Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: ΟΙ ΤΟΠΟΙ ΚΑΙ Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ

Τα ένδοξα και η διαλεκτική στον Αριστοτέλη

 Σύμφωνα με τον Χέγκελ, ο Αριστοτέλης ανήκει στα πιο βαθυστόχαστα μυαλά της ανθρωπότητας και απέναντί του καμιά εποχή δεν έχει να αντιτάξει παρόμοιο ανάστημα[1]. Μια γενικότερη αντίληψη που ισχύει για την αριστοτελική φιλοσοφία, κατά τον γερμανό φιλόσοφο, είναι ότι ο Αριστοτέλης έχει αναγάγει σε αρχή της γνώσης την εμπειρία[2]. Ωστόσο δεν μένει σε αυτή την εμπειρική περιοχή, αλλά επιχειρεί να συνδυάσει την εμπειρικά/εξωτερικά εκτυλισσόμενη συλλογιστική με μια εξόχως θεωρητική διεργασία[3]. Αυτός ο συνδυασμός αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αριστοτελικής θεωρίας περί διαλεκτικής.

Το έργο, στο οποίο ο Αριστοτέλης αναπτύσσει κυρίως την εν λόγω θεωρία του, είναι τα Τοπικά, χωρίς να παραγνωρίζεται ορισμένως και το άλλο έργο του: Σοφιστικοί Έλεγχοι, όπου συζητά περισσότερο τη λειτουργική σχέση και αντίθεση σοφιστικής και διαλεκτικής υπό το πρίσμα μιας θεωρίας της αντίφασης. Στα Τοπικά πραγματεύεται τους τόπους, ήτοι «τις απόψεις, με βάση τις οποίες μπορεί να εξεταστεί ένα πράγμα»[4]. Έτσι, οι τόποι αποτελούν, υπό ένα ευρύ πνεύμα, σχήματα εξέτασης και έρευνας ενός αντικειμένου, κατά Λόγο σχήματα που επιτρέπουν μια σφαιρική κάτοψη του αντικειμένου και μια αντίστοιχη εκδίπλωση επιχειρημάτων,  εναρμονισμένων με τις διάφορες όψεις του αντικειμένου. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα είδος διαλεκτικής, που χαρακτηρίζεται από εξωτερικούς προσδιορισμούς ανασκόπησης ή ανασκοπικής επιστροφής[5], κάτι δηλαδή σαν την μεταστοχαστική δραστηριότητα της σκέψης στην εγελιανή θεωρία της ουσίας[6]. Η  διαλεκτική κατανοείται ως εκ τούτου στον Αριστοτέλη ως η μέθοδος εκείνη, που μας δίνει τη δυνατότητα να συλλογιζόμαστε για κάθε πρόβλημα και να υποβάλλουμε τη σκέψη μας σε έλεγχο, χωρίς να πέφτουμε σε αντιφάσεις, ακολουθώντας τους εν λόγω τόπους, που γενικώς είναι οι εξής: «α) διαφορετικότητα· β) ομοιότητα· γ) αντίθεσηˑ δ) σχέση-αναλογίαˑ ε) σύγκριση»[7].

 Στους καιρούς μας, που οι πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές γενικώς είναι συνυφασμένες με την καταστροφή σχεδόν του Λόγου, η Αριστοτελική Διαλεκτική αποκτά ιδιαίτερη πρακτική αξία, διότι αφορά ευθέως στη διανοητική στάση μας απέναντι στο ένα ή  το άλλο θέμα και στην αποκατάσταση ενός αυθεντικώς διαλέγεσθαι, του οποίου οι ρίζες ανάγονται στο αντίστοιχο πλατωνικό διαλέγεσθαι, με όλες φυσικά τις εύλογες διαφοροποιήσεις του Αριστοτέλη. Η εν λόγω διαλεκτική είναι μια συλλογιστική και όχι λιγότερο διαλογική διαδικασία, όπου κατανέμονται ρόλοι και οι συνομιλητές θέτουν και δέχονται ερωτήσεις αντίστοιχα, λαμβάνοντας πάντα ως αφετηρία συζήτησης πιθανές προτάσεις, δηλαδή προτάσεις αποδεκτές από όλους τους ανθρώπους, κοινές για όλους απόψεις ή αντιλήψεις. Αυτές τις κοινές απόψεις ο φιλόσοφος τις ονομάζει ἔνδοξα [: εν-δόξα (=γνώμη)] και, όπως διευκρινίζει, τις «συμμερίζονται όλοι ή οι πιο πολλοί ή οι σοφοί, και από αυτούς-εδώ ή όλοι ή οι περισσότεροι ή οι πιο γνωστοί και πιο ξακουστοί»[8]. Μια άποψη, επομένως, ή αντίληψη συγκροτεί διαλεκτική πρόταση, όταν έχει την αποδοχή ή τη συμφωνία όλων ή των περισσοτέρων ανθρώπων. Το ίδιο ισχύει και για τις απόψεις, τις γνώμες και τις προτάσεις των σοφών [=των ειδικών]: δεν πρέπει να έρχονται σε αντίφαση με την κοινή γνώμη, δηλαδή με τη γνώμη των πολλών, γιατί τότε όλες αυτές είναι παράδοξα και όχι ἔνδοξα[9]. Όπως προκύπτει, το διαλεκτικό κριτήριο που καθιστά μια γνώμη διαλεκτική πρόταση δεν είναι γενικά η αποδοχή, αλλά η αποδοχή που εκπορεύεται από την πλειοψηφία των ανθρώπων, είτε πρόκειται για πλειοψηφία  κοινών θνητών είτε  ειδημόνων είτε άλλων ομάδων. Και από τον κύκλο τέτοιων και άλλων πλειοψηφιών, ας πούμε γενικώς συντεχνιακών, τον πρώτο λόγο τον έχει η πλειοψηφία των ανθρώπων ως σκεπτόμενων πολιτών. Ανάμεσα λοιπόν στη γνώμη των πολλών και εκείνη των ειδημόνων ή των άλλων ομάδων ο Αριστοτέλης προκρίνει ως ορθότερη τη γνώμη των πολλών. Γιατί; Επειδή προφανώς ετούτη η γνώμη, από άποψη αρχής, είναι περισσότερο κοντά στην αντικειμενική πραγματικότητα από κάθε γνώμη που εκφράζει η μεμονωμένη αυθεντία ή η συντεχνία. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με προσέγγιση της αλήθειας πάνω σε αυθεντικά και όχι φαντασιακά δημοκρατικό/αντικειμενικό έδαφος, στη δεύτερη με υποκειμενική περιχαράκωση της αλήθειας. Έτσι εξηγείται, γιατί και η «ειδημοσύνη», δηλαδή η μεμονωμένη γνώμη διαφόρων «ειδημόνων» –πολιτικών, οικονομολόγων, πανεπιστημόνων κ.λπ.– αποδεικνύεται συνήθως στην πράξη ως μη ρεαλιστική.

 Η αναγνωρισμένη γνώμη, έτσι όπως την κατανοεί ο Αριστοτέλης ως  ἔνδοξον, εδράζεται σε ένα αληθινά αντικειμενικό έδαφος όχι μόνο επειδή απηχεί ένα είδος εδραίας γνώσης των πολλών, αλλά και γιατί αντικειμενικά, ιστορικά και κοινωνικο-ηθικά, αποτελεί το πρώτο, άδολο και φυσικώ τω τρόπω κεκτημένο γνώσης· γιατί τελικά εκφράζει την κατά φύση τάση του ανθρώπου να ορέγεται τη γνώση, δηλαδή να θέλει να σκέπτεται την αλήθεια. Ενσαρκώνει, με άλλα λόγια, την κατά Νίτσε ελεύθερη έκφραση του δημιουργικού ενστίκτου του ανθρώπου. Κατ’ αυτό το πνεύμα λοιπόν τα ἔνδοξα νομιμοποιούν την παρουσία τους όχι ως απόλυτη αλήθεια, ως θέσφατο, όπως  συχνά-πυκνά προβάλλει η γνώμη του ειδήμονα ή η άκριτη κοινή γνώμη, αλλά ως ενδεχόμενη, ως πιθανή αλήθεια. Μια τέτοια σχετική αλήθεια, που είναι αναγνωρισμένη γνώμη της πλειοψηφίας και αληθές τεκμήριο της φυσικής τάσης όλων των ανθρώπων για την αλήθεια, είναι λιγότερο διαψεύσιμη από τη μονοσήμαντη γνώμη του ειδικού. Απ’ αυτή την άποψη, τα ἔνδοξα συγκροτούν την πρώτη ύλη της διαλεκτικής, η οποία ως διαλεκτικός συλλογισμός ασχολείται με τα νοήματα της ζωής, με τον Λόγο και τη Λογική ή το Λογικό-Είναι των πραγμάτων, όχι με τα ίδια τα πράγματα ως φυσικά αντικείμενα. Εάν επομένως ο συλλογισμός, ως τέτοιος, είναι ο «λόγος, στον οποίο, όταν τεθούν κάποια καθορισμένα πράγματα, αναγκαστικά προκύπτει, μέσω εκείνων που τέθηκαν, κάτι διαφορετικό από εκείνα που τέθηκαν»[10],  διαλεκτικός  είναι «ο συλλογισμός που ξεκινά να συλλογίζεται από κοινώς παραδεκτές απόψεις (ο εξ ἐνδόξων συλλογιζόμενος)»[11]. Δυνάμει αυτού του διαλεκτικού συλλογισμού αναπτύσσεται μια κατά Λόγο, ήτοι δια-Λογική επιχειρηματολογία, που δεν αποβαίνει αυτοσκοπός, αλλά αποβλέπει στην άσκηση της νόησης, έτσι ώστε η τελευταία να διαμορφώνει το δικό της παρατηρητήριο με τα αντίστοιχα υψώματα, τον δικό της στρατηγικό τόπο, ο οποίος δεν είναι αυθαίρετος ή δογματικός, αλλά πάντοτε διαλεκτικός, ήτοι ανοικτός προς συζήτηση και προς παραγωγή καθολικής σκέψης. Η ανοικτή συζήτηση, με τη μορφή του διαλεκτικού συλλογισμού, επιτρέπει στον Διαλεκτικό να επεξεργάζεται τις ενάντιες γνώμες, να εξετάζει το πιθανό ή σχετικό αληθές της μιας ή της άλλης θέσης και, προτού εγκαταλείψει τη μια θέση για χάρη της άλλης ή κάποιας άλλης, να διαπιστώνει πόσο αναγνωρισμένες είναι οι προτάσεις, δηλαδή τα ἔνδοξα, που αντιφάσκουν προς τη συγκεκριμένη θέση, και κατά πόσο οι εν λόγω προτάσεις, που έχουν ήδη ληφθεί ως προκείμενες του συλλογισμού, επιδέχονται τροποποίηση.  Γενικώς, η διαλεκτική, όπως ό Αριστοτέλης την εκθέτει στα Τοπικά ως πρακτικό τρόπο σκέψης, είναι ένας «ανηλεής» διαλεκτικός/διαλογικός αγώνας, όπου οι «αντίπαλοι» υποστηρίζουν διαφορετικές θέσεις: ο ένας ως ερωτών και ο άλλος ως απαντών. Ο δεύτερος, κατά κανόνα, δέχεται και αποδέχεται αναγνωρισμένες αποφάνσεις, εκκινεί απ’ αυτές· γι’ αυτό και ο ερωτών πρέπει να διαθέτει απόθεμα από ἔνδοξα σε όλα τα δυνατά πεδία, προκειμένου να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της διαλεκτικής αντιπαράθεσης.
----------------------------
[1] Hegel: Werke 19, σ.132
[2] Ό.π.
[3] Ό.π.
[4]Ό.π., σ. 235.
[5] Ό.π.
[6] Χέγκελ: Επιστήμη της Λογικής-η Διδασκαλία περί της Ουσίας, εισαγωγή, μτφρ., σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος, «Δωδώνη» 1998, σσ. 85 κ.εξ.
[7] Hegel: Werke 19, σ. 235.
[8] Τοπικά Α1 100b, 22-24.
[9] Ό.π., 104a, 10-12
[10] Τοπικά Α 100a, 25-27.
[11] Ό.π., 100a, 29–100b,1

Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥΓια την Ιδέα του αγαθού ο Πλάτων μιλά μόνο στην Πολιτεία. Εκεί παρουσιάζεται ως η ανώτατη ιεραρχικά Ιδέα και ως αιτία της ύπαρξης των άλλων Ιδεών. Στην τελευταία περίοδο της πλατωνικής φιλοσοφίας, στα λεγόμενα άγραφα πλατωνικά δόγματα, αντίστοιχο ρόλο επωμίζεται το Εν.

Σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία των Iδεών, πέρα από τη συνεχώς μεταβαλλόμενη αισθητή πραγματικότητα υπάρχουν κάποιες αυθύπαρκτες, αμετάβλητες και νοητές οντότητες, οι Iδέες. Tα αντικείμενα του αισθητού κόσμου οφείλουν την ύπαρξή τους και την όποια αλήθεια τους στη σχέση τους με τις Iδέες – στην πλατωνική ορολογία τα αισθητά “μετέχουν” στις Ιδέες και “μιμούνται” τις Ιδέες.

Οι κατ' εξοχήν πλατωνικές Ιδέες είναι οι ηθικές αξίες: η οσιότητα, η ανδρεία, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη. Είναι μάλιστα πιθανό ότι ο Πλάτων συνέλαβε τις αμετάβλητες Ιδέες του ως απάντηση στον ηθικό σχετικισμό των Σοφιστών, που συμπυκνώνει την κυρίαρχη ηθική στάση των Αθηναίων στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα. Είναι όμως όλες οι ηθικές αξίες εξίσου σημαντικές, είναι όλες οι Ιδέες ισότιμες; Ήδη στον πρώιμο Ευθύφρονα γίνεται αποδεκτή η υπόταξη της οσιότητας στη δικαιοσύνη: το όσιον είναι μέρος του δικαίου, είναι εκείνο το μέρος του δικαίου που σχετίζεται με τη στάση μας απέναντι στους θεούς. Άρα η Ιδέα της δικαιοσύνης φαίνεται να προηγείται ιεραρχικά της Ιδέας της οσιότητας.

