν έχει σωθεί. Η επιλογή του Πλούταρχου να ενώσει σε ζευγάρια από έναν Έλληνα κι έναν Ρωμαίο ανταποκρίνεται απολύτως στο πνεύμα της εποχής που έθεσε παράλληλα και συνέδεσε αναπόσπαστα τον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, αλλά και στην επιθυμία του να αντιμετωπίσει ως ισότιμους τους δύο πολιτισμούς. Ο παραλληλισμός των βιογραφούμενων προσώπων συνήθως αφορμάται από κάποιο κοινό στοιχείο του χαρακτήρα τους ή από κάποια παρόμοια πολιτική κατάσταση, δίχως να καταλήγει σε μια βεβιασμένη αντιβολή λεπτομερειών του βίου τους. Οι συζυγίες είναι συχνά άνισες ποσοτικά και ποιοτικά, ανάλογα με το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τα πρόσωπα και το πλήθος των διαθέσιμων πληροφοριών.
 
Ο βασικός στόχος του βιογραφικού έργου του Πλούταρχου είναι η ηθική διαπαιδαγώγηση. Στο προοίμιο του Αιμίλιου Παύλου αναφέρει ότι η μελέτη του βίου των μεγάλων προσωπικοτήτων της ιστορίας μπορεί να συμβάλει θετικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των αναγνωστών (1.5). Δεν εγκαταλείπει τον παιδευτικό στόχο του ούτε ακόμη όταν παρουσιάζει πρόσωπα αμφίβολης ηθικής. Στο προοίμιο του Δημήτριου εξηγεί ότι δεν περιλαμβάνει τέτοια πρόσωπα στο έργο του προκειμένου να τέρψει τους αναγνώστες του αλλά γιατί η υπόμνηση των εσφαλμένων συμπεριφορών τούς βοηθάει να κατανοήσουν καλύτερα τι πρέπει να επιδιώκουν και τι να αποφεύγουν (1.5-6). Κατά τον Πλούταρχο, ο παιδευτικός στόχος συχνά εκπληρώνεται αποτελεσματικότερα με την παρουσίαση των καθημερινών και φαινομενικά ασήμαντων λόγων και πράξεων των χαρακτήρων παρά με την περιγραφή των λαμπρών κατορθωμάτων τους. Όπως αναφέρει στο προοίμιο του Αλέξανδρου, «Δεν γράφουμε ιστορία αλλά βιογραφίες. Ούτε φαίνεται πάντοτε στις σπουδαίες πράξεις η αρετή ή η κακία, αλλά κάποτε ένα μικρό πράγμα, μια φράση ή ένα αστείο φανερώνουν περισσότερο τον χαρακτήρα απ' ό,τι μάχες πολύνεκρες και μεγαλειώδεις παρατάξεις και πολιορκίες» (1.2). Ωστόσο, κι αν ακόμη ο Πλούταρχος θεωρούσε τον εαυτό του βιογράφο και όχι ιστορικό, η ιστορία δεν μπορεί να τον αγνοήσει. Ο Πλούταρχος μπορεί να μην ενδιαφέρθηκε για την πολιτική ερμηνεία και τις ιστορικές αλληλεξαρτήσεις, επέδειξε όμως σοβαρότητα και εντιμότητα στη συγκέντρωση του υλικού που πραγματεύτηκε. Και η παρουσίαση των λεπτομερειών γύρω από τη δράση των επιφανών προσωπικοτήτων που βιογράφησε προσδίδει στο έργο ιδιαίτερη ζωντάνια και αμεσότητα. Αυτή ακριβώς η σπάνια σύζευξη του ενδιαφέροντος για την παρουσίαση του μεγαλείου των σπουδαίων ανδρών και της συμπαθητικής κατανόησης για τα ανθρώπινα στην καθημερινή τους πραγμάτωση αποτελεί έναν βασικό λόγο για τη μεγάλη απήχηση που γνώρισαν οι Παράλληλοι Βίοι από την αρχαιότητα έως σήμερα.

