Δευτέρα 20 Αυγούστου 2018

Η ευγένεια των εραστών

Στην θάλασσα του χρόνου,
το κουπί που μας τραβά μπροστά
είναι η ευγένεια…

Δεν είναι λίγες οι φορές που η ενδεικτική λυχνία της επιθυμίας του ανθρώπου για βαθύτερη σύνδεση αρχίζει να εκπέμπει. Κοινώς ονομαζόμενο, το φλερτ, είναι το προεόρτιο αυτής της σύνδεσης, το σήμα ότι κάποιος είναι συναισθηματικά διαθέσιμος τόσο συνειδητά όσο και ασυνείδητα.
 
Παρόλα αυτά, με το πέρασμα του χρόνου, το στοιχείο αυτό, μεταξύ δύο συντρόφων, μοιάζει να εξασθενεί και να δίνει τη θέση του στην σύγκρουση.
 
Όμως, είναι η ανάγκη των ανθρώπων να νιώσουν ξανά αρεστοί και ποθητοί αυτή που αναζητούν, και πάνω σε αυτή την απογοήτευση συγκρούονται, ή είναι κάτι άλλο;
 
Για να απαντηθεί αυτό ας δούμε την επίδραση που έχει ο έρωτας στον εαυτό καθώς και το ποια είναι η φύση της ερωτικής σχέσης…
 
Στην πορεία του, κάθε άνθρωπος, μαθαίνει να αποκολλάται από τον εαυτό του και να δίνεται σε κάποιον άλλο.
 
Είναι η ύπατη οδός για την κοινωνική του ολοκλήρωση αλλά και η ασυνείδητη ροπή του προς την αθανασία με απαραίτητο μέσο για να τη διανύσει, τον έρωτα.
 
Για τον άνθρωπο, ο έρωτας, είναι ανακλητικό στοιχείο. Ακυρώνει ολόκληρα κομμάτια του χαρακτήρα του και τον επιστρέφει σε μία προηγούμενη κατάσταση, όπου ο ίδιος ήταν περισσότερο εύπλαστος και δεκτικός στο κάθε τι νέο. Στο σημείο εκείνο, λοιπόν, στην επιτομή των συναισθημάτων του, τον καταλήγει μία υποδειγματική εκδοχή του εαυτού του για να καταφέρει να απευθυνθεί στο εξιδανικευμένο αντικείμενο του έρωτός του.
 
Θα έλεγε κανείς ότι ο έρωτας, σαν επιδέξιος σιδηρουργός σφυρηλατεί και λειαίνει όλες τις “αιχμηρές” πτυχές του χαρακτήρα του και τις καθιστά λιγότερο ακανθώδεις.
 
Ο χρόνος, όμως, ως αντίπαλη έννοια, έχει μία μοναδική ιδιότητα… Επιστρέφει κάθε τι ανήσυχο στην προηγούμενη κατάσταση ησυχίας του.
 
Έτσι, ο ερωτευμένος σιγά σιγά επανέρχεται σαν ελατήριο που έλκεται από τον ίδιο του τον εαυτό, στον χαρακτήρα και τη συμπεριφορά που είχε πριν ερωτευτεί• και σε αυτό το σημείο γεννάται η σύγκρουση…
 
Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους που σχετίζονται να συγκρούονται, όμως; Είναι η ασυμφωνία των χαρακτήρων;
 
Ομολογουμένως όχι, γιατί τότε θα αναφερόμασταν στη διαφωνία και όχι στη σύγκρουση. Τι κάνει, λοιπόν, κάποιον να επιτίθεται με σφοδρότητα απέναντι στον σύντροφό του; Η απάντηση είναι τόσο απλή όσο και πολύπλοκη… Η έλλειψη ευγένειας.
 
Εξηγώντας, η ευγένεια είναι αυτή που έρχεται όταν αναγνωρίσουμε τα όριά μας και μάς φερθούμε με σεβασμό. Τότε είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε την ικανή αντίληψη που θα σεβαστεί την μοναδικότητα της ύπαρξης του άλλου.
 
Με λίγα λόγια, η ευγένεια είναι η γνωριμία με τον εαυτό μας όπου μαθαίνουμε το μέχρι που είμαστε ικανοί να φτάσουμε, τι είμαστε ικανοί να προσφέρουμε αλλά και τι είμαστε ικανοί να λάβουμε.
 
Η ευγένεια είναι η τρίτη διάσταση στην ανθρώπινη υπόσταση η οποία σαν σκιά προσδίδει βάθος στις κινήσεις μας και τις ξεκολλά από το βασίλειο των δύο διαστάσεων.
 
Σε άλλη περίπτωση ο όποιος σεβασμός προς και από εμάς είναι καταδικασμένος να σπαταλιέται σαν τις αχτίδες του φωτός που δεν έπεσαν σωστά πάνω σε ένα έργο τέχνης, αποτυγχάνοντας να αναδείξουν κάθε του γωνία.
 
Γιατί, όμως, κάποιος, κατά την επαναφορά του από τον έρωτα στην πραγματικότητα, συγκρούεται με τον σύντροφό του και δεν τον αποδέχεται, πλέον;
 
Εδώ, απάντηση δίνει η φύση της ερωτικής σχέσης που υποσχεθήκαμε να θίξουμε στην αρχή. Η φύση της ερωτικής σχέσης είναι και εκείνη ανακλητική και όπως ο έρωτας μας τανύζει και μας υψώνει μακριά από τη βάση μας έτσι η σχέση μάς έλκει, πίσω, στις εμπειρίες επικοινωνίας που είχαμε κατά την παιδική ηλικία.
 
Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, που κάποιος διδάχθηκε πώς να αγαπά, από τις πρωτόλειες φιγούρες του, έτσι έμαθε και να διαφωνεί• και όταν η διαφωνία του πνίγηκε από το συναίσθημα του θυμού, που κατακλύζει οποιονδήποτε προσφέρει και η προσφορά του απορρίπτεται, έτσι ο σύντροφος καταντά ο τελικός αποδέκτης ενός θυμού χρόνων.
 
Μέσα στην ερωτική σχέση, λοιπόν, αναβιώνει η σχέση του ανθρώπου με τη μητρική φιγούρα και όταν η φιγούρα αυτή προβληθεί στον σύντροφο πολύ σύντομα ακολουθεί και το συναίσθημα που τη συνοδεύει. Το μελανότερο σημείο, όμως, δεν είναι αυτό αλλά η ειλικρίνεια με την οποία επικοινωνούμε αυτό το συναίσθημα… Μία ειλικρίνεια που τοποθετεί τον άλλο στη θέση που τον βάλαμε οι ίδιοι και τον αναγκάζει να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο που μία μητέρα θα απαντούσε σε έναν έφηβο που επαναστατεί μέσα από ανώριμα αιτήματα• αντιμεταβιβαστικά.
 
Αυτό που χρειάζεται είναι η δύναμη να αποδεχτούμε ότι αυτές οι “τέλειες” φιγούρες που μας γαλούχησαν, αυτά τα “ιδανικά” όντα που μας πρόσφεραν ασφάλεια και προστασία ήταν πλάσματα μεμπτά, με ελαττώματα, που στην πορεία τους αδυνάτησαν να ενστερνιστούν αυτό που προσπαθήσαμε να τους πούμε.
 
Αδυνάτησαν να υιοθετήσουν τη δική μας οπτική και δεν κατάφεραν να εγκολπώσουν το θέλω μας δίνοντάς μας χώρο να αναπτυχθούμε ως προσωπικότητες.
 
Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να χτυπάμε τις πόρτες που δεν προαλείφονται να ανοίξουν, τη στιγμή που το επιθυμούμε, μέχρι να ματώσουν τα χέρια μας…
 
Ο σπόρος, εξάλλου, προορίζεται, πάντα, να ξεπερνά τη γλάστρα στην οποία τοποθετήθηκε αρχικά, μα η μεταφύτευσή σου δεν σημαίνει την απαξίωση για το χώμα που τον φιλοξένησε αλλά την ευγνωμοσύνη που τον κατέστησε δυνατό να κατοικήσει αλλού.
 
Όταν συνειδητοποιήσουμε το παραπάνω, όταν αποδεχτούμε τα λάθη τους, θα έχουμε καταφέρει να ολοκληρώσουμε το εσωτερικό μας πάζλ και δεν θα χρειαζόμαστε να τους προβάλουμε σε κάθε μας συγκρουσιακή εμπειρία.
 
Στην ουσία, η σφοδρότητα με την οποία συγκρουόμαστε κρύβει το αίτημά μας για επικοινωνία με εκείνους. Την επιθυμία μας να παραδεχτούν ότι έχουμε δίκιο και την ανάγκη μας να αποδεχτούν τη διαφορετικότητά μας. Το μειονέκτημα, όμως, είναι ότι όσο παλεύουμε να τους αλλάξουμε τόσο παραμένουμε παιδιά και απαγορεύουμε στον εαυτό μας να μεγαλώσει.
 
Πώς τηρείται, όμως, η ευγένεια μεταξύ συντρόφων; Μα φυσικά όπως είπαμε… Με το να γίνουμε οι ίδιοι γονείς του εαυτού μας οι οποίοι αποδέχονται τη διαφορετικότητα του άλλου όσο κι εμείς θέλαμε να αποδεχτούν τη δική μας.
 
Μόνο όταν δούμε τον άνθρωπο απέναντί μας γυμνό από τις καταδικαστικές προβολές του παρελθόντος θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε το μέλλον μαζί του που μέχρι στιγμής ήταν μόνο φαντασιωσικό.
 
Ένα μέλλον που θα μας εμπνεύσει και θα μας ωθήσει προς την αυτοπραγμάτωση αφού ο άνθρωπος έχει ανάγκη τη δυάδα για να σταθεί στην κορυφή της προσωπικής του πυραμίδας. Ας αναλογιστούμε, εξάλλου, πως κάθε πυραμίδα χρειάζεται δύο “γωνίες” για να αποκτήσει μία στερεή βάση…
 
Κλείνοντας, ας κρατήσουμε στο νου το εξής…
Η ευγένεια είναι ίσως το αξιότερο από όλα τα μέτρα του εαυτού καθώς είναι αρκετά ισχυρή για να εμπνεύσει τη δύναμή του και αρκετά τρυφερή για να διαχειριστεί την αδυναμία του.
 
Σε κάθε περίπτωση είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει κάποιος στον σημαντικό του άλλο. Ας μην ξεχνάμε… Δύο κωπηλάτες τραβούνε πιο συγχρονισμένα το κουπί όταν η δυνατή εκπνοή του ενός αγκαλιάζει το αγκομαχητό του άλλου…

Η δυσλειτουργική επικοινωνία στις συντροφικές σχέσεις

Πολλές φορές οι δυσκολίες στις συντροφικές σχέσεις προέρχονται από την δυσλειτουργική επικοινωνία. Η δυσλειτουργία αυτή πηγάζει από τις ερμηνείες και τις συμβολικές σημασίες που αποδίδει και διαμορφώνει ο ένας/η μία σύντροφος για τον/την άλλον/η και αφορά τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις διαθέσεις, τη συμπεριφορά. Όμως, είναι εφικτό να μπορούμε να “διαβάσουμε” τις σκέψεις, κλπ. του άλλου; Ασφαλώς, όχι! Η ερμηνεία που δίνει ο σύντροφος στις σκέψεις του/της συντρόφου έχει άμεση σχέση με το γενικότερο δικό του σύστημα κωδικών.
 
Χρειάζεται να μάθουμε να ελέγχουμε όσα πιστεύουμε ότι σκέφτεται, αισθάνεται ή πράττει ο/η σύντροφος μας. Ο απόλυτος τρόπος σκέψης και το διάβασμα της σκέψης του άλλου είναι κάποια από τα στοιχεία που μπορούν να φέρουν ρήξη σε ένα ζευγάρι.
 
Ας δούμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: Επιστρέφω το βράδυ στο σπίτι και μιλάω στη σύντροφό μου για τη δύσκολη ημέρα στη δουλειά, αλλά φαίνεται να είναι απόμακρη και προβληματισμένη και δεν με ακούει. Αμέσως σκέφτομαι ότι θεωρεί όσα λέω βαρετά. Στη συνέχεια, σκέφτομαι ότι αφού με βαριέται, σίγουρα σύντομα θα με χωρίσει. Αν με χωρίσει, θα μείνω μόνος… αμέσως αισθάνομαι έντονη θλίψη και αγανάκτηση και φεύγω από το δωμάτιο.
 
Εκείνη σκέφτεται ότι νοιάζομαι μόνο για τον εαυτό μου, δεν διακρίνω ότι είναι στεναχωρημένη και ούτε ρωτάω για τη δική της καθημερινότητα. Σκέφτεται ότι με νοιάζει μόνο η δουλειά μου και ότι η σχέση μας απλά καλύπτει την ανασφάλεια τού να είμαι μόνος.
 
Το γεγονός δεν συζητήθηκε και οι δύο μείναμε θλιμμένοι για όλη την ημέρα. Δυστυχώς μετά από λίγες ημέρες το σκηνικό επαναλήφθηκε.
 
Από το παράδειγμα φαίνεται ότι “μπορώ” και διαβάζω τη σκέψη της συντρόφου μου, ότι δηλαδή η στάση της, με το να είναι απόμακρη, δηλώνει ότι με βαριέται. Δεν έλεγξα, όμως, αν αυτό είναι αληθές, δεν τη ρώτησα, παρά μόνο αφοσιώθηκα στις σκέψεις μου και αντέδρασα σύμφωνα με ό,τι μου υπαγόρευαν, φανερώνοντας έναν γενικότερο κανόνα για το δικό μου σύστημα κωδικών και μία βαθιά πεποίθηση: όποια σύντροφος δεν με προσέχει όταν μιλάω, σημαίνει ότι με βαριέται και στο τέλος θα με εγκαταλείψει.
 
Η σύντροφος μου απορροφημένη κι εκείνη από τη στεναχώρια της, δεν μπορούσε να με προσέξει όταν μιλούσα και ούτε τελευταία επεσήμανε ότι είμαι απορροφημένος με τη δουλειά. Θεώρησε ότι διατηρώ τη σχέση μόνο και μόνο για να μην είμαι μόνος. Ωστόσο, δεν πρόλαβε να μου πει γιατί είναι στεναχωρημένη, καθώς έφυγα. Επίσης, φαίνεται ότι θεωρεί γενικά ότι όποιος σύντροφος δεν τη ρωτά για τη καθημερινότητά της σημαίνει ότι είναι μαζί της συγκαταβατικά.
 
Και οι δύο αποδώσαμε ερμηνείες και συμβολικές σημασίες στις σκέψεις και τη συμπεριφορά του άλλου. Δεν ελέγξαμε εάν όσα πιστεύουμε είναι αληθή και θεωρήσαμε ότι μπορούμε να διακρίνουμε τις σκέψεις του άλλου. Δε συζητήσαμε! Δεν κατάφερα να μάθω ότι η μητέρα της αντιμετωπίζει πιθανότατα ένα σοβαρό παθολογικό πρόβλημα και ούτε εκείνη έμαθε ότι είναι πολύ πιθανό τον επόμενο μήνα να πάρω προαγωγή, για αυτό και ο πολύς φόρτος εργασίας το τελευταίο χρονικό διάστημα.
 
