Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Η εμφάνιση της θεωρίας των υπερχορδών στο πλάσμα γκλουονίων-κουάρκς

Gold_Beam_Collision
Η θεωρία των υπερχορδών δίνει την πιo εξελιγμένη μορφή θεωρίας κβαντικής βαρύτητας και φιλοδοξεί να προσφέρει ένα πλαίσιο ενοποίησης όλων των αλληλεπιδράσεων. Πιο συγκεκριμένα, ενοποιεί τη βαρύτητα με την κβαντική μηχανική και προσφέρει μια καινούργια οπτική και σε κάποιο βαθμό λύση, στα προβλήματα των μελανών οπών και της απώλειας πληροφορίας λόγω της ακτινοβολίας Hawking.

Μια απεικόνιση πλάσματος γκλουονίων κουάρκς από μια σύγκρουση ιόντων χρυσού στον επιταχυντή RHIC 

Η θεωρία των υπερχορδών έχει επίσης αποδειχθεί «θησαυρός» για τα μοντέρνα μαθηματικά, μια και έχει δημιουργήσει νέες κατευθύνσεις, αναγκαίες για την μελέτη και κατανόηση της θεωρίας.

Μερικοί επιστήμονες, φυσικοί και μη, επιτέθηκαν κατά το παρελθόν στη θεωρία των χορδών, με τον ισχυρισμό ότι αυτή στερείται επαφής με το πείραμα. Αν και η θεωρία δεν έχει ακόμα οδηγήσει σε ένα ακριβές υποκατάστατο του Καθιερωμένου Προτύπου των θεμελιωδών αλληλεπιδράσεων, πρόσφατα έχει έλθει σε επαφή με το πείραμα, σε μια αναπάντεχη περιοχή της φυσικής, αυτήν των συγκρούσεων βαρέων ιόντων.

Πιο συγκεκριμένα, η θεωρία των υπερχορδών αποτέλεσε πρόσφατα το κύριο εργαλείο για την κατανόηση μιας καινούργιας μορφής ύλης, του πλάσματος από γκλουόνια και κουάρκς (ΠΓΚ). Αυτή η μορφή της ύλης που γέμιζε το σύμπαν στα πρώτα δισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου μετά από την μεγάλη έκρηξη, δημιουργήθηκε πρόσφατα για πρώτη φορά, κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες, στο εργαστήριο.

Πειράματα στον επιταχυντή βαρέων ιόντων του Brookhaven, RHIC, έδωσαν για πρώτη φορά, το 2004 -αλλά και πρόσφατα στο CERN-, ενδείξεις για την δημιουργία του ΠΓΚ και τν εμπλοκή σε αυτή την κατάσταση της θεωρίας των υπερχορδών.

Κβαντική Χρωμοδυναμική

Ταυτόχρονα, έκαναν προφανές ότι οι προσεγγιστικές θεωρητικές μέθοδοι ανάλυσης της Κβαντικής Χρωμοδυναμικής θεωρίας που γνωρίζουμε ότι περιγράφει τις ισχυρές αλληλεπιδράσεις, ήταν ανίκανες να περιγράψουν τις ισχυρές αλληλεπιδράσεις του ρευστού ΠΓΚ. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα πειράματα δείχνουν ότι το ΠΓΚ είναι το «ιδανικότερο» από όλα τα ρευστά που έχουν παρατηρηθεί μέχρι σήμερα στην φύση.

Η θεωρία της Κβαντικής Χρωμοδυναμικής (QCD) εισήχθη το 1973 από τους Fritzsch, Gell-Mann και Leutwyler για να περιγράψει τις ισχυρές αλληλεπιδράσεις.

Τα βασικά της σωμάτια ήταν τα κουάρκς πού εμφανίζονται σε Νc=3 χρώματα – κόκκινο, μπλε, πράσινο (αντί για ένα είδος που έχει το ηλεκτρικό φορτίο), καθώς και οι φορείς της αλληλεπίδρασης, τα 8 "γκλουόνια". Το 1974, οι Gross-Wilczek και Politzer (βραβείο Nobel 2004) έδειξαν ότι η κβαντική χρωμοδυναμική QCD έχει "ασυμπτωτική ελευθερία". Ενώ υπάρχει ισχυρή σύζευξη σε χαμηλές ενέργειες, σε υψηλές ενέργειες η αλληλεπίδραση γίνεται ασθενική. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για την κατανόηση των πειραμάτων του επιταχυντή SLAC στα τέλη της δεκαετίας του ’60 (βραβείο Nobel 1990). Τα πειράματα αυτά έδειχναν την ύπαρξη σχεδόν ελεύθερων σωματιδίων μέσα στα πρωτόνια, όταν αυτά βομβαρδίζονταν με μεγάλης ενέργειας ηλεκτρόνια.

Η θεωρία σταδιακά έγινε αποδεκτή από όλο και μεγαλύτερα ποσοστά της επιστημονικής κοινότητας. Παρά ταύτα, η προσπάθεια εξαγωγής ποσοτικών προβλέψεων παρέμεινε καταδικασμένη από το γεγονός ότι η αλληλεπίδραση ήταν ισχυρή σε χαμηλές ενέργειες και οι συνηθισμένες μέθοδοι που αποδείχτηκαν σημαντικές για την κβαντική ηλεκτροδυναμική και τις ασθενείς αλληλεπιδράσεις δεν ήταν ικανές για την QCD.

Καθώς όλες οι πειραματικές παρατηρήσεις που αφορούν την θεωρία περνούν από τις χαμηλές ενέργειες, είναι εξαιρετικά δύσκολο να τις περιγράψει ποσοτικά η θεωρία.

Λύσεις της θεωρίας QCD

Τριάντα οκτώ χρόνια μετά την εισαγωγή της QCD, η θεωρία των ισχυρών αλληλεπιδράσεων δεν έχει ακόμα τιθασευτεί από τους φυσικούς. Η "λύση" της θεωρίας είναι ένα από τα μεγάλα άλυτα προβλήματα της θεωρητικής φυσικής. Το να αποδείξει κάποιος ότι η θεωρία κρατάει τα κουάρκς και τα γκλουόνια μόνιμα εγκλωβισμένα σε "άχρωμες" δέσμιες καταστάσεις που έχουν μη μηδενική μάζα, αποτελεί ένα από τα 7 προβλήματα της χιλιετηρίδας του Clay Foundation. Για την απόδειξη αυτή προβλέπεται μάλιστα βραβείο ενός εκατομμυρίου δολαρίων

Οι φυσικοί δοκίμασαν πάμπολλες θεωρητικές τεχνικές για να αντλήσουν πληροφορίες από την θεωρία αλλά η επιτυχία ήταν προσεγγιστική και μερική. Μια ευθεία και ισχυρή μέθοδος υπολογισμού αναπτύχθηκε νωρίς από τον K. Wilson (βραβείο Nobel 1982) και ονομάζεται "QCD σε πλέγμα". Η κεντρική ιδέα της μεθόδου συνίσταται στην διακριτοποίηση του χωρόχρονου και τον περιορισμό του συστήματος σε πεπερασμένο όγκο. Το ολοκλήρωμα διαδρομών του Feynman που επιβάλει τους κανόνες της κβαντικής φυσικής στην θεωρία, σε αυτήν την περίπτωση, αντικαθίσταται από μερικά δισεκατομμύρια απλά ολοκληρώματα που στην συνέχεια υπολογίζονται προσεγγιστικά χρησιμοποιώντας μεθόδους τύπου Monte Carlo. Τυπικοί υπολογισμοί σήμερα χωρίζουν την κάθε διάσταση σε 20 σημεία, ώστε ο χωρόχρονος συνολικά να έχει 204 σημεία.

Παρά το φαινομενικά πενιχρό αυτής της διαίρεσης, μερικές ιδιότητες ισορροπίας της θεωρίας μπορούν να υπολογιστούν ικανοποιητικά σήμερα. Ο βασικός περιορισμός της ακρίβειας σε αυτήν την περίπτωση είναι η ισχύς των μοντέρνων ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Έτσι μπορούμε μεταξύ άλλων να υπολογίσουμε το φάσμα των πιο ελαφρών αδρονίων (μεσονίων και βαρυονίων), σε μηδενική θερμοκρασία καθώς και την εξίσωση κατάστασης σε πεπερασμένη θερμοκρασία. Υπάρχουν όμως και αρκετά δυναμικά μεγέθη που δεν μπορούν να υπολογιστούν είτε γιατί είναι πολύπλοκα (οι σημερινοί υπολογιστές δεν είναι ικανοί να τα υπολογίσουν), είτε γιατί η μέθοδος του πλέγματος δεν επιτρέπει τον υπολογισμό τους.

Το πλάσμα κουάρκς-γκλουονίων

Η αριθμητική μελέτη της θεωρίας σε μη μηδενική θερμοκρασία έχει δείξει την ύπαρξη μιας καινούργιας φάσης σε υψηλή θερμοκρασία, όπου η ισχυρά αλληλεπιδρώσα ύλη είναι στην μορφή ενός πλάσματος κουάρκς και γκλουονίων (ΠΚΓ).

Σε αυτήν την φάση η ιδιότητα της "μόνιμης σκλαβιάς" για τα κουάρκς και γκλουόνια παύει να ισχύει, και το "χρώμα" γίνεται πλέον μια παρατηρήσιμη ποσότητα. Θα μπορούσαμε λοιπόν να χαρακτηρίσουμε το ΠΚΓ ως την "απεγκλωβισμένη φάση" της αδρονικής ύλης.

Σε χαμηλές θερμοκρασίες, οι παρατηρήσιμες καταστάσεις είναι άχρωμα αδρόνια. Σε υψηλές, είναι μια ζεστή (και χρωματιστή) σούπα από κουάρκς και γλουόνια. Το ΠΚΓ είναι μια καινούργια φάση της αδρονικής ύλης με πολύ διαφορετικές ιδιότητες από αυτήν που έχουμε μελετήσει τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η κρίσιμη θερμοκρασία στην οποία γίνεται η αλλαγή, έχει υπολογιστεί με την μέθοδο του πλέγματος και είναι περίπου 160-200 ΜeV.

Η παρουσία του ελεύθερου χρώματος στο ΠΚΓ οδήγησε τους φυσικούς να πιστέψουν, για δυο δεκαετίες, ότι οι αλληλεπιδράσεις στο ΠΚΓ είναι ασθενικές, και επομένως ότι είναι εύκολο να κατανοηθεί από πρώτες αρχές η συμπεριφορά του ΠΚΓ.

Για τριάντα σχεδόν χρόνια, το ΠΚΓ ήταν μια κατάσταση της ύλης, μακριά από τον μεγεθυντικό φακό των πειραματικών φυσικών επειδή για την δημιουργία του, θα έπρεπε να συγκεντρωθούν τεράστιες ποσότητες ενέργειας σε ένα πολύ μικρό χώρο.

Η ισοδύναμη θερμοκρασία θα έπρεπε να είναι πολλές τάξεις μεγέθους μεγαλύτερη από οτιδήποτε υπάρχει στο σύμπαν σήμερα. Αντιστοιχεί σε 2 τρισεκατομμύρια βαθμούς, δηλαδή περίπου ένα εκατομμύριο φορές μεγαλύτερη από την θερμοκρασία στο κέντρο του ήλιου. Είναι η θερμοκρασία που πιστεύουμε ότι είχε η ύλη στο σύμπαν μερικά δισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου μετά την μεγάλη έκρηξη.

Συγκρούσεις βαρέων πυρήνων στους επιταχυντές

Παρά τις τεχνικές δυσκολίες, οι φυσικοί πρόσφατα κατόρθωσαν να δημιουργήσουν το ΠΚΓ σε συγκρούσεις βαρέων πυρήνων τόσο στον επιταχυντή LHC του CERN όσο καο στον επιταχυντή RHIC στο Brookhaven.

Η τεχνική συνίσταται στην επιτάχυνση πυρήνων χαλκού η χρυσού ώστε να φέρουν τελικά ενέργεια 200 GeV ανά νουκλεόνιο, οι οποίοι φέρονται κατόπιν σε σύγκρουση.

Οι συγκρούσεις που ακολουθούν είναι εντυπωσιακής ισχύος και ο αριθμός των σωματιδίων που φτάνει τελικά στους ανιχνευτές είναι τεράστιος. Σε μια μετωπική σύγκρουση παράγονται περίπου 9000 σωματίδια. Οι τροχιές τους φαίνονται στην παρακάτω εικόνα που απεικονίζει τις τροχιές των φορτισμένων σωματιδίων όπως αυτές ανιχνεύονται από τον ανιχνευτή του πειράματος STAR στο RHIC.

Σε ελάχιστο χρόνο μετά την σύγκρουση η αδρονική ύλη που παράγεται έρχεται σε θερμική ισορροπία. Η αρχική θερμοκρασία της είναι περίπου διπλάσια από την κρίσιμη θερμοκρασία για την δημιουργία του ΠΚΓ.

Η μεγάλη έκπληξη, για θεωρητικούς και πειραματικούς φυσικούς, ήταν ότι οι αρχικές ενδείξεις υποδείκνυαν ότι το ΠΓΚ είχε ισχυρές αλληλεπιδράσεις και δεν ήταν μια σούπα σχεδόν ελεύθερων κουάρκς και γκλουονίων όπως πίστευαν μέχρι τότε.

Η καλύτερη (προσεγγιστική) περιγραφή των πολύπλοκων πειραματικών δεδομένων υπέθετε ότι το ΠΓΚ ήταν ένα υγρό με ελάχιστο ιξώδες. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνο αν οι αλληλεπιδράσεις ήταν πολύ ισχυρές. Τα πειραματικά δεδομένα μάλιστα έδειχναν ότι το ΠΚΓ είναι το ιδανικότερο υγρό που έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα στην φύση. Ο λόγος του εγκάρσιου ιξώδους ως προς την πυκνότητα εντροπίας του είναι μικρότερος κατά μια τάξη μεγέθους από τον μέχρι τότε πρωταθλητή, το υγρό Ήλιο 3. Ο λόγος αυτός εξακολουθεί να παραμένει μικρότερος από τα πρόσφατα κατασκευασθέντα, ισχυρά αλληλεπιδρώντα συσωματώματα Bose-Einstein.

Εμφάνιση της θεωρίας των χορδών

Οι τεχνικές ασθενούς αλληλεπίδρασης που αποτελούν το βασικό κουτί εργαλείων για τους θεωρητικούς φυσικούς ήταν αδύνατον να βοηθήσουν εδώ. Οι αριθμητικοί υπολογισμοί πάνω σε πλέγμα, οι οποίοι, στο παρελθόν, είχαν βοηθήσει πολύ στην κατανόηση της θεωρίας, αποδείχθηκαν εδώ ανήμποροι: δεν μπορούσαν να χειριστούν δυναμικές ερωτήσεις σε πεπερασμένη θερμοκρασία.

Σε αυτό το σημείο ένας απρόσμενος συνέταιρος έκανε την εμφάνιση του: η θεωρία των χορδών.

Για να καταλάβουμε αυτό το γεγονός θα πρέπει να γυρίσουμε στο 1974, στην χρονιά που ανακαλύφθηκε η ασυμπτωτική ελευθερία της QCD.

Ο G. ‘t Hooft (βραβείο Nobel 1999), παρατήρησε ότι μπορεί να γενικεύσει την QCD σε μια υποθετική θεωρία όπου τα κουάρκς και τα γκλουόνια έχουν αυθαίρετο αριθμό χρωμάτων ίσον με Nc. Στον κόσμο μας υπάρχουν τρία χρώματα και άρα το Nc =3.

Ο ‘t Hooft παρατήρησε επιπλέον ότι όταν το Nc είναι πολύ μεγάλο, τότε η θεωρία φαίνεται να συμπεριφέρεται σαν μια θεωρία χορδών οι οποίες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους ασθενικά. Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι η παρατήρηση του ‘t Hooft συνέπεσε με τον "θάνατο" της πρώτης θεωρίας των χορδών που εισήχθη έμμεσα, το 1968, από τον Veneziano, για να περιγράψει τις ισχυρές αλληλεπιδράσεις.

Η περιγραφή των ισχυρών αλληλεπιδράσεων μέσω των χορδών φάνηκε διαισθητικά πιθανή εξαιτίας της "μόνιμης σκλαβιάς" των γκλουονίων.

Στην περίπτωση του ηλεκτρομαγνητισμού το ηλεκτρικό πεδίο που γεννιέται από ένα θετικό και ένα αρνητικό ηλεκτρικό φορτίο έχει την γνωστή διπολική μορφή.

Οι γραμμές του ηλεκτρικού πεδίου εκτείνονται και μεταξύ των φορτίων αλλά και από τα φορτία ως το άπειρο. Αντίθετα, στην περίπτωση ένα διπόλου από κουάρκς, η "μόνιμη σκλαβιά" της θεωρίας δεν επιτρέπει στις γραμμές του χρωμο-ηλεκτρικού πεδίου, να απομακρυνθούν όπως στον ηλεκτρομαγνητισμό. Αν απομακρύνουμε το κουάρκ από το αντικουάρκ, οι γραμμές μαζεύονται σε μια λεπτή δέσμη που τα ενώνει. Αυτή η δέσμη συμπεριφέρεται σαν ένα ελατήριο (χορδή) που "δένει" τα κουάρκς μεταξύ τους και συνοψίζει έτσι την ισχυρή αλληλεπίδραση (όπως φαίνεται και στην μικρή ταινία που παρατίθεται).

Αυτή η χορδή που "δένει" τα κουάρκς μεταξύ τους φαίνεται να εκτείνεται στον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή σε 3+1 διαστάσεις.

Παρά την απλή εικόνα, η προσπάθεια να βρεθεί πώς περιγράφονται οι ισχυρές αλληλεπιδράσεις από μια θεωρία χορδών, έμεινε ουσιαστικά άκαρπη ως το 1997.

Η θεωρία των υπερχορδών στο προσκήνιο

Εν τω μεταξύ, οι (υπερ)χορδές ως βασικό συστατικό της ύλης, ξαναήλθαν στο προσκήνιο το 1984, αλλά με μεγαλύτερες πλέον φιλοδοξίες: να περιγράψουν και να ενοποιήσουν όλες τις θεμελιώδεις αλληλεπιδράσεις συμπεριλαμβανομένης και της βαρύτητας. Μαζί τους έφεραν και μια μεγάλη αλλαγή: αν οι υπερχορδές περιέγραφαν τα βασικά συστατικά της ύλης, ο κόσμος θα έπρεπε να έχει 9+1 διαστάσεις.

Το 1997, ο Juan Maldacena, προσπαθώντας να μελετήσει τις μικροκαταστάσεις των μελανών οπών στα πλαίσια της θεωρίας των χορδών (ένα από τα μεγάλα προβλήματα που γέννησαν οι μελέτες του Hawking), έκανε μια αναπάντεχη παρατήρηση: σε μια θεωρία βαθμίδας ισχυρών αλληλεπιδράσεων, αρκετά όμοια με την κβαντική χρωμοδυναμική σε 3+1 διαστάσεις, οι αλληλεπιδράσεις περιγράφονται από μια θεωρία χορδών που (α) κινείται σε 9+1 διαστάσεις και (β) η γεωμετρία του δεκαδιάστατου χωρόχρονου είναι καμπύλη αλλά ιδιαίτερα συμμετρική.

