Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Οι ερωτευμένοι είναι τρελοί! Γιατί δυο άνθρωποι ερωτεύονται;

pair-in-loveΌλη μας η ζωή περιστρέφεται γύρω από σχέσεις και η πραγματική ευτυχία αφορά το πόσο κοντά και αγαπημένα νιώθουμε όταν είμαστε μαζί με τους άλλους, είτε είναι φίλοι, είτε ερωτικοί σύντροφοι είτε οι γονείς μας.

Ο έρωτας, το απόλυτο συναίσθημα. Ο Νίτσε είχε πει πως «οι ερωτευμένοι είναι τρελοί» και κατά μία έννοια είχε δίκιο. Όταν είμαστε ερωτευμένοι αλλάζει ο τρόπος που νιώθουμε και αντιλαμβανόμαστε τη ζωή. Όμως πότε δυο άνθρωποι ερωτεύονται;
Υπάρχουν συνθήκες που βοηθούν το να ερωτευτούμε; Άραγε τα ετερώνυμα πραγματικά έλκονται;
 
Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τον έρωτα
Ας δούμε ποιοι παράγοντες παίζουν ρόλο και βοηθούν ώστε να ερωτευτούν δυο άνθρωποι:
 
1ος Παράγοντας: Ο Συγχρονισμός (timing)
Κανείς μπορεί να ερωτευθεί όταν δεν το περιμένει καθόλου, από απλή τύχη ή σύμπτωση. Ένας ιδανικός σύντροφος μπορεί να κάθεται δίπλα σου στο πάρτι αλλά να μην τον προσέξεις αν είσαι απασχολημένος/-η με θέματα της δουλειάς, ή αν είσαι ήδη σε μια άλλη σχέση ή με κάποιο άλλο τρόπο συναισθηματικά μη διαθέσιμος/-η.
 
Αν όμως μόλις μπήκες στο κολλέγιο ή μετακόμισες μόνος/-η σε άλλη πόλη, αν πρόσφατα βγήκες από μια μη ικανοποιητική σχέση, αν άρχισες να βγάζεις αρκετά λεφτά για να κάνεις οικογένεια, αν είσαι μόνος-η ή πέρασες μια δύσκολη δοκιμασία ή τέλος αν έχεις παρά πολύ ελεύθερο χρόνο τότε έχεις τις «προδιαγραφές» για να ερωτευθείς. Πιο συγκεκριμένα, οι άνθρωποι που είναι σε συναισθηματική ένταση, είτε από χαρά, άγχος, φόβο, περιέργεια, λύπη είτε από οποιαδήποτε άλλο συναίσθημα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να ερωτευθούν, είναι πιο ευάλωτοι στο πάθος.
 
2ος Παράγοντας: Η Κοντινότητα
Η κοντινότητα μπορεί να παίξει και αυτή τον ρόλο της. Τείνουμε να επιλέγουμε ανθρώπους που είναι κοντά μας.
 
3ος Παράγοντας: Το Μυστήριο
Ένας άλλος παράγοντας στην επιλογή συντρόφου είναι το μυστήριο. Έχει φανεί πως και τα δυο φύλλα έλκονται από ανθρώπους τους οποίους βρίσκουν μυστηριώδεις. Όπως είχε γράψει και ο Μπωντλαίρ: «Η αγάπη μας για τις γυναίκες είναι σε αναλογία με το βαθμός της ανοικειότητας (strangeness) προς εμάς».
 
Το αντίθετο είναι επίσης αλήθεια. Η οικειότητα μπορεί να απομακρύνει τις σκέψεις για μια ρομαντική σχέση. Σχεδόν όλα τα άτομα έχουν μια σεξουαλική αποστροφή σε πάρα πολύ οικεία πρόσωπα. Προτιμούν να σχετίζονται με ξένους.
 
4ος Παράγοντας: Τα ετερώνυμα έλκονται;
Παρόλο που οι περισσότεροι άνθρωποι ανά τον κόσμο που νιώθουν ερωτική έλξη για «αγνώστους» μη οικείους, επιλέγουν να έχουν αυτούς που έχουν την ίδια εθνότητα, το ίδιο κοινωνικό, θρησκευτικό και οικονομικό υπόβαθρο, ίδιο βαθμό νοημοσύνης και παρόμοιες συμπεριφορές, προσδοκίες, αξίες, ενδιαφέροντα καιπαρόμοιες κοινωνικό- επικοινωνιακές δεξιότητες.
 
5ος Παράγοντας: Η Συμμετρία
Η τάση μας να επιλέγουμε ανθρώπους με «καλές» αναλογίες είτε στο πρόσωπο είτε στο σώμα.
 
6ος Παράγοντας: «Μου θυμίζεις κάποιον που ήξερα όταν ήμουνα παιδί…»
Άνθρωποι που αγαπήσαμε και μας φρόντισαν καταγράφονται ως θετικά μοντέλακαι πολλές φορές στην ενήλικη ζωή μας ο/η σύντροφος μας μπορεί να έχει στοιχεία αυτού του ανθρώπου πχ ενός αδελφού που μας φρόντιζε, του πατέρα, της γυναίκας που μας κρατούσε όταν ήμασταν παιδιά κτλ.
 
Κλείνοντας, ας μην ξεχνάμε πως η πλειοψηφία των παραπάνω παραγόντων, μας επηρεάζουν χωρίς να τους αντιλαμβανόμαστε και όπως τα περισσότερα πράγματα στη ζωή, έτσι και ο έρωτας έρχεται χωρίς να τον περιμένουμε γιατί στον έρωτα όλα είναι πιθανά!

Στηρίξτε τις γυναίκες και κάντε το κάθε μέρα για κάθε γυναίκα του κόσμου μας

woman-with-babyΣε χώρες που έχουν πληγεί από τους πολέμους, τις συγκρούσεις, την φτώχεια και το trafficking, η ανάγκη μιας πιο αποτελεσματικής δράσης για την ενδυνάμωση της θέσης των γυναικών, δεν θα μπορούσε να είναι πιο επείγον από ότι στη σημερινή εποχή. Παρά τις ισχυρές αποδείξεις ότι η οικονομική ισότητα των γυναικών είναι ζωτικής σημασίας για την καταπολέμηση της παγκόσμιας φτώχειας και την προώθηση της αειφόρου ανάπτυξης, η πρόοδος είναι αργή.
 
Η βία που υφίστανται οι γυναίκες στον κόσμο κάθε μέρα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή τους και την υγεία τους. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΟΗΕ σε ορισμένες χώρες όπως η Ζάμπια το 59% των γυναικών θα βιώσουν σωματική βία στη ζωή τους.
 
Στην Γκάνα, οι κάτοικοι πιστεύουν ακόμα στη μαγεία και υπάρχει κυνήγι μαγισσών. Στα βόρεια της χώρας οι γυναίκες που κατηγορούνται για μαγεία λιντσάρονται και εξορίζονται σε «μαγικά» χωριά από όπου δεν μπορούν να ξεφύγουν.
 
Στο Μπανγκλαντές, η βία κατά των γυναικών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη και η χώρα έχει το θλιβερό ρεκόρ να είναι πρώτη στις επιθέσεις με οξύ. Το 2005, καταγράφηκαν 267 επιθέσεις. Θύματα είναι κυρίως γυναίκες, αλλά και παιδιά καθώς οι επιθέσεις συμβαίνουν συχνά την ώρα του ύπνου. Επιπλέον, υπολογίζεται ότι μέχρι και 29.000 ανήλικα κορίτσια εκδίδονται στα πορνεία του Μπαγκλαντές που ακόμα και σε ηλικία 12 ετών μπορεί να πουληθούν από τους γονείς τους.
 
Οι γυναίκες εξακολουθούν να κερδίζουν μόνο το 10% του παγκόσμιου εισοδήματος και κατέχουν μόνο το 1% της περιουσίας. Μόνο το 50% των γυναικών που συμμετέχουν στην ενεργή ζωή σαν εργαζόμενες, σε σύγκριση με το 80% των ανδρών, και το 75% του συνόλου των γυναικών, δεν μπορεί να πάρει τραπεζικά δάνεια. Από τα 57 εκατομμύρια παιδιά που δεν πάνε στο δημοτικό σχολείο, η πλειοψηφία τους είναι κορίτσια.
 
Το δε συμπέρασμα ετήσιας έρευνας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ αναφέρει ότι υπολογίζεται το 2187  να επιτευχθεί οικονομική ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών.  Αναφέρει επίσης ότι η οικονομική ανισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών αυξάνεται σε παγκόσμιο επίπεδο και με τα σημερινά δεδομένα θα χρειαστούν 170 χρόνια για να γεφυρωθεί,
 
Σε χώρες που έχουν πληγεί από τον πόλεμο και τις συγκρούσεις, η διαφορά είναι ακόμα μεγαλύτερη. Το Αφγανιστάν και το Κονγκό, συχνά αναφέρονται ως οι «χειρότερες χώρες για τις γυναίκες" από τους εμπειρογνώμονες της ανάπτυξης, λόγω των πολλών γυναικών που αντιμετωπίζουν διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένης της βίας με βάση το φύλο, την απουσία δικαιωμάτων και τις ελάχιστες οικονομικές ευκαιρίες. Εν τω μεταξύ στο Ιράκ, τη Συρία και τη Νιγηρία, τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των γυναικών διαβρώνονται από την άνοδο του εξτρεμισμού.
 
Σε πολλές χώρες χιλιάδες γυναίκες επιζώντες των πολέμων δεν έχουν πάει ποτέ στο σχολείο, δεν μπορούν να διαβάσουν ή να γράψουν και ποτέ δεν είχαν μια αμειβόμενη εργασία. Έχουν μεγαλώσει πιστεύοντας ότι η θέση τους είναι στο σπίτι, η δουλειά τους τους είναι να κάνουν παιδιά, και οι αντιρρήσεις τους δεν μετράνε. Πολλές έχουν επίσης χάσει τους συζύγους και τα μέλη της οικογένειας τους, ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, και υπέστησαν απερίγραπτη βία. Αυτές οι γυναίκες παγιδεύονται στο κάτω μέρος της πυραμίδας της οικονομίας – και με μειωμένες ευκαιρίες στη ζωή τους,  επηρεάζουν όλους μας στην κοινωνία.

Αλλά, ενώ είναι σημαντικό σε μια μέρα όπως είναι η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας να τονίσουμε το μέγεθος της ανισότητας και των δυσκολιών που έχουν οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο, καθώς και την ανάγκη να επιταχυνθεί ο ρυθμός των αλλαγών, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι γυναίκες σε όλο τον κόσμο προσπαθούν να τα κάνουν κάθε μέρα του έτους. Δεν περιμένουν τριγύρω τους από κάποιον άλλο να βρει λύσεις ή ανοιχτές πόρτες για αυτές.

Έρευνα: Οι σταγόνες της βροχής μπορούν να διασπείρουν στον αέρα τα μικρόβια του χώματος

Μια βροχούλα αρκεί για να βοηθήσει στη διασπορά των μικροβίων. Τα βακτήρια που υπάρχουν στο χώμα, είναι δυνατό να διασπαρούν στον αέρα μέσω των σταγόνων της βροχής και στη συνέχεια να εξαπλωθούν μακρυά με τη βοήθεια του αέρα.

Είναι η πρώτη φορά που οι επιστήμονες ανακαλύπτουν έναν άγνωστο έως τώρα μηχανισμό, ο οποίος ρίχνει φως στον τρόπο που οι μικροοργανισμοί καταφέρνουν να ταξιδεύουν σε μεγάλες αποστάσεις. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι καθώς μια σταγόνα πέφτει στο χώμα, παγιδεύει μικροσκοπικές φυσαλλίδες αέρα, οι οποίες σκάνε καθώς ανεβαίνουν ψηλότερα, δημιουργώντας έτσι μικρότερα αιωρούμενα σταγονίδια νερού ή αερολύματα.
Ήταν επίσης ανέκαθεν γνωστό ότι το χώμα βρίθει μικροβίων. Όμως, έως τώρα παρέμενε ασαφές με ποιον τρόπο τα βακτήρια μεταφέρονται στην ατμόσφαιρα, καθώς οι επιστήμονες πίστευαν ότι οι μικροοργανισμοί δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουν τη στιγμή που δημιουργούνται τα αερολύματα.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Κάλεν Μπιούι του Τμήματος Μηχανολόγων Μηχανικών του ΜΙΤ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature Communications", απέδειξαν για πρώτη φορά ότι όχι μόνο τα βακτήρια επιβιώνουν, αλλά εξαπλώνονται στην ατμόσφαιρα.

Χρησιμοποιώντας κάμερες υψηλής ταχύτητας, συσκευές φθορίζουσας απεικόνισης και τεχνικές προσομοίωσης σε υπολογιστές, διαπίστωσαν ότι μία μοναδική σταγόνα της βροχής μπορεί να μεταφέρει στον αέρα το 0,01% των βακτηρίων που υπάρχουν στο χώμα πάνω στο οποίο πέφτει. Στην ατμόσφαιρα όπου εκτινάσσονται, τα βακτήρια αυτά μπορούν να επιβιώσουν για πάνω από μία ώρα.

Το μαγνητικό αποτύπωμα του Γαλαξία

to-magnitiko-apotupoma-tou-galaksiaΈναν χάρτη που απεικονίζει το μαγνητικό πεδίο στο Γαλαξία μας με τη μεγαλύτερη έως σήμερα λεπτομέρεια δημοσίευσε μία διεθνής ομάδα αστροφυσικών, στηριζόμενη στα στοιχεία από το ευρωπαϊκό διαστημικό τηλεσκόπιο Πλανκ.

Η απεικόνιση του μαγνητικού πεδίου του Γαλαξία μας από το ευρωπαϊκό διαστημικό τηλεσκόπιο Πλανκ.
 
Πρωταρχική αποστολή για το Πλανκ ήταν η μελέτη της ακτινοβολίας υποβάθρου, της θερμικής ακτινοβολίας που αποτελεί τον απόηχο από τη Μεγάλη Έκρηξη που γέννησε το Σύμπαν πριν από 13.8 δισεκατομμύρια χρόνια.

Η ακτινοβολία υποβάθρου είναι το παλαιότερο φως στο Σύμπαν και σήμερα πιστεύουμε πως εκπέμφθηκε όταν το Σύμπαν είχε ηλικία 380.000 χρόνων και θερμοκρασία κατάλληλη ώστε τα ελεύθερα πρωτόνια και ηλεκτρόνια να συνενωθούν σε πυρήνες υδρογόνου, επιτρέποντας έτσι στο πρώτο φως να διαδοθεί.

Πέρα όμως από τη μεγάλη επιτυχία της παρατήρησης της ακτινοβολίας υποβάθρου με ασύγκριτη λεπτομέρεια, το Πλανκ ήταν εξοπλισμένο και  με ένα όργανο παρατήρησης των σωματιδίων σκόνης που υπάρχουν στο Γαλαξία. Τα σωματίδια αυτά εκπέμπουν το δικό τους φως αφού θερμανθούν από το φως των κοντινών τους άστρων.

Παρατηρώντας την πόλωση του συγκεκριμένου φωτός οι επιστήμονες ήταν σε θέση να αποκρυπτογραφήσουν τον προσανατολισμό του μαγνητικού πεδίου του Γαλαξία, το οποίο είναι γνωστό πως είναι 100.000 φορές ασθενέστερο κατά μέσο όρο σε σύγκριση με αυτό της Γης.

Όπως ακριβώς όμως πολλά φαινόμενα στον πλανήτη μας μπορούν να εξηγηθούν μέσω του μαγνητικού του πεδίου, έτσι και στο Γαλαξία είναι εξίσου σημαντική η γνώση της συμπεριφοράς του.

Στο χάρτη φαίνεται ξεκάθαρα πως υπάρχουν ισχυρές μαγνητικές γραμμές παράλληλες με το επίπεδο του Γαλαξία, ενώ σχηματίζονται και αρκετοί έντονοι βρόχοι και σπείρες σε περιοχές με υψηλή συγκέντρωση αερίων και σκόνης.

«Η σκόνη συχνά παραμελείται στις μελέτες, πρέπει όμως να θυμόμαστε πως περιέχει τα ίδια υλικά από τα οποία σχηματίζονται οι βραχώδεις πλανήτες», υποστηρίζει ο καθηγητής Πίτερ Μάρτιν εκ μέρους του Καναδικού Ινστιτούτου Θεωρητικής Αστροφυσικής, που συμμετείχε στην έρευνα. «Παρατηρώντας τη σκόνη, το Πλανκ μας βοήθησε να κατανοήσουμε τη σύνθετη ιστορία του Γαλαξία και συνεπώς και της ζωής σε αυτόν», καταλήγει.

Το αποτύπωμα του μαγνητικού πεδίου του Γαλαξία θα δημοσιευτεί σε τέσσερα διαδοχικά άρθρα του επόμενου τεύχους του περιοδικού Astronomy & Astrophysics.

Νέα μέθοδος για τη μέτρηση του βάρους ενός άλλου πλανήτη

hd-189733bΜια νέα τεχνική μέτρησης της μάζας των πλανητών εκτός Ηλιακού Συστήματος παρουσιάζεται σε ένα χθεσινό άρθρο στο περιοδικό Science. Σύμφωνα με αυτή, ένας  μακρινός πλανήτης μπορεί να «ζυγιστεί» εάν αναλυθεί το φως που έχει διασχίσει την ατμόσφαιρά του, το πάχος και η πυκνότητα της οποίας εξαρτάται από τη μάζα του πλανήτη.

Η συγκεκριμένη μέθοδος εφαρμόστηκε για την περίπτωση του HD 189733b, ενός πλανήτη 63 έτη φωτός μακριά μας, ο οποίος εντοπίστηκε το 2005, και η μάζα του ήταν δυνατόν να προσδιορισθεί και με τη μέθοδο της παραμόρφωσης.

Για να προσδιορίσουν την πιθανότητα ύπαρξης ζωής σε έναν πλανήτη, οι αστρονόμοι ερευνούν τέσσερα πράγματα: την ύπαρξη ατμόσφαιρας στην οποία περιέχονται χημικά μόρια χρήσιμα για τη ζωή όπως το οξυγόνο, την ύπαρξη νερού σε υγρή μορφή, το μέγεθος και τη μάζα του πλανήτη, με το μέγεθος και τη μάζα της Γης να θεωρούνται τα ιδανικά πρότυπα.
 
