Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Η θεωρίας της Πληροφορίας και της Κυβερνητικής

Τι είναι η θεωρία των πληροφοριών

Η θεωρία των πληροφοριών γεννήθηκε σαν μια τελείως καινούργια επιστήμη που μας έδωσε τη δυνατότητα να εξετάσουμε επίμαχα προβλήματα από ένα ψηλότερο πλεονεκτικό σημείο γνώσης. Οι νόμοι και τα θεωρήματα της επιστήμης αυτής υποκίνησαν συναρπαστικές ιδέες στη βιολογία και στη γλώσσα, στη θεωρία των πιθανοτήτων, την ψυχολογία, τη φιλοσοφία, την τέχνη, στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στη μελέτη της κοινωνίας. Ακριβώς όπως οι αρχές της νέας επιστήμης της ενέργειας έδωσαν καινούργιες γνώσεις που εκτείνονται πολύ πιο πέρα από τους ορίζοντες της μηχανολογίας, έτσι και η θεωρία των πληροφοριών άνοιξε καινούργια παράθυρα στο πεδίο μιας γνώσης τόσο πλατιάς όσο η φύση, τόσο πολύπλοκης όσο ο ανθρώπινος νους.

Οι βιολόγοι και οι φιλόσοφοι εισηγήθηκαν ότι το σύμπαν και οι ζωντανές μορφές που περιέχει βασίζονται στην τυχαιότητα, όχι όμως και στο τυχαίο συμβάν. Για να το θέσουμε διαφορετικά οι δυνάμεις της τύχης και της αντι-τύχης συνυπάρχουν σε μια συμπληρωματική σχέση. Το τυχαίο στοιχείο ονομάζεται εντροπία, ο παράγων του χάους, που τείνει να ανακατέψει το τακτοποιημένο, να καταστρέψει το νόημα. Το μη τυχαίο στοιχείο είναι η πληροφορία, που εκμεταλλεύεται την αβεβαιότητα που ενυπάρχει μέσα στην αρχή της εντροπίας για να γεννήσει καινούργιες δομές, για να πληροφόρηση τον κόσμο με νέους τρόπους.

Η θεωρία των πληροφοριών δείχνει ότι υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους οι δυνάμεις της αντι-τύχης είναι εξίσου καθολικοί με τις δυνάμεις της τύχης, παρ' όλο που η εντροπία εμφανίζεται σαν η συντριπτικά ισχυρότερη αρχή. Η σωστή μεταφορική εικόνα για τη διαδικασία της ζωής μπορεί να μην είναι ένα ζευγάρι ζάρια ή ο περιστρεφόμενος τροχός της ρουλέτας, αλλά οι προτάσεις μιας γλώσσας, που μεταφέρουν πληροφορίες εν μέρει προβλέψιμες και εν μέρει απρόβλεπτες. Οι προτάσεις αυτές κατασκευάζονται με κανόνες που παράγουν πολύ από το λίγο, γεννώντας έναν απεριόριστο πλούτο νοήματος από ένα πεπερασμένο απόθεμα λέξεων. Δίνουν στη γλώσσα την ικανότητα να είναι γνωστή και παρ' όλα αυτά γεμάτη εκπλήξεις, περιορισμένη και παρ' όλα αυτά απροσδόκητη μέσα στους περιορισμούς της.

Το νόημα και η τάξη, λέει η θεωρία, μπορούν να κυριαρχήσουν πάνω στην ασυναρτησία και το χάος. Ο κόσμος δεν είναι ανάγκη να κατρακυλήσει στο απλό, το ομοιόμορφο και το κοινότυπο, αλλά μπορεί να προχωρήσει προς την κατεύθυνση των πλουσιότερων και συνθετότερων δομών, φυσικών και νοητικών. Η ζωή, όπως και η γλώσσα, παραμένει «δομημένη». Η κλασική εικόνα της εντροπίας υπονοούσε ότι η δομή είναι η εξαίρεση και το χάος ο κανόνας. Η θεωρία των πληροφοριών μας υποδεικνύει, αντίθετα, ότι η τάξη είναι απόλυτα φυσιολογική: ο δομημένος άνθρωπος κατοικεί μέσα σε ένα δομημένο σύμπαν.

Η πληροφορία είναι μια λέξη που ποτέ δεν ήταν εύκολο να διευκρινιστεί τελείως. Στην πιο οικεία της έννοια η πληροφορία σήμερα σημαίνει ειδήσεις, νέα, γεγονότα και ιδέες που αποκτώνται και περνάνε σαν γνώση. Όμως στο μεσαίωνα είχε διάφορες εκλαϊκευμένες και κυριολεκτικές χρήσεις. Εκτός από εκείνες που θα αναγνωρίζαμε, η λέξη είχε χρησιμοποιηθεί και με πιο ενεργό, εποικοδομητικό νόημα, σαν κάτι που δίνει ένα συγκεκριμένο σχήμα ή χαρακτήρα στην ύλη και στο πνεύμα· μια δύναμη που διαμορφώνει τη συμπεριφορά, ασκεί, διδάσκει, εμπνέει ή καθοδηγεί.

Μόνον από το 1940 και πέρα η πληροφορία ορίστηκε ως επιστημονικός όρος και ο ορισμός αυτός ήταν τελείως καινούργιος, διαφορετικός από όλους όσους βρίσκει κανείς στα συνηθισμένα λεξικά. Παρ' όλα αυτά, κατά έναν περίεργο τρόπο, η έννοια της πληροφορίας, που περιγράφεται με αρκετά μεγάλη ακρίβεια ώστε να ικανοποιεί και τους μαθηματικούς και τους μηχανικούς των τηλεπικοινωνιών ταυτόχρονα, αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη γοητεία για τους μη επιστήμονες. Η λέξη άρχισε να ξαναπαίρνει μερικές από τις παλιές της έννοιες που είχαν πέσει σε αχρηστία. Η πληροφορία άρχισε να παίρνει τη μορφή ενός ενεργητικού παράγοντα που δεν κάθεται έτσι απλά και παθητικά, αλλά «πληροφορεί» τον υλικό κόσμο, περίπου όπως τα μηνύματα των γονιδίων διδάσκουν το μηχανισμό του κυττάρου πώς να οικοδομήσει έναν οργανισμό ή όπως τα σήματα από έναν ραδιοπομπό οδηγούν την πολύπλοκη πορεία ενός διαστημόπλοιου στο ταξίδι του μέσα στο διάστημα.

Έτσι η πληροφορία αναδύθηκε σαν μια παγκόσμια αρχή που λειτουργεί μέσα στον κόσμο, δίνοντας σχήμα στο ασχημάτιστο, προσδιορίζοντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των έμβιων μορφών και ακόμη καθορίζοντας, μέσα από ειδικούς κώδικες, τα αχνάρια της ανθρώπινης σκέψης. Με αυτόν τον τρόπο η πληροφορία εκτείνεται πάνω από όλα τα ανόμοια πεδία, των υπολογιστών του διαστημικού αιώνα, της κλασικής Φυσικής, της μοριακής Βιολογίας και της ανθρώπινης επικοινωνίας, της εξέλιξης της γλώσσας και της εξέλιξης του ανθρώπου.

Είναι προφανές ότι η φύση δεν μπορεί πια να ιδωθεί μόνο σαν ύλη και ενέργεια. Ούτε μπορούν όλα της τα μυστικά να ξεκλειδωθούν με τα κλειδιά της Χημείας και της Φυσικής, παρ' όλη την εκθαμβωτική επιτυχία που είχαν οι δύο αυτοί κλάδοι της επιστήμης στον αιώνα μας. Μια τρίτη συνιστώσα είναι απαραίτητη για οποιαδήποτε εξήγηση του κόσμου που διεκδικεί την πληρότητα. Στις παντοδύναμες θεωρίες της Χημείας και της Φυσικής πρέπει να προστεθεί ένας καινουργιοφερμένος επισκέπτης: η θεωρία των πληροφοριών. Η φύση πρέπει να ερμηνευτεί σαν ύλη, ενέργεια και πληροφορία.

Η πληροφορία απέκτησε επιστημονική έννοια όταν ανέτειλε η εποχή των ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών, στο πρώτο μέρος του αιώνα μας. Οι επιστήμονες τη χειρίστηκαν με τον ίδιο περίπου τρόπο που οι προκάτοχοι τους στον δέκατο ένατο αιώνα είχαν χειριστεί την έννοια της ενέργειας. Της έπλασαν μια θεωρία, την εφοδίασαν με νόμους, τη στόλισαν με εξισώσεις και στην πράξη την ξεζουμίσανε από όση ασάφεια και όσο μυστήριο μπόρεσαν.

Ο Claude Shannon και η θεωρία της πληροφορίας

Στην καθαρή της μορφή η θεωρία των πληροφοριών ήταν μια ανακάλυψη των μηχανικών. Οι πιο περίβλεπτες πρακτικές επιτυχίες της αναφέρονται στην εκπομπή των εικόνων της έγχρωμης τηλεόρασης, στη σχεδίαση των συστημάτων ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης, στην ανάκτηση ανέπαφων μηνυμάτων από μακρινά διαστημόπλοια. Παρουσιάστηκε στον κόσμο με τη μορφή δύο εργασιών του Claude Shannon της Bell Telephone Laboratories, που δημοσιεύτηκαν στο Bell System Technical Journal τον Ιούλιο και τον Οκτώβριο του 1948. Στην ουσία οι εργασίες αποτελούνται από μία σειρά από θεωρήματα που έχουν να κάνουν με το πρόβλημα της αποστολής μηνυμάτων από μια θέση σε μια άλλη, γρήγορα, οικονομικά και αποτελεσματικά. Αλλά η πιο πλατιά και πιο συναρπαστική συνέπεια της δουλειάς του Shannon έγκειται στο γεγονός ότι στάθηκε ικανή να καταστήσει την έννοια της πληροφορίας τόσο λογική και σαφή, που να μπορεί να τοποθετηθεί μέσα σε ένα τυπικό πλαίσιο ιδεών.

Χειριζόμενος την πληροφορία με όρους σαφώς καθορισμένους αλλά και τελείως αφηρημένους, ο Shannon μπόρεσε να τη γενικεύσει, εδραιώνοντας νόμους που ισχύουν όχι μόνο για λίγους τύπους πληροφοριών αλλά για όλα τα είδη και παντού. Παρ' όλο που οι εργασίες του φαίνονται τελείως δυσνόητες και τεχνικές σε πρώτη ανάγνωση, προσφέρουν νέους τρόπους θεώρησης των διεργασιών του κόσμου, που μοιάζουν ακατανόητες όταν τις δει κανείς μέσα από το πρίσμα των κλασικών ιδεών. Το πλήρες νόημα τους δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Παρά το γεγονός ότι τα θεωρήματα της θεωρίας των πληροφοριών προορίζονταν, κυρίως, για τους ραδιοηλεκτρολόγους και τους μηχανικούς των τηλεπικοινωνιών, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την έρευνα οποιουδήποτε συστήματος που εκπέμπει ένα «μήνυμα» από μια θέση σε μια άλλη.

Ακριβώς όπως οι νόμοι της κίνησης του Νεύτωνα δεν περιορίζονται σε ειδικούς τρόπους κινήσεων ιδιαίτερων τύπων σωμάτων, έτσι και οι νόμοι των πληροφοριών του Shannon είναι καθολικοί και αναγκάζουν τους επιστήμονες και τους άλλους διανοούμενους ν' αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι και η ίδια η πληροφορία είναι καθολική έννοια. Πράγματι, θεωρήματα του είχαν ερμηνευτεί τόσο πλατιά που ο Shannon, ανήσυχος μπροστά στην αίγλη που είχε δημιουργηθεί γύρω από το θέμα και αμήχανος μπροστά στο ρεύμα της δημοσιότητας που είχε θέσει σε κίνηση, δημοσίευσε μια ανακοίνωση το 1956 για να προειδοποιήσει τον κόσμο ότι η θεωρία των πληροφοριών ίσως παραφούσκωσε και έφτασε σε μια σπουδαιότητα που ξεπερνάει τα πραγματικά της επιτεύγματα. Σπάνια η φύση αποκαλύπτει ταυτόχρονα περισσότερα από λίγα μυστικά της. Ήταν όμως φανερό από την αρχή ότι η θεωρία έριχνε φως σε βαθιά θεμελιώδη ερωτήματα, πολύ πιο πέρα από τα όρια της ραδιοηλεκτρολογίας. Εισέβαλλε σε πολλούς διανοητικούς χώρους, σχετιζόταν με παράδοξα άλυτα επί αιώνες, πρότεινε νέες προοπτικές σε προβλήματα με τα οποία είχε παλέψει η Φιλοσοφία σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της.

Οι εργασίες του Shannon είχαν να κάνουν με θέματα που ήταν κοινά διανοητικά προβλήματα: τάξη και αταξία, σφάλματα και έλεγχος των σφαλμάτων, δυνατότητες και πραγματοποίηση των δυνατοτήτων, αβεβαιότητα και τα όρια της αβεβαιότητας. Οι επιστήμονες ακόμη ερευνούν με μανία το αίνιγμα, του γιατί τα προϊόντα της φύσης είναι τόσο απίθανα, γιατί εμφανίζουν τόσο μεγάλη τάξη αφού η πιο πιθανή κατάσταση γι' αυτά είναι όλο ακαταστασία και λάθη, μια υποταγή στις δυνάμεις της αταξίας μέσα στο σύμπαν, που μοιάζουν να κυριαρχούν παντού με τρόπο φυσικό. Αυτό θεωρείται ακόμη ένα από τα πιο ανησυχητικά παράδοξα της επιστήμης. Είναι πρώτος ξάδελφος του αιώνιου ερωτήματος της Φιλοσοφίας: «Γιατί υπάρχει κάτι και όχι τίποτα;». Στις εργασίες του το 1948 ο Shannon απέδειξε ότι, αντίθετα με εκείνο που θα μπορούσε να περιμένουμε, το «κάτι», ένα μήνυμα, μπορεί να επικρατήσει ανάμεσα στο «τίποτε», την άσκοπη αταξία ή το θόρυβο.

Το πιο εντυπωσιακό από όλα ήταν ότι η έκφραση του Shannon για την ποσότητα της πληροφορίας, το πρώτο ακριβές επιστημονικό μέτρο, ο πρώτος ικανοποιητικός ορισμός αυτού του αδιαφιλονίκητου προϊόντος του εικοστού αιώνα, είχε την ίδια μορφή με την εξίσωση που είχε επινοηθεί πολλά χρόνια νωρίτερα, το δέκατο ένατο αιώνα, για τον πιο ιδιόμορφο και φευγαλέο φυσικό νόμο, το αξίωμα της εντροπίας.

Ο Shannon είχε βάλει σαν στόχο να λύσει ένα ειδικό πρόβλημα της ραδιοφωνικής και τηλεφωνικής επικοινωνίας και η λύση στην οποία κατέληγε με αυστηρές επαγωγικές μεθόδους ήταν στην ουσία πανομοιότυπη με τον τύπο της εντροπίας που είχε διατυπωθεί στη Φυσική της Βικτωριανής εποχής. Η εξίσωση αυτή ήταν μια μαθηματική έκφραση της τάσης που έχουν όλα τα πράγματα να γίνουν πιο ακατάστατα όταν αφήνονται να εξελιχθούν από μόνα τους, της τάσης που έχει η ενέργεια να υφίσταται ορισμένους μετασχηματισμούς κατά τη φυσική πορεία των γεγονότων, που την καθιστούν πιο ανοργάνωτη και όχι τόσο χρήσιμη, υποβαθμίζοντας την ποιότητα της χωρίς να μειώνουν την ποσότητα της.

Η εντροπία ήταν μια υπερβολικά ελκυστική έννοια για τους μη επιστήμονες του δέκατου ένατου αιώνα και μετά, καθώς πρότεινε ότι το χάος είναι ο ύστατος προορισμός όλων των πραγμάτων. Οδήγησε σε πολλές εξάρσεις της φαντασίας αμφίβολης αξίας και ενέπνευσε εκκεντρικούς τύπους αλλά και αξιοσέβαστους στοχαστές. Έγινε ένα σημείο αναφοράς, μια μεταφορική έννοια στην οποία επέστρεφαν ξανά και ξανά οι φιλόσοφοι, οι θεολόγοι, οι ιστορικοί της εποχής εκείνης, με περισσότερο ενθουσιασμό παρά σύνεση. Αυτός ο «νόμος» της Φυσικής, που ανήγγελλε ότι το σύμπαν οδεύει προς μια κατάσταση απόλυτης αταξίας, είχε μια εμφανή επίπτωση στις νοητικές συνήθειες. Και τώρα, εδώ, στην εργασία του Shannon, η ίδια αυτή έννοια εμφανίστηκε με μια διαφορετική αμφίεση, μέσα σε ένα νέο πλαίσιο.

Η εξίσωση της εντροπίας του Shannon υποδήλωνε τελικά μια ισχυρή αναλογία ανάμεσα στην ενέργεια και την πληροφορία. Η εντροπία ήταν ο συνδετικός κρίκος. Με τον τρόπο αυτό συνένωνε δύο κόσμους σκέψης, δύο εποχές. Η ενέργεια ήταν το κυρίαρχο θέμα της Βικτωριανής επιστήμης, καθώς οι μηχανές όλο και περισσότερο δάμαζαν τις δυνάμεις της φύσης για να κάνουν τη δουλειά του ανθρώπου. Η ίδια έννοια υπάρχει και στην τέχνη και στη λογοτεχνία της εποχής εκείνης, ιδιαίτερα στα ποιήματα του William Blake. Το ρομαντικό κίνημα ενδιαφερόταν πολύ για την ενέργεια και τις διάφορες μετατροπές της. Τα κατάλοιπα του εμφανίζονται και αργότερα στα έργα του Freud, ο οποίος θεωρούσε τα ένστικτα και τις ανάγκες σαν ριπές ενεργειακών στροβιλισμών μέσα στον εγκέφαλο. Η ατμομηχανή ήταν το έμβλημα της βιομηχανικής επανάστασης, ακριβώς όπως ο ηλεκτρονικός υπολογιστής είναι το έμβλημα της πληροφοριακής επανάστασης. Όσο ανόμοια και αν φαίνονται αυτά τα δύο, στην πραγματικότητα είναι συνδεδεμένα μέσα από τη θεωρία του Shannon.

Οι εργασίες του Shannon εκδοθήκανε πέντε μόνο χρόνια πριν ο James Watson και ο Francis Crick αποκαλύψουν τα μυστικά του DNA στο εργαστήριο Cavendish του Cambridge. Η διπλή έλικα του DNA βρέθηκε ότι αποτελούσε ένα πληροφοριακό σύστημα, όμως οι σημαντικότερες συνέπειες αυτής της ανακάλυψης δεν ερευνήθηκαν επί αρκετά χρόνια. Ο ίδιος ο Shannon, παρ' όλο που προειδοποιούσε με δημοσιεύματα τους εργαζόμενους σε άλλα πεδία να είναι επιφυλακτικοί και να μην εφαρμόζουν τη θεωρία των πληροφοριών αδιακρίτως, παραδέχθηκε ότι η θεωρία θα μπορούσε να έχει μεγάλη σχέση με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα γονίδια και το νευρικό σύστημα και άφησε ανοιχτή μια πιθανότητα ότι «το ανθρώπινο ον δρα σαν ένας ιδανικός αποκωδικοποιητής». Η θεωρία των πληροφοριών διέσχισε καλπάζοντας όλη τη διαδρομή από την ευφορία ως τη διάλυση της μαγείας μέσα στη δεκαετία που ακολούθησε την πρώτη παρουσίαση της. Λίγο μετά τη δημοσίευση των θεωρημάτων του Shannon, το περιοδικό Fortune διατυμπάνιζε:

Οι μεγάλες επιστημονικές θεωρίες, όπως οι μεγάλες συμφωνίες και τα μεγάλα μυθιστορήματα, είναι από τα πιο υπέροχα -και πιο σπάνια- δημιουργήματα του ανθρώπου. Αυτό που τοποθετεί την επιστημονική θεωρία ξεχωριστά και, κατά κάποια έννοια, πιο ψηλά από τα άλλα δημιουργήματα είναι ότι μπορεί να αλλάζει γρήγορα και σε βάθος την άποψη του ανθρώπου για τον κόσμο του. Μέσα στα τελευταία πέντε χρόνια εμφανίστηκε μια καινούργια θεωρία που μοιάζει να φέρει μερικές από τις ίδιες εκείνες σφραγίδες της μεγαλοφυίας.