Η γεωμετρία αυτή, φτιάχνει τον χώρο που είναι γνωστός με το όνομα αυτού που το ανακάλυψε πρώτος, Anti-DeSitter (AdS). Το αποτέλεσμα αυτό ήλθε σαν μια μεγάλη έκπληξη. Η θεωρία αυτή των ισχυρών αλληλεπιδράσεων μοιάζει να περιέχει χορδές που "γέννησαν" έξι καινούργιες διαστάσεις. Αν κάποιος περιγράφει την θεωρία με την συνηθισμένη γλώσσα των γκλουονίων, αυτά κινούνται στις συνηθισμένες 3+1 διαστάσεις.

Αν όμως κάποιος άλλος, περιγράψει ισοδύναμα την δυναμική, χρησιμοποιώντας την γλώσσα των χορδών, τότε αυτές κινούνται σε ένα χώρο 9+1 διαστάσεων που περιέχει και τις συνηθισμένες 3+1 διαστάσεις.

Ο δεκαδιάστατος χώρος των χορδών έχει ένα μοναδικό τετραδιάστατο τέλος ( ή "όριο" όπως το λένε οι μαθηματικοί).Αυτό το τετραδιάστατο "τέλος του κόσμου" είναι ο τετραδιάστατος χώρος στον οποίο ζουν και κινούνται τα γκλουόνια.

Η παραπάνω αναπάντεχη αντιστοιχία μεταξύ θεωριών βαθμίδας και θεωρίας χορδών που ζουν στο χώρο Anti-DeSitter είναι σήμερα γνωστή ως "αντιστοιχία AdS/CFT". Παραμένει ακόμα και σήμερα μια εικασία η οποία όμως έχει περάσει ένα μεγάλο αριθμό από δοκιμασίες, ούτως ώστε οι φυσικοί να μην αμφιβάλουν για την ισχύ της αν και δεν την έχουν ακόμα αποδείξει.

Η αντιστοιχία AdS/CFT έχει αποτελέσει μια "υπόθεση" που έχει οδηγήσει σε σημαντικά αποτελέσματα την τελευταία δεκαετία.

Αναδύεται η βαρύτητα

Η παρουσία μιας θεωρίας χορδών ως διαφορετική (αλλά ισοδύναμη) περιγραφή των ισχυρών αλληλεπιδράσεων των γκλουονίων, έφερε στο προσκήνιο ένα νέο στοιχείο, την βαρύτητα, που είναι αναπόσπαστο κομμάτι κάθε θεωρίας με κλειστές χορδές, αναπόσπαστο και αναπάντεχο συστατικό κάθε θεωρίας βαθμίδας. Αυτή η συνειδητοποίηση άλλαξε σημαντικά τον τρόπο που βλέπουμε τις αλληλεπιδράσεις.

Μέχρι τώρα, είχαμε το καθιερωμένο πρότυπο των αλληλεπιδράσεων που περιέγραφε τις τρεις γνωστές αλληλεπιδράσεις (ισχυρή και ηλεκτρασθενείς), χρησιμοποιώντας θεωρίες βαθμίδας, και την βαρύτητα που έμοιαζε πολύ διαφορετική από τις άλλες αλληλεπιδράσεις. Στην προσπάθεια ενοποίησης τους με την θεωρία των υπερχορδών, οι βαρύτητα και οι θεωρίες βαθμίδας, σχετίζονται μεν αλλά φαίνεται να συμπεριφέρονται διαφορετικά. Η αντιστοιχία AdS/CFT όμως μας διαβεβαιώνει πλέον ότι δεν υπάρχει καμία σημαντική διαφορά μεταξύ θεωριών βαθμίδας και γενικευμένων θεωριών βαρύτητας.

Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της αντιστοιχίας είναι η ολογραφική ιδιότητα. Όπως και στα συνηθισμένα ολογράμματα, η πληροφορία της τετραδιάστατης θεωρίας, είναι επίσης εγγεγραμμένη σε μια θεωρία (χορδών) που ζει σε μεγαλύτερη διάσταση. Γι αυτό και είναι επίσης γνωστή ως "ολογραφική αντιστοιχία".

Μια ενδιαφέρουσα άποψη αυτής της αντιστοιχίας απορρέει από την προσπάθεια περιγραφής των αλληλεπιδράσεων βαθμίδας σε ένα περιβάλλον πεπερασμένης θερμοκρασίας. Το περιβάλλον που αντιστοιχεί στην αντίστοιχη θεωρία των χορδών, όπως παρατήρησε ο Witten το 1998, είναι αυτό μια μελανής οπής με θερμοκρασία Hawking ίση με αυτήν της θεωρίας βαθμίδας. Η σύνδεση μελανών οπών με θεωρίες βαθμίδας, σε πεπερασμένη θερμοκρασία, έδωσε μια καινούργια ώθηση στις μελέτες του προβλήματος της πληροφορίας και φαίνεται να έπεισε τον Hawking ότι η πρόβλεψή του, το 1974, για την οριστική απώλεια της πληροφορίας είναι άτοπη.

Το πλάσμα έχει ιδιότητες υγρού;

Η σύνδεση των καταστάσεων πεπερασμένης θερμοκρασίας με μελανές οπές έδωσε μια καινούργια διάσταση στο πρόβλημα της φυσικής του πλάσματος κουάρκς και γκλουονίων. Η φάση της απελευθέρωσης του χρώματος σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες από 200 περιγράφεται στην βαρυτική περιγραφή από μια μελανή οπή! Και η δυναμική των μικρών διακυμάνσεων σε αυτήν την φάση περιγράφεται από την σχετικιστική υδροδυναμική: η αλληλεπίδραση είναι αρκετά δυνατή ώστε το πλάσμα κουάρκς και γκλουονίων να συμπεριφέρεται σαν υγρό. Είναι βέβαια ένα πολύ ασυνήθιστο υγρό με πυκνότητα εντροπίας, πολλές τάξεις μεγέθους μεγαλύτερης από οτιδήποτε άλλο έχουμε μελετήσει μέχρι σήμερα.

Μια σημαντική ιδιότητα ενός υγρού είναι το ιξώδες του. Ένα υγρό με μηδενικό συντελεστή ιξώδους, το ονομάζουμε ιδανικό, επειδή σε αυτήν την περίπτωση, δεν υπάρχουν καθόλου απώλειες και διατηρείται η εντροπία. Πραγματικά υγρά βέβαια, έχουν μη-μηδενικό συντελεστή ιξώδους, ο οποίος μπορεί να κυμαίνεται σε μια μεγάλη γκάμα από αριθμούς. Όταν οι Policastro, Son και Starinets υπολόγισαν το 2001 τον συντελεστή ιξώδους ενός πολύ συμμετρικού πλάσματος κουάρκς και γκλουονίων, η απάντηση ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Πρώτον γιατί ο υπολογισμός του ιξώδους, χρησιμοποιώντας την βαρύτητα ως εργαλείο, μεταφράζεται στον υπολογισμό της πιθανότητας απορρόφησης ενός βαρυτονίου πολύ χαμηλής ενέργειας από μια μελανή οπή. Και δεύτερον γιατί αυτός ο υπολογισμός έδωσε μια απάντηση, ιδιαίτερα ευρείας ισχύος, για τον λόγο του συντελεστού ιξώδους προς την πυκνότητα εντροπίας: 1/4π. Αυτός ο λόγος είναι ο μικρότερος από όλα τα άλλα υγρά που είναι μέχρι τώρα γνωστά. Είναι μάλιστα 10 φορές μικρότερος από το ελάχιστο που ξέραμε μέχρι σήμερα αυτόν του υγρού ηλίου.

Αυτή η συμπεριφορά φαίνεται να εμφανίζεται στα πειράματα που έγιναν και συνεχίζονται στο RHIC. Η εικόνα που έχει διαμορφωθεί μετά από 10 περίπου χρόνια πειραμάτων και σημαντικής μελέτης από θεωρητικούς και πειραματικούς είναι η εξής.

Δυο βαρείς πυρήνες επιταχύνονται σε υψηλή ενέργεια και εν συνεχεία συγκρούονται όπως φαίνεται στο διπλανό σχήμα. Στο σύστημα αναφοράς του κέντρου μάζας, λόγω της σχετικιστικής συστολής μήκους, οι σφαιρικοί πυρήνες μοιάζουν σαν σχεδόν επίπεδες τηγανίτες. Η σύγκρουση δημιουργεί πολύ γρήγορα (μόλις μετά από 3×10^-24 δευτερόλεπτα) κουάρκς και γκλουόνια στην περιοχή ανάμεσα στους συγκρουσθέντες πυρήνες.

Η ύλη που σχηματίζεται, έρχεται, σχεδόν ακαριαία λόγω των ισχυρών αλληλεπιδράσεων, σε θερμική ισορροπία με θερμοκρασία περίπου 400 MeV (που αντιστοιχεί σε 10^12 Κ, περίπου, 1 τετράκις εκατομμύριο βαθμούς Κελσίου), δύο φορές μεγαλύτερη από την θερμοκρασία αλλαγής φάσης της QCD. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, είναι με μεγάλη διαφορά, η υψηλότερη θερμοκρασία που υπάρχει στο σύμπαν σήμερα.

Σε αυτήν την φάση, αυτή η ύλη είναι ουσιαστικά το υγρό του ΚΓΠ. Στη συνέχεια, το υγρό αρχίζει να διαστέλλεται αδιαβατικά και ταυτόχρονα να ψύχεται έως ότου η θερμοκρασία του πέσει κάτω από την θερμοκρασία αλλαγής φάσης. Αυτή η περίοδος διαστολής διαρκεί περίπου 3×10^-24 δευτερόλεπτα. Αν και ο χρόνος φαίνεται μικρός, είναι αρκετά μεγάλος για τα δεδομένα των ισχυρών αλληλεπιδράσεων και μάλιστα αρκετός ώστε το ΠΓΚ να μελετηθεί επαρκώς.

Όταν πλέον η θερμοκρασία πέσει χαμηλότερα από τα 200 MeV, συμβαίνει η αλλαγή φάσης : το υγρό μετατρέπεται σε σωματίδια (αδρόνια) που συνεχίσουν το ταξίδι τους μέχρι να φτάσουν στους ανιχνευτές και να καταμετρηθούν. Τα πειραματικά αποτελέσματα επιβεβαιώνουν ότι το ΠΓΚ είναι το ιδανικότερο υγρό στην φύση με λόγο συντελεστού ιξώδους προς την πυκνότητα εντροπίας κοντά σε αυτόν που προβλέπει η αντιστοιχία AdS/CFT.

Η αντιστοιχία AdS/CFT έχει μελετηθεί αρκετά στην πιό απλή θεωρία που μπορεί να εφαρμοστεί: την μέγιστα υπερσυμμετρική θεωρία Yang-Mills σε τέσσερις διαστάσεις.

Ομοιότητες και διαφορές με την QCD

Η θεωρία αυτή έχει σημαντικές ομοιότητες με την QCD αλλά και σημαντικές διαφορές.

Η πιο σημαντική είναι η ασυμπτωτική ελευθερία της QCD: η σύζευξη γίνεται ασθενική σε υψηλές ενέργειες. Αυτό σημαίνει ότι η αντίστοιχη θεωρία χορδών έχει ιδιαίτερα χαλαρές χορδές σε υψηλές ενέργειες, γεγονός που κάνει το χειρισμό της θεωρίας δύσκολο στην βαρυτική της ενσάρκωση. Ο λόγος είναι ότι, όσο και αν αυτό φαίνεται περίεργο, δεν είμαστε ακόμα ικανοί να λύσουμε τις θεωρίες χορδών που αντιστοιχούν στις θεωρίες βαθμίδας. Προς το παρόν, οι υπολογιστικές προσεγγίσεις περιορίζονται στην βαρυτική προσέγγιση: οι χορδές προσεγγίζονται με σημειακά σωματίδια.

Οι φυσικοί έχουν κατασκευάσει μέχρι σήμερα αρκετές προσεγγίσεις της QCD, χρησιμοποιώντας διάφορων ειδών ολογραφικά μοντέλα. Με αυτές τις μελέτες έχουν κατορθώσει μια σειρά από σημαντικές προόδους στην φυσική των θεωριών με ισχυρές αλληλεπιδράσεις:

Ι. Η "μόνιμη σκλαβιά" για τα κουάρκς και γκλουόνια έχει αποδειχθεί αναλυτικά σε μια μεγάλη κατηγορία από θεωρίες.

ΙΙ. Το δυναμικό και αυθόρμητο σπάσιμο τις χειρικής συμμετρίας έχει αποδειχθεί αναλυτικά σε πολλά παραδείγματα.

ΙΙΙ. Τα φάσματα των μεσονίων και βαρυονίων έχουν υπολογιστεί σε αρκετές θεωρίες χρησιμοποιώντας φορητούς υπολογιστές αντί για υπερυπολογιστές που χρησιμοποιούνται στην QCD επί πλέγματος.

ΙV. Οι αλλαγές φάσης της απεγκλώβισης και της αποκατάστασης της χειρικής συμμετρίας έχουν μελετηθεί και κατανοηθεί σε πολλά παραδείγματα χρησιμοποιώντας την φυσική των μελανών οπών και την βαρυτική θερμοδυναμική τους.

V. Ο υπολογισμός πολλών συντελεστών μεταφοράς σε πεπερασμένη θερμοκρασία έχει επιτευχθεί σε αρκετά παραδείγματα ανοίγοντας τον δρόμο στη μελέτη δυναμικών φαινομένων σε συνθήκες ισχυρής σύζευξης.

VΙ. Παράλληλη πρόοδος στον διαταρακτικό υπολογισμό διαγραμμάτων Feynman σε μέγιστα υπερσυμμετρικές θεωρίες βαθμίδος δείχνει ότι τεχνικές της θεωρίας των χορδών, τεχνικές με τουίστορς καθώς και τεχνικές διατήρησης της πιθανότητας, έχουν καταλήξει σε εικασίες για τον ακριβή υπολογισμό των πιθανοτήτων διαδικασιών που περιέχουν 4 και 5 γκλουόνια, και πού έχουν περάσει αρκετές μη-τετριμμένες δοκιμασίες για ασθενική αλλά και ισχυρή σύζευξη.

Τα πιο ρεαλιστικά μοντέλα που πλησιάζουν την φυσική της QCD είναι φαινομενολογικά ολογραφικά μοντέλα. Το πιο προχωρημένο μοντέλο σε αυτήν την κατεύθυνση, η "Ολογραφική QCD", χρησιμοποιεί την βαρύτητα σε 5 διαστάσεις μαζί με ένα βαθμωτό πεδίο για να περιγράψει ολογραφικά τις ισχυρές αλληλεπιδράσεις των γκλουονίων στο όριο των πολλών χρωμάτων.

Αναπτύχθηκε τα τελευταία χρόνια από τον Η. Κυρίτση του Κέντρου Θεωρητικής Φυσικής Κρήτης μαζί με τους νεαρούς συνεργάτες του, U. Gursoy του πανεπιστημίου Utrecht και F. Nitti του πανεπιστημίου Paris 7. Κατορθώνει να περιγράφει πολύ καλά την φυσική των γκλουονίων σε μηδενική και πεπερασμένη θερμοκρασία, στο όριο των πολλών χρωμάτων.

Πρόσφατα, μια υψηλής ακρίβειας μελέτη του Marco Panero του Πολυτεχνείου ETH της Ζυρίχης, χρησιμοποιώντας υπολογισμούς QCD σε πλέγμα, έδειξε ότι:

(α) Τα θερμοδυναμικά χαρακτηριστικά της QCD (τρία χρώματα) είναι πολύ κοντά με αυτά της θεωρίας με πολλά χρώματα.

(β) Το Μοντέλο της Ολογραφικής QCD, περιγράφει πολύ καλά την φυσική των γκλουονίων σε πεπερασμένη θερμοκρασία.

Μια περιγραφή των αποτελεσμάτων εμφανίστηκε πρόσφατα στο Physics Focus της American Physical Society.

Η παρούσα περίοδος είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, μια και καινούργια πειράματα βαρέων ιόντων αναμένονται να γίνουν στο LHC, του CERN όπου ένα πείραμα, το ALICE, είναι αποκλειστικά αφοσιωμένο στην μελέτη της φυσικής του ΠΓΚ.

Μια Ελληνίδα φυσικός, η Γιώτα Φωκά, είναι στην ηγεσία της ομάδας φυσικής του ALICE. Η ομάδα αναμένει νέα σημαντικά αποτελέσματα που θα συμπληρώσουν την εικόνα που αναπτύχθηκε στο RHIC. Οι θερμοκρασίες που αναμένονται να αναπτυχθούν στο LHC είναι μεγαλύτερες από αυτές του RHIC . Η σπουδαιότητα της φυσικής έχει πείσει τα δύο μεγάλα πειράματα του LHC, το CMS και το ATLAS να αναπτύξουν ένα σημαντικό παράλληλο πρόγραμμα για φυσική βαρέων ιόντων, μελετώντας συμπληρωματικά χαρακτηριστικά από αυτά του ALICE.

Το αποτέλεσμα με την υπερφωτεινή ταχύτητα μπερδεύει τους κορυφαίους φυσικούς

superlightΟι κορυφαίου φυσικοί σωματιδίων της Ευρώπης ακόμη να συμβιβάσoυν την υπερφωτεινή ταχύτητα των νετρίνων με τους νόμους της φυσικής. Προς το παρόν, δεν υπάρχει καμία εξήγηση που να δουλεύει, τρεις εβδομάδες μετά την ανακοίνωση των φυσικών του OPERA στο Gran Sasso, για νετρίνα που ταξιδεύουν φαινομενικά ταχύτερα από το φως. Η ομάδα των φυσικών εξέτασε την κατάσταση και συζήτησε κατά πόσον είναι δυνατόν τα νετρίνα να έσπασαν το όριο της ταχύτητας του φωτός.
 
Η μεγαλύτερη πρόκληση όμως έως τώρα για το αποτέλεσμα OPERA προέρχεται από το νομπελίστα Sheldon Glashow από το Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και τον Andrew Cohen, που αφού δημοσίευσαν μια μελέτη για το πείραμα πριν λίγες μέρες στο διαδίκτυο, έρχεται τώρα το περιοδικό Physical Review Letters να την δημοσιεύσει επίσημα. Έτσι γίνεται το πρώτο επιστημονικό περιοδικό που δέχεται εργασίες για το αποτέλεσμα του OPERA.
 
