Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

«Εν αρχή ην ο Νους»

Ο Εγκέφαλος κι ο Κόσμος του: Ζούμε σε μια εποχή που τουλάχιστον οι θετικές επιστήμες προχωρούν με γεωμετρική πρόοδο και «δεν προλαβαίνουμε» να αφομοιώσουμε τις συνέπειες των αποκαλύψεών τους. Θεωρίες και συλλήψεις που μόλις πριν λίγες δεκαετίες αποτελούσαν πεδίο έντονων αμφισβητήσεων ή παράγοντες συνταρακτικών ανατροπών, σήμερα αποτελούν «κοινό τόπο» και οι σύγχρονες αναζητήσεις πριν λίγα χρόνια θα φαίνονταν εντελώς επιστημονική φαντασία. Ακόμη κι αν η εκλαίκευση της επιστημονικής γνώσης δεν είναι πάντα εύκολη, οι εφαρμογές της είναι ήδη μια πραγματικότητα που έχει αλλάξει τη ζωή και το περιβάλλον μας δραματικά, άσχετα με την αξιολόγηση κατά περίπτωση αυτών των αλλαγών με ηθικές παραμέτρους.

Μέσα σε μια ιστορική πορεία ακόμη και η κλασσική αντίθεση της θρησκείας με την επιστήμη, άλλαξε ύφος. Χωρίς βέβαια να πάψουν να υπάρχουν βαθιές ποιοτικές διαφορές που δεν είναι του παρόντος, είναι άξιο λόγου το γεγονός ότι τουλάχιστον η χριστιανική –δυτική θρησκεία μπορεί π.χ. να δηλώνει σχεδόν σύμφωνη με την «μεγάλη έκρηξη» που γέννησε το σύμπαν ή να δέχεται την ιατρική και όχι τη «δαιμονική» ερμηνεία των ψυχικών φαινομένων και από την άλλη διάφοροι κλάδοι της επιστήμης ακόμη και της καθαρά θετικής κατεύθυνσης, να ερμηνεύουν με άλλον τρόπο τις θρησκευτικές συλλήψεις για τον κόσμο, ακόμη και να επιχειρούν να απαντήσουν σε θρησκευτικά ερωτήματα μέσα από την επιστημονική έρευνα.

Αναφερόμαστε στη θρησκεία όχι ως άσκηση πολιτικής στις ανθρώπινες κοινωνίες, αλλά για την πλευρά της ως μια «συλλογική μνήμη», ως ένα είδος πολιτισμικής παράδοσης για την ερμηνεία του κόσμου και του ανθρώπου). Η δύναμη των επιστημονικών ευρημάτων και ανακαλύψεων σε πολλούς τομείς άλλαξε τόσο τη «ματιά» του σύγχρονου ανθρώπου για τον κόσμο, έτσι ώστε και το αιώνιο «αντίπαλο δέος» της επιστήμης να ακολουθήσει, ως γνήσιο βέβαια κι αυτό δημιούργημα του ίδιου του ανθρώπου.
Ας θυμηθούμε τη γνωστή παραβολή για την αναζήτηση της πραγματικότητας και της «αλήθειας». Σ αυτήν, η «πραγματικότητα» παρομοιάζεται με έναν τεράστιο ελέφαντα τον οποίο προσπαθούν να περιγράψουν μικρά ποντίκια (εμείς), που το ερευνητικό τους πεδίο είναι ανάλογο του μεγέθους τους. Το καθένα περιγράφει σαν καθολικό συμπέρασμα της έρευνάς του αυτό που μπορεί να δει: Το ποντίκι που είναι στην ουρά περιγράφει την ουρά και την ονομάζει ελέφαντα, το ποντίκι που είναι στο αυτί του δίνει τα χαρακτηριστικά του αυτιού κοκ. Κανένα δεν βλέπει ΤΟΝ ελέφαντα!
Τολμώντας μια επέκταση αυτής της παραβολής, θα μπορούσαμε να βρούμε και μια θέση για πολλές άλλες οπτικές γωνίες και θέσεις. Έναν «Πλατωνικό» ποντικό που υπενθυμίζει το αρχέτυπο του ελέφαντα στον κόσμο των ιδεών, έναν θρησκόληπτο που θεωρεί ύβρι κατά περίπτωση τα πορίσματα των άλλων, έναν άλλον «σχετικιστή» να εντοπίζει το ζήτημα του ρόλου του παρατηρητή, άλλον να κατασκευάζει ποντίκια-ρομπότ για να ερευνήσουν περισσότερο, κι άλλους… κι άλλους… Εν τω μεταξύ οι ποντικοί μας ζουν την ιστορία τους πάνω σ αυτόν τον «μεγάλο άγνωστο», φτιάχνουν τη ζωή τους και τον πολιτισμό τους κάθε φορά ανάλογα με τα κυρίαρχα συμπεράσματα, κι ο πολιτισμός τους τούς γεννά κάθε φορά νέα ερωτήματα και δυνατότητες να ερευνήσουν μιαν ακόμη γωνιά γιατί συν τοις άλλοις με την δραστηριότητά τους αλλάζουν συνεχώς και τον ίδιο τον ελέφαντα, ή τουλάχιστον την επιδερμίδα του!
Η παραβολή αυτή στο βασικό της μέρος μας υπενθυμίζει την αρνητική πλευρά του δόγματος παλαιότερα και της μεγάλης εξειδίκευσης στη συνέχεια, που μας στερεί από μια πιο καθολική άποψη και προσέγγιση της «αλήθειας». Βρισκόμαστε όμως σε μια εποχή που εκ των πραγμάτων ακόμη κι αν η εξειδίκευση μεγαλώνει τις αποστάσεις ενός κλάδου της επιστήμης από άλλους, το βάθος της έρευνας μάλλον έχει κάνει πολλούς από αυτούς τους κλάδους να συναντηθούν στο τούνελ, και να διαπιστώσουν ότι ακόμη και στην περίπτωση που χρησιμοποιούν άλλη γλώσσα και εργαλεία, βρίσκονται στη θέση να μοιραστούν το ίδιο συμπέρασμα ή να ενισχύσουν ο ένας εκείνο του άλλου. Οι ποντικοί μας λοιπόν επικοινωνούν με νέα μέσα και θέλοντας και μη, πέφτουν ο ένας επάνω στον άλλον.
Το παρόν «πόνημα» επιχειρεί να μιλήσει από την πλευρά της νευροφυσιολογίας των ερευνητών ποντικών. Ταπεινό κι αυτό μικρό ποντίκι βέβαια, επιχειρεί να φέρει στη συζήτηση πεδία της νευροφυσιολογίας που ρίχνουν ένα νέο ( όχι πάντα) φως σε παλιά ερωτήματα και αντιθέσεις, αλλά και να σχολιάσει την ίδια ίσως τη φύση, τις δυνατότητες και τα πέρατα του οργάνου που διαθέτουν οι μικροί ερευνητές, τον εγκέφαλό τους! Ενας ποντικός πάνω όχι στο κεφάλι του ελέφαντα, αλλά σ αυτά των άλλων ομοίων του! Μια πλούσια παράθεση επιχειρημάτων και παραδειγμάτων από τις βιβλιογραφικές πηγές του δεν είναι δυνατή στην έκτασή του, ούτε και η διεξοδική αντιπαράθεση των διαφωνούντων κατά περίπτωση απόψεων. Είναι ένα εγχείρημα σύντομης παρουσίασης κάποιων βασικών γνωστικών πλευρών του θέματος, με ακροθιγή κατά περίπτωση σχολιασμό και συζήτηση.
Νους και σώμα – Το σώμα του νου: Ο εγκέφαλός μας! Ο εαυτός μας, η έδρα του αρχηγείου όλων των σωματικών λειτουργιών αλλά και των συναισθημάτων, των σκέψεων, των ονείρων, της νοημοσύνης, της αυτοαντίληψης και αυτοαναγνώρισης. Όλα τα έμβια όντα, ακόμη και του φυτικού βασίλειου, είναι προικισμένα με μια μορφή νοημοσύνης και «σκόπιμου σχεδιασμού» στο περιβάλλον. Επίσης όσο ανεβαίνουμε στην κλίμακα του ζωικού βασίλειου μπορούμε να αναγνωρίσουμε και την έννοια της συνείδησης σε ζωικούς οργανισμούς, με την έννοια της υποκειμενικής εμπειρίας και της πρωτότυπης συμπεριφοράς. Αν θέσουμε τον όρο «συνείδηση υψηλού επιπέδου» για να ορίσουμε τη δυνατότητα ενός νού να αυτο-αναγνωρίζεται και να συμπεριφέρεται με επίγνωση του εαυτού του, θα την βρούμε και σε θαλάσσια θηλαστικά όπως η φάλαινα και το δελφίνι και ακόμη περισσότερο στα πρωτεύοντα όπως οι ουρακοτάγκοι και οι χιμπατζήδες..
Η δική μας ανθρώπινη «εκτόξευση» χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη της γλώσσας, η οποία εκτός από όργανο απλής σκόπιμης επικοινωνίας για την επιβίωση, έγινε όργανο έκφρασης αφηρημένων και πολύπλοκων ιδεών και συλλήψεων, ανεβάζοντας το επίπεδο της οργάνωσής μας σαν είδος, δημιουργώντας ηθικές κατηγορίες για τη συνύπαρξή μας και παράγοντας πολιτισμό.
Δεν είναι ίσως και τόσο μακρινοί οι καιροί που το αιώνιο δυϊστικό δίλημμα σώμα-νους εκφράζοντας το ανάλογο ύλη-πνεύμα βασάνισε και στοίχειωσε την ανθρώπινη σκέψη και την επιστήμη, με όλες βέβαια τις συνέπειες τόσο στην οργάνωση των κοινωνιών όσο και ατομικά στο τίμημα που πλήρωσαν οι κατά περίπτωση «αιρετικοί», όταν κυρίαρχη ήταν η θρησκευτική αντίληψη της κυριαρχίας του πνεύματος. Από την Αναγεννησιακή βέβαια εποχή, η θρησκεία αναγκάστηκε σε έναν άβολο συμβιβασμό να δεχτεί τις αλήθειες των νόμων του φυσικού κόσμου, αρκεί να διατηρήσει ακέραιο το πεδίο μιάς ανεξάρτητης απροσδιόριστης Θεϊκής ουσίας που γέννησε τούτον τον υλικό κόσμο, χωρίς να υπόκειται στους νόμους του. Οσο για το νου, συνδυαζόμενος αυτός με την έννοια της «ψυχής», δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτό ότι είναι ένα απόλυτα φυσικό φαινόμενο, το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που αν και γεννά ανώτερες άυλες ποιότητες, έχει έδρα ένα απόλυτα υλικό μέσον, τον εγκέφαλο.
Ισως και σήμερα η Δυτική θρησκεία να βρίσκεται ακόμη σ αυτό το στάδιο, συμβιβασμένη βέβαια με όλο και «προκλητικότερες» ανακαλύψεις που η δυναμική τους συρρικνώνει ακόμη περισσότερο τον διάλογο σε όλο και μικρότερες περιοχές του «άφατου». Γιατί από την αρχή του προηγούμενου αιώνα και με όλο και αυξανόμενη ταχύτητα, οι επιστήμες της νευροφυσιολογίας και της ψυχολογίας, εμβαθύνοντας και συναντώντας τις κατακτήσεις και άλλων κλάδων όπως της φυσικής και των μαθηματικών, έχουν φτάσει στο σημείο να υπόσχονται την εκπόρθηση των μυστικών της συνείδησης με ερευνητικά και ερμηνευτικά εργαλεία καθ όλα υλικά και καθόλου «μεταφυσικά».
Οι έρευνες αυτές βέβαια, έχουν ορισμένες σύμφυτες με το πεδίο τους δυσκολίες και αυτό-αναιρέσεις: Καλείται ο ανθρώπινος εγκέφαλος να αυτο-παρατηρηθεί για να διαπιστώσει πώς ο ίδιος παρατηρεί τη φύση και τον εαυτό του ( μια σύλληψη που μπορεί να ανακυκλώνεται σαν το φίδι που τρώει την ουρά του), καθώς επίσης και να ανταπεξέλθει στην ανάγκη να «αντικειμενοποιεί» σαν «τρίτος» (όπως απαιτεί η επιστημονική έρευνα) τα πορίσματα του παρατηρούμενου εαυτού του! Αυτό πέρα από την φιλοσοφική του διάσταση, έχει και πρακτικές δυσκολίες ηθικού και κοινωνικού χαρακτήρα, όπως τα όρια του πειράματος και τα διαθέσιμα ανθρώπινα πειραματικά «αντικείμενα».
Το θαυμάσιο όμως αυτό ταξίδι είναι άκρως αποκαλυπτικό και παραγωγικό. Κλείνοντας πολλές παλιές διαμάχες του παρελθόντος, ανοίγει νέους δρόμους τόσο στην «καθαρή» επιστήμη, όσο και στον πολιτισμό μας. Η αυτογνωσία μας ήδη μας έχει ιστορικά επανατοποθετήσει σε πολλά ζητήματα της εκπαίδευσης, της θεραπευτικής, της άσκησης δικαιοσύνης και πολιτικής (χωρίς σχολιασμό για ηθικές πλευρές του ζητήματος) και υπόσχεται ακόμη περισσότερες αποκαλύψεις. Αποκαλύψεις για την ατομική υπαρξιακή περιπέτεια, την κοινωνική, ακόμη και την Κοσμική, με νέους όρους…
To hardware – Τabula ναι, rasa όχι! Ο εγκέφαλός μας είναι ένα σύνολο νευρικών κυττάρων που ονομάζονται νευρώνες και η λειτουργία τους συνίσταται στη μετάδοση από το ένα κύτταρο στο άλλο ενός χημικού σήματος-διέγερσης (νευροδιαβιβαστικές ουσίες) που μετατρέπεται από το κύτταρο-δέκτη σε ηλεκτρική εκφόρτιση. Για την ολοκλήρωση και της πιο απλής ακόμη ενέργειας κινητοποιείται ένα σύνολο νευρώνων που διαδοχικά διεγείρει ηλεκτρικά ο ένας τον άλλον, καταλήγοντας στην εκπλήρωση της ενέργειας, κινητικής και όχι μόνον. Για να παραστήσουμε γραφικά αυτές τις δραστηριότητες, συνήθως χρησιμοποιούμε σχήματα γραμμών – καλωδίωσης από τον έναν νευρώνα στον άλλον, μέχρι το όργανο-στόχο που θα εκπληρώσει την τελική ενέργεια.
Αυτή η στοιχειώδης περιγραφή στερείται βέβαια των πληροφοριών για την πολλαπλότητα των ταυτόχρονων διαδικασιών που συμβαίνουν στο νευρικό σύστημα, κάνοντας κάθε απλή ενέργεια να γίνεται το αποτέλεσμα μιας πολύπλοκης και πολύπλευρης διαδικασίας, όπου συμμετέχουν πολλά κέντρα, «ευοδώνοντας», αναστέλλοντας, καταχωρώντας κλπ κλπ. Στην πραγματικότητα κάθε διέγερση νευρώνα, πέρα από την κύρια καλωδιακή διαδρομή-στόχο, παράγει περίσσεια διεγέρσεων σε πολλούς άλλους γειτονικούς νευρώνες.
Παράλληλα με τα προαναφερθέντα «σκόπιμα» και προβλέψιμα κυκλώματα, πάντα παράγονται και «άσκοπες» διεγέρσεις, που αθροιστικά έχουν παράπλευρα αποτελέσματα και επιπτώσεις. Ενας τυπικός νευρώνας σχηματίζει 1000-10000 συνάψεις και δέχεται πληροφορίες από 1000 ακόμη νευρώνες. Κάθε νευρώνας, για να «πυροδοτηθεί» ολοκληρώνει με ποικίλους και μοναδικούς συνδυασμούς το αποτέλεσμα περίπου χιλίων πυροδοτήσεων που συνέβησαν σε άλλους 1000 νευρώνες.
Τα νευρικά αυτά κύτταρα είναι οργανωμένα και διαφοροποιημένα έτσι ώστε να ομαδοποιούνται σε ανατομικά σαφώς ξεχωριστά μέρη-όργανα, αλλά και σε μικροσκοπικό επίπεδο σαν διαφορετικά, ανάλογα με τη λειτουργία τους. Αδρά και ενδεικτικά να αναφέρουμε τα δύο διακριτά ημισφαίρια που ενώνονται με τις ίνες του μεσολοβίου, την παρεγκεφαλίδα και τον προμήκη μυελό, τον θάλαμο και υποθάλαμο, τον ιππόκαμπο και την υπόφυση (ένα μικροσκοπικό όργανο- αρχηγείο του ορμονικού μας συστήματος που κάποτε θεωρήθηκε … έδρα της ψυχής)
Βλέποντάς τον με την προοπτική του βάθους, μπορούμε να πούμε ότι εξελικτικά δομείται «προς τα έξω», έχοντας στο εσωτερικό του κέντρα πρωτόγονων λειτουργιών (χαρακτηριστικό το όνομα «ερπητικός» εγκέφαλος στο τμήμα που είναι ακόμη ίδιο και ισοβαρές μ αυτό ενός ερπετού και αφορά την όσφρηση), διακρίνοντας όλο και πιο προχωρημένες εξελικτικά λειτουργίες προς την περιφέρεια, με επιστέγασμα ανατομικό και λειτουργικό τον νεοφλοιό, μοναδική ανθρώπινη προίκα, έδρα της έλλογης σκέψης και συνείδησης . Το βάρος του φλοιού μας είναι 160 φορές μεγαλύτερο από αυτό ενός ισοβαρούς μας εντομοφάγου ζώου.
Οι βασικές λειτουργίες και η «γεωγραφική» κατανομή τους στις διάφορες περιοχές του εγκεφάλου μας ήταν παλαιόθεν διαπίστωση και ζητούμενο για την Νευρολογία. Το υλικό της ήταν είτε νεκροτομικά ευρήματα σε ασθενείς με συγκεκριμένη συμπτωματολογία, είτε ασθενείς που είχαν υποστεί επεμβάσεις εκτομής τμημάτων του εγκεφάλου που είχαν σαν συνέπεια την απώλεια ή την διαταραχή κάποιων λειτουργιών. Παράλληλα και στην πορεία βέβαια εκτελούνταν πιο παρεμβατικά πειράματα σε ζώα, τα οποία συνεισέφεραν κι αυτά τον απαιτούμενο φόρο, στην προσπάθεια να συσχετιστούν κατά το δυνατόν τα ευρήματα στον άνθρωπο. Η σύγχρονη πειραματική ψυχολογία και νευρολογία, εκτός από τις έμμεσες παρατηρήσεις, διαθέτει πια και μεθόδους επιλεκτικής νάρκωσης ή διέγερσης περιοχών του εγκεφάλου που πολλά μας έχουν αποκαλύψει για την τοπογραφία των λειτουργιών μας.
Από την παλαιά ακόμη χαρτογράφηση του εγκεφάλου μας είχαμε μια εικόνα για τον τρόπο που αισθητικά και κινητικά ο εγκέφαλος παίρνει πληροφορίες και δίνει εντολές για τις σωματικές μας λειτουργίες (συνειδητές ή μη), και τις αδρές περιοχές στα ημισφαίρια που αποτελούν την έδρα διαφόρων τομέων της δραστηριότητάς μας. (κέντρο του λόγου, της μνήμης, των διαφόρων αισθήσεων, της ισορροπίας κλπ). Αυτή βέβαια η πρώτη χαρτογράφηση, αν και σωστή, δεν μπορούσε να καλύψει το φάσμα όλων των δραστηριοτήτων του εγκεφάλου, αφήνοντας αναπάντητα κάποια «παράδοξα» φαινόμενα που δεν υπάκουαν στις προβλέψεις της. (π.χ. πώς ένας άνθρωπος με βλάβη στο κέντρο του λόγου δεν μιλά, αλλά μπορεί μόνο να τραγουδάει και να βρίζει;; Ή πώς η αμνησία μπορεί να είναι επιλεκτική, να σβήνει κάποιες μνημονικές δραστηριότητες και να αφήνει άλλες ανέπαφες, αφού η υπεύθυνη περιοχή έχει πάθει πλήρη βλάβη;)
Το κυριότερο βέβαια είναι ότι πολύς δρόμος έμενε ακόμη αδιάβατος στο να συνδεθούν τα ψυχικά βιώματα, τα ζητήματα της προσωπικότητας, της ιδιοσυγκρασίας, της ψυχικής ασθένειας, και άλλων ερωτημάτων του ψυχολογικού πεδίου με την υλική υπόσταση του εγκεφάλου. Η παλαιότερη ψυχολογία, αναγνώριζε μεν τις ψυχικές λειτουργίες του ανθρώπου σαν ένα πεδίο παρατήρησης και παρέμβασης, το πεδίο αυτό όμως διατηρούσε ένα άυλο υπόστρωμα. Ακόμη και αν με την παρατήρηση γίνονταν διαπιστώσεις που παρέπεμπαν σε μια υλική ερμηνεία, η τεκμηρίωση ήταν ανώριμη ακόμη.
Αυτό όχι μόνο δεν ολοκλήρωνε το ζητούμενο, αλλά γεννούσε και αναπόφευκτες συγκρούσεις που σήμερα φαντάζουν άσκοπες ή τουλάχιστον παραπλανημένες. Πχ η έντονη αντίθεση για την σημασία της κληρονομικότητας ή του περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς μας, αποτέλεσε ένα πεδίο θερμής διαμάχης εκατέρωθεν, με πολλές κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Επίσης πολλές ψυχολογικές θεωρίες με κυρίαρχη αυτήν του Φρόιντ, δέχτηκαν πολύ σκληρή κριτική από «υλιστικές» σχολές φιλοσοφίας, θεωρώντας τις μεταφυσικές και μυστικοπαθείς, δείχνοντας προτίμηση σε πιο μηχανιστικές συμπεριφορικές απόψεις, επειδή ακριβώς εκείνες μπορούσαν να τεκμηριώσουν την υλική βάση των μεθόδων τους.
Αν θέλουμε να αποκαταστήσουμε ένα τμήμα της αλήθειας, θα πρέπει να γνωρίσουμε ότι ειδικά ο Φρόυντ και κάποιοι μαθητές του υπήρξαν κατ αρχήν σπουδαίοι νευροφυσιολόγοι της εποχής τους και ότι πέρα από τους επιμέρους δογματισμούς και σχήματα, η έρευνα αυτού που ονομάστηκε «υποσυνείδητο», με μεγάλη ευχέρεια μπορεί να συναντήσει τις σύγχρονες διαπιστώσεις της νευροφυσιολογίας και να «υλοποιηθεί» με νέους όρους.
Τη στιγμή της γέννησης ο άνθρωπος διαθέτει σε επίπεδο αριθμού νευρικών κυττάρων , όλον τον εξοπλισμό του εγκεφάλου του (10 11 περίπου κύτταρα με δυνατότητα 1014 συνάψεων μεταξύ τους). Το γεγονός όμως της γέννησης είναι απλώς ένα ορόσημο στη πορεία της οργάνωσης και ανάπτυξής του, ακόμη και καθαρά βιολογικά. Προχωρώντας η διαδικασία της μυελίνωσης των νευρώνων, στην ηλικία των 6 μηνών θα διπλασιάσει το βάρος του και στην ηλικία των 5 ετών θα φτάσει το 9/10 του ενήλικου βάρους του. Από την ηλικία των 20 ετών αρχίζει η φθορά του, με απώλεια 1gr ετησίως. Σε σύγκριση με το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο είμαστε τα μόνα όντα με τόσο παρατεταμένη εξωμήτρια ανάπτυξη του εγκεφάλου, και πιστεύεται ότι αυτό είναι μια σημαντικότατη ειδοποιός διαφορά που κάνει τον εγκέφαλό μας ικανό για την ανάπτυξη των ανώτερων λειτουργιών του.
Ο εγκέφαλος του άρτι νεογέννητου στηρίζεται αποκλειστικά στη λειτουργία του προμήκους μυελού, ενός βασικού στελέχους του που ελέγχει όλες τις αυτόματες «φυτικές» λειτουργίες του σώματος. Η κινητικότητα του νεογνού είναι εντελώς αυτόματη και αν θέλουμε να ελέγξουμε την ακεραιότητα των βασικών του νευρικών οδών, θα αναζητήσουμε τα στερεότυπα «αρχέγονα αντανακλαστικά», που έχουν σχέση κυρίως με την πρόσληψη τροφής και την «αρπαγή» ενός στηρικτικού μέσου.
Στην πορεία το φυσιολογικό βρέφος θα ακολουθήσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο εγκατάστασης δεξιοτήτων και δραστηριοτήτων, με συγκεκριμένη χρονική ακολουθία. Αυτό ισχύει για όλες τις ανθρώπινες φυλές, μέρος της γενετικής μας κληρονομιάς. Η εξέλιξη αυτή ακολουθεί πορεία από το κεφάλι προς τα κάτω, εγκαθιστώντας «ώριμες» δεξιότητες στη θέση των αρχέγονων αντανακλαστικών μας, από την στήριξη του κεφαλιού, την παρακολούθηση με την όραση, την χρήση των χεριών, την καθιστική θέση, το όρθιο βάδισμα, την ανάπτυξη της γλώσσας.
Η ωρίμανση και η εγκατάσταση κάθε νέου σταδίου σ αυτήν τη διαδικασία αφορά καθαρά εγκεφαλικές λειτουργίες. Φαίνεται λοιπόν ότι κάποιοι δρόμοι είναι ήδη καθορισμένοι γενετικά και η «καλωδίωση» που τους εγκαθιστά, αν και δεν υπήρχε τη στιγμή της γέννησης, αδρά αναπτύσσεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Η χρονική στιγμή κατάκτησης μιας κινητικής δεξιότητας ονομάζεται ορόσημο, και είναι ιδιαίτερα κρίσιμη γιατί αν κάποιος παράγοντας εμποδίσει την ολοκλήρωσή της, οι συνέπειες είναι κατά κανόνα ανεπανόρθωτες.
Θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι η καλωδίωση ήδη υπάρχει, αλλά ωριμάζει και εκφράζεται στην πορεία. Αυτό και ισχύει και δεν ισχύει με κάποιον τρόπο: Σίγουρα το πρότυπο και η τάση να δημιουργηθούν παρόμοια νευρικά κυκλώματα σε όλους μας με αποτέλεσμα κοινά βασικά μοντέλα ανάπτυξης, αυτονόητα μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το «σχέδιο» προϋπάρχει. Εχει μάλιστα και πειραματικά αποδειχθεί, σύμφωνα με το φαινόμενο της «επαγωγής», γειτονικοί νευρώνες να καθορίζουν την διαφοροποίηση των άλλων, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση ενός συνολικού μοντέλου. Όμως ένα πιθανό έλλειμμα ή βλάβη, εάν γίνει ΠΡΙΝ την χρονική φάση-ορόσημο, δεν θα έχει ανεπανόρθωτα αποτελέσματα, γιατί ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος διαθέτει αυτό που ονομάστηκε πλαστικότητα.
Σύμφωνα μ αυτήν, ακόμη κι αν αφαιρέσουμε ολόκληρο ημισφαίριο από ένα νεογέννητο, αυτό δεν θα εκδηλώσει ημιπληγία και στην πορεία θα αναπτύξει την ομιλία. Αυτό δεν θα συμβεί αν η επέμβαση αυτή γίνει αργότερα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι η ανατομική διεύρυνση μιας περιοχής εις βάρος μιας άλλης σε περίπτωση βλάβης: πχ σε τυφλά άτομα, λόγω της πρώιμης αποστέρησης των οπτικών ερεθισμάτων, οι νευρώνες του φλοιού που προορίζονταν για την επεξεργασία της όρασης, θα διαφοροποιηθούν σε άλλη κατεύθυνση και θα αναλάβουν έτσι έργο επεξεργαστών σωματοαισθητικών και ακουστικών ερεθισμάτων, δημιουργώντας έτσι μια πειραματικά αποδειγμένη διεύρυνση των εν λόγω περιοχών, κάτι που το αποτέλεσμά του ήταν ήδη εμπειρικά γνωστό (ότι οι τυφλοί αναπτύσσουν πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες στην ακοή και την αφή).
Ένα άλλο παράδειγμα που έχει σχέση και με τρέχουσες θεραπευτικές τακτικές, είναι τα παιδιά με εγκεφαλική παράλυση ( γνωστή κυρίως ως σπαστικότητα): Εάν λόγω της βλάβης που έχει υποστεί ο εγκέφαλός τους δεν μπορούν να κατακτήσουν κινητικά ορόσημα σαν τα προαναφερθέντα, αναπτύσσουν άλλα νευρωνικά κυκλώματα προκειμένου να επιτελέσουν κάποια λειτουργία-στόχο. Πχ ένα παιδί που δεν μπορεί να περπατήσει θα αναπτύξει πιθανά το μοντέλο να σύρεται με τα χέρια ή τα οπίσθιά του.
Η μελέτη της πλαστικότητας συμβαδίζει με την διαπίστωση μιας άλλης παραμέτρου, που έχει σχέση με την ανάπτυξη και οργάνωση του εγκεφάλου στον χρόνο: Η πλαστικότητα των νευρώνων να είναι σε θέση να αναλάβουν τον έναν ή άλλον ρόλο δεν είναι απεριόριστη, ούτως ή άλλως βέβαια γενετικά, αλλά ακόμη και όταν αυτό είναι δυνατόν, πραγματοποιείται σε συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια. Χρησιμοποιώντας το προηγούμενο παράδειγμα, αν ένα άτομο τυφλωθεί όχι πρώιμα αλλά στην πορεία της ζωής του, δεν θα συμβεί η αντιρρόπηση που αναφέραμε. Στην περίπτωση πάλι ενός κινητικά ανάπηρου παιδιού, με την φυσιοθεραπεία προσπαθούμε να «απαγορεύσουμε» στην πλαστικότητα να εγκαταστήσει ανεπιθύμητα κινητικά μοντέλα, σε μια μάχη με τον χρόνο, για να δώσουμε την ευκαιρία να αναπτυχθούν οι προβλεπόμενες φυσιολογικές αντιδράσεις. Αν η μάχη με τον χρόνο χαθεί, η αποκατάσταση δεν είναι πια δυνατή.
Αυτή η μάχη της πλαστικότητας με τον χρόνο, παρατηρείται και στο ζωικό βασίλειο, όπου πολλές μελέτες διαπίστωσαν ακριβώς αυτήν την χρονικά περιορισμένη «διαθεσιμότητα» των νευρικών κυττάρων να σχηματίσουν συγκεκριμένη «καλωδίωση». Ετσι ορίστηκε η έννοια της «κρίσιμης περιόδου» για την εγγραφή ερεθισμάτων του περιβάλλοντος (εντύπωμα). Στη διάρκεια αυτής, οι πρώιμες εμπειρίες του εγκεφάλου, με βάση ένα γενετικά προκαθορισμένο σχέδιο, καθορίζουν το τελικό μοντέλο, «φυσιολογικό» ή «παθολογικό».
Για παράδειγμα, οι νεογέννητες χήνες φαίνονται γενετικά προκαθορισμένες να ακολουθήσουν το πρώτο διήμερο μετά τη γέννηση τη μητέρα τους. Εάν αυτή απουσιάζει, η γενετική αυτή παρόρμηση θα τις κάνει να ακολουθήσουν οποιαδήποτε κινούμενη μορφή. (πχ τον ίδιο τον ερευνητή). Αυτό δεν θα γίνει μετά δυό μέρες. Άλλο παράδειγμα είναι η ανάπτυξη του κελαηδίσματος σε μερικά πουλιά, που γίνεται αντιγράφοντας στις αρχές της ζωής τους το ακουστικό τους περιβάλλον. Εάν αυτό επιτευχθεί, πιθανή μετέπειτα κώφωση δεν θα βλάψει καθόλου το κελάηδισμα, ενώ αν η κώφωση συμβεί στα πρώιμα στάδια, το κελάηδισμα θα είναι «παθολογικό».
Στον άνθρωπο, εκτός από τα αναφερθέντα παραδείγματα, θα θυμηθούμε επίσης ότι αν ένα νεογέννητο έχει καταρράκτη και στερηθεί οπτικά ερεθίσματα, η αποκατάσταση σε αργότερο χρόνο δεν θα επαναφέρει τις απώλειες, ενώ σ έναν ενήλικο, η εγχείρηση καταρράκτη διορθώνει την όραση στα προηγούμενα επίπεδα. Επίσης, είναι γνωστή η δυνατότητα των μικρών παιδιών να μάθουν μέχρι και 3 γλώσσες σε επίπεδο μητρικής. Αυτό γίνεται το αργότερο μέχρι 4, κατ άλλους 7 ετών. Αν η εκμάθηση γίνει αργότερα, μπορεί κάποιος να γίνει πολύγλωσσος, αλλά η προφορά του θα τον προδίδει, η μητρική θα είναι η μόνη «σύμφυτη» με τις δομές του λόγου του.
Αυτή η κρισιμότητα κάποιων περιόδων στην «καλωδίωση» του εγκεφάλου φάνηκε ότι δεν αφορά μόνο αισθητηριακές ή βασικές ενστικτώδεις συμπεριφορές, αλλά και πολυπλοκότερες συμπεριφορές που αφορούν την κοινωνικοποίηση και τον «χαρακτήρα», καθώς και τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες όσον αφορά τον άνθρωπο. Πίθήκοι πχ που αποστερήθηκαν σε κρίσιμες χρονικές περιόδους την μητρική παρουσία, δεν κατάφεραν ποτέ να αποκτήσουν ώριμη συμπεριφορά. Εγιναν «αυτιστικοί», με μονότονη και άσκοπη συμπεριφορά, χωρίς κοινωνικό ή σεξουαλικό ενδιαφέρον. Κάτι ανάλογο συνέβη όταν ανατράφηκαν από μητέρες που πειραματικά τους είχαν «αποκοπεί» οι μιμικοί μύες του προσώπου, άρα δεν είχαν τη δυνατότητα να παρέχουν πρότυπα συμπεριφοράς στα μικρά τους μέσα από τις εκφράσεις του προσώπου τους. Αποστερήσεις τέτοιου τύπου δεν επέφεραν σημαντικές αλλαγές, όταν επιβλήθηκαν σε μεταγενέστερες χρονικά φάσεις.
Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στους ανθρώπους, σε σπάνιες βέβαια αλλά πολύ χαρακτηριστικές περιπτώσεις παιδιών που επιβίωσαν μακριά από ανθρώπους και δεν αποκατέστησαν τα ελλείμματά τους ακόμη και όταν βρέθηκαν και «εντάχθηκαν» σε μεγαλύτερες ηλικίες. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η παρατήρηση ότι παιδιά που από την πρώτη βρεφική ηλικία μεγάλωσαν σε ιδρύματα αποστερημένα από προσωπική φροντίδα, υστερούν σε ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, ακόμη και σωματικής ανάπτυξης και ανθεκτικότητας στις ασθένειες, παρά την «αντικειμενικά» επαρκή υλική φροντίδα. Τον καιρό του πολέμου ήταν τόσο μαζικό το φαινόμενο που γεννήθηκε και ο ειδικός όρος «ιδρυματισμός». Αποστέρηση τέτοιου τύπου σε μεταγενέστερες ηλικίες δεν παράγει το ίδιο ανεπανόρθωτο αποτέλεσμα, ακόμη και αν μπορεί να παράγει ψυχική παθολογία άλλου επιπέδου.
Φαίνεται λοιπόν ότι είναι γενετικά προκαθορισμένο κάποιες περιοχές του εγκεφάλου να ανοίγουν σε κάποιες χρονικές φάσεις της ανάπτυξής του ένα κρίσιμο «παράθυρο» στο περιβάλλον, με δεδομένη μεν την τάση των καλωδιώσεων να ακολουθήσουν ένα γενικό καθολικό μοντέλο, αλλά με ανοιχτή την τελική έκβαση, ανάλογα με τις περιβαλλοντικές εγγραφές και προσαρμογές. Αυτό είναι και το κλειδί μιας νέας αντιμετώπισης του διλήμματος «βιολογία ή περιβάλλον», καθώς και της άπειρα πλούσιας σε εκδοχές ανάπτυξη της ατομικότητας και της μοναδικότητας των ανθρώπινων μονάδων.
Εκτός από τις προηγούμενες αδρές και «ακραίες» συγκρίσεις «φυσιολογικού-παθολογικού», η νευροφυσιολογία επέκτεινε και έριξε φως και στην χρονικότητα και κρισιμότητα των περιόδων της ανάπτυξης και των ανώτερων νοητικών λειτουργιών και της δυνατότητας της συνείδησης στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Ιστορικό ορόσημο αποτελούν οι έρευνες του J Piaget, ο οποίος φώτισε με τα ευρήματά του πλευρές της νοητικής ανάπτυξης του εγκεφάλου που άλλαξαν τη σύγχρονη εκπαίδευση και προσέφεραν μια νέα τεκμηρίωση της βιολογικής βάσης των νοητικών και ψυχικών λειτουργιών μας.
Στις έρευνές του διαπιστώθηκε η σταδιακή ανάπτυξη της δυνατότητας του παιδιού να αντιλαμβάνεται και να επεξεργάζεται φυσικές και μαθηματικές έννοιες στο περιβάλλον, η δόμηση αυτών των γνωστικών δυνατοτήτων, η ανάπτυξη και η σημασία της γλώσσας για τη συνειδητή σκέψη, και συνολικότερα σταδιοποιήθηκε το βασικό ψυχολογικό «προφίλ» που έχει το παιδί αναπτυσσόμενο στον χρόνο.
Το τελευταίο βέβαια όσον αφορά την ψυχογνωστική ωρίμανση του εγκεφάλου και όχι όσον αφορά την πιο προσωπική περιπέτεια και δόμηση της προσωπικότητας. Η τελευταία ήταν αντικείμενο της ψυχανάλυσης, με την οποία ο Piaget φαινόταν να διαφωνεί, ο ίδιος όμως ήταν πολύ επιφυλακτικός στο να ισχυριστεί ότι η «αιρετικότητά» του απέναντί της ήταν πραγματική διαφωνία και επίσης ο ίδιος ήταν που δήλωσε πως η συζήτηση παραμένει ανοιχτή και προσβλέπει στην πορεία μια συνένωση των συμπερασμάτων των θεωριών του με αυτές της «αμιγούς» ψυχολογίας και ψυχανάλυσης.
Τολμώντας μια προσπάθεια να κάνουμε τώρα αδρά αυτό το «πάντρεμα», μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι και η ψυχανάλυση στη βασική της σύλληψη μας μιλά για την χρονική κρισιμότητα κοινών σταδίων στη δόμηση της προσωπικότητας και του χαρακτήρα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ηλικία των 5 ετών χαρακτηρίστηκε απ αυτήν (όπως και από άλλες ψυχολογικές σχολές) σαν ορόσημο κάποιας μορφής ολοκλήρωσης (ηλικία όπου η μυελίνωση των νευριτών έχει σχεδόν ολοκληρωθεί), καθώς επίσης και ότι οι ερμηνείες της κινήθηκαν στη βασική σύλληψη ότι οι προσλήψεις και οι «συγκρούσεις» με το περιβάλλον είναι αυτές που σε κρίσιμες περιόδους «δομούν» με κάποιον χαρακτηριστικό- σχεδόν μη «επανορθώσιμο», μη γνωστικά συνειδητό τρόπο την οργάνωση του εαυτού μας, δηλαδή με σύγχρονους νευροφυσιολογικούς όρους μας προσφέρουν την προσωπική μας «καλωδίωση» για την επικοινωνίας μας με τον κόσμο.
Εχουμε την πολυτέλεια στην εποχή μας να παραβλέψουμε εντελώς τη δογματικότητα που αναπόφευκτα χαρακτήρισε κάποιες θέσεις της ψυχαναλυτικής έρευνας (όπως και κάθε νέας κατά καιρούς θεωρίας), και να της αναγνωρίσουμε ότι συνέλαβε με την δική της μέθοδο τη βασική αλήθεια της χρονικής διάστασης και κρισιμότητας στη ανάπτυξή μας. Με σύγχρονους βιολογικούς νευροφυσιολογικούς όρους, μπορούμε να αναγνωρίσουμε στα ψυχικά βιώματα μια πολύπλοκη βιολογική διεργασία που αποτυπώνεται στον εγκέφαλο και αποτελεί την ιστορία του, «σμιλεύοντας» με μοναδικό τρόπο την καλωδίωσή του και αποτελώντας ένα περιβάλλον υποδοχής και βιωματικής ερμηνείας των επόμενων, με έναν δεσμευτικό τρόπο που δεν είναι απεριόριστα μεταβλητός.
Είμαστε ακόμη πολύ μακριά από το να ζητήσουμε από τη νευροφυσιολογία να μας αποδείξει πειραματικά με την επιστημονική μέθοδο της πρόβλεψης και της επανάληψης αυτές τις αλήθειες. Συμβαίνει μάλιστα οι ίδιες οι διαπιστώσεις της να αναιρούν a priori μια τέτοια υπόθεση: Ο αριθμός των πιθανών συνάψεων μεταξύ των νευρώνων μόνο του φλοιού μας φτάνει στο θαυμαστό ύψος του 3×1014 αριθμός που ισοδυναμεί με τα χιλιοστά του δευτερολέπτου που έχουν περάσει τα τελευταία 10000 χρόνια! Οι πιθανοί συνδυασμοί όλων αυτών των διασυνδέσεων σχηματίζουν έναν ασύλληπτο αριθμό με εκατομμύρια μηδενικά, όταν ο συνολικός αριθμός των πρωτονίων που υπάρχουν στο σύμπαν διαθέτει μόνον 80 μηδενικά!