Μαθαίνουμε να ελέγχουμε όσα πιστεύουμε ότι σκέφτεται, αισθάνεται ή πράττει ο/η σύντροφος μας. Ο απόλυτος τρόπος σκέψης και το διάβασμα της σκέψης του άλλου είναι κάποια από τα στοιχεία που μπορούν να φέρουν ρήξη σε ένα ζευγάρι. Για αυτό, προσπαθούμε να μην αφήνουμε τις σκέψεις μας να κάνουν άλματα, φτάνοντας αστραπιαία από το Α στο Ω.  Μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας και να μην αφήνουμε να διογκώνονται. Εκφραζόμαστε και συζητάμε με τον/την σύντροφό μας σχετικά με την καθημερινότητά μας, την εργασία μας και τη σχέση μας, συμβάλλοντας σε μία πιο ειλικρινή και αυθεντική συνύπαρξη.

Nα συνυπάρχεις με άτομα που σε βοηθούν να γίνεις καλύτερος άνθρωπος

Ο κάθε άνθρωπος ανάλογα με το περιβάλλον και τις συνθήκες στις οποίες έχει μεγαλώσει διαμορφώνει το χαρακτήρα του!

Κάποιοι από αυτούς εμπνέουν σεβασμό ενώ ταυτόχρονα τους χαρακτηρίζει η ευγένεια και το ήθος!

Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων, διακρίνεται από τον χειμαρρώδη χαρακτήρα τους, τους μη εκλεπτυσμένους τρόπους τους, οι οποίοι όμως εντάσσονται με μεγαλύτερη ευκολία στο κοινωνικό σύνολο λόγω του ότι φαίνονται πιο προσιτοί και λιγότερο σνομπ!

Κάποιες φορές, προκαλούν φόβο με το δυναμισμό τους και κατά συνέπεια τον σεβασμό αφού με τον τρόπο τους δηλώνουν άμεσα ότι’’ δεν σηκώνουν και πολλά’’.

Τι γίνεται όμως όταν ένας άνθρωπος από πρώτη κατηγορία βρεθεί μόνος αντιμέτωπος σε μια συζήτηση που υπερτερεί ως προς την δεύτερη κατηγορία και το αντίστροφο;

Σαφώς θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση αν λάβουμε υπόψιν ότι είτε θα τον θεωρήσουν σνομπ και διανοούμενο είτε αναιδή και χειμαρρώδη και θα προκαλέσει άθελα του την αντιπάθεια!

Για να αποφύγουμε αυτές τις δυσάρεστες συνέπειες πρέπει να κρατάμε ουδέτερη στάση στην όποια συζήτηση χωρίς να γινόμαστε απόμακροι και αντιπαθητικοί!

Και θα θυμόμαστε ότι δεν υπάρχει καλύτερη απάντηση από την σιωπή όταν διαφωνούμε σε κάτι αφού το σίγουρο είναι ότι η συζήτηση θα παρεκτραπεί εις βάρος μας!

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να συναναστρεφόμαστε με άτομα τα οποία μας βοηθούν να γινόμαστε καλύτεροι και με αυτό τον τρόπο να μπορέσουμε ανεβάσουμε το επίπεδο μας!

Η συναναστροφή μας με άτομα τα όποια δεν ταιριάζουν στον χαρακτήρα μας μόνο κακό μπορούν να μας κάνουν αφού μας βγάζουν έναν «κακό εαυτό», ο οποίος βγαίνει ασυναίσθητα ως μια προσπάθεια άμυνας ώστε να προστατεύσουμε τον εαυτό μας από την δυσαρέσκεια την οποία έχουμε αισθανθεί.

Αντί λοιπόν για τον άριστο, ας είναι και ο λιγότερο κακός

Τίποτε πάντως δεν τέρπει περισσότερο το πνεύμα όσο η στοργική και πιστή φιλία. Τι ευλογία θεού είναι να έχεις εκείνους που στις πρόθυμες καρδιές τους θα μπορούσες με ασφάλεια να εμπιστευθείς κάθε σου μυστικό, εκείνους που η γνώση τους για σένα σε τρομάζει λιγότερο από όσο η γνώση που έχεις συ για τον εαυτό σου, εκείνους που ο λόγος τους απαλύνει την αγωνία σου, η γνώμη τους στηρίζει την απόφασή σου, η εύθυμη διάθεσή τους διαλύει τη θλίψη σου, η εμφάνισή τους και μόνο σε χαροποιεί!

Θα επιλέξουμε φυσικά εκείνους που είναι απαλλαγμένοι, όσο τουλάχιστον αυτό είναι δυνατόν, από προσωπικά πάθη` γιατί τα αμαρτήματα υφέρπουν και γρήγορα μεταδίδονται ‘ όποιον είναι κοντά, κάνοντας ζημιά απλώς και μόνο με την επαφή τους. Έτσι λοιπόν, όπως σε περιόδους λοιμού θα πρέπει να προσέξουμε να μην κάτσουμε δίπλα σ’ αυτούς που τα σώματά τους έχουν ήδη προσβληθεί και φλέγονται από τη νόσο, γιατί έτσι θα θέσουμε σε κίνδυνο την υγεία μας και θα μας βλάψει ακόμα και αυτή η αναπνοή τους, το ίδιο και όταν επιλέγουμε τους φίλους μας θα φροντίσουμε να εξετάσουμε το χαρακτήρα τους, ώστε να προσεταιριστούμε όσους είναι ελάχιστα μολυσμένοι η αρρώστια αρχίζει όταν αναμείξουμε υγιή σώματα με ασθενικά.

Δεν πρόκειται όμως να σου δώσω αυτή τη συμβουλή, να μην ακολουθήσεις δηλαδή και να μη συνδεθείς με κανέναν άλλον παρά μόνο με τον σοφό. Γιατί που θα τον βρεις τον σοφό, τη στιγμή που εμείς τόσους αιώνες ψάχνουμε γι’ αυτόν; Αντί λοιπόν για τον άριστο, ας είναι και ο λιγότερο κακός! Εξάλλου, πολύ δύσκολα θα είχες την ευκαιρία να κάνεις μια καλύτερη επιλογή και αν ακόμα έψαχνες για έναν άριστο άνδρα ανάμεσα στους Πλάτωνες και στους Ξενοφώντες και σε όλους τους άλλους άνδρες του περίφημου εκείνου σωκρατικού κύκλου, ή αν επίσης σου προσφερόταν ο αιώνας του Κάτωνα, ένας αιώνας που γέννησε πολλούς άνδρες άξιους να γεννηθούν σ’ εκείνη ακριβώς την εποχή, καθώς επίσης και πολλούς που ήταν οι χειρότεροι δυνατοί και είχαν σχεδιάσει τα τερατωδέστερα εγκλήματα` γιατί και οι δύο αυτές κατηγορίες ήταν αναγκαίες για να εκτιμηθεί ο Κάτων, μια και χρειαζόταν καλούς ανθρώπους για να κερδίσει την επιδοκιμασία τους και κακούς για να αποδείξει τη δική του δύναμη. Τώρα όμως, που υπάρχει τόσο μεγάλη έλλειψη αγαθών ανδρών, θα πρέπει και συ να είσαι λιγότερο σχολαστικός στις επιλογές σου.

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της πνευματικής γαλήνης

Κανείς άλλος δεν φταίει για τούτα – μόνο εγώ

Μπορούμε ν’ απαντήσουμε στον Μένανδρο τούτο: “Κανένας ζωντανός δεν γίνεται να πει “Αυτό εγώ δεν θα το πάθω”, αλλά, ενόσω είναι ακόμα ζωντανός, μπορεί να πει: Αυτό εγώ δεν θα το κάνω· δεν θα πω ψέματα, δεν θα ραδιουργήσω, δεν θα κλέψω, δεν θα σκεφτώ επίβουλα”.

Τούτο είναι πραγματικά στο χέρι μας και δεν είναι μικρή αλλά μεγάλη συμβολή για την ψυχική γαλήνη. Όπως αντιθέτως, η συνείδησή μου, γιατί ξέρω πως έκανα έργα φοβερά, (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ), σαν πληγή στη σάρκα, έτσι αφήνει πίσω της και στην ψυχή τη μεταμέλεια που διαρκώς τη ματώνει και την κεντρίζει. Τις άλλες λύπες, βέβαια, αναιρεί η λογική, αλλά η μεταμέλεια προκαλείται από την ίδια τη λογική αφού η ψυχή, μαζί με το συναίσθημα της ντροπής, τύπτεται και τιμωρείται από μόνη της.

Όπως εκείνοι που ριγούν από κρυάδες ή καίγονται από πυρετό ενοχλούνται και υποφέρουν περισσότερο από εκείνους που νιώθουν τα ίδια από εξωτερική ζέστη ή κρύο, έτσι και οι λύπες οι προερχόμενες από τυχαία γεγονότα, που είναι σαν να έρχονται απ’ έξω, είναι ελαφρότερες· όμως εκείνος ο θρήνος, κανείς άλλος δεν φταίει για τούτα – μόνο εγώ (ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ), που λέγεται μετά από κάθε σφάλμα μας και που προέρχεται από μέσα μας, κάνει τον πόνο ακόμα πιο βαρύ εξαιτίας της ντροπής που νιώθουμε. Συνεπώς, ούτε το πολυτελές σπίτι ούτε η αφθονία χρυσαφιού ούτε η περηφάνια για την καταγωγή ούτε η λαμπρότητα του αξιώματος ούτε η χάρη του λόγου και η ευφράδεια παρέχουν τόση ηρεμία και γαλήνη στη ζωή όσο η καθαρή από κακές πράξεις και προθέσεις ψυχή, αυτή που έχει πηγή ζωής της το ατάραχο και αμίαντο ήθος· από την πηγή αυτή ρέουν οι καλές πράξεις που έχουν ενέργεια εμπνευσμένη και χαρούμενη, την οποία ακολουθεί μεγαλοφροσύνη, και (που έχουν) μνήμη γλυκύτερη και ασφαλέστερη από τη “γηροτρόφο” ελπίδα του Πινδάρου.

Μήπως “και τα θυμιατήρια”, όπως είπε ο Καρνεάδης, “ακόμα κι όταν έχουν αδειάσει, δεν κρατούν το άρωμά τους για πολύ καιρό”, και οι καλές πράξεις δεν αφήνουν στην ψυχή του σοφού πάντα χαριτωμένη και φρέσκια την ανάμνησή τους, με την οποία ποτίζεται η χαρά και θάλλει, και περιφρονεί όσους κλαίγονται και κατηγορούν τη ζωή πως είναι τόπος δεινών ή τόπος εξορίας που έχει οριστεί εδώ για τις ψυχές;

Ευχαριστιέμαι, επιπλέον, με τον Διογένη ο οποίος, όταν είδε τον οικοδεσπότη του στη Σπάρτη να προετοιμάζεται με υπερηφάνεια για κάποια γιορτή, είπε: “Ο καλός άνθρωπος δεν θεωρεί την κάθε μέρα γιορτή;” Και λαμπρότατη βέβαια, αν έχουμε σωφροσύνη.

Αφού η ζωή είναι η πιο τέλεια μύηση και τελετουργία στα παραπάνω, πρέπει να είναι γεμάτη ψυχική γαλήνη και χαρά και όχι, όπως συμβαίνει με τους πολλούς που περιμένουν τα Κρόνια, τα Διάσια, τα Παναθήναια και άλλες τέτοιες μέρες για να ευχαριστηθούν και ν’ αναζωογονηθούν, γελώντας το γέλιο που αγοράζουν πληρώνοντας το αντίτιμο στους μίμους και τους χορευτές.

Παρ’ ότι οι άνθρωποι χαίρονται με τα γλυκόλαλα όργανα και τα πουλιά που κελαηδούν, κι ευχαριστιούνται βλέποντας τα ζώα να παίζουν και να χοροπηδούν, ενώ, αντίθετα, δυσαρεστούνται, όταν αυτά ουρλιάζουν και βρυχώνται και δείχνουν αγριεμένα, ωστόσο, αν και βλέπουν πως η δική τους ζωή είναι αγέλαστη, κατηφής και πιεσμένη από οχληρά πάθη και προβλήματα και ατέλειωτες φροντίδες, δεν δέχονται να προσφέρουν στον εαυτό τους κάποια ανάσα και ξεκούραση από κάπου, αλλά, ακόμα κι όταν άλλοι τους παρακινούν, δεν δέχονται συμβουλή, που ακολουθώντας τη θα συμβιβάζονταν με τα παρόντα χωρίς να δυσθυμούν και θα θυμούνταν το παρελθόν με ευγνωμοσύνη, ενώ θ’ αντιμετώπιζαν και το μέλλον χωρίς φόβο και καχυποψία, με ευχάριστες και λαμπρές ελπίδες.

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, ΗΘΙΚΑ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ

Τις επιστολές, όπως γράφεις, τις έδωσες σε ένα φίλο σου να μου τις φέρει· ύστερα, με συμβουλεύεις να μην του αναφέρω όσα γράφεις για τον εαυτό σου, γιατί, όπως λες, ούτε κι’ εσύ ο ίδιος δεν το συνηθίζεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο και μέσα στην ίδια την επιστολή, γράφεις ότι αυτό είναι και δεν είναι φίλος σου. Αν, βέβαια, τη λέξη αυτή χρησιμοποίησες με την κοινή και συνηθισμένη σημασία της, τότε ονόμασες φίλο σου, όπως αποκαλούμε «ενάρετους άνδρες» όλους εκείνους που θέτουν υποψηφιότητα για δημόσια αξιώματα, όπως ονομάζουμε «κύριους» όσους συναντούμε και δεν θυμόμαστε τα ονόματά τους, και σ’ αυτήν την περίπτωση κανείς δεν έχει να σου προσάψει τίποτε. Αν πάλι θεωρείς κάποιον φίλο σου και δεν του έχεις τόση εμπιστοσύνη όση και στον εαυτό σου, τότε κάνεις λάθος και δεν έχεις αρκετή γνώση της αληθινής φιλίας.

Για όλα τα πράγματα οφείλεις να σκέφτεσαι μαζί με τον φίλο σου, αλλά πριν απ’ όλα, οφείλεις να σκέφτεσαι αυτόν τον ίδιο. Μετά τη σύναψη της φιλίας οφείλεις να τον εμπιστεύεσαι· μόνο πριν μπορείς να τον κρίνεις. Αντιστρέφουν και μπερδεύουν τη σειρά των καθηκόντων όσοι αντίθετα προς τις προσταγές του Θεόφραστου, κρίνουν αφού αγαπήσουν, και δεν αγαπούν παρά μόνον αφού έχουν κρίνει. Να συλλογιστείς πολύ αν πρέπει να διαλέξεις κάποιον για φίλο σου, αλλά όταν το αποφασίσεις, να τον δεχθείς με όλη την καρδιά σου· να μιλάς μαζί του με τόσο θάρρος, σαν να μιλάς με τον εαυτό σου.

Γιατί, βέβαια, οφείλεις να ζεις έτσι που να μην εμπιστεύεσαι στον εαυτό σου τίποτε που να μην μπορείς να εμπιστευθείς στον εχθρό σου. Αλλά επειδή η συνήθεια κάνει έτσι ώστε μερικά πράγματα να κρατιούνται μυστικά, να μοιράζεσαι με τον φίλο σου όλες τις σκέψεις και τις έγνοιες σου. Αν τον θεωρείς πιστό, θα γίνει τέτοιος. Μερικές φορές μαθαίνουμε στους άλλους να μας εξαπατούν, από τον φόβο μας μήπως απατηθούμε, και δίνουμε με τις υποψίες μας το δικαίωμα να πράττουν το κακό εναντίον μας. Για ποιό λόγο να κρύβω λόγια μπροστά στον φίλο μου; Γιατί μπροστά του να μην κάνω σαν να είμαι μόνος μου;

Ορισμένοι διηγούνται σε όσους συναντούν εκείνα τα οποία μόνο σε φίλους πρέπει να εμπιστεύονται, και ξεστομίζουν με ευχαρίστηση στ’ αυτιά ενός τυχαίου κάθε τους στεναχώρια. Άλλοι πάλι φοβούνται να εξομολογηθούν και στους πλέον προσφιλείς τους και καθώς είναι πρόθυμοι να μην εμπιστευθούν ούτε τους εαυτούς τους, απωθούν βαθύτερα μέσα στην ψυχή κάθε μυστικό τους. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο πρέπει κανείς να πράττει, επειδή είναι ελάττωμα να έχεις εμπιστοσύνη σε όλους, καθώς είναι ελάττωμα να μην έχεις εμπιστοσύνη σε κανέναν. Το ένα το θεωρώ ως το τιμιότερο ελάττωμα και το άλλο ως το πλέον επικίνδυνο.