Στην Πολιτεία ο Πλάτων, αφού διακρίνει τις τρεις τάξεις της ιδανικής πολιτείας και τα τρία μέρη της ανθρώπινης ψυχής, θα αποδώσει σε καθένα από αυτά μία βασική αρετή -τη σωφροσύνη, την ανδρεία και τη σοφία-, ενώ τη δικαιοσύνη θα τη θεωρήσει μια μορφή ισορροπίας ανάμεσα σ' αυτές τις αρετές. Πριν περάσει ωστόσο στην εκπαίδευση των φυλάκων της ιδανικής πολιτείας ο πλατωνικός Σωκράτης δηλώνει ότι η προσέγγιση του ήταν «ελλιπής» γιατί παρέβλεψε τη σχέση των βασικών αρετών με το αγαθό (504b). Η «τοῦ ἀγαθοῦ ἰδέα» ορίζεται ως το «μέγιστον μάθημα», η υψηλότερη δυνατή γνώση, «μεσω της οποία η δικαιοσύνη και τα παρόμοια αποβαίνουν χρήσιμα και ωφέλιμα» (505a). Αν ο μελλοντικός κυβερνήτης δεν διδαχθεί τη σχέση των αρετών με το Αγαθό η εκπαίδευσή του θα παραμείνει ημιτελής.

Στην απαίτηση των συνομιλητών του να προσδιορίσει τι είναι το Αγαθό, ο Σωκράτης θα αντισταθεί προτείνοντας μια έμμεση προσέγγιση μέσω τριών περίφημων παραβολών: της παραβολής του Ήλιου, της παραβολής της γραμμής και της παραβολής του Σπηλαίου. Με τον τρόπο αυτόν, ακόμη κι αν δεν οριστεί επακριβως το Αγαθό, τουλάχιστον θα φανερωθεί, όπως λέει ο Σωκράτης, «ο απότοκος [ἔκγονος] του αγαθού και πανομοιότυπος με εκείνο» (506e). Ο Ήλιος, λοιπόν, που μέσω του φωτός είναι το αίτιο που κάνει τα αισθητά όντα ορατά, αλλά και τους δίνει ζωή, είναι ένας ἔκγονος του αγαθού, έχει στο σύμπαν των αισθητών ρόλο ανάλογο με το Αγαθό στο σύμπαν των νοητών. Χάρη στην Ιδέα του αγαθού η ψυχή συλλαμβάνει τα νοητά όντα και αποδίδει την αλήθεια τους, αλλά, επιπλέον, η Ιδέα του αγαθού είναι και ο λόγος ύπαρξης των άλλων Ιδεών.

 
 
 
«Έτσι λοιπόν συλλογίσου και για την ψυχή. Όταν σταθεί σε αυτό που πάνω του λάμπει η αλήθεια και το ον, το κατανοεί και το γνωρίζει, και δείχνει να λειτουργεί με νου... Εκείνο λοιπόν που παρέχει την αλήθεια σε όσα γνωρίζονται, και τη δύναμη της γνώσης σε όποιον γνωρίζει, πες ότι είναι η Ιδέα του αγαθού. Είναι το αίτιο της γνώσης και της αλήθειας, και να τη σκέφτεσαι σαν κάτι που κατακτάται γνωστικά·και αν η γνώση και η αλήθεια είναι καλά πράγματα, να σκέφτεσαι την Ιδέα του αγαθού σαν κάτι διαφορετικό και ακόμη καλύτερο». Πολιτεία 508de
 
«Έτσι λοιπόν από το Αγαθό δεν προκύπτει μόνο η δυνατότητα γνώσης για όσα γνωρίζονται αλλά και και το ίδιο το είναι τους και η ίδια η ουσία τους από το Αγαθό προέρχεται. Το Αγαθό όμως δεν αποτελεί ουσία, αλλά τοποθετείται υπεράνω της ουσίας υπερέχοντας και ως προς την ιεραρχία και ως προς την δυναμη [οὐκ οὐσίας ὄντος τοῦ ἀγαθοῦ, ἀλλ'ἔτι ἐπέκεινα τῆς οὐσίας πρεσβεία τε καὶ δυνάμει ὑπερέχοντος]». Πολιτεία 509b
 
 

Στην παραβολή της τετμημένης γραμμής, η Ιδέα του αγαθού θα χαρακτηριστεί «ἀρχὴ τοῦ παντός», αρχή που υφίσταται ανεξάρτητα από τις δικές μας θεωρήσεις, αρχή «ἀνυπόθετος» (511bc), και θα αποτελέσει το τελευταίο σκαλοπάτι στη διαδικασία της γνώσης και την ιεραρχία του όντος. Και στην υποβλητική παραβολή του Σπηλαίου, το Αγαθό είναι αυτό που θα αποκαλυφθεί τελικά στους απελευθερωμένους δεσμώτες και θα τους τυφλώσει με τη λάμψη του. Η Ιδέα του αγαθού είναι επομένως κάτι περισσότερο από την ανώτερη ιεραρχικά Ιδέα. Ο Πλάτων δείχνει να της αποδίδει και τον ρόλο της αρχής, μιας αρχής που τοποθετείται υψηλότερα από τις Ιδέες και ευθύνεται κατά κάποιον τρόπο για την ύπαρξη τους.

Στους ύστερους διαλόγους του ο Πλάτων θα επεξεργαστεί τη μέθοδο της «διαίρεσης» και της «συναγωγής», δηλαδή τη συστηματική χαρτογράφηση των Ιδεών και τη μελέτη των μεταξύ τους σχέσεων. Αν και στους διαλόγους αυτούς δεν γίνεται μνεία της Ιδέας του αγαθού, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ως γενικότερη Ιδέα συλλαμβάνεται και πάλι το Αγαθό.

Στις εκφράσεις «ἀνυπόθετος ἀρχὴ τοῦ παντός» και «ἐπέκεινα τῆς οὐσίας», στηρίχθηκε η πεποίθηση ότι το Αγαθό της Πολιτείας ταυτίζεται με το Ένα των λεγόμενων «αγράφων δογμάτων» του Πλάτωνα, της προφορικής δηλαδή διδασκαλίας του Πλάτωνα που απευθυνόταν μόνο στους μυημένους της Aκαδημίας. Άλλοι ερμηνευτές πάλι ταύτισαν το Αγαθό με τον πλατωνικό θεό. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η τοποθέτηση του Aγαθού ἐπέκεινα τῆς οὐσίας δεν παύει να σημαίνει και κάτι πιο απλό: ότι, για τον Πλάτωνα, όλη η γνώση έχει ηθική θεμελίωση, ότι η ηθική προηγείται της γνωσιολογίας. O Πλάτων υιοθετεί το σωκρατικό πρόταγμα ότι η αρετή είναι γνώση· δέχεται όμως και την αντιστροφή του: η γνώση είναι αρετή. Γι’ αυτό στην κορυφή της πυραμίδας των Iδεών τοποθετείται η κατ’ εξοχήν ηθική Iδέα, η Iδέα του αγαθού, η ίδια η Αρετή - στην ελληνική γλώσσα οι εκφράσεις «τὸ ἀγαθόν» και «ἀρετή» είναι ισοδύναμες.

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Περὶ τοῦ σηκοῦ ἀπολογία (42-43)

[42] Ἀλλὰ γάρ, ὦ βουλή, ταῦτα μὲν ἐνθάδε οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι δεῖ λέγειν· ἀπέδειξα δ᾽ ὑμῖν ὡς οὐκ ἐνῆν σηκὸς ἐν τῷ χωρίῳ, καὶ μάρτυρας παρεσχόμην καὶ τεκμήρια. ἃ χρὴ μεμνημένους διαγιγνώσκειν περὶ τοῦ πράγματος, καὶ ἀξιοῦν παρὰ τούτου πυθέσθαι ὅτου ἕνεκα, ἐξὸν ἐπ᾽ αὐτοφώρῳ ἐλέγξαι, τοσούτῳ χρόνῳ ὕστερον εἰς τοσοῦτόν με κατέστησεν ἀγῶνα,

[43] καὶ μάρτυρα οὐδένα παρασχόμενος ἐκ τῶν λόγων ζητεῖ πιστὸς γενέσθαι, ἐξὸν αὐτοῖς τοῖς ἔργοις ἀδικοῦντα ἀποδεῖξαι, καὶ ἐμοῦ ἅπαντας διδόντος τοὺς θεράποντας, οὕς φησι παραγενέσθαι, παραλαβεῖν οὐκ ἤθελεν.

***
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
[42] Ωστόσο δεν γνωρίζω, μέλη της βουλής, ποιός ο λόγος να τα αναφέρω εδώ αυτά. Σας απέδειξα ότι δεν υπήρχε κορμός στο χωράφι, και παρουσίασα μάρτυρες και στοιχεία. Με τη μνήμη στραμμένη σε αυτά, οφείλετε να διατυπώσετε την ετυμηγορία σας για την υπόθεση, και να ζητήσετε να μάθετε από αυτόν για ποιό λόγο, ενώ είχε τη δυνατότητα να με «ξεσκεπάσει» επ᾽ αυτοφώρω, με ενέπλεξε σε μια τέτοια δικαστική περιπέτεια έπειτα από τόσον καιρό,

[43] και γιατί, ενώ δεν παρουσίασε κανένα μάρτυρα, ζητεί να γίνει πιστευτός με τα λεγόμενά του, όταν είχε τη δυνατότητα να αποδείξει την ενοχή μου με τα ίδια τα έργα, και για ποιό λόγο, όταν εγώ παρέδιδα όλους τους δούλους που ισχυρίζεται ότι ήταν παρόντες, εκείνος δεν ήθελε να τους παραλάβει.

ΥΠΗΡΧΕ ΔΙΩΞΗ ΙΔΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ;

Ήταν η καταδίκη του Σωκράτη μια μοναδική περίπτωση;  Ή ήταν το πιο γνωστό θύμα σ’ ένα κύμα διώξεων εναντίον των άθρησκων φιλοσόφων;
 
Δύο διακεκριμένοι  λόγιοι, με δικαιολογημένη φήμη και οι δύο, υποστήριξαν πρόσφατα την άποψη ότι η Αθήνα του πέμπτου αιώνα, παρ’ όλο που συχνά αποκαλείται Εποχή των Ελληνικών Φώτων, ήταν επίσης –τουλάχιστον κατά το δεύτερο μισό- η σκηνή μιας γενικής δίωξης κατά των ελεύθερα σκεπτομένων.
 
Σύμφωνα με τον Ε.R. Dodds, στο γνωστό έργο του The Greeks and the Irrational, αυτή η δίωξη αιρετικών ιδεών άρχισε με έναν νόμο τόσο τρομακτικό που αναρωτιέται κανείς πώς τόσο πολλοί φιλόσοφοι συνέρεαν εκεί από παντού και με ποιό θαύμα κατάφερε ο Σωκράτης ν’ αποφύγει τη σύλληψη επί τριάντα χρόνια, μετά το πέρασμα αυτού του νόμου. 
 
      Ο Dodds έγραψε ότι «Περί το 432 π.Χ., ένα ή δύο χρόνια μετά, η δυσπιστία στις υπερφυσικές δυνάμεις και η διδασκαλία της αστρονομίας θεωρούνταν προσβολές μηνύσιμες. Στα επόμενα τριάντα χρόνια μαρτυρούνται σειρά από δίκες για αίρεση... Στα θύματα περιλαμβάνονταν οι περισσότεροι προοδευτικοί στοχαστές στην Αθήνα – ο Αναξαγόρας, ο Διαγόρας, ο Σωκράτης, σχεδόν σίγουρα ο Πρωταγόρας και πιθανόν ο Ευριπίδης». 
 
    Ο Dodds λέει ότι σχεδόν δεν γίνονταν αθωώσεις. «Σ’ όλες αυτές τις υποθέσεις εκτός από την τελευταία», υποστηρίζει, «η δίωξη ήταν επιτυχής: ο Αναξαγόρας ίσως υποβλήθηκε σε πρόστιμο και εξορίστηκε· ο Διαγόρας εξαφανίστηκε από την Αθήνα· το ίδιο, πιθανόν, έκανε και ο Πρωταγόρας· ο Σωκράτης, που θα μπορούσε να είχε κάνει το ίδιο, ή να ζητήσει εξορία, προτίμησε να μείνει και να πιεί το κώνειο». Οι μαρτυρίες «είναι περισσότερο απ΄πο αρκετές για ν’ αποδείξουν», καταλήγει ο Dodds, «ότι ο Χρυσούς Αιώνας των Ελληνικών Φώτων» είχε επίσης σημαδευτεί από «εξορία λογίων, παρωπίδες στη σκέψη, ακόμα και (αν πιστέψουμε στη παράδοση για τον Πρωταγόρα) κάψιμο βιβλίων»1
 
     Μια παρόμοια εικόνα μας έδωσε πιο πρόσφατα ο Arnaldo Momigliano σε δύο δοκίμια που έγραψε για το γοητευτικό αλλά όχι τόσο γνωστό Dictionary of the History of Ideas. Το ένα  είναι περί «Ελευθερίας του Λόγου στην Αρχαιότητα» και το άλλο περί «Ασέβειας, στον Κλασικό Κόσμο»2. Μια επανεξέταση της δίκης του Σωκράτη θα ήταν ατελής, αν δεν λάβαινε υπόψη της αυτές τις αισιόδοξες απόψεις, από τόσο αξιοσέβαστες πηγές.
 
      Πιστεύω ότι οι μαρτυρίες για όλα αυτά προέρχονται από μεταγενέστερες εποχές και είναι αμφίβολες· ότι ο μύθος για τη δίωξη ιδεών έχει την αρχή του, όπως κι άλλες σημαντικές ιστορικές παρανοήσεις, στην αθηναϊκή κωμωδία – σ’ ένα χαμένο έργο, που αποσπάσματά του μπορεί να βρεθούν κάποια μέρα ανάμεσα σε καινούρια ευρήματα παπύρων. Αυτά έχουν προσθέσει τόσα πολλά, τον περασμένο αιώνα, στη γνώση μας για την κλασική αρχαιότητα. 
 