Στην εργασία αυτή οι Glashow και Cohen επισημαίνουν ότι εάν τα νετρίνα μπορούν να ταξιδεύουν ταχύτερα από το φως, θα πρέπει κάποιες φορές να εκπέμπουν ένα ηλεκτρόνιο σε συνδυασμό με ένα ποζιτρόνιο – μέσω μιας διαδικασίας που αποκαλείται "ακτινοβολία Cerenkov," και η οποία εκπέμπεται όταν κάτι κινείται πιο γρήγορα από την ταχύτητα του φωτός σε ένα μέσον.
 
Οι Cohen και Glashow υπολόγισαν ότι στο τέλος του πειράματος, τα νετρίνα πρέπει να είχαν ενέργειες όχι μεγαλύτερες από, περίπου, 12 GeV. Όμως το OPERA είδε άφθονα νετρίνα με ενέργειες πιο πάνω από 40 GeV.
 
"Δεν ανταποκρίνεται στις ενέργειες που μετρήθηκαν”, λέει ο φυσικός Christophe Grojean του CERN.
 
Ένα άλλο κτύπημα κατά των υπερφωτεινών νετρίνων προέρχεται από το γεγονός ότι τα νετρίνα είναι συνδεδεμένα με ορισμένα άλλα σωματίδια, λεπτόνια, – ηλεκτρόνια, μιόνια και τα σωματίδια tau – μέσω της ασθενούς πυρηνικής δύναμης. Λόγω αυτής της σύνδεσης, τα νετρίνα δεν μπορούν να ταξιδεύουν ταχύτερα από το φως, εκτός κι εάν τα ηλεκτρόνια επίσης ταξιδεύουν πιο γρήγορα – αν και τα ηλεκτρόνια δεν χρειάζεται να ταξιδεύουν τόσο γρήγορα όσο τα νετρίνα.
 
Σύμφωνα με τον φυσικό του CERN Gian Giudice, ο οποίος μίλησε στο σεμινάριο του Ιγνάτιου Αντωνιάδη, ο ίδιος και οι συνεργάτες του εξέτασαν τι θα συνέβαινε αν τα ηλεκτρόνια ταξιδεύουν ταχύτερα από το φως κατά 1 μέρος προς 100 εκατομμύρια, με ταχύτητα σύμφωνα με τη μέτρηση του OPERA για τα νετρίνα. Τέτοια ταχύτατα ηλεκτρόνια θα πρέπει να εκπέμπουν έναν κώνο ακτινοβολίας Cerenkov στον κενό χώρο – όμως και κάποια προηγούμενα πειράματα δείχνουν ότι δεν το κάνουν.
 
"Αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει συγκεκριμένο μοντέλο που πραγματικά να αποφεύγει όλους αυτούς τους θεωρητικούς περιορισμούς”, λέει ο Grojean. "Γι ‘αυτό είναι τόσο ενδιαφέρουσες ιδέες. Δεν μπορούμε να τις εξηγήσουμε με βάση τη γνωστή φυσική."
 
Ένα άλλο αδημοσίευτο έγγραφο στο arxiv.org έχει προσελκύσει την προσοχή των φυσικών με την εξήγηση που δίνει. Ο Ronald van Elburg στο Πανεπιστήμιο του Γκρόνινγκεν στην Ολλανδία έχει υπολογίσει ότι η ειδική θεωρία της σχετικότητας θα μπορούσε να έχει προκαλέσει αναστάτωση στο συγχρονισμό των ρολογιών στο CERN και το Gran Sasso. Κι αυτή θα κάνει τα νετρίνα να φαίνονται ότι φθάνουν 64 νανοδευτερόλεπτα πιο νωρίς – σχεδόν ακριβώς που έχει παρατηρηθεί στο πείραμα OPERA .
 
Αν αυτό το επιχείρημα αντέξει σε ελέγχους, αντί να θεωρήσουμε ότι παραβιάζεται η θεωρία της ειδικής σχετικότητας, τα υπερφωτεινά νετρίνα θα επιβεβαιωθούν. Όμως δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο το αποτέλεσμα θα αντέξει σε δοκιμές. "Σε γενικές γραμμές, το αίσθημα των θεωρητικών είναι ότι πρέπει κανείς να επαναλάβει το πείραμα," δήλωσε ο Αντωνιάδης.
 
Γι αυτό το CERN σχεδιάζει να προσφέρει μια νέα δέσμη νετρίνων για να κάνει την επανάληψη του πειράματος. Εν τω μεταξύ, τα πρώτα στιγμιότυπα από τον άλλο ανιχνευτή στο Gran Sasso δεν αποτελεί καλό οιωνό για την υπόθεση της υπερφωτεινής κίνησης.
 
icarus
τυπικό γεγονός όπως καταγράφεται από το ICARUS
 
Ένα πείραμα που ονομάζεται ICARUS έχει αλιεύσει νετρίνα που ταξιδεύουν από το CERN από το περασμένο έτος. Τα 100 περίπου νετρίνα που συνελήφθησαν δεν φαίνεται να ταξιδεύουν ταχύτερα από το φως. Το ICARUS επίσης δεν βλέπει να υπάρχει η ακτινοβολία Cerenkov, όπως πρόβλεψαν οι Glashow και Cohen.
 
Προς το παρόν, δεν έχουμε καμιά απάντηση, Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει απάντηση.

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΠΙΝΔΑΡΟΣ - •Πυθιονίκαις I - Ἱέρωνι Αἰτναίῳ ἅρματι (1.21-1.40)

τᾶς ἐρεύγονται μὲν ἀπλάτου πυρὸς ἁγνόταται [στρ. β]
ἐκ μυχῶν παγαί· ποταμοὶ δ᾽ ἁμέραισιν
μὲν προχέοντι ῥόον καπνοῦ
αἴθων᾽· ἀλλ᾽ ἐν ὄρφναισιν πέτρας
φοίνισσα κυλινδομένα φλὸξ ἐς βαθεῖ-
αν φέρει πόντου πλάκα σὺν πατάγῳ.
25 κεῖνο δ᾽ Ἁφαίστοιο κρουνοὺς ἑρπετόν
δεινοτάτους ἀναπέμπει· τέρας μὲν
θαυμάσιον προσιδέσθαι,
θαῦμα δὲ καὶ παρεόντων ἀκοῦσαι,

οἷον Αἴτνας ἐν μελαμφύλλοις δέδεται κορυφαῖς [αντ. β]
καὶ πέδῳ, στρωμνὰ δὲ χαράσσοισ᾽ ἅπαν νῶ-
τον ποτικεκλιμένον κεντεῖ.
εἴη, Ζεῦ, τὶν εἴη ἁνδάνειν,
30 ὃς τοῦτ᾽ ἐφέπεις ὄρος, εὐκάρποιο γαί-
ας μέτωπον, τοῦ μὲν ἐπωνυμίαν
κλεινὸς οἰκιστὴρ ἐκύδανεν πόλιν
γείτονα, Πυθιάδος δ᾽ ἐν δρόμῳ κά-
ρυξ ἀνέειπέ νιν ἀγγέλ-
λων Ἱέρωνος ὑπὲρ καλλινίκου

ἅρμασι. ναυσιφορήτοις δ᾽ ἀνδράσι πρώτα χάρις [επωδ. β]
ἐς πλόον ἀρχομένοις πομπαῖον ἐλθεῖν
οὖρον· ἐοικότα γάρ
35 καὶ τελευτᾷ φερτέρου νόστου τυχεῖν, ὁ δὲ λόγος
ταύταις ἐπὶ συντυχίαις δόξαν φέρει
λοιπὸν ἔσσεσθαι στεφάνοισί ν‹ιν› ἵπποις τε κλυτάν
καὶ σὺν εὐφώνοις θαλίαις ὀνυμαστάν.
Λύκιε καὶ Δάλοι᾽ ἀνάσσων
Φοῖβε Παρνασσοῦ τε κράναν Κασταλίαν φιλέων,
40 ἐθελήσαις ταῦτα νόῳ τιθέμεν εὔανδρόν τε χώραν.
***
Μέσ᾽ από τα έγκατά της ξεπηδούν [στρ. β]πηγές αγνότατες φωτιάς αζύγωτης·τη μέρα ποτάμια χύνονται ροές καυτές καπνού,και μες στη νύχτα καταπόρφυρη η φλόγα κυλάεικι ώς του βαθιού πελάου την απλωσιά κατρακυλάειμε πάταγο τα βράχια.25Και τους τρομαχτικούς κρουνούς του Ηφαίστουεκείνο το θεριό ψηλά τινάζει·θέαμα αλλόκοτο να το αντικρίσεις,φριχτό και μόνο απ᾽ όσους έτυχαν εκεί ν᾽ ακούσεις:
πώς είναι το θεριό δεμένο ανάμεσα στις βαθύσκιωτες [αντ. β]κορφές της Αίτνας και στον κάμπο,και όλη του τη ράχη την κεντάει οργώνοντάς τηντο στρώμα, όπου είναι πλαγιασμένη.Άμποτε, Δία, ω άμποτε να ᾽μαστε αρεστοί σε σένα30που προστατεύεις, τούτο το βουνό, μέτωπο χώρας καρπερής·τ᾽ όνομά του το ᾽χει πάρει κι η πόλη του η γειτονική,που ο ξακουστός τη δόξασε ιδρυτής της,γιατί ο κήρυκας τ᾽ όνομά της στον πυθικό τον στίβο διαλάλησε,αγγέλλοντας τη λαμπρή νίκη του Ιέρωνα στην αρματοδρομία.
Όσοι με πλοία γυρνούν τα πέλαγα ζητούν για πρώτη χάρη, [επωδ. β]σαν ξεκινούν, άνεμος ούριος να τους προπέμψει·35έτσι θαρρούν πως θα ᾽χουνε και πιο ωραίο γυρισμό στο τέλος.Κι η νίκη η σημερινή μοιάζει να δίνει υπόσχεσηπως και στο μέλλον η πόλη τούτη θα δοξαστεί για τ᾽ άλογά τηςπου θα στεφανωθούν, κι ονομαστή θα γίνειγια τα γλυκόφωνα τραγούδια στις γιορτές της.Άνακτα Φοίβε, Λύκιε και Δήλιε,εσύ που αγαπάς του Παρνασσού την Κασταλία κρήνη,40άμποτε αυτά μέσα στον νου σου καλόγνωμα να βάλειςκαι χάρισε στη χώρα αυτή άντρες γενναίους.

O «νους» του Αναξαγόρα

 Όταν εξέταζα, μέσα σε μια σειρά μελετών(1), την εξέλιξη της σημασίας της λέξης Νους και των παραγώγων της από την εποχή του Ομήρου ως το Δημόκριτο και τους σοφιστές, παρέλειψα τον Νου του Αναξαγόρα, γιατί δεν ήθελα να ενταχθεί μέσα σ’ αυτή την ιστορία της εξέλιξης της σημασίας. Μάλιστα, δεν ταιριάζει καθόλου μέσα σ’ αυτή την ιστορία εξέλιξης, ακριβώς χάρις στην ιδιαιτερότητά του. Πολύ σπουδαία όμως εμφανίζεται η εξέταση αυτού του ιδιόμορφου γεγονότος, όπως επίσης και η προσπάθεια για την εξεύρεση απάντησης στο ερώτημα: «ποια είναι η προέλευση εκείνου του στοιχείου στην αναξαγόρεια έννοια του Νου, το οποίο τον κάνει να έχει έναν εξέχοντα ρόλο μέσα στη γενική εξέλιξη, η οποία συνεχίζεται με κάποιο γνωστό τρόπο ως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη;»

Για να δείξουμε πού έγκειται το πρόβλημα, πρέπει πρώτα να συνοψίσουμε τα κύρια πορίσματα των προηγουμένων ερευνών. Με βάση τη σημασία με την οποία εμφανίζεται η λέξη στα ομηρικά έπη, αποδεικνύεται με σιγουριά πως η ετυμολογία της λέξης που παράγεται από το «σνόρος» («σνόφος»;) (πρβλ, το αγγλικό to sniff, γερμανικό schnüffeln — οσμίζομαι, οσφραίνομαι, αντιλαμβάνομαι με τη βοήθεια της μυρουδιάς), είναι η ορθή. Αυτό φαίνεται σαφέστατα στο ρήμα «νοείν», το οποίο προέρχεται απ’ το Νους. Αυτό το ρήμα πολύ συχνά σημαίνει τη σύλληψη μιας κατάστασης, προπάντων επικίνδυνης ή σπουδαίας — για το άτομο που λαμβάνει γνώση — όπως ακριβώς συμβαίνει και με κάποιο ζώο ή κι όπως υπαινισσόμαστε με την έκφραση «κρούω τον κώδωνα του κινδύνου» ή όπως, με κάποια άλλη σημασία στα αγγλικά, αποδίδουμε με το «I smell a rat»: πρόκειται παντού για μεθόδους, που έχουν σχέση με την όσφρηση. Αυτή η ερμηνεία επιβε-βαιώνεται με την παράδοση(2) που λέει πως οι Πυθαγόρειοι απέδιδαν στα ζώα Νου, (κι όχι φρένες)• η παράδοση αυτή πρέπει να είναι γνήσια, γιατί δεν μπορεί να έχει επινοηθεί σε κάποια μεταγενέστερη εποχή, όταν πια ο Νους είχε καθιερωθεί ως χαρακτηρισμός της υψηλής γνωστικής ικανότητας που ανήκει μόνο στον άνθρωπο.

Το πέρασμα από τη μια στην άλλη έννοια, ωστόσο, δεν είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό. Η σύλληψη μιας κατάστασης με την ευρύτερη σημασία της είναι κάτι καθολικό και, κατά κάποιο τρόπο, είναι κάτι που εισχωρεί βαθύτερα απ’ αυτό που γίνεται απλώς αντιληπτό ή απ’ αυτό που γνωρίζουμε με την έννοια της αποκάλυψης της ταυτότητάς του. Έτσι, μπορεί κανείς να παρατηρήσει όχι σπάνια στον Όμηρο, ακριβώς, μια διαβά-θμιση της γνωστικής διαδικασίας από το «ιδείν» μέσω του «γνώναι» στο «νοείν» — όπου το «ιδείν» περίπου σημαίνει την απλή αντίληψη της παρουσίας ενός ανθρώπου, το «γνώναι» την αναγνώρισή του ως ορισμένου προσώπου (ή, αν πρόκειται για κάποιο αντικείμενο, περίπου τον εντοπισμό του ως δέντρου ή ειδικότερα ως οξυάς) και τέλος, το «νοείν» την γνώση, δηλαδή τη γνώση της ιδιότητας, που συνδέεται μαζί του: εάν, π.χ. έχει φιλικές ή εχθρικές διαθέσεις ή ακόμα πώς κρύβει τις εχθρικές του προθέσεις, πίσω από ένα φιλικό προσωπείο. Ιδίως στην τελευταία περίπτωση, το «νοείν» χαρακτηρίζει σαφώς τη γνώση η οποία εμβαθύνει περισσότερο από εκείνο το οποίο φαίνεται αμέσως και γίνεται απευθείας αντιληπτό με την όραση. Αυτό μπορεί, ακόμα και στον Όμηρο, να επεκταθεί και στη γνώση προσώπων ή αντικειμένων, τα οποία δεν προσφέρουν τη θέα εκείνου του οποίου την ιδιότητα κατέχουν πραγματικά, όπως, ας πούμε, όταν ένας Θεός παίρνει τη μορφή ενός ανθρώπου κι ο άνθρωπος, μπροστά στον οποίο εμφανίζεται μ’ αυτη τη μορφή, ξαφνικά αντιλαμβάνεται (νοείν), πως όχι άνθρωπος, αλλά Θεός μιλάει ή έχει ήδη μιλήσει.(3) Τέλος, έχει σχέση με μια ακόμα σημασία: αυτήν που παριστάνει, ας το πούμε έτσι, την (ανάλογη με την παρούσα θέση) μεταφορά της γνώσης μιας κατάστασης στο μέλλον. Με τη γνώση μιας επικίνδυνης ή, εν πάση περιπτώσει σημαίνουσας κατάστασης, συνδέεται αυτονόητα η αντίληψη για το πώς θα μπορούσαν τα πράγματα να εξελιχθούν καλύτερα, ώστε να καταφέρουν να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση την οποία έχει προσεγγίσει η γνώση. Η λέξη «νοείν» κερδίζει έτσι, με την πάροδο του χρόνου, επιπλέον τη σημασία του σχεδιασμού (αγγλ. planning). Όπως θα αποδειχτεί, αυτό δεν είναι ασήμαντο γεγονός για την έννοια του Νου στον Αναξαγόρα.

Αρχικά, ωστόσο, η φιλοσοφική χρήση των λέξεων Νους και νοείν ακολουθεί την ομηρική σημασία των λέξεων, σύμφωνα με την οποία αυτές χαρακτηρίζουν κάποια γνώση που εμβαθύνει πιο πολύ — με μόνη διαφορά ότι αυτή η γνώση που εμβαθύνει περισσότερο δεν αναφέρεται τώρα σε κάποια κρυμμένη πρόθεση ή κάτι άλλο παρόμοιο, αλλά στην αληθινή οντότητα (ον, είναι, Sein) που βρίσκεται πίσω από την ορατότητα. Έτσι λοιπόν, στον Παρμενίδη, ο Νους, ακόμα κι όταν παραπλανάται με τα λόγια «κράσις μελετών πολυπλάγκτων»(4) ώστε κι ο ίδιος να γίνει ένας «νους πλαγκτός»(5), πάντοτε και συνεχώς κατά κάποιο τρόπο βρίσκεται σ’ επαφή με το ον, έτσι ώστε να μπορεί να ειπωθεί πως δεν υφίσταται νοείν δίχως το «υπάρχον», μέσα ή κοντά στο οποίο αποκαλύπτεται.(6) Τα ίδια αναφέρονται ακόμα και στον Δημόκριτο, ο οποίος αντιπροσωπεύει το τέλος της προσωκρατικής φιλοσοφίας: αυτός είπε ότι η αλήθεια βρίσκεται κρυμμένη μέσα σε μια άβυσσο(7) , ο Νους όμως, ως όργανο της «γνήσιας»(8) γνώσης, η οποία αντιλαμβάνεται την «ατομική» συγκρότηση του κόσμου, έχει την εξής ικανότητα και λειτουργία: βρίσκεται αντίθετος με τη «σκοτεινή» γνώση που προσφέρεται από τα αισθησιακά μέσα της αντίληψης, με τα οποία τα πράγματα εμφανίζονται στους ανθρώπους σε κάποια κίβδηλη μορφή, λες και συνδέονται με μια σειρά ιδιοτήτων (χρώματος, γεύσεως, οσμής κλπ.), τα οποία στην πραγματικότητα δεν αρμόζουν στο χώρο των αληθινών γεγο-νότων και καταστάσεων. Τέλος, για τον Πλάτωνα ο Νους είναι το όργανο του πνεύματος, με τη βοήθεια του οποίου ο άνθρωπος πετυχαίνει μια πρόσβαση στο βασίλειο των Ιδεών(9)˙ και ανήκει επίσης στον καθαυτό κόσμο του αληθινού όντος, αντίθετα με τον κόσμο της δημιουργίας και της φθοράς (του γίγνεσθαι και του χάνεσθαι, Werden und Vergehen), ο οποίος βέβαια κατά τον Πλάτωνα (εν αντιθέσει με τον απατηλό κόσμο που προσλαμβάνουν οι αισθήσεις κατά τον Παρμενίδη ή, ως έναν ορισμένο βαθμό, και κατά τον Δημόκριτο), δεν είναι ένας κόσμος απατηλός, αλλά κάποιος ο οποίος, έναντι του κόσμου των Ιδεών, είναι μόνο ένα παράγωγο ον ένα ον δεύτερης κλάσης, και μέσα στον οποίο είναι αδύνατη μία βέβαιη γνώση.