Με τον ίδιο τρόπο, οφείλουμε να επιτιμούμε όσους δεν μπορούν να μείνουν ήσυχοι σε μιά θέση, καθώς και εκείνους που ξέρουν μόνο να τεμπελιάζουν. Η χαρά της διαρκούς ενασχόλησης δεν είναι απόδειξη δραστήριου πνεύματος, αλλά μιάς καταναγκαστικής ανησυχίας· η πίστη ότι κάθε κίνηση είναι επίπονη δεν σημαίνει την ήρεμη ζωή, αλλά αυτοεγκατάλειψη και αποχαύνωση. Γι’ αυτό σου εμπιστεύομαι τούτο τον λόγο του Πομπώνιου: “Ορισμένοι εισχωρούν τόσο πολύ μέσα στα σκοτάδια, που θεωρούν αναταραχή ο,τιδήποτε γίνεται μέρα μεσημέρι”.

Οφείλουμε να φτάνουμε σε μία ισορροπία. Ο υπέρμαχος της επανάπαυσης οφείλει να δραστηριοποιείται και ο υπέρμαχος της δράσης να αναπαύεται. Διδάξου από την φύση: αυτή θα σου πει τι κάνει τη μέρα και τη νύχτα.

ΣΕΝΕΚΑΣ . Επιστολές στον Λουκίλιο

Άσχετα με το τι πιστεύει κάποιος για κάτι, πάντα μπορείς να βρεις κάποιον που να πιστεύει το αντίθετο

Οι φιλόσοφοι ενδιαφέρονται βαθύτατα για τα συστήματα των πεποιθήσεων. Πολλοί φιλόσοφοι, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Ουίλιαμ Τζέιμς, έχουν επισημάνει τον ζωτικό ρόλο που παίζουν οι πεποιθήσεις μας – για καλό ή κακό – στην καθημερινή μας ζωή.

Ο Χομπς παρατήρησε ότι ο ανθρώπινος κόσμος κυβερνάται από τη γνώμη. Οι γνώμες είναι απλώς ανώριμες πεποιθήσεις για θέματα που επιβάλλουν την άμεση προσοχή μας. Μια φιλοσοφική εξέταση ενός συστήματος πεποιθήσεων προϋποθέτει την προσπάθεια να καταλάβεις όχι μόνο το τι πιστεύουν οι άνθρωποι, αλλά επίσης πώς κατέληξαν να το πιστεύουν, τι λόγους έχουν να πιστεύουν αυτό, πώς οι πεποιθήσεις τους επηρεάζουν τον τρόπο που ζούνε και μέχρι ποιο σημείο οι πεποιθήσεις τους είναι η πηγή της ευαρέσκειάς τους, της δυσαρέσκειάς τους ή της ασθένειάς τους αντίστοιχα.

Ένα εκπληκτικό πράγμα σχετικά με τις ανθρώπινες πεποιθήσεις είναι ότι άσχετα με το τι πιστεύει κάποιος για κάτι, πάντα μπορείς να βρεις κάποιον που να πιστεύει το αντίθετο ή κάτι μη συμβατό. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ανθρώπινες πράξεις οι οποίες είναι και αυτές αντιφατικές ή ασύμβατες.

Για παράδειγμα, ο παγανιστής Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρωνας εκτελούσε βίαια ανθρώπους επειδή πίστευαν στο χριστιανισμό.

Μερικούς αιώνες αργότερα, η Ιερά Εξέταση εκτελούσε βίαια ανθρώπους επειδή δεν πίστευαν στη δική της ερμηνεία του χριστιανισμού.

Το αν ο Νέρωνας ή οι ιεροεξεταστές ήταν τρελοί ή απλώς παραπλανημένοι δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Επαναστατικού Πολέμου, αυτοί που υπέγραψαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας θεωρούνται ήρωες σε δεκατρείς αποικίες, αλλά κρίνονταν προδότες από το βρετανικό στέμμα. Εάν συλλαμβάνονταν, οι Αμερικανοί “Ιδρυτές Πατέρες” θα είχαν κρεμαστεί επί εσχάτη προδοσία.

Είχαν μήπως αυτοκτονικές τάσεις αυτοί που υπέγραψαν τη διακήρυξη; Βεβαίως όχι. Ήταν θαρραλέοι άντρες, οι οποίοι έπραξαν μετά από πολλή ενδοσκόπηση και δημόσια διαμάχη, και οι οποίοι εφάρμοσαν βαθιές φιλοσοφικές αρχές ακόμη και με τον τρόπο που ενήργησαν.

Για να διαλέξω ένα πιο πρόσφατο και ανατριχιαστικό παράδειγμα: Οι περισσότεροι Αμερικανοί, Ευρωπαίοι και Ασιάτες πιστεύουν ότι οι δεκαεννιά Άραβες που κατέλαβαν τα τέσσερα αεροπλάνα στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 ήταν τρομοκράτες οι οποίοι διέπραξαν τρομερά εγκλήματα εναντίον της ανθρωπότητας και πρόσβαλαν τον πολιτισμό. Όμως πάλι, μερικοί άνθρωποι στον ισλαμικό κόσμο πιστεύουν ότι ήταν μάρτυρες, ήρωες και πολεμιστές.

Εν τω μεταξύ, αυτά τα ακραία και βίαια παραδείγματα αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τον ζωτικό ρόλο των πεποιθήσεων στη διακυβέρνηση της πορείας της ανθρώπινης ζωής, αλλά και το πώς οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων ανθρώπων διέπουν την πορεία της ανθρώπινης ζωής. Το να καταλάβει κανείς όλα αυτά είναι μια φιλοσοφική διεργασία. Το να καταλάβει πως οι πεποιθήσεις, και οι πεποιθήσεις σχετικά με τις πεποιθήσεις των άλλων, μπορούν να κάνουν την ανθρώπινη ζωή καλύτερη – ή χειρότερη – επίσης είναι μια φιλοσοφική διεργασία.

Για την ιστορία: Δεν είμαι ηθικός σχετικιστής. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν την ελευθερία να πιστεύουν και να λατρεύουν τον δικό τους θεό ή θεούς με τον δικό τους τρόπο ή τρόπους, αλλά μια τέτοια ελευθερία δεν θα έπρεπε ποτέ να περιλαμβάνει την ελευθερία του να βλάπτεις ή να σκοτώνεις αυτούς που πιστεύουν σε άλλους θεούς.

Επομένως ανέχομαι τις απόψεις των άλλων ανθρώπων, όσο μπορώ να ανέχομαι και αυτούς τους ίδιους. Έτσι ταυτίζομαι συναισθηματικά με τους πρώτους χριστιανούς μάρτυρες – οι οποίοι πέθαναν για την πίστη τους, αλλά δεν προσπάθησαν να δολοφονήσουν άλλους για αυτή –, ενώ καταδικάζω τον Νέρωνα και την Ιερά Εξέταση και όλους τους Άραβες τρομοκράτες σαν δολοφόνους που δεν πρέπει να τους ανεχόμαστε.

Η αποδοκιμασία μου δεν έχει να κάνει με τον παγανισμό, τον χριστιανισμό ή τον ισλαμισμό: Έχει να κάνει με το προμελετημένο κακό, το οποίο πάντα αυξάνει και ποτέ δεν μειώνει τα βάσανα στον κόσμο.

Και αυτό δεν είναι σχετικισμός.

Αν οι απόψεις σου σε κάνουν να έχεις δυσαρέσκειες, και αν δεν έχεις την απαραίτητη φιλοσοφική καθοδήγηση για να αντιμετωπίσεις τη δυσαρέσκειά σου εποικοδομητικά, τότε είσαι υπεύθυνος που δεινοπαθείς χωρίς να χρειάζεται, και πιθανώς γιατί εξάπλωσες καταστροφικά την δυσαρέσκειά σου σε άλλους, σαν κάποιο μολυσματικό ιό του μυαλού.

Πιστεύω ακράδαντα ότι ορισμένες απόψεις προκαλούν περισσότερη δυσαρέσκεια από άλλες· και ότι μερικές είναι πιο βλαπτικές από άλλες.

Ούτε αυτό όμως είναι ηθικός σχετικισμός.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να βλάψετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βλάπτεις είναι κακό. Και αυτό είναι απόλυτο. Επίσης υπάρχουν πολλοί τρόποι να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους, και το να βοηθάς είναι καλό. Και αυτό είναι απόλυτο επίσης.

Το πώς επιλέγετε να βοηθήσετε τον εαυτό σας και τους άλλους εξαρτάται από την κρίση σας.
Και αυτό είναι σχετικό.

Ένας στους τρεις εξωπλανήτες έχουν νερό - Ενδέχεται να υπάρχει εκεί ζωή

Μέχρι στιγμής έχουν επιβεβαιωθεί τουλάχιστον 4.000 εξωπλανήτες διαφόρων μεγεθών, που ανήκουν σε δύο κατηγορίες .Το τηλεσκόπιο νέα γενιάς James Webb αναμένεται να προσφέρει περισσότερα στοιχεία για τις ατμόσφαιρες των πλανητών!

Υπάρχει ζωή, εκτός από τη Γη, στο αχανές Διάστημα; Και αν υπάρχει, πώς θα είναι; Οι εξωγήινοι θα μοιάζουν με τον άνθρωπο ή θα έχουν άλλες μορφές, ενδεχομένως πέρα από κάθε φαντασία; Θα είναι εξελιγμένοι και κατά πόσο; Χιλιάδες αναπάντητα ερωτήματα ζητούν απαντήσεις από την επιστημονική κοινότητα, η οποία δίνει κάθε μέρα τη μάχη της γνώσης, με βασικό αντίπαλο τον χρόνο. Η βάση της ζωής ωστόσο, είναι, όπως φαίνεται, μία. Το νερό. Εφόσον ισχύει ο βασικός αυτός κανόνας και σε άλλες «γειτονιές» του Σύμπαντος, η τελευταία έρευνα που δημοσιεύτηκε μετά από συγκέντρωση ικανού όγκου στοιχείων, οι πιθανότητες να υπάρχει ζωή και εκτός Γης είναι κάτι παραπάνω από σημαντικές. Σύμφωνα με την έρευνα, ένας στους τρεις εξωπλανήτες έχει νερό και ενδέχεται να φιλοξενεί προηγμένες μορφές ζωής.

Σύμφωνα με την έκθεση που δημοσίευσαν οι επιστήμονες, ο ένας στους τρεις εξωπλανήτες που έχει μέγεθος από δύο έως τέσσερις φορές μεγαλύτερο από τη Γη, έχει νερό. Και όπου υπάρχει νερό, είναι πιθανόν να έχει αναπτυχθεί ζωή.

Τα στοιχεία που ανέλυσαν οι επιστήμονες προέρχονται από το τηλεσκόπιο Κέπλερ και από την αποστολή Γαία. Σύμφωνα με τον Dr Li Zeng του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν μεγάλη έκπληξη για όλους, καθώς είναι εντυπωσιακό το ποσοστό των πλανητών που έχουν νερό.

Μέχρι στιγμής έχουν επιβεβαιωθεί τουλάχιστον 4.000 εξωπλανήτες διαφόρων μεγεθών, που ανήκουν σε δύο κατηγορίες.

Ο Dr Zeng δήλωσε ότι: «Εξετάσαμε πώς η μάζα σχετίζεται με την ακτίνα, και αναπτύξαμε ένα μοντέλο που θα μπορούσε να εξηγήσει τη σχέση. Το μοντέλο δείχνει ότι οι μικρότεροι πλανήτες τείνουν να είναι βραχώδεις πλανήτες - με τυπικά πενταπλάσια μάζα από τη Γη. Οι μεγαλύτεροι έχουν περίπου 10 φορές περισσότερη μάζα - και είναι πιθανότατα κόσμοι νερού».

Παρουσιάζοντας τα ευρήματα στο συνέδριο Goldschmidt στη Βοστώνη, εξήγησε: «Πρόκειται για νερό. Η θερμοκρασία της επιφάνειας τους κυμαίνεται μεταξύ 200 και 500 βαθμών Κελσίου. Η επιφάνειά τους μπορεί να περιβληθεί σε μια ατμόσφαιρα που κυριαρχείται από υδρατμούς, με μια υγρή στρώση νερού κάτω».

Η ανακάλυψη εξωπλανητών το 1992 σε τροχιά γύρω από άλλα αστέρια έχει προκαλέσει ενδιαφέρον για την κατανόηση της σύνθεσης αυτών των πλανητών για να καθορίσει, μεταξύ άλλων στόχων, αν είναι κατάλληλα για την ανάπτυξη της ζωής.

Ο Δρ Ζενγκ δήλωσε: «Τα δεδομένα μας δείχνουν ότι περίπου το 35 τοις εκατό όλων των γνωστών εξωπλανητών που είναι μεγαλύτεροι από ότι η Γη πρέπει να είναι πλούσια σε νερό. Αυτοί οι υδάτινοι κόσμοι πιθανότατα σχηματίστηκαν με παρόμοιο τρόπο με τους γιγαντιαίους πυρήνες του πλανήτη - Δία, Κρόνος, Ουρανός, Ποσειδώνα - που βρίσκουμε στο δικό μας ηλιακό σύστημα. Η νεοσύστατη αποστολή TESS θα βρει πολλά περισσότερα από αυτά, με τη βοήθεια φασματοσκοπικής παρακολούθησης εδάφους. Το διαστημικό τηλεσκόπιο επόμενης γενιάς, το διαστημικό τηλεσκόπιο James Webb, ελπίζουμε να μας δώσει περισσότερα στοιχεία για την ατμόσφαιρα κάποιων από αυτά. Αυτή είναι μια συναρπαστική στιγμή για όσους ενδιαφέρονται για αυτούς τους απομακρυσμένους κόσμους».

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Παγκόσμια ιστορία

Το είδος της παγκόσμιας ιστορίας, το οποίο στην αρχαιότητα χαρακτηριζόταν με τη διατύπωση τὰ καθόλου γράφειν (ο Πολύβιος για τον Έφορο, 5.33.2) ή με τον όρο κοιναὶ πράξεις (ο Διόδωρος για τον ίδιο, 1.4.3, 5.1.4), καλύπτει δύο κατηγορίες έργων: έργα που πραγματεύονται τα ιστορικά γεγονότα όλου του τότε γνωστού κόσμου από τις απαρχές έως την εποχή του συγγραφέα τους (π.χ. Έφορος, Διόδωρος, Νικόλαος Δαμασκηνός), «παγκόσμια» ιστορία δηλαδή τόσο ως προς τον χρόνο όσο και ως προς τον χώρο, ή έργα που καλύπτουν μόνο ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα, παγκόσμια δηλαδή μόνο από την άποψη της γεωγραφίας (π.χ. Θεόπομπος, Πολύβιος, Ποσειδώνιος, Στράβωνας).
 