Το μοναδικό από τα παραπάνω μεγέθη που μπορεί να παρατηρηθεί με ευκολία από τα διαστημικά ή και τα επίγεια τηλεσκόπια, είναι το μέγεθος των εξωπλανητών, των οποίων η σκιά αποτυπώνεται στη φωτεινότητα των μητρικών τους άστρων, κάθε φορά που παρεμβάλλονται μεταξύ του άστρου και του τηλεσκοπίου.
 
Τις τελευταίες δεκαετίες, και ειδικότερα τα τελευταία χρόνια, οι αστρονόμοι έχουν ανακαλύψει περισσότερους από 1.000 εξωπλανήτες, με απώτερο σκοπό την εύρεση ενός πλανήτη διδύμου της Γης. Για τους περισσότερους από τους πλανήτες αυτούς δε γνωρίζουμε ακόμη πολλά στοιχεία, με τους επιστήμονες να χρησιμοποιούν έξυπνες τεχνικές για να εκτιμήσουν τις διάφορες ιδιότητές τους.
Ειδικότερα η μάζα ενός πλανήτη είναι ίσως το σημαντικότερο μέγεθος καθώς σε συνδυασμό με το μέγεθος, μπορεί να υπολογιστεί η πυκνότητά του πλανήτη και κατά προσέγγιση η σύνθεσή του (αεριώδης ή βραχώδης), με τους βραχώδεις πλανήτες να θεωρούνται πιθανότερα περιβάλλοντα για την ανάπτυξη ζωής.
 
«Η μάζα επηρεάζει τα πάντα σε πλανητικό επίπεδο. Εάν δεν την υπολογίσεις ένα μεγάλο μέρος των ιδιοτήτων του πλανήτη θα παραμείνει άγνωστο», υποστηρίζει ο Ζουλιέν ντε Βιτ, ερευνητής στο πανεπιστήμιο MIT και ένας εκ των συγγραφέων του άρθρου.
 
Οι μέθοδοι ωστόσο για τον προσδιορισμό της μάζας είναι περιορισμένοι με την κύρια τεχνική να αφορά στην παρατήρηση της παραμόρφωσης του άστρου από τη βαρύτητα του πλανήτη, καθώς αυτός ακολουθεί την τροχιά του. Σε πλανήτες όμως με χαμηλή μάζα ή με μεγάλη τροχιά η μέθοδος αυτή δεν αποδίδει, αφού δεν προκαλούν παρατηρήσιμη παραμόρφωση στο άστρο.
 
Οι ερευνητές όμως υποστηρίζουν πως η μελέτη της ατμόσφαιρας ενός πλανήτη, μπορεί να δώσει στοιχεία για τη μάζα του. Σε υψηλά υψόμετρα η ατμόσφαιρα γίνεται ολοένα και πιο αραιή, καθώς η βαρύτητα ελαττώνεται όσο απομακρυνόμαστε από το κέντρο του πλανήτη. Η ατμόσφαιρα επιδρά σαν φίλτρο στην ακτινοβολία, αλλάζοντας το φάσμα της, η ανάλυση του οποίου μπορεί να δώσει μία αξιόπιστη εκτίμηση για τη διαστρωμάτωσή της. Καθώς αυτή εξαρτάται άμεσα από τη βαρύτητα, είναι δυνατός και ο προσδιορισμός της, και συνεπώς και ο υπολογισμός της μάζας του πλανήτη.
 
Η συγκεκριμένη μέθοδος εφαρμόστηκε για την περίπτωση του HD 189733b, ενός πλανήτη 63 έτη φωτός μακριά μας, ο οποίος εντοπίστηκε το 2005, και η μάζα του ήταν δυνατόν να προσδιορισθεί και με τη μέθοδο της παραμόρφωσης. Τα αποτελέσματα από τις δύο διαφορετικές μεθόδους βρέθηκαν να συμφωνούν πλήρως, δίνοντας στους αστρονόμους μία πολύτιμη νέα ιδέα που μπορεί να τεθεί σε χρήση στο σχεδιασμό των μελλοντικών διαστημικών τηλεσκοπίων αλλά και να βοηθήσει σημαντικά στην έρευνα για φιλόξενα και κατοικήσιμα περιβάλλοντα εκτός Ηλιακού Συστήματος.

Ένα όργανο στον ISS θα δημιουργήσει το πιο κρύο σημείο στο σύμπαν

CACHE
Η NASA θα στείλει στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό (ISS) ένα όργανο σε μέγεθος μπαούλου που θα έχει ως στόχο να δημιουργήσει το πιο ψυχρό σημείο στο σύμπαν. Μέσα σε αυτό το «κουτί» υψηλής τεχνολογίας, θα υπάρχουν ένα θάλαμος κενού, λέιζερ και ένα ηλεκτρομαγνητικό «μαχαίρι», που θα χρησιμοποιηθούν για να εξαλείψουν την ενέργεια των σωματιδίων ενός αερίου, επιβραδύνοντάς τα τόσο πολύ, ώστε να παραμείνουν σχεδόν ακίνητα.

Η μαγνητο-οπτική παγίδα που θα χρησιμοποιηθεί στον ISS

Το πάγωμα των ατόμων του αερίου θα κατεβάσει τη θερμοκρασία τους σε μόλις ένα δισεκατομμυριοστό του βαθμού πάνω από το απόλυτο μηδέν. Θα πρόκειται για μια θερμοκρασία τουλάχιστον 100 εκατομμύρια φορές πιο χαμηλή από αυτήν που υπάρχει στα βάθη του διαστήματος. Η συσκευή όπου θα γίνει το πείραμα, λέγεται Εργαστήριο Κρύων Ατόμων (CAL), αναπτύχθηκε από το Εργαστήριο Αεριοπροώθησης (JPL) της NASA και θα ταξιδέψει στον ISS τον Αύγουστο πάνω σε ένα πύραυλο της ιδιωτικής εταιρείας SpaceX.

«Η μελέτη αυτών των υπέρ-ψυχρων ατόμων μπορεί να μεταμορφώσει την κατανόησή μας για την ύλη και τη θεμελιώδη φύση της βαρύτητας. Τα πειράματα που θα κάνουμε, θα μας δώσουν νέες ενοράσεις για τη βαρύτητα και τη σκοτεινή ενέργεια, μερικές από τις πιο διάχυτες δυνάμεις στο σύμπαν», δήλωσε ο επικεφαλής επιστήμων Ρόμπερτ Τόμσον του JPL.

Όταν τα άτομα ψυχθούν σε τόσο ακραίες θερμοκρασίες μέσα στο Εργαστήριο Κρύων Ατόμων, μπορεί να σχηματίσουν μια διακριτή κατάσταση της ύλης, γνωστή ως συμπύκνωμα Bose-Einstein, στην οποία έχει αρχίσει πλέον να ισχύει η κβαντική και όχι η συνήθης φυσική. Τότε η ύλη μπορεί να συμπεριφέρεται λιγότερο σαν σωματίδια και περισσότερο σαν κύματα.

Μέχρι σήμερα η NASA δεν έχει δημιουργήσει ή παρατηρήσει ποτέ ένα συμπύκνωμα Bose-Einstein στο διάστημα. Στη Γη, λόγω της βαρύτητας, τέτοια συμπυκνώματα μπορούν να παρατηρηθούν μόνο για κλάσματα του δευτερολέπτου. Αλλά στο Διεθνή Διαστημικό Σταθμό, με την μικρότερη βαρύτητα, μπορεί να παρατηρηθούν για περισσότερο χρόνο, ίσως για πέντε έως δέκα δευτερόλεπτα.

Πέντε διαφορετικές επιστημονικές ομάδες από αμερικανικά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα θα διεξάγουν πειράματα στον ISS με το Εργαστήριο Κρύων Ατόμων. Τα πειράματα αυτά μπορεί στο μέλλον να οδηγήσουν σε διάφορες πρακτικές εφαρμογές (βελτιωμένους αισθητήρες, κβαντικούς υπολογιστές, ατομικά ρολόγια κ.α.).

Γιατί τα πάντα είναι ασπρόμαυρα;

Mπορεί να αποτελούν ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είδη ζώων που απειλούνται με εξαφάνιση, αλλά τα πάντα εξακολουθούν να διαθέτουν ένα χαρακτηριστικό που τα κάνει να ξεχωρίζουν: το ασπρόμαυρο χρώμα τους. Το εντυπωσιακό μαύρο και άσπρο τρίχωμά τους προσελκύει σίγουρα την προσοχή, γεγονός που προκαλεί την εξής εύλογη απορία: «Γιατί ένα φυτοφάγο ζώο να θέλει να τραβήξει τα βλέμματα;». Μία νέα έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο Behavioral Ecology, αναφέρει ότι κατέληξε σε μία νέα θεωρία, αναλύοντας το χρώμα σαρκοφάγων ζώων και πώς αυτό συνδέεται με το φυσικό τους περιβάλλον.

H oμάδα των ερευνητών διαπίστωσε ότι είναι πιθανό το ασπρόμαυρο χρώμα αποτελεί κάποιου είδους συμβιβασμού, ο οποίος μπορεί να παρέχει το κατάλληλο καμουφλάζ σε δύο περιβάλλοντα, δεδομένου ότι οι αρκούδες περνούν αρκετό χρόνο τόσο σε χιονισμένα τοπία όσο και σε πυκνά δάση. Υπάρχουν πολλές θεωρίες οι οποίες προσπαθούν να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους τα πάντα έχουν ασπρόμαυρο χρώμα. Κάποια από αυτές προτείνει ότι τα πάντα έχουν αυτό το χρώμα προκειμένου να μπορούν να προσαρμόζονται στα διαφορετικά περιβάλλοντα, ρυθμίζοντας τη θερμοκρασία του σώματός τους. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τις ζέβρες, που με τις ασπρόμαυρες ρίγες τους καταφέρνουν να αποφεύγουν τα τσιμπήματα από τις μύγες τσετσε και με τους πιγκουίνους που το ασπρόμαυρο χρώμα τους τους βοηθά να πετυχαίνουν το τέλειο καμουφλάζ.

Το ασπρόμαυρο μοτίβο που υπάρχει ωστόσο στο τρίχρωμα των πάντα διαφέρει από όλα τα άλλη είδη ζώων που έχουν επίσης ασπρόμαυρο χρώμα και αυτό γιατί οι ερευνητές αναφέρουν πως το εν λόγω χρώμα βοηθάει τα πάντα να αναπτύσσουν επίσης κοινωνικές συμπεριφορές. Συγκεκριμένα, αναλύοντας 195 σαρκοβόρα είδη αρκούδας και άλλη 39 υποείδη αρκούδας, βρήκαν ότι τα μαύρα αυτιά εξυπηρετούν τα πάντα έτσι ώστε να εντοπίζουν πιο εύκολα το ένα το άλλο.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Πρόσεξε τι σκέφτεσαι

Αποτέλεσμα εικόνας για «Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Πρόσεξε τι σκέφτεσαι..»Ο κάθε άνθρωπος είναι αυτό που είναι, εξαιτίας των σκέψεων που τον κυριαρχούν, στις οποίες επιτρέπει να καταλαμβάνουν την διάνοια του.

Αυτές τις σκέψεις που ενθαρρύνει με την συμπάθεια και τις αναμειγνύει με μια ή περισσότερες από τις αισθήσεις του. Οι σκέψεις αυτές αποτελούν την κινητήρια δύναμη, η οποία κατευθύνει κι ελέγχει την κάθε του κίνηση, δράση, πράξη και φυσικά αποτέλεσμα.

Οι σκέψεις που κάνει, ενισχυμένες από τα συναισθήματα που κυριαρχούν την στιγμή που αυτές γεννιούνται, δημιουργούν μια «μαγνητική» δύναμη, που προκαλεί κι ελκύει άλλες όμοιες ή σχετικές σκέψεις.

Οποιαδήποτε σκέψη, ιδέα, σχέδιο, κυριαρχεί στο μυαλό του ατόμου, προσελκύει μεγάλο αριθμό παρόμοιων σκέψεων. Αυτές εγκαθίστανται στην διάνοια, μέσα από την επανάληψη, και καθοδηγούν με τη σειρά τους τον νου από το υποσυνείδητο σε δράση, για την υλοποίηση τους.

Όλοι μπορούν να «εξαπατήσουν» το υποσυνείδητο τους, δίνοντας του οδηγίες με τις κυρίαρχες σκέψεις τους (θετικές για όσους επιθυμούν επιτυχία, βέβαια), κι αυτό να εκτελεί τις εντολές τους, οδηγώντας τους στον στόχο που έχουν ορίσει, βρίσκοντας ανέλπιστα τρόπους να ξεπερνά τα εμπόδια που παρουσιάζονται στην πορεία, με μια έμπνευση και δύναμη που το ανυποψίαστο άτομο ποτέ δεν φανταζόταν ότι διέθετε.

Και όμως ήταν εκεί, σε λανθάνουσα κατάσταση και περίμενε να ενεργοποιηθεί, με την δύναμη της αυθυποβολής και απο αρχική παρόρμηση και προσδοκία να μεταβληθεί σε πόθο, φλογερή επιθυμία και τελικά δράση για να πετύχει το υλικό ισοδύναμο της, τον στόχο του.

Ο φυσικός νόμος της αυθυποβολής, μέσα από τον οποίο μπορεί οποιοδήποτε άτομο να φτάσει σε υψηλά επιτεύγματα, που ξεπερνούν κάθε του φαντασία, περιγράφεται με λίγες λέξεις με το ακόλουθο ποίημα:
Αν σκεφτείς πως σε νίκησαν, σε έχουν ήδη νικήσει.
Αν σκεφτείς πως δεν τολμάς, ποτέ δεν θα τολμήσεις.
Αν θέλεις να νικήσεις αλλά σκέφτεσαι πως δεν μπορείς, σίγουρα δεν θα νικήσεις.
Αν σκεφτείς πως θα χάσεις, είσαι ήδη χαμένος
Γιατί η φύση μας διδάσκει πως:
Η Επιτυχία ριζώνει με την Θέληση.
Το μυστικό βρίσκεται στην διανοητική κατάσταση του κάθε ανθρώπου.
Αν σκέφτεσαι πως σ’ έχουν ξεπεράσει σε ξεπερνούν.
Πρέπει να σκεφτείς ψηλά για να πετάξεις.
Πρέπει να ‘σαι σίγουρος για τον Εαυτό σου αν θες η προσπάθεια σου να επιβραβευτεί.
Τους αγώνες της ζωής, δεν κερδίζει πάντα ο δυνατότερος, ή ο ταχύτερος.
Αυτός που αργά ή γρήγορα κερδίζει, είναι ο άνθρωπος ΠΟΥ ΣΚΕΦΤΕΤΑΙ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙ.
Τόσο οι επιτυχίες, όσο και οι αποτυχίες, είναι αποκυήματα της κυρίαρχης σκέψης.

ΛΟΓΙΚΗ: ΤΟ ΑΠΟΛΛΩΝΙΟ ΦΩΣ (Ο ΘΕΙΟΣ ΛΟΓΟΣ).

Σχετική εικόνα
Η Λογική (ο λόγος,ο νούς), είναι ταυτόσημη με τον άνθρωπο (αφού σαν Λόγο νοούμε την αρχική και θεμελιακή-οντολογική- δομή του ανθρώπου), ο άνθρωπος είναι ένας μικρός οργανωμένος κόσμος, άρα η λογική δομή είναι χαρακτηριστικό του κόσμου. Για αυτό η λογική είναι το πιό τέλειο όργανο γνώσης και άμυνας. Είναι το σύνολο, το άθροισμα της πείρας που μαζεύουν οι αισθήσεις.

Η κοσμική πραγματικότητα μονάχα στον ανθρώπινο νου καθρεφτίζεται με επάρκεια και η λογική, είναι ο καθρέφτης όπου βλέπουμε το πρόσωπο της αντικειμενικής αλήθειας. Και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς αφού «veritas est adaecuatio rei et intellectus» (η αλήθεια είναι ταύτιση και συμφωνία της πραγματικότητας με την διάνοια,την νόηση).
Θα μπορούσαμε με άλλα λόγια να πούμε πως αλήθεια – γιατον άνθρωπο- είναι η διάνοιξη της κλειδαριάς της πραγματικότητας με το κλειδί της νόησης (της λογικής).
Αφού «η φύσις κρύπτεσθαι φιλεί» χρειάζεται ο μόχθος του συλλογισμού για να αποσπάσουμε τα μυστικά της.
Κι αληθινά άλλος δρόμος δεν υπάρχει. Γιατί η λογική,είναι από μόνη της η προυπόθεση κάθε επιστήμης και το ανώτατο κρητήριο για την λειτουργία και τα συμπεράσματά της κάθε επιστήμης.
Από τον Παρμενίδη θεωρούνται ταυτόσημα το «νοείν» και το «είναι», ο Σωκράτης ταυτίζει την λογική, την γνώση και την αρετή και ο Σοφοκλής στην Αντιγόνη ταυτίζει την αλήθεια με τον ορθό λόγο: «Ορθόν αλήθεια αεί» (στ.1196).
Ο Αριστοτέλης μας λέει πως η διάνοια είναι κάτι μεταξύ του νού και της ουσίας των πραγματων, ενώ ο Πλάτων αποφαίνεται πως «ο εντός της ψυχής προς αυτήν διάλογος…επωνομάσθη διάνοια» (Σοφ.263e).
Από αυτά φαίνεται πως η διανόηση, σαν πνευματική λειτουργία,έχει άμεση αναφορά προς τα όντα, έτσι που οι έννοιες διανόηση, γνώση και αλήθεια να εξομοιώνονται.

Η καθαρή λογική -ανηπερέαστη από το πάθος- είναι το κύριο και μοναδικό εργαλείο που έχουμε στα χέρια μας για την κατάχτηση της ζωής και του κόσμου.
Για τη νόηση, «αλήθεια» είναι η επιστημονική διασάφηση όλων των λεπτομερειών ενός αντικειμένου,ενώ για το συναίσθημα «αλήθεια» είναι η υποβλητική έξαρση μιας μόνο λεπτομέρειας.
Και αυτό είναι μια σημαντική διαφορά και κακοτοπιά. Η ιστορία της λογικής, είναι ένας συνεχής αγώνας προς την φαντασία που μάχεται να την αντικαταστήσει και προς τα πάθη που ζητούν να την ανατρέψουν.