Κάθε φορά που κινητοποιείται ένα κύκλωμα δράσης νευρώνων, ο καθένας από αυτούς διεγείρει παράπλευρα άλλους 1000 τουλάχιστον με έναν μη γραμμικό, χαοτικό τρόπο. Ο καθένας από αυτούς τελικά θα κάνει την τελική του «εκτόνωση» αθροίζοντας ερεθίσματα από άλλους 1000. Ακόμη λοιπόν και αν μια βασική παρατηρούμενη από εμάς ενέργεια ή αντίδραση είναι κοινή σε όλους μας (βλέπουν πχ σε μια πειραματική ομάδα όλοι το ίδιο αντικείμενο για ίσο χρονικό διάστημα και με σταθερές φυσικές παραμέτρους του περιβάλλοντος) ακόμη και η αισθητηριακή μόνον εγγραφή θα γίνει στον καθένα ξεχωριστά ούτως ή άλλως, με απρόβλεπτη ποικιλότητα. Αν προσθέσουμε μάλιστα τον ρόλο που θα παίξουν και οι ήδη υπάρχουσες γενετικές διαφορές και οι εγγεγραμένες αναμνήσεις-καλωδιώσεις, καθώς και οι μικροπαράπλευρες διεγέρσεις-σήματα από άλλες σωματικές λειτουργίες, θα πάρουμε μια μικρή μόνον ιδέα για το πόσο μοναδική νοηματική ποιότητα θα καταγραφεί για τον καθένα αυτό που είδαν, και πόσες άπειρες ψυχολογικές σημασίες μπορεί να αποκτήσει.
Σε πειραματικό επίπεδο τα παραδείγματα είναι άπειρα, ενδεικτικά μπορούμε να επανέλθουμε στην νεογέννητη χήνα που έχουμε αναφέρει: μικρή ηλεκτρική διέγερση του νεοσσού κατά τη φάση που ακολουθεί τη μητέρα του, θα προκαλέσει εντονότερη προσκόλλησή του σ αυτήν. Ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν για τις ανθρώπινες εγγραφές και συμπεριφορά: Επισκέπτες πχ μιάς βιβλιοθήκης χωρίστηκαν σε δύο ομάδες από τις οποίες η μία δεχόταν ένα άγγιγμα από την βιβλιοθηκάριο κατά την συναλλαγή τους, ενώ η άλλη όχι.
Η γνώμη των ατόμων της πρώτης ομάδας για τη βιβλιοθήκη ήταν σαφώς καλύτερη από αυτήν της δεύτερης, η οποία υπερτερούσε σε αρνητικές ή ουδέτερες απόψεις. Ολοι επίσης γνωρίζουμε και εμπειρικά ότι υπό στρεσσογόνες καταστάσεις δημιουργούνται πιο έντονοι δεσμοί και αναμνήσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που σε «ουδέτερες» συνθήκες δεν θα είχαν αναπτυχθεί. Τα παραδείγματα αυτά είναι εντελώς στοιχειώδη και απλά, ελάχιστο δείγμα της ανυπολόγιστης πολλαπλότητας των ερεθισμάτων συνειδητών ή άδηλων που πλαισιώνουν ακόμη και την πιο απλή μας εμπειρία, σχηματίζοντας μοναδικούς δρόμους στην αντίληψη και τα συναισθήματά μας.