Έφορος από την Κύμη (FGrHist 70)
Ο Έφορος καταγόταν από την Κύμη της Μικράς Ασίας και πρέπει να έζησε από το πρώτο έως το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα π.Χ. Θεωρείται (χωρίς να είναι βέβαιο) μαθητής του Ισοκράτη και είναι ο πρώτος συγγραφέας παγκόσμιας ιστορίας. Το κύριο έργο του, Ἱστορίαι, σε 29 βιβλία κάλυπτε την περίοδο από την Κάθοδο των Hρακλειδών (1069/8 π.Χ.) έως την εποχή του, την αρχή του λεγόμενου Ιερού πολέμου το 356 (το 30ό βιβλίο που παραδίδεται και καλύπτει τα έτη 356-340 συντάχθηκε από τον γιο του, Δημόφιλο· από το συνολικό έργο, που πραγματευόταν συνεπώς 730 έτη, σώζονται 225 περίπου αποσπάσματα). Το τεράστιο αυτό υλικό ανάγκασε τον Έφορο να επιλέξει έναν ιδιαίτερο τρόπο διάρθρωσης του έργου: όπως γράφει ο Διόδωρος (5.1.4), η παρουσίαση των γεγονότων γινόταν κατὰ γένος, με άλλα λόγια ο Έφορος δεν ακολούθησε τη χρονολογική σειρά των γεγονότων (όπως έκανε ο Θουκυδίδης και κατά κανόνα οι συγγραφείς Ελληνικών), αλλά τα αφηγούνταν συγκεντρώνοντάς τα κατά θέμα· έτσι το 6ο βιβλίο περιλάμβανε την ιστορία της Πελοποννήσου στην αρχαϊκή εποχή, το 7ο την ιστορία της Σικελίας και Κάτω Ιταλίας, το 8ο και το 9ο την ιστορία των Λυδών και των Περσών.
 
Το αποτέλεσμα ήταν ασφαλώς η έλλειψη χρονολογικής ακρίβειας· το έργο του επιπλέον προσέφερε την εντύπωση ότι δεν είχε οργανική συνοχή, αλλά αποτελούνταν από συνάθροιση άσχετων μεταξύ τους γεγονότων. Παρ' όλα αυτά η κατὰ γένος κατάταξη του υλικού υιοθετήθηκε από τους συνεχιστές του είδους αυτού, τον Πολύβιο λ.χ. και τον Διόδωρο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του έργου του Έφορου, το οποίο υιοθετήθηκε από τους μεταγενέστερους συγγραφείς παγκόσμιας ιστορίας, ήταν η ολοένα και πιο λεπτομερής περιγραφή των γεγονότων όσο η αφήγηση πλησίαζε την εποχή του ίδιου του ιστορικού· έτσι, τα τελευταία 10 βιβλία πραγματεύονταν τα γεγονότα 47 μόλις ετών (387-340).
 
Ο Έφορος θεωρείται ο πρώτος εκπρόσωπος της λεγόμενης «ρητορικής» ιστοριογραφίας, της ιστοριογραφίας δηλαδή στην οποία το ύφος διαδραμάτιζε πρωτεύοντα ρόλο (ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας τον θεωρούσε πρότυπο γλαφυρᾶς συνθέσεως), μολονότι σε σύγκριση με τον σύγχρονό του Θεόπομπο ο Έφορος υστερούσε σε πάθος. Έντονη ήταν ωστόσο μια γενικότερη ηθικοπλαστική τάση, η οποία βασιζόταν στην πεποίθηση ότι η περιγραφή καλών πράξεων ωθεί τους λαούς και τα μεμονωμένα άτομα στη μίμησή τους, ενώ η περιγραφή κακών πράξεων τους αποτρέπει από αυτές. Τέλος, ο Έφορος έγραψε το ιστορικό του έργο βασιζόμενος στην πλούσια ιστοριογραφική παραγωγή των προηγούμενων αιώνων (άντλησε υλικό αποδεδειγμένα από όλους τους προκατόχους του, από τον Εκαταίο και τον Ηρόδοτο έως τον Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, τον Θεόπομπο και τον Καλλισθένη) και όχι σε αυτοψία ή προσωπική έρευνα και τις μαρτυρίες άλλων. Παρ' όλα αυτά στην αρχαιότητα ο θαυμασμός για το έργο του υπήρξε μεγάλος (αποκαλείται λογιώτατος, ακριβέστατος και ο αυστηρός Πολύβιος γράφει [12.28.10]: ὁ γὰρ Ἔφορος παρ' ὅλην τὴν πραγματείαν θαυμάσιος ὢν καὶ κατὰ τὴν φράσιν καὶ κατὰ τὸν χειρισμὸν καὶ κατὰ τὴν ἐπίνοιαν τῶν λημμάτων ).
 
Θεόπομπος ο Χίος (FGrHist 115)
O Θεόπομπος γεννήθηκε το 378/7 στη Χίο, έζησε αρχικά μεγάλο διάστημα στην αυλή του Φιλίππου Β', επέστρεψε στην πατρίδα του, από την οποία είχε εξορισθεί λόγω λακωνισμού, το 333 ύστερα από παρέμβαση του Αλεξάνδρου του Μεγάλου, μετά τον θάνατο του οποίου εκδιώχθηκε από παντού, κατέφυγε στην Aλεξάνδρεια, στην αυλή του Πτολεμαίου του Α'. Κατηγορήθηκε και εκεί ως πολυπράγμων, σώθηκε όμως με παρέμβαση φίλων του· ο θάνατός του τοποθετείται μετά το 324.
 
Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως ρήτορας -η αρχαία παράδοση τον αποκαλεί μαθητή του Ισοκράτη. Ο ίδιος ισχυρίζεται (απ. 25) ότι μαζί με τον δάσκαλό του και τον Θεοδέκτη ανήκε στους επιφανέστερους ρήτορες της Ελλάδας και ότι είχε συντάξει περισσότερους από 20.000 στίχους επιδεικτικών λόγων (περίπου 600 σελίδες) και περισσότερους από 150.000 στίχους (ή 5000 σελίδες) ιστορικών έργων. Το πρώτο του ιστορικό έργο ήταν μια Επιτομή των Ηροδότου Ιστοριών σε 2 βιβλία· σημαντικότερα είναι οι Ελληνικαί Ιστορίαι σε 12 και οι Φιλιππικαί Ιστορίαι σε 58 βιβλία. Από τις Ελληνικές Ιστορίες, που αποτελούσαν, όπως και τα Eλληνικά του Ξενοφώντα ή τα λεγόμενα Ελληνικά της Οξυρύγχου, συνέχεια του έργου του Θουκυδίδη, σώζονται μόνο 19 αποσπάσματα (απ. 5-23 στη συλλογή του Jacoby), τα οποία δεν μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε σαφή εικόνα για τη δομή, την ιστορική ή τη λογοτεχνική αξία του έργου αυτού, που πραγματευόταν τα γεγονότα από το 411 έως τη ναυμαχία της Κνίδου το 394 π.Χ. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η αφήγηση του Θεόπομπου πρέπει να ήταν πολύ πιο λεπτομερής από εκείνη του Ξενοφώντα.
 
Πολύ περισσότερα (372· απ. 24-396· από αυτά περίπου 500 στίχοι παραθέματα κατά λέξη) είναι τα αποσπάσματα που παραδίδονται από τις Φιλιππικές Ιστορίες. Θέμα του έργου δεν ήταν απλώς η ιστορία του Φιλίππου Β' (359-336), αλλά, όπως γράφει ο ίδιος (απ. 25) οι τῶν Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων πράξεις, δηλαδή η παγκόσμια ιστορία, με κεντρικό βέβαια άξονα τη δεσπόζουσα την εποχή εκείνη προσωπικότητα του Φιλίππου. Ένα βασικό χαρακτηριστικό του έργου ήταν η ύπαρξη πολυάριθμων εκτενέστατων παρεκβάσεων, ο ηροδότειος με άλλα λόγια χαρακτήρας του· στις παρεκβάσεις αυτές ο Θεόπομπος, όπως ακριβώς και ο «πατέρας της ιστορίας» πραγματευόταν γεωγραφικά ή τοπογραφικά ζητήματα, ήθη και έθιμα, θαυμάσια· έτσι, το 8ο βιβλίο περιλάμβανε θαυμάσια (π.χ. τα σχετικά με τη φανταστική χώρα Μεροπίδα), το 10ο βιβλίο πραγματευόταν τὰ περὶ τῶν Ἀθήνησι δημαγωγῶν (από τον Θεμιστοκλή έως τον Εύβουλο), ενώ τρία βιβλία την ιστορία της Σικελίας (από την τυραννίδα του Διονύσιου του πρεσβύτερου, 406/5, έως την πτώση του Διονύσιου του νεότερου το 344/3). Οι παρεκβάσεις αυτές, οι οποίες τραυμάτιζαν σοβαρά τη συνοχή του έργου, προκάλεσαν οξύτατες επικρίσεις από τους μεταγενέστερους τόσο για την έκτασή τους όσο και για το συχνά μυθώδες περιεχόμενό τους (T 25 και 30). Ένα άλλο χαρακτηριστικό των έργων του Θεόπομπου ήταν ο ρητορικός και έντονα ηθικοπλαστικός χαρακτήρας τους· πηγές τους ήταν για τα μεν γεγονότα της εποχής του η αυτοψία και η προσωπική ιστορία, ενώ για γεγονότα προηγούμενων εποχών οι προγενέστεροι ιστορικοί, ρήτορες και συγγραφείς δραματικών έργων. Στην αρχαιότητα ο Θεόπομπος θεωρούνταν ένας από τους σημαντικότερους ιστορικούς -μια κρίση που δεν συμμερίζεται εντελώς η σύγχρονη έρευνα.
 
Ποσειδώνιος από την Απάμεια (FGrHist 87)
Ο σημαντικότερος αυτός εκπρόσωπος της Μέσης Στοάς (περ. 135-51 π.Χ.), μαθητής του φιλόσοφου Παναίτιου, γεννήθηκε στην Απάμεια της Συρίας, εγκαταστάθηκε όμως στη Ρόδο, όπου και ίδρυσε φιλοσοφική σχολή. Πραγματοποίησε πολλά και εκτεταμένα ταξίδια και επισκέφθηκε συχνά τη Ρώμη, όπου και συναναστράφηκε με τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής. Συνέγραψε, μεταξύ συνολικά 25 έργων από τα οποία σώζονται ευάριθμα μόνον αποσπάσματα, Ιστορίες σε 52 βιβλία, που συνέχιζαν το ιστορικό έργο του Πολύβιου από το 145/44 έως ίσως το τέλος του Μιθριδατικού πολέμου (85 π.Χ.) και που μπορούν να ανασυντεθούν κυρίως με βάση τα βιβλία 32 έως 37 του Διόδωρου. To έργο, ένας συνδυασμός ηροδότειας θεματικής και θουκυδίδειας ακρίβειας στην ανάλυση των ιστορικών αιτίων, περιλάμβανε όχι μόνο πολιτικά ή στρατιωτικά γεγονότα, αλλά και εθνογραφικές, γεωγραφικές, θρησκειολογικές και κοινωνικοοικονομικές πληροφορίες, ήταν γραμμένο με ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις και διέπονταν από την ιδέα της προϊούσας ιστορικής παρακμής της Ανατολής και ακμής της Ρώμης, η κυριαρχία της οποίας ο Ποσειδώνιος πίστευε ότι νομιμοποιούνταν από τις ηθικές αρετές των Ρωμαίων.
 
Διόδωρος ο Σικελιώτης
O Διόδωρος από το Αγύριο της Σικελίας συνέγραψε κατά το δεύτερο μισό την Ιστορική Βιβλιοθήκη, μια παγκόσμια ιστορία σε 40 βιβλία από τη δημιουργία του κόσμου έως την αρχή της εκστρατείας του Καίσαρα κατά των Γαλατών το 60/59 π.Χ. Το έργο του Διόδωρου, ο οποίος φαίνεται ότι το συνέταξε κατά τη διάρκεια μακρόχρονης παραμονής του στη Ρώμη, είχε ως πρότυπο το έργο του Έφορου, με τη διαφορά ότι ο Σικελιώτης πραγματεύθηκε και τη μυθική εποχή, αλλά και με αυξανόμενη (όσο πλησίαζε τη δική του εποχή) διεξοδικότητα και τη ρωμαϊκή ιστορία. Η δομή της Βιβλιοθήκης αναγγέλλεται από τον ίδιο στην εισαγωγή του έργου (1.4.6): τα βιβλία 1-6 πραγματεύονταν την περίοδο πριν από τον Τρωικό πόλεμο (1-3: ιστορία της Αιγύπτου, της Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής· 4-6 μυθική ιστορία της Ελλάδας), τα βιβλία 7-17 την ιστορία από την άλωση της Τροίας έως τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 και τα βιβλία 18-40 την περίοδο από τον θάνατο του Αλεξάνδρου έως το έτος 60/59 π.Χ. Σώζονται εν όλω τα βιβλία 1-5 και 11-20, ενώ από τα υπόλοιπα παραδίδονται αποσπάσματα τόσο εκτενή, ώστε να είναι σαφής η κατανομή του ιστορικού υλικού σε αυτά· τα βιβλία 11-20 καλύπτουν την περίοδο 480-302, για την οποία η Βιβλιοθήκη είναι η μοναδική σωζόμενη συνεχής ιστορική αφήγηση.
 
Η βάση του έργου του Διόδωρου υπήρξε ένα χρονογραφικό έργο, το οποίο όμως δεν μπορεί να ταυτισθεί και που χρονολογούσε τα σημαντικότερα γεγονότα αφενός βάσει των Ολυμπιάδων και των Αθηναίων αρχόντων και αφετέρου βάσει των Ρωμαίων υπάτων. Στο χρονογραφικό αυτό πλαίσιο προσέθεσε ο Διόδωρος από διάφορες πηγές, που συνήθως μπορούν να ταυτισθούν με ασφάλεια, εκτενή αποσπάσματα. Με τον τρόπο αυτό η Ιστορική Βιβλιοθήκη αποτελεί μια ανεκτίμητη συλλογή αποσπασμάτων ιστορικών τα έργα των οποίων δεν σώζονται πλέον (π.χ. Έφορος, Κτησίας, Ποσειδώνιος, Τίμαιος κλπ.). Κατά κανόνα για κάθε τμήμα του έργου του Διόδωρου μπορούν να εντοπισθούν μία κύρια και μία (ενίοτε και περισσότερες από μία) δευτερεύουσα πηγή. Τόσο στην αρχαιότητα όσο και στη σύγχρονη έρευνα το έργο του Διόδωρου, ακριβώς λόγω του συμπιληματικού χαρακτήρα του, δεν έχαιρε και εξακολουθεί να μη χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης.
 
Στράβων από την Αμάσεια (FGrHist 91)
Ο γνωστός γεωγράφος (περ. 64/63 π.Χ. - μετά το 23 π.Χ) συνέταξε ένα ιστορικό έργο (Ιστορικά Υπομνήματα) σε 43 (ή 39) βιβλία, το οποίο αποτελούσε συνέχεια του έργου του Πολυβίου και αφηγούνταν τα γεγονότα έως το 27. Το έργο εισάγεται με μια προπαρασκευή σε 4 βιβλία (δεν είναι σαφές αν η προπαρασκευή προσμετράται στο συνολικό αριθμό των βιβλίων) που συνόψιζε γεγονότα έως το 145 π.Χ. Στόχος του έργου ήταν, όπως γράφει ο ίδιος ο Στράβων (απ. 2), η χρησιμότητά του για την «ηθική και πολιτική φιλοσοφία» (δηλαδή τη ρητορική), χωρίς να είναι σαφής ο λόγος για τον οποίο επέλεξε να πργματευθεί εκ νέου το χρονικό διάστημα που είχε καλύψει με το έργο του ο Ποσειδώνιος. Τα Ιστορικά Υπομνήματα ήταν γραμμένα σε ανεπιτήδευτο ύφος και δεν διέθεταν το φιλοσοφικό βάθος του έργου του Ποσειδωνίου -επρόκειτο αναμφίβολα για μια συλλογή πληροφοριών χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις.