Αργότερα, σε μια υπερβολική αντίδραση, η θεωρία των πληροφοριών κατατάχθηκε στις αποτυχίες. Ειπώθηκε ότι δεν οδηγούσε σε μεγάλες φωτοχυσίες. Αλλά γύρω στα 1970 άρχισε να ωριμάζει και να κερδίζει σε βάθος ξαναπαίρνοντας αρκετή από την πρωτινή της λάμψη. Την εποχή εκείνη έγιναν οι πιο διεισδυτικές ενδοσκοπήσεις μέσα στη δομή της γενετικής πληροφορίας και έφεραν μαζί τους σημαντικές καινούργιες προοπτικές για την ημιτελή θεωρία της εξέλιξης.

Ο Shannon έχει μια ήρεμη και αυτο-αποδοκιμαζόμενη προσωπικότητα. Είναι μετριόφρων, διστάζει να παρουσιάσει τις ιδέες του στο κοινό και μοιάζει να αδιαφορεί για τα χειροκροτήματα και την αναγνώριση. Είναι τελείως αντιπαραγωγικός. Μερικά από τα έργα του παραμένουν αδημοσίευτα ακόμη και σήμερα, παρ' όλο που οι συνάδελφοι του τον εκλιπαρούσαν να τα γράψει σε δημοσιεύσιμη μορφή. Ο Robert Fano, καθηγητής της ηλεκτρολογίας στο Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Μασσαχουσέττης (ΜΙΤ) έλεγε για τον Shannon:

Υπάρχει ένας σημαντικός όγκος δουλειάς που έγινε στη δεκαετία του πενήντα και που δεν τυπώθηκε ποτέ. Δε θέλει να γράφει κανένας άλλος τις εργασίες του στη θέση του, αλλά δε θέλει ούτε να τις γράφει ο ίδιος. Είναι τόσο απλό και τόσο πολύπλοκο. Δεν απαντάει στα γράμματα. Δεν του αρέσει να διδάσκει. Δεν του αρέσει να δίνει διαλέξεις. Οι διαλέξεις του είναι όμορφες, όλες είναι διαμάντια. Ακούγονται σαν αυθόρμητες αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ πολύ προσεκτικά προετοιμασμένες.

Η ζωή του Shannon

Ο Shannon γεννήθηκε στο Petoskey του Michigan το 1916. Υπήρξε προπτυχιακός σπουδαστής στο Πανεπιστήμιο του Michigan και μεταπτυχιακός σπουδαστής στο ΜΙΤ. Μου είπε ότι η ιδέα να μετρήσει την πληροφορία με μια μορφή εντροπίας του ήρθε στο νου όταν ήταν επιστημονικός συνεργάτης στο Princeton το 1940-41 και σπούδαζε κάτω από την καθοδήγηση του Hermann Weyl, ενός από τους μεγαλύτερους μαθηματικούς και φιλοσόφους της εποχής του. Λίγοι, όμως, από τους επιστήμονες του περιβάλλοντος του Shannon γνώριζαν τις ιδέες που ανέπτυσσε αθόρυβα. Ο J.R. Pierce, ένας ηλεκτρολόγος-μηχανολόγος που είχε στενή σχέση με τον Shannon λίγο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν και οι δυο τους ήταν στα εργαστήρια της Bell Telephone, θυμάται ότι τον είχε ρωτήσει αν είχε αποδείξει τίποτε νέα θεωρήματα και, αν ναι, να τα γράφει σε ένα σημειωματάριο. Ο Pierce είναι σίγουρος ότι το σημειωματάριο, που τώρα έχει χαθεί, περιείχε μερικά θεωρήματα. Έτσι, όταν εμφανίστηκε η θεωρία του Shannon, λέει ο Pierce, «έσκασε σαν βόμβα και μάλιστα σαν βόμβα βραδυφλεγής».

Ένας άλλος συνάδελφος, ο Edward Moore, που τώρα βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο του Wiskonsin, περιέγραφε τον Shannon σαν περφεξιονίστα που δούλευε με πολύ γρήγορο ρυθμό αλλά αρνιόταν να δώσει μια εργασία για δημοσίευση, αν δεν την είχε τελειοποιήσει και γυαλίσει ώσπου να λάμψει όσο γίνεται περισσότερο, «θα μπορούσε να αφήσει μια εργασία του να κάθεται για πέντε χρόνια, νομίζοντας ότι έπρεπε να τη βελτιώσει, αναρωτιόμενος αν είχε κάνει τη σωστή εκλογή μεταβλητών σε αυτήν ή την άλλη εξίσωση», έλεγε ο Moore. «Μετά, ενώ ακόμη σχεδίαζε τις βελτιώσεις, εμφανιζόταν κάποιος άλλος με ένα παρόμοιο αποτέλεσμα, σωστό αλλά τόσο άκομψο, που ο Shannon στη θέση του θα ντρεπόταν για την κακή ποιότητα της δουλειάς».

Καθώς περνούσε ο καιρός, ο Shannon γλιστρούσε ανεπαίσθητα έξω από τον ακαδημαϊκό κόσμο. Δεν αγαπούσε τη ρουτίνα του. «Γύρω στα 1960-61 είχε αρχίσει να χάνεται και τον έβλεπαν όλο και λιγότερο στο γραφείο του», θυμάται ο Fano, που είχε φροντίσει να έρθει ο Shannon στο ΜΙΤ ως επισκέπτης καθηγητής των Επιστημών, το 1956.

Το 1963 δεν εμφανίστηκε σχεδόν καθόλου. Στα τέλη της δεκαετίας του πενήντα άρχισε να παίζει στο χρηματιστήριο. Του κινήθηκε το ενδιαφέρον γι' αυτό, ενώ εργαζόταν πάνω σε ένα σημαντικό επιστημονικό πρόβλημα, το διαμερισμό μιας ανεξάρτητης χρονοσειράς. Ο μέσος όρος των τιμών του χρηματιστηρίου είναι ένα καλό παράδειγμα μιας τέτοιας σειράς, γιατί οι διακυμάνσεις του μέσα στο χρόνο επηρεάζονται από ένα πλήθος διαφορετικών παραγόντων. Ο Shannon προσπάθησε να βρει τεχνικές για να διαχωρίσει τις διάφορες επιρροές και διάλεξε το χρηματιστήριο σαν απεικονιστικό παράδειγμα. Δεν πιστεύω ότι κατέληξε πουθενά ως προς το μαθηματικό πρόβλημα, έμαθε όμως να παίζει καλά στο χρηματιστήριο.

Ο Norbert Wiener

Ένα δεύτερο πρόσωπο, επίσης στο ΜΙΤ, που συνέβαλε ενεργά στη γένεση της θεωρίας των πληροφοριών ήταν τόσο διαφορετικός από τον Shannon, όσο θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Αυτός ήταν ο Norbert Wiener, ένας σπινθηροβόλος και εκκεντρικός χαρακτήρας που διαλαλούσε με φανφάρες τα επιτεύγματα του, που ήταν πράγματι σημαντικά. Ο Shannon είχε παρακολουθήσει μερικά από τα μαθήματα του Wiener στις αρχές της δεκαετίας του 1930.

Το 1947, ένα χρόνο πριν τη δημοσίευση της θεωρίας του Shannon, ο Fano δούλευε για τη διδακτορική του διατριβή στο ΜΙΤ. Πού και πού ο Wiener έμπαινε μέσα στο γραφείο του Fano ρουφώντας το πούρο του και έλεγε. «Η πληροφορία είναι εντροπία». Μετά έκανε μεταβολή και έβγαινε από το δωμάτιο χωρίς άλλη κουβέντα. Στην πραγματικότητα ο Wiener είχε συλλάβει κάτι από τη σχέση ανάμεσα στην πληροφορία και την εντροπία. Πολύς άλλος κόσμος είχε την ίδια γενική ιδέα. Κυκλοφορούσε στον αέρα. Τουλάχιστον μισή ντουζίνα ερευνητικά κέντρα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Αγγλία δούλευαν πάνω στα μαθηματικά της επικοινωνίας και στο διαχωρισμό των μηνυμάτων από το θόρυβο από πς αρχές της δεκαετίας του 1940. Αλλά οι περισσότερες προσπάθειες για την επίλυση αυτών των προβλημάτων ήταν αναμφισβήτητα ad hoc, δεν περιείχαν καμιά ιδέα για το πώς τα διάφορα μέρη του θέματος θα μπορούσαν να ταιριάξουν μεταξύ τους σ' ένα συνεπές σύνολο. Ο Julian Bigelow, ένας συνάδελφος του Wiener στο ΜΙΤ, περιγράφει αυτές τις αναζητήσεις σαν «μαθηματική ξυλουργική», ενώ ο Shannon ήταν μοναδικός και καταλυτικός στην αντίληψη ότι όλα όσα είχαν θεωρηθεί μέχρι τη στιγμή εκείνη σαν μια συλλογή από ξεχωριστά θέματα περιλάμβαναν στην πραγματικότητα «διαφορετικές όψεις μιας νέας και αναδυόμενης επιστήμης».

Ο Wiener έγραφε μια ανασκόπηση των εργασιών του Shannon αλλά στην ανασκόπηση του έδειξε μια περίεργη έλλειψη κατανόησης για τα επιτεύγματα του Shannon. Αυτή η φαινομενική βραδύνοια μπορεί να είχε σχέση με την ασυνήθιστη και ιδιαίτερα εγωκεντρική προσωπικότητα του Wiener.

Η κόρη του, τώρα Κα Barbara Raisbeck, θυμάται ότι ο Wiener απέφευγε συνήθως να διαβάζει τα έργα των αντιπάλων του μαθηματικών. «Ήταν πολύ ματαιόδοξος και πολύ πολύπλοκος άνθρωπος και δούλευε καλύτερα μόνος του», έλεγε η Κα Raisbeck. «Είχε την αίσθηση ότι, αν δεν έδινε σημασία στους ανταγωνιστές του, αυτοί απλούστατα θα εξαφανίζονταν. Επιπλέον φοβόταν μήπως χρησιμοποιήσει τις ιδέες των άλλων από απροσεξία». Ο Gordon Raisbeck, γαμπρός του Wiener, πιστεύει ότι ο Wiener είχε διαβάσει και καταλάβει τα αποτελέσματα του Shannon αλλά προσποιούταν ότι δεν τα καταλάβαινε. «Το να τα καταλάβει θα σήμαινε και την παραδοχή του ότι δεν τα είχε ανακαλύψει ο ίδιος», έλεγε ο Raisbeck. «Ο Norbert Wiener δεν ήθελε να παραδεχτεί κάτι τέτοιο. Τον άκουσα πολλές φορές να δίνει διαλέξεις πάνω στη θεωρία των πληροφοριών χωρίς να αναφέρει καθόλου τον Shannon, κάτι που ήταν πραγματικό κατόρθωμα».

Ο Wiener είχε πολύ βοηθήσει τον Shannon στα χρόνια του πολέμου στο ΜΙΤ, όταν και οι δύο δούλευαν σε στρατιωτικά προγράμματα, και ο Shannon είχε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για τη στατιστική θερμοδυναμική. Όμως ο Julian Bigelow, που βρισκόταν κοντά στον Wiener την εποχή εκείνη, μου έλεγε: «είμαι απόλυτα βέβαιος ότι ο Wiener δεν είχε συνειδητοποιήσει τελείως, όπως ο Shannon, την ανάγκη για μια καταληπτή θεωρία της επικοινωνίας, ούτε το γεγονός ότι αυτή ήταν έτοιμη να γεννηθεί έτσι κι αλλιώς, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο».

Ο Wiener είναι περισσότερο γνωστός ως ιδρυτής της Κυβερνητικής, μιας εξαιρετικά πλατιάς επιστήμης που περιλαμβάνει τη θεωρία των πληροφοριών σαν ένα από πολλά συμπληρωματικά σύνολα ιδεών. Η Κυβερνητική είναι η επιστήμη της διατήρησης της τάξης μέσα σ' ένα σύστημα, είτε το σύστημα αυτό είναι φυσικό, είτε είναι τεχνητό. Αφού όλα τα πράγματα στον κόσμο έχουν την τάση να γίνονται εντροπικά, ακατάστατα, οι άτακτες αποκλίσεις τους από την τάξη πρέπει να διορθώνονται συνέχεια. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση πληροφοριών σχετικά με τη συμπεριφορά του συστήματος, έτσι ώστε να του επιβάλλεται μια διαφορετική, τακτικότερη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό το σύστημα διατηρείται στην κανονική πορεία του. Ο όρος Κυβερνητική προέρχεται από την ελληνική λέξη κυβερνήτης και περιέχει την έννοια της σταθερότητας, της αδιάκοπης και σωστής λειτουργίας. Η αρρώστια είναι εντροπική, ακανόνιστη, ένα λάθος στο σύστημα των ζώντων οργανισμών, ενώ η θεραπεία είναι κυβερνητική, γιατί επαναφέρει το σώμα στην αρχική του κατάσταση, διορθώνοντας το λάθος. Η φυσική επιλογή είναι επίσης κυβερνητική, γιατί απορρίπτει τις γενετικές μεταλλάξεις που αποκλίνουν από τον κανόνα με ανεπιθύμητους τρόπους. Ο Wiener έβλεπε την κοινωνία των ανθρώπων σαν ένα αυτορυθμιζόμενο σύστημα, που διατηρείται στην τάξη με τον κυβερνητικό μηχανισμό των νόμων της.

Η Κυβερνητική ενισχύει τη συνέπεια. Επιτρέπει μεταβολές, αλλά οι μεταβολές πρέπει να είναι τακτικές και να υπακούουν στους κανόνες. Είναι μία παγκόσμια αρχή ελέγχου που μπορεί να εφαρμοστεί στις επικοινωνίες όλων των ειδών. Δεν έχει σημασία αν το σύστημα είναι ηλεκτρικό, χημικό, μηχανικό, βιολογικό ή οικονομικό.

Η ιδιοσυγκρασία του Wiener ήταν τελείως διαφορετική από τον γεμάτο ενδοιασμούς και μετρημένο Shannon. Ήταν ένας φιλόδοξος, χαριτωμένα αυτοπροβαλλόμενος μαθηματικός με παγκόσμιο ανάστημα, την εποχή που η Αμερική είχε καταφανή έλλειψη από τέτοιες γηγενείς διασημότητες. Υπήρξε ένα παιδί θαύμα και η πρόωρη διανοητική του ανάπτυξη είχε αφήσει μια αποφασιστική σφραγίδα πάνω στην προσωπικότητα του. Ζούσε σε μια κατάσταση πασίγνωστης ανασφάλειας ως προς την πρόοδο του ταλέντου του μέρα με την ημέρα και ζητούσε συνεχώς επιβεβαίωση από τους συναδέλφους του. Αδέξιος από τη φύση του, σε σημείο που ακόμη και το γράψιμο ήταν γι' αυτόν μπελάς, νευρωτικός, υπεροπτικός, κακός ακροατής, κάτοχος πολλών γλωσσών -αν και ήταν δύσκολο να τον παρακολουθήσει κανείς όποια σχεδόν γλώσσα και αν μιλούσε- αφόρητος διοικητικός κατά δική του ομολογία, ο Wiener ήταν παρ' όλα αυτά ένας εξαιρετικά ικανός μαθηματικός, ένας από τους καλύτερους που γέννησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Χάρισε δόξα στο Τμήμα Μαθηματικών του ΜΙΤ, που δεν ήταν τίποτε παραπάνω από μέτριο την εποχή που εκείνος έγινε μέλος του.

Σαν παιδί ο Wiener είχε προγυμναστεί από τον πατέρα του, τον Leo Wiener, έναν κάτοχο των Σλαβικών γλωσσών, ικανό για υπεράνθρωπα νοητικά επιτεύγματα, που απαιτούσε τα ίδια από το γιο του. Ύστερα από πολλές ώρες μελέτης ο νεαρός Wiener έπρεπε να δουλέψει στον οικογενειακό λαχανόκηπο, ενώ ο πατέρας του περπατούσε πάνω κάτω διαβάζοντας δυνατά Τολστόι, επιλέγοντας φράσεις που επαινούσαν τα αποτελέσματα της σκληρής χειρωνακτικής εργασίας.

Ο Wiener έπεσε με τα μούτρα στα επιστημονικά αναγνώσματα από την ηλικία των τεσσάρων χρόνων, είχε αποφοιτήσει στα δέκα, πήρε το πτυχίο του στα δεκαπέντε, συνέχισε με σπουδές Φιλοσοφίας στο Cornell και στην ηλικία των δεκαοκτώ είχε τελειώσει μια διδακτορική διατριβή πάνω στη σχέση ανάμεσα στα Μαθηματικά και τη Φιλοσοφία. Μετά πήρε μια υποτροφία για το Cambridge, όπου σπούδασε κοντά στον Bertrand Russel και τον G. H. Hardy, τον θεωρητικό των αριθμών.

Στο Cambridge ο Wiener βρέθηκε κάτω από την επίδραση του Hardy σε ορισμένα θέματα, όχι όμως σε όλα. Τα ερωτήματα στα οποία διαφωνούσαν είναι ίσως πιο ενδιαφέροντα από εκείνα στα οποία συμφωνούσαν. Ο Hardy πίστευε με πάθος στην καθαρότητα των Μαθηματικών. Υποστήριζε την άποψη ότι μια μαθηματική εξίσωση έχει περισσότερες πιθανότητες να είναι σωστή, αν είναι ωραία και είναι με βεβαιότητα σχεδόν λάθος, αν είναι άσχημη. Η ιδέα ότι τα Μαθηματικά θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται για υλικούς σκοπούς ήταν προσβλητική για τον Hardy. Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν πίστευε ότι τέτοιοι σκοποί μπορούσαν καν να υπάρξουν. Αναρωτιόταν αν οι ισχυρισμοί του Wiener, ότι τα προβλήματα της Φυσικής του είχαν εμπνεύσει μερικές από τις καλύτερες του μαθηματικές εργασίες, δεν ήταν απλώς μια προσποίηση. Πράγματι ο Wiener πίστευε ότι η άρνηση του Hardy να πάρει μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ξεκινούσε εν μέρει από τα συναισθήματα αποστροφής για τη μιζέρια που προκαλούσε αυτός ο πόλεμος. Ένα άλλο κίνητρο, ίσως αδιαχώριστο από το πρώτο, ήταν η απέχθεια για την παραποίηση της ομορφιάς των Μαθηματικών από τον πόλεμο για στρατιωτικούς σκοπούς.

Ο Wiener δεν συμμεριζόταν αυτή την σχολαστική αντίληψη, ότι δηλαδή τα Μαθηματικά υπάρχουν για χάρη του ίδιου του ενάρετου εαυτού τους. Κατηγορούσε τη σύγχρονη τάση για διαίρεση της γνώσης σε δυο ξεχωριστά φέουδα, το καθένα με το δικό του γλωσσάρι και κηρυγμένο απαγορευμένη περιοχή για τους επιστήμονες άλλων πεδίων, θεωρούσε τον Leibniz, που έζησε τον δέκατο έβδομο και στην αρχή του δέκατου όγδοου αιώνα, ως τον τελευταίο άνθρωπο που είχε τον έλεγχο όλων των σημαντικών ιδεών της εποχής του. Ο ίδιος ο Wiener αισθανόταν πολύ έντονα ότι η αφηρημένη δύναμη των Μαθηματικών - και αυτός ήταν η πεμπτουσία του καθαρού μαθηματικού σε όλα τα θέματα της τεχνικής - θα έπρεπε να αγγίζει τον αληθινό κόσμο των γεγονότων και των ζωντανών αντικειμένων. Στο Cambridge ο Russel του έβαλε την ιδέα ότι ένας μαθηματικός πρέπει να έχει μια οξεία φυσική αντίληψη, και στο Goettingen ο θαυμασμός του Wiener για τον David Hilbert, ένα γίγαντα των γερμανικών Μαθηματικών στις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, οφειλόταν εν μέρει στην προσγειωμένη ιδιοσυγκρασία του Hilbert.