     «Μαρτυρία» για δίωξη ιδεών δεν εμφανίζεται νωρίτερα από τους συγγραφείς της Ρωμαϊκής Εποχής, ιδιαίτερα τον Πλούταρχο, που έγραφε πέντε περίπου αιώνες μετά τον Σωκράτη. Η χρονική απόσταση του Πλούταρχου από τον Σωκράτη είναι όσο μεγάλη και η χρονική απόσταση της εποχής μας από την εποχή του Κολόμβου, και το κενό στην πολιτική θεώρηση είναι το ίδιο πλατύ. Η συχνή απέλαση φιλοσόφων και άλλων Ελλήνων δασκάλων από τη Ρώμη ήταν γεγονός, κι αυτό έδινε αφορμή στους συγγραφείς της εποχής να υποθέσουν ότι οι Αθηναίοι ήταν κι αυτοί οι ίδιοι φιλύποπτοι και μή ανεκτικοί. Αυτό άλλωστε ταίριαζε και με την περιφρόνησή τους (σημείωση: των συγγραφέων της ρωμαϊκής εποχής) για τη δημοκρατία. Όσο πιο πίσω γυρίζει κανείς, στους συγγραφείς της εποχής του Σωκράτη και δυο γενιές μετά, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βρει κανείς στοιχεία για τέτοιες προηγούμενες διώξεις. Στην πραγματικότητα, η ισχυρότερη ανταπάντηση μπορεί να προέλθει από τον ίδιο τον Πλάτωνα, παρ’ όλο που –και ακριβώς επειδή- ήταν έτοιμος να πιστέψει το χειρότερο για τον όχλο, όπως θα ’κανε ο κάθε Ρωμαίος αριστοκράτης.
 
       Ας αρχίσουμε με το νόμο για «δυσπιστία στις υπερφυσικές δυνάμεις και τη διδασκαλία της αστρονομίας», που ο Dodds ανέφερε σαν τη βάση γι’ αυτό το κύμα διώξεων – ένα νόμο που υποστήριζε κάποιος ονόματι Διοπείθης.
 
      Μια τέτοια δραματική απομάκρυνση από τον αθηναϊκό νόμο και την παράδοση θα είχε προκαλέσει μεγάλη και θλιβερή αντιδικία. Και όμως, η μοναδική αναφορά νόμου που προτάθηκε από τον Διοπείθη είναι σ’ ένα μόνο σημείο του Βίου του Περικλέους από τον Πλούταρχο.
 
       Τα μόνα που ξέρουμε νωρίτερα για τον Διοπείθη προέρχονται από την αθηναϊκή κωμωδία: ήταν αγαπημένος στόχος των ποιητών της, που τον παρουσίαζαν ως φανατικό θρήσκο και εκκεντρικό πωλητή χρησμών.  Ο Διοπείθης – όχι όμως το διάταγμά του- αναφέρεται σε τρία έργα του Αριστοφάνη3. Η «Γερμανική Εγκυκλοπαίδεια της Κλασικής Αρχαιότητας», του Pauly-Wissowa, επίσης, περιέχει αναφορές σ’ αυτόν από τέσσερα αποσπάσματα άλλων συγγραφέων κωμωδίας. Αλλά πουθενά δεν τον συναντάμε στη σοβαρή γραμματεία, όπως θα περίμενε κανείς, αν ήταν πρόσωπο τέτοιας επιρροής ώστε να υποβάλλει ένα, χωρίς προηγούμενο, νομοθέτημα στην Αθηναϊκή Συνέλευση.
 
      Στην πραγματικότητα, το περιεχόμενο του  Βίου του Περικλέους μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι ο Πλούταρχος παρασύρθηκε από κάποια ανάμνηση μιας άλλης χαμένης κωμωδίας, που διακωμωδούσε και τον Διοπείθη και τον Περικλή. Η αφήγηση του Πλούταρχου είναι ένα περίεργο ανακάτεμα που γενιές λογίων δεν κατάφεραν να ξεδιαλύνουν με επιτυχία.
 
     Ο Πλούταρχος συνδέει μια δίωξη του ίδιου του Περικλή με κατηγορίες ασέβειας κατά της ωραιοτάτης ερωμένης του, της Ασπασίας, και του φιλοσοφικού του συμβούλου, του Αναξαγόρα. Συμπεριλαμβάνεται μια γαργαλιστική διαβεβαίωση ότι η Ασπασία διηύθυνε έναν «οίκο συνέντευξης» για τον Περικλή, και τελικά ο ισχυρισμός ότι ο τελευταίος άρχισε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο για να στρέψει αλλού τη δημόσια προσοχή και να ανακτήσει τη δύναμή του, παρ’ όλο που ακόμα και ο Πλούταρχος παραδέχεται δειλά ότι «η αλήθεια για όλ’ αυτά δεν είναι ξεκάθαρη».
 
      Μόνο μια λεπτομέρεια της ιστορίας του Πλούταρχου βεβαιώνεται από τον Θουκυδίδη. Ξέρουμε ότι ο Περικλής σε μια στιγμή μεγάλης δυσαρέσκειας για την πολιτική του, υπεβλήθη μια φορά σε πρόστιμο και προσωρινά απομακρύνθηκε από τα αξιώματά του, από τους Αθηναίους. Όμως αυτό συνέβη όχι πριν αλλά μετά την αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου, όταν μια δεύτερη σπαρτιατική επιδρομή στα περίχωρα της Αθήνας και τα προβλήματα μέσα στην πολιορκημένη πόλη, οδήγησαν σε απαίτηση για ειρήνη. Ο Περικλής πλήρωσε πρόστιμο, αλλά σε λίγο επανέκτησε καινούρια υποστήριξη και επανεξελέγη στην αρχηγία5.
 
      Μέχρις εδώ τα γεγονότα ήταν αληθινά. Όμως η περιγραφή του Πλούταρχου για διώξεις ασέβειας είναι πολύ απίθανη. «Γύρω στην ίδια εποχή επίσης», γράφει ο Πλούταρχος, «δικάστηκε η Ασπασία για ασέβεια και ο Έρμιππος, ο κωμικός ποιητής, ήταν μηνυτής της. Την κατηγόρησε επιπλέον ότι δεχόταν ελεύθερες γυναίκες στον οίκο συνέντευξης για τον Περικλή. Και ο Διοπείθης έφερε ένα νομοσχέδιο που έλεγε πως θα γίνεται δημόσια καταγγελία εναντίον αυτών που δεν πιστεύουν σε θεούς ή που διδάσκουν διάφορα δόγματα σχετικά με τους ουρανούς, κι έτσι κατηύθυνε τις απόψεις προς τον Περικλή μέσω του Αναξαγόρα».
 
       Ο Πλούταρχος λέει πως  «οι άνθρωποι δέχτηκαν μ’ ευχαρίστηση αυτές τις συκοφαντίες»· ο Περικλής έσωσε την Ασπασία «χύνοντας άφθονα δάκρυα στη δίκη», αλλά «φοβήθηκε τόσο πολύ για τον Αναξαγόρα, που τον έστειλε μακριά από την πόλη» και «έβαλε φωτιές» στη σύγκουση με τη Σπάρτη, για να μεταστρέψει την προσοχή από τις κατηγορίες εναντίον του ίδιου και των φίλων του6. Μια τέτοια πλοκή, φιλοσοφική και σέξι συγχρόνως, ήταν ό,τι έπρεπε για τους κωμικούς ποιητές.
 
       Η αποκαλυπτική λεπτομέρεια στην αφήγηση του Πλούταρχου, είναι η φράση ότι ο κατήγορος ήταν ο «ο Έρμιππος, ο κωμικός ποιητής». Φυσικά, ένας κωμικός ποιητής μπορούσε, όπως οποιοσδήποτε άλλος πολίτης, να εγείρει κατηγορία υπό τον αθηναϊκό νόμο. Αλλά δεν γνωρίζουμε καμιά άλλη περίπτωση που ένας κωμικός ποιητής καταδίκασε τον εαυτό του σε σοβαρότητα, φέρνοντας τα αστεία και τους λιβέλλους του στο δικαστήριο. Στο άρθρο του για τον Έρμιππο ο  Pauly-Wissowa παίρνει την αφήγηση του Πλούταρχου κατά γράμμα και σημειώνει ότι ο Έρμιππος ήταν ο μόνος κωμικός ποιητής που «δεν περιόρισε τις επιθέσεις του κατά του Περικλή στο θέατρο».
 
      Ο Έρμιππος, πιστεύω, θα είχε γίνει γελοίος στην Αθήνα, αν είχε βγει από το ρόλο του κωμικού ποιητή και είχε προσπαθήσει να μετατρέψει τα αστεία του σε νόμιμη καταγγελία. Στην πραγματικότητα θα ήταν πολύ δύσκολο να το κάνει λόγω έλλειψης χρόνου, ακόμα κι αν είχε τη διάθεση. Ήταν παραγωγικότατος στο επάγγελμά του. Του αποδίδονται σαράντα έργα, εκ των οποίων γνωρίζουμε τους τίτλους δέκα κι έχουμε εκατό αποσπάσματα. Θα ήταν επίσης παράξενο γι’ αυτόν να εμφανιστεί ως κατήγορος ασέβειας, όταν ένα από τα χαμένα έργα του «ασεβώς» γελοιοποιεί τη γέννηση της Αθηνάς και είναι, όπως παρατηρεί ο Pauly-Wissowa, «το παλαιότερο παράδειγμα κωμικής θεώρησης μιας θείας γέννησης», είδος που πολύ καλλιεργήθηκε στη μεταγενέστερη αρχαιότητα.
  
      Ο Περικλής ήταν ένας από τους προσφιλείς του στόχους. Ένα από τα έργα του –ίσως το γνωστό ως Βασιλεύς των Σατύρων- κατηγορούσε τον Περικλή ως «ερωτικώς ακόρεστον». Ίσως αυτό να εξηγεί το αστείο του, όταν κατηγορούσε την Ασπασία ότι διατηρεί οίκο ανοχής για ον ακούραστο εραστή της! Η περιγραφή του Πλούταρχου για το πώς ο Περικλής έσωσε την ερωμένη του από την καταδίκη, δείχνει αρκετά καθαρά πως όλα αυτά προέρχονται από την κωμωδία και δεν έχουν ιστορικό υπόβαθρο. Το ανάρμοστο θέαμα του αριστοκρατικού (σημείωση Υπνοβάτη: ο Stone εννοεί στους τρόπους) και αποστασιοποιημένου Περικλή που έχυνε άφθονα δάκρυα για να σώσει την ερωμένη του, θα είχε κατευχαριστήσει το αθηναϊκό κοινό.
 
       Όσο για την υπόθεση του Πλούταρχου ότι αυτό μπορεί να εξηγεί το γιατί ο Περικλής άρχισε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, μοιάζει με το αστείο που κάνει ο Αριστοφάνης στους Αχαρνείς. Εκεί λέει ότι όλα άρχισαν λόγω έχθρας ανάμεσα σε δύο οίκους ανοχής. Κάποιοι από τη χρυσή νεολαία της Αθήνας, περισσότερο πιωμένοι από το συνηθισμένο, έκλεψαν τη Σιμαίθα από έναν οίκο στα Μέγαρα -σύμμαχο της Σπάρτης- και οι Μεγαρείς για αντίποινα «ξεπλήρωσαν την κλοπή κι άρπαξαν δύο πόρνες της Ασπασίας»7. Αυτά φαίνεται ότι ήταν τυποποιημένες ανηθικότητες στα αθηναϊκά αντιπολεμικά έργα.
 
       Η υπόθεση ότι η αφήγηση του Πλούταρχου προέρχεται από χαμένο έργο του Έρμιππου έχει πράγματι γίνει στην έκδοση του 1927 της Cambridge Ancient History, αλλά  με τρόπο που δεν τράβηξε την προσοχή. Εκεί στον τόμο 5, περί της ακμής της Αθήνας, ο μεγάλος ιστορικός J.B. Bury έγραψε ένα κεφάλαιο που λέγεται «Η Εποχή των Φώτων» και περιλαμβάνει ένα τμήμα για τις «δίκες βλασφημίας» στην Αθήνα. Σ’ αυτό το τμήμα –εκτός από μια ανασκευαστική σημείωση για τον Πρωταγόρα, στην οποία θα ξαναγυρίσουμε αργότερα-  ο Bury επίσης πήρε κατά γράμμα όλες τις ιστορίες για δίκες ασέβειας.
 
       Αλλά στο τέλος το τόμου της CAH υπάρχουν «Σημειώσεις πάνω σε ειδικά σημεία χρονολογίας». Σε μια απ’ αυτές που λέγεται «Οι επιθέσεις εναντίον φίλων του Περικλή», διαβάζουμε: «Είναι πιθανόν η Ασπασία να διώχθηκε για ασέβεια (όπως αναφέρεται από τον Bury στη σελ. 383 του τόμου της CAH), αλλά το λεχθέν ότι ο κατήγορός της ήταν ο κωμικός ποιητής Έρμιππος, που πρόσθεσε την κατηγορία ότι ήταν η μαστροπός του Περικλή, μας κάνει να υποψιαζόμαστε ότι εδώ έχουμε απλώς τη φιλυποψία για την ελεύθερη σκέψη της Ασπασίας μαζί με τη βωμολοχία της κωμωδίας. Η ίδια κατηγορία περί μαστροπίας έχει αναφερθεί επίσης από τον Αριστοφάνη στους Αχαρνείς»8. Ο συγγραφέας του ανωτέρω είναι ο F.E. Adcock, ένας από τους τρεις εκδότες της Cambridge Ancient History, μαζί με τον Bury και τον S.A. Cook.
 
        Ο  Adcock συνέχισε λέγοντας ότι η κατηγορία του Πλούταρχου πως ο Περικλής ξεκίνησε τον πόλεμο για να αποστρέψει την προσοχή από τα προβλήματά του, «πρωταναφέρθηκε από τον Αριστοφάνη, δέκα χρόνια μετά την έκρηξη του πολέμου, στην Ειρήνη», και ήταν «καθαρά η επινόηση ενός κωμικού ποιητή που μάλιστα χαιρόταν ιδιαίτερα μ΄αυτό του το εύρημα».  Ακόμα λέει ότι «το θέμα πάρθηκε στα σοβαρά από κείνους που επιθυμούσαν να αμαυρώσουν το χαρακτήρα του Περικλή».
 