Με διαφορετικό τρόπο απ’ αυτόν του Παρμενίδη, — κατά τον οποίο όλα κατευθύνονται καθαρά προς τη γνώση —, και (πολύ περισσότερο) αντίθετα από τον Δημόκριτο, ο οποίος έχει προσπαθήσει από την ατομική θεωρία να βγάλει και κάποια ηθική, — η οποία ωστόσο έχει πολύ χαλαρή σχέση με τη θεωρητική του φιλοσοφία —, η γνώση του αληθινού κόσμου με τον Νου, κατά τον Πλάτωνα αποκτάει μια αποφασιστική σημασία για τη συμπεριφορά, επειδή η γνώση της «ιδέας του αγαθού» οδηγεί στις ορθές πράξεις. Στον Αριστοτέλη, τέλος, εμφανίζεται το ενεργητικό στοιχείο, μέσα στην γνωστική αρχή του Νου, πολύ ισχυρότερο, και μάλιστα όχι μόνο στην ανθρώπινη δράση, αλλά και στα κοσμικά συμβάντα. Παντού, όπου συμβαίνει κάτι τέτοιο, γνώση και ενέργεια βρίσκονται σε στενή σχέση εξάρτησης και κάθε ενέργεια ή συμπεριφορά που απορρέει από την ύψιστη γνώση αποβλέπει στην πραγματοποίηση του «βέλτιστου».

Ακριβώς λοιπόν εδώ βρίσκεται η δυσκολία στον Αναξαγόρα, — δυσκολία που, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Πλάτωνος, παρατηρήθηκε ήδη από τον Σωκράτη. Στο Φαίδωνα(10) λέει τα εξής: όταν εκείνος (ο Σωκράτης) άκουσε κάποιον να διαβάζει από ένα βιβλίο του Αναξαγόρα και κατάλαβε από την απαγγελία αυτή, ότι ο Νους βάζει σε τάξη τα πάντα και αποτελεί το αίτιο των πάντων, χάρηκε πολύ. Γιατί τώρα θα ήθελε να ακούσει ακόμα, με ποιό τρόπο ο Νους τα κατατάσσει όλα έτσι,(11) ώστε να επιτυγχάνεται το καλύτερο αποτέλεσμα. Όταν όμως πήρε ο ίδιος τα κείμενα και τα μελέτησε στο σύνολό τους με το μεγαλύτερο ζήλο, ανακάλυψε πως είχε γελαστεί μ’ αυτή την προσδοκία του. Διότι όσο προχωρούσε περισσότερο τη σπουδή του, τόσο πιο πολύ διαπίστωνε ότι ο Αναξαγόρας δεν κάνει καμιά χρήση του Νου και μάλιστα ούτε αναφέρει τους λόγους(12) για τη δεδομένη τάξη της ολότητας των πραγμάτων, αλλά μάλλον καθιστά υπεύθυνους για τα συμβάντα τα σύννεφα, τους ανέμους και το νερό και άλλα πράγματα που συνδέονται κατά εντελώς περίεργο τρόπο.

Οι παρατηρήσεις του Σωκράτη πάνω στην ιδιόμορφη χρησιμοποίηση ή μάλλον την μη-χρήση, από τον Αναξαγόρα της καθολικής αρχής του Νου, επιβεβαιώνεται από μερικές άλλες πολύτιμες μαρτυρίες (και συμπληρώνεται επίσης από αυτές). Έτσι, λοιπόν, ο Αριστοτέλης θα πει ότι ο Αναξαγόρας, χρησιμοποιεί τον Νου σαν ένα είδος μηχανής(13) για την ερμηνεία της δημιουργίας του κόσμου, — μια μηχανή που την καλεί να τον βοηθήσει όταν φτάνει σε αμηχανία και αδυνατεί να εξηγήσει την αιτία της αναγκαιότητας κάποιου πράγματος (γιατί είναι κάτι έτσι όπως είναι)• κατά τα άλλα, καθιστά υπεύθυνα για τα φαινόμενα όλα τα άλλα και όχι τον Νου. Τέλος, ο μαθητής του Αριστοτέλη και ιστορικός της επιστήμης Εύδημος ο Ρόδιος λέει τα εξής: Ο Αριστοτέλης, στην ερμηνεία του κόσμου αφήνει τις περισσότερες φορές τον Νου έξω από το παιχνίδι, με το ν’ αφήνει τα περισσότερα πράγματα να δημιουργούνται η να συμβαίνουν «αφ’ εαυτού»(14).

Αν κοιτάξει, λοιπόν, κανείς αμέσως ύστερα από αυτά, τα σωζόμενα αποσπάσματα του φιλοσοφικού έργου του Αναξαγόρα, θα συναντήσει κάποια ασυνέπεια. Πρώτ’ απ’ όλα ο Νους εμφανίζεται σε πολλά σημεία ως δύναμη που οδηγεί στη γνώση. Είναι αυτό που καθοδηγεί(15) τη δράση και τη συμπεριφορά όλων των εμβίων όντων που είναι προικισμένα με ψυχή. Αλλά και ως «κοσμική αρχή» αναγνωρίζει τα πάντα που υπήρξαν, είναι και θα υπάρχουν(16). Απ’ αυτή την άποψη μπορεί λοιπόν να φανεί κατά πόσον ο Αναξαγόρας εξύψωσε, με απλό τρόπο, εκείνο το οποίο είναι η βαθύτερη αντίληψη μιας κατάστασης όπως αυτή είναι δυνατή ακόμα και σε κάποιο ζώο, πόσον εξύψωσε την υψίστη γνωστική δύναμη του ανθρώπου, σε μια «κοσμική αρχή» (Kosmisches Prinzip). Ναι, αυτή η γνωστική αρχή η οποία δεν γνωρίζει μόνο το παρελθόν και το παρόν, αλλά και το μέλλον, φαίνεται, ως δημιουργική αρχή, να αντικρύζει και κάποιο «άμεινον» με τη σωκρατική έννοια˙ γιατί το θέμα είναι ότι όχι μόνο στον κόσμο μας, αλλά και αλλού, δηλαδή σε άλλους κόσμους, οι άνθρωποι σχηματίζονται κάτω από την επίδραση του Νου και κατοικούν σε πόλεις και καλλιεργούν αγρούς όπως κι εμείς, και συσσωρεύουν στα καταλύμματά τους τα ωφελιμότερα από τα πολυποίκιλα αγαθά, τα οποία παράγει η γή τους(17).

Αυτό λοιπόν, φαίνεται σαν να έρχεται σε αντίθεση με τη γνώση του Σωκράτη στον Φαίδωνα του Πλάτωνος ότι δηλαδή με τον Νου του Αναξαγόρα δεν περιστρέφεται η συζήτηση γύρω από κάποιο «άμεινον» το οποίο προσπαθεί να πραγματοποιήσει ο Νους. Αν όμως παρατηρήσει κανείς σωστά, ποια δραστηριότητα ή δραστηριότητες αποδίδονται λοιπόν in concreto στον Νου, τότε πρέπει κανείς πάλι να δώσει δίκιο στον Σωκράτη, στον Αριστοτέλη και στον Εύδημο, όταν εκείνοι απορούν με το γεγονός ότι ο Αναξαγόρας κάνει μια ασήμαντη — ή ελάχιστη — χρήση του Νου, και ότι ο Νους φαίνεται να προσεγγίζει το «άμεινον» με περίεργο τρόπο, όταν αυτός θέλει να το προσεγγίσει.

Στην αρχή, μαθαίνουμε(18) πως όλα ήταν ως την παραμικρή λεπτομέρεια τόσο συγκεχυμένα, ώστε ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τις οποιεσδήποτε ιδιότητες ή να αναγνωρίσει καθοριστικά αντικείμενα. Τότε όμως άρχισε ο Νους, με ορμητήριο κάποια θέση, να θέτει τα πάντα σε μια περιστροφική κίνηση(19). Αυτή η περιστροφή είχε ως αποτέλεσμα το διαχωρισμό των στοιχείων, που προηγουμένως ήταν εντελώς ανακατωμένα• αυτός βέβαια ο διαχωρισμός δεν πρόκειται ποτέ να τελειοποιηθεί˙ με τη συνέχεια όμως της περιστροφικής κίνησης θα προοδεύει(20). Κατά την πορεία αυτής της διαδικασίας του διαχωρισμού δημιουργήθηκαν και τα εκάστοτε — κάθε λογής — πράγματα, ανάμεσά τους τα έμβια όντα και στο τέλος οι άνθρωποι(21) και ως τελικό αποτέλεσμα απ’ όλα αυτά έγινε ο κόσμος, ή η τάξη του σύμπαντος (geordnete Welt), μέσα στην οποία ζούμε.

Αυτή λοιπόν είναι η ιδιόμορφη άποψη, η οποία φαίνεται ν’ αποτελεί τη βάση των πάντων: μια παγκόσμια αρχή, η οποία λαμβάνει γνώση και ταυτόχρονα δημιουργεί και η οποία όχι μόνο προβλέπει, αλλά θέλει και να προκαλέσει μια όμορφη τάξη των πραγμάτων του κόσμου, μια αρχή, η οποία όμως δεν δρα όπως ένας καλλιτέχνης, ένας αρχιτέκτονας ή κάθε άνθρωπος, ο οποίος θέλει να παράγει κάτι ωραίο, να συναθροίσει τα υλικά που του προσφέρονται σε άπειρες φάσεις, να σχηματίσει, να επεξεργαστεί, να τοποθετήσει στην ορθή τους θέση τα πάντα, ωσότου το προβλεπόμενο από αυτόν έργο να ολοκληρωθεί, αλλά εκείνο το οποίο θέτει σε κίνηση είναι μόνο μια πολύ απλή χειρονομία• και διατηρείται σ’ αυτή την κατάσταση. Όλα τα άλλα όμως τα αφήνει στον εαυτό τους, με την προοπτική ότι το επιθυμητό αποτέλεσμα θα εμφανιστεί με τη φυσική αλληλοεξάρτηση αιτίων και επιδράσεων. Πού πρέπει ν’ αναζητηθεί η πηγή αυτής της παράξενης άποψης, η οποία φαίνεται ν’ απομακρύνεται τόσο από όλες τις πρώιμες ή ύστερες απόψεις πάνω στην ουσία και πιθανή δράση κάποιου Νου;

Ίσως είναι σκόπιμο ν’ αρχίσουμε την παραπέρα έρευνα με έναν φιλόσοφο ο οποίος προηγείται, χρονικά, του Αναξαγόρα, και στον οποίο φαίνεται πως ο Νους κατά κάποιο τρόπο δεν κατέχει μόνο μια γνωστική, αλλά και μια — σε παγκόσμια κλίμακα — καθοδηγητική λειτουργία. Πρόκειται για τον Ξενοφάνη τον Κολοφώνιο, ο οποίος αναφέρει για το Θεό πως «νόου φρεσί πάντα κραδαίνει»(22). Εδώ ήδη υφίστανται βέβαια, από τυπική άποψη, μια ολόκληρη σειρά από όχι εντελώς ασήμαντες διαφορές. Κατ’ αρχήν εδώ δεν είναι άμεση καθοδηγητική αρχή ο ίδιος ο Νους, αλλά ο ένας Θεός, τον οποίο ο Ξενοφάνης είχε τοποθετήσει στη θέση των πολλών θεών της ελληνικής λαϊκής θρησκείας. Αυτός ο Θεός δεν καθοδηγεί τον κόσμο άμεσα με τον Νου του, αλλά με τους «φρένες» του Νου του. Το τελευταίο όμως αυτό αποτελεί μόνο μια έκφραση της παρατηρούμενης προσπάθειας της παλιότερης ορολογίας(23), για ευρύτερη διαφοροποίηση και ακρίβεια, μέσα στην οποία ακόμη φαίνεται σαφώς η διαφορά ανάμεσα στο «νοείν» ως καθαρή κατανόηση —, το οποίο βέβαια με την μορφή του προνοητικού σχεδιασμού εξαπλώνεται ήδη προς την κατεύθυνση του μέλλοντος — και στις λέξεις που παράγονται από τη ρίζα «φρην», οι οποίες χαρακτηρίζουν τη μετατροπή της γνώσης σε δράση — ή τη γνώση που κατευθύνεται προς τη δράση. Το γεγονός ότι ο Αναξαγόρας παραλείπει τους «φρένες» ενώ βάζει τον Νου να δράσει, εξηγείται λοιπόν μόνο μέσα στη γενική ροή της εξέλιξης της γλώσσας, η οποία με την αύξηση της αφηρημένης και γενικευμένης σκέψης ολοένα και περισσότερο προβαίνει σε απαλοιφή των ακριβών διαχωρισμών της παλιότερης γλώσσας. Αυτό το γενικό φαινόμενο, θα αποδειχθεί ότι δεν ήταν δίχως σημασία για τη δημιουργία της θεωρίας του Νου μέσα στη σκέψη του Αναξαγόρα.

Όταν, απ’ την άλλη πλευρά, στην περίπτωση του Ξενοφάνους δεν κατευθύνει άμεσα τον κόσμο ο Νους ή ακόμα και οι «φρένες» του Νου, αλλά ένας Θεός με τη βοήθεια της γνωστικής του δύναμης που χαρακτηρίζεται ως Νους, τότε μπορεί κανείς να δει σ’ αυτό μια πολύ σημαντική διαφορά έναντι του Αναξαγόρα. Ο ένας Θεός όμως του Ξενοφάνη, ο οποίος δεν έχει καμιά μορφή, αλλά διαπερνά τον κόσμο και είναι πανταχού παρών, δίχως να ταυτίζεται με τα πράγματα, έχει βέβαια με όλες αυτές τις ιδιότητες επίσης μια μεγάλη συγγένεια με τον Νου του Αναξαγόρα. Μέσα του φαίνεται να είναι κάτι δεδομένο, το οποίο απ’ τη μια πλευρά συνδέεται με παλιότερες παραστάσεις, απ’ την άλλη προμηνύει τον Νου του Αναξαγόρα, έτσι που κάποιος να υποθέτει, ότι εδώ ίσως να βρίσκεται κάποια λύση του αινίγματος γύρω απ’ την ιστορική προέλευση του τελευταίου. Όμως, φαίνεται ότι ακριβώς στο αποφασιστικό σημείο ο Θεός του Ξενοφάνους ξεχωρίζει toto coelo από τον Νου του Αναξαγόρα. Πραγματικά καθοδηγεί τον κόσμο «νόου φρεσί»: δεν είναι μόνο πανταχού παρών, αλλά επεμβαίνει και παντού καθοδηγώντας. Δεν αρκείται μονάχα στο να θέτει, από κάποιο σημείο, τον κόσμο σε κίνηση, με τη βεβαιότητα ή την προϋπόθεση ότι όλα θα τακτοποιηθούν από μόνα τους κατά τον καλύτερο τρόπο.

Για να μπορούμε τώρα να διαπιστώσουμε αν, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ του Θεού του Ξενοφάνη και του Νου του Αναξαγόρα, θα είναι αναγκαίο πρώτα να πλουτίσουμε τη γνώση μας με στοιχεία πάνω στην προέλευση της άποψης περί Θεού του Ξενοφάνη και στη θέση της σε σχέση με την ανάπτυξη της φιλοσοφικής σκέψης των Ελλήνων. Κατά κάποιο τρόπο ο Ξενοφάνης φαίνεται να βρίσκεται κάπως έξω από την ιστορία της πρώιμης ελληνικής φιλοσοφίας. Αυτό εκφράζεται και με το γεγονός ότι, όπου γίνεται απόπειρα κατάταξής του μέσα σ’ αυτήν την ιστορία, η θέση του αποβαίνει κάπως επισφαλής. Επειδή γι’ αυτόν, σύμφωνα με τις παραδοσιακές απόψεις της αρχαιότητας, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο σταθερό σημείο αναφοράς προς τα πίσω, έχει γίνει ακόμα και προσπάθεια(24), να τον κάνουν μαθητή του Παρμενίδη — αν και δεν μπορεί να υφίσταται η παραμικρή αμφιβολία, ότι από καθαρά χρονολογική σκοπιά υπήρξε πάρα πολύ παλαιότερος από εκείνον(25).

Ωστόσο, η φιλοσοφική πορεία του Ξενοφάνη δεν είναι εντελώς άσχετη με την προηγηθείσα ή τη σύγχρονη μ’ αυτόν φιλοσοφία του Θαλή, του Αναξίμανδρου, του Αναξιμένη, όπως θα έδειχνε μια πρώτη παρατήρηση. Κατ’ αρχήν συμφωνεί με τους φιλοσοφικούς του προδρόμους — αλλά και συγχρόνους του — ως προς το αρνητικό σημείο, ότι δηλαδή δεν θεώρησε τον κόσμο φτιαγμένο ή χτισμένο ή ταξινομημένο ή καθοδηγημένο από λίγο-πολύ ανθρωπόμορφους θεούς. Αν παραβλέψει κανείς τον Θαλή, από τη φιλοσοφία του οποίου, εν πάση περιπτώσει, είναι πολύ λίγα γνωστά με βεβαιότητα, και για τον οποίο η παράδοση αναφέρει ότι είπε πως «όλα είναι γεμάτα από θεούς»(26), ο Αναξίμανδρος είχε θεωρήσει την προέλευση του κόσμου(27) οπωσδήποτε μέσα από ένα αγώνα αντιθέτων κι απρόσωπων αρχών, από ένα «καυτό» και ένα «ψυχρό». Και βέβαια, αυτές οι απρόσωπες αρχές παρουσιάζουν, κατά κάποιον τρόπο, έναν κάπως ανθρωπόμορφο χαρακτήρα, εφόσον μπορεί γι’ αυτές να ειπωθεί ότι «πρέπει η μια να εκδηλώσει προς την άλλη τάσεις μετάνοιας για την αδικία τους κατά την τάξη που επιβάλλεται από το χρόνο ή τήν εποχή»(28). Κι ακόμα, από μιαν άλλη άποψη, συμβαίνει να παρουσιάζουν κάτι το ανθρωπόμορφο: Πρόκειται για μια ενότητα υλών, ιδιοτήτων και δυναμικών επιδράσεων, που δεν μπορούν να ξεχωρίσουν καθαρά μεταξύ τους(29). Όμως, και πάλι δεν γίνεται διάκριση ανάμεσα σε φυσιολογικές ή συγκινησιακές ιδιότητες. Με άλλα λόγια: ο χαρακτηρισμός ψυχικών ή συγκινησιακών καταστάσεων ως ζεστών ή κρύων, ως στεγνών ή «υγρών»(30), δεν εμφανίζεται ως «με-ταφορική» μετάβαση από τη φυσική σφαίρα στη συγκινησιακή• οι ιδιότητες που χαρακτηρίζονται με την ίδια λέξη και στις δύο σφαίρες θεωρούνται ιδιότητες αυτές καθ’ εαυτές. Αν λοιπόν τώρα συγκρίνει κανείς μ’ αυτό, τον Θεό του Ξενοφάνη, τότε δίχως αμφιβολία η αποπροσωποποίηση της αρχής που δημιουργεί και καθοδηγεί τον κόσμο δεν οδηγείται τόσο μακριά όπως στον Αναξίμανδρο, επειδή αυτή η αρχή δεν χαρακτηρίζεται, απρόσωπα, ως κάτι το «θεϊκό» (θείον) αλλά προσωπικά, ως Θεός. Προπάντων όμως ο Θεός του Ξενοφάνη διακρίνεται από τον Νου του Αναξαγόρα διότι ο Θεός κατευθύνει συνειδητά τον κόσμο σύμφωνα με τη βούλησή του, ενώ οι πρωταρχικές αρχές (Urprinzipien) του Αναξίμανδρου επιφέρουν την ύπαρξη του κόσμου, ας τό πούμε έτσι: μόνο μ’ ένα τυχαίο τρόπο, ύστερα από την αναμεταξύ τους διαμάχη.