Ο Wiener είχε πολύ πλατιά πνευματικά ενδιαφέροντα. Είχε δουλέψει σαν μεροκαματιάρης συγγραφέας για την Encyclopedia Americana και υπήρξε δημοσιογράφος στο παλιό Boston Herald, όπου άντεξε μόνο μερικούς μήνες. Είχε ακόμη γράφει ένα μυθιστόρημα, The Tempter. Η βιολογία ήταν ένα από τα πρώτα ενδιαφέροντά του και στα Μαθηματικά υπήρξε μάλλον μια ώριμη άνθηση παρά ένα πραγματικό παιδί-θαύμα. Ήταν ένας εξαιρετικά ανεξάρτητος και εκλεκτικός διανοούμενος που έβρισκε τη θρησκευτική ορθοδοξία και τον πολιτικό ολοκληρωτισμό εξίσου απεχθείς. Όταν άρχισε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος στην Ευρώπη, εξαιτίας της μυωπίας του και της γενικής φυσικής του κατάστασης αποκλείστηκε από τη στρατιωτική θητεία, εκείνος όμως αναζήτησε τρόπους για να φανεί χρήσιμος στην πολεμική προσπάθεια μέσα από την έρευνα. Κατάφερε να εξασφαλίσει μια μικρή επιχορήγηση για να εργαστεί πάνω σε έναν τρόπο ελέγχου των αντιαεροπορικών πυρών και μετά για ένα στρατιωτικό ερευνητικό πρόγραμμα υψίστης σημασίας.

Τον καιρό εκείνο τα διαθέσιμα όπλα ήταν σχεδόν ανίσχυρα απέναντι στα γερμανικά βομβαρδιστικά, που πετούσαν ψηλότερα και γρηγορότερα από εκείνα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Τον Οκτώβριο του 1940, τρεις μήνες από τότε που άρχισε ο βομβαρδισμός της Αγγλίας, υπολογίσανε ότι είχαν ριχτεί περισσότερες από 10.000 βολές από αντιαεροπορικά όπλα των τριών ιντσών για κάθε αεροπλάνο που είχε καταρριφθεί πάνω από το Λονδίνο. Εκείνο τον καιρό, ενώ τα βρεταννικά όπλα σκόρπιζαν τα πυρά τους σχεδόν στην τύχη πάνω στους εισβολείς, το εργαστήριο Βell έριξε μια ιδέα που είχε δει στο όνειρο του ένας από τους ερευνητές του: ένα ηλεκτρονικό στόχαστρο που θα υπολόγιζε και θα προέβλεπε τη θέση του αεροπλάνου μερικά δευτερόλεπτα μετά την εκπυρσοκρότηση του όπλου. Ξεκίνησε μια εντατική ερευνητική προσπάθεια με τη χρησιμοποίηση επιστημόνων από τα Bell laboratories και το ΜΙΤ, όπου βρισκόταν τότε και ο Wiener, για τη σχεδίαση αυτόματων διατάξεων που θα μπορούσαν να ανιχνεύσουν ένα αεροπλάνο, να υπολογίσουν τη θέση, τη διεύθυνση και την ταχύτητα του και να προβλέπουν πού θα βρίσκεται όταν το αντιαεροπορικό βλήμα θα έχει διασχίσει την απόσταση από το όπλο ως το στόχο.

Το πρόβλημα του να πετύχει κανείς ένα μακρινό, ιδιότροπα κινούμενο αεροπλάνο ήταν απόλυτα οικείο σε οποιονδήποτε χαρτοπαίκτη: πώς να κάνει κανείς κερδοφόρες επιλογές σε περιπτώσεις που είναι τόσο προσεκτικά διευθετημένες ώστε να είναι απρόβλεπτες. Τα αγγλικά πληρώματα που προσπαθούσαν να καταρρίψουν τα γερμανικά βομβαρδιστικά δαιμονίζονταν από δύο τουλάχιστον αιτίες αβεβαιότητας. Για να ρίξουν μια βολή δεν ήταν αρκετό να σκοπεύσουν απλώς απευθείας το εχθρικό αεροπλάνο. Εφόσον ο στόχος κινείτο στον ουρανό με ταχύτητα περίπου ίση με εκείνην του αντιαεροπορικού βλήματος, τα πληρώματα έπρεπε να σκοπεύουν μπροστά από το αεροπλάνο σε μια απόσταση τριάντα φορές περίπου το μήκος του αεροπλάνου. Για να βρει ο πύραυλος το στόχο του με τη χρησιμοποίηση αυτής της νέας διάταξης, το σήμα του ραντάρ θα έπρεπε να φτάσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια και η πτήση του βομβαρδιστικού θα έπρεπε να είναι όσο γίνεται πιο προβλέψιμη. Όμως στην οθόνη ενός ραντάρ τα στίγματα που ανιχνεύουν την πορεία ενός αεροπλάνου παραμορφώνονται από τυχαίες ηλεκτρικές παρεμβολές στην ατμόσφαιρα και ο πιλότος του αεροπλάνου βάζει φυσικά όλα του τα δυνατά για να μπερδέψει τα πληρώματα των αντιαεροπορικών πετώντας όσο πιο ιδιόμορφα και απρόβλεπτα μπορεί.

Η επιστήμη της Κυβερνητικής

Σε αυτή την πολεμική δραστηριότητα ο Norbert Wiener αφιέρωσε όλη του την έντονη νευρωτική ενέργεια και συνένωσε όλα τα νήματα ενός έργου ζωής στις αλληλένδετες έννοιες της πιθανότητας, της αβεβαιότητας και εκείνου που αποκάλεσε «υπέρτατο πεπρωμένο των Μαθηματικών, την ανακάλυψη της τάξης μέσα στην αταξία». Η ατελής κατάσταση της τεχνικής του ραντάρ στην αρχή του πολέμου επέβαλε στους επιστήμονες την αποστολή να διαχωρίσουν το συστηματικό μήνυμα από την αταξία της ανεπιθύμητης ηλεκτρικής παρεμβολής, το «θόρυβο». Στη γλώσσα της επικοινωνίας ο θόρυβος είναι οτιδήποτε αλλοιώνει την ακεραιότητα ενός μηνύματος: ο ατμοσφαιρικός στατικός ηλεκτρισμός σε ένα ραδιόφωνο, η παραποίηση σε ένα τυπωμένο κείμενο, η παραμόρφωση της εικόνας στην οθόνη της τηλεόρασης. Όταν ένα σήμα που ξεκινάει από τη γη ανακλάται πάνω σε ένα εχθρικό αεροπλάνο στον ουρανό, διαχέεται και ξαναγυρίζει στη γη σε πολύ ασθενέστερη μορφή. Όσο ασθενέστερο γίνεται, τόσο περισσότερο αλλοιώνεται από τον άτακτο θόρυβο της ατμόσφαιρας και των κυκλωμάτων του ίδιου του δέκτη του ραντάρ.

Ο Wiener είχε κάνει μια ειδική μελέτη της τυχαίας συμπεριφοράς στα νεανικά του χρόνια στο Cambridge, όταν ο Bertrand Russel του είχε υποδείξει μερικές εργασίες του Einstein, μεταξύ των οποίων και μία πάνω στην κίνηση Brown. Αυτή η εργασία άνοιγε μια προοπτική σε νέες ιδέες που ο Wiener βρήκε ιδιαίτερα του γούστου του. Αργότερα έγραφε ότι «έμοιαζαν να βρίσκονται σε αρμονία με μια βασική όψη της δικής μου προσωπικότητας». Η κίνηση Brown πήρε το όνομα της από έναν βοτανολόγο του δέκατου όγδοου αιώνα, τον Robert Brown ο οποίος, ενώ περιεργαζόταν στο μικροσκόπιο αιωρήματα κόκκων γύρης μέσα σε νερό, παρατήρησε ότι οι κόκκοι δεν έμεναν ακίνητοι αλλά αναπηδούσαν συνέχεια μπρος-πίσω σ' ένα είδος χορού. Όσο πιο ζεστό ήταν το νερό, τόσο πιο γρήγορα χόρευαν οι κόκκοι της γύρης, αλλά δεν μπορούσε κανείς να προβλέπει ποια τροχιά θα χάραζε ένας κόκκος μέσα στο χώρο. Έμοιαζαν να κινούνται με την ίδια πιθανότητα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Ο Einstein έδειξε ότι στην κίνηση Brown οι κόκκοι της γύρης στην πραγματικότητα γρονθοκοπούνται από αναρίθμητα αόρατα μόρια νερού. Ένας κόκκος σπρώχνεται προς μια κατεύθυνση, όχι κατευθείαν με ένα μόνο χτύπημα αλλά έμμεσα, σαν αποτέλεσμα της διαφοράς του αριθμού των κτυπημάτων που δέχεται πάνω στα διάφορα μέρη της επιφάνειας του.

Ο Einstein ανακάλυψε ότι η κίνηση Brown συναντάται κατά γενικό κανόνα στη φύση. Τα Μαθηματικά της δεν βασίζονται στην απλή λογική του αίτιου και αιτιατού αλλά στην τύχη και τη στατιστική. Εκεί βρισκόταν και η γοητεία της για τους επιστήμονες του εικοστού αιώνα, ακόμη και για κάποιον που, σαν τον Brown, πίστευε ότι ο θεός δεν παίζει ζάρια με το σύμπαν.

Ο Wiener δεν είχε ενδοιασμούς σχετικά με την ιδέα μιας θεότητας που παίζει ζάρια. Από τα μεγαλοφυή παιδικά του χρόνια ήταν φιλύποπτος απέναντι σε οποιοδήποτε φορμαλισμό που μύριζε βεβαιότητα, πληρότητα ή αιτιότητα. Πράγματι στα δέκα του χρόνια έγραψε ένα φιλοσοφικό δοκίμιο πάνω στη θεωρία της Αγνοίας, βασισμένο πάνω στην πεποίθηση ότι κανένας μηχανισμός τόσο ανακριβής όσο ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να επινοήσει μια θεωρία που να είναι τόσο τέλεια και πλήρης ώστε να μην αφήνει περιθώρια για αλλαγές. Καθώς επεκτείνονταν οι μαθηματικοί του ορίζοντες έφτασε κάποτε να συνειδητοποιήσει ότι η δύναμη να δημιουργεί κανείς κάτι καινούργιο από κάτι παλιό δεν μπορεί να υπάρξει, με τη σωστή έννοια, μέσα σε έναν κόσμο όπου το κάθε τι είναι αναγκαίο και τίποτε δεν είναι αβέβαιο.

Ο Wiener αναγνώριζε, όπως και οι άλλοι επιστήμονες της ίδιας περιόδου, ότι ο θόρυβος σε ένα δέκτη ραντάρ, που προκαλείται από τον άτακτο συνωστισμό ή την αραίωση ενός πλήθους ηλεκτρονίων καθώς τρέχουν μέσα στα σύρματα, είναι παρόμοιος με την κίνηση Brown και υπόκειται στο ίδιο είδος μαθηματικής επεξεργασίας. Πολύ πιο ενδιαφέρουσα ήταν η συνειδητοποίηση ότι η αποστολή και η λήψη μηνυμάτων έχει πάρα πολλά κοινά με την κίνηση Brown. Μπορεί να φαίνεται τεράστιο το άλμα από τους κόκκους της γύρης του δέκατου όγδοου αιώνα στην επικοινωνία του αιώνα των υπολογιστών, αλλά η σύνδεση είναι ολοφάνερη και η επίγνωση αυτή έχει σημαντικές συνέπειες. Ο κρίκος που συνδέει τις δύο έννοιες είναι η Στατιστική, ένας κλάδος της θεωρίας των πιθανοτήτων, η κεντρική αρχή που βρίσκεται πίσω από μερικές από τις βαθύτερες ανακαλύψεις της σύγχρονης Φυσικής.

Ένα μήνυμα, όπως και η τροχιά ενός κόκκου γύρης, είναι μια αλληλουχία γεγονότων διασπαρμένων στο χρόνο. Τα γεγονότα αυτά δεν είναι τελείως γνωστά από πριν. Η τιμή μιας μετοχής, που ανεβοκατεβαίνει στη διάρκεια των συναλλαγών μέσα σε μια μέρα στο χρηματιστήριο, αποτελεί μια σειρά του ίδιου είδους. Οι μαθηματικοί ονομάζουν τις σειρές αυτές στοχαστικές από την ελληνική λέξη στόχος, μάντεμα. Οι σειρές δεν είναι πάντα τελείως απρόβλεπτες, αλλά μπορούν να περιέχουν ένα στοιχείο άγνωστο. Κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει απλώς μια μετοχή της ΙΒΜ και να προβλέψει κατηγορηματικά πόσο θα πουλιέται ύστερα από δύο ώρες, μπορεί όμως να κάνει μια πληροφορημένη πρόβλεψη. Με τον ίδιο περίπου τρόπο μια φράση του πεζού λόγου είναι μια σειρά από γράμματα και λέξεις που υπακούουν σε ορισμένους στατιστικούς κανόνες. Υπάρχει μια εσωτερική συνέπεια έτσι που, για κάποιον που γνωρίζει τους κανόνες, η αλληλουχία δεν είναι απόλυτα απρόβλεπτη. Αν δοθεί η μισή φράση, μπορεί κανείς να προβλέπει την άλλη μισή ή να πλησιάσει αρκετά κοντά ή τουλάχιστον να προβλέψει το επόμενο γράμμα. Όμως όλη η ιδέα σε ένα μήνυμα, όλη η ιδέα στη συγγραφή της επόμενης φράσης ενός βιβλίου, είναι ότι θα πρέπει να περιέχει κάτι καινούργιο, κάτι το απροσδόκητο. Αλλιώς δεν θα υπήρχε καν λόγος να γραφτεί.

Μόνον η πιθανή πορεία ενός κόκκου γύρης αιωρούμενου μέσα στο νερό, μόνον οι πιθανές διακυμάνσεις στην τιμή μιας μετοχής της ΙΒΜ, μόνον οι πιθανές διατάξεις των γραμμάτων και των λέξεων σε μια τυπωμένη σελίδα μπορούν να προβλεφθούν. Όταν ένας μαθηματικός κάνει μια τέτοια πρόβλεψη, δε θεωρεί ένα μοναδικό μέλλον, αλλά ένα πλήθος από ταυτόχρονα μέλλοντα, που όλα μαζί μπορούμε να πούμε ότι συνυπάρχουν με μια αφηρημένη έννοια. Η Στατιστική δεν μπορεί να κάνει τίποτε με ένα μόνο μέρος των δεδομένων. Ένα απομονωμένο γεγονός δεν έχει κανένα νόημα. Πρέπει να αποτελεί μέρος ενός διαγράμματος από πολλά δυνατά γεγονότα, το καθένα από τα οποία έχει μια ορισμένη πιθανότητα να πραγματοποιηθεί.

Στη Μηχανική του Νεύτωνα βασίλευε η απόλυτη αιτιοκρατία. Πίστευαν ότι, αν γνωρίζουμε με απόλυτη ακρίβεια τι κάνει ένα αντικείμενο τώρα, μπορούμε να προβλέψουμε ακριβώς τι θα κάνει οποιαδήποτε μελλοντική χρονική στιγμή. Ο Wiener πίστευε ακράδαντα ότι ένας επιστήμονας δεν μπορεί ποτέ να έχει πλήρη γνώση για το τι κάνει ένα τμήμα του σύμπαντος τη στιγμή που το κοιτάμε. Επομένως δεν έχουμε καμιά ελπίδα να γνωρίζουμε με βεβαιότητα και με λεπτομέρειες ποιο θα είναι το μέλλον του. Ο επιστήμονας πρέπει να προσπαθήσει να υπερνικήσει την αβεβαιότητα ως προς το μέλλον θεωρώντας μια ομάδα από διάφορα ενδεχόμενα και προσδίδοντας μια κατάλληλη πιθανότητα σε κάθε ενδεχόμενο. Τότε μπορεί να πει τι θα μπορούσε να συμβεί κάτω από αυτό ή το άλλο σύνολο συνθηκών.

Για να προβλέψει κανείς πού θα βρίσκεται ένα γερμανικό αεροπλάνο ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, έτσι ώστε να μπορέσουν τα βομβαρδιστικά πληρώματα να το σκοπεύσουν από πριν και να χτυπήσουν το στόχο, θα πρέπει να λύσει ένα πρόβλημα Στατιστικής. Η πιθανή πορεία του αεροπλάνου είναι μια από τις πολλές δυνατές πορείες. Ο διαχωρισμός των μηνυμάτων από το θόρυβο επιτυγχάνεται επίσης με τρόπο στατιστικό. Τα μηνύματα ακολουθούν κάποιο ορισμένο πρότυπο και τα πρότυπα αλλάζουν με έναν τρόπο που καθορίζεται εν μέρει, αλλά μόνον εν μέρει, από την προϊστορία τους.

Αυτό αποτέλεσε μια καθαρή ρήξη με την αιτιοκρατία. Για την εποχή εκείνη ήταν μια εκπληκτική ανακάλυψη. Με μια ευρύτερη έννοια βοήθησε στην εδραίωση του εννοιολογικού πλαισίου της νέας θεωρίας των πληροφοριών που εισέβαλε στο προσκήνιο τρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Η κλασική θεωρία της επικοινωνίας, που είχε αρχίσει να υπονομεύεται γύρω στα 1920, ήταν αιτιοκρατική, Νευτωνική. Επεξεργαζόταν τα μηνύματα σαν απλά γεγονότα. Ο Wiener, σαν τον Shannon, έσπασε αποφασιστικά τις αλυσίδες αυτού του παλιού τρόπου σκέψης. Αναγνώρισε ότι δεν έχει κανένα νόημα να μιλάμε για ένα συγκεκριμένο στοιχείο πληροφορίας - ένα σήμα, ένα γράμμα σε μια σελίδα, ένα στίγμα στην οθόνη του ραντάρ. Σε μια συνηθισμένη συνομιλία μεταφέρεται πληροφορία όταν ο ομιλητής λέει κάτι που μεταβάλλει τη γνώση του ακροατή. Αυτό σημαίνει ότι ο ακροατής βρίσκεται σε μια κατάσταση αβεβαιότητας σχετικά με το μήνυμα που θα ακούσει. Λέμε αβεβαιότητα και όχι απόλυτη άγνοια, γιατί ξέρει τουλάχιστον ότι το μήνυμα θα είναι ένα από μια σειρά δυνατών μηνυμάτων. Μπορεί να είναι πάρα πολύ απίθανο και επομένως πολύ δύσκολο να προβλεφθεί ή να είναι εξαιρετικά πιθανό, οπότε ο ακροατής θα μπορούσε να το προβλέψει με ευκολία. Πάντως το μήνυμα δε θα είναι αδύνατο, με την έννοια ότι θα παραβιάζει κατάφωρα τους γραμματικούς κανόνες ή το νόημα. Αλλιώς δε θα μπορούσε καν να ονομαστεί πληροφορία. Μέσα στο μυαλό του ακροατή, όπως και στα διαγράμματα και τους πίνακες του στατιστικολόγου, υπάρχει ένα πλήθος από δυνατότητες ή ενδεχόμενα, μερικά πιο πιθανά από τα άλλα. Όταν ο ομιλητής στέλνει το μήνυμα του, πραγματοποιεί μια από αυτές τις πιθανότητες, αποκλείοντας τις άλλες και διαλύοντας την αβεβαιότητα του ακροατή.

Πρέπει όμως να σημειώσουμε προσεκτικά το γεγονός ότι μεγαλύτερη ποσότητα αβεβαιότητας διαλύεται, αν εκλέξουμε το μήνυμα μέσα από μια μεγάλη σειρά πιθανών μηνυμάτων και αν επιπλέον πρόκειται για ένα πάρα πολύ απίθανο μήνυμα. Για το λόγο αυτό ένα μήνυμα θα πρέπει να εξετάζεται όχι μονωμένα, αλλά σε σχέση με όλα τα δυνατά μηνύματα, ακριβώς όπως η πορεία ενός αεροπλάνου αποτελεί μέρος ενός διαγράμματος που περιλαμβάνει όλες τις δυνατές πορείες. Αυτό είναι ένα σημείο κεντρικής σημασίας στη θεωρία των πληροφοριών, στατιστικό ως το μεδούλι του. Οι αυθεντίες στα αστυνομικά μυθιστορήματα, για να δώσουμε ένα άλλο παράδειγμα, κοπιάζουν για να εξασφαλίσουν ότι η αβεβαιότητα του αναγνώστη θα διατηρηθεί ως την ύστατη στιγμή όπου, όταν τελικά ξεσκεπαστεί ο κακός, αποδεικνύεται ότι ναι μεν ήταν ένας δυνατός ύποπτος αλλά ήταν και εξαιρετικά απίθανος.