Εδώ θα πρέπει να επανέλθουμε σε μια υπενθύμιση: Η πολλαπλότητα αυτή και η απειρία των συνδυασμών ασφαλώς και δεν σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με εντελώς διαφορετικά πλάσματα, αλλοιώς οποιαδήποτε παρατήρηση και επιστημονική γενίκευση δεν θα είχε κανένα νόημα, όπως και θα έκανε αδύνατη την επικοινωνία μεταξύ μας. Ανήκοντας στο ίδιο βιολογικό είδος, οι δρόμοι μας είναι κοινοί. Στο παράδειγμα της ομάδας που βλέπει ένα αντικείμενο, όλοι θα δηλώσουν με βάση τη γλωσσική μας επικοινωνία ότι είδαν το ίδιο αντικείμενο, η εμπειρία όμως αυτή θα καταχωρηθεί και θα δημιουργήσει γνωστικές και ψυχολογικές πραγματικότητες μοναδικές για τον καθένα.
Στο πεδίο της ψυχικής μας ζωής τα πράγματα γίνονται μεν πολύ πολυπλοκότερα και χαοτικά, όμως δεν αίρεται η δυνατότητά μας να γενικεύουμε και να μιλάμε για «νόμους» της ψυχολογίας των ανθρώπων. Μέσα από αυτούς τους γενικούς νόμους αναδύεται και ο νόμος της μοναδικότητας! Αυτή η μοναδικότητα είναι απόρροια του γεγονότος ότι ο φυσικός φορέας των γενετικών μας πληροφοριών δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να στηρίξει οργανωτικά όλες τις πιθανές καλωδιώσεις των νευρώνων μας. Ο αριθμός των γονιδίων που διαθέτουμε ορίζει λοιπόν με έναν οικονομικό τρόπο το βασικό σχέδιο μοντέλων-νευρωνικών κυκλωμάτων που μοιραζόμαστε όλοι, αφήνοντας στο περιβάλλον με όλη την τυχαιότητα που θα εμπλακεί, να ολοκληρώσει το έργο στον καθένα μας.
Το δίλημμα λοιπόν βιολογία ή περιβάλλον φαντάζει αναχρονιστικό; Αυτή η μεγάλη διαμάχη κάποτε είχε και έχει ακόμη πολλές κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις που τους οφείλουμε κάποιο σχόλιο. Η αναζήτηση ενός προκαθορισμένου γενετικού σχεδίου απασχόλησε και απασχολεί την έρευνα όχι μόνο στο επίπεδο του σώματος και των ασθενειών του, αλλά και στην περιοχή της νόησης, των ψυχικών φαινομένων, των φυλετικών διαφορών κλπ. Σε παλαιότερες εποχές κυριάρχησε η άποψη του γενετικού πεπρωμένου, χωρίς βέβαια την ορολογία και την αποδεικτική δυνατότητα της σύγχρονης επιστήμης αλλά κυρίως με την κυριαρχία ιδεολογικών-φιλοσοφικών σχημάτων. Η Διαφώτιση έδωσε τη δική της μάχη μ αυτές τις αντιλήψεις, στην υπηρεσία του ατόμου που είναι ανοιχτό στις επιδράσει του περιβάλλοντος, της εκπαίδευσης και των ευκαιριών που οφείλουν να μην ασκούν διακρίσεις.
Στη μάχη με την κοινωνική αδικία που έδωσαν στη συνέχεια τα Μαρξιστικά κινήματα, κυριάρχησε η ανάγκη να προβληθεί περισσότερο η σημασία των κοινωνικών επιδράσεων στη διαμόρφωση του ανθρώπου, αναζητώντας ένα νέο κοινωνικό περιβάλλον που θα «εξισώσει» τους ανθρώπους. Συχνά ο τονισμός της ιστορικότητας του ανθρώπου και του ρόλου του οικοδομήματος που τον διαμορφώνει, έδινε την εντύπωση πως το κεφάλαιο βιολογία έχει σχεδόν κλείσει όσον αφορά τις δομές της προσωπικότητάς του και η δουλειά μας είναι για «από κει και πέρα». Η αντίληψη αυτή, είχε βέβαια την ιστορική της αξία, και σε καμία περίπτωση δεν της στερούμε το φόρο τιμής που της αναλογεί, αν επανέλθουμε στο σήμερα και διαπιστώσουμε ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να υιοθετούμε την ακραία της εκδοχή. Είμαστε σαφέστατα βιολογικά, όσο και σαφέστατα περιβαλλοντικά – κοινωνικά προσδιοριζόμενοι.
Η σύγχρονη έρευνα έριξε φως σε πολλές πτυχές αυτού του προβλήματος, που ίσως με μια πρώτη ματιά να φαίνονται «επικίνδυνες», γιατί ίσως φαίνεται να μας αποπροσανατολίζουν και να «αθωώνουν» τις κοινωνικές δομές. Πρόκειται όμως για αποτελέσματα που αν τα αγνοήσουμε, εκτός από ένα αμιγώς επιστημονικό λάθος, θα έχουμε διαπράξει και την αμαρτία να αφήσουμε όντως να γίνουν επικίνδυνα στη χρήση τους, αν δεν υποδείξουμε μιαν άλλη. Ερευνες πχ για τη σχιζοφρένεια, για τον αυτισμό, για την εξάρτηση από ουσίες, για την επιθετικότητα, έχουν επανέλθει σε πολλά σημεία στην βιολογική μας ταυτότητα.
Ακόμη και σε επίπεδο «λεπτότερων» ζητημάτων προσωπικότητας και συμπεριφοράς οι έρευνες αυτές σαφέστατα έχουν όχι μόνο στραφεί στην γενετική, αλλά υπόσχονται εξελίξεις και εφαρμογές που δεν είναι πιά και τόσο επιστημονική φαντασία. Αυτό αν και πολιτικά κρούει τον κώδωνα του κινδύνου με πολλούς τρόπους, δεν πρέπει να το αγνοήσουμε. Το ιδανικό της ισότητας απέναντι στην κοινωνία, δεν θα πρέπει να ταμπουρωθεί πίσω από χαρακώματα που η επιστημονική έρευνα θα κατατροπώσει, γιατί ακριβώς τότε είναι που αυτό θα χάσει τη μάχη.
Μια ανάγκη επαναπροσδιορισμού προκύπτει, τόσο στην επιχειρηματολογία όσο και στην κατεύθυνση της επαγρύπνησης που δεν παύουμε να οφείλουμε: Πχ αν η νευροφυσιολογία αποδείξει ότι η τάση για εξάρτηση από ουσίες είναι γενετικά σχεδιασμένη (όχι βέβαια και απόλυτα προκαθορισμένη), κατ αρχήν ίσως πολλοί νοιώθουμε ένα πλήγμα στην κοινωνική-πολιτική μας ερμηνευτική για το πρόβλημα των ναρκωτικών. Οφείλουμε όμως να αξιολογήσουμε τη γνώση αυτή και να ξεκαθαρίσουμε το πεδίο που μας αφήνει για παρέμβαση. Στο φόβο του πιθανού ρατσισμού που αναδύεται, πρέπει να αντιπαραβάλλουμε τη δυνατότητα αυτό το εύρημα να αξιοποιηθεί σε προληπτικό ή θεραπευτικό επίπεδο. Αν το αγνοήσουμε, τότε είναι που θα μείνουμε απροστάτευτοι στην χειραγώγηση.
Αυτήν τη νέα διάσταση αποκτούν και άλλα ερωτήματα, πέρα από το ατομικό επίπεδο. Καθ όλα σύγχρονοι στοχαστές διατυπώνουν επιστημονικά αξιόπιστες (όχι βέβαια εξαντλητικά τεκμηριωμενες) θεωρίες που αποδίδουν μια βιολογική μοίρα και στις συνολικότερες συμπεριφορές των ανθρώπων σαν είδος συνολικά ή σαν υποκατηγορίες του (φύλα, φυλές). Τα πορίσματά τους δεν είναι πάντα δυσοίωνα βέβαια, αλλά συχνά φαίνεται να δίνουν «συγχωροχάρτι» σε κοινωνικά φαινόμενα που αποτελούν πεδίο συγκρούσεων στις σύγχρονες κοινωνίες, πχ οι διαφορές των δύο φύλων.
Η επιστημονική έρευνα έχει να μας πει πολλά και σ αυτό το θέμα, με πειραματικά δεδομένα (διαφορές του γυναικείου με τον ανδρικό εγκέφαλο). Αν ο αγώνας για τη γυναικεία ισοτιμία χρειάστηκε κάποτε το όπλο της «ομοιότητας» για να ανατρέψει τις παλιές προκαταλήψεις, σήμερα δεν έχει τίποτε να φοβηθεί αν μάθει περισσότερα για τις αποδείξεις της διαφοράς. Η επίγνωση απεναντίας οφείλει να ανοίξει καινούριους δρόμους.
Εκτός από τα προηγούμενα παραδείγματα που άπτονται ίσως ευαίσθητων και θερμών ακόμα ζητημάτων, πρέπει να αναφέρουμε και τομείς που η νευροφυσιολογία ήδη προκάλεσε έναν νέο προσανατολισμό. Ένας τέτοιος είναι η εκπαίδευση. Χωρίς βέβαια αυτό να έχει γίνει κυρίαρχη τακτική, έχουν αναγνωριστεί και μπει σε εφαρμογή νέες μέθοδοι μαθησιακής διαδικασίας, με βάση μια επιστημονικότερη αξιολόγηση της ατομικότητας. Τα «ταλέντα» και οι ιδιαίτερες κλίσεις δεν είναι πια μόνο ζήτημα των εκλεκτών που φτάνουν σε θαυμαστές επιδόσεις, αλλά πεδίο σχεδιασμού διαφορετικής εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αν ένας μαθητής λόγω της νευροφυσιολογικής του ιδιοσυγκρασίας μαθαίνει καλύτερα με τον λόγο, ένας άλλος με την κίνηση κι ένας άλλος με τη μουσική ή την εικόνα, η ισότητα στις εκπαιδευτικές διαδικασίες αποκτά έναν άλλο χαρακτήρα.
Δεν θα ασκήσουμε σε όλους την ίδια μέθοδο για να διακριθούν οι καλύτεροι σ αυτήν. Ισότητα θα είναι ακριβώς να δώσουμε σε όλους την ευκαιρία να κατακτήσουν παρόμοια γνωστικά πεδία, χρησιμοποιώντας το δικό τους προσωπικό δυναμικό. Ο Piaget έδειξε πρώτος ότι δεν μπορείς να διδάξεις σε ένα παιδί κάτι, αν δε λάβεις υπ όψιν σου την ηλικία του και το μαθησιακό του στάδιο. Στη σύγχρονη εποχή φτάνουμε μακρύτερα και διαπιστώνουμε πως ούτε αυτό αρκεί, αν δε λάβεις υπ όψιν και την ατομική ιδιαιτερότητα του εγκεφάλου του. Αυτό είναι και ένα καλό παράδειγμα θετικής «χρήσης» του γενετικού μας πεπρωμένου με κατάλληλα περιβαλλοντικά ερεθίσματα, που θα μπορούσε να είναι και ένα γενικό μοντέλο προς απάντηση των ανησυχιών που αναφέρθηκαν προηγουμένως.
Η ασυμμετρία και ο διχασμός μας – Το υποσυνείδητο: Εκτός από τη πλαστικότητα και την σημασία των κρίσιμων περιόδων, ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό του εγκεφάλου είναι η ασυμμετρία και η «διχασμένη» του φύση. Οι παρατηρήσεις και κατά καιρούς ερμηνείες του φαινόμενου αυτού χρονολογούνται από τον 19ο ακόμη αιώνα, και ασφαλώς μπορούμε επίσης να αναγνωρίσουμε σε αρχαιότατες συμβολικές παραδόσεις φιλοσοφικού ή θρησκευτικού τύπου αλλά και στην τέχνη, την αναζήτηση και την διαπραγμάτευση αυτής της πτυχής του εαυτού μας.
Το καινούριο είναι ότι η σύγχρονη νευροφυσιολογία έχει και πειραματικά τεκμηριώσει αυτήν την πραγματικότητα, φωτίζοντας με έναν νέο τρόπο την συνολική εμπειρία της ανθρώπινης συνείδησης. Μιας συνείδησης-προϊόν πολλαπλών και πολύπλοκων διαδικασιών, που δεν αντιπροσωπεύονται επαρκώς από την λεκτική μας μαρτυρία. Τα πειραματικά παραδείγματα είναι πολλά και εντυπωσιακά, δυστυχώς ο χώρος μας δεν είναι κατάλληλος για μια πλούσια παρουσίασή τους. Προσπαθώντας να συνοψίσουμε τις βασικές διαπιστώσεις σ αυτό το πεδίο, θα αναφέρουμε επιγραμματικά τις «αρμοδιότητες» και τις ιδιομορφίες του καθενός εγκεφαλικού μας ημισφαιρίου.
Το αριστερό ημισφαίριο είναι κατά κανόνα η έδρα του κέντρου του λόγου στα δεξιόχειρα άτομα (κυρίαρχο ημισφαίριο). Με βάση αυτήν την στατιστικά συχνότερη κατανομή θα αναφερόμαστε στις λειτουργίες των δύο ημισφαιρίων, όχι για να «αμελήσουμε» την ιδιαιτερότητα της δεξιοχειρίας, αλλά για να σχολιάσουμε και αργότερα την ανάγκη μιας διαφορετικής προσέγγισης σ αυτήν.
Εχουμε λοιπόν δύο εγκεφαλικά ημισφαίρια, συμμετρικά ως προς την ανατομία τους αλλά καθόλου δίδυμα στη λειτουργία τους. Το καθένα αποτελεί την έδρα διαφορετικών επεξεργασιών, συχνά μάλιστα «ανταγωνιστικών» μεταξύ τους. Επιγραμματικά θα περιγράψουμε το προφίλ του καθένα: Το αριστερό είναι το ομιλούν ημισφαίριο, έδρα όλων των λειτουργιών του λόγου, το δεξί είναι «βουβό», έδρα οπτικο-χωροταξικών ικανοτήτων. Το αριστερό εκτελεί αναλυτικές επεξεργασίες σειριακού τύπου, το δεξί είναι ολιστικό-συνθετικό, όντας παράλληλου τύπου επεξεργαστής.
Το αριστερό μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε «εύθυμο και αισιόδοξο» (λόγω μιας «απογύμνωσης» του συναισθήματος με διαδικασίες λογικού τύπου), ενώ το δεξιό είναι η έδρα των πρωτόγονων αντιδράσεων. Ακόμη είναι η έδρα της μουσικής, της ονειροπόλησης, της «μεταφοράς» της φαντασίας και της διαίσθησης. Οφείλουμε βέβαια να υπενθυμίσουμε ότι ακόμη και αν τα βάλουμε να εργαστούν μόνα τους, θα καταλήξουμε σε ίσο βαθμό μετρήσιμης ευφυίας, αλλά οπωσδήποτε μέσω διαφορετικών στρατηγικών. Στο παλαιό δε ζήτημα των διαφορών των δύο φύλων, έρχεται η απάντηση ότι ο θηλυκός εγκέφαλος έχει λιγότερο εξειδικευμένα τα δύο ημισφαίρια, ενώ ο αρσενικός έχει έντονη εξειδίκευση (πλαγίωση) με πιθανή υπεροχή του δεξιού. Αξιο σχολίου είναι λοιπόν ότι με βάση αυτό, οι άντρες δεν διαθέτουν λιγότερη διαίσθηση (με την συνολικότερη έννοια των ολιστικών βουβών διεργασιών και όχι οπωσδήποτε με την έννοια που της δίνει η λαική ψυχολογία), αλλά η διαισθητική τους αυτή διάσταση δεν βρίσκει έκφραση λεκτική, κάτι που είναι προσφορότερο στις γυναίκες.
Και πώς αυτά τα δύο ημισφαίρια επικοινωνούν και συνεργάζονται, πώς είμαστε ένας «εαυτός»; Η επικοινωνία των ημισφαιρίων εξασφαλίζεται με τις νευρικές ίνες του μεσολοβίου, μια «γέφυρα» που αν γκρεμιστεί μας αποκαλύπτει κάτι πολύ εντυπωσιακό: Σε ασθενείς με διατομή του μεσολοβίου, πραγματικά δύο ανεξάρτητοι «εαυτοί» αναδύθηκαν στη συμπεριφορά, και συχνά μάλιστα ανταγωνιστικοί! Για παράδειγμα το ένα χέρι χαλούσε ταυτόχρονα ό,τι έφτιαχνε το άλλο! Σε πειραματικό επίσης επίπεδο, προκαλώντας την ανεξάρτητη έκφραση των δύο ημισφαιρίων φάνηκε ότι το καθένα είχε τη δική του άποψη για το ίδιο ζήτημα, συχνά πολύ διαφορετική.
Με τη λήξη του πειράματος και την επάνοδο στην συνήθη κατάσταση, όπου το ομιλούν ημισφαίριο έπαιρνε πάλι τα ηνία της επικοινωνίας, ο εξεταζόμενος άνθρωπος έδειχνε ότι δεν είχε καμία ανάμνηση για την δραστηριότητα του άλλου ημισφαιρίου, ή την εξηγούσε «λάθος», με τις μεθόδους του ομιλούντος ημισφαιρίου. Μερικά παραδείγματα: Σε άτομο με χειρουργικά διχασμένο εγκέφαλο, προβλήθηκε η λέξη «κλειδί» στο αριστερό οπτικό του πεδίο, άρα στον φλοιό του δεξιού βουβού εγκεφάλου του. Με το αριστερό του χέρι (που ελέγχεται κινητικά από το δεξί ημισφαίριο) επέλεξε το κλειδί από έναν σωρό αντικειμένων. Όταν ρωτήθηκε γιατί επέλεξε το συγκεκριμένο αντικείμενο απάντησε «δεν ξέρω, τυχαία, ασυνείδητα».
Σ ένα άλλο πείραμα, άτομο με διαχωρισμένα ημισφαίρια, όταν ρωτήθηκε το δεξιό του ημισφαίριο ποιο επάγγελμα προτιμά έδωσε την απάντηση «οδηγός αυτοκινήτου σε αγώνες δρόμου» (σχηματίζοντας την απάντηση με επιλογή προκατασκευασμένων γραμμάτων, μιας και δεν μπορούσε να δώσει λεκτικές απαντήσεις). Η λεκτική του δήλωση όταν ρωτήθηκε το αριστερό του ημισφαίριο ήταν «σχεδιαστής». Εντυπωσιακότερα ακόμη είναι τα πειράματα που δείχνουν ότι τις επιλογές του δεξιού ημισφαιρίου, ανάλογες των προηγούμενων παραδειγμάτων, ερωτώμενος ο ομιλών εαυτός, τις ερμηνεύει μεν λογικά αλλά όχι σωστά. Π.χ. προβάλλοντας δύο άσχετες εικόνες στα ξεχωριστά οπτικά πεδία σε άτομο με διατομή μεσολοβίου, αυτό διάλεξε με το κάθε χέρι του δύο ανάλογες κάρτες, που αντιστοιχούσαν σωστά σ αυτά που έβλεπε με το κάθε του ημισφαίριο.
Όταν του ζητήθηκε μια εξήγηση γι αυτό, το ομιλούν ημισφαίριο «σκαρφίστηκε» μια λογική απάντηση που συσχέτιζε τις δύο εικόνες, χωρίς να γνωρίζει την πραγματική αιτία της επιλογής, γιατί δεν ήξερε τι είχε δει το βουβό του ημισφαίριο*.
Φαίνεται λοιπόν ο εγκέφαλος να είναι τελικά οργανωμένος σε πολλά ανεξάρτητα υποσυστήματα που λειτουργούν παράλληλα, με ανεξάρτητη αντίληψη, μνήμη και δράση το καθένα, και τα οποία στην τελική μας συμπεριφορά εκφράζονται συνολικά, τόσο με λεκτικές όσο και με εξωλεκτικές δραστηριότητες. Η συνείδηση στην ολότητά της δεν πρέπει να περιορίζεται στη λεκτική μαρτυρία μας, όχι με την έννοια της συνειδητής απόκρυψης, αλλά της μη δυνατότητας του ομιλούντος εαυτού μας να είναι μόνος του γνήσιος εκπρόσωπος του «γνώθι σαυτόν»
Ο διχασμός μας, η πάλη ανάμεσα σε δύο διαφορετικότητες, το αρσενικό και θηλυκό μας «μέρος» αποτελούν πανάρχαιες διατυπώσεις της ανθρώπινης σκέψης μέσα από θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα. Ακόμη και στην πιο λαϊκή της εκδοχή, η «φωνή της καρδιάς» είναι γνωστό ότι αντιπροσωπεύει ζωτικές και αληθινές πραγματικότητες του εαυτού μας για τις οποίες δεν μπορούμε να εκφραστούμε λεκτικά, και μάλιστα συχνά συγκρούονται με τη λογική-σειριακή ανάλυση.
Προσπάθειες να υπερπηδήσει αυτό τα εμπόδια ο νους μας σε έναν αγώνα για αυτοεπίγνωση και ολοκλήρωση, συναντούμε συχνά στις Ανατολικούς πολιτισμούς (Tao, Yoga,Zen). Στη Δύση πάλι, όχι παραδοσιακά, αλλά μέσα από την έρευνα κυρίως για την ψυχοθεραπεία, δεν μπορούμε παρά να διαπιστώσουμε ότι χρειάστηκε να χτυπήσουμε με άλλον τρόπο αυτήν την πόρτα: Οι μέθοδοι ύπνωσης που χρησιμοποιήθηκαν τον προηγούμενο αιώνα απευθύνονταν- έστω και χωρίς την επίγνωση του νευροφυσιολογικού υποστρώματος- στην άρση της «λογοκρισίας» στις άδηλες αλήθειες του εαυτού μας.
Μια ανάλογη προσπάθεια έκανε και η ψυχανάλυση μέσα από τον ελεύθερο μη λογικό συνειρμό που πρότεινε στον αναλυόμενο. Θα μπορούσαμε σχηματικά να πούμε ότι ζητούσε από τον αναλυόμενο να «ανασύρει» από τον βουβό του εαυτό παραστάσεις, να τις δώσει για μια νέα επεξεργασία στον ομιλούντα συνεταίρο του για να «αποδυναμώσει» την σκοτεινή, ενστικτώδη και άφατη πτυχή της σύγκρουσης, να την εκλογικεύσει και να την αναδιοργανώσει, ενισχύοντας την κυριαρχία της ομιλούσας συνείδησης.
Το ίδιο προσπαθούμε βέβαια να κάνουμε όλοι μας με κάποιον τρόπο όταν προσπαθούμε να εκλογικεύσουμε και να αναλύσουμε η απλώς να εκφράσουμε τον εαυτό μας: Με βάση κυρίως κοινωνικές παραμέτρους υπερεγωτικού τύπου προσπαθούμε «εκ των υστέρων» να σχηματοποιήσουμε τις εξηγήσεις της συμπεριφοράς με αναλυτικού τρόπο, αγνοώντας μνήμες και σκέψεις που κατοικούν στη βουβή πλευρά του εαυτού μας και έχουν το μερίδιό τους στον καθορισμό της.
Με βάση επίσης αυτές τις διαπιστώσεις, μπορούμε με μια νέα λιγότερο δύσπιστη ματιά να δούμε τις πραγματικότητες που κατοικούν στο νου ξεχωριστών προικισμένων ατόμων με «μαγικές» δεξιότητες στην επικοινωνία. Αυτούς συνήθως τους βρίσκουμε να εκδηλώνονται σε πολιτισμούς πιο ολιστικών απόψεων, πιθανότατα γιατί εκεί ευνοείται και επιτρέπεται κοινωνικά η εκδήλωσή τους. Ισως δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι διαθέτουν ένα προικισμένο νευροφυσιολογικό υπόστρωμα που να επιτρέπει την πλουσιότερη επικοινωνία ανάμεσα στα διαφορετικά παράλληλα επίπεδα λειτουργίας του εγκεφάλου τους, με αποτέλεσμα να φτάνουν σε υψηλότερα επίπεδα αυτογνωσίας-σοφίας και να αναγνωρίζουν τα ανάλογα φαινόμενα στους άλλους ανθρώπους.
Οι κυριότερες βέβαια άμεσες προτάσεις εφαρμογής κάποιων από τα παραπάνω που ήδη έχουν αρχίσει να γίνονται ευρύτατα αποδεκτές, αφορούν τις εκπαιδευτικές μαθησιακές διαδικασίες. Η διαδικασία της μάθησης με την έννοια της οργάνωσης μνημονικών διαδικασιών, είναι διαφορετική και ανεξάρτητη στα δύο ημισφαίρια. Μια συγκεκριμένη μνημονική – εμπειρία εκπαιδευτική εμπειρία καταχωρεί ανεξάρτητες εγγραφές ποικίλων υπο-συνόλων της εμπειρίας σε διαφορετικές θέσεις του εγκεφάλου.
Σημειωτέον ότι δεν μιλάμε πλέον για πειραματικά υποκείμενα με διατομή του μεσολοβίου, αλλά για αυθεντικά πειράματα σε ρεαλιστικές φυσιολογικές συνθήκες. Ετσι, το αριστερό ημισφαίριο μαθαίνει λεκτικές και αριθμητικές πληροφορίες, ενώ το δεξί τις χωροταξικές, μουσικές και εικονικές πληροφορίες. Η μάθηση κάποιων δεξιοτήτων με το ένα ημισφαίριο δεν μεταφέρεται αυτόματα στο άλλο, και είναι ιδιαίτερα δύσκολη όταν αφορά εξειδίκευση που δεν την διαθέτει. Είναι διαπιστωμένο ότι η σύγχρονη εκπαίδευση στη Δύση είναι σχεδιασμένη για τους δεξιόχειρες με κυρίαρχο ομιλούν αριστερό εγκεφαλικό ημισφαίριο. Ετσι οι δεξιόχειρες φαίνονται να παρουσιάζουν μαθησιακές δυσκολίες και διαταραχές, όχι μόνο στο καθαρά γνωστικό αντικείμενο αλλά και στη συμπεριφορά στο Σχολείο, ενώ συχνά έχουν επιτυχίες στον αθλητισμό και στις καλλιτεχνικές δραστηριότητες.
Μαθαίνουν ακολουθώντας πορεία από το γενικό στο μερικό, δεν μπορούν να βάλουν σε τάξη τις σκέψεις τους, δεν αρκούνται στα σύμβολα αν δεν έχουν άμεση επαφή με το νέο ερέθισμα, σκέφτονται διαισθητικά και όχι αναλυτικά. Εχουν δυσκολίες με την πειθαρχία σε χρονικές παραμέτρους, ονειροπολούν, συχνά είναι υπερκινητικοί. Με την εφαρμογή νέων πρωτότυπων στρατηγικών μάθησης σ αυτά τα παιδιά, τα βλέπουμε να πετυχαίνουν σε τομείς που έδειχναν να υστερούν, καθώς επίσης και να μας αποκαλύπτεται μια πολύπλευρη γκάμα μαθησιακών εμπειριών που ακόμη και στους μη «προβληματικούς» έχει πολλά να προσφέρει. Ενα δημιουργικό άτομο «ξέρει» με κάποιον τρόπο να χρησιμοποιεί και τις δύο του υποστάσεις, και να συλλαμβάνει τις πολύπλοκες αμοιβαίες σχέσεις εμπειριών και ιδεών με την διαισθητική-ολιστική του υπόσταση, εκφράζοντάς την λεκτικά. Η Δυτική κουλτούρα αντιμετωπίζει την πρόκληση και την ευκαιρία να επανέλθει σ αυτό το ζήτημα με νέους επιστημονικούς όρους και να ξανασυναντήσει την Ανατολική, προς αναζήτηση μιας πιο ολοκληρωμένης συνείδησης και δημιουργικότητας.
Κοινωνικές ανησυχίες: Δεν είναι βέβαια του παρόντος μια εκτεταμένη συζήτηση, αλλά δεν θα αποφύγουμε τον πειρασμό να αναφέρουμε έστω ενδεικτικά κάποια ερωτήματα που αναδύονται μέσα από αυτές τις διαπιστώσεις για τη λειτουργία της συνείδησης και συμπεριφοράς μας. Είναι αναπόφευκτο να αισθανθούμε ότι πέρα από τις κοινωνικές-ιστορικές αναγκαιότητες, η ίδια η επιστήμη της νευροφυσιολογίας έρχεται να δώσει μια νέα ποιότητα σε πανάρχαια ερωτήματα όπως της ελευθερίας, του «φυσιολογικού» και της «εκτροπής», τόσο από φιλοσοφική πλευρά όσο και από την πλευρά των πρακτικών που οι ανθρώπινες κοινωνίες υιοθετούν: Πόσο ελεύθεροι είμαστε αν γίνουμε όλο και πιο προβλέψιμοι;
Ποια είναι η έδρα της «ελεύθερης βούλησης»; Της ευθύνης των πράξεών μας; Πόσο «ίσοι» είμαστε; Πόσο «αναλλοίωτοι»; Πόσο εκπαιδεύσιμοι ( με μια συνολικότερη έννοια) και πότε; Πότε η διαφορετικότητα είναι εκτροπή και πότε «τιμωρείται»; Πως θα κριθεί πχ η εγκληματική συμπεριφορά αν είναι «ελεύθερη επιλογή» η μονόδρομος; Ποιος είναι ο «αυθεντικός εαυτός» μας, πόσο υπεύθυνοι είμαστε για τις πράξεις μας; Είναι αρκετή η λεκτική αναλυτική μας επικοινωνία για να ασκήσουμε το Δίκαιο; Ποιος θα ορίσει ποια είδη «τρέλλας» θα θεωρηθούν αναπόφευκτο πεπρωμένο; Ποιος θα ορίσει την αναγκαιότητα «διόρθωσης» ή «θεραπείας» της ανθρώπινης συμπεριφοράς, υπό το φως νέων δυνατοτήτων να το κάνει; Διαφαίνεται η απειλή μιας νέας ευγονικής του νου;
Διαφαίνεται η δυνατότητα νέων παρεμβάσεων στο υλικό υπόστρωμα του εγκεφάλου μας με σκοπό την αλλαγή της συμπεριφοράς μας; Πόσοι νέοι κίνδυνοι για χειραγώγηση θα προκύψουν; Μήπως ο «κρυμμένος» μας εαυτός εκτός από «αντίπαλος» είναι το ύστατο φρούριο της προσωπικής ιδιαιτερότητας και ελευθερίας; Τα παραπάνω είναι ένα ελάχιστο δείγμα των ανησυχιών που προκύπτουν. Είμαστε βέβαια πολύ μακριά από το πιθανό σημείο που η χαρτογράφηση του εγκεφάλου μας θα φτάσει σε τόσο λεπτές διακριτικές ικανότητες, και ακόμη μακρύτερα από το να αποκτήσουμε τη δυνατότητα της παρέμβασης σ αυτήν.
Ηδη όμως με κάποιον τρόπο η σύγχρονη ιατρική απασχολείται μ αυτά τα ζητήματα. Ισως π.χ. η εγγραφή τεχνητών αναμνήσεων να είναι ακόμη επιστημονική φαντασία, η φαρμακευτική όμως παρέμβαση δεν είναι καν καινούρια σαν τακτική, όπως και η αυξανόμενη συνεχώς σε δυνατότητες προγεννητική διάγνωση. Οι έρευνες επίσης για μεταμόσχευση νευρικών κυττάρων βρίσκονται στο κατώφλι της εφαρμογής στον άνθρωπο, αρχικά βέβαια για τη θεραπεία «αμιγώς οργανικών» προβλημάτων του εγκεφάλου, αλλά αναπόφευκτα αυτό εγκαινιάζει ένα νέο προσανατολισμό.
Ξεκινώντας από μια βασική αποδοχή ότι η γνώση από μόνη της είναι προϋπόθεση ελευθερίας , σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να «δαιμονοποιήσουμε» την έρευνα και τις αποκαλύψεις της για τον άνθρωπο. Ετσι κι αλλοιώς, απέναντι σε κάθε νέα δυνατότητα του ανθρώπου επιστημονική ή τεχνολογική, πάντα προκύπτουν διλήμματα και ανησυχίες αυτού του τύπου. Αν ίσως η πιθανότητα μιας «ωμότερης» παρέμβασης στην ίδια την έδρα του εαυτού μας φαίνεται πιο φορτισμένη, είναι μάλλον απλώς θέμα αναπόφευκτης μετάβασης.