        Μήπως όμως υπάρχει πιθανότητα και το διάταγμα του Διοπείθη να πάρθηκε μέσα από κείμενο χαμένης κωμωδίας του Έρμιππου και να θεωρήθηκε σοβαρό για να αμαυρώσει τη φήμη της δημοκρατικής Αθήνας;  Το ερώτημα παραμένει ακόμα αναπάντητο. Ο Adcock καταλήγει ότι «το διάταγμα του Διοπείθη ήταν, αναμφίβολα, ιστορικό γεγονός». Δεν μας εξηγεί όμως γιατί «αναμφίβολα». 
 
        Μια θαυμάσια πρόσφατη εργασία της Mary R. Lefkowitj, The Lives of the Comic Poets, φτάνει σε διαφορετικό συμπέρασμα. «Η ιστορία ότι ο Έρμιππος κατηγόρησε την Ασπασία για ασέβεια», γράφει, «φαίνεται ότι απλώς αντιγράφει την πλοκή της σχετικής κωμωδίας». Θεωρεί ότι το διάταγμα του Διοπείθη ανήκει στην ίδια κατηγορία και υποθέτει ότι «οι δίκες ασέβειας έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση» στους μεταγενέστερους συγγραφείς, «επειδή πρόσφεραν προηγούμενα για την καταδίκη του Σωκράτη»9
 
       Ο Πλούταρχος στον Βίο του Νικία, δίνει μια διαφορετική παραλλαγή για τη δίωξη ιδεών. Ο Νικίας ήταν ο προληπτικός στρατηγός, επικεφαλής της ναυτικής εκστρατείας της Σικελίας στα τελευταία χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου. 
 
      Μια νυχτερινή ξαφνική έφοδος στην πόλη των Συρακουσών είχε σχεδιαστεί, «αλλά ακριβώς όταν όλα είχαν ετοιμαστεί και κανείς εχθρός δεν είχε πάρει είδηση», λέει ο Πλούταρχος, έγινε έκλειψη σελήνης. «Αυτό κατατρόμαξε τον Νικία και όλους όσοι ήταν αμαθείς ή προληπτικοί κι έτρεμαν σε κάτι τέτοιο». Ματαίωσε την επίθεση, ενώ θα μπορούσε να είχε πετύχει, και η εκστρατεία κατέληξε στην μεγαλύτερη αθηναϊκή καταστροφή στον πόλεμο.
 
      Ο Πλούταρχος αποδίδει αυτή την υποχώρηση σ’ ένα προσφιλές θέμα –το δεισιδαίμονα χαρακτήρα του αθηναϊκού δήμου, και την εχθρότητά του προς τις φιλοσοφικές και αστρονομικές μελέτες. Αν οι Αθηναίοι ήταν πιο εξελιγμένοι, δεν θα είχαν φοβηθεί από μια έκλειψη σελήνης.
 
 Πρωταγόρας ο σοφιστής. Η «δίωξή» του από την Αθήνα λόγω των ιδεών του αποτελεί απλώς μια ιστορική χάλκευση των φιλορωμαίων σωκρατοπλατωνικών εχθρών της δημοκρατίας.  
  
     Ο Αναξαγόρας, λέει ο Πλούταρχος, «ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έδωσε γραπτά» μια λογική εξήγηση για τις εκλείψεις της σελήνης, αλλά η άποψή του «δεν ήταν σε μεγάλη υπόληψη» και κυκλοφορούσε μυστικά «μόνο ανάμεσα σε λίγους». Η διακριτικότητα ήταν αναγκαία, γιατί «οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ανεχθούν τους φυσικούς φιλοσόφους και τους “οραματιστές” ... υποβίβαζαν τη θεία δύναμη σε μη λογικές αιτίες, σε τυφλές δυνάμεις και σε αναγκαία περιστατικά». Σαν αποτέλεσμα αυτών των λαϊκών δοξασιών, συνεχίζει ο Πλούταρχος, «ακόμα και ο Πρωταγόρας εξορίστηκε, ο Αναξαγόρας με δυσκολία σώθηκε από φυλάκιση με παρέμβαση του Περικλή και ο Σωκράτης, παρ’ όλο που δεν είχε να κάνει με τέτοια θέματα, έχασε τη ζωή του»10
 
       Ο Πλούταρχος δεν εξηγεί γιατί ο Πρωταγόρας εξορίστηκε. Αλλά έναν αιώνα αργότερα, ο Διογένης Λαέρτιος δίνει στην ιστορία μελοδραματικές λεπτομέρειες. Κατά την εκδοχή του, το πρώτο βιβλίο που ο Πρωταγόρας τόλμησε να δώσει για δημόσια ανάγνωση λεγόταν  Περί Θεών. Στον πρόλογό του έγραφε: «Όσο για τους θεούς, δεν έχω τρόπο να γνωρίζω αν υπάρχουν ή αν δεν υπάρχουν. Γιατί υπάρχουν πολλά εμπόδια που αναστέλλουν τη γνώση και η σκοτεινότητα του προβλήματος και το βραχύβιον του ανθρώπου».
 
       Σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο, αυτό έριξε την Αθήνα σε φρενίτιδα. «Γι’ αυτή την εισαγωγή στο βιβλίο του», μας λέει, «οι Αθηναίοι τον εξόρισαν». Επίσης «έστειλαν έναν κήρυκα να κατασχέσει» το βιβλίο «απ’ όλους όσοι είχαν αντίγραφα στην κατοχή τους» και «έκαψαν τα έργα του στην αγορά»11.
 
      Μια αποκαλυπτική ανακολουθία θα ’πρεπε να είχε κάνει αυτό το μύθο αστήρικτο καιρό τώρα. Ο Διογένης Λαέρτιος λέει ότι ο Πρωταγόρας έκανε την ανάγνωσή του στο σπίτι του Ευρυπίδη. Οι Αθηναίοι είχαν συνηθίσει στα έργα του ν’ ακούνε όχι μόνο τον ήπιο σκεπτικισμό του Πρωταγόρα, αλλά κακολογίες για τους θεούς που ήταν κατάφωρα προσβλητικές, όπως οι περιφρονητικές παρατηρήσεις του Ίωνα για την εγκληματική ασέλγεια των ολυμπίων12, ή κατάφωρα αθεϊστικές, όπως η προσευχή της Εκάβης, όπου αναρωτιέται αν ο Δίας είναι απλά «μια ανάγκη που ενυπάρχει στη φύση ή ένα επινόημα του θνητού νου».
 
      Η τελική απάντηση σ’ αυτούς τους μύθους της Ρωμαϊκής Εποχής δίνεται από τον ίδιο τον Πλάτωνα, παρ’ όλο που το σημείο αυτό παραβλέφτηκε μέχρις ότου το πρόσεξε ο μεγάλος Σκοτσέζος κλασικιστής John Burnet, το 1914, στο βιβλίο του Greek Philosophy: Thales to Plato. Όλες οι ανοησίες για τον Πρωταγόρα στον Κικέρωνα, τον Πλούταρχο και τον Διογένη τον Λαέρτιο θα ’πρεπε να είχαν διαλυθεί αιώνες πριν, σύμφωνα με ένα απόσπασμα στο Μένωνα του Πλάτωνα. Ο Σωκράτης μιλάει στον μελλοντικό του κατήγορο, τον Άνυτο, που κάνει επίθεση κατά των σοφιστών –κι επομένως κατά του Σωκράτη επίσης- επειδή διαφθείρουν τους νέους.
 
      Ο Σωκράτης απαντάει ότι ένας απ’ αυτούς τους δασκάλους, ο Πρωταγόρας, «συσσώρευσε περισσότερα χρήματα με την τέχνη του απ’ όσα ο Φειδίας –τόσο διάσημος από τα ευγενή έργα που παρήγαγε- ή άλλοι δέκα γλύπτες μαζί». Και όμως προσθέτει ο Σωκράτης, «προκαλεί κατάπληξη το γεγονός ότι επιδιορθωτές υποδημάτων και καθαριστές ρούχων» δεν θα μπορούσαν «να μην αποκαλυφθούν σε τριάντα το πολύ μέρες, αν επέστρεφαν τα ρούχα ή τα παπούτσια σε χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι τα παρέλαβαν» και θα πέθαιναν της πείνας γρήγορα, ενώ για περισσότερα από σαράντα χρόνια ολόκληρη η Ελλάδα δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι ο Πρωταγόρας διέφθειρε τις τάξεις του και έστελνε πίσω τους μαθητές του σε «χειρότερη κατάσταση απ’ ό,τι όταν τους παρέλαβε»! Ο Σωκράτης καταλήγει ότι ο Πρωταγόρας πέθανε στα εβδομήντα του και «διατηρεί αμείωτη ακόμα και σήμερα τη μεγάλη φήμη που απολάμβανε»14.
 
       Ο Burnet παρατήρησε ότι αυτή η αφήγηση στον Μένωνα είναι  «εντελώς ασυνεπής» με την αφήγηση του Διογένη του Λαέρτιου ότι ο Πρωταγόρας «διώχθηκε και καταδικάστηκε για ασέβεια» το 411 π.Χ., μόνο δώδεκα χρόνια πριν από τη δίκη του Σωκράτη. «Ο Πλάτων παρουσιάζει τον Σωκράτη», γράφει ο Burnet, «να λέει πράγματα που μας κάνουν να μην μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Πρωταγόρας καταδικάστηκε ποτέ για ασέβεια». Γιατί ο Σωκράτης στον Μένωνα «τόνισε ιδιαίτερα» το γεγονός ότι «το καλό όνομα του Πρωταγόρα παρέμεινε ακηλίδωτο μέχρι τν υποτιθέμενη χρονολογία του διαλόγου, μερικά χρόνια μετά το θάνατό του»15.
 
        Ο Burnet απέρριψε ως «ανόητη» την ιστορία του Διογένη Λαέρτιου, ότι οι αθηναϊκές αρχές μάζεψαν κι έκαψαν όλα τα αντίτυπα του βιβλίου, στο οποίο ο Πρωταγόρας εξέφραζε κάποιο σκεπτικισμό για τους θεούς. Επίσης ανέφερε αποσπάσματα από τον Θεαίτητο του Πλάτωνα και την Ελένη, του ρήτορα του τέταρτου (σημείωση Υπνοβάτη: π.Χ.) αιώνα Ισοκράτη, που δείχνουν ότι «το έργο διαβαζόταν ευρέως πολύ μετά το θάνατο του Πρωταγόρα»16.
 
        Αλλά είναι περίεργο που ο Burnet δεν είδε ότι τα λόγια που βάζει ο Πλάτων στο στόμα του Σωκράτη στον Μένωνα αντικρούουν όχι μόνο τους μύθους του Διογένη του Λαέρτιου αλλά κι εκείνους του Πλουτάρχου. Γιατί, αν ξαναγυρίσουμε στο απόσπασμα και το ξανακοιτάξουμε, θα δούμε ότι ο Σωκράτης δεν περιορίστηκε στο να υπερασπιστεί τον Πρωταγόρα, αλλά επεκτάθηκε και κάλυψε όλους τους δασκάλους που ο Άνυτος στιγμάτιζε ως σοφιστές. Τελείωσε το λόγο του, λέγοντας ότι δεν ήταν μόνο η «μεγάλη φήμη» του Πρωταγόρα που είχε παραμείνει «αμείωτη μέχρι σήμερα» αλλά «και πολλών άλλων που μερικοί απ’ αυτούς έζησαν πριν απ’ αυτόν κι άλλοι που ζουν ακόμα». Αυτό είναι εντελώς αταίριαστο με την αντίληψη για «δίωξη ιδεών και ελεύθερης σκέψης». 
 
        Ο Σωκράτης ρωτάει θριαμβευτικά τον Άνυτο: «Λοιπόν πρέπει να θεωρήσουμε, σύμφωνα με τα λεγόμενά σου, ότι εν επιγνώσει τους εξαπάτησαν και διέφθειραν τους νέους ή ότι δεν είχαν οι ίδιοι συναίσθηση; Πρέπει να συμπεράνουμε ότι αυτοί που τόσο συχνά λέγονται σόφιστοι των ανθρώπων είναι τόσο παράφρονες;»
 
       Η απάντηση του Άνυτου σ’ αυτές τις καινούριες ερωτήσεις είναι επίσης αποκαλυπτική. «Παράφρονες! Όχι αυτοί, Σωκράτη, μάλλον οι νεαροί μας που πληρώνουν χρήματα, κι ακόμα περισσότερο οι συγγενείς τους που τους εμπιστεύονται στη φροντίδα τους· και περισσότερο απ΄όλους οι ίδιες οι πόλεις που τους επιτρέπουν να μπαίνουν και δεν τους εξορίζουν, είτε είναι ξένοι είτε είναι πολίτες»17.  Αυτό δείχνει ότι η Αθήνα –κι άλλες ελληνικές πόλεις- ήταν  πολύ ανεκτική με τους σοφιστές. Θα ήταν περίεργη αυτή η απάντηση, αν η Αθήνα είχε πράγματι λίγα μόλις χρόνια νωρίτερα διώξει τον Πρωταγόρα από την πόλη, είχε κάψει όλα τα αντίτυπα του βιβλίου του στην αγορά και είχε περάσει ένα «διάταγμα του Διοπείθη» που εξαπέλυσε γενική επίθεση κατά των φιλοσόφων.
 
      Αλλά το πιο οξυδερκές συμπέρασμα του Burnet από τον Μένωνα δεν είχε παρά μικρή απήχηση στους κλασικούς φιλολόγους. Δεκατρία χρόνια αργότερα ο Bury, στην Cambridge Ancient History ξανάπε τους παλιούς μύθους για τον Πρωταγόρα, αν και πρόσθεσε μια υποσημείωση που λέει: «Βλέπε του Burnet Greek Philosophy I, σ. 111 κ.ε. όπου εκτίθενται λόγοι απόρριψης της ιστορίας, με την οποία ο γράφων είναι διατεθειμένος να συμφωνήσει».
 