Την λογική μάχονται και δυο άλλες κατηγορίες εννοιών που έχουν μητέρα τους την Φαντασία. Γιατί αυτή η πολύχρωμη σκιά της λογικής πολύ εξαπατά τοους ανθρώπους -όταν δεν έχουν ορθάνοιχτα τα μάτια- βεβαιώνοντας τους,που είναι η ίδια η λογική.
Η μία από αυτές τις κατηγορίες είναι το «Υπέρλογο». Οι ευφάνταστοι άνθρωποι, βλέπουν απίθανη την φυσική εξέλιξη των πραγμάτων και πολύ πιο πιθανό το μη πραγματικό.
Δεν κάθισαν όμως να συλλογιστούν δυο πράγματα:
α).Το ότι με τον Λόγο θέτουμε υπέρλογες έννοιες κι αμφισβητούμε την παντοδυναμία του Λόγου,τούτο ακριβώς δεν ενισχύει την αξία του?
β).Γιατί ότι δεν συλλαμβάνει η λογική πρέπει -σώνει και καλά- να είναι υπέρλογο και υπερβατικό και μεταφυσικό?
Η πίσω πλευρά ενός βουνού είναι απλώς «αθέατη» γιατί η φυσιολογική κατασκευή του ματιού είναι τέτοια που δεν μπορεί το βλέμμα να τρυπήσει το βουνό. Αυτό είναι όλο. Το βουνό όμως ολόκληρο βρίσκεται μέσα στην φύση δεν είναι το μισό φυσικό και το άλλο μισό υπερφυσικό. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ήχους που υπάρχουν γύρω μας και δεν τους ακούμε -εκτός κι αν έχουμε ένα ραδιόφωνο ή έναν ασύρματο.

Η Επιστήμη για να καταχτήσει το άγνωστο πρέπει να το μετατρέψει σε ελεγχόμενη πραγματικότητα. Πρέπει να βρίσκει μεθόδους να μετασχηματίζει τις φυσικέςεκδηλώσεις (φαινόμενα) που βρίσκονται έξω από την περιοχή της προσδεκτικότητας των ανθρώπινων αισθητηρίων (π.χ. υπέρηχοι) σε αισθητηριακά ερεθίσματα για τον άνθρωπο ερευνητή. Αλλιώς ο επιστημονικός νούς, είναι φυσικό να υποπτεύεται μόνο από τις λογικές προεκτάσεις των ευρυμάτων του κι από τα συμπεράσματα της εμπειρίας του, τη σκιερή πλευρά της αλήθειας – αλλά θα στέκεται ανήμπορος να την ελέγξει και να την επικυρώσει.
Ωστόσο μέχρι σήμερα,οι επίστήμες εξιχνίασαν, μεταγλώτισαν και αποκρυπτογράφησαν ένα σωρό «υπερφυσικά» φαινόμενα, περιορίζοντας έτσι τον «ζωτικό χώρο» του μύθου.

Η δεύτερη κατηγορία εννοιών που αντιμάχεται την λογική είναι το «Παράλογο» ή «Ανορθόλογο» ή ‘Εξωλογικό».
Οι άνθρωποι που υπηρετούν και προπαγανδίζουν το παράλογο, είναι οι αρνητές και αναρχικοί του Λόγου. Προσπαθούν να δείξουν πως είναι ελέυθεροι από τα δεσμά του Λόγου.
Όμως ξεχνούν πως ελεύθερος είναι όποιος υποτάσσεται -μονάχα- στην φύση του.
Για αυτό ελεύθερος άνθρωπος είναι όποιος υποτάσσεται στον Λόγο (που είναι η Φύση του ανθρώπου) κι όχι όποιος «απελευθερώνεται» από τον λόγο.

Προσπαθούν να ροκανίσουν τα θεμέλια της πνευματικής ύπαρξης του ανθρώπου και να εξουδετερώσουν το μοναδικό όπλο που του εμπιστεύτηκε η Φύση για την άμυνα και την προκοπή του: την Λογική.
Με άλλα λόγια ενεργούν εγκληματικά για να αποδυναμώσουν τον άνθρωπο και να εμποδίσουν την ευτυχία του, αφού όπως λέει ο Αισχύλος «όσο πιο γερό το μυαλό τόσο πιο γερή και η ευτυχία».
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα αμφισβητίσει και θα χάσει την εμπιστοσύνη του στην λογική αντιμετώπιση των υλικών και πνευματικών του προβλημάτων, τότε παρασύρεται στο χάος ολόκληρη η ψυχική του υπόσταση και ιδιαίτερα το θυμικό, η κρίση και η βούληση. Η αλογία οδηγεί στην καταστροφή αφού περάσει από την γελοιοποίηση.

Το ότι στον Ελληνικό χώρο τιμήθηκε και λατρεύτηκε ξεχωριστά το Απολλώνιο αυτό χάρισμα,ο Λόγος, δεν είναι βέβαια συμπτωματικό και τυχαίο. Όλοι οι λαοί έχουν μια εθνική παρακαταθήκη: την Ελευθερία. Οι Έλληνες όμως έχουν και δεύτερη: τον Ορθό Λόγο.
Πλάϊ στο μνημείο των πεσόντων στείνουν την Ακαδημία.

ΑΛΛΟΙ ΛΑΟΙ ΕΧΟΥΝ ΑΓΙΟΥΣ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΧΟΥΝ ΣΟΦΟΥΣ, θα μας πει ο Νίτσε.

Είναι χαρακτηριστική η αντίληψη των αρχαίων πως εμπνευστής της νομοθεσίας του Λυκούργου ήταν ο Απόλλων, που σαν θεός του Φωτός χάρισε στους Σπαρτιάτες το φως της νομοθεσίας (Λυκούργος=Lux,Φως).

Η λογική, μέσα στον Ελληνικό πολιτιστικό χώρο εκφράστηκε με την μορφή της «διαλεκτικής» που χαρακτηριστικά της γνωρίσματα είναι η αναζήτηση, η αμφιβολία,η απορία, η αυτενέργεια,η κριτική, η ανάλυση και η σύνθεση,η δημιουργία.
Με την διαλεκτική ο δυναμικός Λόγος αντιτάχθηκε στην παθητική στασιμότητα, στη συντηριτική παράδοση, στην αμετακίνητη πίστη, στην «αλάνθαστη» αυθεντία, στο ιερό δόγμα.

O άνθρωπος έρχεται σε επαφή με τον φυσικό κόσμο με τις πέντε αισθήσεις του.Ύστερα η λογική επεξεργάζεται τις εντυπώσεις και τα συναισθήματα που γεννήθηκαν από αυτή την επαφή και τις ανάγει σε έννοιες ή διαννοήματα που με τον συσχετισμό τους δημιουργεί τις κρίσεις και τις ιδέες (συμπεράσματα).

Γιατί ιδέες δεν είναι τίποτα άλλο παρά ενωτικές γέφυρες ανάμεσα στις έννοιες που προέκυψαν από τα αισθητά δεδομένα.
Η νοητική αυτή επεξεργασία των δεδομένων της εμπειρίας ονομάζεται «λογική λειτουργία».
Έτσι η λογική είναι «ου μικρόν όργανον…προς τε γνώσιν και την κατά την φιλοσοφίαν φρόνησιν «(Τοπ.163 Β9).
Θα μπορούσαμε να πούμε πως η λογική είναι η βαρύτητα που σαν κεντρομόλος δύναμη μας κρατάει καρφωμένους στην σφαίρα του πνεύματος. Η τυπική Λογική ή Στοιχειολογία, εξετάζει τις αρχές της νόησης και προϋποθέτει τη δύναμη της νόησης να παράγει εξελικτικά από ορισμένα δεδομένα νέες γνώσεις, αλλά και να κριτικάρει τα συμπεράσματά της με τα ίδια της τα μέσα αφού φυσικά υπάρχει σαν στέρεη βάση η σταθερότητα των φαινομένων του εξωτερικού κόσμου.

Η μεθοδολογία είναι απαραίτητο τμήμα της λογικής. Τούτο γίνεται φανερό από τους κύκλους των γνωσιολογικών προβλημάτων, από την τεχνική και τις αρχές, από το σύστημα και την οργάνωση της ύλης γενικά που σαν επιστήμη πραγματεύεται. Και είναι πολύ πλατύ και αξιόλογο αυτό το μεθοδευμένο υλικό.
Μερικοί βασικοί κύκλοι του π.χ. είναι : οι Έννοιες και οι λέξεις (πλάτος, βάθος και σχέσεις των εννοιών. Κατηγορίες και λογικά σύμβολα). Οι Κρίσεις (προτάσεις κατηγορικές, υποθετικές, διαζευκτικές, αναλυτικές, συνθετικές, συμβολικές). Οι διαλογισμοί (άμεσοι-έμμεσοι, κατηγορικοί, υποθετικοί, διαζευκτικοί, παραγωγικοί-επαγωγικοί). Οι Παραλογισμοί. Οι Συμβολισμοί. Οι αρχές του Ορθού λόγου. Η Λογιστική. Η Προτασιακή συνάρτηση κ.α. Σπουδαία εξέλιξη της της Τυπικής Λογικής είναι η Μαθηματική Λογική, που χρησιμοποιώντας σύμβολα και τύπους βρίσκει τις διάφορες λογικές σχέσεις.

Τις βασικές λογικές αρχές («θεμελιώδεις νόμοι της νοήσεως») που είναι καθολικές και απόλυτες, τις διατύπωσαν πριν από τον Αριστοτέλη (που τις ονομάζει «πρώτες αρχές ή αξιώματα») οι Ελεάτες: Παρμενίδης και Ζήνων, ο Δημόκριτος, επίσης ο Σωκράτης και ο Πλάτων κ.α. Οι αρχές αυτές είναι τέσσερις:
α) Η αρχή της ταυτότητας.
β) η αρχή της αντίφασης.
γ) η αρχή του αποκλειομένου τρίτου.
δ) Η αρχή του επαρκούς (αποχρώντος) λόγου.

Ο Δημόκριτος είναι ο συγγραφέας της πρώτης Ελληνικής πραγματείας περί Λογικής («Κανόνες» σε τρία βιβλία). Η Λογική του στρεφόταν εναντίον του σκεπτικισμού των Σοφιστών, του Ιδεαλισμού των Ελεατών και της Μεταφυσικής των Πυθαγορείων. Η Λογική του αναπτύχθηκε στη συνέχεια από την σχολή του Επίκουρου.
Ο Αριστοτέλης όμως ερεύνησε συστηματικά και επεξεργάστικε ολόκληρη την Λογική σαν επιστήμη, με τα σχετικά έργα του: Κατηγορίαι, Περί Ερμηνείας, Αναλυτικά πρότερα, Αναλυτικά ύστερα, Τοπικά και Περί σοφιστικών ελέγχων.
Σε αυτά τα έργα, οι μεταγενέστεροι έδωσαν το γενικό όνομα «Όργανον», από την πιο πάνω φράση του, που χαρακτρίζει τη νέα αυτή επιστήμη (Τοπ. 163 Β9). Το όνομα Λογική ή Διαλεκτική οφείλεται στους Στωικούς.

Το κυριότερο μέρος της Τυπικής Λογικής για τις «κατηγορικές κρίσεις», διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Αριστοτέλη τόσο τέλεια, ώστε ο Κάντ είπε πως όλοι οι μεταγενέστεροι αιώνες τίποτε το ουσιαστικό δεν πρόσθεσαν, αλλά ούτε και η μελλοντική εξέλιξη της επιστήμης πρόκειται να προσθέσει κάτι το σημαντικό.
Αλλά και ο Γάλλος φιλόσοφος-μαθηματικός Descartes (1596-1650) που έδωσε νέα ώθηση στην επιστήμη της Λογικής (με το έργο του: «Λόγος περί της μεθόδου»), την ίδια γνώμη είχε.

…Υπάρχει στενή σχέση.αλλά δεν υπάρχει ταύτιση ανάμεσα στη φιλοσοφία και την λογική.Σαν Φιλοσοφία εννοούμε μια καθολική επιστήμη, που ζητάει να συλλάβει μια ενιαία θεωρία για τα όντα, τον κόσμο και την ζωή.
Με αυτή τη σπουδή ολόκληρου του επιστητού, η φιλοσοφία επιχειρεί να καταχτήσει την αλήθεια και να δώσει ένα ηθικό περιεχόμενο στη ζωή.
Με άλλα λόγια φιλοσοφία είναι η «κατά λόγον» νόηση του κόσμου. Από τη άλλη μεριά σαν λογική θεωρούμε την επιστήμη που ερευνάει τις αρχές και τις προϋποθέσεις της σωστής σκέψης, αλλά κυρίως την επεξεργασία του λόγου : δηλαδή τους τύπους, τους κανόνες, τους νόμους και τις εκφράσεις της ορθολογικής σκέψης με τον λόγο.
Αντικειμενικός σκοπός της ορθής διανόησης είναι η έρευνα της αλήθειας.

Από τους ορισμούς αυτούς βγαίνει το συμπέρασμα, πως η Λογική δεν ταυτίζεται απόλυτα με την Φιλοσοφία. Το πεδίο της φιλοσοφίας – η οποία ασχολείται συχνά και με σχήματα μη λογικά – διαφέρει κατά την έκταση και την ποιότητα από το πεδίο της λογικής.
Η λογική χρησιμεύει σαν προϋπόθεση για να φιλοσοφήσει ο άνθρωπος. Η φιλοσοφία αρχίζει με την λογική αντιμετώπιση του κόσμου. Ο φιλόσοφος προσέχει την πρωταρχική πηγή της γνώσης δηλ. την αίσθηση αλλά επεξεργάζεται την εμπειρία που του κομίζουν τα αισθητήρια όργανα, αναλύει το συναίσθημα με την αντίληψη και το αξιολογεί με την νόηση δηλ. τον Λόγο, που στην αρχαιότητα εσήμαινε : σκέψη και λεκτική έκφραση της σκέψης μαζί, νόημα και ορθολογισμό, αιτία και σκοπό.

Με τον Λόγο δημιουργεί τις παραστάσεις που αντιπροσωπεύουν τα πράγματα δηλ. τις έννοιες, τα ορίζει με τις κρίσεις και συνδυάζει τις κρίσεις με τον συλλογισμό. Έτσι πλάθει τις ιδέες. Ο Frege δέχεται πως «η Λογική χρησιμοποιείται από την φιλοσοφία σαν όργανο για να κατανοήσει τα προβλήματά της και για να καταλύσει την τυραννία των λέξεων και της σκέψης».
Η ανθρώπινη σκέψη υπήρξε πάντοτε μια πορεία και μια κατάχτηση, Μια πορεία του πνεύματος, ανηφορική και γεμάτη εμπόδια. Γιατί η σκέψη είναι μια παρατήρηση κι ένας σκόπελος, ένα εμπόδιο (ρήμα: σκοπώ ή σκοπούμαι- εσκεπτόμην – σκέψομαι,κλπ).
Τέρμα της πορείας αυτής είναι ο συμπερασματικός λόγος, το εύρημα της αλήθειας.

Είναι λοιπόν η Λογική μια επιστήμη κανόνων, δηλ. κανονική (σε σχέση με την Ψυχολογία π.χ. που είναι περιγραφική) και έχει σαν αποστολή να διερευνάει τα προϊόντα της σκέψης, να αναγνωρίζει, να ταξιθετεί και να διαχωρίζει τα γνήσια από τα νόθα, τα ορθά από τα εσφαλμένα, τα αληθινα από τα ψεύτικα. Το ενδιαφέρον της Λογικής δεν στρέφεται προς το φαινόμενο της λειτουργίας της σκέψης δηλ. προς τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η σκέψη, (όπως η ψυχολογία), αλλά προς τις αρχές και τους νόμους με τους οποίους λειτουργεί αυτή η σκέψη, σαν λόγος.
Από αυτόν τον δρόμο όμως το ενδιαφέρον της Λογικής στρέφεται προς την αλήθεια και μάλιστα προς την αντικειμενική αλήθεια. Και τούτο ακριβώς το πετυχαίνει με το να αγνοεί τον συγκεκριμένο άνθρωπο και να εξετάζει τις σκέψεις του καθεαυτές και μόνο, για να τις προσδιορίσει άν είναι αληθινές ή ψεύτικες, ορθές ή λαθεμένες.

Για αυτόν τον λόγο, η ανεύρεση της αλήθειας μέσα στο λόγο βρίσκεται πολύ κοντά στον αντίστοιχο στόχο της Φιλοσοφίας, που είναι η ανεύρεση της αλήθειας μέσω του λόγου.

…Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς με πολλά ιστορικά τεκμηριωμένα επιχειρήματα πως η λογική βοήθησε αφάνταστα τον άνθρωπο για να απελευθερώσει την σκέψη του από την σύγχηση, τις εκτροπές και τις πλάνες. Από την εποχή του Αριστοτέλη μέχρι την σύγχρονη εποχή όπου, στον πνευματικό στίβο συνυπάρχουν η ορθολογιστική φιλοσοφική θεώρηση με τον αντικειμενικό χαρακτήρα και η υπαρξιακή σκέψη με την σφραγίδα της υποκειμενικότητας.
Δεν είναι τυχαίο γεγονός ότι στην διακονία της λογικής επιστήμης, συναντούμε ένα πλήθος από μεγάλα φιλοσοφικά αναστήματα, όπως τους Ηράκλειτο, Παρμενίδη, Δημόκριτο, Ζήνωνα, Πρωταγόρα, Πρόδικο, Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Ευκλείδη, Στίλπωνα, Αντισθένη, Κράτη, Kant, Descartes, Bacon, Hegel, Mill, κ.α.

Ιδιαίτερα θα πρέπει να υπογραμμίσουμε την χρησιμότητα της λογικής στην φιλοσοφική θεωρία των μαθηματικών. Στην εποχή μας η συνεργασία της λογικής και των μαθηματικών, είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη της «Συμβολικής Λογικής» και της «Μαθηματικής Λογικής». Και πάλι μεγάλα φιλοσοφικά αναστήματα έρχονται στο προσκήνιο, όπως οι B.Russel, A.Tarski, L.Wittgenstein, G.Frege, K.Gobel, κ.α. Δεν είναι όμως μικρότερη και η συμβολή της Λογικής στην Κυβερνητική επιστήμη (Cybernetics), καθώς και στη Νομοθετική.

Ανατρέχοντας στην ιστορία της φιλοσοφίας, διαπιστώνουμε την επίδραση που ασκεί η λογική σαν όργανο και μέθοδος στοχασμού και έκφρασης, για τους περισσότερους φιλοσόφους και ιδίως για τους φιλοσόφους του ορθολογισμού (Rationalismus) : Descartes, Malebranche, Spinoza, Wolff, Leibniz. Ο Καρτέσιος στο έργο του «Λόγος περί της μεθόδου» αλλά και στους έξι «Μεταφυσικούς Διαλόγους» χρησιμοποιεί λογικές μεθόδους για την αναζήτηση της αλήθειας. Και τούτο ακριβώς έκανε, στην προσπάθειά του να θεμελιώσει φιλοσοφικά τη νεώτερη Φυσικομαθηματική επιστήμη.
Ο Σπινόζα μας δίνει ένα θαυμάσιο δείγμα φιλοσοφικού και ηθικού οικοδομήματος, που συντελέστηκε με την χρησιμοποίηση όλων των κανόνων της λογικής. Πρόκειται για την περίφημη «Γεωμετρική » ηθική του.