Το αν η αυτογνωσία μας θα μας ανοίξει ποιοτικά άλλες περιοχές ελευθερίας ή θα δώσει μόνο στις εξουσιαστικές κοινωνικές δομές νέα όπλα χειραγώγησης, είναι ένα στοίχημα συνέχεια ανοικτό. Ακόμη και στις πιο επιφυλακτικές απόψεις ότι και η ίδια η επιστήμη ερευνά και βρίσκει τελικά αυτό που «θέλει» να βρει, ως παράγωγο και εκφραστής ιστορικά καθοριζόμενων κοινωνικών αξιών, η απόκριση είναι ότι ακόμη και έτσι, δεν μπορούμε να «πετάξουμε» τίποτε. Η κάθε νέα ανακάλυψη γεννά μια νέα πραγματικότητα που μας αφορά όλους, θέλοντας και μη. Οι νέες πρακτικές που αναφέρθηκαν στην εκπαίδευση, αν και δεν έτυχαν ακόμη καθολικής εφαρμογής, είναι εξάλλου ένα αισιόδοξο παράδειγμα για τη θετική χρήση των νέων γνώσεων για τον νου μας.
Και επεκτείνοντας την περιοχή της εκπαίδευσης, μπορούμε να την φανταστούμε να ξεπερνά την «σχολική» δραστηριότητα. Μπορούμε να μιλήσουμε και να αναζητήσουμε μια συνολικότερη άποψη για την βιωματική μάθηση και επικοινωνία, αξιοποιώντας τεκμηριωμένες και αναζητώντας καινούριες τακτικές. Υπάρχουν βέβαια και πιο σκοτεινές και ευαίσθητες περιοχές του προβλήματος, που εύλογα εγείρουν νέες φιλοσοφικές αναζητήσεις και μεγαλύτερες ανησυχίες. Σε κάθε περίπτωση, αυτό θα απαντηθεί με ιστορικούς κοινωνικούς όρους, και ούτως ή άλλως είναι ένα αιώνιο στοίχημα, γιατί δεν είναι ποτέ τόσο ευθύγραμμα καθοριζόμενο το «για ποιόν δουλεύει» μια νέα ανακάλυψη. Η κοινωνική δυναμική είναι ένα πολύπλοκο πεδίο, ανεξάρτητο εν πολλοίς από αυστηρές προβλέψεις πειραματικού τύπου. Υπάρχουν βέβαια και γι αυτό πολλές απόψεις…
Η κοινωνία και οι πολιτισμοί: Κι εδώ φτάνουμε σ ένα ακόμη επίσης κρίσιμο πεδίο προβληματισμού. Μπορούμε να βασιστούμε σε μια αναγωγική οπτική για να ταιριάσουμε τα νευροφυσιολογικά –βιολογικά δεδομένα με τα ερωτήματά μας για την ιστορία και τον ανθρώπινο πολιτισμό; Μπορούμε να μεταφέρουμε το μοντέλο του ανθρώπινου νου (όσο το γνωρίζουμε) στις αξίες επιβίωσης και συμβίωσης που παράγει; Υπάρχουν αναγκαιότητες και όρια που δεν μπορεί να τα ξεπεράσει; Μήπως η ιδέα της σχετικής «ανεξαρτησίας» από τις βιολογικές δεσμεύσεις είναι μια φαινάκη, ενώ στην πραγματικότητα την ιστορία μας γράφει ένας αυστηρός φυσικός ντετερμινισμός;
Πολλοί καθ όλα σεβαστοί επιστήμονες και στοχαστές δείχνουν να έχουν επιχειρήματα που αν όχι να καταλήγουν θετικά, πάντως να προβάλλουν έντονα το τελευταίο ερώτημα. Ξεκινώντας από συγκριτικές μελέτες με το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο (πχ κοινωνίες μελισσών, μυρμηγκιών) και τα πρωτεύοντα (τα οποία χαρακτηριστικά ο Wilson αναρωτιέται μήπως είναι απλώς πνευματικά καθυστερημένοι συγγενείς μας), παράλληλα με παρατηρήσεις φαινομένων στις ανθρώπινες κοινωνίες, διαπιστώνουν ότι συχνά πίσω από συμπεριφορές που γίνονται πολιτιστικές αξίες και παραδόσεις, αναδύεται μια εξελικτική φυσική αναγκαιότητα επιβίωσης, μέσα από την καταγραφή της στην ανθρώπινη συνείδηση, η οποία «αυταπατάται» όταν τις αποδίδει σε «αμιγώς» ιστορικά αίτια.
Χωρίς να εξομοιώνουμε κάθε ερευνητή που κάνει τέτοιες παρατηρήσεις και στοχασμούς, οφείλουμε να σχολιάσουμε πως αν και οι παρατηρήσεις τους είναι πολλές φορές εντυπωσιακές, από μόνες τους δυσκολεύονται να δώσουν απαντήσεις μονοδιάστατες για το υπόβαθρο των κοινωνικών πολιτισμικών μας συμπεριφορών. (Ενδεικτικό παράδειγμα η αναφορά από τον Wilson σε μια ανθρώπινη φυλή παντελώς ειρηνική στην ιστορία της, η οποία έγινε επιθετικότατη όταν αυξήθηκε ο πληθυσμός της, φαινόμενο γνωστό σε ζωικούς πληθυσμούς.
Ο ίδιος όμως συγγραφέας αναφέρει άλλο παράδειγμα όπου μια επίσης ειρηνική φυλή μετατράπηκε σε αιμοσταγείς σφαγείς όταν «επιστρατεύτηκε» από αποικιοκράτες εναντίον άλλων γειτόνων! Στο δεύτερο παράδειγμα ασφαλώς απουσιάζει μια δικαιολογία φυσικού-εξελικτικού τύπου όπως του πρώτου). Πολλά παραδείγματα και παρατηρήσεις υπάρχουν, για την γονική συμπεριφορά, τις διαφορές των φύλων, την πολύ- η μονογαμία, τον πόλεμο, την ομοφυλοφιλία, και πολλά άλλα μέχρι και το «έμφυτο» κοτσομπολιό.
Το σίγουρο είναι ότι ακόμη και με τα «αυστηρότερα» επιστημονικά εργαλεία της βιολογίας και της νευροφυσιολογίας δεν μπορούμε ακόμη να αντιμετωπίσουμε τον πολιτισμό σαν προϊόν του ανθρώπινου νου με βιολογικού τύπου προβολές, που θα είχαν τα κλασσικά χαρακτηριστικά της προβλεψιμότητας και της επανάληψης. Ακόμη και το «θαύμα» του ατομικού νου είναι ακόμη πολύ μακριά από το να κατακτηθεί με τέτοιους όρους. Κάθε σύνολο, κάθε νέο επίπεδο οργάνωσης είναι μια νέα ποιότητα, ξεχωριστή από τα επιμέρους μέρη που το απαρτίζουν. Ακόμη και αν φτάσουμε σε μια πληρέστερη κατανόηση της σκέψης και του συναισθήματος, οι εμπειρίες μας όπως φαίνεται μέχρι τώρα πάντα θα χρειάζονται και μια άλλου τύπου προσέγγιση για να ερμηνευτούν.
Το στοιχείο του απρόβλεπτου είναι κυρίαρχο στην μελέτη της ανθρώπινης συνείδησης και συμπεριφοράς. Πως θα μπορούσε να είναι αλλοιώς για τα σύνολα των ανθρώπων, τα οποία επίσης εκτός από άθροισμα ατόμων συνιστούν τη νέα ποιότητα της κοινωνίας; Θα δεχτούμε βέβαια ότι δεν είναι απείρως τυχαίες και ασυνάρτητες οι πορείες που διαγράφουν οι ανθρώπινοι πολιτισμοί. Όμως είναι προφανές ότι οι αναγωγικές τακτικές φαίνονται φτωχές για να προχωρήσουν από ένα σημείο και πέρα.
Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειώσουμε ότι όσο προχωράει η έρευνά μας και οι αναζητήσεις μας στην κοινωνική σφαίρα, τόσο πιο δύσκολο είναι να εξασφαλίσουμε την «αντικειμενικότητα». Ο σχεδιασμός και η διαμόρφωση ενός «ερωτήματος» στις κοινωνικές επιστήμες είναι πολύ πιο ξεκάθαρο ότι προϋποθέτει μια ιδεολογική επιλογή και συγκεκριμένες προσδοκίες, οι οποίες υπονομεύουν την προσπάθεια για αποδείξεις του τύπου των θετικών επιστημών. Αν κάποτε αυτό ήταν απλώς μια φιλοσοφική ανησυχία, σήμερα θεωρείται δεδομένο: Ζούμε στην εποχή που η θεωρία της αβεβαιότητας και η παρέμβαση του παρατηρητή στο ίδιο το πεδίο της παρατήρησης είναι αποδειγμένη. Αν η μελέτη της «άψυχης» ύλης υπόκειται σ αυτούς τους περιορισμούς, πόσο μάλλον η ανάλυση των κοινωνικών και πολιτιστικών φαινομένων.
Μπορούμε όμως άραγε, έστω «φιλοσοφική αδεία» να κάνουμε αναγωγές της λειτουργίας του εγκεφάλου μας στο κοινωνικό γίγνεσθαι; Μιας και η κοινωνία είναι η επικοινωνία των εγκεφάλων μας, προβάλλονται με κάποιον τρόπο τα χαρακτηριστικά τους; Μπορούμε να μιλάμε για έναν «παγκόσμιο» ή έστω «συλλογικό» εγκέφαλο, με πλαστικότητα, κρίσιμες περιόδους, εντυπώματα, ορόσημα, ασυμμετρία και «βουβές» περιοχές; Θα μας βοηθούσε μια τέτοια οπτική να ερμηνεύσουμε τις ιστορικές μας συλλογικές συμπεριφορές;
Θα μπορούσαμε να φανταστούμε τα άτομα σαν νευρώνες ενός συλλογικού λειτουργικού συστήματος σαν του εγκέφαλου; Το ερώτημα αυτό πράγματι μόνο με φιλοσοφική άδεια προσεγγίζεται, γιατί όπως προαναφέρθηκε το επίπεδο ανάλυσης αλλάζει τραγικά ποιότητα και πολυπλοκότητα και ο κίνδυνος απλοϊκών ή απλουστευτικών ερμηνειών είναι πολύ μεγάλος. Θα μπορούσαμε ίσως να κάνουμε κάποια σχόλια, αναφερόμενοι σε κάποιες παρατηρήσεις ερευνητών και φιλοσόφων που χρονολογούνται από πολύ παλαιά. Για παράδειγμα οι κοινές πανάρχαιες παραδόσεις και αρχετυπικές μορφές, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ένα είδος «εντυπώματος» στη συλλογική μας μνήμη, που καθόρισε τις πολιτιστικές μας αξίες σε κρίσιμες περιόδους της νηπιακής ηλικίας της ανθρώπινης κοινωνικής κοιτίδας.
Η η «κυριαρχία» του Δυτικού τρόπου σκέψης να σχολιαστεί με όρους επικράτησης «ασύμμετρων» πολιτισμικών εξελίξεων. Ακόμη , να ξαναγυρίσουμε στα προηγούμενα σχόλια και να προβληματιστούμε για πιθανές «εγγενείς» εγκατεστημένες τάσεις πολιτισμικών συμπεριφορών που να θυμίζουν το πεπερασμένο της πλαστικότητας του ατομικού εγκεφάλου. Εχουμε συλλογικό υποσυνείδητο; Εχουμε αλληλεπιδράσεις και ιστορικές «εγγραφές» ανάλογες των συνειδητών ή ασυνείδητων λειτουργιών του νου μας;
Αν με κάποιον τρόπο τελικά λειτουργούμε σαν ένας συλλογικός εγκέφαλος, άραγε θα μπορούσαμε να του αποδώσουμε κάποια «ηλικία» ανάπτυξης; Συνεχίζει να αναπτύσσεται, έχασε άραγε στοιχήματα στον χρόνο, μπορεί να έχει αυτογνωσία; Επειδή αυτό το πεδίο έχει άπειρη φιλοσοφική ελευθερία, δεν θα προχωρήσουμε, κάνοντας απλώς ένα πιθανά κρίσιμο σχόλιο: Όπως φαίνεται η ανάπτυξη της γλώσσας στάθηκε θεμέλιος λίθος της ανάπτυξης του ανθρώπινου πολιτισμού. Ακόμη και οι παρατηρήσεις και τα σχόλιά μας για την ανεπάρκεια του λόγου να εκφράσει το «όλον», δεν μπορούμε παρά να τα ανταλλάξουμε μεταξύ μας χρησιμοποιώντας αυτόν τον ίδιο! Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα έρχεται να αυτό-κριθεί ως ανεπαρκής στις έλλογες μεθόδους της, χρησιμοποιώντας όμως γι αυτό τις έλλογες μεθόδους της!
Από την άλλη πλευρά, οι αξίες και μέθοδοι των ολιστικών φιλοσοφικών συστημάτων δείχνουν μια στασιμότητα στον χρόνο, μια «βουβή» αμηχανία έως και υποταγή απέναντι στην δυναμικότητα της Δυτικής επιστήμης. Αυτό ίσως είναι ένα κρίσιμο σημείο της εποχής μας που περικλείει ένα θαύμα και μιαν αντίφαση: Καλείται η έλλογη Δυτική επιστήμη να επικοινωνήσει με τις «ασυνείδητες» αξίες και εγγραφές του ανθρώπου στην ιστορία του, αναγνωρίζοντας την αναγκαιότητα να «επανέλθει» σε μερικά ζητήματα που είχε κρίνει αντιεπιστημονικά, με παρούσα βέβαια την αντίφαση αυτές να πρέπει και πάλι να ανακοινωθούν στην γλώσσα της!
Θα καταφέρει να διαβάσει και να εκφράσει τα άλογα μυστικά; Κι αν θελήσει να τα αξιοποιήσει μήπως τελικά παρασυρμένη από τις μεθόδους της τα διαστρεβλώσει, όπως φαίνεται να κάνει ο «ομιλών» μας εγκέφαλος με τις ενέργειες του βουβού του δίδυμου; Η αν δεν τα διαστρεβλώσει, μήπως τα «απορροφήσει», στην προσπάθειά της να τα αναλύσει και να τα κατακτήσει με τις μεθόδους της; Θα είναι αυτό μια εξελικτική πορεία του συλλογικού μας νου;
Τεχνητή νοημοσύνη: Δε θα μπορούσαμε να συζητάμε για τη νόηση χωρίς να αναφερθούμε έστω σε κάποιες πτυχές του ζητήματος «τεχνητή νοημοσύνη». Η είσοδός της στη ζωή μας μπορεί να θεωρηθεί κοσμογονικής σημασίας για την αυτογνωσία μας, τον πολιτισμό μας και πιθανά την πλήρη ανατροπή στο μέλλον της σχέσης μας με τον κόσμο. Αν στην αρχή οι υπολογιστικές αριθμητικές μηχανές ήταν μια μεγάλη έκπληξη, στη συνέχεια η δημιουργία όλο και πιο πολύπλοκων και «ταλαντούχων» μηχανών γέννησε και γεννά «ανησυχίες» και ερωτήματα πολύ σημαντικά, με υπαρξιακό και οντολογικό περιεχόμενο. Είναι έξυπνες οι μηχανές; Μπορούν να μας υποκαταστήσουν, να μας μπερδέψουν για τη φύση τους, να αυτονομηθούν, να μας «νικήσουν»; Μήπως αποτελούν ένα είδος μετάλλαξής μας, ένα κατασκεύασμα του εγκεφάλου μας που θα πάρει τη θέση του;
Σε πολλούς θα είναι γνωστό το πείραμα Turing*, όπου εξετάζεται η «εξυπνάδα» του υπολογιστή απέναντι στον άνθρωπο. Μέχρι στιγμής οι διαφορές που υπάρχουν στις λειτουργίες του εγκεφάλου μας και σ αυτές των υπολογιστών, είναι… «καθησυχαστικές» για την μοναδικότητά μας, την απειρία των επιλογών μας, και συγχρόνως για την δεδομένη κατάσταση ότι εμείς είμαστε που τους προγραμματίζουμε και δεν διαθέτουν αυθόρμητους σκοπούς και κίνητρα. Οσον αφορά δε τον τρόπο επεξεργασίας, για την ώρα οι υπολογιστές διαθέτουν μόνο σειριακή επεξεργασία, έχουν μονοσήμαντες επιλογές και το κυριότερο- δεν επεξεργάζονται «νοήματα» αλλά πληροφοριακά δεδομένα που δεν διαθέτουν νόημα γι αυτόν.
Μια ιδιαίτερα αξιόλογη πλευρά του θέματος είναι ότι η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης επέστρεψε πάλι τα φώτα της στον άνθρωπο, ανακαλύπτοντας νέα πράγματα για την λειτουργία του εγκεφάλου του. Πολύ πλούσια είναι η βιβλιογραφία για την υπόσταση του εγκεφάλου μας ως ένα μακροσκοπικό κβαντικό φαινόμενο, αποτέλεσμα της λειτουργίας μικροσκοπικών κβαντικών υπολογιστών στους μικροσωληνίσκους των κυττάρων. Η «κβαντικότητα» αυτή είναι και το ζητούμενο στην ανάπτυξη νέας τεχνολογίας υπολογιστών, που να διαφέρουν από τους συμβατικούς. (Οι συμβατικοί επεξεργάζονται διακριτά μπιτς 1 η 0 ενώ οι κβαντικοί υπερθετημένα «κιούμπιτς» τα οποία περιέχουν ταυτόχρονα τις καταστάσεις 1 και 0, κάτι που τους προσδίδει τη δυνατότητα διαπλοκής και σχεδόν άπειρης παραλληλίας.
Στην αναζήτηση μηχανών με «συνείδηση» γίνεται επίσης λόγος για λογισμικό με «γενετικούς αλγόριθμους», που παρέχουν τη δυνατότητα πολλών μικρών λύσεων, οι οποίες όταν επιτυγχάνουν «ζευγαρώνουν» με άλλες πετυχημένες για να διαγράψουν μια πρωτότυπη διαδρομή αντιδράσεων, σε μια προσπάθεια των εμπνευστών τους να μιμηθούν το μοντέλο της θεωρίας της εξέλιξης (επιβίωση της «επιτυχούς» λύσης μέσω φυσικής επιλογής)
Παραμένει όμως η τεχνητή νοημοσύνη ακόμη πολύ ξένη της ανθρώπινης. Το νόημα που στερείται η μηχανή δεν φαίνεται να μπορεί να της «χορηγηθεί», μιας και είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης φυλογενετικής και κοινωνικής εξέλιξης και εμπειριών από τη στιγμή της γέννησης, μοναδικών στην ποιότητά τους. Δικαιούμαστε βέβαια να δώσουμε χώρο στη φαντασία και να υποθέσουμε ότι δεν είναι και πολύ απίθανο, μέσα από τις εξελίξεις της φυσικής και της νευροφυσιολογίας, να προκύψουν εντυπωσιακών δυνατοτήτων μηχανές που να «μιμούνται» την ανθρώπινη συμπεριφορά.Σ ένα προηγούμενο ή παράλληλο στάδιο επίσης προχωρημένες μηχανές ίσως να γίνουν το όχημα επικοινωνίας και παρεμβάσεων επάνω στον ίδιο τον ανθρώπινο εγκέφαλο (αντιγραφή-διάβασμα μνήμης; Εικονική πραγματικότητα; Πλαστές εγγραφές; «Θεραπευτικές» -και όχι μόνο- παρεμβάσεις; Ενίσχυση της ευφυίας μας η των δυνατοτήτων μας μέσα από «υβριδιακές» εγκεφαλικές κατασκευές; Μήπως ακόμη και «αθανασία» με διάσωση της μνήμης σε μεταμοσχεύσιμα τσιπ;)
Αν τελικά δεχτούμε ότι θα είναι δυνατή η κατασκευή μηχανών με νοηματική σκέψη και βίωμα και με αυθόρμητους σκοπούς επιβίωσης, δεν θα είναι πια και πολύ τολμηρή η υπόθεση ότι αυτό θα αποτελεί ένα είδος εξελικτικού άλματος άλλης πιά φύσεως, σ ένα μεγάλο στοίχημα με τη βιολογική αναγκαιότητα, έτσι όπως τη γνωρίζουμε μέχρι τώρα. Αυτό που θα πρέπει να σχολιάσουμε πάντως, είναι ότι διλήμματα τέτοιου είδους θα φτάσει-αν φτασει ποτέ- να αντιμετωπίσει όχι ο σημερινός άνθρωπος, αλλά ένας ανθρώπινος πολιτισμός που για να μπορεί να παράγει τέτοια κατασκευάσματα, θα έχει υποχρεωτικά μάθει πάρα πολλά πράγματα και για τον εαυτό του, και αυτό το σχόλιο βέβαια είναι ανεξάρτητο ηθικών νοημάτων…
Η κοσμική περιπέτεια του «κόσμου» μας: Από την κατασκευή του πιο απλού εργαλείου, ο άνθρωπος ξεκίνησε την ιστορία της τεχνολογίας του και της επιστήμης, στην προσπάθειά του να επιβιώσει, σε ένα όλο και πιο πολύπλοκο περιβάλλον, που η πολυπλοκότητά του βέβαια ήταν πια συνάρτηση και των δικών του παρεμβάσεων. Κάθε φορά οι επινοήσεις του και οι ανακαλύψεις του τον έφερναν μπροστά σε νέα ερωτήματα και σε νέες ερμηνείες και τοποθετήσεις του απέναντι στη φυσική πραγματικότητα και τον Κόσμο. Το όργανο της επικοινωνίας του μ αυτόν ήταν και είναι ο εγκέφαλός του, υλικό κι αυτό προιόν της φύσης που καλείται να ερμηνεύσει «Ο άνθρωπος είναι η φύση που συλλογάται για τον εαυτό της». Ποιος λοιπόν είναι ο Κόσμος που καλούμαστε να συλλάβουμε και πώς ο εγκέφαλός μας τον αντιλαμβάνεται κάθε φορά; Ποιοι είναι οι περιορισμοί μας, ιστορικοί κάθε φορά αλλά και βιολογικοί, στη θέαση και την κατανόηση του Σύμπαντος;
Αν έλειπε ο εγκέφαλός μας, δηλαδή οι αισθητηριακές προσλήψεις και η επεξεργασία της υλικής πραγματικότητας από αυτόν, το Σύμπαν μετατρέπεται σε μια σούπα υλικών σωματιδίων χωρίς καμία από τις μορφές που εμείς αντιλαμβανόμαστε. Οι «πυκνότητες» που εμείς αναγνωρίζουμε και μορφοποιούμε έχουν σχέση με τις αισθήσεις μας και την νευρωνική τους επεξεργασία. Τι «Κόσμο» θα είχε ένα πλάσμα που αντί το φως θα «έβλεπε» την ραδιενέργεια, θα «άκουγε» την θερμότητα, θα «άγγιζε» τους ηχητικούς παλμούς; Απλοϊκότατη υπόθεση, πολύ προσιτή στη φαντασία μας, πόσο μάλλον να αναλογιστούμε «πραγματικότητες» έξω από κάθε υπόσταση οικείων φυσικών πραγματικοτήτων.
Μήπως αυτές οι πραγματικότητες «υπάρχουν», μήπως διαπλεκόμαστε εδώ και τώρα μ αυτές, σε ένα δίκτυο «μορφών» που συνυπάρχει έξω από την αντίληψή μας; Είμαστε λοιπόν προιόν του Κόσμου, αλλά και δημιουργοί του Κόσμου, με την έννοια ότι το Σύμπαν διαθέτει για μας μια μοναδική έκδοση, μια μοναδική εικόνα, κάνοντάς μας δημιουργούς του εντός μας.
«Εν αρχή ην ο Νους», «κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν», «σκέφτομαι άρα υπάρχω», φιλοσοφικά ορόσημα της ανθρωπότητας που εκφράζουν αυτήν την συναίσθηση. Πέρα από το πώς εκφράστηκαν κάθε φορά σε ιστορικές εποχές και πώς θεωρείται ότι απαντήθηκαν ή τροποποιήθηκαν από την σύγχρονη επιστήμη, με μια σύγχρονη ματιά μπορούν να ειδωθούν σαν εκδήλωση της ανθρώπινης ανησυχίας για την υποκειμενικότητα του κόσμου που ζούμε. Πέρα από την μοναδικότητα της ατομικής συνείδησης, πρόκειται εδώ για μια «συλλογική» βιολογική υποκειμενικότητα, που την μοιραζόμαστε σαν ανθρώπινο είδος. Η δυνατότητά μας να παρεμβαίνουμε στη φύση δεν αναιρεί αυτήν την ύστατη αίσθηση περιορισμού στο να βιώσουμε το «όλον»
Αν ρωτήσουμε τη νευροφυσιολογία για την πλατωνική σύλληψη των αρχετύπων, θα μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε σ αυτήν το γεγονός ότι όντως στις ανθρώπινες συλλήψεις για τη φύση υπάρχει το στοιχείο του «ήδη υπάρχοντος». Ο εγκέφαλός μας πχ ΕΧΕΙ τις μαθηματικές του δομές, και προφανώς γι αυτό και εκφράστηκε μέσω των Μαθηματικών (οι αριθμοί «υπήρχαν» και τους βρήκαμε……), ΕΧΕΙ τις μουσικές του δομές γι αυτό και μπορεί να εκφραστεί μέσα από αυτές, και τότε είναι σαν αν τις «ανασύρει» από έναν άγνωστο κόσμο. Αυτό που τροποποίησε μέσα στην επιστημονική ιστορία του ο άνθρωπος είναι ακριβώς αυτή η ανάσυρση, από τις περιοχές του άφατου, στις περιοχές της σειριακής έλλογης ανάλυσης και της επικοινωνίας του με τον λόγο.
Ακόμη και η ίδια η επιστημονική έρευνα, είναι πια ξεκάθαρο ότι κάθε φορά ξεκινάει, ή τουλάχιστον χρησιμοποιεί στην πορεία αξιώματα, τα οποία επανέρχεται για να τα ξεκαθαρίσει εκ των υστέρων. Πολλές φορές, ούτε αυτό γίνεται πλήρως, και η επιβεβαίωση έρχεται μέσα από την πρακτικότητα των εφαρμογών της. (Δεν είναι «διαισθητική» η αντίληψη της μιας και μόνης παραλλήλου από ένα σημείο; Δεν αναφέρεται συχνά μια εφεύρεση ή ένα νέο θεώρημα σαν σύλληψη από το «πουθενά»-όπου το πουθενά είναι οι βουβές περιοχές του εγκεφάλου μας.
Ακόμη και χωρίς σαφή αξιώματα, κάθε φορά μια νέα επιστημονική προσέγγιση βασίζεται σε μια «υπόθεση», ένα μοντέλο που ακόμη δεν έχει επιβεβαιωθεί, έχει ¨κενά», αλλά έχει «διαισθητικά συλληφθεί» και μπαίνει σε δοκιμασία επαλήθευσης. Αν τα καταφέρει, το «κενό της αυθαιρεσίας» της αρχικής υπόθεσης καλύπτεται, αφήνοντας άλλον κενό χώρο για μια νέα επιστημονική σύλληψη που συχνά μάλιστα ανατρέπει την μητρική. Ο «κόσμος των ιδεών» λοιπόν θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως η διαισθητική μας αντίληψη για τον κόσμο, η εγκεφαλική μας πραγματικότητα, μέσα από ήδη υπάρχουσες δομές που είναι το ταξίδι μας αλλά και ο περιορισμός μας.
Επί του παρόντος «γνωρίζουμε» έναν τρισδιάστατο κόσμο και η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την πρόκληση της ευρύτερης κατανόησης της υπόθεσης «χρόνος». Δεν είναι και τόσο παράτολμο να υποθέσουμε ότι η «πραγματικότητα» μπορεί να αφορά και άλλες διαστάσεις, κάτι που έχει ήδη εκφρασθεί σε διάφορες θεωρίες και αφήνει τη φαντασία μας ελεύθερη(;) να αισθανθεί έστω χωρίς σαφές «υλικό» ότι αυτές υπάρχουν. Η σκέψη βέβαια ότι και αυτή ακόμη η συναίσθηση είναι μέσα στις δομές μας γι αυτό και την προσεγγίζουμε, δημιουργεί έναν νέο ατέλειωτο αυτό-τροφοδοτούμενο κύκλο για την ερμηνεία της φύσης και της φύσης μας….Μήπως η «Θέωση», η ύστατη εκπλήρωση, εκφράζει τον πόθο ακριβώς να γίνουμε κοινωνοί αυτών των άγνωστων πτυχών; ΕΙΜΑΣΤΕ φτιαγμένοι για κάτι τέτοιο;
Πόση βοήθεια θα μας δώσουν ίσως οι μηχανές μας σ αυτό το ταξίδι; Το σύμπαν που αναγνωρίζουμε το έχουμε ήδη χαρακτηρίσει πεπερασμένο, το ταξίδι μας σ αυτό άραγε έχει τέλος; Η το μόνο τέλος που μπορούμε να προσεγγίσουμε είναι το μηδέν του ανατολίτικου κάρμα; Ο Κόσμος ένα «όνειρο» του εγκεφάλου μας, με την παραδοχή όμως ότι και ο ίδιος είναι προϊόν αυτού του Κόσμου, αυτό το ταξίδι αποκτά μιαν ερμηνευτική υπόσταση. Μπορεί να μην είμαστε ικανοί να τον κατανοήσουμε πλήρως, είμαστε όμως μια εκδοχή του που ακόμη αγωνίζεται να αυτο-ερμηνευθεί, σ έναν μαγικά μάταιο(;) αγώνα…
Επίλογος: Αν προσγειωθούμε και πάλι στη ζωή των ανθρώπων πάνω στη γη, ίσως αυτό το μαγικό ταξίδι της γνώσης και αυτογνωσίας το βρούμε αμαυρωμένο από την δραστηριότητά μας πάνω στη φύση. Είμαστε νοήμονα όντα που καταστρέφουμε πλέον με πλήρη σχεδόν επίγνωση το οικοσύστημα που μας γέννησε και πολύ πιθανόν να μην προλάβουμε να δούμε τα θαύματα που υπόσχεται η επιστήμη μας.
Βέβαια, από κάποια σκοπιά, το Σύμπαν ουδόλως «ενδιαφέρεται» για μας και η έννοια της καταστροφής είναι μια ηθική κατηγορία ανθρώπινης υποκειμενικότητας. Από την άλλη, ακολουθώντας κάποια από τις προηγούμενες συλλογιστικές, το δικό μας ενδιαφέρον για το Σύμπαν, είναι αποτέλεσμα της οργάνωσης και προβολής Του μέσα στον ανθρώπινο νού και την ιστορία του, άρα αποκτά μια καθολική Κοσμική «αξία» και «σκοπό» έστω και μέσα από τα υποκειμενικά μας όρια.
Η αξία της επιβίωσης έχει τη δική της αιώνια δυναμική, και ήδη έχει συνδεθεί με την πιθανότητα αυτή να αναζητηθεί (και) έξω από τον πλανήτη μας. Ούτως ή άλλως, μάλλον ένα Σύμπαν χωρίς εμάς δεν μας ενδιαφέρει, παρά μόνο σαν απειλή-πρόκληση για να την αντιμετωπίσουμε με όσα χωράει ο νους μας.
***
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
1. Ο εγκέφαλος στο χρόνο: Παπαδόπουλος, Καραγωγέως, Κούβελας, Τριάρχου. Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης
2. Το μυστήριο του νου: Ζαρκαδάκης Γ., εκδ Ελληνικά Γράμματα
3. Η συναισθηματική νοημοσύνη: Daniel Golman , εκδ Ελληνικά Γράμματα
4. Η σιωπηλή γλώσσα των συναισθημάτων: Παπαδάκη-Μιχαηλίδη Ε., εκδ ελληνικά Γράμματα
5. Οι παράλληλοι εαυτοί μας: Σαββάκη Ε., Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης
6. Προβλήματα γενετικής ψυχολογίας: Ζαν Πιαζέ, εκδ Υποδομή
7. Για την ανθρώπινη φύση: Wilson E., εκδ Σύναλμα
8. Ο άνθρωπος το ηθικό ζώο: Wright Robert, εκδ Κριτική
9. Θεός και μοντέρνα Φυσική: Davies Paul, εκδ Κάτοπτρο
10. Το Χρονικό του Χρόνου: Hawking Stephen, εκδ Κάτοπτρο