Αν πάρει ωστόσο κάποιος να μελετήσει τον Ξενοφάνη και τον Αναξίμανδρο μαζί, τότε θ’ ανακαλύψει, εν μέρει και στους δύο κι άλλοτε στον ένα ή στον άλλον ξεχωριστά, ήδη το μεγαλύτερο μέρος από αυτό το οποίο χαρακτηρίζει το Νου του Αναξαγόρα ως δημιουργό και καθοδηγητή ενός κόσμου όπου κυριαρχεί η τάξη: στον Αναξίμανδρο, την παράσταση (Vorstellung) αρχών που βρίσκονται σε δράση, οι οποίες παράγουν το αποτέλεσμα της τάξης του κόσμου μονάχα με την καθαυτή τους επίδραση και χωρίς να έχουν συντονισθεί συνειδητά προς αυτόν το στόχο, όπως κάνει ένας καλλιτέχνης κάθε στιγμή• στον Ξενοφάνη, την παράσταση (Vorstellung) μιας μοναδικής αρχής, η οποία καθοδηγεί τα πάντα — και ταυτόχρονα κατανοεί — και, αντίθετα από τις αρχές επίδρασης του Αναξίμανδρου, δεν συνδέεται με την ύλη κι ούτε ταυτίζεται μ’ αυτήν, αλλά — και σ’ αυτό μοιάζει ολότελα με το Νου του Αναξαγόρα — ναι μεν διεισδύει στα πάντα, όμως ξεχωρίζει ολοφάνερα από το κάθε τι που είναι υλικό, ως κάτι το τελείως διαφορετικό. Έχει όμως σημασία να δοθεί προσοχή στο γεγονός ότι ο Αναξίμανδρος, παρά τα πολύ έντονα ανθρωπομορφικά στοιχεία στην εξήγηση του κόσμου, παρατηρεί τη δημιουργία πολύ λιγότερο τελεολογικά απ’ ό,τι ο Αναξαγόρας, του οποίου η έλλειψη κάποιας διαμορφωμένης τελεολογίας είχε προκαλέσει την απορία στον Σωκράτη. Γιατί ο Νους του Αναξαγόρα δεν πράττει τίποτα, εν πάση περιπτώσει, για να προκαλέσει την εμφάνιση μιας ομορφιάς και τάξης μέσα στον κόσμο. Επειδή όμως, κατά τη θεωρία του Αναξαγόρα, γνωρίζει εκ των προτέρων, ότι ήδη η απλή περιστροφική κίνηση, — στην τροχιά της οποίας τοποθετεί την τέλεια ανάμιξη όλων των υλικών και μέσα από την οποία τα εξάγει —, θα έχει στην παραπέρα πορεία της ως αποτέλεσμα μια ομορφιά και μια τάξη στον κόσμο, φαίνεται ότι και η βούλησή του κατευθύνεται εκ των προτέρων προς κάτι τέτοιο. Όσον αφορά στις πρωταρχικές αρχές (Urprinzipien) της δημιουργίας των κόσμων, όπως αυτές επινοήθηκαν από τον Αναξίμανδρο, φαίνεται ότι — όσο μπορεί να γίνει αντιληπτό — πουθενά δεν γίνεται λόγος για κάποια βούληση δημιουργίας με οποιοδήποτε τρόπο κάποιου κόσμου μέσα από τον ανταγωνισμό τους: παλεύουν η μια ενάντια στην άλλη μέσα στο κράτος της αδικίας τους, δηλαδή η καθεμιά επιζητάει να υπερισχύσει της άλλης: τότε περιγράφεται, πώς κατά τη διάρκεια αυτού του αγώνα και πώς με τη βοήθειά του δημιουργείται ο κόσμος.

Από τους φιλοσόφους που βρίσκονται χρονικά ανάμεσα στον Αναξίμανδρο και στον Ξενοφάνη από τη μια, και στον Αναξαγόρα από την άλλη, σημασία έχει — προπάντων για το ερώτημα που εξετάζεται εδώ — ο Εμπεδοκλής: εκείνος, ο οποίος σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αριστοτέλη(31) ήταν βέβαια νεότερος στην ηλικία από τον Αναξαγόρα, είχε όμως προηγηθεί στη διαμόρφωση της φιλοσοφικής του ερμηνείας του κόσμου και στη διάδοσή της. Ως προς τις δυνάμεις που επιδρούν στη δημιουργία μιας τάξης μέσα στον κόσμο, παίρνει ήδη μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στο Αναξίμανδρο και στον Ξενοφάνη. Σ’ αυτόν επίσης διαφέρουν μεταξύ τους και ξεχωρίζουν οι δρώσες αρχές, οι οποίες θέτουν σε κίνηση τον κόσμο και τον διατηρούν σ’ αυτή την κατάσταση, από τις υλικές αρχές, οι οποίες κατά κάποιον τρόπο συντηρούν, ως ποιότητες, τον χαρακτήρα τους. Αντίθετα, όμως, απ’ ό, τι στον Ξενοφάνη (και στον Αναξαγόρα), δεν συλλαμβάνεται η έννοιά τους ως γνωστικών, αλλά ως συγκινησιακών αρχών. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται να εκφράζεται στον χαρακτηρισμό τους «φιλία» και «νείκος» (αγάπη και μίσος). Σπουδαιότερο είναι το γεγονός ότι ακριβώς σ’ αυτόν τον χαρακτήρα τους (με παρόμοιο τρόπο όπως στο Νου του Αναξαγόρα) έγκειται μια ιδιόμορφη διττή φύση, για να μην πούμε αντιφατικότητα. Από την μια πλευρά φαίνονται να είναι εντελώς εκείνο το οποίο δηλώνουν οι ονομασίες τους: δηλαδή η αγάπη λέγεται τρυφερή, θαυμάσια(32), φιλική, ενώ το μίσος τρομακτικό και καταστροφικό(33) συναίσθημα. Ναι, σε δεδομένη κατάσταση μπορούν να εμφανίζονται ως μεγάλες μυθικές μορφές, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε παλιότερους ποιητές, ιδίως στον Ησίοδο: οι μεγάλες δυνάμεις της ανθρώπινης ζωής μετατρέπονται σε μυθικές μορφές.

Αν κοιτάξει κανείς, όμως, το πραγματικό νόημα του ρόλου τους στη δημιουργία του κόσμου από πιο κοντά, τότε σχεδόν τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μένει. Στο πεδίο των εμβίων όντων, διατηρεί βέβαια ο έρωτας το ρόλο του ως κινητήρια δύναμη για την αναπαραγωγή• στην ίδια τη διαδικασία δημιουργίας του κόσμου ωστόσο, φαίνεται πως δεν έχει καμιά άλλη λειτουργία, παρά μόνο το ανακάτωμα των διαφορετικών στοιχείων από τα οποία αποτελείται ο κόσμος — και μάλιστα με έναν τόσο ριζικό και τέλειο τρόπο, ώστε όταν αυτός (ο έρωτας) κερδίσει την πλήρη κυριαρχία στο τέλος κάποιας παγκόσμιας περιόδου, να βρίσκονται όλα σε μια κατάσταση τέλειας ανακατωσούρας και τίποτα να μην ξεχωρίζει πια ως κάτι το αυτοτελές. Ακριβώς με παρόμοιο τρόπο, και το μίσος δεν έχει άλλη αποστολή από το να προσπαθεί, όσο το δυνατόν καλύτερα, να πετύχει το διαχωρισμό των βασικών στοιχείων, ώστε στο τέλος της παγκόσμιας περιόδου, κατά την οποία αυτό κερδίζει σταδιακά έδαφος, τα τέσσερα βασικά στοιχεία να έχουν χωριστεί τελείως το ένα από το άλλο. Και στη μια όπως και στην άλλη περίπτωση, όμως, δεν υφίσταται τελικά κάτι, το οποίο δίκαια θα μπορούσε κάποιος να ονομάσει κόσμο. Ένας κόσμος δημιουργείται μόνο στις ενδιάμεσες περιόδους, δηλαδή στο διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην πλήρη επικυριαρχία της μιας ή της άλλης δύναμης, και καθόλου, και με κανέναν τρόπο, ως αποτέλεσμα των συνειδητών τους σχεδιασμών. Στα αποσπάσματα του φιλοσοφικού ποιήματος του Εμπεδοκλή που έχουν διασωθεί, αποδεικνύεται, αντίθετα, με κάθε λεπτομέρεια, πως τα πράγματα δημιουργούνται εντελώς τυχαία και γρήγορα πάλι καταρρέουν(34), ωσότου ξανά ορισμένα — από σύμπτωση — καταφέρουν να συγκροτηθούν σε οργανισμούς ικανούς προς επιβίωση και αναπαραγωγή. Τότε τα διάφορα είδη και φύλα εξακολουθούν να υπάρχουν για κάποιο μακρύτερο χρονικό διάστημα, ωσότου αναγκαστικά καταστραφούν, αφού περιέλθουν κάτω από την κυριαρχία (την αυξανόμενη) της μιας ή της άλλης κινητήριας αρχής (bewegendes Prinzip), οι οποίες υποχρεώνουν τα συστατικά τους στοιχεία ή να αναμιχθούν πλήρως, ή να διασπαστούν και να αποβληθούν εξίσου.

Αν τώρα κανείς συνοψίσει όλη αυτή την εξέλιξη, γίνεται φανερό, ότι στο Νου του Αναξαγόρα έχουν συναντηθεί δύο — μεταξύ τους αρκετά ανεξάρτητες— εξελικτικές ακολουθίες. Η μιά είναι η εξέλιξη, την οποία προσπάθησα να ξεδιαλύνω στις πρώτες μου εργασίες, και στην οποία από μια γνώση η οποία περικλείει την ουσία μιας κατάστασης που δεν γίνεται άμεσα αντιληπτή έχει επιτευχθεί η πιο βαθιά γνώση του αληθινού όντος που κρύβεται πίσω απ’ τα φαινόμενα — και, βέβαια, ο Νους του Αναξαγόρα δεν βρίσκεται εντελώς στο τέλος αυτής της εξελικτικής ακολουθίας, αλλά έχει συμπεριλάβει μέσα του στοιχεία προηγουμένων βαθμίδων. Το άλλο μπορεί να το ονομάσει κανείς σταδιακή απομυθοποίηση, απομάκρυνση από τον αθρωπομορφισμό και την τελεολογία(35) των δυνάμεων οι οποίες παράγουν το σύμπαν ως κόσμο — ως μια λογική τάξη — και καθορίζουν και κινούν την εξέλιξη και την ιστορία του. Μέσα σ’ αυτή τη σειρά εξέλιξης υπεισέρχεται ο Νους μόνο ως μια από τις πολυποίκιλες δυνατότητες, που χαρακτηρίζουν και καθορίζουν από πιο κοντά αυτές τις δυνάμεις που σχηματίζουν και καθοδηγούν τον κόσμο.

Αλλά και μέσα σ’ αυτήν την εξελικτική σειρά ο Νους του Αναξαγόρα δεν βρίσκεται σε κάποιο ακραίο τέρμα. Και βέβαια, σ’ αυτό εδώ το σημείο έχει πλήρως συντελεστεί η αποδέσμευση της δρώσας αρχής από τις διάφορες ύλες και ιδιότητες. Αυτό όμως είχε ήδη συμβεί με το Θεό του Ξενοφάνη. Σπουδαιότερη είναι η τοποθέτηση του Νου στη διαδικασία απομάκρυνσης από τον ανθρωπομορφισμό και την τελεολογία. Εδώ φαίνεται λοιπόν ακριβώς στο Νου του Αναξαγόρα, ότι οι δύο αυτές έννοιες (της απόρριψης του ανθρωπομορφισμού και της τελεολογίας) δεν ταυτίζονται με κανέναν τρόπο μεταξύ τους. Και στις πρωταρχικές (primär) δρώσες δυνάμεις του Αναξίμανδρου (Wirkkräfte), στο «καυτό» και στο «ψυχρό» υφίσταται ακόμα κάτι το ανθρωπομορφικό, όχι μόνο επειδή εδώ ακόμη δεν ξεχωρίζουν φυσικές και συγκινησιακές ποιότητες, αλλά προπάντων επειδή αυτές όχι μόνο «με μεταφορική έννοια», αλλά με κυριολεξία, δηλαδή όπως τα έμβια όντα, φαίνονται να παλεύουν η μια με την άλλη, άλλωστε γι’αυτό γίνεται λόγος για την άδικη συμπεριφορά τους και για τη μετάνοια την οποία οφείλει η μια στην άλλη. Με παρόμοιο τρόπο φανερώνεται το ανθρωπομορφικό στοιχείο στις «κοσμικές» (kosmische) δυνάμεις του Εμπεδοκλή: στην αγάπη και στο μίσος.

Από την άλλη πλευρά, η απομάκρυνση από την τελεολογία, και στις δύο μεθόδους του Αναξαγόρα, είναι σχεδόν πλήρης. Γιατί και στις δύο περιπτώσεις οι κοσμικές δυνάμεις είναι φανερό πως ενεργούν τελείως τυφλά και η τάξη του κόσμου προκαλείται «στην τύχη» ή οπωσδήποτε δίχως την πρόθεση τους, η οποία στον Εμπεδοκλή ακριβώς κατευθύνεται σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. Αν και ο Νους του Αναξαγόρα εξομοιώνεται επίσης με το Νου ο οποίος βρίσκεται στους ανθρώπους και ίσως, ως ένα ορισμένο βαθμό, σε άλλα έμβια όντα, η απομάκρυνση από τον ανθρωπομορφισμό έχει προχωρήσει σ’ αυτόν μάλλον περισσότερο, παρά στους Αναξίμανδρο και Εμπεδοκλή: ο κοσμικός Νους που διακρίνει και προβλέπει τα πάντα, βρίσκεται πιο μακριά από το Νου του ανθρώπου, από όσο απέχουν οι συμπαντικές συγκινησιακές δυνάμεις του Αναξίμανδρου ή του Εμπεδοκλή από τα ανθρώπινά τους ισοδύναμα (Aquivalente). Ή, αν κανείς δεν θέλει να παραδεχτεί ότι ισχύει κάτι τέτοιο, ο Αναξαγόρας, ως προς την απομάκρυνση από τον ανθρωπομορφισμό, οπωσδήποτε δεν βρίσκεται πίσω από τους προδρόμους του. Τελείως διαφορετικά πράγματα ισχύουν για την απομάκρυνση από την τελεολογία. Εδώ φαίνεται σχεδόν ότι ο Αναξαγόρας έχει προβεί στη σύναψη μιας συνειδητής συγκατάβασης ανάμεσα στην τελεολογική και στην μη τελεολογική ή αντιτελεολογική ερμηνεία του κόσμου. Γιατί αν και η κοσμική του αρχή, ο Νους, όπως οι πρωταρχικές αντιθέσεις (Urgegensätze) του ζεστού και του κρύου στον Αναξίμανδρο ή του έρωτα και του μίσους στον Εμπεδοκλή, κάνει μόνο ΕΝΑ πράγμα, ενεργεί μόνο πρός μια κατεύθυνση, δεν το κάνει ωστόσο τυφλά αλλά με τη πρόβλεψη και την αλάνθαστη (καθόλου απατηλή) εκ των προτέρων βεβαιότητα ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα προέλθει μια τάξη στο σύμπαν, ένας κόσμος (geordnete Welt/Kosmos). Του είχε γίνει συνείδηση αυτό το γεγονός: ως συμβιβασμός, ή όχι; Οπωσδήποτε είναι ολοφάνερο, ότι από αυτή την άποψη καταλαμβάνει μια ενδιάμεση θέση, ανάμεσα στον Ξενοφάνη από τη μια και τους Αναξίμανδρο και Εμπεδοκλή από την άλλη.

Με αυτή την εξακρίβωση των δύο νημάτων εξέλιξης, τα οποία συντείνουν στη θεωρία του Αναξαγόρα γύρω από το Νου ως κοσμικής αρχής, μπορεί να ειπωθεί ότι έχει απαντηθεί ίσως το καθαρά ιστορικό ερώτημα πάνω στην προέλευση αυτής της θεωρίας. Απομένει όμως το σπουδαιότερο και βαθύτερο ερώτημα, πώς ήρθε αυτή η εξέλιξη και τι σημαίνει από φιλοσοφική σκοπιά, αν συμπεριληφθεί η συμβιβαστική λύση, η οποία παριστάνει ολοφάνερα τη θεωρία του Αναξαγόρα.