Στην πνευματική ιστορία των νεότερων χρόνων ο Κάντ είναι μια κορυφαία μορφή και ένα ορόσημο της φιλοσοφίας. Στο έργο λοιπόν του Κάντ καταφαίνεται σε όλο το πλάτος και το βάθος η χρησιμότητα της λογικής σαν όργανο, για την ανεύρεση και διατύπωση των βασικών θεωριών της φιλοσοφίας του. Με καθαρά λογικές μεθόδους ο Κάντ έφτασε σε πολλά συμπεράσματα, βρήκε τις κατηγορίες της διάνοιας και τις αρχές της τυπικής ηθικής. Και όπου το όργανο αυτό δεν τον βοηθούσε εκεί δεν δίστσε να επισημάνει το «εκτός Λόγου» στοιχείο της μεταφυσικής. Και ονομάζει «Die Paralogismen» τις «παρά τον Λόγον» έννοιες, που δεν μπορούν να υποβληθούν στην έρευνα με την λογική και δεν μπορούν να αποδειχτούν από την ανθρώπινη φιλοσοφία, θεωρώντας τες σαν «αιτήματα πίστεως» και σαν «ηθικώς δέοντα» δηλ: α) την ύπαρξη του θεού β) την αθανασία της ψυχής γ) την αρχή του κόσμου.

Θερμός θιασώτης της λογικής σκέψης ο Κάντ, δεν αφήνει ευκαιρία να μην διατυπώσει με ζέση την πίστη του στις λογικές μεθόδους επεξεργασίας των φιλοσοφημάτων και την αγάπη του γενικά στη Λογική. Αυτό το πράγμα, το αναγνωρίζει κανείς εκτός από τα μεγάλα έργα του και στα Δοκίμιά του.
Στο υπέροχο δοκίμιο «Απόκριση στο ερώτημα τι είναι Διαφωτισμός» γράφει: «Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του για την οποία ο ίδιος είναι υπεύθυνος. Ανωριμότητα είναι η αδυναμία να μεταχειρίζεται κανείς τον νού του χωρίς την καθοδήγηση από έναν άλλο. Είμαστε υπεύθυνοι για αυτή την ανωριμότητα όταν η αιτία της βρίσκεται όχι στην ανεπάρκεια του νού, αλλά στην έλειψη αποφασιστικότητας και θάρρους να μεταχειριστούμε τον νού χωρίς να μας καθοδηγήσει κάποιος άλλος.

«Sapere aude :Τόλμα να μάθεις. Έχε το θάρρος να χρησιμοποιείς τον δικό σου νου. Τούτο είναι το έμβλημα του Διαφωτισμού. Οκνηρία και δειλία είναι τα αίτια που ένα μεγάλο μέρος από τους ανθρώπους ευχαρίστως μένει σε όλη του την ζωή ανώριμο και κηδεμονεύεται από άλλους. Κι ας τους έχει η Φύση ελευθερώσει από την ξένη καθοδήγηση. Είναι τόσο βολικό να είναι κανείς ανώριμος. Έχω ένα βιβλίο που σκέφτεται για εμένα, ένα πνευματικό που έχει συνείδηση για εμένα, έναν γιατρό που κρίνει την δίαιτα για εμένα, κ.ο.κ».

Οι αντιλήψεις αυτές του Κάντ, θυμίζουν τους αντίστοιχους αφορισμούς του R.Bacon, που στο «Μείζον Έργον» γράφει: «Εμπόδια για την γνώση είναι: η μεγάλη μας εξάρτηση από τις προσωπικότητες, ο φόβος μας μήπως πούμε κάτι το πολύ κοινό, το να αφήσουμε να μας επιρεάζει το παραδεδεγμένο και η προσποίηση γνώσης για να αποκρύψουμε την άγνοια»…

…H διαφορά αντιλήψεων ανάμεσα στον Αριστοτέλη και τον Κάντ είναι πως ο Αριστοτέλης (και οι ορθολογιστές) θεωρούν αυτονόητο πως η λογική συλλαμβάνει την ουσία της πραγματικότητας – όπως αυτή αντικειμενικά είναι. Ο Κάντ δέχεται πως η λογική συλλαμβάνει την πραγματικότητα διαμορφωμένη από το πνεύμα μας, με μορφές που προϋπάρχουν σε αυτό – «εποπτείες» για την αίσθηση, «κατηγορίες» για την νόηση, κι όχι όπως πραγματικά είναι – γιατί την ουσία της δεν θα την γνωρίσουμε ποτέ.

Ο Wittgenstein στο πείφημο έργο του «Tractatus logico-philosophicus» γράφει σχετικά: «Ο κόσμος καθορίζεται από τα γεγονότα. Τα γεγονότα στο λογικό χώρο είναι ο κόσμος…Τα αντικείμενα – με την σταθερή μορφή – αποτελούν την ουσία του κόσμου. Για να γνωρίσουμε τα αντικείμενα πρέπει να ξέρουμε τις εσωτερικές τους ιδιότητες…Η ουσία είναι μορφή και περιεχόμενο…Η λογική πρόταση είναι μια εικόνα της πραγματικότητας, δηλ. ένα υπόδειγμα του κόσμου, ένα υποκατάστατο…Η λογική διασάφηση των προτάσεων είναι ο σκοπός της φιλοσοφίας».

Από όλα τούτα μπορούμε να καταλάβουμε την σημασία της κλασικής και νεώτερης Λογικής σαν όργανο της φιλοσοφικής προπαιδείας, τόσο χρήσιμο για τον φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά και για την πρακτική – διακοινωνική – συμπεριφορά του καλλιεργημένου ανθρώπου. Του ανθρώπου, που μέσα σε μια τεχνοκρατούμενη εποχή, η οποία κλείνει μέσα της το άκρως λογικό και μαθηματικό αλλά και το παράλογο και παράνοο, προσπαθεί να περισώσει την πνευματική του συνείδηση και τον βαθύτερο πυρήνα της ύπαρξης του.

Ο συλλογισμός (σκέψη) είναι μια πνευματική πορεία που οδηγεί στην συμπερασματική γνώση. Είναι μια λειτουργία, όπου ο άνθρωπος – που δεν θέλει να οικειοποιηθεί την έτοιμη (δεδομένη) ξένη γνώμη – επιτελεί μέσα στο απαραίτητο κλίμα της ελευθερίας. Γιατί μόνο ο ελεύθερος προβληματισμός και συλλογισμός περισώζει την πνευματική αξιοπρέπεια του ατόμου και οδηγεί σε στέρεα συμπεράσματα.

Ο συλλογισμός μπορεί να είναι μια μεγάλη πορεία ή κάποτε κι ένα στιγμιαίο άλμα. Στη δεύτερη περίπτωση μιλάμε για έμπνευση ή ακόμα και για ενόραση (intuitio). Σαν ενόραση χαρακτηρίστηκε η άμεση γνώση (εποπτεία της αλήθειας) ενός αντικειμένου ή φαινομένου και η αστραπιαία (σαν έλλαμψη) σύλληψη της ουσίας ή των σχέσεων του, χωρίς την μεσολάβηση των αισθήσεων και της διάνοιας. Ο ορισμός αυτός που φέρνει στο νού μια άμεση γνώση κάπως «υπερβατική» και «εξ αποκαλύψεως» δεν είναι τίποτε άλλο παρά συνδυασμός πολλών παραγόντων που παράγουν ξαφνικά μια ευτυχισμένη στιγμή για το πνεύμα. Και μερικοί από τους παράγοντες αυτούς είναι:
α) η συναθροισμένη εμπειρική γνώση (από τα αισθητήρια),
β) η προετοιμασμένη και απωθημένη λογική γνώση (από την νόηση),
γ) η κρυπτομνησία (μνημονικές εικόνες που αναδύονται ξαφνικά και επίκαιρα),
δ) η διαίσθηση, δηλ. η ενστικτώδης αντίληψη, η υποσυνείδητη πρόγνωση,
ε) η ικανότητα για άμεση συμπερασματική κρίση (χωρίς τη μεσολάβηση «μείζονος και ελάσσονος προτάσεως» δηλ. η ετοιμότητα του πνεύματος, η κριτική δεξιότητα και ευστροφία).

Η ψυχιατρική επιστήμη μας διδάσκει πως στα ημισφαίρια του εγκεφάλου έχει την έδρα της η «ΝΟΟΨΥΧΗ» δηλ. η νοητική λειτουργία, ενώ στον υποθάλαμο του εγκεφάλου έχει τά κέντρα της η «ΘΥΜΟΨΥΧΗ» δηλ. η συναισθηματική λειτουργία. Διαπιστώνουμε λοιπόν πως – και οργανικά – υπάρχουν δύο ιδιαίτερες βασικές εγκεφαλικές λειτουργίες που μάλιστα μπορούν και ελέγχονται ξεχωριστά με ειδικά όργανα : τα νοόμετρα για τη νόηση και τα ψυχόμετρα για το συναίσθημα. Ανάμεσα στα ημισφαίρια (κυρίως στο μετωπιαίο και βρεγματικό λοβό) και στον υποθάμο υπάρχει αμφίδρομη επικοινωνία (συνδέσεις αλληλοεπιροής). Με αυτό τον τρόπο η νόηση (ο ορθός λόγος) αντιμάχεται ή συνεργάζεται ανάλογα με το συναίσθημα, ρυθμίζοντας την συγκινησιακή ισσοροπία. Ολόκληρος ο ψυχικός βίος του ανθρώπου εξαρτάται από τούτη την οργανωτική δομή του εγκεφάλου που μέσα στην ενότητά της περικλείνει την ιδιαιτερότητα της νόησης και του συναισθήματος.

Είναι χαρακτηριστικές οι πεποιθήσεις του Αριστοτέλη οι σχετικές με την κεφαλαιώδη σημασία του Νού. Δίδασκε πως η ψυχή, σαν συνισταμένη της φυσιολογικής λειτουργίας γεννιέται και πεθαίνει με το σώμα. Αλλά ο νούς έρχεται απ΄ έξω «θύραθεν» και μπαίνει στο σώμα, για να χωρισθεί από αυτό με τον θάνατο. Γιατί ο νούς είναι το ανώτερο μέρος της ψυχής (σε σχέση με το αίσθημα και την βούληση) είναι το «προγενέστερον και κύριον, το απλούν και απαθές» : «έοικε ψυχής γένος έτερον είναι και τούτο μόνον ενδέχεται χωρίζεσθαι, καθάπερ αϊδιον του φθαρτού» (Περί ψυχής ΙΙ 413 β 25).

…Οι Έλληνες έχουν ιδιαίτερη ευαισθησία στο φως του λόγου, γιατί η Φύση τούς μαθαίνει να βιώνουν το φως και η παράδοση να βιώνουν τον Λόγο. Το Φώς τονίζει την λεπτομέρεια και την ακρίβεια των μορφών, η Λογική τονίζει την καθαρότητα της ουσίας.

Όλοι οι κλασικοί φιλόσοφοι της Ελλάδας, υλιστές και ιδεαλιστές, στα «ηθικά» τους έργα ύμνησαν την Λογική.
Ο Δημόκριτος έγραψε: «Βαιά γαρ φρονήσει τύχη μάχεται, τα δε πλείστα εν βίω ευξύνετος οξυδερκείη κατιθύνει» (Σπάνια η τύχη αντιμάχεται την Λογική. Τα περισσότερα στην ζωή τα κατευθύνει σωστά η καλοθεμελιωμένη οξυδέρκεια).
Ακόμα ο Δημόκριτος ονόμαζε την Αθηνά «Τριτογένεια φρόνησιν», ότι από της φρονήσεως τρία ταύτα συμβαίνει: το εύ λογίζεσθαι, το εύ λέγειν και το πράττειν α δεί (Diels II,B, 2 και 118.

Ο Μένανδρος είπε πως «ψυχής μέγας χαλινός έστιν ανθρώποις ο νούς». Ο Αριστοτέλης διακρίνει δύο ειδών ευδαιμονίες : α) την πρακτική (ατελής ευδαιμονία).Αυτή προέρχεται από την άσκηση των ηθικών αρετών (που έχουν έδρα την Βούληση) στην κοινωνία. β) την θεωρητική (τέλεια ευδαιμονία). Αυτή προέρχεται από την άσκηση των διανοητικών αρετών (που έχουν έδρα τον Λόγο). Πρόκειται για την ιδανική ικανοποίηση του ανθρώπου που γίνεται με τον λόγο ισόθεος, γιατί ο νούς γεμίζει με την φιλοσοφική γνώση και γίνεται θεωρός – και ερμηνευτής – του επιστητού.
Η θεωριτική αυτή στάση ζωής, που καταλήγει στην αρτίωση της προσωπικότητας υπερβαίνει την ανθρώπινη συμβίωση. Ο «κατά νούν βίος» αφίσταται σαν «κράτιστος και ήδυστος» του πρακτικού βίου (Ηθικά Νικομ. 1098 α 7,1177 α 12,1178 α5).
Ακόμα μας λέει πως «ο λόγος και ο νούς της φύσεως τέλος εισίν» (Πολιτικά Η 15, 1334β) και καθορίζει την σχέση του νού προς την ψυχή «ως εν σώματι όψις, εν ψυχή νούς » (Ηθικ.Νικομ. Ι, 4 1096 β) για να εκφραστεί τελικά με όλο του τον θαυμασμό «Τον νούν ο θεός, φως ανήψεν εν τη ψυχή» (Ρητορ. Γ, 10 1411, 12). Και το φως αυτό συνοδεύει τον άνθρωπο μέχρι τα βαθειά γεράματα, αφού κατά τον Πλούταρχο «μόνον ο νούς, παλαιούμενος ανηβά και χρόνος τ΄ άλλα πάντ΄αφαιρών, τω γήρα προστίθησι την επιστήμην» (Περί Παίδων Αγωγής 8,5e).

Την υπεροχή του Λόγου, την πρωτοκαθεδρία του Νού, δηλώνει επιγραμματικά ο Πλάτων στούς Νόμους (Θ. 875D): «Επιστήμης γαρ, ούτε νόμος ούτε τάξις ουδεμία κρείττων, ουδέ θέμις εστίν ΝΟΥΝ ουδενός υπήκοον ουδέ δούλον, αλλά πάντων άρχοντα είναι εάν περ αληθινός, ελεύθερος τε όντως ή κατα φύσιν».
Και στον Κρίτωνα (40) εξομοιώνει τον Λόγο με τον Θεό: «Το δε πείθεσθαι τω αργώ (=καθαρώ,αληθεί) λόγω τω θεώ ταυτόν εστι». Έτσι ο Ελληνικός Λόγος, με υψηλό φιλοσοφικό πάθος, έδωσε έκφραση στο ανέκφραστο, μορφή στην αμορφία, ζωή στις νεκρές λέξεις και νόημα στις αφηρημένες έννοιες. Καλλιέργησε την αμφιβολία προς τους μύθους και τα δόγματα, τον κριτικό έλεγχο και τον διάλογο. Η διαλεκτική βασισμένη στον ορθό λόγο, υπερνίκησε το αδιέξοδο της απορίας αποκατέστησε τις θεϊκές και ανθρώπινες αυθεντίες και χωρίς να αναλίσκεται σε σοφίσματα και νοητικέ δεξιοτεχνίες προχώρησε ελεύθερα και υπεύθυνα για την κατάχτηση της αλήθειας.
Έμφορτη από ηθική ουσία, σεβάστηκε το κύρος της και τους ανθρώπους. Έμφορτη ακόμα κι από αισθητικά στοιχεία έγινε υπόδειγμα ευγενούς λόγου.

Η Ηρακλειτική και μετά η Σωκρατική φιλοσοφία έστησαν στο αιώνιο βάθρο της μια υπερκοσμική λογική επιταγή, υποχρεωτική για όλες τις συνειδήσεις, μια υπερπροσωπική λογική τάξη, έναν ανιδιοτελή Ορθό Λόγο, απόλυτο και υπερχρονικό με ιστορική επιβεβαίωση.
Ο «Λόγος» του Ηράκλειτου, είναι η αιώνια αλήθεια κι ο κοσμικός νόμος μαζί. Είναι η συμφωνία του ατομικού λόγου με τον καθολικό λόγο, που αποτελεί την ενότητα όλων των πραγμάτων και την ενιαία και αληθινή σοφία. Έτσι ο Λόγος γίνεται η Σοφία με το καθολικό κύρος. «
Ουκ εμού, αλλά του Λόγου ακούσαντας, ομολογείν σοφόν εστιν εν πάντα είναι» Απόσπ.50 (Όχι εμένα αλλά τον λόγο να ακούσετε…).
Το δαιμόνιο του Σωκράτη δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο υπερχρονικός αυτός Ορθός Λόγος, ο αγαθός Νούς. Και η πίστη του Σωκράτη ότι είναι «διδακτόν η αρετή» μαρτυρεί την αντίληψη πως το αγαθό είναι προϊόν της ορθολογικής σκέψης και παιδείας.
Γιατί ο Λόγος έκλεινε μέσα του ολόκληρο το πνεύμα, αφού ήταν φορτισμένος με ηθικά και αισθητικά στοιχεία. Από μια τέτοια σφαιρική θεώρηση, ο λόγος βγαλμένος μέσα από τον άνθρωπο, έρχεται να σταθεί πάνω από αυτόν, σαν υπέρτατος νομοθέτης και κριτής με καθολικό κύρος σαν μοναδικός ταξιθέτης κι επιμελητής των εγκοσμίων, σαν κεντρικό σημείο αναφοράς των επί μέρους στοχασμών, σαν ενωτικός δεσμός των πάντων.

Όσο θα υπάρχουν λογικά όντα που θα λέγονται άνθρωποι, ο Λόγος θα είναι μια οντολογική κατηγορία, πρωταρχική στην αξιολογική κλίμακα και αμετάβλητη, αφού βιολογικά αμετάβλητη παραμένει και η ανθρώπινη υπόσταση.

Με όλες αυτές λοιπόν τις προδιαγραφές ο Ελληνικός Λόγος έγινε το επίκεντρο μιας στέρεης κοσμοθεωρίας και βιοθεωρίας και πέτυχε να διαμορφώσει ένα κλασικό ανθρώπινο πρότυπο, με τονισμένους τους χαρακτήρες της αυτογνωσίας (νόηση), της ισορροπίας (κάλλος) και της αξιοπρέπειας (ήθος), αλλά και να διαπλάσσει ένα πλατύτερο κι υψηλότερο ανθρωπιστικό ιδεώδες.

Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (115-128)

Αποτέλεσμα εικόνας για μουσείο ακρόπολησ εκθέματα[115] Καὶ μὴν οὐδὲ τὴν παροῦσαν εἰρήνην, οὐδὲ τὴν αὐτονομίαν τὴν ἐν ταῖς πολιτείαις μὲν οὐκ ἐνοῦσαν, ἐν δὲ ταῖς συνθήκαις ἀναγεγραμμένην, ἄξιον ἑλέσθαι μᾶλλον ἢ τὴν ἀρχὴν τὴν ἡμετέραν. τίς γὰρ ἂν τοιαύτης καταστάσεως ἐπιθυμήσειεν, ἐν ᾗ καταποντισταὶ μὲν τὴν θάλατταν κατέχουσιν, πελτασταὶ δὲ τὰς πόλεις καταλαμβάνουσιν,

[116] ἀντὶ δὲ τοῦ πρὸς ἑτέρους περὶ τῆς χώρας πολεμεῖν ἐντὸς τείχους οἱ πολῖται πρὸς ἀλλήλους μάχονται, πλείους δὲ πόλεις αἰχμάλωτοι γεγόνασιν ἢ πρὶν τὴν εἰρήνην ἡμᾶς ποιήσασθαι, διὰ δὲ τὴν πυκνότητα τῶν μεταβολῶν ἀθυμοτέρως διάγουσιν οἱ τὰς πόλεις οἰκοῦντες τῶν ταῖς φυγαῖς ἐζημιωμένων· οἱ μὲν γὰρ τὸ μέλλον δεδίασιν, οἱ δ᾽ ἀεὶ κατιέναι προσδοκῶσιν.

[117] τοσοῦτον δ᾽ ἀπέχουσιν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς αὐτονομίας, ὥσθ᾽ αἱ μὲν ὑπὸ τυράννοις εἰσίν, τὰς δ᾽ ἁρμοσταὶ κατέχουσιν, ἔνιαι δ᾽ ἀνάστατοι γεγόνασιν, τῶν δ᾽ οἱ βάρβαροι δεσπόται καθεστήκασιν· οὓς ἡμεῖς διαβῆναι τολμήσαντας εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ μεῖζον ἢ προσῆκεν αὐτοῖς φρονήσαντας

[118] οὕτω διέθεμεν ὥστε μὴ μόνον παύσασθαι στρατείας ἐφ᾽ ἡμᾶς ποιουμένους, ἀλλὰ καὶ τὴν αὑτῶν χώραν ἀνέχεσθαι πορθουμένην, καὶ διακοσίαις καὶ χιλίαις ναυσὶν περιπλέοντας εἰς τοσαύτην ταπεινότητα κατεστήσαμεν ὥστε μακρὸν πλοῖον ἐπὶ τάδε Φασήλιδος μὴ καθέλκειν, ἀλλ᾽ ἡσυχίαν ἄγειν, καὶ τοὺς καιροὺς περιμένειν, ἀλλὰ μὴ τῇ παρούσῃ δυνάμει πιστεύειν.

[119] καὶ ταῦθ᾽ ὅτι διὰ τὴν τῶν προγόνων τῶν ἡμετέρων ἀρετὴν οὕτως εἶχεν, αἱ τῆς πόλεως συμφοραὶ σαφῶς ἐπέδειξαν· ἅμα γὰρ ἡμεῖς τε τῆς ἀρχῆς ἀπεστερούμεθα καὶ τοῖς Ἕλλησιν ἀρχὴ τῶν κακῶν ἐγίγνετο. μετὰ γὰρ τὴν ἐν Ἑλλησπόντῳ γενομένην ἀτυχίαν ἑτέρων ἡγεμόνων καταστάντων ἐνίκησαν μὲν οἱ βάρβαροι ναυμαχοῦντες, ἦρξαν δὲ τῆς θαλάττης, κατέσχον δὲ τὰς πλείστας τῶν νήσων, ἀπέβησαν δ᾽ εἰς τὴν Λακωνικήν, Κύθηρα δὲ κατὰ κράτος εἷλον, ἅπασαν δὲ τὴν Πελοπόννησον κακῶς ποιοῦντες περιέπλευσαν.

[120] μάλιστα δ᾽ ἄν τις συνίδοι τὸ μέγεθος τῆς μεταβολῆς εἰ παραναγνοίη τὰς συνθήκας τάς τ᾽ ἐφ᾽ ἡμῶν γενομένας καὶ τὰς νῦν ἀναγεγραμμένας. τότε μὲν γὰρ ἡμεῖς φανησόμεθα τὴν ἀρχὴν τὴν βασιλέως ὁρίζοντες καὶ τῶν φόρων ἐνίους τάττοντες καὶ κωλύοντες αὐτὸν τῇ θαλάττῃ χρῆσθαι· νῦν δ᾽ ἐκεῖνός ἐστιν ὁ διοικῶν τὰ τῶν Ἑλλήνων καὶ προστάττων ἃ χρὴ ποιεῖν ἑκάστους καὶ μόνον οὐκ ἐπιστάθμους ἐν ταῖς πόλεσιν καθιστάς.

[121] πλὴν γὰρ τούτου τί τῶν ἄλλων ὑπόλοιπόν ἐστιν; οὐ καὶ τοῦ πολέμου κύριος ἐγένετο καὶ τὴν εἰρήνην ἐπρυτάνευσεν καὶ τῶν παρόντων πραγμάτων ἐπιστάτης καθέστηκεν; οὐχ ὡς ἐκεῖνον πλέομεν ὥσπερ πρὸς δεσπότην ἀλλήλων κατηγορήσοντες; οὐ βασιλέα τὸν μέγαν αὐτὸν προσαγορεύομεν ὥσπερ αἰχμάλωτοι γεγονότες; οὐκ ἐν τοῖς πολέμοις τοῖς πρὸς ἀλλήλους ἐν ἐκείνῳ τὰς ἐλπίδας ἔχομεν τῆς σωτηρίας, ὃς ἀμφοτέρους ἡμᾶς ἡδέως ἂν ἀπολέσειεν;

[122] Ὧν ἄξιον ἐνθυμηθέντας ἀγανακτῆσαι μὲν ἐπὶ τοῖς παροῦσιν, ποθέσαι δὲ τὴν ἡγεμονίαν τὴν ἡμετέραν, μέμψασθαι δὲ Λακεδαιμονίους ὅτι τὴν μὲν ἀρχὴν εἰς τὸν πόλεμον κατέστησαν ὡς ἐλευθερώσοντες τοὺς Ἕλληνας, ἐπὶ δὲ τελευτῆς οὕτω πολλοὺς αὐτῶν ἐκδότους [τοῖς βαρβάροις] ἐποίησαν, καὶ τῆς μὲν ἡμετέρας πόλεως τοὺς Ἴωνας ἀπέστησαν ἐξ ἧς ἀπῴκησαν καὶ δι᾽ ἣν πολλάκις ἐσώθησαν, τοῖς δὲ βαρβάροις αὐτοὺς ἐξέδοσαν ὧν ἀκόντων τὴν χώραν ἔχουσιν καὶ πρὸς οὓς οὐδὲ πώποτ᾽ ἐπαύσαντο πολεμοῦντες.

[123] καὶ τότε μὲν ἠγανάκτουν, ὅθ᾽ ἡμεῖς νομίμως ἐπάρχειν τινῶν ἠξιοῦμεν· νῦν δ᾽ εἰς τοιαύτην δουλείαν καθεστώτων οὐδὲν φροντίζουσιν αὐτῶν, οἷς οὐκ ἐξαρκεῖ δασμολογεῖσθαι καὶ τὰς ἀκροπόλεις ὁρᾶν ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν κατεχομένας, ἀλλὰ πρὸς ταῖς κοιναῖς συμφοραῖς καὶ τοῖς σώμασιν δεινότερα πάσχουσιν τῶν παρ᾽ ἡμῖν ἀργυρωνήτων· οὐδεὶς γὰρ ἡμῶν οὕτως αἰκίζεται τοὺς οἰκέτας ὡς ἐκεῖνοι τοὺς ἐλευθέρους κολάζουσιν.

[124] μέγιστον δὲ τῶν κακῶν, ὅταν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς δουλείας ἀναγκάζωνται συστρατεύεσθαι, καὶ πολεμεῖν τοῖς ἐλευθέροις ἀξιοῦσιν εἶναι, καὶ τοιούτους κινδύνους ὑπομένειν ἐν οἷς ἡττηθέντες μὲν παραχρῆμα διαφθαρήσονται, κατορθώσαντες δὲ μᾶλλον εἰς τὸν λοιπὸν χρόνον δουλεύσουσιν.

[125] ὧν τίνας ἄλλους αἰτίους χρὴ νομίζειν ἢ Λακεδαιμονίους, οἳ τοσαύτην ἰσχὺν ἔχοντες περιορῶσι τοὺς μὲν αὑτῶν συμμάχους γενομένους οὕτω δεινὰ πάσχοντας, τὸν δὲ βάρβαρον τῇ τῶν Ἑλλήνων ῥώμῃ τὴν ἀρχὴν τὴν αὑτοῦ κατασκευαζόμενον; καὶ πρότερον μὲν τοὺς ‹μὲν› τυράννους ἐξέβαλλον, τῷ δὲ πλήθει τὰς βοηθείας ἐποιοῦντο, νῦν δὲ [εἰς] τοσοῦτον μεταβεβλήκασιν ὥστε ταῖς μὲν πολιτείαις πολεμοῦσιν, τὰς δὲ μοναρχίας συγκαθιστᾶσιν.

[126] τὴν μέν γε Μαντινέων πόλιν εἰρήνης ἤδη γεγενημένης ἀνάστατον ἐποίησαν, καὶ τὴν Θηβαίων Καδμείαν κατέλαβον, καὶ νῦν Ὀλυνθίους καὶ Φλειασίους πολιορκοῦσιν, Ἀμύντᾳ δὲ τῷ Μακεδόνων βασιλεῖ καὶ Διονυσίῳ τῷ Σικελίας τυράννῳ καὶ τῷ βαρβάρῳ τῷ τῆς Ἀσίας κρατοῦντι συμπράττουσιν, ὅπως ὡς μεγίστην ἀρχὴν ἕξουσιν.

[127] καίτοι πῶς οὐκ ἄτοπον τοὺς προεστῶτας τῶν Ἑλλήνων ἕνα μὲν ἄνδρα τοσούτων ἀνθρώπων καθιστάναι δεσπότην ὧν οὐδὲ τὸν ἀριθμὸν ἐξευρεῖν ῥᾴδιόν ἐστιν, τὰς δὲ μεγίστας τῶν πόλεων μηδ᾽ αὐτὰς αὑτῶν ἐᾶν εἶναι κυρίας, ἀλλ᾽ ἀναγκάζειν δουλεύειν ἢ ταῖς μεγίσταις συμφοραῖς περιβάλλειν;

[128] ὃ δὲ πάντων δεινότατον, ὅταν τις ἴδῃ τοὺς τὴν ἡγεμονίαν ἔχειν ἀξιοῦντας ἐπὶ μὲν τοὺς Ἕλληνας καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν στρατευομένους, πρὸς δὲ τοὺς βαρβάρους εἰς ἅπαντα τὸν χρόνον συμμαχίαν πεποιημένους.

***
Καταδίκη της Ειρήνης του Ανταλκίδα — Η ευθύνη των Σπαρτιατών.
[115] Αλλά ούτε η ειρήνη, που έχομε τώρα, ούτε η δήθεν αυτονομία, που είναι γραμμένη βέβαια στις συνθήκες, μα δεν υπάρχει πραγματικά στις πολιτείες, αξίζει να προτιμηθούν μπροστά στη δικιά μας ηγεμονία. Και πράγματι ποιός θα ήταν δυνατό να επιθυμήσει μια τέτοια θλιβερή κατάσταση,

[116] όπου οι πειρατές κατέχουν τις θάλασσες, οι πελταστές κυριεύουν τις πόλεις, και οι πολίτες, αντί να μάχονται με τους εχθρούς, για να υπερασπίσουν τις πόλεις τους, τρώγονται μεταξύ τους μες στα τείχη, όπου μετά την ειρήνη υποδουλώθηκαν με βία πόλεις ακόμα περισσότερες από όσες πριν από αυτή, όπου από τις συχνές πολιτικές αναστατώσεις πιο τρομαγμένοι είναι οι κάτοικοι στις πόλεις από αυτούς που βρίσκονται διωγμένοι σε εξορίες; Τρέμουν, βλέπετε, τί θα τους ξημερώσει, ενώ οι άλλοι έχουν τουλάχιστον ελπίδα πως θα γυρίσουν κάποτε στον τόπο τους.

[117] Και τόσο μακριά βρίσκονται από την ελευθερία και την αυτονομία, ώστε άλλες είναι στα χέρια των τυράννων, αλλού λύνουν και δένουν οι αρμοστές, πολλές έχουν καταστραφεί εντελώς και άλλες έχουν το βάρβαρο για αφέντη. Αυτόν που, όταν τόλμησε κάποτε να περάσει στην Ευρώπη και να το πάρει απάνω του πιότερο από όσο το άξιζε, τον καταντήσαμε σε τέτοια κατάσταση εμείς,

[118] ώστε όχι μόνο να σταματήσει οριστικά τις εκστρατείες εναντίον μας, αλλά να ανέχεται να καταστρέφεται και η χώρα του. Και μόλο που έπλευσε για εδώ με χίλια διακόσια πλοία, σε τέτοια ταπείνωση τον ρίξαμε, ώστε πολεμικό καράβι να μην τολμάει να κατεβάσει πια εδώθε από την Φασήλιδα, μόνο να κάθεται ήσυχα, να περιμένει ίσως ευνοϊκή περίσταση, μα να μην έχει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις που διέθετε.

[119] Και ότι τα πράγματα βάδισαν όπως βάδισαν μόνο με την ανδρεία των προγόνων μας, το έδειξαν ολοκάθαρα οι συμφορές της πόλης μας. Αμέσως, μόλις χάσαμε την ηγεμονία εμείς, άρχισαν και των Ελλήνων τα δεινά. Ύστερα δηλαδή από την καταστροφή μας στον Ελλήσποντο και αφού άλλοι ανάλαβαν πια την ηγεσία, οι βάρβαροι νίκησαν σε ναυμαχία, πήραν την εξουσία στη θάλασσα, κατέλαβαν τα περισσότερα νησιά, αποβιβάστηκαν στη Λακωνική, κυρίεψαν τα Κύθηρα με βία και έκαναν το γύρο της Πελοποννήσου λεηλατώντας και ρημάζοντας.

[120] Ο καλύτερος τρόπος μάλιστα για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της μεταβολής που μεσολάβησε είναι να παραβάλει τα κείμενα των συνθηκών που έγιναν στις μέρες μας με αυτές που υπογράφτηκαν τώρα τελευταία. Από τη σύγκριση αυτή θα αποδειχτεί πως τότε εμείς βάζαμε περιορισμούς στην εξουσία του βασιλιά, ορίζαμε τους φόρους σε ορισμένες περιπτώσεις και του απαγορεύαμε να βγαίνει ελεύθερα στη θάλασσα· τώρα όμως εκείνος είναι που ρυθμίζει των Ελλήνων τα ζητήματα, τους δίνει εντολές πάνω στο τί πρέπει να κάμουν, και μόνο που δε βάζει Πέρσες σατράπες τοποτηρητές στις πόλεις μας.

[121] Γιατί τί άλλο πια απομένει έξω από αυτό; Μήπως δεν έκανε ό,τι ήθελε στον πόλεμο; Δεν υπαγόρευσε αυτός τους όρους της ειρήνης και δε ρυθμίζει σήμερα όπως θέλει τη γενική πολιτική κατάσταση; Δεν τρέχουμε σ᾽ εκείνον, σαν να είναι αφεντικό μας, όταν είναι να κατηγορήσουμε η μια πόλη την άλλη; Δεν τον αποκαλούμε Μεγάλο Βασιλέα, σαν να είμαστε στα χέρια του αιχμάλωτοι; Και όταν πολεμούμε μεταξύ μας, ελπίδες σωτηρίας δε στηρίζουμε σ᾽ εκείνον, που με μεγάλη του χαρά όλους θα μας εξόντωνε;

[122] Όλα αυτά θα πρέπει να τα αναλογιστούμε και, αφού νιώσουμε αγανάκτηση για τη σημερινή κατάντια μας, να επιζητήσουμε φιλότιμα την ανασύσταση της ηγεμονίας μας. Ακόμα να αποδώσουμε μομφή στους Σπαρτιάτες, γιατί άρχισαν τον πόλεμο δήθεν για να ελευθερώσουν τους Έλληνες και, καταλήγοντας, τόσο πολλούς παράδωσαν στα χέρια των βαρβάρων, γιατί απόσπασαν τους Ίωνες από τη δικιά μας πόλη, που ήταν η μητρόπολή τους και που τους έσωσε τόσες φορές, για να τους παραδώσουν στους βαρβάρους, που κατέχουν τη χώρα τους παρά τη θέλησή τους και ούτε στιγμή δεν έπαψαν να πολεμούν μαζί τους.

[123] Και τότε βέβαια τους έπιανε η αγανάκτηση, όταν εμείς είχαμε τη δίκαιη αξίωση να διοικούμε μερικούς από τους Έλληνες με τρόπο νόμιμο· τώρα όμως, που έπεσαν σε μια τέτοια σκλαβιά οι ίδιοι αυτοί Έλληνες, καθόλου δε νοιάζονται γι᾽ αυτούς, που δεν τους φτάνει μόνο να ρημάζονται στους φόρους, να βλέπουν τις ακροπόλεις τους να τις κατέχουν οι εχθροί, αλλά, εξόν από την κοινή τους συμφορά, δέχονται και μαρτύρια σωματικά ακόμα φοβερότερα απ᾽ όσα οι σκλάβοι που αγοράζουμε με χρήμα. Κανένας από μας δεν τυραννάει το δούλο του με τόση απανθρωπιά, όπως εκείνοι εκεί πέρα βασανίζουν τους ελεύθερους.

[124] Μα το πιο τραγικό μαρτύριο είναι γι᾽ αυτούς όταν τους αναγκάζουν να εκστρατεύουν μαζί τους, για να εξασφαλίσουν την ίδια τη σκλαβιά τους, να πολεμούν με εκείνους που έχουν την απαίτηση να μείνουν ελεύθεροι και να αντιμετωπίζουν τους πιο σκληρούς αγώνες, όπου, αν νικηθούν, την ίδια τη στιγμή θα αφανιστούν, αν πάλι κατορθώσουν και νικήσουν, θα σιγουρέψουν τη σκλαβιά τους ακόμα περισσότερο.