      Όμως, αν οι παρατηρήσεις του Burnet είχαν γίνει δεκτές και κατέληγαν σε λογικό συμπέρασμα, τότε η «Εποχή των Φώτων» δεν ήταν επίσης  -όπως επέμενε ακόμα ο Bury- εποχή δίωξης ιδεών και «δικών βλασφημίας». Ακόμα και τώρα, ενώ οι απόψεις του Burnet για τη δίωξη του Πρωταγόρα είναι γενικά αποδεκτές, η υπόλοιπη αφήγηση για τη δίωξη ιδεών θεωρείται ακόμα από πολλούς λογίους ιστορικό γεγονός. Οι λόγιοι, όπως κι οι δημοσιογράφοι, είναι απρόθυμοι να αφήσουν μια καλή ιστορία, εφόσον προέρχεται από κάποια πηγή, όσο κι αν αυτή είναι επισφαλής.
 
 Αναξαγόρας ο σοφιστής. Άλλο ένα δήθεν θύμα «διώξεων» στην κλασική Αθήνα. Οι ρωμαιόφιλοι σωκρατοπλατωνικοί κοπτορράπτες ουσιαστικά ξαναέγραψαν τη βιογραφία του με στόχο να συκοφαντήσουν την αθηναϊκή δημοκρατία, ως διώκτρια φιλοσόφων.     
 
     Ας πάμε τώρα στον άλλο διάσημο φιλόσοφο που είχε υποτίθεται πέσει κι αυτός θύμα της δίωξης ιδεών. Οι επόμενοι αιώνες μας δίνουν πολλές διαφορετικές ιστορίες για τον Αναξαγόρα.
 
    Η πρώτη διασωθείσα πηγή για δίκη του Αναξαγόρα είναι ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελός, που έγραψε, στις μέρες του Ιουλίου Καίσαρα και του Αυτοκράτορα Αυγούστου. Λέει την ίδια ιστορία με τον Πλούταρχο –ότι ο Περικλής άρχισε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο για να αποστρέψει την προσοχή από τις σκανδαλώδεις κατηγορίες ενατίον μερικών φίλων του. Προσθέτει ότι «ο σοφιστής Αναξαγόρας, που ήταν δάσκαλος του Περικλή, ψευδώς είχε κατηγορηθεί» για ασέβεια στην ίδια υπόθεση18. Ο Διόδωρος το θεωρεί ως δεδομένο ότι η κωμωδία μπορεί να θεωρηθεί ιστορία, γιατί αφελώς αναφέρει ως απόδειξη, ότι «το αναφέρει ακόμα κι ο Αριστοφάνης», και παραπέμπει στους στίχους 603-606 του αντιπολεμικού έργου Ειρήνη. Τελικά όμως ο Αναξαγόρας δεν αναφέρεται ούτε σ’ αυτό το έργο ούτε σε παρόμοια αποσπάσματα για την αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου στους Αχαρνείς. Η αναφορά του Διόδωρου στον Αναξαγόρα ίσως προέρχεται από την ίδια χαμένη κωμωδία του Έρμιππου, που ο Πλούταρχος φαίνεται να έχει υπόψη.
 
      Αν είχε υπάρξει κατηγορία ασεβείας κατά του Αναξαγόρα, θα περιμέναμε κάποια νύξη στον Κικέρωνα, που έγραψε λίγο νωρίτερα από τον Διόδωρο. Υπάρχουν πολλές αναφορές στον Αναξαγόρα στις φιλοσοφικές εργασίες του Κικέρωνα, και σε δύο του δοκίμια για τη ρητορική αποδίδει την ευγλωττία του Περικλή στη διδασκαλία του Αναξαγόρα19. Αλλά πουθενά δεν λέει ότι αυτή η διδασκαλία δημιούργησε πρόβλημα σε κάποιον από τους δύο.
 
      Μια πλούσια συλλογή από μύθους για τον Αναξαγόρα έχει συλλέξει ο Διογένης Λαέρτιος, τον τρίτο μ.Χ. αιώνα. Περιέχει ένα ανακάτεμα από χρονολογικές και άλλες ανακολουθίες, που οι λόγιοι ακόμα προσπαθούν να βάλουν σε κάποια σειρά.
 
     «Για τη δίκη του Αναξαγόρα», γράφει, «υπάρχουν διάφορες αφηγήσεις». Μας παρέχει τέσσερεις. Η μία φέρει τον Αναξαγόρα να έχει καταδικαστεί για ασέβεια, αλλά ο Περικλής τον απάλλαξε με ένα πρόστιμο και ένα διάταγμα εξορίας. Η δεύτερη παραλλαγή έλεγε ότι είχε καταδικαστεί για προδοτικές σχέσεις με την Περσία και γλίτωσε τη θανατική ποινή φεύγοντας. Κατά την τρίτη αφήγηση, ήταν στη φυλακή περιμένοντας εκτέλεση, όταν ο Περικλής εκφώνησε έναν συγκινητικό λόγο, ανακοινώνοντας ότι ο ίδιος ήταν μαθητής του Αναξαγόρα και ικέτευσε να ελευθερωθεί ο δάσκαλός του, πράγμα που έγινε –αλλά ο Αναξαγόρας «δεν μπορούσε να ανεχτεί τις προσβολές που είχε υποστεί και αυτοκτόνησε». Κατά την τέταρτη παραλλαγή ο Περικλής συνόδευσε τον Αναξαγόρα στο δικαστήριο, και ήταν «τόσο αδύνατος και καταβεβλημένος» που αθωώθηκε «όχι τόσο για την ίδια την υπόθεση», αλλά γιατί οι δικαστές τον λυπήθηκαν20. Όλοι οι συγγραφείς που αναφέρονται από τον Διογένη, εκτός από έναν, είναι Αλεξανδρινοί του τρίτου αιώνα π.Χ. Ένας απ’ αυτούς, ο Σάτυρος, είναι περιβόητος, γιατί χρησιμοποίησε όχι μόνο την αττική κωμωδία αλλά και την τραγωδία σαν να ήταν ιστορικά γεγονότα, όπως έκανε και στον Βίο του Ευριπίδη
 
    Η πιο πλήρης εξέταση αυτών και άλλων αρχαίων αφηγήσεων, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών που προστέθηκαν από τους Πατέρες της Εκκλησίας που ήθελαν πολύ να καταδικάσουν τους ειδωλολάτρες για μισαλλοδοξία, βρίσκεται σε μια ασυνήθιστη αλλά παραμελημένη εργασία, Anaxagoras and the Birth of Physics του Daniel E. Gershenson και Daniel  A. Greenberg. Σ’ αυτή ο εκλιπών Ernest Nagel του Columbia ανέθεσε σ’ ένα φυσικό κι έναν κλασικό να γράψουν τον εναρκτήριο τόμο μιας ιστορίας της φυσικής. 
 
   Όλες οι αρχαίες αναφορές στη ζωή και την εργασία του, μέχρι και τον σχολιαστή του Αριστοτέλη τον Simplicius στον έβδομο μ.Χ. αιώνα, έχουν μεταφρασθεί και αναλυθεί σ’ αυτή την εργασία. Η κατάληξη είναι ότι «η δίκη... είναι ένας επιμένων ιστορικός μύθος, βασισμένος σε καλή ανακατασκευή... λόγω του ότι τον προβάλλει με θεαματικό τρόπο ως τον πρώτο μάρτυρα της επιστήμης και ως τον πρόδρομο του Σωκράτη»21.
 
     Σίγουρα, αν η ιστορία ήταν κάτι περισσότερο από ένα μεταγενέστερο μύθο, αυτή η απόψη που λέει ότι η υπόθεση ήταν πρόδρομος της υπόθεσης του Σωκράτη, θα είχε αναφερθεί απ’ αυτούς που έζησαν τη δίκη του τελευταίου ή που έγραψαν γι’ αυτή στα χρόνια μετά το θάνατό του. Αλλά δεν υπάρχει αναφορά για δίωξη του Αναξαγόρα ούτε στον Θουκυδίδη ούτε στον Ξενοφώντα ή στον Πλάτωνα. 
 
      Η σιωπή ενός συγγραφέα μπορεί να έχει πολλές πιθανές εξηγήσεις, αλλά η σιωπή όλων των «συγχρόνων» δεν μπορεί να παραβλεφθεί τόσο εύκολα. Η πιο εντυπωσιακή είναι αυτή του Θουκυδίδη. Ο Περικλής είναι ο ήρωας της ιστορίας του, αλλά δεν αναφέρει καμιά σκευωρία εναντίον του Περικλή μέσω φίλων του, όπως η Ασπασία και ο Αναξαγόρας. Ούτε σαν πρώτος «επιστήμων» ιστορικός ασχολείται με τις σκανδαλώδεις και σέξι εξηγήσεις για το πώς άρχισε ο Πελοποννησιακός Πόλεμος22.
 
       Η σιωπή του Θουκυδίδη, που ήταν υπέρ του Περικλή, ταιριάζει με τη σιωπή του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα που ήταν κατά του Περικλή. Ο Ξενοφών αποδίδει στον Σωκράτη τις ίδιες αντιδραστικές απόψεις για την αστρονομία μ’ αυτές του Διοπείθη. Φτάνει στο σημείο να αναφέρει ότι ο Σωκράτης είπε πως «αυτός που ανακατεύεται» στη μελέτη των ουρανίων σωμάτων «κινδυνεύει να χάσει τη διανοητική του υγεία εντελώς, σαν τον Αναξαγόρα, που περηφανεύτηκε για την εξήγηση που έδωσε ο ίδιος για τη θεία μηχανή»23.
 
     Αλλά ο Ξενοφών ποτέ δεν αναφέρει καμία δίωξη κατά του Αναξαγόρα ή κανένα διάταγμα που θα καθιστούσε παράνομη μια τέτοια αστρονομική μελέτη.
 
     Στον Πλάτωνα, ο Αναξαγόρας συζητιέται περισσότερο και συχνότερα από κάθε άλλον φιλόσοφο και υπάρχουν πολλά μέρη που θα περίμενε κανείς κάποια αναφορά για την κατηγορία του, αν είχε πραγματικά συμβεί. Στον Φαίδρο, ο Σωκράτης αποδίδει στον Αναξαγόρα του Περικλή την «υψηλοφροσύνη»24 και την επιδεξιότητα στην ομιλία, αλλά δεν λέει ότι αυτή η σχέση δημιούργησε αργότερα στον Περικλή πολιτικές δυσκολίες. Στον Γοργία, ο Σωκράτης λέει ότι ο Περικλής ήταν κακός «ποιμήν» ως πολιτικός, επειδή κατέστησε το «κοπάδι» του χειρότερο απ’ ό,τι το βρήκε25. Ο Σωκράτης υποστήριζε ότι οι Αθηναίοι στα τελευταία χρόνια της ζωής του «μόνο που δεν καταδίκασαν σε θάνατο» τον Περικλή για υπεξαίρεση! Εδώ η ιστορία του Πλούταρχου για την επίθεση κατά της Ασπασίας και του Αναξαγόρα –αν ήταν αλήθεια- θα είχε δώσει μια άλλη δραματική απόδειξη για το πόσο άστατος και σκοτισμένος μπορούσε να είναι ο αθηναϊκός δήμος.
 
      Στον Φαίδωνα, ο Σωκράτης λέει στους μαθητές του πώς ενθουσιάστηκε σαν νέος, όταν πρωτοσυνάντησε στον Αναξαγόρα την ιδέα ότι είναι ο νους μάλλον παρά οι τυφλές υλικές δυνάμεις που θέτουν το σύμπαν σε κίνηση· δεν προσθέτει ότι ο Αναξαγόρας, σαν και τον ίδιο, είχε γίνει θύμα της εχθρότητας των Αθηναίων για φιλοσοφική αναζήτηση.
 
      Στον Κρίτωνα οι μαθητές θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι ο Σωκράτης θα ’πρεπε ν’ ακολουθήσει το παράδειγμα του Αναξαγόρα και να φύγει από την Αθήνα, ιδρύοντας σχολή κάπου αλλού, όπως έκανε ο Αναξαγόρας στην Λάμψακο.
 
      Η Απολογία είναι το μέρος που θα περίμενε κανείς περισσότερο από αλλού ότι θα αναφερόταν μια δίωξη του Αναξαγόρα. Ο Burnet, προβάλλοντας το επιχείρημα για τη δυσπιστία του στην ιστορία της διώξηςτου Πρωταγόρα, λέει: «Επιπλέον, δεν υπάρχει καμία αναφορά για καμία κατηγορία του Πρωταγόρα στην Απολογία, παρ’ όλο που μια τέτοια αναφορά θα ήταν αναπόφευκτη αν είχε ποτέ γίνει. Ο Σωκράτης πρέπει να γυρίσει πίσω στη δίκη του Αναξαγόρα, για να βρει μια ανάλογη με τη δική του υπόθεση. Επομένως, είναι ασφαλέστερο να απορρίψουμε την ιστορία τελείως»26.
 
      Αλλά το ίδιο συμπέρασμα από τη σιωπή του Σωκράτη βγαίνει εξίσου έντονα και για τον Αναξαγόρα. Ο Σωκράτης πουθενά δεν αναφέρει δίκη του Αναξαγόρα σαν «ανάλογη με τη δική του υπόθεση». Αναφέρεται πράγματι ο Αναξαγόρας, αλλά με τελείως διαφορετική σχέση και για τελείως διαφορετικό λόγο. Το όνομά του εμφανίζεται στη συζήτηση ανάμεσα στον Σωκράτη και τον κατήγορό του, τον Μέλητο. Ο Σωκράτης μεταφέρει το επίκεντρο της προσοχής από την πραγματική διατύπωση της κατηγορίας, παγιδεύοντας τον όχι και τόσο έξυπνο Μέλητο στο να τον κατηγορεί για αθεϊσμό. «Με κατηγορείς, λοιπόν» τον ρωτάει, «ότι δεν τιμώ και δεν πιστεύω τους θεούς που πιστεύει η πόλη αλλά άλλους» -η πραγματική κατηγορία της καταγγελίας- «ή ότι δεν πιστεύω καθόλου σε θεούς και το διδάσκω αυτό και σ’ άλλους ανθρώπους;». Ο απρόσεκτος Μέλητος απαντάει: «Ακριβώς αυτό λέω, ότι δεν πιστεύεις σε θεούς καθόλου». Τότε ο Σωκράτης λέει: «Με ξαφνιάζεις, Μέλητε!... Δεν πιστεύω ότι ο ήλιος και η σελήνη είναι θεοί, όπως πιστεύουν και οι άλλοι άνθρωποι;» Ο Μέλητος απαντάει: «Όχι, μα τον Δία, άνδρες δικαστές, αφού λέει ότι ο ήλιος είναι λίθος και η σελήνη γη».
 