Ο Wiener εργάστηκε πάνω στο πρόβλημα της πρόβλεψης σαν να κρεμόταν η μοίρα ολόκληρου του πολέμου από την επιτυχία του. Κατάπινε χάπια βενζιδρίνης για να κρατηθεί ξύπνιος στις μαραθώνιες ολονύχτιες συζητήσεις και μετά τον έπιανε πανικός για τις πιθανές επιδράσεις μιας τέτοιας εξαντλητικής προσπάθειας πάνω στην ήδη σοβαρά περιορισμένη ικανότητα του να κρατήσει στρατιωτικά μυστικά. (Ολόκληρο το πρόγραμμα ελέγχου των αντιαεροπορικών πυρών ήταν εξαιρετικά απόρρητο). Υπάρχει μαρτυρία ότι άλλοι ερευνητές της εποχής του πολέμου, πιο κοντά στον πυρετό της μάχης, διασκέδαζαν με την τόσο μεγάλη ιδέα που είχε ο Wiener για τη σημασία του ρόλου του. Ο Edward Poitras ένα από τα τέσσερα μέλη της επιτροπής που κατηύθυνε την έρευνα αυτού του προγράμματος, θυμάται ότι ο Wiener έφτασε στο σημείο να πάει στο πεδίο βολής στο Φρούριο Μονρόε στη Βιργινία για να «αποκτήσει την αίσθηση» των πυροβόλων όταν τα πυροδοτούσαν. Ο Poitras δε θεωρούσε αυτές τις επισκέψεις και πάρα πολύ σοβαρές. «Περιφέραμε τον Wiener ειρωνικά, κρατώντας τον από το χέρι, σαν να ήτανε παιδάκι», έλεγε. «Ήταν πολύ παράξενος χαρακτήρας. Η σχέση του με τον έλεγχο των πυρών ήταν στην πραγματικότητα τελείως ασήμαντη και περιφερειακή».

Ο Wiener εξέθεσε τις ιδέες του σε μια απόρρητη πολεμική αναφορά προς την Επιτροπή Ερεύνης Εθνικής Αμύνης, που αργότερα κυκλοφόρησε και μεταξύ των συναδέλφων του. Η αναφορά αυτή έγινε γνωστή στους κύκλους της ελίτ σαν Κίτρινος Κίνδυνος, εξαιτίας του χρώματος του εξωφύλλου του και της τρομακτικής δυσκολίας του περιεχομένου της. Η τεχνική του Wiener ήταν τόσο περίπλοκη, ώστε ένα μεγάλο μέρος της αναφοράς ήταν ακατάληπτο ακόμη και για τους πιο εξελιγμένους τεχνικούς.

Ο Κίτρινος Κίνδυνος, που στην πραγματικότητα είχε γραφτεί από τον Julian Bigelow από τις σημειώσεις που κρατούσε ο Wiener πάνω στον πίνακα του Δωματίου 2-224 στο ΜΙΤ, ήταν μια σπουδαία συμβολή σε μια σημαντική όψη της θεωρίας των πληροφοριών. Ο Wiener παρ' όλα αυτά δε θεωρούσε τη δουλειά του σαν μια θεωρία της επικοινωνίας.

Η σύνδεση με τη θεωρία των πληροφοριών ήταν περισσότερο σιωπηρή στον Κίτρινο Κίνδυνο παρά σαφής. «Ο Wiener δεν έγινε ποτέ τόσο άμεσα εμπειρικός, ώστε να συζητήσει τέτοια ερωτήματα όπως "χωρητικότητα διώρυγας", "εντροπία πηγής" ή "κωδικοποίηση μηνύματος", οντότητες πάνω στις οποίες οικοδόμησε ο Shannon τη θεωρία του», λέει ο Bigelow. «Οι έννοιες του Wiener ήταν η "κίνηση Brown", "ασυνεχές χάος" και "γραμμικοί τελεστές". Ήταν πιο κατανοητές για τους μαθηματικούς παρά για τους επιστήμονες των επικοινωνιών της εποχής εκείνης. Δύο ή τρεις δεκαετίες αργότερα συνειδητοποιήθηκε ότι η δουλειά του Wiener σχετιζόταν με μια σημαντική άποψη της θεωρίας των επικοινωνιών, αλλά οι έννοιες του ήταν κατά κάποιο τρόπο συγκαλυμμένες από την ανάγκη του Wiener να τις εκφράσει με μαθηματική μορφή ελάχιστα συσχετισμένη με τις εφαρμογές».

Όπως και νάναι η αμερικανικής σχεδιάσεως ηλεκτρική διάταξη προσδιορισμού της μελλοντικής θέσης του στόχου για τις αντιαεροπορικές βολές, μπήκε σε λειτουργία στην ανατολική ακτή της Αγγλίας τον Αύγουστο του 1944, λιγότερο από δύο μήνες μετά την εμφάνιση στον ουρανό του πρώτου κύματος γερμανικών ιπταμένων βομβών. Επέφεραν μια εκπληκτική βελτίωση στην ακρίβεια. Πριν την εγκατάσταση τους μόνο τα 10 τοις εκατό των πυραύλων VI καταρρίπτονταν από τη γη. Μετά, τα 50 τοις εκατό καταστρέφονταν. Το πόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε ο Wiener σ' αυτή την πρακτική επιτυχία σηκώνει συζήτηση, είχε πάντως φτάσει στο συμπέρασμα πολύ νωρίτερα μέσα από τις έρευνες του ότι ένα παράθυρο είχε ανοιχτεί σε ένα καινούργιο διανοητικό τοπίο. «Ήταν ξεκάθαρο για μένα, σχεδόν από την αρχή», έγραφε στα απομνημονεύματα του, «ότι αυτές οι νέες έννοιες επικοινωνίας και ελέγχου εμπεριέχουν μια νέα ερμηνεία του ανθρώπου, της γνώσης του ανθρώπου για το σύμπαν και την κοινωνία».

H θεωρία της πληροφορίας

Ο CΙaυde Shannοn δεν άργησε να σκεφθεί ότι η άλγεβρα του Boole που είχε διδαχθεί ως προπτυxιακός φοιτητής είχε πολλά κοινά στοιχεία με ένα ηλεκτρικό κύκλωμα. Το επόμενο λογικό βήμα ήταν να σχεδιάσει συστήματα κυκλωμάτων, σύμφωνα με τις αρχές που είχε διατυπώσει ο Βοοle στα μέσα του 18ου αιώνα.

Σε μια διατριβή του, με τίτλο «Α SymbοΙic Analysis οf Relay and Switching Circυίts», ο Shannοn περιέγραψε με ποιο τρόπο η λογική του Bοοle, σύμφωνα με την οποία όλα τα προβλήματα μπορούν να λυθούν με τη χρήση μόλις δύο συμβόλων, του 1 και του 0, μπορούσε να εφαρμοστεί στα ηλεκτρικά διακοπτόμενα κυκλώματα.

Το σύμβολο 1 μπορούσε να αντιπροσωπεύει ένας διακόπτης που είχε ενεργοποιηθεί, ενώ το 0 μπορούσε να είναι ένας διακόπτης που είχε απενεργοποιηθεί.

Υποστήριξε επίσης ότι οι διακόπτες αυτοί θα μπορούσαν να συνδέονται με τρόπο που να τους επιτρέπει να εκτελούν και πιο πολύπλοκες πράξεις, προτείνοντας πέρα από τις απλές δηλώσεις «ναι» και «όχι», τη χρήση του «και» , του «ή» ή του «δεν».

Η παραπάνω διατριβή του Shannοn, ο οποίος οραματίστηκε όλες τις μορφές επικοινωνίας σε δυαδικό κώδικα και υποστήριξε την άποψη ότι τα δυαδικά ψηφία μπορούν να συμβολίσουν ακόμα και λέξεις, ήχους, εικόνες, ίσως και ιδέες, χαρακτηρίστηκε μία από τις σημαντικότερες του 20ού αιώνα, ξεπερνώντας σε αξία ακόμα και τη προηγούμενη διατριβή του ίδιου για το διδακτορικό του, με θέμα «Μια άλγεβρα για τη θεωρητική γενετική». Σε αυτήν την διατριβή θεωρούσε πως η διπλή έλικα του DNA σποτελεί ένα πληροφοριακό σύστημα.

Το 1941 προσλήφθηκε στην BeΙΙ ΤeΙeρhοne Labοratοries, όπου αρχικά ασχολήθηκε με συστήματα ελέγχου αντιαεροπορικών πυραύλων και στη συνέχεια έγινε μέλος μιας ομάδας επιστημόνων που ανέλαβε να αναπτύξει πιο αποτελεσματικές μεθόδους μετάδοσης των πληροφοριών και να βελτιώσει την αξιοπιστία των υπεραστικών τηλεφωνικών και τηλεγραφικών γραμμών.

Ο Shannοn πίστευε ότι η πληροφορία δεν διέφερε από οποιοδήποτε άλλο μέγεθος και κατά συνέπεια ήταν δυνατός ο χειρισμός της από μηχανές. Εφαρμόζοντας τα αποτελέσματα των προηγούμενων ερευνών του στο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει, χρησιμοποίησε και πάλι τη λογική του ΒοοΙe, καθώς και την εμπειρία του στην κρυπτο / αποκρυπτογράφηση κατά τη διάρκεια του πολέμου, για να αναπτύξει ένα μοντέλο που απλοποιούσε όσο το δυνατόν περισσότερο την πληροφορία.

Ενα δυαδικό σύστημα από δυνατότητες επιλογής ναι/όχι που μπορούσε να αντιπροσωπεύεται από δυαδικό κώδικα 1/0. Πρότεινε επίσης την προσθήκη στην πληροφορία μιας σειράς από ειδικούς κώδικες κατά τη διάρκεια της μετάδοσής της, με στόχο να ελαχιστοποιούνται τα παράσιτα (θόρυβος) που έχουν ως αποτέλεσμα την αλλοίωσή της.

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ

Πρώτος ο Hartley όρισε έμμεσα την ποσότητα της πληροφορίας, το 1928. Ένα χρόνο αργότερα ο Szilard συνέδεσε την πληροφορία και την Θερμοδυναμική Εντροπία.

Το 1940 ο Shannon ξαναβρήκε τα ίδια αποτελέσματα με αφορμή τις τηλεποικινωνίες. Η καθαυτό όμως θεωρία της πληροφορίας αναπτύχθηκε από τους Wiener («Θεωρία για την διεύθυνση και επικοινωνία, στη μηχανή ή στο ζώο») το 1948 και ακολούθως από τον Shannon.

Το 1948 ο Shannοn δημοσίευσε την αξεπέραστη εργασία του, με τίτλο «Η μαθηματική θεωρία της πληροφορίας». Ήταν ο πρώτος που έκανε την πρώτη ολοκληρωτική μαθηματική απόπειρα θεμελίωσης της Θεωρίας της Πληροφορίας. Στις σελίδες αυτής της εργασίας, την οποία συνυπογράφει ο μαθηματικός Warren Weaνer, γίνεται λόγος για πρώτη φορά για μια μονάδα μέτρησης της πληροφορίας, το δυαδικό ψηφίο, το binary digit, που συντμήθηκε αργότερα από επιστήμονες του χώρου αρχικά σε binit και στη συνέχεια στο γνωστό μας bit.

Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε την «πληροφορία» ή το «μήνυμα» ως γεγονότα, δεδομένα, μαρτυρίες. Σύμφωνα όμως με τη θεωρία της πληροφορίας, πληροφορία είναι αυτό που δεν γνωρίζει κάποιος. Αν κάποιος ακούσει πως «Αύριο θα βρέχει στο κέντρο της Αθήνας», το μήνυμα αυτό, έχει μεγάλη πληροφορία, γιατί είναι ένα αβέβαιο γεγονός.

Αν όμως ακούσει κάποιος πως «στην Ευρώπη αύριο θα βρέχει», τότε το κείμενο αυτό έχει πολύ μικρή πληροφορία. Γιατί στο μήνυμα αυτό η πιθανότητα να βρέχει κάπου στην Ευρώπη είναι πολύ μεγάλη, ίσως αγγίζει και το 100%.

Επομένως η πληροφορία συνδέεται με την αβεβαιότητα. Όσο μικρότερη είναι η πιθανότητα Ρ να γίνει ένα γεγονός, τόση περισσότερη ποσότητα πληροφορίας Ι συνοδεύει την πραγματοποίηση του. Και αντίστροφα, αν η πιθανότητα Ρ πραγματοποίησης ενός γεγονότος είναι μεγάλη, τότε η πληροφορία Ι που «κουβαλάει» το γεγονός αυτό είναι μικρή. Αν λοιπόν ο παραλήπτης έχει ήδη την πληροφορία, δεν μπορεί να πει κανείς ότι έλαβε χώρα μετάδοση μηνύματος.

Η πληροφορία Ι συνδέεται με την πιθανότητα Ρ με την σχέση:
Ι=-log2PA ή Ι=log2(1/p).


Η μορφή αυτή μας δίνει την γνωστή μονάδα ποσότητας πληροφορίας, το bit. Αν έχουμε μια απλή πηγή που εκπέμπει δύο σύμβολα μόνο, τότε αν και τα δύο είναι ισοπιθανά ισχύει ,
pa=pb=1/2, και Ι=1 ή Ι=1 bit.

Σύμφωνα με τη θεωρία του Shannοn, περισσότερα bits πληροφορίας παίρνει κανείς από ένα μήνυμα, αν είναι μεγαλύτερη και η αβεβαιότητα που κουβαλάει το μήνυμα, γιατί αυτή η αβεβαιότητα είναι αντιστρόφως ανάλογη με την πιθανότητα Ρ να συμβεί όπως αναφέραμε πιό πάνω.

ΕΝΤΡΟΠΙΑ

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία όμως του έργου του Shannοn είναι ότι παρέχει στους μηχανικούς τα μαθηματικά εργαλεία που απαιτούνται για τη μέτρηση της απόδοσης ενός καναλιού επικοινωνίας, πόση πληροφορία δηλαδή μπορεί να ξεκινήσει από το σημείο Α και να φθάσει στο σημείο Β χωρίς σφάλματα. Η επιθυμητή πληροφορία είναι το «σήμα». Η ανεπιθύμητη είναι τα «παράσιτα» ή ο «θόρυβος».

Ο Shannon είδε πως όσο λιγότερο θόρυβο έχει ένα σύστημα τόση περισσότερη πληροφορία μεταδίδει. Και αντιστρόφως, όσο αυξάνεται η αταξία (θόρυβος) ενός συστήματος τόσο λιγότερη πληροφορία μεταδίδει. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η πληροφορία του συστήματος αποτελεί μέτρο της εσωτερικής του τάξης (δηλ. αντιστρόφως ανάλογη με την αταξία, αλλά η εντροπία είναι το μέτρο της αταξίας ενός συστήματος, άρα η πληροφορία είναι αντιστρόφως ανάλογη της εντροπίας).
Ο αριθμός των πιθανών μηνυμάτων που μπορεί κανείς να δημιουργήσει με S αριθμό bits είναι 2 στη δύναμη του S, δεδομένου ότι έχουμε δύο bits, το 1 και το 0.

Αντιστρέφοντας την ιδέα, ο αριθμός των bits που χρειάζεται κανείς για να μεταδώσει ένα μήνυμα είναι ο λογάριθμος με βάση το 2 του αριθμού των πιθανών μηνυμάτων.
2S=P ή λογαριθμίζοντας Ιοg2 P = S

Στην αξία του S ο Shannοn έδωσε το όνομα «εντροπία». Η εντροπία αναφέρεται σε μια κατάσταση ενός φυσικού συστήματος, ενώ συγχρόνως αποτελεί μέτρο της αταξίας του συγκεκριμένου συστήματος. Η αταξία δεν είναι τελείως αντικειμενική ιδιότητα. Ο ανθρώπινος παράγοντας δεν μπορεί να την αποκλείσει τελείως, γιατί η ιδέα της τάξης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη λειτουργία του νου.

Το εντυπωσιακό με την εξίσωση του Shannοn για την εντροπία της πληροφορίας είναι ότι εμφανίζει την ίδια σχέση με την εξίσωση του BοΙtzmann (S=klnP) για την εντροπία στη θερμοδυναμική (δεύτερος νόμος), μια σχέση λογαριθμική.

Από τον ορισμό του Boltzmann και του Shannon για την πιθανότητα,
S=klnP και Ι=-log2PA,

είναι έκδηλη η ομοιότητα των σχέσεων ορισμού της πληροφορίας και της εντροπίας. Βλέπουμε δηλαδή πως ενώ η εντροπία μετράει το βαθμό αταξίας και αυξάνει με την πιθανότητα, η πληροφορία ουσιαστικά μετράει το βαθμό της τάξης μέσα στη δομή του μηνύματος και ελαττώνεται με την πιθανότητα.

Αυτός είναι βασικά και ο λόγος που βάζουμε Ι=-S και που συχνά αναφέρουμε την πληροφορία Ι σαν αρνητική εντροπία S (αντετροπία-negentropie).

Ο Shannοn δεν προσπάθησε να εξαλείψει την αταξία, τα παράσιτα. Μας δίδαξε πώς να ζούμε με αυτά ή ακόμα και να τα αξιοποιούμε. Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει την εντροπία για να διαπιστώσει τι μέρος του καναλιού μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μετάδοση χρήσιμης πληροφορίας – του σήματος.

Η εντροπία της θερμοδυναμικής συνεπάγεται τη φθορά. Αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι το σύμπαν είναι ένα κλειστό σύστημα, κάθε φορά που συμβαίνει κάτι, ολόκληρο το σύστημα ολισθαίνει προς την αύξηση της εντροπίας. Η ίδια η ζωή όμως στη Γη συνεισφέρει στην μείωση της εντροπίας, ενώ στο σύμπαν η εντροπία αυξάνεται. Στη θεωρία της πληροφορίας, όσο μικρότερη είναι η εντροπία τόσο περισσότερη είναι και η πληροφορία… άρα και η αβεβαιότητα.

Αυτό σημαίνει μήπως, αναρωτιούνται κάποιοι, ότι όσο περισσότερα γνωρίζουμε τόσο περισσότερο αβέβαιοι είμαστε;

Το γεγονός ότι η πληροφορία ολοένα αυξάνει σημαίνει ότι απομακρυνόμαστε ολοένα και περισσότερο από τη δυνατότητα να κατανοήσουμε το σύμπαν;

Πέντε χρόνια μετά την έκδοση της θεωρίας της πληροφορίας του Shannοn, οι James Watsοn και Francis Crick αποκάλυψαν τα μυστικά του DNA στο εργαστήριο Caνendish του Cambridge. Διαπιστώθηκε ότι η διπλή έλικα του DNA αποτελούσε ένα πληροφοριακό σύστημα Ο ίδιος ο Shannοn, παρ’ όλο που προειδοποιούσε με δημοσιεύματα τους εργαζόμενους σε άλλα πεδία να είναι επιφυλακτικοί και να μην εφαρμόζουντη θεωρία των πληροφοριών αδιακρίτως, παραδέχθηκε ότι η θεωρία θα μπορούσε να έχει μεγάλη σχέση με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα γονίδια και το νευρικό σύστημα και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο ‘το ανθρώπινο ον να δρα ως ένας ιδανικός αποκωδικοποιητής».

Ο Monod μας λέει πως τα ένζυμα ασκούν σε μικροσκοπική κλίμακα, μια λειτουργία που δημιουργεί τάξη, δημιουργεί πληροφορία σε βάρος του χημικού δυναμικού.

Ο Shannon διετύπωσε μια διάσημη σχέση για την χωρητικότητα C ενός καναλιού, στον οποίο φαίνεται καθαρά η σχέση μεταξύ εύρους ζώνης συχνοτήτων Β και λόγου σήματος προς θόρυβο.

C=Blog(1+S/N) bits/sec

Γεγονός είναι ότι η θεωρία της πληροφορίας που διατύπωσε ο CΙaude Shannοn ξεκίνησε την ψηφιακή επανάσταση που οδήγησε στην ανάmυξη και την εδραίωση νέων μέσων επικοινωνίας – μεταξύ των οποίων και το Ιnternet. Χρησιμοποιήθηκε επίσης για να λυθούν γρίφοι σε γνωστικούς τομείς τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όσο η πληροφορική, η γενετική μηχανική, τα νευρωνικά συστήματα, η γλωσσολογία, η φωνητική, η ψυχολογία και τα οικονομικά Μεταξύ άλλων άνοιξε νέους δρόμους στη μελέτη του Χάους και έφερε το Διάστημα πιο κοντά στον άνθρωπο.