[125] Και για όλα αυτά ποιούς άλλους πρέπει να θεωρήσουμε υπεύθυνους, αν όχι τους Σπαρτιάτες, που με τέτοια δύναμη στα χέρια τους αφήνουν τους συμμάχους να υποφέρουν βάσανα φριχτά, και τους βαρβάρους να απλώνουν τη δύναμη και την κυριαρχία τους με των Ελλήνων την παλικαριά και τη βοήθεια; Αυτοί που πρώτα διώχναν τους τυράννους και βοηθούσαν το λαό, τόσο πολύ άλλαξαν πολιτική, που πολεμούν τα πολιτεύματα τα δημοκρατικά και εγκαθιστούν παντού τις μοναρχίες.

[126] Άλλωστε κατάστρεψαν από τα θεμέλια τη Μαντίνεια, και μάλιστα μετά τη σύναψη ειρήνης, υπόταξαν με βία την ακρόπολη Καδμεία των Θηβαίων και τώρα δα πολιορκούν την Όλυνθο και το Φλιούντα. Ακόμα βοηθούν το βασιλιά των Μακεδόνων Αμύντα, τον τύραννο της Σικελίας Διονύσιο, ώς και το βάρβαρο που εξουσιάζει την Ασία, για να αποκτήσουν οι ίδιοι όσο γίνεται πιο μεγάλη δύναμη και επιβολή.

[127] Και όμως τουλάχιστο παράλογο δεν είναι οι ίδιοι οι προστάτες των Ελλήνων από τη μια μεριά να ορίζουν κυρίαρχο και αφέντη ένα μονάχα πρόσωπο σε τόσο πλήθος από ανθρώπους, που και τον αριθμό τους δεν μπορείς να υπολογίσεις, και από την άλλη να μην αφήνουν ούτε τις πιο μεγάλες πόλεις να κανονίζουν μόνες τα ζητήματά τους, μα ή να τις αναγκάζουν να είναι σκλάβες ή να τις ρίχνουν σε συμφορές αβάσταχτες;

[128] Και το φριχτότερο από όλα, να βλέπεις αυτούς που έχουν την αξίωση να είναι στην Ελλάδα ηγεμόνες να κάνουν κάθε μέρα εκστρατείες ενάντια στους Έλληνες, με τους βαρβάρους όμως να έχουν πάντοτε φιλία και συμμαχία αδιατάραχτη.

ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Οἱ Ἀθηναῖοι εἶχαν τέλεια συνειδητοποιήσει ὅτι ἡ ἐγκαθίδρυση τῆς δημοκρατίας σὲ μία πόλη τόσο πολυάνθρωπη ὄσο ἡ δική τοὺς ἦταν μεγάλος νεωτερισμός. Ἦταν ὑπερήφανοι για τὸ σύνταγμά τούς. Ἀπὸ τὰ τρία καθεστῶτα πού χαρακτήριζαν τοὺς Ἕλληνες ἕνα μόνο φαινόταν νὰ ἁρμόζει στήν ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια: αὐτό πού ἀντέτασσε τὴν ἀρχὴ τῆς ἰσότητας στήν ἀρχή τῆς ὀλιγαρχίας καὶ ὑπεράσπιζε τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν τυραννία. Ἐλευθερία, Ἰσότητα, ἦταν κυριολεκτικὰ τὸ ἔμβλημα τῶν Ἀθηναίων· πρόσθεσαν τὴν ἀδερφοσύνη, κάτω ἀπὸ τή λέξη φιλανθρωπία. Mέ αἴσθημα ὑπερηφάνειας σύγκριναν τὴν πόλη τούς μὲ ὅλες τὶς ἄλλες, καὶ εἰδικὰ μὲ τή Σπάρτη, πρὸς τὴν ὁποία στρέφονταν μὲ νοσταλγία ὅλοι οἱ ἀντίπαλοι τῶν ἰδεῶν πού ἦταν ἀγαπητὲς σ’ αὐτούς. Πιθανότατα οἱ δημόσιοι ἄνδρες καί οἱ Ἀθηναῖοι ποιητὲς ὑπερέβαλλαν σὲ ἐπαίνους, ὅταν μιλοῦσαν για τὸ πολίτευμά τούς· ἀλλὰ κι αὐτὸς ὁ λυρισμὸς ἔχει ἱστόρικὴ ἀξία: τέτοιες διαχύσεις αἲσθἡμάτων μᾶς ἀποκαλύπτουν τὴν ψυχή ἑνὸς λαοῦ· ὑπάρχουν ἐνθουσιασμοὶ πού μαρτυροῦν ἕνα ἰδεῶδες.
 
Τὸ ἀθηναϊκο ἰδεῶδες κανένας ἄλλος δὲν τὸ παρουσίασε μὲ εὐγλωττία πιὸ μεγαλειώδη καί πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸν Θουκυδίδη. Ὁ ἱστόρικὸς προσέχει καλὰ νὰ μὴ μιλήσει γιά λογαριασμὸ του· δὲν θὰ ἦταν εἰλικρινής, ἀφοῦ δὲν αἰσθανόταν καμιὰ τρυφερότητα γιὰ τὴν πολιτικὴ τῆς χώρας του. Ἔτσι, αὐτό τὸ θαυμάσιο σχόλιο, τοῦ ὁποίου ἡ κάθε λέξη εἶναι σὰν ἕνα χρυσὸ μεταλλιο μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Ἀθηνᾶς Πολιάδας, τὸ ἀποδίδει στόν φίλο τοῦ Ἀναξαγόρα, τὸν ἐμψυχωτή τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας, τὸν «Ὀλύμπιο» πού ὑπέταξε, ἐπὶ τριάντα χρόνια, τὶς καθημερινὲς μικρότητες τῆς ἀγορᾶς: στόν Περικλη.
 
Ἐπιφορτίςμένος νὰ ἐκφωνήσει τὸν ἐπιτάφιο τῶν πολεμιστῶν πού πέθαναν γιὰ τὴν πατρίδα, ὁ ρήτορας δηλώνει ὅτι, χωρὶς να χρονοτριβήσει στὸν ἔπαινο ὅλων ἐκείνων πού, στό παρελθὸν ἤ στὸ παρόν, συνέβαλαν στὸ μεγαλεῖο τῆς Ἀθηνᾶς, θὰ ἐξετάσει τούς θεσμοὺς καὶ τὰ ἤθη πού συνιστοῦν τή βασική αἰτία τῆς δὺναμης καὶ τῆς εὐημερίας της.
 
«Τὸ πολίτευμά μας, βεβαιώνει ἀρχίζοντας, δὲν ἔχει τίποτε νὰ ζηλέψει ἀπὸ τοὺς νόμους τῶν γειτόνων· γεγονὸς εἶναι ὅτι ἀποτελοῦμε παράδειγμα γιὰ μερικούς, παρὰ ὅτι ἔχουμε μιμηθεῖ ἄλλους. Τὸ ὄνομὰ του εἶναι δημοκρατία, γιατὶ σκοπεύει στὸ συμφέρον ὄχι μιᾶς μειοψηφίας, ἀλλὰ τοῦ πιὸ μεγάλου ἀριθμοῦ.» Πρώτη του ἀρχὴ ἔχει τὴν ἰσότητα. Στήν ἰδιωτικὴ ζωὴ ὁ νόμος δὲν κάνει καμία διάκριση ἀνάμεσα στοὺς πολίτες. Στή δημόσια ζωὴ ἡ ὑπόληψη δὲν συνδέεται οὔτε μὲ τὴν καταγωγὴ οὔτε μὲ τὴν περιουσία, ἀλλά μόνο μὲ τὴν ἀξία, καί δὲν εἶναι οἱ κοινωνικὲς διακρίσεις, ἀλλὰ ἡ ἀρμοδιότητα καὶ ἡ ἰδιοφυία πού ἀνοίγουν τὸ δρόμο στίς τιμές. Μία τέτοια ἀντίληψη γιὰ τὴν ἰσότητα, πού ἀφήνει τὸ πεδίο ἀνοιχτὸ στήν προσωπικὴ ἀξία, δὲν βλάπτει καθόλου τὴν ἐλευθερία. Καθένας εἶναι ἐλεύθερος στίς πράξεις του, χωρὶς νὰ φοβάται οὔτε φιλύποπτη περιέργεια οὔτε ἀποδοκιμαστικὰ βλέμματα. Ἀλλὰ ἡ ἐλευθερία τῶν ἀτόμων ἔχει ὡς ὅρια τὰ δικαιώματα τοῦ κράτους, τὴν ὑποχρέωση τῶν πολιτῶν νὰ πειθαρχοῦν. Ἡ δημόσια τάξη ἐπιβάλλει τὴν ὑποταγὴ στίς καθιερωμένες ἐξουσίες, τὴν ὑπακοὴ στοὺς νόμους, κυρίως στούς νόμους τῆς ἀδερφοσύνης, πού ἑξασφαλίζουν τὴν προστασία τῶν ἀδυνάτων, καί στούς ἄγραφους νόμους πού πηγάζουν ἀπὸ τὴν καθολικὴ συνείδηση.
 
Ἕνα τέτοιο πολίτευμα δαψιλεύει σὲ ὅλους ἀναρίθμητες εὐεργεσίες. Ἡ ζωὴ ἔχει περισσοτέρη γοητεία στήν Ἀθήνα παρὰ ὁπούδήποτε ἀλλοῦ: οἱ περιοδικὲς ἐορτὲς ξεκουράζουν τὸ μυαλό, καὶ τὸ θαλάσσιο ἐμπόριο κάνει νὰ συρρέουν προϊόντα ἀπ’ ὅλο τὸν κόσμο. Αὐτό δὲν ἐμποδίζει τή μαθητεία στα πολεμικά. Ἀλλὰ ὅλα γίνονται σὲ ἄπλετο φῶς, χωρὶς μυστήριο καὶ χωρὶς καταναγκασμό. Δὲν ὑπάρχουν νόμοι πού νὰ ἀποκλείουν τοὺς ξένους ἀπὸ τὴν πόλη· δὲν ὑπάρχουν ἐπίπονες ἀσκήσεις πού νὰ καθιστοῦν τὴν ἀνδρεία ἀρετὴ πού διδάσκεται· τὸ φυσικὸ θάρρος εἶναι ἀρκετό στούς Ἀθηναίους γιὰ νὰ φανοῦν, σὲ ὦρες δοκιμασίας, ἐφάμιλλοι τῶν ἐχθρῶν, τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ εἶναι μιὰ ἀτέρμονη καταπόνηση.
 
Καί νὰ ἄλλοι τίτλοι δόξας: Φιλοκαλλοῦν χωρίς ὑπερβολικὲς δαπάνες· καλλιεργοῦν τὴν ἐπιστήμη χωρὶς νὰ χάνουν τίποτε ἀπό τή δραστηριότητά τους. Γι’ αὐτοὺς ὁ πλοῦτος δὲν ἀποτελεῖ ἀντικείμενο μεγαλαυχίας, ἀλλὰ ὄργανο ἐργασίας, καὶ ἡ φτώχεια δὲν εἶναι ντροπὴ παρὰ ὅταν δὲν κάνουν τίποτε γιὰ νὰ ἁπαλλαγοῦν ἀπὸ αὐτήν. Πῶς τέτοιοι ἄνθρωποι δὲν θὰ ἦταν ἄξιοι να φροντίζουν συγχρόνως τὰ συμφέροντά τους καί τὰ συμφέροντα τῆς πόλης τους; Στήν Ἀθήνα οἱ ἄνθρωποί πού ἐργάζονται καταλαβαίνουν ἀπὸ πολιτική, καὶ ὅποιος μένει ἔξω ἀπὸ τὰ δημόσια πράγματα θεωρεῖται ἄχρηστος. Ἑνωμένοι σὲ ἕνα σῶμα, οἱ πολίτες ξέρουν νὰ κρίνουν σωστὰ καί νὰ παίρνουν τίς ἀποφάσεις πού πρέπει, γιατὶ δὲν νομίζουν ὅτι ὁ λόγος εἶναι βλαβερὸς στήν πράξη, καὶ θέλουν, ἀντίθετα, νὰ χυθεῖ φῶς μὲ τή συζητηση. Ἐνῶ ἀλλοῦ ἡ τόλμη εἶναι ἀποτέλεσμα ἀγνοίας καί ἡ σκέψη αἰτία ἀναποφασιστικότητας, ἡ Ἀθήνα ἑξασκεῖται στήν τόλμη μὲ τή σκέψη.
 
Ἕνα τελευταῖο χαρακτηριστικὸ πού τὴν ξεχωρίζει ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη εἶναι ἡ γενναιοδωρία της. Προσφέρει τίς ὑπηρεσίες της χωρὶς ὑπολογισμό, χωρὶς ὑστεροβουλία, καὶ μὲ τὴν ἐμμονὴ της στὸ νὰ ἐξυπηρετεῖ προλαμβάνει τή χαλάρωση τῆς εὐγνωμοσύνης. «Μὲ λίγα λόγια, συμπεραίνει ὁ Περικλῆς, ἡ Ἀθήνα ἀποτελεῖ τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν» (τὸ σχολεῖο τῆς Ἑλλάδας).
 
Μόλο πού αὐτές οἱ ἀντιλήψεις εἶναι πολὺ ὡραῖες καὶ πολὺ συστηματοποιημένες, γιὰ νὰ δώσουν μιά πιστὴ καί πλήρη εἰκόνα τῆς πραγματικότητας, ὅμως ρίχνουν ἕνα κολακευτικὸ φῶς πάνω της, χωρὶς νὰ τὴν παραμορφώνουν. Αὐτό πού ἐντυπωσιάζει περισσότερο σ’ αὐτὰ τὰ κεφάλαια τοῦ Θουκυδίδη δὲν εἶναι οἱ σκὲψεις πάνω στή δημοκρατικὴ ἰσότητα, γιατὶ εἶναι συνηθισμένες καὶ θυμίζουν τοὺς κοινοὺς τόπούς πάνω στήν ἰσονομία, γιὰ τοὺς ὁποίους καμαρώνουν ὁ Ἡρόδοτος καί ὁ Εὐριπίδης. Αὐτὸ πού ἀξίζει νὰ ἐπισύρει τὴν προσοχὴ εἶναι οἱ ἰδέες γιά τίς σχέσεις κράτούς καί ἀτόμου. Σ’ αὐτές βρίσκει κανεὶς ἀξιώματα πού θὰ ἔλεγε ὅτι ἐνέπνευσαν τή Διακηρύξη τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου. Ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία δὲν εἶναι παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας πού ἀπολαμβάνουν ὅλοι οἱ πολίτες στήν ἰδιωτικὴ τους ζωή. Ποῦ εἶναι λοιπὸν αὐτή ἡ καταπίεση πού τοὺς ἔκανε νὰ νιώθουν, σύμφωνα μὲ μιὰ διαδομένη προκατάληψη, ἡ παντοδυναμία τῆς πόλης; Συνηθισμένοι νὰ ζοῦν ὅπως τοὺς ἀρέσει, ἐπεμβαίνουν χωρὶς δυσκολία, ἐὰν θέλουν, στίς συζητήσεις πού διαφωτίζουν τίς κοινὲς ἀποφάσεις. Αὐτό ἐννοοῦσε καὶ ὁ Εὐριπίδης, ὅταν ἔβαζε τὸν Θησέα, τὸν ἥρωα τῆς δημοκρατίας, να λέει: «ἡ ἐλευθερία εἶναι τοῦτο: Ὅποιος θέλει νὰ δώσει μία καλή γνώμη στήν πόλη, ἂς βγει μπροστὰ καὶ ἂς μιλησει. Καθένας μπορεῖ, κατὰ τή διαθεσή του, νὰ προβληθεῖ ἐκφράζοντας μία γνώμη ἤ νὰ σιωπήσει. Ὑπάρχει ὡραιότερη ἰσότητα γιὰ τοὺς πολίτες;»· Τέλος, μὲ ὄλες αὐτές τίς ἀρχές, ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία τοῦ 5ου αἰώνα τείνει νὰ κρατήσει μία σωστὴ ἰσορροπία ἀνάμεσα στή νόμιμη ἐξουσία τοῦ κράτους καί στὰ φυσικὰ δικαιώματα τοῦ ἀτόμου.
 