       Ο Σωκράτης χαίρεται μ’ αυτή την απάντηση. Τη βλέπει σαν ευκαιρία να εκθέσει τον Μέλητο στο δικαστήριο, σαν ένα αδαή που βρίσκεται σε σύγχυση. «Νομίζεις ότι κατηγορείς τον Αναξαγόρα, φίλε μου Μέλητε», τον ρωτάει, «και τόσο πολύ καταφρονείς αυτούς τους κυρίους (δηλαδή τους δικαστές) και τους νομίζεις τόσο άσχετους από γράμματα (απείρους γραμμάτων) ώστε να μην γνωρίζουν ότι τα βιβλία του Αναξαγόρα του Κλαζομένιου είναι γεμάτα με τέτοια λόγια;»
 
     Ο Σωκράτης συνεχίζοντας λέει ότι οι νέοι που κατηγορείται ότι παρασύρει με τέτοιες αντιθρησκευτικές ιδέες για τον ήλιο και τη σελήνη μπορούν ν’ αγοράσουν το βιβλίο του Αναξαγόρα «με μία δραχμή στην ορχήστρα και να κοροϊδεύουν τον Σωκράτη, αν προσποιείται ότι είναι δικές του αυτές οι ιδέες, ιδιαιτέρως όταν είναι τόσο άτοπες!»27 Η λέξη ορχήστρα δεν σήμαινε μόνο το μπροστά μέρος του θεάτρου όπου ο χορός «ορχείτο» αλλά και ένα ανοιχτό μέρος κοντά στην αγορά, όπου πουλούσαν βιβλία και άλλα είδη.
 
      Αυτή η αναφορά του Σωκράτη μας δίνει μια εικόνα της Αθήνας τελείως διαφορετική απ’ αυτήν του Πλούταρχου – όχι μιας φαντασμένης πόλης, όπου τα έργα ενός ορθολογιστή φιλοσόφου καίγονταν στην πυρά, αλλά μιας πόλης όπου τέτοια βιβλία πουλιόνταν ελεύθερα και διαβάζονταν πολύ. Ο Σωκράτης εδώ κάνει μια λεπτή φιλοφρόνηση στους δικαστές του για την κοσμικότητα και την ανοιχτομυαλιά τους.
 
     Αν, αντίθετα, ο Αναξαγόρας και ο Πρωταγόρας και άλλοι ελεύθερα σκεπτόμενοι άνθρωποι είχαν πράγματι διωχθεί για τις απόψεις τους, μια τέτοια φιλοφρόνηση θα ήταν εντελώς άτοπη. Θα είχε επιτεθεί στους Αθηναίους για τη μισαλλοδοξία τους. Δεν θα είχε μιλήσει σε τόσο ελαφρύ τόνο, αν και ο Αναξαγόρας είχε τη ίδια τραγική μοίρα. 
----------------
        Σημειώσεις
  1. E.R. Dodds, The Greeks and the Irrational.
  2. Dictionary of the History of Ideas, Philip Weiner.
  3. Αριστοφάνης, Ιππείς.
  4. Πλούταρχος, Βίος Περικλέους.
  5. Θουκυδίδης.
  6. Πλούταρχος, Βίος Περικλέους.
  7. Αριστοφάνης, Αχαρνής.
  8. Cambridge Ancient History.
  9. Mary R. Lefkowitz, The Lives of the Greek Poets.
10. Πλούταρχος, Βίος του Νικία 23. Ο ίδιος ο Πλούταρχος δεν ήταν από τους πολύ φωτισμένους. Ως ιερέας των Δελφών και πλατωνιστής δεν αισθανόταν και πολύ άνετα με τις ορθολογιστικές θεωρίες για τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων. Αυτό φαίνεται στο τελικό του σχόλιο: «Δεν ήταν παρά πολύ αργότερα που η ακτινοβόλα φήμη του Πλάτωνα, λόγω της ζωής που ζούσε, και λόγω του ότι υπέταξε ην αναγκαιότητα του φυσικού κόσμου σε θείες και εξουσιαστικές αρχές, εξαφάνισε τη μορφή απ’ αυτές τις ιδέες κι έδωσε ελεύθερο δρόμο για την επιστήμη». Στην πραγματικότητα ο Πλάτων θεωρούσε τα ουράνια σώματα θεούς. Το να τα μεταχειρίζεται κανείς ως υλικά αντικείμενα εθεωρείτο αθεϊσμός στους Νόμους και ήταν αξιόποινη πράξη.
11.Μια πιο απλή εκδοχή της ίδιας ιστορίας είχε εμφανιστεί νωρίτερα στην πραγματεία του Κικέρωνα περί θεών, de Natura Deorum
12. Ευριπίδης, Ίων.
13. Ευριπίδης, Τρωάδες.
14. Μένων.
15. John Burnet, Greek Philosophy: Thales to Plato.
16. Ένθ. αν., Θεαίτητος, Ελένη.
17. Μένων.
18. Διόδωρος Σικελός.
19. Για αναφορές στον Αναξαγόρα στο φιλοσοφικό έργο του Κικέρωνα, βλέπε Academica, Tusculan Disputations, de Natura Deorum. Για αναφορές στα δοκίμιά του βλέπε de Oratore…  και Brutus.
20. Διογένης Λαέρτιος.
21. D. E. Gershenson, D. A. Greenberg, Anaxagoras and the Birth of Physics.
22. O Α.W. Gomme, στο άρθρο του για τον Περικλή στο OCD, θεωρεί τις ιστορίες για την επίθεση κατά του πολιτικού μέσω των φίλων του, Ασπασίας, Αναξαγόρα και Φειδία – και το διάταγμα του Διοπείθη- ως ιστορικά γεγονότα. Θα του ζητούσαμε κάποια εξήγηση γιατί ο Θουκυδίδης δεν τις αναφέρει. Στο μεγάλο Historical Comentary on Thucydides, o Gomme γράφει ένα εξασέλιδο δοκίμιο για τις «Διώξεις του Περικλή και των Φίλων του». Αλλά, προς απογοήτευσή μας δεν προσφέρει άλλη εξήγηση, εκτός από μια σαρωτική φράση –«για όλα αυτά ο Θουκυδίδης ήταν σκόπιμα σιωπηλός» (184, η υπογράμμιση προστέθηκε). Εξετάζοντας την ιστορία του Πλούταρχου, ότι ο κωμικός ποιητής Έρμιππος δίωξε την Ασπασία, ο Gomme αναγνώρισε πράγματι ότι, παρ’ όλο που «τίποτα δεν θα εμπόδιζε» έναν κωμικό ποιητή ν’ ασκήσει δίωξη κατά της Ασπασίας, «υπάρχει μια φυσική υποψία ότι είναι παρεξήγηση κι ότι ο Έρμιππος της επετέθη σε μια κωμωδία».
23. Απομνημονεύματα.
24. Φαίδρος.
25. Γοργίας.
26. Burnet, Greek Philosophy.
27. Πλάτων, Απολογία.

Η ευτυχία είναι η εκδίκησή μου

Ένα πρωινό, νιώθοντας αόριστα καλά, επιθύμησα να φτιάξω ένα μήνυμα και να το στείλω σε όλους τους γνωστούς μου που τα νούμερά τους τα έχω περασμένα στο κινητό μου. Αόριστα καλά ένιωθα!

Έγραψα στο κινητό μου λοιπόν και τους έστειλα το εξής: Θυμήσου μιαν εποχή που ήσουν ευτυχισμένος. Με χαρά και πληρότητα. Τότε που αισθανόσουν ότι ζούσες τον αληθινό εαυτό σου.
Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά. Ελάχιστοι απάντησαν θετικά. Ελάχιστοι μπόρεσαν να θυμηθούν και να πουν κάτι σαφές και συγκεκριμένο. Οι πιο πολλοί μπερδεύτηκαν, ήρθαν σε αμηχανία, μερικοί μάλιστα έμοιαζαν θυμωμένα αρνητικοί.

Έμεινα κατάπληκτη! Είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να μην μπορεί να θυμηθεί κάτι ευτυχισμένο απ’ τη ζωή του όλη; Να δυσκολεύεται τόσο να εντοπίσει κάποια χαρά; Μου φάνηκε ανυπόφορα άχαρη και μουντή η κατάστασή τους. Τους συμπόνεσα και, ταυτόχρονα, περίπου τους θύμωσα. Ανακάλυψα πως οι πιο «δυστυχισμένοι» απ’ τους γνωστούς μου αντικειμενικά είχαν τα περισσότερα αγαθά. Μόρφωση, οικονομική άνεση, υγεία, ωραίο σπίτι, καλή δουλειά, κι άλλα…

Ο φόβος δεν είναι πνευματικό αίσθημα. Είναι ένστικτο που χειραγωγείται ανάλογα με την πονηρία εκείνου που θέλει να σε χρησιμοποιήσει.

Η ευτυχία αντίθετα ελευθερώνεις τις ψυχές, το γέλιο περνάει στο μυαλό καθαρό αέρα, η ευτυχία είναι δυναμωτική και περήφανη. Ο ευτυχισμένος είναι σπυρί στον πισινό των εγωιστών. Η ευτυχία και η χαρά είναι καταστάσεις παιδικές, παραδείσιες.

Ένα πρωινό, καθώς οδηγούσα, μαγνητίστηκα από ένα γκράφιτι στην ανισόπεδη διάβαση. Με μεγάλα μαύρα γράμματα από σπρέι έγραφε σαν να φώναζε: Η ευτυχία θα είναι η εκδίκησή μας.

Τι ωραίο! Με αναστάτωνε χαρούμενα, μου έκλεινε το μάτι προς μια παλιά μου, ζωηρή αμαρτία: όλους να τους συμπονώ, εκτός απ’ τους φθονερούς. Να θέλω πάντα με τους φθονερούς, εκείνους που κιτρινίζουν στη χαρά του άλλου να τους προκαλέσω. Άλλωστε, με το καλό, τη σύνεση και με την αγάπη τίποτα μ’ αυτούς δε γίνεται. Αντιθέτως, όσο καλύτερα τους φέρεσαι τόσο αγριεύουν. Γιατί, για εκείνον που δεν μπορεί να αγαπήσει, η αγάπη του άλλου είναι κόλαση. Δεν αποκλείεται μάλιστα κι αυτός να είναι τελικά ο ορισμός της κόλασης: να σ’ αγαπούν, ενώ εσύ δεν μπορείς ν’ αγαπήσεις.

Ο φθόνος για μένα είναι από τα ανθρώπινα πάθη το πιο αντιπαθητικό και φοβάμαι το πιο δύσκολο να θεραπευτεί.

Η ευτυχία θα είναι η εκδίκησή μας. Ναι, η ευτυχία είναι η μόνη εκδίκηση που παραδέχομαι. Όσους φαρμακώνει η θέα της ευτυχίας μας, ας προβληματιστούν και ας ψάξουν πώς να γιατρευτούν ώστε να μην υποφέρουν. Γιατρειά είναι η σταθερή θέληση που λέει: «Ναι, θέλω να είμαι καλός και να αγαπάω». Όταν πάρεις μια τέτοια απόφαση, η ύπαρξή σου πια ξανοίγεται στο θαύμα. Τούτο το καλό, αληθινό «ναι» είναι η πύλη προς την αφθαρσία. Για το ναι σου όμως δε θα σε βοηθήσει κανείς, είναι ολάκερο δικό σου, ένα μαρτύριο όλο δικό σου. Μετά το ναι όμως οι ουρανοί θα στέλνουν σαν βροχή τη βοήθεια.

Η κάθε μέρα ξεδιπλώνεται στα μάτια μας σαν πανόραμα. Ένα εξαίσιο κέντημα εναλλαγών. Ομορφιές και ασχήμιες, πίκρες και γέλιο, γοητείες και απογοητεύσεις. Όχι, δε γίνεται να αλλάξεις πάντα τα γεγονότα, μπορείς όμως να αλλάξεις τη στάση σου απέναντί τους. Την ερμηνεία τους. Να αλλάξεις το πού θα εστιάσεις, πού θα κάνεις focus.

Η ζωή είναι ζωή, το ξέρουμε, είναι όμως και τέχνη. Ο εαυτός μας είναι αυτό που είναι, είναι όμως και επιλογές. Η φύση μας χάρισε το πρόσωπο με το οποίο γεννιόμαστε. Με τα χρόνια αποκτούμε το πρόσωπο που μας αξίζει. Έχει μεγάλη σημασία το πού εστιάζεις τη ματιά. Γιατί η ευτυχία είναι στάση ζωής και η δυστυχία δεν είναι οι ατυχίες αλλά η μικροψυχία.

Μια άσκηση που έχω ανακαλύψει από μόνη μου, για να με ξεκολλάει κι εμένα απ’ τη μικροψυχία μου, είναι αυτή που προσπαθώ να κάνω τις νύχτες. Λίγο πριν κοιμηθώ θυμάμαι, να κάνω την άσκηση του «ευχαριστώ». Ξεκινώ να λέω «ευχαριστώ» για όσα θετικά και όμορφα μου συνέβησαν τη μέρα που πέρασε. Όσο λέω «ευχαριστώ», τόσο μεγαλώνει θαυμαστά η λίστα των καλών που μου συνέβησαν σήμερα. Κι αν κάποια νύχτα δε βρίσκω με τι να αρχίσω, ξεκινώ με το: «Ευχαριστώ που δεν είχα σήμερα πονόδοντο». Μικρή ευτυχία είναι κάτι τέτοιο;

Οι μεγάλοι έρωτες είναι σωσίβιο!