Από τη στιγμή ωστόσο που διατύπωσε τα θεωρήματά του, η Φύση δεν μπορεί πια να ιδωθεί μόνο σαν ύλη και ενέργεια. Μία τρίτη συνιστώσα προστέθηκε στην προσπάθεια εξήγησης του κόσμου: η πληροφορία.

Φυσικοί ανέπτυξαν τεχνική που εξαφανίζει την τριβή και μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη των νανομηχανών

nano
Η τριβή είναι παρούσα παντού γύρω μας, εμποδίζοντας την κίνηση των ελαστικών ενός αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, την κίνηση ενός στυλό στο χαρτί και ακόμη τη ροή των πρωτεϊνών μέσω της κυκλοφορίας του αίματος. Όποτε δύο επιφάνειες έρχονται σε επαφή, υπάρχει τριβή, εκτός από πολύ ειδικές περιπτώσεις όπου η τριβή ουσιαστικά εξαφανίζεται – ένα φαινόμενο, γνωστό ως «υπερολισθηρότητα», στο οποίο επιφάνειες, απλά σύρονται η μια πάνω από την άλλη, χωρίς αντίσταση.

Τώρα, φυσικοί στο MIT ανέπτυξαν μια πειραματική τεχνική για την προσομοίωση της τριβής σε νανοκλίμακα. Χρησιμοποιώντας την τεχνική τους, οι ερευνητές είναι σε θέση να παρατηρήσουν άμεσα μεμονωμένα άτομα στη διεπαφή των δύο επιφανειών και να χειριστούν τη διευθέτησή τους, συντονίζοντας το μέγεθος της τριβής μεταξύ των επιφανειών. Αλλάζοντας τη απόσταση των ατόμων σε μία επιφάνεια, παρατήρησαν ένα σημείο στο οποίο η τριβή εξαφανίζεται.

Ο Vladan Vuletic, καθηγητής της Φυσικής στο ΜΙΤ, λέει ότι η ικανότητα να συντονίσει κάποιος την τριβή θα ήταν πολύ χρήσιμη για την ανάπτυξη νανομηχανών, μικροσκοπικών ρομπότ κατασκευασμένων από συστατικά στο μέγεθος των μεμονωμένων μορίων. Ο Vuletic λέει ότι στη νανοκλίμακα, η τριβή μπορεί να λάβει μια μεγαλύτερη τιμή, για παράδειγμα, δημιουργώντας φθορές λόγω χρήσης σε μικροσκοπικά μοτέρ πολύ πιο γρήγορα από ότι συμβαίνει στις μεγαλύτερες κλίμακες.

«Υπάρχει μια μεγάλη προσπάθεια να κατανοήσουμε την τριβή και την ελξουμε, γιατί είναι ένας από τους περιοριστικούς παράγοντες στις νανομηχανές, αλλά υπήρξε σχετικά μικρή πρόοδος στον ουσιαστικό έλεγχο της τριβής σε οποιαδήποτε κλίμακα», λέει ο Vuletic. «Αυτό που είναι νέο στο δικό μας σύστημα, είναι ότι για πρώτη φορά σε ατομική κλίμακα, μπορούμε να δούμε αυτή τη μετάβαση από την τριβή στην υπερολισθηρότητα».

Ο Vuletic, μαζί με τους μεταπτυχιακούς φοιτητές Alexei Bylinskii και Dorian Gangloff, δημοσιεύουν τα αποτελέσματά τους στο περιοδικό Science. Η ομάδα προσομοίωσε την τριβή σε νανοκλίμακα πρώτα διαμορφώνοντας δύο επιφάνειες που πρόκειται να τοποθετηθούν σε επαφή: ένα οπτικό πλέγμα και ένα κρύσταλλο ιόντων.

Το οπτικό πλέγμα δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας δύο ακτίνες λέιζερ που εκπέμπονται σε αντίθετες κατευθύνσεις, των οποίων τα πεδία αθροίστηκαν για να σχηματίσουν ένα ημιτονοειδές περιοδικό μοτίβο σε μία διάσταση. Αυτό το λεγόμενο οπτικό πλέγμα είναι παρόμοιο με ένα κουτί τοποθέτησης αυγών, όπου κάθε κορυφή αντιπροσωπεύει ένα μέγιστο ηλεκτρικό δυναμικό, ενώ το καθένα κοίλωμα αντιπροσωπεύει ένα ελάχιστο. Όταν τα άτομα κινούνται κατά μήκος ενός τέτοιου ηλεκτρικού πεδίου, σύρονται σε χώρους με χαμηλό δυναμικό – σε αυτή την περίπτωση, στα κοιλώματα.

Ο Vuletic τότε κατασκεύασε μια δεύτερη επιφάνεια: ένα ιοντικό κρύσταλλο – ουσιαστικά, ένα πλέγμα από φορτισμένα άτομα – προκειμένου να μελετήσουν τις επιπτώσεις της τριβής, άτομο προς άτομο. Για τη δημιουργία του ιοντικού κρυστάλλου, η ομάδα χρησιμοποίησε φως για να ιονίσει, ή να φορτίσει, ουδέτερα άτομα υττερβίου που αναδύονται από ένα μικρό θερμαινόμενο φούρνο και στη συνέχεια ψύχονται, με περισσότερο φως λέιζερ, μόλις πάνω από το απόλυτο μηδέν. Τα φορτισμένα άτομα τότε μπορεί να παγιδευτούν, χρησιμοποιώντας διαφορές δυναμικού που εφαρμόζονται στις κοντινές μεταλλικές επιφάνειες. Άπαξ και φορτίστηκαν θετικά, το ένα άτομο απωθεί το άλλο μέσω της λεγόμενης «δύναμης Coulomb». Η απώθηση κρατά αποτελεσματικά τα άτομα χωριστά έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα κρύσταλλο ή μια επιφάνεια που μοιάζει με πλέγμα.

Η ομάδα χρησιμοποίησε στη συνέχεια, τις ίδιες δυνάμεις που χρησιμοποιούνται για την παγίδευση των ατόμων για να σπρώξει και να τραβήξει τον ιοντικό κρύσταλλο κατά μήκος του πλέγματος, καθώς και για να τεντώσει και να συμπιέσει τον ιοντικό κρύσταλλο, σαν ένα ακορντεόν, μεταβάλλοντας την απόσταση μεταξύ των ατόμων της.

Σε γενικές γραμμές, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όταν τα άτομα στον ιοντικό κρύσταλλο ήταν κανονικά τοποθετημένα, σε διαστήματα που ταιριάζουν με την διάταξη του οπτικού πλέγματος, οι δύο επιφάνειες παρουσίασαν μέγιστο τριβής, σαν δύο συμπληρωματικά τουβλάκια Lego. Η ομάδα παρατήρησε ότι όταν τα άτομα είναι έτσι τοποθετημένα, το κάθε ένα καταλαμβάνει μια κοιλότητα στο οπτικό πλέγμα. Όταν ο ιοντικός κρύσταλλος στο σύνολό του σύρθηκε κατά μήκος του οπτικού πλέγματος, τα άτομα πρώτα έτειναν να κολλήσουν στις κοιλότητες του πλέγματος, δεσμευόμενα εκεί λόγω της προτίμησής τους για το χαμηλότερο ηλεκτρικό δυναμικό, καθώς και λόγω των δυνάμεων Coulomb, που κρατούν τα άτομα χωριστά. Εάν εφαρμοστεί αρκετή δύναμη, ο ιοντικός κρύσταλλος γλιστρά ξαφνικά, καθώς τα άτομα συλλογικά πηδούν στο επόμενο κοίλωμα. «Είναι σαν ένας σεισμός», λέει ο Vuletic. «Υπάρχει δύναμη οικοδόμησης και στη συνέχεια υπάρχει ξαφνικά μια καταστροφική απελευθέρωση της ενέργειας».

Ο Tobias Schaetz, ένας καθηγητής της φυσικής στο Πανεπιστήμιο του Freiburg στη Γερμανία, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα, βλέπει τα αποτελέσματα ως μια «καθαρή επανάσταση» στην απόκτηση βαθιάς γνώσης στην «κατά τα άλλα απρόσιτη θεμελιώδη φυσική». Η τεχνική, λέει, μπορεί να εφαρμοστεί σε μια σειρά από τομείς, από την νανοκλίμακα έως την μακροκλίμακα. Θεωρεί πως η νέα μέθοδος θα δώσει ώθηση σε μια τεράστια ποικιλία ερευνητικών πεδίων, που μπορεί να φτάσουν μέχρι τα βιολογικά συστήματα και τους κινητήρες πρωτεϊνών.

«Οι εφαρμογές και οι σχετικές επιπτώσεις της νέας τους μεθόδου ωθεί μια τεράστια ποικιλία των ερευνητικών πεδίων διερεύνηση επιπτώσεων από σχετική τεκτονική σχεδία κάτω σε βιολογικά συστήματα και τις πρωτεΐνες του κινητήρα», λέει ο Schaetz, ο οποίος δεν συμμετείχε στην έρευνα. «Φανταστείτε-είπε-μια μοριακή μηχανή όπου θα μπορούσε να ελέγξει την τριβή για να ενισχύσει την επαφή για έλξη ή να μετριάσει τις αντιστάσεις ανάλογα με τη ζήτηση».

Η μικρότερη μηχανή στον κόσμο τροφοδοτείται με φως

nanomashine
Η νέα νανομηχανή, με την ονομασία ANT (Actuating Nano-Transducer) ή «Μυρμήγκι», μπορεί να κινηθεί τρομερά γρήγορα και να ασκήσει μεγάλες δυνάμεις, πολύ μεγαλύτερες από άλλες μικροσκοπικές συσκευές.

Ερευνητές στη Βρετανία δημιούργησαν τη μικρότερη μηχανή στον κόσμο, μεγέθους μόλις λίγων νανομέτρων (δισεκατομμυριοστών του μέτρου), η οποία τροφοδοτείται με φως λέιζερ και κινείται σαν έμβολο.

Η νανομηχανή μπορεί μελλοντικά, μεταξύ άλλων, να αξιοποιηθεί στην ιατρική νανορομποτική, για να κινεί μικροσκοπικά ρομπότ (νανομπότ), που θα εισχωρούν ακόμη και στα ανθρώπινα κύτταρα για να καταπολεμούν τις ασθένειες. ‘Αλλες πιθανές εφαρμογές είναι νανομηχανές που θα κινούνται στο νερό ή σε άλλα υγρά και θα αντιλαμβάνονται το περιβάλλον γύρω τους, λειτουργώντας ως κινούμενοι αισθητήρες.

Οι ερευνητές του Κέντρου Νανοφωτονικής του ιστορικού Εργαστηρίου Κάβεντις του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, με επικεφαλής τον καθηγητή Τζέρεμι Μπάουμπεργκ, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών των ΗΠΑ (PNAS).

Η μηχανή αποτελείται από φορτισμένα νανοσωματίδια χρυσού, προσδεμένα μεταξύ τους με ένα πολυμερές υλικό σε μορφή γέλης που λέγεται pNIPAM και το οποίο είναι πολύ ευαίσθητο στις αλλαγές της θερμοκρασίας.

Όταν το υλικό αυτό θερμαίνεται με φως λέιζερ, τότε μέσα σε κλάσμα του δευτερολέπτου αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες ελαστικής ενέργειας, καθώς αποβάλλει όλο το νερό από τη γέλη και συρρικνώνεται, με συνέπεια τα νανοσωματίδια χρυσού να προσκολλώνται σφιχτά μεταξύ τους.



Όταν όμως αντίθετα η συσκευή ψύχεται κάτω από τους 32 βαθμούς Κελσίου, το πολυμερές απορροφά νερό και φουσκώνει, με αποτέλεσμα -όπως σε ένα ελατήριο- τα νανοσωματίδια να απωθούνται απότομα μακριά το ένα από το άλλο, δημιουργώντας μια προωθητική δύναμη. Καθώς η θερμοκρασία αυξομειώνεται, η νανομηχανή κινείται σαν έμβολο.

Όπως δήλωσε ο ερευνητής δρ Τάο Ντινγκ, «είναι σαν μια έκρηξη, καθώς εκατοντάδες χρυσά σφαιρίδια απομακρύνονται απότομα το ένα από το άλλο μέσα σε ένα εκατομμυριοστό του δευτερολέπτου, όταν τα μόρια του νερού φουσκώνουν τα πολυμερή υλικά γύρω τους».

«Γνωρίζουμε ότι το φως μπορεί να θερμάνει το νερό για να κινήσει τις ατμομηχανές. Τώρα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το φως για να κινήσουμε μια μηχανή σαν «πιστόνι» σε νανοκλίμακα» ανέφερε ο ερευνητής δρ Βεντσισλάβ Βάλεβ.

Η νέα νανομηχανή, με την ονομασία ΑΝΤ (Actuating Nano-Transducer) ή «Μυρμήγκι», μπορεί να κινηθεί τρομερά γρήγορα και να ασκήσει μεγάλες δυνάμεις, πολύ μεγαλύτερες από άλλες μικροσκοπικές συσκευές. Η ανά μονάδα βάρους ισχύς της είναι σχεδόν 100 φορές μεγαλύτερη από οποιασδήποτε άλλης μηχανής ή μυός. Είναι επίσης βιοσυμβατή, οικονομική στην παραγωγή της και ενεργειακά αποδοτική.

«Όπως τα πραγματικά μυρμήγκια, οι νανομηχανές ΑΝΤ παράγουν μεγάλη ισχύ σε σχέση με το βάρος τους. Η πρόκληση πλέον που αντιμετωπίζουμε, είναι πώς να ελέγξουμε αυτή την ισχύ για νανομηχανικές εφαρμογές», δήλωσε ο Μπάουμπεργκ.

Είπε ακόμη ότι το οριακό σημείο λειτουργίας της μηχανής θα μπορούσε να αναπροσαρμοσθεί από τους 32 στους 37 βαθμούς Κελσίου (όσο η θερμοκρασία του ανθρωπίνου σώματος), καθώς επίσης να αναζητηθεί μια εναλλακτική πηγή θερμότητας πέρα από το φως λέιζερ.

Οι ερευνητές ήδη συνεργάζονται με την Cambridge Enterprise, τον επιχειρηματικό «βραχίονα» του Πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, καθώς και με άλλες εταιρείες, προκειμένου να προχωρήσουν σε εμπορική αξιοποίηση της εφεύρεσής τους.

Έργα τέχνης με… λωρίδες χαρτιού

Η τέχνη του Quilling συνίσταται στη δημιουργία έργων από λωρίδες χαρτιού, που τυλίγονται και στη συνέχει συγκολλώνται. Η τέχνη έγινε δημοφιλής κατά την Αναγέννηση, όταν οι μοναχοι συνήθιζαν να τυλίγουν επιχρυσωμένο χαρτί για να διακοσμήσουν θρησκευτικά αντικείμενα. Αργότερα, κατά το 18ο και 19ο αιώνα, έγινε δημοφιλής ενασχόληση για τις γυναίκες που διακοσμούσαν έτσι έπιπλα και κεριά.

Βασικά η τέχνη περιλαμβάνει το κόψιμο του χαρτιού σε λωρίδες και το τύλιγμά του με ένα ειδικό εργαλέιο. Ακούγεται απλό αλλά απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες για να δημιουργήσει κανείς περίπολοκα σχήματα. Καθώς τα υλικά είναι πολύ απλά, ο καθένας μπορεί να ασχοληθεί με αυτό το είδος τέχνης. Χρειάζεται απλά υπομονή και εξάσκηση.






Η Παρεξηγημένη Έννοια της Αγάπης

«Η παρατήρηση γίνεται η φλόγα που είναι η προσοχή και που μ’ αυτήν τα ψυχολογικά τραύματα, οι πληγές, το μίσος, κατακαίγονται, φεύγουν»

Τι είναι αγάπη;
Δεν αγαπιόμαστε γιατί δεν γνωρίζουμε πως να αγαπήσουμε
Η λέξη «αγάπη» είναι τόσο πολύ φορτωμένη και διεφθαρμένη που αποφεύγω να την χρησιμοποιώ. Όλοι μιλάνε για αγάπη -κάθε περιοδικό κι εφημερίδα και κάθε ιεραπόστολος, όλοι μιλούν συνεχώς για αγάπη. Αγαπώ την πατρίδα μου, αγαπώ τα χρήματα, αγαπώ κάποιο βιβλίο, αγαπώ το βουνό, αγαπώ την απόλαυση, αγαπώ την γυναίκα μου.

Είναι η αγάπη μια ιδέα; Αν όντως είναι, τότε μπορεί να καλλιεργηθεί, θραφεί, να περιβληθεί με στοργή, να επιβληθεί, να αλλάξει κατά το δοκούν. Επειδή δεν μπορούμε να λύσουμε αυτό το ανθρώπινο ζήτημα καταφεύγουμε σε αφαιρέσεις. Η αγάπη μπορεί να είναι η ύστατη λύση σε όλες τις δυσκολίες του ανθρώπου, τα προβλήματα και τις επώδυνες προσπάθειες, οπότε πως θα βρούμε τι είναι η αγάπη; Απλώς ορίζοντας την; Η εκκλησία την όρισε με τον ένα τρόπο, η κοινωνία με άλλο τρόπο και υπάρχουν ένα σορό αποκλίσεις και διαστρεβλώσεις. Λατρεύουμε κάποιον, κοιμόμαστε με κάποιον, η ανταλλαγή συναισθημάτων, η συντροφικότητα- είναι αυτό που λέμε αγάπη;

Μπορεί η αγάπη να χωριστεί στην ιερή και την ανίερη, την ανθρώπινη και την θειική, ή απλά υπάρχει μόνο μια αγάπη; Είναι η αγάπη ένα πράγμα και όχι πολλά πράγματα; Αν πούμε «σ’ αγαπώ» αυτό αποκλείει την αγάπη για κάποιον άλλον; Είναι η αγάπη προσωπική η μη προσωπική; Ηθική η ανήθικη; Οικογενειακή η μη οικογενειακή; Αν αγαπάς την ανθρωπότητα αγαπάς και τον καθένα ξεχωριστά; Είναι η αγάπη συναίσθημα; Είναι η αγάπη αίσθημα; Είναι η αγάπη απόλαυση κι επιθυμία; Όλες αυτές οι ερωτήσεις δείχνουν, ότι έχουμε ιδέες για την αγάπη, ιδέες για το τι πρέπει να είναι και τι δεν πρέπει να είναι η αγάπη, έναν κανόνα η κώδικα που έχει δημιουργήσει η κοινωνία στην οποία ζούμε.

Τώρα πως θα βρω τι είναι αυτή η φλόγα που λέμε αγάπη;
Όχι πως να βρούμε έναν τρόπο να την εκφράσουμε διαφορετικά, αλλά να βρούμε την σημασία της. Πρώτα θα απορρίψω ο,τι έχουν πει η εκκλησία, η κοινωνία, οι φίλοι και οι γονείς μου, κάθε βιβλίο και άνθρωπος διότι θέλω να βρω μόνος μου τι είναι η αγάπη. Εδώ είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που εμπεριέχει όλη την ανθρωπότητα, υπάρχουν χιλιάδες τρόποι να την ορίσεις κι εγώ έχω φυλακιστεί σε κάποιον τρόπο να την ορίζω. Γι’ αυτό τον λόγο πρέπει να διώξω όλες τις τάσεις και τις προκαταλήψεις μου. Είμαι μπερδεμένος, διαλυμένος από τις δικές μου επιθυμίες οπότε λέω στον εαυτό μου «πρώτα καθάρισε το δικό σου μπέρδεμα. Ίσως να μπορέσουμε να δούμε τι είναι αγάπη καταλαβαίνοντας τι δεν είναι»

Το να ανήκεις σε κάποιον, το να σε φροντίζει κάποιος και να εξαρτάσαι από αυτόν-σε όλο αυτό πρέπει να υπάρχει πάντα άγχος, φόβος, ζήλεια, ενοχή, κι όσο υπάρχει φόβος δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη. Ένα μυαλό γεμάτο πίκρες δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι αγάπη, αισθηματικότητα και συναισθηματικότητα δεν έχουν καμία σχέση με την αγάπη. Έτσι, η αγάπη δεν έχει σχέση με την επιθυμία και την απόλαυση.