Ἀλλὰ σ’ αὐτὸν τὸ λαμπρὸ πίνακα ἀντιπαρατίθεται ἕνας ἄλλος μὲ ζοφερὰ χρώματα. Οἱ ἴδιοι οἱ συγγραφεῖς πού πλέκουν ἐγκώμια, παρουσιάζουν καί αὐστηρές κριτικές. Στόν Ἡρόδοτο, ἀφοῦ ὁ Ὀτάνης μίλησε ὑπὲρ τῆς δημοκρατίας, ὁ Μεγάβυζος τοῦ ἀπαντᾶ μὲ σφοδρότητα; «Ὁ λαὸς δέν ἔχει καθόλου πρακτικὸ αἴσθημα· εἶναι πιὸ κουτὸς καί ὑπερβολικὸς ἀπ’ ὁτιδήποτε ἄλλο στόν κόσμο... Ὁ τύραννος, τουλάχιστον, ξέρει τι κάνει· ὁ λαὸς δεν ξέρει. Καί πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ξέρει, ἀφοῦ δὲν ἔχει οὔτε μόρφωση οὔτε φυσικὴ κρίση γιὰ τὸ ὡραῖο καί τὸ καλό; Ὁρμᾶ σὲ ἐγχειρήματα καὶ τὰ προωθεῖ χωρὶς σκέψη, ὅπως ἕνας χείμαρρος τὸ χειμώνα». Στήν τραγωδία τοῦ Εὐριπίδη, ὁ ξένος, στὸν ὀποῖο ἀπαντᾶ ὁ Θησέας, κατηγορεῖ «τοὺς ρήτορες πού ἐξάπτουν τὰ πλήθη καὶ τὰ παρασύρουν πρὸς ὄλες τίς κατευθύνσεις γιὰ τὸ προσωπικὸ τους συμφέρον, σήμερα γεμάτοι γοητεία καί τέρποντάς τους, αὔριο βλαβεροί, ἀργότερα συγκαλύπτοντας τὰ λάθη τους μέ τίς συκοφαντίες γιὰ να ἀποφύγουν τὴν τιμωρία». Ἀκόμη καὶ χωρίς τή δημαγωγία, ἡ δημοκρατία τοῦ φαίνεται ἀδικαιολόγητη· γιατὶ «πῶς ὁ λαός, ἀνίκανος γιὰ ἕνα σωστὸ συλλογισμό, θὰ μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει τὴν πόλη στὸ σωστὸ δρόμο;» Ὅσο γιὰ τὸν Θουκυδίδη, δίνει ἀντίστοιχα στὸ πορτρέτο τοῦ Περικλῆ τὸ πορτρέτο τοῦ Κλέωνα, καὶ κάνει τὸν Ἀλκιβιάδη να λέει: «Οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι ξέρουν τί ἀξίζει ἡ δημοκρατία(...): δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ καινούριο νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ μιὰ ἀναγνωρισμένη ἀνοησία».· Οἱ ἀποφασισμένοι ὅμως νὰ δοῦν τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ πού ἔδωσαν στήν ἀθηναϊκή δημοκρατία τὰ πιὸ σκληρὰ χτυπήματα δὲν εἶναι οἱ ἱστόρικοὶ καί οἱ ποιητές, ἀλλὰ ἕνας πολιτικός, ἕνας δηλωμένος ἀντίπαλος, ὁ ἀνώνυμος συγγραφέας μιᾶς Ἀθηναϊκής πολιτείας πού γιὰ καιρὸ θεωρήθηκε ἔργο τοῦ Ξενοφώντα. Ὁ λίβελος αὐτός, γραμμένος πιθανότατα τὸ 424, εἶναι ἔργο ἑνὸς ἀγέρωχου ἀριστοκράτη, ἑνὸς ψυχροῦ θεωρητικοῦ πού μιλάει σὲ μιὰ ἀριστοκρατικὴ ἑταιρεία. Ἀναπτύσσει τὶς σκέψεις του μὲ μία λογικὴ ἀτάραχη, ἀρκετὰ ἥρεμος ὥστε νὰ κάνει μιὰ διεισδυτική ἀνάλυση τοῦ πολιτεύματος πού ἀπεχθάνεται χωρὶς νὰ ἀφήνει τὸ μίσος νὰ θολώνει τὴν κρίση του, τόσο ὅμως μνησίκακος καὶ τόσο φανατικός, πού δὲν τὰ βάζει μὲ τοὺς δημοκρατικούς, ἐχθροὺς μὲ τοὺς ὁποίους δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ συνεννοηθεῖ λογικά, ἀλλὰ περιορίζεται ἁπλῶς στὸ νὰ διαλύσει τίς αὐταπάτες τῶν μετριοπαθῶν ὀλιγαρχικῶν. Τὶ τρέλα νὰ νομίζει κανεὶς ὅτι ἡ δημοκρατία μπορεῖ νὰ βελτιωθεῖ! Εἶναι ἀπαίσια γιατὶ ἀκολουθεῖ τή φύση της, καὶ μένει πιστὴ στίς ἀρχὲς της γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ κάμει διαφορετικά. Ἡ δημοκρατικὴ ἰσότητα, ἡ ὑπεροχὴ τοῦ ἀριθμοῦ ἔχει ἀναπόφευκτη συνέπεια τὴν ἀδυναμία τῶν καλῶν καὶ τὴν κυριαρχία τῶν κακῶν. Δὲν ὑπάρχει μεταρρύθμιση πού μπορεῖ νὰ ἐμποδίσει τὸ πλῆθος νὰ ζεῖ στήν ἀμάθεια, στήν ἀπειθαρχία, στήν ἀτιμία, «γιατὶ ἡ φτώχεια ὠθεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ ταπεινὲς πράξεις, ἀπὸ ἔλλειψη ἀγωγῆς καί μόρφωσης, ὀφειλόμενη στήν ἀχρηματία». Ἡ δημοκρατικὴ κυβέρνηση ἀναδείχνει τὰ χειρότερα στοιχεῖα τῆς πολιτείας: νὰ τὸ πρωταρχικὸ καὶ ἀναγκαῖο γεγονός
 
«Δὲν θὰ ἔπρεπε, θὰ πεῖ κανείς, νὰ ἐπιτρέπεται σὲ ὅλους ἀδιακρίτως νὰ παίρνουν τὰ λόγο στήν ἐκκλησία τοῦ δήμου καὶ να ἐκλέγονται βουλευτές, ἀλλὰ μόνο σὲ ἐκείνους πού ἔχουν τή μεγαλύτερη εὐθυκρισία καὶ τὸ μεγαλύτερο τάλαντο. Ὡστόσο εἶναι μιὰ ἀξιοθαύμαστα σωστὴ ἰδέα τὸ νὰ ἀφήνει κανεὶς νὰ μιλᾶ ὁ ὄχλος. Ἂν μόνο οἱ εὐυπόληπτοι εἶχαν δικαίωμα νὰ μιλοῦν καὶ νὰ γίνονται βουλευτές, αὐτό θὰ ἦταν καλὸ γιὰ τούς ὁμοίους τους καὶ ὄχι γιὰ τὸ λαό. Ἀντίθετα, ὅταν ὁ πρῶτος τυχών μπορεῖ να σηκωθεῖ καὶ νὰ πάρει τὸ λόγο, βρίσκεται πάντοτε ἕνας κακομοίρης πού θὰ ἀνακαλύψει τι εἶναι καλὸ γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ὁμοίους του. Ἀλλά, θὰ ἀντιτάξει κανείς, πῶς ἕνα τέτοιο ἄτομο μπορεῖ νὰ εἶναι κριτὴς τοῦ συμφέροντός του καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ λαοῦ; Πάντως, οἱ ἄνθρωποι αὐτοῦ τοῦ εἴδους καταλαβαίνουν καλὰ ὅτι ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἀτιμία ἑνὸς ἀνθρώπου πού ἀνήκει στήν ἴδια παράταξη μὲ αὐτοὺς εἶναι πιὸ ὠφέλιμη γι’ αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ἀρετὴ καὶ τή φρόνηση τοῦ τιμίου ἀνθρώπου, πού ὅμως δὲν αἰσθάνεται γι’ αὐτοὺς παρὰ μόνο ἀντιπάθεια. Ἄ! τὰ ἰδεώδη τῆς πόλης δὲν πραγματοποιοῦνται μὲ τέτοια ἤθη· ὡστόσο δεν ὑπάρχει καλύτερος τρόπος γιὰ νὰ διατηρηθεῖ ἡ δημοκρατία. Τὸ λαὸ δὲν τὸν ἐνδιαφέρει νά ἔχει ἡ πόλη καλοὺς νόμους, ἐὰν πρέπει νὰ ὑποταχτεῖ σ’ αὐτούς: θέλει νὰ εἶναι ἐλεύθερος καὶ νὰ κυβερνᾶ· μετὰ ἀπ’ αὐτό, τὸ νὰ εἶναι κακοὶ οἱ νόμοι εἶναι τὸ τελευταῖο πού τὸν νοιάζει.» Αὐτὸς ὁ μονόλογος εἶναι κυνικός. Ὅταν ὁ λιβελογράφος ὑποστηρίζει ὅτι τὸ πλῆθος προκαλεῖ τὸ κακό, ὄχι ἀπὸ παραφορά ἤ ἀπὸ λάθος, ἀλλὰ ἀπὸ μοιραία ὑπακοὴ στὸ νόμο τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἁπλούστατα γιατὶ τὸ κακὸ εἶναι αὐτό πού τὸ ὠφελεῖ, δὲν ἔχει πρόθεση νὰ προκαλέσει τὸ γέλιο μὲ μιὰ δηκτικὴ εἰρωνεία, ἀλλὰ νὰ πείσει μὲ μιὰ ὀξεία παρατήρηση. Θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ του ἀμερόληπτο. Καὶ πράγματι εἶναι ἀμερόληπτος κάθε φορὰ πού δὲν φοβάται ὅτι ἡ ἀλήθεια θὰ βλάψει τὴν ἐπιχειρηματολογία του. Ἂν καὶ χλευάζει τίς ὑπερβάσεις τῆς ἀθηναϊκης δικαιοσύνης, ἀναγνωρίζει ὅτι ὁ μεγάλος ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν πού ἀποτελοῦν κάθε δικαστήριο ἐμποδίζει τὶς ραδιουργίες καὶ τή δωροδοκία, καὶ παραδέχεται ὅτι μὲ ἕνα ἄλλο σύστημα θὰ εἶχαν λιγότερο δίκαιες ἀποφάσεις. Λυπάται ἄλλωστε - ὑπάρχει μεγαλύτερος ἔπαινος ἀπὸ μιὰ τέτοια λύπη; - πού ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία διαπράττει τόσο λίγες ἀδικίες, ὥστε δὲν αὐξάνει τή στρατιά τῶν δυσαρεστημένων.
 
Αὐτή ἡ θεωρία ταίριαζε ὡς πρὸς τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ της σὲ φιλοσόφους πού δὲν ἀναγνώριζαν νόμιμα πρωτεῖα παρὰ μόνο στήν εὐφυία.
 
Ὁ ὀρθολογισμὸς τοῦ Σωκράτη ἔβρισκε πολλοὺς στόχους για τὴν κριτικὴ του στή δημοκρατία τῆς ἐποχῆς του. Δὲν αἰσθανόταν ἴχνος σεβασμοῦ γιὰ μιὰ συνέλευση τὴν ὁποία «ἀποτελοῦσαν γναφεῖς, ὑποδηματοποιοί, χτίστες, τεχνίτες τοῦ μετάλλου, γεωργοί, μεταπράτες, πλανόδιοι ἔμποροι, παλαιοπῶλες». Ὄχι γιατὶ περιφρονοῦσε τίς χειρωνακτικὲς ἐργασίες, αὐτός, γιὸς βιοτέχνη, πού δὲν ἀγαποῦσε τίποτε περισσότερο ἀπὸ τὸ νὰ ξυπνάει τὰ μυαλὰ μέσα στὰ μαγαζιὰ καὶ στήν ἀγορὰ· ἀλλὰ ἦταν πεπεισμένος πώς δὲν ὑπάρχει ἀξία καὶ ἀρετή· παρὰ μόνο στή γνώση, καὶ τρόμαζε νὰ βλέπει τὴν πόλη νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ τὴν ἄγνοια. Ἡ κλήρωση τῶν ἀρχόντων τοῦ φαινόταν καθαρὸς παραλογισμός. Καταλαβαίνει λοιπὸν κανεὶς ἀρκετὰ καλὰ πώς ὁ Σωκράτης κατηγορηθηκε ἀπὸ κάποιον Ἄνυτο ὅτι περιφρονεῖ τοὺς νόμους. Ὡστόσο διαμαρτυρόταν ὅτι δὲν εἶχε ποτε σκεφτεῖ νὰ ἀνατρέψει τοὺς θεσμοὺς τῆς πόλης μὲ τή βία. Καὶ πραγματικά, ἔτρεφε κάποια ἀδυναμία πρὸς τὴν ἀθηναϊκη δημοκρατία· ὁμολογοῦσε μὲ χαριτωμένη ἀθωότητα ὅτι δὲν εἶχε καμιὰ διάθεση νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πατρίδα του, γιὰ νὰ προσαρμόσει τή συμπεριφορά του στή θεωρία του. Μάταια ἐπαινοῦσε διαρκῶς τὰ πολιτεύματα τῆς Λακεδαίμονας καὶ τῆς Κρήτης· δὲν ἐνιωσε τὴν παραμικρὴ ἐπιθυμία νὰ πάει νὰ τὰ δεῖ ἀπὸ κοντά. Συνεπής μὲ τὸν ἑαυτό του, ἀναγνώριζε ὅτι μὲ τὸ νὰ ἐπιμένει κανεὶς νὰ ἀνήκει σὲ μιὰ κοινότητα, ὅταν εἶναι ἐλεύθερος νὰ φύγει, εἶναι σὰν σιωπηρὴ δέσμευση νὰ σέβεται τοὺς νόμους αὐτῆς τῆς κοινότητας καί, ἄλλωστε, «πῶς θὰ ἄρεσε μιὰ πόλη σὲ κάποιον πού δεν ἀγαποῦσε τοὺς νόμους της;» Δὲν ἐννοοῦσε ἐξάλλου νὰ συμπεριφέρεται σὰν ἀπόδημος τοῦ ἐσωτερικοῦ. Στὸ πρόσωπο τοῦ Περικλη θαύμάζε τὸν ἰδεώδη ρήτορα· ἀλλὰ καὶ ἐπιθυμοϋσε ὁ κάθε πολίτης νὰ συμβάλει ὥστε νὰ διατηρηθεῖ ὑψηλὰ τὸ ὄνομα τῆς Ἀθήνας στὸ ἐξωτερικό. Θεωροῦσε καθῆκον του νὰ μετέχει στήν πολιτικὴ ζωή: ἔγινε βουλευτὴς καὶ ἔδωσε, ὡς πρύτανης, ἕνα λαμπρὸ παράδειγμα πολιτικοῦ θάρρους, ἀντιτάσσοντας τὸ μεγαλεῖο τῶν νόμων σὲ μιὰ συνέλευση πού παραληροῦσε.
 
Ὁ ἀληθινὸς Σωκράτης φαίνεται νὰ ἦταν αὐτὸς τὸν ὁποῖο παρουσιάζει ὁ Ξενοφῶν στὰ Ἀπομνημονεύματα: δὲν παραδέχεται ὅτι ὁ ἔμπειρος Χαρμίδης μπορεῖ νὰ ἀρνηθεῖ τίς ὑπηρεσίες του στήν πατρίδα· κατηγορεῖ τή δειλία τοῦ πολίτη πού θέλει νὰ συμβουλεύει περιστασιακὰ τοὺς ἄρχοντες καὶ νὰ παρουσιάζεται ὡς ὁ καλὸς ὁμιλητὴς στίς ἀριστοκρατικές λέσχες ἀλλὰ νιώθει τρομαγμένος μπροστὰ στίς λαϊκὲς μάζες. Ὄχι αὐτός, ἀλλὰ ἕνας μαθητὴς πού πρόδωσε τή σκέψη του δήλωσε ὅτι ἡ περίπτωση τῆς Ἀθήνας εἶναι ἀπελπιστική, καὶ κάθε ἐπέμβαση θὰ εἶχε μοναδικὸ ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγήσει στὸ θάνατο ὅποιον τὴν ἐπιχειροῦσε, καὶ ὅτι ἡ θέση ἑνὸς ἀνθρώπού ἀποφασισμένου νὰ πολεμήσει τὴν ἀδικία χωρὶς νὰ θυσιαστεῖ ἄδικα εἶναι στήν ἰδιωτικὴ καὶ ὄχι στη δημόσια ζωή. Ό Πλάτωνας, πραγματικά, ἀπαγγέλλει κατὰ τῆς δημοκρατίας γενικὰ μιὰ καταδίκη χωρὶς ἐπιφυλάξεις. Παίρνει τὸν ἀντίποδα στή θεωρία πού διατύπωσε ὁ Περικλῆς τοῦ Θουκυδίδη. Ἡ ἐλευθερία ἕνα καλό; ἀκριβῶς αὐτή εἶναι ἡ αἰτία κάθε κακοῦ. Ἡ ἀθηναϊκή πολιτεία ἕνα πρότυπο; ὄχι· οἱ νομοθεσίες τῆς Σπάρτης καὶ τῆς Κρήτης εἶναι αὐτές πού πλησιάζουν περισσότερο τὸ στόχο ὅπου πρέπει νὰ ἀποβλέπει κανείς. Πρέπει νὰ βασιλεύει ἡ τάξη στίς πόλεις, ὅπως καὶ στίς ψυχὲς· πρέπει νὰ ἑξαφανιστοῦν οἱ ἀτομικές διαφοροποιήσεις, νὰ προγραφοῦν οἱ ἰδιοτυπίες, να γίνει δυνατὸ νὰ σκέφτονται ὅλοι κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο γιὰ ὅλα τὰ πράγματα. Καὶ αὐτό θὰ ἐπιτευχθεῖ μόνο ὅταν ἡ κάστα τῶν φιλοσόφων - μὲ τή βοήθεια τῶν πολεμιστῶν καὶ ἐλευθερωμένη ἀπὸ κάθε ἐγωισμό, μέσο τῆς κοινοκτημοσύνης τῶν ἀγαθῶν, τῶν γυναικὼν καὶ τῶν παιδιών - κυριαρχήσει στήν ἀπαίδευτη μάζα τῶν ἐργατῶν. Ἡ δημοκρατία εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντιθετο ἀπ’ αὐτό τὸ ἰδεῶδες. Εἶναι τὸ καθεστὼς τοῦ ἀτομικισμοῦ, ὅπου καθένας κάνει ὅ,τι θέλει. Ὑπόκειται σὲ μιὰ ποικιλία πού σὲ κάνει νὰ τὰ χάνεις, σὲ μιὰ διαρκή ἀστάθεια. ἡ ἐλευθερία τὴν ὁποία ἐγκαθιδρύει καὶ ἡ ὁποία κάνει τή ζωὴ νὰ φαίνεται τόσο γλυκιά καὶ τόσο ἀκτινοβόλα εἶναι ἁπλῶς ἡ ἀπούσία κάθε κανόνα, ἕνα χάος, ὅπου ἀκόμη καὶ οἱ ἀναλαμπὲς τοῦ ταλάντου καὶ τῆς ἰδιοφυίας δὲν εἶναι παρὰ φαντασμαγορία καὶ ἀδυναμία. Ἡ ἰσοτητα γιὰ τὴν ὁποία ὑπερηφανεύεται, βάζοντας στήν ἴδια σειρὰ ἄνισους ἀνθρώπούς, εἶναι μιὰ κραυγαλέα ἀνισότητα. Ἀναγνωρίζοντας σὲ ὄλες τίς ἐπιθυμίες τὴν ἴδια νομιμότητα, σὲ ὄλες τίς ἐπιδιώξεις τὰ ἴδια δικαιώματα, δημιουργεῖ τὴν ἀταξία καὶ τὴν ἀνηθικότητα, κάνει νὰ φαίνεται ἡ μετριοπάθεια ἀδυναμία καὶ οἱ δισταγμοὶ ἀφέλεια. Καὶ ὅταν μιὰ πόλη φτάσει σὲ ἕνα τετοιο σημεῖο, τὸ σύνταγμά της δὲν εἶναι παρὰ ἕνα πανωφόρι μὲ παράταιρα χρώματα. Εἶναι μάλιστα λάθος νὰ μιλᾶ κανεὶς για ἕνα σύνταγμα, γιατὶ αὐτό ἀλλάζει διαρκῶς ἀνάλογα μὲ τὰ πάθη, καὶ ὑπάρχουν τόσα συντάγματα ὅσα ζητοῦνται στήν ἀγορά. Κοντολογὶς ἡ δημοκρατία καταλήγει μοιραῖα στήν ὀχλοχρατία, καὶ ἡ κυριαρχία αὐτοῦ τοῦ τερατώδους ζώου, τοῦ πλήθους (θρέμμα μέγα καὶ ἰσχυρόν), δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ ξύπνημα τῶν πανάρχαιων γιγάντων (παλαιὰ γιγαντικη φύσις). Ὁ Ἀριστοτέλης φτάνει μὲ μιὰ διεισδυτική ἀνάλυση σὲ μία κρίση σχεδὸν τὸ ἴδιο αὐστηρὴ. Ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ οἱ τρεῖς καθαρὲς μορφὲς διακυβέρνησης: ἡ βασιλεία, ἡ ἀριστοκρατία καὶ τὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα ἡ πολιτεία, εἶναι τὸ ἴδιο ἐπιδεκτικὲς διαφθορᾶς. Ἐνῶ ἡ βασιλεία ἐκφυλίζεται σὲ τυραννία, ἡ ἀριστόκρατία σὲ ὀλιγαρχία, τὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα καταλήγει σὲ δημαγωγία. Ἂς παρακολουθησουμε αὐτή τὴν ἐξέλιξη.
 