Οι θετικιστές φιλόσοφοι θα ανταποκριθούν πολύ γρήγορα σ’ αυτό το ερώτημα, θεωρώντας την απάντηση κατάδηλη, ώστε να μην αξίζει σχεδόν καθόλου η ερώτηση. Η απάντηση φαίνεται πραγματικά δεδομένη με το γεγονός ότι η δεύτερη σειρά εξέλιξης — και μόνο γι’ αυτήν πρόκειται — έχει χαρακτηριστεί ως διαδικασία — (μια απ’ όλες) — για την απομάκρυνση από τον ανθρωπομορφισμό και την τελεολογία. Αυτή η διαδικασία ακριβώς δέν κατορθώθηκε να διεκπεραιωθεί ακόμη από τους πρώτους έλληνες φιλοσόφους, ακόμα κι αν εκείνοι βρίσκονταν στη αξιοθαύμαστη αυτή πορεία και κατέβαλαν προσπάθειες γι’ αυτό˙ και σε κάποιον από αυτούς παρέμεινε, τελικά, κάτι το παραπανίσιο ανθρωπομορφικό, σε άλλον περισσότερο κάτι το τελεολογικό, γεγονότα τα οποία οδηγούν λίγο-πολύ στο ίδιο αποτέλεσμα, αν δεν θέλει κάποιος να κάνει λεπτούς διαχωρισμούς. Τι άλλο περισσότερο να ειπωθεί εδώ;

Αν τώρα κάποιος ρωτήσει, πώς έφτασαν λοιπόν οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι να πάρουν αυτό το σωστό δρόμο, η απάντηση θα έχει ως εξής: αυτό εξαρτήθηκε από τη σταδιακή ανακάλυψη των φυσικών νόμων. Εδώ όμως αποδεικνύεται, ότι η απάντηση δεν πρέπει να δίνεται ίσως έτσι εύκολα, όπως φαίνεται να συμβαίνει στους εκπροσώπους μιας μοντέρνας θετικιστικής φιλοσοφίας. Γιατί αν σκεφτούμε έστω μόνο με την κατά προσέγγιση έννοια αυτής της λέξης πρέπει να ρωτήσουμε: ποίοι φυσικοί νόμοι αποτελούν τη βάση των θεωριών του Αναξίμανδρου για την πάλη του καύσωνα και του ψύχους, ή την πάλη της αγάπης και του μίσους στον Εμπεδοκλή; Οπωσδήποτε δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός, ότι ο τρόπος θεώρησης που απομακρύνεται από τον ανθρωπομορφισμό και την τελεολογία, που εκφράζεται στην τοποθέτηση αυτών των δυνάμεων ως πρωταρχικών αρχών (Urprinzipien), έπαιξε αργότερα στην ανακάλυψη των φυσικών νόμων — με την σύγχρονη έννοια της λέξης — έναν τελείως αποφασιστικό ρόλο• ναι, αυτός ο ρόλος θα ήταν ίσως αδύνατος δίχως εκείνον τον τρόπο θεώρησης. Το ιδιότυπο όμως είναι το εξης: η διαδικασία απομάκρυνσης της εξήγησης του κόσμου από τον ανθρωπομορφισμό και την τελεολογία προηγήθηκε της ανακάλυψης των φυσικών νόμων και δεν τους ακολούθησε. Από πού λοιπόν αντλήθηκε η ορμή της;

Βέβαια δεν είναι δυνατόν, μέσα σε μια έρευνα η οποία είναι αφιερωμένη στο εντελώς ειδικό πρόβλημα της ιστορικής προέλευσης της θεωρίας του Αναξαγόρα, να δοθεί η λύση του γενικού προβλήματος το οποίο τίθεται εδώ. Είναι όμως ίσως δυνατό και χρήσιμο να αποδείξουμε, πού έγκειται και κατά πόσο εμφανίζεται στον Αναξαγόρα με μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μορφή.

Όπως προσπάθησα να αποδείξω σε κάποιο άλλο σημείο, οι Μικρασιάτες Έλληνες της εποχής εκείνης βρίσκονταν στην καθαυτή περίοδο της αρχής της ελληνικής φιλοσοφίας, όπως δίκαια ονομάζεται ύστερα από τις πρώτες φιλοσοφικοϊστορικές απόπειρες της αρχαιότητας• σε μια κατάσταση, δηλαδή, στην οποία ξύπνησε ανάμεσα στους πιο δραστήριους πνευματικά, η αυθόρμητη επιθυμία, απέναντι στο πολύπλοκο πλήθος εξηγήσεων του κόσμου — εν μέρει αντιφατικών —, να λάβουν μια θεωρητικά και πρακτικά κυρίαρχη θέση μέσα στον τότε γνωστό κόσμο, ανάμεσα στις γειτονικές χώρες, οι οποίες μάλιστα κατείχαν τότε ανώτερα επίπεδα πολιτισμού από εκείνους: με άλλα λόγια, να κατακτήσουν μια σταθερή και ακριβή βάση της γνώσης και του παγκόσμιου προσανατολισμού. Μια τέτοια βάση θα προσφερόταν τότε μόνο, αν κάποιος ξεκινούσε από ένα (τουλάχιστον φαινομενικά) βέβαιο γεγονός, από κάτι οπωσδήποτε προσιτό στον καθένα και κατανοητό από τον καθένα, και αν προσπαθούσε από εκεί και πέρα να οικοδομήσει τη θεωρία του. Κάτι τέτοιο εντελώς απλό, κάτι αυτονόητο, δεν υπάρχει στο χώρο της ζωής. Ο παλαιότερος τρόπος σκέψης, τον οποίο ονομάζουμε μυθολογικό, χαρακτηρίζεται ακριβώς από το γεγονός, ότι συλλαμβάνει τα πάντα σαν κάτι το ζωντανό (Lebendiges), ιδίως δε ό,τι συμβαίνει, ως αποτέλεσμα της φυσικής δραστηριότητας απ’ όπου προκύπτει ό, τι θεωρούμε ως πρακτική εφαρμογή φυσικών νόμων έτσι, π.χ. η εφαρμογή των νόμων των μοχλών στην κωπηλασία, γίνεται αντιληπτή ως μαγικός εξαναγκασμός πάνω σε έμβια όντα, στην περίπτωσή μας, ας πούμε, σε αόρατους δαίμονες του νερού. Επειδή όμως τώρα, μέσα στο πεδίο του πραγματικά ζωντανού δεν υπάρχει το εντελώς απλό και κατανοητό, προκύπτει — από την αναζήτηση του εντελώς απλού — κατ’ ανάγκην το κίνητρο (Zwang) για την απομάκρυνση από τον ανθρωπομορφισμό, χωρίς αυτός ωστόσο να χρειάζεται να έχει συνειδητοποιήσει εκ των προτέρων και αμέσως αυτή την ιδιότητά του. Αυτό γίνεται ολοφάνερο αμέσως στις πρωταρχικές αρχές της δημιουργίας του κόσμου και των φαινομένων, όπως τις βρίσκουμε στον Αναξίμανδρο (αν και διατηρούν κατά πολύ τα ανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά τους, ως το σημείο τουλάχιστον που δεν αντιφάσκει με τη βασική απαίτηση, που θέλει το είδος της δράσης τους να είναι εντελώς απλό και κατανοητό).

Πολύ πιο ενδιαφέρουσα είναι η επίδραση της τάσης απλούστευσης πάνω στην τελεολογία. Όπου ακολουθεί ο άνθρωπος σκοπούς και ιδίως, όπου κατασκευάζει σχήματα που αντιστοιχούν ή εξυπηρετούν τους σκοπούς αυτούς, είναι αναγκασμένος να κάνει χρήση φυσικών νόμων που υφίστανται από παλιά και λειτουργούν ομαλά, ανεξάρτητα από το πόσον εκείνος τους αναγνωρίζει ως τέτοιους ή πόσο γνωρίζει να τους διατυπώνει με ακρίβεια, ή αν τους θεωρεί νόμους μαγικών εξαναγκασμών πάνω σε ζώντες δαίμονες, ή αν δεν έχει κάνει καμιά άλλη σκέψη πάνω σ’ αυτό το θέμα και απλώς προχωράει σύμφωνα με τα πορίσματα της καθημερινής του εμπειρίας. Όταν θέλει να φτάσει το σκοπό του, πρέπει να κατέχει τη χρήση του κάθε νόμου που παίζει κάποιο ρόλο τόσο, όσο είναι αναγκαίο για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου αναγκαίο να γνωρίζει τους νόμους αυτούς σ’ όλο τους το εύρος ή να τους συλλαμβάνει και να τους εκφράζει με ακρίβεια.

Οι πρώτοι Έλληνες φιλόσοφοι αποβλέπουν, πάντως, στην ακριβή σύλληψη των νόμων. Και όσο αφορά τον επιτυχή χειρισμό των σχετικά απλών πρακτικών ζητημάτων, είναι αξιέπαινοι. Επιζητούν όμως να εξηγήσουν τη δημιουργία του κόσμου και των φαινομένων μέσα σ’ αυτόν ως μια ολότητα. Πρόκειται για το πλέον περιεκτικό και πολύπλοκο αντικείμενο που υπάρ-χει. Είναι φυσικό λοιπόν να προκύπτει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στα απλά και κατανοητά μέσα της ερμηνείας και στον πολυπόθητο σκοπό: Η κατάσταση, και σήμερα ακόμη, δεν διαφέρει καθόλου, παρόλους τους φυσικούς νόμους που έχουν στο μεταξύ ανακαλυφθεί και μάλιστα διατυπωθεί με μαθηματική ακρίβεια˙ ας αναλογιστεί κάποιος πως ανακοινώνουν πότε-πότε οι εφημερίδες, ότι τώρα η λύση του παγκόσμιου αινίγματος ή του αινίγματος της ζωής είναι κοντά και ότι χρειάζεται ακόμη μονάχα η επεξεργασία ενός συνοπτικού τύπου ή η επιτυχία ενός επιπροσθέτου πειράματος, ώστε να κερδηθεί η λύση.

Το ερώτημα έχει ωστόσο κι άλλη μια πλευρά. Όσο πολλά άτακτα, ακατάστατα και, ας επικρατεί η έκφραση, «αντιτακτά» (Widerordentliches) πράγματα κι αν υπάρχουν στον κόσμο, όπου ζούμε, δεν θα είμαστε καθόλου σε θέση, να τα αισθανθούμε έτσι ('αντιτακτά')• μάλιστα, όπως ήδη ισχυρίστηκε ο Πλάτων, δεν θα είμασταν διόλου σε θέση να αντιληφθούμε ο,τιδήποτε, αν ο κόσμος, όπως μας είναι δεδομένος, δεν ήταν ο ίδιος μια τάξη. Στο κράτος των εμβίων όντων ωστόσο, είναι κατάδηλο το γεγονός ότι αυτή η τάξη είναι μια τάξη τελεολογική. Πρόκειται για μια αδιάκοπη καθημερινή εμπειρία, που λέει ότι όλα τα ζώντα πλάσματα εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους προς την κατεύθυνση κάποιου ορισμένου τέλους (Telos): ο σπόρος του κουκουναριού γίνεται έλατο, ο βολβός της τουλίπας γίνεται μια τουλίπα και τίποτα άλλο. Αυτό διδάσκει η εμπειρία. Οι αιτίες των πραγμάτων και των φαινομένων, αντίθετα, δεν βρίσκονται στην επιφάνεια και πρέπει ν’ αναζητηθούν με κόπους. Λαμπρό παράδειγμα για την τύφλωση που επιδεικνύεται απέναντι στα πλέον καταφανή γεγονότα και για το σε ποιες — ιστορικά περιορισμένες συνήθειες σκέψης μπορούν να οδηγήσουν τέτοια φαινόμενα: σύγχρονοι φιλόσοφοι απορούν, πώς έφτασε ο άνθρωπος στην παράξενη σκέψη, να ανακαλύψει «τέλη» στη φύση (τα οποία βέβαια — καθημερινά και παντού στο κράτος των εμβίων όντων — παρουσιάζονται από μόνα τους) και ταυτόχρονα πιστεύουν ότι η πεποίθηση, ότι κάθε φαινόμενο πρέπει να έχει την αιτία του, πηγάζει από την εμπειρία. Οι Hume και Kant είδαν, ο καθένας με τον τρόπο του, οπωσδήποτε πιο σωστά το πρόβλημα.

Ακριβώς επειδή η εμπειρία που λέει ότι όλα τα έμβια όντα αναπτύσσονται με στόχο τα «τέλη», είναι μια εμπειρία και τίποτε περισσότερο, — και ταυτόχρονα η εμπειρία μιας διαδικασίας η οποία μπορεί να εμφανίζεται σε μια άπειρη πολλαπλότητα παραλλαγών —, δεν εξηγεί βέβαια τίποτα, και μ’ αυτό σημαίνει ότι δεν εξυπηρετεί διόλου και τη μορφή εκείνης της ερμηνείας, που αποτελείται από αίτια, τα οποία πρέπει να είναι εντελώς απλά και κατανοητά, δηλαδή να αποδεικνύονται ως αποτελεσματικά μόνο σε κάποια εκάστοτε ορισμένη κατεύθυνση. Έτσι γεννιέται το δίλημμα, το οποίο παρουσιάζεται τόσο φανερά στη φιλοσοφία του Νου του Αναξαγόρα. Αν θέλει κανείς να φέρει σ’ επαφή την απείρως πολυσχιδή τάξη — η οποία βέβαια αναμφίβολα είναι τάξη —, με τα αίτια, τότε υπάρχουν μόνο δύο δυνατότητες: Είτε τοποθετεί κάποιος την πολλαπλότητα του αιτίου. (Αυτό έκανε ο Ξενοφάνης με το Θεό του και αυτό κάνουν όλες οι θρησκείες, οι οποίες αναθέτουν τη δημιουργία και την διακυβέρνηση του κόσμου σε έναν Θεό). Είτε προσπαθεί να προκαλέσει όλη τη δημιουργία και την τήρηση της τάξης από τα απλά αίτια, τα οποία επιδρούν εκάστοτε προς κάποια κατεύθυνση από σύμπτωση (τύχη, Sufall), δηλαδή δίχως κάποια επιθυμία ή σχεδιασμό (ungewollt, αθέλητα / ungeplant, απρογραμμάτιστα), όπως έκαναν οι Αναξίμανδρος και Εμπεδοκλής. Η πρώτη «εξήγηση», αν είναι τέτοια, πρέπει να αρκεστεί στο ασύλληπτο, η δεύτερη κερδίζει — ή πιστεύει πως κερδίζει— κάτι που γίνεται αντιληπτό, κι όσο για τα μέσα επέμβασης και αλλαγής του ρου των φαινομένων, τα κερδίζει πράγματι και αυτά: μόνο που αυτό δεν είναι «εξήγηση του κόσμου» — και παρόλες τις προόδους παραμένει η απόσταση μεταξύ των μέσων και του σκοπού πάντα απείρως μεγάλη. Ο Αναξαγόρας —τώρα φαίνεται πολύ φανερά— προσπάθησε κατά κάποιο τρόπο να συνδυάσει και τα δύο, θέτοντας μια πρώτη αρχή, η οποία απ’ τη μια πλευρά αντιλαμβάνεται κι επιζητάει την τάξη, η οποία την αναδεικνύει, απ’ την άλλη πλευρά όμως χρειάζεται να επιδράσει μόνο προς μια κατεύθυνση, προκειμένου να φτάσει το στόχο της, ως μια εντελώς απλή δρώσα δύναμη (Wirkkraft) εκ των πραγμάτων/2 που είναι/1. Και φυσικά δεν έλυσε μ’ αυτόν τον τρόπο το δίλημμα. Η φιλοσοφία του ωστόσο δείχνει ολοφάνερα την ουσία αυτού του διλήμματος και σε τι έγκειται τούτο. Αυτός εδώ δεν είναι ο κατάλληλος χώρος(36) για να προβληματιστούμε περισσότερο μ’ αυτό το δίλημμα και με τις ιστορικές μορφές, με τις οποίες εμφανίζεται.
---------------- 
Σημειώσεις
 