Κυριακή 19 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (392-437)

ΧΟ. μή τί ποτ᾽ οὖν γενοίμαν ὑποχείριος [στρ. γ]
κράτεσιν ἀρσένων. ὕπαστρον δέ τοι
μῆχαρ ὁρίζομαι γάμου δύσφρονος
395 φυγᾷ· ξύμμαχον δ᾽ ἑλόμενος Δίκαν
κρῖνε σέβας τὸ πρὸς θεῶν.
ΒΑ. οὐκ εὔκριτον τὸ κρῖμα· μή μ᾽ αἱροῦ κριτήν.
εἶπον δὲ καὶ πρίν, οὐκ ἄνευ δήμου τάδε
πράξαιμ᾽ ἄν, οὐδέ περ κρατῶν, μὴ καί ποτε
400 εἴπῃ λεώς, εἴ πού τι μὴ τοῖον τύχοι,
«ἐπήλυδας τιμῶν ἀπώλεσας πόλιν».

ΧΟ. ἀμφοτέροις ὁμαίμων τάδ᾽ ἐπισκοπεῖ [ἀντ. γ]
Ζεὺς ἑτερορρεπής, νέμων εἰκότως
ἄδικα μὲν κακοῖς, ὅσια δ᾽ ἐννόμοις.
405 τί τῶνδ᾽ ἐξ ἴσου ῥεπομένων μεταλ-
γὲς τὸ δίκαιον ἔρξαι;
ΒΑ. δεῖ τοι βαθείας φροντίδος σωτηρίου,
δίκην κολυμβητῆρος ἐς βυθὸν μολεῖν
δεδορκὸς ὄμμα, μηδ᾽ ἄγαν ᾠνωμένον,
410 ὅπως ἄνατα ταῦτα πρῶτα μὲν πόλει,
αὐτοῖσί θ᾽ ἡμῖν ἐκτελευτήσει καλῶς,
καὶ μήτε δῆρις ῥυσίων ἐφάψεται,
μήτ᾽ ἐν θεῶν ἕδραισιν ὧδ᾽ ἱδρυμένας
ἐκδόντες ὑμᾶς τὸν πανώλεθρον θεὸν
415 βαρὺν ξύνοικον θησόμεσθ᾽ ἀλάστορα,
ὃς οὐδ᾽ ἐν Ἅιδου τὸν ἀλιτόντ᾽ ἐλευθεροῖ.
μῶν οὐ δοκεῖ δεῖν φροντίδος σωτηρίου;

ΧΟ. φρόντισον καὶ γενοῦ [στρ. δ]
πανδίκως εὐσεβὴς πρόξενος·
420 τὰν φυγάδα μὴ προδῷς,
τὰν ἕκαθεν ἐκβολαῖς
δυσθέοις ὀρμέναν·

μηδ᾽ ἴδῃς μ᾽ ἐξ ἑδρᾶν [ἀντ. δ]
πολυθέων ῥυσιασθεῖσαν, ὦ
425 πᾶν κράτος ἔχων χθονός.
γνῶθι δ᾽ ὕβριν ἀνέρων
καὶ φύλαξαι κότον.

μή τι τλῇς τὰν ἱκέτιν εἰσιδεῖν [στρ. ε]
ἀπὸ βρετέων βίᾳ
430 δίκας ἀγομέναν
ἱππαδὸν ἀμπύκων,
πολυμίτων πέπλων τ᾽ ἐπιλαβὰς ἐμῶν.

ἴσθι γάρ· παισὶ τάδε καὶ δόμοις, [ἀντ. ε.]
ὁπότερ᾽ ἂν κτίσῃς,
435 μένει δορὶ τίνειν
ὁμοΐαν θέμιν.
τάδε φράσαι· δίκαια Διόθεν κράτη.

***
ΧΟΡΟΣ
Στην τυραννία την αντρική
σκλάβα να πέσω ας μην το σώσω·
κάτω από τ᾽ άστρα τ᾽ ουρανού
προκρίνω ατέλειωτο φευγιό,
φτάνει απ᾽ τους γάμους που μισώ
μια να γλιτώσω·
μα εσύ της Δίκης διάλεξε
σύμμαχος να σταθείς
και κρίνε τί έχεις στους Θεούς
εμπρός να σεβαστείς.

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Δύσκολ᾽ η κρίση και κριτή μη με διαλέγεις·
είπα και πριν, πως δίχως του λαού τη γνώμη
δε θα μπορούσ᾽ απόφαση καμιά να πάρω,
όσο και να ᾽ν᾽ στο χέρι μου, για να μην έχει
400 να πει κανείς, αν τύχει αλλιώς κι ερθεί το πράμα:
«Κατάστρεψες τη χώρα σου για χάρη ξένων».

ΧΟΡΟΣ
Ο Δίας, συγγενής μας και των δυο,
απ᾽ το ένα μέρος θενα στρέψει
τη θεϊκιά του αντίβαρη ματιά·
τους κακούς τ᾽ άδικο θα βρει,
στους δίκαιους ευλογία και ευχή
θα περισσέψει·
κι αφού με τέτοια ισιάδα αυτά
ζυγίζονται, γιατί
να πάρεις δίκια απόφαση
τόσο σε τυραγνεί;

ΒΑΣΙΛΕΑΣ
Η σωτηρία χρειάζεται βαθειά φροντίδα
και σαν του βουτηχτή, που ως το βυθό να φτάνει,
ξάστερο μάτι ακράσωτο· γιατί έτσι μόνο
410 μπορεί κι η χώρα, πρώτ᾽ απ᾽ όλα να μην πάθει
βλάβη καμιά και σε καλό να βγει το πράμα
για μας τους ίδιους κι ούτε εχθρός να βάλει χέρι
σ᾽ ενέχυρ᾽ αρπαχτά, μα ούτε και μας η ανάγκη
μάς σφίξει πίσω να σας δώσομε, που ικέτες
έχετε στους βωμούς προσπέσει των θεών μας,
κι έτσι βαρύ μπάσουμε σύνοικο στα σπίτια,
θεό τον εξολοθρευτή, π᾽ ουδέ στον Άδη
τους πεθαμένους παρατά· — Λοιπόν δε θέλει,
σας φαίνεται, βαθειά φροντίδα η σωτηρία;

ΧΟΡΟΣ
Βάλε φροντίδα κι ευσεβής
γενού μου ολόδικα ξενοπροστάτης·
420 μην την προδώσεις την εξόριστη,
που από τα πέρατα της γης
ξεσηκωμένη μ᾽ άθεους κατατρεμούς
έχει έξω πέσει απ᾽ τα νερά της.
Και μη δεχτείς, συ που το παν
είσαι στη χώρα, να μ᾽ αρπάξουν
απ᾽ τους πολύθεους τους βωμούς συρτή·
όσιο δεν έχουν κι ιερό
οι άνομοί μου, μάθε, εχθροί
κι απ᾽ των θεών το χόλιασμα φυλάξου.

Μην το βαστάξεις τις ικέτιδες να δεις
430 στης θείας το πείσμα Δίκης να τις παίρνουν
με το στανιό, σαν άλογα, απ᾽ τ᾽ αγάλματα
κι ανίερα χέρια από τους ξομπλιαστούς
τους πέπλους και τις μπόλιες να τις σέρνουν.
Γιατί να ξέρεις ό,τι αν πράξεις θα το βρεις
στα σπίτια σου άφευχτα και στα παιδιά σου,
που με την όμοια θα ξοφλήσουν πλερωμή
το χρέος στον Άρη· σκέψου αυτά καλά,
δικαιοκρίτης είναι ο Δίας, στοχάσου.
 

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ

Το κοινωνικό περιβάλλον ασκεί εξίσου μεγάλη επίδραση στην ανάπτυξη μιας προσωπικότητας όσο μια προσωπικότητα στην ανθρώπινη κοινωνία. Ο Θουκυδίδης αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία του πολιτισμού, καθώς είναι ο πρώτος που προσπάθησε να ερμηνεύσει την ανθρώπινη συμπεριφορά με βάση τους κανόνες της λογικής παρατήρησης, έχοντας ως στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων για το μέλλον. Ήταν όμως ταυτόχρονα ένα δημιούργημα της εποχής του, παράγωγο της πνευματικής και φιλοσοφικής κίνησης ενός κορυφαίου επιτεύγματος του παγκόσμιου πολιτισμού, της Αθήνας του 5ου αιώνα π.Χ.

Η ζωή του μεγάλου ιστορικού και οι επιδράσεις στο έργο του

    Tα ιστορικά στοιχεία που διαθέτουμε για τον μεγαλύτερο ιστορικό της αρχαιότητας είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Έχουν σωθεί δύο βιογραφίες του, με εκτενέστερη αυτή του Μαρκελλίνου, γραμμένη τον 5ο αιώνα μ.Χ., ενώ διάσπαρτες πληροφορίες απαντούν σε έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Την πιο αξιόπιστη πηγή για τη ζωή του Θουκυδίδη συνιστούν οι λίγες πληροφορίες που αποκαλύπτει ο ίδιος για τον εαυτό του, άμεσα ή έμμεσα. Στην αρχή του έργου του (Α΄ 1) παραδίδει το όνομα και την πόλη του: «Θουκυδίδης Αθηναίος». Σε ένα άλλο σημείο (Ε126) πληροφορεί τους αναγνώστες ότι έζησε έως το τέλος του πολέμου και την καταστροφή των Μακρών Τειχών της Αθήνας από τους νικητές. Για τον πόλεμο είχε τη δυνατότητα να εκφραστεί άμεσα και με μεγάλη γνώση όσων συνέβησαν, καθώς αναφέρει ότι εξελέγη στρατηγός των Αθηναίων (Δ΄ 104) το 424 π.Χ., αλλά κατηγορήθηκε για την αποτυχία της πόλης του κατά τις επιχειρήσεις στη Θράκη και εξορίστηκε. Στην εξορία παρέμεινε επί είκοσι έτη, τα οποία αφιέρωσε στην έρευνα στοιχείων για τη συγγραφή του έργου του.

Αν και οι παραπάνω πληροφορίες είναι πενιχρές, αποτελούν πολύτιμη βάση για την εξαγωγή έμμεσων, αλλά ασφαλών συμπερασμάτων. Για να έχει εκλεγεί το 424 π.Χ. στρατηγός ο Θουκυδίδης, 9α πρέπει να ήταν τουλάχιστον τριάντα ετών. Εάν συνδυαστεί αυτό το στοιχείο με πληροφορία του Μαρκελλίνου ότι ο ιστορικός δεν βρισκόταν σε προχωρημένη ηλικία το 404 π.Χ., όταν τελείωσε ο πόλεμος, εξάγεται το συμπέρασμα ότι γεννήθηκε μεταξύ του 460 και του 454 π.Χ. και ότι ανήκε στον αθηναϊκό δήμο του Αλιμούντα, του σημερινού Αλίμου. Εκείνη την εποχή οι Αθηναίοι ήταν κατανεμημένοι σε δήμους με κριτήριο την καταγωγή και τον τόπο κατοικίας των προγόνων τους κατά την περίοδο εισαγωγής των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη και όχι με βάση τον πραγματικό τόπο κατοικίας τους.
 
Σύμφωνα με μαρτυρία του Θουκυδίδη (Δ' 104), το όνομα του πατέρα του ήταν Όλορος, ενώ υπάρχει πληροφορία ότι η μητέρα του ονομαζόταν Ηγησιπύλη. Τα στοιχεία αυτά σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Αθηναίος στρατηγός και νικητής του Μαραθώνα, Μιλτιάδης, είχε νυμφευθεί την Ηγησιπύλη (κόρη του θράκα ηγεμόνα Ολόρου) και με την πληροφορία ότι ο Θουκυδίδης είχε στην κατοχή του μεταλλεία στη Θράκη, αλλά και με την αναφορά του Μαρκελλίνου ότι ο τάφος του ιστορικού στην Αθήνα βρισκόταν στα «κιμώνεια» μνήματα (δηλαδή στους τάφους του γένους του Μιλτιάδη), οδήγησαν στην υπόθεση ότι υπήρχε κάποια συγγένεια μεταξύ του μεγάλου ιστορικού και του γένους των Φιλαϊδών, στο οποίο ανήκαν ο Μιλτιάδης, ο γιος του Κίμων και ο τύραννος Πεισίστρατος. Ο Μιλτιάδης όμως ανήκε σε διαφορετικό δήμο από το γένος του Θουκυδίδη, χωρίς αυτό να αποτελεί αδιαμφισβήτητο στοιχείο για την ανυπαρξία κάποιου συγγενικού δεσμού μεταξύ τους. Φαίνεται εξάλλου ότι υπήρχε κάποια συγγένεια και με τον συνονόματο του ιστορικού, τον πολιτικό Θουκυδίδη του Μελησίου, ηγέτη της συντηρητικής παράταξης στην Αθήνα και αντίπαλο του Περικλή. Λόγω της υποτιθέμενης σύνδεσης με τους Πεισιστρατίδες δικαιολογείται, σύμφωνα με κάποια εκδοχή, το ενδιαφέρον του Θουκυδίδη για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας σχετικά με τους γιους του Πεισιστράτου με δύο παρεκβάσεις στο έργο του (Α΄ 20 και Στ΄ 54). Οι σχετικές αναφορές όμως λαμβάνουν περισσότερο μεθοδολογικό χαρακτήρα και επιδιώκουν να παρουσιάσουν τον διαφορετικό τρόπο, τον οποίο επέλεξε ο Θουκυδίδης για να ερευνήσει και να παρουσιάσει τα γεγονότα, σε αντίθεση με τους προηγούμενους ιστορικούς.
 