Καὶ πρῶτα, πῶς νὰ ἀναγνωρίσουμε τή δημοκρατία; Εἶναι κοινὸ λάθος τὸ νὰ τή βασίζουμε ἀποκλειστικὰ στὸ δικαίωμα τῆς πλειοψηφίας νὰ κυριαρχεῖ. Καὶ στήν ὀλιγαρχία ἡ πλειοψηφία εἶναι κυρίαρχη. Δημοκρατία ὑπάρχει ὅπου ἡ κυριαρχία ἀνήκει σὲ ὅλους τοὺς ἐλευθέρους ἀνθρώπούς, χωρὶς περιουσιακή διάκριση. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει δημοκρατία ἐκεῖ ὅπου μιὰ μειοψηφία ἐλευθέρων ἀνθρώπων κυβερνᾶ μιὰ πλειοψηφία ἀνθρώπων πού δὲν εἶναι ἐλεύθεροι· δὲν ὑπάρχει, περισσότερο, ἔκεῖ ὅπου ἡ ἐξουσία ἀνήκει στούς πλουσίους, ἀκόμη καὶ ἂν αὐτοὶ πλειοψηφοῦν. Μὲ δυὸ λόγια, «δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ δημοκρατία παρὰ ἐκεῖ ὅπου ἐλεύθεροι ἄνθρωποι, ἀλλὰ φτωχοί, σχηματίζουν τὴν πλειοψηφία καὶ εἶναι κυρίαρχοι».
 
Μὲ τὸν ὁρισμὸ αὐτό, ἡ δημοκρατία παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία μορφῶν. Καὶ τοῦτο ὀφείλεται σὲ πολλοὺς λόγους. Αὐτό πού κάνει ἀμέσως ἐντύπωση εἶναι τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρωπίνων στοιχείων πού ἀποτελοῦν τὴν πόλη. Ὅλοι οἱ συνδυασμοὶ τῶν τάξεων συναντῶνται στίς δημοκρατίες, μὲ τοὺς γεωργούς, τοὺς τεχνίτες, τοὺς ἐμπόρους, τοὺς ναυτικοὺς καὶ τοὺς χειρώνακτες, πού εἶναι ὅλοι πολίτες. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ δημοκρατική ἀρχὴ δίνει βέβαια τὴν κυριαρχία γενικὰ στὸ λαό, ἀλλὰ ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι γιὰ νὰ γίνεται περισσότερο ἤ λιγότερο ἐφικτὴ ἡ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ στήν ἐκκλησία τοῦ δήμου πού ἀσκεῖ αὐτή τὴν κυριαρχία. Ἐπίσης, ἐπειδὴ ἡ κυριαρχία ἐξυπακούει τὸ δικαίωμα ἀπόφασης γιὰ εἰρήνη καὶ πόλεμο, γιὰ σύναψη καὶ διάλυση συμμαχιῶν, γιὰ νομοθεσία, γιὰ ἐκδίκαση ὑποθέσεων πού ἀφοροῦν τὸ κράτος καὶ τὸ πολίτευμα, γιὰ ἔλεγχο τῶν πεπραγμένων καὶ τῶν λογαριασμὼν τῶν διαφόρων ἀρχόντων, ὑπάρχουν πολλοὶ τρόποι κατανομῆς τῶν ἀρμοδιοτήτων στὸ λαό, στούς βουλευτὲς του καὶ στούς ἄρχοντες. Πρέπει λοιπὸν νὰ καθοριστοῦν καὶ ἐδῶ, ὅπως καὶ στή φυσικὴ ἱστορία, τὰ τυπικὰ ὄργανα κάθε εἴδους, γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ διακριθοῦν οἱ πολίτες.
 
Τὸ πρῶτο εἶδος δημοκρατίας - τὸ παλαιότερο καί τὸ καλύτερο - χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν ἰσότητα πού βασίζεται στὸ νόμο: οἱ φτωχοὶ καὶ οἱ πλούσιοι ἔχουν κυριαρχικὰ δικαιώματα στὸν ἴδιο βαθμό. Εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν δημοκρατία, γιατὶ δίνει σὲ ὅλους τὸ ἰδιο μερίδιο πολιτικῶν δικαιωμάτων. Συναντᾶται στις γεωργικὲς καὶ κτηνοτροφικὲς χῶρες, ὅπου οἱ περιουσίες εἶναι μέτριες καί ὅλος ὁ κόσμος δουλεύει γιὰ νὰ κερδίσει τὸ ψωμὶ του. Ἐκεῖ, ἀπὸ ἔλλειψη ἐλευθέρου χρόνου, δὲν συνέρχονται σὲ ἐκκλησία τοῦ δήμου παρὰ μόνο στίς πιὸ ἀπαραίτητες περιπτώσεις, γιὰ νὰ ἐκλέξουν τοὺς ἄρχοντες ἤ ἕναν ἀριθμὸ ἐκλεκτόρων, καὶ νὰ ἀκούσουν τίς λογοδοσίες· γιὰ τὰ ὑπόλοιπα ἀφήνουν τή φροντίδα τῆς διακυβέρνησης στούς λίγους πολίτες πού ἔχουν τὰ μέσα νὰ ζήσουν, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὴν πολιτική. Ὁ Ἀριστοτέλης βρίσκει σ’ αὐτό τὸ πολίτευμα ἔναν καλὸ τύπο τοῦ συντάγματος πού τοῦ εἶναι ἀγαπητό, αὐτό πού εὐνοεῖ τή μεσαία τάξη.
 
Δύο ἄλλα εἴδη δημοκρατίας παραδέχονται καὶ αὐτὰ τὴν ὑπεροχὴ τοῦ νόμου, ἀλλὰ διαφέρουν κατὰ τὴν ἐκλογιμοτητα στίς ἐξουσίες καὶ τὴν ἀποστολὴ πού διεκδικεῖ ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου. Τὸ δεύτερο εἶδος, ἀρκετὰ διαδομένο, ἐξαρτᾶ τὴν ἐκλογιμότητα στὰ διάφορα ἀξιώματα ἀπὸ ἕνα μέτριο τίμημα ἤ θέτει περιορισμοὺς γιὰ τή συμμετοχὴ στήν ἐκκλησία τοῦ δήμου. Καθὼς αὐτό τὸ σύστημα ἐπιτρέπει νὰ γίνονται καλὲς ἐκλογές χωρὶς να προκαλοῦν καὶ ζηλοτυπίες, ἀφήνει γενικὰ μεγάλη ἐλευθερία δράσης στούς ἄρχοντες, ἔτσι ὥστε ὁ λαὸς ἀρκεῖται στὸ νὰ τοὺς ἐκλέγει καὶ νὰ τοὺς ζητᾶ ἀπολογισμὸ τῆς δράσης τους. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐπιδοκιμάζει καὶ αὐτὸν τὸ συνδυασμό, γιατὶ δίνει τὴν ἐξουσία στούς ἐκλεκτούς, καὶ τοὺς ὑποχρεώνει νὰ κυβερνοῦν μὲ δικαιοσύνη, καθιστώντας τους ὑπεύθυνους ἀπέναντι σὲ μιὰ ἄλλη τάξη.
 
Στὸ τρίτο εἶδος ὅλοι οἱ πολίτες παίρνουν ἐξουσίες χωρὶς καμία διάκριση· ἀλλὰ ἡ σύνθεση καί τὰ δικαιώματα τῆς ἐκκλησίας ποικίλλουν. Ἀλλοῦ οἱ πολίτες καλοῦνται στήν ἐκκλησία κατὰ τμήματα, σύμφωνα μὲ ὁρισμένη σειρά. Ἀλλοῦ εἰσέρχονται ἐπίσης κατὰ τμήματα καὶ μὲ ὁρισμενη σειρὰ στὰ ὁμαδικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα συνέρχονται σὲ περιορισμένη συνέλευση γιὰ να συζητήσουν τὶς τρέχουσες ὑποθέσεις, καὶ σὲ πλήρη συνέλευση μόνο γιὰ νὰ ἐπικυρώσουν τοὺς νόμους, νὰ ρυθμίσουν τὰ συνταγματικὰ προβλήματα, καί νὰ ἀκούσουν τίς ἀναφορὲς τῶν ἀρχόντων. Ἀλλοῦ συγκεντρώνονται γιὰ τίς ἐκλογές, γιὰ νὰ ψηφίσουν νόμους, γιὰ νὰ ἐγκρίνουν ἀπολογισμοὺς γιὰ θέματα εἰρήνης καὶ πολέμου, ἐνῶ τὰ ὑπόλοιπα ζητήματα ἀνήκουν στήν ἀρμοδιότητα τῶν ἀρχόντων.
 
Στὸ τέλος ἔρχεται - τελευταία κατὰ σειρὰ ἀξίας, ὅπως καὶ κατὰ χρονολογικὴ σειρὰ - ἡ ἀπολύτη δημοκρατία, ὅπου τὸ πλῆθος δὲν ἀναγνωρίζει τὴν κυριαρχία τοῦ νόμου, ἀλλὰ γίνεται τὸ ἴδιο κυρίαρχο καὶ κυβερνᾶ μὲ ψηφίσματα. Ἕνα τέτοιο καθεστὼς μόνο στίς μεγάλες πόλεις μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, γιατὶ ἐκεῖ ἐπικρατεῖ μιά τάξη πού δὲν ὑπολογίζεται στὰ ἀγροτικὰ καὶ κτηνοτροφικὰ κράτη: ἡ τάξη τῶν τεχνιτῶν καί τῶν ἐμπόρων. Αὐτή ἡ μάζα, τῆς ὁποίας ὁ τρόπος διαβίωσης ἔχει ὑποβιβαστεῖ καὶ τὰ ἔργα της δὲν ἔχουν καμία σχέση μὲ τὴν ἀρετή, περιδινεῖται ἀδιάκοπα στήν ἀγορὰ καὶ στούς δρόμους· εἶναι ἕτοιμη νὰ τρέξει στή συνέλευση, ἐνῶ οἱ χωρικοί, σκορπισμένοι καθὼς εἴναι, δεν νιώθουν τὴν ἀνάγκη νὰ συγκεντρωθούν. Ἡ ἀπόλυτη δημοκρατία εἶναι ἕνας μονάρχης μὲ χίλια κεφάλια, πού ἀρνεῖται νὰ ὑποταγεῖ στὸ νόμο καὶ ὑψώνεται ὡς δεσπότης. Αὐτή ἡ δημοκρατία εἶναι στὸ εἶδος της ὅ,τι ἡ τυραννία σὲ σχέση μὲ τή βασιλεία. Ἀντὶ νὰ δώσει τὴν πρωτοκαθεδρία στούς καλύτερους πολίτες, τοὺς καταπιέζει καὶ τιμᾶ τοὺς κόλακες. Μιὰ σπορά, πού δὲν ἐμφανίζεται ὄσο ὁ νόμος εἶναι κυρίαρχος, ἀναδύεται ἀναπόφευκτα ἐκεῖ ὅπου ἀπουσιάζει ὁ νόμος· πρόκειται γιὰ τοὺς δημαγωγούς. Αὐτοὶ ἔχουν δύο τρόπους δράσης. Ἀφενός κατασκευάζουν ψηφίσματα καταχρηστικὰ πού δίνουν τὰ πάντα στὸ λαό: ἡ δύναμή τους δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ βγεῖ κερδισμένη ὅταν μεγαλώνει ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου εἶναι οἱ κύριοι. Ἀφετέρου ἐκμηδενίζουν τοὺς ἄρχοντες μὲ συνεχεῖς κατηγορίες πού τοὺς ὁδηγοῦν στὰ λαϊκὰ δικαστήρια. Καί ὁ τελευταῖος βαθμὸς δημοκρατίας εἶναι αὐτὸς ὅπου ὁ λαὸς ἐρωτᾶται ἄμεσα γιὰ ὄλες τίς ὑποθέσεις, καὶ ὅπου κανένας ἄρχων δέν μπορεῖ νὰ πάρει ἀπόφαση χωρὶς νὰ τή φέρει στή συνέλευση. Ὅταν μιὰ δημοκρατία φτάνει σ’ αὐτό τὸ σημεῖο, νὰ κυβερνᾶ τὰ πάντα μὲ ψηφίσματα, τότε δὲν ὑπάρχει πολιτεία, καθεστὼς ἀληθινὰ συνταγματικό. Πραγματικά, γιὰ νὰ ὑπάρξει ἕνα τέτοιο καθεστώς, πρέπει ὁ νόμος νὰ ἔχει τὴν ἀνώτατη ἐξουσία, νὰ καθορίζει τίς ἀποφάσεις γενικοῦ περιεχομένου, καὶ οἱ ἄρχοντες νὰ κανονίζουν τίς εἰδικὲς ὑποθέσεις σύμφωνα μέ τίς ἀρχές πού ἔχει θέσει ὁ νόμος. Κατὰ βάθος, τὸ κράτος ὅπου ὅλα γίνονται μὲ ψηφίσματα δὲν εἶναι ἀληθινὴ δημοκρατία.
 
Στὶς πόλεις τίς ὁποίες ὁ Ἀριστοτέλης ἀντιμετωπίζει μὲ τόση αὐστηρότητα προσφέρει τουλάχιστόν μιὰ παρηγοριά. Καθὼς τὸ χειρότερο καθεστὼς εἶναι ἡ διαφθορὰ τοῦ καλύτερου, ἡ δημοκρατία, τῆς ὁποίας τὸ ἰδεῶδες δὲν ἀξίζει ὅσο τὸ ἰδεῶδες τῆς ἀριστοκρατίας, καὶ ἀκόμη λιγότερο ὄσο τὸ ἰδεῶδες τῆς βασιλείας, ἔχει καλὴ θέση στή σειρὰ τῆς διαβάθμισης: εἶναι τὸ πλέον ὑποφερτὸ ἀπὸ τὰ διεφθαρμένα καθεστῶτα. Θά μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς ἔτσι ὅτι εἶναι τὸ χειρότερο ἀπὸ τὰ καλὰ καθεστῶτα, καὶ τὸ καλύτερο ἀπὸ τὰ κακά.
 
Θὰ ἦταν μεγάλη ἀφέλεια νὰ ἐκπλαγοῦμε πού βρίσκουμε τόσο διαφορετικὲς κρίσεις γιὰ τὴν ἀθηναϊκή δημοκρατία. Σὲ ἐποχὴ ὅπου ζοῦσαν δίπλα δίπλα δημοκρατικὲς καὶ ὀλιγαρχικὲς πόλεις, τὸ κόμμα πού βρισκόταν στήν ἀρχή σὲ καθεμιὰ ἀπὸ αὐτές εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει μιὰ ἀντιπολίτευση βίαιη, πού ἐμπνεόταν ἀπὸ διαφορετικὲς ἀρχές γιὰ καθετί. Ὁ Θουκυδίδης μας γνωρίζει τὸ ἰδεῶδες γιὰ τὸ ὁποῖο οἱ Ἀθηναῖοι μπλέχτηκαν στὸν πελοποννησιακὸ πόλεμο· ὁ Ψευδο-Ξενοφῶν μας ἐκθέτει τίς ἰδέες πού ἀπασχολοῦσαν τίς «ἐταιρεῖες» πρὶν νὰ ἀποφασίσουν τὴν ἐπαναστάση τῶν Τετρακοσίων. Καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος ἀνήκουν ἀκόμη σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου ὁ ἀπελευθερωνόμενος ἀτομικισμος δὲν τολμᾶ νὰ κάμει τίποτε ἐναντίον τῆς δημόσιας δύναμης, καί ὅπου οἱ ἀγῶνες μέσα στίς πόλεις ἔχουν περισσότερο πολιτικὸ παρὰ οἰκονομικὸ καὶ κοινωνικὸ χαρακτήρα. Ἀλλὰ θὰ ἔρθουν γενεὲς Ἀθηναίων πού δὲν θὰ ἀκούσουν πιὰ νὰ γίνεται λόγος γιὰ ὀλιγαρχία, καὶ πού θὰ μπορέσουν νὰ σπρώξουν τή δημοκρατικὴ ἀρχή ὥς τίς ἀκρότατες συνέπειές της, πού θὰ κυριαρχοῦνται ἀπὸ ἐγωιστικά καὶ καθαρὰ ὑλιστικὰ συμφέροντα· καταλαβαίνει κανεὶς αὐτό πού σκέφτηκαν τότε γιὰ τή δημοκρατία οἱ φιλόσοφοι. Ἀποτραβηγμένοι ἀπὸ τή δημόσια ζωή, δὲν ἔβλεπαν παρὰ μόνο τίς ἄσχημες πλευρὲς της, καὶ ἦταν τόσο περισσότερο ἕτοιμοι νὰ διογκώσουν τὸ κακό, ὄσο ἡ πολιτικὴ φιλοσοφία συνδεόταν μέσο ὅλων τῶν παραδόσεών της μὲ τὰ συμπόσια τῶν ἀριστόκρατικῶν «ἑταιρειῶν».
 
Τὴν πόλη, ὅπως τὴν ἔβλεπαν ὁ Πλάτων καὶ ὁ Ἀριστοτέλης, θὰ τὴν ξαναβροῦμε πιὸ κάτω. Προηγούμενα θὰ σταθοῦμε στήν πόλη πού δίκαια ἔκαμε τὸν Περικλῆ νὰ νιώθει ὑπερήφανος.