Σεναριογράφοι, συγγραφείς και λοιπό σινάφι, καταστρέψατε τον κόσμο.
Τον κάνατε να τρώει τρώει κουτόχορτο πως τάχα οι μεγάλοι έρωτες είναι εκείνοι οι τρικιμιασμένοι που πρέπει να περάσουν από κάθε κύμα, ωκεανό, παλίρροια, τσουνάμι και δεν ξέρω τι άλλο, για να καταλήξουν μαζί.
 
Αμ, δε!
Οι αληθινοί, οι μεγάλοι οι έρωτες, όπως είπε και μια φίλη, είναι σωσίβιο.
Όχι από αυτά που στα ρίχνει κάποιος στην απελπισία σου για να σωθείς, αλλά από τα άλλα.
Από εκείνα που ξέρεις πως υπάρχουν κάτω από τη θέση σου στο αεροπλάνο ή στο πλοίο και ξέρεις πως μπορείς να τα ανοίξεις, σε περίπτωση που τα χρειαστείς.
 
Οι αληθινοί έρωτες είναι νοιάξιμο.
Είναι σε ξυπνάω μέσα στη νύχτα για να σου πω ότι έχω πρόβλημα και εσύ αντί να διαμαρτυρηθείς, με ρωτάς αν θες να περπατήσουμε για να νιώσεις καλύτερα και όχι γιατί γουστάρεις να ντύνεσαι βραδιάτικα και να εγκαταλείψεις το πουπουλένιο σου το στρωματάκι και να πιεις ποτάκι.
 
Οι αληθινοί έρωτες είναι πολυλογάδες.
Όχι ανόητα φλύαροι, όμως.
Δεν μιλάνε για να διαλαλήσουν τι νιώθουν στους άλλους, αλλά μιλάνε σε σένα.
Σου εκμυστηρεύονται το Καλό και το Κακό που κατοικεί μέσα σου, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες σου. Σε σένα λένε τι νιώθουν, τι τους πειράζει και τους ενοχλεί. Η φανφάρα δεν τους ταιριάζει.
Δεν εξαφανίζονται ένα πρωί και ψάξε εσύ να βρεις τι με ενόχλησε.
Απαντούν στο τηλέφωνο και δίνουν εξηγήσεις, όταν χρειαστεί, γιατί σε υπολογίζουν.
Δεν θέλουν να σε κάνει η φαντασία σου Ιούλιο Βερν.
 
Οι αληθινοί έρωτες δεν σε κάνουν maniac- εντάξει, κάποιοι την κουβαλάμε έτσι κι αλλιώς τη μούρλα και δεν χρειαζόμαστε βοήθεια. Δεν σε κάνουν όμως να είσαι διαρκώς στην τσίτα πως θα φύγεις, πως λες ψέματα, πως είσαι και κάπου αλλού. Δεν σου ζητούν στίγμα, λες και είσαι gps, αλλά σε εμπιστεύονται.
 
Οι αληθινοί έρωτες ακόμα κι όταν το πλοίο μπάζει νερά είναι εκεί σαν τον καλό τον καπετάνιο να δώσουν κουράγιο στους άλλους, να προσπαθήσουν να σώσουν το πλοίο. Κι αν υπάρχει παγιδευμένος επιβάτης μένουν κοντά του, γιατί ξέρουν τι θα πει ευθύνη και καθήκον
.
Οι αληθινοί έρωτες δεν χαμπαριάζουν όταν οι νύχτες και οι μέρες δεν εξελίσσονται όπως τις φαντάζονται, ούτε μαστιγώνουν ο ένας τον άλλον.
 
Ξέρουν πως οι κακές στιγμές είναι κομμάτι της σχέσης, μέρος του παιχνιδιού.
Οι αληθινοί έρωτες κοιτιούνται στα μάτια, στα ίδια εκείνα μάτια που πριν δέκα ώρες ένιωθαν να χάνονται και περπατούν μαζί, ακόμα και στους δρόμους που έχουν άμμο ή πέτρες και οι γόβες της βουλιάζουν.
 
Οι αληθινοί έρωτες, μπροστά στους άλλους, είναι γροθιά. Όταν βρεθούν μόνοι, κατσαδιάζουν ο ένας τον άλλο, όχι γιατί είναι κάποιοι αλλά γιατί θέλουν να γίνει ο σύντροφός τους καλύτερος, μιας και μαζί του γίνονται και αυτοί καλύτεροι.
 
Τους αληθινούς έρωτες δεν τους νοιάζουν τα πτυχία, τα λεφτά ή τα ακριβά αυτοκίνητα.
Οι αληθινοί έρωτες είναι πάθος, τρέλα, πόθος, σεβασμός, χημεία και καθημερινή μάχη να κρατήσεις το κάστρο όρθιο, κόντρα στην τρελή πραγματικότητα που ζούμε και κάνουν τους κόσμους να βάλλονται.
 
Οι αληθινοί έρωτες είναι σωσίβιο.

Τι είναι ο πολιτισμός;

Όλοι έχουμε αναφερθεί πολλές φορές σε συζητήσεις μας στη λέξη πολιτισμός. Χαρακτηρίζουμε μία συμπεριφορά πολιτισμένη, έναν άνθρωπο απολίτιστο, ένα λαό απολίτιστο, ανθρώπους πολιτισμένους. Τι είναι τελικά ο πολιτισμός;

Ο Αριστοτέλης , στα Πολιτικά του, γράφει ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο πολιτικό, εννοώντας ότι είναι προορισμένος από τη φύση του να συνεργάζεται και να επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους. Ο Αριστοτέλης ως επίρρωση για την άποψή του ότι ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον, τον χαρακτηρίζει ως ζώο έλλογο, που σημαίνει ότι διαθέτει λόγο και λογική για να συνέρχεται με τους άλλους ανθρώπους.  Ο άνθρωπος λοιπόν υπερτερώντας σε πολλά χαρακτηριστικά από τα ζώα, όπως τη δημιουργία κανόνων ηθικής, μπορεί να παράγει πολιτισμό.

Γνωρίσματα Πολιτισμένου ανθρώπου

Και ενώ όλοι χρησιμοποιούμε τη λέξη πολιτισμός, οι περισσότεροι τι θα απαντούσαν αν τους ρωτούσαν ποια είναι τα γνωρίσματα εκείνα που θεωρούν ότι καθιστούν έναν άνθρωπο πολιτισμένο; Μήπως η κατοχή πτυχίων, οι σπουδές, η μελέτη αρκούν για να θεωρηθεί κάποιος πολιτισμένος;

Όχι, ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μελετήσει πολύ, να έχει συγκεντρώσει σωρεία πτυχίων και να εξακολουθεί να μην έχει πολιτισμένη συμπεριφορά, να μην έχει καλλιέργεια και κοινωνική μόρφωση. Μήπως ο πολιτισμός κάποιου κρίνεται από τη μουσική που ακούει; Μήπως οι ναζί που οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, θα θεωρούνταν πολιτισμένοι αν πήγαιναν σε μέγαρο ή άκουγαν όπερα; Όχι, βέβαια.  Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι ο πολιτισμός ενός ανθρώπου κρίνεται από τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να αντιμετωπίζει τους άλλους ανθρώπους, από τη στάση που κρατάμε μέσα στην κοινωνία που ζούμε με τους άλλους. Ο πολιτισμός, λοιπόν, είναι μία έννοια ευρύτερη από την παιδεία και την καλλιέργεια. Μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ως ιδέα αφορά τη συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα σε μία οργανωμένη κοινωνία, αλλά και το σύνολο των καλλιτεχνικών, πολιτιστικών, ηθικών, θρησκευτικών, πολιτικών αξιών και προτύπων που την περιβάλλουν. Φυσικά, μπορούμε να αναφέρουμε και τον πολιτισμό ως την ιδέα μίας κοινωνίας που επιθυμείς να φτάσει το ιδεατό, το ανώτερο, να τελειοποιηθούμε και να ξεπεράσουμε αυτό που ήδη είμαστε.

Όλοι οι πολιτισμοί ερχόμενοι σε επαφή με άλλους, ανταλλάσσουν στοιχεία, διαφοροποιούνται, δανείζονται και δανείζουν. Ο πλουραλισμός των πολιτισμών μας ωθεί να σκεφτούμε ότι η διαφορετικότητα δεν είναι κάτι που πρέπει να φοβόμαστε, αλλά ένα στοιχείο απαραίτητο για τη μαγεία και την ομορφιά της ζωής και του κόσμου.
 
Ο πολιτισμός αλλάζει γιατί πρέπει να ρουφάει μέσα του μόνο εκείνα τα στοιχεία που οδηγούν στο σεβασμό του ανθρώπινου προσώπου και απορρίπτει εκείνα που προσβάλλουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ( λιθοβολισμός, βασανιστήρια, πρόκληση αφόρητου σωματικού πόνου, καταπάτηση ανθρώπινων δικαιωμάτων). Ο πολιτισμός, τελικά, συμπεραίνουμε ότι είναι το σύνολο των αξιώνπου έχουν θετικές επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων, που δεν παραβιάζουν την ελευθερία και την ποιότητα της διαβίωσής τους. Διότι ένας πολιτισμός μπορεί να εξελίσσεται, αυτό όμως δεν υπονοεί ότι οδεύει προς κάτι θετικό  και καλύτερο. Αυτό προϋποθέτει τη γνώση του παρελθόντος , η οποία θα μας οδηγήσει σε μεγαλύτερη αυτογνωσία και επίγνωση της ταυτότητάς μας. Η γνώση του παρελθόντος όχι μόνο δεν είναι άχρηστη και περιττή, αλλά απαραίτητη ώστε να μην επαναληφθούν ξανά τα ίδια λάθη.
 
Ο σεβασμός στον άνθρωπο, στη διαφορετικότητα, η ελευθερία, η ισονομία και ο υγιής διάλογος είναι αυτές οι αξίες που πρέπει να θυμηθούμε , να εφαρμόσουμε ώστε να προάγουμε τόσο τον πολιτισμό μας σε κάτι καλύτερο από αυτό που είναι τώρα, αλλά και για να τιμήσουμε και την ίδια την ανθρωπιά μας.

Ο γέρος και η μαγική πέτρα

To 530π.Χ, ο Σόλωνας βρίσκεται σκυμμένος πάνω από ένα τσουκάλι ανακατεύοντας με μεγάλη προσοχή και εστίαση. Τα χείλη του κουνιούνται, κι αν κάποιος τον πλησιάσει θ’ ακούσει τις ακατάληπτες λέξεις που ψιθυρίζει. Το ρυτιδιασμένο του πρόσωπο και τα λευκά, μακριά μαλλιά και γένια του μαρτυρούν πολλά χρόνια ζωής. Ίσως περισσότερα απ’ όσα δικαιούται…
 
Ρίχνει, με μία κίνηση θεατρική, λίγους σπόρους στο τσουκάλι και συνεχίζει να ανακατεύει για λίγα λεπτά ακόμη, με το βλέμμα γεμάτο προσδοκία. Τίποτα… Οι ώμοι του πέφτουν και κάθεται κουρασμένος και απογοητευμένος σ’ ένα ξύλινο σκαμπό. Το βλέμμα του κοιτάζει, χωρίς να βλέπει… Άλλη μία αποτυχία… Προσπάθειες χρόνων άκαρπες. Δεν έχει καταφέρει ακόμη να βρει το τελευταίο συστατικό που του λείπει για να ολοκληρώσει το ελιξίριο της νεότητας. «Θα πεθάνω χωρίς να το έχω πετύχει» σκέφτεται αποκαρδιωμένος.
 
Από την άλλη άκρη της καλύβας ακούγεται ένας θόρυβος, απαλός αλλά συνεχής. Σηκώνεται και πάει προς τον πάγκο, που είναι γεμάτος από διάφορα εργαλεία, σκεύη και υλικά. Στην σκοτεινιά, ένα απαλό φως διακρίνεται και ο Σόλωνας αναζητά την πηγή του. Ανακαλύπτει μία μικρή πέτρα, σχεδόν θαμμένη κάτω από κουτάλες, μπουκαλάκια κι αποξηραμένα φυτά. Την παίρνει στα χέρια του και τη νιώθει να πάλλεται στον ρυθμό της ανθρώπινης καρδιάς και να αναδύει θερμότητα. Κάτι σαν ηλεκτρικό ρεύμα τον διαπερνά και νιώθει την καρδιά του ν’ αλαφρώνει, κι ένα φως, γεμάτο ζωή, να γεμίζει ολόκληρο το σώμα του και να φωτίζει κάθε γωνιά της ύπαρξής του.
 
«Τι χρειάζεσαι;» Η ερώτηση έρχεται από παντού, από το νου, την καρδιά, την κοιλιά, τα χέρια του… Ζητάει επιτακτικά απάντηση. Τινάζει λίγο το κεφάλι του για να διώξει το μούδιασμα και απαντά «Την αιώνια νιότη».
 
«Τι είναι τόσο σημαντικό στη νιότη ώστε να την επιδιώκεις;»
«Η ορμή, η δύναμη, η ενεργητικότητα, η αθωότητα, η ελαφρότητα, τα όνειρα, οι προσδοκίες, η ζωή» απαντά και η φωνή του ίσα που ακούγεται.
 
«Είσαι διατεθειμένος να κάνεις τα πάντα για να την αποκτήσεις;»
Το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του Σόλωνα ρυτιδιάζει ακόμη περισσότερο, αν και θα έλεγε κάποιος πως κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο. Μετά από σκέψη απαντά «Ναι, δεν μπορώ άλλο να υπομείνω το βάρος που με κάνει να σέρνομαι στη γη».
 
«Αλήθεια Σόλωνα, δεν έχεις βρει άλλον τρόπο ν’ απελευθερωθείς από αυτό το βάρος;». Ο Σόλωνας θα ορκιζόταν πως η φωνή ακούστηκε λίγο ειρωνική….
 