Είναι η αγάπη ευχαρίστηση; Είναι η αγάπη επιθυμία;
Είναι η αγάπη προσκόλληση, εξάρτηση, κατοχή του ατόμου που αγαπάτε και εξουσιάζετε; Είναι το να λέτε «αυτό είναι δικό μου και όχι δικό σου, η ιδιοκτησία μου, τα σεξουαλικά μου δικαιώματα, όπου συμπεριλαμβάνονται η ζήλεια, το μίσος, ο θυμός και η βία; Και πάλι, η αγάπη έχει χωριστεί σε ιερή και ανόσια σαν μέρος του θρησκευτικού προσδιορισμού. Είναι όλα αυτά αγάπη; Μπορείτε ν’ αγαπάτε και να είσαστε φιλόδοξος; Μπορείτε ν’ αγαπάτε τον άντρα σας, μπορεί αυτός να πει πως σας αγαπά όταν είναι φιλόδοξος; Μπορεί να υπάρχει αγάπη όταν υπάρχει ανταγωνισμός και  ώθηση για επιτυχία;

Το να τ’ απαρνηθούμε όλα αυτά, όχι μόνο διανοητικά ή λεκτικά, αλλά το να τα σβήσει κανείς τελείως απ’ το Είναι του, το να μην δοκιμάσει ποτέ τη ζήλεια, το φθόνο, το συναγωνισμό ή τη φιλοδοξία – το να τ’ απαρνηθούμε όλα αυτά, βέβαια αυτό είναι αγάπη. Αυτοί οι δυο τρόποι δράσης δεν μπορούν ποτέ να πάνε μαζί. Ο άντρας που ζηλεύει, ή η γυναίκα που είναι εξουσιαστική, δεν ξέρουν τι σημαίνει αγάπη – μπορεί να μιλούν γι’ αυτή, μπορεί να κοιμούνται μαζί, να κατέχουν ο ένας τον άλλον, να εξαρτάται ο ένας απ’ τον άλλον για άνεση, ασφάλεια, ή απ’ το φόβο της μοναξιάς, αλλά βέβαια όλα αυτά δεν είναι αγάπη.

Αν οι άνθρωποι που λένε πως αγαπούν τα παιδιά τους το εννοούσαν, θα υπήρχε πόλεμος; Θα υπήρχε διαχωρισμός εθνικοτήτων, θα υπήρχαν αυτοί οι χωρισμοί; Αυτό που ονομάζουμε αγάπη είναι μαρτύριο, απελπισία, ένα αίσθημα ενοχής. Αυτή η αγάπη ταυτίζεται γενικά με τη σεξουαλική ευχαρίστηση. Δεν είμαστε πουριτανοί ή σεμνότυφοι, δεν λέμε πως δεν πρέπει να υπάρχει ευχαρίστηση. Όταν κοιτάζετε ένα σύννεφο ή τον ουρανό ή ένα όμορφο πρόσωπο, υπάρχει απόλαυση. Όταν κοιτάζετε ένα λουλούδι υπάρχει η ομορφιά του – δεν αρνιόμαστε την ομορφιά. Η ομορφιά δεν είναι η ευχαρίστηση της σκέψης, αλλά είναι η σκέψη που δίνει ευχαρίστηση στην ομορφιά.

Με τον ίδιο τρόπο, όταν αγαπάμε και υπάρχει σεξ, η σκέψη του δίνει ευχαρίστηση, η εικόνα της εμπειρίας που δοκιμάστηκε και η επανάληψή της αύριο. Σ’ αυτήν την επανάληψη υπάρχει ευχαρίστηση που δεν είναι ομορφιά. Η ομορφιά, η τρυφερότητα και όλο το νόημα της αγάπης δεν εξαιρούν το σεξ. Αλλά τώρα που τα πάντα επιτρέπονται, ο κόσμος φαίνεται ν’ ανακάλυψε ξαφνικά το σεξ κι έχει γίνει ασυνήθιστα σημαντικό. Πιθανόν αυτή είναι η μόνη φυγή που έχει ο άνθρωπος τώρα, η μόνη ελευθερία. Οπουδήποτε αλλού του κάνουν κουμάντο, τον κακομεταχειρίζονται, τον βιάζουν διανοητικά, συναισθηματικά, με κάθε τρόπο είναι σκλάβος, συντετριμμένος και η μόνη φορά που μπορεί να είναι ελεύθερος είναι στη σεξουαλική εμπειρία. Σ’ αυτή την ελευθερία συναντά μια ορισμένη χαρά και θέλει την επανάληψη αυτής της χαράς. Βλέποντάς τα όλα αυτά, πού είναι η αγάπη; Μόνο ένας νους και μια καρδιά που είναι γεμάτη αγάπη μπορούν να δουν όλη την κίνηση της ζωής. Τότε οτιδήποτε και να κάνει, ένας άνθρωπος που κατέχει μια τέτοια αγάπη είναι ηθικός, καλός κι αυτό που κάνει είναι όμορφο. Και τότε παρουσιάζεται σ’ όλα αυτά η τάξη – γνωρίζοντας πως η ζωή μας είναι τόσο μπερδεμένη, τόσο ακατάστατη.

Η αγάπη δεν είναι προϊόν της σκέψης, η οποία με την σειρά της είναι προϊόν του παρελθόντος. Η σκέψη δεν μπορεί να καλλιεργήσει την αγάπη. Η αγάπη δεν περιορίζεται και δεσμεύεται από την ζήλεια, γιατί η ζήλεια είναι το παρελθόν. Η αγάπη είναι το τώρα, το παρόν. Δεν είναι το «θα αγαπήσω» ούτε το «αγάπησα». Όταν αγαπάς δεν πρόκειται να ακολουθούσης κανέναν. Η αγάπη δεν υπάκουει. Όταν αγαπάς δεν υπάρχει ούτε σεβασμός ούτε ασέβεια. Δεν γνωρίζετε τι θα πει να αγαπάς αληθινά κάποιον; Να αγαπάς χωρίς μίσος, χωρίς ζήλεια, χωρίς θύμο, χωρίς να θέλετε να επηρεάσετε το τι σκέπτεται η τι κάνει ο άλλος, χωρίς να καταδικάζετε, χωρίς να συγκρίνετε; Όταν υπάρχει αγάπη υπάρχει σύγκριση; Όταν αγαπάτε κάποιον με όλη σας την καρδιά, με όλο σας τον νου, με όλο σας το σώμα, με όλη σας την ύπαρξη, υπάρχει σύγκριση; Όταν αφήνεσαι ολοκληρωτικά στην αγάπη δεν υπάρχει ο άλλος.

Αλλά αν θέλετε ακόμα να βρείτε (τι είναι η αγάπη), θα δείτε ότι δεν είναι φόβος, εξάρτηση, ζήλεια, η κτητικότατα, η υπευθυνότητα και το χρέος, η αυτολύπηση, η αγωνία του να μην αγαπηθείς. Λοιπόν, αφού τα διώξετε όλα αυτά, όχι με την βία, αλλά ξεπλένοντας τα όπως η βροχή ξεπλένει την σκόνη πολλών ημερών από ένα φύλλο, τότε ίσως βρείτε αυτό το περίεργο λουλούδι που ο άνθρωπος αναζητά τόσο πολύ. Θα σας υπαγορέψει κάποια εξουσία, κάποια μέθοδος, κάποιο σύστημα πως να αγαπάτε; Αν κάποιος σας πει πως να αγαπάτε τότε αυτό δεν είναι αγάπη. Γίνεται να πείτε «θα εξασκήσω την αγάπη. Θα κάτσω κάτω και θα το σκεφτώ μέρα με την ημέρα. Θα εξασκήσω τον εαυτό μου να είναι καλός κι ευγενικός και θα τον πιέσω να δίνει προσοχή στους άλλους;

Η αγάπη είναι κάτι νέο, φρέσκο, ζωντανό. Δεν έχει χτες ούτε κι αύριο. Είναι πέρα από το μαρτύριο της σκέψης. Μόνο το αθώο μυαλό μπορεί να καταλάβει τι είναι η αγάπη, και το αθώο μυαλό μπορεί να ζήσει σε έναν κόσμο που δεν είναι αθώος. Το να βρεις αυτό το καταπληκτικό πράγμα που ο άνθρωπος αναζητά αιώνια μέσα από την θυσία, μέσω της λατρείας, μέσω των σχέσεων, μέσω του σεξ, μέσω κάθε μορφής απόλαυσης και πόνου, είναι δυνατό μόνο όταν η σκέψη κατανοήσει τον εαυτό της και φτάσει στο τέλος της. Τότε η αγάπη δεν έχει αντίθετο, τότε η αγάπη δεν έχει σύγκρουση.

Ο ήλιος προσπαθεί να τρυπήσει τα σύννεφα και μάλλον θα το καταφέρει μέσα στη μέρα. Τη μια μέρα είναι Άνοιξη και την άλλη σχεδόν χειμώνας. Ο καιρός αντιπροσωπεύει τις διαθέσεις των ανθρώπων: πάνω-κάτω· σκοτάδι και παροδικό φως. Είναι, ξέρεις, παράξενο πόσο πολύ θέλουμε ελευθερία, ενώ κάνουμε τα πάντα για να σκλαβώνουμε τους εαυτούς μας. Χάνουμε κάθε πρωτοβουλία. Περιμένουμε απ’ τους άλλους να μας καθοδηγήσουν, να μας βοηθήσουν, να είναι γενναιόδωροι, να είναι ειρηνικοί· περιμένουμε από τους γκουρού, τους διδάσκαλους, τους σωτήρες, τους μεσάζοντες.

Κάποιος γράφει σπουδαία μουσική, ένας άλλος την εκτελεί ερμηνεύοντάς την με το δικό του τρόπο κι εμείς την ακούμε απολαμβάνοντάς την ή κριτικάροντάς την. Είμαστε οι θεατές που κοιτάζουν τους ηθοποιούς, τους ποδοσφαιριστές ή την οθόνη του κινηματογράφου. Οι άλλοι γράφουν ποιήματα κι εμείς τα διαβάζουμε· οι άλλοι ζωγραφίζουν κι εμείς καθόμαστε μ’ ανοιχτό το στόμα. Είμαστε άδειοι και γι’ αυτό τρέχουμε σ’ άλλους για να μας διασκεδάσουν, να μας εμπνεύσουν, να μας καθοδηγήσουν ή να μας σώσουν. Όλο και περισσότερο ο σύγχρονος πολιτισμός μάς καταστρέφει, μας αδειάζει από κάθε δημιουργικότητα. Εμείς οι ίδιοι είμαστε άδειοι μέσα μας και περιμένουμε από άλλους να μας γεμίσουν κι έτσι ο γείτονάς μας, αρπάζει την ευκαιρία για να μας εκμεταλλευτεί ή είμαστε εμείς που τον εκμεταλλευόμαστε. Όταν κανείς έχει ΕΠΙΓΝΩΣΗ πόσες πολλές περιπλοκές υπάρχουν στο να περιμένει απ’ τους άλλους, τότε είναι ελεύθερος κι αυτή η ελευθερία είναι η αρχή της δημιουργικότητας. Αυτή η ελευθερία είναι η αληθινή επανάσταση και όχι η ψεύτικη επανάσταση των κοινωνικών ή οικονομικών μεταρρυθμίσεων, που είναι μια άλλη μορφή σκλαβιάς.

Ο νους μας (ΕΓΩ) φτιάχνει μικρά κάστρα ασφάλειας. Θέλουμε να είμαστε βέβαιοι για το καθετί, βέβαιοι για την αγάπη μας, για τις σχέσεις μας, για την εκπλήρωση των επιθυμιών μας, για τις ελπίδες και για το μέλλον μας. Χτίζουμε αυτές τις εσωτερικές φυλακές κι αλίμονο σ’ όποιον πάει να μας ενοχλήσει. Είναι παράξενο πώς ο νους ψάχνει πάντοτε να βρει μια περιοχή όπου δεν υπάρχει ούτε σύγκρουση ούτε ενόχληση. Η ζωή μας είναι ένα μόνιμο γκρέμισμα και ξαναχτίσιμο τέτοιων περιοχών ασφάλειας, με διάφορες μορφές. Έτσι ο νους μας γίνεται ένα θαμπό και κουρασμένο πράγμα.

Η ελευθερία βρίσκεται στο να μην έχεις κανενός είδους ασφάλεια
Είναι πραγματικά εκπληκτικό να έχεις έναν ακίνητο και πολύ ήρεμο νου, χωρίς ούτε το παραμικρό κύμα σκέψης. Εννοείται ότι η ακινησία ενός νου που έχει χάσει τη ζωντάνια του, δεν είναι ηρεμία. Ο νους είναι φτιαγμένος να μένει ακίνητος με την επιβολή της θέλησης, αλλά θα μπορούσε ποτέ να μείνει από μόνος του βαθιά σιωπηλός, από τη μια άκρη της ύπαρξής του ως την άλλη; Είναι πραγματικά τρομερά εκπληκτικό το τι συμβαίνει όταν ο νους είναι έτσι σιωπηλός. Σ’ αυτή την κατάσταση ολόκληρη η συνείδηση, ως γνώση, ως αναγνώριση, παύει.

Η ενστικτώδης ενασχόληση του νου, η μνήμη, φτάνει σ’ ένα τέλος. Και είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ο νους αρχίζει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να πιάσει εκείνη την πέρα από τα όρια τούτου του κόσμου κατάσταση με τη σκέψη, μεταφράζοντάς την σε λέξεις και φτιάχνοντας σύμβολα. Αλλά το να φτάσει αυτή η διαδικασία σ’ ένα τέλος, φυσικά κι αυθόρμητα, είναι σαν να πεθαίνεις για τα πάντα κι αφού κανείς δεν θέλει να πεθάνει, υπάρχει πάντα μία ασυνείδητη πάλη που συνεχίζεται, κι αυτή η πάλη ονομάζεται ζωή.

Είναι παράξενο πώς οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να εντυπωσιάζουν με τα επιτεύγματά τους, με την εξυπνάδα τους, με τα βιβλία τους, με κάθε μέσο που θα μπορούσε να τους επιβάλλει (το εγώ τους) στους άλλους.

Να είσαι Πνευματικά Ευέλικτος
Η δύναμη δεν βρίσκεται στο να είναι κανείς άκαμπτος και σταθερός, αλλά στο να είναι ευλύγιστος. Το ευλύγιστο δέντρο αντέχει στη θύελλα. Μάζεψε όλη τη δύναμη που δίνει ένας γρήγορος νους. Η ζωή είναι παράξενη· συμβαίνουν τόσα πράγματα εκεί που δεν τα περιμένει κανείς, ώστε απλώς με το ν’ αντιστέκεται  σ’ αυτά δεν πρόκειται να λύσεις κανένα πρόβλημα. Χρειάζεται να έχει κανείς τεράστια ευλυγισία και σταθερή καρδιά.

Η ζωή είναι σαν μια κόψη ξυραφιού και πρέπει να περπατήσει κανείς πάνω σ’ αυτό το μονοπάτι με εξαιρετική προσοχή και ευέλικτη σοφία. Η ζωή είναι πολύ πλούσια, έχει τόσους πολλούς θησαυρούς κι εμείς την πλησιάζουμε με άδειες καρδιές· δεν ξέρουμε πώς να γεμίσουμε τις καρδιές μας με την αφθονία της ζωής. Ενώ είμαστε φτωχοί μέσα μας, όταν μας προσφέρονται τα πλούτη της τ’ αρνιόμαστε. Πάμε στο πηγάδι για νερό κρατώντας δαχτυλήθρα κι έτσι η ζωή καταντάει μια κακόγουστη υπόθεση, ασήμαντη και μικρή.

Η αγάπη είναι επικίνδυνο πράγμα· φέρνει τη μόνη επανάσταση που δίνει απόλυτη ευτυχία. Είναι τόσο λίγοι εκείνοι από μας που μπορούν  ν’ αγαπούν· τόσο λίγοι εκείνοι που θέλουν ν’ αγαπούν. Αγαπάμε βάζοντας όρους, κάνοντας την αγάπη ένα εμπορεύσιμο πράγμα. Έχουμε νοοτροπία παζαριού, αλλά η αγάπη δεν είναι εμπορεύσιμη, δεν είναι ένα απλό «πάρε- δώσε». Είναι μια κατάσταση ύπαρξης όπου όλα τα ανθρώπινα προβλήματα είναι λυμένα.

Τι υπέροχο μέρος που θα μπορούσε να είναι η γη με τόση πολλή ομορφιά που υπάρχει, τόσο μεγαλείο, τόση άφθαρτη ομορφιά! Είμαστε παγιδευμένοι στον πόνο και δεν νοιαζόμαστε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν ακόμα κι όταν κάποιος μας δείχνει το δρόμο.

Δεν ξέρω, αλλά νιώθει κανείς να φλέγεται από αγάπη· υπάρχει μια άσβηστη φλόγα· νιώθει ότι έχει τόση πολλή απ’ αυτήν μέσα του, που θέλει να τη δώσει σε όλους· και το κάνει. Είναι σαν ένα ποτάμι που κυλάει με ορμή, που ποτίζει και δίνει ζωή σε κάθε πόλη και χωριό· μολύνεται από τις ανθρώπινες βρωμιές που πέφτουν σ’ αυτό, αλλά σύντομα τα νερά καθαρίζονται από μόνα τους και συνεχίζουν να τρέχουν. Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει την αγάπη γιατί διαλύονται μέσα σ’ αυτήν τα πάντα: το καλό και το κακό· το άσχημο και το όμορφο. Είναι το μοναδικό πράγμα που είναι αυτό το ίδιο αιωνιότητα.

«Τι υπέροχο πράγμα που είναι η γη! Πόσο όμορφα είναι όσα ξεπηδούν από μέσα της -οι βράχοι, τα ποτάμια, τα δέντρα, το γρασίδι, τα λουλούδια, όλα αυτά που γεννάει ατέλειωτα- μόνο τον άνθρωπο τον τρώει η λύπη, μόνο αυτός καταστρέφει το ίδιο του το είδος, τη γενιά του· μόνο αυτός εκμεταλλεύεται τον διπλανό του, καταδυναστεύει και καταστρέφει. Ο άνθρωπος είναι ο πιο δυστυχισμένος και ο πιο βασανισμένος, ο πιο επινοητικός, ο κατακτητής του χρόνου και του χώρου. Αλλά παρ’ όλες τις ικανότητές του, παρ’ όλους τους υπέροχους ναούς και τις εκκλησίες, τα τζαμιά και τις καθεδρικές που κατασκευάζει, ζει μέσα στο ίδιο του το σκοτάδι. Θεοί του είναι οι ίδιοι του οι φόβοι και αγάπες του τα ίδια του τα μίση. Τι θαυμάσιος κόσμος που θα μπορούσε να είναι, χωρίς όλους αυτούς τους πολέμους, χωρίς όλους αυτούς του φόβους. Αλλά σε τι χρησιμεύει να κάνει κανείς υποθέσεις; Σε τίποτα απολύτως.

Εκείνο που είναι πραγματικό και βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο είναι το ανικανοποίητο, αυτό το μοιραίο ανικανοποίητο. Είναι κάτι το πολύτιμο, ένα κόσμημα μεγάλης αξίας. Αλλά το φοβούνται, το σπαταλάνε, το χρησιμοποιούν ή αφήνουν να χρησιμοποιείται για να κερδίσουν κάτι. Τους ανθρώπους τους φοβίζει, αλλά είναι ένα πολύτιμο κόσμημα, ανεκτίμητο. Ζήσε μαζί του, παρακολούθησέ το μέρα τη μέρα, χωρίς ν’ ανακατεύεσαι στις κινήσεις του και τότε αυτό σαν φλόγα θα κατακαίει όλα τα σκουπίδια αφήνοντας μόνο εκείνο που δεν ανήκει πουθενά και δεν μπορεί να μετρηθεί. Διάβασέ το όλο αυτό με σοβαρότητα και προσοχή.

Ο πλούσιος έχει περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται, ενώ ο φτωχός πεινάει, αγωνίζεται για το φαί του παλεύοντας και δουλεύοντας όλη του τη ζωή. Κάποιος, που δεν έχει τίποτα, φτιάχνει από μόνος του τη ζωή του ή αφήνει τη ζωή να γίνει από μόνη της πλούσια, δημιουργική, ενώ ένας άλλος που έχει όλα τα καλά του κόσμου, σπαταλιέται, μαραίνεται και πάει. Ο ένας έχει ένα κομμάτι γη και το κάνει όμορφο, παραγωγικό, ενώ ένας άλλος το παραμελεί και τ’ αφήνει να πεθάνει όπως πεθαίνει κι ο ίδιος. Έχουμε τέτοιες απέραντες ικανότητες, κάθε είδους, που μπορούμε να βρούμε ή εκείνο που δεν έχει όνομα ή να φέρουμε στη γη την κόλαση. Αλλά με κάποιον τρόπο ο άνθρωπος προτιμά να τρέφει το μίσος και την εχθρότητα. Είναι τόσο πιο εύκολο το μίσος, ο φθόνος και καθώς η κοινωνία βασίζεται στην απαίτηση για όλο και περισσότερο, τα ανθρώπινα πλάσματα πέφτουν στην παγίδα να κυνηγούν κάθε είδους απόκτημα. Κι έτσι υπάρχει μία ατέλειωτη πάλη που την έχουν δικαιώσει και τη θεωρούν ευγενική.