"Μην κρίνετε πολύ γρήγορα"

Μην κρίνετε πολύ γρήγορα

Τα Φαινόμενα Απατούν!!!

 

Οι 10 κρίσιμες ερωτήσεις του one night stand

Είναι απόφαση της στιγμής, είναι απόφαση εν θερμώ, αλλά δεν παύει να γεννά στιγμιαίες απορίες, συνήθως πιο κρίσιμες απ' όσο νομίζεις.

Συμβαίνει αρκετά συχνά στους βετεράνους των one night stands -δηλαδή κυρίως σε μπάρμεν, djs, μουσικούς και γενικά πολύ ωραίους γκόμενους που αναστατώνουν τα κορίτσια τα οποία δεν μπορούν να περιμένουν μια άλλη μέρα- να μην το πολυσκέφτονται.
Αυτό πολύ συχνά οδηγεί σε αντιδράσεις της επόμενης μέρας, όπως η χαρακτηριστική “τι σκατά σκεφτόμουν χτες το βράδυ;”. Εεεδώ είμαστε. Δεν σκεφτόσουν. Δεν σε ψέγουμε, αλλά θα μπορούσες να το αποφύγεις, αν είχες λίστα στο μυαλό σου τις δέκα κομβικές ερωτήσεις κάθε αρχετυπικού one night stand.
Καλή η παρόρμηση, καλό το 'μια φορά συμβαίνουν αυτά, σιγά μην κάτσω να το αναλύσω', αλλά όπως τα πάντα στη ζωή (δυστυχώς), έτσι και το one night stand απαιτεί ένα μίνιμουμ ζυγίσματος της κατάστασης. Αυτές οι 10 ερωτήσεις κάνουν μια χαρά ζύγισμα:

1) Πού. Είναι. Τα. Προφυλακτικά;
Αυτή η ερώτηση έχει μόνο δύο απαντήσεις-καταλήξεις. Η πρώτη απάντηση καταδεικνύει ακριβώς πού βρίσκεται το κουτί. Απ' το συρτάρι ως το ντουλάπι κι απ' το κομοδίνο μέχρι κάτω απ' το κρεβάτι, όλες οι απαντήσεις είναι απολύτως δεκτές, σεβαστές και άγιες. Η δεύτερη απάντηση, που προϋποθέτει απλά να μην υπάρχει πρώτη, είναι 'Άστο, δε χανόμαστε, μιαν άλλη φορά'. Δεν υπάρχει τρίτη απάντηση-σενάριο-στεφάνι.
2) Πού είναι το κορίτσι μου;
Δεν θα κάνουμε ηθικοπλαστικές εδώ, ούτε περιμένεις απ' το ΟΝΕΜΑΝ να σε επιπλήξει επειδή κερατώνεις. Πρόβλημά σου, μαγκιά σου, εσύ ξέρεις. Αν όντως έχεις κορίτσι, πρέπει να κάνεις ένα μικρό πλάνο στο κεφάλι σου πριν ξεκινήσεις τις διαδικασίες. Ξέρει πού είσαι; Θα μάθει πότε έφυγες; Θα μάθει με ποιον έφυγες; Θα σε πάρει τηλέφωνο για καληνύχτα; Ρισκάρεις όλη σου τη σχέση για ένα one night stand;
3) Έχεις αγόρι; / Πού είναι το αγόρι σου;
Μη σε βρουν και σε κάνα χαντάκι και δώσεις δουλειά για 10-15 εκπομπές της Νικολούλη. Μωρέ να της δώσεις της γυναίκας, αλλά δεν θα είσαι ανάμεσά μας να το χαρείς. Πρώτα ρωτάμε, μετά προχωράμε.
4) Με ποια κάνεις το one night stand;
Απλά πράγματα. Πώς τη λένε την κοπέλα; Έχεις δει τη διαφήμιση με τον Λιανό που παίρνει κάτι έντεκα-οχτώ-κάτι και μαθαίνει το όνομα της γυναίκας που κοιμάται δίπλα του. Καθόλου αστεία φάση. Ούτε η διαφήμιση ούτε η κατάσταση.
5) Τι θα πω ότι έχω να κάνω αύριο το πρωί; (αν δεν θες να την ξαναδείς)
Η δημιουργικότητα και ο αυτοσχεδιασμός δεν είναι τα όπλα μόνο για να καταφέρεις το ons αλλά και για να μπορέσεις να γλιστρήσεις από το κρεβάτι το πρωί (αν όντως πάτε σπίτι σου). Τέτοια άγχη αποφεύγονται αν κάνετε σεξ σε εξωτερικό location ή αν νιώθεις ότι το κορίτσι σου αρέσει περισσότερο απ' όσο νόμιζες, με την ελπίδα βέβαια ότι κι εκείνη έχει όρεξη να περάσετε περισσότερο χρόνο με σένα. Κοινώς, ποιος νομίζεις πως είσαι;
6) Πώς θα την πείσω να βρεθούμε και αύριο; (αν θες να την ξαναδείς)
Η δημιουργικότητα που λέγαμε. Για να σου δώσω λίγο θάρρος, συνήθως είναι πολύ πιο δύσκολο να πείσεις ένα κορίτσι που ξέρεις 3-4 ώρες να κάνετε σεξ, παρά να την πείσεις να περάσει άλλη μια μέρα δίπλα σου. Συνήθως.
7) Να της ζητήσω το Facebook ή το τηλέφωνό της;
Βάλε τον εαυτό σου στη θέση της. Έρχεται ένα κορίτσι και σου ζητάει κάτι απ' τα δύο. Αυτό που φαντάζει ως εύκολη λύση δεν είναι και τόσο αθώα (ούτε εύκολη). ΟΚ, το κινητό σου είναι το κινητό σου, είναι ένας αριθμός που δεν μοιράζεις από δω κι από κει, αλλά το Facebook, η εύκολη λύση, σε εκθέτει περίπου 1.087 περισσότερες φορές απ' ό,τι αυτός ο αριθμός.
Γυρνάμε τώρα την κάμερα σε εκείνη. Αν νομίζεις ότι αυτό το one night stand θα είναι το τελευταίο σου για καιρό (μτφ., την θες), ζητάς το κινητό της. Παίζεις αντρίκεια. Σε κάθε άλλη περίπτωση, Facebook και βλέπουμε.
8) Πού είμαι;
Καίριες οι ερωτήσεις πιο πάνω, αλλά ενέχουν μια αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά ή ότι όλα θα πάνε χάλια. Μια αισιοδοξία δηλαδή, ότι όμορφα ή άσχημα, όλα θα είναι ξεκάθαρα στο μυαλό σου. Τι γίνεται στην περίπτωση που είχες πιει ένα ποτηράκι παραπάνω και ξυπνώντας με δυόμισι τσιμεντόλιθους στο κεφάλι, δεν ξέρεις πού είσαι; Ρωτάς ή απλά τα μαζεύεις και σέρνεσαι ημίγυμνος μέχρι την εξώπορτα; Πού είσαι; Θυμάσαι πώς βρέθηκες εδώ;
9) Είδε True Detective; Βλέπει Game of Thrones;
Κάτι πρέπει να πείτε αργά ή γρήγορα. Καλό το σεξ, χαλαροί θεσμοί (και οι δεσμοί) του one night stand, αλλά δεν είσαι και κλέφτης για να το βάλεις στα πόδια. Άλλοι καπνίζουν μετά το σεξ, άλλοι μιλάνε για σειρές και άλλοι κοιμούνται. Ας μείνουμε στο κομμάτι με τις σειρές. Ξέρω ότι αγαπάτε το GoT, ξέρω ότι αγαπήσατε την πρώτη σεζόν True Detective, άρα τι πιο χαλαρωτικό από μια κουβέντα (μαζί της) για τη Σέρσεϊ ή για τον Τίριον ή για τους δράκους της Καλίσι; Τι; Προτιμάτε να ξανακάνετε σεξ; Τς τς τς.
10) Ήταν συνειδητό αυτό που έκανα;
Ναι, ναι, ξενερώστε όσο θέλετε και εκνευριστείτε που το πηγαίνω όλο αυτό σε ένα πιο σοβαρό επίπεδο. Όταν ηρεμήσετε, ξανασκεφτείτε το. Θέλατε μόνο αυτό; Μια βραδιά σεξ με μια άγνωστη και μετά σπίτια μας; Ή νομίζετε ότι είστε ο John Cusack που μπορεί να βρει ερωτικούς συσχετισμούς ακόμη και σε μια στραβωμένη πινακίδα STOP; Πού το πάτε; Τι κρύβεται/κρύβετε πίσω απ' όλο αυτό; Έ;
Προβληματιστείτε λοιπόν και μοιραστείτε και τις δικές σας ερωτήσεις σχετικά με το one night stand ή για ό,τι μπορούμε να βοηθήσουμε.

Το 2014 το πρώτο πείραμα αντιστροφής του γήρατος στον άνθρωπο

Έτοιμο για δοκιμές σε ανθρώπους πείραμα κατά της γήρανσης, υποστηρίζουν οι επιστήμονες. Προηγήθηκαν, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, στα ποντίκια..

Έτοιμο για δοκιμές σε ανθρώπους πείραμα κατά της γήρανσης, υποστηρίζουν οι Αυστραλοί και Αμερικανοί επιστήμονες που ελπίζουν ότι ένας παράγοντας που αντιστρέφει τους ...κύριους δείκτες της γήρανσης σε δοκιμές σε ποντίκια μπορεί να δοκιμασθεί στον άνθρωπο ήδη από τον επόμενο χρόνο, σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα της εφημερίδας Guardian.

Κατά την έρευνα η οποία πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή του πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και της Νέας Νότιας Ουαλίας, ανακαλύφθηκε ένας τρόπος αποκατάστασης της αποτελεσματικής λειτουργίας των κυττάρων, αντιστρέφοντας πλήρως τη διαδικασία της γήρανσης των μυών.

Ποντίκια ηλικίας δύο ετών έλαβαν μία χημική ουσία επί διάστημα μίας εβδομάδας με αποτέλεσμα την επιστροφή των κύριων δεικτών της γήρανσης στα επίπεδα της ηλικίας έξι μηνών στα ποντίκια. Οι επιστήμονες δηλώνουν ότι αυτό είναι ισοδύναμο με το να κάνει κανείς έναν 60χρονο να αισθάνεται σαν 20χρονος.

Οι ερευνητές ελπίζουν ότι οι δοκιμές σε ανθρώπους θα μπορέσουν να ξεκινήσουν τον επόμενο χρόνο και οι επιστήμονες θα επικεντρωθούν στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η θεωρία της αντιστροφής της διαδικασίας γήρανσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην θεραπεία νόσων όπως ο καρκίνος, η άνοια και ο διαβήτης.

Η έρευνα εστιάσθηκε σε ένα οργανίδιο των κυττάρων, τα μιτοχόνδρια, που παράγουν ενέργεια. Με το πέρασμα του χρόνου, η επικοινωνία ανάμεσα στα μιτοχόνδρια και στον πυρήνα του κυττάρου ατονεί, γεγονός που οδηγεί στη γήρανση.

Οι ερευνητές διοχέτευσαν ένα ένζυμο που ονομάζεται νικοτιναμιδο-αδενινο-δινουκλεοτίδιο NAD, τα επίπεδα του οποίου μειώνονται με την αύξηση της ηλικίας μας. Η προσθήκη αυτής της ουσίας είναι που αντέστρεψε τη διαδικιασία γήρανσης στα ποντίκια του εργαστηρίου.