1. Παράβαλε Κ. von Fritz, «Νους and νοείν in the Homeric Poems» εις Classical Philology, XXXVIII (1943), 79-93 και «Νους, νοείν, and their derivatives in presocratic philosophy (excluding Anaxagoras)» Ibidem XL (1945), 223-242 και XLI (1946), 12-34. Η λεπτομερειακή ανάλυση και οι αποδείξεις για την αρχική σημασία της λέξης «νους», προ πάντων στην πρώτη από τις δύο παραπάνω μελέτες.
2. Αλέξανδρος Πολυίστωρ στον Διογένη Λαέρτιο VIII, 1, 19, 30.
3. Παράβαλε, π.χ. Ίλιάδα, III, 396 και op. coll. p. 85 για την ερμηνεία του σημείου αυτού.
4. Diels/Kranz, Fragmente der Vorsokratiker, 28b, 16, I.
5. ibidem b6, 6.
6. ibidem b8, 34 και συνέχεια• για την ερμηνεία του δύσκολου σημείου ίδε Classical Philology XL, p. 238 f.
7. Diels/Kranz 68 bl7.
8. Ibidem b11. Βέβαια εκεί οι λέξεις «νους» και «νοείν» δεν «κληροδοτούνται», αλλά συμπληρώνεται το «νώσαι» από τον Diels. Επίσης, στον Δημόκριτο έχει ήδη σβήσει ο αυστηρός διαχωρισμός των διαφόρων ειδών της γνώσης, ο οποίος είναι χαρακτηριστικός για τον Όμηρο και τους παλαιότερους φιλοσόφους όπου οι έννοιες γνώμη, φρην και νους χρησιμοποιούνται λίγο-πολύ φύρδην μίγδην. Αυτή τη στιγμή όμως αυτό δεν ενδιαφέρει, αν και το ανακάτωμα των λέξεων φρην και νους, όπως θα αποδειχθεί, χαράζει την πορεία του ήδη από την εποχή του Αναξαγόρα. Παράβαλε p. 91 f και την ερμηνεία του αναφερθέντος εδάφους του Δημοκρίτου: Class. Phil. XLI, p. 26 και συνέχεια.
9. Παράβαλε προπάντων Πολιτεία VI, 511 d.
10. Φαίδων 97 b. Παράβαλε ακόμα Diels/ Kranz 59 a 47.
11. Η έκφραση είναι «διακοσμών» και η επανάληψή της άλλοτε με την πρόθεση «διά», άλλοτε δίχως αυτή, δείχνει φανερά ότι επιδιώκεται κάποια διάταξη, με την οποία εξασφαλίζεται μια όμορφη και σκόπιμη τάξη των πραγμάτων. Πολύ ενδιαφέρον και σημαντικό γεγονός είναι το είδος του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούνται σ’ αυτή τη σχέση οι έννοιες «αιτία» και «ανάγκη». Επειδή λέγεται με σαφήνεια ότι και οι δύο αυτές έννοιες ορίζονται με το «άμεινον», με την «αιτία» δεν εννοείται ένα τυφλό αίτιο, αλλά ο συνετός λόγος, εξαιτίας του οποίου ο «νους» κάνει κάτι έτσι ή αλλιώς — και αντίστοιχα «ανάγκη» δεν σημαίνει εδώ την τυφλή αναγκαιότητα, με την οποία τα αποτελέσματα έχουν κάποια αφορμή, αλλά αναγκαιότητα που θέλει να γίνει κάτι έτσι κι όχι αλλιώς, για να γίνει κάτι καλό ή ωραίο.
12. Και πάλι: οι «αιτίαι» σημαίνουν πρώτ’ απ’ όλα λόγους• όταν όμως ακολουθεί η άποψη πως υπεύθυνος για τα φαινόμενα είναι οι άνεμοι και το νερό (αιτιώμενον), τότε στη θέση των λόγων γλυστρούν —απαρατήρητες— μηχανικές αιτίες.
13. Η λέξη είναι «μηχανή», κι αυτή βέβαια σημαίνει κάποιο είδος μηχανήματος ή έναν μηχανικό χειρισμό. Ίσως ο Αριστοτέλης να σκέφτηκε σ’ αυτό το σημείο ταυτόχρονα και τη μηχανή του θεάτρου, θέλοντας να πει, ότι ο «νους» του Αναξαγόρα εμφανίζεται κατά κάποιο τρόπο στο ρόλο του «από μηχανής Θεού», ο οποίος παρουσιάζεται ή χρησιμοποιείται όταν δεν φαίνεται δυνατή μια κάποια λύση.
14. Η λέξη που χρησιμοποιήθηκε είναι «αυτοματίζων». «Αυτόματον» είναι εκείνο (σύμφωνα με τους Περιπατητικούς), το οποίο συμβαίνει ή δημιουργείται δίχως πρόθεση. Η έννοια λοιπόν σημαίνει ότι ο Αναξαγόρας αφήνει τα περισσότερα πράγματα να συμβαίνουν δίχως πρόθεση, δηλαδή χωρίς την επέμβαση κάποιας βούλησης που (θέλει να) επιβάλλει μια τάξη πραγμάτων σε κάθε περίπτωση.
15. Παράβαλε Diels/Kranz 59 b 12, 4/5.
16. Παράβαλε ibidem b 12,8 και συνέχεια. Όλο το απόσπασμα έχει ως εξής: «και τα συμμισγόμενά τε και αποκρινόμενα και διακρινόμενα πάντα έγνω νους και οποία έμελλεν έσεσθαι και οποία ην, ασσα νυν μη εστι και όσα νυν εστι και οποία έσται, πάντα διεκόσμησε νους, και την περιχώρησιν ταύτην, ην νυν περιχωρέει τα τε άστρα και ο ήλιος» κτλ. Οι Diels/Kranz βάζουν μια τελεία μετά το «πάντα έγνω νους». Υπάρχει όμως πάλι ένα νόημα, αν γίνει μια παύση αργότερα, μετά το «άσσα νυν μη έστι». Όπως και να χωρίσει κανείς τη φράση από την άποψη της γραμματικής, δεν θα πρέπει να υφίσταται αμφιβολία ότι αυτό το οποίο ακολουθεί, το «έγνω νους», δεν μπορεί να αναφέρεται, —σύμφωνα με το αντικείμενο του θέματος—, μόνο στη δραστηριότητα για την επιβολή κάποιας τάξης από το νου, αλλά και στην αναγνώρισή του, στο γνώναι (αυτού του ιδίου του νου).
17. Diels/Kranz 59 b 4, 8 και συνέχεια.
18. Ibidem 59 b 1 και b4, 17 και συνέχεια.
19. Παράβαλε ibidem 59 b 12, 12f.
20. Παράβαλε ibidem και για λεπτομερέστερη εξήγηση 59 Α 41 και 42 (Σιμπλίκιος και Ιππόλυτος από τον Θεόφραστο).
21. Αυτό δεν εκφράζεται με βεβαιότητα στα αποσπάσματα που έχουν διασωθεί. Όμως η έκφραση «συμπαγήναι» σε σχέση με τη δημιουργία των ανθρώπων στο 59 b4,8 υποδεικνύει σαφώς ότι ο Αναξαγόρας δέχεται τη δημιουργία τους μέσα από το τυχαίο ανακάτωμα βασικών υλικών, με τρόπο δηλαδή παρόμοιο εκείνου που είχε ήδη δεχθεί ο Εμπεδοκλής (παράβαλε επίσης κάτω p. 97 και συνέχεια).
22. Diels/Kranz 21 b 25.
23. Παράβαλε πάνω σ’αυτό για περισσότερες λεπτομέρειες Classical Philology XLI, (1946), 31 και συνέχεια.
24. Παράβαλε Karl Reinhardt, Parmenides˙ για την ανασκευή των θεωριών του Reinhardt, όπως και άλλων συγγενών, παράβαλε το άρθρο μου για τον Ξενοφάνη, το οποίο θα εμφανιστεί αρχικά στην RE.
25. Ο Ξενοφάνης χρονολογείται περίπου γύρω στο 570 ως το 470 π.Χ., ο Παρμενίδης αντιστοιχεί περίπου στο 520 ως το 450 π.Χ. Ο Ξενοφάνης λοιπόν θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον 70 χρόνων, όταν θα επηρεαζόταν καθοριστικά από τον —περίπου μισό αιώνα— νεότερο Παρμενίδη!
26. Παράβαλε Diels/Kranz 11 Α 22.
27. Παράβαλε, ibidem 12 Α 10.
28. Παράβαλε Diels/Kranz 12b I.
29. Παράβαλε πάνω σ’ αυτό Class. Phil. XLI, 23 f και το άρθρο μου για τον Πρωταγόρα στην RE.
30. Παράβαλε π.χ. ο Ηράκλειτος για τις στεγνές και τις υγρές ψυχές, Diels/ Kranz 22b 117/18, όπου είναι σαφέστατη η ταυτότητα του φυσικού (φυσιολογικού) και του —για μας— «μεταφορικού».
31. Αριστοτέλης, Μετά τα φυσικά A, 984a. 11.
32. Παράβαλε Diels/Kranz 31b, 35, 10.
33. Ibidem 31b 22, 6/7˙ b 27 a˙ b 109, 3.
34. Παράβαλε ibidem 31b 47/48.
35. Στα βιβλία ιστορίας της φιλοσοφίας ή ιστορίας της τελεολογικής ερμηνείας της φύσης συνηθίζεται βέβαια να αναφέρεται ότι η τελεολογία εισάγεται για πρώτη φορά στην αρχαία φιλοσοφία από τον Διογένη τον Απολλωνιάτη. Αυτό όμως είναι σωστό ως ένα σημείο: στον Διογένη τον Απολλωνιάτη τονίζονται, για πρώτη φορά, τελεολογικές πορείες σκέψης και παρουσιάζονται με φιλοσοφική μορφή. Κατά τα άλλα, η τελεολογική σκέψη είναι βέβαια πανάρχαιη.
36. Για μια εκτενέστερη εξέταση μιας άλλης ειδικής άποψης του προβλήματος, κυρίως για το νόημα της αριστοτέλειας τελεολογίας, το οποίο έχει παρεξηγηθεί τελείως από τους σύγχρονους, και μάλιστα ακριβώς από τους σύγχρονους «βιταλιστές», παράβαλε Studium Generale XIV, 10, 546 και συνέχεια, ιδίως 564 και συνέχεια και 570 και συνέχεια όπως επίσης 11, 622 και συνέχεια.

Η χαζή πόρνη

Από χρόνια κυκλοφορεί ένα ανέκδοτο σε διάφορες παραλλαγές. Ρωτάει: Πότε αυτοκτόνησε η πιο ηλίθια πόρνη; Και απαντάει: Όταν έμαθε ότι οι άλλες πληρώνονται. Άμα το ακούει κανείς γελάει με την απύθμενη χαζομάρα της κοπέλας, όταν το ξανασκεφτεί αρχίζει και σοβαρεύεται, αρχίζει να αναρωτιέται: Μήπως κι εγώ κατά βάθος κρύβω μια χαζή πόρνη μέσα μου;

Μιλάμε ασφαλώς για ένα μικρό ανέκδοτο, όμως κρύβει μια σοβαρή σύνδεση όπως θα δούμε παρακάτω. Με άλλα λόγια, δεν αποκλείεται το ανέκδοτο της πόρνης να πυροδοτεί ένα επίσης σημαντικότατο και γενικότατο ψυχικό βάσανο. Μια εσωτερική εμπλοκή που επηρεάζει υπερβολικά μια στάση ζωής και πορεία.
 
Αφού λοιπόν γελάσει κανείς με την άκρα ηλιθιότητα της εύκολης αφελούς κοπέλας, μπορεί να προβληματιστεί και διαφορετικά. Να υποθέσει, για παράδειγμα, εν πρώτοις, ότι η κοπέλα που εκδιδόταν, και μάλιστα δωρεάν, δεν ήταν ακριβώς κουτή, δεν προχωρούσε στις συναντήσεις και δεν παραδιδόταν ασύστολα από βλακεία, αλλά είχε ανάγκη τη συχνή συνεύρεση διότι ήταν μια ερωτομανής, μια νυμφομανής. Η παθολογική αδυναμία της υποβίβαζε την άλλη ανάγκη για χρηματική αμοιβή.
 
Αυτό όντως θα ήταν μια νοσηρή, ανεξέλεγκτη περίπτωση, αν και όχι και τόσο συχνή όσο η επόμενη εκδοχή που προσπαθούμε να αναλύσουμε.
 
Μέσα στον ψυχισμό μας, σε πάρα πολλούς από εμάς, για να μην πω στους περισσότερους, σε έναν ή άλλο βαθμό, κυκλοφορεί η αόριστη αίσθηση πως χρωστάμε τον εαυτό μας. Πως υπάρχουμε και ζούμε για άλλων επιθυμίες, ανάγκες και αποφάσεις. Οι αναπόφευκτες έως παράλογες ενοχές που οι περισσότεροι άνθρωποι αισθανόμαστε από πάρα πολύ νωρίς, από μικρά παιδιά, αόριστες, άγνωστες ενοχές που τείνουμε να τις επενδύουμε σε δήθεν συγκεκριμένες υποχρεώσεις, ριζώνουν στο παμπάλαιο αίσθημα πως οφείλουμε, πως κάτι δεν έχουμε εξοφλήσει.
 
Κάποιος, συνήθως γονιός, συνηθέστατα μητέρα, μας πρόσφερε τόσο υπεράνθρωπες δωρεές, ώστε παραμένουμε χρεωμένοι ισόβια. Δικά μας ισόβια, όχι δικά τους, μια και μετά τον δικό τους θάνατο χρωστάμε μνημόσυνα, ελεημοσύνες, μετάνοιες, σεβασμό στην πέρα από τον τάφο γνώμη τους. Και ασφαλώς αναμνήσεις και επαναφορές ενοχών παλιών αλλά και συνεχόμενων, σημερινών. Είναι μάλιστα τόσο κοινό και πιεστικό το παράξενο ενοχικό αίσθημα, ώστε αρκετοί χαρακτήρες, προκειμένου να το αποφύγουν, προκειμένου να αναπνεύσουν, οδηγούνται στο άλλο άκρο και καταντούν αναίσθητοι.
 
Δήθεν αναίσθητοι, παλεύουν οικτρά μέχρι να το καταφέρουν εσωτερικά. Αδιάφοροι και αναίσθητοι από άμυνα στον υπερβολικά συναισθηματισμό τους, στην ευπάθεια, στην εξάρτηση, στις μάχες με τις απαίσιες τύψεις. Το άγχος, που σε αρκετούς ανθρώπους εκδηλώνεται με δύσπνοιες, προέρχεται κατά κανόνα από τύψεις και ενοχές του παιδιού εντός μας. Από πιέσεις αυστηρών και ανικανοποίητων γονέων. Και δυστυχώς, οι εξαιρετικά αυστηροί γονείς είναι συνήθως ανικανοποίητοι γονείς, δεν τελειώνει δηλαδή το μαρτύριο της καταπίεσης που όντως και κυριολεκτικά «πνίγει».
 
Από σύνδρομο του καλόπαιδου, του οφειλέτη, του θυσιαστικού ή του μονίμως υπόχρεου, που μονίμως υποφέρει όσο μονίμως δεν ξεχρεώνει, οδηγείται κάποιος στις πιο τυραννικές νευρώσεις. Αλλοιώσεις βαθιές που παραμορφώνουν προσωπικότητες, επιθυμίες και επιλογές.
 
Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ότι η θεμελιώδης ενοχή, που σαν λερναία ύδρα διακλαδίζεται, ριζώνει στις πιο πρόωρες, τρυφερές ηλικίες, όταν οι γονείς, οι μανούλες κυρίως, απαριθμούσαν στα μικρά τους πόσες θυσίες έχουν κάνει για χάρη τους, πώς κατέστρεψαν τη ζωή τους, πώς αρρώστησαν για να τα μεγαλώσουν. Και να μην τους το λένε κατά λέξη, το υπονοούν. Δεν είναι τόσο επειδή περιμένουν αντάλλαγμα, που συμβαίνει κι αυτό, όσο για να πείσουν τα παιδιά τους να πράξουν κατά τις υποδείξεις τους, «για το καλό τους». Αν τα παιδιά δεν ακολουθούν ό,τι τους ζητούν, αιωρείται η απειλή πως η ανυπακοή τους θα αρρωστήσει ή θα σκοτώσει τους γονείς, πως υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πάθουν καρδιακή κρίση, ακόμη και να πεθάνουν.
 
Κανένας δυνάστης δεν είναι ισχυρότερος από τους φόβους μας, ότι μας αναστέλλει κρύβει τρόμο, συνήθως άδηλο. Και είναι δυνάστης ο φόβος, διότι ίσως είναι το μόνο αίσθημα που μπορεί να νικήσει την αγάπη.
 
Θεωρείται ότι τα πρωτότοκα παιδιά είναι ακόμη πιο ευάλωτα στις ενοχές και στα διαρκή χρέη. Τα πρωτότοκα παιδιά που είναι και τα πιο δυνατά και τα πιο αδύνατα. Μεγαλώνουν με το χρίσμα του διαδόχου και ο διάδοχος οφείλει να γίνει και να πράξει ότι απαιτητικότερο, μπορεί δεν μπορεί, θέλει δε θέλει. Οφείλει να σταθεί στο ανάστημά του ενώ το πραγματικό ανάστημά του δεν το έχει λάβει υπ’ όψιν κανείς. Το συμφέρον της οικογένειας τίθεται πάνω από τις προσωπικές του επιθυμίες, έτσι είναι η μοίρα του.
 
Υπάρχουν χαρακτήρες που αντιδρούν στις ενοχές τους με σκληρότητα, με βία. Υπάρχουν όμως και χαρακτήρες που τέτοιες ενοχές, όπως αυτές που περιγράφουμε, τους διαπλάθουν υπερβολικά ευάλωτους και υποχωρητικούς απέναντι στους άλλους. Πρώτα στους γονείς, αργότερα σε δασκάλους, σε φίλους, σε συντρόφους, απέναντι σε όλη την ανθρωπότητα. Δεν μπορούν να πουν εύκολα ή και καθόλου «όχι»!
 
Μια τέτοια στάση – στάση χωρίς αντίσταση – μπορεί να εφαρμοστεί παντού. Σε κάθε σχέση, συνεργασία, εργασία, με κάθε μορφή. Ο κόσμος είναι γεμάτος εκμεταλλευτές, το ζήτημα είναι να μην είσαι εσύ εκμεταλλεύσιμος. Να μην προσφέρεσαι και να μην εμπνέεις να σε χρησιμοποιούν. Υποφέρεις εσύ όταν προσφέρεσαι αδίκως, αλλά και διαφθείρεις τον εκμεταλλευτή σου. Οι εκμεταλλευτές δημιουργούν εκμεταλλεύσιμους αλλά και οι εκμεταλλεύσιμοι δημιουργούν εκμεταλλευτές. Η μάταιη θυσία, η μάταιη οδύνη είναι ένα ανόητο βάρος, που όμως συνηθέστατα συνθλίβει ζωές.

Η φιλοσοφία της Υπατίας

Η Υπατία (370-415 ή 416 μ.κ.ε) ήταν Ελληνίδα νεοπλατωνική φιλόσοφος, αστρονόμος και μαθηματικός. Έζησε και δίδαξε στην Αλεξάνδρεια όπου και δολοφονήθηκε από όχλο φανατικώνχριστιανών υπό την καθοδήγηση του Αρχιεπίσκοπου Κύριλλου.

Σύμφωνα με πηγές, εκτός από φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος, κατείχε και την προεδρία της Νεοπλατωνικής Σχολής της Αλεξάνδρειας και ήταν ένα άτομο άξιο σεβασμού, που ασκούσε επιρροή στους σημαντικούς άρχοντες της Αλεξάνδρειας αλλά και της Μεσογείου. Η φιλοσοφία που ανέπτυξε η Υπατία είναι γνωστή ως Νεοπλατωνική.

Ο ανθρώπινος λόγος για την Υπατία, είναι εικόνα του θείου λόγου (αποτελεί τρόπον τινά προσωπικό αντίγραφο του πατέρα θεού), αν και είναι κατά πολύ υποδεέστερος από τον ίδιο το θεό, οι γνώσεις μας πηγάζουν από τη λογική, με αυτή συλλαμβάνουμε και ερμηνεύουμε τον κόσμο και με αυτήν οικοδομούμε τις επιστήμες.

Η Υπατία αποκρούει την παντοδυναμία της ανθρώπινης λογικής και της ανθρώπινης γνώσεως και θεωρεί ότι όλα τελούν κάτω από ένα σχέδιο της προνοίας του Δημιουργού. Χωρίς, ωστόσο, την παρουσία του λόγου θα ήταν αδύνατη η γνώση του κόσμου και ο προσανατολισμός μέσα σ’αυτόν. Θεωρεί ύβρη και αμαρτία την πεποίθηση ότι οι γνωστικές μας δυνατότητες είναι απεριόριστες και ασύνορη η γνώση.

Πιστεύει ότι ο έσω άνθρωπος έχει προτεραιότητα και ότι η ψυχή με τη λογική της και ευρύτερα με τη συνείδησή της μορφώνει, σχηματοποιεί, σμιλεύει τον κόσμο.

Ο λόγος έχει και τις υπηρετικές του δυνάμεις. Όλα τελούν υπό τη σκέπη του. Ακόμη και όταν φαίνεται ότι κατά το θυμοειδές ή κατά το επιθυμητικό ενεργούμε, δεν απουσιάζει και τότε η κατευθύνουσα δύναμη του λόγου. Η έκπτωση, εν τούτοις, του ανθρώπου οφείλεται και στην υπερβολική πίστη στο λόγο, η οποία τον οδηγεί σε κατάχρηση της ελευθερίας του και της ελευθερίας της βουλήσεώς του. Ο κόσμος είναι, βέβαια, δημιούργημα του θεού και γι’ αυτό ο υλικός κόσμος είναι καλός.

Αλλά η διεστραμμένη βούληση πολλές φορές του ανθρώπου τον οδηγεί σε υπερεκτίμηση του υλικού στοιχείου και τον αλυσοδένει στη σάρκα και στις διάφορες ηδονές του. Τα όντα και ο κόσμος έχουν κάτι από την ουσία του θείου, αφού ο θεός είναι αιώνιος και ο δημιουργός του κόσμου.

Τα όντα σύγκεινται και διαποτίζονται από αυτή την θεία ουσία ή κατά τον τρόπο του Πλάτωνος, τον οποίο σημειωτέον ακολουθεί πολλές φορές πιστότερα από τον Πλωτίνο η Υπατία: ο κόσμος των ιδεών είναι ο αληθινός κόσμος (το υλικό στοιχείο είναι απείκασμα του νοητού( η απομάκρυνση από το τελευταίο (το νοητό) φέρει προς την ύλη.