Υπάρχει όμως ο απεριόριστος πλούτος μιας ζωής χωρίς πάλη, χωρίς «θέλω», χωρίς επιλογές. Αλλά μια τέτοια ζωή είναι απίθανα δύσκολη όταν όλος μας ο πολιτισμός είναι αποτέλεσμα της πάλης και της δράσης που φέρνει η επιθυμία. Χωρίς τη δράση της επιθυμίας, σχεδόν για κάθε ζωντανό πλάσμα, υπάρχει ο θάνατος. Χωρίς κάποιο είδος φιλοδοξίας, σχεδόν για όλους, η ζωή δεν έχει κανένα νόημα.

Αλλά υπάρχει  ζωή χωρίς «θέλω», χωρίς επιλογές.

Αυτή η ζωή γεννιέται όταν η ζωή της επιθυμίας φτάσει σ’ ένα τέλος.

Η αλήθεια είναι μια χώρα δίχως μoνoπάτι
O άνθρωπoς δεν μπoρεί να τη φτάσει μέσα από oργανώσεις, μέσα από κάπoια πίστη, μέσα από δόγματα, ιερωμένoυς ή τελετoυργίες, oύτε και μέσα από κάπoια φιλoσoφική γνώση ή ψυχoλoγική τεχνική. Πρέπει να τη βρει μέσα από τoν καθρέφτη των σχέσεων, μέσα από την κατανόηση τoυ περιεχoμένoυ τoυ νoυ τoυ, με την παρατήρηση και όχι με διανoητική ψυχανάλυση ή ενδoσκοπική αυτοανάλυση. O άνθρωπoς έχει φτιάξει μέσα τoυ σαν φράχτη προστασίας διάφορες εικόνες -θρησκευτικές, πoλιτικές, πρoσωπικές. Αυτές εκδηλώνoνται σαν σύμβoλα, ιδέες, πίστεις. Τo βάρoς αυτών των εικόνων κυριαρχεί πάνω στη σκέψη τoυ ανθρώπoυ, στις σχέσεις τoυ και στην καθημερινή τoυ ζωή.

Αυτές oι εικόνες είναι oι αιτίες των πρoβλημάτων μας επειδή χωρίζoυν τoν έναν άνθρωπo από τoν άλλoν. Η αντίληψη πoυ έχει o άνθρωπoς για τη ζωή διαμoρφώνεται από τις έννoιες πoυ ήδη ενυπάρχoυν στo νoυ τoυ. Τo περιεχόμενo της συνείδησής τoυ είναι όλη τoυ η ύπαρξη. Αυτό τo περιεχόμενo είναι κoινό σε όλη την ανθρωπότητα. Η ατoμικότητα είναι τo όνoμα, η μoρφή και η επιφανειακή παιδεία πoυ απoκτά από την παράδoση και τo περιβάλλoν τoυ. Η μoναδικότητα τoυ ανθρώπoυ δε βρίσκεται στην επιφάνεια, αλλά στην πλήρη ελευθερία από τo περιεχόμενo της συνείδησής τoυ, πoυ είναι κoινή για όλη την ανθρωπότητα. ‘Ετσι, o άνθρωπoς δεν είναι ξεχωριστό άτoμo.

Η ελευθερία δεν είναι αντίδραση· η ελευθερία δεν είναι επιλoγή. Είναι ψεύτικoς o ισχυρισμός τoυ ανθρώπoυ ότι είναι ελεύθερoς, επειδή μπoρεί να διαλέξει. Ελευθερία είναι η καθαρή παρατήρηση, χωρίς κατεύθυνση, χωρίς φόβo τιμωρίας ή ελπίδα ανταμoιβής. Η ελευθερία δεν έχει κίνητρo· η ελευθερία δε βρίσκεται στo τέλoς της εξέλιξης τoυ ανθρώπoυ, αλλά υπάρχει στo πρώτo βήμα της ύπαρξής τoυ. Με την παρατήρηση αρχίζει κανείς να ανακαλύπτει την έλλειψη ελευθερίας. Η ελευθερία βρίσκεται στη χωρίς εκλoγή επίγνωση της καθημερινής μας ζωής και δραστηριότητας.

Η σκέψη είναι χρόνoς. Η σκέψη γεννιέται από την εμπειρία και τη γνώση, πoυ είναι αξεχώριστα δεμένες με τo χρόνo και τo παρελθόν. O ψυχολογικός χρόνoς είναι εχθρός τoυ ανθρώπoυ. Η δράση μας βασίζεται στη γνώση, άρα στo χρόνo, κι έτσι o άνθρωπoς είναι πάντα σκλάβoς στo παρελθόν. Η σκέψη είναι πάντα περιoρισμένη κι έτσι ζoύμε σε συνεχή σύγκρoυση και αγώνα. Δεν υπάρχει ψυχoλoγική εξέλιξη.

‘Oταν o άνθρωπoς απoκτήσει επίγνωση της κίνησης των σκέψεών τoυ, θα δει την διαίρεση ανάμεσα στoν σκεπτόμενo και την σκέψη, στoν παρατηρητή και τo παρατηρoύμενo, στoν εμπειρώμενo και την εμπειρία. Θα ανακαλύψει ότι αυτή η διαίρεση είναι ψευδαίσθηση. Μόνo τότε υπάρχει καθαρή παρατήρηση, πoυ είναι άμεση αντίληψη χωρίς σκιά από τo παρελθόν ή από τo χρόνo. Αυτή η άχρoνη αντίληψη φέρνει μια βαθιά ριζική αλλαγή στo νoυ. Η ολοκληρωτική άρνηση είναι η oυσία τoυ θετικoύ. ‘Oταν υπάρχει άρνηση όλων εκείνων των πραγμάτων πoυ έχει γενήσει ψυχολογικά η σκέψη, μόνο τότε υπάρχει αγάπη, πoυ είναι συμπόνια, πάθoς και νoημoσύνη.

O τονισμός της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας

Ο τονισμός στις διάφορες γλώσσες του κόσμου έχει διάφορες ποικιλίες, αλλά χοντρικά μπορούμε να ξεχωρίσουμε δύο βασικά είδη τόνου: τον δυναμικό τόνο, στον οποίο το τονισμένο φωνήεν της λέξης προφέρεται σε διαφορετική ένταση φωνής από τα υπόλοιπα φωνήεντα. Και στον μουσικό τόνο, όπου το τονισμένο φωνήεν προφέρεται σε διαφορετικό ύψος φωνής από τα υπόλοιπα φωνήεντα. Δυναμικό τόνο έχει η Νέα Ελληνική και οι περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Μουσικό τόνο έχει λ.χ. η Νορβηγική και η Κινεζική. Ωστόσο μουσικά στοιχεία υπάρχουν και σε γλώσσες με δυναμικό τονισμό, μόνο που δεν είναι λεξικά, αλλά λειτουργούν σε προτασιακό επίπεδο. Π.χ. στο τέλος μιας ερώτησης ή μιας έκφρασης θαυμασμού. Αυτό ονομάζεται επιτονισμός και συνήθως σημειώνεται με τα σημεία στίξης (λ.χ, !, ;). Αλλά και αντίστροφα: στο μουσικό τόνο συνήθως ενυπάρχουν και στοιχεία του δυναμικού. Λ.χ. η άνοδος του ύψους της φωνής μπορεί να συνοδεύεται από αύξηση ή μείωση της έντασής της.

Η Αρχαία Ελληνική είχε μουσικό τόνο. Αυτό αποδεικνύεται από τα εξής στοιχεία:

1) Οι περιγραφές των αρχαίων γραμματικών παραπέμπουν σε μουσικό τονισμό. Ο Αριστοτέλης περιγράφει στη Ρητορική τον τονισμό ως ένα είδος αρμονίας. Στη μουσική παραπέμπουν και οι όροι που χρησιμοποιούνται: οξεία ( =ψηλή φωνή), βαρεία (=βαριά φωνή), αλλά προπάντων ο όρος προσωδία (= η μουσική που συνοδεύει τις συλλαβές) και οι όροι τόνος ή τάσις (=τέντωμα), οι οποίοι προέρχονται από το τέντωμα (επίτασις) ή τη χαλάρωση (άνεσις) των χορδών των μουσικών οργάνων χάρη στα οποία ποικίλλει το ύψος ενός μουσικού οργάνου.

2) Το μέτρο (=ρυθμός) των ποιημάτων δεν δημιουργείται από την εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών, όπως στα Νέα Ελληνικά και τις γλώσσες με δυναμικό τόνο, αλλά από την εναλλαγή μακρών και βραχειών συλλαβών. Ο τόνος δεν λαμβάνεται υπόψη στη δημιουργία του μέτρου.



3) Στις σπάνιες περιπτώσεις που έχει διασωθεί η μουσική που συνόδευε τα ποιήματα (λ.χ. επιτάφιο άσμα του Σείκιλου), αυτή λαμβάνει γενικά υπόψη της την έμφυτη μουσικότητα των λέξεων: έτσι λ.χ. οι συλλαβές που έχουν οξεία είναι σε υψηλότερη νότα από τις άλλες συλλαβές της λέξης που δεν έχουν οξεία.

4) Η δημιουργία σημαδιών από το 200 π.Χ. και μετά για τη δήλωση του τόνου υποδεικνύει ότι οι δάσκαλοι τα θεωρούσαν απαραίτητα, για να μάθουν οι μαθητές ένα σύστημα τονισμού που είχε αρχίσει να εκλείπει ή τουλάχιστον να τους δυσκολεύει. Υπήρχαν φυσικά και άλλοι λόγοι για την επινόηση των τονικών σημαδιών, ο κυριότερος από τους οποίους ήταν η ανάγκη να σημειωθούν οι τόνοι σε διαλεκτικά κείμενα των οποίων ο τονισμός διέφερε από τον επικρατούντα αττικό. Λ.χ. τα κείμενα των Λέσβιων αρχαϊκών λυρικών (Σαπφώ, Αλκαίος) ήταν γραμμένα σε μια διάλεκτο που είχε την τάση να ανεβάζει τον τόνο των λέξεων μακριά από τη λήγουσα. Π.χ. πόταμος αντί ποταμός. Επίσης τα ομηρικά κείμενα ήταν γεμάτα με ιωνικούς, λεσβιακούς και άλλους πανάρχαιους τύπους και οι μαθητές και οι σπουδαστές έπρεπε να μάθουν τον σωστό τονισμό αυτών των λέξεων, πολλές από τις οποίες δεν χρησιμοποιούνταν πια στην ελληνιστική εποχή. Τέλος στη χρήση τόνων μπορεί να συνέβαλε και η ανάγκη των ξένων να μάθουν σωστά την Ελληνική.

ΒΡΑΧΕΑ-ΜΑΚΡΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ-ΔΙΦΘΟΓΓΟΙ

Η Αρχαία Ελληνική διέκρινε βραχέα και μακρά φωνήεντα. Η διάκριση αφορούσε το χρόνο εκφοράς: τα βραχέα εκφέρονταν σε ένα χρόνο, τα μακρά σε διπλάσιο. Οι δίφθογγοι από αυτή την άποψη μπορούν να θεωρηθούν ως ειδική περίπτωση των μακρών, με τη διαφορά ότι ο δεύτερος χρόνος καλυπτόταν από διαφορετικό φωνήεν σε σχέση με τα μακρά. Έτσι έχουμε:

Βραχέα: ε, ο, υ, ι, α

Μακρά: η (=εε), ω (=οο), α (=αα), ι (=ιι), υ (=υυ)


Παράδειγμα διφθόγγου: αι = όπως ακούγεται στη λέξη καημός.

ΤΑ ΣΗΜΑΔΙΑ ΤΟΝΙΣΜΟΥ

Ήταν τρία: οξεία ('), βαρεία (΄) , οξυβάρεια ή περισπωμένη(~).

ΟΙ ΤΟΝΟΙ

Στην οξεία το ύψος της φωνής ανέβαινε στο τονισμένο φωνήεν. Μια υπόθεση λέει ότι ανέβαινε κατά ένα διάστημα πέμπτης, δηλαδή στην κλίμακα λ.χ. του ντο από το ντο στο σολ.

Στη βαρεία το ύψος της φωνής ήταν καθοδικό σε σχέση με την οξεία. Δηλαδή η φωνή κατέβαινε ξανά στο ντο ή εν πάση περιπτώσει στο κανονικό, ασημάδευτο ύψος φωνής των άτονων φωνηέντων. Κάποια στιγμή σημειωνόταν καταχρηστικά σε όλα τα μη τονισμένα φωνήεντα. Αργότερα η χρήση της περιορίστηκε μόνο σε λέξεις που κανονικά έπαιρναν οξεία στη λήγουσα (οξύτονες) και μετά δεν ακολουθούσε ισχυρό σημείο στίξης (λ.χ. τελεία) ή εγκλιτικό. Μια εύλογη υπόθεση είναι ότι η άνοδος του ύψους της φωνής σ' αυτή την περίπτωση δεν ήταν τόσο υψηλή όσο στην κανονική οξεία.  

Η περισπωμένη (οξυβάρεια) σημείωνε την άνοδο της φωνής στον πρώτο χρόνο και την κάθοδό της στο δεύτερο χρόνο (σύνθετος τόνος). Επομένως χρειάζεται δύο χρόνους για να εκφραστεί, και άρα αφορά μόνο τα μακρά φωνήεντα και τις διφθόγγους. Αυτός είναι ο λόγος που μαθαίνουμε τον κανόνα ότι τα βραχέα φωνήεντα δεν παίρνουν ποτέ περισπωμένη: τα βραχέα έχουν μόνο ένα χρόνο. Ένας άλλος κανόνας που μαθαίνουμε στο σχολείο είναι ότι οι δίφθογγοι -οι και -αι στο τέλος κλιτής λέξης λογαριάζονται για τον τονισμό ως βραχέα φωνήεντα και όχι ως μακρά: στην περίπτωση αυτή το δεύτερο στοιχείο της διφθόγγου, το -ι, πρέπει να μετατρεπόταν στον καθημερινό γρήγορο λόγο σε ημίφωνο -y (όπως λ.χ. στα Νέα Ελληνικά το -ι- στη λέξη παιδιά, προφορά πεδyά), δηλαδή σε σύμφωνο, άρα η προφορά ήταν -oy, -ay και επομένως η δίφθογγος απέμενε μόνο με έναν φωνηεντικό χρόνο (ο ή α), άρα μπορούσε να θεωρηθεί ως βραχύ φωνήεν. Όταν ένα μακρό φωνήεν έπαιρνε οξεία, αυτό σημαίνει ότι το ύψος της φωνής ανέβαινε μόνο στον δεύτερο χρόνο. Παράδειγμα:

κέὲπος = κῆπος

κεέπου =κήπου


Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΤΡΙΣΥΛΛΑΒΙΑΣ

Ο βασικότερος ίσως κανόνας τονισμού της Αρχαίας Ελληνικής είναι ότι ο τόνος δεν μπορεί να ανέβει πριν από την προπαραλήγουσα (δηλαδή την τρίτη συλλαβή από το τέλος) κι αυτό όταν η λήγουσα είναι βραχεία. Όταν η λήγουσα είναι μακρά, ο τόνος κατεβαίνει αναγκαστικά στην παραλήγουσα. Π.χ. το όφελος, αλλά του οφέλους. Στην πραγματικότητα πίσω από αυτό τον κανόνα κρύβεται ένας γενικότερος, βασικότερος και παλιότερος: ο τόνος δεν μπορεί να ανέβει πέρα από τον τρίτο φωνηεντικό χρόνο από τη λήγουσα. Στο παράδειγμα με τη λέξη όφελος ο κανόνας είναι ολοφάνερος:

όφελος: όλα τα φωνήεντα είναι βραχέα, άρα διαρκούν από έναν χρόνο (3Χ1). Η λέξη τονίζεται στον τρίτο χρόνο από τη λήγουσα.

οφέλους: το ου της κατάληξης είναι δίφθογγος, άρα έχει δύο χρόνους, συνεπώς συνολικά η λέξη έχει τώρα 1+1+2 =4 χρόνους. Ο τόνος κατεβαίνει αναγκαστικά στον τρίτο χρόνο από το τέλος, άρα πάει στην παραλήγουσα.

Το ίδιο σχήμα ερμηνεύει και δισύλλαβες λέξεις, όπου φαινομενικά δεν έπρεπε να ισχύει ο νόμος της τρισυλλαβίας. Ισχύει όμως ο πιο βασικός νόμος της τριχρονίας:

κῆπος =κέεπος, ο τόνος πέφτει στον τρίτο χρόνο από το τέλος.

κήπου = κεέπου, ο τόνος πέφτει στον τρίτο χρόνο από το τέλος. Αυτόν τον νόμο τον μαθαίνουμε μηχανικά στο σχολείο ως «μακρό μπροστά από βραχύ περισπάται», «μακρό μπροστά από μακρό οξύνεται».

κῆποι = κέεποι, ο νόμος φαινομενικά μόνο παραβιάζεται, αφού είπαμε ότι το -οι στο τέλος κλιτής λέξης γίνεται oy και του απομένει μόνο ένας φωνηεντικός χρόνος: πραγματική προφορά κέεποy.

Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΟΝ ΔΥΝΑΜΙΚΟ ΤΟΝΟ

Η αλλαγή του τόνου από μουσικό σε δυναμικό ήταν βαθμιαία διαδικασία που ξεκίνησε αμέσως μετά την κλασική εποχή για τις περισσότερες ελληνικές διαλέκτους (υπάρχουν υποψίες ότι στη λακωνική ξεκίνησε ήδη από το τέλος της αρχαϊκής εποχής). Στην ενίσχυση της αλλαγής έπαιξε ίσως σημαντικό ρόλο και η διάδοση της Ελληνικής σε ξένους λαούς που δεν ήταν σε θέση να αναπαραγάγουν τα λεπτά μουσικά σχήματα της Ελληνικής, όπως σήμερα οι ξένοι ομιλητές της αγγλικής δεν μπορούν να αναπαραγάγουν εύκολα την λονδρέζικη προφορά και συνήθως υιοθετούν μια προφορά των δύσκολων φθόγγων πιο κοντά στη δική τους μητρική γλώσσα. Επιπλέον ο μουσικός τόνος χρειαζόταν τα μακρά φωνήεντα και τις διφθόγγους, για να εκφραστεί. Η βαθμιαία μετατροπή των μακρών σε βραχέα και ο μονοφθογγισμός των διφθόγγων (π.χ. καιρός > καερός > κεερός > κερός) οδήγησε στην απώλεια και του μουσικού τονισμού.

Η μετάβαση στο δυναμικό τονισμό φαίνεται να ολοκληρώθηκε στους δύο πρώτους μετά κοινης χρονολογισης αιώνες, αφού τα ποιήματα του Κλήμεντος από την Αλεξάνδρεια (τέλος 2ου αιώνα μ.Χ.) ή του Γρηγόριου του Ναζιανζηνού (4ος αιώνας μ.Χ.) στηρίζονται στην εναλλαγή άτονων και τονισμένων συλλαβών, όπως στα Νέα Ελληνικά (βέβαια οι λόγιοι ποιητές εξακολούθησαν να γράφουν στα παραδοσιακά μέτρα για αιώνες ακόμη). Ενδιάμεσα την επικράτηση του δυναμικού τονισμού μαρτυρούν ορθογραφικά «λάθη» σε παπυρικά ευρήματα από καθημερινούς ανθρώπους. Έτσι λ.χ. συχνά το ε γράφεται ως γιώτα σε άτονες συλλαβές: είναι γνωστό ότι ο δυναμικός τόνος έχει την τάση να «εξασθενεί» τα άτονα φωνήεντα, οδηγώντας τα ακόμη και στην οριστική έκπτωση από τη λέξη. Ένα παρόμοιο φαινόμενο παρουσιάζεται στα λεγόμενα βόρεια νεοελληνικά ιδιώματα: π.χ. νιρό αντί νερό, σκλί αντί σκυλί κ.ο.κ.