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ
Η οικογενειακή κατάσταση και η κοινωνική θέση του ιστορικού αποτέλεσαν
επίσης αντικείμενο διαφωνίας. Ο ίδιος αναφέρει ότι ήταν γνήσιος Αθηναίος (Α΄ 1 και Ε΄ 26), ενώ, με βάση νόμο που ίσχυε στην Αθήνα από το 451 π.Χ., δεν θα μπορούσε να αναλάθει το αξίωμα του στρατηγού, αν και οι δύο γονείς του δεν ήταν Αθηναίοι. Όπως παραδίδει ο ίδιος (Δ' 105), κατείχε μεταλλεία χρυσού στις ακτές ανάμεσα στη Θάσο και την Αμφίπολη, στις όχθες του Στρυμόνα, περιοχή η οποία κατά την αρχαιότητα θεωρείτο τμήμα της Θράκης. Η θέση των μεταλλείων του ταυτίζεται σήμερα με την τοποθεσία Σκαπτή Ύλη. Η κατοχή των ορυχείων οφειλόταν πιθανότατα στη συγγένεια των προγόνων του με επιφανείς θράκες ηγεμόνες, οπότε θα πρέπει να γίνει δεκτή η συγγένεια του με τον Μιλτιάδη και η σύνδεση του με τους αριστοκρατικούς κύκλους της Αθήνας, καθώς μόνο ισχυρά γένη ευγενών είχαν τη δυνατότητα να συνάπτουν γάμους με ηγεμονικές οικογένειες εκτός της πόλης τους. Τη συνήθεια αυτή τερμάτισε ο νόμος του 451 π.Χ., ο οποίος περιόρισε τη δυνατότητα των πλούσιων Αθηναίων με αριστοκρατική καταγωγή να συνάπτουν συνοικέσια εκτός της πόλης τους, τα οποία μπορούσαν να οδηγήσουν στη δημιουργία συμμαχιών επικίνδυνων για το δημοκρατικό πολίτευμα. Υποστηρίχθηκε όμως και η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή ο Θουκυδίδης ανήκε στη νέα ανερχόμενη τάξη, η οποία αναδείχθηκε από την κυριαρχία των δημοκρατικών ιδεών και την πολιτική του Περικλή. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, ο ιστορικός συγκαταλεγόταν στους δυναμικούς επιχειρηματίες, που ευνόησαν την οικονομική άνθηση της Αθήνας κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., και τα μεταλλεία στη Θράκη αποκτήθηκαν με παραχώρηση του δήμου των Αθηναίων μετά την αφαίρεση της εκμετάλλευσης των μεταλλευμάτων του Παγγαίου από τους Θασίους το 463 π.Χ. ως τιμωρία για την αποστασία τους από την Αθηναϊκή συμμαχία. Τελείως απίθανη θεωρείται η εκδοχή του Μαρκελλίνου, σύμφωνα με την οποία ο ιστορικός απέκτησε τα μεταλλεία μετά τον γάμο του με γυναίκα από την περιοχή, καθώς αυτό, με βάση τον νόμο του 451 π.Χ., θα στερούσε από τους απογόνους του τα πολιτικά δικαιώματα στην Αθήνα.
 
Στην άποψη ότι ο Θουκυδίδης ανήκε στην ομάδα των νέων και αυτοδημιούργητων Αθηναίων συντείνει αφενός η έμφαση που δίνει στην οικονομική διάσταση της ιστορίας και την ανάγκη εξασφάλισης της οικονομικής ισχύος και αφετέρου ο έπαινος που περιλαμβάνει στον επιτάφιο του Περικλή για όσους προσπαθούν να απαλλαγούν από τη φτώχεια (Β΄ 40). Τα στοιχεία αυτά όμως δεν αποτελούν απόλυτη απόδειξη της μη αριστοκρατικής καταγωγής του Θουκυδίδη, ο οποίος σε άλλα σημεία φαίνεται να είναι επηρεασμένος από τις αριστοκρατικές αντιλήψεις. Είναι φανερό στο έργο του ότι δεν έτρεφε συμπάθεια για τον Κλέωνα, τον ηγέτη της ακραίας δημοκρατικής παράταξης και μεγαλύτερο πολιτικό παράγοντα της Αθήνας για ένα διάστημα μετά τον θάνατο του Περικλή, αλλά και κυριότερο εκπρόσωπο της νέας ανερχόμενης τάξης επιχειρηματιών και εμπόρων, οι οποίοι ήλθαν σε ρήξη με την παραδοσιακή γαιοκτητική αριστοκρατία. Παρότι ο Θουκυδίδης αναγνωρίζει στον Κλέωνα την επιτυχία του στην Πύλο και την περιγράφει με τη συνηθισμένη του αντικειμενικότητα, αποκαλύπτεται ότι θεωρεί πως έχει ελάχιστα κοινά σημεία με εκείνο τον επιτυχημένο δημαγωγό.
 
Η ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΑΘΗΝΑ
    Η παιδεία που έλαβε ο νεαρός Θουκυδίδης στην Αθήνα του 5ου αιώνα είναι δυνατό να διαγνωσθεί με έμμεσο τρόπο, καθώς ο ίδιος δεν αποκαλύπτει αρκετά στοιχεία σχετικά με αυτό το ζήτημα. Μια παράδοση αναφέρει ότι κατά την παιδική του ηλικία άκουσε τον Ηρόδοτο να αναγιγνώσκει το ιστορικό έργο του και συγκινήθηκε τόσο πολύ, ώστε δάκρυσε. Η πληροφορία αυτή είναι αμφίβολη και πιθανότατα πρόκειται για μια από τις εντυπωσιακές μεν, αλλά φανταστικές διηγήσεις που κατασκεύαζαν οι συγγραφείς της Ύστερης Αρχαιότητας για τους προγενέστερους. Είναι όμως σίγουρο ότι η Αθήνα, στην οποία γαλουχήθηκε ο ιστορικός, ήταν επηρεασμένη από το πνεύμα της απόλυτης κυριαρχίας της δημοκρατίας, της ηγεμονίας που ασκούσε στις ελληνικές πόλεις και των σοφιστών. Την εποχή της γέννησης του Θουκυδίδη, ο Περικλής και ο συνεργάτης του, ο ρήτορας Εφιάλτης είχαν ενισχύσει με μια σειρά νομοθετικών μέτρων τη συμμετοχή όλων των τάξεων των Αθηναίων στην Εκκλησία του Δήμου, διαμορφώνοντας ένα πολίτευμα, στο οποίο οι πολίτες δεν περιορίζονταν στην ενασχόληση τους με τα κοινά και στην κατάληψη δημοσίων " 3έσεων από προσκόμματα σχετικά με την καταγωγή ή το μέγεθος της περιουσίας τους. Οι μεταρρυθμίσεις στα μέσα του 5ου αιώνα ενδυνάμωσαν την πολιτική θέση των θητών, της κατώτερης τάξης των Αθηναίων πολιτών, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν τη νεοαποκτηθείσα πολιτική δύναμη τους, προκειμένου να επιβάλουν την οικονομική ενίσχυση της τάξης τους από το δημόσιο ταμείο. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε έντονη οικονομική αφαίμαξη των συμμάχων της Αθήνας, οι οποίοι υποχρεώθηκαν πλέον να εισφέρουν όχι για την άμυνα των πόλεων τους, αλλά για τη στερέωση και την επέκταση του μεγαλείου της Αθήνας και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των Αθηναίων.
 
    Κατά την παιδική του ηλικία ο μεγάλος ιστορικός έλαβε τη συνηθισμένη παιδεία των νέων της Αθήνας, βασισμένη στη μελέτη των ομηρικών επών και στη σωματική άσκηση στα γυμνάσια (γυμναστήρια) της πόλης. Σε μεγαλύτερη ηλικία φαίνεται ότι απέκτησε κάποια επαφή με τον κύκλο των σοφιστών, καθώς η επίδραση των ιδεών τους αποκαλύπτεται στα έργα του. Τον 5ο αιώνα οι σοφιστές ήλθαν να ταράξουν τα ήρεμα νερά του πνεύματος της Αρχαϊκής Εποχής (7ος-6ος αιώνας) και της γενιάς των Μηδικών πολέμων. Η σταθερότητα των αντιλήψεων, η πίστη στην πόλη, η αφοσίωση στους συμπολίτες και η θρησκευτικότητα τέθηκαν υπό εξέταση και αμφισβήτηση υπό το θεωρούμενο ως αλάνθαστο κριτήριο της λογικής. Κατάληξη ήταν η αμφισβήτηση της ίδιας της αντικειμενικής αλήθειας ή έστω της δυνατότητας του ανθρώπου να την προσεγγίσει και να τη μεταδώσει στους συμπολίτες του. Από τη στιγμή που η ιδέα της αλήθειας υπονομεύθηκε, αντικαταστάθηκε από τη δυνατότητα του ατόμου να επιβάλλει τις απόψεις του στους υπολοίπους μέσω της πειθούς, της δυνατότητας δηλαδή να πείθει τους άλλους με λογικά επιχειρήματα σε ρητορικούς λόγους. Η Αθήνα της περιόδου είχε αναδειχθεί σε λίκνο της ρητορικής τέχνης, η οποία ήταν απαραίτητη κατά τις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου και των λαϊκών δικαστηρίων. Κάθε φιλόδοξος νέος, ο οποίος επιθυμούσε να ασχοληθεί με τις δημόσιες υποθέσεις, ή έστω να διαφυλάξει την οικογενειακή του περιουσία, όφειλε να είναι κάτοχος αυτής της νέας τέχνης. Εκπαιδεύοντας εφήβους και νέους άνδρες στη ρητορική, οι σοφιστές υποστήριζαν ότι τους υποδείκνυαν τον δρόμο για την απόκτηση δύναμης αφενός και ικανότητας αφετέρου να κατανοούν και να ερμηνεύουν τον κόσμο.
 
    Αν και ο ίδιος ο Θουκυδίδης δεν αναφέρει τα ονόματα των δασκάλων του στη σοφιστική και ρητορική τέχνη, είναι αναμφίβολο ότι έλαβε σχετικά μαθήματα. Αυτό αποδεικνύεται από τον τρόπο, με τον οποίο δομεί τη σκέψη του με λογικά επιχειρήματα, από την αδιαφορία του για το υπερφυσικό, την επικέντρωση της παρουσίασης της ύλης στις ανθρώπινες προσπάθειες και το ύφος των ρητορικών λόγων που συμπεριλαμβάνει στο έργο του, των περίφημων δημηγοριών, οι οποίες αποκαλύπτουν την επίδραση της σοφιστικής ρητορικής. Ο Θουκυδίδης είναι ο πρώτος ιστορικός, ο οποίος αναπτύσσει μια δεδομένη ερευνητική μεθοδολογία, την οποία παρουσιάζει στους αναγνώστες του για να αποδείξει την εγκυρότητα όσων γράφει. Στόχος του είναι να αποβάλει από τη διήγηση το «μυθώδες» και, προκειμένου να το εξασφαλίσει, καταφεύγει στην προσεκτική έρευνα και στη διασταύρωση των πληροφοριών που συγκεντρώνει. Για όσα θέματα δεν έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει βέβαια και αδιαμφισβήτητα στοιχεία, προσπαθεί να εξάγει συμπεράσματα με τη συνδρομή της λογικής, καταφεύγοντας στη σοφιστική τακτική του εικάζειν, του εντοπισμού του εύλογου (εικότος), μέσω μιας διαδικασίας που αναπτύχθηκε στη δικανική πρακτική. Στη λογική μέθοδο των σοφιστών και του Θουκυδίδη δεν έχει θέση η υπερφυσική παρουσία των θεών ως παράγοντας επηρεασμού των ιστορικών εξελίξεων. Σε αντίθεση με τον Ηρόδοτο, του οποίου το έργο περιέχει πληθώρα μυθολογικών παρεκβάσεων και φανταστικών διηγήσεων για την παρουσία και τη συμμετοχή των θεών στην ιστορική εξέλιξη, ο Θουκυδίδης απορρίπτει τελείως την επίδραση του υπερφυσικού στοιχείου. Οι μυθολογικές διηγήσεις απουσιάζουν και κυριαρχεί η παρουσία των ανθρώπων, οι οποίοι δημιουργούν τις ιστορικές εξελίξεις ανάλογα με τις πράξεις, τις αποφάσεις και τα σφάλματα τους. Εκτός του ανθρώπινου ελέγχου βρίσκεται μόνο το τυχαίο, τα δεδομένα δηλαδή που είναι δυνατό να μεταβληθούν απότομα και απρόβλεπτα αλλάζοντας τα στοιχεία, στα οποία στηρίχθηκαν οι προηγούμενες εκτιμήσεις και αποφάσεις.
 
Όσον αφορά την επίδραση συγκεκριμένων δασκάλων της εποχής στον Θουκυδίδη, υποστηρίχθηκε ότι στο έργο του είναι δυνατό να εντοπιστεί η επίδραση του σοφιστή Αναξαγόρα και του ρήτορα Αντιφώντα. Ο Αναξαγόρας υπήρξε σύμβουλος και δάσκαλος του Περικλή και εξαιτίας της σχέσης του με τον μεγάλο Αθηναίο πολιτικό κατηγορήθηκε ως άθεος και καταδικάστηκε. Η ρήση του Αναξαγόρα «ὄψεις ἀδήλων τά φαινόμενα» εφαρμόζεται από τον Θουκυδίδη στην προσπάθεια του να εξαγάγει λογικά συμπεράσματα για όσα γεγονότα δεν ανακάλυψε αρκετά ή ασφαλή στοιχεία. Η σκέψη του ιστορικού έχει επηρεασθεί και από τη φιλοσοφία του Ηρακλείτου, η οποία αποκαλύπτεται στα αντιθετικά ζεύγη που αναπτύσσονται κατά την παρουσίαση των ιστορικών γεγονότων. Στο έργο του Θουκυδίδη κάθε δράση έχει ως λογικό επακόλουθο μια αντίστοιχη αντίδραση, ενώ από την αρχή των γεγονότων, τα οποία οδήγησαν στον πόλεμο, παρουσιάζεται το αντιθετικό ζεύγος του δυναμικού και ρηξικέλευθου πνεύματος των Αθηναίων σε αντιπαράθεση με τη συντηρητική και σταθερή νοοτροπία των Σπαρτιατών. Η επίδραση του Αντιφώντα εντοπίζεται στη σύνθεση των δημηγοριών, των ρητορικών λόγων που παρεμβάλλει ο Θουκυδίδης στο έργο του, ενώ, περιγράφοντας την πολιτειακή μεταβολή του 411 π.Χ., ο ιστορικός δεν κρύβει την εκτίμηση του για το πρόσωπο του μεγάλου ρήτορα (Η΄ 68). Το συγκεκριμένο χωρίο, όμως, μπορεί να απηχεί απλά τον θαυμασμό του Θουκυδίδη και την επιδοκιμασία του για τις πολιτικές ιδέες του Αντιφώντα, χωρίς να αποτελεί κατ' ανάγκην έκφραση σεβασμού ενός μαθητή προς τον παλαιό του δάσκαλο. Επίδραση στις δημηγορίες έχει ασκήσει και το ύφος του σοφιστή Γοργία, ο οποίος εμφανίσθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 427 π.Χ., ως πρεσβευτής της πατρίδας του, της πόλης των Λεοντίνων στη Σικελία. Ο Θουκυδίδης αναμφίβολα παρακολούθησε την αγόρευση του μεγάλου ρήτορα στην αθηναϊκή Εκκλησία του Δήμου και ίσως είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον σοφιστή σε στενότερο κύκλο. Ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων και του τρόπου σκέψης του ιστορικού λαμβάνει η σχέση του με το έργο του Ιπποκράτη και τις ιατρικές γνώσεις της εποχής του. Ο τρόπος, με τον οποίο περιγράφει τον λοιμό, φανερώνει τις ιατρικές γνώσεις που διέθετε. Η ιατρική όμως είχε για τον Θουκυδίδη ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς αποτελούσε μέθοδο ερμηνείας της ιστορίας. Οι κρίσεις του διακρίνονται από την ψυχρή παρατήρηση ενός επιστήμονα, ο οποίος καταγράφει τα συμπτώματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς στον πόλεμο με στόχο να προϊδεάσει τις επόμενες γενεές, όπως ακριβώς υποστηρίζει ότι γράφει για τον λοιμό, ώστε να μην είναι απροετοίμαστοι όσοι θα τον αντιμετωπίσουν στο μέλλον. Η παρουσίαση αυτή δεν συνεπάγεται και την προσφορά προτάσεων για την αποφυγή ή ανατροπή παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον, όπως η ιατρική δεν υπόσχεται πάντα τη θεραπεία των ασθενειών που ανακαλύπτει. Η καταγραφή τους όμως συνιστά ένα σημαντικό πρώτο βήμα και αυτό ο Θουκυδίδης το γνωρίζει καλά, με αποτέλεσμα να εντοπίζεται εκεί όλη η αξία του έργου του.
 
ΟΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙΣ
Οι προσωπικές αντιλήψεις του ιστορικού αποκαλύπτονται από τον τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίζει τις δύο χαρακτηριστικότερες προσωπικότητες της εποχής του, τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη. Ο Περικλής παρουσιάζεται ως πρότυπο ηγέτη, ο οποίος κυβερνά με την πλήρη έννοια του όρου, καθοδηγώντας τους Αθηναίους προς τη λήψη των ορθότερων αποφάσεων. Ο θάνατος του οδήγησε στη δραματική αλλαγή των συνθηκών του πολέμου και στην τελική κατάρρευση της αθηναϊκής ηγεμονίας, αποδεικνύοντας τη βαρύτητα που αποδίδει ο Θουκυδίδης στην αξία της προσωπικότητας για την εξέλιξη της ιστορίας. Ο Αλκιβιάδης παρουσιάζεται επίσης ως μια χαρισματική προσωπικότητα. Αν και δεν διακρινόταν από τις ίδιες ηθικές αρχές και τους υψηλούς στόχους του Περικλή, ήταν εξαιρετικά ικανός, όπως αποδείχθηκε από τις πολιτικές και στρατηγικές κινήσεις και την ευφυέστατη ρητορία του. Ίσως, εξάλλου, ο Αλκιβιάδης και ο Θουκυδίδης να συναντήθηκαν κατά την εξορία τους στη Θράκη, όπου είχαν καταφύγει και οι δύο κατά τα τελευταία χρόνια του πολέμου. Η προσδιορισμός των πολιτικών πεποιθήσεων του Θουκυδίδη δεν είναι εύκολος, καθώς ο ιστορικός, ως υπόδειγμα αντικειμενικότητας, αποφεύγει οποιαδήποτε έκφραση προσωπικών προτιμήσεων ή δυσαρέσκειας, βασισμένη στην ατομική του διάθεση και όχι σε αντικειμενικά και λογικά θεμελιωμένα κριτήρια. Ωστόσο κάποια σχόλια του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είναι ορθότερη η άποψη, η οποία τον συνδέει με την αριστοκρατική παράταξη. Ο Θουκυδίδης είναι βέβαια ένας υμνητής της Αθηναϊκής δημοκρατίας, όπως όμως αυτή λειτουργούσε την εποχή που ο Περικλής διατηρούσε τον απόλυτο έλεγχο της πόλης. Το πολίτευμα αυτό, όπως έγραψε ο ίδιος ο ιστορικός, ήταν «λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε του πρώτου ανδρός αρχή» (Β' 65). Φαινομενικά την εξουσία είχε ο δήμος, ο οποίος όμως και οδηγείτο στη λήψη των σωστών αποφάσεων από τη χαρισματική προσωπικότητα ενός λαμπρού ηγέτη. Έτσι ο Θουκυδίδης φαίνεται να ερμηνεύει το πολίτευμα της Αθήνας μέσα από την προοπτική ενός θιασώτη της κυριαρχίας των αρίστων. Όταν μετά τον θάνατο του Περικλή η δημοκρατία μετατράπηκε σε οχλοκρατία και ο δήμος, παρασυρόμενος από ανεύθυνους και απερίσκεπτους δημαγωγούς, διέπραξε σωρεία πολιτικών σφαλμάτων, ο Θουκυδίδης καυτηρίασε την ανικανότητα των ηγετών να καθοδηγήσουν σωστά το πλήθος και την τάση τους να φέρονται από τις επιδημίες της μάζας και να κολακεύουν τη λαϊκή πλειοψηφία.
 
Το 411 η Αθηναϊκή δημοκρατία ανατράπηκε για ένα σύντομο χρονικό διάστημα από μια ομάδα ολιγαρχικών και η εξουσία ανατέθηκε σε ένα συμβούλιο τετρακοσίων μελών. Ο Θουκυδίδης αποκαλύπτει στο έργο του τη συμπάθεια του για τον ρήτορα Αντιφώντα, τον ηγέτη της πολιτικής ανατροπής, αλλά ως αντικειμενικός και μετριοπαθής παρουσιαστής και κριτής των γεγονότων δεν μπορούσε να μη στηλιτεύσει τη σκληρότητα των μεθόδων που χρησιμοποίησαν οι τετρακόσιοι για να διατηρήσουν την εξουσία (Η΄ 68-70). Υποστήριξε όμως τη νέα μεταρρύθμιση του πολιτεύματος, η οποία ανέτρεψε τους τετρακόσιους και παρέδωσε την εξουσία σε μια συνέλευση, αποτελούμενη από πέντε χιλιάδες πολίτες (δηλαδή όσους υπερείχαν με βάση την περιουσία και συμμετείχαν στην άμυνα της πόλης με τον προσωπικό οπλισμό τους), καταργώντας την πληρωμή επιδομάτων στους Αθηναίους για την κατοχή δημοσίου αξιώματος. Κατά τη γνώμη του η μεταβολή αυτή θα απέτρεπε τις υπερβολές της δημοκρατίας, ενώ δεν χαρακτηριζόταν από τις ακρότητες της περιορισμένης ολιγαρχίας (Η΄ 97).
 
Είναι βέβαιο ότι η πολιτική δράση είχε απασχολήσει τον Θουκυδίδη. Ο ίδιος εξάλλου αποδίδει στον Περικλή τον βαρύ απαξιωτικό χαρακτηρισμό του «ἀχρείου» (Β΄ 40) για όποιον αποφεύγει την ενασχόληση με τις υποθέσεις της πόλης. Εκείνη την εποχή, καθώς τα περισσότερα αξιώματα του δημοκρατικού πολιτεύματος απονέμονταν με κλήρωση, ένας φιλόδοξος νέος μπορούσε να επηρεάσει τα κοινά κατ' αρχάς συμμετέχοντας ως ομιλητής στις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου και στη συνέχεια επιδιώκοντας την εκλογή του στο αξίωμα του στρατηγού, μία από τις λίγες θέσεις που απονέμονταν με ψηφοφορία. Κατά τη νεότητα του, σε ηλικία περίπου είκοσι πέντε με τριάντα ετών, ο ιστορικός βίωσε την έναρξη και τα πρώτα χρόνια του πολέμου, έλαβε μέρος στις θυελλώδεις συνεδριάσεις της Εκκλησίας του Δήμου κατά την αποστασία των Μυτιληναίων και την πολιορκία των Πλαταιών και επιβίωσε από τις συνεχείς επιδρομές των Λακεδαιμονίων στην ύπαιθρο της Αττικής και τον φοβερό λοιμό, από τον οποίο πάντως ασθένησε και ο ίδιος.
 
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΙ Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΟΥ
Μόλις έφθασε στη νόμιμη ηλικία, ο Θουκυδίδης ανέλαβε τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων στη Θράκη (424 π.Χ.), καθώς οι προσωπικές σχέσεις του με την περιοχή τον καθιστούσαν τον πλέον κατάλληλο Αθηναίο γι' αυτή την αποστολή. Είναι πολύ πιθανό ότι, προτού του ανατεθεί μια τόσο σημαντική ευθύνη, είχε ήδη λάβει μέρος σε άλλες εκστρατείες. Ειδικά ο τρόπος, με τον οποίο παραθέτει τις επιχειρήσεις του στρατηγού Δημοσθένη στην Αιτωλία, το 426 π.Χ., δίνει την εντύπωση ότι υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, συμμετέχοντας στο εκστρατευτικό σώμα που έστειλαν οι Αθηναίοι στην περιοχή. Ίσως όμως οι πληροφορίες του οφείλονται σε φιλική σχέση με τον Δημοσθένη, ο οποίος ενδεχομένως έδινε στοιχεία στον ιστορικό, καθώς οι επιχειρήσεις του παρουσιάζονται συχνά με αρκετές λεπτομέρειες.
 
Ο Θουκυδίδης ανέλαβε στρατιωτική διοίκηση σε ένα κρίσιμο σημείο του πολέμου. Μετά από αλλεπάλληλες επιτυχίες η Αθήνα είχε οδηγήσει τη Σπάρτη στα όρια της αντοχής της. Οι επιχειρήσεις στην Πύλο και στα Κύθηρα είχαν εξασφαλίσει στους Αθηναίους πολύτιμες βάσεις στα όρια του λακωνικού κράτους, το οποίο απειλείτο με εξέγερση των ειλώτων. Οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν να ανατρέψουν την κατάσταση χάρη σε μια χαρισματική προσωπικότητα, τον Βρασίδα, ο οποίος μετέφερε τον πόλεμο στο βόρειο Αιγαίο, στην περιοχή της Αμφίπολης, πολύ κοντά στα πολύτιμα μεταλλεία χρυσού του Παγγαίου. Η αποστολή του Θουκυδίδη προέβλεπε την ανάσχεση του Βρασίδα και την προστασία των μεταλλείων και των αθηναϊκών δέσεων στην περιοχή. Τα γεγονότα που ακολούθησαν τα περιγράφει ο ίδιος με αρκετά συνοπτικό τρόπο στο Δ΄ βιβλίο (102-107). Ο Βρασίδας εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά στην Αμφίπολη στις όχθες του Στρυμόνα, ενώ ο Θουκυδίδης βρισκόταν στη Θάσο με επτά αθηναϊκά πλοία.
 
Ο Θουκυδίδης, υπό τον στρατηγό Ευκλή, έσπευσε σε βοήθεια της μικρής αθηναϊκής φρουράς, η οποία προστάτευε την πόλη, αλλά έφθασε αργά. Ο Βρασίδας είχε κατορθώσει να καταλάβει την Αμφίπολη, ο Θουκυδίδης όμως διαφύλαξε για τους Αθηναίους το επίνειο της, την Ηιόνα. Η άφιξη των ενισχύσεων καθυστέρησε λόγω της κακοκαιρίας, αλλά και της αργοπορίας της φρουράς της Αμφίπολης να ειδοποιήσει τον Θουκυδίδη, ο οποίος με κατώτερες δυνάμεις κατόρθωσε να απωθήσει δύο επιθέσεις του Βρασίδα. Παρά τις προσπάθειες του θεωρήθηκε υπεύθυνος για την απώλεια της Αμφίπολης και, μάλιστα, όχι λόγω ανικανότητας, αλλά συνεννόησης με τον εχθρό. Κλήθηκε στην Αθήνα για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες, αλλά θεώρησε καλύτερο να μη διακινδυνεύσει, και εξορίσθηκε. Η δίκη εναντίον του ίσως εκκινήθηκε από πολιτικά κίνητρα. Εάν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι εκείνη την περίοδο στην πολιτική σκηνή της Αθήνας κυριαρχούσε ο δημαγωγός Κλέων, είναι εύκολο να υποτεθεί ότι αυτός και οι οπαδοί του αναμίχθηκαν στην εκδίωξη του Θουκυδίδη.
 
Η εξορία του ιστορικού διήρκεσε είκοσι έτη, διάστημα κατά το οποίο εγκαταστάθηκε στη Θράκη και αφοσιώθηκε στη συγγραφή του έργου του. Όπως αναφέρει ο ίδιος, συνέλεξε πολλές πληροφορίες με προσωπική επιτόπια έρευνα, επομένως, κατά τα είκοσι αυτά χρόνια, ταξίδεψε με σκοπό να επισκεφθεί περιοχές που αποτέλεσαν θέατρα του πολέμου ή για να συναντήσει τους πρωταγωνιστές του. Το γεγονός ότι είχε απομακρυνθεί από την Αθήνα του έδωσε τη δυνατότητα να επισκεφθεί και αντίπαλες πόλεις και να συνομιλήσει με άτομα από το στρατόπεδο των Πελοποννησίων. Εξάλλου ο λεπτομερειακός τρόπος, με τον οποίο παραθέτει όσα ανέφεραν διάφοροι αντίπαλοι των Αθηναίων στις δημηγορίες τους, ίσως έχει ως αφετηρία τις επαφές που διατηρούσε με το αντίπαλο στρατόπεδο. Είναι πιθανό ότι επισκέφθηκε την Πελοπόννησο, ενώ η διεξοδική περιγραφή της τοπογραφίας των Συρακουσών έδωσε αφορμή να υποτεθεί ότι έφθασε μέχρι τη Σικελία, προκειμένου να επισκεφθεί το δραματικότερο πεδίο του πολέμου.
 
Η εξορία του ιστορικού τελείωσε όταν, μετά το τέλος του πολέμου (404 π.Χ.), εκδόθηκε ψήφισμα, το οποίο επέτρεπε την επιστροφή όλων των εξόριστων. Ειδικά για τον Θουκυδίδη ίσως εκδόθηκε νωρίτερα ειδικό ψήφισμα, το οποίο είχε προταθεί στους Αθηναίους από τον Οινόβιο. Είναι βέβαιο ότι ο ιστορικός επανήλθε στην πόλη του, καθώς ο ίδιος αναφέρει ότι αντίκρισε κατεδαφισμένα τα τείχη του Πειραιά (Α΄ 93), μετά όμως από σύντομη παραμονή πιθανώς επέστρεψε στη Θράκη, όπου ζούσε ήδη επί δύο δεκαετίες. Εξάλλου είναι λογικό να υποτεθεί ότι διαφωνούσε τόσο με το καθεστώς των Τριάκοντα τυράννων που επιβλήθηκε αρχικά στην πόλη, όσο και με το δημοκρατικό πολίτευμα που το διαδέχθηκε και δεν έμοιαζε με τη δημοκρατία του Περικλή. Ο ακριβής χρόνος και ο τόπος του θανάτου του παραμένει άγνωστοι. Από μια αναφορά που κάνει στον βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαο, του οποίου τη βασιλεία αντιμετωπίζει ως τελειωμένη, προκύπτει ότι ζούσε το 399 π.Χ., έτος θανάτου του Αρχέλαου. Δεν αναφέρεται όμως στην ανοικοδόμηση των τειχών από τον Κόνωνα το 394 π.Χ., οπότε μπορεί να υποτεθεί ότι εκείνο το έτος ο Θουκυδίδης ήταν νεκρός. Ίσως να ήταν νεκρός ήδη από το 396 π.Χ., καθώς, στην παρέκβαση που κάνει για το ηφαίστειο και τις εκρήξεις του (Γ΄ 116), δεν κάνει λόγο για τη μεγάλη έκρηξη της Αίτνας που συνέβη εκείνο το έτος. Πεθαίνοντας, άφησε το έργο του ημιτελές. Η διήγηση σταματά απότομα στο 411 π.Χ., ενώ το Η' βιβλίο δεν περιλαμβάνει δημηγορίες, οι οποίες αποτελούν το κυριότερο γνώρισμα του τρόπου γραφής του Θουκυδίδη και διανθίζουν όλο το υπόλοιπο έργο του. Η παράδοση αναφέρει την ύπαρξη μιας κόρης του μεγάλου ιστορικού, η οποία συντήρησε και διαφύλαξε τα γραπτά του, ενώ υποστηρίχθηκε ότι προέβη ακόμα και σε παρεμβάσεις και προσθήκες στο κείμενο.
 