"Διαπιστώσαμε ότι η διαδικασία της γήρανσης μοιάζει με αυτό που συμβαίνει στα παντρεμένα ζευγάρια: όταν είναι νέοι, επικοινωνούν ικανοποιητικά, αλλά με το πέρασμα του χρόνου και με την μακροχρόνια συμβίωση, η επικοινωνία καταρρέει», δηλώνει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλλίας Ντέιβιντ Σινκλέρ, εκ των συγγραφέων της έρευνας, ο οποίος εργάζεται για την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. «Και ακριβώς όπως συμβαίνει στα ζευγάρια, η αποκατάσταση της επικοινωνίας έλυσε το πρόβλημα».

Ο δρ. Νάιτζελ Τέρνερ, ερευνητής του πανεπιστημίου της Νέας Νότιας Ουαλίας και επίσης συγγραφέας της έρευνας, δήλωσε ότι ο ρυθμός της αντιστροφής της διαδικασίας γήρανσης στα ινδικά χοιρίδια ήταν «εξαιρετικά ταχύς».

Ο Τέρνερ τονίζει ότι το «μαγικό χάπι» που θα αντιστρέφει τη διαδικασία της γήρανσης είναι πολλά χρόνια μακριά, εν μέρει εξαιτίας του υψηλού κόστους της ουσίας, που θα έφθανε τα 50.000 δολάρια ημερησίως για έναν άνθρωπο.

Ομως, σύμφωνα με τον ίδιο, « τώρα που κατανοούμε τη διαδρομή, μπορούμε να αναζητήσουμε και άλλους τρόπους αποκατάστασης της επικοινωννίας (στο εσωτερικό των κυττάρων) και αντιστροφής της διαδικασίας γήρανσης. «Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι σκοπός της έρευνας για την αντιγήρανση είναι να παρατείνει τη ζωή των ανθρώπων μέχρι τα 200 χρόνια, αλλά ο πραγματικός στόχος είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους να είναι πιο υγιείς σε μεγάλη ηλικία».

"Γνωρίζουμε ότι η επικοινωνία αυτή εντός των κυττάρων καταρρέει σε ασθένειες όπως η άνοια, ο καρκίνος και ο διαβήτης τύπου 2. Αυτή η έρευνα επικεντρώθηκε στους μυς, αλλά θα μπορούσε να αφορά πολλά όργανα και να οδηγήσει στην πρόληψη αυτών των ασθενειών», δηλώνει ο δρ. Νάιτζελ Τέρνερ.

Το αν αυτό σημαίνει ότι θα ζούμε όλοι μέχρι τα 150, δεν το ξέρω, αλλά το σημαντικό είναι ότι δεν θα περνούμε τα τελευταία 20 έως 30 χρόνια της ζωής με κακή υγεία»

O άνθρωπος «Χαμαιλέων»…

O άνθρωπος «Χαμαιλέων», είναι ένα πλάσμα αινιγματικό. Κανείς δε γνωρίζει το αληθινό, αποκρουστικό του πρόσωπο, όμως όλοι έχουν αντιληφθεί κάποιες από τις πολλές μορφές που χρησιμοποιεί για να παρουσιάζεται στο κοινό. Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», είναι πραγματικά ο μαιτρ της παραλλαγής και της μεταμφίεσης. Είναι ασυναγώνιστος σε αυτό που κάνει και το κάνει καλύτερα από τον καθένα.

Κατά αρχήν, ο άνθρωπος «Χαμαιλέων» είναι υπαρκτός. Μόνο οι χιλιάδες μορφές του είναι πλασματικές, σαν τα κοστούμια και τις μάσκες των θεατρίνων που κρέμονται στο βεστιάριο. Ανάλογα με τις ανάγκες του ρόλου, διαλέγει τη μάσκα και το κοστούμι που ταιριάζει στην κάθε περίσταση. Το ρεπερτόριο των ρόλων του είναι πολύ μεγάλο. Περιλαμβάνει ρόλους κλασικούς και μοντέρνους. Παίζει εξίσου καλά στην κωμωδία, όπως και στο δράμα. Είναι
παντού και πάντα έτοιμος να δώσει ρεσιτάλ ερμηνείας. Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί, πως κάτω από τη μάσκα του κρύβονται οι φολίδες ενός ερπετού. Η αλήθεια είναι, πως ακόμη και όταν λέει αλήθεια, το κάνει για να πει ένα μεγάλο ψέμα.

Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», προτιμά τους μεγάλους ρόλους, τους πρωταγωνιστικούς. Έχει τη διαστροφή να χαίρεται τόσο περισσότερο, όσο περισσότεροι είναι αυτοί που έχουν πέσει θύματα της παραπλάνησης του. Σαν τον θεατρίνο, αισθάνεται πιο ταλαντούχος, όταν βλέπει γεμάτη την πλατεία από τους ανύποπτους θεατές του. Για το λόγο αυτό, ο άνθρωπος «Χαμαιλέων» προτιμά συνήθως ρόλους πολιτικούς και κοινωνικούς. Εξυπακούεται, πως η σχέση με τη συνείδηση του είναι ανύπαρκτη. Αυτή μετατράπηκε σε ψυχρή αίσθηση ερπετού, όταν ο ίδιος αποφάσισε να ακολουθήσει την φύση του και να γίνει Χαμαιλέων. Αυτό, μας λέει καθαρά, ότι ο Χαμαιλέων γεννιέται, δε γίνεται. Ή το έχει ή δεν το έχει. Απλά, έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή του που το ανακαλύπτει και όπως όλα τα έμβια πλάσματα ακολουθεί την έξη και τις συνήθειες της ιδιαίτερης φύσης του. Τότε, σαν τον λυκάνθρωπο τις τρίχες, εμφανίζει και αυτός τις πρώτες φολίδες του είδους του.

Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», έχει την φοβερή ικανότητα να ανιχνεύει τους πόθους και τις ανάγκες των ανθρώπων και της περίστασης. Για αυτό, είναι πάντα έτοιμος, να προσφέρει δήθεν αυτά που τους λείπουν. Έτσι, καταφέρνει πάντα να είναι επίκαιρος, φορώντας το κοστούμι και τη μάσκα που απαιτούν οι περιστάσεις. Το χρώμα του, αν και πάντα ταιριάζει στο περιβάλλον στο οποίο κινείται και απευθύνεται, δεν είναι όμως αρκετό στο να αποκαλύψει την αληθινή του ταυτότητα. Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», χρησιμοποιεί όλα τα χρώματα και όλες τις παραλλαγές τους. Του αρέσουν το μπλε, το γαλάζιο, το πράσινο, το ροζ, το κόκκινο, το μαύρο, σε όλες τις πιθανές και απίθανες αποχρώσεις, ακόμη και σε συνδυασμούς χρωμάτων. Δεν έχει πρόβλημα. Όλα του αρέσουν και όλα του ταιριάζουν. Το χειρότερο για εκείνον είναι να τον αποκαλύψουν. Ωστόσο, ακόμη και τότε, φοράει γρήγορα το κοστούμι και τη μάσκα του αθώου και διαμαρτύρεται σε όλους τους τόνους ότι δεν είναι ένοχος. «Κάποιοι απεργάζονται την πολιτική μου εξόντωση», είναι η δικαιολογία, που χρησιμοποιεί συνήθως.

Ο άνθρωπος «Χαμαιλέων», έχει πάντα δύο σκοπούς. Ο ένας, ο φανερός, είναι προς εξωτερική κατανάλωση. Ο άλλος, ο κρυφός και αληθινός, είναι ο προσωπικός του σκοπός. Άλλωστε, για αυτόν τα κάνει όλα. Το πρωί μιλά κανείς με έναν πράσινο Χαμαιλέοντα και μέχρι το βράδυ αυτός έχει γίνει μπλε. Ένα άλλο του όνομα είναι ο «κωλοτούμπας», καθώς γυρίζει γύρω από το κλαδί. Η μόνη λύση και σωτηρία, είναι να τον καταλάβει κανείς από την αρχή, πριν μπλέξει στα τεχνάσματα των παραλλαγών του. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβει κανείς τον άνθρωπο «Χαμαιλέων», είναι να τον τραβήξει στο φως της αλήθειας. Αν δε, είναι πολιτικός, να τον περάσει από τη βάσανο των Εκλογών. Εκεί, η μάσκα με το επίπλαστο δέρμα του, αδυνατεί να παράγει τις χρωστικές της ουσίες, που είναι απαραίτητες για την παραλλαγή. Τότε, σαν ξεπλυμένος, με τα χρώματα να τρέχουν, αποκαλύπτει αθέλητα το αληθινό πρόσωπο του ερπετού. Αυτός είναι ο λόγος, που ο άνθρωπος «Χαμαιλέων» προτιμά το ημίφως των προσχημάτων και των ανέξοδων ψευδαισθήσεων, όπως ακριβώς και η μεγάλη σε ηλικία πόρνη προτιμά την κολακεία του μισοσκόταδου.

Όπως σε όλα τα γένη, έτσι και οι άνθρωποι «Χαμαιλέοντες», προσαρμόζονται στο οικοσύστημα τους. Υπάρχουν μικροί και μεγάλοι άνθρωποι «Χαμαιλέοντες» μέσα στο δάσος της κοινωνίας. Ο δικός μου άνθρωπος «Χαμαιλέων», του οποίου το ολόσωμο πορτραίτο παρουσιάζω εδώ, είναι παγκόσμιας εμβέλειας. Βρίσκεται πάντα στο παρασκήνιο των διεθνών εξελίξεων, πίσω από τις κουρτίνες, και σαν άλλος βιρτουόζος κινεί τα σχοινιά των πολιτικών του μαριονέτων. Έχει την φωτεινή εικόνα ανθρώπου, που ενδιαφέρεται για την ανθρωπότητα. Τόσο πολύ, που έχει την διάθεση να την βάζει να τρέχει μάταια, δίχως σκοπό, μέσα σε έναν πειραματικό τροχό παραγωγής και εκμετάλλευσης, τόκων και επιτοκίων. Όπως τα ποντίκια, που φέρνουν συνεχώς γύρο τρέχοντας πάνω στην ρόδα της αιχμαλωσίας τους.

Αυτός, ο παγκόσμιος άνθρωπος «Χαμαιλέων», διαβάζει τον «Ηγεμόνα» του Μακιαβέλι και σχεδιάζει πάνω στον χάρτη τα όρια της κυριαρχίας του. Όπου η πειθώ δεν πείθει, έχει τα μέσα για να το πράξει, με πυραύλους και χρήμα. Στον κάλαθο των αχρήστων έχει πεταμένα παλαιότερα σχέδια του από άλλες περιστάσεις. «Χαμαιλεόντιες» θεωρίες και ιδεολογίες, σημαίες και σύμβολα. Το βεστιάριο του περιέχει διάφορες μάσκες και ευφάνταστες ιδεολογικές παραλλαγές. Το κοινό του είναι όλος ο κόσμος και η περίσταση απαιτεί ένα πρόσωπο σοβαρό, φιλικό και ανθρωπισμό γεμάτο. Αυτός, έχει όλα τα εχέγγυα να είναι ο μέγας διδάσκαλος των επί γης Χαμαιλεόντων. Προβάλλει ως διαφωτιστής και ανθρωπιστής, είναι χρηματιστής, είναι καπιταλιστής και είναι ορθολογικά σκεπτόμενος το δικό του, βεβαίως, και μόνο συμφέρον. Είναι ο άνθρωπος «Χαμαιλέων» της Νέας Τάξης του 21ου αιώνα.

Κοιτάξτε τον τώρα, τη στιγμή της μεταμόρφωσης του.

Δεν τον είδατε, δεν τον γνωρίζετε, αλλά αυτός σας ξέρει….

Οδηγός επιβίωσης για εσωστρεφείς


Οι χαρακτήρες των ανθρώπων χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στους εσωστρεφείς και στους εξωστρεφείς. Υπάρχουν πολλά είδη εσωστρέφειας. Άλλος χαρακτήρας εκδηλώνεται με άγχος, άλλος με ντροπή, άλλος με ευαισθησία και κλείσιμο στον εαυτό του. Οι εσωστρεφείς αντιμετωπίζουν συνήθως τα γεγονότα της ζωής τους με περισσότερη ευαισθησία.

Καταρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι είναι πολύ σημαντικό όταν διαβάζετε κάτι που σας ενδιαφέρει και δίδεται ως συμβουλή, να είστε σε θέση να αντιληφθεί ότι για να βελτιωθεί η ψυχολογία σας θα πρέπει να έχετε τη θέληση να το κάνετε και να είστε παράλληλα ικανοί να αναγνωρίσετε ποιες συμβουλές σας ταιριάζουν και σας φαίνονται χρήσιμες για εσάς και μόνο, και ποιες όχι.

Δείτε εδώ πώς να αλλάξετε κάποιες από τις συνήθειές σας για να νιώσετε καλύτερα ως εσωστρεφείς, αλλά και πώς να «βγάλετε» από μέσα σας τον εξωστρεφή που κρύβετε.

Αν διαπιστώσετε ότι δεν μπορείτε εύκολα και γρήγορα να νιώσετε οικειότητα με κάποιον (καχυποψία απέναντι σε νέες γνωριμίες, ντροπή όταν συναντάτε καινούργιους ανθρώπους) και προτιμάτε να παρατηρείτε νέους ανθρώπους παρά να τους εμπιστευτείτε, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσετε το στυλ σας και να δώσετε στους άλλους να καταλάβουν το χαρακτήρα σας κι ως εκ τούτου κι εσάς.

Μάθετε πώς αλληλεπιδρούν οι πτυχές του χαρακτήρα σας με την εσωστρέφειά σας. Σκεφτείτε γιατί αντιδράτε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και γιατί αλλάζετε συνεχώς γνώμη. Χρειάζεται αυτογνωσία για να μπορέσετε να διορθώσετε αυτά που θεωρείτε ότι σας καταπιέζουν. Επίσης, καλό είναι να συζητάτε με τους κοντινούς σας ανθρώπους τις αντιδράσεις σας, ώστε να τους εξηγήσετε στη συνέχεια γιατί νιώθετε έτσι.

Αν υπάρχει κάποιος εξωστρεφής τον οποίο γνωρίζετε και θαυμάζετε γι? αυτή του την εξωστρέφεια, μιλήστε μαζί του και ρωτήστε τον πώς σκέφτεται, πώς λειτουργεί.
Μάθετε να διαχειρίζεστε την εσωστρέφειά σας, διότι έτσι θα καταφέρετε να γίνετε πιο αποδεκτοί από το κοινωνικό σύνολο.

Συζητήστε, ανταλλάξτε απόψεις, γνωρίστε άλλους ανθρώπους, μάθετε νέα πράγματα. Αν ο εσωτερικός σας κόσμος είναι απασχολημένος με το να αναλύει τις δικές του σκέψεις και ιδέες, χάνει ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής που είναι το να μοιράζεται σκέψεις και λέξεις με άλλους ανθρώπους και να τονώνει έτσι την ψυχολογία και τη διάθεσή του.

Ψυχο(παθο)λογία του Έρωτα !

Ο έρωτας δεν είναι σπάνιος.
Σπάνιος είναι ο αμοιβαίος έρωτας και ο έρωτας που διαρκεί. [Pascal Bruckner]
ΓΙΑΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ;

Πρώτον, επειδή πρόκειται για θεμελιώδες υπαρξιακό ζήτημα με το οποίο όλοι, κάποια στιγμή, κληθήκαμε ή θα κληθούμε να αναμετρηθούμε.

Δεύτερον, επειδή όταν του επιτρέπουμε να κάνει τη δουλειά του (δηλαδή όταν τον ζούμε μέχρις εσχάτων), μας φέρνει αντιμέτωπους με όλα τα σκληρά δεδομένα της ύπαρξης: το εφήμερο των πραγμάτων, την έλλειψη νοήματος, τη μοναξιά.

Τέλος, επειδή δοκιμάζει τα όρια και τις αντοχές μας,
θυμίζοντάς μας την επιθυμία να ζήσουμε στο έπακρο τη ζωή και, συγχρόνως, το φόβο να το πράξουμε.

ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΙΟΝ ΕΡΩΤΕΥΟΜΑΣΤΕ;

«Ποτέ δεν πέφτω στα δίχτυα του έρωτα εφόσον προηγουμένως δεν το έχω ποθήσει», έχει πει κάποιος (1), και εγώ θα συμπλήρωνα ότι τον πόθο να ερωτευτούμε τον ξυπνάει η ανάγκη να ταράξουμε τα νερά, όταν η ζωή μας είναι ήρεμη και τακτοποιημένη μεν, αλλά κάπως άχρωμη. Φαίνεται, δηλαδή, ότι πρώτα ξυπνούν οι ανάγκες του εαυτού για αμφισβήτηση και αναθεώρηση των δεδομένων της ζωής, και κατόπιν κάνει την εμφάνιση της η ανάγκη για έναν συγκεκριμένο άλλο.

Όσο για το ποιον ερωτευόμαστε, μάλλον αποτελεί μυστήριο με ελάχιστες πιθανότητες να διαλευκανθεί. Ίσως είναι ο πιο ταιριαστός ή συμπληρωματικός, όπως υποστηρίζουν οι θεωρίες της ψυχολογίας. Ή ίσως είναι εκείνος, του οποίου το βλέμμα μας θυμίζει το πρώτο βλέμμα που πρωτοαντικρίσαμε ερχόμενοι στον κόσμο, όπως υποστηρίζει η ψυχανάλυση. Ίσως τελικά δεν έχει σημασία ποιος είναι, μιας και εμείς οι ίδιοι κατασκευάζουμε ενεργητικά την εικόνα του ώστε να μας αρέσει. Ώστε να ικανοποίει την ανάγκη μας να οικοδομήσουμε ένα νέο εαυτό και μια νέα ζωή εντός μιας νέας πραγματικότητας.

Παρόλο που είναι δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ του αν ερωτευόμαστε τον πραγματικό άνθρωπο απέναντί μας ή την εικόνα που έχουμε στο κεφάλι μας για εκείνον, ο άνθρωπος που θα μας συγκινήσει είναι ένας και μοναδικός, αναντικατάστατος και μη συγκρίσιμος (τουλάχιστον για όσο διάστημα διαρκούν τα μάγια).

Όπως και να έχει, η αδυναμία να εξηγήσουμε αιτιολογικά την επιλογή μας δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Γιατί ερωτευτήκαμε αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο; Το ερώτημα σχεδόν εξεγείρει. Ποιος είναι επιτέλους αυτός ο άγνωστος που μέσα σε μια στιγμή έγινε τόσο σημαντικός;

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Για αδιευκρίνιστους, λοιπόν, λόγους δύο άνθρωποι (ή δύο βλέμματα) συναντιούνται. Και λέγοντας ψυχολογική συνάντηση δεν εννοούμε κάτι απλό. Αναφερόμαστε στη σπάνια εκείνη στιγμή μέσα στο χρόνο, κατά την οποία ένας άνθρωπος αγγίζει έναν άλλο στον πυρήνα του και, εξαιτίας αυτού, εξαναγκάζεται σε ριζική μεταστροφή και διαφοροποίηση.

Ασφαλώς υπάρχουν ιδιοσυγκρασιακές διαφορές, αλλά, σε γενικές γραμμές, έπειτα από μια τέτοια συνάντηση, ένας άνθρωπος, «φυσιολογικός» μέχρι εκείνη τη στιγμή, αρχίζει να εμφανίζει τα ακόλουθα «συμπτώματα»:

1. Αισθητά μειωμένη όρεξη για ύπνο ή φαγητό και μόνιμη ψυχοφυσιολογική διέγερση (αυξημένος καρδιακός ρυθμός, διεσταλμένες κόρες ματιών, ίλιγγος, αποπροσανατολισμός).

2. Υπερβολικό, ανεξέλεγκτο πάθος για τον άλλον, σε συνδυασμό με επίμονα συναισθήματα ευφορίας, αγαλλίασης, ενθουσιασμού, έκστασης.

3. Διαρκής ονειροπόληση και ισχυρή απροθυμία ή άρνηση να εργαστεί, να συνδεθεί με άλλους ανθρώπους εκτός του ποθητού αντικειμένου, γενικώς να συντονιστεί με την πραγματικότητα.

4. Επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές φαντασιώσεις καθημερινά, προκαλούμενες από ισχυρή φυσική έλξη και σεξουαλική επιθυμία για το ερωτικό αντικείμενο.

5. Απορρόφηση από ρομαντικές φαντασιώσεις απόλυτης ένωσης κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας, και εκδήλωση συμπεριφορών στοργής, τρυφερότητας και ενδιαφέροντος για τον άλλον.

6. Παράλογη υποκειμενική αίσθηση ότι είναι μαγεμένος ή υπνωτισμένος ή υπό την επήρεια ουσιών, με συνέπεια την εκδήλωση συμπεριφορών εξάρτησης και άμεσης προσκόλλησης στον άλλον.

7. Ταχέως αυξανόμενη αμοιβαία εμπιστοσύνη και ισχυρή ανάγκη εκατέρωθεν αλλαγής, επιρροής και αυτοαποκάλυψης.

8. Διάχυτη αίσθηση συνενοχής και συμμετοχής σε ένα ιδιωτικό μυστικό μόνο για δύο (αίσθηση ειδυλλίου).

Τα παραπάνω «συμπτώματα» είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Την αμέσως επόμενη στιγμή (ή και τη ίδια), αρχίζει ο πόλεμος και απόδειξη αυτού είναι η πολεμική ορολογία του έρωτα: αιχμαλωτίζω, κατακτώ, δολοπλοκώ, επιτίθεμαι, υποτάσσομαι.

Η αναπόφευκτη αποτυχία απόλυτου συντονισμού με τον άλλον, ακριβώς επειδή είναι διαφορετικός από εμάς, γεννά την αγωνία, την αβεβαιότητα, την αδημονία. Το βάθος και η υπερβολή του δικού μας συναισθήματος, σε συνδυασμό με την συνειδητοποίηση ότι ο άλλος είναι ελεύθερος να μείνει ή να φύγει όποτε θέλει, ξυπνούν το θυμό, τη ζήλια, μας κάνουν αβέβαιους και ασταθείς, με διαρκείς μεταπτώσεις στο συναίσθημα και τη συμπεριφορά. Ακόμα και όταν ο άλλος είναι ολοκληρωτικά παρών και δηλώνει εξίσου ερωτευμένος, η αίσθηση του ανικανοποίητου, της στέρησης, της έλλειψης, δε λένε να μας εγκαταλείψουν.

Η κατάσταση που βιώνουμε είναι η αποθέωση της αμφιθυμίας. Μας ελκύει και μας απωθεί την ίδια στιγμή. Μας γεμίζει ενέργεια και συγχρόνως μας εξαντλεί. Μας απομακρύνει και μετά μας φέρνει πάλι κοντά και μάλιστα με ενισχυμένη την επιθυμία. Πρόκειται για βίωμα πρώτου μεγέθους που ψυχολογικά καταλαμβάνει όλο το χώρο, κυριεύοντας ολοκληρωτικά τον άνθρωπο. Με αυτή την έννοια, ο έρωτας εντάσσεται στη σφαίρα της «ψυχοπαθολογίας», της ψυχής που πάσχει. Οι ερωτευμένοι τον μισό καιρό χαίρονται και τον υπόλοιπο υποφέρουν. Υποφέρουν για τον άλλον, αλλά κυρίως για τον εαυτό τους προσπαθώντας να βγάλουν νόημα από αυτό που τους συμβαίνει. Είναι τραγικά πρόσωπα όσο και αν ακούγεται υπερβολικό. Όσοι έχουν ερωτευτεί έστω μία φορά στη ζωή τους το γνωρίζουν αυτό.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Ασφαλώς κάποια στιγμή ο έρωτας τελειώνει. Με μαθηματική ακρίβεια: κάθε φορά βιώνεται ως μοναδικός, κάθε φορά βιώνεται ως αιώνιος, κάθε φορά τελειώνει. Είτε διακοπεί είτε συνεχιστεί η σχέση, ο έρωτας θα μας εγκαταλείψει οπωσδήποτε και με αυτή την έννοια κάθε έρωτας είναι εξορισμού καταδικασμένος.