Ο κλασικός λακωνικός τύπος σιός αντί θεός (με «αδυνάτισμα» του άτονου ε σε ι) είναι μία από τις ενδείξεις που εξαιτίας τους οι γλωσσολόγοι υποπτεύονται ότι στη λακωνική η εξέλιξη προς το δυναμικό τόνο ξεκίνησε νωρίτερα από τις άλλες διαλέκτους. [Ο λακωνικός τύπος είναι ενδιαφέρων και από μια άλλη άποψη: δείχνει ότι τα δασέα σύμφωνα όπως το -θ- (κλασική προφορά περίπου /τχ/ =τχεός) ξεκίνησαν να γίνονται τριβόμενα (όπως σήμερα) στη λακωνική επίσης νωρίτερα σε σχέση με άλλες αρχαίες διαλέκτους: το σ- φαίνεται να αποτελεί απόπειρα να αποδοθεί ένα τριβόμενο θ όπως το σημερινό με τον πιο κοντινό φθόγγο που διέθετε το ελληνικό αλφάβητο, με άλλα λόγια η λακωνική προφορά στην πράξη πρέπει να ήταν /θιός/ ή /θyός/ με συνίζηση)]. Η επικράτηση ισχυρού δυναμικού τόνου είναι και ο λόγος που λ.χ. στη Γαλλική υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ ιστορικής ορθογραφίας και πραγματικής προφοράς. Η Λατινική, ο πρόγονος της Γαλλικής, είχε επίσης μουσικό τόνο. Στην πορεία προς τη Γαλλική η επικράτηση δυναμικού τονισμού οδήγησε στον ακρωτηριασμό των άτονων συλλαβών: ils aiment πραγματική προφορά ilz-em. Ο ακρωτηριασμός των καταλήξεων οδήγησε στο να τονίζονται όλες οι γαλλικές λέξεις στη λήγουσα!

Εκλογικεύοντας το παράλογο – Το ανίκητο όπλο του Θεμιστοκλή

Αυτή είναι μία αληθινή ιστορία που συνέβη πριν 2500 χρόνια στην Αθήνα. Ήταν τότε που η υπερδύναμη της εποχής, η Περσία, επιχειρούσε μία δεύτερη εισβολή στην Ελλάδα, δέκα χρόνια μετά την καταστροφική ήττα που είχε υποστεί στη διάσημη μάχη του Μαραθώνα. Τώρα, στρατηγός των Ελλήνων ήταν ένας ευφυέστατος άνθρωπος, ο Θεμιστοκλής, ο οποίος μας άφησε ένα εξαιρετικό παράδειγμα διαχείρισης του πλήθους, που μπορεί να μας φανεί χρήσιμο στις περιπτώσεις που έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε το παράλογο σε ιδιαίτερα κρίσιμες στιγμές.

Ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Έλληνες να καθυστερήσουν τις περσικές δυνάμεις στις Θερμοπύλες. Πράγματι, η γενναία αντίσταση του Λεωνίδα και των συντρόφων του επέφερε σημαντικές απώλειες στον στρατό των εισβολέων και έδωσε χρόνο στους Έλληνες να υποδεχτούν προετοιμασμένοι τους Πέρσες, οι οποίοι οδεύουν εναντίον της Αθήνας καταστρέφοντας ό, τι βρίσκουν στον δρόμο τους.

Ενώ οι επικεφαλής του στρατού αναζητούν τρόπους να διασώσουν τον πληθυσμό της Αθήνας, ο κόσμος ήταν τρομοκρατημένος, όχι μόνο λόγω του πλήθους των εχθρών που πλησίαζαν, αλλά κι επειδή συνέβη εκείνες τις ημέρες να χαθεί το ιερό φίδι της θεάς Αθηνάς από την Ακρόπολη. Αυτό σήμαινε πως η θεά είχε αποσύρει για κάποιο λόγο την υποστήριξή της προς τους Αθηναίους. Το επόμενο βήμα ήταν να ζητήσουν χρησμό από το Μαντείο των Δελφών, όπως έκαναν πάντα πριν λάβουν σοβαρές αποφάσεις. Η απάντηση ήταν πως «… ο παντεπόπτης Ζευς δίνει την άδεια στην Τριτιγενή να μείνει απόρθητο μόνο το ξύλινο τείχος που θα προστατέψει εσένα και τα παιδιά σου …» και κατέληγε σε κάτι ακόμα πιο ασαφές: «Ω θεία Σαλαμίς, πολλά παλληκάρια εσύ θα φας, είτε όταν σπέρνεται το σιτάρι είτε όταν θερίζεται».

Ο χρησμός αυτός δυσκόλευε πολύ τον Θεμιστοκλή, ο οποίος είχε καταστρώσει ένα σχέδιο εκκένωσης της πόλης, ώστε, όταν θα έφταναν οι Πέρσες, δεν θα έβρισκαν κανέναν να σκοτώσουν. Γνώριζε ότι η δύναμη της Αθήνας ήταν ο στόλος της, κι έτσι σχεδίαζε να επανδρώσει τα καράβια με τους μάχιμους και να μεταφέρει τους αμάχους στα νησιά, και κυρίως στη Σαλαμίνα, ένα μικρό νησί στη ΝΔ πλευρά της Αττικής. Οι προληπτικοί Αθηναίοι, όμως, δεν θα τολμούσαν να αγνοήσουν τον χρησμό της Πυθίας των Δελφών, κι εκείνη είχε πει πως αυτό που θα τους σώσει είναι ένα ξύλινο τείχος. Θα οχυρώνονταν λοιπόν πίσω από τα ξύλινα τείχη της Ακρόπολης, με την ελπίδα πως οι θεοί θα τους προστάτευαν. Ο ορθολογιστής και φιλόδοξος Θεμιστοκλής γνώριζε πως αυτό θα ήταν καταστροφή, αλλά πώς να εφαρμόσει το αντιδημοφιλές του σχέδιο και μάλιστα αμέσως;

Φανταστείτε τον να εισβάλει έξαλλος στην αγορά και να ξεσπάει:

«Ω ανόητοι Αθηναίοι, αμόρφωτοι και αδαείς, που βασίζετε τη σωτηρία σας σε μία μπούρδα που ξεστόμισε μία μαστουρωμένη, παλαβή ιέρεια! Πόσο ηλίθιοι είσαστε που δεν κατανοείτε πως οι χρησμοί είναι παραμύθια και πόσο δειλοί που αρνείστε την πραγματικότητα, αφήνοντας τον καθένα να εκμεταλλεύεται τις δεισιδαιμονίες σας! Παρατήστε, λοιπόν, τις χαζομάρες και μπείτε τώρα στα καράβια να σωθείτε εσείς και οι οικογένειές σας». Ύστερα, φανταστείτε τον να αναλύει με κάθε λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους έπρεπε να εμπιστευτούν τα καράβια. Αράδιασε νούμερα, διαστάσεις, την ένταση των ανέμων, τις συντεταγμένες … μέχρι που είδε πως το ακροατήριό του είχε εξαφανιστεί. Τι είχε συμβεί;

Οι ήδη τρομοκρατημένοι Αθηναίοι, τώρα είχαν πανικοβληθεί, πιστεύοντας πως η ασέβεια που επέδειξε ο στρατηγός θα είχε κάνει τους θεούς έξαλλους. Προσβεβλημένοι και σε κατάσταση απόλυτης σύγχυσης εγκατέλειψαν τον ασεβή στρατηγό και ταμπουρώθηκαν πίσω τα τείχη της Ακρόπολης. Λίγες μέρες μετά, ο βασιλιάς των Περσών Ξέρξης, εισέβαλε στην Αθήνα, έριξε τα τείχη και τους κατέσφαξε. Η Αθήνα πρώτα και ύστερα όλες οι ελληνικές πόλεις έγιναν επαρχίες της περσικής αυτοκρατορίας.

Έτσι θα είχε εξελιχθεί η ιστορία, αν ο Θεμιστοκλής ήταν ένας άκαμπτος ορθολογιστής που απαιτεί όλοι οι άλλοι να προσαρμόζονται στο δικό του ευφυές σκεπτικό. Για καλή μας τύχη, ο Θεμιστοκλής ήταν ικανός πολιτικός και γνώριζε πως αν ήθελε να σώσει την πόλη και τους κατοίκους της, τότε έπρεπε να είναι όλοι ενωμένοι, να νιώθουν δυνατοί, να αισθάνονται ότι υπηρετούν έναν στόχο που αξίζει τον κόπο. Έκανε έκκληση στο συναίσθημά τους, όχι για να τους εκμεταλλευτεί, αλλά για να τους πείσει να ακολουθήσουν τον δρόμο προς τη σωτηρία, όχι μόνο τη δική τους, αλλά και των επόμενων γενεών. Στην πραγματικότητα τους μίλησε κάπως έτσι:

«Αγαπητοί μου συμπολίτες, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείτε, διότι είναι φανερό πως οι θεοί είναι με το μέρος μας. Πρώτον, το ότι ο ιερός όφις εγκατέλειψε τον ναό, είναι σημάδι πως η θεά εγκατέλειψε την πόλη, όπως πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Μας λέει καθαρά πως πρέπει να καταφύγουμε στη θάλασσα. Δεύτερον, είναι ολοφάνερο πως το ξύλινο τείχος που θα μείνει απόρθητο, όπως λέει ο χρησμός, δεν μπορεί να είναι αυτός ο φράχτης της Ακρόπολης, όχι μόνο διότι η θεά εγκατέλειψε τον τόπο, αλλά επειδή ο χρησμός στη συνέχεια αποκαλεί τη Σαλαμίνα «θεία». Εκεί λοιπόν θα έχουμε τη θεϊκή προστασία και εκεί πολλά παλικάρια θα «φαγωθούν» και θα είναι Πέρσες. Τα πλοία μας είναι τα ξύλινα τείχη μας!»

Μόνο πεντακόσια άτομα δεν πείστηκαν και έμειναν στην Ακρόπολη, κυρίως όσοι δεν ήταν σε θέση να πολεμήσουν ή να μετακινηθούν, λέει ο Ηρόδοτος. Όλοι οι άλλοι ακολούθησαν τις οδηγίες του Θεμιστοκλή, διότι ένιωσαν ασφαλείς και δυνατοί υπό την ηγεσία ενός ανθρώπου που σεβόταν αυτά που και εκείνοι σέβονταν. Που ήταν ένας από αυτούς, αντί να στέκεται απέναντι κουνώντας το δάχτυλο. Μάλιστα, ήδη από την αρχαιότητα, υπήρχε η φήμη πως ο ίδιος ο Θεμιστοκλής επινόησε αυτόν τον χρησμό, με τον οποίο ανάγκασε το μαντείο να αντικαταστήσει έναν προηγούμενο που προφήτευε ολοκληρωτική καταστροφή. Το αποτέλεσμα ήταν πως υπερψηφίστηκε από τους υπόλοιπους στρατηγούς η πρόταση του Θεμιστοκλή να εκκενωθεί η πόλη, σύμφωνα με την οποία έπρεπε: «να εμπιστευτούν την πόλη στη θεά Αθηνά, να επιβιβαστούν στα πλοία όλοι οι μάχιμοι και ο καθένας να σώζει με όποιον τρόπο μπορεί τα γυναικόπαιδα και τους δούλους».

Στα χρόνια αυτά της πρώιμης δημοκρατίας, οι σπουδαίοι πολιτικοί άνδρες γνώριζαν πως, σε αντίθεση με τα απολυταρχικά καθεστώτα της ανατολής, όπου ο μονάρχης επέβαλλε δια της βίας στους υπηκόους του τα ήθη και τους τρόπους της αρεσκείας του, σε μια πόλη ελεύθερων πολιτών κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Εδώ ο ηγέτης έπρεπε να είναι έξυπνος, ευέλικτος και ευπροσήγορος, επειδή έπρεπε να πείσει τους πολίτες να του επιτρέψουν να εφαρμόσει το οποιοδήποτε σχέδιό του.

Αν ο Θεμιστοκλής δεν είχε κατορθώσει να πείσει τους υπόλοιπους για την ορθότητα της στρατηγικής του, η Ελλάδα και πιθανότητα ολόκληρη η Ευρώπη θα είχε καταληφθεί από τους Πέρσες. Δεν ήταν κατάλληλη η ώρα να συζητηθεί η εγκυρότητα των χρησμών και η ύπαρξη των θεών, με τον θάνατο να παραμονεύει στα δύο βήματα. Ο αγώνας εναντίον της δεισιδαιμονίας μπορούσε να περιμένει. Τώρα έπρεπε να πειστούν οι Αθηναίοι με κάθε τρόπο να λάβουν μία απόφαση ζωής. Και δεν θα τους είχε πείσει αν δεν τους μιλούσε στη μόνη γλώσσα που καταλάβαιναν, αν δεν απευθυνόταν στο συναίσθημα χρησιμοποιώντας εργαλεία της λογικής! Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ολόκληρος ο κόσμος, μέχρι σήμερα, θυμάται και θαυμάζει τον Θεμιστοκλή ως πολιτική ιδιοφυία.

Την επόμενη φορά που θα βρεθείτε στη δυσάρεστη θέση να αντιμετωπίσετε τον παραλογισμό κάποιων συνεργατών, φίλων ή συγγενών, θυμηθείτε πως σε καταστάσεις πανικού το παράλογο, που τρέφεται από το συναίσθημα, πάντα κερδίζει τη λογική, εκτός και αν καταφέρετε να παρουσιάσετε το λογικό σας σχέδιο στη γλώσσα του συναισθήματος. Δεν μπορείτε να ξεριζώσετε το παράλογο, μπορείτε όμως, σαν τον Θεμιστοκλή, να το χρησιμοποιήσετε ως φάρμακο που θα κάνει ένα αχώνευτο λογικό σχέδιο εύπεπτο για το στομάχι των παράλογων ανθρώπων.

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ, ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΕΥΣ - Λυσίας 18

Η αφηγηματική τέχνη του Λυσία

Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας υπήρξε ιστοριογράφος και ρητοροδιδάσκαλος που δίδαξε πάνω από 20 χρόνια στη Ρώμη (30-8 π.Χ.). Είναι πρωτίστως γνωστός ως κριτικός της λογοτεχνίας. Το πιο πρωτότυπο από τα κριτικά του δοκίμια θεωρείται το Περὶ σύνθεσεως ὀνομάτων, όπου συζητούνται οι αρχές βάσει των οποίων συνδυάζονται (συντάσσονται , συντίθενται) οι λέξεις στον ποιητικό και τον πεζό λόγο και η σημασία του συνδυασμού αυτού για το τελικό αποτέλεσμα. Ανάμεσα σε άλλα έργα, ο Διονύσιος έγραψε και δοκίμια για μεμονωμένους ρήτορες, από τα οποία σώζονται τα αφιερωμένα στον Λυσία, τον Ισοκράτη, τον Ισαίο και τον Δημοσθένη, που για τον αττικιστή Διονύσιο αποτελεί το αδιαφιλονίκητο πρότυπο. Στα συγκεκριμένα δοκίμια το έργο των ρητόρων εξετάζεται με τρόπο σχηματικό, όμως συχνά οι παρατηρήσεις που περιέχονται προδίδουν οξυδέρκεια και ευαισθησία και αποδεικνύουν ότι ο Διονύσιος ήταν άριστος γνώστης του ύφους.

Το παρατιθέμενο απόσπασμα προέρχεται από το δοκίμιο για τον Λυσία, και ειδικότερα από την ενότητα που αναφέρεται στην διήγηση του ρητορικού λόγου. Ο Διονύσιος, αν και ψέγει για κάποια άλλα πράγματα τον ρήτορα, τον θεωρεί ασυναγώνιστο στη διήγηση. (Λαμπρό δείγμα της τέχνης του Λυσία παρέχει το Κείμενο: Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία).

Λυσίας 18

ἐν δὲ τῷ διηγεῖσθαι τὰ πράγματα, ὅπερ οἶμαι μέρος πλείστης δεῖται φροντίδος καὶ φυλακῆς, ἀναμφιλόγως ἡγοῦμαι κράτιστον αὐτὸν εἶναι πάντων ῥητόρων, ὅρον τε καὶ κανόνα τῆς ἰδέας ταύτης αὐτὸν ἀποφαίνομαι. οἴομαι δὲ καὶ τὰς τέχνας τῶν λόγων, ἐν αἷς εἴρηταί ‹τι› περὶ διηγήσεως ἀξιόλογον, οὐκ ἐξ ἄλλων τινῶν μᾶλλον ἢ τῶν ὑπὸ Λυσίου γραφεισῶν εἰληφέναι τὰ παραγγέλματα καὶ τὰς ἀφορμάς. καὶ γὰρ τὸ σύντομον μάλιστα αὗται ἔχουσιν αἱ διηγήσεις καὶ τὸ σαφὲς ἡδεῖαί τέ εἰσιν ὡς οὐχ ἕτεραι καὶ πιθαναὶ καὶ τὴν πίστιν ἅμα λεληθότως συνεπιφέρουσιν, ὥστε μὴ ῥᾴδιον εἶναι μήθ᾽ ὅλην διήγησιν μηδεμίαν μήτε μέρος αὐτῆς ψευδὲς ἢ ἀπίθανον εὑρεθῆναι· τοσαύτην ἔχει πειθὼ καὶ ἀφροδίτην τὰ λεγόμενα καὶ οὕτως λανθάνει τοὺς ἀκούοντας εἴτ᾽ ἀληθῆ ὄντα εἴτε πεπλασμένα. ὥσθ᾽ ὅπερ Ὅμηρος ἐπαινῶν τὸν Ὀδυσσέα ὡς πιθανὸν εἰπεῖν καὶ πλάσασθαι τὰ μὴ γενόμενα εἴρηκε, τοῦτό μοι δοκεῖ κἂν ἐπὶ Λυσίου τις εἰπεῖν·
εἶσκεν ψεύδεα πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῖα.
πᾶσί τε καὶ παντὸς μάλιστα τοῦτο παρεκελευσαίμην ‹ἂν› ἀσκεῖν τὸ μέρος ἐν τοῖς Λυσίου παραδείγμασι ποιουμένους τὰς γυμνασίας. κράτιστα γὰρ ‹ἂν› ἀποδείξαιτο ταύτην τὴν ἰδέαν ὁ μάλιστα τοῦτον τὸν ἄνδρα μιμησάμενος.

***
[18] Στη διήγηση των γεγονότων, το μέρος που απαιτεί, πιστεύω, στο μέγιστο βαθμό σκέψη και προσοχή, θεωρώ ότι αυτός είναι αδιαφιλονίκητα ο κράτιστος όλων των ρητόρων και τον αναγορεύω μέτρο και πρότυπο σ᾽ αυτό το είδος ρητορικής. Νομίζω μάλιστα ότι και τα εγχειρίδια ρητορικής, που έχουν να πουν κάτι αξιόλογο για την διήγηση, αντλούν τα διδάγματα και το υλικό τους από τις διηγήσεις του Λυσία κυρίως, και όχι από κάποιες άλλες. Τις διηγήσεις αυτές τις χαρακτηρίζει η συντομία και η σαφήνεια στον ύψιστο βαθμό, ενώ παράλληλα ασκούν απαράμιλλη γοητεία και είναι πειστικές· την πειθώ μάλιστα την επιτυγχάνουν εμμέσως και ανεπαισθήτως, με συνέπεια να μην είναι δυνατό ούτε διήγηση ολόκληρη ούτε ένα μέρος της να αποδειχθεί φτιαχτό ή μη πειστικό. Τέτοια δύναμη πειθούς και τόση χάρη έχουν τα εξιστορούμενα και τόσο πολύ δεν συνειδητοποιούν οι ακροατές αν είναι αληθινά η φανταστικά. Συνοψίζοντας: αυτό που είπε ο Όμηρος, εγκωμιάζοντας τον Οδυσσέα για την πειστικότητά του όταν μιλούσε και όταν, προσποιούμενος, παρουσίαζε ως γεγονότα πράγματα που δεν είχαν γίνει, αυτό, νομίζω, θα μπορούσε να το πει κάποιος και για τον Λυσία:
έλεγε πολλά ψέματα που έμοιαζαν με αλήθεια.1
Και θα συνιστούσα σε όλους πρωτίστως τούτο το μέρος του ρητορικού λόγου να επιλέγουν, όταν ασκούνται με παραδείγματα από τον Λυσία. Γιατί το άριστο στο συγκεκριμένο είδος ρητορικής θα το πετύχει εκείνος που θα μιμηθεί πιστότατα αυτόν τον άνδρα.
-------------------
1 Οδύσσεια τ 203.