Το έργο του Θουκυδίδη συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του ως κλασικού. Ο λιτός και περιεκτικός τρόπος παρουσίασης του Πελοποννησιακού πολέμου και η ανάδειξη των επιμέρους γεγονότων σε αιώνια παραδείγματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς καθιστούν τη συγγραφή του «αιώνιο κτήμα», όπως επιθυμούσε ο ίδιος. Ο Θουκυδίδης υπήρξε γνήσιο τέκνο της εποχής του και επηρεάσθηκε από το πνεύμα της λογικής και της αμφισβήτησης που προέβαλλαν οι σοφιστές, χωρίς όμως να καταλήξει στον μηδενισμό και την τυχοδιωκτική νοοτροπία του Αλκιβιάδη. Αντίθετα, προσπάθησε να προσδιορίσει κανόνες, αντίστοιχους σε αξία και βαρύτητα με τους φυσικούς νόμους, οι οποίοι ελέγχουν μια από τις σημαντικότερες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, την επιδίωξη της δύναμης. Η δύναμη στο έργο του συνιστά τη σπουδαιότερη κινητήρια δύναμη της πολιτικής πρακτικής και, όταν ο Θουκυδίδης αναφέρεται στην πολιτική, επικεντρώνει το ενδιαφέρον του στις επαφές και συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων πόλεων, υποτάσσοντας την εσωτερική πολιτική δραστηριότητα στις εξωτερικές σχέσεις. Το έργο του αποτελεί καταγραφή σύγχρονων με αυτόν γεγονότων, όχι στοιχείων του παρελθόντος. Ο τίτλος του ιστορικού όμως του ανήκει απόλυτα, καθώς τα γεγονότα τίθενται στο κέντρο της προσοχής του και ερμηνεύονται ιστορικά, με δάση την αφετηρία τους και τις απώτερες συνέπειες τους. Ο Θουκυδίδης υπήρξε παράλληλα ένας μεγάλος πολιτικός νους, ο πρώτος που αντιμετώπισε με επιστημονικά κριτήρια το πολιτικό φαινόμενο, πάντα όμως από ιστορική πλευρά, καθώς, σε αντίθεση με πολλούς μεταγενέστερους, δεν εκμεταλλεύθηκε την ιστορία για να στηρίξει μια πολιτική θέση, αλλά αξιοποίησε την πολιτική για να συγγράψει ιστορία.
---------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(1) Θουκυδίδης: ΙΣΤΟΡΙ Α'.
(2)Κ.Δ. Γεωργούλης: λήμμα «Θουκυδίδης», ΝΕΩΤΕΡΟΝ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΗΛΙΟΥ
(3) Werner Jaeger: ΠΑΙΔΕΙΑ, Εκδ. Παιδεία, Α9ήνα 1968.
(4) Albin Lesky: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ, Εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1990.
(5)T.A. Sinclair: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΚΕΨΕΩΣ, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1969.

Η Αιώνια Παρουσία

Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ, σαν όρος, έχει ένα δυναμικό νόημα που σημαίνει ακριβώς μια γνωστική διαδικασία, το Γνωρίζειν. Το Γνωρίζειν σημαίνει βλέπω άμεσα, έρχομαι σε επαφή, ενώνομαι, δεν σημαίνει την νοητική προσέγγιση μέσω εννοιών, την πεποίθηση, την πίστη. Πρόκειται για μια πιο βαθιά διαδικασία κατανόησης, για μια πραγματική επαφή, για υπαρξιακό βίωμα. Το Γνωρίζειν είναι μια Διαρκής Διαδικασία που όταν «γίνεται» Γνωρίζω, στατική γνώση (υποτίθεται «ολοκληρωμένη»), είναι απολιθωμένη και άχρηστη… γιατί δεν αποκαλύπτει αυτό που συμβαίνει στο παρόν, «μπροστά» μας, αλλά βασίζεται στην μνήμη, στο χρόνο.
 
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ λοιπόν (με αυτό το νόημα) είναι ένα Συμβαίνειν, ένα Γίγνεσθαι, υποδηλώνει Κίνηση.
Κάποιοι χρησιμοποιούν όρους όπως, Συνείδηση. Ο σωστός όρος είναι Συνειδέναι που δηλώνει μια διαδικασία. Ο όρος Συνείδηση είναι παραπλανητικός γιατί έχει ένα οντικό χαρακτήρα κι ένα οντολογικό νόημα.
Επίσης, ο όρος Αυτοσυνειδησία είναι ένας στατικός όρος που δεν ανταποκρίνεται στην Ρέουσα Πραγματικότητα.
Όλη αυτή η φιλοσοφική γραμματική (πράγματα στοιχειώδη άλλωστε) μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι είμαστε ΑΝΤΙΛΗΨΗ (ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΣΘΑΙ), με το νόημα της Ροής Γνώσης, του Γνωρίζειν (διαρκώς), Κάτι Ζωντανό, που Εκδηλώνεται Εδώ, Τώρα, μέσα ακριβώς από την εμπειρία της γνώσης.
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ (με το νόημα που είπαμε) είναι λοιπόν η Πηγαία Αυθόρμητη Άμεση Γνωστική Ενέργεια, που μας «πληροφορεί» ότι ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ, Είμαστε μια Διαρκής Διαδικασία Ύπαρξης, ένα Ρεύμα Ύπαρξης πιο σωστά, (ΥΠΑΡΧΕΙΝ), που Ζει στην Στιγμή που Ρέει, που αλλάζει συνεχώς «περιεχόμενο» (περιεχόμενο εμπειρίας). Η «πληροφορία» για την ύπαρξή μας προέρχεται καταρχήν από αυτήν την ίδια την ΑΝΤΙΛΗΨΗ, με δικά της, ίδια, μέσα και μετά, δευτερευόντως, από την σχέση μας με κάτι «άλλο».
Αυτή ακριβώς η ΑΝΤΙΛΗΨΗ (το Υπαρξιακό Συμβαίνειν) είναι η «Ύπαρξή» μας, ο τρόπος να υπάρχουμε στον χώρο της εμπειρίας.
Εφόσον όμως μιλάμε για μια Γνωστική Διαδικασία, μπορεί αυτό (σαν πυρήνας ύπαρξης) να έχει όρια, να περιοριστεί σε ορισμένες δραστηριότητες, ή συμπεριφορές; Ποιο είναι το ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ; Μέχρι που μπορεί να Διευρυνθεί; να Επεκταθεί; Και ποια είναι η Πραγματική Ποιότητά της, ο Χαρακτήρας της; Ο προσωρινός περιορισμός της σε ένα «είδος» αντίληψης; Σε μια καθορισμένη συμπεριφορά; Σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα; όπως η σκέψη, η αίσθηση, ή η σωματική εμπειρία;…
Θέλουμε να πούμε πως η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Υφίσταται, Είτε Έτσι Είτε Αλλιώς, κι ας αλλάζει το «περιεχόμενό» της, δεν εξαρτάται από ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο. Υφίσταται σαν Καθαρό Συμβαίνειν (σαν Λειτουργία, αν θέλετε) ανεξαρτήτως περιεχομένου.
Αυτό (αν το κατανοήσουμε) σημαίνει πολλά πράγματα.
Σημαίνει το Ανώλεθρο της Διαδικασίας (μιας Διαδικασίας που Συνεχίζεται σε διάφορα πεδία εμπειρίας, κόσμους).
Σημαίνει ακόμα το Άπειρο Βάθος της Δυνατότητας, να Διευρυνθεί μέχρι το Απεριόριστο.
Σημαίνει ακόμα την πιθανότητα να «παγιδευτεί» η ΑΝΤΙΛΗΨΗ σε μια δραστηριότητα (όπως η σκέψη, η εννοιολογική δραστηριότητα) και να βλέπει από μέσα από εκεί, παραμορφωμένη την Πραγματικότητα.
Σημαίνει ακόμα πως η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Μπορεί να Είναι Μια (σαν Καθαρή Αντίληψη, χωρίς «περιεχόμενο») ή από ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΒΑΣΗ να έχει πολλές εκδηλώσεις. Να «διαχωρίζεται» τεχνητά από την ΜΙΑ ΒΑΣΗ της και να βιώνει την ατομικότητά της, μέσα στις «περιορισμένες» δραστηριότητές της.
Σημαίνει ακόμα πως η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΑΥΤΗ είναι η ΒΑΣΗ ΚΑΘΕ «ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ», το Έδαφος Όπου Φύεται και Αναπτύσσεται κάθε Περιορισμένη Αντίληψη, όπως η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ.
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΦΥΣΗ (το Υπόβαθρο) της ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ που νοιώθουμε όταν «διαφοροποιούμαστε από την ΒΑΣΗ μας, στο μέτρο που διαφοροποιούμαστε και στον χαρακτήρα (στα χαρακτηριστικά) που διαφοροποιούμαστε.
Ουσιαστικά η ΑΝΤΙΛΗΨΗ κι η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ μας (η Αντίληψη του Καθενός) Είναι το Ίδιο Πράγμα. Με άλλα λόγια, τι είναι η ατομικότητα; Ο «χ» άνθρωπος; Ο «ψ» άνθρωπος; Είναι ΑΝΤΙΛΗΨΗ που Περιορίζεται σε ένα «ιδιαίτερο τρόπο λειτουργείας».
Από εδώ (από αυτά που λέμε) βγαίνουν επίσης πολλά συμπεράσματα που μπορούν να πάνε το «στοχασμό» μας πιο κάτω.
Η ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΕΡΑΝ ΤΩΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ.
Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ (η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ) Είναι και Παραμένει ΠΑΡΟΥΣΙΑ (Ένα Άμεσο Αντιληπτικό Δεδομένο) που Αγκαλιάζει ό,τι εμπεριέχεται στην επίγνωσή μας την δεδομένη στιγμή. Αυτό σημαίνει ότι η Παρουσία Παραμένει Παρουσία ακόμα κι όταν όλα αυτά που αντιλαμβανόμαστε αλλάζουν ή παύουν να υπάρχουν εντελώς, (αισθητήριες δραστηριότητες, συγκινήσεις, σκέψεις, αντιλήψεις μιας ατομικής ύπαρξης…). Το Μόνο που Υφίσταται Πραγματικά, Αιώνιο κι Ανώλεθρο, είναι η ΠΑΡΟΥΣΙΑ.
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ Είναι στην Φύση της ΑΓΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ, ανεξάρτητα από το όποιο «περιεχόμενό» της. Οι Διαδικασίες, οι Λειτουργίες, (όπως η σκέψη, αι αισθήσεις, κλπ.) που προκαλούν διαχωρισμούς ανάμεσα σε μας (ή το σώμα μας) και τον κόσμο είναι «τεχνητές αντιλήψεις» της δεδομένης στιγμής… έχουν καθαρά, όχι οντικό, αλλά λειτουργικό χαρακτήρα… δεν πρόκειται για μόνιμες καταστάσεις.
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Συνίσταται στο να Κατανοήσουμε ότι ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΓΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ… όλοι οι διαχωρισμοί, όλες οι διαδικασίες, οι «καταστάσεις» είναι ακριβώς προσωρινές, χωρίς μόνιμο χαρακτήρα. Συνεπώς μπορούν να «ξεπεραστούν». Είναι λάθος να τις εκλαμβάνουμε (τις προσωρινές καταστάσεις) σαν μόνιμες οντικές καταστάσεις. Η Τελειωτική Ελευθερία από όλα, Αποκαλύπτει την ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ.
Τελικά, επειδή πάντα πρέπει να οδηγούμε το «στοχασμό» προς μια κατάληξη, επειδή οι άνθρωποι δεν θέλουν να σκέπτονται (με το υγιές νόημα του όρου), αυτό που πρέπει να Κατανοήσουμε είναι ότι Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ κι είμαστε εμείς που «καθορίζουμε» ποιο είναι το «περιεχόμενό» της. Εμείς «κατασκευάζουμε» τον κόσμο στον οποίο «ζούμε». Εμείς καθορίζουμε την «πορεία» μας, την «μοίρα» μας: «Είσαι Ακριβώς Ό,τι Αντιλαμβάνεσαι».
Αν δεν Ανυψωθούμε, πετώντας όλες τις δεσμεύσεις με τους κόσμους των ψευδαισθήσεων, Προς τον Καθαρό Ουρανό της Ελευθερίας, αν δεν ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΜΕ, δεν θα μπορέσουμε ποτέ ΝΑ ΑΝΑΔΥΘΟΥΜΕ ΣΤΟ ΕΡΕΒΟΚΤΟΝΟ ΦΩΣ, στην ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (όχι αυτό που νομίζουμε Πραγματικότητα), Όπου ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΙ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΘΕΙΑ.
Όλες οι Παραδόσεις μιλάνε για μια Μυητική Πορεία προς την Ελευθερία, προς την ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ ΜΑΣ, της ΘΕΪΚΗΣ ΦΥΣΗΣ ΜΑΣ.
Και σαν τον «παππού» μας τον Οδυσσέα, θα πρέπει να «αγνοήσουμε» το τραγούδι των ψευδαισθήσεων που μας καλούν στους φανταστικούς κόσμους τους. Ο Μόνος Οδηγός στο ΤΑΞΙΔΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, είναι η Βαθιά Νοσταλγία της Πνευματικής Πατρίδας μας, της Αληθινής Ιθάκης, που είναι το Σπίτι μας, η Φύση μας… η Πλήρης Απελευθέρωση από όλα, όσο όμορφα κι αν φαντάζουν (δεν είναι, απλά φαντάζουν). Οι περιπέτειες στα νησιά της φαντασίας, οι εμπειρίες, όσο κι αν νομίζουμε ότι μας πλουτίζουν σε «γνώση», είναι στην πραγματικότητα σαν το όνειρο της νύχτας που χάνεται στο φως της μέρας. ΠΟΥΘΕΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ.
Τούτο το ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ, της διάλυσης των ψευδαισθήσεων, δεν μας Οδηγεί παρά Εδώ που Είμασταν Πάντα. Αλλά αυτό το καταλαβαίνουμε πραγματικά μονάχα όταν ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΝΕΙ το Ταξίδι. Έχουμε Επιστρέψει Εδώ Από Όπου Ξεκινήσαμε. Έχουμε Κλείσει τον ΚΥΚΛΟ της Ύπαρξης, του Γίγνεσθαι. Είμαστε Έξω από το Γίγνεσθαι, Έξω από Τόπο και Χρόνο. ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.

Το ''στέμμα της ντροπής'' των δέντρων

Το φαινόμενο του "στέματος της ντροπής" (Crown shyness), παρατηρείται σε ορισμένα είδη δέντρων στα οποία τα φυλλώματα των κορυφών τους (κομοστέγη), αφήνουν σκόπιμα(;) ένα μικρό κενό ανάμεσα τους, με αποτέλεσμα αν τα κοιτάξει κανείς από το έδαφος, να μοιάζουν με ποτάμια στον ουρανό!

Το φαινόμενο έχει συζητηθεί στην επιστημονική βιβλιογραφία από τη δεκαετία του 1920 και η ποικιλία των υποθέσεων και των πειραματικών αποτελεσμάτων, υποδηλώνει ότι μπορεί να υπάρχουν πολλαπλοί μηχανισμοί, μεταξύ των διαφορετικών ειδών των δέντρων, και αποτελούν ένα παράδειγμα συγκλίνουσας εξέλιξης.

Οι θεωρίες που φαίνεται να κυριαρχούν είναι δύο: Η μία αναφέρει πως με αυτό τον τρόπο κάνουν «χώρο» στις ακτίνες του ήλιου για να φτάσουν στα πιο χαμηλά δέντρα και να τα φωτοσυνθέσουν. Η δεύτερη εκτιμά ότι το κενό δημιουργείται από την τριβή των κλαδιών, ώστε να μην μπορούν να εξαπλωθούν επιβλαβή έντομα, από το ένα δέντρο στο άλλο.

Σύμφωνα με μία λιγότερο διαδεδομένη θεωρία, τα ομοειδή δέντρα αφήνουν κενά ώστε να φτάνει ο ήλιος σε όμοια με αυτά, στερόντας το ζωογονητικό φώς του ήλιου, από ανταγωνιστές τους.

Σε κάθε περίπτωση η φύση δεν σταματά ποτέ να μας εκπλήσει…!