Τρίτη 28 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (710-733)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ


710 ΔΑ. εὐχὰς μὲν αἰνῶ τάσδε σώφρονας, φίλαι·
ὑμεῖς δὲ μὴ τρέσητ᾽ ἀκούσασαι πατρὸς
ἀπροσδοκήτους τούσδε καὶ νέους λόγους.
ἱκεταδόκου γὰρ τῆσδ᾽ ἀπὸ σκοπῆς ὁρῶ
τὸ πλοῖον. εὔσημον γάρ· οὔ με λανθάνει
715 στολμοί τε λαίφους καὶ παραρρύσεις νεώς,
καὶ πρῷρα πρόσθεν ὄμμασιν βλέπουσ᾽ ὁδόν,
οἴακος εὐθυντῆρος ὑστάτου νεὼς
ἄγαν καλῶς κλύουσα, τοῖσιν οὐ φίλη.
πρέπουσι δ᾽ ἄνδρες νήιοι μελαγχίμοις
720 γυίοισι λευκῶν ἐκ πεπλωμάτων ἰδεῖν,
καὶ τἄλλα πλοῖα πᾶσά θ᾽ ἡ ᾽πικουρία
εὔπρεπτος· αὐτὴ δ᾽ ἡγεμὼν ὑπὸ χθόνα
στείλασα λαῖφος παγκρότως ἐρέσσεται.
ἀλλ᾽ ἡσύχως χρὴ καὶ σεσωφρονισμένως
725 πρὸς πρᾶγμ᾽ ὁρώσας τῶνδε μὴ ἀμελεῖν θεῶν.
ἐγὼ δ᾽ ἀρωγοὺς ξυνδίκους θ᾽ ἥξω λαβών.
ἴσως γὰρ ἂν κῆρύξ τις ἢ πρέσβη μόλοι,
ἄγειν θέλοντες, ῥυσίων ἐφάπτορες.
ἀλλ᾽ οὐδὲν ἔσται τῶνδε· μὴ τρέσητέ νιν.
730 ὅμως ‹δ᾽› ἄμεινον, εἰ βραδύνοιμεν βοῇ,
ἀλκῆς λαθέσθαι τῆσδε μηδαμῶς ποτε.
θάρσει· χρόνῳ τοι κυρίῳ τ᾽ ἐν ἡμέρᾳ
θεοὺς ἀτίζων τις βροτῶν δώσει δίκην.

***
ΤΡΙΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

ΔΑΝΑΟΣ
710 Φρόνιμες βρίσκω τις ευχές αυτές σας, κόρες,
μα εσείς να μην τρομάξετε σ᾽ αυτά που τώρα
θ᾽ ακούσετ᾽ από με τ᾽ ανεπάντεχα νέα.
γιατί απ᾽ αυτή τη βίγλα την ικετοδόχα
βλέπω το πλοίο· δε με γελά, καλά γνωρίζω
τα ξάρτια των πανιώ του και τα παραπέτα
και την πρώρα, που εμπρός αναμετράει το δρόμο
με την ματιά της κι απ᾽ την πίσω ακούει την άκρη
του τιμονιού, που τηνε κυβερνάει, τη γλώσσα,
παρά πολύ καλά για όσους δεν είναι φίλοι.
κι οι ναύτες καθαρά με τα μαύρα κορμιά τους
720 μέσ᾽ απ᾽ τις άσπρες φορεσιές των ξεχωρίζουν.
νά και τ᾽ άλλα τους πλοία κι όλη η δύναμή τους
κοντοζυγώσαν· τ᾽ αρχικάραβό τους τώρα
πέφτει γιαλό και, μάινα τα πανιά, το βάζει
στεριά, μ᾽ όλη τη δύναμή τους, μονοκούπι·
Μα ήσυχα πρέπει εσείς και γνωστικά το πράμα
ν᾽ αντικρίζετ᾽ αυτό, χωρίς ν᾽ αποξεχνάτε
τους θεούς τούτους· και γω θα ᾽ρθω αμέσως πίσω
βοηθούς μαζί φέρνοντας και συνηγόρους.
γιατ᾽ ίσως νά ᾽βγει κήρυκας απ᾽ το καράβι,
ή αποσταλμένοι, θέλοντας να βάλουν χέρι
επάνω σας κι ενέχυρα να σας κρατήσουν·
μα δε θα κάμουν τίποτα, μην τους φοβάστε·
730 όμως πάντα καλό θενά ᾽ναι, αν η βοήθεια
τυχόν αργήσει, ουδέ στιγμή να μη ξεχνάτε
τη θεϊκιά τούτη απαντοχή και το αντιστύλι.
Έχετε θάρρος, θά ᾽ρθει όπου και να ᾽ναι η μέρα
να το πλερώσει ο που το θείο πατάει το νόμο.