Ένα λεπτό όμως. Γιατί τελειώνει;

Επειδή είναι αδύνατον να πραγματοποιήσει όσα υπόσχεται. Επειδή όταν έρχεται η ώρα να συγκρουστεί με την πραγματικότητα είναι χαμένος από χέρι.

Επειδή, από βιασύνη ή φόβο, δόθηκαν και κατακτήθηκαν τα πάντα και η επιθυμία δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης.

Επειδή δεν αντέχουμε να το πάμε μέχρι τέλους, από φόβο μήπως ταλαιπωρηθούμε, πονέσουμε ή εγκαταλειφθούμε. Πράγματα σίγουρα δηλαδή έτσι και ερωτευτούμε.

Επειδή ο άλλος είναι άλλος. Είναι διαφορετικός, ξεχωριστός από εμάς και δεν μπορούμε να συγχωνευτούμε μαζί του, ούτε καν να συγχρονιστούμε.

Επειδή δεν αντέχουμε το πόσο ευάλωτους και τρωτούς μας καθιστά. Μαθημένοι να κρύβουμε τις ανάγκες και τα συναισθήματα μας, μόλις ψυλλιαστούμε ότι κινδυνεύουμε να εκτεθούμε, το βάζουμε στα πόδια.

Επειδή αποδεικνύεται ότι ο άλλος είναι απλώς ένας άνθρωπος και όχι ο θεός που ερωτευτήκαμε. Ο έρωτας χωρίς εξιδανίκευση απλώς δεν μας γεμίζει το μάτι.

Υπάρχουν πολλά «επειδή» που εξηγούν γιατί τελειώνει ο έρωτας, αλλά καμία εξήγηση δεν μπορεί να μας κάνει να δεχθούμε το τέλος έτσι απλά. Ανεξάρτητα από το αν ο έρωτας εγκατέλειψε πρώτα εμάς ή τον άλλον, δυσκολευόμαστε να αντικρίσουμε την «αποτυχία» μας κατάματα και να παραδεχτούμε ότι πάλι δεν τα καταφέραμε. Ανακόπτοντας τη διαδικασία ωρίμανσης που ξεκίνησε ήδη με την πρώτη συνάντηση, επιστρατεύουμε μια σειρά από μηχανισμούς, προκειμένου να αντισταθούμε στον πόνο.

Ψευδαίσθηση ελέγχου. Πείθουμε τον εαυτό μας ότι ελέγχουμε απόλυτα τα συναισθήματα μας. Αποφασίζουμε να γυρίσουμε σελίδα μέσα σε μια νύχτα. Δεν έχουμε τίποτα να σκεφτούμε, να δουλέψουμε ή να ξεπεράσουμε. Έτσι κι αλλιώς, δεν πιστεύουμε καν στον έρωτα.

Εμμονή. Ολοκληρωτική άρνηση του τέλους. Ο άλλος έχει φύγει οριστικά, αλλά εμείς ορκιζόμαστε ότι δεν υπάρχει ζωή χωρίς εκείνον. Μένουμε κολλημένοι, ανίκανοι να πάμε παρακάτω, αδυνατώντας να συμφιλιωθούμε με το ανέφικτο και το εφήμερο.

Άρνηση ανάληψης της ευθύνης των συναισθημάτων και συμπεριφορών μας. Φερόμαστε ως ανώριμα, επιπόλαια παιδιά που τα θέλουν όλα. Δεν ξέρουμε αν θέλουμε να τελειώσει ή να συνεχίσει ο έρωτας, προτιμούμε κάποιος άλλος να αποφασίσει για μας. Δεν παίρνουμε θέση, δεν επιλέγουμε, δεν διεκδικούμε, δεν εγκαταλείπουμε τίποτα. Στασιμότητα στην αιωνιότητα.

Όταν όλοι οι μηχανισμοί αποτύχουν, όταν εξαντληθούν όλα τα περιθώρια, τελικά (και επιτέλους) αφηνόμαστε στον πόνο. Πρόκειται για γνήσιο πένθος καθώς οι απώλειες είναι μεγάλες και πολλά αυτά για τα οποία πρέπει να κλάψουμε.

Χάθηκε ο άλλος. Η δύναμη και επιρροή του επάνω μας. Το βλέμμα του που ήταν ο καθρέφτης μας. Η απουσία του δεν γίνεται αισθητή πια. Η παρουσία του δεν αναστατώνει. Σχεδόν απορούμε που συμβαίνει έτσι.

Χάθηκε ένα δικό μας, πολύ ζωτικό, κομμάτι που αφορούσε εκείνον και όσα ζήσαμε, και που ο άλλος, φεύγοντας, το πήρε μαζί του.

Χάθηκαν οι αυταπάτες. Η μόνη επιλογή που μας έμεινε είναι η επίπονη αποδοχή του τέλους όλων των πραγμάτων.

Χάθηκε ο εαυτός μας όπως τον ξέραμε. Δεν είμαστε πια ο άνθρωπος που ήμασταν πριν τον έρωτα, ούτε ο άνθρωπος που έζησε τον έρωτα. Και ο νέος άνθρωπος που είμαστε είναι ακόμα υπό διαμόρφωση.

Χάθηκε η επαφή, οικειότητα, το δέσιμο. Ο συνένοχος και συμπαίκτης μας. Και καλούμαστε να συμφιλιωθούμε με τη μοναξιά.

Χάθηκε το συγκεκριμένο νόημα γύρω από το οποίο είχαμε οικοδομήσει τη ζωή μας για όσο διάστημα ζούσαμε υπό ερωτικό καθεστώς.

Χάθηκε το πολύτιμο δώρο του να μας σκέφτονται, να μας ποθούν, να μας αγαπούν, να είμαστε σημαντικοί για κάποιον.

Χάθηκε η δυνατότητα να κρυβόμαστε από τον εαυτό μας. Αναγκαζόμαστε να αναμετρηθούμε με τα όρια μας. Να παραδεχτούμε τις αδυναμίες και ανάγκες μας. Να αγκαλιάσουμε το φόβο μας για αλλαγή και να αποφασίσουμε αν θα ανοιχτούμε σε νέες δυνατότητες.

Η φάση του πένθους διαρκεί όσο χρειάζεται μέχρι να ανασυνθέσουμε τα σκορπισμένα κομμάτια μας. Συνήθως περιλαμβάνει πλήθος υποτροπών που μας γυρνούν βήματα πίσω και ξεκινάμε από την αρχή ξανά. Χρειάζεται πίστη ότι έχουμε τη δύναμη να το ζήσουμε ενεργητικά μέχρι τέλους και να πάρουμε όσα έχει να μας προσφέρει. Αν όχι μόνοι μας, με τη πολύτιμη στήριξη ενός καλού φίλου ή θεραπευτή.

ΠΕΡΙΠΟΥ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Κάποτε η διαδικασία ολοκληρώνεται και είμαστε έτοιμοι να βγούμε στον κόσμο ξανά. Κάπως διαφορετικοί, δυναμωμένοι, μεταμορφωμένοι και διευρυμένοι. Η ανάγκη για αλλαγή που μας οδήγησε αρχικά στον έρωτα μοιάζει έτσι να ικανοποιείται.

Μόλις βγήκαμε από μια οριακή εμπειρία, από μια κρίση. Και όπως κάθε κρίση, σύμφωνα με το χιλιοειπωμένο κλισέ, μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε ως κίνδυνος είτε ως ευκαιρία. Την μετατρέπουμε σε ευκαιρία όταν, εξαιτίας της, βρίσκουμε νέους τρόπους ψυχικής οργάνωσης και συμπεριφοράς, οι οποίοι αποδεικνύονται εξαιρετικά χρήσιμοι στην αντιμετώπιση κρίσεων σε άλλα πεδία ή χρονικές στιγμές της ζωής.

Όπως και να έχει, ήταν από κάθε άποψη πλούσια εμπειρία. Σχεδόν νιώθουμε υπερηφάνεια που επιλέξαμε να τη ζήσουμε ως το τέλος. Ήταν μια από τις φορές που νιώσαμε αληθινά ζωντανοί. Αντιμετωπίσαμε εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια, περιοριστικά της ελευθερίας μας, και τολμήσαμε να αναμετρηθούμε μαζί τους. Και με αυτή την έννοια ο έρωτας που ζήσαμε ήταν επαναστατική πράξη. Αφεθήκαμε να κυριευτούμε από συναισθήματα και να χάσουμε το μυαλό μας για έναν άνθρωπο, ενάντια σε μια κοινωνία αυστηρά ορθολογική και κόντρα σε ό,τι θεωρείται πρέπον για το φύλο μας, την ηλικία μας ή τη θέση μας. Τολμήσαμε να χάσουμε τον εαυτό μας και να τον ξαναβρούμε περισσότερο θαρραλέο, αυθεντικό και ανεξάρτητο.

Και έτοιμο για όσους έρωτες χρειαστεί ακόμα!

Απραγματοποίητα όνειρα: «Είναι αργά πια»… ή μήπως όχι;

Στην πορεία της ζωής μας, κάνουμε όνειρα. Κάποια τα έχουμε από μικρά παιδιά, όταν μας ρωτούσαν «Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;», και τα κρατήσαμε ζωντανά σε μια γωνιά του εαυτού μας, και άλλα γεννήθηκαν αργότερα, χωρίς να μπορούν πάντα να πραγματοποιηθούν. Έρχεται κάποτε η στιγμή που πρέπει να παραδεχτούμε ότι «είναι αργά πια» ή μήπως δεν είναι ποτέ αργά γι’ αυτά που πραγματικά θέλουμε;
Τα συνήθη βήματα
Εκκίνηση Μεγαλώνουμε μαθαίνοντας να ακολουθούμε στις σημαντικές αποφάσεις της ζωής μας τη λογική. Διδασκόμαστε να μην είμαστε παρορμητικοί, να μην αφήνουμε εφήμερες επιθυμίες να μας παρασύρουν, να ζυγίζουμε τα υπέρ και τα κατά, να υπολογίζουμε τις συνέπειες, να είμαστε ρεαλιστές, να μη ρισκάρουμε χωρίς λόγο, να μην ξεκινάμε κάτι αν δεν εξασφαλίσουμε τη μέγιστη δυνατή βεβαιότητα για το αποτέλεσμα. Όλα αυτά, βέβαια, είναι πολύ χρήσιμα και σωστά και μας βοηθούν πολύ όταν σχεδιάζουμε τα βήματα της ζωής μας.

Παρέκκλιση Μέσα σε όλη αυτή τη λογική της σιγουριάς, της εξασφάλισης και της ελαχιστοποίησης του ρίσκου, όμως, δεν μπορεί παρά να διαλέξουμε και δρόμους που καμιά φορά παρεκκλίνουν πολύ από αυτά που επιθυμούμε, ονειρευόμαστε ή πιστεύουμε.
Σύγχυση Φτάνει, λοιπόν, κάποια στιγμή -και όχι μόνο μία φορά- στη ζωή μας που κάνουμε μια στάση, ρίχνουμε μια κριτική ματιά σε ό,τι είμαστε και κάνουμε, και αναρωτιόμαστε: «Αυτό είναι, λοιπόν;». Συνειδητοποιούμε τότε με λύπη, παράπονο, θυμό, απογοήτευση, ή απλώς με μια μικρή δόση νοσταλγίας, ότι ίσως βρισκόμαστε κάπου αλλού από εκεί που είχαμε φανταστεί. Ή ότι κάποια πράγματα που θέλαμε πολύ έχουν γίνει πια πολύ μακρινά και απρόσιτα για εμάς.

Μαρτυρία:
Η στιγμή της κρίσης
Αυτό κατάλαβε και ο Πέτρος στα 35 του, όταν, χωρίς εμφανή αιτία, βυθίστηκε στην κατάθλιψη και αναγκάστηκε να κάνει έναν απολογισμό της ζωής του: «Εκ πρώτης όψεως, όλα έβαιναν λίαν καλώς. Είχα μια δουλειά που πολλοί θα ζήλευαν, έβγαζα αρκετά χρήματα, κι επιπλέον είχα μια καλή οικογενειακή ζωή. Κι όμως, ένιωθα από καιρό πως κάτι έλειπε, χωρίς να μπορώ να εντοπίσω τι ήταν αυτό. Η κατάθλιψη με ανάγκασε να «κόψω ταχύτητα» και να κάτσω να σκεφτώ. Τότε, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο κάποιες επιθυμίες και όνειρα που είχα κάνει στο παρελθόν. Το όνειρό μου ήταν να σπουδάσω Αρχιτεκτονική, αλλά αυτό φαινόταν τότε σαν αποκοτιά, τη στιγμή που ο πατέρας μου είχε μια επιτυχημένη επιχείρηση με μέλλον και ήμουν μοναχοπαίδι. Έτσι, μπήκα στη δουλειά, έπεσα με τα μούτρα και προχώρησα πολύ. Η Aρχιτεκτονική έγινε κάτι που θυμόμουν σαν σε όνειρο. Εδώ και πολλά χρόνια, αν και όταν το ανέφερα, φαι­νόμουν γραφικός ακόμη και στον ίδιο μου τον εαυτό. Κι όμως, στην πραγματικότητα δεν ξεχάστηκε ποτέ και ξαφνικά έπρεπε να δω τι θα κάνω μ’ αυτό». Το σκέφτηκα πολύ, ξεκίνησα σχέδιο σε μια ιδιωτική σχολή και άρχισα να νιώθω ότι ξαναζωντανεύει ένα κομμάτι του πραγματικού μου ευατού…».

«Μήπως τρελαίνομαι;» Τέτοιες στιγμές σύγχυσης και αμηχανίας σε σχέση με κάποια όνειρα ή ιδανικά που φαίνονται ξεπερασμένα ή ιδέες και επιθυμίες που μοιάζουν ουτοπικές βιώνουν οι περισσότεροι άνθρωποι, λιγότερο ή περισσότερο έντονα. Αισθανόμαστε ανικανο­ποίητοι και δεκάδες αγωνιώδη ερωτήματα αναδύονται από μέσα μας: «Πόσο ευτυχισμένος/η είμαι με τη ζωή μου;», «Από πού ήρθε τώρα αυτό;», «Μήπως αρχίζω να τρελαίνομαι;», «Να τα τινάξω όλα στον αέρα;», «Τελικά το θέλω πραγματικά ή έχω απλώς κολλήσει;» «Κι αν είναι μόνο μια φαντασίωση χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο;». Από την άλλη, όσο πιο πιεστικά γίνονται τα ερωτήματα αυτά, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε ότι αυτή η ζωή είναι η μόνη που έχουμε και όχι μια prova generale μιας άλλης, καλύτερης ζωής που πρόκειται να έρθει.

Όνειρο ή… βάρος;
Ως εκ τούτου, το δίλημμα είναι μεγάλο και η αγωνία συχνά ανυπόφορη. Το πιο δύσκολο από όλα είναι ότι πρέπει να αφήσουμε μια κατάσταση οικεία και συνήθως βολική για κάτι άγνωστο και απρόβλεπτο. Ακόμη κι αν είμαστε εντελώς δυσαρεστημένοι με τη δουλειά, το γάμο, τη γενικότερη τροπή που έχει πάρει η ζωή μας, δεν παύουμε να αισθανόμαστε ασφαλείς μέσα στο γνώριμο πλαίσιο που αυτά μας παρέχουν. Το «άλλο» αντίθετα, το όνειρο, το ιδανικό, η ιδέα, δεν έχει συνήθως καμία σχέση με την πραγματικότητά μας. Κάθε άλλο μάλιστα: Είναι συχνά αόριστο, υπερεκτιμημένο και τόσο εξιδα­νικευμένο, που φοβόμαστε να το πλησιά­σουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που κάτι τέτοιο μπορεί να μετατραπεί από όνειρο που δίνει φτε­ρά σε φορτίο που μας παραλύει.

Μαρτυρία:
Σπάζοντας τη «φούσκα»
Κάτι τέτοιο συνέβη στο Μιχάλη: «Εμένα το απωθημένο μου ήταν η μουσική. Είχα μάθει μόνος μου να παίζω πιάνο, είχα ριχτεί για 4-5 χρόνια στο τέλος της εφηβείας μου με πάθος σ’ αυτό, αλλά μετά, όταν ήρθε η ώρα των μεγάλων αποφά­σεων, τα παράτησα, έκανα διάφορες δουλειές, έμπλεξα με άλλα πράγματα τελοσπάντων. Και όσο απομακρυνόμουν απ’ αυτό, τόσο το εξιδανίκευα μέσα μου κι έλεγα ότι το πιάνο είναι κάτι που πρέ­πει να του αφιερωθείς και, αν το κάνεις, πρέπει να αφήσεις όλα τ’ άλλα: «Ή μόνο μουσική ή καθόλου», έλεγα. Πέρασαν 16 χρόνια χωρίς να το αγγίξω, και κάθε φορά που άκουγα μουσική, έφτυνα τον εαυτό μου, ένιωθα άχρηστος. Η γυναίκα μου έβλεπε πόσο βασανιζόμουν και με παρακαλούσε να παίξω, αλλά τίποτα. Η κρίσιμη στιγμή ήρθε όταν άρχισε να παίζει πιάνο η κόρη μου. Τότε πια φάνηκε καθαρά ότι είχα φτιάξει μέσα μου μια «φούσκα», με πολύ βάρος όμως. Στην ουσία, αυτό που δεν ήθελα να αντιμετωπίσω ήταν το να παίζω πιάνο για την ευχαρίστησή μου και μόνο, χωρίς να έχω γίνει ο μεγάλος τζαζ πιανίστας που κάποτε ονειρευόμουν. Δεν μπορείς να φανταστείς τι ανακούφιση ήταν που άφησα πίσω μου αυτή τη φαντασίωση».
H σημασία της φαντασίωσης Φαίνεται πως συχνά το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν είναι αργά ή όχι για να πραγματοποιήσουμε μια φαντασίωση, αλλά τι σημαίνει για εμάς αυτή η φαντασίωση. Είναι το καταφύγιο ή το άλλοθι που μας βοηθά να αντέχουμε τη δύσκολη πραγματικότητα της ζωής μας; Είναι απομεινάρι από έναν εαυτό ξεχασμένο; Είναι μια επιθυμία ζωντανή, που νιώθουμε ότι χρωστάμε στον εαυτό μας να πραγματοποιήσουμε; Είναι κάτι που έχουμε μυθοποιήσει, επειδή όλα όσα κάνουμε δεν μας ικανοποιούν; Για να το βρούμε, πρέπει να κάνουμε μια ενδοσκόπηση και να σκύψουμε με λίγο περισσότερη προσοχή πάνω από τη ζωή μας και τον εαυτό μας.

Το ουσιώδες ερώτημα είναι τι σημαίνει για εμάς η φαντασίωσή μας

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία…
Όταν έρχεται η στιγμή που νοσταλγούμε, μετανιώνουμε, λυπόμαστε ή λαχταράμε κάτι που φαίνεται δύσκολο, τότε καλούμαστε να καταλάβουμε τι θέλουμε πραγματικά και τι μας ωθεί ή μας εμποδίζει να το ακολουθήσουμε. Για να γίνει αυτό, χρειάζεται σίγουρα δύναμη, ηρεμία, θάρρος. Ιδιότητες που έχουμε όλοι μέσα μας, αλλά συνήθως δεν συνειδητοποιούμε παρά μόνο όταν έρθουμε αντιμέτωποι με τέτοια όνειρα και επιθυμίες. Αυτή είναι και η συνεισφορά τους στη ζωή μας: Ότι μας αναγκάζουν να βγούμε από την κάπως νεφελώδη κατάσταση της ανασφάλειας, της βολής, του φόβου και των ενδοιασμών και να ψηλαφίσουμε καλύτερα τα όρια του εαυτού μας. Το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα η πραγματοποίηση του ονείρου. Είναι, όμως, η επίγνωση του ποιοι είμαστε και πού βρισκόμαστε, τι ξέρουμε, τι μπορούμε, ποιους αγαπάμε και ποιοι μας αγαπούν.

Δίνοντας στο όνειρο σάρκα και οστά
Αν τελικά αυτή η αναζήτηση δείξει πως το όνειρό μας εξακολουθεί να είναι επίκαιρο και δελεαστικό και θέλουμε ακόμη να το ακολουθήσουμε, τότε κάποια πρακτικά βήματα θα κάνουν πιο πιθανή και πιο εύκολη την πραγματοποίησή του. Το κυριότερο είναι ότι κάτι που υπήρχε μόνο μέσα στο μυαλό μας, σαν ιδέα και φαντασίωση, πρέπει να πάρει πραγματικές διαστάσεις. Εκτός από οραματιστές, πρέπει λοιπόν να γίνουμε και ορθολογιστές. Σκεφτείτε:
• Η πραγματοποίηση κάθε σχε­δίου δεν γίνεται ποτέ με τη μία. Είναι απαραίτητο να σκεφτούμε μικρά βήματα και να προχωρήσουμε σταδιακά στην πραγματοποίησή τους.
• Δύο μυαλά σκέφτονται συνήθως πιο καθαρά από ένα. Ακόμη κι αν σκοπεύουμε να προχωρήσουμε μόνοι, μπορεί να είναι πολύ αποδοτική μια συζήτηση με κάποιον που εμπιστευόμαστε και που έχει κάποια γνώση του θέματος, είτε αυτός είναι φίλος είτε ειδικός.
• Η αλλαγή από μια κατάσταση σε μια άλλη έχει συνήθως μια μεταβατική περίοδο κατά την οποία δεν είμαστε ούτε εδώ ούτε εκεί. Όσο πιο καλά έχουμε σχεδιάσει και προνοήσει γι’ αυτή την περίοδο, τόσο πιο ομαλά θα βιώσουμε την αλλαγή, και εμείς αλλά και οι άνθρωποι γύρω μας.

Καλωσόρισε κι αγκάλιασε τις δυσκολίες


Λένε πως η δυσκολία μας κάνει καλύτερους. Δεν είμαι πολύ σίγουρος. Εξαρτάται από το αν θα πάρουμε το μάθημα που κουβαλάει ή θα ψάχνουμε αιτίες έξω από μας. Αν πάρουμε το μάθημα, βλέπουμε πως έχουμε συμβάλει και εμείς σε αυτό που συνέβη.

Αν πάρουμε το μάθημα ΑΛΛΑΖΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ. Αν δεν πάρουμε το μάθημα φταίνε οι άλλοι και εμείς μένουμε όπως είμαστε, άτυχοι, θύματα της ζωής να υποφέρουμε άνευ ουσίας !!

Καλωσόρισε κι αγκάλιασε τις δυσκολίες γιατί αν δεν υπήρχαν θα έπρεπε να τις εφεύρουμε.

ΓΙΑΤΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΧΕΙ ΕΠΤΑ ΝΟΤΕΣ;

imagesΈνα ερώτημα κανονικό και φυσιολογικό. Μπορεί να το θέσει ένα παιδί ή ένας ενήλικας. Ένας μουσικός ή ένας που δεν ασχολείται με την μουσική. Γιατί επτά (ντο, ρε, μι, φα, σολ, λα, σι) κι όχι έξι ή οκτώ. Διότι η περίπτωση της πεντατονικής έχει να κάνει με την επτατονική που της λείπει το δεύτερο και έκτο σκαλί (ντο, μι, φα, σολ, σι). Αυτή η τελευταία είναι η κλίμακα που στον ελληνικό χώρο λειτουργεί στην Ηπειρώτικη μουσική παράδοση.
Απ’ όσα γνωρίζω περί του ζητήματος  πρόκειται για την πρώτη απόπειρα παγκοσμίως προς απάντηση του ως άνω ερωτήματος. Παρακαλώ αν κάποιος γνωρίζει σχετική προηγούμενη να μου την γνωστοποιήσει, ώστε να αποσύρω την παράγραφο αυτή, χειρονομία την οποία θα κάνω αμέσως, δίχως καμμιά δυσκολία. 
Το ερώτημά μας λοιπόν είναι: γιατί το επτατονικόν της μουσικής κλίμακας, είναι σχεδόν παγκόσμιο; Πρόκειται περί τυχαίου δεδομένου ή υπάρχει κάποια ερμηνεία του. Μάλλον θα λέγαμε, μπορεί να βρεθεί μια εξήγηση. Ή κάποιες εξηγήσεις που να στηρίζονται σε αξιόπιστα δεδομένα.
Εάν δεν κάνουμε τον κόπο να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, μάλλον δεν θα πράξουμε ορθά. Συνεπώς τίθεται το ερώτημα: πότε και πώς ο πρωτόγονος άνθρωπος ξεκίνησε την περιπέτειά του μέσα στα μουσικά μονοπάτια; Υπάρχουν ιστορικά στοιχεία; Ποιά είναι τα παλαιότερα εξ αυτών;
Εδώ διαθέτουμε μια σιγουριά. Τα παλαιότερα στοιχεία τα μεταφέρει η μυθολογία. Τουλάχιστον έτσι συμβαίνει στον ελληνικό πολιτισμό.
Στο σημείο αυτό θα κάνουμε μια στάση. Τι πάει να πει μύθος και μυθολογία. Αναγκαστικά θα προστρέξουμε στο λεξικό. Στην ιστορία της λέξης. Επειδή δε ο μέγιστος δάσκαλος του Ελληνικού λαού, σε ό,τι αφορά στη γλώσσα του, είναι και θα είναι ο Όμηρος, ας δούμε πώς το εννοεί. Μεταξύ των άλλων δευτερευουσών εννοιών, το αναφέρει με την βαρυσήμαντη σημασία του ιστορείν και του διηγήσθαι (Οδ. Γ΄. 94 , Δ΄. 324 κ.λπ.). Η ρίζα είναι από το μαθ-αίνω.
Εάν βασιστούμε λοιπόν σ’ αυτή την αρχή, θα πρέπει να ερευνήσουμε, τους σχετικούς μύθους της ελληνικής μυθολογίας, κατά σειρά ιστορικής αρχαιότητος.
Για να ερμηνεύσουμε τους μύθους, στην περίπτωσή μας αυτούς που σχετίζονται με τα μουσικά πράγματα, κρίνουμε σκόπιμο να ξεκαθαρίσουμε μερικά βασικά δεδομένα του ζητήματος. Δεδομένα που σχετίζονται με την ιεραρχική εξέλιξη των βασικών στοιχείων που απαρτίζουν το σύνθετο αυτό ανθρώπινο φαινόμενο που λέγεται μουσική.

Ποια είναι, κατ’ αρχάς, τα βασικά στοιχεία της μουσικής. Αναμφίβολα προηγείται η φωνητική μουσική. Το σόλο τραγούδι. Επιδίδονται σ’ αυτό πολλά ζώα. Ζώα όλων των ειδών. Άσχετα με την επίδοσή τους. Ας βαθμολογήσουμε με άριστα τα ωδικά πτηνά στον τομέα της «μουσικής» φλυαρίας. Για τους ανθρώπους να πούμε ότι δεν ξεκίνησαν και καλλίτερα. Πώς αυτό; Να, επειδή διαθέτουμε ακόμα δείγματα από πρωτόγονους λαούς, οι οποίοι αν συναγωνίζονταν με κάποια πτηνά, μάλλον θα έπαιρναν δεύτερες και τρίτες θέσεις. Δεν πρόκειται για κάποια ειρωνεία από την μεριά μας. Πρόκειται για μια διαπίστωση. Για μια πραγματικότητα. Για ένα δεδομένο της φύσης.
Ας μείνουμε για λίγο στο σόλο τραγούδι. Το εκτελούμενο άνευ μουσικών οργάνων. Από ποια ανθρώπινη ανάγκη προέκυψε; Υπολογίστε ότι αναφερόμαστε στην αρχή του μουσικού φαινομένου. Διότι η επένδυση του σόλο τραγουδιού δια μουσικής οργανικής συνοδείας είναι βεβαίως μεταγενέστερο πολιτιστικό στάδιο. Η βεβαιότητα της τελευταίας αυτής διαπίστωσης εξασφαλίζεται από το δεδομένο ότι υπάρχουν ακόμα λαοί οι οποίοι δεν έχουν εισέλθει σ’ αυτό το στάδιο εξέλιξης του μουσικού τους πολιτισμού, αφού το τραγούδι τους συνοδεύεται μόνο από κρουστά όργανα. Κάτι που συμβαίνει βασικά στην Αφρικανική Ήπειρο.
Το τονίζουμε λοιπόν ξανά: από ποια ανθρώπινη ανάγκη προέκυψε το πανανθρώπινο αυτό φαινόμενο που λέγεται τραγούδι; Ο άνθρωπος πλην του λογικού στοιχείου του είναι προγραμματισμένος και δια του μορφωτικού στοιχείου. Ένα στοιχείο για το οποίο γίνεται σπάνια λόγος! Δηλαδή σπανίως αναφέρεται δίπλα στα άλλα βασικά στοιχεία του. Το ον αυτό έχει την τάση να δίνει μια μορφή στον εαυτό του. Στην εμφάνισή του, στον λόγο του, στις κινήσεις του, στην συμπεριφορά του. Επίσης στο περιβάλλον του και στην ίδια την φύση.
Με το τραγούδι μορφοποιεί τον λόγο του. Όλες αυτές τις λέξεις που είναι υποχρεωμένος να ξεστομίσει για να συνεννοηθεί με τους άλλους. Όλα τα επιφωνήματα και τις κραυγές που εκφέρει υπό την πίεση των αισθημάτων και συναισθημάτων του. Το τραγούδι ως διαμορφωμένος λόγος. Ως μέσον καλλιτεχνικής φωνητικής έκφρασης. Ως μέσον έκφρασης διαφόρων συναισθηματικών καταστάσεων. Αλλά και ως εργαλείο συνοχής της ομάδας. Διαθέτει κι άλλες πλευρές το τραγούδι. όπως διαπαιδαγωγικές, απομνημονευτικές, αποτρεπτικές και λατρευτικές. Όπως και να έχει το πράγμα το βέβαιο είναι ότι δεν γίνεται άνθρωπος δίχως τραγούδι.
Από τα αρχαιολογικά ευρήματα ξεκάθαρα προκύπτει το συμπέρασμα, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, ότι τα μουσικά όργανα τα κατασκεύασε και τα χρησιμοποίησε το ανθρώπινο είδος πάρα πολύ πρόσφατα, σε σχέση με τον συνολικό χρόνο της ύπαρξής του. Περίπου τα 20.000 τελευταία μπροστά στα υπόλοιπα πολλά εκατομμύρια. Τα όργανα χωρίζονται σε δυό κατηγορίες: πνευστά και έγχορδα. Αφήνουμε κατά μέρος τα κρουστά επειδή δεν παίζουν μελωδία και επομένως δεν σχετίζονται με κλίμακες και πολύ περισσότερο με τον αριθμό των φθόγγων που διαθέτουν. Ας μη ξεχνάμε ότι αυτό είναι το θέμα που μας απασχολεί.
Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι το εξής: οι μουσικές κλίμακες διαμορφώθηκαν επάνω στο σόλο τραγούδι ή πάνω στα μουσικά όργανα;
Ας πούμε ότι καταλήγουμε στην δεύτερη άποψη. Στην περίπτωση αυτή τίθεται το ερώτημα: σε ποιά όργανα διαμορφώθηκαν οι κλίμακες, στα πνευστά ή στα έγχορδα;
Πιάνουμε ξανά το πρώτο ερώτημα. Εάν οι κλίμακες διαμορφώθηκαν στο φωνητικό τραγούδι τότε δεν έχουμε καθόλου στοιχεία γιο το πώς έγινε αυτό το πράγμα. Δεν υπάρχουν ούτε ηχητικά ούτε γραπτά ούτε αρχαιολογικά ούτε μυθολογικά ντοκουμέντα. Τουλάχιστον απ’ όσο γνωρίζουμε. Παρακαλούμε δε τον οποιονδήποτε έχει υπ’ όψιν του κάτι σχετικό να μας το πληροφορήσει.
Θα πούμε όμως την άποψή μας για το ζήτημα αυτό. Γιατί οι κλίμακες δεν διαμορφώθηκαν στη φωνητική μουσική αλλά στα όργανα, όπως νομίζουμε. Όλοι οι λαοί που αυτή τη στιγμή βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της φωνητικής μουσικής άνευ οργάνων, αγνοούν τις επτατονικές μουσικές κλίμακες. Ένα επιχείρημα που μπορεί να μην είναι ικανό, όμως είναι ισχυρό. Από την άλλη πουθενά στη φύση δεν υφίσταται άκουσμα που να έχει σχέση με επτατονκή κλίμακα. Επίσης ούτε στην πρωτόγονη ανθρώπινη φωνητική επίδοση μπορεί να παρατηρηθεί κάτι ανάλογο, όπως ακόμα μπορούμε να παρατηρήσουμε, όπως προείπαμε.
Είμαστε λοιπόν αναγκασμένοι να διερευνήσουμε την δεύτερη εκδοχή. Ότι οι κλίμακες προέκυψαν από την χρήση των οργάνων. Προς την κατεύθυνση αυτή η ελληνική μυθολογία διαθέτει αρκετό υλικό. Μάλιστα καλύπτει και το φάσμα των πνευστών και το φάσμα των εγχόρδων οργάνων. Στην πρώτη περίπτωση παίζει ο Πάνας και στην δεύτερη ο Ερμής. Επειδή δε η ελληνική μυθολογία είναι κατηγορηματική περί της αρχαιότητος των δύο θεών υπέρ του Πάνα, θα καταπιαστούμε κατ’ αρχάς μ’ αυτόν.
Επί πλέον η μυθολογία συνάδει και με την αποκτηθείσα πλέον ικανή γνώση, περί του βαθμού δυσκολίας κατασκευής και εκτέλεσης των δύο κατηγοριών των οργάνων, πνευστών και εγχόρδων. Πράγματι τα έγχορδα όργανα απαιτούν μεγαλύτερη μουσική ικανότητα και δεξιοτεχνία απ’ ότι τα πνευστά.
Στο σημείο αυτό μια διευκρίνιση: μη ρωτήσετε μουσικούς της μιάς κατηγορίας ή της άλλης. Οι μουσικοί των πνευστών θα σας πούνε ότι τα έγχορδα είναι δυσκολότερα. Οι μουσικοί των εγχόρδων θα σας πούνε ότι τα πνευστά είναι δυσκολότερα στην εκτέλεση. Θα μάθετε την αλήθεια μόνον από μουσικούς που εκτελούν όργανα και των δύο κατηγοριών.
Ξεκινάμε λοιπόν την έρευνα από τον αρχαιότερο θεό του ελληνικού μουσικού πολιτισμού τον τραγόμορφο Πάνα. Αυτόν τον απτόητο ερωτιάρη. Αφού δεν άφηνε τίποτε δίχως να το γονιμοποιήσει ήρθε η ώρα που αγάπησε μια Νύμφη από την Αρκαδία. Την κόρη του Ποταμού Λάδωνα Σύριγγα. Έλα όμως που η πανέμορφη Νύμφη δε γούσταρε καθόλου τον τραγόμορφο θεό. Γνώριζε όμως η άμοιρη ότι δεν επρόκειτο να γλιτώσει σε καμμιά περίπτωση από το ερωτικό μένος του θεού. Μπρος γκρεμός και πίσω Πάνας.
Πάνω στην απελπισία της, ικέτευσε τον Δία να την σώσει. Τον ελέγανε και Σωτήρα βλέπετε τον Δία τότε. Έτσι την στιγμή που τη έπιασε ο Πάνας εκείνη μεταμορφώθηκε σε καλαμιά. Τρελός από θυμό και απογοήτευση ο Πάνας έσπασε την καλαμιά σε κομμάτια. Γρήγορα όμως κατάλαβε πως έκοβε το σώμα της Νύμφης και μετανιωμένος άρχισε να κλαίει και να φιλά τα κομμάτια της καλαμιάς. Ακούγοντας τους ήχους που έβγαιναν, καθώς ξεφυσούσε κλαίγοντας, οδηγήθηκε στην κατασκευή της σύριγγας.
Μια ιστορική αλήθεια ειπωμένη μέσα από έναν πανέμορφο μύθο. Πράγματι ο ανοιχτός σωλήνας του καλαμιού όταν δεχθεί ρεύμα αέρος παράγει ήχο. Ήχο με γλυκιά χροιά και απαλή φωνή. Σάν την ομορφιά της Νύμφης. Η τεχνική αυτή χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα παγκοσμίως και διαχρονικώς, με αποκορύφωμα τον φλάουτο, τον βασιλιά των πνευστών. Δεν υπάρχει μέρος στην υφήλιο που να μην ακούγεται το όργανο αυτό.

Όταν φυσήξουμε λοιπόν στο άκρο του ανοιχτού σωλήνα με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να σπάει το ρεύμα του αέρα επάνω στην περιφέρεια του ανοίγματος, τότε παράγεται ήχος. Ο σωλήνας μπορεί να είναι ανοιχτός ή κλειστός στο άλλο άκρο. Μέχρι στιγμής έχουμε μιά νότα, έναν φθόγγο. Το πολύ δύο. Η δεύτερη νότα ακούγεται με δυνατότερο φύσημα και συνήθως σε διάστημα οκτάβας. Ιδού λοιπόν η οκτάβα με φυσικότατο τρόπο. Άνευ λογικής επεξεργασίας ή επιλογής.
Η τελευταία παρατήρηση είναι τεράστιας μουσικολογικής σημασίας, διότι ξεκαθαρίζει ένα βασικότατο στοιχείο της μουσικής κλίμακας. Δηλαδή την αρχή και το τέλος της. Όπως θα διαπιστώσουμε δε στη συνέχεια, η σύριγγα ερμηνεύει εντελώς και κατηγορηματικά όλες τις νότες της επτατονικής κλίμακας με απόλυτα φυσικό τρόπο. Δεν αφήνει αξεδιάλυτη καμμιά πτυχή του θέματος.
Παρατήρησε σιγά-σιγά ο άνθρωπος ότι, εάν ο σωλήνας αυτός είχε σε κάποιο σημείο τρύπα, έβγαζε άλλον τόνο. Επίσης ότι παίζονταν, εάν ανοιγόκλεινε την τρύπα με το δάκτυλο, ακούγονταν μια στοιχειώδης μελωδία. Με την πάροδο του χρόνου έφτασε στο σημείο να εκμεταλλευτεί όλα τα ευκίνητα δάκτυλά του που είναι ο δείκτης ο μέσος κι ο παράμεσος και των δύο χεριών.
Πράγματι έφτιαξε την φλογέρα η οποία ακόμα και σήμερα λειτουργεί ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Να πώς ένας βοσκός μ’ ένα μαχαιράκι μυτερό φτιάχνει την φλογέρα του μέσα σε δέκα λεπτά περίπου.
Κόβει ένα καλάμι από κόμπο σε κόμπο ή από γόνυ σε γόνυ όπως λέγεται ειδικότερα. Το μήκος του σωλήνα αυτού είναι περίπου 25 εκατοστά του μέτρου. Κάνει στο μέσον του σωλήνα μια τρύπα τριών περίπου χιλιοστών, όπως και τις υπόλοιπες. Κατόπιν στο κάτω μισό του σωλήνα τοποθετεί τα έξι δάκτυλά του, συμπεριλαμβανομένης και της τρύπας που ήδη έχει ανοίξει. Τα δάκτυλα μοιράζουν το μήκος του σωλήνα σε ίσες αποστάσεις ώστε να μην είναι ούτε πολύ κοντά ούτε πολύ μακριά. Έτσι οι τρύπες απέχουν μεταξύ τους περίπου δύο εκατοστά.
Όταν λοιπόν κλείσουμε όλες τις τρύπες και φυσήξουμε ανοίγοντας στη συνέχει με τη σειρά, από κάτω προς τα επάνω μια-μια όλες τις τρύπες, θα ακούσουμε την Λυδική (ματζόρε) κλίμακα με τις επτά νότες της (ντο, ρε μι, φα σολ, λα σι). Για να συμπληρώσουμε την οκτάβα στο τέλος κλείνουμε όλες τις τρύπες και φυσάμε δυνατότερα. Εάν δε ξεκινήσουμε από την δεύτερη τρύπα, τότε έχουμε την Φρυγική (μινόρε)κλίμακα (ρε, μι, φα, σολ, λα, σι, ντο, ρε). Και αν από την τρίτη έχουμε την Δωρική (μι, φα, σολ, λα, σι, ντο, ρε, μι). Έχουμε δηλαδή στο ίδιο όργανο όλες τις βασικές κλίμακας της παγκόσμιας μουσικής.
Έτσι δεν εξηγείται μόνο το επτατονικό της κάθε κλίμακας αλλά επί πλέον και η ποικιλία των βασικών κλιμάκων. Είναι γνωστό ότι η κατασκευή των εγχόρδων απαιτεί πολύ περισσότερες και πολυπλοκότερες γνώσεις και δεξιοτεχνίες απ’ ότι απαιτεί η κατασκευή της φλογέρας. Γι’ αυτό, κατά την ελληνική μυθολογία, το πρώτο έγχορδο όργανο, την λύρα, την κατασκεύασε ο πανέξυπνος και πανούργος ( = παν + έργο) Ερμής.

Έχουμε και τον άλλο τύπο σύριγγας, τον λεγόμενο αυλό του Πανός. Αντί να έχουμε όλες τις νότες από έναν σωλήνα, δένουμε στη σειρά σωλήνες διαφόρων μηκών, κατάλληλων για την κάθε νότα. Έτσι αντί να ανοιγοκλείνουμε τα δάκτυλα επάνω στον ίδιο σωλήνα, απλώς μεταφέρουμε το φύσημα από σωλήνα σε σωλήνα.
Το όργανο αυτό διαθέτη μιά αξεπέραστη ιδιαιτερότητα η οποία δεν έχει ακόμα γίνει διακριτή ή μάλλον δεν έχει τονιστεί αρκούντως. Είναι το μόνο όργανο που μπορεί να παιχθεί άνευ δακτύλων. Ακόμα και άνθρωπος που του λείπουν όλα τα δάκτυλα μπορεί να το παίξει. Είναι πράγματι κάτι το εντυπωσιακό, όταν για τα περισσότερα όργανα ακόμα και η απουσία ενός δακτύλου δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα ή και παντελή αδυναμία οργανοπαιξίας.
Για μιά ακόμα φορά λοιπόν βλέπουμε πώς η μάνα φύση δίδαξε ακόμα μια τέχνη στους ανθρώπους. Όλα ξεκινούν απ’ αυτή και όλα σ’ αυτή καταλήγουν.

Το Νησί των Φιδιών


Ο μεγαλύτερος πληθυσμός ενός από τα πιο δηλητηριώδη είδη φιδιών στον κόσμο, βρίσκεται περίπου 90 μίλια ανοικτά από την ακτή του Santos στη Βραζιλία, σε ένα μικρό, απόκρημνο κομμάτι ενός κατά τα άλλα ακατοίκητου νησιού.

Είναι γνωστό ως Ilha da Queimada Grande ή Νησί των Φιδιών και είναι το μόνο μέρος που μπορείς να βρεις 2.000 ή κάπου τόσα από τoν απολύτως μοναδικό χρυσό βόθρακα ή  Bothrops insularis.
Όταν αποβιβάζεσαι στο νησί, μπορείς να δεις ένα από αυτά τα φίδια περίπου κάθε 10 με 15 λεπτά στη βάση του νησιού και ένα κάθε πέντε τετραγωνικά μέτρα σε άλλα μέρη του νησιού. Αυτό σημαίνει, αφού  περπατάς μέσα από βλάστηση που φθάνει σε ύψος τη μέση σου, ότι ακόμα κι αν φοράς καλές μπότες  είναι σα να περπατάς μέσα σε κινούμενο ναρκοπέδιο.
Μόνο που αντί να σε ανατινάσσει σε κομμάτια, αργά αργά σε παραλύει και ρευστοποιεί το εσωτερικό σου, όπως δηλαδή κάνει ο χρυσός βόθρακας στα αποδημητικά πουλιά με τα οποία τρέφεται στις κορυφές των δέντρων.
Λοιπόν, «η ρευστοποίηση του εσωτερικού σου» μπορεί να είναι λίγο παρατραβηγμένο σχόλιο, αλλά κανείς δεν γνωρίζει σίγουρα μια και κανένας από αυτούς που δαγκώθηκαν δεν έζησε αρκετά για να μεταφερθεί σε νοσοκομείο ή τουλάχιστον κανένας από τους ερευνητές που συνόδευσαν το VICE στο ταξίδι του στο Νησί των Φιδιών γνώριζε κάτι για αυτό.
Ούτε και το Ναυτικό της Βραζιλίας, που επέτρεψε στο VICE την αποκλειστική πρόσβαση στο νησί προκειμένου να καταγράψει την ετήσια επιθεώρηση συντήρησης του φάρου του Νησιού των Φιδιών.
Ο φάρος είναι αυτόματος από το 1920, όταν εξαφανίστηκε ο ηλικιωμένος φαροφύλακας που βγήκε έξω επειδή του είχε τελειώσει το φαγητό για να μαζέψει άγριες μπανάνες, σε ένα άλσος κοντά στην ακτή.
Σύμφωνα με τον θρύλο, αυτός και τα μέλη της ομάδας διάσωσης πέθαναν ένας μετά τον άλλον, ο καθένας μόνος του και πηγαίνοντας να ψάξει τον άλλον που έλειπε αρκετή ώρα.
Ο χρυσός βόθρακας είναι τόσο σπάνιος και το δηλητήριο του τόσο ισχυρό που στην μαύρη αγορά των ερπετών οι «βιοπειρατές» τον πουλάνε έως 30.000 δολάρια (με τις τιμές να ανεβαίνουν αναλόγως με το που ζει ο πλούσιος και περίεργος συλλέκτης ερπετών ή οι χημικοί της βιοφαρμακευτικής βιομηχανίας που εργάζονται στη μαύρη αγορά και προσπαθούν να προηγηθούν της Βραζιλίας σε κάποιου είδους πατέντα).
Πρόκειται για την πιο τρελή περιγραφή ντοκιμαντέρ που έχετε ποτέ ακούσει; Η απάντηση είναι ναι. Φυσικό ήταν λοιπόν ο αρχισυντάκτης του VICE, Rocco Castoro και ο παραγωγός Jackson Fager να θέλουν να πάνε εκεί και να δουν μόνοι τους τι γίνεται. Με την επιστροφή τους έκαναν σχόλια όπως:
«Ήταν σαν ταινία του David Lynch μέσα από το πρίσμα του Σατανά. Τα αντί-Γκαλαπάγκος. Το Darwin ανάποδα».
«Είναι αποκομμένο από την ηπειρωτική χώρα και ίσως η γη κάποιου από καιρό θαμμένου πειρατικού θησαυρού, σύμφωνα με τις ιστορίες από τους ντόπιους ψαράδες. Αλλά μας είπαν επίσης ότι υπήρχαν εξωγήινοι στο νησί, οπότε όλα παίζουν. Είναι καμμένη γη.
Είναι ο τόπος όπου θα έπρεπε να στείλω τους χειρότερους εχθρούς μου να ζήσουν και δεν βλέπω την ώρα να στήσω τη δουλειά με την κυβέρνηση της Βραζιλίας. Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, φυσικά».
«Αυτό που μπορώ να σας πω είναι ότι υπάρχουν χειροποίητα πέτρινα σκαλιά  στο μπροστινό τμήμα ενός από αυτούς τους εξέχοντες λόφους, από κάτω μέχρι πάνω. Αλλά δεν μπορείς να δέσεις οπουδήποτε εκεί κοντά.
Υπάρχει επίσης η πιθανότητα το δηλητήριο να μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κάποιο αντικαρκινικό φάρμακο ή κατά της γήρανσης. Ίσως θα μπορούσε να σώσει την ανθρωπότητα. Οτιδήποτε. Αλλά δεν θα έσωζε εμένα».
«Υπάρχουν μπλε ακρίδες και τόσες πολλές από αυτές τις κατσαρίδες με προϊστορική εμφάνιση στο έδαφος το βράδυ, που ακούγεται κριτς-κρατς όταν περπατάς. Το μέρος είναι γαμημένο. Κανείς δεν επιτρέπεται να είναι εκεί γιατί υπάρχει λόγος. Μην πάτε ποτέ».
«Πέρα από αυτά όμως ήταν υπέροχο γύρισμα. Υπέροχες και οι καταδύσεις».