Πρόκειται για μία πορεία από το φως προς το σκότος. Έτσι η ύλη στη φιλοσοφία της Υπατίας έχει περισσότερο ηθική έννοια και ολιγότερο οντολογική σημασία.

Το ερώτημα πώς εξελίσσεται ο κόσμος, μηχανοκρατικά ή τελολογικά δεν την απασχολεί βαθύτερα, διότι πιστεύει ότι ο θεός ως τέλειο και υπέρτατο ον κυβερνά, συντηρεί και προνοεί για τον κόσμο. Υπάρχει ένα ειλημμένο σχέδιο μέσα στο νου του Θεού.

Πέρα από τις απαιτήσεις, που, όπως αναφέραμε, δίνει η Υπατία στο οντολογικό και κοσμολογικό ερώτημα του μεταφυσικού προβλήματος, ασχολείται και με το ψυχολογικό-ανθρωπολογικό ερώτημα, αφού δεν υπάρχει κανείς χώρος για το θεολογικό ερώτημα (πιστεύει στην ύπαρξη του θεού και ο λόγος της είναι ένθεος).

Ο άνθρωπος αποτελείται από δύο στοιχεία: την ψυχή και το σώμα, αυστηρώς ιεραρχημένα κατά τον τρόπο της αντιστοιχίας πνεύματος- ύλης. Το πνεύμα φέρεται επί της ύλης και την κατευθύνει, η ψυχή κυβερνά το σώμα και την ψυχή πρέπει να κυβερνά ο λόγος. Το πολυτιμότερο μέσα στη ζωή και στην πράξη του ανθρώπου είναι η πίστη και όχι η γνώση.

Η Υπατία δεν περιφρονεί τη γνώση, αφού άλλωστε η πίστη και η γνώση είναι αποκάλυψη του θείου λόγου και επειδή κατάγονται και οι δύο από το θεό καμία αντίθεση δεν υφίσταται μεταξύ τους. Επηρεασμένη από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα η Υπατία ισχυρίζεται ότι μία ανθρώπινη πράξη είναι ορθή, μόνο όταν στηρίζεται στην αυθεντική και γνήσια γνώση. Η αμαρτία, η αστοχία και το ολίσθημα είναι το αποτέλεσμα ελλειπτικής γνώσεως, κακής εκτιμήσεως ή συγκινησιακής επήρειας.

Το κάλλος για την Υπατία ήταν ένας κανόνας ζωής, η άγνοια είναι η ασχήμια, η ωραιότητα είναι κάτι παραπάνω από την απλή συμμετρία, έχει μία βαθιά εσωτερική σχέση προς την ιδεατή πραγματικότητα, όπως την ανέπτυξε ο Πλάτων. Πρόκειται για μια υψηλότερη, ανώτερη απεικόνιση των ιδεών του Πλάτωνος από όσο είναι οι παραστάσεις των αισθητηριακών αντιλήψεων. Το φυσικό κάλλος υπερβαίνεται από το ψυχικό και το ψυχικό από το πνευματικό κάλλος. Η ύψιστη ομορφιά, επομένως, ταυτίζεται με την ύψιστη πραγματικότητα.

Η Υπατία διακρίνει και εκείνη κατά τον τρόπο του Πλωτίνου τις αρετές. Την πρώτη βαθμίδα κατέχουν οι πολιτικές αρετές: οι αρετές δηλαδή της πρακτικής σοφίας, θάρρος, μετριοφροσύνη, δικαιοσύνη. Τη δεύτερη βαθμίδα την συνιστούν οι λεγόμενες καθαρτικές της σάρκας αρετές, ενώ την τρίτη και ύψιστη βαθμίδα την συγκροτούν οι ανώτερες αρετές, εκείνες δηλαδή που μας ανάγουν προς το θείο και μας βοηθούν να φύγουμε από την ύλη και εν συνεχεία να καταφύγουμε στο θεό, από τον οποίο ο ίδιος ο άνθρωπος απέκοψε τον εαυτό του και απώλεσε την ευδαιμονία του.

Οι ανώτερες αρετές: πίστη, αγάπη, ελπίδα αντιπροσωπεύουν και συγχρόνως εμπραγματώνουν τους ύψιστους και έσχατους σκοπούς της ανθρώπινης ζωής, η άμεση επαφή με το αγαθό διασφαλίζει την εσωτερική ευτυχία και δίνει νόημα ουσιαστικό στη ζωή.

Οι πιο διαδεδομένοι τύποι οικογενειών σήμερα

Δύο είναι οι πλέον διαδομένοι τύποι οικογενειών: Από τη μία η έντονη σχέση μητέρας-παιδιού, με τον πατέρα στο περιθώριο, και από την άλλη η παιδοκεντρική ανατροφή των παιδιών μοιρασμένη σχεδόν εξίσου στο ζευγάρι. Στην πρώτη περίπτωση, το παιδί αποτελεί διαρκώς το κέντρο βάρους για τη γυναίκα, ενώ ο άνδρας φαίνεται να μην ενδιαφέρεται και τόσο για το παιδί. Στη δεύτερη περίπτωση επικεντρώνονται και οι δύο στο παιδί τους, με αποτέλεσμα συχνά να παραμελούν την μεταξύ τους σχέση.

Αυτό το τελευταίο φαινόμενο το συναντάμε συχνά στα μεσαία στρώματα, σε γονείς με παιδαγωγικό και ψυχολογικό υπόβαθρο, σε γονείς μεγαλύτερης ηλικίας, ή σε γονείς που προσπαθούσαν για χρόνια ν’ αποκτήσουν παιδί. Τα παιδιά των παραπάνω περιπτώσεων επηρεάζουν καθοριστικά τη ζωή της οικογένειας. Ο πατέρας αφιερώνει πλέον όλο τον ελεύθερο χρόνο του στα παιδιά, ενώ η μητέρα θέτει ως πρώτη προτεραιότητα τις ανάγκες των παιδιών της, και σε δεύτερη το νοικοκυριό, τις επαγγελματικές υποχρεώσεις της ή τα λοιπά ενδιαφέροντά της.

Όταν εργάζονται και οι δύο γονείς, στα πρώτα χρόνια της ζωής των παιδιών είναι σχεδόν αναπόφευκτο όλες οι δραστηριότητες της οικογενειακής καθημερινότητας να στρέφονται γύρω από τη φροντίδα και την ανατροφή των παιδιών. Κατά συνέπεια, ο ελεύθερος χρόνος που μπορεί να διαθέσει το ζευγάρι για τις μεταξύ του σχέσεις περιορίζεται στο ελάχιστο. Και συνήθως η λύση της πληρωμένης βοήθειας για τη φύλαξη των παιδιών είναι μια λύση που οι περισσότεροι προσπαθούν ν αποφύγουν. Αυτό δεν οφείλεται μόνο σε οικονομική δυσχέρεια, αλλά και στην άποψη που θέλει τους εργαζόμενους γονείς να αναπληρώνουν το κενό, λόγω της απουσίας τους στη δουλειά, περνώντας όλο τον ελεύθερο χρόνο τους με τα παιδιά. Αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια οικογενειακή ατμόσφαιρα άγχους και πίεσης. Στις περιπτώσεις που καταφέρνουν να πετύχουν εναλλακτικά ωράρια εργασίας έχουμε το εξής φαινόμενο: Το παιδί μεταβάλλεται σε μπαλάκι που πετάει ο ένας γονιός στον άλλο. Ο άνδρας γυρίζει σπίτι κουρασμένος από τη δουλειά την ώρα που η γυναίκα του φεύγει για το δικό της ωράριο εργασίας ή το αντίστροφο. Τις λίγες ώρες που βρίσκονται μαζί, εκείνο που προέχει είναι το παιδί, μια και θα πρέπει κι αυτό να βιώσει την «πραγματική» οικογενειακή ζωή, την ουσιαστική σχέση πατέρας-μητέρα-παιδί.

Τέτοιες μορφές οικογένειας διακατέχονται οπωσδήποτε από τις αρχές της συντροφικότητας, όμως το γεγονός, ότι τα πάντα στρέφονται γύρω από το παιδί, μπορεί ακόμα και να καταστρέψει τη σχέση του ζευγαριού. Πολλά ζευγάρια που βιώνουν έντονα και από κοινού το ρόλο του γονιού, δεν καταφέρνουν —αφού μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά— να λειτουργήσουν και πάλι ως ζευγάρι ανεξάρτητο από το γονικό του ρόλο. Δεν είναι σε θέση ν’ απολαύσουν μια ήσυχη βραδιά, βγαίνοντας έξω οι δυο τους — είτε αυτό οφείλεται σε κούραση, είτε σε έλλειψη ενδιαφέροντος, είτε σε τύψεις απέναντι στο παιδί. Μερικοί μάλιστα δεν καταφέρνουν ούτε να επιβάλλουν στα παιδιά τους τακτικές ώρες ύπνου, ώστε να έχουν ελεύθερο το υπόλοιπο της βραδιάς. Όλοι γνωρίζουμε, από προσωπική εμπειρία ή από αφηγήσεις γνωστών, περιπτώσεις, όπου η διαδικασία να πάνε για ύπνο τα παιδιά στο κρεβάτι, έχει μετατραπεί σε κανονική τελετουργία -διάβασμα, τραγουδάκια, παιχνίδια- με αποτέλεσμα συχνά να παίρνει ο ύπνος πρώτα το γογιό και μετά το παιδί.

Έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι δύο σύζυγοι εμφανίζονται λιγότερο ικανοποιημένοι από το γάμο τους μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού — και ιδιαίτερα οι άνδρες, γιατί οι γυναίκες μάλλον εξισορροπούν τη δυσαρέσκειά τους μέσω της στενής και επαρκούς συναισθηματικά σχέσης που αναπτύσσουν με το παιδί.

Ο τρίτος τύπος οικογένειας που θέλει το ζευγάρι να έχει άριστη αυτόνομη σχέση, αφήνοντας το παιδί απ’ έξω, σήμερα πλέον τείνει να εκλείψει. Προφανώς, τέτοιες δομές υπήρχαν στις αρχές του 20ου αιώνα σε γόμους όπου το ζευγάρι ήταν πολύ αγαπημένο και επικεντρωμένο στην μεταξύ του σχέση, και αποκτούσε παιδιά μόνο και μόνο επειδή έτσι ήταν το σύνηθες. Σήμερα τέτοια ζευγάρια προφανώς παραμένουν άτεκνα.

Από ιστορική άποψη, το γεγονός ότι η σχέση γυναίκας-άνδρα και γονιών-παιδιών εκλαμβάνεται πολύ έντονα συναισθηματικά, αποτελεί ένα σχετικά νέο πρόβλημα. Το αποτέλεσμα είναι όλο και λιγότεροι άνθρωποι να καταφέρνουν να κρατούν τις ισορροπίες τόσο ως σύντροφοι όσο και ως γονείς. Και αφήνουν τελευταίο τον εαυτό τους στην εκπλήρωση των δικών τους αναγκών.

Όλο και περισσότερες διαπροσωπικές σχέσεις διαλύονται σήμερα κάτω από την πίεση υπερβολικών συναισθηματικών προσδοκιών, οι οποίες προφανώς αποτελούν κατάλοιπο της παιδικής ηλικίας, από την έντονη και αποκλειστική σχέση με τη μητέρα. Στο μέλλον, όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα ζουν για κάποια μικρότερη ή μεγαλύτερη φάση της ζωής τους μόνοι τους, ακριβώς επειδή έχουν βιώσει στη ζωή τους μια σειρά υψηλών συναισθηματικά σχέσεων. Ίσως στις γυναικείες βιογραφίες του μέλλοντος να εναλλάσσονται η έγγαμη συμβίωση με τη φάση της συμβίωσης με ένα ή περισσότερα παιδιά, εφόσον και οι δύο αυτές καταστάσεις απαιτούν αποκλειστικότητα.

Άκου...

Όταν σου ζητώ να με ακούσεις και συ αρχίζεις να δίνεις συμβουλές δεν έχεις κάνει αυτό που σου ζήτησα.

Όταν σου ζητώ να με ακούσεις κι εσύ αρχίζεις να μου λες γιατί δεν θάπρεπε να αισθάνομαι όπως αισθάνομαι παίζεις με τα αισθήματα μου,

Όταν σου ζητώ να με ακούσεις κι εσύ νιώθεις ότι πρέπει να κάνεις κάτι για να λύσω τα προβλήματα μου έχεις αστοχήσει, γιατί μπορεί να μου φανεί παράξενο.

Άκου Μόνο να μ' ακούσεις σου ζητώ. Ούτε να μου μιλήσεις ούτε να κάνεις πράγματα. Μόνο να μ' ακούσεις.

Οι συμβουλές είναι φτηνές: με 1 € παίρνεις και την Ντόροθυ Ντιξ και τον Dr. Σπόκ στην ίδια εφημερίδα.

Κι εγώ μπορώ να κάνω πράγματα για μένα. Δεν είμαι ανίκανος. Ίσως αποθαρρυμένος και χαμένος αλλά όχι ανίκανος.  

Όταν κάνεις κάτι για μένα που μπορώ και χρειάζεται να κάνω για μένα, εσύ μου αυξάνεις τον φόβο μου και την αδυναμία μου.

Αλλά όταν δέχεσαι σαν ένα απλό γεγονός ότι αισθάνομαι ό,τι αισθάνομαι, δεν έχει σημασία πόσο παράλογο, τότε παραιτούμαι να προσπαθώ να πείσω εσένα και μπορώ ν' αρχίσω την εργασία της κατανόησης του τι είναι πίσω απ' αυτό το παράλογο αίσθημα.

Κι όταν αυτό είναι ξεκάθαρο, οι απαντήσεις είναι σαφείς και δεν χρειάζομαι συμβουλές.

Γι' αυτό σε παρακαλώ, άκου, απλά άκου με, κι αν θέλεις να μιλήσεις, περίμενε ένα λεπτό για να ' ρθει η σειρά σου. Κι εγώ θα σ' ακούσω.

Ψιθυριστά να μου λες το σ’ αγαπώ…

Ψιθυριστά να μου λες το σ’ αγαπώ…
Δεν χρειάζεται να το φωνάζεις. Σε Ακούω!
Η Καρδιά μου είναι ανοικτή και δεν ακούω μόνο τα λόγια σου αλλά και τις σιωπές σου. Ακούω τον κάθε χτύπο της δικής σου καρδιάς…

Ακούω όλα τα θέλω και όλα τα δεν μπορώ σου… Ακούω την Αλήθεια σου και την αφήνω να με αγγίξει στην καρδιά μου…
Και δεν σε Ακούω μόνο, σε Βλέπω κιόλας. Βλέπω την ψυχή σου να καθρεφτίζεται στα μάτια σου. Νιώθω την μεταξένια απαλότητα της να με τυλίγει…
Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να το φωνάζεις.
Ψιθυριστά να μου λες το σ’ αγαπώ!

Με μια φωνή βαθιά, μεστή, για να έχει η στιγμή την ιερότητα που της ταιριάζει. Ψιθύρισέ μου το όχι μόνο με τη φωνή σου. Νιώσε το με κάθε κύτταρό σου και άφησε τον ψίθυρο της αγάπης να ξεχειλίσει από μέσα του.
Και δώσε μου χώρο στη σιωπή για να το ακούσω, να το δεχτώ, να του παραδοθώ… Να κάψω μέσα στο ψιθύρισμα σου όλες μου τις αντιστάσεις, όλους μου τους φόβους, τις αμφιβολίες…
Δώσε μου χώρο να σε νιώσω… για να πεθάνω και να ξαναγεννηθώ μέσα στην αγάπη σου… Και κάνε το ίδιο κι εσύ!
Μη φοβάσαι! Δεν έχω σκοπό να εξαρτηθώ από εσένα.

Κάποια πράγματα τα έχεις μάθει λάθος. Άλλο παράδοση κι άλλο υποταγή. Υποταγή δεν δηλώνω ούτε στον εαυτό μου. Γιατί ο υποταγμένος ο άνθρωπος δεν μαθαίνει, δεν εξελίσσεται, δεν αναπτύσσεται πνευματικά. Απλά περιορίζεται στα λίγα μέτρα της φυλακής του. Όποια κι αν είναι αυτή. Ότι όνομα κι αν έχει.

Εγώ αγάπη μου είμαι Ζωή! Και η Ζωή δεν υποτάσσεται!
Η ζωή παραδίνεται στη στιγμή. Στην Αγάπη. Γεμίζει από την Αγάπη, εμπνέεται από αυτήν και συνεχίζει ατόφια για να συναντήσει την επόμενη στιγμή…
Όμως μη μιλάς… μη σκέφτεσαι… νιώσε…

Άσε με να σου δώσω κι εγώ ψιθυριστά τα χάδια μου, την αγάπη μου, την αφοσίωση μου. Δεν υπάρχει ποιο ιερή στιγμή από εκείνη που δυο καρδιές αγγίζονται, παραδίνονται και λιώνουν η μια μέσα στην άλλη κοινωνώντας τη ζωή.

Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές!

Σου δίνει τέρψη το να κάθεσαι να παρακολουθείς από τη στεριά τις σκληρές δοκιμασίες του άλλου που παραδέρνει μες στην απέραντη θάλασσα, την ώρα που οι άνεμοι σηκώνουν τα κύματα και την κάνουν να λυσσομανά. Όχι βέβαια γιατί ευχαριστιέσαι με τα ξένα βάσανα, μα γιατί είναι γλυκό να βλέπεις από τι κακά έχεις γλυτώσει εσύ ο ίδιος. Όπως κι είναι ευχάριστο να βλέπεις τις σκληρές μάχες να μαίνονται πέρα στους κάμπους, χωρίς να σε αγγίζει ο κίνδυνος. Τίποτε όμως δεν είναι πιο γλυκό από το να είσαι θρονιασμένος στα ύψη τα οχυρωμένα από τις γνώσεις και τη διδασκαλία των σοφών, κι από τις γαλήνιες αυτές κατοικίες σκύβοντας να ρίχνεις το βλέμμα στους άλλους και να τους βλέπεις να τρέχουν πέρα δώθε, ψάχνοντας στα τυφλά το δρόμο της ζωής, να συναγωνίζονται σε εξυπνάδα, να μαλώνουν για την ευγενή τους καταγωγή, να μοχθούν μέρα και νύχτα και να τσακίζονται να σκαρφαλώσουν στην κορυφή του πλούτου ή να κατακτήσουν την εξουσία.

Ω, κακόμοιρα ανθρώπινα μυαλά και τυφλωμένες καρδιές! Σε τι σκοτάδια, σε τι κινδύνους κυλάει ο λίγος χρόνος της ζωής σας! Δεν ακούτε λοιπόν την κραυγή της φύσης που διαλαλεί την επιθυμία της, από το κορμί να φύγει κάθε πόνος, και το πνεύμα να νιώσει ευδαιμονία ελεύθερη από έγνοιες και αγωνίες;

Λουκρήτιος, Για τη φύση των πραγμάτων