«Για σκέψου λίγο» τον προέτρεψε.
«Η νιότη είναι ζωή» απάντησε αυτός αμυντικά, «είναι ελαφρότητα, χαρά, πτήσεις πάνω από βουνά και κοιλάδες, χορός στους αγρούς, αναζήτηση χωρίς φόβο… Ζω στο μισοσκόταδο, σέρνοντας το σαρκίο μου, με το φόβο πως η κάθε μέρα μπορεί να επιφέρει τον θάνατό μου».
 
«Θυμάσαι μήπως πότε αποφάσισες να ασχοληθείς με τον θάνατο κι έπαψες ν’ ασχολείσαι με τη ζωή;»
 
Ο Σόλωνας πάγωσε, μνήμες άρχισαν να επιτίθενται σαν κοράκια στο θολωμένο του μυαλό. Τόσος πόνος, τόσος θάνατος, τόσο αίμα… Χρόνια τα απωθούσε και τώρα εμφανίστηκαν όλα μπροστά του, τα έβλεπε, τα μύριζε, τα άγγιζε… Ξέσπασε σε κλάματα, σωριάστηκε στο βρώμικο πάτωμα τρέμοντας και κουλουριάστηκε. Τα δάκρυα ακολουθούσαν τα ρυάκια των ρυτίδων του και κατέληγαν στο χιλιοφορεμένο πουκάμισό του, που μετά από λίγο μούσκεψε τελείως.
 
Έμεινε ώρες έτσι, ίσως και μέρες. Δεν ένιωθε τον χρόνο, δεν ένιωθε τίποτα πέρα από πόνο, βυθισμένος στον γκρίζο κόσμο του. Η θερμότητα της πέτρας έγινε πολύ έντονη στην παλάμη του, σχεδόν τον έκαψε. Την ένιωσε να τον τραβάει, την ακολούθησε και βγήκε στο φως.
 
«Πως νιώθεις, λοιπόν, τώρα» ρώτησε η φωνή με συμπόνια.
Σήκωσε το κεφάλι του και ανακάθισε. Κοίταξε γύρω του και το βλέμμα του στάθηκε στο φως που έμπαινε από τα βρώμικα παράθυρα, αχνό αλλά παρηγορητικό. Στάθηκε στα πόδια του κι έκανε μερικά βήματα, ένιωσε να κινείται ανάλαφρα, το βάρος δεν υπήρχε πια. Ένιωθε συναισθήματα που για χρόνια του ήταν απρόσιτα. Ένιωθε ήρεμος, ένιωθε ειρήνη.
 
«Πόσο σημαντική είναι η νιότη του σώματος για σένα, τώρα, Σόλωνα;»
«Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ» είπε κοιτώντας την πέτρα στο χέρι του. «Σ’ ευχαριστώ που μου έδειξες πως η ψυχή και η καρδιά είναι πάντα νέες, πως ο πόνος δεν είναι μονόδρομος, πως υπάρχει επιλογή. Έψαχνα τη νιότη γιατί είχα χάσει τη ζωή μου. Βλέπω καθαρά τώρα, πως όταν ο πόνος δεν καταλαμβάνει χώρο μέσα μου, τον καταλαμβάνει η αγάπη».
 
«Έχει ηλικία η αγάπη Σόλωνα; Γερνάει η αγάπη;»
«Η αγάπη είναι πέρα και πάνω από τον χώρο και τον χρόνο» είπε ο Σόλωνας. «Το είχα ξεχάσει… Είχα ξεχάσει πως είναι να ζεις πραγματικά. Αν είχα αγγίξει τη ζωή με όλες μου τις αισθήσεις, αν είχα ζήσει, έστω και για λίγες μέρες, σ’ αυτά τα χρόνια, δεν θα με απασχολούσε η νιότη…»
 
«Ποιος είσαι Σόλωνα;»
«Είμαι η ζωή, η νιότη, είμαι ο οίκος στον οποίο κατοικεί η αγάπη, ο οίκος στον οποίο κατοικεί η οικογένειά μου. Δε με άφησαν αυτοί, εγώ τους άφησα… Τώρα όμως, τους ξαναβρήκα. Τώρα επανενωθήκαμε και η καρδιά μου γαλήνεψε…»
 
«Είσαι το μήνυμα Σόλωνα, πρόσφερε τον εαυτό σου στον κόσμο».

Ευγνωμοσύνη: ο κοινός παράγοντας στην αύξηση της ευτυχίας και στη μείωση της κατάθλιψης

Αποτέλεσμα εικόνας για Την αγάπη δεν τη δίνεις, τη δείχνεις!Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί πολλές έρευνες, ιδιαίτερα από το πεδίο της Θετικής Ψυχολογίας, όσον αφορά στην ευγνωμοσύνη, ενώ παλιότερα το θέμα αυτό αφορούσε αποκλειστικά τις θρησκείες και την πνευματικότητα. Τα αποτελέσματα των ερευνών αυτών έδειξαν, πέρα από κάθε αμφιβολία, πως η ευγνωμοσύνη αυξάνει το επίπεδο ευτυχίας και ικανοποίησης από τη ζωή και μειώνει σημαντικά τα συμπτώματα της κατάθλιψης.
Η ευγνωμοσύνη μας καθιστά ικανούς να λάβουμε και να ανταποδώσουμε το καλό που λάβαμε
Από τα οφέλη της ευγνωμοσύνης μπορούμε να ωφεληθούμε όλοι και όχι μόνο αυτοί που είναι από την φύση τους ευγνώμονες. Το να νιώθουμε ευγνωμοσύνη είναι μία δεξιότητα που μπορούμε να αναπτύξουμε, ένας μυς που μπορούμε να γυμνάσουμε, με την πρακτική. Επιστήμονες  απέδειξαν, μέσω ερευνών πως η ευγνωμοσύνη ενισχύει πέρα από την προσωπική ικανοποίηση και ευτυχία και μία πληθώρα θετικών αισθημάτων όπως αισιοδοξία, χαρά, ευχαρίστηση, ενθουσιασμό και αυξάνει την ευαισθητοποίηση και την εκτίμηση για τα πραγμάτων γύρω μας. Αποδείχτηκε επίσης πως μειώνει τα επίπεδα ανησυχίας και κατάθλιψης.
“Η ευγνωμοσύνη είναι «η ηθική μνήμη της ανθρωπότητας»” George Simmel
Άλλοι πραγματοποίησαν αρκετές μελέτες προσπαθώντας να ανακαλύψουν αν η ευγνωμοσύνη επηρεάζει επίσης την φυσική και σωματική μας κατάσταση. Τα θετικά αποτελέσματα που έλαβαν εξέπληξαν και τους ίδιους. Οι μελέτες έδειξαν πως τα άτομα που έλαβαν μέρος σ’ αυτές απέκτησαν, σε διάστημα 10 εβδομάδων, θετικότερα συναισθήματα για τη ζωή και το μέλλον τους, είχαν λιγότερα προβλήματα υγείας, γρηγορότερη ανάρρωση, ασκούνταν περισσότερο και είχαν καλύτερη ποιότητα και περισσότερες ώρες ύπνου. Επίσης ένιωθαν περισσότερο χαρούμενοι, ενθουσιασμένοι, δυνατοί, αποφασιστικοί, ενεργητικοί και πρόσφεραν μεγαλύτερη συναισθηματική υποστήριξη και βοήθεια σε άλλους (πράγμα που δείχνει πως η ευγνωμοσύνη μας κινητοποιεί για να προσφέρουμε και να κάνουμε κάτι καλό).
 
Σύμφωνα με τον Robert Emmons, δεν θα πρέπει να μετράμε προβατάκια για να κοιμηθούμε, αλλά ευλογίες… Οι μελέτες του τον οδήγησαν στο συμπέρασμα πως η ευγνωμοσύνη είναι απαραίτητη κυρίως για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος είναι πως δυναμώνει τους κοινωνικούς δεσμούς και καλλιεργεί την αίσθηση σύνδεσης του ατόμου με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ο δεύτερος λόγος είναι πως η ευγνωμοσύνη αυξάνει την αίσθηση της προσωπικής αξίας κάποιου. Όταν βιώνουμε την ευγνωμοσύνη καταλαβαίνουμε πως κάποιος άλλος θέλει το καλό μας κι ενδιαφέρεται για την ευημερία μας, εφόσον μας προσφέρει, κι έτσι νιώθουμε πως μας νοιάζονται και μας αγαπούν. Και τότε μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε πως ο κόσμος δεν στερείται καλοσύνης, κατανόησης και αγάπης. Γι’ αυτό και αποτελεί αντίδοτο γι’ αυτούς που πάσχουν από αρνητικότητα και κατάθλιψη.
 
Μία καλή ιδέα, λοιπόν, είναι να σημειώνουμε όλα τα πράγματα για τα οποία είμαστε ευγνώμονες, μία-δύο φορές την εβδομάδα, να τα βάζουμε σ’ ένα κουτί και να τα διαβάζουμε όταν αισθανόμαστε πεσμένοι, απογοητευμένοι ή αδύναμοι. Είναι βέβαιο πως η διάθεσή μας θ’ αλλάξει άμεσα.
 
Και μόνο η συνειδητοποίηση πως έχουμε περισσότερα απ’ όσα έχει το 85% των ανθρώπων που ζουν τώρα στον πλανήτη, είναι αρκετή για να επανακτήσουμε την αισιοδοξία μας. Ενεργοποιώντας συνειδητά την αίσθηση της ευγνωμοσύνης στη καθημερινότητα μας, αυξάνουμε τα επίπεδα ευχαρίστησης, ικανοποίησης, αποδοχής και εκτίμησης. Ιδιαίτερα η έκφραση της ευγνωμοσύνης μας σε άλλους συνδέεται με αυξημένη ενέργεια, αισιοδοξία και ενσυναίσθηση.
«Η ευγνωμοσύνη μας καθιστά ικανούς να λάβουμε και μας παρακινεί να ανταποδώσουμε το καλό που λάβαμε και μ’ αυτόν τον τρόπο μας καθιστά πραγματικούς ανθρώπους» -Robert A. Emmons

Τα στοιχεία ενός βαρετού ανθρώπου

Σε μια σειρά μελετών, κοινωνικός ψυχολόγος Leary Mark και τρεις συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι μπορούμε να κουράσουμε τους άλλους ανθρώπους με το τι έχουμε να πούμε και πώς θα το πούμε (Το περιεχόμενο και το ύφος). Βρήκαν επίσης ότι θα μπορούσαμε να ανησυχούμε για το αν οι άλλοι άνθρωποι μπορεί να μας κρίνουν ως βαρετούς, μιας και είναι πιθανό να  μας κρίνουν σκληρά και για πολλές άλλες ιδιότητες/δραστηριότητές μας.
 
Στην πρώτη σειρά μελετών, οι ερευνητές ζήτησαν από τους ανθρώπους να περιγράψουν τα πράγματα «που άλλοι άνθρωποι κάνουν και τους κάνει να βαριούνται.» Στη συνέχεια, έκαναν μια λίστα με τα 43 είδη πραγμάτων που αναφέρθηκαν πιο συχνά στις απαντήσεις και ζήτησε πολλές εκατοντάδες ανθρώπους να αξιολογήσουν  αυτές τις 43 απαντήσεις, πόσο βαρετές συμπεριφορές έκριναν ότι ήταν. Με τα αποτελέσματα αυτά, βγήκαν 9 κατηγορίες «Των πιο βαρετών πραγμάτων».
 
Ξεκινώντας με το πιο βαρετό να είναι:
 
Αρνητικός εγωκεντρισμός. Ο νούμερο 1 πιο βαρετός τρόπος συμπεριφοράς ήταν αυτό που οι ερευνητές περιγράφουν ως «μιλώντας για κάποια προβλήματα άλλων, αυτοί που τα άκουγαν εμφάνιζαν αδιαφορία»
 
Κοινοτοπία. Το να μιλάει κάποιος για ασήμαντα ή επιφανειακά πράγματα, για ένα μόνο θέμα, και επαναλαμβάνοντας τις ίδιες ιστορίες και αστεία ξανά και ξανά.
 
Χαμηλή συναισθηματικότητα.  Το να δείχνει κάποιος ελάχιστο ενθουσιασμό, μιλώντας με ένα μονότονο λόγο, συμμετέχοντας με πολύ μικρή επαφή με τα μάτια, με πολύ παθητική συμπεριφορά.
 
Μονοτονία. Να μιλάει κάποιος αργά, σταματώντας για μεγάλο χρονικό διάστημα πριν απαντήσει, παίρνει πολύ χρόνο για να πει κάτι και να χρονοτριβεί μια συζήτηση χωρίς λόγο.
 
Η παθητικότητα. Έχοντας λίγα να πει κάποιος, δεν έχει καμία άποψη, είναι πολύ προβλέψιμος ή πολύ πιθανό να προσπαθήσουν να συμμορφώνονται που λένε οι άλλοι.
 
Αυτο-απασχόληση. Να μιλάει κάποιος για τον εαυτό του.
 
Σοβαρότητα. Όταν κάποιος ήταν πολύ σοβαρός και καθόλου χαμογελαστός.
 
Προσπάθεια για απόκτηση της εύνοιας.  Όταν κάποιος προσπαθεί να είναι αστείος ή καλός για να εντυπωσιάσει τους άλλους ανθρώπους.
 
Απόσπαση της προσοχής. Να κάνει πράγματα που παρεμβαίνουν με τη συνομιλία, να αποπροσανατολίζεται πάρα πολύ εύκολα, με συμμετοχή ελάχιστα στη συζήτηση.
 
Θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι η έρευνα αυτή, αγγίζει πάρα πολύ και την ελληνική πραγματικότητα. Πόσοι δεν έχουμε παρατηρήσει σε καθημερινή βάση, ανθρώπους με αυτά τα χαρακτηριστικά; Αν σκεφτείτε καλύτερα, πόσες φορές είχατε και εσείς κάποια χαρακτηριστικά από αυτά, σε μέρος που υποτίθεται ότι πήγατε για να περάσετε όμορφα;